Πέμπτη 30 Απριλίου 2026

"Κάθε τι τό ἀνθρώπινο ἔχει ἀρχή καί τέλος"

 Ὑπόθεσε ὅτι ἀρρωσταίνεις, ὅτι παθαίνεις σκωληκοειδίτιδα καὶ σὲ πᾶνε γιὰ ἐγχείρησι στο νοσοκομείο. Μετὰ τὴν ἐγχείρηση, μόλις ἀρχίσης νὰ ξυπνᾶς ἀπὸ τὴν νάρκωσι, ἐὰν σὲ ρωτήσουν ποιον ἀγαπᾶς, θὰ πῆς τὸ πρόσωπο ποὺ ἀγαπᾶς περισσότερο. Η πρωτόνοια τοῦ νοῦ σου, ὁ ὁποῖος ἀκόμη δεν διέπεται ἀπὸ τὴν βούλησί σου, θὰ πάη στὸ ἀγαπώμενο πρόσωπο. 


 Ἐὰν αὔριο τὸ πρόσωπο αὐτὸ δὲν σοῦ δώση σημασία, ἐὰν αὔριο ἀντιδράση, ἂν φύγη, ἂν σὲ κατηγορήση, θὰ τὸ μισήσης· θὰ πάψης νὰ τὸ ἔχης μέσα στην καρδιά σου καὶ θὰ ἀναρωτιέσαι: Πῶς ἔγινε αὐτό; Πῶς ἄλλαξα ἐγώ; Τότε, πρῶτον, θὰ ἀνακαλύψης πὼς ἡ ἀγάπη σου δὲν ἦταν γνήσια... Ήταν ἁμαρτωλή; Ὄχι ἀλλὰ δὲν ἦταν κάτι τὸ θεϊκό· ἦταν κάτι τὸ ἀνθρώπινο. "Κάθε τι τὸ ἀνθρώπινο ἔχει ἀρχὴ καὶ τέλος".


Δεύτερον, ἡ ἀγάπη σου αὐτή, ὅπως καὶ τὸ μίσος ἢ ὁ χωρισμὸς ποὺ τώρα μπαίνει, θὰ σοῦ ἀποκαλύψουν τὴν σχετικὴ ἑτεροκρατία ποὺ ὑπάρχει μέσα στὴν ψυχή σου. Θὰ σοῦ ἀποκαλύψουν τὸν ἕτερο νόμο, ὁ ὁποῖος βασιλεύει μέσα στὴν φύσι μας”. Θὰ σοῦ ἀποκαλύψουν πόσο ἀνίσχυροι εἴμαστε καὶ πόσο τὸ ὑποσυνείδητό μας εἶναι ἰσχυρὸ καὶ μᾶς ἀπωθεῖ.


 Τρίτον, θὰ σοῦ ἀποδείξουν πόσο εγωιστές είμαστε, ὥστε, μόλις διαταραχθῆ ἡ σχέσις μας με κάποιο πρόσωπο, τὸ ἀφήνομε καὶ μένομε μὲ τὸν ἑαυτό μας. 


Τέλος, θὰ σοῦ ἀποκαλύψουν πόσο απομονωμένος εἶναι ὁ ἑαυτός μας, δηλαδή γιὰ μᾶς Θεὸς εἶναι ὁ ἑαυτός μας καὶ ὄχι ὁ Θεός...

Αντιθέτως, ἐὰν μέσα στην καρδιά σου εἶναι ὁ Θεός, τότε, ἐὰν σε ρωτήσουν ποιὸν ἀγαπᾶς, ἀμέσως θὰ πῆς, ἐγὼ τὸν Θεὸν ἀγαπῶ. Αὐτὸ θὰ ἀνέβη ἀμέσως στον κόλπο τῆς καρδιᾶς σου καὶ στὸ στόμα σου. Αὐτὴ ἡ ἀγάπη, ποὺ ξεκινάει ἀπὸ τὸν Θεόν, πηγαίνει καὶ πρὸς τὸ συγκεκριμένο πρόσωπο καὶ πρὸς ὅλα, καὶ δὲν πρόκειται να εκλείψη εἰς τὸν αἰῶνα, διότι ὁ Θεὸς εἶναι ἀδιάπτωτος....


ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ ''Περί Προσευχής'': Ερμηνεία στον Όσιο Νείλο τον Ασκητή

Η στάση στη Θεία Λειτουργία κατα τον Χρυσόστομο

  Τέλεια η μυσταγωγία, που τελείται στην εκκλησιαστική σύναξη. Στην ορθόδοξο λατρεία επεκράτησε τελικά η θεία Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Το υπερφυές μυστήριο τελείται. Η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος αγιάζει και τα δύο τραπέζια. Και την αγία Τράπεζα, όπου ο άρτος και ο οίνος μεταβάλλονται σε Σώμα και Αίμα Χριστού. Και την τράπεζα της χωματένιας υπάρξεώς μας, όπου θα εναποθέσει ο λειτουργός τη θεία Κοινωνία, «εις αγιασμόν ψυχής τε και σώματος», «εις βασιλείας ουρανών κληρονομιάν, μη εις κρίμα η εις κατακρίμα».

Για την τέλεση του μυστηρίου στην αγία Τράπεζα αρκεί η ιερωσύνη του πρεσβυτέρου η του επισκόπου.

Για την πρόσληψη όμως του μυστηρίου μέσ’ στον πιστό απαιτείται η συνειδητή μετοχή.

Από ομιλία του ιερού Χρυσοστόμου (θ’ περί μετανοίας, Ε.Π.Ε. 30,314-316) αποσπάμε μικρές περικοπές, όπου τονίζονται τρεις απ’ τους βασικούς όρους της συνειδητής αυτής μετοχής.

Πρώτον: Η αδιάλειπτη παρουσία στην «επισυναγωγή» της Εκκλησίας, στον Κυριακάτικο εκκλησιασμό. Είχαν, φαίνεται, από τότε αρχίσει οι απουσίες απ’ το Κυριακό Δείπνο. Σήμερα το απουσιολόγιο είναι πυκνότερο απ’ το παρουσιολόγιο.

«Έχει 168 ώρες η εβδομάδα. Μια ώρα ξεχώρισε για τον εαυτό Του ο Θεός. Συ κι αυτή την ώρα (της Κυριακής) την ξοδεύεις σε κοσμικά και γελοία; Κι όταν έρχεσαι, πως έρχεσαι; Με μολυσμένη καρδιά στα μυστήρια; Αν επισκεπτόσουν βασιλιά η άλλο άρχοντα, θάχες λασπωμένα τα χέρια;»

Δεύτερον: Η ακράδαντη πίστη, ότι όλος σε όλον! Αυτό συμβαίνει κατά τη Μετάληψη. Όλος ο Χριστός σ’ ολόκληρη την ύπαρξή μας! Αφαιρεί ο ιερός Πατήρ κάθε λογισμό, για το τι γίνεται και που πηγαίνει ο θείος Μαργαρίτης.

«Μη θαρρείς πως είναι ψωμί και κρασί. Δεν αποβάλλονται, όπως οι άλλες τροφές. Όπως το κερί, στην επαφή με τη φωτιά, γίνεται όλο ένα μαζί της, έτσι κι εδώ, ενώνονται τα μυστήρια μ’ όλη την ύπαρξή μας. Δεν μεταλαμβάνετε από άνθρωπο, αλλά απ’ τη λαβίδα των Σεραφείμ. Τα χείλη μας ρουφάνε το σωτήριο Αίμα απ’ την άχραντη πλευρά Του».

Τρίτον: Η απόλυτη κατάνυξη κατά τη λειτουργική σύναξη. Δυστυχώς δεν θεωρούμε μεγάλη αμαρτία την απροσεξία, ακόμα και την αταξία κατά τη φρικτή ώρα της θείας Λειτουργίας.

Ρωτάει ο ιερός Πατέρας: Δεν ντρεπόμαστε; Δεν κοκκινίζουμε;

«Άνθρωπε, τι κάνεις; Ο ιερέας προέτρεψε: Ψηλά το νου και την καρδιά! Και συ απάντησες: Έχουμε προς τον Κύριο! Δεν ντρέπεσαι και δεν κοκκινίζεις που λες ψέματα τούτη την ώρα τη φοβερή; Πω, πω! Έτοιμη η τράπεζα. Ο Αμνός του Θεού για σένα σφαγιάζεται. Ο ιερέας αγωνίζεται για σένα. Το θυσιαστήριο πυρακτώνεται για σένα. Στέκουν τα Χερουβίμ, πετούν τα Σεραφίμ. Μυριάδες άγγελοι παραστέκουν…Το Αίμα απ’ την πλευρά του Κυρίου χύνεται για σένα στο άγιο Ποτήριο…Συ δεν φοβάσαι; Δεν τρέμεις; Δεν κοκκινίζεις; Ψέματα λες και τούτη την ώρα; Στώμεν καλώς! Γεμάτοι φόβο και τρόμο, με τα μάτια κάτω, με την ψυχή επάνω. Να στενάζουμε άφωνα, με την καρδιά όμως να φωνάζουμε. Ας στεκόμαστε στο ναό αμετακίνητοι, χωρίς να μιλάμε, χωρίς να κινούμαστε. Τα μάτια ούτε εδώ ούτε εκεί. Σοβαροί, γεμάτοι κατάνυξη και φόβο Θεού. Αυτά πολλές φορές θα σας τα λέω, μέχρι να διορθωθείτε…Πως μπαίνουμε στην εκκλησία; Φυσικά, όπως πρέπει και ορίζει ο Θεός. Στη ψυχή καμιά κακία να μη κρατάμε. Όλους να τους συγχωράμε. Πως θα πούμε, «Σβήσε τις αμαρτίες μας, όπως κι εμείς συγχωρούμε τους άλλους»;



(Αρχιμ. Δανιήλ Γ. Αεράκη, Προσχωμεν (7) σ.24-28)

Άγιος Σίμων Μητροπολίτης Μόσχας

 Ο Άγιος Σίμων ήταν μοναχός στη μονή της Αγίας Τριάδος του Οσίου Σεργίου και τον Σεπτέμβριο του έτους 1495 μ.Χ. εξελέγη Μητροπολίτης Μόσχας. Κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 1511 μ.Χ. και ενταφιάσθηκε στο ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του Κρεμλίνου.

Άγιος Αφροδίσιος ο Ιερομάρτυρας και οι συν αυτώ τριάντα Μάρτυρες

 Ο Άγιος Ιερομάρτυρας Αφροδίσιος ήταν πρεσβύτερος της Εκκλησίας και μαρτύρησε στην Αλεξάνδρεια μαζί με άλλους τριάντα Χριστιανούς.

Άγιοι Ισίδωρος, Ηλίας και Παύλος οι Μάρτυρες

 Οι Άγιοι Μάρτυρες Ισίδωρος, Ηλίας και Παύλος μαρτύρησαν στην Κορδούη της Ισπανίας.


Άγιος Ιγνάτιος Επίσκοπος Σταυρουπόλεως

 Ο Άγιος Ιγνάτιος (Μπριαντσιανίνωφ) γεννήθηκε το έτος 1807 μ.Χ. στην κωμόπολη Ποκρόφσκ της επαρχίας Βολογκντά της Ρωσίας από οικογένεια ευγενών. Το κατά κόσμον όνομά του ήταν Δημήτριος. Ο τόπος όπου μεγάλωσε ο Άγιος ήταν γεμάτος από μονές και σκήτες και γι' αυτό τον λόγο ονομαζόταν «Θηβαΐδα της Ρωσίας». Το πνευματικό αυτό περιβάλλον επέδρασε πολύ στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του Αγίου και στην καλλιέργεια της ευσέβειάς του.


Ο πατέρας του τον έγραψε στην αυτοκρατορική σχολή πολέμου στην Αγία Πετρούπολη. Παρά την πρόοδό του στη σχολή, εκείνος επιθυμούσε να γίνει μοναχός και να ακολουθήσει το δρόμο της μοναχικής πολιτείας. Αφορμή γι' αυτό έδωσε μια σοβαρή ασθένειά του το έτος 1827 μ.Χ., όταν ο Άγιος ήταν είκοσι ετών, που τον έκανε να παραιτηθεί από την σχολή παρά τις αντιρρήσεις των αξιωματικών. Αμέσως εγκαταβιώνει στη μονή του Αγίου Αλεξάνδρου του Σβιρ στην Πετρούπολη. Εκεί συνδέεται πνευματικά με τον Στάρετς Λεωνίδα, της Όπτινα ο οποίος διέμενε εκείνο τον καιρό στη μονή. Στην συνέχεια πήγε στη μονή του Αγίου Κυρίλλου Πετρουπόλεως, όπου γνώρισε τον Στάρετς Θεοφάνη. Εκεί έμεινε τέσσερα ακόμη χρόνια, για να καταλήξει κοντά στον γέροντά του Λεωνίδα στη μονή της Όπτινα.


Κείρεται μοναχός το 1831 μ.Χ. και ονομάζεται Ιγνάτιος. Λίγο καιρό αργότερα χειροτονείται διάκονος και πρεσβύτερος. Ο Άγιος αρχίζει τον έντονο πνευματικό αγώνα. Σε αυτόν αναφέρεται σχετικά ο γέρων Σωφρόνιος, που γράφει: «Η χριστιανική τελειότητα έγκειται στην εσωτερική (εγκάρδια) καθαρότητα, χάρη στην οποία εμφανίζεται ο Θεός να αποκαλύπτει τη διαμονή Του μέσα στην καρδιά, με πολλά και ποικίλα χαρίσματα του Πνεύματος. Εκείνος που απέκτησε την τελειότητα αυτή γίνεται φορεύς φωτός, εκπληρώνοντας την εντολή της αγάπης προς τον πλησίον όχι με σωματική υπηρεσία, αλλά με τη διακονία του Πνεύματος, καθοδηγώντας τους σωζομένους, εγείροντας αυτούς από την πτώση, θεραπεύοντας τις ψυχικές τους πληγές. Ο χορός των μοναχών έδωσε στην Εκκλησία Ποιμένες, οι οποίοι όχι με επιτηδευμένους λόγους ανθρώπινης σοφίας αλλά με τους λόγους του Πνεύματος, που επικυρώνονταν με θαύματα, ποίμαναν και στερέωναν την Εκκλησία.


Ιδού, γιατί η Εκκλησία μετά την περίοδο των Μαρτύρων επεκτάθηκε στην έρημο. Εκεί βρίσκεται η τελειότητα της Εκκλησίας, η πηγή του φωτός της και η κύρια δύναμη της στρατευόμενης Εκκλησίας».


Με εντολή του τσάρου Νικολάου καλείται στην Αγία Πετρούπολη και αναλαμβάνει ηγούμενος της μονής του Αγίου Σεργίου. Προηγουμένως όμως, παραιτείται από όλα τα αξιώματα που είχε στην Εκκλησία και αποσύρεται στην ησυχία της μονής της Όπτινα. Στο μεταξύ η Εκκλησία τον καλεί να την διακονήσει ως Επίσκοπος Σταυρουπόλεως, Καυκάσου και Ευξείνου Πόντου. Η πνευματική του δραστηριότητα δεν σταματά. Κατά εκείνη την περίοδο θα γράψει και το περίφημο έργο του «Προσφορά εις τον σύγχρονον μοναχισμόν», στο οποίο αποτυπώνεται η αγιότητα της υπάρξεώς του.


Λόγοι ασθενείας τον αναγκάζουν να παραιτηθεί από τον επισκοπικό θρόνο. Έτσι, αποσύρεται στη μονή του Αγίου Νικολάου στο Μπαμπάεβο.


Ο Άγιος Ιγνάτιος, αφού έζησε εκεί ως απλός μοναχός, κοιμήθηκε οσίως με ειρήνη, το έτος 1867 μ.Χ., σε ηλικία εξήντα ετών.

Άγιος Μάξιμος

 Ο Άγιος Μάξιμος μαρτύρησε αφού του διαπέρασαν την κοιλιά με ξίφος.

Ανακομιδή των Ιερών Λειψάνων της Αγίας Αργυρής

 Η κυρίως μνήμη της Αγίας Αργυρής γιορτάζεται στις 5 Απριλίου. Εδώ γιορτάζουμε την ανακομιδή των Ιερών λειψάνων της, πού έγινε στις 30 Απριλίου 1725 μ.Χ., στον ναό της Αγίας Παρασκευής στην Κωνσταντινούπολη.

Άγιος Δονάτος επίσκοπος Ευροίας Ηπείρου

 Ο Άγιος Δονάτος έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Μεγάλου (379 - 395 μ.Χ.). Γεννήθηκε περί το 330 μ.Χ. στην Εύροια και μορφώθηκε στο Βουθρωτό της Ηπείρου. Σε ηλικία τριάντα ετών χειροτονήθηκε Επίσκοπος Ευροίας και αρχιεράτευσε επί αξήντα χρόνια. Μετείχε δε στην Β' Οικουμενική Σύνοδο. Άλλες πηγές θεωρούν ότι ο Άγιος καταγόταν από τη Δύση, αφού το όνομα αυτό ήταν πολύ διαδεδομένο εκεί.


Στις λατινικές πηγές παρατηρείται σύγχυση μεταξύ του Αγίου Δονάτου, Επισκόπου Ευροίας, και του ομωνύμου του Επισκόπου Αρητίου Τυρρηνίας, ο οποίος μαρτύρησε επί Ιουλιανού του Παραβάτου. Αυτό ήταν εύκολο να συμβεί, αφενός μεν λόγω της συνωνυμίας, αφετέρου δε διότι η Επισκοπή Ευροίας υπαγόταν Εκκλησιαστικά στη Δύση, αν και πολιτικά ανήκε στο Βυζάντιο.


Οι αγιολογικές πηγές μαρτυρούν πλήθος θαυμάτων από τον Άγιο. Στο Συναξάρι αναφέρεται και το θαύμα του Αγίου που φόνευσε τον δράκοντα. Κοντά στην Εύροια υπήρχε ένα χωριό που ονομαζόταν Σωρεία, στο οποίο υπήρχε μία πηγή, από την οποία, όποιος έπινε, πέθαινε. Όταν ο Άγιος πληροφορήθηκε το γεγονός, πήρα μαζί του και άλλους ιερείς και πήγε στην πηγή. Την στιγμή που έφθασε εκεί, ακούσθηκε μία βροντή. Αμέσως εμφανίσθηκε μπροστά του ένας δράκοντας, που είχε την φωλιά του στην πηγή. Μόλις ο Άγιος έστρεψε το βλέμμα του και είδε το θηρίο, πήρε στα χέρια του το σχοινί, με το οποίο κτυπούσε τον όνο επάνω στον οποίο επέβαινε, χτύπησε το θηρίο στη ράχη, που έπεσε νεκρό στο έδαφος. Στην συνέχεια ο Άγιος ευλόγησε την πηγή, ήπιε πρώτος αυτός νερό απ' αυτή και, ακολούθως, προέτρεψε και τους άλλους να πιουν χωρίς κανένα φόβο. Εκείνοι, πράγματι, ήπιαν και ευφράνθηκαν και επέστρεψαν ασφαλείς στις οικίες τους.


Η φήμη των θαυμάτων του Αγίου, έφθασε μέχρι τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο τον Μεγάλο, ο οποίος τον κάλεσε στην Κωνσταντινούπολη για να θεραπεύσει την θυγατέρα του που έπασχε από δαιμόνιο. Ο Άγιος θεράπευσε τη βασιλόπαιδα και ο Θεοδόσιος του πρόσφερε τόπο στον Ομφάλιο Ηπείρου και χρήματα, προκειμένου ο Άγιος να ανεγείρει ναό. Στην τοποθεσία αυτή σώζονται ερείπια αρχαίου ναού, που χρονολογείται όμως από την εποχή του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Είναι πιθανό ο νεότερος αυτός ναός να οικοδομήθηκε επί των θεμελίων εκείνου, τον οποίο έχτισε ο Άγιος, διότι κατά τις ανασκαφές βρέθηκε και παλαιοχριστιανικό υλικό. Ο Άγιος Δονάτος «εἰς μακρὸν γῆρας ἐλάσας, ἀπῆλθε», μάλλον το 388 μ.Χ. και ενταφιάσθηκε πλησίον του ανωτέρου ναού σε μνημείο, το οποίο κατά την παράδοση είχε ο ίδιος ετοιμάσει.


Το 604 μ.Χ. ο επίσκοπος Ευροίας Ιωάννης, εξαιτίας των συχνών βαρβαρικών επιδρομών που γίνονταν στα χρόνια εκείνα, αναγκάστηκε να καταφύγει μαζί με τον ιερό κλήρο της Ευροίας στην Κασσιώπη της Κέρκυρας, μεταφέροντας και το λείψανο του Αγίου Δονάτου. Αργότερα, το 1125 μ.Χ., κατά την εποχή των Σταυροφοριών στην Δύση, το Ιερό Λείψανο του Αγίου Δονάτου, μεταφέρθηκε από τον Ενετό Δόγη Domenico Michelli, στην Εκκλησία της Παναγίας και Δονάτου στο Murano (Μουράνο) της Βενετίας.


Μέρος του Ιερού Λειψάνου του Αγίου Δονάτου δια των ενεργειών του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Παραμυθίας κ.κ. Τίτου και του Παναγιωτάτου και Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, μετεκομίσθη στις 29ην Σεπτεμβρίου 2000 από την Εκκλησία της Παναγίας του Murano της Βενετίας στην Παραμυθία και εναποτέθηκε μετά πάσης ευλαβείας και λαμπρότητας στον ομώνυμο μεγαλοπρεπή Ιερό Ναό.


Ο Άγιος Δονάτος είναι πολιούχος της Παραμυθίας και όλης της Ιεράς Μητροπόλεως και η μνήμη του τιμάται ιδιαίτερα στη Θεσπρωτία, την Πρέβεζα και τα Ιωάννινα.



