Παρασκευή 4 Απριλίου 2025

Κανόνας Ακάθιστου Ύμνου

Χαῖρε, γέφυρα μετάγουσα τούς ἐκ γῆς πρός οὐρανόν...

 Η Παναγία χαρακτηρίζεται από τον Άγιο Ιωσήφ τον Υμνογράφο, τον ποιητή του κανόνα του Ακαθίστου Ύμνου, ως «η γέφυρα όντως η μετάγουσα εκ θανάτου πάντας προς ζωήν τους υμνούντας σε». 

 Μία γέφυρα αποτελεί ένα πέρασμα πάνω από ένα ποτάμι ή και μία θάλασσα, από ένα τμήμα ενός βουνού προς ένα άλλο. το πέρασμα αυτό μεταφέρει τους ταξιδιώτες με ασφάλεια από ένα μέρος σε ένα άλλο, ώστε να φτάσουν στον τελικό προορισμό τους. 

 Ο υμνογράφος δεν διστάζει να χαρακτηρίσει την Παναγία ως γέφυρα, η οποία όμως έχει κάποιες διαφορές σε σχέση με το ανθρώπινο έργο. Η Παναγία ως γέφυρα μεταφέρει από τον θάνατο στη ζωή όσους την υμνούν. Ο προορισμός είναι ο τελικός για κάθε άνθρωπο. Ζωή είναι ο Χριστός και μάλιστα ο Αναστημένος Χριστός. Ο κόσμος του Χριστού είναι η Βασιλεία του Θεού, στην οποία ο θάνατος δεν έχει θέση, γιατί ο Χριστός τον νίκησε διά του Σταυρού και της Αναστάσεως. Δεν έχουμε να κάνουμε άλλο ταξίδι μετά το πέρασμα, καθότι έχει εκπληρωθεί ο σκοπός της ύπαρξής μας, που είναι εξ αρχής η ομοίωση με τον Θεό, τουτέστιν η κοινωνία με Αυτόν. Και η Παναγία είναι γέφυρα, ασφαλής και χωρίς κλυδωνισμούς από τους αέρηδες και τις βροχές της ζωής, τους πειρασμούς και τις δοκιμασίες, διά της οποίας ζούμε τον Χριστό.


 Είναι τολμηρή η εικόνα, αλλά, στην πραγματικότητα, αποτυπώνει το όλο κλίμα των Χαιρετισμών προς το πρόσωπο της Παναγίας, όπως το ζήσαμε και το ζούμε κάθε Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Η Παναγία καθιστά τον εαυτό της γέφυρα, διότι μας δείχνει πώς μπορούμε, φτάνοντας ενώπιον της, να δούμε τη ζωή όπως τη ζούμε και τη ζωή που ανοίγεται μπροστά μας αν περάσουμε δι’ αυτής προς τα εκεί. Η ζωή μας είναι ένα ταξίδι, στο οποίο συναντούμε πολλά: την επιβίωση, την αναζήτηση σχέσεων, την αναζήτηση αναγνώρισης και καταξίωσης, την ικανοποίηση αναγκών, την αγάπη, την ανακάλυψη, διαμόρφωση, τροποποίηση και στερέωση της ταυτότητάς μας. Είναι ένα ταξίδι στο οποίο καλούμαστε να επιλέξουμε αν θα το ζήσουμε με κριτήριο μόνο τον εαυτό μας, το εγώ μας, τις επιθυμίες μας, την εξουσία έναντι των άλλων, την παθητικότητα έναντι των άλλων, τα πάθη μας ως αφορμή δικαίωσης και ευχαρίστησης ή ένα ταξίδι στο οποίο, προσβλέποντας στον τρόπο της Παναγίας, θα διαλέξουμε να παλέψουμε προχωρώντας με κριτήριο την αγάπη κι ας γίνεται σταυρός, την αυτογνωσία, βλέποντας τα πάθη μας και παλεύοντας με την πίστη, την προσευχή, την επίκληση της χάριτος του Θεού, τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, τη μετοχή στη ζωή της Εκκλησίας, την άσκηση που γίνεται εκκοπή του ιδίου θελήματος και επανεξέταση του θυμού και της φιλαυτίας, την αγάπη για τον συνάνθρωπο που γίνεται συγχώρηση, να κάνουμε συνεχώς καινούργιες αρχές. Ο πρώτος δρόμος αναδίδει θάνατο. Ο δεύτερος ζωή.


 Έτσι, αναγνωρίζουμε την Παναγία ως αυτή που πρώτη δείχνει αυτόν τον δρόμο και είναι μαζί μας και μαζί με κάθε άνθρωπο, «πάντας τους υμνούντας», δείχνοντας τον δρόμο για τη ζωή που είναι ο Χριστός. Και η Παναγία γίνεται η Μάνα της καρδιάς μας, αυτή που μας καλεί να ξαποστάσουμε στο γεφύρι, στο πέρασμά της , να πάρουμε δύναμη και να προχωρήσουμε μη γυρίζοντας πίσω. 

Μπορεί να μοιάζει μακρύς ο δρόμος πάνω στο γεφύρι. Κρατά μια ζωή. Όμως ο προορισμός του, το τέρμα του είναι η Ανάσταση. Και η Παναγία εμφυσά στην καρδιά μας τη γλυκύτητα της πίστης, το αεράκι της χαράς ότι δεν είμαστε μόνοι μας, την τροφή με την οποία η ίδια έθρεψε τον Υιό και Θεό της: τα ανθρώπινα μπολιασμένα με αγάπη. Και είναι συνεχώς μαζί μας η Παναγία, για να παίρνουμε κουράγιο. Την αναγνωρίζουμε σε κάθε σημείο της γέφυρας. Μας παρηγορεί στην ορμή του ανέμου και της βροχής, των δοκιμασιών που μας λένε ότι είμαστε μόνοι μας και ότι ο θάνατος θα μας καταπιεί. Μας παρηγορεί όταν σκοντάφτουμε, νικημένοι από τον εαυτό μας και τους άλλους που δεν είναι όπως τους θέλουμε. Από ένα πνεύμα σκλαβιάς στο φαινομενικά ακαταμάχητο παρόν του κόσμου και του πολιτισμού που επιτίθεται για να μας ρίξει στον γκρεμό ή στο νερό των παθών και της απόγνωσης. Είναι εκεί η Παναγία και μας υπενθυμίζει την Εκκλησία, τον Χριστό, την ανάσταση, τη ζωή.


Ας την επικαλούμαστε στο τέλος του κύκλου των Χαιρετισμών και ας την χαιρετούμε με την πίστη ότι είναι και θα παραμένει «όντως» η γέφυρα στην οποία δεν θα χάσουμε ποτέ ούτε τον προσανατολισμό ούτε την ελπίδα μας.

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος. Ἀρχιμανδρίτου π. Μάρκου Μανώλη

 Τὴν 25η Μαρτίου ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου. Ἐφέτος (25. 3.1977) τὴν ἰδίαν ἡμέραν ἑορτάζομεν καὶ τὸν Ἀκάθιστον Ὕμνον τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.

Διὰ τοῦτο καὶ ἡ ἀποψινή μας ὁμιλία θὰ ἀφιερωθῆ εἰς τὴν ἀνάλυσιν τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, ποὺ εἶναι καὶ ὁ ὡραιότερος ὕμνος διὰ τὸν Εὐαγγελισμόν.


Ἀκούσαμεν τὸν ὑπέροχον αὐτὸν ὕμνον νὰ ψάλλεται τμηματικῶς κατὰ τὰ ἀπόδειπνα τῶν τεσσάρων πρώτων Παρασκευῶν τῆς Τεσσαρακοστῆς.

Τὴν προσεχῆ Παρασκευὴν θὰ γίνη ἡ ἀνακεφαλαίωσις. Ἀπὸ τὰ βιβλία τῆς Ἐκκλησίας προβλέπεται ἡ ψαλμωδία τοῦ Ἀκαθίστου κατὰ τὸν ὄρθρον τοῦ Σαββάτου. Διὰ τοῦτο λέγεται «Σάββατον τοῦ Ἀκαθίστου».


Ἔτσι ψάλλεται μέχρι σήμερον εἰς τὰ μοναστήρια, ποὺ κρατοῦν τὴν παράδοσιν. Εἰς τοὺς ἐνοριακοὺς ναοὺς ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἀκαθίστου πρὸς διευκόλυνσιν τῶν χριστιανῶν ψάλλεται τὸ βράδυ τῆς Παρασκευῆς μαζὶ μὲ τὴν ἀκολουθία τοῦ ἀποδείπνου καὶ τὸ πρωΐ τελεῖται ὁ ὄρθρος καὶ ἡ θεία Λειτουργία.

Δὲν ὑπάρχει ἴσως ἄλλο ὑμνολογικὸν κείμενον τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ νὰ ἐχρησιμοποιήθη εἰς τὴν θείαν λατρείαν τόσες φορὲς ὅσες ὁ Ἀκάθιστος.

Εἰς τὰ μοναστήρια τὸν διαβάζουν κάθε ἡμέρα καὶ οἱ μοναχοὶ τὸν γνωρίζουν ἀπὸ στήθους. Εἰς τὰς ἐνορίας εἶναι μία ἀπὸ τὰς προσφιλεστέρας εἰς τὸν λαὸν ἀκολουθίας, ποὺ συγκεντρώνουν κάθε Παρασκευὴ βράδυ κατὰ τὴν περίοδον τῆς Τεσσαρακοστῆς ἕνα πλῆ θος κόσμου.

 Ἀναρίθμητοι εἶναι αἱ ἐκδόσεις τοῦ ὕμνου αὐτοῦ καὶ πλῆθος μελετῶν ἔχουν γραφῆ μὲ θέμα τὸν Ἀκάθιστον Ὕμνον.

 Μία πολὺ πρόσφατος ἔκδοσις εἶναι τὸ βιβλίον τοῦ καθηγητοῦ κ. Ἀνδρέου Θεοδώρου «Ἡ Κόρη τῆς Βασιλείας», τὸ ὁποῖον εἶναι, ὅπως τὸ χαρακτηρίζει ὁ σεμνὸς καὶ εὐσεβὴς καθηγητής, «Σχόλιον θεολογικὸν εἰς τὸν Ἀκάθιστον Ὕμνον».


Πολλοὶ λόγοι συνετέλεσαν εἰς τὴν μεγάλην διάδοσιν τοῦ Ἀκαθίστου: τὸ θέμα του, ἡ μελωδία του, ἡ ὡραία του ποιητική πλοκὴ καὶ ἰδιαιτέρως διὰ τὸ ἔθνος μας, ἡ σύνδεσίς του μὲ μεγάλα γεγονότα τοῦ ἱστορικοῦ μας βίου.

 Ἡ Παναγία μας, ἐξ ἄλλου, τὴν ὁποίαν ὑμνολογεῖ ὁ Ἀκάθιστος εἰς ὅλην τὴν μακραίωνα ζωὴν τῆς ἐκκλησίας εἶναι τὸ κέντρον τῆς εὐλαβείας τῶν χριστιανῶν, τὸ πρόσωπον, ποὺ μακαρίζουν, κατὰ τὴν πρόρρησίν της «πᾶσαι αἱ γενεαί».

Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος εἶναι τὸ κοντάκιον τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὁ ὕμνος δηλαδὴ τῆς σαρκώσεως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Εἶναι κοντάκιον – ὕμνος.


Κατὰ τὸ σύστημα τῆς συνθέσεως τοῦ ποιητικοῦ αὐτοῦ εἴδους περιλαμβάνει τὸ προοίμιον «τὸ προσταχθὲν μυστικῶς…» καὶ 24 οἴκους, ποὺ ἔχουν ἀλφαβητικὴ ἀκροστιχίδα.

Τὸ ποίημα τοῦτο συνετέθη, ὡς φαίνεται, πρὸς τιμὴν τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ἡ «ἀπαρχὴ πασῶν πανηγύρεων» κα τὰ τὸν ἱερὸν Φώτιον, Πατριάρχην Κων/πόλεως.

Εἰς τὴν ἑορτὴν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἐποίησε τὸν ὕμνον ὁ ποιητὴς καὶ ἔλαβε μὲν τὴν ὑπόθεσιν ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Λου κᾶ (α´ 26-56), ὅπου ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου ἐκτίθεται μὲ τὸν ἀγγελικὸν ἀσπασμὸν τοῦ Γαβριὴλ πρὸς τὴν Παρθένον περὶ τῆς ἐξ αὐτῆς ἀσπόρου συλλήψεως τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου.

Ἐκ τῆς χαρμοσύνου ἀγγελίας δὲ αὐτῆς ξεκινᾶ ὁ ποιητὴς καὶ διηγεῖται ἔπειτα καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τὴν Γέννησιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἐκ τῆς γεννήσεως αὐτῆς προελθούσης ὠφελείας διὰ τὸ ἀνθρώπινον γένος (θέωσις).


