Παρασκευή 23 Μαρτίου 2012

Εξήγηση της Ζ΄ωδής του κανόνος του Ακαθίστου Ύμνου. (+Α. Θεοδώρου, Καθηγ. Παν/μίου)

«Ουκ ελάτρευσαν τη κτίσει οι θεόφρονες παρά τον Κτίσαντα· αλλά πυρός απειλήν ανδρείως πατήσαντες, χαίροντες έψαλλον· Υπερύμνητε, ο των Πατέρων Κύριος και Θεός, ευλογητός ει».

(Οι θεόφρονες (Τρεις Παίδες) δεν θέλησαν να λατρεύσουν τα κτίσματα αντί του Κτίσαντος· αλλά αψηφίσαντες με ανδρεία την απειλή του τυράννου, με χαρά έψαλλαν· Υπερύμνητε Πατέρα, Κύριε και Θεέ, είσαι ευλογημένος.)
Ο ποιητής ανατρέχει στην Π. Διαθήκη για να συναντήσει εκεί τους αγίους Τρεις Παίδες και να δείξει τη δύναμη της πίστεως στον αληθινό Θεό, που κατακόβει και συντρίβει την ειδωλική μανία εκείνων που ειδωλοποιούν τον εαυτό τους, καταφρονώντας και βρίζοντας τον άγιο Θεό. Οι τρεις εκείνοι Ισραηλίτες νέοι, ο Σεδράχ, ο Μισάχ και ο Αβδεναγώ (Ανανίας, Μισαήλ και Αζαρίας), ήσαν οι μόνοι που δεν γονάτισαν σε μια δεδομένη στιγμή να προσκυνήσουν την εικόνα τη χρυσή του Ναβουχοδονόσορα. Είχαν παραβεί το πρόσταγμα του τυράννου, πιστεύοντας και λατρεύοντας τον μόνον αληθινό Θεό των Πατέρων τους. Ο υπερφίαλος βασιλιάς γέμισε από θυμό για την αυθάδεια των Νέων. Και θέλησε να εφαρμόσει το νόμο που ο ίδιος έφτιαξε, σύμφωνα με τον οποίον κάθε ένας που θα παρέβαινε την προσταγή του να τον λατρεύσει ως Θεό, αρνούμενος να προσκυνήσει την εικόνα του, να ρίχνεται σε πυρωμένο καμίνι ζωντανός. Οι Παίδες ρίχτηκαν «στην κάμινο του πυρός την καιομένη». Ο ανόητος βασιλιάς είχε τη δύναμη να το κάνει. Εκείνο όμως που δεν μπορούσε να πετύχει ήταν να βλάψει τη ζωή των ευσεβών Νέων. Η φωτιά άναβε, ανέβαινε πέρα από το στόμιο της καμίνου· τα παιδιά όμως μέσα δεν κατακαίονταν. Η φωτιά δεν τα έβλαπτε. Άγγελος Κυρίου κατέβηκε στο καμίνι και μετέτρεπε τη φλόγα του σε πνεύμα δροσιάς, σε δροσερή αύρα, η οποία δρόσιζε τους γενναίους αθλητές, που πλημμυρισμένοι από χαρά έψαλλαν και δοξολογούσαν τον υπερύμνητο και ευλογημένο Θεό των Πατέρων τους. Το θαύμα ήταν συντριπτικό για τον ανόητο ηγεμόνα, ο οποίος τελικά αναγνώρισε την ανωτερότητα του αληθινού Θεού του Ισραήλ.
Το γεγονός φυσικά δεν ήταν άσχετο με το θεομητορι­κό θαύμα της Παρθένου. Όπως είδαμε και στην καιόμενη αλλά μη κατακαιόμενη βάτο, όπου το γεγονός προτύπωνε τον άφθορο Τόκο της Παρθένου, έτσι κι’ εδώ η φωτιά που έζωνε τους Τρεις Παίδες χωρίς να τους κατακαίει, προτύ­πωνε την άφθορη γέννηση του Χριστού, η οποία δεν κατέστρεφε την παρθενία της υπεραγίας Μητέρας του, δηλώνοντας παράλληλα τη συντριπτική δύναμη του αληθινού Θεού απέναντι στις  ειδωλικές δυνάμεις των ανθρώπων της πλάνης και της ανομίας.