Ἀπολυτίκιον

Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Εὐροίας ποιμένα σε, καὶ τῆς Ἠπείρου πυρσόν, ἡ χάρις ἀνέδειξεν, ὡς Ἱεράρχην σοφόν, Δονᾶτε μακάριε· θαύμασι γὰρ ἐκλάμψας, καὶ λαμπρότητι βίου, νέμεις τοῖς σὲ τιμῶσι, πᾶσαν ἔνθεον δόσιν· διὸ τῇ προστασίᾳ σου, Πάτερ προστρέχομεν.


Κοντάκιον

Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.

Ἑορτάζει σήμερον, Παραμυθίας ἡ πόλις, σὺν αὐτῇ δὲ ἅπασα, ἡ κληρουχία σου Πάτερ, μνήμην σου, τὴν παναγίαν καὶ φωτοφόρον· ἔχει γάρ, τὴν προστασίαν του τεῖχος μέγα· διὰ τοῦτο καὶ βοᾷ σοι· χαίροις Ἠπείρου, Δονᾶτε καύχημα.


Μεγαλυνάριον

Χαίροις τῆς Εὐροίας θεῖος ποιμήν, καὶ Παραμυθίας, πολιοῦχος καὶ ἀρωγός· χαίροις Θεσπρωτίας, τὸ κλέος Ἱεράρχα, καὶ τῆς Ἠπείρου πάσης, Δονᾶτε καύχημα.


Όσιος Κλήμης ο υμνογράφος

 Ο Όσιος Κλήμης ήταν Στουδίτης Μοναχός και μαθητής του Θεοδώρου Στουδίτου , που μετά τον θάνατο του, αντικατέστησε τον διδάσκαλο του στην ήγουμενία της Μονής. Υπήρξε ένθερμος οπαδός της προσκύνησης των αγίων εικόνων και πέθανε από κακουχίες στην εξορία σαν ομολογητής της πίστης μας. Φυσικά είναι γνωστό, ότι υπήρξε Βυζαντινός Υμνογράφος του 9ου αιώνα μ.Χ. (ποιητής των Κανόνων).

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός

 


Άγιος Ιάκωβος ο Απόστολος αδελφός Ιωάννου του Θεολόγου

 Ο Απόστολος Ιάκωβος ήταν υιός του Ζεβεδαίου και της Σαλώμης και πρεσβύτερος αδελφός του Ευαγγελιστού Ιωάννου. Καταγόταν κι αυτός από την Βησθαϊδά της Γαλιλαίας. Ασχολούνταν με την αλιεία μαζί με τον Ιωάννη, έχοντας και οι δύο μαζί τους και τον πατέρα τους, καθώς και πολλούς εργάτες. Είχαν δικό τους πλοίο και συνεργάτης τους ήταν και ο Απόστολος Πέτρος. Παρ' όλα αυτά όταν άκουσαν το κήρυγμα του Ιησού «ἀφέντες τὸν πατέρα αὐτῶν Ζεβεδαῖον ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ τῶν μισθωτῶν ἀπῆλθον ὀπίσω αὐτοῦ» ( Μαρκ. 1, 20).


Ο Ιάκωβος μαζί με τον Ιωάννη επέδειξαν μεγάλο ζήλο ως Μαθητές του Κυρίου. Γι' αυτό και εκλήθησαν υιοί βροντής και έγιναν μάρτυρες πολλών μεγάλων γεγονότων, που δεν τα εβίωσαν οι άλλοι Απόστολοι. Έγιναν αποκλειστικοί μάρτυρες της Μεταμορφώσεως του Κυρίου. Είδαν την θαυμαστή ανάσταση της θυγατέρας του αρχισυνάγωγου Ιάρειου και είχαν την ευλογία να προσκληθούν από τον Ιησού κοντά Του κατά τις ώρες της προσευχής και της αγωνίας Του στο κήπο της Γεσθημανή. Η οικειότητα αυτή οδήγησε προφανώς τον Ιάκωβο με τον αδελφό του Ιωάννη να ζητήσουν μέσω της μητέρας τους από τον Κύριο πρωτοκαθεδρία στην εγκόσμια βασιλεία Του, παρανοώντας την αποστολή του Μεσσία. Οι δύο Μαθητές εζητούσαν από τον Χριστό δόξα με ανθρώπινα κριτήρια, έχοντας κατά νου ότι η Βασιλεία Του είναι αισθητή. Ο Χριστός όμως, διορθώνοντας την εσφαλμένη δοξασία τους, υποδεικνύει την πραγματική και αιώνια δόξα, η οποία διέρχεται μέσα από το «ποτήριον», που είναι τα Πάθη και ο Σταυρός. Γι' αυτό τους λέγει: «Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. Δύνασθε πιεὶν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι;».


Μετά την Πεντηκοστή ο Απόστολος Ιάκωβος εκήρυξε το Ευαγγέλιο στην ευρύτερη περιοχή της Παλαιστίνης. Μεγάλο πλήθος ανθρώπων μεταστρεφόταν στη νέα πίστη και άλλαζε τρόπο ζωής χάρη στο έργο του Ιακώβου. Αυτό εθορύβησε ιδιαίτερα τους άρχοντες των Ιουδαίων, οι οποίοι, το έτος 44 μ.Χ. τον συνέλαβαν και τον αποκεφάλισαν, ως αμνό, με διαταγή του Ηρώδου του Αγρίππα.



Ἀπολυτίκιον

Ἦχος πλ. δ’.

Ἀπόστολε ἅγιε Ἰάκωβε, πρέσβευε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν, παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.


Έτερον Ἀπολυτίκιον  

Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Γόνος ἅγιος, βροντῆς ὑπάρχων, κατεβρόντησας, τὴ οἰκουμένη, τὴν τοῦ Σωτῆρος Ἰάκωβε κένωσιν, καὶ τὸ ποτήριον τούτου ἐξέπιες, μαρτυρικῶς ἐναθλήσας Ἀπόστολε, ὅθεν πάντοτε, ἐξαίτει τοὶς σὲ γεραίρουσι, πταισμάτων ἱλασμὸν καὶ μέγα ἔλεος.


Κοντάκιον

Ἦχος β’. Τά ἄνω ζητῶν.

Φωνῆς θεϊκῆς, ἀκούσας προσκαλούσης σε, ἀγάπην πατρός, παρεῖδες καὶ προσέδραμες, τῷ Χριστῷ Ἰάκωβε, μετά καί τοῦ συγγόνου σου ἔνδοξε, μεθ᾽ οὗ καὶ ἠξιώθης ἰδεῖν, Κυρίου τήν θείαν Μεταμόρφωσιν.


Μεγαλυνάριον

Ἡ τῶν ἀπορρήτων θεία βροντή, ὁ ἐν Θαβωρίῳ, ἐπακούσας φωνῆς Πατρός, καὶ βροντοφωνήσας, ἡμῖν τὴν σωτηρίαν, Ἰάκωβος ὁ μύστης, Χριστοῦ ὑμνείσθω μοι.


Ὁ Οἶκος

Ὡς ἁλιεὺς λογικῶν ἰχθύων, τῷ δικτύῳ Τρισμάκαρ τῶν σεπτῶν εὐχῶν βυθοῦ πταισμάτων ἀνάγαγε τὴν ταπεινήν μου ψυχήν, τὴν πάλαι ὑφ' ἡδονῶν θηρευθεῖσαν τῶν τοῦ βίου ἵνα ἀκλινῶς διελθὼν τὸν ὑπόλοιπον χρόνον μου, ὑμνήσω τὸ ὄνομά σου, καὶ δοξάσω τὸν βίον τὸν ἄμεμπτον, ὃν ἐκτελέσας ἐπὶ τῆς γῆς, ἠξιώθης ἐπ' ὄρους θεάσασθαι, Κυρίου τὴν θείαν Μεταμόρφωσιν.


Κάθισμα

Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.

Χριστῷ μαθητευθείς, καὶ πιὼν τὸ ἐκείνου, ποτήριον σοφέ, ὥσπερ ἔφη σοι μάκαρ, μαχαίρᾳ Ἰάκωβε, ἀπεκτάνθης Ἀπόστολε· ὅθεν ἅπασα, ἡ Ἐκκλησία χορεύει, ἑορτάζουσα, τὴν παναγίαν σου μνήμην, ἐν ᾗ εὐφημοῦμέν σε.

Τετάρτη 29 Απριλίου 2026

Όλη αυτή η σαπίλα των παθών... τελικά καταστρέφει την καρδιά

 Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς



 Έχετε ποτέ παρατηρήσει την ζωή της καρδιάς; Δοκιμάστε να το κάνετε, έστω για ένα μικρό διάστημα, και παρατηρήστε τι θα ανακαλύψετε: 

Προκύπτει κάτι δυσάρεστο, και ταράζεστε. Σας βρίσκει κάποια δυστυχία, και νοιώθετε λύπηση για τον εαυτό σας. Βλέπετε κάποιον που δεν συμπαθείτε, και αμέσως αναβλύζει μέσα σας η εχθρότητα. Συναντιέστε με κάποιον ισότιμό σας, ο οποίος εν τω μεταξύ σας έχει προσπεράσει κοινωνικά, και αρχίζετε να τον φθονείτε. Αναπολείτε τα ταλέντα σας και τις ικανότητές σας, και αρχίζετε να νοιώθετε υπερηφάνεια…. 

Όλη αυτή η σαπίλα: ματαιοδοξία, σαρκική επιθυμία, λαιμαργία, ακηδία, κακία… η μία στοιβαγμένη πάνω στην άλλη, τελικά καταστρέφουν την καρδιά. 

Και όλα αυτά μπορούν να διαπεράσουν την καρδιά μέσα σε λίγα μόνο λεπτά. 

Για τον λόγο αυτό, κάποιος ασκητής που ασκούσε αυστηρό έλεγχο στον εαυτό του, είπε -πολύ σωστά- ότι «η καρδιά του ανθρώπου είναι γεμάτη από δηλητηριώδη φίδια. Μόνο οι καρδιές των αγίων είναι απαλλαγμένες από αυτά τα φίδια: τα πάθη.»

π.Αθανάσιος Μητρ. Λεμεσού: "Περί διακρίσεως..."

 Ένας έγγαμος άνθρωπος λέει: 

"Εγώ θα προσευχηθώ απόψε." ή λέει: 


"Εγώ θέλω να κάνω κάθε βράδυ τρεις ώρες προσευχή" και μόλις πάει σπίτι του και φάει και τακτοποιηθεί κλείνεται μέσα στο δωμάτιό του για να κάνει τις προσευχές του και προσεύχεται και μελετά ώρες. 


Ναι, το κάνει από καλή διάθεση, από αγάπη Θεού, από ζήλο. 


Αλλά είναι αδιάκριτος!


Για ποιο λόγο; γιατί έξω από το δωμάτιό του είναι η γυναίκα του και τα μωρά του που τον έχουν ανάγκη να τους μιλήσει, να καθήσει μαζί τους, να τους σταθεί..


Και αυτός προσεύχεται και δεν κάθεται με τη σύζυγό του και δημιουργεί προβλήματα σπίτι του. Και όταν μετά η σύζυγός του έχει προβλήματα και διαμαρτύρεται και λέει: "Κάτσε κι εσύ λίγο μαζί μας!", "Βοήθα κι εσύ λίγο τα παιδιά!", "Κάνε κάτι!" λέει εκείνος: "Μα εγώ κάνω το έργο του Θεού!" 


Ενώ αυτό που κάνει μπορεί να φαίνεται έργο του Θεού αλλά είναι αδιάκριτο!


Να κάνεις και την προσευχή σου αλλά δεν είναι μόνο η προσευχή που έχεις καθήκον, έχεις κι άλλα καθήκοντα. Είσαι σύζυγος, είσαι πατέρας, είσαι οικογενειάρχης. Θα κοιτάξεις κι άλλα πράγματα.


Ή κάποιος άνθρωπος λέει: 


"Έχω κάποια χρήματα και θα τα δώσω όλα στους φτωχούς!" 


Καλό πράγμα είναι να δώσει στους φτωχούς. Ναι, αλλά δεν σκέφτηκε όμως ότι: "Δεν είμαι μόνος μου!  Αν ήμουν μόνος μου να τα δώσω όλα! Όμως έχω πίσω μου παιδιά, σύζυγο οικογένεια. Τι θα γίνει; έχω χρήματα να τακτοποιήσω τα παιδιά μου; να τα σπουδάσω; να θρέψω την οικογένειά μου;


Να ανταποκριθώ στις ανάγκες μου;" 


Βλέπετε, αδιακρισία..


π.Αθανάσιος Μητρ. Λεμεσού

Άγιος Βασίλειος ο Θαυματουργός εκ Σερβίας

 Ο Άγιος Βασίλειος, Επίσκοπος Ζακχόλμσκ, γεννήθηκε από ευσεβείς γονείς το 1610 μ.Χ. στην περιοχή του Πόποβ της Ερζεγοβίνης. Από αγάπη προς το μοναχικό βίο εγκατέλειψε την πατρική οικία και εισήλθε στη μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του Τρέμπινκ, όπου εκάρη μοναχός.


Λόγω της αρετής του εξελέγη Επίσκοπος Ζάκχολμσκ και Σκεντερίας. Ανέλαβε τον Μητροπολιτικό θρόνο στο δεύτερο ήμισυ του 16ου αιώνα, ως διάδοχος του Επισκόπου Παύλου και προκάτοχος του Επισκόπου Νικοδήμου. Ο Άγιος Βασίλειος ήταν ένας πραγματικός ποιμένας για το ποίμνιο του Χριστού και ο Κύριος τον αξίωσε του χαρίσματος της Θαυματουργίας.


Για να γνωρίσει ο Άγιος τη βυζαντινή μοναστική και ησυχαστική παράδοση, επισκέφθηκε το Άγιον Όρος.


Ο Άγιος Βασίλειος κοιμήθηκε με ειρήνη το 1671 μ.Χ. και ενταφιάσθηκε στην πόλη Όστρογκ, στην Τσερνογκόρια, που βρίσκεται κοντά στα σύνορα με την Ερζεγοβίνη.

Άγιοι Αγάπιος και Σεκουνδίνος οι Ιερομάρτυρες και οι συν αυτοίς Τέρτουλα και Αντωνία οι Παρθένες, ανωνύμου Μάρτυρος μετά των δύο τέκνων αυτής

 Οι Άγιοι Ιερομάρτυρες Αγάπιος και Σεκουνδίνος γεννήθηκαν στην Ισπανία. Ήταν Επίσκοποι στην περιοχή της Νουμιδίας της Αφρικής και υπέστησαν μαρτυρικό θάνατο, το έτος 259 μ.Χ., επί αυτοκράτορα Βαλεριανού (253-259 μ.Χ.), μαζί με τις παρθένες Τέρτουλα και Αντωνία και μία ανώνυμη Μάρτυρα με τα δύο της τέκνα.

Άγιοι Κυντιανός και Αττικός

 Άγνωστοι στον Συναξαριστή του Αγίου Νικόδημου. Μνημονεύονται στον Συναξαριστή Delehaye ως εξής: «Άθλησις των αγίων μαρτύρων Κυντιανού και Αττικού» (σελ. 640,6). Άλλες πληροφορίες για τη ζωή τους δεν αναφέρονται.


Άγιοι Επτά Μάρτυρες Σατορνίνος, Ιακισχόλος, Φαυστιανός, Ιανουάριος, Μαρσάλιος, Ευφράσιος και Μάμμινος

 Οι Άγιοι αυτοί Μάρτυρες, ήταν στον πρότερό τους βίο ληστές. Όταν ήταν φυλακισμένοι στην Κέρκυρα, πίστεψαν στον Χριστό διά των Αγίων Αποστόλων Ιάσονος και Σωσιπάτρου. Κατόπιν μαρτύρησαν μέσα σε βρασμένη πίσσα.

Άγιοι Ευσέβιος, Ζήνων, Βιτάλιος και Νέων

 Οι άγιοι αυτοί, ήταν άπ' τους κατοίκους της Κέρκυρας, οι όποιοι πρώτοι ειλκύσθησαν από τα κηρύγματα των Αγίων Ιάσονα και Σωσίπατρου, και έγιναν ένθερμοι συνεργάτες στο αποστολικό τους έργο. Ο άρχοντας Κερκυλλινος τους κατεδίωξε και αφού τους συνέλαβε, τους γύμνωσε και τους μαστίγωσε σκληρά. Επειδή όμως αρνήθηκαν να θυσιάσουν στα είδωλα, τους φυλάκισε και κατόπιν αφού άναψε μεγάλη φωτιά, τους έριξε μέσα και έτσι αξιώθηκαν του αθανάτου μαρτυρικού στεφάνου.

Άγιος Ιωάννης ο Καλοκτένης Μητροπολίτης Θηβών

 «Τῇ 29η τοῦ μηνός Ἀπριλίου μνήμη του εν Ἁγίοις Πατρός ημών Ἰωάννου Μητροπολίτου Θηβῶν καί ἐξάρχου πάσης Βοιωτίας τοῦ Καλοκτένους καί νέου Ἐλεήμονος».


Κατά τον Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας «διά να μάθη τις τόν βίον ἀνθρώπου παλαιοτέρας ἐποχής, πρέπει νά γνωρίση την κοινωνικήν καί πολιτικήν κατάστασιν τῶν χρόνων ἐκείνων, να γνωρίζη τόν τρόπον τῆς ζωῆς τῶν τότε ἀνθρώπων, την χώραν, είς τήν ὁποίαν ἐκείνος ἔζησε, καί ἐπί τούτων στηριζόμενος ὡς ἐπί ἀσφάλῶν θεμελίων νά μελετήση καί περιγράψη τόν βίον τοῦ προσώπου».


Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για τη ζωή και τη δράση του Αγίου Ιωάννη του Καλοκτένη. Η εποχή στην οποία έζησε ο Άγιος (12ος αιώνας μ.Χ.) χαρακτηρίζεται από σοβαρά ιστορικά γεγονότα και κοινωνικές ανακατατάξεις όχι μόνο στην περιοχή της Βοιωτίας, αλλά και σε ολόκληρη την Βυζαντινή Αυτοκρατορία από τα βόρεια σύνορα της μέχρι τα ακρότατα, τα νοτιότατα σύνορα. Η Αυτοκρατορία επί βασιλείας Μανουήλ Α΄ του Κομνηνού απειλείται από παντού από εχθρούς οι οποίοι οραματίζονταν τον πλούτο του Κράτους. Οι Νορμανδοί με το βασιλιά τους Ρογήρο κατέρχονταν προς τα νότια καί απειλούσαν τις ακραίες περιοχές του Βυζαντίου. Οι πρώτοι Σταυροφόροι εγκαθιδρυμένοι από πολλά χρόνια στην περιοχή των Ιεροσολύμων, απειλούνταν από τους Σαρακηνούς και ζητούσαν βοήθεια από τη Δύση την οποία και έδωσαν οι βασιλείς της Γαλλίας Λουδοβίκος Ζ΄ καί της Γερμανίας Κονράδος Γ΄. Ταυτόχρονα οι Νορμανδοί εισβάλλουν στην Ελλάδα, καταλαμβάνουν την Κέρκυρα, περιπλέουν την Πελοπόννησο, λεηλατούν την Αιτωλοακαρνανία, εισπλέουν στον Κορινθιακό καί μέσω της Κρίσας (σημερινό Χρυσό) επιτίθενται εναντίον των Θηβών.


Η Θήβα την εποχή εκείνη είχε μεγάλη ακμή. Ήταν σπουδαίο εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο. Φημισμένα ήταν τα μεταξουργεία των Θηβών. Η πόλη κατείχε τα πρωτεία στη Στερεά Ελλάδα καί ήταν πρωτεύουσα της. Εκεί είχε την έδρα του ο Μητροπολίτης Θηβών ο οποίος έφερνε τον τίτλο «Έξαρχος πάσης Βοιωτίας». Στην πόλη αυτή επέδραμαν οι Νορμανδοί, την βρήκαν ανυπεράσπιστη, επειδή τα βασιλικά στρατεύματα φρόντιζαν την Κωνσταντινούπολη, και την κατέλαβαν. Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή του εθνικού μας Ιστορικού Παπαρρηγόπολου «Χρυσός, άργυρος, πολύτιμοι λίθοι, τα πάντα απήχθησαν, εμπορικαί αποθήκαι, ιδιωτικαί οικίαι, ιεροί Ναοί, τα πάντα εγυμνώθησαν καί έπειτα πάντες οι πολίται ηναγκάσθησαν να ομόσωσιν ότι ουδέν απέκρυψαν των πολυτίμων πραγμάτων, καί ουδέ τούτο ήρκεσεν, αλλά πολλοί ηχμαλωτεύθησαν και άνδρες καί γυναίκες, καί μάλιστα όσοι εφημίζοντο ως επιτήδειοι μεταξουργοί». Την ίδια εποχή λεηλατήθηκαν η Κόρινθος, η Ευβοια καί η Αθήνα. Οι Θηβαίοι αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν στο Πάνορμο της Σικελίας όπου δίδαξαν την τέχνη του μεταξιού στους κατοίκους.


Κάτω από αυτές τις συνθήκες γεννήθηκε στα μέσα του 12ου αιώνα μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη από γονείς ευγενείς – τον Κωνσταντίνο Καλοκτένη και τη σύζυγό του Μαρία – ο Ιωάννης. Παιδί προσευχής (μιάς και οι γονείς του ήσαν για χρόνια άτεκνοι) ο Ιωάννης αφιερώθηκε από τη σύλληψη του ακόμη, από τους γονείς του στην Εκκλησία. Ανατράφηκε με επιμέλεια από τη μητέρα του η οποία φρόντισε να λάβει ο Ιωάννης την απαιτούμενη μόρφωση. «Από μαθήσεως εις μάθησιν προβαίνων ο Άγιος, χάρις εις την μεγάλην αυτού επιμέλειαν καί ευφυΐαν, εγένετο πρότυπο αληθούς μαθητού».