 Εἰς τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ποιήματος, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει τὰς μισὰς στροφὰς αὐτοῦ, τὰς ἀπὸ τοῦ Α-Μ, ἐκτίθενται τὰ κατὰ τὸν Εὐαγγελισμὸν καὶ τὴν Γέννησιν, εἰς δὲ τὸ δεύτερον ἀπὸ τοῦ Ν-Ω, τὰ ἐκ τούτων προκύψαντα σωτηριώδη ὀφέλη καὶ ἀναπέμπονται εὐχαριστίαι καὶ ὕμνοι πρὸς τὸν Κύριον καὶ τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον.


Ἀναλυτικώτερον, ὁ πρωτοστάτης ἄγγελος, ὁ Γαβριήλ, ἔρχεται καὶ φέρει τὸ θεϊκὸν μήνυμα, τὸ «Χαῖρε», εἰς τὴν Θεοτόκον περὶ τῆς Γεννήσεως τοῦ Σωτῆρος. (Α).

Ἐκείνη ἀπορεῖ διὰ τὸν παράδοξον τρόπον τῆς συλλήψεως (Β).

Ὁ Γαβριὴλ ἐπεξηγεῖ τὴν ἀπόρρητον βουλὴν τοῦ Θεοῦ (Γ) καὶ ἡ δύναμις τοῦ Ὑψίστου ἐπισκιάζει τὴν ἀπειρόγαμον παρθένον καὶ συλλαμβάνει τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ (Δ).

Ἡ Θεοτόκος ἐπισκέπτεται τὴν συγγενή της Ἐλισάβετ, τὴν μέλλουσαν μητέρα τοῦ Προδρόμου, καὶ ἀνταλλάσσουν προ φητικοὺς λόγους (Ε).

Ὁ Ἰωσήφ, ὁ μνηστὴρ τῆς Παρθένου, ταράσσεται ἀπὸ τὴν ζάλην τῶν ἀμφιβόλων λογισμῶν, ἀλλὰ πληροφορεῖται ἀπὸ τὸν ἄγγελον τὸ μυστήριον τῆς συλλήψεως (Ζ).


Εἰς τὴν β´ στάσιν (Η - Μ)

Ὁ Χριστὸς γεννᾶται καὶ οἱ ποιμέ- νες προσκυνοῦν τὸν ἀμνὸν τοῦ Θεοῦ (Η).

Ὁ θεοδρόμος ἀστὴρ δείχνει εἰς τοὺς Μάγους τῆς Ἀνατολῆς τὸν δρόμον (Θ), αὐτοὶ Τὸν προσκυνοῦν καὶ Τοῦ προσφέρουν τὰ δῶρα των (Ι) καὶ δι᾽ ἄλλης ὁδοῦ ἀναχωροῦν διὰ τὴν Βαβυλῶνα, οἱ θεοφόροι κήρυκες (Κ).

Εἰς τὴν Αἴγυπτον ὁ φυγὰς Κύριος συντρίβει τὰ εἴδωλα καὶ μὲ τὸν φωτισμὸν τῆς ἀληθείας ἐκδιώκει τὸ σκότος τοῦ ψεύδους (Λ). Καὶ ὁ Συμεὼν δέχεται εἰς τὴν ἀγκάλην του ὡς βρέφος τεσσαρακονθήμερον τὸν τέλειον Θεὸν καὶ λαμβάνει τὴν ποθητὴν ἀπόλυσιν (Μ).


Ἐδῶ τελειώνει τὸ πρῶτον ἥμισυ μέρος τοῦ ὕμνου, τὸ ἱστορικόν, ποὺ περιλαμβάνει τοὺς δώδεκα πρώτους οἴκους, ἀπὸ τὸ Α ἕως τὸ Μ.

Οἱ ὑπόλοιποι ἀπὸ τὸ Ν ἕως τὸ Ω, ἀποτελοῦν μίαν θεολογικὴν – θεωρητικὴν ἔκθεσιν τοῦ μυστηρίου τῆς σαρκώσεως.


Γ´ στάσις (Ν - Σ) 

Ἡ νέα κτίσις, ποὺ δημιουργεῖ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν σάρκωσίν του, δοξολογεῖ τὸν Δημιουργὸν (Ν).

Ὁ παράξενος –ὁ «ξένος»– τόκος προτρέπει τοὺς ἀνθρώπους νὰ ξενωθοῦν ἀπὸ τὴν ἀθλιότητα τοῦ κόσμου καὶ νὰ μεταθέσουν τὸν νοῦν των εἰς τὸν οὐρανὸν (Ξ).

Ὅλος ἦτο εἰς τὴν γῆν ὁ δοξολογούμενος Λόγος, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν οὐρανὸν δὲν ἀπουσίαζε (Ο).

Οἱ ἄγγελοι ἐθαύμασαν τὸ ἔργον τῆς ἐνανθρωπήσεως καὶ τὴν κοινωνίαν τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων (Π).

Οἱ σοφοὶ καὶ οἱ ρήτορες τοῦ κόσμου ἔμειναν ἄφωνοι, μὴ δυνάμενοι νὰ ἐξηγήσουν τὸ μυστήριον τοῦ παρθενικοῦ τόκου, πῶς δηλαδὴ ἡ Μαρία καὶ Παρθένος ἔμεινε καὶ νὰ γεννήση ἴσχυσε (Ρ).

Ὁ ποιμήν– Θεός, γίνεται πρόβατον–ἄνθρωπος, θέλων νὰ σώση τὸν κόσμον (Σ).


Δ´ στάσις (Τ - Ω).

Ἡ Παρθένος γίνεται φυλακτήριον τεῖχος τῶν παρθένων καὶ ὅλων τῶν πιστῶν (Τ). Κανεὶς δὲν μπορεῖ ἀξίως νὰ ὑμνήσει τὸν σαρκωθέντα Βασιλέα (Υ).

Ἡ Θεοτόκος εἶναι ἡ φωτοδόχος λαμπάς, ποὺ μᾶς καθοδηγεῖ εἰς τὴν γνῶσιν τοῦ Θεοῦ (Φ).

Ὁ Χριστὸς ἦλθε εἰς τὸν κόσμον, διὰ νὰ τοῦ δώση χάριν καὶ συγχώρησιν (Χ).

Ἡ δοξολογία πρὸς τὸν Υἱὸν συνδέ- εται καὶ πρὸς τὴν ἀνύμνησιν τοῦ ἐμψύχου ναοῦ του, τῆς Θεοτόκου (Ψ). Καὶ ὁ ὕμνος κλείει μὲ μίαν θαυ- μαστὴν ἀποστροφὴν πρὸς τὴν Παρθένον, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ ποιητὴς παρακαλεῖ τὴν Παναγίαν, ὅπως δεχθῆ τὴν δέησίν μας, νὰ μᾶς διασώση ἀπὸ κάθε συμφορὰν καὶ νὰ μᾶς λυτρώση ἀπὸ τὴν μέλλουσαν κόλασιν.

«Ὦ πανύμνητε Μῆτερ, ἡ τεκοῦσα τὸν πάντων ἁγίων ἁγιώτατον Λόγον, δεξαμένη τὴν νῦν προσφοράν, ἀπὸ πάσης ρῦσαι συμφορᾶς ἅπαντας καὶ τῆς μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως τοὺς σοὶ βοῶντας. Ἀλληλούϊα» 


Εἰς τὸ στόμα τοῦ ἀγγέλου, τῆς Ἐλισάβετ, τῶν ποιμένων, τῶν μάγων καὶ τῶν Αἰγυπτίων εἰς τὸ πρῶτο μέρος καὶ τῶν πιστῶν εἰς τὸ δεύτερον, μπαίνουν αἱ 144 θαυμάσιαι ποιητικαὶ ἀποστροφαὶ καὶ τὰ ἐγκώμια τῆς Θεοτόκου μὲ τὰς τόσας ἐπιτυχεῖς ἀντιθέσεις καὶ τὰς ὡραίας θεολογικὰς εἰκόνας.

Οἱ περιττοὶ στίχοι δηλαδὴ ποὺ ἀρχίζουν ἀπὸ τὸ «Χαῖρε» (ἀπὸ τὸ ὁποῖον τὸ ποίημα «Χαιρετισμοὶ τῆς Παναγίας» ἀπὸ τὸν λαὸν ὀνομάζεται), ἤ ἐξηγοῦν τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Θεοτόκος «κεχαριτωμένη» ἀπὸ τὸν Γαβριὴλ προσηγορεύθη, ὡς λ.χ. «χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις βασιλέως καθέδρα», «χαῖρε ὅτι, λιμένα τῶν ψυχῶν ἑτοιμάζεις», «χαῖρε, ὅτι τὰ οὐράνια συναγάλλεται τῇ γῇ», ἢ φανερώνουν διὰ φράσεως μεταφορικῆς τὴν ἰδιότητα αὐτῆς ὡς μητρὸς τοῦ Θεοῦ, ὡς λ.χ. «χαῖρε, ἀστὴρ ἐμφαίνων τὸν ἥλιον», «χαῖρε, κλῖμαξ ἐπουράνιε, δι᾽ ἧς κατέβη ὁ Θεός», «χαῖρε, ἀμνοῦ καὶ ποιμένος μήτηρ», «χαῖρε, σκηνή, τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου», ἢ ἐξαίρουν τὰ ἐπὶ τῆς ἀνθρωπότητος ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης τῆς Παρθένου ἰδιότητος ὡς λ.χ. «χαῖρε, παραδείσου θυρῶν ἀνοικτήριον», «χαῖρε, θνητῶν πρὸς Θεὸν παρρησία», «χαῖρε, δι᾽ ἧς ἐνεδύθημεν δόξαν», ἢ εἶναι εἰκόνες ἀπὸ τὴν Παλαιὰν Διαθήκην ἤ τοῦ φυσικοῦ ἢ τοῦ κοινωνικοῦ κόσμου μὲ ἐπιτυχίαν προσαρμοζόμεναι πρὸς τὴν Θεοτόκον, ὡς λ.χ. «χαῖρε ἄρουρα βλαστάνουσα εὐφορίαν οἰκτιρμῶν», «χαῖρε, θάλασσα ποντίσασα Φαραὼ τὸν νοητόν», «χαῖρε ἡ γῆ τῆς ἐπαγγε- λίας» κ.λπ.


 Ἂς ἀκούσωμεν τοὺς χαιρετισμοὺς τοῦ τελευταίου οἴκου, ποὺ ἀρχίζει μὲ τὸ στοιχεῖον Ψ.

Θέμα του εἶναι ἡ Θεοτόκος ὡς ναὸς ἔμψυχος καὶ ἅγιος τοῦ Παντοκράτορος Θεοῦ: Χαῖρε, σκηνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου, Χαῖρε, Ἁγία Ἁγίων μείζων. Χαῖρε, κιβωτὲ χρυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι, Χαῖρε, θησαυρὲ τῆς ζωῆς ἀδαπάνητε. Χαῖρε, τίμιον διάδημα, βασιλέων εὐσεβῶν, Χαῖρε, καύχημα σεβάσμιον, ἱερέων εὐλαβῶν. Χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσά- λευτος πύργος, Χαῖρε, τῆς βασιλείας τὸ ἀπόρθητον τεῖχος.

Χαῖρε, δι’ ἧς ἐγείρονται τρόπαια, Χαῖρε, δι’ ἧς οἱ ἐχθροὶ καταπίπτουσι.

Χαῖρε, χρωτὸς τοῦ ἐμοῦ θεραπεία, Χαῖρε, ψυχῆς τῆς ἐμῆς σωτηρίας. Χαῖρε, νύμφη ἀνύμφευτε. Γενικῶς, ὅπως γράφει ὁ Καθηγητὴς κ. Ἀνδρέας Θεοδώρου εἰς τὸ βιβλίον του, ποὺ μόλις ἐκυκλοφόρησε, «Η ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ», «ὁ Ἀκάθιστος Ὕ μνος ἀποτελεῖ ποιητικὴν ἱστόρησιν τῆς θείας τοῦ Λόγου ἐνανθρωπήσεως, συνημμένως δὲ καὶ ποιητικὸν ὕμνον τῶν μεγαλείων τῆς σεπτῆς Θεομήτορος, τῆς ἀμεσώτατα συνεχομένης πρὸς τὸ ἄρ ρητον χριστολογικὸν μυστήριον.


Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος συγκινεῖ βαθύτατα τὴν ὀρθόδοξον ψυχήν, ἥτις ἰδιαζόντως τιμᾶ τὴν ἄσπιλον Μητέρα τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποίαν βλέπει καὶ ὡς ἰδικήν της πνευματικὴν Μητέρα. Συγκινεῖ δὲ καὶ τὸν ὀρθόδοξον Ἑλληνισμόν, ὅστις ἐν τῷ προσώπῳ τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου βλέπει συνδεδεμένας οὐ μόνον τὴν μακραίωνα ἐκκλησιαστικήν του παράδοσιν, ἀλ λὰ καὶ τὰς εὐκλεεῖς κατὰ τὴν διαρροὴν τῶν αἰώνων ἐθνικάς του παραδόσεις».


