Τρίτη 30 Ιουνίου 2026

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΣΤΟΥΣ ΔΩΔΕΚΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥΣ


 

Ὅταν λὲς “Κύριε σῶσε μέ, ὅτι κι ἄν μου στοιχίσει”, πρέπει νὰ εἶσαι ἕτοιμος!

 Οἱ λέξεις τῆς προσευχῆς ἔχουν τὴν ἰδιότητα νὰ εἶναι πάντοτε λέξεις γεμάτες ὑποσχέσεις.

Δὲν μπορεῖς νὰ λὲς ἁπλὰ μία προσευχὴ χωρὶς νὰ ἔχεις συνέπεια σ’ αὐτὸ ποὺ λές. Δηλαδή, θὰ πρέπει νὰ ἐννοεῖς αὐτὸ ποὺ λές: «Ἂν πῶ αὐτό, ἀκριβῶς αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ θὰ κάνω, ὅταν οἱ περιστάσεις τὸ ζητήσουν».

Ὅταν λὲς στὸ Θεό: «Ὁτιδήποτε καὶ ἂν κοστίσει, μὰ ὁτιδήποτε, Κύριε, σῶσε μέ», πρέπει νὰ ἔχεις ὑπόψη σου ὅτι χρειάζεται νὰ βάλης ὅλη σου τὴ θέληση σ’αὐτό, γιατί μιὰ μέρα ὁ Θεὸς θὰ σοῦ πεῖ: « νὰ τὸ τίμημα ποὺ πρέπει νὰ πληρώσεις».

Οἱ Πατέρες κάπου λένε: «Δῶσε αἷμα καὶ λάβε Πνεῦμα». Αὐτὸ εἶναι τὸ τίμημα. Ἐγκατάλειψε τὰ πάντα καὶ θὰ κερδίσεις τὸν οὐρανo. Ἐγκατάλειψε τὴν σκλαβιὰ καὶ θὰ βρεῖς ἐλευθερία.

ἀπὸ τὸ βιβλίο “Μάθε νὰ προσεύχεσαι”


Ἀρχιεπισκόπου  Anthony Bloom

...αυτοί που πρώτοι έλαβαν τη Χάρη του Παρακλήτου Πνεύματος...

 Οι Απόστολοι, που αναγεννήθηκαν από την Ουράνια Χάρη του Θεού, αυτοί που πρώτοι έλαβαν τη Χάρη του Παρακλήτου Πνεύματος, έγιναν σωτήρες των ανθρώπων. 

 Τους συναντάς να διασχίζουν ολόκληρες θάλασσες των πονηρών δυνάμεων και να καθοδηγούν τις ψυχές που πιστεύουν. 

 Τους βλέπεις να γίνονται γεωργοί και να καλλιεργούν το αμπέλι της ψυχής. 

 Τους βρίσκεις να γίνονται παράνυμφοι και να νυμφεύουν τις ψυχές των ανθρώπων με το Χριστό. Τους βρίσκεις να δίνουν ζωή στους ανθρώπους.

 Και γενικά τους βρίσκεις σε πολλές περιστάσεις και με πολλούς τρόπους να υπηρετούν το Άγιο Πνεύμα.


Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος.

Μνήμη των αγρίως σφαγιασθέντων υπό Κουρδικών ορδών εν τω νομώ Διαρβεκίρ της Μικράς Ασίας

 Μνήμη των αγρίως σφαγιασθέντων υπό Κουρδικών ορδών εν τω νομώ Διαρβεκίρ της Μικράς Ασίας Ορθοδόξων Χριστιανών υπαγομένων εις το Πατριαρχείον Αλεξανδρείας που έλαβε χώρα το έτος 1896 μ.Χ. Δεν έχουμε άλλες λεπτομέρειες για το γεγονός.

Άγιοι Χίλιοι Σαράντα Μάρτυρες

 Άγνωστοι στους Συναξαριστές. Η μνήμη τους, μαζί με τους μάρτυρες Φωκά, Κόνωνα, Συμεών και Ισαάκ, αναφέρεται στο Ιεροσολυμιτικό Κανονάριο (σελ. 97).


Άγιος Φυγέλλος Απόστολος από τους Ο'

 Ο Άγιος Φυγέλλος (ή Φυνέλλος) απόστολος από τους Ο' αναφέρεται μόνο στον Συναξαριστή του Delehaye μεταξύ των μνημονευομένων αποστόλων από τους Ο' και σημειώνεται, ότι «ούτος φρονήσας τα του Σίμωνος εγένετο επίσκοπος Εφέσου».

Άγιος Πέτρος εκ Σινώπης

 Ο Άγιος Πέτρος από τη Σινώπη μαρτύρησε αφού τον θανάτωσαν συρόμενο επάνω σε αιχμηρές πέτρες.

Άγιος Μελίτων

 Ο Άγιος Μελίτων μαρτύρησε δια ξίφους.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός

 


Σύναξη των Αγίων Δώδεκα Αποστόλων

 Οι Απόστολοι του Χριστού θα ξεχωρίζουν μέσα στην Ιστορία της Εκκλησίας, σαν οι υπέρλαμπροι αστέρες πρώτου μεγέθους της πνευματικής ζωής. Την 30η Ιουνίου, η Εκκλησία γιορτάζει τους δώδεκα Αποστόλους που αρχικά εξέλεξε ο Κύριος, πλην του Ιούδα Ισκαριώτη. Αυτοί είναι: Σίμωνας (Πέτρος), Ανδρέας, Ιάκωβος, Ιωάννης, Φίλιππος, Θωμάς, Βαρθολομαίος (Ναθαναήλ), Ματθαίος, Ιάκωβος του Αλφαίου, Σίμωνας ο Ζηλωτής, Ιούδας ο αδελφός του Ιακώβου του μικρού και ο Ματθίας, που εξελέγη μέσα στο υπερώο τις παραμονές της Πεντηκοστής, σε αντικατάσταση του Ιούδα του Ισκαριώτη. Τη ζωή του καθενός των Αποστόλων αυτών, σκιαγραφούμε στις ιδιαίτερες γιορτές τους. Εδώ γίνεται υπενθύμιση της ενότητας που είχαν μεταξύ τους, αλλά και της ηθικής τους, που τόσο συνέβαλε στην πνευματική εν Χριστώ αναγέννηση του κόσμου. Έχουμε, λοιπόν, χρέος και εμείς οι αγωνιζόμενοι χριστιανοί, να κινούμαστε στα ίχνη τους και με θερμό ζήλο για τη διάδοση του σωτηριώδους μηνύματος του Ευαγγελίου, που διέπνεε κι αυτούς, να γίνουμε μιμητές του έργου τους.



Ἀπολυτίκιον  

Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.

Ὡς δωδεκάπυρσος, λυχνία ἔλαμψαν, οἱ Δωδεκάριθμοι, Χριστοῦ Ἀπόστολοι, Πέτρος καὶ Παῦλος σὺν Λουκᾶ, Ἀνδρέας καὶ Ἰωάννης, Βαρθολομαῖος Φίλιππος, σὺν Ματθαίω καὶ Σίμωνι, Μᾶρκος καὶ Ἰάκωβος, καὶ Θωμὰς ὁ μακάριος, καὶ ηὔγασαν τοὺς πίστει βοώντας χαίρετε Λόγου οἱ αὐτόπται.


Έτερον Ἀπολυτίκιον

Ἦχος δ’.

Οἱ τῶν Ἀποστόλων πρωτόθρονοι, καὶ τῆς Οἰκουμένης διδάσκαλοι, τῷ Δεσπότῃ τῶν ὅλων πρεσβεύσατε, εἰρήνην τῆ οἰκουμένῃ δωρήσασθαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.


Έτερον Ἀπολυτίκιον  

Ἦχος γ´.

Ἀπόστολοι Ἅγιοι, πρεσβεύσατε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ , ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν, παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.


Κοντάκιον

Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.

Τοὺς ἀσφαλεῖς καὶ θεοφθόγγους κήρυκας, τὴν κορυφὴν τῶν Μαθητῶν σου Κύριε, προσελάβου εἰς ἀπόλαυσιν, τῶν ἀγαθῶν σου καὶ ἀνάπαυσιν, τοὺς πόνους γὰρ ἐκείνων καὶ τὸν θάνατον, ἐδέξω ὑπὲρ πᾶσαν ὁλοκάρπωσιν, ὁ μόνος γινώσκων τὰ ἐγκάρδια.


Μεγαλυνάριον

Πέτρον Παῦλον Μᾶρκον σὺν τῷ Λουκᾶ, Φίλιππον, Ἀνδρέαν, Ἰωάννην τε καὶ Θωμᾶν, Σίμωνα Ματθαῖον, καὶ τὸν Βαρθολομαῖον, σὺν θείῳ Ἰακώβῳ ὕμνοις τιμήσωμεν.


Ὁ Οἶκος

Τράνωσόν μου τὴν γλῶτταν Σωτήρ μου, πλάτυνόν μου τὸ στόμα, καὶ πληρώσας αὐτό, κατάνυξον τὴν καρδίαν μου, ἵνα οἷς λέγω ἀκολουθήσω, καὶ ἃ διδάσκω, ποιήσω πρῶτος· πᾶς γὰρ ποιῶν καὶ διδάσκων, φησίν, οὗτος μέγας ἐστίν· ἐὰν γὰρ λέγω, καὶ μὴ πράττω, ὡς χαλκὸς ἠχῶν λογισθήσομαι. Διὸ λαλεῖν μοι τὰ δέοντα, καὶ ποιεῖν τὰ συμφέροντα δώρησαι, ὁ μόνος γινώσκων τὰ ἐγκάρδια.


Κάθισμα

Ἦχος δ'. Ὁ ὑψωθεὶς.

Κατοικισθέντες ἐν φωτὶ ἀπροσίτῳ, ὡς οἰκητήρια φωτὸς πεφυκότες, οἶκον ὑμῶν τὸν ἅγιον φωτίζετε ἀεί, θείαις προσφοιτήσεσιν· ὅθεν πίστει βοῶμεν· Σκότους ἡμᾶς ῥύσασθε, καὶ παντοίων κινδύνων, καὶ χαλεπῶν ἐθνῶν ἐπιδρομῆς, ἐκδυσωποῦντες τὸν Κτίστην Ἀπόστολοι.


Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΠΑΥΛΟ


 

Ἁγ. Ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου

 Ὁ Μέγας καί κορυφαῖος Ἀπόστολος Παῦλος ὑποβάλλει σέ ὅλους μας μία ἐρώτηση, τήν ὁποία σᾶς μεταέρω: Εἴμαστε χριστιανοί, πραγματικοί χριστιανοί, ναί ἤ ὄχι; Ἐάν ἰσχυρισθοῦμε, ὅτι εἴμαστε καλοί χριστιανοί, δέν σημαίνει, ὅτι πράγματι εἴμαστε. Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης μᾶς λέει, νά μή ἀγαποῦμε τόν Θεό μέ τήν γλώσσα, μέ λόγια μόνο, ἀλλά μέ ἔργα, νά ἔχουμε ἁπτές ἀποδείξεις καί μαρτυρίες.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἔγραφε καί ἔδειχνε στούς Γαλάτες, πού τόν ἀμφισβητοῦσαν, ὅτι δέν εἶναι γνήσιος Ἀπόστολος, ἔδειχνε τά στίγματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, τίς πληγές, πού δέχτηκε γιά τό Ὄνομά Του. Ἑρμηνεύει ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: Γιά τό τί εἶμαι ἔχω μία ἀπολογία, τά στίγματα, τά παθήματα καί τούς κινδύνους, πού ὑπομένω γιά τόν Χριστό. Αὐτά μαρτυροῦν λαπρότερα ἀπό κάθε φωνή καί σάλπιγγα, ὅτι ἐγώ τά ὑπομένω γιά τό Εὐαγγέλιο τοῦ Κυρίου. Δέν τά ἔχω ἁπλῶς, ἀλλά τά βαστάζω, σάν στεφάνι νικητικό καί σάν παράσημα καί διάδημα βασιλικό. Γι᾿ αὐτά καυχῶμαι καί μεγαλύνομαι καί παρησιάζομαι στόν Κύριο. Τά στίγματα μαρτυροῦν ὅτι εἶμαι γνήσιος δοῦλος τοῦ Θεοῦ.

Ὁ χριστιανός προσφέρει γιά τήν πίστη του, κουράζεται καί  θυσιάζεται. Στό σημερινό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα (Β΄, πρός Κορ.) ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀπαριθμεῖ ὅσα ὑπέμεινε γιά τήν πίστη του καί τήν ἀγάπη του γιά τόν Χριστό: Ὑποβλήθηκα σέ κόπους περισσότερο ἀπό ὅ,τι θά περίμενε κανείς. Δέχτηκα χτυπήματα μέ ἀφάνταστη ἀγριότητα, πού μοῦ προξένησαν βαθιές πληγές. Πολλές φορές μέ ἔκλεισαν στή φυλακή. Ἀμέτρητες φορές κινδύνευσα νά θανατωθῶ. Ἀπό τούς Ἰουδαίους πέντε φορές μαστιγώθηκα. Τρεῖς φορές μέ ἐράβδισαν, μία φορά μέ λιθοβόλησαν, τρεῖς φορές ναυάγησα στή θάλασσα καί κινδύνεψα νά πνιγῶ. Κάποτε διαλύθηκε τό πλοῖο στά ἀνοιχτά τῆς θάλασσας καί πάλευα ἕνα μερόνυχτο μέ τά ἄγρια κύματα.

Ὑπηρέτησα τόν Κύριο πολλές φορές μέ κοπιαστικές ὁδοιπορίες. Διέτρεξα κινδύνους σέ ποτάμια, κινδύνεψα ἀπό ληστές, κινδύνεψα ἀπό τούς ὁμογενεῖς μου, ἀπό τό ἰουδαϊκό ἔθνος. Διέτρεξα κινδύνους ἀπό τούς εἰδωλολάτρες, κινδύνους μέσα σέ πόλεις, μέσα στή θάλασσα. Κινδύνεψα ἀπό ἀνθρώπους πού ὑποκρινόντουσαν τούς ἀδελφούς.

Ὑπηρέτησα τόν Κύριο μέ κόπο καί μόχθο, μέ ἀγρυπνίες πολλές φορές, μέ πείνα καί δίψα, μέ νηστεῖες πολλές φορές, μέ ψύχος καί γυμνότητα. Ἐκτός ἀπό πολλά ἄλλα, πού παρέλειψα νά ἀπαριθμήσω, εἶχα καί τήν καθημερινή πίεση καί ἐπίθεση τῶν διωκτῶν μου καθώς καί τήν ἀγωνιώδη φροντίδα μου γιά ὅλες τίς ἐκκλησίες.

Στή Δαμασκό φρουροῦσαν τήν πόλη, ἐπειδή ὁ διοικητής ἐκεῖ ἤθελε νά μέ συλλάβει. Μέ κατέβασαν ὅμως ἀπό ἕνα παράθυρο τοῦ τοίχους μέσα σέ δίχτυ καί ἔτσι ξέφυγα ἀπό τά χέρια τῶν διωκτῶν μου.

Καί ὅλα αὐτά συμβαίνουν, ὄχι σέ κάποιο γερό ἄνθρωπο, ἀλλά σέ ἕνα φιλάσθενο Παῦλο. Εἶχε κάποια σωματική ἀσθένεια, πού τόν ταλαιπωροῦσε. Ὁ σατανᾶς, λέει, τόν βασάνιζε, σάν νά τόν τρυποῦσε μέ μυτερό ξύλο. Καί πάλι ὅλα αὐτά τά δέχτηκε μέ χαρά γιά τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ. Αὐτή εἶναι ἡ συμπεριφορά τοῦ πραγματικοῦ χριστιανοῦ.

Στήν πρός Ἑβραίους ἐπιστολή του μᾶς ἐξιστορεῖ ὅσα ἀντιμετώπισαν οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ. Εἶναι τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς τῶν Ἁγίων Πάντων. Μέ τήν πίστη κατετρόπωσαν βασίλεια, ἔφραξαν στόματα λεόντων, δηλαδή τούς ἔρριξαν μέσα στά λεοντάρια, ἀλλά ἐκεῖνα δέν τούς ἔφαγαν. Ἔσβησαν τήν δύναμη τῆς φωτιᾶς, διέφυγαν τήν σφαγή, ἀναδείχθηκαν ἥρωες στόν πόλεμο. Ἔτρεψαν σέ φυγή ἐχθρικά στρατεύματα. Ἄλλοι βασανίσθηκαν μέχρι θανάτου, χωρίς νά δεχτοῦν τήν ἀπελευθέρωσή τους. Δηλαδή προτίμησαν νά θανατωθοῦν, παρά νά ἀρνηθοῦν τήν πίστη τους καί ἔτσι νά ἐλευθερωθοῦν. Ἄλλοι δοκίμασαν ἐξευτελισμούς καί μαστιγώσεις, ἀκόμη δεσμά καί φυλακή. Λιθοβολήθηκαν, τούς ἔκαναν κομμάτια μέ τό πριόνι, πέρασαν δοκιμασίες φοβερές, θανατώθηκαν μέ μαχαίρι. Περιπλανήθηκαν μέσα στίς ἐρημιές ντυμένοι μέ προβιές, ἔζησαν μέ στερήσεις, καταπιέστηκαν φοβερά, ὑπέμειναν θλίψεις καί κακουχίες. Περιπλανήθηκαν στά βουνά, μέσα σέ σπηλιές καί σέ τρύπες τῆς γῆς. Ὅποιος γνωρίζει ἀπό Παλαιά Διαθήκη, καταλαβαίνει πολύ εὔκολα ποιούς ὑπονοεῖ ἐδῶ ὁ ἀπόστολος.

Ἀλλά, ἄν ἀνοίξουμε τό Συναξάρι καί διαβάσουμε τούς βίους τῶν Ἁγίων, θά δοῦμε ἐκεῖ μέσα βασανιστήρια φοβερά καί πρωτάκουστα. Τί δέν ἐπεννόησε ἡ διεστραμμένη φαντασία τῶν εἰδωλολατρῶν διωκτῶν! Ὅλα αὐτά τά ὑπέμειναν μέ καρτερία καί γενναιότητα τά τάγματα τῶν Μαρτύρων, οἱ στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ.

Ἀκόμη διαβάζοντας τούς βίους τῶν Ὁσίων Ἀσκητῶν μένουμε ἔκβαμβοι ἀπό τά πνευματικά ἀγωνίσματα καί τά τιτάνια παλαίσματά τους. Ἑκούσιες στερήσεις ἀναψυχῆς καί ἀνάπαυσης, νηστεῖες αὐστηρότατες, ἐξαντλητικές ἀγρυπνίες, προσευχές ἀσταμάτητες, ἀμέτρητες μετάνοιες, ἡ ταπείνωση καί ὁ ἐξευτελισμός καί ἄλλες σωματικές κακουχίες εἶχαν τήν πρώτη θέση στή ζωή τους. Ὁ  πνευματικός τους ἀγώνας ἦταν ἀσταμάτητος, γιά νά κερδίσουν τόν ποθούμενο, δηλαδή τόν Ἰησοῦ Χριστό.

Ὁ ἱστορικός τῆς Ἐκκλησίας ἀναφερόμενος στούς Πατέρες τῆς Α΄. Οἰκουμενικῆς Συνόδου λέει, ὅτι ἐκεῖ  μέσα ἦταν οἱ Ἅγοι Πατέρες ἄλλοι μέ ἕνα πόδι ἤ μέ ἕνα χέρι, χωρίς μάτια, μέ κομένη τήν μύτη ἤ τά αὐτιά, μέ ξεριζωμένα τά δόντια, μέ πολλές πληγές στά πρόσωπα, μέ σακατεμένα τά ἁγιασμένα σώματά τους. Ὅλοι εἶχαν τά στίγματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ὅπως ἀκριβῶς τό λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Γιατί αὐτό εἶναι πίστις καί αὐτό σημαίνει χριστιανός. Ἄνθρωπος τῆς μαρτυρίας, τῆς ὁμολογίας καί τοῦ μαρτυρίου, τῆς θυσίας.

Μετά ἀπό ὅλα αὐτά, ἀγαπητοί μου, θά τολμήσουμε νά ἀπαντήσουμε στό ἐρώτημα, ἄν εἴμαστε χριστιανοί ἤ ὄχι; Πῶς καί μέ τί θά τό ἀποδείξουμε; Εἴμαστε χριστιανοί γιά νά προσφέρει σέ μᾶς ὁ Χριστός καί ἡ Ἐκκλησία, γιά νά μᾶς ἐπαινεῖ ὁ κόσμος ἤ γιά νά προσφέρουμε ἐμεῖς στόν Χριστό καί στούς ἀνθρώπους; Μᾶς ἀρέσει ὁ ἀγώνας, ἡ ἄσκηση ἤ ἡ ἀνάπαυση καί ἡ καλοπέραση; Μέχρι σήμερα τί κάναμε γιά τήν πίστη μας, γιά νά ἀποδείξουμε, ὅτι εἴμαστε χριστιανοί; Ὁ χριστιανός τῶν σαλονιῶν, τοῦ καναπέ καί τῆς τηλεόρασης, ὁ χριστιανός τοῦ καφενείου, τοῦ καφέ στή γειτονειά καί τοῦ κοτσομπολιοῦ δέν εἶναι κἄν χριστιανός.