Δωδεκαετή τον παρέδωσε ο πατέρας του στον Μέγα Δομέστικο της Βυζαντινής Αυλής, στον αρχηγό των στρατιωτικών, προκειμένου να τον εκπαιδεύσει στα στρατιωτικά. Όμως η κλίση του προς την Εκκλησία παρά προς το στρατό, η επίδραση της μητέρας του, αλλά και η ευχή που είχαν κάνει οι γονείς του, υποχρέωσαν τον Μέγα Δομέστικο να τον κατατάξει στην τάξη των ιερομονάχων. Έκτοτε ο Ιωάννης άρχισε να προετοιμάζεται με περισσότερη δραστηριότητα για το υψηλό αξίωμα. Από μικρή ηλικία έδειξε την κλήση του στα γράμματα. Σπούδασε τα «ἱερά γράμματα», Ρητορική, Φιλοσοφία άλλες «θύραθεν ἔπιστῆμες». Λόγω της μεγάλης ευσέβειας και της αγάπης του προς τη Θεοτόκο αξιώθηκε να ακούσει τη φωνή Εκείνης όταν κάποια μέρα διάβαζε τους χαιρετισμούς: «Χαίρε, Νύμφη, Ανύμφευτε», «Χαίροις και εσύ των Θηβών προστάτα» ήταν η συνομιλία.


Εν τω μεταξύ η εκκλησιαστική κατάσταση στην πόλη των Θηβών ήταν απελπιστική. Ο Μητροπολίτης Θηβών από τη μεγάλη λύπη για την κατάσταση αυτή και λόγω των καταπιέσεων των Νορμανδών πέθανε. Ο νέος Μητροπολίτης που εκλέγεται στην Κωνσταντινούπολη, πεθαίνει καθ’ οδόν. Το Πατριαρχείο δεν είχε λάβει σοβαρά υπόψη την κατάσταση της Θήβας. Κάτω όμως από την πίεση των Θηβαίων επέλεξε ως καταλληλότερο πρόσωπο για την έδρα Πάσης Βοιωτίας τον Ιωάννη, ο οποίος μόναζε σε Μονή της Κωνσταντινούπολης. Ο ήδη εκλεγμένος από τη Θεοτόκο προστάτης των Θηβών δεν μπορούσε να αρνηθεί την εκλογή και τη χειροτονία του ως Μητροπολίτη Θηβών. Η εκλογή αυτή χαροποίησε τους Θηβαίους και τους έδωσε ελπίδες και δυνάμεις.


Ο Άγιος Ιωάννης υπήρξε άνθρωπος του πνεύματος και της δράσης. Όχι μόνο ανακούφιζε τους πτωχούς Χριστιανούς της επαρχίας του με την ελεημοσύνη, αλλά αγωνίσθηκε και έδωσε ώθηση στην κοινωνική και οικονομική ζωή. Βρήκε κατεστραμμένη την πόλη και την περιοχή και γι’ αυτό ξεκινά αμέσως το δύσκολο έργο του.


Και πράγματι με την είσοδο του ο Άγιος στην πόλη άρχισε αμέσως να εργάζεται για την ευτυχία της. Τα εμπόδια ήταν πολλά. Από τη μία οι Νορμανδοί είχαν στην κυριολεξία αφανίσει κάθε πλούτο από την περιοχή και από την άλλη οι 2.000 περίπου Εβραίοι, οι οποίοι εν τω μεταξύ είχαν καταφθάσει, προσπαθούσαν να αλλοιώσουν το φρόνημα των Θηβαίων προσφέροντες δουλειά και χρήματα. Η απουσία υλικών αγαθών και η διάβρωση της Χριστιανικής πίστης ήταν δύο μέτωπα εναντίον των οποίων έπρεπε να αγωνισθεί ο Άγιος.


Η ανέγερση του Ναού της Θεοτόκου με χρήματα από την πατρική του περιουσία, η πατρική διδασκαλία του, η διαρκής ελεημοσύνη του και βοήθεια έκανε πολλούς Εβραίους και Αρμένιους να ασπαστούν τη Χριστιανική πίστη, ο δε πιστός λαός από τότε του έδωσε το όνομα του Νέου Ελεήμονος.


Εκτός από αυτά ο Άγιος έκανε πολλά έργα κοινής ωφέλειας στην πόλη. Η εκτροπή του ποταμού Ισμηνου προσέφερε στην πεδιάδα των Θηβών, αλλά και στα προάστια, Πυρί και Άγιος Θεόδωρος γονιμότητα και δύναμη, θέτωντας σε λειτουργία υδρόμυλους και θεμελίωσε υδραγωγεία. Το ποτάμι αυτό πήρε αργότερα το όνομα Αγίαννης. Στο σημείο της εκτροπής οι Θηβαίοι έκτισαν ναό προς τιμήν του Αγίου, ερείπια του οποίου σώζονται μέχρι σήμερα. Κατασκεύασε γέφυρες, διευκολύνοντας τη διέλευση των ανθρώπων. Ονομαστή η «Ιωαννιάδα» του, (κατά μίμηση της Βασιλειάδας). Ίδρυσε Γηροκομείο, Πτωχοκομεία, Νοσοκομεία και Σχολεία τόσο χρήσιμα τα έργα αυτά για την εποχή του Αγίου. Σαν άλλο δε Υπουργείο περιβάλλοντος ο Άγιος με την μεταφορά των υδάτων στην πόλη φρόντισε για την δεντροφύτευση ιδιαίτερα μουριών κατάλληλων για την σηροτροφία. Όλα τα έργα τα επέβλεπε καθημερινά προσωπικώς. Ρηξικέλευθο έργο του ο Παρθενώνας (Σχολή Γυναικών). Μάθαιναν γράμματα και τέχνες. Με τα χειροτεχνήματα τους, βοηθούσαν τους εμπερίστατους. «Δεν άφησε το πλοίον εις την διάκρισην των ανέμων και της τρικυμίας, αλλ’ως επιδέξιος κυβερνήτης προεφύλαττε τούτο από πάσης επικινδύνου πορείας, ίνα μη επιπίπτουν εις τους βράχους συντριβή» σημειώνει ο Συναξαριστής.


Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι ο Άγιος τη δύσκολη εκείνη εποχή όχι μόνο έσωσε την πόλη από ολοσχερή καταστροφή, τέτοια που ούτε τα θεμέλια της δεν θα βρίσκαμε σήμερα, αλλά και την ανύψωσε σε θέση περιωπής και την κατέστησε μεγάλο βιομηχανικό και εμπορικό κέντρο. Γι’ αυτό οι Θηβαίοι ενόσω ακόμη ζούσε ο Άγιος τον είχαν ανακηρύξει προστάτη τους.


Έλαβε μέρος στη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως το 1166 μ.Χ. επί Αυτοκράτορος Μανουήλ Κομνηνού. Από τα πρακτικά αυτής της Συνόδου, διασώζεται η θεολογική διδασκαλία του Αγίου: «Ἐρωτηθεὶς ὁ Θηβῶν Ἰωάννης εἶπεν: Ἐπεί τὸν Υἱὸν συγκτίστην καὶ συνδημιουργὸν τῷ Πατρὶ οἶδα, δι’ Αὐτοῦ γὰρ καὶ τοὺς αἰῶνας ἐποίησεν , ἴσον ἔχω Τοῦτον τῷ Πατρί. Ἐπεί δ’ εἶπεν ὅτι ὁ Πατήρ μου μείζων μού ἐστι, καὶ ἐτυπώθη τῆ προτεραία κατεξετασθῆναι, πῶς τινες τῶν Ἁγίων προσέθεντο. Καὶ κατὰ τὸ ἀνθρώπινον νοῶ τοῦτο εἰρῆσθαι παρ’ Αὐτοῦ διὰ τὴν ταπείνωσιν καὶ τὴν ἄκραν συγκατάβασιν πρὸς τὴν φύσιν τὴν ἀνθρωπίνην ἣν προσελάβετο, καθ’ ἣν παραπλησίως ἡμῖν σαρκὸς καὶ αἵματος κεκοινώνηκεν». Η μαρτυρία αυτή είναι πολύ σημαντική, διότι αποδεικνύει τη μεγάλη θεολογική κατάρτιση και τη βαθιά πίστη του Αγίου.


Μετά την ειρηνική κοίμηση του μεταξύ του 1182 και 1193 μ.Χ. και την αναγνώριση της αγιότητος του ανήγειραν μεγαλοπρεπή Ναό όπου κατέθεσαν τα Λείψανα του. Σήμερα ο ναός αυτός δεν σώζεται. Στα θεμέλια του κτίστηκε στα τέλη του περασμένου αιώνα περικαλλής Ναός ο οποίος και σώζεται μέχρι τις μέρες μας.


Υπάρχουν φήμες πως τα Τίμια & Χαριτόβρυτα Λείψανα του βρίσκονται στην Ιταλία.


Μέχρι σήμερα διατηρείται η ανάμνηση των έργων υποδομής του Αγίου μεταξύ των κατοίκων των Θηβών, και της γύρω περιοχής.



Ἀπολυτίκιον

Ἦχος πλ. δ'.

Ἐκ μέσης τὸν Κύριον, ἐπιποθήσας ψυχῆς, τὰ ῥέοντα ἔφυγες, καὶ ἐπιπόνῳ ζωή, τὴν σάρκα ἐξέτηξας· ἔσπευσας Ἱεράρχα, Βοιωτὼν Ἰωάννη, φίλος Χριστοῦ γενέσθαι, διὰ οἶκτον πενήτων· διὸ καὶ νέος ἐλεήμων, ἐκλήθης μακάριε.


Κοντάκιον

Ἦχος πλ. δ'. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ σοφὲ τοὺς οἴακας, ἐπιστημόνως χειρισθεὶς ταύτην ἀκύμαντον, διεχήρησας μακάριε Ἰωάννη, τὰς ζαλώδεις καταιγίδας ἐκκρουσάμενος, καὶ βιαίας τρικυμίας τῶν αἱρέσεων· ὅθεν κράζω Σοι· Χαίροις, Πάτερ πανεύσπλαγχνε.


Μεγαλυνάριον

Τῶν Ἀρχιερέων ἡ καλλονή, καὶ τῶν ἐν κινδῦνοις, ἀντιλήπτωρ καὶ βοηθός· Χαίροις ὁ τὸ χαῖρε, παρὰ τῆς Θεοτόκου, λαβὼν ω Ἰωάννη, Θηβῶν τὸ καύχημα.


Ὁ Οἶκος

Ἄγγελος σαρκοφόρος, ἐπὶ γῆς ἀνεφάνης, τὴν φλόγα τῆς σαρκὸς κατασβέσας· καὶ τὰ θανατηφόρα Σατάν, καὶ πυρφόρα βέλη κραταιῶς Ὅσιε, συνέτριψας· διὰ τοῦτο Σοι κράζω Ἰωάννη ταὐτά:


Χαῖρε, ποιμὴν λογικῶν προβάτων·

Χαῖρε, λιμὴν τῶν ἐν ζάλη τοῦ βίου.

Χαῖρε, τῶν πενήτων τροφὴ ἀδαπάνητε·

Χαῖρε, τῶν Ὁσίων ἁπάντων ἐφάμιλλε.

Χαῖρε, ὅτι διεσκέδασας τὴν ὁμίχλην τῶν παθῶν·

Χαῖρε, ὅτι κατεφώτισας τὰς καρδίας τῶν πιστῶν.

Χαῖρε, τοῦ Βυζαντίου ὁ θεοφυτος κλάδος·

Χαῖρε, τῆς Βοιωτίας ὁ σεπτὸς Ἱεράρχης.

Χαῖρε, λαμπρὸν Θεοῦ ἐνδιαίτημα·

Χαῖρε, σεπτὸν Ναοῦ ἐγκαλλώπισμα.

Χαῖρε, γυμνῶν ἀναπήρων τε σκέπη·

Χαῖρε, Θηβῶν μέγα κλέος καὶ στῦλε,

Χαίροις, Πάτερ πανεύσπλαγγνε.


Κάθισμα

Ἦχος πλ. δ´. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.

Ἀναβὰς εἰς τὰ ὕψη τῶν ἀρετῶν, καὶ τῇ θεία ἐκείνη καταυγασθείς, ὢ Πάτερ λαμπρότητι, τῶν δογμάτων τοῦ Πνεύματος, ἀληθῶς ἐδείχθης φωστὴρ διαυγέστατος, ἀστραπαῖς φωτίζων, τοῦ Πνεύματος ἅπαντας· ὅθεν καὶ ὁμίχλην, τῶν παθῶν ἐκδιώξας, λαὸν σου ἐποίμανας, θεαρέστως μακάριε· διὰ τοῦτο βοῶμεν σοι· Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν φωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.


Έτερον Κάθισμα

Ἦχος α´. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.

Ποιμένα σε Θηβῶν, καὶ προστάτην τιμῶντες, χήρων καὶ ὀρφανῶν, μὴ κενούμενον πλοῦτον, ἀξίως δοξάζομεν, Ἰωάννη τὴν μνήμην σου, ἢν ἐδόξασεν, ὁ τῶν ἁπάντων Δεσπότης, ὃν ἱκέτευε, ἐκ πειρασμῶν καὶ κινδύνων, σωθῆναι τοὺς δούλους σου.


Έτερον Κάθισμα

Ἦχος γ´. Τὴν ὡραιότητα.

Τὴν καθαρότητα, Πάτερ τοῦ βίου Σου, καὶ τὴν λαμπρότητα,τῆς πολιτείας Σου, ἡ Θεοτόκος Μαριάμ, ἐδήλωσε παραδόξως· ὅθεν καὶ Ποιμένα σε, Βοιωτία προσήκατο, ἤν περ καὶ ἐποίμανας, θεία ῥάβδῳ τῶν λόγων σου, τὴν θάλασσαν παθῶν διαῤῥήξας, τὸν νέον Ἰσραὴλ ἐκλυτρούμενος.


Έτερον Κάθισμα

Ἦχος δ´. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῶ.

Τὸν Ἱεράρχην τοῦ Χριστοῦ Ἰωάννην, τὸν Βοιωτίας ἐλεήμονα νέον, χρεωστικὼς τιμήσωμεν φιλέορτοι, πόθῳ ἐκμιμούμενοι, τὴν αὐτοῦ πολιτείαν, ἵνα ὑπαντήσωμεν, τῷ Χριστῷ ἐν ἐλέω, λαμπαδηφόροι πάντες οἱ πιστοί, ἐν οὐρανίοις σκηναῖς ἀγαλλόμενοι.

Αγία Κέρκυρα η Μάρτυρας

 Η Αγία Κέρκυρα έζησε τον 1ο αιώνα μ.Χ. και ήταν κόρη του Βασιλιά Κερκυλλίνου και πίστεψε στον Χριστό από τα μαρτύρια των Αγίων Αποστόλων Ιάσονος και Σωσιπάτρου. Ομολόγησε τον Χριστό και πούλησε όλα της τα κοσμήματα, και τα χρήματα τα έδωσε στους φτωχούς. Όταν το έμαθε ο πατέρας της και αφού δεν μπόρεσε να μεταστρέψει τη γνώμη της, την παρέδωσε σ' έναν Αιθίοπα για να τη διαφθείρει. Αλλά ο Αιθίοπας πίστεψε στον Χριστό δι' αυτής και θανατώθηκε. Η δε Κέρκυρα βασανίστηκε με πολλούς τρόπους και στο τέλος την κρέμασαν και τη θανάτωσαν με βέλη.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός

 


Άγιοι Ιάσονας και Σωσίπατρος οι Απόστολοι

 Οι Άγιοι Απόστολοι Ιάσων και Σωσίπατρος ανήκουν στη χορεία των Αποστόλων του Κυρίου και κατάγονταν ο μεν Ιάσων από την Ταρσό ή τη Θεσσαλονίκη, κατά το παλαιό χειρόγραφο, όπως σημειώνει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο δε Σωσίπατρος από την Αχαΐα.


Το όνομα του Ιάσων απαντά σε δύο από τα βιβλία της Καινής Διαθήκης. Στις Πράξεις των Αποστόλων και στην προς Ρωμαίους Επιστολή του Παύλου.


Ο Απόστολος Παύλος, μετά τους Φιλίππους, ήλθε στην Θεσσαλονίκη, όπου δίδαξε επί τρεις εβδομάδες. Η διδασκαλία του επέσυρε το μίσος των Ιουδαίων, οι οποίοι στράφηκαν εναντίον του, παρακινώντας και τους αγοραίους της πόλεως. Επειδή φιλοξενούνταν στο σπίτι του Ιάσονος, οι Ιουδαίοι τον αναζήτησαν εκεί. Δεν τον βρήκαν όμως, γι' αυτό έσυραν τον Ιάσονα και τους άλλους αδελφούς στους πολιτάρχες, δηλαδή στους δημοτικούς άρχοντες. Στην αφήγηση αυτή των Πράξεων των Αποστόλων αναφέρεται για πρώτη φορά το όνομα του Ιάσονα. Στην προς Ρωμαίους Επιστολή ο Παύλος αναφέρει τον Ιάσονα με εκείνους που απηύθυναν χαιρετισμούς στους παραλήπτες της Επιστολής.


Από την Αγία Γραφή, από την οποία έχουμε τις πρώτες πληροφορίες και συγκεκριμένα στην προς Ρωμαίους Επιστολή, ο Ιάσων και ο Σωσίπατρος χαρακτηρίζονται «συγγενεῖς» του Αποστόλου Παύλου. Ο χαρακτηρισμός αυτός δημιούργησε ορισμένα ερωτήματα. Κατά πάσα πιθανότητα σημαίνει ότι ο Παύλος και ο Ιάσων ήταν ομότεχνοι, πάντως όχι συγγενείς εξ αίματος. Εν τούτοις, όπως δέχονται οι ερευνητές, ο αναφερόμενος στις Πράξεις των Αποστόλων και στην Επιστολή είναι ένα και το αυτό πρόσωπο. «Τούτου τοῦ Ἰάσονος», λέγει ο ιερός Χρυσόστομος, «καὶ Λουκᾶς μέμνηται. Οὐ γὰρ ἁπλῶς συγγενῆν μέμνηται, εἰ μὴ καὶ τὴν εὐσέβειαν εἶεν ἑοικότως αὐτῷ». Με το ίδιο πνεύμα ομιλεί και ο Θεοφύλακτος: «Εἰ μὴ γὰρ τοιοῦτοι ἦσαν, οὐκ ἂν αὐτῶν ἐμνήσθη». Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουν ο Θεοδώρητος Κύρου, ο Οικουμένιος και όλοι οι νεότεροι ερμηνευτές. Δέχονται δηλαδή ταυτισμό του Ιάσονος των Πράξεων και της Επιστολής.


Ο Ιάσων φαίνεται ότι διατηρούσε μικρό εργαστήριο υφαντουργίας, στο οποίο ο Παύλος βρήκε εργασία. Αυτό σημαίνει ότι ο συνεργάτης του Αποστόλου ήταν εγκατεστημένος στη Θεσσαλονίκη και ίσως μονίμως. Το Μηναίον της Εκκλησίας φέρει τον Ιάσονα Ταρσέα ως προς την καταγωγή. «Τούτων ὁ μὲν Ἰάσων Ταρσεὺς ἦν, ὃς καὶ πρῶτος ἐκεῖθεν ζωγρεῖται πρὸς τὴν εὐσέβειαν». Ίσως η άποψη αυτή σχηματίσθηκε από την φράση του Παύλου «οἱ συγγενεῖς μου» και κυρίως από παρερμηνεία σχετικής φράσεως των λεγομένων «Πράξεων τῶν Ἁγίων», έργο κατά πάσα πιθανότητα του 9ου αιώνα μ.Χ. Οι «Πράξεις τῶν Ἁγίων» αναφέρουν ότι ο Ιάσων καταστάθηκε από τον Παύλο, Επίσκοπος Ταρσού. «Ἐξ ἀρχῆς», λέγει το κείμενο των «Πράξεων τῶν Ἁγίων», «ὁμοῦ Ἰάσων τῆς Ταρσοῦ μητρόπολιν κυβερνῶν ἐμπεπίστευτο παρὰ Παύλου ὡς οἰκείαν πατρίδα». Αλλά το «οικείαν πατρίδα» δεν αναφέρεται στον Ιάσονα, αλλά στον Ταρσέα Παύλο, που εμπιστεύθηκε την πατρίδα του στον Ιάσονα. Αλλά και αν ακόμη ο Ιάσων καταγόταν από την Ταρσό, δεν θα ήταν Χριστιανός πριν από την εγκατάστασή του στη Θεσσαλονίκη. Τούτο είναι εύκολο να το ισχυρισθούμε, διότι εάν είχε γνωρίσει την χριστιανική πίστη στην Ταρσό, βρισκόμενος στην Θεσσαλονίκη έπρεπε τουλάχιστον να είχε προλειάνει το έδαφος. Το μόνο βέβαιο είναι ότι ο Ιάσων ζούσε στην Θεσσαλονίκη και ότι έγινε μαθητής του Αποστόλου Παύλου.


Η γνώμη του Holzner ότι ο Απόστολος Παύλος ήλθε από τους Φιλίππους στη Θεσσαλονίκη κομίζοντας Επιστολές προς τον Ιάσονα, συνηγορεί υπέρ της απόψεως εκείνης ότι ο Παύλος δεν γνώριζε τον Ιάσονα και ότι ο Ιάσων γνώρισε τον Χριστιανισμό από τον Παύλο. Ο Απόστολος Παύλος στα πρώτα χρόνια της ιεραποστολικής δράσεώς του, επισκεπτόταν καταρχήν τους Ιουδαίους και έπειτα απευθυνόταν στους Εθνικούς. Έτσι και στη Θεσσαλονίκη, όπως είναι γνωστό, πρώτα επισκέφθηκε τη συναγωγή, όπου και μίλησε. Πολλοί από τους ερμηνευτές ισχυρίζονται ότι ο Ιάσων ήταν Ιουδαίος. Το όνομα Ιάσων ήταν συνηθισμένο στους Έλληνες, το έπαιρναν όμως και πολλοί Ελληνιστές Ιουδαίοι. Η πληροφορία του Δωροθέου Τύρου, ότι ο Ιάσων ήταν ένας από τους Εβδομήκοντα Μαθητές του Κυρίου έχει αποκρουσθεί.