Ἑρμηνεύων δὲ ὁ ἴδιος εἰς τὸ βιβλίον του τοὺς στίχους: «Χαῖρε, δ’ ἧς ἐγείρονται τρόπαια, χαῖρε, δ’ ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι», γράφει μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς:

«Ἡ Θεοτόκος Μαρία εἶναι ἡ ἀκοίμητος φύλαξ τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ὁ ἀνύστακτος φρουρὸς τοῦ θεοσώστου Γένους ἡμῶν.  Μόνον διὰ τῆς προστασίας αὐτῆς θὰ δυνηθῆ ὁ ἑλληνορθόδοξος χῶρος νὰ ἐπιτελέση τὴν ἐπὶ γῆς ὑψίστην καὶ φαεινοτάτην ἀποστολήν του, νὰ διαγράψη τὴν φωτεινὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ἐχάραξεν εἰς αὐτὸν ἡ ἀπειροδύναμος σοφία τοῦ Θεοῦ!. («Ἡ Κόρη τῆς Βασιλείας», σελ. 179).


Περὶ τοῦ ποῖος εἶναι ὁ ποιητὴς τοῦ Ἀκαθίστου καὶ πότε τοῦτον ἐποίησε μεγίστη ὑφίσταται διαφωνία. Τὸ πιθανώτερον φαίνεται ὅτι εἶναι ἔργον τοῦ πρυτάνεως τῆς χριστιανικῆς ποιήσεως, ἁγίου Ρωμανοῦ τοῦ μελωδοῦ.

Ἐψάλη δὲ διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν ἀγρυπνίαν εἰς τὸν Ἱ. Ναὸν τῶν Βλαχερνῶν τῆς Θεοτόκου τελεσθεῖσαν διὰ τὴν θαυμαστὴν διάσωσιν τῆς Κων/πόλεως ἐπὶ Ἡρακλείου τοῦ αὐτοκράτορος ἀπὸ τὴν πολιορκίαν τῶν Ἀβάρων.

 Ὠνομάσθη δὲ Ἀκάθιστος ὁ ὕμνος, διότι «ὀρθοστάδην τότε πᾶς ὁ λαὸς κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην τὸν ὕμνον τῇ τοῦ Λόγου Μητρὶ ἔμελψαν».


Βραδύτερον, ἴσως κατὰ τὸν θ´ αἰῶνα καθιερώθη νὰ ψάλλεται κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς Παρασκευῆς πρὸς τὸ Σάββατον τῆς Ε´ ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν. Παλαιότερα ἐψάλλετο ὅλος ὁ ὕμνος. Σήμερον ψάλλεται μόνον τὸ προοίμιον.

Περιεχόμενόν του εἶναι ὁ Εὐαγγελισμός, ποὺ εἶναι τὸ θέμα ὁλοκλήρου τοῦ Κοντακίου. «Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει,ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ Ἰωσὴφ σπουδῇ ἐπέστη, ὁ ἀσώματος λέγων τῇ ἀπειρογάμῳ· ὁ κλίνας τῆ καταβάσει τοὺς οὐρανούς, χωρεῖται ἀναλλοιώτως ὅλος ἐν σοί· ὅν καὶ βλέπων ἐν μήτρᾳ σου, λαβόντα δούλου μορφήν, ἐξίσταμαι κραυγάζειν σοι· Χαῖρε, νύμφη ἀνύμφευτε».

Ὅταν ὁ Ἀκάθιστος συνεδέθη μὲ τὰ ἱστορικὰ γεγονότα τοῦ Γένους μας, τότε συνετέθη νέον εἰδικὸν προοίμιον, γεμᾶτο δοξολογία καὶ ἱκεσία, τὸ «Τῇ Ὑπερμάχῳ». Εἰς τὴν ὑπέρμαχον στρατηγόν, ἡ πόλις τῆς Θεοτόκου, ποὺ ἐλυτρώθη χάρις εἰς αὐτὴν ἀπὸ τὰ δεινά, ἀναγράφει τὰ νικητήρια καὶ παρακαλεῖ, αὐτὴν ποὺ ἔχει τὴν ἀκαταμάχητον δύναμιν, νὰ τὴν ἐλευθερώνη ἀπὸ τοὺς ποικίλους κινδύνους, διὰ νὰ τὴν δοξολογεῖ κράζοντας τό : «Χαῖρε, νύμφη ἀνύμφευτε».


Ὁ καθηγητὴς κ. Ἀνδρέας Θεοδώρου εἰς τὸ βιβλίον του «Ἡ κόρη τῆς Βασιλείας» ἔχει ἕνα κεφάλαιον μὲ τὸν τίτλον «Ἐκ τῆς παραδόσεως μαρτυρίαι» εἰς τὸν ὁποῖον συνεκέντρωσε ἐκτὸς τῆς ἀπεράντου ὀρθοδόξου παραδόσεως ἐκλεκτικῶς «ὀλίγας τινὰς μαρτυρίας οὐ μόνον προσιδιαζούσας εἰς τὸ χριστολογικὸν καὶ θεομητορικὸν περιεχόμενον τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, ὡς γράφει, ἀλλὰ προσδιδούσας μείζονα ἐνάργειαν εἰς τὸ περὶ Θεοτόκου καθόλου δόγμα τῆς Πίστεως». Ἐξ αὐτοῦ ἀναφέρομεν καὶ ἡμεῖς ἐλάχιστα:  


Ἐκ τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως:

«Τὸν δι᾽ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόν- τα ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα».


 Ἐκ τῆς ὀρθοδόξου ὁμολογίας Πίστεως:

«Διὰ τὴν πάναγνον Παρθένον τὴν Θεοτόκον Μαρίαν, τὴν ὁποίαν ἔστωντας καὶ νὰ ἀξιωθῆ νὰ πληρώση τόσον μυστήριον, ἔχουσι χρέος ὅλοι οἱ ὀρθόδοξοι νὰ τὴν δοξάσουσι πρεπούμενα, καὶ νὰ τὴν εὐλαβοῦνται ὡς μητέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν καὶ Σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν ὡς Θεοτόκον.

 Διὰ τοῦτο ἡ Ἐκκλησία χαιρετισμὸν τῆς ἔκαμε, συνθεμένον ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ ἀρχαγγέλου καὶ τῆς ἁγίας Ἐλισάβετ, βάνοντας καὶ αὐτὴ ἀνάμεσα κάποια ὀλίγα εἰς τὸν τρόπον τοῦτον. «Θεοτόκε Παρθένε, χαῖρε κεχαριτωμένη Μαρία, ὁ Κύριος μετά σοῦ· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί, καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου, ὅτι Σωτῆρα ἔτεκες, τῶν ψυχῶν ἡμῶν».


 Ἀπὸ τὰς ἀποκρίσεις τῶν Ἀνατολικῶν Ὀρθοδόξων:

«Τὴν δὲ δέσποιναν ἡμῶν Θεοτόκον Μαρίαν ὑπερδουλικῶς μετὰ Θεόν, οὐκ ὅμως ὡς Θεόν, ἀλλʼ ὡς Θεοτόκον καὶ μητέρα Θεοῦ προσκυνοῦμεν, ἀλλʼ οὐ λατρευτικῶς· μὴ γένοιτο, ἄπαγε τῆς βλασφημίας.

Θεοῦ γὰρ καὶ μόνον λατρευτικῶς προσκυνοῦμεν, αὐτὴν δὲ πρὸς τὸν Θεὸν ὑπὲρ τῶν μετὰ τὸ βάπτισμα ἡμῶν ἐπταισμένων πρέσβυν πρὸς τὸν Θεὸν προβαλλόμεθα, καὶ διʼ αὐτῆς ἐλπίζομεν παρὰ Θεοῦ τυχεῖν συγχωρήσεως…».


Γενικῶς, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Ἅγιος Νεκτάριος εἰς μία σύντομον, ἀλλὰ περιεκτικὴν μελέτην του περὶ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, «ἡ εὐλάβεια τῶν πιστῶν πρὸς τὴν Θεομήτορα ἀπὸ τοῦ χρόνου τῆς καταδίκης τῆς αἱρέσεως τοῦ Νεστορίου ἐξεδηλοῦτο καθʼ ἅπαν τὸ Ρωμαϊκὸν κράτος διὰ λαμπρῶν ἑορτῶν καὶ πνευματικῶν πανηγύρεων, οἱ δὲ πανταχοῦ ἀνεγειρόμενοι ἀπʼ ὀνόματι τῆς Θεομήτορος μεγαλοπρεπεῖς ναοὶ λαμπρῶς διεκοσμοῦν το καὶ κάλλει διέπρεπον.

Ἡ ἑδραιωμένη δὲ αὕτη ἐν ταῖς καρδίαις τῶν πιστῶν εὐλάβεια πρὸς τὴν Θεοτόκον καὶ ἀειπάρθενον Μητέρα τοῦ Κυρίου, ἀρξαμένη ἀπὸ τῆς ἀναδείξεως αὐτῆς ὡς Μητρὸς τοῦ Κυρίου, διετέλεσεν ἀμετάπτωτος καθʼ ὅλους τοὺς αἰῶνας καὶ θέλει διαμείνη παρὰ τοῖς πιστοῖς εἰς ἅπαντα τὸν αἰῶνα ἀσάλευτος» (σελ. 20).

Πῶς λοιπὸν θὰ πρέπει νὰ ἑορτάσωμεν τὴν ἑορτὴν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καὶ τοῦ Ἀκαθίστου; Τὴν ἀπάντησιν τὴν δίδουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες καὶ μάλιστα ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης εἰς μίαν κατήχησίν του.

«Ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, ἰδοὺ σὺν Θεῷ, ὁποὺ ἔφθασε ἡ πανσεβάσμιος καὶ ὑπέρλαμπρος ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ἡ πρώτη τῶν Δεσποτικῶν ἑορτῶν καὶ εἶναι πρέπον καὶ χρεωστούμενον νὰ τὴν ἑορτάζωμεν πλὴν ὄχι ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε, καθὼς τὸ κάμνουν οἱ ἀμαθεῖς καὶ χωρὶς εὐλάβειαν· ἀλλὰ πῶς; μετʼ εὐλαβείας πολλῆς καὶ κατανοήσεως καὶ στοχασμοῦ πρὸς τοῦ μυστηρίου τὴν δύναμιν. Ποιὸ δὲ εἶναι τὸ μυστήριον;

 Ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐκαταδέχθη νὰ γίνη, εἰς δὲ μεσιτείαν καὶ ὑπηρεσίαν τοῦ ἀνερμηνεύτου αὐτοῦ μυστηρίου, ἐπῆρε τὴν ἁγίαν Παρθένον καὶ ἐκατοίκησε εἰς αὐτήν. Καὶ ἀπʼ αὐτὴν ἀνέπλασε καὶ ἔκαμε τὴν ἄχραντον αὐτοῦ σάρκα καὶ ἔγινε τέλειος ἄνθρωπος. Τίνος ἕνεκεν καὶ διατί;

Διὰ νὰ ἐξαγοράση τὸν ἄνθρωπον ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου, καθὼς εἶναι γραμμένον, διὰ νὰ γενοῦμεν υἱοὶ Θεοῦ, διὰ νὰ μὴ εἴμεθα δοῦλοι τοῦ διαβόλου, ἀλλὰ ἐλεύθεροι, μηδὲ ἐμπαθεῖς καὶ ἀκάθαρτοι, ἀλλὰ ἀπαθεῖς καὶ καθαροί· μηδὲ νὰ εἴμεθα φιλόσαρκοι, νὰ ἀγαποῦμεν τὴν σάρκα, μήτε νὰ περιπατοῦμεν εἰς τῆς σαρκὸς τὰ θελήματα, ἀλλὰ κατὰ πνεῦμα, ὡς φίλοι καὶ τέκνα Θεοῦ.

Διότι τὸ θέλημα τῆς σαρκὸς εἶναι θάνατος, τὸ δὲ θέλημα τῆς ψυχῆς εἶναι ζωή».

«Διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη, συνεχίζει ὁ Ἅγιος, καὶ ἡμεῖς πνευματικῶς νὰ ζοῦμε μὲ ὁσιότητα καὶ δικαιοσύνην, μὲ ἀγάπην καὶ πραότητα, μὲ εἰρήνην καὶ μακροθυμίαν, μὲ χρηστότητα, ἐν Πνεύματι ἁγίῳ, διὰ νὰ μὴ δείχνωμεν (ὅσον ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἡμᾶς) ἄπρακτον (ἀνώφελον) τὴν σάρκωσιν τοῦ Κυρίου.


Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ χρεωστοῦμεν νὰ παρακαλοῦμεν τὸν Θεὸν καὶ νὰ λυπούμεθα διὰ τὸν κόσμον, ποὺ δὲν τὸν ἀκούει. Καὶ ἀκόμη καταφρονοῦν αὐτὸν πολλοί, ποὺ ὀνομάζονται χριστιανοί, ἄλλοι μὲ πίστιν στρεβλὴν καὶ παράνομον καὶ ἄλλοι μὲ κακὰ ἔργα».

Πράγματι ὁ πνευματικὸς ἑορτασμὸς τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καὶ τοῦ Ἀκαθίστου καὶ ἐν γένει ὅλων τῶν ἁγίων ἡμερῶν ποὺ διερχόμεθα, θὰ εἶναι ὁ καλύτερος τρόπος διὰ νὰ διαλυθοῦν, ταῖς πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, τὰ νέφη τῶν συμφορῶν καὶ κινδύνων ποὺ ἀπειλοῦν καὶ πάλιν τὸ Γένος μας ἀλλὰ καὶ τὸν καθένα ἀπὸ ἡμᾶς.

Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ

 ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ 

Στην επίσημη λειτουργική γλώσσα η ακολουθία αυτή ονομάζεται «Ακάθιστος Ύμνος» ή μονολεκτικά «Ακάθιστος» από την ορθία στάση, που τηρούσαν οι πιστοί καθ' όλη τη διάρκεια της ψαλμωδίας της. Έτσι και με τα λόγια και με τη στάση του σώματος εκφράζεται η τιμή, η ιδιαίτερη ευλάβεια, η ευχαριστία προς εκείνη, προς την οποία απευθύνουμε τους χαιρετισμούς μας.


Είναι δε η ακολουθία αυτή στη σημερινή λειτουργική μας πράξη εντεταγμένη στο λειτουργικό πλαίσιο της ακολουθίας του μικρού αποδείπνου, όπως ακριβώς τελέσθηκε απόψε. Έτσι γίνεται κάθε Παρασκευή στις τέσσερις πρώτες εβδομάδες των Νηστειών, ακόμα και την Παρασκευή της Ε' Εβδομάδος, που μετά την τμηματική στις τέσσερις πρώτες εβδομάδες ψαλμωδία του, ανακεφαλαιώνεται ολόκληρος ο ύμνος. Στα μοναστήρια, αλλά και στη σημερινή ενοριακή πράξη και παλαιότερα κατά τα διάφορα Τυπικά, έχουμε και αλλά λειτουργικά πλαίσια για την ψαλμωδία του ύμνου: την ακολουθία του όρθρου, του εσπερινού, της παννυχίδος ή μιας ιδιόρρυθμης Θεομητορικής         Κωνσταντινουπολιτικής ακολουθίας, την ' «πρεσβεία». Σ' όλες αυτές τις περιπτώσεις σ' ένα ορισμένο σημείο της κοινής ακολουθίας γίνεται μια παρεμβολή. Ψάλλεται ο κανών της Θεοτόκου και ολόκληρο ή τμηματικά το κοντάκιο και οι οίκοι του Ακάθιστου.

Θα παρατρέξωμε το διαφιλονικούμενο, εξ' άλλου, θέμα του χρόνου της συντάξεως και του ποιητού του Ακάθιστου. Πολλοί φέρονται ως ποιηταί του: ο Ρωμανός ο Μελωδός, ο Γεώργιος Πισίδης, οι πατριάρχαι της Κωνσταντινουπόλεως Σέργιος, Γερμανός ο Α΄, ο Ιερός Φώτιος, ο Γεώργιος Νικομήδειας (Σικελιώτης), ποιηταί που έζησαν από τον Ζ΄ μέχρι τον Θ΄ αιώνα. Η παράδοσις παρουσιάζει μεγάλη αστάθεια και οι νεώτεροι μελετηταί, στηριζόμενοι στις λίγες εσωτερικές ενδείξεις που υπάρχουν στο κείμενο, άλλοι προτιμούν τον ένα και άλλοι τον άλλο από τους φερομένους ως ποιητάς του. Ένα ιστορικό γεγονός, με το οποίο συνεδέθη από την παράδοσι η ψαλμωδία του Ακάθιστου, θα μπορούσε να μας προσανατολίση κάπως στην αναζήτησί μας: Η επί του αυτοκράτορος Ηρακλείου πολιορκία και η θαυμαστή σωτηρία της Κωνσταντινουπόλεως την 8η  Αυγούστου του έτους 626. Κατά το Συναξάριο μετά την λύσι της πολιορκίας εψάλη ο ύμνος αυτός στον ναό της Θεοτόκου των Βλαχερνών, ως δοξολογία και ευχαριστία για την σωτηρία, που απεδόθη στην θαυματουργική δύναμι της Θεοτόκου, της προστάτιδας της Πόλεως. Πατριάρχης τότε ήτο ο Σέργιος, που πρωτοστάτησε στους αγώνας για την άμυνα. Εύκολο ήταν να θεωρηθη και ποιητής του ύμνου, αν και ούτε ως υμνογράφος μας είναι γνωστός, ούτε και ορθόδοξος ήτο. Εξ' άλλου ο ύμνος θα         έπρεπε να ήταν παλαιότερος, γιατί αν ήταν γραμμένος για την σωτηρία της Πόλεως δεν θα ήταν δυνατόν παρά ρητώς να κάμνη λόγο γι' αυτήν και όχι να αναφέρεται σε άλλα θέματα, όπως θα ιδούμε πιο κάτω. Η ψαλμωδία όμως του Ακάθιστου συνδέεται από τις ιστορικές πηγές και με άλλα παρόμοια γεγονότα: τις πολιορκίες και την σωτηρία της Κωνσταντινουπόλεως επί Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673), επί Λέοντος του Ισαύρου (717-718) και επί Μιχαήλ Γ΄ (860).

Όποιος όμως και αν ήταν ο ποιητής και με οποιοδήποτε ιστορικό γεγονός από τα ανωτέρω και αν συνεδέθη πρωταρχικά, ένα είναι το αναμφισβήτητο στοιχείο, που μας δίδουν οι σχετικές πηγές, ότι ο ύμνος εψάλλετο ως ευχαριστήριος ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους κατά τις ευχαριστήριες παννυχίδες που ετελούντο εις ανάμνησιν των ανωτέρω γεγονότων. Κατά την παρατήρησι του συναξαριστού ο ύμνος λέγεται «Ακάθιστος», γιατί τότε κατά την σωτηρία της Πόλεως και έκτοτε μέχρι σήμερα, όταν οι, οίκοι του ύμνου αυτού εψάλλοντο, «ορθοί πάντες» τους ήκουαν εις ένδειξιν ευχαριστίας προς την Θεοτόκο, ενώ στους οίκους των άλλων κοντακίων «εξ έθους» εκάθηντο.

Γιατί όμως ψάλλεται κατά την Μεγάλη Τεσσαρακοστή; Οι λύσεις των ανωτέρω πολιορκιών δεν συνέπεσαν κατ' αυτήν. Στις 8 Αυγούστου ελύθη η πολιορκία επί Ηρακλείου, τον Σεπτέμβριο η επί Πωγωνάτου, στις 16 Αυγούστου εωρτάζετο η ανάμνησις της σωτηρίας της Πόλεως επί Λέοντος Ισαύρου και στις 18 Ιουνίου ελύθη η πολιορκία επί Μιχαήλ του Γ΄. Με την Μεγάλη Τεσσαρακοστή συνεδέθη προφανώς εξ αιτίας ενός άλλου καθαρώς λειτουργικού λόγου: Μέσα στην περίοδο της Νηστείας εμπίπτει πάντοτε η μεγάλη εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Είναι η μόνη μεγάλη εορτή, που λόγω του πένθιμου χαρακτήρας της Τεσσαρακοστής, στερείται προεορτίων και μεθεόρτων. Αυτήν ακριβώς την έλλειψη έρχεται να κάλυψη η ψαλμωδία του Ακάθιστου, τμηματικώς κατά τα απόδειπνα των Παρασκευών και ολόκληρος κατά το Σάββατο της Ε΄ εβδομάδος. Το βράδυ της Παρασκευής ανήκει λειτουργικούς στο Σάββατο, ήμερα που μαζί με την Κυριακή είναι οι μόνες ήμερες των εβδομάδων των Νηστειών, κατά τις οποίες επιτρέπεται ο εορτασμός χαρμόσυνων γεγονότων, και στις όποιες, καθώς είδαμε, μετατίθενται οι εορτές της εβδομάδος. Καθ' ωρισμένα Τυπικά ο Ακάθιστος εψάλλετο πέντε ήμερες προ της εορτής του Ευαγγελισμού και κατ' άλλα τον όρθρο της ημέρας της εορτής. Ο Ακάθιστος ύμνος είναι το κοντάκιο του Ευαγγελισμού, ο ύμνος της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού.

Όταν ο Ακάθιστος συνεδέθη με τα ιστορικά γεγονότα, που αναφέραμε, τότε συνετέθη νέο ειδικό προοίμιο, γεμάτο δοξολογία και ικεσία, το τόσο γνωστό «Τη ύπερμάχω». Στην υπέρμαχο στρατηγό, η πόλις της Θεοτόκου, που λυτρώθηκε χάρι σ' αυτήν από τα δεινά, αναγράφει τα νικητήρια και παρακαλεί αυτήν που έχει την ακαταμάχητη δύναμι να την ελευθερώνη από τους ποικίλους κινδύνους για να την δοξολογή κράζοντας το: «Χαίρε, νύμφη ανύμφευτε». Ο ύμνος ψάλλεται και πάλι σε ήχο πλ. δ΄.


«Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια,

ως λυτρωθείσα των δεινών, ευχαριστήρια

αναγράφω σοι η Πόλις σου, Θεοτόκε·

αλλ' ως έχουσα το κράτος απροσμάχητον,

εκ παντοίων με κινδύνων ελευθέρωσον,

ίνα κράζω σοι·

Χαίρε, νύμφη ανύμφευτε».

Ή Παναγία σώζει την πατρίδα

 Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια...» (ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ)


Συντάκτης επίσκοπος Αυγουστίνος Ν. Καντιώτης

ΑΠΟΨΕ, αγαπητοί μου, πέμπτη (Ε') Παρασκευή των Νηστειών, σε όλους τους ναούς της Ορθοδοξίας ψάλλετε ολόκληρος ή ακολουθία των Χαιρετισμών.


Είναι δε οι Χαιρετισμοί ένα αριστούργημα της βυζαντινής ποιήσεως. Θαυμάζει κανείς σ' αυτό το κάλλος του λόγου, προ παντός όμως τη αγάπη προς την ύπεραγία Θεοτόκο. Αγαπούσε την Παναγία ό ανώνυμος ποιητής. Και απόδειξης το πλήθος των χαρακτηρισμών. Όπως ή μάνα πού αγαπάει το παιδί της δεν το φωνάζει μόνο με τ' όνομα του —Γιώργο, Γιάννη, Κώστα—, αλλά το στολίζει με πλήθος εκφράσεις (άλλοτε το λέει λουλούδι, άλλοτε μπουμπούκι, άλλοτε χρυσό, άλλοτε άγγελο...), έτσι κ' εδώ ό εμπνευσμένος ποιητής ονομάζει την Παναγία με πλήθος εικόνες και παραδείγματα άπ' όλη τη φύση.

Λέει στην Παναγία• Είσαι ή «γη της επαγγελίας» ή ρέουσα μέλι και γάλα, είσαι το «όρος» το αλατόμητον, είσαι ή «πέτρα» πού πότισε τους διψώντας την ζωήν, είσαι το «άστρο» το άδυτο, είσαι ή «αστραπή» πού καταλάμπει τάς ψυχάς, είσαι ή «βροντή» πού καταπλήττει τους εχθρούς, είσαι συ πού αναβλύζεις τον πολύρρυτον «ποταμόν», είσαι το «ρόδον» το αμάραντο, είσαι το ηδύπνοον «κρίνον», είσαι ή «στάμνας» με το μάννα, είσαι... Σε όλα βλέπει παρομοιώσεις της ύπεραγίας Θεοτόκου.


Εκείνο όμως πού ιδιαιτέρως συγκινεί εμάς τους Έλληνες Χριστιανούς, Είναι το κοντάκιο «Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια...», πού ακούσαμε απόψε κατ' επανάληψιν. Επάνω σ' αυτό θα κάνω λίγες σκέψεις.


«Τω υπερμάχω στρατηγώ». Εδώ παίρνει την εικόνα όχι πλέον από τη φύση, άλλ' από τη στρατιωτική ζωή, από πολέμους και στρατόπεδα, όπου στρατιώτες και αξιωματικοί μάχονται κατά των εχθρών. Είσαι στρατηγός, λέει, Παναγία μου, στρατηγός «υπέρμαχος», υπερτερείς δηλαδή στη μάχη, αναδεικνύεσαι ανωτέρα των εχθρών, νικάς και θριαμβεύεις.


Στρατηγός ή Παναγία. Μήπως αυτό είναι υπερβολή, ρητορικό σχήμα, τίτλος κενός όπως οι τίτλοι τόσων αξιωματούχων της γης; Όχι. Είναι ουσία, πραγματικότης. Όντως ή ύπεραγία Θεοτόκος ανεδείχθη δια μέσου των αιώνων υπέρμαχος στρατηγός του γένους μας. Αυτό βεβαιώνουν τα γεγονότα. • Ανοίγουμε την Ιστορία. Φθάνουμε στο έτος 626 μ.Χ.. Βρισκόμαστε στο Βυζάντιο, στην πόλη των ονείρων μας, την βασιλίδα των πόλεων, την Κωνσταντινούπολη Το έτος εκείνο ήτο κρίσιμο. Ό αυτοκράτωρ Ηράκλειος με το στρατό του αγωνιζόταν στα βάθη της Ασίας εναντίον των Περσών, πού είχαν αρπάξει τον τίμιο σταυρό από τα Ιεροσόλυμα. Εν τω μεταξύ ή Πόλις βρέθηκε σε δεινή δοκιμασία. Εχθροί από ανατολών, βορρά και νότου, Πέρσες και Αβαροι, πολιόρκησαν την πόλη στενότατα από ξηράς και από θαλάσσης. Οι ταλαίπωροι κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως, χωρίς τον βασιλέα, χωρίς στρατό, με μια μικρά φρουρά έδιναν άνισο αγώνα. Ή πτώσης της Πόλεως εθεωρείτο βεβαία. Οι βάρβαροι έστειλαν μήνυμα στους Βυζαντινούς να παραδοθούν. Δεν υπάρχει, είπαν, για σας ελπίδα• μόνο αν γίνετε πουλιά να πετάξετε στον αέρα ή ψάρια να κολυμπήσετε στο Βόσπορο, θα σωθείτε.