Ἡ προσευχή ἔχει κάποιο κόπο. Ἡ νηστεία ἔχει δυσκολίες. Δέν εἶναι εὔκολο πάλι νά ἀφήσεις τόν πρωϊνό σου ὕπνο καί νά ἔρθεις στή θεία Λειτουργία. Οὔτε εἶναι τόσο εὔκολο νά ξεγυμνώσεις τά τραύματα τῆς ψυχῆς σου στόν πνευματικό. Τό νά συγχωρήσεις τόν ἐχθρόν σου, προϋποθέτει μεγαλεῖο ψυχῆς. Γιά νά βοηθήσεις τόν πάσχοντα ἀδελφό σου, πρέπει νά ἔχεις μεγάλη καρδιά. Τό νά κόψεις τό δικό σου θέλημα, γιά νά κάνεις τό θέλημα τοῦ Χριστοῦ ἤ τοῦ ἀδελφοῦ σου, εἶναι ἀρκετά ὀδυνηρό. Αὐτό πονάει, μᾶς στοιχίζει πολύ. Ὅταν αὐτά τά σχετικῶς ἁπλά καί ἐλάχιστα δέν μποροῦμε νά κάνουμε, πῶς θά φτάσουμε νά μαρτυρήσουμε καί νά πεθάνουμε γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ὅταν αὐτό μᾶς ζητηθεῖ; Γιατί θά ἔρθει πάλι τέτοιος καιρός.

Θά τελειώσω μέ κάτι πού σᾶς τό εἶπα ἀρκετά παλαιότερα. Ὅταν ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος ἐξεστράτευε ἐναντίον τῶν Περσῶν, παρατήρησε σέ μιά μάχη, ὅτι ἕνας στρατιώτης ὅλο καί κρυβόταν, τήν μιά πίσω ἀπό ἕνα βράχο, τήν ἄλλη πίσω ἀπό ἕνα δέντρο κλπ. Μετά τήν μάχη τόν κάλεσε ὁ βασιλιάς καί τόν ρώτησε, πῶς σέ λένε; Ἐκεῖνος ἀπάντησε συνεσταλμένα, ὅτι Ἀλέξανδρος εἶναι τό ὄνομά του. Ἀ, τοῦ εἶπε, ἐδῶ θά τά χαλάσουμε. Ὁ Ἀλέξανδρος εἶναι γενναῖος καί ἐσύ εἶσαι δειλός. Στό ἑξῆς ἕνα ἀπό τά δύο θά γίνει. Ἤ θά ἀλλάξεις τό ὄνομά σου ἤ θά ἀλλάξεις τακτική καί θά γίνεις κι᾿ ἐσύ γενναῖος.

Αὐτό θά πρέπει νά κάνουμε κι᾿ ἐμεῖς: Ἤ θά ἀγωνισθοῦμε νά γίνουμε πραγματικοί χριστιανοί ἤ ἄν παραμείνουμε στήν κατάσταση πού εἴμαστε τώρα, νά παύσουμε νά  λεγώμαστε χριστιανοί. Τέτοιους χριστιανούς δέν τούς θέλει ὁ Χριστός. Ὁ Θεός νά μᾶς ἐλεήσει καί νά μᾶς φωτίσει νά κάνουμε τό σωστό καί νά γίνουμε ὅλοι μας ἄξιοι χριστιανοί. Ἀμήν.-      

Ὁμιλία στήν ἑορτή τῶν κορυφαίων Ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου (Ἅγ. Γρηγόριος Παλαμᾶς)

 Περίληψη 28ης Ομιλίας, στην περικοπή Ματθ. 16,13-19. Οι δύο απόστολοι είναι λαμπροί φωστήρες, λαμπρύνοντας την Εκκλησία με τη συνάντησή τους κατά την εορτή της 29ης Ιουνίου, η οποία δεν προκαλεί έκλειψη, αλλά έκλαμψη. Υπενθυμίζοντας τις πράξεις τους τίποτε δεν προσθέτομε στα αγαθά τους, αλλ’ αυξάνομε αντίθετα τα δικά μας αγαθά. Κεντρικό σημείο της ομιλίας είναι η περιγραφή της αντιθετικής κινήσεως του πειρασμού και της μετάνοιας. Ο πειραστής έπεισε τον Πέτρο να επιδιώκει περισσότερο ζήλο από τον αναγκαίο, αλλ’ ενώ αυτός έφθασε στο σημείο όπου αρχίζει η πτώση, νίκησε τον πειραστή με την αυτοκατάγνωση, την αυτο­κριτική του. Κατέστη υπόδειγμα ειλικρινούς μετάνοιας για την πτώση του στην άρνηση του Χριστού και πατέρας του γένους των θεοσεβών. Ο Παύλος πάλι με τη μετάνοιά του για την καταδίωξη της χριστιανικής πίστεως και την μετέπειτα δραστηριότητά του κατέστη υπόδειγμα καρτερίας. Οι δύο απόστολοι είναι ισάξιοι σε λαμπρότητα, γι’ αυτό και η Εκκλησία «μίαν και την αυτήν αμφοτέροις νέμει τιμήν».



ΕΚΦΩΝΗΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΚΟΡΥΦΑΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΥ

1. Η μνήμη καθενός από τους αγίους ερχόμενη κατά την εόρτιο ημέρα αυτής, είναι κοινή αφορμή ευφρο­σύνης και στα πλήθη και στις πό­λεις και στους πολίτες και στους πολιτάρχες και γίνεται πρόξενος μεγάλης ωφέλειας σε όλους τους εορτάζοντες. Γιατί λέγει ο σοφός Σο­λομών «η μνήμη του δικαίου συνο­δεύεται από εγκώμια, και όταν εγκωμιάζεται ο δίκαιος ευφραίνονται οι λαοί» (Παροιμ. 10, 7). Γιατί, όπως κατά τη νύχτα, όταν αναφθεί λαμπάδα το φως φέγγει για την ανάγκη και την από­λαυση όλων των παρόντων, έτσι και ο θεάρεστος βίος κάθε αγίου και το μακάριο τέλος του και η δοσμένη χάρη σ’ αυτόν από τον Θεό λόγω της καθαρότητας του βίου, προβαλλόμενος στο μέσον με τη μνήμη σαν κάποιος ολόλαμπρος πυρσός, προσ­φέρει κοινή την πνευματική ευφροσύνη και την ωφέλεια στους συναθροισμένους. Και όπως ακριβώς όταν γίνει ευφορία στη γη δεν ευχαριστούνται μόνον οι γεωργοί, αλλά και όλοι οι άν­θρωποι (γιατί η απόλαυση από τους καρπούς της γης είναι κοινή σε όλους), έτσι και η προς τον Θεό καρποφορία των αγίων με την αρετή δεν ευφραίνει μόνο τον γεωργό των ψυχών, αλλά και όλους εμάς, αφού βρίσκεται μπροστά μας ως κοινή τρυφή και απόλαυση των ψυχών μας. Αλλωστε και όταν είναι ακόμη παρόντες σ’ αυτόν τον βίο οι άγιοι είναι όλοι προτροπή προς την αρετή για όλους εκείνους που τους ακούουν και τους βλέπουν με σύνεση· γιατί είναι έμψυχες εικόνες της αρετής, αυτοκίνητες στήλες κάθε καλού, βιβλία ζωντανά που ομιλούν γι’ αυτά που οδηγούν στα ανωτέρα, και όταν μεταβούν από αυτόν τον βίο με τη μνήμη των καλών σε εκείνους συντηρούν για χάρη μας αθάνατη την από αυτούς ωφέλεια. Η μνήμη επίσης των αγαθών έργων εκείνων είναι εγκώμιο εκείνων, που χρεωστείται βέβαια από εμάς σε εκείνους για την προγενέστερη ωφέλεια, είναι όμως χρήσιμο σε μας και τώρα, για το όφελος που προξενείται σ’ εμάς και τώρα από αυτούς.

2. Δεν προσθέτομε βέβαια κάτι στα αγαθά εκείνων υπενθυμίζοντας τις πράξεις τους. Πώς δηλαδή θα μπορούσαμε να το κάνομε αυτό εμείς που δεν είμαστε ικανοί ούτε την αρετή τους να παραστήσομε ολόκληρη; Γιατί φιλοτιμήθηκαν παρακινούμενοι από τις πάνω από το λόγο αμοιβές που είχε υποσχεθεί ο Θεός, να δεί­ξουν, όσο επέτρεπε η φύση, και τρόπο ζωής που υπερβαίνει κάθε λόγο. Δεν αυξάνομε λοιπόν τα προσόντα αυτών εγκωμιάζοντάς τους, μακριά μια τέτοια σκέψη! αλλά αυξάνομε τα από εκείνους προξενούμενα σε μας αγαθά ανυψώνοντας τους εαυτούς μας προς εκείνους σαν θεοφεγγείς λυχνίες και κατανοώντας και προσδεχόμενοι περισσότερο την από εκείνους προερχόμενη καλλοποιό δύναμη.

3. Αν η μνήμη κάθε αγίου τελείται, για τους λόγους που είπα­με, από εμάς με ύμνους και τα εγκώμια που ταιριάζουν σ’ αυτούς, πόσο περισσότερο πρέπει του Πέτρου και του Παύλου, της κορυ­φαίας ακρότητας του κορυφαίου χορού των Αποστόλων; Αυτοί είναι κοινοί πατέρες και καθοδηγητές όλων εκείνων που φέρουν το όνομα του Χριστού, αποστόλων, μαρτύρων, οσίων, ιερέων, ιεραρχών, ποιμένων και διδασκάλων, και όλων των ποιμαινομένων και διδασκομένων, ως αρχιποιμένες ή και αρχιτέκτονες της κοινής όλων ευσέβειας και αρετής, και «ως φωστήρες στον κόσμο που επέχουν θέση ζωής» (Φιλ. 2, 16), που τόσο πολύ ξεπερνούν σε λάμψη εκείνους που διέλαμψαν με την ευσέβεια και την αρετή τους, όσο υπερβαίνει τους άλλους αστέρες ο ήλιος, ή όσο οι ουρανοί τους ουρανούς, διηγούμενοι την ανώτατη δόξα του Θεού· τόσο πολύ ξεπερνούν το μέγεθος των ουρανών και το κάλλος των αστέρων και την ταχύτητα και των δύο και την τάξη και τη δύναμη, όσο αυτοί φανερώνουν και τα πάνω από την αίσθηση προς αυτά τα υπερουράνια και υπερκόσμια, και αναπέμπουν φως, «στο οποίο δεν υπάρχει παραλλαγή ή αποσκίασμα μετατροπής» (Ιακ. 1, 17), όχι μόνο εξάγοντας από το σκότος στο θαυμαστό αυτό φως, αλλά καθι­στώντας με τη μετάδοση αυτούς που μετέχουν φως και γεννήμα­τα τέλειου φωτός, ώστε και ο καθένας από αυτούς κατά τη μελλο­ντική ένδοξη παρουσία και επιφάνεια του αρχίφωτου και θεάν­θρωπου Λόγου να λάμψει σαν ήλιος.

4. Τέτοιοι φωστήρες έχοντας ανατείλει σήμερα σε μας ο ένας μαζί με τον άλλο λαμπρύνουν την Εκκλησία· γιατί η σύνοδος αυτών δεν προκαλεί έκλειψη, αλλά περίσσεια φωτός· γιατί δεν συμβαίνει, περιπολώντας ο ένας επάνω, να είναι εδραιωμένος στα ύψη, και ο άλλος να είναι χαμηλότερα για να υποσκιάσει τον άλλο, ούτε ο ένας να ηγείται της ημέρας και ο άλλος της νύχτας, ώστε φερόμενος αντίκρυ να πέσει στη σκιά, ούτε ο ένας να εκπέμπει το φως και ο άλλος να παίρνει το φως από εκεί, ώστε να παθαίνει από αυτό αλλοίωση, δεχόμενος άλλοτε αλλιώς τον φωτι­σμό ανάλογα με την απόσταση, αλλά, αφού και οι δύο κατέστη­σαν εξίσου μέτοχοι του Χριστού, της αστείρευτης πηγής, του αιώ­νιου φωτός, απέκτησαν ίσο και το ύψος και τη δόξα και τη λαμπρότητα. Γι’ αυτό και είναι αλληλουχία η σύνοδος των φω­στήρων αυτών, που χορηγεί διπλάσια έλλαμψη στις ψυχές των πιστών.

5. Αλλ’ ο πρώτος αποστάτης που οδήγησε σε αποστασία από τον Θεό και τον πρώτο άνθρωπο, βλέποντας ήδη εκείνον που έπλασε τον Αδάμ πατέρα του γένους των ανθρώπων, να αναπλά­θει ύστερα τον Πέτρο πατέρα του γένους των αληθινά θεοσεβών, και όχι μόνο βλέποντας, αλλά και ακούοντας αυτόν να λέγει προς αυτόν, «συ είσαι Πέτρος, και πάνω σ’ αυτή την πέτρα θα οικοδο­μήσω την Εκκλησία μου» (Ματθ. 16, 18)· αφού έμαθε αυτό ο αρχέκακος από τη φθονερή κακία του πειράζει και τον Πέτρο τον αρχηγό του γένους των θεοσεβών, όπως άλλοτε και τον Αδάμ τον αρχηγό του γένους των ανθρώπων. Γνωρίζοντας όμως ότι αυτός ήταν στολισμένος με σύνεση και πυρωμένος από την αγάπη προς τον Χριστό, δεν τολμά βέβαια την κατά πρόσωπο επίθεση, αλλά παραπλανώντας τον με δόλο κατά κάποιο τρόπο από πλάγια, και μάλιστα από δεξιά, τον πείθει να πράττει πέρα από τα αναγκαία, και κατά τον καιρό του σωτηρίου πάθους, λέγοντας ο Κύριος προς τους μαθητές, «αύτη τη νύχτα όλοι θα χάσουν την εμπιστοσύνη τους προς εμένα» (Ματθ. 26, 31), αυτός πρόβαλε με απείθεια αντίρρηση. Και όχι μόνον αυτό, αλλά έθετε και τον εαυτό του πάνω από όλους, λέγοντας ότι, και αν όλοι σκανδαλισθούν, αλλ’ εγώ όχι. Εγκαταλείπεται λοιπόν περισσότερο από τους άλλους, επειδή κυριεύθηκε από αλαζονεία, ώστε, αφού ταπεινωθεί περισσότερο από τους άλλους, να παρουσιασθεί στον κατάλληλο καιρό λα­μπρότερος, όχι όπως ο Αδάμ που πειράσθηκε και συγχρόνως νικήθηκε και καταποντίσθηκε τελείως, αλλά, αφού πειράσθηκε και παρασύρθηκε για λίγο, νίκησε τον πειράζοντα. Πώς; Με την απευθείας κατάκριση του εαυτού του και τη σφοδρή λύπη και μετάνοια, και με το δραστικό προς εξιλέωση φάρμακο, τα δά­κρυα· γιατί λέγει· «καρδιά συντριμμένη και ταπεινωμένη ο Θεός δεν θα την εξουθενώσει» (Ψαλμ. 50, 12), και η αρεστή στον Θεό λύπη προκαλεί μετάνοια αμετάτρεπτη προς σωτηρία, και «αυτός που σπέρνει την παράκληση με δάκρυα, θα θερίσει με αγαλλίαση τη συγ­χώρηση» (Ψαλμ. 125, 5).

6. Θα μπορούσε όμως κανείς να δει εξετάζοντας αυτόν, ότι όχι μόνο θεράπευσε με τη μετάνοια και το οδυνηρό πένθος την άρνη­ση στην οποία παρασύρθηκε, αλλά και ότι ξερρίζωσε τελείως από την ψυχή του το πάθος εξαιτίας του οποίου εγκαταλείφθηκε περισσότερο από τους άλλους. Και αυτό θέλοντας να δείξει σε όλους ο Κύριος, μετά το σαρκικό πάθος του για χάρη μας και την από τους νεκρούς τριήμερη ανάστασή του, χρησιμοποίησε προς τον Πέτρο τα λόγια που αναγνώσθηκαν σήμερα στο ευαγγέλιο, λέγοντας προς αυτόν «Σίμων υιέ του Ιωνά, με αγαπάς περισσότερο από αυτούς», δηλαδή από τους μαθητές μου. Και πρόσεχε την προς το ταπεινότερο μεταβολή αυτού. Αυτός δηλαδή που πρωτύτερα, και χωρίς να ερωτηθεί, τοποθέτησε πάνω από τους άλλους τον εαυτό του και είπε, «και αν όλοι σε αρνηθούν, όμως όχι εγώ», τώρα ερωτώμενος, εάν τον αγαπά περισσότερο από τους άλλους, συμφωνεί βέβαια ότι τον αγαπά, το περισσότερο όμως παραλείπει να το πει, λέγοντας· «ναι, Κύριε, συ γνωρίζεις ότι σε αγαπώ».

7. Τί λέγει λοιπόν ο Κύριος; Επειδή έδειξε αυτόν ότι ούτε από την προς αυτόν αγάπη εξέπεσε και ότι απέκτησε την ταπείνωση, εκπληρώνει την από παλαιά προς αυτόν υπόσχεση και λέγει προς αυτόν, «ποίμαινε τα αρνιά μου». Πραγματικά, όταν ονομά­ζει οικοδομή το σύνολο αυτών που πιστεύουν σ’ αυτόν υπόσχεται ότι θα τον τοποθετήσει θεμέλιο, λέγοντας «συ είσαι Πέτρος και επάνω σ’ αυτή την πέτρα θα οικοδομήσω την Εκκλησία μου» (Ματθ. 16, 8). Όταν ο λόγος γίνεται για την αλιεία τον κάμνει αλιέα ανθρώ­πων, λέγοντας «από τώρα θα αλιεύεις ανθρώπους» (Λουκά 5, 10). Όταν πάλι κάνει πρόβατα τους δικούς του τοποθετεί τον Πέτρο ποιμένα, λέγοντας «ποίμαινε τα αρνιά μου, ποίμαινε τα πρόβατά μου» (Ιω. 21, 15-16). Μπορούμε όμως αδελφοί, να αντιληφθούμε και από εδώ, ότι όσο ποθεί τη σωτηρία μας ο Κύριος τόσο περισσότερο και από αυτούς που τον αγαπούν δεν ζητεί τίποτε άλλο, παρά να μας οδηγούν προς τη βοσκή και τη σωτήρια μάνδρα.

8. Ας ποθήσομε λοιπόν και εμείς τη σωτηρία μας και ας δείξομε υπακοή σ’ αυτούς που με έργο και λόγο μας οδηγούν προς αυτήν· γιατί αρκεί να θελήσει καθένας από εμάς να πορευθεί τον δρόμο που οδηγεί προς τη σωτηρία, και ο καθηγητής έφτασε ετοιμασμέ­νος από τον κοινό Σωτήρα, και ο χορηγός της σωτηρίας είναι ετοι­μότατος εξαιτίας της υπερβολικής φιλανθρωπίας του ως αυτό­κλητος, ή μάλλον όντας αυτοπαράκλητος. Και ερωτά τρεις φορές, ώστε αποκρινόμενος εκείνος τρεις φορές, να δώσει την καλή ομο­λογία και με την τριπλή ομολογία να θεραπεύσει την τριπλή άρνηση· και τρεις φορές τον ορίζει επικεφαλής στα αρνιά και τα πρόβατά του, τοποθετώντας κάτω από τον Πέτρο και τις τρεις τάξεις των σωζομένων, τη δουλεία, την μισθοφορία και την υιότητα, ή την παρθενία, τη χηρεία με σωφροσύνη και τον τίμιο γάμο. Αλλά ο Πέτρος, ερωτώμενος πάλι και πάλι αν αγαπά τον Χριστό, στενοχωρήθηκε, λέγει, από τις επανειλημμένες ερωτήσεις επειδή νόμισε ότι δεν τον πίστευε. Γνωρίζοντας όμως τον εαυτό του, ότι τον αγαπά και μη αγνοώντας ούτε και αυτό, ότι γνωρίζεται από αυτόν που τον ερωτά περισσότερο από όσο ο ίδιος γνωρίζει τον εαυτό του, περισφιγμένος κατά κάποιο τρόπο από παντού, δεν ομολογεί μόνο ότι τον αγαπά, αλλά και κηρύττει, ότι ο αγαπώμενος από αυτόν είναι ο Θεός των όλων, λέγοντας· «συ, Κύριε, γνω­ρίζεις τα πάντα, συ γνωρίζεις ότι σε αγαπώ» (Ιω. 21, 17)· γιατί το να γνωρί­ζει τα πάντα είναι γνώρισμα του Θεού των πάντων.