Η δράση του Ιάσονος, αρχίζει αμέσως μετά την μεταστροφή του στον Χριστό. Φιλοξενεί τον Παύλο στο σπίτι του, προσφέρει στον δάσκαλο και στους πρώτους Χριστιανούς τη βοήθειά του, διαθέτει το ίδιο του το σπίτι για τις συνάξεις και υφίσταται διώξεις χάρη του Ευαγγελίου. Η αναζήτηση του Παύλου από τους Ιουδαίους και η σύλληψη του Ιάσονος στη Θεσσαλονίκη ήταν πράξη ανεύθυνη. Αν πράγματι οι κατηγορίες ότι ενεργούσε κατά του Καίσαρος ήταν επιβεβαιωμένες, τότε έπρεπε να γίνει έρευνα όχι από τον όχλο, αλλά από τις αρχές. Οι πολιτάρχες, ύστερα από εξέταση στην οποία υπέβαλαν τον Ιάσονα και τους αδελφούς, τους άφησαν ελεύθερους και τους διαβεβαίωσαν ότι δεν επρόκειτο να ενοχληθούν. Παρόλα αυτά, η θέση του Ιάσονος δεν έπαυσε να είναι επισφαλής.


Όλα αυτά αποτελούν προοίμιο άλλων διώξεων που επρόκειτο να υποστεί ο Ιάσων. Ο ιερός Χρυσόστομος, επαινώντας τον Απόστολο Ιάσονα, τον χαρακτηρίζει θαυμαστό: «Θαυμαστὸς ὁ ἀνὴρ εἰς κινδύνους ἑαυτὸν ἐκδοὺς καὶ ἐκπέμψας αὐτούς».


Μετά τα συμβάντα στη Θεσσαλονίκη, ο Παύλος αναχωρεί γρήγορα για την Βέροια. «Οἱ δὲ ἀδελφοὶ διὰ νυκτὸς ἐξέπεμψαν τόν τε Παῦλον καὶ Σίλαν εἰς Βέροιαν». Πρωτοστάτης για τη φυγάδευση του διδασκάλου τους ήταν ο Ιάσων, ο οποίος έμεινε στη Θεσσαλονίκη διοργανώνοντας την πρώτη Εκκλησία.


Όταν οι Απόστολοι Τιμόθεος και Σίλας πήγαν στην Κόρινθο, ο Ιάσων τους έδωσε χρήματα για τον Παύλο. Και όταν ο Απόστολος Παύλος έγραφε την προς Ρωμαίους Επιστολή, ο Ιάσων ήταν στην Κόρινθο και απηύθυνε χαιρετισμούς στους Χριστιανούς της κοινότητος της Ρώμης.


Μια παράδοση φέρει τον Απόστολο Ιάσονα Επίσκοπο της γενέτειρας του διδασκάλου του, τον δε Απόστολο Σωσίπατρο Επίσκοπο Ικονίου. Άλλη πάλι παράδοση, την οποία όμως αποκρούουν οι ερμηνευτές, θέλει τον Ιάσονα Επίσκοπο Ικονίου. Τόσο ο Ιάσων όσο και ο Σωσίπατρος ήλθαν στην Κέρκυρα, όπου ανέπτυξαν πλούσια δράση.


Και οι δύο συνεργάτες του Αποστόλου Παύλου, εξαιτίας της ιεραποστολικής τους δραστηριότητας, συκοφαντήθηκαν, συνελήφθησαν και ρίχθηκαν στη φυλακή από τον ηγεμόνα Κερκυλλίνο. Στην φυλακή μετέστρεψαν επτά ληστές στον Χριστό, οι οποίοι αργότερα μαρτύρησαν για την πίστη τους και το δεσμοφύλακα Αντώνιο. Οι δύο Απόστολοι παραδόθηκαν από τον ηγεμόνα στον έπαρχο Καπριανό, ο οποίος μην μπορώντας να τους μεταπείσει, τους έριξε στην φυλακή.


Τα βασανιστήρια που υπέστησαν από τον έπαρχο οι δύο Απόστολοι, συγκίνησαν την θυγατέρα του ηγεμόνος, Κέρκυρα, η οποία ασπάσθηκε τον Χριστιανισμό. Οι δύο Απόστολοι ρίχθηκαν σε ένα σιδερένιο καζάνι, όπου υπήρχε πίσσα και ρητίνη. Ο Ιάσων εξήλθε αβλαβής, ενώ ο Σωσίπατρος πέθανε. Από τη δοκιμασία αυτή των δύο Αποστόλων, ο ηγεμόνας μετανόησε, κατηχήθηκε, βαπτίσθηκε και μετονομάσθηκε Σεβαστιανός.


Ο Απόστολος Ιάσων, όπως αναφέρουν οι «Πράξεις τῶν Ἁγίων», έζησε μέχρι τα βαθειά γεράματα, διακονώντας την Εκκλησία της Κέρκυρας και χτίζοντας ναούς. Οι Κερκυραίοι για την προσφορά των δύο Αποστόλων, τους ευλαβούνται και προς τιμήν τους υπάρχει περικαλλής ναός, που θεωρείται ο αρχαιότερος στην πόλη.


Οι τίμιες κάρες των Αγίων Αποστόλων Ιάσονος και Σωσιπάτρου φυλάσσονται με ευλάβεια στην ιερά μονή Οσίου Λουκά Βοιωτίας.



Ἀπολυτίκιον  

Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Δυὰς ἡ ὁμότροπος, τῶν Ἀποστόλων Χριστοῦ, Ἰάσων ὁ ἔνδοξος, Σωσίπατρος ὁ κλεινός, συμφώνως τιμάσθωσαν οὗτοι γὰρ δεδειγμένοι, τὸν τῆς χάριτος λόγον, ηὔγασαν ἐν Κερκύρᾳ, εὐσεβείας τὸ φέγγος, πρεσβεύοντες τῷ Κυρίῳ, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἠμῶν.


Έτερον Ἀπολυτίκιον

Ἦχος γ’.

Ἀπόστολοι ἅγιοι, πρεσβεύσατε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν, παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.


Κοντάκιον

Ἦχος β’. Χειρόγραφον εἰκόνα.

Τοῖς δόγμασι τοῦ Παύλου καταυγασθέντες, γεγόνατε φωστῆρες τῆς οἰκουμένης, τρισμακάριοι· καταυγάζετε γὰρ ἀεί κόσμον θαύμασιν, Ἰάσον, ἡ πηγή τῶν ἱαμάτων, Σωσίπατρε, Χριστοῦ Μαρτύρων κλέος, Ἀπόστολοι θεοφόροι, προστάται τῶν ἐν ἀνάγκαις, καθικετεύσατε Θεῷ, τοῦ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.


Μεγαλυνάριον

Χαίροις Ἀποστόλων ἡ ξυνωρίς, τῆς σεπτῆς Τριάδος, δημηγόροι καὶ ὑπουργοί, σὺν τῷ Σωσιπάτρῳ, Ἰάσων θεοφόρε· ὑμεῖς γὰρ ἀληθείας, ὤφθητε στόματα.


Ὁ Οἶκος

Ἀπόστολοι θεηγόροι, καὶ κήρυκες εὐσεβείας, διδάσκαλοι καὶ προστάται εὐσεβούντων ἀεισέβαστοι, παρεστηκότες Θεῷ, καὶ φωτὸς θείου πληρούμενοι, καὶ στεφάνοις ἐγκοσμούμενοι, φωτίσατε ἡμᾶς δεόμεθα, γεραίρειν τὴν ὑμῶν πανέορτον πανήγυριν, ἐν εὐφήμοις ὑμνῳδίαις εὐσεβῶς· πάντες γὰρ ἐσμεν ποίμνιον ὑμῶν, λυτρωθέντες τῆς πλάνης ἐν χάριτι, ἀλλ' ὡς ὄντες σωτῆρες τῶν πιστῶν, σπεύσατε πρὸς τὸν Κτίστην, πρεσβεύειν παρρησίᾳ, τοῦ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.


Κάθισμα

Ἦχος α'. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.

Ἰάσονα πιστοί, καὶ Σωσίπατρον ὕμνοις, ὡς μύστας ἱερούς, τῆς Ἁγίας Τριάδος, καὶ κήρυκας τῆς Πίστεως, ἐπαξίως τιμήσωμεν, ὅπως λάβωμεν, ταῖς παρακλήσεσι τούτων, πάντες ἔλεος, καὶ χάριν εὕρωμεν θείαν, εἰς εὔκαιρον βοήθειαν.

Τρίτη 28 Απριλίου 2026

Στην πνευματική ζωή «έτοιμο» δεν υπάρχει...

 Στην εποχή μας αρκετοί από εμάς τους χριστιανούς πάσχουμε και από την πνευματική ασθένεια του «έτοιμου»....

Τι εννοώ: Τα θέλουμε όλα έτοιμα, ιδίως στην πνευματική ζωή, και χωρίς να κουρασθούμε και να αγωνισθούμε εμείς. Το ζω πολύ έντονα στην Άπω Ανατολή όπου αρκετοί επισκέπτες χριστιανοί παραπονούνται διότι δεν βρίσκουν τα «έτοιμα».


Παραδείγματα υπάρχουν πολλά.

 Στην ενορία θέλουμε παπά δραστήριο, θαυματουργό και διορατικό... εμείς όμως στην οικογένεια θεωρούμε δυστύχημα ένα παιδί μας να ιερωθεί και βεβαίως ούτε κουβέντα να το οδηγήσουμε προς αυτή την κατεύθυνση....


 Θέλουμε Ψάλτες με αγγελική φωνή να σολάρουν και να σείεται ο τόπος... σιγά μην μπούμε στην διαδικασία να συμψάλλουμε... τσάμπα παράσταση...


 Θέλουμε να επισκεπτόμασθε Μοναστήρια και να θαυμάζουμε τα έργα των μοναχών... ούτε λόγος όμως να γίνουμε εμείς μοναχοί ή να αφήσουμε κάποιο παιδί μας να ακολουθήσει την μοναχική πολιτεία... μακριά από εμάς...


 «Ενθρονίζουμε» στους ναούς μας αντίγραφα θαυματουργών εικόνων... ετοιματζίδικο και δοκιμασμένο... γιατί να κουρασθούμε να προσευχηθούμε εμείς μπροστά στις υπάρχουσες εικόνες του ναού; Γιατί να τις βαπτίσουμε εμείς με τα δάκρυα της μετανοίας μας και να τις καθαγιάσουμε με την ως θυμίαμα αναπεμπομένη θερμή προσευχή μας; Αγωνίσθηκαν άλλοι... Γιατί να κουρασθούμε εμείς;


Καμαρώνουμε για την χριστιανική μας ιδιότητα... σε λειτουργίες όμως δεν πατάμε, μετάνοια δεν έχουμε, ακούμε για εξομολόγηση και ανατριχιάζουμε, νομίζουμε ότι ο Θεός μας το χρωστάει να μας βάλει στον παράδεισο και μάλιστα πρώτο τραπέζι πίστα...


Ξεχνάμε, όμως, ότι δίχως λίγο έστω κόπο, θέση κοντά στον Χριστό δεν έχουμε... Θυμηθείτε μετά την Ανάσταση το περιστατικό όπου οι μαθητές βγήκαν στην στεριά μετά από μια νύχτα ψαρέματος και συνάντησαν στην παραλία τον Ιησού... Είχε φτιάξει μια ωραία θράκα με αναμμένα κάρβουνα και μόλις τους είδε τους είπε: φέρατε κανά ψαράκι να ψήσουμε; 

Οι μαθητές απάντησαν ότι δεν έπιασαν τίποτα.

 Τους ξαναέστειλε ο Ιησούς και τώρα οι μαθητές έπιασαν πλήθος ιχθύων. Βγαίνουν για δεύτερη φορά στην στεριά και βλέπουν στην θράκα ένα ψάρι να ψήνεται και ψωμί. Κι ο Ιησούς τους λέγει: Φέρτε και από τα ψάρια που πιάσατε, να τα ψήσουμε και να γευματίσουμε όλοι μαζί...

Συμπέρασμα: Στην πνευματική ζωή «έτοιμο» δεν υπάρχει...

Mητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Γέροντας Σωφρόνιος: Ὅταν περάσουν οἱ δοκιμασίες...

 Ἡ ὁδὸς τοῦ χριστιανοῦ σὲ γενικὲς γραμμὲς εἶναι τέτοιας λογῆς.

Στὴν ἀρχὴ ὁ ἄνθρωπος προσελκύεται ἀπὸ τὸ Θεὸ μὲ τὴ δωρεὰ τῆς χάρης, κι ὅταν ἔχει πιὰ προσελκυσθεῖ, τότε ἀρχίζει μακρὰ περίοδος δοκιμασίας. Δοκιμάζεται ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη του στὸ Θεό, καὶ δοκιμάζεται «σκληρά».

Στὴν ἀρχὴ οἱ αἰτήσεις πρὸς τὸ Θεό, μικρὲς καὶ μεγάλες, ἀκόμη καὶ οἱ παρακλήσεις ποῦ μόλις ἐκφράζονται, ἐκπληρώνονται συνήθως μὲ γρήγορο καὶ θαυμαστὸ τρόπο ἀπὸ τὸ Θεό.


  Ὅταν ὅμως ἔλθει ἡ περίοδος τῆς δοκιμασίας, τότε ὅλα ἀλλάζουν καὶ σὰν νὰ κλείνεται ὁ οὐρανὸς καὶ νὰ γίνεται κουφὸς σ’ ὅλες τὶς δεήσεις.

Ὁ Θεὸς ἐγκαταλείπει τὸν ἄνθρωπο;… Εἶναι δυνατὸ αὐτό;…

Κι ἐν τούτοις στὴ θέση τοῦ βιώματος τῆς ἐγγύτητας τοῦ Θεοῦ ἔρχεται στὴν ψυχὴ τὸ αἴσθημα πῶς Ἐκεῖνος εἶναι ἀπείρως, ἀπροσίτως μακριά, πέρα ἀπὸ τοὺς ἀστρικοὺς κόσμους κι ὅλες οἱ ἐπικλήσεις πρὸς Αὐτὸν χάνονται ἀβοήθητες στὸ ἀχανές του κοσμικοῦ διαστήματος. Ἢ ψυχὴ ἐντείνει ἐσωτερικὰ τὴν κραυγή της πρὸς Αὐτόν, ἀλλὰ δὲν βλέπει ἀκόμα οὔτε βοήθεια ΟΥΤΕ προσοχή. Ὅλα τότε γίνονται φορτικά.

Ὅλα κατορθώνονται μὲ δυσανάλογα μεγάλο κόπο. Ή ζωή γεμίζει ἀπὸ μόχθους κι ἀναδεύει μέσα στὸν ἄνθρωπο τὸ αἴσθημα πῶς βαραίνει πάνω του ἢ κατάρα καὶ ἢ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ.

   Ὅταν ὅμως περάσουν αὐτὲς οἱ δοκιμασίες, τότε θὰ δεῖ πῶς ἡ θαυμαστὴ πρόνοια τοῦ Θεοῦ τὸν φύλαγε προσεκτικὰ σ’ ὅλες τὶς πτυχὲς τῆς ζωῆς του.

Χιλιόχρονη πείρα, ποῦ παραδίνεται ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά, λέει πῶς, ὅταν ὁ Θεὸς δεῖ τὴν πίστη τῆς ψυχῆς τοῦ ἀγωνιστῆ γι’ Αὐτόν, ὅπως εἶδε τὴν πίστη τοῦ Ἰώβ, τότε τὸν ὁδηγεῖ σὲ ἀβύσσους καὶ ὕψη ποῦ εἶναι ἀπρόσιτα σ’ ἄλλους.

  Ὅσο πληρέστερη καὶ ἰσχυρότερη εἶναι ἡ πίστη καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ ἀνθρώπου στὸ θεό, τόσο μεγαλύτερο θὰ εἶναι καὶ τὸ μέτρο τῆς δοκιμασίας καὶ ἡ πληρότητα τῆς πείρας, ποῦ μπορεῖ νὰ φτάσει σὲ μεγάλο βαθμό.



   Τότε γίνεται ὁλοφάνερο πῶς ἔφτασε στὰ ὅρια, ποῦ δὲν μπορεῖ νὰ ξεπεράσει ὁ ἄνθρωπος.

Όσιος Κύριλλος Επίσκοπος Τούρωφ

 Ο Όσιος Κύριλλος γεννήθηκε από πλούσιους γονείς την τρίτη δεκαετία του 12ου αιώνα μ.Χ. στην πόλη Τούρωφ, στον ποταμό Προπάιατ. Από πολύ νωρίς ο Όσιος Κύριλλος με ένθερμο ζήλο μελετούσε τα ιερά βιβλία της Εκκλησίας και τους Πατέρες. Σπούδασε μάλιστα και την ελληνική γλώσσα.


Όταν ωρίμασε, αρνήθηκε την πατρική του κληρονομιά και εγκατέλειψε τα εγκόσμια. Εκάρη μοναχός στο μοναστήρι των Αγίων Βόριδος και Γκλεμπ, στο Τούρωφ. Ασκήθηκε πάρα πολύ στη νηστεία και στην αδιάλειπτη προσευχή και δίδασκε με τον τρόπο του την υπακοή. Έλεγε δε ότι ο μοναχός ο οποίος δεν υπακούει στον ηγούμενο, δεν ολοκληρώνει την μοναχική του υπόσχεση και έτσι δεν μπορεί να σωθεί. Έχουν μάλιστα διασωθεί και τρία συγγράμματα του Οσίου Κυρίλλου σχετικά με τον μοναχικό βίο και την πολιτεία των μοναχών.


Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, ο Όσιος έζησε ως στυλίτης και εντρύφησε πολύ στην Αγία Γραφή. Και πολλοί άνθρωποι τον επισκέπτονταν για συμβουλές στην πνευματική ζωή και καθοδήγηση.


Λόγω της αγιότητας του βίου του ο Άγιος ασκητής εξελέγη Επίσκοπος της πόλεως Τούρωφ έχοντας πάντα συναίσθηση του υψηλού ιεραρχικού αξιώματος, στο οποίο ο Κύριος τον είχε καλέσει.


Το έτος 1169, ο Όσιος Κύριλλος συμμετείχε σε μία Σύνοδο και επέκρινε τον Επίσκοπο Θεόδωρο, ο οποίος κατείχε την καθέδρα του Βλαντιμίρ και της Σουζδαλίας και ο οποίος επιθυμούσε να χωρισθεί από την κανονική δικαιοδοσία της μητροπολιτικής περιφέρειας του Κιέβου.


Η αγάπη του για την ησυχία και την απομόνωση τον οδήγησε σε παραίτηση από τον επισκοπικό θρόνο. Έτσι αφιερώθηκε πλήρως στην άσκηση και την συγγραφή πνευματικών έργων.


Ο Όσιος Κύριλλος κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 1183. Οι σύγχρονοί του τον θεωρούσαν ως τον Χρυσόστομο της Εκκλησίας της Ρωσίας. Εκείνος όμως ταπεινά έγραφε για τον εαυτό του: «Δεν είμαι θεριστής, παρά μαζεύω τα δεμάτια των σιτηρών».

Όσιος Αυξίβιος

 Ο Όσιος Αυξίβιος καταγόταν από την Κύπρο και έζησε κατά τον 4ο αιώνα μ.Χ. Ήταν Επίσκοπος Σόλων και υπογράφει πρώτος, μεταξύ δώδεκα Κυπρίων Επισκόπων, τα Πρακτικά της Συνόδου της Σαρδικής, το 343 μ.Χ., ενώ νωρίτερα, το έτος 325 μ.Χ., είχε λάβει μέρος και στην Α' Οικουμενική Σύνοδο, που συνήλθε στη Νίκαια. Ο Άγιος Αυξίβιος κοιμήθηκε με ειρήνη.


Όσιος Μέμνων ο Θαυματουργός

 Ο Όσιος Μέμνων από νεαρή ηλικία εγκατέλειψε τον κόσμο και αφιέρωσε τον εαυτό του στον Θεό. Εκάρη μοναχός και με τους ασκητικούς του αγώνες υπέταξε τη σάρκα στο πνεύμα. Η θεία χάρη, αντάμειψε την αρετή του Οσίου Μέμνων και τον αξίωσε να θαυματουργεί.


Συνέβη κάποτε να κατακλύσουν τους αγρούς των χωρικών σμήνη ακριδών. Αυτοί χωρίς να μπορούν να κάνουν τίποτα, κλαίγοντας έβλεπαν την καταστρεπτική αυτή μάστιγα. Ο Όσιος Μέμνων λυπήθηκε τους οικογενειάρχες εκείνους και ένοιωσε την απόγνωση τους. Προσευχήθηκε λοιπόν θερμά στο Θεό και πέτυχε την απαλλαγή του τόπου από τα ολέθρια σμήνη. Και όσες φορές οι γεωργικοί πληθυσμοί της περιοχής του έπεφταν σε μεγάλη στενοχώρια, ο Μέμνων τους πήγαινε βοήθεια από τις οικονομίες του μοναστηριού, του οποίου αναδείχτηκε και ηγούμενος. Πήγαινε μάλιστα και σ' άλλες πόλεις που μάζευε συνδρομές, με τις οποίες συμπλήρωνε την ανακούφιση των πασχόντων.


Κατά το θάνατο του, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, έτρεξαν και συνόδευσαν την κηδεία του, με τα θερμότερα δάκρυα και τις εγκαρδιότερες ευχές.


Σε μερικούς συναξαριστές η μνήμη του Οσίου επαναλαμβάνεται και στις 19 Μαΐου.



Κάθισμα

Ἦχος πλ. δ΄. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.