Αυτά έλεγαν με υπερηφάνεια. Άλλα «άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε Θεός κελεύει». Τι έγινε; Κάτι υπερφυσικό, πού δέ' μπορεί να το συλλαβή ή ανθρώπινη σκέψις. Δέ' νίκησαν οι βάρβαροι• νίκησε ή μικρά φρουρά πού αγωνιζόταν στα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως• ή μάλλον νίκησε ή ύπεραγία Θεοτόκος με το θαύμα πού έκανε και το βεβαιώνει ή Ιστορία. Τη νύχτα φύσηξε δυνατός άνεμος, σήκωσε κύματα και έπνιξε τα πλοία των βαρβάρων σανίδες μόνο επέπλεαν. Το πρωί, όταν οι εχθροί είδαν ότι ό στόλος τους κατεστράφη, έλυσαν την πολιορκία και έφυγαν.


Όλοι ομολόγησαν, ότι ή Παναγία έκανε το θαύμα. Από ευγνωμοσύνη συγκεντρώθηκαν στο ναό των Βλαχερνών και όρθιοι, όλη τη νύχτα, έψαλλαν τους Χαιρετισμούς και το «Τω ύπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια,.,».

• —Α, θα πει τώρα κάποιος κοροϊδεύοντας, αυτά «τω καιρώ εκείνο»...


Όχι. Ή Παναγία είναι ή ίδια. Δεν πιστεύετε στο θαύμα της Κωνσταντινουπόλεως; Θέλετε άλλο θαύμα; Ορίστε λοιπόν. Τι εορτάζουμε στις 25 Μαρτίου; Την εθνική μας εορτή. Ερωτώ• Είναι τυχαίο ότι οί προγονοί μας, οί ήρωες του 1821, επέλεξαν ως ήμερα εξεγέρσεως την ήμερα του ευαγγελισμού της Θεοτόκου; Είναι τυχαίο ότι στην Αγία Λαύρα οί αγωνιστές (ορκίστηκαν «ελευθερία ή θάνατος» κάτω από το λάβαρο της Θεοτόκου; Είναι τυχαίο ότι, το δεύτερο ή τρίτο έτος της επαναστάσεως, στην Τήνο, από ένα όραμα πού είδε μια μοναχή, βρήκαν τη θαυματουργό εικόνα της Παναγίας, και ή ανεύρεση της εμψύχωσε το λαό μας; Είναι άσχετο το γεγονός ότι οί ήρωες του '21 προσηύχοντο στην Παναγία; Ιδιαιτέρως αγαπούσε την Παναγία Όπως Γέρος του Μοριά, Όπως Κολοκοτρώνης. Σε μια κρίσιμη στιγμή του αγώνος, μέσα στη γενική απογοήτευση, αυτός δεν απελπίστηκε. Μπήκε σ' ένα εξωκλήσι, άναψε λαμπάδα, γονάτισε, και προσευχήθηκε με δάκρυα. Και μετά, με αισιοδοξία, είπε «Ή Παναγία υπέγραψε την ελευθερία μας, και δεν παίρνει πίσω την υπογραφή της».


Και όντως έγινε το θαύμα. Το 1821, λοιπόν, Είναι νέα απόδειξης της αγάπης πού τρέφει ό λαός μας προς την ύπεραγία Θεοτόκο. Το 626 θαύμα στην Κωνσταντινούπολη το 1821 νέο θαύμα της Θεοτόκου. «Τη ύπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια...», έψαλλαν και οί ήρωες του '21.


• Aλλά ή Παναγία μας δεν σταματά εδώ έχουμε και άλλο νεώτερο θαύμα. Ποιο; Είναι θαύμα των ήμερων μας, το είδε ή δική μας γενεά. Όχι οί σημερινοί νέοι και τα παιδιά πού τρέφονται πλουσιοπάροχα και δεν ξέρουν Τι θα πει αυταπάρνησης και θυσία. Το είδαν οί ήρωες του 1940, οί στρατιώτες και αξιωματικοί μας, πού σαν αετοί ανέβηκαν στα βουνά και πολέμησαν τότε τους νέους βαρβάρους, την ισχυρά Ιταλική αυτοκρατορία.


Ό δικτάτωρ της 'Ρώμης εκαυχάτο και απειλούσε• Ελλάς, παραδόσου! έχω τόσα αεροπλάνα, πού τα φτερά τους θα σκιάσουν τον ήλιο (όπως και ό Ξέρξης απειλούσε τους μαχητός των Θερμοπυλών, ότι με το πλήθος των βελών του θα σκίαση τον ήλιο). Και Τι έγινε, νίκησε; Ούτε τ' αεροπλάνα Ούτε τίποτε άλλο υπερίσχυσε. Νίκησε ή μικρά Ελλάς. Πώς; Δεν θα σας το πω εγώ' ας μιλήσουν όσοι έχουν άσπρα μαλλιά (τους οποίους οί νέοι οφείλουν, όταν τους βλέπουν, ν' αποκαλύπτονται). Τι είδαν αυτοί; Δεν Είναι ψέμα• πάνω στα κακοτράχαλα χιονισμένα βουνά της Βορείου Ηπείρου είδαν μια σκιά. Δεν ήταν φάντασμα. Ήταν ή ύπεραγία Θεοτόκος! Την είδαν τη νύχτα στρατιώτες, αξιωματικοί, πυροβολητές και εύζωνοι να εύλογη τα στρατεύματα μας. Και όπως είπε κάποιος ανταποκριτής, στο αλβανικό μέτωπο μία μόνο γυναικεία μορφή κυριαρχούσε- ή μορφή της Παναγίας. Εκεί κατελύθη ή θεωρία του Φρόιντ. Τα παιδιά της Ελλάδος δεν είχαν πλέον στο μυαλό τους έρωτας επίγειους- είχαν έναν ουράνιο έρωτα, τον έρωτα της πατρίδος, και στα οράματα τους έβλεπαν την ύπεραγία Θεοτόκο.


Ή Παναγία, λοιπόν, παραμένει ή ιδία. Το 626 θαύμα στην Κωνσταντινούπολη το 1821 θαύμα στην Ελλάδα, το 1940-41 νέο θαύμα στη Βόρειο Ήπειρο. Έτσι από τη μικρά αυτή ιστορική ανασκόπηση, φαίνεται ότι ό τίτλος «υπέρμαχος στρατηγός» δεν Είναι για την Παναγία μας τίτλος κενός περιεχομένου• Είναι μία πραγματικότης.


Λέγοντας αυτά, αγαπητοί μου, μη νομίσετε ότι είμεθα φιλοπόλεμοι. Όχι. Όσοι είδαμε τον πόλεμο σε όλη τη φρίκη του, δεν θέλουμε πόλεμο. Και στην Εκκλησία το σπουδαιότερο αίτημα μας Είναι «υπέρ της ειρήνης».


Άλλα ή ειρήνη δεν εξαρτάται μόνο από μας. Μας περιζώνουν εχθροί. Εάν λοιπόν νέοι βάρβαροι θελήσουν να περάσουν τα σύνορα μας, τότε οί Έλληνες, όλοι μαζί, θ' αναστήσουμε τους χρόνους της Κωνσταντινουπόλεως, το '21 και το '40, και θα δώσουμε το παρών για ν' αποκρούσουμε τον εχθρό.


Και πιστεύω ακράδαντος στο Θεό ότι, εάν εμείς ζούμε χριστιανικώς —θέτω τον όρο αυτόν—, θα νικήσουμε. Εάν σεβόμεθα τα ιερά και όσια, εάν αγαπούμε την Παναγία μας, τότε να είστε βέβαιοι ότι άγγελος Κυρίου θα φυλάει την πατρίδα μας, από Κερκύρας μέχρι Κρήτης και Κύπρου. Και θα μας δοθεί ένα ακόμη θαύμα, και πάλι θα ψάλλουμε με όλη την καρδιά μας « Τη ύπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια...».


Επίσκοπος Αυγουστίνος.

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΗ ΟΜΙΛΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΕΓΙΝΕ ΣΤΟΝ ΙΕΡΟ ΝΑΟ ΤΟΥ ΆΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΤΗΝ 2-4-1982 ΜΕ ΑΛΛΟ ΤΙΤΛΟ. ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΣΥΝΤΜΗΣΗΣ 15-04-2005.

Ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον.

 Οἱ Χαιρετισμοί τῆς Παναγίας, ἀγαπητοί μου, εἶναι ἔνα ἀριστούργημα τῆς Βυζαντινῆς Ὑμνογραφίας. Εἶναι ἕνα Κοντάκιο, σύνολο ὕμνων μέ 24 μέρη, πού ἔχουν ἀλφαβητική διάταξη. Ἀναφέρονται ἀνά ἕνα στήν Παναγία καί καταλήγουν  μέ τό χαῖρε Νύφμη ἀνύμφευτε καί ἀνά ἕνα στό Χριστό, πού τελειώνουν μέ τό Ἀλληλούϊα, πού θά πεῖ: Αἰνεῖτε τόν Θεό, τόν Κύριο.


Συγγραφέας τοῦ Ὕμνου αὐτοῦ εἶναι ὁ ἅγιος Ρωμανός ὁ μελωδός, ὁ ποιητής τῶν κοντακίων, ὁ πρίγκηπας τῶν Βυζαντινῶν ὑμνογράφων. Λέγεται δέ Ἀκάθιστος ὁ Ὕμνος, γιατί τόν ἔψαλλαν ἀκάθιστοι, ὄρθιοι σέ ὁλονύκτια ἀγρυπνία, στόν Ναό τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν, στήν Κωνσταντινούπολη, γιά νά εὐχαριστήσουν τήν Παναγία, πού ἔσωσε τήν Βασιλεύουσα ἀπό βέβαιη καταστροφή .

Τό ἔτος 626 μ.Χ. ὁ αὐτοκράτορας Ἡράκλειος μέ τόν κύριο ὄγκο τοῦ στρατοῦ πολεμοῦσε τούς Πέρσες στά βάθη τῆς Μ. Ἀσίας. Ἔκανε ἱερό πόλεμο ἐναντίον τῶν Περσῶν, γιά νά ἐλευθερώσει καί νά φέρει πίσω τόν Τίμιο Σταυρό, πού ἅρπαξαν οἱ βάρβαροι ἀπό τά Ἱεροσόλυμα.

Ὁ Χαγάνος, ὁ ἀρχηγός τῶν Σκυθῶν καί Μυσῶν, ἦρθε σέ συνεννόηση μέ τούς Πέρσες καί πολιόρκησαν τήν Κωνσταντινούπολη. Ἡ πόλη βρέθηκε σέ πολύ δύσκολη θέση. Οἱ ἐχθροί γύρω πολλοί, ἐνῷ μέσα ὁ στρατός ἐλάχιστος μέ τόν φρούραρχο Βῶνο.

Ὁ λαός τρομοκρατεῖται καί ἀπελπίζεται. Φόβος καί τρόμος, μεγάλη τραχή τούς κατέλαβε. Ἔπεσε τό ἠθικό τους. Ἀπαισιοδοξία ἐπικρατοῦσε παντοῦ.  Ψυχή καί καταφυγή γιά ὅλους ποιός ἄλλος; Ἡ Ἐκκλησία. Ὁ Πιστός καί γενναῖος Πατριάρχης Σέργιος. Ἄς προσέξουμε, παρακαλῶ, τά λόγια του: Εἶναι κρῖμα νά ἀπελπίζεσθε. Γιατί σκέπτεσθε σάν ἄνθρωποι, πού δέν πιστεύουν στό Θεό; Ἐμπιστεύθηκα τήν τύχη τῆς Πόλεως στά χέρια τῆς Παναγίας.

Τά λόγια αὐτά, ἀγαπητοί μου, εἶναι πάρα πολύ σπουδαῖα. Γιατί στίς δυσκολίες τά βαφουμε μαῦρα; Γιατί κάνουμε σάν νά μή ὑπάρχει Θεός;  Ποῦ θά καταφύγουμε στά δύσκολα; Στήν Παναγία. Στήν κραταιά της σκέπη. Ἐξ ἄλλου καί ὁ Μ. Κωνσταντῖνος, ὅταν ἔχτισε τήν Πόλι, στήν Παναγία τήν  ἀφιέρωσε. Γι᾿ αὐτό στό τῇ Ὑπερμάχῳ ψάλλουμε, ἀναγράφω σοι ἡ πόλις σου, Θεοτόκε. Ἡ Κωνσταντινούπολις εἶναι ἡ πόλις τῆς Θεοτόκου.

