Σάββατο 2 Αυγούστου 2014

Ο Απόστολος της Κυριακής

(Κορ. α΄ 10 – 17)
Ἀδελφοί, παρακαλῶ ὑμᾶς, διὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἵνα τὸ αὐτὸ λέγητε πάντες, καὶ μὴ ᾖ ἐν ὑμῖν σχίσματα, ἦτε δὲ κατηρτισμένοι ἐν τῷ αὐτῷ νοῒ καὶ ἐν τῇ αὐτῇ γνώμῃ. Ἐδηλώθη γάρ μοι περὶ ὑμῶν, ἀδελφοί μου, ὑπὸ τῶν Χλόης ὅτι ἔριδες ἐν ὑμῖν εἰσι.
Λέγω δὲ τοῦτο, ὅτι ἕκαστος ὑμῶν λέγει· ἐγὼ μέν εἰμι Παύλου, ἐγὼ δὲ Ἀπολλώ, ἐγὼ δὲ Κηφᾶ, ἐγὼ δὲ Χριστοῦ. Μεμέρισται ὁ Χριστός; Μὴ Παῦλος ἐσταυρώθη ὑπὲρ ὑμῶν; Ἢ εἰς τὸ ὄνομα Παύλου ἐβαπτίσθητε;
Εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ ὅτι οὐδένα ὑμῶν ἐβάπτισα εἰ μὴ Κρίσπον καὶ Γάϊον, ἵνα μή τις εἴπῃ ὅτι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα ἐβάπτισα. Ἐβάπτισα δὲ καὶ τὸν Στεφανᾶ οἶκον· λοιπὸν οὐκ οἶδα εἴ τινα ἄλλον ἐβάπτισα. Οὐ γὰρ ἀπέστειλέ με Χριστὸς βαπτίζειν, ἀλλ᾿ εὐαγγελίζεσθαι, οὐκ ἐν σοφίᾳ λόγου, ἵνα μὴ κενωθῇ ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ.
Ἀπόδοση σε απλή γλώσσα:
Ἀδελφοί, σᾶς παρακαλῶ, εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, νὰ λέγετε ὅλοι τὸ ἴδιο καὶ νὰ μὴν ὑπάρχουν διαιρέσεις μεταξύ σας, ἀλλὰ νὰ εἶσθε ἑνωμένοι μὲ τὸ ἴδιο πνεῦμα καὶ τὴν ἴδια γνώμη. Διότι ἐπληροφορήθηκα γιὰ σᾶς, ἀδελφοί μου, ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τῆς Χλόης, ὅτι ὑπάρχουν ἔριδες μεταξύ σας.
Ἐννοῶ τοῦτο: καθένας ἀπὸ σᾶς λέγει, «Ἐγὼ εἶμαι τοῦ Παύλου», «Ἐγὼ τοῦ Ἀπολλώ», «Ἐγὼ τοῦ Κηφᾶ», «Ἐγὼ τοῦ Χριστοῦ». Μήπως ἔχει μοιρασθῆ ὁ Χριστός; Μήπως ὁ Παῦλος ἐσταυρώθηκε γιὰ σᾶς; Ἢ μήπως ἐβαπτισθήκατε εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Παύλου;
Εὐχαριστῶ τὸν Θεὸν ποὺ δὲν ἐβάπτισα κανένα ἀπὸ σᾶς παρὰ τὸν Κρίσπον καὶ τὸν Γάϊον, διὰ νὰ μὴ μπορῇ νὰ πῇ κανεὶς ὅτι ἐβαπτισθήκατε εἰς τὸ δικό μου ὄνομα. Ἐβάπτισα ἐπίσης καὶ τὴν οἰκογένειαν τοῦ Στεφανᾶ. Ἐκτὸς ἀπ’ αὐτοὺς δὲν γνωρίζω ἐὰν ἐβάπτισα κανένα ἄλλον. Ὁ Χρίστὸς δὲν μὲ ἔστειλε νὰ βαπτίζω, ἀλλὰ νὰ κηρύττω τὸ εὐαγγέλιον, ὄχι μὲ σοφίαν ρητορικήν, διὰ νὰ μὴ χάσῃ τὴν δύναμίν του ὁ σταυρικὸς θάνατος τοῦ Χριστοῦ.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός


Ανακομιδή του Ιερού Λειψάνου του Αγίου Πρωτομάρτυρα Στεφάνου

Το γεγονός αυτό συνέβη στα χρόνια που οι μεγάλοι διωγμοί των πρώτων χριστιανών είχαν κοπάσει και αυτοκράτωρ ήταν ο Μέγας Κωνσταντίνος.

Τότε, ο Άγιος Στέφανος (βλέπε 27 Δεκεμβρίου) φανερώθηκε τρεις φορές σε κάποιον ευσεβή γέροντα ιερέα, το Λουκιανό, και του αποκάλυψε τον τόπο, όπου ήταν κρυμμένο το λείψανο του. Αυτός αμέσως το ανέφερε στον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Ιωάννη, που με τη σειρά του πήγε στον υποδεικνυόμενο τόπο και πράγματι βρήκε το Ιερό λείψανο του Αγίου Στεφάνου.

Κατά την εύρεση έγινε μεγάλος σεισμός, και το λείψανο του Αγίου πλημμύρισε ευωδιά τους παρευρισκόμενους στον τόπο εκείνο. Λέγεται ότι από τον ουρανό ακούστηκαν αγγελικές φωνές, που έλεγαν «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῶ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία». Δηλαδή, δόξα ας είναι στο Θεό, στα ύψιστα μέρη του ουρανού και στην ταραγμένη από την αμαρτία γη ας βασιλεύσει η θεία ειρήνη, διότι ο Θεός φανέρωσε την ευαρέσκεια Του στους ανθρώπους, με την ενανθρώπιση του Υιού Του. Φανέρωναν, έτσι, οι άγγελοι περίτρανα ότι ο πρωτομάρτυρας Στέφανος μαρτύρησε για την αγάπη και τη δόξα του Θεού.