Ὡς ἀστέρα σε πάντες φωτοειδῆ, ἀρετῶν καὶ θαυμάτων μααρμαρυγαῖς, τὸν κόσμον φωτίζοντα, εὐφημοῦμεν μακάριε, κοινωνὸς γὰρ θείας, λαμπρότητος γέγονας, καὶ πρὸς φέγγος Μέμνων, μετέβης τὸ ἄδυτον· ὅθεν τὴν φωσφόρον, καὶ ἁγίαν σου μνήμην, τιμῶμεν ἑκάστοτε, τὸν Σωτῆρα δοξάζοντες, καὶ πιστῶς ἐκβοῶμέν σοι· πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ τὴν ἁγίαν μνήμην σου.


Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός

 


Άγιοι Εννέα Μάρτυρες εν Κυζίκω

 Οι Άγιοι εννέα μάρτυρες της Κυζίκου δηλ. ο Θεόγνις, ο Ρούφος, ο Αντίπατρος, ο Θεόστιχος, ο Αρτεμάς, ο Μάγνος, ο Θεόδουλος, ο Θαυμάσιος και ο Φιλήμονας καταγόταν από διάφορους τόπους. Συνελήφθησαν όμως όλοι μαζί στη Κύζικο την περίοδο των διωγμών. Όταν οδηγήθηκαν μπροστά στον τοπικό άρχοντα επέδειξαν θαυμαστή γενναιότητα και υπερασπίσθηκαν με παρρησία και θάρρος την πίστη τους. για το λόγο αυτό και για να καμφθεί το σθένος τους ρίχθηκαν στη φυλακή. Εκεί χωρίς νερό και ψωμί προσευχόταν και δοξολογούσαν τον Κύριό τους ο οποίος τούς αξίωσε να υποφέρουν για Εκείνον και ο ένας έδινε θάρρος στον άλλον. Όταν ο άρχοντας από τη φυλακή τους ρώτησε για τελευταία φορά αν επιμένουν να πιστεύουν στο Χριστό όλοι «εν ενί στόματι και μία καρδία» του απάντησαν ότι προτιμούν το μαρτύριο από το να αρνηθούν τον Πλάστη και Δημιουργό και Σωτήρα του κόσμου. Έξαλλος από οργή ο άρχοντας διέταξε αμέσως τον αποκεφαλισμό τους χαρίζοντάς τους την ουράνια δόξα.



Ἀπολυτίκιον  

Ἦχος γ'. Θείας πίστεως.

Θείας πίστεως, τὴ συμφωνία, ἐννεάριθμος, Μαρτύρων δῆμος, ἐν Κυζίκῳ ἱερῶς ἠνδραγάθησε, τὸν γὰρ Ὑπέρθεον Λόγον κηρύξαντες, ὑπὲρ αὐτοῦ ὡς ἀμνοὶ σφαγιάζονται, ὅθεν ἄφεσιν, αἰτοῦνται ἠμὶν καὶ ἔλεος, τοὶς μέλπουσιν αὐτῶν τὴν θείαν ἄθλησιν.


Δευτέρα 27 Απριλίου 2026

Η Εκκλησία είναι το γενικό νοσοκομείο. Μέσα εδώ όλοι είμαστε ασθενείς πάσης φύσεως.

 Παλαιότερα οι άνθρωποι είχαν μια συνεργασία μεταξύ τους. Είχαν μια ανθρώπινη επικοινωνία. Σήμερα μένουν στην ίδια πολυκατοικία και δεν ξέρουν ποιος είναι δίπλα τους.

Σαν να είμαστε ξεμοναχιασμένοι όλοι μας. Και όσο ξεμοναχιάζεται κανείς, τόσο φεύγει από την αλήθεια του Θεού, της Εκκλησίας.


  Να δεχόμαστε τον αδελφό έτσι όπως είναι. Αυτό είναι το μυστικό. Έτσι αρχίζει κανείς και ξεμπλοκάρεται και βγαίνει από τη δική του ασφυκτική κατάσταση. Έτσι βοηθάει και τον άλλο να αρχίσει να ξεσφίγγει και τις δικές του αλυσίδες.


  Εχθρός μπορεί να είναι ο πλησίον – ο σύζυγος, ο γιος, η κόρη, οι συγγενείς, οι γείτονες, οι συνεργάτες. Αυτοί γίνονται εχθροί μας εξαιτίας των μη σωστών εκδηλώσεών μας και με την όλη δική μας στάση. Αν δηλαδή μέσα μας δεν μπορούμε να αγκαλιάσουμε αυτόν τον άνθρωπο έτσι όπως είναι – όχι αφού διορθωθεί πρώτα και γίνει όπως εμείς θα τον θέλαμε – δεν φτάσαμε ακόμη σε μέτρα, δεν γίναμε έτσι όπως μας θέλει ο Θεός.


  Αν δεν καταλάβουμε ότι κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός και ανεπανάληπτος – έχει δική του προσωπικότητα, δική του οντότητα, και δεν μπορούμε εμείς να τον αλλάξουμε – θα υποφέρουμε.


  Να δεχόμαστε τους συνανθρώπους μας έτσι όπως είναι. Δεν θα τους μάθουμε εμείς το μάθημα· είναι ο Θεός πάνω από μας. Αυτός κάποια συγκεκριμένη στιγμή θα δώσει όλη την ευχέρεια και την ευκαιρία στον καθένα μας να αφυπνισθεί. Θα βρει τον τρόπο να μας αγγίξει όλους στο τέλος, όσοι φυσικά έχουμε καλή διάθεση. Δεν θα αφήσει κανέναν ο Θεός έξω από αυτή την πραγματικότητα, κανέναν που επιθυμεί τη σωτηρία.


  Ο αληθινά χριστιανός ποτέ δεν πιστεύει ότι έφτασε σε υψηλά μέτρα. Αντίθετα, πιστεύει ότι είναι ένα τίποτε, και με πολλή συγκατάβαση, ταπείνωση, συμπόνοια, συμμετέχει στην όλη δυσκολία του πλησίον. Συγκαταβαίνει, βλέπει το πρόβλημα του πλησίον και προσπαθεί να κάνει το παν για να τον ειρηνεύσει, να τον βοηθήσει να βγει από το πρόβλημά του.


  Να έχουμε την ικανότητα να εντοπίζουμε στον πλησίον – μέσα σε όλα τα άσχημα που βλέπουμε ότι έχει – και κάποια καλά στοιχεία· από εκεί να πιαστούμε. Αυτά είναι ψήγματα χρυσού, έχουν αξία.


  Η Εκκλησία είναι το γενικό νοσοκομείο. Μέσα εδώ όλοι είμαστε ασθενείς πάσης φύσεως. Επομένως, έχουμε υποχρέωση ο ένας να στηρίζει τον άλλο, να κατανοεί τον άλλο, να μπαίνει στη θέση του άλλου, και όλοι μαζί να έχουμε στόχο τη θεραπεία της ψυχής μας· θεραπεία που δίνεται δωρεάν τελείως από το πολύ έλεος, τη μεγάλη ευσπλαχνία του Θεού. Αυτήν να νιώσουμε.


Αποσπάσματα από το βιβλίο της Γερόντισσας Φιλοθέης, ''Η υπέρβαση του εαυτού μας στην καθημερινή πραγματικότητα''. Πανόραμα Θεσσαλονίκης 2022, σελ. 99 

«Η ευχή είναι πνευματική υγεία, δύναμη, θεία βοήθεια, ελευθερία»

 Συνομιλία με τον σεπτό καθηγούμενο της Μονής Καρακάλλου



Μεγάλη η χαρά μας, καθώς συνεχίζουμε την επικοινωνία μας με τον σεπτό καθηγούμενο της Μονής Καρακάλλου Αρχιμανδρίτη π. Φιλόθεο.



– Μ.Μ.: Γέροντα, πότε πυργώθηκε το μοναστήρι σας;


– Αρχιμ. Φ.Κς: Η ακριβής χρονολογία δεν είναι γνωστή. Υπάρχει όμως χρυσόβουλο του αυτοκράτορος του Βυζαντίου Ρωμανού του Διογένους, στο οποίο μαρτυρείται ότι το μοναστήρι μας προϋπήρχε του ενδεκάτου αιώνος. Ο μεγαλοπρεπής πύργος που βλέπετε οικοδομήθηκε τον ΙΣΤ  αἰώνα με την δαπάνην ενός Μολδαβού ηγεμόνος.


– Μ.Μ.: Γέροντα, πόσοι πατέρες είσθε εδώ, στο κοινόβιο του Καρακάλλου;


– Αρχιμ. Φ.Κς: Η Μονή Καρακάλλου παρουσίαζε λειψανδρία μέχρι το 1981. Είχαν μείνει τέσσερις πατέρες. Τότε ήλθαμε μία ομάδα από τη Μονή Φιλοθέου εδώ κι επανδρώσαμε το μοναστήρι, καταρχήν οκτώ-δέκα πατέρες. Τώρα η αδελφότης αριθμεί τριανταπέντε πατέρες, δόξα τω Θεώ.


– Μ.Μ.: Το πρόγραμμά σας τη νύκτα ποιάν ώρα ξεκινάει;


– Αρχιμ. Φ.Κς: Αναλόγως αν είναι καλοκαίρι η χειμώνας. Η 12η ώρα ταυτίζεται με τη δύση του ηλίου. Δύση, το καλοκαίρι, έχουμε κανονικά στις 21.00 περίπου. Οπότε αρχίζουμε κατά τη 01.00 μ.μ. Κάπου δυόμισι ώρες εν τοις κελλίοις και μετά αρχίζει η ακολουθία, στις 03.50 περίπου, όταν είναι καλοκαίρι. Όσο προχωρούμε προς το φθινόπωρον, αλλάζουμε τις ώρες. Κάθε βδομάδα παρακολουθούμε τη δύση του ηλίου κ.ο.κ. Τον χειμώνα προς την άνοιξη, μεγαλώνει η μέρα· το καλοκαίρι προς το φθινόπωρο, μικραίνει η μέρα και μεγαλώνει η νύκτα. Εμείς ακολουθούμε αναλόγως τη δύση του ηλίου...



– Μ.Μ.: Γέροντα, τη νύκτα ο μοναχός στο κελλί του -πριν έλθει στο καθολικό για την κυρίως ακολουθία- τι κάνει από πλευράς προσευχής; Τι περιλαμβάνει η κατά μόνας άσκησις; Ορίζεται -απ’ όσο γνωρίζω- από τον Γέροντα, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες του καθενός, τις όποιες δυνατότητες, τις βιολογικές ικανότητες που έχει ο καθένας, τις αντοχές του τις σωματικές, την ωριμότητά του. Τι κάνει; Κάνει κομποσχοίνι; Διαβάζει Ευεργετηνό; Κάνει την παράκληση; Κάνει μετάνοιες; Τι κάνει στο κελλί του ο μοναχός πριν από την ακολουθία;


– Αρχιμ. Φ.Κς: Εκεί έχει μία ποικιλίαν από πνευματικές ενασχολήσεις ο κάθε μοναχός. Όπως είπατε κι εσείς πολύ σωστά, αναλόγως την ωριμότητα και την αντοχή του είναι και η εργασία του. Κυμαίνεται βέβαια από μοναχό σε μοναχό. Άλλοι έχουν περισσότερη δυνατότητα για τη νοερά προσευχή και την περισσότερη ώρα τη διαθέτουν γι’ αυτή την πνευματικήν εργασίαν. Άλλοι συνδυάζουν: Ασχολούνται την ώραν εκείνη και με την προσευχή και με την ανάγνωση πνευματικών και πατερικών βιβλίων και με τον κανόνα τους· αναλόγως, βέβαια, με τις ημέρες. Πολλές φορές ο μοναχός έχει περισσότερη διάθεση για προσευχήν, οπότε δίδεται περισσότερο βάρος εκεί. Άλλες φορές έχει περισσότερη διάθεση για την ανάγνωσιν η για να προσευχηθεί λ.χ. για διάφορα πρόσωπα που έχουν ανάγκη η να προσευχηθεί για το σύνολο της κοινωνίας μας· να κάνει προσευχή για τους υποφέροντες από διάφορες παθήσεις, γι’ αυτούς που έχουν διάφορα προβλήματα... Να προσευχηθεί για μεμονωμένα άτομα, να προσευχηθεί για ένα σύνολον ανθρώπων, αναλόγως την παρόρμηση που έχει μέσα του· διατίθεται η ώρα εκείνη αναλόγως και προσεύχεται. Θέλω να πω ότι κάθε βράδυ ο κανόνας κυμαίνεται. Πολλών ειδών τρόπους χρησιμοποιεί την ώραν εκείνην, τη γεμίζει πολύ ευχάριστα μπορώ να πω και είναι προετοιμασμένος όταν έρχεται στην ακολουθία. Η ώρα της ακολουθίας είναι πάλι ώρα πνευματικής εργασίας. Μετά ακολουθεί καθημερινώς η θεία Λειτουργία, πάντοτε εκτός της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Μάλιστα τελούνται συγχρόνως αρκετές Λειτουργίες σε παρεκκλήσια. Σε πολλές μονές τελούνται και επτά και οκτώ και τέσσερις και τρεις... Δηλαδή ο ένας ιερεύς στο καθολικό και οι άλλοι στα παρεκκλήσια.



– Αρχιμ. Φ.Κς:  Μάλιστα· όπως μας λέγει ο θείος Ιωάννης της Κλίμακος, «Ιησού ονόματι, μάστιζε πολεμίους». Αυτό το όνομα έχει πολλή δύναμη. Από τα παλαιότερα χρόνια και ιδιαίτερα στις ημέρες μας -επειδή οι άνθρωποι έχουμε συνήθως θολωμένο νου και δεν μπορούμε να συγκρατούμε πολλά λόγια- αυτή η προσευχή είναι στα μέτρα όλων. Μας την έχει δώσει ο Θεός σαν ένα μεγάλο δώρο, να μπορούμε να τη χρησιμοποιούμε. Έχει τέτοια δύναμη αυτή η προσευχή -αυτά τα λίγα λόγια με το όνομα του Χριστού το παντοδύναμο- που τρέμει ο πονηρός. Η ευχή βοηθά τον άνθρωπο, τον ξεθολώνει από τη ζάλη των λογισμών, τον ελευθερώνει από την πάλη με τον πονηρό. Πρέπει να καταβάλλουμε επίμονη προσπάθεια για να συγκεντρώνουμε τον νου μας στην προσευχήν αυτή. Σιγά σιγά, με την επανάληψή της, αρχίζει να ελευθερώνεται ο νους από την αιχμαλωσία που του δημιουργεί ο πονηρός στους λογισμούς του, που τον μπλέκει με την πανουργία του. Σιγά σιγά ξεθολώνει, αρχίζει να ενθαρρύνεται, μέσα του νιώθει μια παρηγοριά, μίαν αίσθηση χαράς, μίαν αίσθηση ειρήνης, μίαν αίσθηση πίστεως, υπομονής, καρτερίας. Δημιουργούνται μέσα του -με τη χάρη του Θεού- κάποια βιώματα ενθαρρυντικά, καθώς επικαλείται το όνομα του Χριστού. Η χάρη του Θεού αρχίζει να τον παρηγορεί.


– Μ.Μ.: Οι μοναχοί μοιράζονται, Γέροντα, στις Λειτουργίες;


– Αρχιμ. Φ.Κς: Ναι· κυρίως παρακολουθούν στο καθολικόν, επειδή έχουμε πολύ κόσμο και δεν χωρούμε όλοι στα παρεκκλήσια. Κανονικά πρέπει να γίνονται στα παρεκκλήσια οι καθημερινές Λειτουργίες.


– Μ.Μ.: Γέροντα -μια και μιλάτε περί προσευχής- πείτε μας, παρακαλώ, ποιά είναι η σημασία της ευχής· είναι λίγες, ελάχιστες λέξεις: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησον με», αλλά συντρίβει κόκαλα, όπως έλεγε ένας Γέροντας. Μαστιγώνει τον διάβολο! Ποιά είναι η σημασία της μονολόγιστης ευχής, που τόσο πολύ βοηθεί τον κόσμον, ίσως και χωρίς να το καταλαβαίνει ο κόσμος; Είναι η επίκληση του ονόματος του Κυρίου, που έχει τη βαρύτητα;


Μ.Μ.: Τον γλυκαίνει...


– Αρχιμ. Φ.Κς: Ναι, σιγά σιγά ελευθερώνεται ο νους, ξαστερώνει! Η ψυχή γεμίζει θάρρος κι ελπίδα. Ξεκαθαρίζει το τοπίο της καρδιάς του προσευχομένου. Ο άνθρωπος αυτός ενδυναμώνεται, χαριτώνεται. Όσο, μάλιστα, περισσότερο εργάζεται την ευχή, γίνεται πιο ελεύθερος, νιώθει καλύτερά τους εμπεριστάτους συνανθρώπους. Είναι φάρμακον η ευχή, δραστικό και σωτήριο! Το συνιστώ με όλη τη δύναμη της ψυχής μου. Είν’ εξυγιαντικό, θεραπευτικόν... Ο άνθρωπος με την ευχή σιγά σιγά ελευθερώνεται, συν τω χρόνω αποθεραπεύεται. Η ευχή είναι πνευματική υγεία, δύναμη, θεία βοήθεια, ελευθερία, όλα τα καλά!


– Μ.Μ.: Γέροντα, κι αν ακόμη ο νους δεν είναι συγκεντρωμένος -καθώς λέγεται η ευχή- πάλι υπάρχει ευλογία· έτσι δεν είναι;


– Αρχιμ. Φ.Κς: Ακριβώς όπως το είπατε· αν, παρ’ ελπίδα, ο νους δεν είναι συγκεντρωμένος, η συνοπτική αυτή προσευχή έχει την αυτενέργειά της και δυναμώνει τον προσευχόμενον. Ας το δούμε κάπως πρακτικά: Σ’ εμπόλεμη περίοδο, νύκτα, ο σκοπός ακούει από απέναντί του να έρχονται οι εχθροί. Δεν τους βλέπει· όμως, πυροβολώντας προς την πλευρά τους, τους αιφνιδιάζει και τους πανικοβάλλει. Σταματούν, κάπως φοβούνται να προχωρήσουν. Είδατε που υπάρχει αποτέλεσμα, ακόμη και αν τα πυρά δεν βρίσκουν στόχο; Πολύ περισσότερο, βέβαια, όταν πηγαίνουν στον στόχο τους. Για να το μεταφέρουμε στην ορολογία της μονολόγιστης ευχής, εάν κατά την επίκληση του θείου ελέους ο νους είναι απολύτως ευθυγραμμισμένος, τότε τ’ αποτελέσματα είναι άριστα. Αξίζει ο «κόπος» να προσπαθεί ο άνθρωπος να δίνεται ψυχή και σώματι στην προσευχήν αυτήν. Άλλωστε τα καλά κόποις κτώνται και πόνοις κατορθούνται. Μας συνιστούν οι άγιοι Πατέρες να κοπιάζουμε γι’ αυτό· αξίζει πέρα για πέρα... Άλλος δρόμος από την προσευχή δεν υπάρχει. Αυτή μας εξασφαλίζει την επικοινωνία με τον Κύριο και Θεό μας και δι’ αυτής μπαίνουμε καλύτερα στο νόημα της μυστηριακής ζωής.

Βέβαια, εδώ πρέπει να γενικεύσω. Μιλήσαμε για τη μονολόγιστη προσευχή. Όμως όλα τα είδη της προσευχής έχουν την αξία και τη σημασία τους. Από την Κυριακή προσευχή «Πάτερ ημών...» μέχρι τις διάφορες ακολουθίες, το απόδειπνο, την παράκληση και τους χαιρετισμούς της Παναγίας, το μεσονυκτικό, το ψαλτήρι -τόσα και τόσα- υπάρχει μεγάλη ποικιλία και δυνατότητα. Σας πληροφορώ ότι πολλοί μη ρασοφόροι αδελφοί -έγγαμοι, με τις υποχρεώσεις τους κ.λπ.- συναγωνίζονται τους μοναχούς στη νυκτερινή προσευχή! Όπως με πληροφορούν στην εξομολόγηση, αρχίζουν τα μεσάνυκτα κανόνα και κοιμούνται τις πρωινές ώρες! Περίπου όπως οι μοναχοί... Θαυμάζω που υπάρχουν τέτοιοι αγωνισταί στον κόσμο. Όσοι προσεύχονται τη νύκτα βρίσκουν μεγάλην ωφέλεια, διότι τα πονηρά πνεύματα νύκτα κυρίως δουλεύουν και αυτά. Οι μάγοι, οι σατανισταί, νύκτα δρουν. Τότε πρέπει πολύ περισσότερο ν’ αγωνίζεται ο πιστός. Βέβαια, ο πονηρός δεν κάθεται με δεμένα χέρια. Στον αγρυπνούντα προσπαθεί να φέρει υπνηλία, ραθυμία, σκοτισμό του νοός, χίλια δυό εμπόδια. Χρειάζεται μεγάλος αγώνας και πολλή προσπάθεια.


– Μ.Μ.: Αυτό που λέγεται βία στη θεολογική ορολογία, Γέροντα;


– Αρχιμ. Φ.Κς: Βία, ναι, βία! Πολύ σωστά.


Μανώλης Μελινός

Άγιος Στέφανος Επίσκοπος Βλαντιμίρ

 Ο Άγιος Στέφανος έζησε στη Ρωσία κατά τον 11ο αιώνα μ.Χ. και ασκήτεψε στη Λαύρα του Κιέβου. Μετά την κοίμηση του Οσίου Θεοδοσίου  έγινε ηγούμενος της ιεράς μονής των Σπηλαίων του Κιέβου. Από τη νέα αυτή θέση ήταν πολύ δραστήριος και φρόντισε με επιμέλεια για την κτηριακή ολοκλήρωση της μονής. Παράλληλα όμως φρόντιζε και για την πνευματική αύξηση των μοναχών. Όρισε να τελείται καθημερινά στη μονή, η Θεία Λειτουργία υπέρ αναπαύσεως των μακαρίων κτητόρων και των κεκοιμημένων αδελφών, καθώς και για την σωτηρία των ζώντων αδελφών και όλων των Ορθοδόξων Χριστιανών.