«Ανυμνούμεν σε, βοώντες· Χαίρε όχημα, Ηλίου του νοητού· άμπελος αληθινή, τον βότρυν τον πέπειρον, η γεωργήσασα, οίνον στάζοντα, τον τας ψυχάς ευφραίνοντα, των πιστώς σε δοξαζόντων».

(Σε ανυμνούμε και σου φωνάζουμε δυνατά. Χαίρε όχημα Ηλίου του νοητού· αληθινή άμπελος, η οποία καρποφόρησε το ώριμο σταφύλι  που αποστάζει ζωή και γλυκαίνει τις ψυχές εκείνων που με πίστη σε δοξάζουν.)

Και η ανύμνηση συνεχίζεται. Η Παναγία χαιρετίζεται ως «όχημα Ηλίου του νοητού»· όχημα που χρησιμοποίησε ο «επί πτερύγων ανέμων φερόμενος», για να κατέβει στη γη και να συναντήσει τον ταλαιπωρημένο άνθρωπο· όχημα θείο και αστραφτερό που καθοδηγούσε το άγιο Πνεύμα του Θεού.
Στη συνέχεια χρησιμοποιείται από τον ποιητή μία άλλη αναλογία πολύ εκφραστική του θείου μυστηρίου. Η Παναγία παρομοιάζεται με άμπελο αληθινή, από την οποία βλάστησε το σταφύλι το ώριμο, το τσαμπί, που καλλιέργησε ο Ίδιος ο Θεός στον αγρό της χάριτος της Υπερευλογημένης. Το σταφύλι από το οποίο βγαίνει το κρασί, το οποίο γλυκαίνει αυτόν που το πίνει, ευφραίνει την ψυχή του και τον οδηγεί σε θείους και άρρητους εκστασιασμούς, στη μέθη του πνεύματος που αρπάζει το νου στην άρρητη χαρά, στο συνεπαρμό των μυστηρίων της θείας βασιλείας. Και το σταφύλι αυτό που φύτρωσε στη μυστική άμπελο της Παρθένου είναι ο Χριστός, ο Θεάνθρωπος Κύριος της δόξας. Που πήρε τα αγνά αίματα της Παρθένου για να στήσει τη δική του ανθρώπινη σκηνή, το δικό του αμπέλι και να μαζέψει σ’ αυτήν τα λογικά κλήματα, τους πιστούς, να τα περιποιηθεί και να τα συνάψει στο μυστικό σώμα της Εκκλησίας του. Να τους δώσει να πιουν το αίμα το, το ποτό της αθανασίας και της αιώνιας ζωής, που μεθάει τον άνθρωπο στην παράδοξη εκείνη εκστατική νηφαλιότητα, στην οποία ο άνθρωπος γλυκαίνεται, βγαίνοντας έξω από τις αισθήσεις του, συγκινείται και χάνεται στην απειρία του Θεού, γίνεται κι’ αυτός Θεός, πετυχαίνοντας το θεοδύναμο στόχο της υπάρξεώς του. Το κρασί του Χριστού είναι το θεμέλιο, η ζωή και η χαρά του σύμπαντος, γιατί σ’ αυτό συμπυκνώνεται ολόκληρη η λυτρωτική οικονομία του τριαδικού Θεού.

«Ιατήρα, των απάντων η κυήσασα, χαίρε θεόνυμφε· η ράβδος η μυστική, άνθος το αμάραντον, η εξανθήσασα· χαίρε Δέσποινα, δι’ ης χαράς πληρούμεθα, και ζωήν κληρονομούμεν».

(Χαίρε, Θεόνυμφε, συ που γέννησες τον ιατρό των ανθρώπων· συ που είσαι η μυστική ράβδος, από την οποία βλάστησε το αμάραντο άνθος· χαίρε, Δέσποινα, διά της οποίας γεμίζουμε από χαρά και κληρονομούμε την αιώνια ζωή.)