Αργότερα, τα λείψανα του Αγίου μεταφέρθηκαν από την Ιερουσαλήμ στην Κωνσταντινούπολη και εναποτέθησαν στον – επ’ ονόματι αυτού – ανεγερθέντα Ναό υπό του Μεγάλου Κωνσταντίνου.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Βασίλειον διάδημα, ἐστέφθη σὴ κορυφή, ἐξ ἄθλων ὧν ὑπέμεινας, ὑπὲρ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, μαρτύρων Πρωτόαθλε, σὺ γὰρ τὴν Ἰουδαίων ἀπελέγξας μανίαν, εἶδές σου τὸν Σωτῆρα, τοῦ Πατρὸς δεξιόθεν. Αὐτόν οὖν ἐκδυσώπει ἀεί, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Πρῶτος ἐσπάρης ἐπὶ γῆς ὑπὸ τοῦ οὐρανίου Γεωργοῦ πανεύφημε, πρῶτος τὸ αἷμα ἐπὶ γῆς διὰ Χριστὸν ἐξέχεας μακάριε, πρῶτος ὑπ᾽ αὐτοῦ τὸν τῆς νίκης στέφανον ἀνεδήσω ἐν οὐρανοῖς, ὡς Ἀθλητῶν προοίμιον, στεφανῖτα τῶν Mαρτύρων ὁ Πρώταθλος.


Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014

Αύγουστος, ο Μήνας της Παναγιάς

Υπνωτισμένος από το φως, βλέποντας όπου κι αν ρίξω τη ματιά μου, εκκλησούλες, σταυροθόλια, τρούλλους άσπρους και γαλαζοβαμμένους, ανάλαφρα καμπαναριά σαν πύλες από ασβέστη χαραγμένες στον εκτυφλωτικό ουρανό, τριγυρισμένος από παληές εικόνες θαμπές και ραγισμένες, όπου το πρόσωπο της Θεοτόκου μόλις αχνοφαίνεται, ακούοντας τις μαυροφορεμένες γρηούλες να μιλάνε για τη νηστεία του Δεκαπενταύγουστου, συλλογίζομαι τους βαθύτατους δεσμούς που δένουν το λαό μας με τη μητέρα του Χριστού. Τη νύχτα, απέναντι στην Τήνο, δέκα μίλλια απόσταση, λάμπει φωταγωγημένος ο μεγάλος Ναός της Θεοτόκου, που χιλιάδες θάρθουν να τον προσκυνήσουν κι' εφέτος. Μπροστά στο φαινόμενο της πίστης και στη δύναμη που δημιουργεί η πίστη, ο ανθρώπινος νους χάνει κάθε υπόσταση. Λιποθυμά. Μα η πίστη προς την Παναγιά και η λατρεία που της δείχνει ο λαός μας, έχει κάτι το ανείπωτο, το γλυκύτατα ανθρώπινο. Ο χριστιανικός ουρανός, είναι κατοικημένος από αναρίθμητες μορφές αγίων, οσίων και μαρτύρων που αντανακλάν εκεί ψηλά τον θρησκευτικό θρίαμβο της επίγειας ανθρώπινης αρετής. Στα χρόνια τα βυζαντινά η χριστιανική φαντασία, τους παράστησε στις εικόνες και στους τοίχους των ναών, σα να είχε μπροστά της, μικρογραφημένο, τον χριστιανικό ουρανό. Ζωντάνεψε θαυματουργά τα εσωτερικά των ναών με το πλήθος των αγίων και των οσίων, και, παρά τη μεταφυσική πνευματικότητα του ύφους τους, τους άφησε να φαίνουνται με την απλή ανθρώπινη παράσταση και μορφή τους. Έτσι τους κράτησε πολύ κοντά μας. Άπειροι δεσμοί, ψυχικοί, συναισθηματικοί, λατρευτικοί, δεσμοί πρόληψης, προτίμησης κι' αγάπης, δένουν τον κάθε χριστιανό με καθέναν από τους σεπτούς κατοίκους του χριστιανικού ουρανού. Κάθε ένας από μας, έχει τον προτιμημένο του άγιο, τον όσιό του, το μάρτυρά του. Γι' αυτό, και χιλιάδες, ποικιλλώνυμα ερημοκκλήσια στολίζουν τα βράχια, τους λόφους, τις ρεματιές, τις πλαγιές, τ' ακρογιάλια της Ελλάδας.

Όμως, πέρα κι' απάνω από τους ατομικούς αυτούς δεσμούς, υπάρχει η κοινή λατρεία όλων προς την Παναγιά που προστατεύει ακόμη και τους κολασμένους, και που το μητρικό της χαμόγελο ή δάκρυ, συγκλονίζει παράξενα και βυθίζει σε κατάνυξη τις καρδιές μας. Η ψυχική αυτή παράδοση, ξεκινά μαζύ με τον Χριστιανισμό. Και φουντώνει στα βυζαντινά χρόνια, όπου η Παναγιά γίνεται κάτι σαν αρχαία Θεά, προστάτισσα μοναδική της απέραντης Αυτοκρατορίας, της πανίσχυρης βυζαντινής βασιλείας. Πόλη της, έδρα της, κατοικία της, είναι η Κωνσταντινούπολη. Έτσι η Παναγιά, βρίσκεται στα στόματα όλων, κάθε στιγμή, από τον Αυτοκράτορα και το Δεσπότη, ως τον πιο ταπεινό υπήκοο της Αυτοκρατορίας. Χιλιάδες ποιητές την υμνούν. Χιλιάδες ζωγράφοι την παρασταίνουν κατά μύριους τρόπους, και στέλνουν τις εικόνες της στα μοναστήρια, στα κελιά, στις λαύρες, στις σκήτες, στις μικρές και τις μεγάλες εκκλησιές. Η Παναγιά είναι μια διαρκής παρουσία του «Θείου», σε κάθε σπίτι, σε κάθε ψυχή. Είναι μια ζέστη, μια καλωσύνη, μια επιείκεια, μια φρόνηση, μια συμβουλή, μια σκέπη, μια στοργή, μια υπόσχεση. Ημερώνει, εξαγνίζει, θεραπεύει, καταλαγιάζει τα πάθη, γεννάει τη διάθεση της αγνής λατρείας, ενθουσιάζει, προσφέρει τη σωτηρία και την ελπίδα. Αυτή είναι η Παναγιά των Βυζαντινών κι' αυτή την Παναγιά αισθανόμαστε και μεις σήμερα. Χίλια πρόσωπα, χίλιες όψεις έχει η Παναγιά· άπειροι μύθοι είναι πλεγμένοι με τη θεία της φύση και τα θαύματά της – και τούτο, γιατί η Παναγιά, είναι το βασικό θρησκευτικό στοιχείο της καθημερινής μας ζωής, είναι το στήριγμα της ψυχής του ελληνικού λαού.