Μέ τά λόγια τοῦ Πατριάρχη ὁ λαός ἐμψυχώθηκε. Πραγματικός συναγερμός ἔγινε. Πατριάρχης, Κλῆρος καί Λαός ξεχύθηκαν στύς δρόμους μέ τά λάβαρα τῶν Ἐκκλησιῶν, μέ Ἱερά Κειμήλια στά χέρια, μέ τήν Τιμία Ζώνη τῆς Παναγίας, μέ τά Λείψανα τῶν Ἁγίων. ( Ἄν δέν ἦταν ἡ Ἐκκλησία καί οἱ Παπάδες τί θά γινώμασταν!). Ὁ Πατριάρχης ἄκαμπος κρατώντας στά χέρια τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας ἔδινε δύναμη καί θάρρος. Ἀπό τά στόματα ὅλων ἔβγαιναν κραυγές ἱκεσίας: Πρόφθασε, Παναγία μου, μή μᾶς ἐγκαταλίπεις τώρα, πού χανόμαστε. Σῶσε τόν λαό σου καί τήν πόλη σου. Εὐλόγησε τήν κληρονομία σου.

Τότε συνέβη ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερα θαύματα καί ὑπερφυσικά γεγονότα τῆς Πίστεως. Τρομαγμένοι οἱ ἐπιτιθέμενοι ἐχθροί ἄκουγαν θόρυβο, σάν χιλιάδες στρατός νά ἐπιτέθηκε εναντίον τους, πού ἔφερνε ὄλεθρο καί καταστροφή στίς τάξεις τους. Ἔτσι ξαφνικά καί ἀπροσδόκητα ἀπό διῶκτες ἔγιναν διωκόμενοι. Χιλιάδες πτώματα στρώθηκαν στή γῆ. Πανικόβλητοι, ὅσοι εἶχαν ἀπομείνει, τράπηκαν σέ φυγή, γιά νά σωθοῦν, φωνάζοντας ἀπεγνωσμένα μεταξύ τους: Ποῦ βρέθηκε, ποῦ ἦταν κρυμμένος τόσος στρατός; Στρατός ὅμως δέν ὑπῆρχε. Ἦταν ὁ Θεός καί ἡ Παναγία πού τούς κυνηγοῦσαν.

Οἱ ἱστορικοί ὁμιλοῦν γιά ἕναν ἀνεμοστρόβιλο, πού σηκώθηκε καί ἔφερε πανικό καί καταστροφή. Ἀγρίεψε ἡ θάλασσα καί σήκωσε τεράστια κύματα. Συντρίμια ἔγιναν τά πλοῖα τοῦ ἐχθροῦ. Ἐκτός ἀπό τά πτώματα γύρω ἀπό τά τείχη, γέμισε καί ἡ παραλία μέ νεκρά κορμιά, πού ξέβρασε ἡ θάλασσα τούς  πνιγμένους.

Τά μάτια τῶν χριστιανῶν ἔτρεχαν δάκρυα, τώρα ὄχι πόνου καί ἀγωνίας, ἀλλά δάκρυα χαρᾶς καί εὐγνωμοσύνης. Μέ ἀλαλαγμούς καί ζητωκραυγές κατευθύνθηκαν τά πλήθη στήν Παναγία τῶν Βλαχερνῶν, γιά νά εὐχαριστήσουν καί δοξολογήσουν τόν Θεό καί τήν Παναγία. Ἦταν ἡ νύχτα τῆς 7ης πρός τήν 8η Αὐγούστου. Πρῶτος ὁ Πατριάρχης γιά πρώτη φορά ἔψαλε τό τῇ Ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ τά νικητήρια... καί στή συνέχεια ὅλη τήν νύκτα ἐκείνη "ὀρθοστάδην τόν ὕμνον τῇ τοῦ Θεοῦ Μητρί γηθοσύνως ἔμελψαν".

Αὐτός ὁ ὕμνος, ὁ λυτρωτικός καί νικητήριος, ἔγινε λαοφιλής. Ἔγινε κάτι σάν Ἐθνικός Ὕμνος τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Γένους μας. Στόν Ὕμνο αὐτό βλέπουμε τόν Ὀρθόδοξο Ἑλληνισμό. Τήν ἐκκλησιαστική παράδοση καί τήν ἐθνική ζωή. Τήν Πίστη καί τήν Πατρίδα, πού συσφίγγονται ἁρμονικά γύρω ἀπό αὐτόν τόν Ὕμνο. Τά λόγια του μᾶς ἀφυπνίζουν τό πατριωτικό καί θρησκευτικό αἴσθημα. Μᾶς ὑπενθυμίζουν τόν μεγάλο καί γενναῖο αὐτοκράτορα Ἡράκλειο, πού καθιέρωσε τήν ἑλληνική γλῶσσα ὡς τήν ἐπίσημη τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας.

«Χαίρε κυοφορούσα οδηγόν πλανωμένοις» (Χαίρε Παναγία που κυοφορείς τον οδηγό σ’ αυτούς που πλανώνται)

 1. Η αμαρτία ως εκτροπή από το θέλημα του Θεού οδήγησε τον άνθρωπο στην πλάνη: να μην μπορεί να προσανατολιστεί σωστά, να μην μπορεί να σχετισθεί ορθά με τον συνάνθρωπό του, με τον εαυτό του, με την ίδια τη φύση. Κι αυτό γιατί διαγράφοντας ο άνθρωπος το φως της ζωής του, τον Πατέρα και Δημιουργό του, οδηγείται στο σκοτάδι της άγνοιας: στον σκοτασμό του νου, με αποτέλεσμα αντί του Κτίστη να λατρεύει τα κτίσματα, αντί της αγάπης να εχθρεύεται τον συνάνθρωπο, αντί της συναίσθησης των κτιστών ορίων του να καυχάται και να υπερηφανεύεται, αντί της αίσθησης της διακριτικής βασιλικής εξουσίας του να φοβάται ως δούλος και αυτήν τη φύση.


Ο απόστολος Παύλος με θεόπνευστο τρόπο επισημαίνει την τραγική αυτή κατάσταση της πτώσεως στην αμαρτία: «(Οι άνθρωποι) ενώ γνώρισαν τον Θεό μέσα από τη δημιουργία, ούτε Τον δόξασαν ούτε Τον ευχαρίστησαν ως Θεό. Αντίθετα, η σκέψη τους ακολούθησε λαθεμένο δρόμο, και η ασύνετη καρδιά τους βυθίστηκε στο σκοτάδι της πλάνης. Έτσι ενώ θριαμβολογούσαν για τη σοφία τους, κατάντησαν ανόητοι, ως το σημείο αντί για τον Δημιουργό αθάνατο Θεό, να προσκυνούν είδωλα…Γι’ αυτό τους παρέδωσε ο Θεός στις βρωμερές επιθυμίες τους…» (Ρωμ. 1, 21 εξ.).


2. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός ερχόμενος στον κόσμο μέσα από το προαιώνιο σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου αποκαθιστά τον άνθρωπο καθώς αίρει την αμαρτία του και κάνει τον άνθρωπο κομμάτι δικό Του. Φωτίζεται έτσι εν Χριστώ ο νους του ανθρώπου με αποτέλεσμα να αποκτά την αληθινή γνώση του Θεού και να αποκαθιστά και όλες τις σχέσεις του: μπορεί να ζει πια με αγάπη προς τον συνάνθρωπο και τον εαυτό του, να είναι προσγειωμένος με επίγνωση της θέσης του, να βλέπει τη φύση ως δημιουργία του Θεού. Στο πρόσωπο δηλαδή του Χριστού βλέπει ο άνθρωπος τα όρια του αληθινού ανθρώπου. Ο Χριστός γίνεται ο οδηγός του για την αληθινή ζωή, όπως άλλωστε ο Ίδιος το απεκάλυψε και το βεβαίωσε: «Εγώ είμι η οδός, η αλήθεια και η ζωή». Έκτοτε το κήρυγμα των αγίων αποστόλων προς κάθε καλοπροαίρετο άνθρωπο είναι το «Εν Αυτώ (τω Χριστώ) περιπατείτε».


3. Προϋπόθεση βεβαίως για τη χαρισματική αυτή πραγματικότητα είναι ο άνθρωπος να παραμένει εν Χριστώ. Όσο ο άνθρωπος εν πίστει παραμένει προσκολημμένος σ’ Εκείνον: με τα μυστήρια της Εκκλησίας και τον αγώνα τηρήσεως των αγίων Του εντολών, τόσο ξέρει πού και πώς να βαδίζει, τόσο η διάκριση στη ζωή του ως γνώση κάθε φορά περί του πρακτέου γίνεται το χαρακτηριστικό γνώρισμά του. Αν όμως ο πιστός περιέλθει σε λήθη, αν ξεχαστεί σ’ αυτό που συνιστά την προτεραιότητα της ζωής του: την αδιάκοπη προσήλωσή του στον Χριστό και τη ζωή Του, τότε δυστυχώς χάνεται η διάκριση αυτή, το φως του Χριστού τον εγκαταλείπει και η πλάνη επανέρχεται δριμύτερη στον σκοτεινιασμένο και πάλι νου του. Από την άποψη αυτή πλανεμένος δεν θεωρείται μόνον κατά φυσικό τρόπο ο προ Χριστού άνθρωπος, αλλά και ο μετά Χριστόν, ακόμη και  ο θεωρούμενος πιστός, ακριβώς διότι χάνει την επαφή του με τον Κύριο.


4. Η λύση συνεπώς είναι μία σε κάθε περίπτωση: να κρατάμε διαρκώς ζωντανή τη σχέση μας με τον Κύριο, που θα πει να επιμένουμε να λειτουργούμε κατά εκκλησιαστικό τρόπο ως μέλη Χριστού. Η επιμονή αυτή γινόμενη εν υπομονή μάς κάνει να ξέρουμε κάθε στιγμή πού βρισκόμαστε από πλευράς πνευματικής στον κόσμο τούτο, δηλαδή πάντοτε βρισκόμαστε έχοντας τον οδηγό ενώπιόν μας.  Αλλά κι όταν έλθουν στιγμές θόλωσης της διανοίας μας, ακόμη και τότε δεν χανόμαστε: αφενός ο Κύριος μάς έχει δώσει εκείνους που μας φανερώνουν το άγιο θέλημά Του: τους πνευματικούς πατέρες μας («επερώτησον τον πατέρα σου και αναγγελεί σοι» λέει ο λόγος του Θεού γι’ αυτές τις περιπτώσεις), αφετέρου η απλή ερώτηση που μπορεί να θέτουμε στον εαυτό μας με ειλικρίνεια: τι θα έκανε ο Κύριος στη θέση μας; θα μας δείχνει την ορθή κατεύθυνση.


5. Η εκκαθάριση αυτή στη ζωή μας προκαλεί μεγάλη χαρά. Και δοξολογούμε τον Θεό και για την παρουσία Εκείνης, της Παναγίας Μητέρας του Κυρίου μας, η οποία Τον έφερε στον κόσμο ως άνθρωπο, που σημαίνει γέννησε Εκείνον που ήταν, είναι και θα είναι ο απόλυτος οδηγός σε όλους τους πλανεμένους ανθρώπους, συνεπώς η Ίδια κατέχει τη θέση της μοναδικής Οδηγήτριας που παραπέμπει πάντοτε προς τον Χριστό. Αλλά και πέραν τούτου: γινόμαστε κι εμείς συνέχεια της Παναγίας και αφορμή δοξολογίας του Θεού, γιατί ζώντας εν Χριστώ μπορούμε να λειτουργούμε και οι ίδιοι ως οδηγοί για άλλα πλανεμένα αδέλφια μας.  

Σύναξη της Παναγίας «Ρόδον Αμάραντον» στον Πειραιά

 Η ιστορία της ενορίας Παναγίας «Ρόδον Αμάραντον» Πειραϊκής, σύμφωνα με τις μαρτυρίες των παλαιών κατοίκων της περιοχής, αρχίζει περίπου το έτος 1890 μ.Χ., όταν κάποιος ψαράς ανέσυρε μία παλαιά εικόνα από τα βράχια της Πειραϊκής η οποία εικόνιζε την Παναγία να κρατά τον Χριστό, καθήμενο σε παιδική ηλικία, κρατώντας στο χέρι ένα «Ρόδον». Το γεγονός έγινε αμέσως γνωστό στην περιοχή. Μια ευλαβής οικογένεια, ονομαζόμενη Κατσαρού, έχοντας την επιθυμία να προσφέρει «οίκον» προς στέγαση της εικόνας της Παναγίας, με ιδία πρωτοβουλία έκτισε ιδιωτικό παρεκκλήσιο με το όνομα Παναγία «Ρόδον Αμάραντον». Εκεί στεγάσθηκε η παλαιά αυτή εικόνα και λατρεύθηκε από τους κατοίκους της περιοχής.


Πέρασαν τα χρόνια, ολοένα και περισσότερος κόσμος συνέρεε στην περιοχή και υπήρξε ανάγκη να δημιουργηθεί ενορία που θα δεχθεί τους πιστούς. Μέχρι τότε, η ευρύτερη περιοχή του Πειραιά υπήγετο εκκλησιαστικά στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών. Το πρόβλημα διευθετήθηκε με τη δωρεά της οικογένειας Κουτσοδόντη η οποία διέθεσε το οικόπεδο για να κτισθεί σε πρώτη μορφή (ο ισόγειος) ο Ιερός Ναός και να δημιουργηθεί η νέα ενορία. Στα επόμενα έτη απαιτήθηκαν αγώνες, και κατεβλήθησαν κόποι και θυσίες για να δοθεί η άδεια κάτι το οποίο επετεύχθει επι δημαρχίας Σκυλίτση.


Το 1973 μ.Χ., ο μακαριστός Μητροπολίτης Πειραιώς κ.κ Χρυσόστομος ο Α΄ τέλεσε τα θυρανοίξια του νέου Ιερού Ναού και τον παρέδωσε προς λατρεία στους ενορίτες πιστούς. Λίγο πριν τα θυρανοίξια, δια Αρχιερατικού γράμματος της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, έγινε και επισήμως ενορία ξεχωριστή, η ενορία της Παναγίας Ρόδο Αμάραντο.


Ο πρώτος Ιερός Ναός λειτουργεί κανονικά μέχρι το έτος 1983 μ.Χ. όταν αποφασίζεται από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο να οικοδομηθεί νέος, λαμπρότερος και μεγαλύτερος Ναός πάνω από το ισόγειο. Στο διάστημα αυτό, έχουν διακονήσει αρκετοί ιερείς που έδωσαν ο καθένας την προσωπική του σφραγίδα για την αποπεράτωση, την καλή λειτουργία και ευταξία του οίκου του Θεού: ο αείμνηστος π. Αντώνιος, ο π. Μάξιμος, μετέπειτα Μητροπολίτης Σερρών, ο π. Μιχαήλ Βασιλάκης, ο π. Χαράλαμπος Πετρόγγονας, ο π. Ευάγγελος Μισαργόπουλος, ο π. Ιάκωβος Φραγκιαδάκης, ο αείμνηστος π. Στέφανος Μιχαηλίδης, ο π. Αντώνιος Βάλβης, ο π. Γερμανός Αδραχτάς, ο π. Βενέδικτος, ο οποίος και εργάσθηκε επιμελώς για την ανέγερση του ισογείου του Ναού αλλά και του νέου μεγαλύτερου Ναού. Το έργο για την αποπεράτωση του Ναού όπως αυτός υπάρχει σήμερα διήρκεσε 2 έτη. Προϊστάμενος του Ναού κατά τα έτη αυτά και μέχρι σήμερα είναι ο π. Μιχαήλ Χαλάς με συνεφημέριο τον π. Ιωάννη Μαυροκουκουλάκη.


Το 1986 μ.Χ., ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς κ.κ. Καλλίνικος τελεί τα θυρανοίξια και εγκαίνια του νέου λαμπρού Ιερού Ναού της Παναγίας «Ρόδον Αμάραντον», που εορτάζει κάθε χρόνο στον Ακάθιστο Ύμνο.


Το ισόγειο παρεκκλήσιο του Ναού μετονομάστηκε σε «Ταξιάρχη Μιχαήλ της Σύμης» και πανηγυρίζει στις 9 Νοεμβρίου. 

Σύναξη της Παναγίας της Πλατσανής στην Οία της Σαντορίνης

 Ο Ιερός Ναός της Παναγίας της Πλατσανής είναι αφιερωμένος στον Ακάθιστο Ύμνο της Υπεραγίας Θεοτόκου.


Το έτος 626 μ.Χ. αμέτρητες ορδές Αράβων και Περσών περικύκλωσαν την Κωνσταντινούπολη, όμως οι ελάχιστοι υπερασπιστές της ενθαρρυνόμενοι από τον Πατριάρχη Σέργιο και βοηθούμενοι από την Παναγία, κατόρθωσαν να αποκρούσουν τους επιδρομείς. Ύστερα από τη νίκη αυτή όλοι οι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης συγκεντρώθηκαν στο ναό της Παναγίας των Βλαχερνών, και όλη τη νύκτα έψαλαν τον Ακάθιστο Ύμνο ευχαριστώντας Την για την Προστασία της πόλεως. Οι εκκλησιαζόμενοι όλη τη νύκτα έψαλαν χωρίς να καθίσουν, γι αυτό και ο ύμνος ονομάστηκε «Ακάθιστος».


αρχικά ο Ιερός Ναός της Παναγίας της Πλατσανής ήταν κτισμένος στην άκρη του χωριού μέσα στο κάστρο, εκεί που σήμερα όλοι οι επισκέπτες της Σαντορίνης μαζεύονται καθημερινά για να απολαύσουν το καταπληκτικό ηλιοβασίλεμα της Οίας. Με τον καταστροφικό σεισμό όμως της 9ης Ιουλίου 1956 μ.Χ. ο Ναός γκρεμίστηκε και επειδή το έδαφος στο σημείο αυτό δεν είναι σταθερό η εκκλησία ξανακτίστηκε στο κέντρο του χωριού.


Η παράδοση αναφέρει ότι η εικόνα της Παναγίας που βρίσκεται στο τέμπλο βρέθηκε στη θάλασσα. Κάποιος ψαράς την ώρα που ψάρευε είδε καταμεσής στο πέλαγος ένα φως που έμοιαζε με αναμένο καντήλι. Πηγαίνοντας κοντά είδε την εικόνα της Παναγίας η οποία όμως όσο την πλησίαζε απομακρυνόταν. Τότε ειδοποίησε τους ιερείς και τους κατοίκους του χωριού οι οποίοι με δεήσεις και παρακλήσεις, με θυμιάματα και λαμπάδες κατέβηκαν στον αιγιαλό και με ευλάβεια μεγάλη μετέφεραν την εικόνα σε εκκλησία του χωριού. Την άλλη μέρα όταν πήγε να ανάψει τα καντήλια ο ιερέας δεν βρήκε στο Ναό τη νεοφανή εικόνα. Ύστερα από έρευνες αρκετών ωρών η εικόνα βρέθηκε στα τείχη του κάστρου απ’ όπου μεταφέρθηκε πάλι στο Ναό. Αλλά και πάλι την επόμενη μέρα οι κάτοικοι τη βρήκαν στο κάστρο, τη μετέφεραν ξανά στο Ναό και έτσι ακολούθησε πολλές φορές η μεταφορά μέχρι που οι κάτοικοι αποφάσισαν να συνεισφέρουν όλοι για να κτιστεί η εκκλησία στο μέρος όπου η ίδια η Παναγία είχε διαλέξει για να βλέπει τις θάλασσες από όπου είχε έρθει και για να ευλογεί τα ιστιοφόρα που ξεκινούσαν να φύγουν για τα μακρινά τους ταξίδια. Το όνομα «Πλατσανή» της το έδωσαν από το θόρυβο «πλατς - πλατς» που έκαναν τα κύματα όταν κτυπούσαν την εικόνα στη θάλασσα όπου βρέθηκε.


Όλα τα Ιερά σκεύη είναι αφιερώματα ευσεβών Οιατών, κυρίως ναυτικών, για να τους προστατεύει στα ταξίδια τους. Τα περισσότερα από αυτά προέρχονται από την Ορθόδοξη Ρωσία, όπου με τα ιστιοφόρα τους μετέφεραν το φημισμένο κρασί της Σαντορίνης. Το τέμπλο είναι ξυλόγλυπτο. Υπάρχει πάνω σ’ αυτό η χρονολογία 1820 μ.Χ. η οποία όμως είναι πιθανόν η χρονολογία επιχρύσωσής του, γιατί η κατασκευή του τοποθετείται από τους ειδικούς πολύ παλαιότερα. Η Αγιογράφηση του ναού έγινε σε τρία στάδια από Θηραίους αγιογράφους.

Σύναξη της Παναγίας της Ακαθής στην Σχοινούσα

 Το όνομα «Ακαθή» υπάρχει σχεδόν μόνο στη Σχινούσα και προέρχεται από μία εικόνα της Παναγίας που βρίσκεται εκεί. Της Παναγίας της Ακαθής, όπως την λένε. Και λέγεται έτσι, επειδή είναι από τις λίγες εικόνες που ο Χριστός αντί να τον κρατά αγκαλιά η Παναγία, στέκει όρθιος μπροστά της. Δηλαδή Ακάθιστος.


Η εικόνα αυτή πήγε στη Σχινούσα από τη Σαντορίνη, που κι εκεί βρέθηκε με θαυματουργικό τρόπο.


Μια γυναίκα, κάτοικος της Σαντορίνης, άκουγε κατά καιρούς από ένα συγκεκριμένο σημείο του σπιτιού της χτυπήματα στον τοίχο. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει αλλά δεν έδωσε ως φαίνεται και την πρέπουσα σημασία.


Ένα βράδυ λοιπόν είδε ένα όνειρο. Της παρουσιάστηκε μια γυναίκα και της είπε ότι είναι η Παναγία η Ακαθή και γιορτάζει του Ακαθίστου. Να σκάψει της είπε στο σημείο που ακούει το κτύπημα.Έσκαψε λοιπόν η γυναίκα αυτή και βρήκε ένα κούφωμα και μέσα την εικόνα μαζί με ένα καντηλάκι και σταμνάκι με λάδι.


Την εποχή εκείνη η Σαντορίνη ήταν πολύ φτωχό νησί και οι κάτοικοί της τα έφερναν πολύ δύσκολα βόλτα. Ακούγοντας λοιπόν στο χωριό για την θαυματουργή εικόνα έτρεχαν όλοι να προσκυνήσουν και κάτι άφηναν στη γυναίκα. Άλλος λίγο λάδι, άλλο κάποια λεφτά. Με τον τρόπο αυτό ζούσε τώρα η γυναίκα που βρήκε την εικόνα καλύτερα.


Κάποτε σκέφθηκε να πάρει την εικόνα και να τη φέρει στα γύρω νησιά και ο κόσμος που προσκυνούσε άφηνε τον οβολό του. Πήγε λοιπόν σε κάποια περιοδεία της και στη Σχινούσα και επειδή εκεί την καλοδέχτηκαν και της έδωσαν ίσως και κάποια δουλειά — το νησάκι ήταν εύφορο και υπήρχε δουλειά για όλους — αποφάσισε να εγκατασταθεί.


Την εικόνα την είχε πάντα στο σπίτι της και κατά κάποιο τρόπο την εκμεταλλευόταν. Σε κάποια επίσκεψή του όμως εκεί ο Σεβασμιώτατος Θήρας Γαβριήλ δεν του άρεσε αυτή η εκμετάλλευση που γινόταν. Έκαμε λοιπόν τις απαιτούμενες ενέργειες και η εικόνα μεταφέρθηκε στην ενορία του νησιού που ήταν αφιερωμένη στα Εισόδια της Θεοτόκου.


Σήμερα η εκκλησία γιορτάζει την Παρασκευή του Ακαθίστου και γίνεται μεγάλη πανήγυρις.

Σύναξη της Παναγίας της Θεοσκέπαστης στην Άνδρο

 Κάτασπρη και μεγαλόπρεπη υψώνεται κοντά στο όμορφο λιμάνι η Εκκλησιά της Παναγίας της Θεοσκέπαστης, που γιορτάζει του Ακαθίστου Ύμνου.


Σύμφωνα με την παράδοση ένα φουρτουνιασμένο βράδυ η εικόνα της Παναγίας ερχόταν από το πέλαγος προς την ακρογιαλιά με ένα παράξενο φώς. Άνθρωποι του νησιού ακολούθησαν το φώς που τους οδήγησε σε μια μικρή σπηλιά. Έκπληκτοι, μέσα στην σπηλιά, πάνω σε φύκια, είδαν την εικόνα της Παναγίας. Την προσκύνησαν και την μετέφεραν στο παρεκκλήσι του Αγίου Αθανασίου. Την άλλη μέρα όμως η εικόνα γύρισε στην σπηλιά της! Έτσι, οι νησιώτες αποφάσισαν να χτίσουν Ναό πάνω από την σπηλιά. Οι εργασίες για την ανέγερση του ναού έγιναν με γοργούς ρυθμούς και η Εκκλησιά ήταν σχεδόν έτοιμη σε ελάχιστο χρόνο. Έλειπε όμως η σκεπή, γιατί δεν υπήρχε ξυλεία. Η ίδια η Παναγία φρόντισε γι’ αυτό.


Ένα καράβι φορτωμένο με ξυλεία κινδύνευσε ανοιχτά στο πέλαγος έξω από την Άνδρο. Ο καπετάνιος μαζί με τους ναυτικούς παρακαλούσαν την Παναγία να τους σώσει από τον επικείμενο κίνδυνο. Φωτισμένος ο καραβοκύρης έριξε την ξυλεία στη θάλασσα. Έτσι το πλοίο σώθηκε. Η ξυλεία σιγά σιγά βγήκε στην ακτή κοντά στην σπηλιά, για να σκεπάσουν οι μάστορες την ξεσκέπαστη Εκκλησία. Επειδή η ξυλεία βρέθηκε αναπάντεχα και μάλιστα στην ώρα της, πραγματικά θεόσταλτη, η Εκκλησία της Παναγίας ονομάστηκε «Θεοσκέπαστη». Ανήκει στην Ιερά Μητρόπολη Σύρου.