Ο επίβουλος διάβολος όμως φθόνησε τον ένθεο ζήλο του Αγίου Στεφάνου και ξεσήκωσε μερικούς αδελφούς εναντίον του Αγίου ηγουμένου τους και δημιούργησε έτσι μεγάλη αναταραχή στην αδελφότητα. Ο Άγιος αναχώρησε από την ηγουμενία και εκδιώχθηκε αναίτια από τη μονή. Ωστόσο τα υπέμεινε όλα αγόγγυστα, χωρίς παράπονο και μνησικακία.


Ο Θεός όμως ευλόγησε τόσο τον πιστό δούλο Του, ώστε ο Άγιος Στέφανος αξιώθηκε να χτίσει νέα μονή στο Κλοβ, με πέτρινο ναό αφιερωμένο στην Κατάθεση της Τιμίας Εσθήτος της Υπεραγίας Θεοτόκου.


Η αρετή του προσείλκυσε πολλές ευσεβείς ψυχές, που ήλθαν κοντά του και δέχθηκαν από τα τίμια χέρια του το μοναχικό σχήμα. Η φήμη του Αγίου απλώθηκε σε όλη τη Ρωσική γη. Γι' αυτό, όταν το έτος 1091 ο Επίσκοπος του Βλαντιμίρ κοιμήθηκε, ο Άγιος Στέφανος χειροτονήθηκε Αρχιερέας και διάδοχός του στο Βλαντιμίρ από τον Μητροπολίτη Κιέβου Ιωάννη.


Ο Άγιος Στέφανος ποίμανε θεοφιλώς το ποίμνιό του και κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 1094.

Άγιος Θεόφιλος Επίσκοπος Βρεσκίας

 Ο Άγιος Θεόφιλος έζησε τον 5ο αιώνα μ.Χ. και χειροτονήθηκε Επίσκοπος της πόλεως Βρεσκίας της Λομβαρδίας.

Άγιοι Συμεών ο Νέος Στυλίτης και Γεώργιος ο αδελφός του

 Άγνωστοι στους Συναξαριστές και τα Μηναία. Η μνήμη τους φέρεται στον Ιεροσολυμιτικό Κώδικα βιβλ. Β' σελ. 372, όπου και η Ακολουθία τους (ποίημα του υμνογράφου Θεοφάνους), της οποίας ο Κανόνας φέρει την ακροστιχίδα: «τους αυταδέλφους ευλογώ θεηγόρους».



Άγιος Λολλίων ο Νέος

 Ο Άγιος Λολλίων μαρτύρησε αφού βίαια τον έσυραν κατά γης.

Άγιος Ευλόγιος ο Ξενοδόχος

 Ο Άγιος Ευλόγιος έζησε στα μέρη της Θηβαΐδας της Αιγύπτου. Το επάγγελμα του ήταν λατόμος (πετροκόπος) και ονομάστηκε Ξενοδόχος, διότι σ' όλη του τη ζωή κύρια μέριμνα και απόλαυση είχε το να φιλοξενεί στο σπίτι του και να παρέχει κάθε βοήθεια στους πτωχούς και οδοιπόρους. Παρά τη βαριά και κοπιαστική εργασία του, το βράδυ, μόλις σχολούσε από τη δουλειά του, έτρεχε στην αγορά, κρατώντας φαναράκι το χειμώνα και αναζητούσε ξένους, για να τους δώσει στέγη και κάθε άλλη φιλοξενία. Αυτός μάλιστα κάποτε φιλοξένησε και τον Αββά Δανιήλ με τον υποτακτικό του, όταν αυτοί κατέβηκαν στην πόλη και έμειναν χωρίς ψωμί και στέγη.


Ο Άγιος Ευλόγιος έζησε πάνω από εκατό χρόνια, ευεργετώντας τους συνανθρώπους του και απεβίωσε ειρηνικά.

Όσιος Ιωάννης ο Ομολογητής ηγούμενος Μονής Καθαρών

 Ο Όσιος Ιωάννης γεννήθηκε περί το 778 μ.Χ. στην Ειρηνούπολη, που υπαγόταν στη Δεκάπολη της Κοίλης Συρίας. Οι γονείς του, ο Θεόδωρος και η Γρηγορία, διακρίνονταν για την ευσέβειά τους, την οποία και μετέδωσαν με κάθε φροντίδα στον ευπειθή υιό τους. Κατά την παιδική του ηλικία περνούσε τον χρόνο του μεταξύ της ανατροφής του αυτής, των σπουδών του και πολλών αγαθοεργιών, με τις οποίες οι γονείς του προσπάθησαν από νωρίς να τον εξοικειώσουν. Η ίδια ευσέβεια και η φιλάνθρωπη τάση τον διέκρινε και κατά τη νεότητά του, κατά την οποία με την τήρηση του θείου θελήματος διατηρήθηκε μακριά από κάθε ματαιότητα και ακαθαρσία.


Αργότερα έγινε μοναχός. Και στη νέα αυτή ζωή δεν ευδοκίμησε λιγότερο. Ο ζήλος του και η παιδεία του τον έκαναν να ξεχωρίσει στην εκτίμηση των λοιπών αδελφών, τον παρέλαβε δε μαζί του ο ηγούμενος της μονής στη Νίκαια, το 787 μ.Χ., όπου τότε συγκαλείτο η Ζ' Οικουμενική Σύνοδος. Μετά από το τέλος της Συνόδου ήλθαν και οι δύο στην Κωνσταντινούπολη. Και επειδή και οι δυο τους κατά την διάρκεια των συνοδικών εργασιών απέσπασαν την ευμενή προσοχή και της βασίλισσας Ειρήνης και του Πατριάρχη Ταρασίου, ο γέροντας και ηγούμενός του, αναδείχθηκε ηγούμενος της μονής των Δαλμάτων, ο δε Όσιος Ιωάννης χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος και κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Νικηφόρου (802 - 811 μ.Χ.), που διαδέχθηκε την Ειρήνη στον βασιλικό θρόνο, διορίσθηκε ηγούμενος στο μοναστήρι, το αποκαλούμενο των Καθαρών.


Τα καθήκοντά του εκεί τα άσκησε με κάθε ευσυνειδησία, αφού πρόσεξε να προαγάγει την πειθαρχία μεταξύ των αδελφών και να υψώσει την πνευματική και ηθική ζωή τους. Και επειδή κατά τα χρόνια εκείνα εξακολουθούσαν ακόμα οι συνέπειες εκείνου του σαλού εναντίων των εικόνων, ο Όσιος Ιωάννης μετέδιδε στους μοναχούς του τα διδάγματα της Ορθοδοξίας και τους προετοίμαζε σε κάθε τόλμη και κάθε κίνδυνο γι' αυτά. Και η μέρα της μεγάλης δοκιμασίας φανερώθηκε κατά τους χρόνους του βασιλέως Λέοντος του Ε', ο οποίο κατέλαβε τον θρόνο το έτος 813 μ.Χ.


Ο βασιλέας αυτός συμπαθούσε τις αρχές της μεταρρυθμίσεως. Μεταξύ δε των άλλων, κρίνοντας επιπόλαια τα πράγματα, πρέσβευε ότι η Εκκλησία δεν θα μπορούσε να ανορθωθεί, εάν επιτέλους δεν επερχόταν η πλήρης κατάργηση των αγίων εικόνων από αυτή. Ότι μια τέτοια δοξασία ήταν ανόητη, ότι οι υπέρμαχοι της λεγόμενης μεταρρυθμίσεως μέσω του λυσσαλέου αγώνος κατά των εικόνων, κατανάλωσαν χωρίς λόγο δυνάμεις πολύτιμες για το βυζαντινό κράτος και την Εκκλησία, το ομολογούν και περίφημοι ιστορικοί.


Ο Λέων ο Ε' όμως παρασυρόταν και ο ίδιος από την τυφλή προκατάληψη κατά των εικόνων. Σε αυτό τον ωθούσαν και δύο άνδρες που ασκούσαν πάνω του μεγάλη επιρροή, ο Θεόδοτος Μελισσηνός και ο Ιωάννης ο Γραμματικός. Προέβη λοιπόν σε διατάγματα και βίαια μέτρα για την κατάργηση των ιερών εικόνων και επεχείρησε φοβερό διωγμό εναντίων των Ορθοδόξων Επισκόπων και ηγουμένων και μοναχών, το οποίο επέκτεινε και εναντίον των συγκλητικών, πατρικίων, ακόμα δε και εναντίον γυναικών και παρθένων. Το μοναστήρι των Καθαρών συμπεριελήφθη στον διωγμό. Μαινόμενοι στρατιώτες άρπαξαν τα υπάρχοντά του, οι μοναχοί κακοποιήθηκαν και διασκορπίσθηκαν, ενώ ο ηγούμενος Ιωάννης οδηγήθηκε σιδηροδέσμιος στην Κωνσταντινούπολη. Ο βασιλέας είχε ακούσει πολλά γι' αυτόν. Και θέλησε να τον δει, θεωρώντας ότι δεν είναι δυνατόν να τον μεταπείσει. Αλλά ο Όσιος, αφού απέδειξε το αντιορθόδοξο και επιβλαβές πνεύμα του διωγμού κατά των εικόνων, έλεγξε τον βασιλέα για το πείσμα του και τις δυσσεβείς απόψεις του και προανήγγειλε σε αυτόν ότι η δυσμένεια των Αγίων και η κατακραυγή των θυμάτων προς τον Θεό θα έφερναν κάποια ημέρα την τιμωρία.


Ο βασιλέας εξοργίσθηκε και διέταξε την κράτηση του Οσίου σε μετόχι του μοναστηριού του. Διότι δεν σταμάτησε να διατηρεί τη μάταιη ελπίδα ότι ωριμότερα σκεπτόμενος ο Όσιος, θα συμμορφωνόταν προς την βασιλική θέληση. Όταν όμως αντιλήφθηκε την άκαρπη προσδοκία του, τον εξόρισε σε φρούριο που ονομαζόταν Πενταδάκτυλο και βρισκόταν στη χώρα της Λάμπης.


Από εκεί, μετά από αυστηρή κάθειρξη δεκαοκτώ μηνών, τον μετέφεραν πάλι στην Κωνσταντινούπολη, όπου μάταιες, όπως και πριν, απέβησαν οι προσπάθειες και του νέου Πατριάρχη Θεοδότου Α' του Μελισσηνού (815 - 821 μ.Χ.), του επονομαζόμενου Κασσιτερά, να παραπείσουν τον Όσιο να απαρνηθεί τις άγιες εικόνες. Ακολούθησε νέα κάθειρξη του Ιωάννου, η οποία διήρκησε δύο χρόνια, στο φρούριο Κριόταυρο των Βουκελλαρίων. Και εκεί υπέστη τα πάνδεινα, χωρίς όμως να μετριασθεί στο παραμικρό ο ζήλος του προς τις ιερές εικόνες.


Η πρόρρησή του επαληθεύθηκε. Ο Λέων ο Ε' σφαγιάσθηκε, διαδέχθηκε δε αυτόν ο Μιχαήλ ο Β'. Αυτός σχεδίαζε να συμβιβάσει τα αντίπαλα στρατόπεδα, δηλαδή των φίλων της μεταρρυθμίσεως και των υπερασπιστών των αγίων εικόνων, επέτρεψε δε στους διωχθέντες από τον Λέοντα τον Ε', να επανέλθουν από την εξορία τους. Επανήλθε τότε και ο Όσιος Ιωάννης. Αλλά οι αντίπαλοι των εικόνων έπεισαν τον βασιλέα να του επιτρέψει διαμονή μόνο στη Χαλκηδόνα. Έτσι του απαγορεύθηκε η είσοδος στην Κωνσταντινούπολη.


Τον Μιχαήλ διαδέχθηκε ο υιός του Θεόφιλος, κατά το 829 μ.Χ., θιασώτης και αυτός και προστάτης της μεταρρυθμίσεως και εχθρός των εικόνων. Ο Όσιος Ιωάννης, το έτος 836 μ.Χ., θέλησε να εισέλθει στην Κωνσταντινούπολη για να μείνει κοντά στους ομόφρονές του κληρικούς, στην περιοχή ενός ναού. Αλλά, ο τότε Πατριάρχης Ιωάννης ο Ζ' ο Γραμματικός (836 - 842 μ.Χ.) δεν το επέτρεψε και εξόρισε τον Όσιο στη νήσο Αφουσία. Εκεί ο Όσιος Ιωάννης, μετά από δυόμισι χρόνια, πιθανώς το έτος 839 μ.Χ., κοιμήθηκε με ειρήνη.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός

 


Άγιος Συμεών ο Αδελφόθεος Επίσκοπος Ιεροσολύμων

 Ο Άγιος Ιερομάρτυς Συμεών αναδείχθηκε διάδοχος του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου († 62 μ.Χ.), μετά την καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τους Ρωμαίους, το έτος 70 μ.Χ.


Κατά τον Ηγήσιππο ήταν υιός του Κλωπά, αδελφού του Ιωσήφ, και αδελφός του Ιούδα· κατ άλλη δε εκδοχή ήταν υιός του Ιωσήφ του Μνήστορος και αδελφός του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου .


Ενώ επισκόπευε στην Ιερουσαλήμ, επί αυτοκράτορος Τραϊανού (98 - 117 μ.Χ.), διαβλήθηκε από τους αιρετικούς στον ύπατο Αττικό για τον αποστολικό του ζήλο. Ο Συμεών κατηγορήθηκε όχι από Χριστιανούς αιρετικούς, αλλά από Ιουδαίους. Η κατηγορία περιελάμβανε δύο σκέλη· τό ένα ήταν ότι καταγόταν από το γένος Δαβίδ και το άλλο ότι ήταν Χριστιανός. Αφού συνελήφθη, βασανίσθηκε σκληρά και στη συνέχεια οδηγήθηκε σε σταυρικό θάνατο, το έτος 107 μ.Χ., σε ηλικία εκατόν είκοσι ετών.




Ἀπολυτίκιον  

Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.

Χριστοῦ σε συγγενῆ, Συμεὼν Ἱεράρχα, καὶ Μάρτυρα στεῤῥόν, ἱερῶς εὐφημοῦμεν, τὴν πλάνην ὀλέσαντα, καὶ τὴν πίστιν τηρήσαντα· ὅθεν σήμερον, τήν παναγίαν σου μνήμην, ἑορτάζοντες, ἁμαρτημάτων τὴν λύσιν, εὐχαῖς σου λαμβάνομεν.


Κοντάκιον

Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.

Τῆς ἄνω Σιών, πολίτης γενόμενος, τῆς κάτω Σιών, τὸν θρόνον ἐγκεχείρισαι· καὶ καλῶς τό ποίμνιον, ὁδηγήσας πρὸς μάνδραν οὐράνιον, ἐσταυρώθης Χριστῷ Συμεών, τό θεῖον πάθος αὐτοῦ μιμησάμενος.


Έτερον Κοντάκιον

Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Ὡς ἀστέρα μέγιστον ἡ Ἐκκλησία, κεκτημένη σήμερον, τὸν θεηγόρον Συμεών, φωταγωγεῖται κραυγάζουσα· χαίροις Μαρτύρων σεπτὸν ἀκροθίνιον.


Μεγαλυνάριον

Συγγενὴς ὑπάρχων ὦ Συμεών, τοῦ μέχρι καὶ δούλου, κενωθέντος ὑπὲρ ἡμῶν, σύμμορφος καὶ μάρτυς, παθῶν αὐτοῦ έδείχθης, παγεὶς ὡς ὁ Δεσπότης, Σταυρῷ μακάριε.

Κυριακή 26 Απριλίου 2026

ΔΟΞΑΣΤΙΚΟΝ ΑΙΝΩΝ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ


 

ΑΓΟΡΑΣΑΣ ΣΙΝΔΟΝΑ(Κυριακή Μυροφόρων)

 «Καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλησε τῇ σινδόνι καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ, ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου» (Μάρκ. 15, 46).

«᾿Εκεῖνος ἀγόρασε ἕνα σεντόνι, κατέβασε τὸν ᾿Ιησοῦ, τὸν τύλιξε μ’ αὐτὸ καὶ τὸν τοποθέτησε σ’ ἕνα μνῆμα ποὺ ἦταν λαξεμένο σὲ βράχο· μετὰ κύλησε ἕνα λιθάρι κι ἔκλεισε τὴν εἴσοδο τοῦ μνήματος».



 Δύο Κυριακές μετά από το Πάσχα και η Εκκλησία μάς υπενθυμίζει δύο άνδρες και επτά γυναίκες, που δεν δείλιασαν και δεν εγκατέλειψαν τον Χριστό μόνο στο μαρτύριο του Σταυρού και στον θάνατο. Οι Μυροφόρες γυναίκες, Μαρία η Μαγδαληνή, Μαρία η του Κλωπά, Μάρθα και Μαρία, οι αδελφές του Λαζάρου, Σαλώμη, Ιωάννα, σύζυγος του Χουζά, βασιλικού επιτρόπου του Ηρώδη, και Σωσσάνα, στάθηκαν στο πλευρό της Παναγίας αυτές τις απίστευτα δύσκολες ώρες και στιγμές. Και όλες, άλλες νωρίτερα, άλλες αργότερα έμαθαν το μήνυμα της Ανάστασης και συναντήθηκαν με τον Αναστημένο Χριστό, ο Οποίος τις προσφώνησε με τη φράση «Χαίρετε», να έχετε χαρά, διότι ο θάνατος πατήθηκε θανάτω, διότι ο πόνος και το κακό καταργούνται ως βάσανα του ανθρώπου και γίνονται πεδία άθλησης προς την αγιότητα και την ανάσταση, διότι ο Θεάνθρωπος Κύριος παίρνει μαζί Του στη βασιλεία Του όλους, όσοι πιστεύουν σ’ Εκείνον και ζούνε την Εκκλησία ως σπίτι τους. Μόνο χαρά λοιπόν ταιριάζει στην Ανάσταση!


 Υπάρχουν όμως και οι δύο άνδρες, ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, βουλευτής, ο οποίος έχει αποδεχτεί στην καρδιά του τη βασιλεία των ουρανών, και ο Νικόδημος, ο κρυφός μαθητής, ο οποίος τόλμησε να πάει ενάντια στο Μεγάλο Συνέδριο των θρησκευτικών αρχόντων των Ιουδαίων, επισκεπτόμενος νύχτα τον Χριστό και συζητώντας μαζί Του για την άνωθεν αναγέννηση εξ ύδατος και Πνεύματος, αλλά και αντιστεκόμενος στην απόρριψη και ισοπέδωση του προσώπου του Χριστού από τους θρησκευτικούς ηγέτες, όταν αυτοί δεν ήθελαν να επιτρέψουν στον Ιησού να απολογηθεί για όσα Τον κατηγορούσαν, για παραβίαση δηλαδή των διατάξεων του Μωσαϊκού Νόμου. Η παράδοση αναφέρει ότι τόσο ο Ιωσήφ, όσο και ο Νικόδημος μειοψήφησαν στην απόφαση του Συνεδρίου να καταδικάσει τον Ιησού σε θάνατο και γι’ αυτό και τόλμησαν να φροντίσουν το σώμα του νεκρού Διδασκάλου, αψηφώντας τις περαιτέρω αντιδράσεις.


 Ο ευαγγελιστής Μάρκος επισημαίνει ότι ο Ιωσήφ αγόρασε σεντόνι, όταν πήρε την άδεια από τον Πιλάτο να κατεβάσει τον Ιησού από τον Σταυρό. Το σεντόνι ήταν στα νεκρικά έθιμα των Ιουδαίων, για να τυλίγουν τους νεκρούς, πριν τους αλείψουν με αρώματα και τους καταδέσουν με τις ταινίες, τα εντάφια σπάργανα, για να τους τοποθετήσουν στον τάφο. Ο Ιωσήφ πλήρωσε ο ίδιος την αγορά του σεντονιού, δείχνοντας την αγάπη, τον σεβασμό, αλλά και την αφοσίωση προς τον Κύριο, ο Οποίος δεν είχε χρήματα, ούτε καμία ιδιοκτησία, αλλά και για την τελευταία του κατοικία δέχτηκε την ελεημοσύνη και την αγάπη των ανθρώπων. Και βρέθηκαν ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος, οι οποίοι ως άντρες μπορούσαν να αγοράσουν και να προσφέρουν στον νεκρό Ιησού τα απαραίτητα για την ταφή, χωρίς να υπολογίζουν ότι η αφή του νεκρού σώματος του καθιστούσε μολυσμένους σύμφωνα με την ιουδαϊκή παράδοση και ότι έπρεπε να περάσουν μέρες καθαρμού, κάτι που θα τους έκανε να χάσουν τη δυνατότητα να εορτάσουν το Πάσχα με τους οικείους τους. Δεν το υπολόγισαν όμως αυτό, μπροστά στην αγάπη και την αφοσίωση στον Κύριο.


 Ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, όπως και ο Νικόδημος, ο κρυφός μαθητής, αποτελούν παράδειγμα ανθρώπων, οι οποίοι μπροστά στην αγάπη νικούν την άποψη της κοινής γνώμης, νικούν την τυπολατρία, νικούν τον φόβο, νικούν τη νοοτροπία ότι «κάποιος άλλος ας κάνει κάτι για έναν ανήμπορο». Η αγάπη τούς κάνει να μην υπολογίζουν χρήματα, αποδοκιμασία, ηρεμία, τον ρυθμό της ζωής τους, αλλά τους οδηγεί στην ομολογία του Χριστού, στην φροντίδα του Χριστού, στο να κάνουν αυτό που ούτε οι μαθητές του Κυρίου δεν θέλησαν ούτε μπόρεσαν: να προσφέρουν τις τελευταίες φροντίδες που ένας άνθρωπος έχει ανάγκη, όταν πεθάνει. Αυτοί φρόντισαν το σώμα, δείχνοντας όμως ότι η ψυχή τους ήταν γεμάτη από την αγάπη που νικά τον θάνατο.


 Ο Ιωσήφ, εκτός από το σεντόνι, προσέφερε στον Ιησού και τον οικογενειακό τάφο, που είχε ο ίδιος, για να ταφεί ο Κύριος. Η αγάπη δεν είναι θεωρία, αλλά θυσία και προσφορά. Και γι’ αυτό η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του την Τρίτη Κυριακή μετά το Πάσχα, μαζί με τη μνήμη του Νικοδήμου και των επτά μυροφόρων γυναικών, για να μας παραδειγματίσει, ότι ο Χριστός την αγάπη έφερε στον κόσμο και έδειξε και όσοι Τον ακολουθούν, την αγάπη καλούνται να δείξουν και να προσφέρουν. Δύσκολος δρόμος, που θέλει τόλμη, αυταπάρνηση, πίστη, αφοσίωση στον Κύριο. Δρόμος αιωνιότητας και αγιότητας όμως, ο οποίος μάς σώζει. Ας τον ακολουθήσουμε!Χριστός Ανέστη!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Μυροφόρες υπάρξεις....

 Δίχως να έχουν τα έκδηλα χαρίσματα των μαθητών του Χριστού μα φέροντας στα στήθη μια καρδιά που αγαπούσε τον Χριστό, όχι για αυτά που έκανε αλλά για Εκείνο που είναι,άνοιξαν δρόμο και προχώρησαν εκεί όπου η λογική έβλεπε τέλος!


Τα εμπόδια πραγματικά ήταν πολλά,το σκοτάδι του φόβου, η μανία των Εβραίων,

η κουστωδία των στρατιωτών,η βαριά πέτρα που έκλινε την είσοδο του τάφου.

Στο μυαλό τους υπήρχε όντως ο προβληματισμός

«Τίς αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου;»

(ποιός θα καταφέρει να μετακινήσει τον λίθο....).

Οι Μυροφόρες λειτουργούν με πλήρη επίγνωση της πραγματικότητας,

δεν κινούνται από συναισθηματική παρόρμηση.

Και εδώ βρίσκεται το μεγαλείο της ψυχής τους γιατί ενώ δεν καταργούν τον λογισμό τους ωστόσο δεν τον αφήνουν και να τις ακινητοποιήσει.

Δυστυχώς στην ζωή μας συμβαίνει το αντίθετο.

Εμείς συνήθως περιμένουμε να ανοίξει ο δρόμος για να προχωρήσουμε.

Θέλουμε να είναι όλα έτοιμα, ασφαλή και τακτοποιημένα για να κάνουμε το επόμενο βήμα.

Η αγάπη όμως δεν κινείται εκ του ασφαλούς κινείται εκ της αληθινής πίστης(εμπιστοσύνης).

Ξέρεις παλιά όταν είχε καιρό να βρέξει κι υπέφερε απ’ την ανομβρία σύμπασα η κτίση έκαναν λιτανείες με τις Εικόνες και τα σεπτά Λείψανα των Αγίων κι ο κόσμος έπαιρνε μαζί του τις ομπρέλες απ’ όταν ξεκινούσαν ....


Εν τω μεταξύ οι Μυροφόρες αυτό τον λογισμό τον είχαν όχι αφού ξεκίνησαν να πηγαίνουν αλλά καθώς έφταναν και αυτό γιατί είχε υπερισχύσει μέσα τους

η λαχτάρα της καρδιάς έναντι της λογικής της φυσικής.

Βλέπεις οι λογισμοί σαν τραφούν απ’ τους φόβους, τις ανασφάλειες μας

αποκτούν απίστευτη δυναμική....

Ένας λογισμός που επιμένει, μια σκέψη μονάχα μπορεί όχι απλά να προκαλέσει κατολισθήσεις και να φράξει τον δρόμο μας, μα και να ακινητοποιήσει την ζωή μας,να μας τρελάνει,να γκρεμίσει τις όποιες γέφυρες έχει απλώσει η φιλανθρωπία του Θεού προκειμένου να Τον συναντήσουμε.


Ένας σύγχρονος πατέρας συνδέει τις μυροφόρες με τον Μωυσή που βρέθηκε μπροστά στην κλειστή θάλασσα.

Είχε στην πλάτη του την ευθύνη ενός λαού αλλά και τους Αιγυπτίους να έρχονταν εχθρικά κατά πάνω τους.

Δείλιασε; κρύφτηκε; Όχι!

Ήξερε ότι δεν μπορεί να κάνει πίσω αλλά και μπροστά έβλεπε ‘’τοίχο’’

με την κλειστή Ερυθρά Θάλασσα.

Και από την στιγμή που πίσω δεν μας συμφέρει να πάμε αλλά και μπροστά δεν μπορούμε να προχωρήσουμε, τότε τι κάνουμε;

Τότε...πάμε προς τα πάνω!

Κραύγασε λοιπόν με όλη του την ψυχή στον Θεό κι ο Θεός άνοιξε εκεί που δεν υπήρχε άνοιγμα….Η πίστη του Μωυσή έγινε δρόμος σωτηρίας…

Αυτοί είναι οι άνθρωποι της αγάπης…Αυτοί που ανοίγουν θάλασσες,αυτοί που μετακινούν λίθους, άνθρωποι ελεύθεροι από κάθε φόβο γιατί αγαπάνε πραγματικά κι εμπιστεύονται αληθινά!


Ο δρόμος προς το μνημείο είναι ανοιχτός σ᾽ αυτούς που η καρδούλα τους

λαχταρά την συνάντηση, την σχέση με Εκείνον...

Τούτη η πορεία είναι πορεία έχει προς τον Θάνατο αλλά προς την Ζωή!

Και κάθε τέτοια πορεία αξίζει τον κάθε κόπο, την κάθε θυσία μας άλλωστε κανένας δεν μετάνιωσε που βρήκε την χαμένη του Αγάπη…..

π.Ιωάννης Παπαδημητρίου

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

 Κατά ἕνα παλαιό λειτουργικό ἔθιμο τῆς Ἐκκλησίας μας, τήν ἑπομένη τῶν μεγάλων ἑορτῶν τελεῖται ἡ «Σύναξις», πανηγυρική δηλαδή συνάθροισις τῶν πιστῶν, πρός τιμήν τῶν ἱερῶν προσώπων, πού διεδραμάτισαν ἕνα σπουδαῖο ρόλο στό ἑορτασθέν γεγονός. Ἔτσι τήν ἑπομένη τῶν Χριστουγέννων ἑορτάζομε τήν Σύναξι τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου καί τήν μετά τά Χριστούγεννα Κυριακή τήν μνήμη Δαυίδ τοῦ βασιλέως, Ἰωσήφ τοῦ μνήστορος καί Ἰακώβου τοῦ ἀδελφοθέου. Τήν ἑπομένη τῶν Θεοφανείων τήν Σύναξι τοῦ Προδρόμου. Τήν ἑπομένη τῆς Ὑπαπαντῆς τήν Σύναξι τοῦ δικαίου Συμεών τοῦ θεοδόχου καί τῆς προφήτιδος Ἄννης. Τήν ἑπομένη τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τήν Σύναξι τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ κλπ.


Στό ἴδιο προφανῶς αἴτιο ὀφείλεται καί ὁ ἑορτασμός τήν δευτέρα Κυριακή μετά τοῦ Πάσχα δύο ὁμάδων προσώπων πού ὑπηρέτησαν στό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ἀφ᾽ ἑνός δηλαδή τοῦ Ἰωσήφ τοῦ ἀπό Ἀριμαθαίας καί τοῦ Νικοδήμου, πού ἔθαψαν τό σῶμα τοῦ Κυρίου, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ τῶν Μυροφόρων γυναικῶν, πού ἦλθαν νά ἀλείψουν μέ μῦρα τό σῶμα καί πρῶτες ἄκουσαν τό εὐαγγέλιο τῆς Ἀναστάσεως καί πρῶτες εἶδαν τόν ἀναστάντα Κύριο.


Σύμφωνα λοιπόν πρός τά ἀνωτέρω ἡ σύναξις πρός τιμήν τῶν ἱερῶν αὐτῶν προσώπων θά ἔπρεπε νά ἑορτάζεται τήν ἑπομένη τοῦ Πάσχα, τήν Δευτέρα δηλαδή τῆς Διακαινησίμου. Ἀλλ᾽ ὅλη ἐκείνη ἡ ἑβδομάς, ἀπό τήν Δευτέρα μέχρι τό Σάββατο, κατείχετο ἀπό τό θέμα τῆς Ἀναστάσεως. «Ἐλογίζετο» ὡς μία πασχάλιος ἡμέρα. Ἡ μετά τό Πάσχα πάλι Κυριακή λόγῳ τοῦ γεγονότος πού συνέβη κατ᾽ αὐτήν, τῆς ἐμφανίσεως δηλαδή τοῦ ἀναστάντος στόν Θωμᾶ καί στούς μαθητάς, ἦταν ἤδη κατειλημμένη ἀπό τόν ἑορτασμό τοῦ περιστατικοῦ αὐτοῦ. Ὁ ἑορτασμός του διήρκεσε ὅλη τήν ἐπακολουθοῦσα ἑβδομάδα καί ἡ πρώτη μετά τό Πάσχα ἐλευθέρα ἡμέρα γιά τήν τοποθέτησι τῆς «Συνάξεως» ἔμενε ἡ δευτέρα μετά τό Πάσχα Κυριακή.


Ἔτσι κατά τόν Ι’ αἰῶνα βρίσκομε στό ἑορτολόγιο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως νά ἀναγράφεται στήν Κυριακή αὐτή ἡ «μνήμη τῶν δικαίων Ἰωσήφ τοῦ ἀπό Ἀριμαθαίας καί Μαρίας τῆς Μαγδαληνῆς καί τῶν λοιπῶν μαθητριῶν τοῦ Κυρίου», γιά νά προστεθῇ ἀργότερα σ᾽ αὐτούς καί ἡ μνήμη τοῦ «νυκτερινοῦ μαθητοῦ» τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Νικοδήμου. Ἀπολυτίκιο τῆς ἡμέρας, ἐκτός ἀπό τό γνωστό «Ὁ εὐσχήμων Ἰωσήφ…», ἦταν καί τό παλαιό τροπάριο «Τῶν μαθητῶν σου ὁ χορός…», πού σήμερα, κάπως παρηλλαγμένο, ἀπαντᾷ σάν δεύτερο κάθισμα τοῦ ὄρθρου τῆς Κυριακῆς τῶν Μυροφόρων μετά τήν γ’ ᾠδή τοῦ κανόνος καί στήν Παρακλητική σάν δεύτερο καί πάλι κάθισμα μετά τήν δευτέρα στιχολογία στόν ὄρθρο τῆς Κυριακῆς τοῦ β’ ἤχου. Ἀκριβῶς δέ τό τροπάριο αὐτό, πού ἔχει εἰδικά γραφῆ καθώς φαίνεται γιά τήν παροῦσα ἑορτή, μᾶς δίδει καί τό θέμα τῆς Κυριακῆς τῶν Μυροφόρων καί τήν συνάρτησί του πρός τό θέμα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου:


«Τῶν μαθητῶν σου ὁ χορός σύν μυροφόροις γυναιξί ἀγάλλονται συμφώνως, κοινήν γάρ ἑορτήν αὐτοῖς ἑορτάζομεν εἰς δόξαν καί τιμήν τῆς σῆς ἀναστάσεως καί δι᾽ αὐτῶν δεόμεθα, φιλάνθρωπε Κύριε, τῷ λαῷ σου παράσχου τό μέγα ἔλεος».


Ἡ κοινή ἑορτή τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου, τοῦ Ἰωσήφ καί τοῦ Νικοδήμου, καί τῶν Μυροφόρων γυναικῶν ἑορτάζεται πρός δόξαν καί τιμήν τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι δηλαδή μία ἀνακίνησις, μία ἀνανέωσις τοῦ ἀναστασίμου πανηγυρισμοῦ μέ νέο κέντρο, τά πρόσωπα πού ἄμεσα συνεδέθησαν μέ αὐτόν.


Ὁ Ἰωσήφ καί ὁ Νικόδημος κατεῖχαν ὑψηλά ἀξιώματα στήν Ἰουδαϊκή κοινωνία. Ἦσαν μέλη τοῦ Μεγάλου Συνεδρίου, τῆς Βουλῆς. Ὁ πρῶτος, ὁ Ἰωσήφ ὁ ἀπό Ἀριμαθαίας, πόλεως τῶν Ἰουδαίων (Λουκ. 23, 51), «ἄνθρωπος πλούσιος» (Ματθ. 27, 57), «εὐσχήμων βουλευτής» (Μάρκ. 15, 43), «μαθητής κεκρυμμένος διά τόν φόβον τῶν Ἰουδαίων» (Ἰω. 19, 38. Ματθ. 27, 57), πού «προσεδέχετο τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. 23, 51. Μάρκ. 15, 43) καί δέν συγκατετίθετο μέ τά λοιπά μέλη τοῦ Συνεδρίου στήν κατά τοῦ Χριστοῦ βουλήν καί πρᾶξι των (Λουκ. 23, 51), κατά τίς πληροφορίες τῶν Εὐαγγελίων, ἀναλαμβάνει τόν τολμηρό ρόλο νά ζητήσῃ γιά ταφή τό σῶμα τοῦ ἐκτελεσθέντος ὡς ἐπαναστάτου κατά τῆς Ρωμαϊκῆς ἀρχῆς βασιλέως τῶν Ἰουδαίων. Προσέρχεται στόν Πιλάτο καί ζητεῖ τό σῶμα. Λαμβάνει τήν ἄδεια τῆς ταφῆς, τοῦ ἀποδίδει πρόχειρες νεκρικές τιμές καί τό θάπτει στό κενό μνημεῖο, πού εἶχε ἑτοιμάσει γιά τόν ἑαυτό του.


Στό ἔργο του αὐτό βοηθεῖται καί ἀπό ἕναν ἄλλον ἄρχοντα τῶν Ἰουδαίων, τόν Νικόδημο, φαρισαῖο (Ἰω. 3, 1), μέλος καί αὐτόν τοῦ Συνεδρίου, πού παλαιότερα εἶχε ἔλθει μία νύκτα νά συναντήσῃ τόν Χριστό καί νά ἀκούσῃ τήν διδασκαλία Του (Ἰω. 3, 1 ἑξ.) καί εἶχε ἐπιχειρήσει νά τόν ὑπερασπίσῃ ἀργότερα στό Συνέδριο (Ἰω. 7, 50). Αὐτός φέρνει καί μία μεγάλη ποσότητα ἀρωμάτων «μίγμα σμύρνης καί ἀλόης ὡσεί λίτρας ἑκατόν» γιά νά ἐνταφιάσουν τόν Χριστό κατά τά Ἰουδαϊκά ἔθιμα (Ἰω. 19, 39-40).


Τά δύο λοιπόν αὐτά σοβαρά καί εὐϋπόληπτα πρόσωπα προσάγονται ἀπό τήν Ἐκκλησία σάν δύο ἀψευδεῖς μάρτυρες τοῦ θανάτου καί τῆς ταφῆς τοῦ Χριστοῦ. Αὐτοί Τόν εἶδαν νεκρό, ζήτησαν τό σῶμα ἀπό τήν Ρωμαϊκή ἀρχή, τό κατέβασαν ἀπό τόν Σταυρό, τό ἄλειψαν μέ τά ἀρώματα καί τό τύλιξαν στά σάβανα, τό μετέφεραν καί τό ἔθαψαν καί προσεκύλησαν «λίθον μέγαν» στή θύρα τοῦ μνημείου. Εἶναι σάν μία ἔμμεσος ἀπάντησις σ᾽ ἐκείνους πού τυχόν θά ἀμφέβαλλαν γιά τόν πραγματικό θάνατο τοῦ Σταυρωθέντος. «Ἐπί στόματος δύο μαρτύρων καί ἐπί στόματος τριῶν μαρτύρων στήσεται πᾶν ρῆμα», ἔλεγε ὁ Μωσαϊκός νόμος (Δευτ. 19, 15). Καί ἐδῶ μάρτυρες τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι μόνο οἱ στρατιῶται τοῦ ἐκτελεστικοῦ ἀποσπάσματος, ὁ ἑκατόνταρχος, ὁ Πιλᾶτος, οἱ παριστάμενες γυναῖκες. Ἀλλά καί δύο ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων. Δύο κοινῶς ἀνεγνωρισμένα καί τιμώμενα πρόσωπα.


Οἱ ἐκκλησιαστικοί ποιηταί ἔβαλαν στό στόμα τῶν δύο αὐτῶν ἀνδρῶν θαυμασίους ἐπικηδείους θρήνους. Ἕνας ἀπό αὐτούς εἶναι καί ἐκεῖνος πού πλέκεται στό δοξαστικό τῶν ἀποστίχων τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ πλ. α’ ἤχου. Εἶναι ἕνας ἀπό τούς ὡραιοτέρους ὕμνους καί ψάλλεται καί κατά τήν ἡμέρα τοῦ θανάτου τοῦ Κυρίου, τήν Μεγάλη Παρασκευή, καί κατά τήν ἀκολουθία τῆς Κυριακῆς τῶν Μυροφόρων:


«Σέ τόν ἀναβαλλόμενον τό φῶς ὥσπερ ἱμάτιον, καθελών Ἰωσήφ ἀπό τοῦ ξύλου σύν Νικοδήμῳ καί θεωρήσας νεκρόν, γυμνόν, ἄταφον, εὐσυμπάθητον θρῆνον ἀναλαβών, ὀδυρόμενος ἔλεγεν· Οἴμοι, γλυκύτατε Ἰησοῦ! ὅν πρό μικροῦ ὁ ἥλιος ἐν σταυρῷ κρεμάμενον θεασάμενος ζόφον περιεβάλλετο καί ἡ γῆ τῷ φόβῳ ἐκυμαίνετο καί διερρύγνυτο ναοῦ τό καταπέτασμα· ἀλλ᾽ ἰδού νῦν βλέπω σε δι᾽ ἐμέ ἑκουσίως ὑπελθόντα θάνατον. Πῶς σέ κηδεύσω, Θεέ μου; ἤ πῶς σινδόσιν εἰλήσω; ποίαις χερσί δέ προσψαύσω τό σόν ἀκήρατον σῶμα; ἤ ποία ᾄσματα μέλψω τῇ σῇ ἐξόδῳ, οἰκτίρμον; Μεγαλύνω τά πάθη σου, ὑμνολογῶ καί τήν ταφήν σου σύν τῇ ἀναστάσει κραυγάζων· Κύριε, δόξα σοι».


Ἄν ὁ Ἰωσήφ καί ὁ Νικόδημος εἶναι οἱ μάρτυρες τοῦ θανάτου καί τῆς ταφῆς, αἱ μυροφόροι γυναῖκες εἶναι οἱ πρῶτοι μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτές πού ἐπεθύμησαν νά συμπληρώσουν τίς ἐλλείψεις τῆς ἐσπευσμένης ταφῆς, ἀλλ᾽ ἀντί νά ἀλείψουν μέ μῦρα τό νεκρό σῶμα, ἀντί νά κλαύσουν γιά τόν νεκρό, ἔγιναν οἱ πρῶτοι θεαταί τοῦ κενοῦ τάφου καί πρῶτες αὐτές ἄκουσαν ἀπό τό στόμα τοῦ λευκοφόρου ἀγγέλου τό χαρούμενο καί παράδοξο μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτές ἔγιναν ἀπό Μυροφόροι εὐαγγελίστριαι κι᾽ ἔφεραν τό εὐαγγέλιο τῆς ἐγέρσεως στούς μαθητάς καί στόν κόσμο.


Αὐτήν δέ ἀκριβῶς τήν μετάβασι τῶν Μυροφόρων στό μνῆμα καί τό ἀγγελικό μήνυμα, τό ἄγγελμα τῆς Ἀναστάσεως, ποιητικά ἐπεξεργάζεται τό δοξαστικό τῶν αἴνων τοῦ β’ ἤχου. Εἶναι ποίημα τοῦ βασιλέως Λέοντος τοῦ Σοφοῦ καί ἐμπνέεται ἀπό τήν σχετική ἀναστάσιμο περικοπή τοῦ Κατά Μάρκον Εὐαγγελίου (Μάρκ. 16, 1-8), τό Β’ ἑωθινό Εὐαγγέλιο τῶν Κυριακῶν:


«Μετά μύρων προσελθούσαις ταῖς περί τήν Μαριάμ γυναιξί καί διαπορουμέναις πῶς ἔσται αὐταῖς τυχεῖν τοῦ ἐφετοῦ ὡράθη ὁ λίθος μετῃρμένος καί θεῖος νεανίας καταστέλλων τόν θόρυβον αὐτῶν τῆς ψυχῆς· Ἠγέρθη γάρ, φησιν, Ἰησοῦς ὁ Κύριος· διό κηρύξατε τοῖς κήρυξιν αὐτοῦ μαθηταῖς εἰς τήν Γαλιλαίαν δραμεῖν καί ὄψεσθαι αὐτόν ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν, ὡς ζωοδότην καί Κύριον».


Καί πάλι λοιπόν τήν Κυριακή τῶν Μυροφόρων θά δοξολογηθῇ ὁ νικητής τοῦ θανάτου καί τοῦ Ἅδου. Ὁ νεκρός – τό βεβαιώνουν ὁ Ἰωσήφ καί ὁ Νικόδημος, πού ἔγινε ζῶν – τό βεβαιώνουν αἱ Μυροφόροι. «Ἡ ζωή ἡ ἀθάνατος» πού κατέβη στό βασίλειο τοῦ Ἅδου καί ἐνέκρωσε τόν Ἅδη μέ τό ἀνέσπερο φῶς Του, μέ τήν ἀστραπή τῆς Θεότητός Του. Αὐτός πού ἀνέστησε τούς πεθαμένους ἀπό τά σκοτεινά μνήματα. Ὁ ζωοδότης, πού μέ τήν ἀνάστασί Του σύναψε σέ ἀτελεύτητο δοξολογία τίς δυνάμεις τῶν οὐρανῶν καί τούς λαούς τῆς γῆς. Αὐτός πού ἀπέθανε καί κατέβη στόν Ἅδη, γιά νά μᾶς ἀνεβάσῃ μέ τήν ἔγερσί Του στούς οὐρανούς.