Κάνοντας αυτές τις απλές σκέψεις, κι' έχοντας απέναντί μου τον άσπρο θόλο της Παραπορτιανής – πόσα επίθετα έχει δόσει στην Παναγιά ο λαός μας!- θυμήθηκα πως μαζύ με τα βιβλία που πήρα στο νησί, ήταν κι' η «Φλογέρα του Βασιληά», του Κωστή Παλαμά. η γνωστή βυζαντινή εποποιΐα, που ξετυλίγεται σαν ύμνος στη δόξα της Αυτοκρατορίας και του βυζαντινού ελληνισμού, συνεχιστή της αρχαίας παράδοσης κάτω από τα φορέματα του χριστιανισμού. Ο Παλαμάς, διάλεξε τη μορφή του μεγάλου Αυτοκράτορα Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου, γιατί επί των ημερών του το Κράτος είχε φτάσει στην ύψιστη ακμή του. Όταν ο Βουλγαροκτόνος εξολόθρεψε όλους τους εχθρούς του Βυζαντίου, και προ παντός τους Βουλγάρους, έκαμε μια θριαμβευτική περιφορά του νικητή στρατού του από τη Θεσσαλονίκη ως την Αθήνα, που τα χρόνια εκείνα, ήταν εντελώς ξεπεσμένη. Ανέβηκε στον Παρθενώνα και προσευχήθηκε.στην Παναγιά – γιατί ο Παρθενώνας, είχε μεταβληθεί τότε, σε χριστιανική εκκλησιά. Σ' αυτή την παράδοση έπλεξε ο Παλαμάς την εποποιΐα του. Ήταν μια ευκαιρία, να δείξει την ενότητα της ελληνικής συνείδησης, καθώς πέρασε από την πολυθεΐα στο χριστιανισμό, καθώς και την ενότητα της ελληνικής ιστορίας. Μα δεν πρόκειται σήμερα να μιλήσουμε για την πλευρά αυτή του έπους. Θα σταθούμε σ' ένα άλλο σημείο, που ελάχιστα το πρόσεξαν όσοι μελέτησαν τη «Φλογέρα του Βασιληά». Είναι το καθαυτό «θρησκευτικό» μέρος του έργου, που αναπτύσσεται όλο γύρω από την πολυμορφία της Θεοτόκου. Πραγματικά, δυο μορφές υψώνονται παράλληλες μέσα στο έργο αυτό: Ο Βουλγαροκτόνος και η Παναγιά. Αναπτύσσοντας σε πλάτος ο Παλαμάς το βυζαντινό του όραμα, βρήκε την ευκαιρία να μας δώσει, σαν αγιογράφος των καλύτερων χρόνων, πλήθος μορφές της Παναγίας. Ας ξεσηκώσουμε εδώ μερικές, για τη χαρά και των εραστών του ωραίου στίχου, αλλά και των πιστών.

Στον 3ο Λόγο της «Φλογέρας», η Παναγιά ζωγραφίζεται αρρενωπή, πολεμική, «στρατήγισσα», προστάτισσα του Γένους, η Αθηνά του Χριστιανισμού. Είναι η Θεότης που έσωσε την Κωνσταντινούπολη από τους βαρβάρους στα χρόνια του Ηρακλείου, όταν της τόνισαν τον κατανυκτικό ύμνο «τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια...». Κι' από τότε την οραματιζόνταν όλοι, να περιφέρεται παντού με ρομφαία και να κρατάει μακρυά της Ρωμιοσύνης τον οχτρό, τον άπιστο του θρόνου».

Στης χώρας της Εφτάλοφης απάνου τα μουράγια

γυρίζει η Βλαχερνιώτισσα πιο δυνατή από κείνα,

μετρώντας τα, τρομάζοντας με την περπατησιά της

τ'αγερικά και τ'αστρικά και γη και πέλαο γύρο.

Σαν αρχαγγέλικο σπαθί στ'άχραντα χέρια σφίγγει

το αστραφτερό θαματουργό μαφόρι, έτοιμη πάντα

στο κύμα του κατάστενου στην άκρη του να βρέξει

και να ξυπνήσει ανεμικές, να ξαπολύσει μπόρες

για να ρουφήξουν άλλη μια φορά και μια για πάντα

τον Άβαρο, το Βούργαρο, τον Άραβα. το Ρούσο,

κι' όποιον με τα μονόξυλα κι' όποιον με τα καράβια

θε ξεμυτίσει οχτρός της γης που η Παναγιά φυλάγει.

Εκεί που στέκετ' ο Άθωνας, βιγλάτορας ταξιάρχης

μπρος στου Μακεδονίτικου παράδεισου το έμπα,

κορώνα του μοναστηριού και σκέπη τ' Αγιονόρους,

να την η Πορταΐτισσα! στο γόνα της απάνου

βρέφος ο Λόγος του Θεού. Στα μάτια της Παρθένος

όλος ο κόσμος, ουρανός καρδιάς και αγάπης, όλος,

από τα κρίνα της Εδέμ ως τα τσεγγέλια του Άδη.