Ο φωτεινός χώρος της Υπεραγίας είναι το παγκόσμιο ιατρείο, στο όποιον η ασθενήσασα προς θάνατο φύση των ανθρώπων βρίσκει την ίαση και τη θεραπεία της. Νόσος είναι η αμαρτία, η όποια προκαλεί κακοπάθεια και θάνατο. Το δηλητήριο της παρακοής είναι δραστικότατο και σε περίπτωση που δεν αφαιρεθεί, θα οδηγήσει την ύπαρξη στην καταστροφή και το θάνατο. Είναι η φθορά που σιγά-σιγά κατατρώγει τη φύση και την οδηγεί σε αποδιοργάνωση και εξόντωση. Το ζήτημα είναι φοβερό και τεράστιο. Η αμαρτία είναι αυτό που χαλάει ό,τι έπλασε ο Θεός, αυτό που εναντιώνεται στην απειρόσοφή του ενέργεια και αφανίζει τη δημιουργία. Και όπως, για να ζήσει ο σωματικός οργανισμός πρέπει ν’ αφαιρεθεί απ’ αυτόν η αρρώστια που τον ταλαιπωρεί και τον βασανίζει, Έτσι για να ζήσει και η ψυχή πρέπει απαραιτήτως να απαλλαγεί από το ξένο και φθοροποιό σώμα της αμαρτίας, που κόλλησε στην πλάση από τότε που έγινε η αποστασία από τον Θεό. Ο ιατρός δε της φύσεως είναι ο Χριστός, που, για να γιατρέψει το πλάσμα του από τη νόσο της αμαρτίας, άφησε τον ουρανό και έστησε το ιατρείο του στη γη στα φωτεινά διαμερίσματα της Παρθένου. Εκεί μάζεψε τον άνθρωπο που ήταν πληγωμένος και ετοιμοθάνατος, καθάρισε τις πληγές του με τη δραστική δύναμη της χάριτός του και ενεφύσησε στο σχεδόν νεκρωμένο σώμα του και πάλι ζωή, πολύ ανώτερη και ομορφότερη από την πρώτη που είχε στον επίγειο Παράδεισο και έχασε στη συνέχεια με την τραγική περιπέτεια της αποστασίας του. Ιατρός, ιατρείο και φάρμακα συνιστούν το εσώτερο βάθος του θεομητορικού θαύματος.
Στη συνέχεια η Παρθένος παρομοιάζεται με «ράβδον μυστικήν, εξανθήσασαν ρόδον το αμάραντον». Η παρομοίωση είναι παρμένη από την Π. Διαθήκη και αναφέρεται στη ράβδο του Ααρών, την οποίαν κατ’ εντολή  του Θεού έθεσαν μαζί με ένδεκα άλλες στη Σκηνή του Μαρτυρίου, και η όποια αν και ξηρή, έβγαλε άνθος, σημείο ότι από τον οίκο Λευί ήθελε ο Θεός να λαμβάνεται το ιερατείο του Ισραήλ. Και η Παρθένος Μαρία χρημάτισε ράβδος νοητή, η οποία, αν και ακατέργαστη από ανθρώπινη δύναμη, έβγαλε τον ανθό της ζωής, το λουλούδι το αμάραντο, του οποίου η χάρη και η ομορφιά ανέδειξε τον Μέγαν Αρχιερέα της φύσεως, τον αρχηγό της πίστεως Ιησού, τον διφυή Υιό της Παρθένου και του Θεού, ο οποίος γεμίζει τη ζωή μας από χαρά και μας κάνει κληρονόμους της αιώνιας ζωής.

«Ρητορεύουσα, ου σθένει γλώσσα, Δέσποινα, υμνολογήσαί σε· υπέρ γαρ τα Σεραφείμ, υψώθης κυήσασα, τον Βασιλέα Χριστόν· ον ικέτευε, πάσης νυν βλάβης ρύσασθαι, τους πιστώς σε προσκυνούντας».