Αὐτό ἀκριβῶς ψάλλει ὁ ὑμνῳδός τοῦ ἀναστασίμου ἀπολυτικίου τοῦ β΄ ἤχου, πού θά ἀκουσθῇ τήν Κυριακή τῶν Μυροφόρων στούς ναούς μας:


«Ὅτε κατῆλθες πρός τόν θάνατον, ἡ ζωή ἡ ἀθάνατος, τότε τόν Ἅδην ἐνέκρωσας τῇ ἀστραπῇ τῆς Θεότητος· ὅτε δέ καί τούς τεθνεῶτας ἐκ τῶν καταχθονίων ἀνέστησας, πᾶσαι αἱ δυνάμεις τῶν ἐπουρανίων ἐκραύγαζον· Ζωοδότα Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν, δόξα σοι».

Ἀληθινή καί όχι ψεύτικη χαρά

 Τοῦ Φώτη Κόντογλου


“Ἀληθινὴ κι᾿ ὄχι ψεύτικη χαρὰ νοιώθει μονάχα ὅποιος ἔχει τὸν Χριστὸ μέσα του, κ᾿ εἶναι ταπεινός, πρᾶος, γεμάτος ἀγάπη. Ἀληθινὴ χαρὰ ἔχει μονάχα ἐκεῖνος ποὺ ξαναγεννήθηκε στὴν ἀληθινὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ. Κι᾿ αὐτὴ ἡ ἀληθινὴ χαρὰ βγαίνει ἀπὸ καρδιὰ ποὺ πονᾶ καὶ θλίβεται γιὰ τὸν Χριστό, καὶ βρέχεται ἀπὸ τὸ παρηγορητικὸ δάκρυο τὸ ὁποῖο δὲν τὸ γνωρίζουνε οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, κατὰ τὸν ἅγιο λόγο ποὺ εἶπε τὸ στόμα τοῦ Κυρίου: «Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται» (Ματθ. ε´ 4), «Καλότυχοι ὅσοι εἶναι λυπημένοι, γιατὶ αὐτοὶ θὰ παρηγορηθοῦνε.» Κι᾿ ἀλλοῦ λέγει:… «Καλότυχοι ὅσοι κλαῖτε τώρα, γιατὶ θὰ γελάσετε.» (Λουκ. στ´ 21).


Ὅποιος λυπᾶται καὶ ὑποφέρνει γιὰ τὸν Χριστό, πέρνει παρηγοριὰ οὐράνια καὶ εἰρήνη ἀθόλωτη. Παράκληση δὲν θὰ πεῖ παρακάλεσμα, ἀλλὰ παρηγοριά. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα λέγεται Παράκλητος, δηλαδὴ Παρηγορητής, ἐπειδὴ ὅποιος τὸ πάρει, παρηγοριέται σὲ κάθε θλίψη του καὶ βεβαιώνεται καὶ δὲν φοβᾶται τίποτα. Κι᾿ αὐτὴ ἡ βεβαιότητα ποὺ δέχεται μυστικά, τὸν κάνει νὰ χαίρεται πνευματικά. Καὶ πάλι λέγει ὁ Κύριος παρακάτω στὴν ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλία: «Μακάριοι ἐστὲ ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσι καὶ εἴπωσι πᾶν πονηρὸν ρῆμα ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ,» (Ματθ. ε´ 11). Καὶ κατὰ τὸν μυστικὸ Δεῖπνο εἶπε στοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους: «Ἀμήν, Ἀμήν λέγω ὑμῖν ὅτι κλαύσετε καὶ θρηνήσετε ὑμεῖς, ὁ δὲ κόσμος χαρήσεται· ὑμεῖς δὲ λυπηθήσεσθε, ἀλλ᾿ ἡ λύπη ὑμῶν εἰς χαρὰν γενήσεται.» (Ἰω.ιστ´ 20).


Ὅλα τὰ ἄλλα ποὺ τὰ λένε χαρὲς οἱ ἄνθρωποι, δὲν εἶναι ἀληθινὲς χαρές· μιὰ εἶναι ἡ ἀληθινὴ χαρά, τούτη ἢ ἡ πονεμένη χαρὰ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ξαγοράζεται μὲ τὴ θλίψη, γιὰ τοῦτο κι᾿ ὁ Κύριος τη λέγει «πεπληρωμένη», δηλ. τέλεια, ἀληθινή, σίγουρη. (Ἰω. ιστ´ 25). Κι᾿ ὁ ἅγιος Παῦλος στὶς Ἐπιστολές του λέγει πολλὰ γι᾿ αὐτὴ τὴ βλογημένη θλίψη ποὺ εἶναι συμπλεγμένη μὲ τὴ χαρά: «Ἡ λύπη γιὰ τὸν Θεό, λέγει, φέρνει ἀμετάνοιωτη μετάνοια γιὰ τὴ σωτηρία (δηλ. ἡ λύπη ποὺ νοιώθει ὅποιος πιστεύει στὸν Θεό, κάνει ὥστε ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος νὰ μετανοιώσει καὶ νὰ σωθεῖ, χωρὶς νὰ ἀλλάξει γνώμη καὶ νὰ γυρίσει πίσω στὴν ἁμαρτία), ἐνῶ ἡ λύπη τοῦ κόσμου φέρνει τὸν θάνατο.» (Κορινθ. Β´, ζ´ 10).


Κι᾿ ἀλλοῦ λέγει πὼς οἱ χριστιανοὶ φαίνουνται στοὺς ἀσεβεῖς πὼς εἶναι λυπημένοι, μὰ στ᾿ ἀληθινὰ χαίρουνται: «ὡς λυπούμενοι ἀεὶ δὲ χαίροντες, ὡς πτωχοὶ πολλοὺς δὲ πλουτίζοντες, ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ πάντα κατέχοντες,» (Κορινθ. Β´, στ´ 10). Ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν παντοτινὴ χαρὰ φτερωμένος ὁ ἅγιος Παῦλος, γράφει ὁλοένα στοὺς μαθητάδες του: «Χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε!» (Φιλιπ. δ´ 4). «Πάλιν χαρῆτε.» (Φιλιπ. β´ 28). «Πάντοτε χαίρετε.» (Θεσσαλ. ε´ 16).




«Λοιπόν, ἀδελφοί, χαίρετε.» (Κορινθ. Ζ΄16)

Γιατί στὶς μυροφόρες τὸ πρῶτο «Χριστὸς ἀνέστη»;

 (+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)


«Ὁ δέ λέγει αὐταῖς- Μή ἐκθαμβεῖσθε- Ἰησοῦν ζητεῖτε τόν Ναζαρηνόν τόν ἐσταυρωμένον ἠγέρθη, οὐκ ἐστίν ὧδε...» (Μάρκ. 16, 6)

Ἐξακολουθοῦμε, ἀγαπητοί μου, νά ἑορτάζουμε τό μέγα, τό κοσμοσωτήριο γεγονός τῆς ἀναστάσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Οἱ περισσότεροι ὕμνοι ποῦ ψάλλονται τήν περίοδο αὐτή ὡς θέμα ἔχουν τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ἄλλα καί αὐτή ἡ θεία λειτουργία, ποὺ γίνεται τίς Κυριακές αὐτές τοῦ Πεντηκοσταρίου, διαφέρει ἀπό τή θεία λειτουργία τοῦ ὑπολοίπου ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους• διότι ἀμέσως μετά τό «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία...» δέν λέμε ἀμέσως τά εἰρηνικά, δέν λέμε τίς αἰτήσεις «Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν...», ἄλλα ὁ ἱερεύς θυμιάζει τήν ἁγία τράπεζα ἀπ' ὅλες τίς πλευρές καθώς καί ὅλο τό ναό καί ψάλλει μαζί μέ τούς ψάλτες κατ' ἐπανάληψιν, δέκα φορές, τό «Χριστός ἀνέστη».



Τό «Χριστός ἀνέστη» ἀκούγεται ὅλες τίς Κυριακές ἀλλὰ καί ὅλες τίς ἡμέρες μέχρι τῆς Ἀναλήψεως. Τό «Χριστός ἀνέστη» εἶναι, ἀδελφοί μου ὁ γλυκύτερος χαιρετισμός, χαιρετισμός ποὺ μεταφέρει ἀπό στόμα σέ στόμα, ἀπό γενεά σέ γενεά τό μέγα μήνυμα, τήν πιό χαρμόσυνη εἴδηση, ὅτι ὁ Κύριος νίκησε τό θάνατο. Χιλιάδες φορές - ἀμέτρητες ἀκούστηκε, καί ἀκούγεται, καί θά ἐξακολούθηση ν' ἀκούγεται τό «Χριστός ἀνέστη». Ἄλλα πότε ἐλέχθη γιά πρώτη φορά; ποιά αὐτιά τό πρωτοάκουσαν; ποιός εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἄκουσε γιά πρώτη φορά τό «Χριστός ἀνέστη»;

Ὅπως τή γέννηση τοῦ Χριστοῦ δέν τήν ἔμαθαν πρῶτοι οἱ μεγάλοι καί ἰσχυροί καί πλούσιοι, ἀλλά οἱ ταπεινοί καί φτωχοί βοσκοί ποὺ ἔβοσκαν τά ποίμνια τους στά βοσκοτόπια τῆς Βηθλεέμ, ἔτσι καί τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, τό γεγονός ὅτι ὁ Ἰησοῦς σύντριψε τίς πύλες τοῦ ἅδου, δέν τό ἄκουσαν πρῶτοι οἱ ἐπιφανεῖς καί ἀξιωματοῦχοι, δέν τό ἄκουσαν οἱ ἰσχυροί ἄνδρες, δέν τό ἄκουσαν οὔτε καί αὐτοί οἱ μαθηταί τοῦ Χριστοῦ• τό μήνυμα τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου τό ἄκουσαν πρῶτες ἀπ' ὅλους οἱ γυναῖκες, οἱ μυροφόρες γυναῖκες• καί πρός τιμήν αὐτῶν τῶν γυναικῶν εἶναι ἀφιερωμένη ἡ σημερινή Κυριακή, τρίτη Κυριακή ἀπό τό Πάσχα.

Ἀλλὰ γιατί τό μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως τό ἄκουσαν πρῶτες ἀπ' ὅλους οἱ μυροφόρες; Γιατί ἡ πρώτη ἐμφάνισης τοῦ ἀναστάντος Κυρίου νά γίνει σ' αὐτές; Μήπως ὁ Χριστός στήν περίπτωση αὐτή ἐνήργησε μεροληπτικῶς;

Μεροληπτικῶς σέ καμία στιγμή τῆς ζωῆς του δέν συμπεριφέρθηκε ὁ Κύριος. Ἦταν δίκαιος• καί συνεπῶς, ἐάν τώρα ὄχι οἱ ἄντρες, ὄχι οἱ ἀπόστολοι, ὄχι ὁ Πέτρος καί ὁ Ἰωάννης, ἀλλά οἱ γυναῖκες ἄκουσαν τό χαρμόσυνο μήνυμα, ὑπάρχει λόγος• λόγος ὄχι κάποιας ἰδιαιτέρας συμπαθείας, ἀλλά λόγος δικαιοσύνης. Ὁ Χριστός ἀγαπᾶ ὅλα τά παιδιά του καί ἀμείβει τό καθένα χωρίς νά μεροληπτεῖ εἰς βάρος ἄλλου. Ἄκουσαν πρῶτες οἱ μυροφόρες γυναῖκες τό «Χριστός ἀνέστη», διότι τούς ἄξιζε πράγματι νά τό ἀκούσουν. καί τούς ἄξιζε, διότι αὐτές ἔδειξαν ἀρετές ποὺ δέν ἔδειξαν οὔτε οἱ μαθηταί τοῦ Κυρίου. Ποιές ἀρετές ἔδειξαν;

Ἀπό τήν πρώτη μέρα ποὺ γνώρισαν τόν Κύριο στή Γαλιλαία, ἔγιναν πιστές μαθήτριές του, τόν ἀκολουθοῦσαν καί δαπανοῦσαν ἀπό τά ὑπάρχοντά τους γιά τή συντήρηση ἐκείνου καθώς καί τοῦ ὁμίλου τῶν μαθητῶν του• «ὅτε ἦν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ ἠκολούθουν αὐτῷ» (Μάρκ. 15,41) καί «διηκόνουν αὐτῷ ἐκ τῶν ὑπαρχόντων αὐταῖς» (Λουκ. 8,3). καί μόνο τότε;

Τήν ὥρα τῆς θυσίας του, ἐνῶ ὅλοι εἶχαν ἐγκαταλείψει τόν Κύριο, ἐνῶ ὁ μέν Ἰούδας τόν πρόδωσε γιά τριάκοντα ἀργύρια, ἐνῶ ὁ Πέτρος τόν ἀρνήθηκε ἐμπρός σέ μία ὑπηρέτρια καί μάλιστα μέ ὅρκο, ἐνῶ οἱ ἄλλοι μαθηταί πλήν τοῦ Ἰωάννου «πάντες ἀφέντες αὐτόν ἔφυγαν» (Ματθ. 26,56), ἐνῶ ὅλοι ὅσους εἶχε εὐεργετήσει καθ' ὅλο τό διάστημα τῆς δημοσίας δράσεώς του πῆγαν καί ἑνώθηκαν μαζί μέ τούς ἐχθρούς καί φώναζαν «Ἆρον ἆρον, σταύρωσον αὐτόν» (Ἰωάν. 19,15), μέσα στή γενική αὐτή ἐγκατάλειψη οἱ μυροφόρες ἔμειναν πιστές καί ἀφοσιωμένες στόν Κύριο. Ἔμειναν κοντά στόν Διδάσκαλο, ζώντας τό δράμα ἀπό ἀπόσταση τόση ὅση τούς ἐπέτρεπαν οἱ συνθῆκες. οὔτε ἕνα λεπτό δέν ἀποχωρίσθηκαν ἀπό αὐτόν.

«Ἦσαν δέ ἐκεῖ καί γυναῖκες πολλαί ἀπό μακρόθεν θεωροῦσαι, αἵτινες ἠκολούθησαν τῷ Ἰησοῦ ἀπό τῆς Γαλιλαίας διακονοῦσαι αὐτῷ• ἐν αἷς ἦν Μαρία ἡ Μαγδαληνή, καί Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καί Ἰωσῆ μήτηρ, καί ἡ μήτηρ τῶν υἱῶν Ζεβεδαίου» (Ματθ. 27,55-56) «καί Σαλώμη, αἵ...καί διηκόνουν αὐτῷ, καί ἄλλαι πολλαί αἱ συναναβᾶσαι αὐτῷ εἰς Ἱεροσόλυμα» (Μαρκ. 15,40-41). Βρῆκαν τό ψυχικό σθένος νά μείνουν ἐκεῖ, στό Γολγοθᾶ.

Εἶδαν τό φρικτό θέαμα. Ἄκουσαν ὅλους τοὺς λόγους, ποὺ εἶπε ὁ Χριστός ἐπάνω στό σταυρό, ἄκουσαν καί τό «Τετέλεσται» (Ἰωάν. 19,30).

Ἀλλὰ καί μετά τό θάνατό του δέν ἀναχώρησαν. Ἔμειναν θρηνώντας κοντά στό σταυρό. Καί μόλις παρουσιάστηκε ὁ Ἰωσήφ ὁ ἀπό Ἀριμαθαίας καί ὁ Νικόδημος μέ τήν ἄδεια τοῦ ἐνταφιασμοῦ, αὐτές ἔτρεξαν, τούς βοήθησαν, τούς συνόδευσαν στό μνημεῖο, καί δεν ἔφυγαν ἀπό 'κεῖ παρά μόνο ὅταν ὁ ἥλιος τῆς δραματικωτέρας αὐτῆς ἡμέρας ἔριξε πάνω στή γῆ τίς τελευταῖες του ἀκτῖνες.

Τήν ἀγάπη τους ὅμως, τήν ἀνδρεία τους, τή μεγάλη ψυχή τους τήν ἔδειξαν κατ' ἐξοχήν τη νύχτα τῆς Ἀναστάσεως, «τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων» (Λουκ. 24,1). Τότε, ἐνῶ ἤξεραν ὅτι τό μνῆμα εἶναι σφραγισμένο, ὅτι λίθος μεγάλος καί βαρύς φράζει τήν εἴσοδό του, ὅτι ἔνοπλοι Ρωμαῖοι στρατιῶτες φρουροῦν τόν τάφο κ' ἔχουν ἐντολή νά χτυπήσουν καθένα ποὺ θά τολμοῦσε νά πλησίαση ἐκεῖ, ἐν τούτοις οἱ μυροφόρες γυναῖκες «λίαν πρωί» (Μάρκ. 16,2), «ὄρθρου βαθέος» (Λουκ. 24,1), πρίν ἀκόμη ἀνατείλει ὁ ἥλιος, ξεκινοῦν νά ἔρθουν στό μνῆμα φέρνοντας μαζί τους ἀρώματα, τά ὁποῖα εἶχαν ἑτοιμάσει, γιά νά μυρώσουν τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Κανένας φόβος καί καμιά δυσκολία δέν στάθηκαν ἱκανά νά τίς ἐμποδίσουν. Τό μόνο ποὺ τίς ἀπασχολοῦσε ἦταν, πῶς θ' ἀποκυλίσουν τόν τεράστιο καί ἀσήκωτο ἐκεῖνο λίθο ἀπό τό ἄνοιγμα τοῦ μνημείου.

Μία τέτοια ἀγάπη, μία τέτοια ἀφοσίωση, μία τέτοια ἀνδρεία ἦταν δυνατόν νά μή δεῖ, νά μήν ἐκτιμήσει, νά μή βραβεύσει ὁ Κύριος; Ἀμοιβή λοιπόν τῆς ἀγάπης τους ἦταν τό ὅτι πρῶτες αὐτές ἄκουσαν τή μεγάλη εἴδηση, τό ἄγγελμα τῆς Ἀναστάσεως, τό «Χριστός ἀνέστη», ἀπό ἄγγελο Κυρίου. Καί ἐν συνεχείᾳ, ὅτι πρῶτες αὐτές βλέπουν τόν ἀναστάντα Κύριο καί παίρνουν ἐντολή, νά μεταδώσουν τό μήνυμα αὐτό στούς μαθητὰς καί στίς ἄλλες μαθήτριες.

Κ' ἐμεῖς σήμερα, ἀγαπητοί μου, ποὺ ἑορτάζουμε τή μνήμη τῶν ἁγίων μυροφόρων γυναικῶν, ἄντρες καί γυναῖκες ἄς μιμηθοῦμε τῶν μυροφόρων τίς ἀρετές, ἰδίως τήν ἀγάπη ποὺ εἶχαν στόν Κύριο.

Εἶναι ἀλήθεια, ὅτι καί μέχρι σήμερα οἱ γυναῖκες ἀγαποῦν τό Θεό περισσότερο ἀπό τούς ἄντρες. Αὐτές ἐκκλησιάζονται περισσότερο. Αὐτές ἔρχονται στούς ναούς «ὄρθρου βαθέος». Αὐτές μελετοῦν τό Εὐαγγέλιο καί ἄλλα ἐκκλησιαστικά βιβλία. Αὐτές τρέχουν στό κήρυγμα, ὅπου ἀκούγεται λόγος Θεοῦ. Αὐτές εἶναι προθυμότερες στήν ἄσκηση τῆς φιλανθρωπίας καί ἐλεημοσύνης. Αὐτές... Ὦ, πόσα δέν ὀφείλει ἤ Ἐκκλησία στίς γυναῖκες τίς θερμές!

Σήμερα ὅμως, στούς χρόνους αὐτούς τῆς ἀπιστίας καί τῆς διαφθορᾶς, καί οἱ γυναῖκες ἀρχίζουν νά κλονίζονται, νά χάνουν τό ἄρωμα τῆς πίστεως καί τῆς εὐσεβείας. Οἱ πειρασμοί εἶναι μεγάλοι. Τά κακά παραδείγματα, τά θέατρα, οἱ κινηματογράφοι, τά αἰσχρά περιοδικά, ἡ μόδα, ὅλα μαζί σπρώχνουν τή γυναίκα νά λησμονήσει τόν προορισμό της, τήν ἀποστολή της, νά προδώσει τήν πίστη καί τήν ἠθική.

Ἄλλ' ὄχι! Οἱ γυναῖκες, ὅσες τουλάχιστον κατοικοῦν στή γωνία αὐτή τῆς γῆς, ἄς μή παρασύρονται ἀπό τά ἀπατηλά συνθήματα, ἄς μή θαμπώνονται ἀπό φανταχτερές εἰκόνες καί ἄλλα εἴδωλα, ἄς κλείσουν τά αὐτιά στίς εἰσηγήσεις τοῦ ὄφεως. Ἄς μή μιμηθοῦν τήν Εὔα, ποὺ ἄκουσε τή συμβουλή τοῦ ἑωσφόρου καί ἀπολεσθεῖ• ἄς μιμηθοῦν τίς μυροφόρες, τίς ἅγιες ποὺ ἀγάπησαν τόν Κύριον. Νά εἶσθε δέ βέβαιοι, ὅτι τότε θά ἔχουν καί στήν παροῦσα ζωή τήν εὐλογία τοῦ Κυρίου καί θ' ἀξιωθοῦν καί αὐτές ὡς μυροφόρες τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος-


Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ζωοδόχου Πηγῆς Δάφνης - Ἀθηνῶν τὴν 5-5-1957.