Αν κουνηθεί το χέρι της, όλα θα τα βλογήσει

πλούσιους, φτωχούς, δίκιους, κακούς, από το ζίζηκα ίσα

με την πλατειά τη θάλασσα τη σμαραγδοσπαρμένη

που απλώνεται στα πόδια της και που την άγιασε, όταν

από της Νίκαιας τους γιαλούς έφτασε θάμα, θάμπος,

πύρινος στύλος, χορευτής του αφρού και του κυμάτου.

Στον 5ο Λόγο, παρουσιάζεται η Παναγιά με τα κλασσικά γνωρίσματα της αυθεντικής χριστιανικής τέχνης, ασκητική, λαϊκή, «σπιτική» θα λέγαμε:

Μοναχική, ξαρμάτωτη και απάνου εδώ αρασμένη

μακριάθε, ανέγγιχτη, άχαρη, και σαν πνιγμένη μέσα

σ' ένα φακιόλι κόκκινο, σ' ένα μαντί γεράνιο,

χωρίς κοντάρι και σκουτάρι, ουδέ γοργόνειο σκιάχτρο,

μ' ένα παιδί στην αγκαλιά, το χέρι στην καρδιά της,

μια σιταράτη, μια γλυκειά, μια ταπεινή σα χήρα,

σαν κουρασμένη, σα φτωχιά, σαν έρμη, σαν κλαϋμένη·

μηδέ κοντή, μηδέ ψηλή, μα σα να βρίσκεται όλο

σε ψήλωμα, που ξετυλιέται αγάλια , θάμα.

Μόνο άπλωνε τα χέρια της, κι' όλοι μπροστά της πέφταν,

και κάτου από το χέρι της γονατιστοί λυγίζαν.

Μόνο η ματιά της κοίταζε· κάτου από τη ματιά της

μάρμαρα, ανθρώποι και Θεοί, ραγίζανε και λιώναν.

Στον ίδιο λόγο, μας μιλά ο Παλαμάς για ένα βυζαντινό μοναστήρι:

Το μοναστήρι τ'ακουστό της Κεχαριτωμένης

....................χτιστό σ' ενός γκρεμού τα πλάγια

σάμπως κι' αυτό να φύτρωσε πελώριο με τα κέδρα,

στης θάλασσας το ξάγναντο, στου ρουμανιού τον ίσκιο.

Το μοναστήρι αυτό, μέσα είναι κατάσπαρτο από τις μορφές της Παναγίας:

στα κιόνια τα καμαρωτά, στα θολοστέφανα ύψη,

στα βαθουλά και στα πλατιά των τοίχων, παντού μέσα

στο Ιερό, στην Τράπεζα την Άγια, το κιβούρι,

κι' όπου το στόμα του πιστού φιλεί, κι' όπου δε φτάνει

μάτι, γιομάτη κι' η εκκλησιά και πλουμιστή με χίλιες

εικόνες που μονότροπα κι' αλύγιστα ιστορίζουν,

από τον Παντοκράτορα ως τους αγίους μαρτύρους,

του Ισραήλ τα οράματα και του Χριστού το δράμα,

και πιο πυκνά, πιο γκαρδιακά, της Παναγιάς το θάμα.

στους παρακάτω στίχους, μας δίνεται ένα συνθετικό και θαμπωτικό όραμα των μύριων τρόπων που εφεύρισκε η πίστη των βυζαντινών για να απεικονίζει με κάθε εκφραστικό μέσο κι' απάνω σε κάθε είδους υλικό, το πρόσωπο της λατρείας της: Τη Θεοτόκο.

Σε δίφυλλα και τρίφυλλα κονίσματα στο τέμπλο,

στη διαφανάδα του γιαλιού στο δούλεμα του ξύλου,

στου μεταξιού το χάϊδεμα, στο λάμψιμο του σμάλτου,

με το κερί, με το ψηφί, με τη φωτιά, και μ' όλη

του κοντηλιού τη μαστοριά, του σμιλαριού την τέχνη,

και μ' όσα χρώματα καλεί του τόπου η αγιωσύνη,

από του ρόϊδου το άλικο κι' ως του καπνού το γρίβο,

στα μικροκάμωτα κουτιά τα ελεφαντένια, τάφοι

που τ' άγια λείψανα κρατάν, γνοιασμένα σκαλισμένοι,

στα πλούσια τετραβάγγελα τα φλωροκαπνισμένα,

στ' ασήμι και στο μάλαμα, στα δέρματα, στα φύλλα,

ζει της Μαρίας η ζωή κι' η Δόξα της Παρθένος.

Ας δούμε τώρα κάποιες από τις όψεις αυτές της Παναγιάς, όπως πάλι, θαυμαστά μας τις λεπτοζωγραφίζει ο Παλαμάς.

Μια γραφική απεικόνιση του Ευαγγελισμού της Παρθένου:

Να! κάθεται στον αργαλιό με την πορφύρα υφαίνει

και ειν' η πορφύρα του ναού. και του ναού η παρθένα

και να και οι συνομίληκες έξη κορούλες πλάϊ,

και σα ζηλόφτονες τηράν και ξαφνιασμένες δείχνουν.

Κομμένο από τα μυστικά μαγιάπριλα της φέρνει

τον κρίνο ο άγγελος Γαβριήλ, το Χαίρε ο πρωτοστάτης.

Κοίτα! ετοιμάζεται να πιει, και υψώνει το ποτήρι,

και το νεράκι η δοκιμή της παρθενιάς της είναι,

φλόγα και οχιά, αναμάρτησε, το νερό θα της γίνει.

Να βουβαθούν των άπιστων τα στόματα που κράζουν

πως τηνε μόλεψε φιλί, πως τηνε γνώρισε άντρας!

Μα πόνεσε η ψυχούλα της και η όψη της θλιμμένη,

και να! στη βρύση του ματιού, το δάκρυο της διαμάντι.

Στρογγυλογένης ιερέας αλύπητος προσμένει.

Χαίροντ' οι οχτροί, θλιβοντ' οι φίλοι. Του Κυρίου, στο βάθος,

μισοξανοίγεται ο ναός. Στη μέση ένα πηγάδι,

κατάβαθα το φοβερό νερό που δοκιμάζει,

ολόψηλα ένας άγγελος με σκήπτρο ενός δεσπότη

ξαπλώνει τα γιγάντικα φτερά να την σκεπάσει.