(Γλώσσα ανθρώπινη, Δέσποινα, και στο πιο μεγάλο ρητορικό της φτερούγισμα δεν μπορεί επάξια να σε υμνολογήσει· διότι, με το να γεννήσεις τον Βασιλέα Χριστόν, υψώθηκες πιο πάνω από τα Σεραφείμ. Αυτόν ικέτευε να σώσει τώρα από κάθε βλάβη αυτούς που με πίστη σε προσκυνούν.)
Το μυστήριο της Παρθένου είναι μέγα και υψηλό. Υπερβαίνει κάθε κτιστή δυνατότητα, γιατί είναι μυστήριο του Θεού. Όπως δε η ουσία του Θεού είναι άπειρη, απερίληπτη και απερινόητη, έτσι και το μυστήριό του είναι σε ίσο μέτρο ακατάληπτο και ακατανόητο. Ο ποιητής το ομολογεί απερίφραστα. Καμιά γλώσσα ανθρώπινη, καμιά λέξη και κανένα ρητορικό σχήμα, δεν μπορούν να σε υμνολογήσουν επάξια. Δέσποινα, ανακράζει, διότι, με το να γεννήσεις τον Χριστόν, υψώθηκες πιο πάνω και από τα Σεραφείμ, τα όποια αποτελούν τον άϋλο θρόνο του στον ουρανό. Και τα μεν Σεραφείμ φέρουν στα φτερά τους την άϋλη δόξα του Θεού, ανυμνώντας το μεγαλείο του και θαυμάζοντας τη μεγαλοπρέπειά του. Η Παρθένος όμως δεν φέρει άπλα μέσα της τη θεία ενέργεια, αλλά τον ίδιο τον Θεό, την άπειρη ουσία και υπόστασή του και το πλήρωμα της θείας του ενέργειας, σωματικώς, δηλαδή ενωμένες αδιάστατα και αδιάσπαστα στη μήτρα της με τον άνθρωπο, που της χάρισε το άπειρο Πνεύμα του Θεού. Η διαφορά είναι πραγματικά μεγάλη, γι’ αυτό και η Παναγία τιμάται υπέρ τα Χερουβίμ και τα Σεραφείμ, ως βασίλισσα των αγγέλων.
Ο ποιητής καταθέτει ταπεινά τα όπλα. Δηλώνει ότι, όχι μονάχα αυτός, αλλ’ ούτε και καμιά άλλη ανθρώπινη γλώσσα, και η πλέον προικισμένη με δύναμη ρητορική, δεν μπορεί να της προσφέρει ύμνο αντάξιο του μεγαλείου της. Αυτό που μπορεί να της προσφέρει είναι λίγα λόγια ταπεινά και φτωχικά, τα οποία εκφράζει η γλώσσα από μια καρδιά φλεγόμενη από αγάπη για την αγνή Θεομήτορα. Και τα οποία με τη σειρά τους στρέφονται σε προσευχή προς την Παναγία να ικετεύσει τον Υιό της να σώζει από κάθε βλάβη, σωματική και ψυχική, όλα τα παιδιά της που της απονέμουν τιμητική προσκύνηση και την υμνολογούν από το βάθος της καρδίας τους.

«Ικετεύομεν, οι δούλοι σου και κλίνομεν, γόνυ καρ­δίας ημών· κλίνον το ους σου, Αγνή, και σώσον τους θλίψεσι, βυθίζομένονς ημάς· και συντήρησον, πάσης εχθρών αλώσεως, την σην Πόλιν, Θεοτόκε».

(Σε ικετεύουμε οι δούλοι σου και κλίνομε μπροστά σου το γόνυ της καρδιάς μας. Άνοιξε το ους σου, Αγνή, και σώσε όλους εμάς που βυθιζόμαστε στις θλίψεις. Και προφύλαξε από κάθε άλωση εχθρική, τη δική σου πόλη, Θεοτόκε.)

Και στο τροπάριο αυτό επαναλαμβάνεται η ίδια ικεσία προς τη Θεοτόκο, να σώζει τα παιδιά της από τις θλίψεις της ζωής, στις οποίες καθημερινά βυθίζονται. Επίσης γίνεται δέηση να σώζει η Παναγία την Πόλη της, δηλαδή την Κωνσταντινούπολη, από κάθε εχθρική άλωση. Ο Βυζαντινός Ελληνισμός είχε ζήσει πολύ έντονα τον κίνδυνο ποικίλων εχθρικών επιθέσεων κατά της Πρωτεύουσας του Κράτους, την οποίαν περικύκλωναν για να την κυριεύσουν. Σ’ ένα τόσο μεγάλο κίνδυνο η βυζαντινή ψυχή στρεφόταν πάντοτε με ευλάβεια προς την υπέρμαχο Στρατηγό και της ζητούσε βοήθεια στις κρίσιμες εθνικές ώρες του. Σε μια τέτοια κρίσιμη ώρα που η Πόλη διαφυλάχτηκε από την επιβουλή των Αβάρων και Περσών, οι Έλληνες της Πόλεως απέδωσαν τη σωτηρία της και έψαλλαν τα νικητήρια στην υπέρμα­χο Στρατηγό, τη Μητέρα του Θεού.

(+Ανδρέα Θεοδώρου, Καθηγητού Παν/μίου Αθηνών, «Χαίρε Νύμφη, Ανύμφευτε», εκδ. Αποστ. Διακονίας, σ. 53-59.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου