Πέμπτη 25 Ιουνίου 2026

Η Παναγία δεν ζητά να την θαυμάζουμε. Ζητά να την μιμούμαστε.

 Συχνά στεκόμαστε μπροστά στην εικόνα της Παναγίας με δέος, λέγοντας λόγια θαυμασμού και τιμής. Κι αυτό είναι σωστό, γιατί η τιμή προς το πρόσωπό της είναι θεμελιωμένη στην παράδοση της Εκκλησίας. Όμως ο θαυμασμός από μόνος του, αν δεν οδηγεί κάπου, παραμένει στάσιμος. Η Παναγία δεν θέλει απλώς θεατές της αρετής της· θέλει μιμητές.


Το «Ναι» της στον Ευαγγελισμό δεν ήταν μια στιγμιαία πράξη, αλλά στάση ζωής: ταπείνωση, εμπιστοσύνη στο θέλημα του Θεού, υπομονή στον πόνο, σιωπή όταν τα λόγια δεν χωρούσαν, παρουσία δίπλα στον Υιό της μέχρι τον Σταυρό. Αυτά δεν είναι ιδιότητες για να τις θαυμάζουμε από απόσταση· είναι δρόμος που μας καλεί να βαδίσουμε.


Να τη μιμηθούμε σημαίνει να λέμε κι εμείς το δικό μας «Γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου» στις δυσκολίες της ζωής μας. Να κρατάμε ταπείνωση στις επιτυχίες μας. Να εμπιστευόμαστε τον Θεό όταν δεν καταλαβαίνουμε το σχέδιό Του. Να στεκόμαστε με αγάπη δίπλα σε όσους πονούν, χωρίς να περιμένουμε ανταπόδοση.


Και ίσως γι' αυτό η Παναγία συγκινεί τόσο βαθιά τις καρδιές των ανθρώπων. Δεν είναι μια μακρινή βασίλισσα που ζητά θαυμασμό, αλλά μια μητέρα που δείχνει τον δρόμο. Δεν κρατά τα βλέμματα πάνω της, αλλά τα στρέφει πάντοτε προς τον Χριστό.

Όσο περισσότερο της μοιάζουμε στην ταπείνωση, στην πίστη και στην αγάπη, τόσο περισσότερο πλησιάζουμε τον Υιό της. Η αληθινή τιμή προς την Παναγία δεν είναι μόνο τα λόγια, οι ύμνοι και τα εγκώμια. Είναι η προσπάθεια να κάνουμε τρόπο ζωής όσα εκείνη έζησε.


Η Παναγία δεν ζητά να την κοιτάζουμε μόνο. Ζητά να περπατήσουμε στα ίχνη της.

Παναγία Μητέρα μας, δίδαξέ μας να λέμε κι εμείς καθημερινά:

«Γενηθήτω το θέλημά Σου».

Ο καλύτερος ύμνος προς την Παναγία δεν ψάλλεται με τα χείλη, αλλά γράφεται με μια ζωή που προσπαθεί να της μοιάσει.

Άγιος Νικόλαος Πλανάς: “Εγώ παιδί μου με την υπομονή τα έβγαλα πέρα τα τόσα σκάνταλα”

 Ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς (+1932), ένας άγιος των ημερών μας, ήταν άνθρωπος άκακος, απονήρευτος και με βαθειά ταπείνωση.

Έδειχνε μεγάλη υπομονή στους πειρασμούς και τις δοκιμασίες. Έλεγε κάποτε ο ίδιος συμβουλεύοντας μια πνευματική του κόρη:

“Εγώ παιδί μου με την υπομονή τα έβγαλα πέρα τα τόσα σκάνταλα που μου παρουσιαζόντουσαν”.

Εξηγεί σε μια «κόρη του» γιατί να μην θυμώνει και λέει: «και ‘γω δεν ξέρω να μιλήσω; ξέρω, αλλά σκέφτομαι το αποτέλεσμα και έτσι σιωπώ».

Ο παπα – Νικόλας Πλανάς λειτουργούσε καθημερινά, χωρίς διακοπή, σε διάστημα μισού αιώνα. Στο διάστημα αυτό τύχαινε κάποτε να μην έχει πρόσφορο. Πάντοτε όμως εξοικονομούσε είτε από τους πιστούς είτε από τους γύρω φούρνους.


Κάποια μέρα είχε προχωρήσει ο όρθρος αρκετά, αλλά πρόσφορο δεν φαινόταν πουθενά. Έστειλε να ψάξουν στους φούρνους και στις νοικοκυρές που πάντα είχαν. Κοίταξε και στα ντουλάπια του ιερού, μήπως είχε αφήσει άλλος ιερέας. Μα κανένα αποτέλεσμα. Στενοχωρήθηκε μέχρι δακρύων.

Κάποια στιγμή τον βλέπουν να βγαίνει στην ωραία πύλη κρατώντας ένα πρόσφορο φρέσκο-φρέσκο. Το είχε βρει πάνω στην αγία τράπεζα!

-Κοιτάξτε, παιδιά μου, τι σημείο μου έκανε ο Θεός, είπε συγκινημένος και χαρούμενος.

Όλα τα θαύματα, σημεία τα έλεγε. Τα θεωρούσε φυσικά, γιατί είχε μεγάλη πίστη. Στα συναξάρια συναντάμε ασκητές που τους υπηρετούσε άγγελος Κυρίου. Πολύ φυσικό λοιπόν να υπηρετούσε άγγελος Κυρίου και τον παπα-Νικόλα, τον «εντός του κόσμου διαβούντα αληθινόν ασκητήν».

Αρκετοί ενορίτες του, κυρίως μικρά παιδιά, τον έβλεπαν όταν λειτουργούσε κυριολεκτικά μεταρσιωμένο. «Η φήμη του παπα-Νικόλα», διηγείται σεβαστή γυναίκα, «είχε απλωθεί σ’ όλη την Αθήνα. Κάποτε, παραμονή Χριστουγέννων, ξεκίνησα με τα εγγονάκια μου για να κοινωνήσω από τ’ αγιασμένα χέρια του.

Τότε στη Βουλιαγμένη ήταν ακόμα ερημιά. Είκοσι χαμόσπιτα σκόρπια εδώ κι εκεί και τριγύρω χωράφια. Στη θέση της σημερινής εκκλησίας υπήρχε ένα παλιό βυζαντινό εκκλησάκι, μικρό σαν κουβούκλιο, χαμηλό και μισοσκότεινο.

Είχαν έρθει και άλλες οικογένειες με τα παιδάκια τους. Κάποια στιγμή που ο παπα-Νικόλας εμφανίστηκε στην ωραία πύλη κρατώντας το άγιο ποτήρι, το εγγονάκι μου φώναξε:

-Γιαγιά, ο παπάς περπατάει στον αέρα!

-Πάψε, του λέω, ενώ συγχρόνως σταυροκοπήθηκα. Πώς περπατάει στον αέρα;

-Τον βλέπω κι εγώ, φώναξε άλλο παιδάκι. Δεν πατάει κάτω.

Στο «Μετά φόβου…» πλησιάσαμε όλες οι γυναίκες και τα παιδάκια να κοινωνήσουμε. Ο παπα-Νικόλας δεν είχε ακούσει τίποτε, αλλά, κι αν είχε ακούσει, δεν έδωσε καθόλου προσοχή.

Από τότε ερχόμουν πάντοτε εδώ και κοινωνούσα. Και κάθε φορά ήταν αδύνατον να μην ακούσω παιδάκια να φωνάζουν:

–Ο παπάς περπατάει στον αέρα!».

Το 1920, ανήμερα τα Χριστούγεννα, ο όσιος λειτουργούσε στον άγιο Ιωάννη Βουλιαγμένης. Όταν βγήκε να κοινωνήσει τους πιστούς, πλησίασε και μια γυναίκα με το μωρό της. Αφού κοινώνησε το μικρό, το έδωσε σε μια κοπέλα, την Ιουλία, να το κρατάει.

Η Ιουλία, καθώς το κρατούσε, γύρισε και κοίταξε τον ιερέα. Τότε παρά λίγο να της πέσει το παιδί από τα χέρια.

-Πρόσεξε! Τί έπαθες; της φωνάζει η γυναίκα.

–Βλέπω τον παπά να στέκεται πάνω σ’ ένα σύννεφο, απάντησε εκείνη εκστατική.

Άλλοτε πάλι, ενώ λειτουργούσε ο όσιος στον προφήτη Ελισαίο, έγινε και τούτο: Ένα οκτάχρονο παιδάκι βγαίνει κάτωχρο από το ιερό και λέει στη μητέρα του:

-Μαμά, ο παπα-Νικόλας είναι τόσο ψηλά από τη γη!

Και της έδειξε μισό πήχη με το χεράκι του.

Δύο μικροί φίλοι, καθώς βάδιζαν στο δρόμο, συνάντησαν τον άγ. Νικόλαο. Ο ένας από τούς δύο ήταν τύπος αγαθός· και επειδή ήταν αγαθός οι φίλοι του τον έλεγαν βλάκα, αλλά δεν συνέβαινε αυτό, ήταν απλώς αθώος και πολύ θρησκευόμενος.


Στο δρόμο πού συνάντησαν τον άγ. Νικόλαο, λέει ο αγαθός στον φίλο του: «Κοίταξε να δεις, ο παπάς δεν πατάει στη γη»! Και ο μεν αγαθός έβλεπε τον Άγιο 30 πόντους πάνω από το έδαφος, ο δε άλλος δεν μπορούσε να τον δει.

Άγιος Μεθόδιος ο εν Νυβρίτω

 Ο Άγιος Μεθόδιος γεννήθηκε στο Ρέθυμνο επί Αραβοκρατίας. Ο ακριβής τόπος καταγωγής του δεν είναι γνωστός. Άγνωστο είναι και το μοναστήρι της κουράς του. Ίσως να είναι το Μοναστήρι του Πρέβελη. Γνωστός ωστόσο ακούεται ο γέροντάς του, Ευθύμιος, που ασκήτευσε στα βουνά της Νιβρύτου (ή Νύβριτος ή - παλαιότερη γραφή - Νίβριτος). Εκεί λοιπόν στη Νίβριτο, ασκήτευσε και ο όσιος Μεθόδιος, και συνδυάζοντας την πραότητα, την υπομονή, την εγκράτεια και πολλές άλλες αρετές, έζησε την καθαρά μοναστική βιοτή ή ακριβέστερα την αναχωρητική.


Εκεί λοιπόν στα ψηλά βουνά της Νιβρύτου, που απλώνονται διαδοχικά προς τις νοτιοανατολικές πλαγιές του Ψηλορείτη, στο κατάλληλο αυτό φυσικό τοπίο, βίωσε και ασκήτεψε ο γνήσιος του Θεού ασκητής. Τολμηρό είναι να αναφέρουμε ότι ο Άγιος Μεθόδιος είχε συναντηθεί με τον Όσιο Νικόλαο του Κουρταλιώτη  ο οποίος ασκήτευε κι αυτός σε γειτονική περιοχή. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί πως υποστηρίζεται από κάποιους ότι ο Όσιος Νικόλαος ασκήτευσε σε μια σπηλιά γειτνιάζουσα στην Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου κοντά στο χωριό Ζαρός. Εκεί σώζεται ακόμα και σήμερα Ναός επ’ ονόματι του Οσίου Μεθοδίου της Νιβρύτου. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι κάποιοι συγχέουν τους δυο Αγίους και τους εμφανίζουν ένα και το αυτό πρόσωπο. Για όλα αυτά βεβαίως χρειάζεται πολλή έρευνα από τους ειδικούς επιστήμονες. Πλήρης ημερών εξεδήμησε προς Κύριον όπως ποθούσε από παιδί. Η μνήμη του τιμάται στις 25 Ιουνίου, στο χωριό Νίβρυτο. Το λείψανό του φυλάσσεται στη Μονή Επανωσήφη (ή Απανωσήφη).


Άγνωστος είναι ο υμνογράφος της ασματικής του Ακολουθίας. Από την προβληματική φιλολογική μέριμνά της εικάζομε ότι πρόκειται για ευσεβή ασκητή ολιγογράμματο. Η Αγιότητά του φεγγίζει στα βουνά της Νιβρύτου και ο οσιακός βίος του διαγράφεται ανάγλυφος μέσα από τα δάση και τα δένδρα, τα νερά και τα ποτάμια, τη σπηλιά και την ησυχία, την ερημιά και τη γοητεία της φυσικής καλλονής του τόπου αυτού. Ο Όσιος Μεθόδιος δόξασε το Θεό και μεγάλυνε το όνομά Του.



Ἀπολυτίκιον

Ἦχος α. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Ἐκ Νηβρύτου ὡς ἄστρον, πολιτείας τῆς κρείτονος, δι’ ἀσκητικῆς συντονίας, μυστικῶς ἐξανέτειλας, φαιδρύνων τᾶς χορείας τῶν Κρητῶν, αὐγαίς θεουργικῶν σού ἀρετῶν, καί θαυμάτων ἀγλαϊαις, ἠγιασμένε Μεθόδιε. Δόξα τῷ σέ ἰσχύσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σέ ἁγιάσαντι, δόξα τῷ χορηγούντι διά σου, χάριν ἀέναον.


Έτερον Ἀπολυτίκιον

Ἦχος πλ α. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Τῶν Ὁσίων τοὺς τρόπους, ἐκμιμησάμενος, ἐν τῇ Νηβρύτῳ μετῆλθες, ἀσκητικὴν βιοτήν, καὶ μετέστης πρὸς σκηνὴν ἀχειροποίητον, ἔνθα Χριστοῦ ἀξιωθείς, τῆς παραστάδος εὐκλεῶς, Μεθόδιε θεομάκαρ, ἐκ τῶν λειψάνων σου βλύζεις, ἡμῖν ἀπαύστως χάριν ἄφθονον.


Κοντάκιον

Ἦχος πλ α. Μιμητὴς ὑπάρχων.

Τὰ τῆς γῆς ἡδέα ἀπαρνησάμενος, τοῦ Κυρίου ὀπίσω κατηκολούθησας, καὶ ἀσκήσας ἐν κόσμῳ καθάπερ ἄσαρκος, τοῖς χοροῖς τῶν Ἀγγέλων συνήφθης Ὅσιε, ἐνεργῶν ξενοτρόπως, ἡμῖν νῦν ἐν θαύμασι· διὸ πάντες Μεθόδιε, ὕμνοις σε γεραίρομεν.


Έτερον Κοντάκιον

Ἦχος πλ δ. Τῇ Ὑπερμάχῳ.

Ναὸς ἐγένου καθαρὸς τοῦ Θείου Πνεύματος τῶν ἐν ἀσκήσει ἀρετῶν τοῖς προτερήμασι, ὡς ἐπόθεις τὴν ψυχήν σου κατακοσμήσας. Ὅθεν τύπος μοναζόντων ἀναδέδειξαι, καὶ πρὸς Κύριον μεσίτης ἀκαταίσχυντος, τῶν βοώντων σοι· χαίροις πάτερ Μεθόδιε.


Μεγαλυνάριον

Χαίροις τῆς Νηβρύτου κλέος σεπτόν, Μεθόδιε πάτερ, καὶ τῆς Κρήτης αὖχος λαμπρόν· χαίροις ὁ ἀσκήσας, ὡς ἄσαρκος ἐν κόσμῳ, καὶ μετ’ Ἀγγέλων ἔχων, νῦν τὸ πολίτευμα.


Έτερον Μεγαλυνάριον

Βίον τῶν Ὁσίων πολιτευθείς, λιπῶν ὡς ἐχέφρων, ἀπολαύσεις τάς κοσμικάς, χαίρων ἐν ὑψίστοις, Μεθόδιε εὐφραίνῃ ἡμῖν ἀναπηγάζων, χάριν ἀείζωον.


Ὁ Οἶκος

Ἐγκρατείας τοῖς ὅπλοις, κατ’ ἐχθρῶν θριαμβεύσας, θεόθεν ἀμοιβὰς ἐκομίσω, καὶ τῶν θαυμάτων τὴν ἰσχύν, δι’ ἧς ἀεὶ ἐνεργεῖς τὰ παράδοξα, πρὸς σωτηρίαν Ὅσιε, τῶν πόθῳ σοι βοώντων ταῦτα·


Χαῖρε γηΐνων ὁ ὑπερόπτης·

χαῖρε Ὁσίων ὁ συμπολίτης.

Χαῖρε ὁ βιώσας ἐν κόσμῳ ὡς ἄσαρκος·

χαῖρε ὁ ἀσχύνας ἐχθρὸν παναλάστορα.

Χαῖρε ἄμπελος πολύφορος βιοτῆς ἀσκητικῆς·

χαῖρε δένδρον ὡραιόκλαδον γεωργίας μυστικῆς.

Χαῖρε ὅτι Ἀγγέλων τὴν ζωὴν ἐμιμήσω·

χαῖρε ὅτι τὰ κάλλη τῆς Ἐδὲμ ἐθεάσω.

Χαῖρε τῆς Κρήτης βλάστημα ἔνθεον·

χαῖρε Νηβρύτου καύχημα τίμιον.

Χαῖρε λαμπὰς μοναζόντων φωσφόρος·

χαῖρε φωστὴρ εὐσεβῶν φωτοβόλος.


Χαίροις πάτερ Μεθόδιε.


Κάθισμα

Ἦχος πλ α. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Τῶν παθῶν κατασβέσας, τὰ ὑπεκαύματα, ἐγκρατείας τῇ δρόσω, τὴν φωτοφόρον στολήν, τῆς θεώσεως ἐνδέδυσαι Μεθόδιε, καὶ προσεχώρησας φαιδρῶς, εἰς τοὺς θαλάμους τῆς ζωῆς, ἔνθα Κυρίῳ παρέστης, ὑπὲρ ἡμῶν ἱκετεύων, τῶν πεποιθόντων τῇ πρεσβείᾳ σου.

Όσιος Δομέτιος

 Ο Όσιος Δομέτιος ήταν φίλος και συνασκητής του Όσιου Διονυσίου, κτήτορα της Μονής Τιμίου Προδρόμου, ο όποιος αργότερα έκανε και ηγούμενος της. Ο όσιος Δομέτιος απεβίωσε ειρηνικά.

Όσιος Σίμων

 Έργα του ασκητή αυτού, για την ταπεινοφροσύνη, βρίσκονται στον Ευεργετινό. Απεβίωσε ειρηνικά.

Αγίες Λεωνίδα, Λιβύη και Ευτροπία οι Οσιομάρτυρες

 Μαρτύρησαν, η μεν πρώτη δια πυρός, η δε δύο άλλες δια ξίφους.

Άγιοι Ορέντιος, Φαρνάκιος, Έρωτας, Φίρμος, Φιρμίνος, Κυριάκος, και Λογγίνος

 Οι Άγιοι Ορέντιος, Φαρνάκιος, Έρωτας, Φίρμος, Φιρμίνος, Κυριάκος, και Λογγίνος ήταν αδέλφια, ξακουστά για την ανδρεία τους και υπηρετούσαν στρατιώτες στη Θράκη, στα χρόνια του αυτοκράτορα Διοκλητιανού (301 μ.Χ.).


Σε κάποια μάχη με τους Σκύθες, ο Ορέντιος κατόθρωσε να σκοτώσει τον σκληρό και γενναίο αρχηγό τους, Μαραρών. Για το κατόρθωμά του αυτό τιμήθηκε, αλλά συγχρόνως προσκλήθηκε να συμμετάσχει στις θυσίες προς τα είδωλα, που θα προσφέρονταν για τη νίκη του. Ο χριστιανός ήρωας αρνήθηκε ρητά, και διακήρυξε ότι αυτός ένα Θεό αληθινό αναγνωρίζει και λατρεύει, τον Θεό των χριστιανών. Βέβαια δεν τον τιμώρησαν αμέσως, χάρη του ανδραγαθήματός του. Αλλά μαζί με τα έξι αδέλφια του, τους έστειλαν δυσμενή μετάθεση στην Αρμενία.


Εκεί μετά από λίγο χρόνο, υποβλήθηκαν σε ανάκριση. Και οι επτά μ' ένα στόμα δήλωσαν, ότι μέχρι την τελευταία τους πνοή θα μείνουν πιστοί στον αρχηγό της σωτηρίας τους, και κριτή τους κατά την ήμερα της παγκόσμιας ανάστασης και ανταπόδοσης. Μετά τη δήλωση τους αυτή, καταδικάστηκαν σε εξορία μακρινών και σκληρών τόπων.


Και οι επτά πέθαναν ο ένας μετά τον άλλο από τις κακουχίες και τις ταλαιπωρίες, αλλά χωρίς κανένα γογγυσμό.

Άγιος Γεώργιος ο εν Κρήνη

 Ο Νεομάρτυρας Γεώργιος γεννήθηκε στα μέρη της Αττάλειας από γονείς πλούσιους και ευσεβείς. Νήπιο ακόμα, ο Γεώργιος, αρπάχτηκε από τον Αγά Προύσαλη, κατά τις συνηθισμένες αρπαγές χριστιανόπουλων από τους Τούρκους, εξισλαμίστηκε και ονομάστηκε Μεχμέτ.


Όταν ήλθε σε ηλικία γάμου, παντρεύτηκε την κόρη του Αγά αυτού. Με την προτροπή των θεοσεβών γονέων, μια χριστιανή υπηρέτρια του Γεωργίου, ονομαζόμενη Μαρία, αποκάλυψε σ' αυτόν για την καταγωγή του και τον τρόπο του εξισλαμισμού του. Με την πρόφαση ότι θα πήγαινε για προσκύνημα στη Μέκκα, ο Γεώργιος μαζί με τη Μαρία, ήλθε στους Αγίους Τόπους, όπου παρέμεινε για δυο χρόνια. Κατόπιν έφτασε στην πόλη Κρήνη της Μικράς Ασίας, όπου παντρεύτηκε την Ελένη Μαυρογιάννη.


Επιζητώντας το μαρτύριο ο Γεώργιος, πήγε στο Διοικητήριο και βοήθησε να κατέβει από το άλογο, ο διερχόμενος από την Κρήνη, πρώην πενθερός του, στον όποιο μετά από λίγο ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό.


Τότε οι Τούρκοι τον έριξαν στη φυλακή, όπου τον έδειραν σκληρά και έβαλαν στα πόδια του φάλαγγα, και στη συνέχεια πυρακτωμένο χάλκινο σκεύος στο κεφάλι του. Τελικά στις 25 Ιουνίου 1823 μ.Χ., τον κρέμασαν στον τοίχο του σπιτιού του επισήμου Παντελάκη Φαρμάκη και τον απαγχόνισαν.

Άγιος Προκόπιος που μαρτύρησε στη Σμύρνη

 Ο νεομάρτυρας Προκόπιος, καταγόταν από χωριό που ήταν κοντά στη Βάρνα, και από γονείς ευσεβείς.


Σε ηλικία 20 χρονών, πήγε στο Άγιο Όρος και μόνασε στη Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου, υποτακτικός στον γέροντα Διονύσιο. Σαν μοναχός, διακρίθηκε για τις μοναχικές του αρετές. Αργότερα, εγκατέλειψε τη μοναχική ζωή, έφθασε στη Σμύρνη και βρισκόμενος σε απόγνωση, εξισλαμίστηκε.


Κατόπιν όμως, οι τύψεις συνειδήσεως που είχε για το βαρύ ολίσθημα του, τον έφεραν με δάκρυα μετανοίας σε κάποιο πνευματικό, στον όποιο εξομολογήθηκε και πήρε τις ανάλογες συμβουλές παρηγοριάς. Κατόπιν προσευχήθηκε μπροστά στην εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου και ξεκίνησε για τον κριτή της πόλης. Μόλις έφτασε μπροστά στον κριτή, πέταξε το τούρκικο σαρίκι που φορούσε στο κεφάλι του και φόρεσε τον μοναχικό σκούφο. Έπειτα ήλεγξε με τόλμη τη μουσουλμανική θρησκεία και ομολόγησε με θάρρος τον Χριστό.


Οι Τούρκοι, όταν είδαν το αμετάθετο της γνώμης του μάρτυρα, τον οδήγησαν με χλευασμούς στον τόπο της εκτέλεσης. Αλλά όταν διαπίστωσαν τη χαρά με την οποία πήγαινε στο μαρτύριο, οι δήμιοι φοβήθηκαν και αρνήθηκαν να τον εκτελέσουν. Τότε ανέλαβε και τον αποκεφάλισε κάποιος αρνησίχριστος, που κλήθηκε επί τούτου, στις 25 Ιουνίου 1810 μ.Χ., ήμερα Σάββατο.

Όσιος Διονύσιος κτήτορας της Μονής Τιμίου Προδρόμου Αγίου Όρους

 Ο Όσιος Διονύσιος γεννήθηκε στο χωριό Κορησσό της Καστοριάς, από γονείς ευσεβείς γεωργούς. Σε νεαρή ηλικία, πήγε στο Άγιο Όρος, κοντά στον αδελφό του Θεοδόσιο. Ο Διονύσιος, με δάσκαλο τον ίδιο του τον αδελφό, έμαθε να μελετά την Αγία Γραφή και γρήγορα διακρίθηκε για το ταπεινό του φρόνημα και για τον φιλάνθρωπο χαρακτήρα του.


Μετά λίγα χρόνια, επί αυτοκράτορα Αλεξίου Κομνηνού του Γ' (1350 - 1390 μ.Χ.) ο Θεοδόσιος έγινε Μητροπολίτης στην Τραπεζούντα. Ο Διονύσιος, όταν το έμαθε χάρηκε πολύ, πρώτα από αδελφική αγάπη και δεύτερο διότι θα μπορούσε τώρα να πραγματοποιήσει πιο εύκολα ένα δικό του σχέδιο.


Μετά την χειροτονία του σε Πρεσβύτερο, ο Διονύσιος μετέφερε τον τόπο της ασκήσεώς του σ' ένα απότομο βουνό του μικρού Άθωνος ή Αντιάθωνος, το ονομαζόμενο Παλαιός Πρόδρομος και Παναγία. Και λίγο πιο κάτω ήθελε να κτίσει Ναό και ευπρεπή Μονή. Πράγμα που τελικά, με τη χάρη του θεού, κατόρθωσε. Έτσι, το 1375 μ.Χ. ο Αλέξιος Γ, με τη μεσιτεία του αδελφού του Μητροπολίτη Θεοδοσίου, ενέκρινε την ανέγερση της Μονής με το όνομα του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου. Έδωσε για το έργο αυτό ο αυτοκράτορας στον Διονύσιο, 50 σώμια (400.000 γρόσια) και μετά τρία χρόνια 1.000 Κομνηνάτα. Έτσι ο μοναχός Διονύσιος έκτισε τη Μονή Τιμίου Προδρόμου, γνωστή κατόπιν με αυτό το όνομα που της έδωσε ο κτήτοράς της.


Ο Διονύσιος πέθανε στην Τραπεζούντα, όπου είχε πάει για να ζητήσει και άλλο βοήθημα από τον αυτοκράτορα για την αγιογράφηση του ναού της Μονής.



Ἀπολυτίκιον

Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Φῶς οὐράνιον, ἐν σοῖ σκηνώσαν, λύχνον ἄσβεστον, τοὶς ἐν τῷ Ἄθῳ, Διονύσιε σαφῶς σὲ ἀνέδειξε, σὺ γὰρ Προδρόμου τὸν βίον μιμούμενος, Μονὴν αὐτῶ ἀνεγείρεις περίβλεπτον. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.


Έτερον Ἀπολυτίκιον

Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.

Προφῆτα καὶ Πρόδρομε, τῆς παρουσίας Χριστοῦ, ἀξίως εὐφημῆσαί σε οὐκ εὐποροῦμεν ἡμεῖς, οἱ πόθῳ τιμῶντές σε· στείρωσις γὰρ τεκούσης, καὶ πατρὸς ἀφωνία, λέλυνται τῇ ἐνδόξῳ, καὶ σεπτῇ σου γεννήσει, καὶ σάρκωσις Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, κόσμῳ κηρύττεται.


Κοντάκιον

Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον

Ἡ πρὶν στεῖρα σήμερον, Χριστοῦ τὸν Πρόδρομον τίκτει, καὶ αὐτὸς τὸ πλήρωμα, πάσης τῆς προφητείας, ὅν περ γάρ, προανεκήρυξαν οἱ Προφῆται, τοῦτον δή, ἐν Ἰορδάνῃ χειροθετήσας, ἀνεδείχθη Θεοῦ Λόγου, Προφήτης Κήρυξ ὁμοῦ καὶ Πρόδρομος.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός

 


Αγία Φεβρωνία

 Η Αγία Φεβρωνία, ήταν περιζήτητη νύμφη για την σωματική της ομορφιά. Το ίδιο όμως έλαμπε και η αγνή ψυχή της. Για το λόγο αυτό σε ηλικία 17 ετών, επέλεξε το δρόμο της άσκησης και της εγκράτειας στο μοναστήρι όπου ηγουμένη ήταν η θεία της, Βρυένη και βρισκόταν στην Μεσοποταμία (στην πόλη της Νισίβεως, που λέγεται Αντιόχεια της Μυγδονίας και βρισκόταν στα σύνορα του Βυζαντινού και Περσικού κράτους).


Γρήγορα, παρά το νεαρό της ηλικίας της, προσαρμόσθηκε στους δύσκολους κανόνες της μοναχικής ζωής βρίσκοντας παράλληλα και χρόνο για να μελετά και να εμβαθύνει στις Θείες Γραφές. Έγινε δε υπόδειγμα ανάμεσα στις άλλες μοναχές για τη σύνεσή της το ζήλο της, την προθυμία της και το ταπεινό της φρόνημα.


Κάποια ημέρα όμως, ένα στρατιωτικό σώμα το οποίο κατεδίωκε χριστιανούς, με επικεφαλής το Σεληνο (288 μ.Χ.) έφθασε και στο μοναστήρι της Φεβρωνίας. Οι άλλες μοναχές κατόρθωσαν να διαφύγουν, η Αγία όμως η οποία ήταν άρρωστη δεν κατόρθωσε να μετακινηθεί. Κοντά της παρέμειναν η ηγουμένη Βρυένη και η αδελφή Θωμαΐς.


Οι στρατιώτες, μόλις αντίκρυσαν τη Φεβρωνία, έμειναν έκπληκτοι από την ομορφιά της. Άφησαν, λοιπόν, τρεις άνδρες να τη φρουρούν και οι υπόλοιποι γύρισαν και το ανέφεραν στον αρχηγό τους Σελήνο. Αυτός αμέσως διέταξε και την έφεραν μπροστά του, και με κάθε τρόπο την πίεσε να άλλαξοπιστήσει. Πρότεινε στη Φεβρωνία να τη δώσει σύζυγο στον ανεψιό του Λυσίμαχο, που κοντά του θα γνώριζε μεγάλη δόξα. Η Φεβρωνία, όμως, προτίμησε να γίνει «της μελλούσης αποκαλύπτεσθαι δόξης κοινωνός» (Α' Έπιστολή Πέτρου, ε' 1). Προτίμησε, δηλαδή, να είναι συμμέτοχος της δόξας που θα αποκαλυφθεί κατά τη δευτέρα παρουσία, και με περίσσιο θάρρος περιφρόνησε τις προτάσεις του Σελήνου, ο όποιος, αφού τη βασάνισε, τελικά τη σκότωσε με ξίφος.



Ἀπολυτίκιον  

Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.

Ὡς τῆς ἀσκήσεως ῥόδον ἡδύπνευστον, ὀσμὴν ἀθλήσεως τῷ κόσμῳ ἔπνευσας, εἰς ὀσμὴν μύρων τοῦ Χριστοῦ δραμοῦσα ἀσχέτῳ πόθῳ· ὅθεν ὡς παρθένον σὲ καὶ ὁσίαν καὶ μάρτυρα, θαυμαστῶς ἐδόξασε Φεβρωνία ὁ Κύριος, ᾧ πρέσβευε ὑπὲρ τῶν βοώντων· χαῖρε σεμνὴ ὁσιομάρτυς.

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2026

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΣΤΟΝ ΤΙΜΙΟ ΠΡΟΔΡΟΜΟ


 

Άλλο ταπείνωση κι άλλο ταπεινολογία."

 π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος


Μέ Ποιόν γίνεται ἡ ἀναμέτρηση;

Άλλος είπε το να θεωρείς τον εαυτό σου πιο τελευταίο και πιο αμαρτωλό από τους άλλους. Αυτή είναι γνωστή φράση, αλλά πώς γίνεται;

Για σταθείτε! Άλλο να το λες και να λες: «εγώ είμαι πολύ αμαρτωλός» -είναι πάρα πολύ εύκολο- κι άλλο να το ζεις, όχι να το αισθάνεσαι, το αισθάνομαι είναι μια κατάσταση ψυχολογική. Εδώ οι Πατέρες λένε να το ζεις, «ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ ὁ Χριστὸς», προσέξτε άλλο το αισθάνομαι, γιατί το αισθάνομαι είναι μια φράση: το φαντάζομαι, το φτιάχνω κι επάνω μου, πάω να απωθήσω τα υπόλοιπα· ενώ η θεραπευτική είναι να το ζεις.


 Μα πώς θα γίνει αυτό το πράγμα; Να θεωρείς τον εαυτό σου πιο αμαρτωλό. Όχι σε σχέση μόνο με αυτούς που έχεις μπροστά σου, σίγουρα κι οι άλλοι αμαρτωλοί είναι, ποιος μετράει την αμαρτία; Σε σχέση με το αναμάρτητο του Θεού, προσέξτε, γιατί «τῷ Θεῷ» αμαρτάνουμε, αυτό είναι το κλειδί αυτής της ισορροπίας των Πατέρων, ότι είσαι πιο αμαρτωλός από τους άλλους, ποιο είναι το μέτρο; Το μέτρο είναι ο Θεός. Εφόσον λοιπόν αμαρτάνουμε, λίγο ή πολύ, θα πω, κοίταξε αυτό το πράγμα εγώ το έκανα μία φορά, ο άλλος το έκανε δέκα φορές, αυτό είναι μαθηματικό μέγεθος, αλλά ενώπιον του Θεού και το μία και το μισό και το ένα δευτερόλεπτο…., για ένα δευτερόλεπτο κάμφθηκε ο Μωυσής και με το πρώτο κτύπημα της πέτρας δεν βγήκε το νερό, για ένα δευτερόλεπτο.


Λοιπόν τα μαθηματικά του Θεού είναι αλλιώτικα. Αν μπούμε σε αυτά τα μαθηματικά, ότι εγώ είμαι πιο αμαρτωλός από τους άλλους θα το λέμε, είναι όμως έτσι;

Είναι εάν αμάρτησα ενώπιον του Θεού, βλέπετε καταλυτική σύγκριση στην ιστορία του ασώτου, ο άσωτος αναμετριέται με την αγαθότητα του πατέρα, «ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου» (Λουκ. 15:21), ο άλλος ο γιος όμως αναμετριέται με την αμαρτωλότητα του άλλου αδελφού. Βλέπετε το παράδειγμα; Βλέπετε τι θησαυρούς έχει μέσα η Αγία Γραφή, αυτή που ξέρουμε, είναι οι διηγήσεις πάρα πολύ γνωστές. Με ποιον γίνεται η αναμέτρηση; «Ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου». Αυτό δεν κάνει και ο Τελώνης; «Ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» (Λουκ. 18:13), λέει, ενώ έλεγε ο Φαρισαίος: «δέν εἶμαι ἐγώ σάν τόν Τελώνη», ίδιο πράγμα.


Με αυτά που λέμε τώρα εδώ πέρα, πασίγνωστα, απλώς κωδικοποιώ γνωστά πράγματα για τη ζωή σας. Αλλά δεν θα πείτε: «εγώ είμαι πιο αμαρτωλός από τους άλλους», και μόνο που το είπες θα πεις: «μα, εγώ;» 

Ο άλλος από την 17 Νοέμβρη σκότωσε τόσους ανθρώπους, εγώ δεν σκότωσα, άρα υπάρχουν και χειρότεροι αμαρτωλοί από εμένα. Η άλλη κλέβει, η άλλη κουτσομπολεύει, η άλλη παράτησε τον άνδρα της, θα βρεις χίλιους αμαρτωλούς και θα λες: «εγώ είμαι πιο αμαρτωλός από όλους» κι όμως θα το αισθάνεσαι, αλλά δε θα είναι. Η αμαρτία μας θα σταθεί ενώπιον του Θεού και με την αμαρτία, λένε οι Πατέρες, τι κάνουμε; Θίξαμε την ισορροπία τη δημιουργική του Θεού, που τα έκανε όλα τέλεια. Τα κάναμε εμείς ανάποδα.


Κρατήστε αυτό το μέγεθος για να μη γίνει η ταπείνωση μια περιττολογία ή ταπεινολογία. Το λένε οι Πατέρες· άλλο ταπείνωση κι άλλο ταπεινολογία.

Τα Μυστήρια :Κάλλιστος Γουέαρ (Επίσκοπος Διοκλείας)

 Κάλλιστος Γουέαρ (Επίσκοπος Διοκλείας)


«Ο Λυτρωτής μας, που τον βλέπαμε κάποτε σωματικά, 

τώρα είναι παρών στα μυστήρια»

Άγ. Λέων ο Μέγας



 Τα μυστήρια κατέχουν κεντρική θέση στη Χριστιανική λατρεία. «Και άλλως δε μυστήριον καλείται», γράφει ο αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος για την Ευχαριστία, «ότι ουχ άπερ ορώμεν πιστεύομεν, αλλ’ έτερα ορώμεν, και έτερα πιστεύομεν... Ακούω σώμα Χριστού, ετέρως εγώ νοώ το ειρημένον, ετέρως ο άπιστος». Αυτός ο διπλός χαρακτήρας, ο ταυτόχρονα εξωτερικός και εσωτερικός, είναι το διακριτικό χαρακτηριστικό του μυστηρίου: τα μυστήρια, όπως και η Εκκλησία, είναι ταυτόχρονα ορατά και αόρατα. Σε κάθε μυστήριο υπάρχει ο συνδυασμός ενός εξωτερικού, ορατού σημείου με μία εσωτερική, πνευματική χάρη. Στο βάπτισμα ο χριστιανός υφίσταται μία ορατή κατάδυση στο νερό, ενώ ταυτόχρονα καθαρίζεται εσωτερικά από τις αμαρτίες του. Στην Ευχαριστία λαμβάνει αυτό, που από ορατή άποψη είναι άρτος και οίνος, ενώ στην πραγματικότητα μεταλαμβάνει το Σώμα και το Αίμα του Χριστού.


Στα περισσότερα μυστήρια η Εκκλησία παίρνει υλικά πράγματα –νερό, ψωμί, κρασί, λάδι- και τα μετατρέπει σε οχήματα του αγίου Πνεύματος. Με τον τρόπο αυτό τα μυστήρια μας μεταφέρουν στο γεγονός της Σάρκωσης, όταν ο Χριστός ανέλαβε υλική σάρκα και την κατέστησε όχημα του αγίου Πνεύματος. Αφετέρου δε προεικάζουν την αποκατάσταση και την τελική λύτρωση της ύλης κατά την Εσχάτη Ημέρα. Η Ορθοδοξία απορρίπτει κάθε προσπάθεια που αποσκοπεί στο να καταστήσει τα μυστήρια λιγότερο υλικά. Το ανθρώπινο πρόσωπο πρέπει να θεωρηθεί υπό ολιστικούς όρους, ως μία αδιάλυτη ενότητα ψυχής και σώματος έτσι, ώστε τα μυστήρια, στα οποία συμμετέχουν οι άνθρωποι, να περιλαμβάνουν το σώμα και το πνεύμα τους. Το βάπτισμα τελείται δια καταδύσεως. Στην Ευχαριστία χρησιμοποιείται ένζυμος άρτος κι όχι μπισκότα. Κατά την εξομολόγηση ο ιερέας δεν μεταδίδει την άφεση εξ αποστάσεως, αλλά δια της επιθέσεως των χειρών στην κεφαλή του μετανοούντα. Στην κηδεία συνηθίζεται το φέρετρο να παραμένει ανοικτό, και όλοι προσέρχονται να δώσουν τον τελευταίο ασπασμό στον κεκοιμημένο – το νεκρό σώμα είναι αντικείμενο αγάπης, κι όχι αποστροφής.



Η Ορθόδοξη Εκκλησία συνήθως αναφέρεται σ’ επτά μυστήρια, τα ίδια ακριβώς που αναφέρει και η Ρωμαιοκαθολική θεολογία: Βάπτισμα, Χρίσμα, Ευχαριστία, Μετάνοια η Εξομολόγηση, Ιερωσύνη, Γάμος, Ευχέλαιο


Ο κατάλογος αυτός δημιουργήθηκε και σταθεροποιήθηκε μόλις τον δέκατο έβδομο αιώνα, όταν η Λατινική επιρροή βρισκόταν στο αποκορύφωμά της. Πριν από την περίοδο αυτή, οι Ορθόδοξοι συγγραφείς διέφεραν σημαντικά ως προς τον αριθμό των μυστηρίων που ανέφεραν: ο Ιωάννης Δαμασκηνός μιλά για δύο, ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης για έξι, ο Ιωάσαφ, Μητροπολίτης Εφέσου (δέκατος πέμπτος αιώνας) για δέκα. Και αυτοί ακόμη από τους Βυζαντινούς συγγραφείς που αναφέρουν επτά μυστήρια, συνήθως διαφέρουν ως προς τα μυστήρια που περιλαμβάνουν στον κατάλογό τους. Ακόμη και σήμερα ο αριθμός επτά δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη σημασία για την Ορθόδοξη θεολογία, αλλά χρησιμοποιείται κυρίως για λόγους ευκολίας στη διδασκαλία.


Όσων η σκέψη κινείται στα τυπικά πλαίσια που θέτει ο όρος «επτά μυστήρια», πρέπει να προφυλαχθούν από δύο παρανοήσεις. Κατ’ αρχάς, αν και τα επτά μυστήρια είναι όλα γνήσια, δεν διαθέτουν όμως την ίδια σπουδαιότητα, αλλ’ υπάρχει μία κάποια «ιεράρχηση» μεταξύ τους. Η Ευχαριστία, παραδείγματος χάριν, βρίσκεται στην καρδιά όλης της χριστιανικής ζωής και εμπειρίας, κάτι που δεν συμβαίνει, π.χ. με το Ευχέλαιο. Το Βάπτισμα και η Ευχαριστία κατέχουν μία ειδική θέση μεταξύ των επτά μυστηρίων: σύμφωνα με μία φράση που υιοθετήθηκε στη Μεικτή Επιτροπή Ρουμάνων και Αγγλικανών θεολόγων στο Βουκουρέστι το 1935, αυτά τα δύο μυστήρια «προεξάρχουν των άλλων θείων μυστηρίων».


Δεύτερον, όταν μιλάμε για τα «επτά μυστήρια», δεν πρέπει να τα απομονώνουμε από τις πολλές άλλες πράξεις της Εκκλησίας που διαθέτουν μυστηριακό χαρακτήρα, και οι οποίες συμβατικά ονομάζονται μυστηριακές πράξεις η Αγιαστικές τελετές. Στις πράξεις αυτές ανήκει η τελετή της μοναχικής κουράς, ο μεγάλος Αγιασμός των Θεοφανείων, η τελετή της ταφής, και το χρίσμα του Μονάρχη. Σ’ όλες αυτές τις πράξεις υπάρχει ο συνδυασμός του εξωτερικού, ορατού σημείου με την εσωτερική, πνευματική χάρη. Η Ορθόδοξη Εκκλησία χρησιμοποιεί επίσης πάρα πολλές ευχές, που και αυτές διαθέτουν μυστηριακό χαρακτήρα: ευχές για την καρποφορία του σιταριού, του κρασιού και του λαδιού. Για τα φρούτα, τους αγρούς και τα σπίτια. Για κάθε αντικείμενο και στοιχείο. Αυτές οι βραχύτερες ευχές και ακολουθίες είναι συχνά πολύ πρακτικές και πεζές: υπάρχουν ευχές για τον αγιασμό ενός αυτοκινήτου, η μίας μηχανής τρένου, η για την απομάκρυνση των βλαβερών ζωυφίων. Δεν υπάρχει κανένας άκαμπτος διαχωρισμός μεταξύ μίας ευρύτερης και μίας στενότερης έννοιας του όρου «μυστήριο»: ολόκληρη η χριστιανική ζωή πρέπει να θεωρείται ως μία ενότητα, ως ένα μοναδικό και μεγάλο μυστήριο, που οι διάφορες πτυχές του εκφράζονται με μία μεγάλη ποικιλία πράξεων, που μερικές τελούνται μόνο μία φορά στη ζωή μας, ενώ άλλες ίσως καθημερινά.


Τα μυστήρια είναι προσωπικά: είναι τα μέσα με τα οποία η χάρη του Θεού μεταδίδεται στον κάθε χριστιανό κατά προσωπικό τρόπο. Γι’ αυτόν τον λόγο στα περισσότερα μυστήρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ο ιερέας αναφέρει τα ονόματα των παρόντων, καθώς τελεί το μυστήριο. Όταν, παραδείγματος χάριν, προσφέρει τη θεία Κοινωνία, λέει: «Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού... (δείνα) το τίμιον Σώμα και το τίμιον Αίμα του Κυρίου...» Η κατά το Ευχέλαιο λέει: «Θεράπευσον, Πάτερ, τον δούλον σου...(δείνα) από την ασθένειαν του σώματος και ψυχής». Και κατά τη χειροτονία ο επίσκοπος λέει: «Η θεία χάρις, η τα ασθενή θεραπεύουσα και τα ελλείποντα αναπληρούσα, προχειρίζεται τον ... (δείνα)». Αξίζει να προσέξουμε πως σε κάθε περίπτωση ο λειτουργός δεν μιλά στο πρώτο πρόσωπο, δεν λέει. «Βαπτίζω...», «Χρίω...», «Προχειρίζομαι...». Τα «μυστήρια» δεν είναι δικές μας πράξεις, αλλά του Θεού «εν τη Εκκλησία», και πραγματικός τελετουργός είναι πάντοτε ο ίδιος ο Χριστός. Σύμφωνα με τον αγ. Ιωάννη Χρυσόστομο, «Ο ιερέας απλώς δανείζει τη γλώσσα του και προσφέρει τα χέρια του».

Άγιος Παναγιώτης ο Καισαρεύς

 Ο Νεομάρτυρας αυτός μαρτύρησε στην Κωνσταντινούπολη για τη χριστιανική του πίστη, στις 24 Ιουνίου 1765 μ.Χ. Το τίμιο λείψανο του, ενταφιάστηκε από τους χριστιανούς με τιμές στον Ναό της Ζωοδόχου Πηγής στην Κωνσταντινούπολη. (Σύμφωνα με άλλες πληροφορίες, ο μάρτυρας αυτός μαρτύρησε το έτος 1767 μ.Χ. και σε ηλικία 20 χρονών).





Ἀπολυτίκιον

Ἦχος γ´. Θείας πίστεως.

Θεῖον βλάστημα τῆς Καισαρείας, καὶ ὁμότροπος τῶν ἀθλοφόρων ἀνεδείχθης, Παναγιώτη μακάριε· τοῦ γὰρ Σωτῆρος κηρύξας τὸ ὄνομα ,ὑπὲρ αὔτοῦ τὸ σὸν αἷμα ἐξέχεας. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν το μέγα ἔλεος.


Κοντάκιον

Ἦχος δ´. Ἐπεφάνης σήμερον.

Τῶν Μαρτύρων σύναθλος τῇ σῇ ἀθλήσει ἀνεδείχθης, ἔνδοξε ὑπὲρ Χριστοῦ σφαγιασθείς· διὸ στεφάνῳ τῆς δόξης σε ὦ Παναγιώτη, Χριστὸς ἐστεφάνωσε.


Μεγαλυνάριον

Χαίροις τῶν μαρτύρων ὁ μιμητής, καὶ τῶν Καισαρέων ἐγκαλλώπισμα ἱερὸν, χαίροις Παναγιώτη, Χριστοῦ νέε ὀπλίτα, τῆς εὐσεβείας ἄνθος, τὸ εὐωδέστατον.


Ὁ Οἶκος

Τῆς εὐσεβείας τῷ φωτὶ τὸν νοῦν διηυγασμένος τοῦ μαρτυρίου· τὴν ὁδὸν διήνυσας προθύμως καὶ πρὸς ἀθάνατον ζωὴν ὑπὲρ Χριστοῦ θανατωθεῖς ἐσκήνωσας ἐνδόξως· οὗ γὰρ ἔπτηξας τυραννικὸν θυμὸν, οὐδὲ ἐπαγγελιῶν ἐπτόησαι, δωρεαῖς ἀλλ᾿ ἐρηρεισμένος τῇ πέτρᾳ τῆς πίστεως, καὶ πρὸς τὰ μέλλοντα ἀγαθὰ ἀποσκοπῶν νεότητος παρ’ εἶδες ἀκμὴν καὶ πᾶσαν τὴν ἐν κόσμῳ τιμὴν καὶ τὸν θάνατον, ὡς γλυκεῖαν ἠσπάσω ζωὴν ὡ Παναγιώτη, διὸ στεφάνῳ τῆς δόξης σε, Χριστὸς ἐστεφάνωσε.


Κάθισμα

Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ἀθλήσει ἐφαίδρυνας τὴν Ἐκκλησίαν Χριστοῦ, προσθήκη δὲ γέγονας τοῖς ἂπ᾿ αἰῶνος καλῶς, ἀθλήσασιν ἔνδοξε· ὅθεν ζωῆς τοῦ ξύλου, σὺν αὐτοῖς ἀπολαύων, πρέσβευε, Παναγιώτη, ἐκτενῶς δυσωποῦμεν, ῥυσθῆναι πάσης ἀνάγκης, τοὺς σὲ μακαρίζοντας.

Σύναξη των Δικαίων Ζαχαρία και Ελισάβετ

 Οι Δίκαιοι Ζαχαρίας και Ελισάβετ, ήταν οι γονείς του Ιωάννη του Προδρόμου, του οποίου σήμερα η Εκκλησία μας τιμά την γέννηση του.

Όσιος Αθανάσιος ο Πάριος

 Ο Όσιος Αθανάσιος ο Πάριος (το πραγματικό του επώνυμο ήταν Τούλιος αλλά από την πολλή αγάπη του προς τη γενέτειρα του, το αντικατέστησε με το Πάριος) ήταν ένας επιφανής θεολόγος και μέγας διδάσκαλος του Γένους, από τους πολυγραφότερους και σπουδαιότερους συγγραφείς της εποχής του. Γεννήθηκε στο Κώστο της Πάρου το 1722 μ.Χ. Ο πατέρας του Απόστολος καταγόταν από την Καταβατή Σίφνου, που και σήμερα ζουν εκεί Τούλιοι η Τόληδες. Η μητέρα του ήταν Παριανή, από το αρχοντικό γένος Δαμία.


Την πρώτη του παιδεία την έλαβε στη γενέτειρα του και συνέχισε, το 1745 μ.Χ., στη Σμύρνη κοντά στον Ιερόθεο Δενδρινό και τον Ιατροφιλόσοφο Χριστόδουλο. Το 1752 μ.Χ. αναχώρησε για το Άγιο Όρος και γράφτηκε στην περιώνυμη Αθωνιάδα Σχολή, που διηύθυνε ο Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης και αργότερα ο Ευγένιος Βούλγαρης. Μαθήματα άκουσε αργότερα στην Κέρκυρα και από τον Νικηφόρο Θεοτόκη. Με παράκληση του Παν. Παλαμά ήλθε στο Μεσολόγγι αλλά μετακλήθηκε στη Θεσσαλονίκη για να διδάξει (1767 - 1770 μ.Χ.). Από την Αθωνιάδα Σχολή, όπου κλήθηκε για να διδάξει, αναγκάστηκε να αποχωρήσει εξαιτίας της αναμίξεως του στις έριδες των Κολλυβάδων. Έφτασε στη Θεσσαλονίκη και ανέλαβε τη διεύθυνση της εκεί Σχολής μέχρι το 1786 μ.Χ. Επιθυμώντας να επιστρέψει στην Πάρο, αναχώρησε στα τέλη του 1786 μ.Χ. από τη Θεσσαλονίκη, αλλά τελικά βρέθηκε στη Χίο.


Διευθυντής της Σχολής της Χίου κατόρθωσε να τη διευρύνει και να την οδηγήσει σε μεγάλη ακμή (1788 - 1811 μ.Χ.). Σε ηλικία 90 περίπου χρόνων αποσύρθηκε στο μονίδριο του Αγίου Γεωργίου Ρευστών, όπου πέθανε στις 24 Ιουνίου 1813 μ.Χ. Στην επιτύμβια πλάκα ο συνασκητής του Όσιος Νικηφόρος  έγραψε:


«Η πολύκροτος Αθανασίου φήμη

Η περικλεής και πανένδοτος μνήμη

Πάντων τοις ωσίν ενηχεί θαυμασίως

Και εις έπαινον πάντας κινεί αξίως....».


Στον ίδιο τάφο ετάφη αργότερα ο Όσιος Νικηφόρος. Τα οστά του οσίου Αθανασίου μεταφέρθηκαν στο οστεοφυλάκειο του εκεί ναϋδρίου, αλλά αποτεφρώθηκαν κατά τον εμπρησμό του 1822 μ.Χ.


Η Αγιοκατάταξη του Αγίου Αθανασίου έγινε το 1995 μ.Χ. Ακολουθία προς τιμήν του αγίου έγραψε ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης.


Ο Αθανάσιος ανήκει στη μεγάλη χορεία των διδασκάλων του Γένους που με όλη τους τη δύναμη εργάστηκαν ακαταπόνητα για τη μόρφωση του. Πρέπει όμως να σημειωθεί εδώ ότι ο Πάριος διδάσκαλος ήταν πολέμιος των νέων ιδεών του Διαφωτισμού και της Γαλλικής επαναστάσεως, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, ώστε να ξεσηκώσει τη σφοδρότατη διαμαρτυρία του Αδαμάντιου Κοραή.


Το συγγραφικό έργο του καλύπτει ευρύτατο χώρο της θεολογικής και της θύραθεν επιστήμης. Τα έργα του, εκδομένα και ανέκδοτα, θα μπορούσαν να καταταγούν στις παρακάτω γενικές κατηγορίες: Απολογητικά, Δογματοκανονικά, Λειτουργικά, Παιδαγωγικά, Βιογραφικά, Ποιητικά, Ομιλίες - λόγοι, Επιστολές.


Απολογητικά

1) Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και ο Aντίπαπας (ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός) (1785 μ.Χ.)

2) Aντιφώνησις

3) Oυρανού κτίσις

4) Nέος Ραψάκης

5) Φραγγέλιον

6) Aλεξίκακον πνευματικόν

7) Απολογία Χριστιανική (1798 μ.Χ.)

8) Έκθεσις ορθοδόξου Πίστεως

9) Eγχειρίδιον απολογητικόν


Δογματοκανονικά

10) Δήλωσις

11) Επιτομή

12) Προαναφώνησις

13) Λατίνων αναβαπτισμός

14) Περί νεομαρτύρων

15) Έθος και Παράδοσις

16) Επιστολή

17) Λόγος εις την Β' Κυριακήν των νηστειών

18) Βάπτισμα ανάγκης

19) Χρίσις με μύρον των επιστρεφόντων ετεροδόξων

20) Ερωτήματα

21) Απόκρισις

22) Θεόν ουδείς εώρακε πώποτ

23) Περί αγγέλων και θείου κάλλους

24) Περί Εκκλησιασμού

25) Επιστροφή εις ορθοδοξίαν Αρμενίου

26) Σαφής απόδειξις ότι οι ετερόδοξοι είναι αιρετικοί


Λειτουργικά

27) Ο Μέγας Αγιασμός

28) Περί των αγίων εικόνων

29) Περί αναθημάτων, σκευών και αμφίων

30) Περί μνημοσύνων

31) Η γονυκλισία της Πεντηκοστής


Παιδαγωγικά

32) Γραμματική του Νεοφύτου

33) Ρητορική πραγματεία

34) Στοιχεία Μεταφυσικής

35) Σχολική επίτασις

36) Θεματογραφία

37) Εξήγησις, της «προς τους νέους παραινέσεως του Μεγάλου βασιλείου»

38) Διογένης ή περί αρετής

39) Εξήγησις, εις τον «προς Δημόνικον του Ισοκράτους παραινετικόν λόγον κλπ»


Βιογραφικά

40) Βίος του εν αγίοις Πατρός ημών Κλήμεντος αρχ/που Βουλγαρίας ( Μετάφραση στη δημοτική)

41) Βίος του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά

42) Μαρτύριον αγίου Γεωργίου του Εφεσίου (+1806)

43) Μαρτύριον του αγίου Ιωάννου του Κρητός (+1811)

44) Μαρτύριον αγίου Δημητρίου του Χίου (+1802)

45) Διήγησις του εν Χίω θαύματος του Τιμίου Προδρόμου κατά των Αγαρηνών εν έτει 1740

46) Διήγησις του εν Χίω γεγονότος θαύματος, της Υπεραγίας Θεοτόκου κατά αρμενίων εν έτει 1748

47) Βίος και πολιτεία του αγίου Μακαρίου Νοταρά

48) Συναξάρια όλων των Κυριακών και των μεγάλων εορτών


Ποιητικά

49) Επιγράμματα

50) Ακολουθία εις Άγιον Κλήμεντα

51) Ακολουθία εις άγιον Γρηγόριον Παλαμάν

52) Ακολουθία εις Άγιον Ελευθέριον

53) Ακολουθία εις Άγιον Φανούριον

54) Ακολουθία εις Αγίαν Παρασκευήν

55) Ακολουθία εις Άγιον νεομ. Δημήτριον

56) Ακολουθία εις Άγιον Μακάριονω

57) Ακολουθία εις Οικουμενικήν Σύνοδον Αγίας Σοφίας

58) Ανάπτυξις τροπαρίου Αγίας Παρασκευής, «Την σπουδήν σου τη κλήσει κατάλληλον»


Ομιλίες-Λόγοι (Σώζονται)

59) Εις Αγίαν Αικατερίναν

60) Εις Μέγαν Αθανάσιον

61) Εις Ευαγγελισμόν της Θεοτόκου

62) Εις τον Τίμιον Σταυρόν

63) Εξήγησις του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού κλπ


Επιστολές (Σώζονται λίγες)

64) Δύο απολογητικές προς Κοραήν - Ιωάννην - Παναγ. Παλαμάν κ.ά. (κώδ. 5716 και 6175 Ι.Μ. Αγ. Παντελεήμονος Άθω

65) Εις Μονήν Πάτμου

66) Προς θεοφιλέστατον επίσκοπον (Εις Μονήν Πάτμου)

67) Προς επίσκοπον Αρδαμερίου

68) Προς μητροπολίτην Γεννάδιον

69) Προς ελλογιμότατον Κυπριανόν (χειρ. 1344, Εθνική Βιβλιοθήκη)



Ἀπολυτίκιον

Σοφία κοσμούμενος, παντοδαπεί ευσεβώς, διδάσκαλος ένθεος, της Εκκλησίας Χριστού, και βίου ορθότητος, στήλη λαμπρά ωράθης, Αθανάσιε Πάτερ. Όθεν η νήσος Πάρος, τη ση δόξη καυχάται, και πάντες σου τα θεία, τιμώμεν προτερήματα.


Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός

 


Το Γενέθλιο του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου και Βαπτιστού

 Την ημέρα αυτή η Αγία μας εκκλησία εορτάζει το γενέσιο του ενδόξου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννη. Ο πατέρας του Ζαχαρίας, ήταν ιερέας. Κάποια ημέρα την ώρα του θυμιάματος, είδε μέσα στο θυσιαστήριο άγγελο Κυρίου, ο οποίος του ανήγγειλε ότι θα αποκτούσε γιο τον οποίο θα ονόμαζε Ιωάννη. Ο Ζαχαρίας σκίρτησε από χαρά , αλλά δυσπιστούσε. Η γυναίκα του ήταν ηλικιωμένη και στείρα και άρα ήταν αδύνατο να κυοφορήσει και αυτές τις αμφιβολίες τις εξέφρασε στον άγγελο ο οποίος του απάντησε ότι το παιδί θα γεννηθεί και εκείνος θα τιμωρηθεί για την απιστία του, παραμένοντας κωφάλαλος μέχρι να πραγματοποιηθεί η βουλή του Θεού. Πράγματι η γυναίκα του η Ελισάβετ συνέλαβε και μετά από εννέα μήνες γέννησε γιο. Οκτώ ημέρες μετά τη γέννηση κατά την περιτομή του παιδιού οι συγγενείς, θέλησαν να του δώσουν το όνομα του πατέρα του δηλ. Ζαχαρία. Όμως ο Ζαχαρίας έγραψε επάνω στο πινακίδιο το όνομα Ιωάννης. Αμέσως λύθηκε η γλώσσα του και όλοι οι παριστάμενοι πλημμύρισαν χαρά κι ελπίδα, διότι κατάλαβαν ότι γεννήθηκε ο Πρόδρομος της παρουσίας του αναμενόμενου Μεσσία. Ο Ιωάννης δε διέθετε μόνο το χάρισμα της προφητείας, αλλά αξιώθηκε και τη μεγαλύτερη χαρά και τιμή. Βάπτισε το Μεσσία Χριστό, τον οποίο και ομολογούσε σ’ όλη του τη ζωή.



Ἀπολυτίκιον  

Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Προφῆτα καὶ Πρόδρομε, τῆς παρουσίας Χριστοῦ, ἀξίως εὐφημῆσαι σέ, οὐκ εὐποροῦμεν ἠμεῖς, οἱ πόθω τιμῶντες σέ, στείρωσις γὰρ τεκούσης, καὶ πατρὸς ἀφωνία, λέλυται τὴ ἐνδόξω, καὶ σεπτή σου γεννήσει, καὶ σάρκωσις Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, κόσμω κηρύττεται.


Κοντάκιον

Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.

Ἡ πρὶν στείρα σήμερον, Χριστοῦ τὸν Πρόδρομον τίκτει, καὶ αὐτὸς τὸ πλήρωμα, πάσης τῆς προφητείας, ὅνπερ γάρ, προανεκήρυξαν οἱ Προφῆται, τοῦτον δή, ἐν Ἰορδάνῃ χειροθετήσας, ἀνεδείχθη Θεοῦ Λόγου, Προφήτης Κῆρυξ ὁμοὺ καὶ Πρόδρομος.

Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

«Μαιμάσσει η ψυχή μου»

 Το διάβασα σήμερα και με αιφνιδίασε! Ήξερα πως ο Δαβίδ είναι ο μέγας τραγωδός της Βίβλου αλλά και ο Ιερεμίας ξέρει από πόνο:

"Άχ! Πονούν, πονούν και συγκλονίζονται τα σπλάγχνα μου, όπως και της γυναίκας που κοιλοπονεί. Πονεί, σπαράσσεται η καρδιά μου, όλος ο εσωτερικός μου κόσμος. Η ψυχή μου συνταράσσεται από την αγωνία που την έχει κυριεύσει. Σπαράσσεται και καταξεσχίζεται η καρδιά μου από τον φόβο!


Ελεύθερη απόδοση

Απόδοση, Παναγιώτη Τρεμπέλα

Τα λόγια του προφήτη Ιερεμία (Δ' 19) πριν από 2.600 περίπου χρόνια αποτελούν μία από τις πιο συγκλονιστικές και αρχετυπικές εκφράσεις της ανθρώπινης οδύνης.

Ο πόνος δεν περιγράφεται απλώς ως ένα συναίσθημα αλλά ως μια εμπειρία που διαπερνά ολόκληρη την ύπαρξη, το σώμα, την καρδιά και την ψυχή.

Η αγωνία, ο φόβος και η εσωτερική συντριβή αποδίδονται με εικόνες τόσο έντονες ώστε ξεπερνούν τα όρια μιας προσωπικής δοκιμασίας και αγγίζουν μια πανανθρώπινη πραγματικότητα.


Είναι η κραυγή κάθε ανθρώπου που βρίσκεται αντιμέτωπος με το αβάσταχτο βάρος της απώλειας, της απειλής και της υπαρξιακής αγωνίας.

---

"τήν κοιλίαν μου, τήν κοιλίαν μου ἀλγῶ, καί τά αἰσθητήρια τῆς καρδίας μου· μαιμάσσει ἡ ψυχή μου, σπαράσσεται ἡ καρδία μου"

Μετάφραση των εβδομήκοντα

----

Οι στίχοι στην Εβραϊκή γλώσσα. (πρωτότυπο)

Διαβάζεται από δεξιά προς τα αριστερά

מֵעַי מֵעַי אוֹחִילָה קִירֹות לִבִּי הֹמֶה־לִּι לִבִּי

1. מֵעַי

• Προφορά: Μεάι

• Μετάφραση: Τα σπλάχνα μου


2. מֵעַי

• Προφορά: Μεάι

• Μετάφραση: Τα σπλάχνα μου


3. אוֹחִילָה

• Προφορά: Οχιλά

• Μετάφραση: Σπαράζω / Αγωνιώ


4. קִירֹות

• Προφορά: Κιρότ

• Μετάφραση: Τα τοιχώματα (της)


5. לִבִּי

• Προφορά: Λιμπί

• Μετάφραση: Καρδιάς μου


6. הֹמֶה־לִּι

• Προφορά: Χομέ-λι

• Μετάφραση: Χτυπάει δυνατά μέσα μου


7. לִבִּי

• Προφορά: Λιμπί

• Μετάφραση: Η καρδιά μου

Ἕνας ἅγιος ἀναρωτιέται: Ποῦ εἶναι ὁ Θεός;

 Τί ἀξία ἔχει ἀδελφοί μου, ἐὰν μιλῶ αἰώνια γιὰ τὸν Θεὸ καὶ ὁ Θεὸς αἰώνια σιωπᾶ; Μπορῶ ἄραγε νὰ ὑπερασπιστῶ τὸ δίκαιό του Θεοῦ, ἐὰν ὁ Θεὸς δὲν τὸ θέσει ὑπὸ τὴν προστασία Του; Μπορῶ νὰ ἀποδείξω τὸν Θεὸ στοὺς ἄθεους ἐὰν ὁ Θεὸς κρύβεται;

    Μπορῶ νὰ ἀγαπῶ τὰ παιδιά Του, ἐὰν Αὐτὸς εἶναι ἀδιάφορος ἀπέναντι στὰ παθήματά τους;

    Ὄχι. Τίποτα ἀπὸ ὅλα αὐτὰ δὲν μπορῶ. Οἱ λέξεις μου δὲν ἔχουν φτερὰ γιὰ νὰ μποροῦν νὰ ὑψώσουν στὸν Θεὸ ὅλους τους πεσμένους καὶ ξεπερασμένους ἀπὸ τὸν Θεὸ οὔτε ἔχουν φωτιὰ γιὰ νὰ ζεστάνουν τὶς παγωμένες καρδίες τῶν παιδιῶν ἔναντί του Πατέρα τους. Οἱ λέξεις μου δὲν εἶναι τίποτα, ἂν δὲν εἶναι ἀπήχηση καὶ ἐπανάληψη αὐτοῦ ποὺ ὁ Θεὸς μὲ τὴ δική του δυνατὴ γλώσσα λέει.

Τί εἶναι ὁ ψίθυρος στὰ βότσαλα τῆς ἀκτῆς μπροστὰ στὸ φοβερὸ βουητὸ τοῦ ὠκεανοῦ; Ἔτσι εἶναι καὶ οἱ λέξεις μου ἀπέναντι στοὺς λόγους τοῦ Θεοῦ. Πῶς μπορεῖ νὰ ἀκούσει κάποιος τὸν ψίθυρο στὰ βότσαλα, τὰ σκεπασμένα ἀπὸ τὸν ἀφρὸ τοῦ μανιώδους στοιχείου, ὅταν εἶναι κουφὸς μπροστὰ στὸ βουητὸ τοῦ ὠκεανοῦ;

Πῶς θὰ δεῖ τὸν Θεὸ στὰ λόγια μου ἐκείνος που δὲν μπορεῖ νὰ τὸν δεῖ στὴ φύση καὶ στὴ ζωή;

     Πῶς οἱ ἀδύναμες ἀνθρώπινες λέξεις μποροῦν νὰ πείσουν ἐκεῖνον ποῦ οὔτε οἱ κεραυνοὶ δὲν εἶναι σὲ θέσει νὰ πείσουν;

Πῶς θὰ ζεσταθεῖ μὲ μία σπίθα ἐκεῖνος ποῦ ἄφησε τὴ φωτιὰ πίσω του;

Δὲν σιωπᾶ ὁ Θεὸς ἀδελφοί μου, ἀλλὰ μιλᾶ δυνατότερα ἀπὸ ὅλες τὶς θύελλες καὶ τοὺς κεραυνούς. Δὲν ἐγκαταλείπει ὁ Θεὸς τὸν δίκαιο, ἀλλὰ τὸν παρακολουθεῖ στὰ παθήματά του καὶ ἁπαλὰ τὸν ὁδηγεῖ στὸν θρόνο. Δὲν ἐξαρτᾶται ὁ Θεὸς ἀπὸ ὁποιουδήποτε τὴν καλὴ θέληση, ἀλλὰ πράττει τὰ πάντα ἐξαρτώμενα ἀπὸ τὴ δική Του καλὴ θέληση. Θὰ ἦταν κακόμοιρος ὁ Θεός μας, ἐὰν ἑξαρτιόταν ἀπὸ τὶς δικανικὲς ὑπερασπίσεις ἑνὸς θνητοῦ ἀνθρώπου.

Ὁ Θεὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ εἶναι, εἴτε ἐμεῖς τὸν μεγαλύνουμε εἴτε τὸν ὑποτιμοῦμε.

Ὁ Θεὸς θὰ ὑπάρχει , φωτεινὸς καὶ μεγάλος ὅπως καὶ σήμερα, καὶ τότε ποὺ οἱ ἀκτίνες τοῦ ἡλίου μάταια θὰ ἀναζητοῦν ἕνα ἀνθρώπινο πλάσμα στὴ γῆ, καὶ ἀντὶ ζωντανῶν θὰ ζεσταίνουν μόνον τοὺς τάφους τῶν νεκρῶν…

    Τὸ ζήτημα τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Θείας του Οἰκονομίας θὰ καταστρεφόταν ἂν ἑξαρτιόταν ἀπὸ τοὺς λόγους μου καὶ ἀπὸ τὶς δικές σας συνήθειες. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦ Θεοῦ, ἀνεξάρτητα ἀπ’ ὅλους ἐμᾶς θὰ πετύχει καὶ θὰ νικήσει. Ἐκεῖνος τοῦ ὁποίου τὰ χρόνια δὲν ἔχουν ἀριθμὸ καὶ ἡ ὀντότητά του δὲν ἔχει ἀρχὴ καὶ τέλος δὲν μπορεὶ  νὰ ἀφήσει τὸ «ἐπίγειο σπίτι» του στὶς διαθέσεις μας, στὰ ἀδύναμα δημιουργήματά του, τῶν ὁποίων ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος σχεδὸν συναντιόνται σὲ ἕνα σημεῖο καὶ τῶν ὁποίων ἡ ὀντότητα εἶναι μία κουκκίδα.

Δὲν εἶναι ὁ ἄνθρωπος φερέγγυος ἀλλὰ ὁ Θεὸς καὶ πιστὸς ἐγγυητὴς τῆς Βασιλείας τῆς ἀγάπης στὴ γῆ…


Ἀπὸ τὸ βιβλίο: Ἀργὰ βαδίζει ὁ Χριστός,

Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς 

(ἔκδ.Ἐν πλῶ)

Όσιος Νικήτας ο Θηβαίος

 Ο Όσιος Νικήτας ο Θηβαίος ήταν γόνος της Επτάπυλης πόλεως των Θηβαίων. Σε ηλικία δέκα έξι ετών γίνεται μοναχός προσελκύοντας κοντά του και άλλους ασκητές οι οποίοι μαγνητίσθηκαν από την πνευματική φυσιογνωμία του και την ηθική του καθαρότητα. Αξιώθηκε του θαυματουργικού χαρίσματος ενώ ανεπαύθη εν Κυρίω πλήρης ημερών.





Ἀπολυτίκιον

Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Ἑκ παιδός τῷ Κυρίῳ ῆκολούθησας Ὃσιε, διά προσευχῆς, ἀγρυπνίας καί παντοίας ἀσκῆσεως, τηρῶν αὐτοῦ προθῦμως ἐντολάς, διό καὶ θεῖον Σχῆμα εἰληφώς, τῷ φωτί περιελούεσο αισθητῶς, Θεόδωρός σε ὡς εἶδε. Δόξα τῷ σε δοξάσαντι Χριστῷ, δόκα τῷ τε θαυμαστώσαντι, δόκα Νικήτα ἐκ Θηβῶν, τῷ σε πρέσβυν θεῖον δείξαντι.

Όσιος Δανιήλ ὁ ἐν τῷ κάστρῳ τῶν Πατρῶν

 Στο βίο του Οσίου Νικήτα εκ Θηβών αναφέρεται ότι ήλθε στην Πάτρα και συνάντησε τον Όσιο Δανιήλ τον ἐν Κάστρῳ. Ἔζησε τον ΙΑ' αιώνα μ.Χ., καταγόταν από την Πάτρα και ζούσε με μεγάλη άσκηση και πολλή προσευχή. Έλαβε από το Θεό το χάρισμα της φιλοξενίας, όπως ο Αβραάμ, δηλαδή να δέχεται, να φιλοξενεί ανθρώπους και να τους αναπαύει καθοδηγώντας τους πνευματικά.

Άγιοι Γεράσιμος Κρήτης, Νεόφυτος Κνωσσού, Ιωακείμ Χερσονήσου, Ιερόθεος Λάμπης, Ζαχαρίας Σητείας, Ιωακείμ Πέτρας, Γεράσιμος Ρεθύμνης, Καλλίνικος Κυδωνίας, Μελχισεδέκ Κισάμου, Καλλίνικος Διοπόλεως και των συν αυτοίς αθλησάντων κληρικών και λαΐκών εν έτεσιν 1821 και 1822

 Στις 23 Ιουνίου 1821 μ.Χ. έγινε Σύνοδος στη Μητρόπολη της Κρήτης, στο ναό του Αγίου Μηνά κατά την οποία ο Επίσκοπος Κρήτης άρχισε να διαβάζει ένα γράμμα απεσταλμένο από το βεζύρη. Οι εχθροί καιροφυλακτούντες, όρμησαν στο ναό και φόνευσαν τους Αρχιερείς, δεκαεπτά ιερείς και πέντε αγιορείτες πατέρες από τη μονή Βατοπαιδίου, που είχαν προσκομίσει στο Μέγα Κάστρο για προσκύνηση κατά της επιδημίας της πανώλης τίμια λείψανα και την Αγία Ζώνη της Υπεραγίας Θεοτόκου. Επίσης φόνευσαν ως τριακόσιους παρευρεθέντες Χριστιανούς. Από εκεί διασπαρέντες στην πόλη εδίωκαν τους λοιπούς Χριστιανούς φονεύοντες ανηλεώς όσους απαντούσαν στους δρόμους, όπου συνάντησαν και τον Επίσκοπο Λάμπης Ιερόθεο, τον οποίο φόνευσαν μετά του διακόνου του. Την επομένη μέρα στο χωριό Επάνω Φουρνή, όπου ήταν η έδρα της Επισκοπής Πέτρας, ετυφεκίσθηκε ο Αρχιερεύς αυτής Ιωακείμ έξω από τον ιερό ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου.


Η πρώτη επίσημη της γιορτής έγινε στις 11 Νοεμβρίου 2000 μ.Χ. στον καθεδρικό ναό του Αγίου Μηνά στο Ηράκλειο.



Ἀπολυτίκιον

Ἦχος γ´. Τὴν ὡραιότητα.

Τὴν πολυθαύμαστον, Κρήτην τιμήσωμεν, τὴν ἐξανθήσασαν, ὡς ἄνθη τίμια, τοὺς Νεομάρτυρας Χριστοῦ, πιστῶν τοὺς θεοῤῥήμονας· πλάνην γὰρ κατῄσχυναν, ὡς ποιμένες θεόφρονες, πίστιν δὲ ὀρθόδοξον, τοῖς πιστοῖς ἐστερέωσαν, Γεράσιμος ὁ πρόεδρος Κρήτης, καὶ πάντες οἱ αὐτῷ συμμαρτυρήσαντες.


Έτερον Ἀπολυτίκιον

Ἦχος α´. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Ὑπόδειγμα ὡς σχόντες, τὸν Μηνᾶν τὸν μυρίαθλον, χαίροντες ἐνταῦθα τὸν δρόμον, μαρτυρίου ἠνύσατε, μεθ᾿ οὗ καθικετεύετε ἀεί, Χριστὸν τὸν στεφανώσαντα ὑμᾶς, ὦ Γεράσιμε θεόφρον σὺν τοῖς λοιποῖς, τὴν πόλιν ταύτην φυλάττειν, χαίρετε ἀνακράζουσαν ὑμῖν, ἄνθη ζωῆς εὐωδέστατα, κλέα τῆς Κρητονήσου καὶ στεῤῥοί, αὐτῆς ὑπέρμαχοι.




Έτερον Ἀπολυτίκιον

Ἦχος γ´. Θείας Πίστεως.

Δῆμος ὤφθητε, τροπαιοφόρος, ἔχων πρόκριτον, δεδοξασμένον, τὸν τῆς Κρήτης ποιμένα Γεράσιμον, ὁμονοοῦντες γὰρ πίστει ἠθλήσατε, καὶ τῶν τυράννων τὸ θράσος ἐλύσατε. Ὅθεν πάντοτε, Χριστῷ τῷ Θεῷ πρεσβεύετε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.


Κοντάκιον

Ἦχος α´. Τὸν τάφον σου.

Ὡς φίλους τοῦ Χριστοῦ, καὶ θεράποντας θείους, γεραίρομεν ὑμᾶς, τοὺς ἐν χρόνοις δουλείας, ἀστέρας ἐκλάμψαντας, παμφαεὶς Νεομάρτυρας, Ἐπισκόπων γάρ, καὶ Ἱερέων τὰ πλήθη, σὺν Ἀζύγοις τε, ταῖς ἀλκιφρόνων πορείαις, φωτίζετε ἔκτοτε.


Έτερον Κοντάκιον

Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχάς τῆς φύσεως.

Τοὺς εὐκλεεῖς συμμάρτυρας, ὡς προσφοράν σοι Κύριε, ἡ τῶν Κρητῶν κληρουχία προσήνεγκεν, ἐν τοῖς ἐσχάτοις ἔτεσιν. Ταῖς αὐτῶν ἱκεσίαις, ἐν εἰρήνῃ βαθείᾳ, τὴν Ἐκκλησίαν σου, διὰ τῆς Θεοτόκου, συντήρησον Πολυέλεε.


Μεγαλυνάριον

Δεῦτε εὐφημήσωμεν οἱ πιστοί, Ἐπισκόπους θείους, Ἱερέας καὶ Μοναστάς, καὶ σὺν τούτοις πάντας, πιστούς τε ἰδιώτας, τοὺς ἐν ὑστέροις χρόνοις, πίστιν τρανώσαντας.


Έτερον Μεγαλυνάριον

Χαίροις Ἐπισκόπων νεοφαής, λαμπὰς μαρτυρίου, Ἱερέων πυρσοφαής, καὶ ἀζύγων χαίροις, πανέντιμος χορεία, τὴν Κρήτην ἡ κοσμοῦσα, χρόαις τοῦ αἵματος.


Ὁ Οἶκος

Ἐνισχύσας δυνάμει τῆς χάριτος, τοὺς ἐν Κρήτῃ σεπτοὺς Νεομάρτυρας, τῶν Μαρτύρων αὐτούς τε τῶν προπάλαι, εὐκλεεῖς ὁμοτρόπους ἀνέδειξας, καὶ ἐταπείνωσας τὴν ἔπαρσιν δι᾿ αὐτῶν τῶν τυράννων, Σωτήρ μου ζωοδότα. Ταῖς αὐτῶν οὖν πρεσβείαις, ἐν εἰρήνῃ τελείᾳ, τὴν Ἐκκλησίαν σου, διὰ τῆς Θεοτόκου, συντήρησον Πολυέλεε.


Κάθισμα

Ἦχος α´. Τὸν τάφον σου.

Μετὰ τὴν α´ Στιχολογίαν.

Χορείαν τὴν σεπτήν, τὸν ὑπέρτιμον δῆμον, τῶν νέων τοῦ Χριστοῦ, καλλινίκων Μαρτύρων, ἐν ὕμνοις γεραίροντες, οἱ πιστοὶ ἐκβοήσωμεν, ἱκετεύετε, ὡς παῤῥησίαν πλουτοῦντες, τὸν φιλάνθρωπον, ἡμῖν διδόναι εἰρήνην, καὶ ἔλεος ἄνωθεν.


Έτερον Κάθισμα

Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.

Μετὰ τὴν β´ Στιχολογίαν.

Λαοῦ προϊστάμενοι, τοῦ ἐν τῇ Κρήτῃ καλῶς, αὐτὸν ἐστηρίξατε, τῷ μαρτυρίῳ ὑμῶν, ἐν χρόνοις κακώσεως. Ὅθεν ὑμᾶς τιμῶμεν, εὐκλεεῖς Ἱεράρχαι, ἅμα τῶν συμμαρτύρων, τῇ ἐνδόξῳ χορεία, αἰτούμενοι ἐν πίστει, ὑμῶν τὴν ἀντίληψιν.


Έτερον Κάθισμα

Ἦχος δ’. Κατεπλάγη Ἰωσὴφ.

Μετὰ τὸν Πολυέλεον

Ὡς ἐπίσημοι κριοί, σφαγιασθέντες ἀπηνῶς, Ἱεράρχες εὐκλεεῖς, θυσία ζῶσα τῷ Θεῷ, χερσὶ τυράννων προσήχθητε ἐν ἐσχάτοις, καὶ τὴν τῶν Κρητῶν, ἐφοινίξατε, νῆσον τοῖς ὑμῶν, θείοις αἵμασι, καὶ ἐν αὐτοῖς ὀφρὺν τὴν ἐπηρμένην, τῶν δυσμενῶν ἐβυθίσατε. Διὸ ὑψόθεν, ἀθανασίας, ἐκομίσασθε στέφη.


Έτερον Κάθισμα

Ἦχος α΄. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.

Ὑπόδειγμα Μηνᾶν, τὸν μυρίαθλον σχόντες, αὐτοῦ ἐν τῷ ναῷ, μαρτυρίου τὸν δρόμον, στεῤῥῶς ἐτελέσατε, ἐν ἡμέραις τῆς θλίψεως, καὶ ηὐλίσθητε, ἐν ταῖς σκηναῖς τῶν Μαρτύρων, ἱκετεύοντες, ὑπὲρ λαοῦ τοῦ τῆς Κρήτης, ἀεὶ Νεομάρτυρες.


Ἰδιόμελον ἐκ τῆς Λιτῆς

Ἦχος α´.

Τὰ Κρητῶν φιλεόρτων συστήματα, καὶ φιλαγίων χορεῖαι, δεῦτε εὐφημήσωμεν, ἐν ᾠδαῖς πνευματικαῖς τὴν ἔνδοξον μνήμην, τῶν ἡμετέρων Νεομαρτύρων, ἐν οἷς ὡς ἀρετῆς καὶ ἀνδρείας ἀκροθίνια, δεκὰς ἱερομαρτύρων Ἐπισκόπων, Ἱερέων δέσμη ἑπτά τε καὶ δέκα, καὶ πεντὰς τοῦ ἁγιωνύμου ὄρους Μοναστῶν. Οὗτοι γὰρ θυσίαν εὐπρόσδεκτον, τὰ ἑαυτῶν προσφέροντες σώματα, καὶ τὰς ψυχὰς αὐτῶν λευκάναντες ὡς χιόνα, τοῖς οἰκείοις αἵμασι λελουσμένας, τὴν τῶν οὐρανῶν βασιλείαν ἐκληρονόμησαν, πρεσβεύουσι δὲ ἀπαύστως Χριστῷ τῷ Θεῷ, εἰρήνην τῇ οἰκουμένῃ δωρήσασθαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.


(Ποιηθέν υπό Εὐαγγέλου Ἱερέως).


Έτερον Ἰδιόμελον ἐκ τῆς Λιτῆς

Ἦχος β´.

Δεῦτε ἀγαλλιασώμεθα τῷ Κυρίῳ, ἐν τῇ μνήμῃ σήμερον, τῶν εὐκλεῶν Νεομαρτύρων ὦ φιλέορτοι· δεῦτε εὐφημήσωμεν αὐτούς, διατόρως κραυγάζοντες καὶ λέγοντες· χαίρετε Ἐπισκόπων δεκάς, Ἱερέων τε δῆμος, καὶ Μοναχῶν ἰσαγγέλων σειρά, σὺν προκρίτων καὶ ἰδιωτῶν πλήθει, οἱ ἐν ἐσχάτοις ἀθλήσαντες καιροῖς, καὶ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ τὸ πάθος, ἐν ἑαυτοῖς ἀναζωγραφήσαντες· οἱ τὴν ἐν Κρήτῃ ποίμνην στηρίξαντες, ὑπὲρ αὐτῆς προσκαίρου θανάτου, ὡς καρτερόψυχοι καταφρονήσαντες. Ἀλλ᾿ ὡς χάριν παῤῥησίας πλουτήσαντες, τῇ Ἁγίᾳ Τριάδι πρεσβεύετε, ἵνα ῥυσθῶμεν συμφορῶν, καὶ πάσης περιστάσεως.


(Ποιηθέν υπό Κυρίλλου Ἱερομονάχου).


Έτερον Ἰδιόμελον ἐκ τῆς Λιτῆς

Ἦχος γ´.

Τρισόλβιοι ποιμένες Χριστοῦ, Ἱεροάθλων οἱ πρόκριτοι, μετὰ παῤῥησίας τὸν Χριστὸν ὁμολογήσατε, καὶ μυρίαις βασάνοις ὑπομείναντες, ὡς ἥλιοι λαμπροί, διασχίσαντες σκότια νέφη δουλείας, ταῖς τῶν ὑμετέρων αἱμάτων λαμπηδόσι, τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Κρήτης κατελαμπρύνατε. Διὸ ἐν οὐρανοῖς σὺν Ἀγγέλοις, καὶ τοῖς ἀπ᾿ αἰῶνος Ἁγίοις συναγαλλόμενοι, ὑπὲρ ἡμῶν τοῦ Κυρίου μὴ παύσησθε δεόμενοι, ὡς μαρτυρικῆς εὐκλείας ἀξιωθέντες, δωρηθῆναι τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὁμόνοιαν εἰρήνην, καὶ παντὶ τῷ κόσμῳ φωτισμόν, καὶ τὸ μέγα ἔλεος.


(Ποιηθέν υπό Εὐαγγέλου Ἱερέως).


Έτερον Ἰδιόμελον ἐκ τῆς Λιτῆς

Ἦχος δ´.

Δεῦτε σήμερον οἱ πιστοί, ἐν τῷ ναῷ τοῦ κλεινοῦ μεγαλομάρτυρος, Μηνᾶ τοῦ θαυματοβρύτορος προσέλθωμεν, τοὺς ἐν αὐτῷ εὐκλεῶς μαρτυρήσαντας, ἐν ἐγκωμίοις γεραίροντες, Γεράσιμον τὸν Κρήτης πρόεδρον, Ζαχαρίαν Ἰωακείμ, Νεόφυτον καὶ Καλλίνικον, σὺν τοῖς αὐτῶν συναθληταῖς. Οὗτοι γὰρ ἀδελφὰ συμφρονήσαντες, τοῦ μαρτυρίου τὴν ὁδὸν συνεπορεύθησαν, μηδαμῶς δειλιάσαντες, τῶν τυράννων τὸ φρύαγμα· διὸ καὶ ἐν τῷ σφαγιάζεσθαι ἀπηνῶς, ὡς ἐν ἑνὶ στόματι τῷ Κυρίῳ ἔλεγον· γενέσθω δὴ Κύριε ἡ θυσία ἡμῶν, εὐπρόσδεκτος ἐνώπιόν σου, καὶ πρόσδεξαι αὐτὴν εὐμενῶς, ὡς λύτρον ὑπὲρ λαοῦ σου, βαρυαλγοῦντος τῷ τῆς δουλείας ζυγῷ. Ἀλλ᾿ ὦ Νεομάρτυρες ἔνδοξοι, τὰ τῆς Κρήτης αὐχήματα, καὶ τοῦ Γένους ἐρείσματα, ὑπὲρ ἡμῶν δυσωπεῖτε τὸν Θεόν, ἐκ πολεμίων ἐχθρῶν φυλάττειν, καὶ σώζειν ἐν τῇ πίστει ἡμᾶς, ὡς ὄντες πᾶσι συμπαθέστατοι.


(Ποιηθέν υπό Κυρίλλου Ἱερομονάχου).


Άγιοι Ευστόχιος ο Πρεσβύτερος, Γάϊος ο ανεψιός του, και τα παιδιά αυτού Λολλία, Πρόβη και Ουρβανός

 Οι Άγιοι Ευστόχιος ο Πρεσβύτερος, Γάϊος (ή Γαϊανός) ο ανεψιός του, και τα παιδιά αυτού Λολλία (ή Λουλώ), Πρόβη και Ουρβανός (ή Ουρβάσιος) κατάγονταν από την πόλη των Οϋσάδων και υπήρξαν στα χρόνια των βασιλέων Μαξιμιανού και Αγρίππα κατά το έτος 300 μ.Χ. Ο Ευστόχιος στην αρχή ήταν ιερέας ειδώλων, αλλά όταν είδε το ανδρείο φρόνημα των χριστιανών μπροστά στα μαρτύρια, προσήλθε στον επίσκοπο Αντιοχείας Ευδόξιο, βαπτίστηκε χριστιανός και χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος. Κατόπιν πήγε στα Λύστρα της Λυκαονίας, όπου βρήκε τους συγγενείς του Γάϊο με τα τρία του παιδιά Λολλία, Πρόβη και Ουρβανό, και τους βάπτισε χριστιανούς. Όταν συνελήφθη από τους ειδωλολάτρες, ομολόγησε ότι είναι χριστιανός μπροστά στον ηγεμόνα και αφού τον κρέμασαν επάνω σ' ένα ξύλο, ξέσχισαν τις σάρκες του. Κατόπιν οδηγήθηκε μαζί με τον Γάιο και τα παιδιά του, στον ηγεμόνα Άγκυρας Αγριππίνο, (κατά άλλους Αγρίππα), όπου όλοι αρνήθηκαν ν' αρνηθούν τον Χριστό. Τότε όλους τους βασάνισαν με φρικτά και βάρβαρα βασανιστήρια και επειδή έμεναν σταθεροί στην πίστη τους, τελικά τους αποκεφάλισαν και έτσι ανέβηκαν στεφανηφόροι στα ουράνια.

Άγιοι Αριστοκλής ο πρεσβύτερος, Δημητριανός διάκονος και Αθανάσιος αναγνώστης

 Και οι τρεις Άγιοι ήταν Κύπριοι και έζησαν κατά τον διωγμό της Εκκλησίας επί Μαξιμιανού και Διοκλητιανού (245-310 μ.Χ.). Το 302 μ.Χ., ο Αριστοκλής, που καταγόταν από την Ταμασό, στην αρχή δεν θέλησε να βάλει σε κίνδυνο τη ζωή του, διότι ήθελε να συνεχίσει την πνευματική οικοδομή των εν Χριστώ αδελφών του. Ανέβηκε λοιπόν σ' ένα βουνό και κρύφτηκε μέσα σε μια σπηλιά. Αλλά από 'κει μάθαινε, ότι στις πόλεις πολλοί πιστοί, έχυναν θαρραλέα το αίμα τους για την αγία πίστη του Χρίστου. Ο Αριστοκλής, έπειτα και από ένα όραμα που είδε, έκρινε ότι δεν του επιτρεπόταν, ως Ιερέας που ήταν, να βρίσκεται σε ασφάλεια, ενώ λαϊκοί, γυναίκες και παιδιά αψηφούσαν τα ξίφη και τη φωτιά, και πότιζαν με το αίμα τους το δένδρο του Ευαγγελίου. Έκανε λοιπόν τον σταυρό και κατέβηκε στη Σαλαμίνα της Κύπρου. Πήγε στο ναό της πόλης, όπου βρήκε προσευχομένους τον διάκονο Δημήτριο και τον αναγνώστη Αθανάσιο. Συμπροσευχήθηκαν, και μετά από συνεννόηση βγήκαν και οι τρεις, και στήριζαν τους διωκόμενους αδελφούς τους. Μόλις πληροφορήθηκε αυτό ο ειδωλολάτρης ηγεμόνας, τους συνέλαβε. Και αφού απέτυχε να τους νικήσει με υποσχέσεις και απειλές, μετά από πολλά βασανιστήρια τους αποκεφάλισε.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός

 


Αγία Αγριππίνα

 Η Αγία Αγριππίνα, γεννήθηκε και μαρτύρησε στη Ρώμη. Από νεαρή ηλικία ανέπτυξε βαθύτατο χριστιανικό φρόνημα και αφοσιώθηκε στην υπηρεσία του Κυρίου και Λυτρωτού της. Για το λόγο αυτό διέθεσε όλη της την περιουσία για την ανακούφιση των πτωχών και τη θεραπεία των ασθενών. Για την αγάπη του ουράνιου Νυμφίου της, απέφυγε το γάμο και προτίμησε να γίνει νύμφη του Χριστού. Όσες δε φορές είχε ανάγκη, η εκκλησία της Ρώμης, η Αγριππίνα έτρεχε πρώτη να προσφέρει τις πολύτιμες υπηρεσίες της. Όμως η Αγία δεν προσέφερε μόνο υλικά αγαθά αλλά και πνευματικά, διδάσκοντας την χριστιανική πίστη και οδηγώντας στο δρόμο της αλήθειας, πλήθη πλανημένων. Η θεάρεστη αυτή δράση της Αγρυππίνας δεν ήταν δυνατό να παραμείνει για πολύ καιρό κρυφή. Το 262 μ.Χ., την κατήγγειλαν στις αρχές, ως ανατροπέα της πατροπαράδοτης λατρείας των ειδώλων. Η Αγία αποδέχθηκε τις καταγγελίες και με περισσό θάρρος, ομολόγησε την πίστη της στο Χριστό. Οι διώκτες της δεν δίστασαν να τη μαστιγώσουν για να κάμψουν το αγωνιστικό της φρόνημα. Όταν κατάλαβαν ότι δεν πρόκειται να μεταπείσουν την Αγριππίνα, την υπέβαλαν σε νέα φρικτά βασανιστήρια. Το σώμα της Αγίας δεν άντεξε τα μαρτύρια και με μαρτυρικό και ένδοξο τρόπο παρέδωσε την Αγία ψυχή της. Τρεις χριστιανές γυναίκες, η Βάσσα, η Παύλα και η Αγαθονίκη παρέλαβαν το σεπτό σκήνωμά της και μετά από αρκετή περιπλάνηση κατέληξαν, στη Σικελία, όπου και το ενταφίασαν.



Ἀπολυτίκιον  

Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Θεῖον Πνεύματι, κραταιωθεῖσα, ἠνδραγάθησας, γενναιοφρόνως, Ἀγριππίνα παρθενίας ὀσφράδιον ὅθεν Χριστοῦ δοξασθεῖσα τὴ χάριτι, πηγᾶς θαυμάτων βλυστάνεις τοὶς πέρασι. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.


Δευτέρα 22 Ιουνίου 2026

Άγγιξε λίγο το συμφέρον ενός ανθρώπου και θα καταλάβεις τι έχει θρόνο μέσα του.

 — Γέροντα, πολλοί άνθρωποι λένε συνέχεια ότι δεν τους ενδιαφέρουν τα χρήματα. Ότι δεν κάνουν αυτά που κάνουν για τα χρήματα. Ότι υπηρετούν ιδέες, σχέσεις, ανθρώπους, τέχνη, πίστη, πατρίδα, έργο, αλλά στο τέλος όλα γυρίζουν πάλι στα χρήματα. Πώς ξεχωρίζει κανείς την αλήθεια;

— Παιδί μου, τα χρήματα δεν είναι κακά από μόνα τους. Κακό γίνεται όταν ο άνθρωπος τα βάλει μέσα στην καρδιά του. Άλλο να έχεις χρήματα και άλλο να σε έχουν τα χρήματα. Άλλο να κρατάς το πορτοφόλι στο χέρι και άλλο να έχεις κάνει την ψυχή σου πορτοφόλι. Εκεί αρχίζει η μεγάλη ζημιά.


Βλέπω καμιά φορά ανθρώπους να λένε συνέχεια: «Εγώ δεν τα κάνω για τα χρήματα». Και απορώ. Αν δεν τα κάνεις για τα χρήματα, γιατί μιλάς συνέχεια γι’ αυτά; Αν δεν τα κάνεις για τα χρήματα, γιατί αλλάζει το πρόσωπό σου όταν ακούς για κέρδος; Αν δεν τα κάνεις για τα χρήματα, γιατί στενοχωριέσαι τόσο όταν χάνεις κάτι; Η καρδιά, παιδί μου, προδίδεται από εκεί που πονά. Άγγιξε λίγο το συμφέρον ενός ανθρώπου και θα καταλάβεις τι έχει θρόνο μέσα του.


Ο άνθρωπος που πραγματικά είναι ελεύθερος από τα χρήματα δεν χρειάζεται να το διαφημίζει. Όπως ο ταπεινός δεν λέει συνέχεια «είμαι ταπεινός», έτσι και ο ελεύθερος δεν λέει συνέχεια «δεν με νοιάζουν τα χρήματα». Η ζωή του το φανερώνει. Φαίνεται από το αν μπορεί να δώσει. Από το αν μπορεί να χάσει χωρίς να σκοτεινιάσει. Από το αν μπορεί να βοηθήσει χωρίς να το κάνει εμπόριο. Από το αν μπορεί να πει: «Δόξα τω Θεώ, έχω αρκετά», και να αναπαυθεί.


Παιδιά μου, μη ζηλεύετε εκείνον που όλη του η ζωή έγινε χρήματα. Να τον λυπάστε. Γιατί έφθασε να μετρά τα πάντα και έχασε τα μόνα πράγματα που δεν μετριούνται. Μετρά λογαριασμούς, αλλά δεν μετρά φίλους.

 Μετρά κέρδη, αλλά δεν μετρά δάκρυα. 

Μετρά αποδόσεις, αλλά δεν μετρά προσευχές.

 Και μια μέρα θα καταλάβει ότι γέμισε τα θησαυροφυλάκιά του και άφησε άδειο το σπίτι της ψυχής του.

Ο διάβολος δεν λέει στον άνθρωπο από την αρχή: «Λάτρεψε τα χρήματα». Αυτό θα το καταλάβαινε. Του λέει πιο πονηρά: «Μάζεψε λίγο ακόμη. Για ασφάλεια. Για τα παιδιά. Για τα γηρατειά. Για μια δύσκολη ώρα». Και μετά πάλι λίγο ακόμη. Και μετά πάλι λίγο ακόμη. Και έτσι περνά μια ζωή ολόκληρη κυνηγώντας το επόμενο ποσό, την επόμενη συμφωνία, το επόμενο κέρδος, και δεν καταλαβαίνει ότι δεν χτίζει ασφάλεια. Χτίζει φυλακή.


Γιατί ο άνθρωπος που φοβάται να χάσει τα χρήματά του έχει ήδη χάσει την ελευθερία του. Αυτό να το θυμάστε. Πραγματικά φτωχός δεν είναι εκείνος που δεν έχει χρήματα. Πραγματικά φτωχός είναι εκείνος που δεν μπορεί να χαρεί, δεν μπορεί να δώσει, δεν μπορεί να εμπιστευθεί, δεν μπορεί να κοιμηθεί ήσυχος γιατί φοβάται μήπως μειωθεί αυτό που μάζεψε. Έχει πολλά και ζει σαν να μην έχει τίποτε. Έχει γεμάτους λογαριασμούς και άδεια ανάπαυση.


Και βλέπεις καμιά φορά πλούσιους ανθρώπους να ζουν με μεγαλύτερη αγωνία από τον φτωχό. Ο φτωχός ζητά να ζήσει. Ο πλούσιος πολλές φορές φοβάται να χάσει. Και ο φόβος της απώλειας γίνεται χειρότερη σκλαβιά από την ανάγκη. Έχει πολλά σπίτια και δεν έχει σπίτι μέσα του. Έχει πολλά ρούχα και δεν έχει χαρά. Έχει πολλούς ανθρώπους γύρω του και λίγους που θα κλάψουν αληθινά όταν φύγει.

Να προσέχετε και κάτι ακόμη. Τα χρήματα έχουν έναν τρόπο να μεταμφιέζονται. Μπαίνουν μέσα σε ωραίες λέξεις. Λέγονται «έργο», «αποστολή», «κύρος», «ανάπτυξη», «δικτύωση», «ασφάλεια», «προοπτική». Και μπορεί όλα αυτά να είναι καλά όταν υπηρετούν τον άνθρωπο. Όταν όμως υπηρετούν τη φιλαργυρία, τότε γίνονται όμορφες κουρτίνες που κρύβουν ένα σκοτεινό δωμάτιο. Γι’ αυτό να μη βλέπετε μόνο τι λέει κάποιος. Να βλέπετε τι δεν μπορεί να αφήσει.


 Ο άνθρωπος που κάνει τα πάντα για τα χρήματα σπάνια το ομολογεί. Θα πει ότι το κάνει για το καλό, για την οικογένεια, για το μέλλον, για την αξιοπρέπεια, για την ανάγκη. Και μπορεί κάπου να υπάρχει και αλήθεια. Αλλά η αλήθεια φαίνεται όταν του πεις να δώσει, να μοιραστεί, να χάσει, να κάνει πίσω, να βοηθήσει χωρίς αντάλλαγμα. Εκεί καταλαβαίνεις αν τα χρήματα είναι εργαλείο ή θεός του.


Υπάρχουν άνθρωποι που περνούν ολόκληρη τη ζωή τους κερδίζοντας χρήματα και στο τέλος ανακαλύπτουν ότι ξόδεψαν τη ζωή τους για να αποκτήσουν πράγματα που δεν θα μπορέσουν να πάρουν μαζί τους ούτε ένα βήμα μετά τον τάφο. Αυτό είναι τραγικό. Να έχεις δουλέψει μια ζωή για όσα θα μείνουν πίσω και να έχεις αμελήσει αυτά που θα περάσουν μαζί σου στην αιωνιότητα: την αγάπη, την ελεημοσύνη, τη συγχώρηση, την προσευχή, την καθαρή συνείδηση.


Ο Θεός δεν θα μας ρωτήσει πόσα μαζέψαμε. Θα μας ρωτήσει τι κάναμε με όσα μας εμπιστεύθηκε. Γιατί τα χρήματα που κρατάς μπορούν να γίνουν βάρος. Τα χρήματα που δίνεις με αγάπη μπορούν να γίνουν ευλογία. Το ίδιο νόμισμα, παιδί μου, μπορεί να γίνει αλυσίδα ή ελεημοσύνη. Εξαρτάται από την καρδιά που το κρατά.


Γι’ αυτό να μη λέτε εύκολα «δεν το κάνω για τα χρήματα». Να φοβάστε αυτή τη φράση. Να λέτε καλύτερα: «Θεέ μου, φύλαξέ με να μη με κυβερνήσουν τα χρήματα». Γιατί ο άνθρωπος που ξέρει την αδυναμία του φυλάγεται. Εκείνος που νομίζει πως είναι άτρωτος έχει ήδη ανοίξει την πόρτα στον πειρασμό.

Και στο τέλος, παιδιά μου, να θυμάστε: στο νεκροταφείο δεν ξεχωρίζουν οι τραπεζικοί λογαριασμοί. Δεν φαίνονται τα ακίνητα, οι συμφωνίες, τα κέρδη, οι αποδόσεις, οι τίτλοι. Εκεί φαίνονται μόνο οι προσευχές που αφήσαμε πίσω μας, τα πρόσωπα που αναπαύσαμε, οι άνθρωποι που βοηθήσαμε κρυφά, οι καρδιές που δεν εκμεταλλευθήκαμε, και εκείνοι που έκλαψαν αληθινά όταν φύγαμε. Αυτός είναι ο πλούτος που δεν χάνεται.Όλα τα άλλα μένουν εδώ.Και πολλές φορές μένουν για να μαλώνουν γι’ αυτά εκείνοι που έλεγαν ότι μας αγαπούσαν.

Γι’ αυτό να είστε ελεύθεροι. Να έχετε χρήματα αν ο Θεός επιτρέψει, αλλά να μην έχουν τα χρήματα εσάς. Να εργάζεστε τίμια, να αμείβεστε δίκαια, αλλά να μη γίνετε δούλοι του κέρδους. Γιατί ο άνθρωπος που κέρδισε όλο τον κόσμο και έχασε την ειρήνη της ψυχής του δεν πλούτισε.Χρεοκόπησε.

ΛΟΓΟΙ ΟΣΙΟΥ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗ

 Η αγάπη προς τον αδελφό καλλιεργεί την αγάπη προς τον Θεό


Ένα είναι το ζητούμενο στη ζωή μας, η αγάπη, η λατρεία στον Χριστό και η αγάπη στους συνανθρώπους μας. Να είμαστε όλοι ένα με κεφαλή τον Χριστό. Έτσι μόνο θ' αποκτήσομε την χάρι, τον ουρανό, την αιώνια ζωή.


Η αγάπη προς τον αδελφό καλλιεργεί την αγάπη προς τον Θεό. Είμαστε ευτυχισμένοι, όταν αγαπήσομε όλους τους ανθρώπους μυστικά. Θα νιώθομε τότε ότι όλοι μας αγαπούν. Κανείς δεν μπορεί να φθάσει στον Θεό, αν δεν περάσει απ' τους ανθρώπους. Γιατί, «ο μη αγαπών τον αδελφόν αυτού, ον εώρακε, τον Θεόν, ον ουχ εώρακε, πως δύναται αγαπάν;». Ν' αγαπάμε, να θυσιαζόμαστε για όλους ανιδιοτελώς, χωρίς να ζητάμε ανταπόδοση. Τότε ισορροπεί ο άνθρωπος. Μια αγάπη που ζητάει ανταπόδοση είναι ιδιοτελής. Δεν είναι γνήσια, καθαρή, ακραιφνής.


Να τους αγαπάτε και να τους συμπονάτε όλους. «Και είτε πάσχει εν μέλος, συμπάσχει πάντα τα μέλη• υμείς δε εστε μέλη Χριστού και μέλη εκ μέρους». Αυτό είναι Εκκλησία• εγώ, εσύ, αυτός, ο άλλος να αισθανόμαστε ότι είμαστε μέλη Χριστού, ότι είμαστε ένα. Η φιλαυτία είναι εγωισμός. Να μη ζητάμε, «εγώ να σταθώ, εγώ να πάω στον Παράδεισο», αλλά να νιώθομε για όλους αυτή την αγάπη. Καταλάβατε; Αυτό είναι ταπείνωση.


Έτσι, αν ζούμε ενωμένοι, θα είμαστε μακάριοι, θα ζούμε στον Παράδεισο. Ο κάθε διπλανός μας, ο κάθε πλησίον μας είναι «σαρξ εκ της σαρκός μας». Μπορώ ν' αδιαφορήσω γι' αυτόν, μπορώ να τον πικράνω, μπορώ να τον μισήσω; Αυτό είναι το μεγαλύτερο μυστήριο της Εκκλησίας μας. Να γίνομε όλοι ένα εν Θεώ. Αν αυτό κάνομε, γινόμαστε δικοί Του. Τίποτα καλύτερο δεν υπάρχει απ' αυτή την ενότητα. Αυτό είναι η Εκκλησία. Αυτό είναι η Ορθοδοξία. Αυτό είναι ο Παράδεισος. Ας διαβάσομε απ' τον Ευαγγελιστή Ιωάννη την Αρχιερατική Προσευχή. Προσέξτε τους στίχους: «ίνα ώσιν εν, καθώς ημείς... ίνα πάντες εν ώσι, καθώς συ, Πάτερ, εν εμοί καγώ εν σοι... ίνα ώσιν εν, καθώς ημείς εν εσμέν... ίνα ώσι τετελειωμένοι εις εν... ίνα όπου ειμί εγώ κακείνοι ώσι μετ' εμού».


Βλέπετε; Το λέει και το ξαναλέει. Τονίζει την ενότητα. Να είμαστε όλοι ένα, ένα με κεφαλή τον Χριστό! Όπως ένα είναι ο Χριστός με τον Πατέρα. Εδώ κρύβεται το μεγαλύτερο βάθος του μυστηρίου της Εκκλησίας μας. Καμία θρησκεία δεν λέγει κάτι τέτοιο. Κανείς δεν ζητάει αυτή τη λεπτότητα που ζητάει ο Χριστός, να γίνομε όλοι ένα συν Χριστώ. Εκεί βρίσκεται το πλήρωμα. Σ' αυτή την ενότητα, σ' αυτή την αγάπη, την εν Χριστώ. Καμία διάσπαση εκεί δεν χωράει, κανείς φόβος. Ούτε θάνατος, ούτε διάβολος, ούτε κόλαση. Μόνο αγάπη, χαρά, ειρήνη, λατρεία Θεού. Μπορείς να φθάσεις να λέεις τότε με τον Απόστολο Παύλο: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν έμοί Χριστός».


Μπορούμε πολύ εύκολα να φθάσομε σ' αυτό το σημείο. Αγαθή προαίρεση χρειάζεται κι ο Θεός είναι έτοιμος να έλθει μέσα μας. «Κρούει την θύραν» και «καινά ποιεί πάντα», όπως λέγει στην Αποκάλυψη του Ιωάννου. Μεταβάλλεται η σκέψη μας, απαλλάσσεται από την κακία, γίνεται πιο καλή, πιο αγία, πιο εύστροφος. Αν, όμως, δεν ανοίξομε του κρούοντας την θύραν, αν δεν έχομε εκείνα που θέλει Αυτός, αν δεν είμαστε άξιοί Του, τότε δεν μπαίνει στην καρδιά μας. Για να γίνομε όμως άξιοί Του, πρέπει ν' αποθάνομε κατά τον παλαιό άνθρωπο, για να μην αποθάνομε ποτέ πλέον. Τότε θα ζούμε εν Χριστώ ενσωματωμένοι με όλο το σώμα της Εκκλησίας. Έτσι θα έλθει η θεία χάρις. Και άμα θα έλθει η χάρις, θα μας τα δώσει όλα.


Στο Άγιον Όρος είδα κάποτε κάτι που μου άρεσε πολύ. Μέσα σε μία βάρκα στη θάλασσα μοναχοί κρατούσαν διάφορα ιερά αντικείμενα. Καταγόταν ο καθένας από διαφορετικό τόπο, εν τούτοις έλεγαν, «αυτό είναι δικό μας» και όχι «δικό μου».


Ο ΓΕΡΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ

"Περί της αγάπης προς τον πλησίον"

Από το «Βίος και Λόγοι», εκδ. Ιερά Μονή Χρυσοπηγής, Χανιά-Κρήτης 2004.

Άγιος Γρηγόριος ο Διδάσκαλος ο Βατοπαιδινός

 Ο άγιος ιεράρχης Γρηγόριος ο Διδάσκαλος γεννήθηκε σε μία ευλογημένη οικογένεια στο Βουκουρέστι, το έτος 1765 μ.Χ., παίρνοντας κατά τη βάπτισή του το όνομα Γεώργιος. Ο νεαρός Γεώργιος (Μινκουλέσκου) σπούδασε στις πιο φημισμένες σχολές της εποχής, όπως η ηγεμονική Ακαδημία του Αγίου Σάββα, αποκτώντας μία εξαιρετική μόρφωση και μία σοβαρή θεολογική κουλτούρα.


Μετά το πέρας των σπουδών του, ανεχώρησε μαζί με άλλους δύο συμφοιτητές και φίλους για το μοναστήρι Νεάμτς, το οποίο τότε καθοδηγούνταν από το μέγα Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ . Το έτος 1790 μ.Χ. εκάρη μοναχός με το όνομα Γρηγόριος και όντας γνώστης της λατινικής και ελληνικής γλώσσας, έκανε υπακοή και μετέφρασε μερικά συγγράμματα των αγίων πατέρων. Μετά από μερικά χρόνια μαζί με το φίλο του, μοναχό Γερόντιο, στάλθηκε στο Βουκουρέστι, όπου του ενεπιστεύθη η φροντίδα της βιβλιοθήκης της μητροπόλεως.


Από εδώ, ανεχώρησε αργότερα για το Άγιον Όρος, ασκητεύοντας για κάποιο καιρό στην περιοχή Καλαμιτσίου της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου.


Το έτος 1812 μ.Χ., ο άγιος Γρηγόριος έφυγε από τον Άθωνα και επέστρεψε στο μοναστήρι Νεάμτς, όπου συνεχίζοντας την εργασία μεταφράσεως και εκτυπώσεως των ιερών βιβλίων, παρέμεινε μέχρι το 1820 μ.Χ., οπότε επέστρεψε στο Βουκουρέστι. Για λίγο καιρό διέμεινε στο μοναστήρι Αντίμ και ύστερα εγκαταστάθηκε στο μοναστήρι Καλνταρουσάνι, 30 χιλ. βορείως του Βουκουρεστίου, μοναστική εστία με αγιορειτικό τυπικό, καθιερωμένο μερικές δεκαετίες πριν από έναν άλλο μαθητή του αγίου Παϊσίου, τον καθηγούμενο π. Γεώργιο από την Τσερνίκα . Εδώ έζησε ταπεινά σε ένα μικρό κελλί όπου είχε για κρεβάτι μία σανίδα σκεπασμένη με ψάθα και μία κουβέρτα, ένα τραπέζι, μία καρέκλα, μία εικόνα και δύο δισάκια βιβλία.


Αν και τότε ήταν μόνο ιεροδιάκονος, το 1823 μ.Χ. ο ηγεμόνας της Ρουμανικής Χώρας, Γρηγόριος Δημήτριος Γκίκας, μαθαίνοντας την ταπείνωση και τη σοφία του, τον κάλεσε στο Βουκουρέστι για να τον εγκαταστήσει στον θρόνο της μητροπόλεως Ουγγροβλαχίας. Ο άγιος με δυσκολία δέχτηκε να υπακούσει, όμως αρνήθηκε να πάει με την άμαξα που του έστειλε ο βοεβόδας και ανεχώρησε για το Βουκουρέστι με τα πόδια. Λέγεται ότι πιάνοντάς τον η νύκτα στο δρόμο ζήτησε φιλοξενία στον ιερέα ενός χωριού κοντά στο Βουκουρέστι, όμως αυτός βλέποντάς τον ένα απλό μοναχό και σκονισμένο από το δρόμο δεν τον δέχτηκε στο σπίτι αλλά τον έστειλε να κοιμηθεί στο σταύλο. Όταν όμως αργότερα ήλθε να ασπαστεί το χέρι του νέου μητροπολίτη, όπως ήταν η συνήθεια, αναγνωρίζοντάς τον, ο ιερέας δεν μπορούσε να ελέγξει τον εαυτό του και έτρεμε από φόβο. Ο άγιος Γρηγόριος όμως, αναγνωρίζοντάς τον και αυτός, του είπε με πραότητα: «Ησύχασε, πάτερ· τα γουρούνια της αγιωσύνης σου ήταν πολύ καθώς πρέπει» και δεν του έκανε τίποτε.


Η ενθρόνιση του έλαβε χώρα την 11η Ιανουαρίου 1823 μ.Χ. Όταν του επέδωσε την αρχιερατική ράβδο ο ηγεμόνας, πρόφερε τα λόγια: «Ούτε αυτού που έτρεξε, ούτε αυτού που παρακάλεσε, αλλά αυτού που ευλόγησε ο Θεός!» Ως μητροπολίτης ο άγιος Γρηγόριος, εγκατέστησε επισκόπους στους θρόνους της Άρτζες, Ράμνικ και Μπουζάου, οικοδόμησε εκκλησίες και ίδρυσε σχολεία στα χωριά και τις πόλεις. Με δική του πρωτοβουλία επίσης ιδρύθηκαν τα Σεμινάρια του Βουκουρεστίου, του Μπουζάου, της Κούρτσα ντε Άρτζες και του Ράμνικ. Φρόντισε ιδιαιτέρως τους φτωχούς, τις χήρες και τα παιδιά. Άρχισε και την επισκευή του καθεδρικού μητροπολιτικού ναού του Βουκουρεστίου, ο οποίος τελείωσε μόλις μερικά χρόνια μετά την κοίμησή του, όσο και την εκτύπωση βίων αγίων σε 12 τόμους.


Το έτος 1829 μ.Χ., ο άγιος Γρηγόριος εξορίστηκε στη Βεσσαραβία από το ρωσσικό καθεστώς. Του επετράπη να επανέλθει στο Βουκουρέστι μόλις το 1833 μ.Χ. ενώ το 1834 μ.Χ. στις 22 Ιουνίου, την ώρα της αγρυπνίας κοιμήθηκε εν Κυρίω. Ενταφιάστηκε στον αρχιερατικό θρόνο σε θέση την οποία μόνος είχε διαλέξει. Κάτω από τη στέγη του καθεδρικού ναού στη βορεινή πλευρά του ιερού βήματος, στο ύψος της προσκομιδής.


Το 1841 μ.Χ., μετά από 7 χρόνια έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του και η μεταφορά τους στο οστεοφυλάκειο της μονής Καλνταρουσάνι. Μετά από ένα αιώνα, το 1934 μ.Χ., τα λείψανα τοποθετήθηκαν σ’ ένα μικρό φέρετρο από σκαλιστή βελανιδιά στο παρεκκλήσιο του κοιμητηρίου του μοναστηριού. Το 1961 μ.Χ. με φροντίδα του πατριάρχου Ιουστινιανού επανενταφιάστηκε στον νάρθηκα της μεγάλης εκκλησίας του μοναστηριού και πάνω στον τάφο του τοποθετήθηκε μία ωραία σκαλισμένη πέτρινη πλάκα.


Στη συνεδρία της 20ης-21ης Οκτωβρίου 2005 μ.Χ., κατόπιν αναφοράς της Θεολογικής και Λειτουργικής Επιτροπής, με πρόταση του μακαριωτάτου πατριάρχου κυρού Θεοκτίστου, υπό την ιδιότητα του ως αρχιεπισκόπου Βουκουρεστίου και μητροπολίτου Μουντενίας και Δόμπρουτσας, η Ιερά Σύνοδος της Ορθοδόξου ρουμανικής εκκλησίας, ενέκρινε την ένταξη στο αγιολόγιο του μητροπολίτη Γρηγορίου του Διδασκάλου, με γενική τιμή ως ιεράρχου με τον τίτλο: άγιος ιεράρχης Γρηγόριος ο Διδάσκαλος μητροπολίτης Ρουμανικής Χώρας, εγγεγραμμένος στο ημερολόγιο της Ορθοδόξου ρουμανικής εκκλησίας στην ημερομηνία της 22ας Ιουνίου με μαύρο σταυρό, απλό ως άγιος με πολυέλαιο.


Η επίσημη ανακήρυξη της κατατάξεως στο αγιολόγιο έλαβε χώρα στον πατριαρχικό καθεδρικό ναό του Βουκουρεστίου κατά την ημέρα των πολιούχων αυτού αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, την 21 Μαΐου 2006 μ.Χ. κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας η οποία τελέστηκε από το μακαριώτατο πατριάρχη κυρό Θεόκτιστο, πλαισιωμένο από τα περισσότερα μέλη της Ιεράς Συνόδου της Ορθοδόξου ρουμανικής εκκλησίας και αντιπροσώπων των αδελφών Ορθοδόξων Εκκλησιών, του Σεβασμιωτάτου Αρχιεπισκόπου Θυατείρων και Μεγάλης Βρεττανίας Γρηγορίου, Αντιπροσώπου του Οικουμενικού πατριαρχείου, του Σεβασμιωτάτου των ανατολικών Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής Μητροφάνους εκ μέρους του πατριαρχείου Σερβίας, του Σεβασμιωτάτου Ιγνατίου της Πλέβνας εκ μέρους του πατριαρχείου Βουλγαρίας, του Σεβασμιωτάτου Ελασσώνος Βασιλείου εκ μέρους της Ορθοδόξου εκκλησίας της Ελλάδος και του Σεβασμιωτάτου Λούμπλιν και Χέλμ εκ μέρους της Ορθοδόξου εκκλησίας της Πολωνίας.

Αγία Ιουλιανή και Σατορνίνος ο γιος της

 Η Αγία Ιουλιανή και ο γιος της Σατορνίνος μαρτύρησαν δια πυρός.

Άγιος Γαλατίων

 Ο Άγιος Γαλατίων (ή Γαλακτίων) μαρτύρησε αφού τον έριξαν μέσα στη θάλασσα και πνίγηκε.


Άγιος Πομπιανός

 Ο Άγιος Πομπιανός μαρτύρησε αφού τον έριξαν μέσα στη θάλασσα και πνίγηκε.


Άγιοι Ζήνων και Ζηνάς ο υπηρέτης του

 Οι Άγιοι Ζήνων και Ζηνάς έζησαν στις αρχές του 4ου μ.Χ. αιώνα. Και ο μεν Ζήνων ήταν πλούσιος χριστιανός (καταγόταν από τη Φιλαδέλφεια της Αραβίας), όχι μόνο σε χρήμα, αλλά και σε ευσέβεια. Ο δε Ζηνάς ήταν υπηρέτης του Ζήνωνα, και τους συνέδεε περισσότερο αδελφική αγάπη, όπως όλα τα μέλη της Εκκλησίας. Ο Ζήνων, φλεγόμενος από τον πόθο να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στη διάδοση του Ευαγγελίου, διαμοίρασε όλα του τα υπάρχοντα στους φτωχούς, και χάρισε την ελευθερία σ' όλους τους δούλους του. Απ' αυτούς όμως ο Ζηνάς, αρνήθηκε ν' αφήσει τον πρώην κύριό του και τον παρακάλεσε να μείνει κοντά του. Ο Ζήνων δέχτηκε να τον κρατήσει, σα φίλο και αδελφό εν Χριστώ. Το 303 μ.Χ. στη Φιλαδέλφεια της Αραβίας, ο έπαρχος Μάξιμος κήρυξε διωγμό κατά των χριστιανών. Τότε ο Ζήνων παρουσιάστηκε μπροστά του και αγωνίστηκε να του καταδείξει τη ματαιότητα των αγώνων του κατά της χριστιανικής αλήθειας. Ο έπαρχος, αντί άλλης απάντησης, τον έδειρε και τον φυλάκισε. Όταν το έμαθε ο Ζηνάς, έτρεξε στον έπαρχο και τον παρακάλεσε να ελευθερώσει τον κύριο του. Ο έπαρχος τότε φυλάκισε και τον Ζηνά, και μετά από λίγες μέρες τους αποκεφάλισε.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός

 


Άγιος Ευσέβιος

 Ο Άγιος Ευσέβιος, έζησε στους ταραγμένους χρόνους που η Εκκλησία υπέφερε από τις κακοδοξίες του Αρείου. Αυτοκράτορας την εποχή εκείνη ήταν ο γιος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, Κωνστάντιος, ο οποίος υποστήριζε τη δυσεβή αυτή αίρεση και κατεδίωξε σκληρά όσους έφεραν αντιρρήσεις και αντιστάθηκαν στις προθέσεις του. Ο Άγιος, ο οποίος ήταν επίσκοπος Σαμοσάτων διώχθηκε, υπέμεινε όμως με θαυμαστή καρτερία όλες τις κακουχίες και τις ταλαιπωρίες με την ελπίδα ότι η Ορθοδοξία θα εξέλθει στο τέλος νικήτρια. Όταν πέθανε ο αιρετικός και λαομίσητος Κωνστάντιος τον διαδέχθηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, ο οποίος θέλησε να επαναφέρει τη λατρεία των ειδώλων. Ο Ιουλιανός εξαπέλυσε φοβερότερους διωγμούς κατά των χριστιανών. Τότε νέες διώξεις άρχισαν για τον Ευσέβιο πολύ χειρότερες από τις προηγούμενες. όμως ο Άγιος παρέμεινε το ίδιο ακλόνητος. Τα ίδια συνέβησαν και με τον αυτοκράτορα Ουάλη, ο οποίος ήταν και αυτός θερμός υποστηρικτής των Αρειανών. Ο Άγιος για μία ακόμη φορά, κλήθηκε να υπερασπισθεί την καθαρότητα της ορθόδοξης πίστης. Για τους αγώνες του ο Ουάλης, τον απομάκρυνε από τον Επισκοπικό θρόνο του και τον εξόρισε σε κάποιο έρημο τόπο κοντά στον ποταμό Ίστρο. Μετά το θάνατο του Ουάλη ο Άγιος επανήλθε από την εξορία στην Επισκοπή του και άρχισε αμέσως την κάθαρση της επαρχίας του από τούς κακόδοξους αιρετικούς. Κάποια ημέρα, το έτος 380 μ.Χ., που περνούσε έξω από το σπίτι μιας αιρετικής γυναίκας, εκείνη τον κτύπησε με μίσος στο κεφάλι με μία μεγάλη πέτρα και με αποτέλεσμα τον ακαριαίο θάνατο του Αγίου και τη μετάβασή του «από τα λυπηρότερα προς τα θυμηθέστερα και τα τερπνά».



Ἀπολυτίκιον  

Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Σοφίας τοῦ Πνεύματος, καταυγασθεῖς τῷ φωτί, τὸν λόγον ἐτράνωσας, τῆς εὐσέβειας ἠμίν, Εὐσέβιε ἔνδοξε, σὺ γὰρ ἱεραρχήσας, εὐσεβῶς τὴ Τριάδι, ἤθλησας θεοφρόνως, καὶ τὴν πλάνην καθεῖλες. Καὶ νῦν Πάτερ δυσώπησον, σώζεσθαι ἅπαντας.


Έτερον Ἀπολυτίκιον

Ἦχος δ’.

Κανόνα πίστεως, καὶ εἰκόνα πραότητος, ἐγκρατείας διδάσκαλον, ἀνέδειξε σε τῇ ποίμνῃ σου, ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια· διὰ τοῦτο ἐκτήσω τῇ ταπεινώσει τὰ ὑψηλά, τῇ πτωχείᾳ τὰ πλούσια. Πάτερ Ἱεράρχα Εὐσέβιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

Ο ΑΠΛΟΥΣ ΚΑΙ Ο ΠΟΝΗΡΟΣ ΟΦΘΑΛΜΟΣ-Κυριακή Γ’ Ματθαίου

 «Εἶπεν ὁ Κύριος · ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός. Ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινὸν ἔσται· ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται» (Ματθ. 6, 22-23)

Εἶπε ὁ Κύριος: «Τὸ μάτι εἶναι τὸ λυχνάρι τοῦ σώματος. Ἐὰν τὸ μάτι σου εἶναι ὑγιές, ὅλο σου το σῶμα θὰ εἶναι φωτεινό. Ἐὰν ὅμως τὸ μάτι σου ἀσθενεῖ, τότε ὅλο τὸ σῶμα σου θὰ εἶναι σκοτεινό.



 Ο λόγος του Χριστού στην επί του όρους ομιλία μάς βάζει μπροστά σε μία άλλη θέαση της ύπαρξης. Δεν είμαστε ό,τι φαινόμαστε, αλλά όπως λέει η καρδιά μας. Και αυτό αποτυπώνεται στον τρόπο με τον οποίο πορεύονται οι αισθήσεις μας. Ο Χριστός κάνει μία διάκριση ανάμεσα στον απλού και τον πονηρό οφθαλμό.


 Ο πονηρός οφθαλμός είναι αυτός ο οποίος βλέπει τον άλλον στην προοπτική των τριών Φ: της φιλαυτίας, της φιληδονίας, της φιλοδοξίας. Είναι ο οφθαλμός, ο οποίος πορεύεται στην προοπτική της χρήσης, της εκμετάλλευσης του άλλου ως οχήματος για την ικανοποίηση των επιθυμιών μας, οι οποίες όμως έχουν να κάνουν με το «εγώ» μας αποκλειστικά. 

 Ο άλλος υπάρχει για να μας διακονεί, χωρίς να μας ενδιαφέρει κάποτε ούτε η αξιοπρέπειά του. Και δεν είναι απαραίτητο ότι τον ρωτάμε αν επιθυμεί κάτι τέτοιο. Η δύναμη, η πειθώ, η χειριστικότητα, η ηδονική μας ικανότητα που κολακεύει, η αίσθηση της ανωτερότητας κάνει τον άλλον να υποτάσσεται στις δικές μας επιθυμίες.


Αυτή η στάση όμως δεν περιορίζεται μόνο στο φαίνεσθαι. Περνά και στον έσω κόσμο μας, στην ψυχική μας κατάσταση. Διότι υπάρχει το εν ημίν σκότος. Κι αυτό έχει να κάνει με τη συνείδηση, με τον λογισμό, με την πονηρία, η οποία μας κυβερνά, έργο των λογισμών μας. Ο άλλος είναι κάθε στιγμή σκεύος ηδονής και εκμετάλλευσης για μας, διότι μόνο εκεί βρίσκεται ο νους μας. Το βλέπουμε αυτό στην πορνογραφία του Διαδικτύου. Άνθρωποι φαινομενικά ήσυχοι, χαμηλών τόνων, με δυσκολίες επικοινωνίας και αδυναμία σχέσης, ρίχνονται στην πορνογραφία, διότι ο οφθαλμός της ψυχής τους είναι πονηρός. Και εκπληττόμεθα όταν διαβάζουμε για συλλήψεις ανθρώπων οι οποίοι δεν δείχνουν διεστραμμένοι, αλλά είναι. Αλλά και οι πολλοί χρήστες αυτής της αρρωστημένης φιληδονίας φαινομενικά είναι ευυπόληπτοι. Η καρδιά τους όμως γέμει αυτής της νοοτροπίας της χρήσης του άλλου ως αντικειμένου.


Ο Χριστός ζητά από εμάς ο οφθαλμός μας να είναι απλούς. Να βλέπει τον άλλον ως εικόνα Θεού και ως πρόσωπο που η παρουσία του προξενεί χαρά. Για να γίνει αυτό χρειάζεται η ψυχή μας, η καρδιά μας, η συνείδησή μας να έχει ως προτεραιότητά της τη σχέση με τον Θεό και με την εικόνα Του, τον άνθρωπο. Σχέση σημαίνει να δώσω, να συνυπάρξω, να στηρίξω, να χαρώ γιατί ο άλλος υπάρχει. Σχέση σημαίνει να εμπιστευθώ τον Θεό και να πορεύομαι εν καλοσύνη. Σχέση σημαίνει να νιώθω και να πιστεύω ότι η αγάπη είναι το παν. Και αγαπώ σημαίνει νοιάζομαι και διακονώ, υπηρετώντας την αλήθεια του άλλου, συνοδοιπορώντας στον δρόμο της Βασιλείας του Θεού, στον δρόμο και στον τρόπο της Εκκλησίας.


Η εποχή μας έχει βρει στο Διαδίκτυο τα μέσα για την ικανοποίηση των επιθυμιών ενός κρυμμένου εαυτού, ενός πονηρού εαυτού. Συχνά τα βαφτίζει δικαίωμα, αν δεν κάνεις κακό στον άλλον, ιδίως στις περιπτώσεις των ενηλίκων. Όμως η αληθινή χαρά, η οποία υπερβαίνει την ευχαρίστηση της στιγμής, δεν έρχεται όταν καθιστούμε τη ζωή ικανοποίηση των παθών μας, αλλά όταν μπορούμε να ανοιχτούμε στην αγάπη και με αγάπη. Κι εδώ ο Χριστός είναι μαζί μας.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Φως τού σώματος είναι ο οφθαλμός

 † Μητροπολίτης Σουρόζ Αντώνιος Bloom


Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.


Συναντᾶμε τὸν κόσμο, τὸν γνωρίζουμε μέσα ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις μας· καὶ μὲ τὶς αἰσθήσεις δὲν ἔχουμε μόνο ἐπίγνωση τοῦ κόσμου, ἀλλά ὑπάρχουμε κιόλας σ’ αὐτόν. Ὅλες οἱ αἰσθήσεις μᾶς φέρνουν σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸν κόσμο τῶν πραγμάτων γύρω μας, ἀλλὰ ἐπίσης μᾶς δημιουργοῦν ἄμεσα συναισθήματα καὶ ἐντυπώσεις ποὺ κάποιες φορὲς μᾶς ἀλλοιώνουν πολὺ βαθειά.


Ἡ ὅραση μας, γιὰ τὴν ὁποία μιλᾶ ὁ Κύριος στὸ Εὐαγγέλιο Του, εἶναι ὁ μόνος δρόμος ἀπὸ τὸν ὁποῖο μποροῦμε νὰ ἔχουμε ἐπίγνωση τοῦ κόσμου μὲ ἠρεμία, μὲ πλήρη κατάπαυση ὅλων τῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ ἐπίσης ὑπὸ τὴν προϋπόθεση, ὅπως ὁ Κύριος τὸ θέτει, ὁ ὀφθαλμὸς μας νὰ εἶναι ἁπλός, νὰ εἶναι φῶς, ποὺ θὰ ἐπιτρέπει νὰ εἰσέρχεται στὴν συνείδηση μας μόνο τὸ φῶς. Ἕνας ἀπὸ τοὺς σύγχρονους Ἄγγλους συγγραφεῖς μᾶς δίνει δύο εἰκόνες ποὺ πιστεύω θὰ μᾶς ἐπιτρέψουν νὰ κατανοήσουμε κάτι ἀπὸ αὐτὸ τὸ κείμενο τοῦ Εὐαγγελίου· στὸ μυθιστόρημα του “All Hallows’ Eves”, ὁ Τσάρλς Οΐλιαμς μᾶς παρουσιάζει μιὰ νέα γυναῖκα ποὺ πεθαίνει σ’ ἕνα ἀτύχημα, καί τῆς ὁποίας ἡ ψυχὴ σταδιακὰ βρίσκει τὸν δρόμο πρὸς ἕναν νέο κόσμο.


Βρίσκει τὸν ἑαυτὸ της νὰ στέκεται στίς ὄχθες τοῦ Τάμεση· κοιτᾶ τὰ νερά, καὶ ξαφνικὰ βλέπει τὰ νερὰ, ὅπως δὲν τὰ εἶχε δεῖ ποτὲ στὸ παρελθόν, ὅταν ἡ ψυχή της ἦταν ἕνα μὲ τὸ σῶμα· τότε ἔνοιωθε μιὰν ἀποστροφὴ γιὰ αὺτὰ τὰ μαῦρα, βρώμικα, γλοιώδη νερά, γιατὶ στὴν φαντασία της συνδέονταν ἄμεσα μὲ τὶς αἰσθήσεις καὶ τὶς ἐντυπώσεις.


Ἀλλά τώρα ἡ ψυχή της εἶναι ἐλεύθερη ἀπὸ τὸ σῶμα, καὶ κοιτάζει τὰ νερὰ τοῦ Τάμεση ἐλεύθερα, ὅπως εἶναι, σάν ἕνα γεγονός· βλέπει τὰ νερὰ σὰν αὐτὸ ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι, τὰ νερὰ ἑνὸς ποταμοῦ, ποὺ διασχίζει μιὰ μεγάλη πόλη, μαζεύοντας ὅλη τὴν βρωμιά της καὶ παρασύροντάς την μακριά. Κι ἐπειδὴ δὲν νοιώθει πιὰ τὴν φυσικὴ ἀποστροφὴ τοῦ σώματος ποὺ εἶχε πρίν, οὔτε τῆς φαντασίας, ἡ ψυχὴ της, μέσα ἀπὸ τὴν ἀδιαφάνεια αὐτῶν τῶν νερῶν, μπορεῖ νὰ δεῖ σὲ αὐτὰ ἕνα νέο, ἀκόμα πιὸ καινούργιο βάθος· πιὸ βαθειὰ ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἐπιφανειακὴ πυκνότητα, ἀνακαλύπτει ἕνα στρῶμα καθαρότερου νεροῦ, μιά ἡμιδιαφάνεια, καὶ πιὸ βαθιὰ – ἕνα διάφανο στρῶμα καὶ στὸν πυρήνα αὐτῶν τῶν νερῶν ποὺ διασχίζουν τὴν μεγάλη πόλη- κι αὐτή ἡ πόλη καλεῖται νὰ ὀνομαστεῖ μιὰ μέρα ἡ π ό λ η τοῦ Θεοῦ – βλέπει ἕνα ρεῦμα ἀπὸ ἀπίστευτα λαμπερὰ νερά· τὸ νερὸ τῆς αἰώνιας ζωῆς, τὸ ἀρχέγονο νερὸ τῆς δημιουργίας, τὸ νερὸ γιὰ τὸ ὁποῖο μίλησε ὁ Χριστός στὴν Σαμαρείτιδα. Ἐπειδή ἦταν ἐλεύθερη ἀπό κάθε προσωπικὴ ἀπέχθεια καὶ ἀντίδραση, ἡ νεκρὴ γυναῖκα μπόρεσε νὰ δεῖ μέσα ἀπὸ τὸ ἐπιφανειακὸ σκοτάδι, τὰ αὐξανόμενα στρώματα φωτός.


Ἐπειδὴ ἐμπλεκόμαστε συνεχῶς σὲ καταστάσεις ποὺ ἔχουν σὰν κέντρο τὸν ἑαυτό μας, καταφέρνουμε νὰ βλέπουμε μέσα ἀπὸ ἐπίπεδα φωτός, ἕνα σκοτάδι, τὸ ὁποῖο κάποιες φορές δημιουργοῦμε ἤ φανταζόμαστε· ἐπειδὴ τὸ βλέμμα μας εἶναι σκοτεινό, βλέπουμε σκοτάδι καὶ εἴμαστε ἀνίκανοι νὰ δοῦμε τὸ βάθος, τὴν διαύγεια καὶ τὴν λάμψη.


Μιάν ἄλλη εἰκόνα ποὺ βρίσκουμε στὸ ἴδιο βιβλίο εἶναι ἀκόμα πιὸ τραγική. Αὐτὴ ἡ νέα γυναῖκα βλέπει τὸν ἑαυτὸ της νὰ βρίσκεται σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς μεγάλες γέφυρες· ξέρει ὅτι αὐτὴ ἡ γέφυρα δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἄδεια, ὅτι ἄνθρωποι περπατοῦν, λεωφορεῖα τρέχουν, ὑπάρχει ζωή τριγύρω, κι ὅμως δὲν βλέπει καὶ δὲν ἀντιλαμβάνεται τίποτα, ἐπειδὴ ἔχει χωριστεῖ ἀπὸ τό σῶμα της. Μπορεῖ τώρα νὰ δεῖ μόνο ἐκεῖνα τὰ πράγματα, κι ἐκεῖνους τοὺς ἀνθρώπους μὲ τοὺς ὁποίους συνδεόταν ἀγαπητικά, κι ἐπειδὴ δὲν εἶχε ἀγαπήσει παρά μόνο τὸν ἄνδρα της, εἶναι τυφλὴ σὲ ὁτιδήποτε ἄλλο γύρω της, ὑπάρχει μονάχα ἕνα κενό, τίποτα.


Καὶ μόνο ὅταν σταδιακὰ ἀποκτᾶ ἐπίγνωση, μέσα ἀπὸ τὴ μικρὴ ἀγάπη ποὺ εἶχε στὴ ζωή της καὶ μέσα ἀπὸ τὴ σχέση μὲ τὴ μοναδική της ἀγάπη, ὅσο μικρὴ κι ἄν ἦταν, τῆς σχέσης της μὲ ἄλλα πρόσωπα καὶ πράγματα ποὺ τῆς ἦταν ἀγαπητά, ἀρχίζει να βλέπει.


Αὐτός δὲν εἶναι κι ὁ τρόπος πού ζοῦμε; Ζοῦμε μέσα στὸ φῶς καὶ δὲν βλέπουμε τίποτα παρὰ σκιές ποὺ διαβαίνουν ἤ τὸ κενό· πόσες φορὲς ἕνας ἄνθρωπος περνᾶ ἀπὸ τὴ ζωή μας χωρὶς ν’ ἀφήσει κανένα ἴχνος; Περνᾶ ἀπαρατήρητος, παρόλο ποὺ ἔχει μιὰ ἀνάγκη, ἤ μιά ὀμορφιά ποὺ λάμπει· ἀλλὰ ἐπειδή δὲν εἶχε σχὲση μὲ μᾶς, ἡ καρδιά μας δεν βρῆκε κάτι γιὰ ν’ ἀνταποκριθεῖ, κι ἐμεῖς εἴμαστε σὲ μιὰ ἐρημιά, ἀκόμα κι ὅταν μᾶς περιβάλλει πλοῦτος.


Αὐτὸ φαίνεται καὶ στὸν τρόπο ποὺ κοιτᾶμε, δὲν βλέπουμε τίποτα, γιατὶ μόνο ἡ ἀγάπη μᾶς ἀποκαλύπτει τὰ πράγματα· καὶ πάλι μποροῦμε νὰ βλέπουμε μ’ ἕνα σκοτεινὸ καὶ ἁμαρτωλὸ τρόπο· πόσο συχνὰ δίνουμε κακὴ ἑρμηνεία σ΄ αὐτὰ ποὺ βλέπουμε; Ἀντί νὰ τὰ δοῦμε ὅπως εἶναι, τὰ ἐξετάζουμε μὲ γνώμονα τὴν σκοτεινὴ ψυχὴ μας καὶ τὴ διεστραμμένη ἐμπειρία μας. Πόσο συχνά παρερμηνεύουμε τὶς πράξεις καὶ τὰ λόγια τῶν ἀνθρώπων, γιατὶ τὰ βλέπουμε μὲ ματιὰ ποὺ εἶναι ἤδη σκοτεινή.


Ὅμως, τὰ λόγια τοῦ Κυρίου σήμερα μᾶς καλοῦν νὰ δείξουμε μιὰ στάση ἐξαιρετικὰ προσεκτική ὡς πρὸς τὸν τρόπο ποὺ κοιτάζουμε καὶ βλέπουμε. Πρέπει νὰ θυμόμαστε ὅτι ἄν δὲν βλέπουμε τίποτα αὐτὸ προέρχεται πολὺ συχνὰ ἀπὸ τὴν τυφλότητα μας, ἄν βλέπουμε κακό, αὐτό ὀφείλεται στὸ σκοτάδι μέσα μας, ἄν νοιώθουμε μιάν ἀποστροφή ἀπέναντι σὲ πράγματα, συμβαίνει συχνά λόγω τοῦ τρόπου πού ἑστιάζουμε τὴ ζωὴ μας γύρω ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας καὶ δὲν μποροῦμε νὰ δοῦμε μὲ ἠρεμία, μὲ καθαρότητα καρδιᾶς. Γιατὶ τελικά, δὲν βλέπουμε μόνο μὲ τὰ μάτια μας ποὺ μεταφέρουν ἐντυπώσεις, βλέπουμε ἐπίσης καὶ μὲ τὴν καρδιὰ ποὺ μπορεῖ νὰ δεῖ τὸν Θεὸ μόνο ὅταν εἶναι καθαρή, κι ὄχι μόνο τὸν Θεὸ στὴν μυστηριακή Του ὕπαρξη, ἀλλά τὸν Θεό μέσα ἀπὸ τὴν χάρη καὶ τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν εὐλογία. Ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σῦρος λέει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει καθαρὴ ματιὰ καὶ καθαρὴ καρδιὰ δὲν βλέπει πλέον τὸ σκοτάδι στὸν κόσμο, γιατὶ αὐτὸ τὸ σκοτάδι ἀντικαταστάθηκε ἀπὸ τὴν λάμψη τῆς θείας Χάριτος ποὺ ἐνεργεῖ καὶ ἀναπαύεται σ’ ὅλα τὰ πράγματα, ὅσο σκοτεινὰ κι ἄν φαίνονται.


Ἄς πάρουμε τουλάχιστον αὐτὸ τὸ μάθημα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο. Ἄς φροντίζουμε νὰ βλέπουμε μὲ καθαρότητα, νὰ ἑρμηνεύουμε μὲ καθαρότητα καρδιᾶς καὶ νὰ ἐνεργοῦμε μέ ἀγάπη μέσα μας, καὶ τότε θὰ εἴμαστε ἱκανοί νὰ διακρίνουμε ἐλεύθερα τὴν διαύγεια καί τὴν λαμπρότητα τοῦ κόσμου, καὶ νὰ τὴν ἀγαπήσουμε, νὰ τὴν ὑπηρετήσουμε, καὶ νὰ βρισκόμαστε στὸν τόπο ποὺ μᾶς παραχώρησε ὁ Κύριος, εὐλογώντας στό ὄνομα Του, πιστεύοντας, ἐλπίζοντας, δίχως ποτὲ νὰ σταματήσουμε ν’ ἀγαπᾶμε, ἀκόμα κι ὅταν ἀγάπη σημαίνει νὰ θυσιάζουμε τὴν ζωή μας, εἴτε τὴ ζωὴ τοῦ παλαιοῦ Ἀδὰμ ποὺ πρέπει νὰ πεθάνει γιὰ νὰ ζήσει ὁ νέος Ἀδάμ, ἤ διαφορετικὰ, τὴ ζωή τοῦ Νέου Ἀδάμ ποὺ δίνει τὴ ζωή του γιὰ νὰ μπορέσει ὁ κόσμος καὶ οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι νὰ ζήσουν. Ἀμήν.

Ομιλία εις το «Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν»

 Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος


Πολλοί από τους πιστούς δεν είναι λιγότερο από τους απίστους προσκολλημένοι στην κακία. Μερικοί μάλιστα πολύ περισσότερο από αυτούς. Γι’ αυτό και σε εκείνους είναι αναγκαίο να ειπούμε: «Έγειρε ο καθεύδων και ανάστα εκ των νεκρών, και επιφαύσει σοι (θα σε φωτίσει δηλαδή) ο Χριστός». Προς αυτούς αρμόζει να ειπούμε και τούτο: «Ο Θεός ουκ έστι νεκρών, αλλά ζώντων». Εφ’ όσον λοιπόν δεν είναι Θεός νεκρών, ας ζήσουμε.


Ωστόσο μερικοί λέγουν ότι είναι υπερβολή αυτό που λέγει ο Απόστολος, ότι ο πλεονέκτης είναι ειδωλολάτρης. Δεν είναι όμως υπερβολικός ο λόγος, αλλά αληθινός. Γιατί και με ποιο τρόπο; Διότι ο πλεονέκτης απομακρύνεται από τον Θεό, όπως ακριβώς ο ειδωλολάτρης. Και για να μη νομίσεις ότι έτσι απλώς το είπε, είναι απόφασις του ιδίου του Χριστού, ο οποίος λέγει: «Ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμμωνά». Όποιοι υπηρετούν τον μαμμωνά, έχουν εκβάλει τους εαυτούς των από τη δουλεία του Θεού. Και αφού αρνήθηκαν την εξουσία του και έγιναν δούλοι στον άψυχο χρυσό, βεβαίως είναι ειδωλολάτρες.


– Αλλά θα ειπείς, δεν έκαμα είδωλο ούτε έστησα βωμό, ούτε εθυσίασα πρόβατο, ούτε προσέφερα οίνον ως σπονδή, αλλά στην εκκλησία ήλθα, και ύψωσα τα χέρια μου στον μονογενή Υιό του Θεού, και μετέχω των μυστηρίων, και λαμβάνω μέρος στην προσευχή και σε όλα τα άλλα, τα οποία αρμόζουν στον χριστιανό. Πώς, λοιπόν, προσκυνώ τα είδωλα;


– Αυτό, μάλιστα, είναι και το πλέον θαυμαστό, ότι ενώ έχεις λάβει πείρα και εγεύθης τη φιλανθρωπία του Θεού, και είδες ότι ο Κύριος είναι αγαθός, εγκατέλειψες τον αγαθόν και απεδέχθης τον ωμόν τύραννο, και προσποιείσαι μεν ότι υπηρετείς αυτόν, ενώ στην πραγματικότητα υπέταξες τον εαυτό σου στον σκληρό και φοβερό τύραννο της φιλαργυρίας. Και δεν μου ανέφερες ακόμη κάποιο ιδικό σου κατόρθωμα, αλλά τα δώρα του Δεσπότου. Ειπέ μου, σε παρακαλώ, από τι κρίνουμε τον στρατιώτη, όταν ανήκει στη σωματοφυλακή του βασιλέως, και τρέφεται από αυτόν, και αποκαλείται άνθρωπος ιδικός του, ή όταν δεν έχει τα ίδια με εκείνον φρονήματα, και προσποιείται μεν ότι είναι με το μέρος του και τον υπηρετεί, προτιμά όμως τα έργα των εχθρών; Είναι ολοφάνερο ότι τον εκτιμούμε όταν ανήκει στη σωματοφυλακή του βασιλέως. Γι’ αυτό και είναι άξιος σκληροτέρας τιμωρίας από ό,τι θα ήταν εάν αποχωρούσε από τη δουλεία του βασιλέως, και προσχωρούσε στους εχθρούς. Και συ λοιπόν υβρίζεις τον Θεό σαν ειδωλολάτρης, όχι με ένα στόμα, το ιδικό σου, αλλά με τα μύρια των αδικημένων.


– Αλλά δεν είναι, λέγει, ειδωλολάτρης.


– Όταν λοιπόν λέγουν οι Εθνικοί, «ο χριστιανός ο πλεονέκτης», τότε δεν υβρίζει μόνον αυτός με όσα πράττει, αλλά αναγκάζει και τους αδικημένους να το λέγουν, και μάλιστα πολλές φορές. Και αν δεν το λέγουν αυτό, πρέπει να καταλογισθεί στην ευλάβειά τους. Ή μήπως δεν βλέπουμε έτσι να γίνονται τα πράγματα; Τι άλλο κάνει ο ειδωλολάτρης; Δεν προσκυνά κι αυτός πολλές φορές τα πάθη, αφού είναι υποδουλωμένος σ’ αυτά; Εξηγώ τι εννοώ. Εάν ειπούμε ότι προσκυνά είδωλα, αυτός λέγει: όχι, την Αφροδίτη προσκυνώ και τον Άρη. Και αν ειπούμε «ποία είναι αυτή η Αφροδίτη;» οι συνετότεροι από αυτούς απαντούν: η ηδονή. Και ποιος είναι ο Άρης; Ο Θυμός. Έτσι και συ με τον μαμμωνά. Εάν ρωτήσουμε ποιος είναι ο μαμμωνάς; Η πλεονεξία. Και συ την προσκυνείς; Δεν την προσκυνώ, λέγει. Γιατί, επειδή δεν γονυπετείς εμπρός της; Αλλά τώρα πολύ περισσότερο την προσκυνάς, με τα έργα και τα πράγματα. Διότι αυτή η προσκύνησις είναι μεγαλυτέρα. Και για να μάθεις, κοίτα τι συμβαίνει με τα του Θεού, ποιοι τον προσκυνούν περισσότερο, εκείνοι που απλώς παρίστανται στις προσευχές, ή εκείνοι που πράττουν το θέλημά του; Βεβαίως αυτοί που πράττουν το θέλημά του. Έτσι συμβαίνει και με τον μαμμωνά. Τον προσκυνούν κυρίως, εκείνοι που κάνουν το θέλημά του. Αν και πολλές φορές συμβαίνει, εκείνοι οι οποίοι προσκυνούν τα προσωποποιημένα πάθη, να είναι απαλλαγμένοι από αυτά. Θα ημπορούσε να ιδεί κάποιος πολλές φορές τον υπηρέτη του Άρη να είναι κύριος του θυμού, ενώ με σένα δεν συμβαίνει το ίδιο, καθώς είσαι υποδουλωμένος στο πάθος. Δεν σφάζεις πρόβατα, λέγεις. Φονεύεις όμως ανθρώπους και ψυχές λογικές, άλλες με λιμό, άλλες με βλασφημίες. Δεν υπάρχει τίποτε οργιαστικώτερον από τη θυσία αυτή. Ποιος είδε ποτέ ψυχές να σφάζονται; Είναι καταραμένος ο βωμός της πλεονεξίας. Διότι, εάν έλθεις σε τούτο τον βωμό των ειδώλων, θα αισθανθείς δυσάρεστη οσμή αιμάτων αιγών και βοδιών, ενώ αν έλθεις στον βωμό της πλεονεξίας, θα ιδείς τη φοβερά δυσωδία που αποπνέουν τα ανθρώπινα αίματα. Εάν σταθείς εδώ, δεν θα ιδείς να καίγονται πτερά ορνίθων ούτε να αναδίδεται κνίσσα και καπνός, αλλά να καταστρέφονται σώματα ανθρώπων. Διότι άλλοι μεν έρριψαν τους εαυτούς των σε κρημνούς, άλλοι έδεσαν βρόχο, και άλλοι διαπέρασαν ξίφος στον λαιμό. Είδες θυσίες ωμές και απάνθρωπες; Θέλεις να ιδείς και φοβερότερες από αυτές; Εγώ θα σου δείξω εκεί όχι πλέον σώματα ανθρώπων, αλλά και ψυχές ανθρώπων να κατασφάζονται. Διότι είναι δυνατόν να σφάζεται και η ψυχή. Με τη σφαγή που αρμόζει σ’ αυτή. Όπως υπάρχει θάνατος σώματος, έτσι υπάρχει και ψυχής. «Ψυχή γαρ η αμαρτάνουσα», λέγει, «αυτή και αποθανείται». Δεν είναι ο θάνατος της ψυχής όπως του σώματος, αλλά πολύ φοβερότερος. Διότι αυτός μεν, ο σωματικός θάνατος, διαχωρίζοντας την ψυχή και το σώμα, το ένα το αναπαύει από τις πολλές φροντίδες και τους κόπους, την άλλη την αποστέλλει σε χώρο φανερό. Έπειτα, αφού το σώμα διαλυθεί και φθαρεί με τον χρόνο, συναρμολογείται πάλι εν αφθαρσία, και απολαμβάνει την ψυχή του.


Τέτοιος είναι ο σωματικός θάνατος. Ο ψυχικός όμως είναι φριχτός και φοβερός. Διότι, εάν η ψυχή διαλυθεί, δεν παραπέμπει το σώμα αμέσως στη γη, όπως κάνει στον σωματικό θάνατο, αλλά όταν συνδεθεί πάλι με το αφθαρτοποιημένο σώμα, το καταποντίζει στο πυρ το άσβεστο. Όπως λοιπόν υπάρχει θάνατος ψυχής, έτσι υπάρχει και σφαγή ψυχής. Τι είναι σφαγή σώματος; Το να νεκρωθεί και να αποκοπεί από την επενέργεια της ψυχής. Τι είναι σφαγή της ψυχής; Και αυτή νέκρωσις είναι. Τι όμως είναι νέκρωσις της ψυχής; Όπως το σώμα νεκρώνεται όταν το εγκαταλείπει η ενέργεια της ψυχής, έτσι και η ψυχή νεκρώνεται όταν την εγκαταλείψει η ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Αυτές οι σφαγές γίνονται κυρίως στον βωμό της πλεονεξίας. Δεν χορταίνουν ούτε αρκούνται στο αίμα των ανθρώπων, αλλά, εάν δεν προσφέρεις ως θυσία και την ίδια την ψυχή, δεν ικανοποιείται ο βωμός της πλεονεξίας, εάν δηλαδή δεν δεχθεί και των δύο τις ψυχές, του θύτη και του θύματος. Διότι πρέπει να θυσιάσει ο νεκρός τον μέχρι τώρα ζωντανό. Πράγματι, όταν βλασφημεί, όταν κακολογεί, όταν δυσανασχετεί, δεν είναι αυτές οι πληγές της ψυχής ανίατες; Είδες ότι δεν είναι υπερβολικός ο λόγος του Αποστόλου; Άκου λοιπόν κι άλλο για να μάθεις πως η πλεονεξία είναι ειδωλολατρία, και φοβερωτέρα από την ειδωλολατρία. Οι ειδωλολάτρες προσκυνούν τα κτίσματα του Θεού. Και εσεβάσθησαν, λέγει, και ελάτρευσαν την κτίση μάλλον παρά τον κτίσαντα. Και συ προσκυνάς το κτίσμα το ιδικό σου. Διότι την πλεονεξία δεν την εδημιούργησε ο Θεός, αλλά την εφεύρε η άμετρος απληστία σου. Και κοίτα το κωμικοτραγικό. Εκείνοι που προσκυνούν τα είδωλα, τιμούν αυτά τα οποία προσκυνούν, και εάν κάποιος τα κακολογήσει ή τα υβρίσει, εξανίστανται. Εσύ όμως, σαν να έχεις καταληφθεί από κάποια μέθη, προσκυνάς κάτι το οποίο όχι μόνον δεν είναι απηλλαγμένο από κατηγορία, αλλά είναι και γεμάτο από ασέβεια. Ώστε είσαι μάλλον πολύ χειρότερος από αυτούς, διότι δεν ημπορείς να απολογηθείς ότι δεν είναι κακό. Και εκείνοι βέβαια είναι εντελώς αναπολόγητοι, εσύ όμως είσαι πολύ περισσότερο, επειδή συνεχώς κατηγορείς την πλεονεξία και κακίζεις όλους εκείνους που την υπηρετούν, και είναι δούλοι της, και την ακολουθούν.


Αλλά εάν θέλετε, ας εξετάσουμε από πού εισήλθε η ειδωλολατρία. Λέγει ένας σοφός ότι κάποιος πλούσιος άνθρωπος, βασανιζόμενος από το πένθος για τον πρόωρο θάνατο του υιού του, μην έχοντας καμία παρηγορία, επινόησε το ακόλουθο τέχνασμα για να τον παρηγορήσει στον πόνο του. Έκανε μια άψυχη εικόνα του αποθανόντος υιού του, και βλέποντάς την ενόμιζε ότι διά μέσου αυτής έχει κοντά του εκείνον. Κάποιοι δε άνθρωποι κόλακες, των οποίων θεός ήταν η κοιλία, λατρεύοντας την εικόνα για να τιμήσουν εκείνον, προήγαγαν τη συνήθεια σε ειδωλολατρία. Επομένως, από ασθένεια ψυχής εισήχθη η ειδωλολατρία, από παράλογη συνήθεια, από υπερβολή. Η πλεονεξία όμως δεν εισήχθη με τον ίδιον τρόπο, αλλά από ασθενή μεν ψυχή, πλην όμως χειροτέρα. Διότι δεν την εισήγαγε κάποιος που έχασε τον υιό του, ούτε ζητώντας παρηγορία ούτε παρασυρόμενος από κόλακες. Αλλά πώς; Εγώ θα σας ειπώ. Ο Κάιν φέρθηκε με πλεονεξία στον Θεό, διότι αυτά που έπρεπε να δοθούν σ’ εκείνον τα κράτησε για τον εαυτό του, και αυτά που έπρεπε να μείνουν σ’ αυτόν, τα προσέφερε σ’ εκείνον, και έτσι το κακό άρχισε ως προσβολή του Θεού. Διότι εάν εμείς είμεθα του Θεού, πολύ περισσότερο είναι οι απαρχές των κτημάτων μας.


Η σαρκική ορμή επίσης προς τις γυναίκες, από την πλεονεξία προήλθε. «Είδον τας θυγατέρας των ανθρώπων, και εξεκυλίσθησαν προς την επιθυμίαν». Από αυτά πάλι προήλθε η επιθυμία προς τα χρήματα. Διότι το να θέλει κάποιος να έχει περισσότερα από τον πλησίον του στα βιοτικά, από τίποτε άλλο δεν προκαλείται, παρά από το ότι εψυχράνθη η αγάπη. Το να θέλει κανείς να έχει περισσότερα, δεν προέρχεται από τίποτε άλλο παρά από απελπισία και μισανθρωπία και υπεροψία. Δεν βλέπεις πόσο μεγάλη είναι η γη, πόσο πολύ μεγαλύτερος από όσο χρειάζεσαι είναι ο ουρανός; Γι’ αυτόν τον λόγο ο Θεός έδωσε τόσο μεγάλο μέγεθος στα κτίσματα, για να σβήσει την πλεονεξία σου. Εσύ δε, παρ’ όλα αυτά, αρπάζεις, και μάλιστα ακούγοντας ότι η πλεονεξία είναι ειδωλολατρία, ούτε έτσι φρίττεις; Τη γη θέλεις να κληρονομήσεις; Μ’ αυτόν τον τρόπο όμως θα στερήσεις τον εαυτό σου από την ουράνια κληρονομία, αφού ήδη την αγνοείς.


Ειπέ μου, εάν κάποιος σου έδιδε την εξουσία να τα πάρεις όλα, άραγε δεν θα το ήθελες; Έχεις τώρα αυτή τη δυνατότητα, αν θέλεις. Αν και μερικοί λέγουν ότι με πολύ πόνο μεταβιβάζουν σε άλλους την περιουσία τους, και θα προτιμούσαν να την είχαν καταφάγει οι ίδιοι παρά να βλέπουν άλλους να γίνονται κύριοι αυτής. Ούτε εγώ σε απαλλάσσω από αυτή την ασθένεια, διότι και αυτό είναι γνώρισμα ασθενούς ψυχής. Πλην όμως, και αν ακόμη γίνει τούτο, στην διαθήκη σου άσε κληρονόμο τον Χριστό. Διότι έπρεπε ήδη να τον είχες αφήσει κληρονόμο όσο ήσουν στην ζωή. Επειδή αυτό είναι γνώρισμα ορθής προαιρέσεως. Αλλά όμως, έστω κατ’ ανάγκην, γίνε φιλοτιμότερος. Διότι ο Θεός γι’ αυτόν τον λόγο πρόσταξε να δίδουμε στους πτωχούς, για να μας καταστήσει από τη ζωή αυτή φιλοσόφους, για να μας πείσει να καταφρονούμε τα χρήματα, για να μας διδάξει να περιφρονούμε τα γήινα. Αυτό δεν είναι περιφρόνησις των χρημάτων, να τα διαθέτη κάποιος στον τάδε ή στον δείνα μετά τον θάνατό του. Τότε πλέον αυτά που δίδεις δεν είναι ιδικά σου, αλλά της ανάγκης. Δεν γίνεσαι συ ευεργέτης, αλλά ο θάνατος. Αυτό δεν είναι φιλοστοργία, αλλά καταναγκασμός. Αλλά ας γίνει κι έτσι. Έστω και τότε απάλλαξε τον εαυτό σου από το πάθος. Ενθυμήσου πόσα έχεις αρπάξει, πόση πλεονεξία έχεις δείξει, και απόδοσε τα τετραπλάσια. Με αυτόν τον τρόπο απολογήσου στον Θεόν. Αλλά υπάρχουν μερικοί οι οποίοι φθάνουν σε τέτοιο σημείο παραφροσύνης, που ούτε τότε διακρίνουν το ορθότερο, και ενεργούν τα πάντα σαν να προσπαθούν να καταστήσουν φοβεροτέρα γι’ αυτούς την οργή του Θεού. Γι’ αυτό ο μακάριος Παύλος λέγει στη συνέχεια της επιστολής εκείνης: «Ως τέκνα φωτός περιπατείτε». Ο δε πλεονέκτης είναι αυτός που κατ’ εξοχήν ζει στο σκοτάδι και διασκορπίζει πολύ σκοτάδι σε όλα γύρω του. «Και μη συγκοινωνείτε», λέγει, «τοις έργοις τοις ακάρποις του σκότους, μάλλον δε και ελέγχετε».


Ακούσετε, παρακαλώ, όλοι όσοι δεν θέλετε να μισείσθε χωρίς λόγο. Αρπάζει και δεν τον ελέγχεις; Φοβείσαι το μίσος του, θα ειπείς. Αφού όμως δεν διακινδυνεύεις χωρίς λόγο, αλλά ελέγχεις δικαίως, γιατί φοβείσαι το μίσος; Έλεγξε τον αδελφό, δέξου αυτήν την έχθρα για την προς τον Χριστόν αγάπη, αλλά και για την προς αυτόν αγάπη. Εμπόδισέ τον, αφού βλέπεις ότι βαδίζει ολοταχώς προς το βάραθρο. Διότι δεν είναι γνώρισμα ιδιαιτέρας φιλίας η συμμετοχή μας σε κοινό γεύμα, τα ωραία λόγια, οι προσφωνήσεις και η κοινή απόλαυση. Ας χαρίζουμε τέτοια δώρα στους φίλους μας που να απομακρύνουμε την ψυχή τους από την οργή. Βλέποντάς τους μέσα στην κάμινο της κακίας, να τους αναστήσουμε. Αλλά δεν διορθώνεται, λέγεις. Κάμε όμως εσύ ό,τι εξαρτάται από εσένα, και έτσι απολογήσου στον Θεό. Μην κρύψεις το τάλαντο. Γι’ αυτό διαθέτεις λόγο και γλώσσα και στόμα, για να διορθώνεις τον πλησίον. Μόνο τα άλογα όντα δεν φροντίζουν για τον πλησίον, ούτε είναι σε θέση να ειπούν κάποιον λόγο για τον άλλο. Συ όμως που αποκαλείς τον Θεό πατέρα σου και βλέπεις τον πλησίον σου, τον αδελφό σου, να κάμει αμέτρητα κακά, προτιμάς την ευμένειά του από την ωφέλειά του; Μη, σε παρακαλώ, δεν υπάρχει μεγαλύτερο τεκμήριο φιλίας από το να μην εγκαταλείπουμε στην αμαρτία τους αδελφούς μας.


Είδες μισουμένους; Συμφιλίωσέ τους. Είδες πλεονέκτες; Εμπόδισέ τους. Είδες αδικουμένους; Υπεράσπισέ τους. Όχι εκείνους, αλλά τον εαυτό σου πρώτα ευεργέτησες. Γι’ αυτό είμεθα φίλοι, για να ωφελούμε ο ένας τον άλλον. Αλλιώς θα ακούσει κανείς τον φίλο και αλλιώς τον τυχόντα. Τον τυχόντα ίσως θα τον υποπτευθεί, ομοίως και τον διδάσκαλο, τον φίλο όμως όχι. Γι’ αυτό, παρακαλώ, ούτε σεις να διστάζετε να ελέγχετε, ούτε να δυσανασχετείτε, όταν σας ελέγχουν. Διότι όσο διαπράττεται κάτι στο σκοτάδι, γίνεται με μεγαλυτέρα ευκολία, όταν όμως υπάρχουν πολλοί μάρτυρες, φωτίζεται. Γι’ αυτό ακριβώς ας κάνουμε τα πάντα ώστε να αποτρέπουμε τη νέκρωση των αδελφών μας, για να διασκορπίσουμε το σκότος, και να προσελκύσουμε τον ήλιο της δικαιοσύνης. Διότι εάν είναι πολλοί εκείνοι που εκπέμπουν το φως, και γι’ αυτούς θα είναι εύκολος η οδός της αρετής, και οι ευρισκόμενοι στο σκότος ευκολότερα θα αποκαλύπτονται, αφού όσο εντονότερο γίνεται το φως, τόσο το σκότος θα εξαφανίζεται. Εάν όμως γίνεται το αντίθετο, υπάρχει φόβος μη σβησθούν και αυτοί, αφού η πυκνότης, που δημιουργούν το σκοτάδι και οι αμαρτίες, θα υπερισχύει του φωτός και θα καταργεί τη λάμψη του. Ας αντιληφθούμε λοιπόν ότι τους εαυτούς μας ωφελούμε με αυτόν τον τρόπο, ώστε με όλη μας τη βιοτή να αναπέμπουμε δόξαν προς τον φιλάνθρωπο Θεό, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, «ω πρέπει δόξα συν τω Παναγίω Πνεύματι εις τους αιώνας των αιώνων».


[Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου, ΕΠΕ τόμ. 21, ομιλία ΙΗ’ στην προς Εφεσίους σελ. 138 (ε’ 5-14)]