Και μιαν άλλη εικόνα της Παναγιάς, παρουσιασμένης μέσα σε μιαν αποθέωση:

Κοίτα! ουρανός απέραντος. Και τ'ουρανού σημάδια,

να το φεγγάρι τ' αργυρό και να ο χρυσός ο γήλιος,

και με τον ήλιο πρόσωπο, με το φεγγάρι στήθος,

απάνου από τον ουρανό, με το Θεό στο γόνα,

πάλε και πάντα. Παναγιά, στης Δόξας σου το θρόνο!

Κι' απάνωθέ της, γύρω της, και πλάϊ της κι' από πίσω

προφήτες, ευαγγελιστές, απόστολοι, μαρτύροι,

της αγιοσύνης αρχηγοί, του ασκητισμού κορώνες,

δαρμένοι από την άσκηση κι' από την έκσταση άϋλοι,

κορμιά γερμένα, λογισμοί ολόρθοι, και πιο απάνου

μακαριστοί και δίκαιοι, μεσ' απ' τα περιβόλια

τα ουρανικά, ωριοπλούμιστα με πετεινά, με δέντρα,

και τα κυκλώνουνε τειχιά χρυσολιθοκτισμένα.

Άλλοι κρατάν περγαμηνές, βιβλία διαβάζουν άλλοι,

και γράφουν οι περγαμηνές και τα βιβλία κηρύχνουν:

«Η σκέπη και τ'ανθρώπου εσύ, τ' αγγέλου εσύ και η δόξα,

με τη χαρά σου, χαίρεται, χαριτωμένη η χτίση!»

Της ζωγραφιάς τετράπλατης ακροπρεπίδια, ολούθε

βλέπουν, πετάν, υμνολογάν και φέγγουν και βιγλίζουν

οι Αρχές, οι Θρόνοι, οι Δύναμες, αγγέλοι και αρχαγγέλοι·

ρομφαία τους ειν' η αστραπή και σάρκα τους η αχτίδα.

Ο 9ος Λόγος, αρχίζει με το παρουσίασμα του Παρθενώνα, μεταμορφωμένου σε χριστιανικό Ναό. Μέσα στο Ναό, δεσπόζει πάλι η μορφή της Θεοτόκου, που αυτή τη φορά την παρουσιάζει ο Παλαμάς σα μεταμορφωμένη Αθηνά, και τη δείχνει ζωγραφισμένη σαν από τεχνίτη που δε θάχε καθόλου λησμονέσει την παράδοση της κλασσικής τέχνης:

Απάνου από το Ιερό, στη βαθουλή αχιβάδα,

ζωγραφιστή με το ψηφί, ξεχωρισμένη λάμπει.

Ολόρθη, αστόλιστη, καμμιά κορώνα δεν της πρέπει.

Μήτε παιδί στην αγκαλιά. Μόνη. Και σαν πλασμένη

Ολύμπια θύμηση στερνή, από αττικό τεχνίτη.

Κρυψώνας του χοϊκού κορμιού, συρτό βαριά ως τα πόδια

το φόρεμα το πράσινο, κι' ο βυσσινής ο πέπλος

μαστορευτά διπλώνεται και απλώνεται και πάει

κάτω από το γόνα το ζερβί και σαν φτερό φαντάζει.

Κι' απαλογύριστη δεξά κι' ακουμπημένη απάνου

στο δεξί πόδι, και βαστά με το ζερβί το χέρι

στον κόρφο τον πανάμωμο την άλικη τη σκέπη,

και στέκει σα στοχαστική και σάμπως καρτερώντας

ταμάξι το χειρουβικό να φύγει ταξιδεύτρα.

Σ' αυτή την Παναγιά προσεύχεται νοερά, μέσα σε μια βαθειά πνευματική και ψυχική κατάνυξη, ο νικητής Βουλγαροκτόνος. Της προσφέρει τα ευχαριστήρια, που τον βοήθησε κι' ευλόγησε τα όπλα του. Της εμπιστεύεται τα πάντα της ζωής του, της αφηγείται τα περασμένα του, προφητεύει το μέλλον του ελληνισμού κάτω από τη ματιά της. Η προσευχή και η εξομολόγηση του Βουλγαροκτόνου, είναι μια σύνδεση της ελληνικής ιστορίας με τον χριστιανισμό. Κι' ανάμεσα στους διαλογισμούς του, ο Βουλγαροκτόνος αποτείνει κάθε τόσο λατρευτικά λόγια στην Παναγιά, που δεν είναι παρά μια θαυμαστή λυρική ανάπλαση του ακάθιστου ύμνου. Παραθέτουμε εδώ τους θρησκευτικώτατους αυτούς δεκαπεντασύλλαβους:

Μαρία Κυρά Αθηνιώτισα, πιο γαλανή, πιο ωραία

στον πιο ωραίο, πιο γαληνό μέσα στους θρόνους θρόνο,

νικήτρα εσύ της Αθηνάς και σκέπη της Αθήνας.

Στον πόλεμο οδηγήτρα Εσύ, μεσίτρα στην ειρήνη.

Υπέρμαχη Στρατήγισσα, σ' Εσέ τα νικητήρια.

Πως ήμουν και πώς έγινα δικό σου είναι το θάμα,

ω Παναγιά Αθηνιώτισσα, στο κάστρο σου ντυμένη

μ' όλο το φως τ' ολόχυτο περίγυρα, που τέτοιο

μηδέ στην Πόλη ανάβρυσε, στη μάννα της λαμπράδας!

Μ' εσέ, ξημέρωσε η χαρά και σβει η κατάρα, πήρε

Μ' εσέ, Μητέρα, κι' ο Θεός την ομορφιά του Βρέφους,

κι' ο γέρο κόσμος άλλαξε και νιος ξαναστυλώθη.

Σκέπη του κόσμου πιο πλατειά απ' τον κόσμο, στο σκοτάδι

πύρινε στύλε οδηγητή, και της ψυχής λιμάνι,

και ποταμέ που μας κυλάς το μέλι και το γάλα.

Αγνό βιβλίο και ζωντανό που τόχει σφραγισμένο

το Πνέμα, ρόδο αμάραντο, πύρινε θρόνε, χαίρε.

Φύτρωσες βέργα μυστική, το αμάραντο λουλούδι,

άρμα του· Εσένα διάλεξε ο νοητός ο ήλιος.

Όπου έσταξες, το γιάτρεψες το φλόγισμα του ειδώλου.

Δροσιά για σένα κι' ο ύμνος μου σ' αιώνες των αιώνων.

Τους φιλοσόφους άσοφους δείχνεις, και μωρολόγους

των όμορφων παραμυθιών τους ραψωδούς, ω Κόρη,

κι' έπλεξες το στεφάνι Εσύ που ειν' άπλεχτο από χέρια,

Ψηλώτερη απ' τους ουρανούς, της γης το θεμέλιο είσαι!

Επάνω στην έξαρση της λατρείας του προς τη Θεοτόκο,ο Βουλγαροκτόνος αισθάνεται την ανάγκη να της τάξει ύμνους καινούριους, καινούριες εικόνες κι' ανπαραστάσεις που θα στολίσουν το Δωρικό Ναό, μεταμορφωμένο τώρα σε βυζαντινή εκκλησιά. Το παρακάτω κομμάτι, που μ' αυτό θα τελειώσουμε, το θεωρούμε αριστουργηματικό. Διαπνέεται από τη χλιδή της βυζαντινής τέχνης και τη μεγαλοπρέπεια των θρησκευτικών τελετών. Ο Βουλγαροκτόνος, καθώς προσφέρει τα πάντα στη Θεοτόκο, συμβολίζει τη θρησκευτική διάθεση προσφοράς, που χαρακτηρίζει τον ελληνικό λαό, μπροστά στη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας. Τι άλλο είναι οι στίχοι αυτοί, παρά η υπόσχεση ενός καθολικού τάματος,παρά η προσφορά και το κρέμασμα του τάματος στην εικόνα των θαυμάτων; Κ' οι αφιρωματικοί αυτοί στίχοι αποκορυφώνονται με την ένθερμη απαρίθμηση των αμέτρητων επιθέτων, με τα οποία ο ελληνικός χριστιανισμός στολίζει, χιλιάδες χρόνια , τη Μητέρα τρου Κυρίου.

Κανοναρχάτε, μελιστές, κι' εσείς, εικονογράφοι,

να η εκκλησιά, πλουμίστε της τα πλάγια, απάνου ως κάτου,

με αχνογελούσες Παναγιές, με Παναγιές θλιμμένες,

με Παναγιές αγέλαστες, με Παναγιές φουρτούνες.

Και κάτω από τα πόδια τους, για να πατούν απάνου,

γράφτε κι' εμέ, του πόλεμου τον κύρη και της νίκης,

μέσα σ' ολόχρυσο ουρανό κοκκινισμένο γέρμα,

με τις χιλιάδες τους οχτρούς και τις εκατοστάδες

τα κάστρα, κάστρωνε και οχτρών, πατητή, καταλύτη.

Και σαν αποσωθούν οι οχτροί κι' αποσωθούν τα κάστρα,

κατου απ' τα πόδια της Κυράς βάλτε την παραδείσια

χλόη, των αγγέλων τα φτερά και τ'ουρανού τ' αστέρια.

....................................................................................

Έφερα εγώ ταξίματα, χαρίσματα λογάρι,

σημαδιακά, που η χάρη σου θα τ' ακριβήνει ακόμα

και θα τα κάμει ατίμητα στολίδια του σπιτιού σου.

Να τ' άσπρα τα ολομέταξα πανιά της Παλαιστίνης,

του Πριλεπιού, της Άχριδας τα κούρσα και της Πρέσπας,

τα βάζα τα ξεχειλιστά με τα χρυσά δηνάρια,

και τα ταπιά της Δαμασκός τα πορφυρογνεμένα.

...........................................................................

Κι' απ' όσα από τους τόπους σου κι' από τα θάματά σου

κι' απ' όσα από τις χάρες σου πήρες ονόματα, όλα

σαν του μετώπου σου τη δόξα αχτιδοσταλασμένα,

μπάλσαμα σαν την όψη σου, βαθειά σαν τα πηγάδια

του ελέους και των οιχτιρμών, που είναι τα δυο σου μάτια,

παίρνω κι' εγώ, -ειν' αρίφνητα- και σου τα ξαναφέρνω,

σαν γκόρφια και σαν τάματα φλωροκαπνίζοντάς τα

κι' αρχοντικά σμαλτώνοντας με τ' άξια της ψυχής μου

και με της πίστης μου τ' αγνά, Παντάνασσα, Ελεούσα,

Γλυκοφιλούσα, Ακάθιστη, Γιάτρισσα, Πονολύτρα,

Παραμυθιά, Περίβλεφτη, Πανάχραντη, Οδηγήτρα,

Αντιφωνήτρα, Τριχέρουσα, Βαγγελίστρα, Λαύρα,

Γοργοεπίκοη, Αθηναία, Ρωμαία, Φανερωμένη,

Πύργε χρυσοπλοκώτατε, λιοσταλασμένε Θρόνε!

Το ουράνιο τόξο ζώνη σου. Πιο διάπλατη, πιο πλούσια,

πλημμύρισες τον ουρανό, σημάδι εσύ πιο μέγα.

Φορείς τον ήλιο φόρεμα, σκαμνί σου το φεγγάρι

για ν' ακουμπάς τα πόδια σου, και γύρο στα μαλλιά σου

στεφάνι δωδεκάστερο. Και δέρνουν τα πλευρά σου

φτερούγια σαν του σταυραϊτού, με κείνα για να τρέχεις

απ' της παράδεισος το φως, στης κόλασης τη νύχτα.

Παναγία, ἡ μυρωμένη αὐγή (τοῦ Πρωτ. Εὐαγγέλου Παχυγιαννάκη)

Καί ἐγένετο ἑσπέρα καί ἐγένετο πρωί, ἡμέρα…».

Ἔτσι τελειώνει τό συμπλήρωμα κάθε ἡμέρας τῆς  δημιουργίας τοῦ κόσμου καί τοῦ ἀνθρώπου, στό πρῶτο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου τῆς Γένεσης. Πρῶτα τό σκο τάδι καί ὕστερα τό φῶς. Πρῶτα ἡ νύχτα καί ὕστερα ἡ αὐγή,τό γλυκοχάραμα τῆς ἡμέρας. Ἡ ζωή ξεπή δησε μέσα ἀπό τό χάος. Τό πηχτό σκοτάδι τῆς  ἀβύσσου. Αὐτόἔγινε στήν ὑλική δημιουργία. Τό ἴδιο ὅμως συμβαίνει καί στήν πνευματική δημιουργία. Μέσα ἀπό τή βαθιά σκέψη τῆς ἄκτιστης οὐσίας ἀναδύεται ἡ κτιστή σοφία,ἡ προκαθορισμένη ἁρμονία τοῦ τέλους ὅλων τῶν πραγμάτων, πού εἶναι ἡ κοινωνία τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὀμορφιά τοῦ κόσμου.

Τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἐπωάζει τά στοιχεῖα τῆς φύσεως καί ἀπό τό βαθύ σκοτάδι τῆς ἀβύσσου δημι-ουργεῖται τό πανόραμα τῆς δημιουργίας, ἡ ὀμορφιά τοῦ κτιστοῦ παραδείσου. Τό ἴδιο Ἅγιον Πνεῦμα, μετά τήν πτώση καλεῖ τόν ἄνθρωπο νά μετέχει στή «θεία φύση» μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ.

Καί πάλιν τό Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι Ἐκεῖνο, πού μᾶς ἐπιτρέπει νά ὁμολογοῦμε στό Σύμβολο τῆς πίστεως γιά τόν Χριστόν: «γεννηθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου». Ἡ Παρθένος προβάλλει τό φῶς τοῦ μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος στόν κό -σμο. Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Πατρός κυοφορεῖται ἐν σιωπῇ μέσα στή γαστέρα τῆς Θεοτόκου. Καί ὅπως

«ἡ βιβλική διήγηση τῆς δημιουργίας δείχνει ὅτι τό Ἅγιον Πνεῦμα ἤδη ἐπιτελοῦσε τή λειτουργία τῆς ἐπωάσεως τῆς ἀβύσσου, ἀπ’ ὅπου ξεπήδησεν ὁ κόσμος»(Εὐδοκίμοφ), κατά τόν ἴδιο σιωπηλό τρόπο τό Ἅγιο Πνεῦμα κατέρχεται στήν Παρθένον καί συντε-λεῖται  ἡ κυοφορία καί ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ἡ γέννηση τῆς  Ἐκκλησίας.

Σ’ αὐτό τό νέο ξημέρωμα, τῆς ἀναδημιουργίας τοῦ κόσμου καί τοῦ ἀνθρώπου, ἡ Παναγία ὀνομάζεται, στό βιβλίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης «Ἆσμα Ἀσμά των», ὄρθρος. Καί ὅπως, ὕστερα ἀπό τήν βαθιά νύ -χτα, ἀρχίζει νά γλυκοχαράζει ἡ ροδαυγή καί ἀνα -τέλλει ἀπό τά σκοτεινά σπλάχνα τῆς νύχτας ὁ ὄρ θρος, ἔτσι καί ἀπό τήν ἀσέληνη νύχτα τοῦ κόσμου τῆς πτώσεως ἀρχίζει νά ἀχνοφέγγει ὁ ὄρθρος. Νά ροδίζει ἡ μυρωμένη αὐγή τῶν ἐλπίδων τοῦ νέου κόσμου στό πρόσωπο τῆς ἀειπαρθένου Θεοτόκου.

Εἶναι «ἡ ἐγκύπτουσα ὡσεί ὄρθρος», ὅπως τήν προορᾶται ὁ ἱερός συγγραφέας τοῦ «Ἄσματος».

Πολύ πρίν ἡ Παναγία φανερωθεῖ ὡς ὄρθρος καί ἡμερέψει ἡ  Ἱστορία μέ τό γλυκό της ξημέρωμα, ση μά δεψε τήν προπτωτική κατάσταση τῆς δημιουργίας τό βαρύ πέλμα τῆς Εὔας, μέ τήν εἴσοδο τοῦ ἀνθρω -πίνου γένους στήν ἀσέληνη νύκτα. Ἡ ἐλπίδα τῆς θεώσεως  ἔσβησε στήν ἀπελπισία τοῦ θανάτου. Ὁ ἐφιαλτικός κόσμος τῆς παρανομίας καί τῆς παρακοῆς  ὅδευε  γεμάτος  τρόμο,  ἀδιέξοδα  καί  βαθιά ὀδύνη στό σκοτεινό βασίλειο τοῦ θανάτου. Καί ὁ ἄνθρωπος δίχως φῶς, δίχως ἐλπίδα προχωροῦσε μέσ’ στό σκοτάδι τρικλίζοντας καί στούς δαιδάλους τῆς ἀβεβαιότητος  ἔντρομος,  δειλός  καί  φοβισμένος.

Σ’ αὐτή τή σκοτοδίνη, μέ ραγισμένη τήν ἐλπίδα τῆς ἀναζήτησης τοῦ φωτός  Ἐκείνου, πού θά τόν ὁδηγοῦσε ἄσφαλτα στόν προορισμό γιά τόν ὁποῖο πλάστηκε, σημάδεψαν οἱ Προφητικές φωνές τόν Ὄρθρο τῆς σωτηρίας. Τήν ἔξοδο ἀπό τό σκοτάδι στό φῶς, ἀπό τόν θάνατο στή ζωή, ἀπό τήν ἀπελπισία στήν ἐλπίδα τῆς ἀνεξάντλητης φωτοχυσίας. Αὐτός ὁ χρυσοπόρφυρος  Ὄρθρος, ἡ σωτήρια Πύλη, ἡ ἀκα-ταίσχυντη  Ἐλπίδα, τό γλυκοχάραμα τῆς νέας Ζωῆς, ἡ  μυρωμένη  Αὐγή,  εἶναι  ἡ  Παναγία.  Ἡ  γλυκιά Παρθένος καί Μητέρα μαζί, ἡ Παναγία μας,  πού στέκεται μέ ἀνοικτή τήν ἀγκαλιά της αὐτές τίς ὄμορ-φες κατανυκτικές ἀκολουθίες τῶν Παρακλήσεων καί μᾶς περιμένει. Περιμένει τόν κάθε ἄνθρωπο, νά σμι-κρυνθεῖ, νά ταπεινωθεῖ, νά γονατίσει, νά γίνει βρέ -φος ἀμόλευτο ἀπό τίς κακίες τοῦ κόσμου, γιά νά μπορέσει νά κρατηθεῖ στήν ἀγκαλιά Της κι  Ἐκείνη, βρεφοτρόφος ὡς εἶναι, θά τόν  γαλακτοτροφήσει μέ τό ἄδολο γάλα τῆς οὐράνιας ἐλπίδος.

Τό στῆθος τῆς Παναγίας μας εἶναι γεμάτο ἐλπίδα.Ἐλπίδα πού θαυματουργεῖ, πού δίνει ζωή, πού φυγα-δεύει τόν θάνατο, πού φέρνει σέ ὅλες τίς πονεμένες καί νυχτωμένες καρδιές τόν ὄρθρο τῆς μυστικῆς πα-ρηγορίας. Οἱ καμπάνες τοῦ Δεκαπενταύγουστου ἄρχισαν τό ἀργυρόηχο κάλεσμά τους. Ἄς τό ἀκού -σουμε. Γιά νά γλυκοχαράξει μέσα μας τό θάμβος τῆς μυρωμένης Αὐγῆς…

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός


Άγιοι Επτά Μακαβαίοι, η μητέρα τους Σολομονή και ο διδάσκαλός τους Ελεαζάρος

«Αὐτοκράτωρ ἐστὶ τῶν παθῶν ὁ εὐσεβὴς λογισμός» (Δ. Μακκαβαίων, α' 7, θ'4). Ο ευσεβής λογισμός είναι κυρίαρχος και εξουσιαστής επί των παθών. Αυτό με περίσσια ανδρεία απέδειξαν οι επτά αδελφοί Μακκαβαίοι με τη στάση τους απέναντι στο βασιλιά της Συρίας Αντίοχο (περί το 5327 από κτίσεως κόσμου ή 173 π.Χ.), όταν αυτός τους έταξε δόξες, τιμές και επίγειες απολαύσεις, αν αυτοί καταπατούσαν το Μωσαϊκό νόμο και έτρωγαν από τα απαγορευμένα φαγητά που τους πρόσφερε. Προηγήθηκε ο ενενηκονταετής διδάσκαλος τους, Ελεάζαρος, που εφάρμοσε στο έπακρο το νόμο που τους δίδασκε, με αποτέλεσμα ο Αντίοχος να τον ρίξει στη φωτιά.

Εμπνεόμενα από τη θυσία του γέροντα διδασκάλου τους, τα επτά αδέλφια κράτησαν την ίδια γενναία στάση απέναντι στο βασιλιά, όταν τους κάλεσε μπροστά του. Στην αρχή ο Αντίοχος προσπάθησε να τους κολακεύσει με διάφορα εγκώμια για τη νιότη τους. Τους είπε ότι αν έτρωγαν από τα ειδωλόθυτα που τους πρόσφερε, θα απολάμβαναν μεγάλες τιμές, και φυσικά θα τους έσωζε από το θάνατο. Τότε οι επτά αδελφοί απάντησαν στον Αντίοχο: «χαλεπώτερον γὰρ αὐτοῦ τοῦ θανάτου νομίζομεν εἶναι σοῦ τὸν ἐπὶ τὴ παρανομῶ σωτηρία ἠμῶν ἔλεον». Δηλαδή, είναι περισσότερο επιβλαβής και απ' αυτόν το θάνατο, νομίζουμε, η συμπάθεια σου για την παράνομη σωτηρία μας.

Εξοργισμένος τότε ο Αντίοχος, με τροχούς, φωτιά και ακόντια, έναν-έναν τους σκότωσε όλους. Όταν είδε αυτό η μητέρα τους Σολομονή, ρίχτηκε μόνη της στη φωτιά και έτσι όλοι μαζί πήραν το στεφάνι του μαρτυρίου.

Τα ονόματα των Επτά Μακαβαίών είναι: Αβείμ (ή Άβιβος), Αντώνιος (ή Αντωνίνος) ,Γουρίας, Ελεαζάρος, Ευσέβωνας, Αχείμ, Μάρκελλος (ή Σάμωνας, ή Εύλαλος ή Μάρκος).


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τῶν Μακκαβαίων τὸν ἐπτάριθμον δῆμον, σὺν τὴ μητρὶ Σολομονὴ τὴ ἁγία, καὶ Ἐλεάζαρ ἅμα εὐφημήσωμεν οὗτοι γὰρ ἠρίστευσαν, δι' ἀγώνων νομίμων, ὡς φρουροὶ καὶ φύλακες, τῶν τοῦ Νόμου δογμάτων καὶ νῦν ὡς καλλιμάρτυρες Χριστοῦ, ὑπὲρ τοῦ κόσμου, ἀπαύστως πρεσβεύουσι.

Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν
Σοφίας Θεοῦ, οἱ στύλοι οἱ ἑπτάριθμοι, καὶ θείου φωτός, οἱ λύχνοιοι ἑπτάφωτοι, Μακκαβαῖοι πάνσοφοι, πρὸ Μαρτύρων μέγιστοι Μάρτυρες, σὺν αὐτοῖς τῷ πάντων Θεῷ, αἰτεῖσθε σωθῆναι τοὺς τιμῶντας ὑμᾶς.