9. Ο Κύριος όμως αφού αυτός έκαμε αυτή την ομολογία από την ψυχή του, όχι μόνο τον χειροτονεί ποιμένα και αρχιποιμένα όλης της Εκκλησίας του, αλλά υπόσχεται ότι θα τον περιζώσει με τόση δύναμη, ώστε να δείξει υπομονή και μέχρι θανάτου, και μάλιστα σταυρικού θανάτου, αυτός που πριν από την υπόσχεση αυτή δεν άντεξε ούτε στην ερώτηση και λαλιά ενός κοριτσιού. «Σε διαβεβαιώνω αληθινά», είπε προς αυτόν, «ότι όταν ήσουν νεώ­τερος» και στη σωματική και στην πνευματική ηλικία, «έζωνες τον εαυτό σου», δηλαδή χρησιμοποιούσες τη δύναμή σου και περ­πατούσες όπου ήθελες, όντας αυτοκίνητος και ζώντας σύμφωνα με την προαίρεση που είχες από τη φύση σου, όταν όμως θα γε­ράσεις φθάνοντας στο άκρο της σωματικής και της πνευματικής ηλικίας, «θα απλώσεις τα χέρια σου»· με τα λόγια αυτά προδηλώνει το δια του σταυρού τέλος του και μαρτυρεί ότι το δέσιμό του πάνω σ’ αυτόν δεν θα γίνει χωρίς τη θέληση του Πέτρου. Θα απλώσεις λοιπόν ο ίδιος τα χέρια σου και άλλος θα σε ζώσει, δη­λαδή θα σε ενδυναμώσει και θα σε φέρει όπου δεν θέλεις φεύγο­ντας από τους ανθρώπους επειδή η φύση δεν θέλει τη διάλυσή της με το θάνατο· γιατί το υπερφυσικό μαρτύριο του Πέτρου δεί­χνει τη σχέση της φύσεώς μας εδώ προς τη ζωή· γιατί εκείνα, λέγει, θα υπομείνεις με καρτερία και με τη θέλησή σου για μένα και τη μαρτυρία μου παίρνοντας δύναμη από μένα, τα οποία επειδή είναι πάνω από τη φύση δεν τα θέλει ως από τη φύση της η φύση.

10. Αλλά ο Πέτρος βέβαια τέτοιος ήταν, όσο μπορούμε από αυτά τα λίγα να γνωρίσομε. Τί ήταν όμως ο Παύλος και ποιά γλώσσα, ή μάλλον ποιές και πόσες θα μπορέσουν να παραστήσουν ακόμα και μέτρια την μέχρι θανάτου καρτερία εκείνου για χάρη του Χριστού; Αυτός καθημερινά πέθαινε, ή καλύτερα ζούσε όντας παντοτινά πεθαμένος αφού δεν ζούσε αυτός πλέον, όπως ο ίδιος λέγει, αλλ’ είχε μέσα του ζώντα τον Χριστό (Γαλ. 2, 20). Για την αγάπη του Χριστού όχι μόνο θεώρησε όλα τα παρόντα σκύβαλα, αλλά και τα μέλλοντα τα τοποθετούσε δεύτερα συγκρίνοντάς τα προς αυτόν γιατί λέγει· «είμαι πεπεισμένος, ότι ούτε ο θάνατος, ούτε η ζωή, ούτε τα παρόντα, ούτε τα μέλλοντα, ούτε ύψωμα ούτε βάθος θα μπορέσει να μας χωρήσει από την αγάπη του Θεού που μας έδειξε μέσω του Ιησού Χριστού» (Ρωμ. 8, 38). Και είχε ζήλο Θεού, ώστε και να ζηλεύει εμάς με ζήλο Θεού. Και σε ποιόν άλλο θα παραχωρήσει τα ίσα, παρά μόνο στον Πέτρο; Ποιός πάλι ήταν ως προς την ταπεί­νωση άκουσε αυτόν πάλι να λέγει για τον εαυτό του· «εγώ είμαι ο ελάχιστος από τους Αποστόλους, τέτοιος που δεν είμαι ικανός να ονομάζομαι απόστολος» (Α’ Κορ. 15, 9).

11. Τί λοιπόν; Αφού είναι ίδιος με τον Πέτρο στην ομολογία, τον ζήλο, την ταπείνωση, την αγάπη, άραγε δεν επέτυχε και τα ίδια έπαθλα από αυτόν που τα πάντα τα χορηγεί με δικαιότατο ζυγό και μέτρο και σταθμά; Γι’ αυτό στον Πέτρο βέβαια λέγει, «συ είσαι Πέτρος, και πάνω σ’ αυτή την πέτρα θα οικοδομήσω την Εκκλησία μου», ενώ για τον Παύλο τί λέγει προς τον Ανανία; «Αυτός είναι σκεύος εκλογής μου για να μεταφέρει το όνομά μου ενώπιον εθνών και βασιλέων» (Πράξ. 9, 15). Ποιό όνομα; Οπωσδήποτε αυτό με το οποίο ονομασθήκαμε εμείς, την Εκκλησία του Χρι­στού, την οποία ως θεμέλιο βαστάζει ο Πέτρος. Βλέπετε πόση είναι η λαμπρότητα και η ομοτιμία του Πέτρου και του Παύ­λου, και ότι και από τους δύο βαστάζεται η Εκκλησία του Χριστού; Γι’ αυτό και αυτή τώρα απονέμει μία και την ίδια τιμή και στους δύο, εορτάζοντας σήμερα και τους δύο μαζί ομότιμα. Αλλά εμείς, εξετάζοντας το τέλος αυτών, ας μιμηθούμε τον τρόπο ζωής των και αν όχι τα άλλα, τουλάχιστο την από την ταπείνωση και μετάνοια διόρθωση· γιατί τα άλλα βέβαια είναι μεγάλα και υψηλά και ταιριάζουν σε μεγάλους και είναι κατάλ­ληλα προς μίμηση από μεγάλους, μερικά ίσως είναι τελείως αμί­μητα από όλους, η διόρθωση όμως από τη μετάνοια ταιριάζει σε μας περισσότερο παρά σε εκείνους, αφού και καθημερινά διαπράττομε ο καθένας πολλά πταίσματα (Ιακ. 3, 2) και από πουθενά αλλού δεν υπάρχει για μας ελπίδα σωτηρίας, αν δεν αποσπάσομε αυτήν από τη διαρκή μετάνοια.

12. Προηγείται όμως της μετάνοιας η αναγνώριση και κατανόη­ση των δικών μας πταισμάτων, η οποία είναι μεγάλη αφορμή προς εξιλέωση· γιατί λέγει ο Ψαλμωδός προφήτης προς τον Θεό «ελέησέ με, γιατί εγώ γνωρίζω την ανομία μου» (Ψαλμ. 50, 1-2), αποσπώντας με την επίγνωση το έλεος και με την εξαγόρευση και αυτομεψία απο­κομίζοντας τέλεια τη συγχώρηση· γιατί λέγει· «είπα, θα εξαγορεύσω εναντίον μου την ανομία μου προς τον Κύριο, και συ συγχώρη­σες την ασέβεια της καρδιάς μου» (Ψαλμ. 31, 6)· γιατί την επίγνωση των αμαρτημάτων μας ακολουθεί η αυτοκατάκριση, και αυτήν η λύπη για τα αμαρτήματα, την οποία ο Παύλος ονόμασε «λύπη κατά Θεόν» (Β’ Κορ. 7, 10). Αυτήν πάλι την κατά Θεόν λύπη ακολουθεί η με συντριμμέ­νη καρδιά εξομολόγηση και παράκληση προς τον Θεό, και η υπό­σχεση της αποχής στο εξής από τις κακίες· και αυτό είναι η μετά­νοια.

13. Και εξαιτίας αυτού ο Μανασσής εκείνος απαλλάχθηκε από την τιμωρία για τα αμαρτήματά του, αν και βέβαια περιέπεσε σε πλήθος και μέγεθος και βάθος παραπτωμάτων και κυλιόταν σ’ αυτά για περίοδο πολλών ετών (Δ’ Βασ. 21, 1-18). Του Δαβίδ πάλι όχι μόνο εξά­λειψε ο Κύριος το αμάρτημα εξαιτίας της μετάνοιάς του, αλλά και δεν του αφαίρεσε την προφητική χάρη. Αυτήν χρησιμοποιώντας και ο Πέτρος, όχι μόνο σηκώθηκε από την πτώση και επέτυχε τη συγχώρηση, αλλά και του ανατέθηκε η προστασία της Εκκλη­σίας του Χριστού. Αυτήν την προστασία θα βρεις να έχει επιτύχει και ο Παύλος μετά την επιστροφή και την προκοπή και την παρα­πάνω από τους άλλους οικείωση με τον Θεό· γιατί η μετάνοια αν είναι αληθινή και βγαίνει αληθινά από την καρδιά, πείθει τον κάτοχό της να μη συνεχίζει τις αμαρτίες, να μη προσηλώνεται πια στα φθειρόμενα, να μη χάσκει πλέον στις μη καλές ηδονές, αλλά να καταφρονεί τα παρόντα, να αφοσιώνεται στα μέλλοντα, να αγωνίζεται εναντίον των παθών, να επιδιώκει τις αρετές, να δεί­χνει εγκράτεια σε όλα, να επαγρυπνεί με τις προς τον Θεό προσευχές, να απέχει από το κέρδος από αδικίες, να είναι συγχωρητικός προς εκείνους που πταίουν σ’ αυτόν, να είναι ευμενής προς όσους τον ικετεύουν, να είναι προθυμότατος και να κάμπτεται μέσα από την ψυχή του προς όλους εκείνους που χρειάζονται τη βοήθειά του, παρέχοντας από όσα έχει, λόγια, έργα, χρήματα, ώστε με τη φιλανθρωπία να κερδίσει τη φιλανθρωπία και αντί της προς τον πλησίον αγάπης να λάβει την εκ μέρους του Θεού αγάπη και να αποσπάσει την προς τον εαυτό του θεία ευμένεια και να επιτύχει το αιώνιο έλεος και τη θεία ευλογία και χάρη που παραμένει στον αιώνα.

14. Αυτήν εύχομαι να επιτύχομε όλοι εμείς με τη χάρη του μονογενούς Υιού του Θεού, στον οποίο πρέπει δόξα, δύναμη, τιμή και προσκύνηση μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.

(Γρηγορίου Παλαμά Έργα, ΕΠΕ, τόμος 10, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»)

«Το σκεύος της εκλογής»

 Του Σεβασμωτάτου Μητροπολίτου Καστορίας κ. Σεραφείμ, Υπερτίμου και Εξάρχου Άνω Μακεδονίας


«Παύλος, δούλος Ιησού Χριστού, κλητός απόστολος»1.


«Ο του Παραδείσου πολίτης,

Ο εις τρίτον αρπαγείς ουρανόν,

Ο των απορρήτων τω Θεώ κοινωνήσας,

Ο πλέον των Αποστόλων απάντων κοπιάσας,

Το σκεύος της εκλογής,

Ο κήρυξ των εθνών,

Ο γην και θάλατταν περιδραμών και πανταχού τρόπαια στήσας της ιδίας ανδρείας»2,


Παύλος, ο Απόστολος της Ελλάδος και φωτιστής της Μακεδονίας, μαζί με τον πρωτοκορυφαίο Απόστολο Πέτρο μονοπωλούν και πάλι τη σκέψη όλων μας, μα πολύ περισσότερο την καρδιά μας, αφού αξιωνόμαστε έπειτα από πολυήμερη νηστεία σχεδόν άγνωστη στους πολλούς, να γιορτάσουμε την πάμφωτη μνήμη τους.

Είναι αδύνατο κανείς να μιλήσει για την ουρανομήκη αυτή μορφή χρησιμοποιώντας δικό του λεξιλόγιο και δικές του εκφράσεις, γιατί απλούστατα θα μειώσει κατά πολύ τη μορφή του Αποστόλου. Γι’ αυτό και πάλι θα χρησιμοποιήσουμε ως οδηγό στον άτεχνο αυτό λόγο μας τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, αφού «στόμα Χριστού Παύλος, στόμα δε Παύλου Χρυσόστομος»3.


Τι ήταν ο Απόστολος Παύλος για τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο; Άνθρωπος με πολλή αγάπη. Η αγάπη στο πρόσωπο του Χριστού τον έκανε επίγειο άγγελο και ουράνιο άνθρωπο. «Και ο Παύλος ήταν άνθρωπος έχοντας την ίδια με μας φύση και όλα τα άλλα κοινά, αλλ’ επειδή έδειξε πολλή αγάπη για το Χριστό, ξεπέρασε τους ουρανούς και στάθηκε μαζί με τους αγγέλους. Επομένως αν θελήσουμε και εμείς να εγερθούμε λίγο και ν’ ανάψουμε μέσα μας τη φωτιά εκείνη, θα μπορέσουμε να μιμηθούμε τον άγιο εκείνον. Γιατί βέβαια, αν ήταν αδύνατο αυτό, δε θα φώναζε “γίνεσθε μιμητές μου, όπως είμαι και εγώ του Χριστού”»4.


Μάλιστα, ο ιερός πατήρ προσπαθεί να βρει ένα στοιχείο με το οποίο να συγκρίνει την ψυχή του Αποστόλου, την οποία ονομάζει χρυσή και αδαμάντινη. «Και γαρ αδάμαντος ην παντός στερρωτέρα και χρυσού και λίθων τιμίων τιμιωτέρα»5. Και συμπεραίνει πως με κανένα από αυτά που υπάρχουν δεν μπορεί να συγκριθεί η ψυχή του χριστοκήρυκος Παύλου.


«Σύγκρινε όλο τον κόσμο και τότε θα δεις ότι η ψυχή του Παύλου έχει περισσότερη αξία. … Πραγματικά ήταν πιο άξιος απ’ όλους. Εάν λοιπόν ο κόσμος δεν ήταν ισάξιος του Παύλου, ποιός ήταν ισάξιός του; Μήπως ο ουρανός; Αλλά και αυτό είναι μικρό. Γιατί αφού αυτός από τον ουρανό και τα ευρισκόμενα στους ουρανούς προτίμησε την αγάπη του Κυρίου, πολύ περισσότερο ο Κύριος που είναι τόσο αγαθότερος απ’ αυτόν όσο η αγαθότητα από την πονηρία, θα τον προτιμήσει αυτόν από άπειρους ουρανούς»6.


Εκείνο όμως το οποίο μας συγκινεί ιδιαίτερα κάθε φορά που τον ακούμε να μας εκφράζει την δική του αποστολική εμπειρία μέσα από τα αποστολικά αναγνώσματα, τα οποία σαν πολύτιμη παρακαταθήκη κρατάει η αγία μας Εκκλησία, είναι τα στίγματα του Ιησού Χριστού.


«Του λοιπού κόπους μοι μηδείς παρεχέτω· εγώ γαρ τα στίγματα του Κυρίου Ιησού εν τω σώματί μου βαστάζω»7.


1. Τα στίγματα του Ιησού Χριστού


Είναι το επιχείρημα, το οποίο επιστρατεύει για να πείσει τους Γαλάτες να επιστρέψουν στο Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού. Και όπως πολλές φορές στο παρελθόν, προκειμένου να τους δείξει ότι προσέφερε αδάπανα το Ευαγγέλιο χρησιμοποιεί ως παράδειγμα την ενασχόλησή του με την τέχνη του σκηνοποιού, τώρα τους αποκαλύπτει τις πληγές και τα τραύματα από τα βασανιστήρια που υπέμεινε για το όνομα του Χριστού.


Πόσο συγκλονιστική είναι η απολογία του στους Κορινθίους της εποχής του! «Τρις ερραβδίσθην, άπαξ ελιθάσθην, τρις εναυάγησα, νυχθημερόν τν τω βυθώ πεποίηκα· οδοιπορίαις πολλάκις, κινδύνοις ποταμών, κινδύνοις ληστών, κινδύνοις εκ γένους, κινδύνοις εξ εθνών, κινδύνοις εν πόλει, κινδύνοις εν ερημία, κινδύνοις εν θαλάσση, κινδύνοις εν ψευδαδελφοίς· εν κόπω και μόχθω, εν αγρυπνίαις πολλάκις, εν λιμώ και δίψει, εν νηστείαις πολλάκις, εν ψύχει και γυμνότητι»8. Και όπως ο Χριστός, για να πείσει του Μαθητές Του, έδειξε τα χέρια Του και τους τύπους των ήλων λέγοντας : «ψηλαφήσετέ με και ίδετε»9· όπως προσκαλεί τον απιστούντα Θωμά «να βάλει την χείρα του εις την πλευράν Του»10, έτσι και ο Απόστολος, για να κάνει πιστευτό το Ευαγγέλιο, φανερώνει τις πληγές και τα στίγματά του.


Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος είναι αποκαλυπτικός και πάλι : «Λαμπρότερον από κάθε λόγον, από κάθε φωνήν απολογούμαι δι’ αυτών (των στιγμάτων), λέγει. Διότι αυτά εκβάλλουν φωνήν ισχυροτέραν από την φωνήν της σάλπιγγος προς εκείνους οι οποίοι αντιλέγουν και λέγουν ότι υποκρίνομαι ως προς την πίστιν και ότι λέγω κάτι δια να αρέσω στους ανθρώπους. Διότι ούτε εάν κανείς έβλεπε στρατιώτην να εξέρχεται της παρατάξεως αιματωμένος και να έχει αμέτρητα τραύματα θα ηνείχετο να κατηγορή αυτόν ως δειλόν και προδότην ενώ φέρει εις το σώμα του την απόδειξιν της ανδραγαθίας»11.


2. Τα στίγματα του Ιησού Χριστού


Τα στίγματα του Χριστού είναι η αγάπη του Αποστόλου για τον Εσταυρωμένο · Αυτόν που συνάντησε στο δρόμο της Δαμασκού και ο Οποίος, αφού τον έβγαλε από την αγνωσία και το σκότος στο οποίο βρισκόταν, τον κάλεσε να γίνει Απόστολος και κήρυκας των Εθνών, «του βαστάσαι το όνομά μου»12.


Τα στίγματα του Χριστού είναι η προσπάθεια του Αποστόλου να αντιγράψει στη ζωή του τη ζωή του Χριστού και ιδιαίτερα τη Σταύρωση αλλά και την Ανάστασή Του : «Ει γαρ σύμφυτοι γεγόναμεν τω ομοιώματι του θανάτου αυτού, αλλά και της αναστάσεως εσόμεθα»13. Για να μπορεί κανείς δηλαδή να αναστηθεί, θα πρέπει προηγουμένως να σηκώσει το δικό του σταυρό, να φθάσει στην ώρα της σταυρώσεως, να πεθάνει για τον κόσμο και την αμαρτία του κόσμου, να υπομείνει θλίψεις και δοκιμασίες για τη Βασιλεία των Ουρανών και συγχρόνως να συναναστηθεί με το Δεσπότη Χριστό.


Ο Άγιος Κλήμης Επίσκοπος Ρώμης, λίγο μετά το μαρτύριο του Αποστόλου Παύλου, περιγράφει λιτά αυτά τα στίγματα του Αποστόλου καθώς και τους πόνους του Αποστόλου Πέτρου : «δια ζήλον και φθόνον οι μέγιστοι και δικαιότατοι στύλοι εδιώχθησαν και έως θανάτου ήθλησαν. Λάβωμεν προ οφθαλμών ημών τους αγαθούς αποστόλους• Πέτρον, ός δια ζήλον άδικον ουχ ένα ουδέ δύο, αλλά πλείονας υπήνεγκεν πόνους και ούτω μαρτυρήσας επορεύθη εις τον οφειλόμενον τόπον της δόξης. Δια ζήλον και έριν Παύλος υπομονής βραβείον υπέδειξεν, επτάκις δεσμά φορέσας, φυγαδευθείς, λιθασθείς, κήρυξ γενόμενος εν τε τη ανατολή και εν τη δύσει, το γενναίον της πίστεως αυτού κλέος έλαβεν. Δικαιοσύνην διδάξας όλον τον κόσμον, και επί το τέρμα της δύσεως ελθών και μαρτυρήσας επί των ηγουμένων, ούτως απηλλάγη του κόσμου και εις τον άγιον τόπον ανελήφθη, υπομονής γενόμενος μέγιστος υπογραμμός»14. Άλλωστε «μόνο εκείνοι που είναι απολύτως πεπεισμένοι ότι αυτό που κηρύττουν και διδάσκουν είναι αλήθεια, μόνο αυτοί αποδέχονται να διωχθούν και να πάθουν δι’ αυτή»15.


3. Τα στίγματα του Ιησού Χριστού


Ο φοβερός λόγος του Αποστόλου Παύλου για τα στίγματα του Χριστού που φέρει στο σώμα του, μάς υποβάλλει συγχρόνως και πολλά ερωτήματα για την εποχή μας, κατά την οποία επικρατεί η ραθυμία, η καλοπέραση, η φιλαυτία, ο εγωισμός, το αντιπατερικό και αντιησυχαστικό πνεύμα, η παγκοσμιοποίηση και όλα εκείνα τα μέσα τα οποία χρησιμοποιεί ο κόσμος της αμαρτίας, με σκοπό να μας πείσει να εγκαταλείψουμε το ομολογιακό φρόνημα και την αγάπη στο πρόσωπο του Χριστού.


Είμαστε έτοιμοι να δεχθούμε τη λοιδορία και τις προσβολές του κόσμου και να ομολογούμε Ιησούν «Χριστόν εσταυρωμένον»16;


Είμαστε έτοιμοι να υποβληθούμε σε κόπους, προσφορές και θυσίες μέσα από το πνεύμα της ανιδιοτελούς αγάπης το οποίο διδάσκει η Εκκλησία ώστε να ανακουφίσουμε τον κουρασμένο οδοιπόρο αυτής της ζωής, χωρίς βέβαια να περιμένουμε κανέναν έπαινο, πολύ δε περισσότερο καμία ανταπόδοση;


Είμαστε έτοιμοι να ομολογήσουμε την «άπαξ παραδοθείσαν τοις αγίοις πίστιν»17, την μοναδικότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, την εμμονή μας στη ζωογόνο Παράδοσή μας, τον τρόπο ζωής και τη μέθοδο θεραπείας που προσφέρει στον πεπτωκότα και ασθενή άνθρωπο;


Είμαστε έτοιμοι να φέρουμε στο σώμα μας, μα πολύ περισσότερο στην καρδιά μας, τα στίγματα του Ιησού Χριστού;


Είμαστε έτοιμοι να θυσιάσουμε τη θέση, την οποία κατέχουμε, προκειμένου να μην προδώσουμε τις αρχές μας, τις ιδέες μας και κυρίως το Ευαγγέλιο, που είναι για τον καθένα μας γνώμονας σωτηρίας;


Αυτά τα στίγματα αποτελούν τεκμήρια αγάπης στο πρόσωπο του Χριστού, αλλά και απόδειξη της πίστεώς μας, μια πίστη που οφείλει να μην είναι πλασματική, θεωρητική, ψεύτικη και νεκρή, αλλά ζώσα, έμπρακτη και σώζουσα, ώστε να μπορούμε να εισέλθουμε θριαμβευτές στη Βασιλεία των Ουρανών και να συμβασιλεύσουμε μαζί Του. «Ει γαρ συναπεθάνομεν και συζήσομεν· ει υπομένομεν και συμβασιλεύσομεν»18. Άλλος δρόμος εκτός από αυτόν δεν υπάρχει.


Φωστήρα τρισμέγιστε της οικουμένης, Απόστολε Παύλε, συ, «ο πυρός θερμότερος, ο σιδήρου ευτονώτερος και ο αδάμαντος στερρότερος»19, ικέτευε τον Δεσπότη Χριστό να παράσχει στις ψυχές μας άφεση αμαρτιών.


Είναι το μόνο που μπορούμε να ζητήσουμε την ώρα αυτή…

Άγιοι Πέτρος και Παύλος Πρωτοκορυφαίοι Απόστολοι

 Πρωτ. Τρύφωνα Παπαγιάννη, Θεολόγου – Καθηγητή Μ.Ε.


Γιορτή των δύο μεγάλων και κορυφαίων αποστόλων του Χριστού, του Πέτρου και του Παύλου. Προς αυτούς τους δυο μεγάλους άνδρες της θα αποτίσει τον οφειλόμενο φόρο της τιμής και της ευγνωμοσύνης για την ανυπολόγιστα μεγάλη συμβολή τους στο έργο της διάδοσης της χριστιανικής πίστης και της εδραίωσης της Εκκλησίας μας. Στις εικόνες τους ζωγραφίζονται οι δύο απόστολοι να κρατούν την Εκκλησία, που συμβολικά εικονίζεται με ένα μικρό βυζαντινό ναό. Γιατί και οι δυο αυτοί απόστολοι υπήρξαν πράγματι οι στύλοι και οι ακρογωνιαίοι λίθοι, επάνω στους οποίους οικοδομήθηκε το ιερό ίδρυμα της Εκκλησίας του Χριστού.


Και συνημμένοι και οι δυο σε μια γιορτή, εικονισμένοι σε μία εικόνα, συμβολίζουν την ενότητα της πίστεως, την ενότητα της Εκκλησίας, που απετελέσθη από ετερογενή στοιχεία, την περιτομή -τους Εβραίους- προς τους όποιους εστράφη το ιεραποστολικό έργο του Πέτρου, και τα έθνη-τους ειδωλολάτρες- για τον εκχριστιανισμό των οποίων κοπίασε ο απόστολος των Εθνών, ο Παύλος. Αυτός ακριβώς ήταν και ο λόγος που προκάλεσε τη σύσταση κοινής γιορτής των δυο κορυφαίων, όταν το έτος 258 στις 29 Ιουνίου ο τότε Πάπας  μετακόμιζε τα οστά τους στην κατακόμβη του αγίου Σεβαστιανού της Ρώμης. Και ήταν τόσο επιτυχής η συζυγία αυτή, ώστε πολύ γρήγορα η εορτή αυτή έγινε παγκόσμιος, εορταζομένη «εν πάσαις ταις κατά τόπον αγίαις του Θεού εκκλησίαις». Οι άλλες εορτές των αποστόλων και η μνήμη του θανάτου τους επισκιάσθηκαν από τη νέα γιορτή.

Ο Πέτρος καταγόταν από τη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας και ήταν γιος του Ιωνά, αδελφός του Αποστόλου Ανδρέα του Πρωτόκλητου. Ο Πέτρος και ο Ανδρέας ήταν ψαράδες στη λίμνη Γεννησαρέτ. Είχε νυμφευθεί στην Καπερναούμ, όπου έμενε οικογενειακά μαζί με την πεθερά του. Όπως μας πληροφορεί το Ευαγγέλιο, όταν ο Ιησούς έφθασε στη λίμνη της Γεννησαρέτ συνάντησε τους δυο αδελφούς Πέτρο και Ανδρέα οι οποίοι έριχναν τα δίχτυα τους. Αμέσως μετά την κλήση τους, άφησαν τα δίχτυα και τις οικογένειές τους και τον ακολούθησαν. Ψαράς στο επάγγελμα, ήταν τύπος αυθόρμητος, ορμητικός, και τη ζωή του κοντά στο Χριστό τη μαθαίνουμε από τα τέσσερα Ευαγγέλια, ενώ την αποστολική του δράση, από τις πράξεις των Αποστόλων. Έγραψε και δύο Καθολικές Επιστολές, μέσα στις οποίες να τι προτρέπει τους χριστιανούς: «Νήψατε, γρηγορήσατε, ο αντίδικος υμών διάβολος ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη» (Α΄ Πέτρου, ε΄ 8). Δηλαδή εγκρατευθείτε, γίνετε άγρυπνοι και προσεκτικοί. Διότι ο αντίπαλος και κατήγορός σας ο διάβολος, σαν λιοντάρι που βρυχάται, περιπατεί με μανία και ζητάει ποιον να τραβήξει μακριά από την πίστη και να τον καταπιεί. Μετά την Ανάληψη του Κυρίου, ο Πέτρος, δίδαξε το Ευαγγέλιο στην Ιουδαία, στην Αντιόχεια, στον Πόντο, στην Γαλατία, στην Καππαδοκία, στην Ασία και τη Βιθυνία. Κατά την παράδοση έφτασε μέχρι την Ρώμη, όπου επί Νέρωνος (54-68μ.Χ.) υπέστη μαρτυρικό θάνατο, αφού τον σταύρωσαν χιαστί, με το κεφάλι προς τα κάτω περί το έτος 64 μ.Χ.


Ο δε Παύλος γεννήθηκε στην Ταρσό της Κιλικίας σε ένα χωρίο που ονομάζεται Γίσχαλα και στην αρχή ήταν σκληρός διώκτης του Χριστιανισμού. Το 36 μ.Χ. περίπου, όταν κάποτε μετέβαινε στη Δαμασκό για να διώξει και εκεί χριστιανούς, έγινε θαύμα στο οποίο φανερώθηκε ο Χριστός, ο οποίος τον πρόσταξε να πάει στον Ανανία ο οποίος τον κατήχησε και τον βάπτισε. Έτσι, έγινε ο μεγαλύτερος κήρυκας του Ευαγγελίου, θυσιάζοντας μάλιστα και την ζωή του γι’ αυτό. Ονομάστηκε ο πρώτος μετά τον Ένα και Απόστολος των Εθνών, λόγω των τεσσάρων μεγάλων αποστολικών περιοδειών του. Είναι ο ιδρυτής της Εκκλησίας της Ελλάδος. Συνέγραψε 14 επιστολές προς τις Εκκλησίες, τις οποίες εκείνος ίδρυσε. Τη ζωή του με τις περιπέτειές του θα τα δει κανείς, αν μελετήσει τις Πράξεις των Αποστόλων, αλλά και τις 14 Επιστολές του στην Καινή Διαθήκη. Ο Απόστολος Παύλος υπέστη μαρτυρικό θάνατο (χωρίς να είναι απόλυτα ιστορικά διασταυρωμένο) δι’ αποκεφαλισμού στη Ρώμη μεταξύ των ετών 64 – 67 μ.Χ.


Στο ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής ο ευαγγελιστής Ματθαίος τονίζει τη μεγάλη αξία και προσωπικότητα του Αποστόλου Πέτρου. Παρουσιάζει πρώτα το Χριστό να ρωτά τους μαθητές Του για το ποιά είναι η άποψη των ανθρώπων γι’ Αυτόν. Από την απάντηση που του δίνουν φαίνεται καθαρά ότι οι άνθρωποι δεν είχαν καταλάβει και δεν είχαν αναγνωρίσει στο πρόσωπό Του τη Θεότητα. Πίστευαν οι πιο πολλοί ότι ήταν άλλος ένας προφήτης. Η ίδια αμφισβήτηση για το Θεανθρώπινο πρόσωπο του Χριστού βλέπουμε ότι εξακολουθεί να υπάρχει κατά καιρούς μέχρι τις μέρες μας. Η απόφαση της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου που τονίζει ότι ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος δεν τους έπεισε. Μετά ο Χριστός κάνει την ερώτηση στους μαθητές Του. « Σεις ποιός λέτε ότι είμαι;» Εκ μέρους όλων, όπως συνήθιζε, λόγω χαρακτήρα και αυθορμητισμού, απάντησε ο απόστολος Πέτρος, ότι ο Χριστός είναι « ο υιός του Θεού του αιωνίου, που έχει ζωήν και δίδει ζωήν».


Απ’ αυτό φαίνεται ότι ο Πέτρος και κατ’ επέκταση το στενό περιβάλλον του Χριστού, αναγνώριζαν τη Θεότητά Του. Συνεχίζει ο Χριστός το λόγο Του προς τον Πέτρο και του αναγνωρίζει την αξία του και την αποστολή του. Δίνει επίσης σ’ αυτόν, στους άλλους αποστόλους και κατ’ επέκταση στους διαδόχους τους επισκόπους, την εξουσία να συγχωρούν αμαρτίες. Από εδώ καθιερώνεται και το μυστήριο της θείας Εξομολογήσεως.

ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΥ

 Ο Άγιος Απόστολος Παύλος, του οποίου σήμερα εορτάζουμε την μνήμη του, δεν εξεκίνησε από την αρχή της ζωής του να αγαπάει τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό. Όχι μόνο δεν Τον αγαπούσε, αλλά Τον μισούσε στην αρχή. Του είχε περάσει η εξής ιδέα: Ο Χριστός είναι ένας άνθρωπος, έκανε πολύ μεγάλα πράγματα όσο ζούσε, άλλα καλά, άλλα κατεργαρίστικα, άλλα τα παραφούσκωσαν, άλλα τα παραποίησαν, και τελικά, αφού σταυρώθηκε, πέθανε και ετάφη, παρουσιάζονται μερικοί οπαδοί Του με ζεστά μυαλά, οι οποίοι κηρύττουν πανταχού το όνομά Του. Ποιο θα είναι το αποτέλεσμα; Ζημία για τον λαό μας, ζημία για το Ισραήλ.


Και έτσι ο Απόστολος Παύλος, αγαπώντας τον λαό του, άρχισε να στρέφεται εναντίον της διδασκαλίας και των μαθητών τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Και μάλιστα, με τέτοια ορμή και με τέτοιο πάθος, ώστε ήθελε, ει δυνατόν, να μην αφήσει πίσω του ούτε ένα χριστιανό. Να γίνει αφορμή, ο ίδιος, με τις ενέργειές του, να σβήσει το όνομα του Χριστού πάνω στον κόσμο.


Θυμάστε, όταν οι Εβραίοι εκτελούσαν τον Άγιο Πρωτομάρτυρα Στέφανο, ο Παύλος καθόταν εκεί με καμάρι, και φύλαγε τα ρούχα εκείνων που τον λιθοβολούσαν. Με άλλα λόγια, αυτός ήταν που τους έλεγε: «Άντε, μπρος, λιθοβολείστε τον»!


Το διαπιστώνουμε κάθε μέρα στη ζωή, ότι κάθε άνθρωπος που φανατίζεται, μέρα με την ημέρα γίνεται στον φανατισμό του αυτόν τρισχειρότερος. Και ο Απόστολος Παύλος, έτσι φανατιζόταν μέρα με την ημέρα. Και μια μέρα, πήγε στους άρχοντες των Ιουδαίων και τους παρακάλεσε να του δώσουν εντολή, να πάει να εξολοθρεύσει τους χριστιανούς στην Αντιόχεια.


Αλλά, πόσο μεγάλη είναι η χάρη, η δύναμη και η φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού! Ενώ ο απόστολος Παύλος πήγαινε γεμάτος απειλητικά αισθήματα εναντίον των χριστιανών, έξω από την Αντιόχεια κατέβηκε να τον συναντήσει ο Χριστός. Και στάθηκε μπροστά του.


Ο Χριστός είναι Φως, τέτοιο φως, που τα μάτια των ανθρώπων δεν το αντέχουν και δεν μπορούν να το βαστάξουν. Έτσι δεν μπόρεσαν να το βαστάξουν το φως του Χριστού στη Μεταμόρφωση οι άγιοι και ένδοξοι Απόστολοι, Πέτρος, Ιάκωβος και Ιωάννης. Και έπεσαν χάμω, παρότι ήταν άγιοι και φωτισμένοι και Τον αγαπούσαν. Έτσι, λοιπόν, όταν στάθηκε ο Χριστός μπροστά στον Παύλο και τον περιάστραψε το φως του Χριστού, ο Παύλος έπεσε χάμω και έμεινε τυφλός. Και άκουσε τη φωνή του Κυρίου που του έλεγε:


«Σαούλ, Σαούλ, γιατί με διώκεις;» Τι νομίζεις πως κάνεις; Τι νομίζεις πως θα καταφέρεις; Μόνο κακό του κεφαλιού σου θα κάνεις. Επάνω σου θα γυρίσει. Τον εαυτό σου καταστρέφεις. Γιατί Εγώ, του λέει ο Χριστός, είμαι ένα καρφί. Και το καρφί άμα πας να το κλωτσήσεις, κακό στο πόδι σου κάνεις. «Σκληρόν σοι προς κέντρα λακτίζειν».


Και ο Απόστολος Παύλος ρώτησε: «Κύριε ποιος είσαι;» Του απάντησε ο Χριστός: «Εγώ είμαι ο Χριστός, που εσύ καταδιώκεις».


Ο Παύλος, μέχρι εκείνη τη στιγμή, πίστευε πως ο Χριστός ήταν ένας άνθρωπος ικανός, που τα κατάφερε και έκανε μερικά πράγματα, δοξάσθηκε, τιμήθηκε και αγαπήθηκε. Αλλά τελικά δεν ήταν παρά ένας άνθρωπος τώρα πεθαμένος.


Και αυτή την στιγμή βλέπει μπροστά Του ότι ο Χριστός δεν είναι πεθαμένος αλλά είναι Παντοδύναμος! Είναι κυρίαρχος αλλά και διδάσκει, συνετίζει, προβληματίζει, αγαπάει. Και γι’ αυτό του είπε: «Πρόσεξε Παύλε! Κακό του εαυτού σου θα κάμεις. Θα καταστραφείς!»


Τι του συνέβη εκείνη τη στιγμή του Παύλου;


Εκείνη την στιγμή ο Παύλος κατάλαβε ότι όσα ενόμιζε για τον Χριστό προηγουμένως, ήταν όλα ψέματα. Κατάλαβε ότι είχε σχηματίσει για τον Χριστό μια εικόνα, εντελώς ψεύτικη. Και πάνω σ’ αυτή την ψεύτικη εικόνα, είχε θεμελιώσει τη ζωή του, η οποία είχε γεμίσει από μίσος και πάθος εναντίον του Χριστού, και από μια κακώς εννοούμενη αγάπη για τον λαό του, τον Ισραήλ. Κατάλαβε εκείνη την στιγμή ότι, όλα ανεξαιρέτως και τα αισθήματά του, και οι ιδέες του, και οι τοποθετήσεις του, τα πάντα ήταν ψέμα, πλάνη, απάτη.


Και τότε ο Απόστολος Παύλος φέρθηκε σαν λογικός άνθρωπος. Λογικός είναι εκείνος, που βλέπει την πραγματικότητα, αγαπάει την πραγματικότητα και προσαρμόζει τον εαυτό του στην πραγματικότητα.


Αντίθετα παράλογος είναι εκείνος, που δεν θέλει να δει την πραγματικότητα. Εκείνος που βλέπει την πραγματικότητα και κάνει το εντελώς αντίθετο. Ο Απόστολος Παύλος, ούτε παράλογος ήταν ούτε τρελός. Ήταν απλώς πλανεμένος. Βρέθηκε στο ψέμα από πλάνη. Και όταν βρήκε στην αλήθεια, την αγάπησε και υποτάχθηκε με όλη του την ψυχή στην αλήθεια.


Εσύ, αδελφέ χριστιανέ, που ευεργετήθηκες από τον Θεό να γνωρίσεις την αγάπη και τη δόξα του Χριστού από μικρή ηλικία, τι κάνεις για να ανταποκριθείς στη δόξα του Χριστού; Τι κάνεις για να προσαρμόσεις τον εαυτό σου στην πραγματικότητα, που λέγεται Βασιλεία του Θεού; Ο Απόστολος Παύλος κατάλαβε τη δόξα του Θεού και το μεγαλείο του Χριστού, από την ένδοξη φανέρωσή Του. Από ένα θαύμα!


Ψάχνεις εσύ να δεις τα θαύματα του Χριστού και των Αγίων; Μελετάς το Άγιο Ευαγγέλιο και τους βίους των Αγίων; Άμα δεν ιδείς την δόξα και τη δύναμη του Χριστού και των Αγίων, άμα δεν μάθεις την πραγματικότητα της δύναμης και της ενέργειας του Θεού μέσα στον κόσμο, πώς είναι δυνατόν να γνωρίσεις και να αγαπήσεις τον Θεό; Πώς είναι δυνατόν να καταλάβεις ότι, πάνω από όλα είναι ο Χριστός, η δύναμή Του, και η αγαθότητά Του; Πώς είναι δυνατόν να προσαρμόσεις και να υποτάξεις τη ζωή σου ολόκληρη στον Χριστό και στο θέλημά Του;


Να, γιατί οι άγιοι πατέρες λένε ότι πρώτο στοιχείο της πνευματικής ζωής είναι η μελέτη της δόξας του Θεού. Η μελέτη του Ευαγγελίου, των θρησκευτικών βιβλίων και των βίων των Αγίων.


Δεύτερο ποιο είναι;


Το δεύτερο είναι να έχει ο άνθρωπος μεγάλη καρδιά. Πώς γίνεται αυτή η καρδιά, μεγάλη;


Θα σας κάνω μια μικρή κλίμακα; Οι άγιοι πατέρες την έχουν κάνει. Ο άνθρωπος, λένε, βρίσκεται στην κορυφή του μεγαλείου της καρδιάς, έχει την μεγαλύτερη και την ωραιότερη καρδιά, όταν αγαπάει τον Θεό, και τότε αγαπάει και όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους.


Όταν κρυώσει η αγάπη του προς τον Θεό, ο άνθρωπος στρέφεται πια μόνο γύρω από το σαρκίο του. Δίνει προτεραιότητα στο πώς θα ντυθεί, θα φάει, θα πιεί και θα γλεντήσει. Και όταν πέσει παρακάτω, τότε ο άνθρωπος γίνεται ένα γουρούνι, που δεν αγαπάει κανένα, και κοιτάζει μόνο τα πάθη του και τις εξαρτήσεις του.


Σ’ αυτό το κατρακύλισμα προς τα κάτω, όποιος αφεθεί, όλο πάει και στα χειρότερα. Κάτι χειρότερο από τη γουρουνοποίηση είναι η δαιμονοποίηση! Τότε ο άνθρωπος μισεί τον Θεό και τους άλλους ανθρώπους και θέλει να τους κάνει το κακό.


Ο Απόστολος Παύλος, αφού γνώρισε τον Χριστό και υποτάχθηκε στην αλήθεια του Χριστού, αγάπησε τον Χριστό και τους ανθρώπους τού Χριστού με όλη του την καρδιά. Και άνθρωποι του Χριστού είναι όλοι, και οι πιστοί και οι άπιστοι, γιατί είναι πλάσματά Του. Ο Θεός δεν μισεί κανέναν. Τους αγαπάει όλους, σταυρώθηκε για όλους και τους θέλει όλους να σωθούν.


Γι’ αυτό ακριβώς όποιος αγαπάει τον Χριστό, αγαπάει και εκείνους που τον βρίζουν και τον μισούν. Γι’ αυτό διαβάζουμε στα βιβλία των Αγίων ότι, πολλοί Άγιοι, λίγο πριν από το μαρτύριό τους, ευγνωμονούσαν και τους δημίους τους. Τέτοια μεγάλη καρδιά είχαν οι Άγιοι!


Ο Άγιος Απόστολος Παύλος, τι καρδιά είχε;


Ο Απόστολος Παύλος προσευχόταν στον Θεό και Τον παρακαλούσε: «Θεέ μου! Υπάρχουν τόσοι άνθρωποι που δεν γνωρίζουν το φως και την Αλήθεια και κινδυνεύουν να χωριστούν από την αγάπη Σου και να πάνε στην κόλαση. Σε παρακαλώ, κάνε μου το χατίρι, εμένα να στείλεις στην κόλαση, και όλους τους άλλους στον παράδεισο».


Αυτό σημαίνει ότι ο Απόστολος Παύλος έκανε τον πόνο τού κάθε ανθρώπου, πόνο δικό του, σε όλο του το βάθος και σε όλη του την έκταση. Και επειδή σκεφτόταν και υπολόγιζε τον πόνο που θα έχουν στην αιωνία κόλαση, παρακαλούσε τον Κύριο και έλεγε: «Να γίνω εγώ ανάθεμα υπέρ των αδελφών μου. Να πάω εγώ στην κόλαση, να σωθούνε οι άλλοι».


Τι μεγάλη αγάπη που είναι αυτή! Αυτή είναι η αγάπη, που θέλει να έχουμε μέσα μας ο Χριστός. Είπε: «Εντολήν καινήν δίδωμι υμίν, ίνα αγαπάτε αλλήλους, καθώς εγώ ηγάπησα υμάς». Αυτή είναι η εντολή μου. Να έχετε τόση αγάπη προς τους άλλους, όση έδειξα εγώ σε σας.


Όσο οι άνθρωποι καλλιεργούν στον εαυτό τους την αγάπη προς τον Θεό και προς τους άλλους ανθρώπους, τόσο περισσότερο ανεβαίνουν. Τόσο περισσότερο γίνονται άνθρωποι του Θεού.


Για να γίνει ο άνθρωπος, άνθρωπος του Θεού, πρέπει να έχει επίγνωση Θεού και αγάπη. Αλλά δεν είναι ποτέ δυνατόν να αποκτήσει ο άνθρωπος αγάπη και να προοδεύει στην αγάπη, όσο σκέφτεται συμφεροντολογικά, σαρκολατρικά, με ιδιοτέλεια.


Ο Χριστός μάς είπε: «Η αγάπη είναι καρπός της ταπείνωσης, της εγκράτειας και της θυσίας». Θέλεις να γίνεις άνθρωπος του Θεού; Πρέπει να αγωνιστείς να έχεις ταπείνωση, εγκράτεια, θυσία.


 Όποιος καλλιεργεί αυτές τις μεγάλες αρετές, όποιος ακολουθεί την οδό των αγίων πατέρων, των αγίων διδασκάλων της εκκλησίας μας, αυτός θα προοδεύσει. Αυτός θα αξιωθεί να γίνει μιμητής του Αγίου Αποστόλου Παύλου και όλων των Αγίων.


Είθε, αδελφοί μου, με τις άγιες προσευχές και πρεσβείες του Αγίου Αποστόλου Παύλου, να αξιωθούμε να κατανοήσουμε σε όλο της το βάθος την αλήθεια, που μας λέγει ότι, τον Χριστό Τον γνωρίζουμε, όσο περισσότερο αποκτάμε μέσα μας αγάπη, ταπείνωση, και θυσία.


Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός να μας αξιώσει και εμείς να προκόψουμε στην πνευματική μας ζωή και να σωθούμε. Αμήν.

Oἱ Ἅγιοι ἀπόστολοι Πέτρος καί Παῦλος εἶναι οἱ κορυφές.

 Oἱ Ἅγιοι ἀπόστολοι Πέτρος καὶ Παῦλος εἶναι οἱ κορυφές. Kι ἐμεῖς δεν εἴμαστε ἱκανοὶ νὰ τοὺς τιμήσομε, ἀπὸ τὴν ὥρα που ὁ Xριστὸς τὸν Πέτρο τὸν ὀνόμασε πέτρα τῆς πίστεως. Ἦταν τόσο σταθερὸς στὴ πίστη, τόσο ἀνδρεῖος, τόσο ὁμολογητής, τόσο γενναῖος, τόσο ἐκφραστικός, ποὺ μέσα στοὺς Ἀποστόλους ἦταν ὁ πρῶτος στὴν πίστη. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐκλήθηκε Πρωτοκορυφαῖος, ἀλλὰ καὶ πέτρα τῆς πίστεως. 


 Kι ὅταν λιγοστεύει κι ἡ δική μας πίστη, ἂς τρέχομε κι ἂς πέφτομε νοερὰ στὰ πόδια τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου καὶ νὰ τὸν παρακαλοῦμε, νὰ μᾶς προσθέτει πίστη, νὰ μᾶς αὐξάνει τὴν πίστη καὶ να μᾶς βοηθάει.


 Ἦτο καὶ πατριώτης κι ἦτο πάντοτε μὲ τὸ δίκαιο. Δὲν ἀνεχόταν καμμία ἀδικία. Ἀφοῦ, ὅπως ξέρετε, σκότωσε τὸν Ἀνανία μὲ τὴ Σαπφείρα, πού ’παν ψέματα μὲ τὰ λεφτά. Πῆγε κι ἡ Ἐκκλησία νὰ κάνει ἕναν κομμουνισμό, ἀλλὰ οὔτε ἐκεῖ δὲν ἐφύτρωσε. Δὲν εὐμοίρισε. Πόσῳ μᾶλλον μὲ τὰ πολιτικά, ποὺ δὲν ἔχουμε τὴ Χάρη τοῦ Xριστοῦ. Tέλος πάντων. Συγχωροῦσε εὔκολα ἐκείνους ποὺ μετάνοιωναν. Γιατὶ πολλὲς φορὲς τὴν εἶχε πατήσει κι αὐτός. Ἦταν δὲ καὶ εὐμετάβολος. Aὐτὸ ἐμένα μ’ ἀρέσει καλύτερα. Ἀναιροῦσε εὔκολα τὴ γνώμη του. Kαὶ τὸ βλέπομε στὸν Mυστικὸ Δεῖπνο. Tοῦ ’πε ὁ Xριστὸς νὰ τοῦ πλύνει τὰ πόδια καὶ εἶπε: 

«Ἐμένα τὰ πόδια; Ποτέ!» 13ο κεφάλαιο τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου. 

Kι ὅταν τοῦ ’πε ὁ Xριστός, «Ἐὰν δὲν πλύνω τὰ πόδια σου, δὲν σὲ ξέρω»,

 «Ἔ, τότε», λέει, «ὄχι μόνο τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια, ἀλλὰ καὶ τὴν κεφαλὴ καὶ ὅλο μου τὸ σῶμα». Δηλαδή, «Κάνε μου κι ἕνα μπάνιο!»

 Ὁ ἴδιος ὁ Πέτρος, ποὺ ἔλεγε «Ποτέ! Ἐγὼ ποτέ!», μετὰ τί ἔλεγε; Ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο. Γιατί; Δὲν τὸ κάνομε ὅλοι; Γι’ αὐτὸ τὸν Πέτρο τὸν ἀγαποῦν οἱ περισσότεροι τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν Χριστιανῶν. Βεβαίως!


Καὶ τὸ λέει κι ὡραῖα ὁ Δροσίνης, ’κεῖ πό ’χει ἕνα ὡραῖο ποίημα στὸν Πέτρο, τὸν Ἀπόστολο, τὸν Πρωτοκορυφαῖο, στὰ «Φωτερὰ Σκοτάδια», μιὰ ὡραία συλλογή. «Φωτερὰ Σκοτάδια»! Tί ὀξύμωρο! Mὲ τί φῶς. Tοῦ λέει, 

«Γιὰ τὴν ἀρνησιά σου ἐκείνη, ποιός μπορεῖ, Πέτρε, νὰ σὲ κρίνει; Ποιός, σὰν ἐσένα, δὲν ἐδείλιασε, κι ἕναν Θεὸ δὲν ἀπαρνήθη;» 


Πόσες φορὲς κι ἐμεῖς δὲν δειλιάζομε κι ἀπαρνούμεθα τὸν Θεάνθρωπο Xριστό μας; Tὸν φιλάνθρωπο; Aὐτὸς ἦταν ὁ Πέτρος, μὲ λίγα λόγια.. Ἂς ἔχομε τὴν εὐχή του.


+Ἀρχιμανδρίτης Ἀνανίας Κουστένης, Θερινὸ Συναξάρι, Τόμος Α´.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός

 


Άγιοι Πέτρος και Παύλος Πρωτοκορυφαίοι Απόστολοι

 Ο Πέτρος καταγόταν από τη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας και ήταν γιος του Ιωνά, αδελφός του Αποστόλου Ανδρέα του Πρωτόκλητου. Ο Πέτρος και ο Ανδρέας ήταν ψαράδες στη λίμνη Γεννησαρέτ. Είχε νυμφευθεί στην Καπερναούμ, όπου έμενε οικογενειακά μαζί με την πεθερά του. Όπως μας πληροφορεί το Ευαγγέλιο, όταν ο Ιησούς έφθασε στη λίμνη της Γεννησαρέτ συνάντησε τους δυο αδελφούς Πέτρο και Ανδρέα οι οποίοι έριχναν τα δίχτυα τους. Αμέσως μετά την κλήση τους, άφησαν τα δίχτυα και τις οικογένειές τους και τον ακολούθησαν. Ψαράς στο επάγγελμα, ήταν τύπος αυθόρμητος, ορμητικός, και τη ζωή του κοντά στο Χριστό τη μαθαίνουμε από τα τέσσερα Ευαγγέλια, ενώ την αποστολική του δράση, από τις πράξεις των Αποστόλων. Έγραψε και δύο Καθολικές Επιστολές, μέσα στις οποίες να τι προτρέπει τους χριστιανούς: «Νήψατε, γρηγορήσατε, ο αντίδικος υμών διάβολος ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη» (Α΄ Πέτρου, ε΄ 8). Δηλαδή εγκρατευθείτε, γίνετε άγρυπνοι και προσεκτικοί. Διότι ο αντίπαλος και κατήγορός σας ο διάβολος, σαν λιοντάρι που βρυχάται, περιπατεί με μανία και ζητάει ποιον να τραβήξει μακριά από την πίστη και να τον καταπιεί. Μετά την Ανάληψη του Κυρίου, ο Πέτρος, δίδαξε το Ευαγγέλιο στην Ιουδαία, στην Αντιόχεια, στον Πόντο, στην Γαλατία, στην Καππαδοκία, στην Ασία και τη Βιθυνία. Κατά την παράδοση (που σημαίνει ότι δεν είναι απόλυτα ιστορικά διασταυρωμένο) έφτασε μέχρι την Ρώμη, όπου επί Νέρωνος (54-68μ.Χ.) υπέστη μαρτυρικό θάνατο, αφού τον σταύρωσαν χιαστί, με το κεφάλι προς τα κάτω περί το έτος 64 μ.Χ.


Ο δε Παύλος γεννήθηκε στην Ταρσό της Κιλικίας σε ένα χωρίο που ονομάζεται Γίσχαλα και στην αρχή ήταν σκληρός διώκτης του Χριστιανισμού. Το 36 μ.Χ. περίπου, όταν κάποτε μετέβαινε στη Δαμασκό για να διώξει και εκεί χριστιανούς, έγινε θαύμα στο οποίο φανερώθηκε ο Χριστός, ο οποίος τον πρόσταξε να πάει στον Ανανία ο οποίος τον κατήχησε και τον βάπτισε. Έτσι, έγινε ο μεγαλύτερος κήρυκας του Ευαγγελίου, θυσιάζοντας μάλιστα και την ζωή του γι’ αυτό. Ονομάστηκε ο πρώτος μετά τον Ένα και Απόστολος των Εθνών, λόγω των τεσσάρων μεγάλων αποστολικών περιοδειών του. Είναι ο ιδρυτής της Εκκλησίας της Ελλάδος. Συνέγραψε 14 επιστολές προς τις Εκκλησίες τις οποίες εκείνος ίδρυσε. Τη ζωή του με τις περιπέτειές του θα τα δει κανείς, αν μελετήσει τις Πράξεις των Αποστόλων, αλλά και τις 14 Επιστολές του στην Καινή Διαθήκη. Ο Απόστολος Παύλος θέλει κάθε χριστιανός, όπως και ο ίδιος, να αισθάνεται και να λέει: «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός» (Προς Γαλάτας β΄ 20). Δηλαδή, δε ζω πλέον εγώ, ο παλαιός άνθρωπος, αλλά ζει μέσα μου ο Χριστός. Και ακόμα, «τα πάντα και εν πάσι Χριστός» (Προς Κολασσαείς γ΄ 11). Να διευθύνει, δηλαδή, όλες τις εκδηλώσεις τις ανθρώπινης ζωής μας ο Χριστός. Ο Απόστολος Παύλος υπέστη μαρτυρικό θάνατο (χωρίς να είναι απόλυτα ιστορικά διασταυρωμένο) δι’ αποκεφαλισμού στη Ρώμη μεταξύ των ετών 64 - 67 μ.Χ.



Ἀπολυτίκιον  

Ἦχος δ’.

Οἱ τῶν Ἀποστόλων πρωτόθρονοι, καὶ τῆς Οἰκουμένης διδάσκαλοι, τῷ Δεσπότῃ τῶν ὅλων πρεσβεύσατε, εἰρήνην τῆ οἰκουμένῃ δωρήσασθαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.


Κοντάκιον

Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.

Τοὺς ἀσφαλεῖς καὶ θεοφθόγγους κήρυκας, τὴν κορυφὴν τῶν Μαθητῶν σου Κύριε, προσελάβου εἰς ἀπόλαυσιν, τῶν ἀγαθῶν σου καὶ ἀνάπαυσιν, τοὺς πόνους γὰρ ἐκείνων καὶ τὸν θάνατον, ἐδέξω ὑπὲρ πᾶσαν ὁλοκάρπωσιν, ὁ μόνος γινώσκων τὰ ἐγκάρδια.

Κυριακή 28 Ιουνίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ'ΜΑΤΘΑΙΟΥ-Η επαινούμενη από τον Κύριο πίστη

  Στό γνωστό περιστατικό τῆς θεραπείας τοῦ δούλου τοῦ ἑκατοντάρχου μᾶς παραπέμπει τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς Δ´ Κυριακῆς τοῦ Ματθαίου, κατά τό ὁποῖο ὁ Κύριος ῾ἐντυπωσιασμένος᾽ ἀπό τήν πίστη ἑνός ἑκατοντάρχου, ἑνός δηλαδή εἰδωλολάτρη στήν οὐσία, τόν ἐπαινεῖ γι᾽ αὐτήν καί ἀνταποκρίνεται στό αἴτημά του: «ὡς ἐπίστευσας, γενηθήτω σοι». Ἡ προσέγγιση τῆς πίστης αὐτῆς τοῦ ρωμαίου ἀξιωματούχου λειτουργεῖ καί ἐδῶ - γιά νά χρησιμοποιήσουμε ἕνα σύγχρονο ψυχολογικό ὅρο - ἀρχετυπικά.


1. ῎Εχει ἐπισημανθεῖ ὅτι δύο φορές ὁ Κύριος ἐπαίνεσε τήν πίστη τῶν ἀνθρώπων σ᾽ ᾽Εκεῖνον ὡς τή φανέρωση τοῦ Θεοῦ: στήν περίπτωση τῆς Χαναναίας γυναίκας, πού παρακαλοῦσε τόν Κύριο γιά τή δαιμονισμένη κόρη της, καί στήν περίπτωση τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος, δηλαδή στίς περιπτώσεις δύο θεωρουμένων εἰδωλολατρῶν. ᾽Ενῶ κανονικά θά ἔπρεπε στούς «υἱούς τῆς βασιλείας», τούς ᾽Ισραηλίτες, νά ὑπάρχει ἡ πίστη αὐτή, διότι ἡ πίστη στόν Θεό εἶναι τό χαρακτηριστικό τοῦ λαοῦ πού ἐπιλέχθηκε ἀπό Αὐτόν πρός σωτηρία τοῦ κόσμου, τοῦτο δέν συμβαίνει. Τό ἀντίθετο μάλιστα. Τό σύνηθες δυστυχῶς στόν λαό αὐτό τοῦ Θεοῦ ἦταν ἡ ἀπιστία καί ἡ σκληροκαρδία, καταστάσεις, πού ἔλεγχαν διαρκῶς οἱ ἀπεσταλμένοι ἀπό τόν Θεό προφῆτες, ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ πίστη εἶναι ἕνα λουλούδι, πού φυτρώνει ὄχι ἐκεῖ, πού νομικά, θά ἔλεγε κανείς, ὑπάρχει τό ἔδαφός της, στό πλαίσιο δηλαδή ἑνός συγκεκριμένου λαοῦ, ἀλλά ἐκεῖ πού ὑπάρχει ῾καρδιά᾽, δηλαδή καλή διάθεση καί ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας, ἄρα ὁπουδήποτε στόν κόσμο καί σ᾽ ὁποιονδήποτε ἄνθρωπο.


2. Ἡ ἐπαινουμένη ἀπό τόν Κύριο μεγάλη πίστη τοῦ ἑκατοντάρχου, ὅπως καί ἡ ἀνάλογη βεβαίως τῆς Χαναναίας, δέν ἐξαντλεῖται σέ μία ἀποδοχή ἁπλῶς τοῦ Χριστοῦ, ὡς ἑνός δασκάλου καί καθοδηγητῆ. ᾽Ακόμη καί ἡ ἀποδοχή Του ὡς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ σέ ἕνα νοησιαρχικό καί ἰδεολογικό ἐπίπεδο ἀπορρίπτεται ἀπό Αὐτόν. Διότι «καί τά δαιμόνια πιστεύουσι καί φρίττουσι» (ἅγιος ᾽Ιάκωβος), ὅπως καί «οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τήν βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν, ἀλλ᾽ ὁ ποιῶν τό θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (ὁ Κύριος). ᾽Εκεῖνο πού γίνεται ἀποδεκτό ὡς πίστη εἶναι αὐτό πού ἐνεργοποιεῖ τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό μέ ἄλλα λόγια πού κάνει τόν ἄνθρωπο νά φεύγει ἀπό τήν ῾ἡσυχία᾽ του καί τήν ἄνεση τῶν παθῶν του καί νά στρέφεται μέ ἐμπιστοσύνη στόν Θεό, ἀλλάζοντας ἑπομένως τρόπο ζωῆς. Αὐτή ἡ πίστη, πού χαρακτηρίζεται μεγάλη, ῾συγκινεῖ᾽ τόν Χριστό καί Τόν κάνει νά ἀνταποκρίνεται ὁλοπρόθυμα καί ἄμεσα: «ἐγώ ἐλθών θεραπεύσω αὐτόν». Καί ναί μέν δέν ἐπῆγε τελικῶς ὁ ῎Ιδιος, ἀλλά ἡ ἀπάντησή Του ὁδήγησε στό ἴδιο ἀποτέλεσμα: «ὡς ἐπίστευσας, γενηθήτω σοι». ῎Ετσι ἡ μεγάλη πίστη εἶναι ἐκείνη πού γίνεται θεραπευτική ἐνέργεια γιά τόν ἄνθρωπο καί τούς οἰκείους του.


3. Ποιά τά γνωρίσματα τῆς μεγάλης πίστης, ὅπως αὐτά φαίνονται στήν παραπάνω περίπτωση;


(1) Ἡ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στόν Χριστό καί τά λόγια Του, ὅτι δηλαδή εἶναι ᾽Εκεῖνος στόν Ὁποῖο φανερώνεται ὁ Θεός, ᾽Εκεῖνος στόν Ὁποῖο ὑπάρχει ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ. Συνεπῶς ἡ μεγάλη πίστη ὑπερβαίνει ὁποιαδήποτε ἀμφιβολία καί δυσπιστία, πού κάνει τόν ἄνθρωπο δίψυχο καί ἄρα ἀνίκανο νά δεχθεῖ στήν ὕπαρξή του τόν Θεό. Ἡ μεγάλη πίστη εἶναι αὐτή στήν ὁποία μᾶς προσανατολίζει διαρκῶς καί ἡ ᾽Εκκλησία μας, μέ τήν προτροπή «ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στίς περιπτώσεις δύσπιστης προσέγγισης στό πρόσωπό Του, ὅπως γιά παράδειγμα τοῦ ἀρχισυναγώγου, μέ τό: «εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν», προέτρεπε στήν ὑπέρβαση καί στήν ἐμπιστοσύνη σ᾽ Ἐκεῖνον, ἄν ἤθελε κανείς νά ἔβλεπε αἰσθητά στή ζωή του τήν ἐνέργεια τῆς χάριτός Του: «εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατά τῷ πιστεύοντι».


(2) Ἡ ταπείνωση ὡς συναίσθηση τῆς μικρότητας καί τῆς ἀνεπάρκειας τοῦ ἀνθρώπου. Συγκινεῖ πράγματι ἡ περίπτωση τοῦ ρωμαίου αὐτοῦ, πού ῾ἐκτός᾽ ἀκόμη τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ εὑρισκόμενος, ἄν θά μποροῦσε νά τό πεῖ κανείς, ἀφοῦ «τό Πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ», παρουσιάζει μία ταπείνωση, τήν ὁποία ἐπισημαίνουμε μόνο στούς βίους τῶν ἁγίων τῆς ᾽Εκκλησίας. «Κύριε, οὐκ εἰμί ἱκανός, ἵνα μου ὑπό τήν στέγην εἰσέλθῃς». Καί ξέρουμε ὅτι χωρίς τήν ταπείνωση οὐσιαστικά πίστη στόν Θεό δέν ὑφίσταται. Ποῦ νά σταθεῖ ὁ Θεός, ἄν τό ἐγώ τοῦ ἀνθρώπου ἔχει γεμίσει τήν καρδιά του καί τόν κάνει νά ἐπιζητεῖ μόνον τήν ἀνθρώπινη δόξα; Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος πάλι μᾶς ἀπεκάλυψε ὅτι «πῶς δύνασθε πιστεῦσαι, δόξαν παρ᾽ ἀλλήλων λαμβάνοντες καί τήν δόξαν τήν παρά τοῦ μόνου Θεοῦ οὐκ ἐπιζητοῦντες;»


(3) Τό ἐνδιαφέρον γιά τόν συνάνθρωπο, ἐν προκειμένῳ ἕναν δοῦλο. Ὁ Κύριος πρέπει νά συγκινήθηκε ἰδιαίτερα ἀπό τήν ἀγωνία τοῦ ἀξιωματικοῦ γιά τόν δοῦλο του, γιατί ῾θύμιζε᾽ σ᾽ἕνα βαθμό τή δική Του ἐνέργεια σωτηρίας γιά τόν ἄνθρωπο: «Αὐτός Θεός ὤν ἐπτώχευσεν, ἵνα ἡμεῖς τῇ αὐτοῦ πτωχείᾳ πλουτήσωμεν». Ὁ ἴδιος ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ «κλίνει οὐρανούς» καί κατέρχεται πρός τόν ῾κατώτερο᾽ ἄνθρωπο. Προφανῶς, ἡ ἀγάπη αὐτή τοῦ ἑκατοντάρχου στόν δοῦλο του ῾λυγίζει᾽ τήν ἀπειρία τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ μας.


᾽Εμπιστοσύνη στόν Χριστό, ταπείνωση, ἐνδιαφέρον γιά τούς ἄλλους. Τά κύρια γνωρίσματα τῆς μεγάλης πίστης, πού ἐνεργοποιοῦν τή σώζουσα καί θεραπευτική ἐνέργεια τοῦ Χριστοῦ. Μήπως καί στή δική μας δύσκολη καί δεινῶς βασανιζόμενη ἐποχή, μέ συμπτώματα πνευματικῆς καί ἠθικῆς παραλυσίας, ἡ λύση θά ἔρθει ὄχι ἀπό τίς συμμαχίες καί τά προγράμματα τῶν ῾ἄσπονδων᾽ φίλων μας, Εὐρωπαίων ἤ μή, ἀλλά ἀπό τήν ἐπιθυμία καί τήν προσπάθειά μας νά ἀποκτήσουμε τή μεγάλη πίστη πού ἐπαινεῖ ὁ Χριστός; 

Ἡ ἱστορία τῆς ᾽Εκκλησίας μας αὐτό τουλάχιστον ἀποδεικνύει. 

Ὅταν πολλοί ἅγιοι βεβαιώνουν ὅτι ὁ κόσμος μας στέκεται ἀκόμη, γιατί ὑπάρχουν ἐκεῖνοι πού προσεύχονται καί ζοῦν κατά Θεόν, τότε γιατί νά πιστεύσουμε ὅτι ὑπάρχει ἄλλη ἀποτελεσματική λύση; Ποιός πιά ῾φυσιολογικός᾽ ἄνθρωπος, μέ λίγη γνώση τῆς ἱστορίας καί λίγη πίστη στόν Θεό, μπορεῖ νά ἔχει ἐμπιστοσύνη στά ἀνθρώπινα σχέδια; Μήπως δέν ἰσχύει πάντοτε αὐτό πού λέει τό γνωμικό: «ἐκεῖ πού σχεδιάζουν οἱ ἄνθρωποι, γελάει ὁ Θεός;»

π.Γεώργιος Δορμπαράκης

Είναι μυστήριο η πίστη και δώρο. Δεν είναι αρκετό να την κατέχουμε από παράδοση...(ΚΥΡΙΑΚΗ Δ'Ματθαίου)

 Συχνά στο Ευαγγέλιο βρίσκουμε παραδείγματα πίστης από ανθρώπους που δεν φαίνονται υποδείγματα ηθικής, ούτε δείχνουν ότι η καρδιά τους νοσταλγεί τον Θεό. Γι’ αυτό και ο Χριστός, απευθυνόμενος προς τους γραμματείς και τους Φαρισαίους, αλλά και όσους Ισραηλίτες θεωρούσαν τον εαυτό τους υπόδειγμα πίστης και ηθικής, αναφέρει: « οι τελώναι και αι πόρναι προάγουσιν υμάς εις την βασιλείαν του Θεού» (Ματθ. 21, 31). Αυτή τη διαπίστωση κάνει ο Κύριος, όταν Τον συναντά ένας εκατόνταρχος, ένας ειδωλολάτρης αξιωματικός, ο οποίος εκ της θέσεώς του ούτε ανθρωπιά απέναντι στους κατακτημένους επιτρεπόταν να δείξει, ενώ η πίστη του ήταν στα είδωλα, στους ψεύτικους θεούς της παράδοσής του. Κι όμως, η αγάπη του προς τους ανθρώπους που ήταν στην υπηρεσία του, τον κάνει να αναζητήσει στο πρόσωπο του Χριστού τον ιατρό, για έναν από αυτούς που είχε παραλύσει από κάποια φοβερή ασθένεια. Και στη συζήτηση με τον Χριστό, ο Κύριος διαπιστώνει ότι δεν βρήκε τόση πίστη όση είχε ο ειδωλολάτρης εκατόνταρχος ούτε ανάμεσα στους Ισραηλίτες.


 Είναι μυστήριο η πίστη και δώρο. Δεν είναι αρκετό να την κατέχουμε από παράδοση, από συνήθεια, από κληρονομιά οικογενειακή. Το δώρο έχει να κάνει με το άνοιγμα της καρδιάς μας, να νιώσουμε ότι ο Θεός είναι ο τελικός ρυθμιστής της ζωής μας και να Τον αποδεχτούμε, νικώντας τα ερωτηματικά και τις αμφιβολίες, ακόμη κι αν φαίνεται ότι χάνουμε. Διότι και μέσα από την ήττα μας θα βγει μία νέα ζωή, ακόμη και με την στέρηση, την ματαίωση, την ταπείνωση. Για να γίνει αυτό όμως χρειάζεται να έχουμε στον νου μας την κοινωνία με το πρόσωπο του Χριστού. Δεν είναι αφηρημένη δύναμη ο Θεός. Έγινε ένα με μας και εξακολουθεί να μας δίδεται στην αγάπη, στην θεία κοινωνία, στη συνύπαρξη στην Εκκλησία, στη συγχώρηση, στην ανοχή, στην υπομονή. Όμως εδώ είναι που χρειάζεται και η δική μας συνεισφορά. Να υπερβούμε τους λογισμούς μας, κυρίως την αίσθηση ότι επειδή πιστεύουμε τα δικαιούμαστε όλα, και να αφεθούμε στη χάρη Του.


  Ζούμε σε μία εποχή στην οποία η πίστη θεωρείται μαγεία ή δικαίωμα να έχουμε άποψη επί παντός του επιστητού, κυρίως όμως να κρίνουμε και να κατακρίνουμε τον κόσμο και τους ανθρώπους διότι δεν είναι «Ισραηλίτες». Όμως η χάρις του Αγίου Πνεύματος όπου θέλει πνει, όποτε θέλει πνει και αναπαύεται στους ανθρώπους που είναι δεκτικοί, ανεξαρτήτως της ηθικής τους ποιότητας. Διότι στο μικρό ή μεγάλο σκοτάδι του καθενός μας κρύβεται η μετάνοια, όπως επίσης και η αίσθηση ότι χωρίς Θεό τίποτα δεν έχει νόημα. Κι αν η καρδιά μας πει το ΝΑΙ, τότε όλα αλλάζουν. Γι’ αυτό η ζωή είναι μία συνεχής υπόμνηση σε εμάς, τους «Ισραηλίτες», ότι όσοι δεν είναι όπως τους νομίζουμε πνευματικά, είναι δυνάμει εκατόνταρχοι και χρειάζονται την προσευχή και τη στήριξή μας. Διότι μας προφυλάσσουν από τον μεγάλο κίνδυνο της υπερηφάνειας, που μας χωρίζει τελικά από τον Θεό.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Αναζήτησις και εύρεσις της πίστεως

 π. Αθανάσιος Μυτιληναίος


Απομαγνητοφωνημένη ομιλία που εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 9-7-1995


Ακούσαμε, αγαπητοί, την ωραία περικοπή του Ματθαίου σήμερα, που ένας εκατόνταρχος ζητά από τον Κύριον την θεραπεία του δεινώς βασανιζομένου δούλου του. Κι αυτός ο εκατόνταρχος βεβαίως δεν ανήκε εις τον λαόν του Θεού. Ήταν Ρωμαίος πολίτης, αξιωματούχος και ειδωλολάτρης. Η στάση του, όμως, έναντι του Κυρίου ήταν στάση αξιοθαύμαστη. Λέγει το ιερό κείμενο ότι: «Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐθαύμασε καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον».


Και είπε ο Κύριος εκείνον τον θαυμάσιον λόγον, που εξισώνει πλέον τους εθνικούς, δηλαδή τους ειδωλολάτρας, με τον λαόν του Θεού -όσοι φυσικά θα απεδέχοντο το θεανθρώπινον πρόσωπό Του: «Ἀμήν λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσι καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ ᾿Αβραὰμ καὶ ᾿Ισαὰκ καὶ ᾿Ιακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, οἱ δὲ υἱοὶ τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων». Ότι δηλαδή «από τους εθνικούς θα γίνει αποδεκτόν το θεανθρώπινον πρόσωπό Του· ενώ από τους υιούς της βασιλείας, αυτοί που κλήθηκαν πρώτοι να μπουν στην Βασιλεία του Θεού, ο λαός του Θεού, οι Εβραίοι, αυτοί», λέει, «θα εκβληθούν έξω». Και το «ἔξω» δεν είναι παρά, όπως σαφώς εδώ το λέγει ο Κύριος, η κόλασις.


Τι είναι όμως εκείνο που δίδει τόσα προνόμια; Είναι η πίστις. Σε τι πίστις; Στο θεανθρώπινον πρόσωπον του Ιησού Χριστού. Βλέπει κανείς την στάση του εκατόνταρχου, του στρατιωτικού, έναντι του Κυρίου, στάση πλήρους πίστεως. Και από την άλλη βλέπει την στάση των υιών της Βασιλείας, να λέγουν, οι Εβραίοι, να λέγουν δια τον Κύριον ότι είναι ο άρχων των δαιμονίων, ο σφετεριστής θείων ιδιοτήτων και άξιος, συνεπώς, θανάτου σταυρού και κολάσεως.


Όντως η παρουσία του Χριστού στον κόσμον εδημιούργησε κρίσιν. Κρίση στις ανθρώπινες ψυχές. Και τις χώρισε σε δύο στρατόπεδα. Σε εκείνους που θα πίστευαν και σε εκείνους που δεν θα πίστευαν. Είναι γνωστό ότι έχομε πάρα πολλά σημεία, στοιχεία που μπορούμε να λέμε ότι ο κόσμος χωρίζεται στα δυο. Λέμε: «το ανατολικό και το δυτικό μπλοκ», παράδειγμα. Λέμε: «ο ανατολικός και ο δυτικός πολιτισμός» κ.ο.κ. Αγαπητοί μου, στην πραγματικότητα μόνον ένα πράγμα χωρίζει την ανθρωπότητα. Μόνον ένα. Όλα τα άλλα είναι χωρισμοί κατ’ επίφασιν. Όπως θα χωρίζαμε ένα θέμα μας στο βιβλίο που γράφομε σε κεφάλαια, ενώ τα κεφάλαια έχουν μεταξύ των ενότητα, έτσι κι εδώ, μπορούμε να λέμε τούτο ή εκείνο· στην πραγματικότητα πρόκειται περί ανθρώπων οι οποίοι συνδέονται, ούτως ή άλλως, μεταξύ των. Διαφοροποιούνται και συνδέονται. Ένα χωρίζει τους ανθρώπους. Η πίστις και η απιστία. Η πίστις στο θεανθρώπινον πρόσωπον του Χριστού, η απιστία και η άρνησις του θεανθρώπινου προσώπου του Χριστού. Έτσι αυτή η κρίσις είναι η μεγαλύτερη μέσα στην Ιστορία των ανθρώπων. Γιατί το τέλος της Ιστορίας θα σταθεί ακριβώς πάνω εις αυτήν την κρίσιν. Όταν θα έλθει το τέλος της Ιστορίας, δεν θα σταθούν οι άνθρωποι σαν δυτικοί και ανατολικοί, σαν πολιτισμένοι και απολίτιστοι, σαν λευκοί και μαύροι, αλλά θα σταθούν σαν πιστεύσαντες και μη πιστεύσαντες.


Και εκείνοι οι οποίοι πιστεύουν, θέλουν να πιστέψουν, είναι εκείνοι που αναζητούν και βρίσκουν τον Ιησούν Χριστόν κι εκείνοι που αναζητά ο Χριστός και τους βρίσκει. Πρόκειται για μια αμοιβαία αναζήτηση και αμοιβαία εύρεση. Και αξίζει να την προσεγγίσουμε. Δεν μας ενδιαφέρει ότι υπάρχει η μερίδα των ανθρώπων που δεν πιστεύει. Γι΄ αυτό και ο Απόστολος Παύλος πολλές φορές, όταν καταπιάνεται με ένα τέτοιο θέμα, αγνοεί το τι θα γίνουν παρακάτω οι απιστούντες. Λέει: «Εμείς οι περιλειπόμενοι που θα ζούμε τότε, μαζί με εκείνους οι οποίοι πίστευσαν, ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ὑπάντησιν τοῦ Κυρίου» κ.λπ. Απόστολε Παύλε, οι αμαρτωλοί τι έχουνε γίνει; Δεν μας ενδιαφέρει. Είναι άξιοι της τύχης των. Ναι. Διότι απλούστατα, λυπούμεθα, αλλά είναι άξιοι της τύχης των, διότι απλούστατα είναι το αποτέλεσμα της κακής των προαιρέσεως.


Γι’ αυτό εδώ ας μου επιτραπεί να μείνομε ανάμεσα στον Χριστόν και τους πιστούς. Και πρόκειται, όπως σας είπα, για μια αμοιβαία αναζήτηση, αλλά και μία αμοιβαία εύρεση. Εκείνοι που δεν αναζητούν, φυσικά δεν ευρίσκουν. Δεν μας ενδιαφέρει. Κι εκείνους που αναζητά ο Χριστός, αλλά δεν ανταποκρίνονται, συνεπώς κι αυτοί δεν τον ευρίσκουν. Δεν μας ενδιαφέρει. Μη νομιστεί αυτό το «δεν μας ενδιαφέρει» ότι πρόκειται περί ασπλαχνίας. Γιατί τότε πρώτος άσπλαχνος είναι ο Χριστός που παραπέμπει στην κόλαση τους τέτοιους ανθρώπους. Ή καλύτερα, ορθότερα, παραπέμπονται από τον ίδιον τον εαυτόν τους. Ένας μαθητής, όταν μένει στην ίδια τάξη, δεν τον παραπέμπει ο σύλλογος των καθηγητών. Αυτός παραπέμπει τον εαυτόν του στο να μείνει στην ίδια τάξη.


Έτσι λοιπόν ο Θεός αναζητά και βρίσκει. Ο Θεός αναζητά τον άνθρωπο. Είναι ο μεγάλος μαγνήτης που έλκει τα αντίτυπά Του, τις εικόνες Του. Το πρωτότυπον έχει τα αντίτυπα. Και ότι «ὁ Θεός πάντας θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» δεν υπάρχει καμία αντίρρηση. Όλους θέλει ο Θεός να τους σώσει. Ο Θεός προ της πτώσεως είχε κοινωνία με τον άνθρωπο. Διεκόπη όμως η κοινωνία αυτή ένεκα της αμαρτίας των πρωτοπλάστων. Και όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος, ο Θεός έκτοτε δεν εγκατέλειψε τον άνθρωπον. Τον περιπολούσε. Προσέξτε το ρήμα. Τον περιπολούσε. Και θα πει εις τους κατοίκους των Λύστρων: «Οὐκ ἀμάρτυρον ἑαυτόν ἀφῆκεν». Ο Θεός. Αγαθοποιών. Δεν αφήκε τον εαυτόν Του χωρίς μαρτυρίαν. «Οὐκ ἀμάρτυρον». Είναι πολύ σημαντικό, πάρα πολύ σημαντικό. Να πει κανείς: «Μα, δεν ξέρω τον Θεό». Ο Θεός δίδει πάντα στην Ιστορία την μαρτυρία της υπάρξεώς Του και της προσωπικότητός Του. Έτσι: «Ἀγαθοποιῶν, οὐρανόθεν ἡμῖν ὑετούς διδούς καί καιρούς καρποφόρους (: δίδει την βροχή, δίδει τους ευκράτους καιρούς, για να καρποφορήσει η γη) ἐμπιπλῶν τροφῆς καί εὐφροσύνης τάς καρδίας ἡμῶν». «Και γεμίζει, χορταίνει», λέγει, «και δίδει και αγαλλίαση, ευφροσύνη από τα αγαθά της Γης». Και όπως λέγει ένας στίχος των Επιταφίων Εγκωμίων, είναι στο «Ἡ ζωή ἐν τάφῳ», το ψάλλομε κάθε Μεγάλη Παρασκευή: «Ἐπὶ γῆς κατῆλθες, ἴνα σώσῃς Ἀδάμ, καὶ ἐν γῇ μὴ εὐρηκώς τοῦτον Δέσποτα, μέχρις Ἅδου κατελήλυθας ζητῶν». Τι ομορφιά έχει αυτός ο στίχος! «Κατέβηκες στην Γη για να σώσεις τον Αδάμ. Δεν τον βρήκες όμως γιατί είχε πεθάνει». Είχες πει: «Ἐάν παραβῆτε τήν ἐντολή μου, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε». «Δεν τον βρήκες. Είχε πεθάνει. Δεν ησύχασες. Και κατέβηκες στον Άδη, για να πας να τον βρεις». Τι ωραίος στίχος! Αν έτσι έχομε αίσθηση του πράγματος.


Έτσι, λοιπόν, αγαπητοί, δείχνει ότι ο Χριστός φροντίζει, ζητά, ζητά να βρει και να σώσει. Η παραβολή του απολωλότος προβάτου είναι χαρακτηριστική. «Έχασε», λέει, «ένα πρόβατο, είχε εκατό, άφησε τα ενενήντα εννέα και πάει να βρει το ένα». Είναι η ανθρωπότητα. Ακόμα η παραβολή της ακάρπου συκής. «Ἦλθε», λέει, «ζητῶν -ζητῶν!- καρπόν ἐν αὐτῇ καί οὐχ εὗρεν». «Ζητάει καρπό, αλλά δεν τον βρήκε». Είναι βέβαια, αρχικά ο λαός του Ισραήλ. Ζητούσε καρπό. Αλλά δεν βρήκε. Ζητούσε όμως. Στην παραβολή της χαμένης δραχμής. «Καί ζητεῖ», λέει, «ἐπιμελῶς, ἕως ὅτου εὕρῃ». «Και ζητεί», λέει, «επιμελώς, έως ότου εύρει». Μία γυναίκα είχε δέκα δραχμές. Μία την έχασε. Κάπου στο σπίτι μέσα. Άναψε, λέει, λυχνάρι κι άρχισε να ψάχνει. Και την βρήκε την δραχμή την χαμένη. Κοιτάξτε την φρασούλα: «Καί ζητεῖ ἐπιμελῶς –ἐπιμελῶς- ἕως ὅτου εὕρῃ». Είναι ο χαμένος άνθρωπος· που ψάχνει να τον βρει ο Χριστός. Δια του Ησαΐου λέγει: «Ἐμφανής ἐγενήθην, τοῖς ἐμέ ἐπερωτῶσι (:έγινα φανερός σε εκείνους οι οποίοι δεν με ρωτούσαν) εὑρέθην τοῖς ἐμέ μή ζητοῦσιν». «Και βρέθηκα μπροστά σε εκείνους οι οποίοι δεν με ζητούσαν». Δηλαδή μία αυτεπάγγελτος πράξις.


Δηλαδή ο Χριστός ζητάει να βρει τον άνθρωπον. «Εἶπα· ἰδού εἰμί ἐν τῷ ἔθνει, οἳ οὐκ ἐκάλεσάν μου τό ὄνομα». «Είπα· Να, είμαι σε εκείνον τον λαό», στους εθνικούς συγκεκριμένα, «στους ειδωλολάτρας συγκεκριμένα πρώτοι εκ των οποίων είμεθα εμείς οι Έλληνες, εκείνοι που δεν με κάλεσαν με τ΄όνομά Μου, εκείνοι να φανερώσω». Και αντιθέτει ο Κύριος: «Ἐξεπέτασα τάς χεῖρας μου ὅλην τήν ἡμέραν πρός λαόν ἀπειθοῦντα καί ἀντιλέγοντα» -ομιλεί δια τους Εβραίους. «Άπλωσα τα χέρια μου…». Όταν ξέρετε, μιλάμε, πολλές φορές, κι έχομε αγανάκτηση, απλώνομε τα χέρια μας. Αυτό θα πει «ἐξεπέτασα τάς χεῖρας μου». Όλη την ημέρα. Κάθε μέρα. Σε έναν λαό που απειθεί και αντιλέγει. Κοιτάξτε αντιπαράθεσις. Γι΄ αυτό ο Κύριος αναζητά την πίστη στο θεανθρώπινό πρόσωπό Του, για να δώσει την Βασιλεία Του. Γι΄ αυτό εθαύμασε, αγαπητοί μου, εθαύμασε πραγματικά τον εκατόνταρχο για την συμπεριφορά του· που σας είπα, ήταν ειδωλολάτρης.


Έτσι, ερωτά ο Κύριος ως προς το θέμα της πίστεως. Γιατί οι Εβραίοι δεν πίστεψαν. Και να το μυστήριον, όπως λέει ο Απόστολος Παύλος, δύο χιλιάδες χρόνια. Δεν επίστεψαν. Ένα μέρος -αν θέλετε να ολοκληρώσω-  ένα μέρος από αυτούς, θα πιστέψουν λίγο πριν από την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Αν δείτε τους Εβραίους να αρχίσουν να πιστεύουν ομαδικά, θα πείτε: «Ήλθε το τέλος!». Είναι σημάδι των εσχάτων. Κάποτε ρωτήθηκε ο Κύριος εάν θα έλθει. «Δεν υπάρχει θέμα εκεί», είπε ο Κύριος. «Το πρόβλημα δεν είναι αν θα έλθω ή δεν θα έλθω. Βεβαίως θα έλθω». Το πρόβλημα είναι κάπου αλλού: «Πλήν, ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐλθών ἄρα εὑρήσει τήν πίστιν ἐπί τῆς Γῆς;». «Εγώ θα ‘ρθω. Αλλά θα βρω την πίστη επάνω στη Γη;». Ναι. Ο Κύριος μάς είπε ότι η πίστις… – το θέτει ερωτηματικώς δεν απαντά, αλλά γνωρίζομε από άλλα σημεία ότι δεν θα βρει την πίστιν, παρά μόνον σε έναν μικρό αριθμό χριστιανών. Όπως δεν θα βρει και την αγάπη. Παρά μόνον σε ένα μικρό αριθμό χριστιανών. Γιατί ο Κύρος μας είπε ότι και η αγάπη θα ψυγεί, θα παγώσει. Και ομιλεί φυσικά για τους Χριστιανούς.


Ο Κύριος ομιλεί ακόμα περί μεγάλου πειρασμού εφ’ όλης της γης εις τα έσχατα της Ιστορίας. Το λέγει αυτό εις τον άγγελον της Φιλαδελφείας, δηλαδή εις τον επίσκοπον, εις την Εκκλησίαν της Φιλαδελφείας, μία από τις επτά ιστορικές Εκκλησίες της Μικράς Ασίας. Και λέγει: «Κἀγώ σέ τηρήσω ἐκ τῆς ὥρας τοῦ πειρασμοῦ τῆς μελλούσης ἔρχεσθαι ἐπί τῆς οἰκουμένης ὅλης». «Θα σε φυλάξω», λέει. Ξέρετε οι επτά αυτές παραγγελίες στις επτά ιστορικές εκκλησίες, είναι επτά πτυχές της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Και προφανώς αποτείνεται εις το λείμμα, εις το υπόλοιπον. Σε εκείνο το μικρό ποίμνιον που θα σώσει, που θα μείνει σωστό. «Μή φοβοῦ, τό μικρό ποίμνιον», λέει ο Χριστός, «Μη φοβάσαι, ω μικρό ποίμνιον».  Είναι κλητική. Δεν είναι ονομαστική, είναι κλητική. «ὅτι εὐδόκησε ὁ Πατήρ δοῦναι ὑμῖν τήν βασιλείαν». «Έτσι, λοιπόν», λέγει, «επειδή ετήρησες τις εντολές μου, τις εφύλαξες, κι Εγώ θα σε φυλάξω από εκείνον τον πειρασμόν που πρόκειται να έλθει σε όλη την οικουμένη» – Προσέξτε: «οικουμένη», «οικουμένη»! – «πειρᾶσαι τούς κατοικοῦντας ἐπί τῆς Γῆς»· που αυτός ο πειρασμός θα θέσει υπό δοκιμασίαν αυτούς που κατοικούν επάνω στη γη.


Ποιος είναι αυτός ο πειρασμός; Ακούσατέ τον ποιος είναι και τρομάξατε. Γιατί έχομε μπει στην περιοχή του πειρασμού αυτού. Κι εμείς οι Έλληνες μάλιστα… Είναι ο πειρασμός ποιος; Η αμφισβήτησις της θεανθρωπίνης φύσεως του Χριστού. Αυτός είναι ο πειρασμός. Το ακούσατε; Η αμφισβήτησις της θεανθρωπίνης φύσεως του Χριστού. «Ο Χριστός δεν είναι Θεός». Αυτό είναι. Δηλαδή ο διαρκώς υπάρχων, υποβόσκων και αναδεικνυόμενος εις τα έσχατα Αρειανισμός· ο οποίος Αρειανισμός ηρνείτο βεβαίως την θείαν φύσιν του Ιησού Χριστού. Η απιστία στον Χριστό, να το πούμε έτσι απλά. Και το βλέπομε, το βλέπομε, σας είπα, να έρχεται ταχύτατα, αλματωδώς, στην εποχή μας, στην χώρα μας, στον κόσμον όλον. Η Ευρώπη; Προ πολλού, η χριστιανική Ευρώπη. Αρειανίζει. Δεν το λέω εγώ. Ο μακαριστός πατήρ Ιουστίνος Πόποβιτς, έγραψε ολόκληρο βιβλίο. Διαβάσατέ το. «Άνθρωπος και Θεάνθρωπος». Η Ευρώπη; Αρειανίζει. Η Αμερική; Η Αμερική είναι Ευρώπη. Οι ίδιοι κάτοικοι είναι. Οι Έλληνες; Ω, οι Έλληνες… Ανοίξτε, παρακαλώ, ραδιόφωνα, τηλεοράσεις, δεν ξέρω, ανοίξτε, να δείτε τι θα ακούτε κάθε φορά. Να δείτε τι θα ακούτε και να σας πιάνει αγανάκτηση… Κυριολεκτικά. Λοιπόν. Μέσα στον χρόνο στον μεταξύ των δύο παρουσιών του Χριστού, ο Κύριος συνεχώς ζητά να βρει την πίστη. Κι όπου την βρει, την επαινεί. Και την θαυμάζει. Όπως ακριβώς στάθηκε ο Κύριος μπροστά στην πίστη του εκατοντάρχου, που ακούσαμε στη σημερινή ευαγγελική περικοπή.


Είναι, όμως, αγαπητοί μου, και η πλευρά του ανθρώπου. Όταν ο άνθρωπος τώρα αναζητά τον Χριστόν και Τον βρίσκει. Όταν ο Φίλιππος λέγει εις τον Ναθαναήλ: «Ευρήκαμε τον Μεσσία!». Προφανώς εδώ υπονοείται ότι Τον ανεζήτουν. Γιατί; Πού Τον ανεζήτουν; Όχι βεβαίως εις τους δρόμους και στα βουνά. Εις τις γραφές. Κι εκεί εγνώριζαν πολύ καλά τα χαρακτηριστικά του Μεσσίου. Για διαβάστε Παλαιά Διαθήκη να δείτε. Διαβάστε τον Ησαΐα· όλους τους προφήτες· τον Ησαΐα, να δείτε πόσο κυριολεκτικά και μετά πολλών λεπτομερειών αναφέρεται ο προφήτης και οι προφήται εις τα γνωρίσματα, εις τα χαρακτηριστικά του Μεσσίου. Οι Εβραίοι δεν Τον ανεγνώρισαν. Δεν πρόσεχαν τα χαρακτηριστικά τα εξαγγελόμενα υπό των προφητών. Αλλά ο Φίλιππος και ο Ναθαναήλ, φίλοι ήσαν, μελετούσαν κατά τρόπον αμερόληπτον. Όχι μεροληπτικόν, ότι έρχεται ένας Μεσσίας που θα μας απαλλάξει από τους Ρωμαίους και θα τρώμε με χρυσά κουτάλια… Αυτά που πιστεύει σήμερα ο Σιωνισμός. Το ίδιο κλίμα, το ίδιο κλίμα… Και θα γίνομε κοσμοκράτορες, που λέει ο Σιωνισμός. Όχι, όχι, όχι. Θέλομε τον Μεσσία. Με τα χαρακτηριστικά Του εκείνα που βλέπομε στην Αγία Γραφή. Και όταν μίλησε ο Χριστός εις τον Φίλιππον, ο Φίλιππος Τον αναγνώρισε. Αμέσως.


Και πάει και λέει στον Ναθαναήλ: «Βρήκαμε τον Μεσσία». Ποιον; «Ὅν ἔγραψε Μωσής καί οἱ προφῆται». Γιατί αυτούς μελετούσαν. Έτσι λοιπόν σημαίνει ότι δηλαδή «Τον βρήκαμε» σημαίνει Τον ανεζήτουν. Τότε κανείς μόνον βρίσκει όταν αναζητά. Γι’ αυτό σημειώνει και ο Παύλος εις τους Αθηναίους – ειδωλολάτραι ήσαν οι Αθηναίοι πρόγονοί μας. «Ζητεῖ τόν Κύριον, εἰ ἄρα γέ ψηλαφήσειεν αὐτόν καί εὔροιεν». Να, ψηλάφησε. Θα τον βρεις. Είναι μέσα μας. Ψηλάφησε. Ψηλάφησε στην κτίσιν και θα τον βρεις. Είναι μέσα μας. Γιατί; Γιατί ο Θεός, δεν άφησε, όπως είπε εις τα Λύστρα, τον εαυτόν Του αμάρτυρον, χωρίς μαρτυρία. «Καί γέ οὐ μακράν ἀπό ἑνός ἑκάστου ἡμῶν ὑπάρχοντα». «Δεν υπάρχει μακριά από τον καθέναν από μας». «Ἐν αὐτῷ γάρ ζῶμεν καί κινούμεθα  καί ἐσμέν». Σ’ αυτόν υπάρχομε, σ’ Αυτόν κινούμεθα. Όχι κατά πανθεϊστικόν τρόπον.


Και θα σημειώσει: «Ὡς καί τινες τῶν καθ’ ἡμᾶς ποιητῶν εἰρήκασι». «Όπως έχουν πει και μερικοί από τους δικούς σας ποιητάς και φιλοσόφους». Και ο αρχαίος κόσμος, ο έξω από τα όρια του Ισραήλ, αναζητούσε τον Κύριον. Και ο Κύριος για να δείξει αυτήν την ανθρωπίνη αναζήτηση και εύρεση, είπε την παραβολή του πολυτίμου μαργαρίτου. «Ὅς εὑρών (εκείνος ο άνθρωπος, λέει) ἕναν πολύτιμον μαργαρίτην, ἀπελθών πέπρακε πάντα ὅσα εἶχε καί ἠγόρασε αὐτόν». «Όσα είχε τα πούλησε για να αγοράσει αυτόν τον μαργαρίτην». Τι επούλησε; Καλός είναι ο πολιτισμός αλλά εάν με απομακρύνει από τον Χριστόν… γιατί από ένα όριο και πέρα στρέφεται εναντίον του ανθρώπου ο πολιτισμός, περιττόν να σας το εξηγήσω περισσότερο, τον ξεπουλώ, για να αγοράσω τον πολύτιμον μαργαρίτη.  Και ό,τι άλλο, ό,τι άλλο… Ομοίως και η παραβολή του κρυμμένου θησαυρού. Βρήκε, λέει, έναν θησαυρό σε ένα χωράφι. Μαζεύει τις οικονομίες του, αγοράζει τον αγρόν, για να έχει τον θησαυρό. Είναι η Γραφή, είναι η Γραφή· κι εκεί μέσα θα βρεις τον θησαυρόν. Αυτές οι δυο παραβολές του πολυτίμου μαργαρίτου και του κρυμμένου θησαυρού, δείχνουν ότι είναι Αυτός ο Χριστός, ο πολύτιμος μαργαρίτης. Γι΄αυτό ο Κύριος συνιστά έντονα και λέγει: «Ζητεῖτε καί εὑρήσετε (:και θα βρείτε)». «Ὁ ζητῶν -λέει αλλού- εὑρίσκει». «Αυτός ο οποίος ζητάει, βρίσκει».


Αγαπητοί, πρόβλημα δεν υφίσταται αν θα αναζητήσομε τον Κύριον διά να Τον βρούμε. Πρόβλημα εκεί δεν υπάρχει. Το πρόβλημα υφίσταται στο αν υπάρχει η αναζήτησις. Και ερωτούμε: Σήμερα αναζητούμε τον Κύριον; Βέβαια κάποιοι άνθρωποι Τον αναζητούν και δεν θα παύσουν να Τον αναζητούν. Και βέβαια Τον βρίσκουν. Αλλά είναι οι ολίγοι. Οι πολλοί Τον αναζητούν στα υποκατάστατα. Γι΄αυτό υπάρχει και το πλήθος των αιρέσεων και των ανατολικών θρησκειών, που βρίσκουν απήχηση στους Χριστιανούς μας. Ξέρετε ποιο είναι το έσχατον υποκατάστατον αναζητήσεως του Χριστού και της μακαριότητος; Τα ναρκωτικά! Επειδή δεν βρίσκουν τον Χριστόν ή δεν θέλουν να Τον βρουν, πηγαίνουν στα υποκατάστατα. Είναι λυπηρό. Να αναζητούμε τον Χριστό εκεί που δεν υπάρχει. Γι΄ αυτό ο Ψαλμωδός με μελαγχολικό τρόπο γράφει: «Κύριος ἐκ τοῦ οὐρανοῦ διέκυψεν (: έσκυψε από τον ουρανό) ἐπί τούς υἱούς τῶν ἀνθρώπων τοῦ ἰδεῖν (: να δει) εἰ ἔστι συνιῶν ἤ ἐκζητῶν τόν Θεόν (: Ποιος είναι φρόνιμος και ποιος αναζητά τον Κύριον;)». Και συμπληρώνει μελαγχολικά: «Πάντες ἐξέκλιναν (: όλοι στραβολόξυσαν) ἅμα ἠχρειώθησαν (: έγιναν αχρείοι) οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός». Κανείς! Και δεν αναζητούμε τον αληθινόν Κύριον Ιησούν Χριστόν, επειδή εξεκλίναμε. Δηλαδή απομακρυνθήκαμε. Όπως είπαμε, λοξοδρομήσαμε. Επειδή γινήκαμε αχρείοι. Το ήθος μας έγινε αχρείον. Επειδή δεν ποιούμε χρηστότητα. Δεν ασκούμε την αρετή. Είναι η εποχή μας φοβερή εποχή. Γκρεμίζει τα πάντα. Γι΄ αυτό επιτρέπει ο Κύριος για τιμωρία μας να πλανώμεθα.


Τι χρειάζεται; Ταπείνωσις και αυτογνωσία. Όπως και ο εκατόνταρχος που είπε: «Κύριε, οὐκ εἰμί ἱκανός, ἵνα μου ὑπό τήν στέγην εἰσέλθῃς». Και προσθέτει με πίστη: «Ἀλλά μόνον εἰπέ λόγῳ καί ἰαθήσεται ὁ παῖς μου». Και όταν υπάρχει ταπείνωσις και η αυτογνωσία, τότε έρχεται και η θεολογία. Και η θεολογία είναι να ζητήσεις και να βρεις τον Θεόν Λόγον. Αφού πρώτα Εκείνος σε ανεζήτησε. Και Τον βρίσκεις και σε βρίσκει. Και Τον θαυμάζεις και σε θαυμάζει. Όπως τότε ο Κύριος εθαύμασε τον εκατόνταρχον.





Ὁ ἑκατόνταρχος ὑπόδειγμα πίστεως.

 +Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου



Ὁ ἑκατόνταρχος ὑπόδειγμα πίστεως

«Μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου» (Ματθ. 8,8)

(Ομιλία του †Επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)


Σήμερα, ἀγαπητοί μου, ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ὥρισε νὰ διαβάζεται ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου μία περικοπή, ποὺ ὁμιλεῖ γιὰ ἕναν ἄνθρωπο πίστεως. Πόσο ἀξίζει ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος! Αὐτὸς ἦταν ἑκατόνταρχος, δηλαδὴ ἀξιωματικός. Ἀξιωματικὸς ὄχι ἑνὸς μικροῦ κράτους ἀλλὰ τῆς πανισχύρου Ῥωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, ποὺ ἁπλωνόταν πρὸς Βορρᾶν,Νότον, Ἀνατολὰς καὶ Δυσμάς· τῆς αὐτοκρατορίας, ποὺ πρωτεύουσα εἶχε τὴ Ῥώμη καὶ οἱ λεγεῶνες της ἦταν ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος τῆς ἀνθρωπότητος. Ἐκπρόσωπος λοιπὸν τῆς Ῥωμαϊκῆς ἐξουσίας κάτω στὴν Ἁγία Γῆ ἦταν ὁ ἑκατόνταρχος αὐτός. Ἀλλὰ ἦταν εὐγενὴς ὕπαρξις . Δὲν ὑπερηφανευόταν οὔτε γιὰ τὸ ἔθνος του, οὔτε γιὰ τὸ ἀξίωμά του, οὔτε γιὰ τίποτε ἄλλο. Καὶ τὸ ἀπέδειξε ὅτι ἦτο εὐγενὴς ὕπαρξις. Πῶς; Εἶχε στὸ σπίτι του ἕναν ὑπηρέτη, ἕνα δοῦλο.


 Καὶ παρ᾿ ὅλο ποὺ οἱ δοῦλοι δὲν εἶχαν τότε καμμία ἀξία, ὁ ἑκατόνταρχος ἔδειξε γι᾿ αὐτὸν μεγάλο ἐνδιαφέρον. Ἀρρώστησε ὁ δοῦλος κ᾿ ἔπεσε στὸ κρεβάτι. Ὁ κύριός του καὶ γιατροὺς κάλεσε, καὶ φάρμακα ἀγόρασε, καὶ κάθε ἄλλη περιποίησι τοῦ προσέφερε. Ἀλλ᾿αὐτὸς χειροτέρευε, κι ὁ ἑκατόνταρχος ἦταν περίλυπος.Ξαφνικὰ ἀκούει, ὅτι παρουσιάστηκε κάποιος ποὺ θεραπεύει καὶ τὶς πιὸ βαρειὲς ἀσθένειες, ποὺ ἀνασταίνει καὶ νεκρούς. Εἶνε ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Τότε ὁ ἑκατόνταρχος εἶπε μέσα του· Αὐτός θὰ θεραπεύσῃ τὸ δοῦλο μου!Πῆγε στὸ Χριστὸ καὶ ταπεινώθηκε μπροστά του. Δὲν ὑπολόγισε οὔτε τὸ ἀξίωμα οὔτε τὸ βαθμό του· δὲν τὸν ἐνδιέφερε τί θὰ πῇ ὁ κόσμος. Τοῦ μίλησε γιὰ τὸν ἄρρωστο δοῦλο του. Καὶ ὁ Χριστὸς τοῦ λέει· «Θὰ ἔλθω ἐγὼ νὰ τὸν θεραπεύσω» (Ματθ. 8,7). Μόλις ὅμως ἄκουσε αὐτὸ τὸ λόγο ὁ ἑκατόνταρχος, εἶπε· Κύριε,δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ μοῦ κάνῃς ἐπίσκεψι· πὲς μόνο ἕνα λόγο, καὶ ὁ δοῦλος μου θὰ γίνῃ καλά(ἔ.ἀ. 8,8). Ἂν ἐγὼ δίνω διαταγὲς καὶ ἐκτελοῦνται, πόσῳ μᾶλλον ἐσύ; Ἐγὼ εἶμαι ἕνας μικρὸς ἀξιωματοῦχος, ἐξουσιάζω ἑκατὸ στρατιῶτες·ἐνῷ ἐσὺ ἐξουσιάζεις τὸ σύμπαν ὁλόκληρο.Δῶσε λοιπὸν μιὰ διαταγή, καὶ ὁ δοῦλος μου θὰ γίνῃ καλά.Καὶ θαύμασε, λέει, ὁ Χριστὸς τὴν πίστι του.Καὶ ἔδωσε διαταγή. Κι ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη ὁ δοῦλος θεραπεύθηκε.

Τί μεγάλα νοήματα ἔχει ἡ Ἐκκλησία! Σύ,Κύριε, λέει, ἐξουσιάζεις τὰ σύμπαντα, ποὺ πειθαρχοῦν σ᾿ ἐσένα ὅπως ὁ στρατιώτης.Τώρα καὶ στὸ στρατὸ χαλάρωσε ἡ πειθαρχία ποὺ γνωρίσαμε ἐμεῖς ἄλλοτε. Ἀλλὰ τότε,στὴ ῥωμαϊκὴ ἐποχή, εἶχαν σιδηρᾶ πειθαρχία.Ὑπακούουν, λέει, σ᾿ ἐμένα οἱ στρατιῶτες· ἀλλὰ σύ, Κύριε, εἶσαι ὁ βασιλεὺς καὶ ὁ Κύριος τοῦ παντός, σ᾽ ἐσένα ὑπακούουν τὰ σύμπαντα.

Τὸν παραδέχεται, δηλαδή, ὄχι ὡς ἄνθρωπο ἀλλ᾿ ὡς Θεό · ἔβλεπε κάτω ἀπὸ τὸ ταπεινὸσχῆμα τοῦ ἀνθρώπου νὰ κρύβεται τὸ μεγαλεῖο τῆς Θεότητος. Ἂν διατάζω ἐγώ, λέει, διατάζεις κ᾿ ἐσύ, Κύριε, ἀφοῦ εἶσαι Θεός.

.⃝ Καὶ πράγματι ὁ Κύριος ὅλα τὰ ἐξουσιάζει.Στέκουν μπροστά του τὰ σύμπαντα σὰν στρατιῶτες. Παράδειγμα ὁ ἥλιος . Τὸ σκεφτήκατε; Ποτέ στρατιώτης δὲν ἔδειξε τόση πειθαρχία ὅση ὁ ἥλιος. Εἶνε σὲ ἕνα σημεῖο, ποὺ τοῦ ὥρισε ὁ Μεγαλοδύναμος. Ἀνατέλλει στὴν ὥρα του, βασιλεύει στὴν ὥρα του, στρατιώτης πιστὸς στὰ διατάγματα τοῦ Κυρίου. Ὁ Φλαμμαριών, ὁ μεγάλος ἀστρονόμος, τὸ λέει αὐτὸ κάπου. Γιά φανταστῆτε, νὰ διατάξῃ ὁ Χριστὸς τὸν ἥλιο νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴ θέσι του καὶ ποῦ νὰ πάῃ; Πέρα, βαθειὰ μέσα στὸ ἄπειρο.

Ἂν ἀπομακρυνθῇ, θὰ τὸν δοῦμε σὰν ἕνα ἀστεράκι. Καὶ τότε, ὤ τότε, δὲν θὰ μπορέσῃ νὰ μᾶς θερμάνῃ· ἡ θερμοκρασία τῆς γῆς θὰ πέσῃ ἑκατὸ βαθμοὺς κάτω ἀπὸ τὸ μηδέν, ἡ ἐπιφάνειά της θὰ γίνῃ πάγος, Βόρειος Πόλος,καὶ ποιός τότε θὰ μπορέσῃ νὰ ζήσῃ πάνω σ᾿αὐτήν; Θὰ πεθάνουμε ἀπὸ τὸ κρύο. Ἂν πάλι δώσῃ ἄλλη ἐντολὴ ὁ Θεὸς καὶ πῇ τὸ ἀντίθετο, νὰ φύγῃ ὁ ἥλιος ἀπὸ ᾿κεῖ ποὺ βρίσκεται καὶ τί νὰ κάνῃ; Νὰ πλησιάσῃ. Τότε θὰ τὸν δοῦμε δέκα καὶ ἑκατὸ φορὲς μεγαλύτερο, ἡ θερμοκρασία μας θὰ φτάσῃ σὲ μεγάλα ὕψη πάνωἀπὸ τὸ μηδέν, καὶ ἡ γῆ θὰ γίνῃ ξηραΰλα, κάρβουνο.

.⃝ Ὦ Χριστέ! στρατιώτης σου ὁ ἥλιος, σὲ ὑπ-κούει. Καὶ μόνο ὁ ἥλιος; Καὶ ἡ γῆ εἶνε στρατιώτης. Ὁ κόκκος αὐτὸς τῆς ἄμμου –ἐν συγκρίσει μὲ τὸ ἄπειρο σύμπαν– κινεῖται. Αὐτὴ ἡὑδρόγειος σφαῖρα εἶνε ἕνα λεωφορεῖο, ποὺ τρέχει μὲ μεγάλη ταχύτητα. Καὶ τὸ λεωφορεῖο αὐτὸ μεταφέρει ὄχι 50 ἢ 60 ἐπιβάτες, ἀλλὰ –παρακαλῶ μετρῆστε– 5 δισεκατομμύρια ἀνθρώπους. Καὶ τρέχει, τρέχει μέσα στὸ ἄπειρο. Ποιός συγκρατεῖ τὴ γῆ; Ποιά τροχαίαῥυθμίζει τὴν κίνησί της.

;⃝ Ἄλλο παράδειγμα πειθαρχίας ἡ θάλασσα .Ὑπακούει. Εἶνε κτίσμα, δὲν εἶνε Θεός. Οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας εἶχαν φθάσει σὲ μεγάλα ἐπιτεύγματα, ἀλλὰ στὸ θέμα τῆς θρησκείας εἶχαν πλάνη, ὅπως ἔλεγε καὶ ὁ Κολοκοτρώνης. Παιδιά, λέει, οἱ ἀρχαῖοι ἦταν σπουδαῖοι·ἐπιστῆμες εἴχανε, Παρθενῶνες χτίσανε, ἀλλὰ ζοῦσαν σὰν τὰ ζῷα, λέει· πέτρες καὶ εἴδωλα λάτρευαν, μεταξὺ δὲ αὐτῶν καὶ τὴ θάλασσα.Ὅταν τὴ ἔβλεπαν ν᾿ ἀφρίζῃ, θαύμαζαν. Ἐμεῖς –δόξα τῷ Θεῷ– ἔχουμε τὴν ἀληθινὴ θρησκεία· καὶ γνωρίζουμε, ὅτι καὶ ἡ θάλασσα ὑπακούει στὸ Θεό. Πῶς ὑπακούει; Πρῶτα - πρῶτα τὴν ἔχει περιορίσει ὁ Θεὸς σὲ ὡρισμένη ἔκτασι. Ἀρχικὰ θάλασσα ἦταν ὅλη ἡ ὑδρόγειος.Καὶ εἶπε ὁ Θεὸς καὶ ἀπεχώρησε ἡ θάλασσα καὶ ἐμφανίσθηκε ἡ ξηρά, καὶ πάνω σ᾿ αὐτὴν ἐμφανίσθησαν οἱ πηγές, οἱ ποταμοὶ καὶ οἱ λί-μνες. Ἔπειτα, ὡς πρὸς τὴν ποσότητα τοῦ νεροῦ, ὑπάρχει μιὰ συμμετρία θαυμαστή. Ποια συμμετρία; Τὸ νερὸ τῆς θαλάσσης ἐξατμίζεται συνεχῶς· ἀλλὰ ἐξατμίζεται μὲ μιὰ ἀναλογία θαυμαστή. Ἐὰν ἐξατμιζόταν περισσότερο τοῦ δέοντος, ἡ θάλασσα θὰ ἐξαντλεῖτο καὶ θὰ ξεραινόταν· ἐὰν ἐξατμιζόταν λιγώτερο τοῦ δέοντος, ἡ στάθμη της θὰ ἀνέβαινε ἐπικίνδυνα. Τώρα ὅμως ὅσο ἐξατμίζεται τόσο καὶ ἀναπληρώνεται μὲ τὴ βροχή, ποὺ δὲν εἶνε τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ἐξάτμισι τοῦ νεροῦ τῆς θαλάσσης. Μιὰ γυναίκα στὸ χωριό μου εἶχε βάλει τὸν τέντζερη πάνω στὴ φωτιὰ γεμᾶτο νερό, ἄρχισε νὰ φλυαρῇ καὶ ξεχάστηκε, καὶ τὸνερὸ ἐξατμίσθηκε. Ἔτσι μποροῦσε νὰ ἐξατμισθῇ καὶ ἡ θάλασσα, καὶ τότε θὰ φαινόταν ὁ πυθμένας. Ἐὰν πάλι ἡ ἐξάτμισι ἦταν μικρότερη, τότε θὰ ἐκαλύπτετο ὅλη ἡ γῆ ἀπὸ τὰ νερὰ καὶ θὰ εἴχαμε παγκόσμιο κατακλυσμό. Θαυμαστὸ ἐπίσης εἶνε, ὅτι μέσα στὴ θάλασσα ὁΘεὸς ἔρριξε ἁλάτι. Ἂν δὲν ἔρριχνε τὸ ἁλάτι,θὰ βρωμοῦσε καὶ θὰ σάπιζε ὁ κόσμος. Καὶ ἄλλα ἀκόμη θαυμαστὰ ὑπάρχουν. Μὲ ἀξίωσε ὁΘεός, ὡς νησιώτη, νὰ γράψω ἕνα βιβλίο μὲ τίτλο «Ἡ θάλασσα» –400 περίπου σελίδες εἶνε–, στὸ ὁποῖο περιγράφω τὰ θαυμάσια τῆς θαλάσσης.

Φτάνει μόνο ἡ θάλασσα ν᾿ ἀποδείξῃ, ὅτι ὑπάρχει Θεός. Ὦ Θεέ μου, πόσο ἀσύνετοι εἴμαστε καὶ δὲν σκεπτόμαστε τὰ μεγαλεῖα σου, πόσο ἀχάριστοι καὶ ἀγνώμονες εἴμαστε καὶ δὲν νιώθουμε τὶς εὐεργεσίες σου! Ὁμιλοῦμε περὶ πραγμάτων φυσικῶν, ἐνῷ πί-σω ἀπ᾿ ὅλα στέκει ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ.Ὅλα λοιπὸν ὑπακούουν στὸ Θεό, καὶ εἶχεδίκιο ὁ ἑκατόνταρχος. Ὑπακούει ὁ ἥλιος, ὑπακούει ἡ γῆ καὶ ἡ σελήνη καὶ τὰ ἄστρα, ὑπακούει ἡ θάλασσα καὶ τὰ νερά, τὰ πάντα ὑπακούουν· καὶ ὁ μόνος ποὺ δὲν ὑπακούει εἶνε ὁἄνθρωπος . Τὸ σκουλήκι ὁ ἄνθρωπος πάει κόντρα μὲ τὸ Θεό. Αὐτὸς ἀποτελεῖ παραφωνίαμέσα στὸ σύμπαν.

Αὐτὰ τὰ λίγα εἶχα, ἀγαπητοί μου, νὰ πῶ ἐξἀφορμῆς τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου, καὶ ὁ Θεὸς νὰ μᾶς δώσῃ δύναμι νὰ πειθαρχοῦμε στὸ θέλημά του τὸ ἅγιο.

Ὦ Θεέ μου! σ᾿ ἐσένα ὑπακούουν τὰ πάντα. Σὲ παρακαλοῦμε, βοήθησέ μας νὰ ὑπακούσουμε κ᾿ ἐμεῖς, τὰ ἀτίθασα ὄντα.Ἐάν, ἀγαπητοί μου, ὑπακούσουμε στὸ Θεό, θὰ δοῦμε ἀκόμη μεγαλύτερα θαύματα καὶ ὡς ἄτομα καὶ ὡς ἔθνος. Τώρα μᾶς περιφρονοῦν καὶ μᾶς ἀπειλοῦν νὰ μᾶς θάψουν. Ἀλλ᾿ἐὰν μᾶς ἐλεήσῃ ὁ Θεός, θὰ δοῦμε πάλι εὐλογίες ὅπως καὶ παλαιότερα. Τὸ ᾿12, ποὺ ὡρμήσαμε ὡς λέοντες καὶ φθάσαμε μέχρι τὴν Ἄγκυρα μὲ ἐπὶ κεφαλῆς ἥρωες (μὲ Πλαστήρα καὶ Κονδύλη καὶ Κουντουριώτη), τότε ἕνας Ἕλληνας πέθαινε, καὶ ὀκτὼ γεννιόντανε. Τώρα ἕνας πεθαίνει καὶ μισὸς γεννιέται… Μόνο ἂν ἐπιστρέψουμε στὶς ἀθάνατες ῥίζες μας, ἐ-ὰν πιστέψουμε ὅπως θέλει ὁ Θεός, τότε πάλι θὰ δοῦμε καλύτερες ἡμέρες, διὰ πρεσβειῶν πάντων τῶν ἁγίων· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος-


Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ποὺ ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Γερμανοῦ Ἁγίου Γερμανοῦ - Πρεσπῶντὴν 1-7-1990.

Κυριακή Δ Ματθαίου Ἡ πίστη τοῦ ἑκατόνταρχου Anthony Bloom

 Εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.


Πόσο μεγάλη πρέπει νά ἦταν ἡ πίστη τοῦ ἑκατόνταρχου πού ἦρθε στόν Κύριο ζητώντας του νά θεραπεύσει τόν ὑπηρέτη του πού ἀγαποῦσε, πού τοῦ ἦταν πιστός. Ἄκουσε τόν Χριστό νά λέει: « Θά ἔρθω νά κάμω ἕνα θαῦμα στό σπίτι σου», καί θά μποροῦσε νά ἀπαντήσει, « Μήν ἔλθεις, ἕνας λόγος Σου εἶναι ἀρκετός γιά νά ἀποκατασταθεῖ ἡ ὑγειά τοῦ ὑπηρέτη μου!».



Αὐτό εἶναι ἕνα γεγονός ἀπό τήν ζωή τοῦ Κυρίου· ἕνα γεγονός πού ἄγγιξε ὄχι μόνο τόν Ἑκατόνταρχο, ὄχι μόνο τόν ὑπηρέτη του, ἀλλά κάθε μέλος τοῦ σπιτιοῦ. Ἦλθε χωρίς τόν Χριστό, καί ὁ ὑπηρέτης θεραπεύτηκε.


Ποιός ἀπό ἐμᾶς μπροστά σ’ ἕνα τρομερό, ἀγωνιώδη πόνο, μπορεῖ νά στραφεῖ πρός τόν Κύριο, νά παρουσιάσει τό αἴτημά του, νά Τοῦ ζητήσει ἔλεος καί νά ἐκδηλώσει τή δύναμή Του, καί ὅταν μᾶς λέει, ὅταν πληροφορεῖ τήν καρδιά μας, «Θά ἔλθω, θά κάνω σ’ ἐσένα αὐτό τό θαῦμα» - ποιός ἀπό ἐμᾶς θά εἶχε τό θάρρος νά πεῖ, «Ὄχι, Κύριε! Ἀρκεῖ ὁ λόγος Σου!»…


Ἔχουμε τό Εὐαγγέλιο, ἔχουμε τό παράδειγμα τῶν Ἁγίων πού πολλοί ἔκτισαν μιὰ ζωή ἁγιότητος, ἀπό ἕνα λόγο τοῦ Εὐαγγελίου πού πῆραν σοβαρά καί στόν ὁποῖο ἀφιέρωσαν ὅλη τους τήν ἐνέργεια, ὅλη τους τήν ζωή. Ἔχουμε τό Εὐαγγέλιο, ἕναν λόγο, ἐκεῖνον τόν λόγο πού μπορεῖ νά θεραπεύσει μιά ζωή, πού μπορεῖ νά μεταμορφώσει ἀνθρώπους, σχέσεις, ψυχές καί ζωές. Ποιός ἀπό ἐμᾶς εἶπε ποτέ στόν Κύριο, «Τό Εὐαγγέλιο μοῦ εἶναι ἀρκετό»; Καί πόσο συχνά στρεφόμαστε στόν Κύριο γιά νά ποῦμε «Ναί, Κύριε – Τό διάβασα ὅλο τό Εὐαγγέλιο, ἀλλά ἔλα ἐσύ ὁ ἴδιος, μίλησέ μου, πές μου ἕναν λόγο πού δέν εἶναι γραμμένος, πές ἕναν λόγο πού θά διαπεράσει τήν ζωή μου, τήν καρδιά μου σάν τή φωτιά καί τό σίδερο! Μίλησε, πάλι καί πάλι, Κύριε!»…Καί ἔτσι παραβλέπουμε ὅλο τό Εὐαγγέλιο, τό μήνυμα τοῦ Θεοῦ, τό παράδειγμα τοῦ Χριστοῦ, ὅ,τι βλέπουμε στούς Ἀποστόλους, καί στούς μετέπειτα Ἁγίους, ἐπειδή θέλουμε μιὰ νέα ἀποκάλυψη, ἕναν νέο λόγο.


Καί θυμάστε ἐπίσης, πώς, ὅταν ὁ Χριστός ἔδωσε τήν ἐντολή στούς μαθητές νά ρίξουν τό δίχτυ τους στήν θάλασσα καί αὐτό τό δίχτυ ἔφερε πλῆθος ἀπό ψάρια, ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, κατάλαβε ξαφνικά ποιός ἦταν ὁ Κύριος. Τά εἶχε ἀκούσει ὅλα, τήν ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλία, ἦταν ἀπό τήν ἀρχή μέ τόν Κύριο – καί ἀμυδρά μόνο εἶχε καταλάβει ποιός ἦταν. Ἐκείνη τήν στιγμή συνειδητοποίησε ποιός ἦταν στήν βάρκα του καί εἶπε, «Κύριε, φύγε ἀπό τήν βάρκα! Εἶμαι ἁμαρτωλός, εἶμαι ἀνάξιος τῆς παρουσίας Σου! »


Καί πάλι, ποιός ἀπό ἐμᾶς, σέ στιγμές πού ὁ Κύριος ἦρθε κοντά μας, σκέφτηκε νά πεῖ τέτοια λόγια, ἔχοντας ἀντιληφθεῖ, ἐξαιτίας τῆς ἁγιότητας τοῦ Χριστοῦ, τήν ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ, πόσο δέν ἀξίζουμε τήν ζωή Του, τό θάνατό Του, τήν κάθοδό Του στήν κόλαση, τό κατώτερο σημεῖο τοῦ κακοῦ. Καί αὐτή ἡ κόλαση δέν εἶναι μοναχά μία εἰκόνα· δέν ὑπάρχει μέσα μας ; Δέν ὑπάρχει μέσα μας ἕνα σκοτάδι, πού χρειάζεται κάτι παραπάνω ἀπό φώτιση – τό Φῶς τοῦ Θεοῦ, τόν Θεό, τό φῶς τοῦ κόσμου.


Ἄς σκεφτοῦμε αὐτό πού ἀκοῦμε. Μόλις ἐπέστρεψα ἀπό τή Ρωσσία, καί κάθε πού ἔρχομαι, ἔχω ἕνα δέος γιά ὅ,τι εἶδα ἐκεῖ. Ὄχι ἀπό τίς σπουδαῖες λειτουργίες, ἀλλά ἀπό τούς ἀνθρώπους πού γιά περισσότερο ἀπό μισό αἰώνα, ἔφεραν τό βάρος τοῦ Σταυροῦ, καί πόσο τρομερό – πῶς ἐμπνέει – πόσο ταπεινωτικό εἶναι γιά κάποιον νά πρέπει νά μιλήσει σέ ἀνθρώπους πού ἡ ζωή τους εἶναι ἕνα κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, ἐνῶ ἡ δική μας εἶναι ντροπή τοῦ Χριστοῦ. Ναί, εἶναι αὐτό πού λέει τό Εὐαγγέλιο ὅτι ἀπό τούς λόγους μας θά κριθοῦμε, θά σωθοῦμε ἤ θά καταδικαστοῦμε. Πόσο τρομαχτικό εἶναι νά πρέπει νά ποῦμε λόγους ἀληθείας ἀπό καθῆκον, ἀπό ἀνάγκη καί νά γνωρίζουμε ὅτι κάθε λόγος μᾶς καταδικάζει.


Καί ἔτσι ὅταν ἕνας ἱερέας ἐξέρχεται στό Ἅγιο Βῆμα, κάνει τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, μπαίνοντας κάτω ἀπό τήν προστασία τοῦ Ἐσταυρωμένου, τοῦ θανάτου, τήν θυσιαστική ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ – προσευχηθεῖτε γι’ αὐτόν πού πρόκειται νά κηρύξει τό Εὐαγγέλιο, ἴσως τό κήρυγμα αὐτό νά τόν κρίνει καί νά τόν καταδικάσει– καί γιά τή σωτηρία τῆς ψυχῆς σας. Καί τότε, ἴσως αὐτή ἡ προσευχή νά στηρίξει τόν ἱεροκήρυκα καί λέγοντας τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, μέ τήν βοήθεια τῆς Θ. Χάριτος, ἴσως νά δυναμώσει τή ζωή σας καί σᾶς βοηθήσει νά φθάσετε τόν Χριστό, ὄχι ἐκεῖνον: νά συνειδητοποιήσετε ξαφνικά ὅτι ὁ ἱεροκήρυκας δέν ὑπάρχει – ὑπάρχει μόνο ἕνα μήνυμα. Θυμηθεῖτε! Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής δέν ὀνομάστηκε κήρυκας τοῦ Θείου Λόγου· λέγεται γι’ αὐτόν ὅτι ἦταν «φωνή βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ». Δέν ἦταν ἄνθρωπος, ἀλλά μήνυμα. Λάβετε τό μήνυμα, μήν σταθεῖτε στόν ταχυδρόμο, καί λάβετε τό μήνυμα καθώς τό περιγράφει ὁ Χριστός, ὅπως ἡ γῆ ἡ καλή πού θάβει μέσα της τόν σπόρο, τόν τρέφει καί φέρνει καρπούς, καρπούς ζωῆς: ὄχι καρπούς συναισθημάτων, σκέψεων, ἀλλά μιὰ ζωή πού εἶναι αὐτή τοῦ Θεοῦ, σαρκωμένη, ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ σέ μᾶς. Ἀμήν.