Όσιος Ιωσήφ

 Ο Όσιος Ιωσήφ έζησε κατά τον 14ο αιώνα μ.Χ. και ασκήτεψε στη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου, όπου διήλθε τον βίο του με νηστεία και προσευχή. Κοιμήθηκε με ειρήνη και ενταφιάσθηκε στη Λαύρα των Σπηλαίων.

Όσιος Ζωσιμάς εκ Ρωσίας

 Ο Όσιος Ζωσιμάς του Βορμποζόμ γεννήθηκε περί τα τέλη του 15ου αιώνα μ.Χ. στη Ρωσία. Ασκήτεψε θεοφιλώς στη μονή του Κομέλ και στη νήσο Βορμποζόμ, κοντά στη Λευκή λίμνη, όπου ίδρυσε μοναστική αδελφότητα και ανήγειρε ναό αφιερωμένο στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 1550 μ.Χ.

Άγιος Ισίδωρος Επίσκοπος Σεβίλλης

 Ο Άγιος Ισίδωρος γεννήθηκε μεταξύ των ετών 565 - 570 μ.Χ. στην Καρθαγένη της Ισπανίας, στην οποία η οικογένειά του είχε καταφύγει εξαιτίας του διωγμού του αρειανού Γότθου βασιλέως Αγίλα (549 - 554 μ.Χ.). Από την παιδική του ηλικία έμεινε ορφανός από πατέρα και ανατράφηκε από τους μεγαλύτερους αδελφούς του Λέανδρο  και Φουλγέντιο και την αδελφή του Φλωρεντίνη. Ο αδελφός του, Λέανδρος, που ήταν Επίσκοπος Σεβίλλης, φρόντισε με περισσή φροντίδα για την μόρφωση του Αγίου.


Όταν ενηλικιώθηκε, εργάσθηκε κοντά στον δάσκαλο και αδελφό του Λέανδρο βοηθώντας το θεολογικό και ποιμαντικό του έργο. Κυρίως ασχολήθηκε με την μεταστροφή των Βησιγότθων από τον αρειανισμό και αντιστάθηκε και αυτός σθεναρά στον κακόδοξο τότε βασιλέα Λέβεγκιλντ. Κατά την διάρκεια της εξορίας του Αγίου Λεάνδρου ο Ισίδωρος σήκωσε στους ώμους του, μόνο αυτός, το βάρος του αντιαιρετικού αγώνα και υπεράσπισε με θάρρος την ορθόδοξη πίστη και τα αληθινά συμφέροντα της Ισπανικής Εκκλησίας. Όταν αργότερα στο θρόνο ανέβηκε ο ορθόδοξος υιός του Λεβιγκίλντ, ο Ρεκαρέντ, ο λαός επέστρεψε στην Ορθοδοξία.


Ο Άγιος Ισίδωρος αναχώρησε σε ένα μοναστήρι, για να επιδοθεί ολόψυχα στην ησυχία, την μελέτη και την προσευχή. Αυτό όμως δεν κράτησε για πολύ. Ο θάνατος του Αγίου Λεάνδρου ανάγκασε τον Ισίδωρο να υπακούσει στον κλήρο και τον λαό και να αναλάβει το έτος 600 μ.Χ., ως Επίσκοπος τον θρόνο της Σεβίλλης.


Στην Β’ Τοπική Σύνοδο της Σεβίλλης, το έτος 619 μ.Χ., στην οποία προήδρευε, κατατροπώθηκε ένας αιρετικός μονοφυσίτης μαθητής του Σεβήρου, ενώ ο Άγιος θεράπευσε έναν τυφλό με το απλό άγγιγμά του. Το έτος 633 μ.Χ. ο Άγιος προήδρευσε και της Συνόδου του Τολέδο.


Ο Άγιος Ισίδωρος υπήρξε έξοχος διδάσκαλος της Εκκλησίας και κόσμημα αυτής. Λίγοι δύνανται να παραβληθούν με τον Άγιο ως προς την πολυμάθεια και τη γνώση.


Η εκκλησιαστική τάξη βρήκε στο πρόσωπο του Αγίου Ισιδώρου τον μεγάλο διαμορφωτή. Πίστευε ότι οι ιερές τελετές και οι Ακολουθίες πρέπει να αντικατοπτρίζουν όσο πιο πολύ γίνεται την μεγαλοπρέπεια της ουράνιας ιεραρχίας. Θεωρείται ο θεμελιωτής του λειτουργικού τυπικού που επιζεί μέχρι σήμερα, την μοζαραβικής λειτουργίας. Πλήθη συνέρρεαν στη Σεβίλλη για να ακούσουν τον λόγο του. Λεγόταν ότι η σοφία του υπερέβαινε τη σοφία και αυτού του βασιλέως Σολομώντος. Τα θεία κηρύγματά του συνοδεύονταν συχνά από θαύματα που πιστοποιούσαν του λόγου το αληθές.


Ο μοναχικός βίος βρήκε στο πρόσωπο του Αγίου Ισιδώρου τον θερμό υποστηρικτή και βοηθό του. Ίδρυσε και οργάνωσε πολλά μοναστήρια και έχτισε θεολογική σχολή για την μόρφωση των κληρικών, στην οποία σχολή και ο ίδιος συχνά δίδασκε. Η εκπαίδευση και όχι μόνο η εκκλησιαστική, αποτέλεσε μέλημα και φροντίδα του καλού ποιμένα. Καμία πτυχή της γνώσεως δεν του ήταν αδιάφορη ή ξένη, γι αυτό και δίδαξε και έγραψε εντυπωσιακά κείμενα όλων των τότε γνωστών επιστημών, όπως το έργο «Ετυμολογίες ή περί της αρχής των πραγμάτων».


Ο Άγιος Ισίδωρος, όταν ήταν πλέον πλήρης ημερών και έργων ευσεβείας, ασθένησε. Αισθάνθηκε ότι η πορεία του εδώ στη γη έφθασε στο τέλος της. μοίρασε όλα τα υπάρχοντά του στους φτωχούς και προετοίμασε την έξοδό του με προσευχή και μετάνοια. Προφήτεψε ακόμη την θλιβερή ιστορική πορεία της Ισπανικής Εκκλησίας και τα δεινά που την περίμεναν. Τέσσερις ημέρες πριν από την κοίμησή του ζήτησε να τον μεταφέρουν στο κέντρο του καθεδρικού ναού και να τον τοποθετήσουν, ενδεδυμένο με ένα απλό στιχάριο, επάνω σε στάχτη. Τότε προσευχήθηκε στον Θεό και Τον παρακάλεσε να τον συγχωρέσει.


Ο Άγιος Ισίδωρος κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 636 μ.Χ. Το ιερό λείψανό του εναποτέθηκε μεταξύ των λειψάνων του Αγίου Λεάνδρου και της αδελφής του Φλωρεντίνης στον μητροπολιτικό ναό της Σεβίλλης. Αργότερα μετά το σχίσμα της Δυτικής Εκκλησίας από τον κορμό της Μίας, Αγίας και Αποστολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, το τίμιο σκήνωμά του Αγίου Ισιδώρου μεταφέρθηκε στην πόλη Λεόν.

Όσιος Πλάτων ηγούμενος της Μονής Στουδίου

 Ο γνωστός για την αυστηρότητα της ζωής του και καθηγητής του ασκητισμού όσιος Πλάτων, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 732 από γονείς ευγενείς και πλούσιους, του Στεργίου και της Ευφημίας. Στην αρχή ήταν βασιλικός Νοτάριος στ' ανάκτορα, άλλ' απαρνήθηκε την κοσμική ζωή και πήγε στον 'Όλυμπο (Μ. Ασίας), όπου έγινε μοναχός στη Μονή των Συμβόλων. Κατόπιν επανήλθε στην Κωνσταντινούπολη και παρέλαβε τους ανιψιούς του Θεόδωρο και Ιωσήφ (τον μετέπειτα μητροπολίτη Θεσσαλονίκης), καθώς και τα λοιπά μέλη της οικογενείας του και αποσύρθηκε στα μέρη της Προύσας, όπου σε ιδιόκτητο κτήμα του έκτισε τη λεγόμενη Μονή του Σακκουδίωνος, της οποίας έγινε και ηγούμενος. Λόγω όμως ασθενείας του, παρέδωσε την ηγουμενία στον ανιψιό του Θεόδωρο. Αλλά οι βαρβαρικές επιδρομές, τον ανάγκασαν μαζί με το πνευματικό του ποίμνιο να επιστρέψει στη βασιλεύουσα, όταν του δόθηκε η Μονή Στουδίου, ερημωμένη τότε, για να την κατοικήσει, της οποίας μετά την ανακαινιση έγινε ηγούμενος. Ατυχώς, από την αυστηρότητα του χαρακτήρα του, ήλθε σε σύγκρουση με τον βασιλιά Κωνσταντίνο τον ΣΤ', για τον γάμο του με τη Θεοδότη και εξορίστηκε. Κατόπιν ανακλήθηκε και πήρε ενεργό μέρος κατά της εικονομαχίας και υπέστη μαζί με τους ανιψιούς του Θεόδωρο και Ιωσήφ, συνεχείς εξορίες και κακουχίες μέχρι πού πέθανε στις 4 Απριλίου του 814.

Αγία Φερφούθη μετά της αδελφής και ανιψιάς της

 Έζησαν τον 4ο αιώνα, στα χρόνια του βασιλιά Κωνσταντίνου, και όταν βασιλιάς στην Περσία ήταν ο Σαπώρ ο Β'. Όταν κάποτε η περσίδα βασίλισσα αρρώστησε, μερικές γυναίκες απέδωσαν την αρρώστεια της στις μαγικές ενέργειες της Περσίδας Φερφούθης και της αδελφής της. Συνελήφθήσαν λοιπόν και υποβλήθηκαν σε ανάκριση. Απολογήθηκαν ότι ήταν εντελώς αθώες από τέτοιο έγκλημα, διότι ασπάζονταν τη χριστιανική πίστη, που καταδικάζει τις μαγείες. Η ενοχή τους βέβαια δεν αποδείχτηκε, αλλα η δήλωση, ότι ήταν χριστιανές, κίνησε τη δυσμένεια του κριτή εναντίον τους. Έτσι, σαν δήθεν μάγισσες και σαν χριστιανές, καταδικάστηκαν σε θάνατο. Και μαζί μ' αυτές, καταδικάστηκε και η κόρη της αδελφής της Φερφούθης - η ανιψιά της δηλαδή - απαλό ακόμη και νεαρότατο κοριτσάκι. Η τερατώδης αυτή καταδίκη, μάλλον ευχαρίστησε τις άγιες γυναίκες, διότι έπασχαν για το Χριστό. Ο τρόπος του θανάτου τους υπήρξε ωμότατος. Τις πριόνισαν κάθετα από το λαιμό μέχρι τα πόδια, και έτσι όπως ήταν διχοτομημένα τα σώματα τους τα κάρφωσαν πάνω σε ξύλα.

Άγιοι Θεόδουλος και Αγαθάπους

 Οι Άγιοι Θεόδουλος και Αγαθάπους κατάγονταν από τη Θεσσαλονίκη και έζησαν στα πρώτα χρόνια των διωγμών. Ο Άγαθάποδας ήταν γέροντας και νεώτερος ο Θεόδουλος. Αλλά η χριστιανική αγάπη τους ένωνε αδελφικότατα. Μελετούσαν μαζί τις Γραφές, εργάζονταν για την εξάπλωση του Ευαγγελίου και μοχθούσαν υπηρετώντας τους πάσχοντες και στερημένους αδελφούς τους. Κάποια νύχτα, όμως, συνέβη κάτι παράδοξο. Είδαν και οι δύο το ίδιο όνειρο. Ότι, δηλαδή, ταξίδευαν με πλοίο και ξαφνικά έγινε τρικυμία, και το πλοίο έσπασε στα δύο. Αυτοί, όμως, σώθηκαν και ανέβηκαν σ' ένα βουνό, που η κορυφή του έφθανε στον ουρανό. Την επομένη μέρα, το όνειρο έγινε πραγματικότητα. Τους συλλαμβάνουν και κατάλαβαν ότι τους περίμεναν κύματα θανάτου. Ο άρχοντας Φουστίνος ζήτα να αρνηθούν το Χριστό. Αυτοί, και οι δύο, Τον ομολογούν με θάρρος. Τότε, τους ρίχνουν στη θάλασσα. Στο βυθό της, βέβαια, πήγαν τα φθαρτά τους σώματα. Οι ψυχές τους, όμως, ανέβηκαν στο θρόνο του Θεού. Και αξιώθηκαν να φέρουν «επί τας κεφάλας αυτών στεφάνους χρυσούς» (Αποκάλυψη Ιωάννου, δ' 4). Να έχουν, δηλαδή, στα κεφάλια τους στεφάνια χρυσά, σύμβολα της νίκης και του ένδοξου θριάμβου τους.

Όσιος Ζωσιμάς

 Έζησε στους χρόνους του αυτοκράτορος Ιουστινιανού (527 - 565 μ.Χ.). Σύμφωνα με τον βιογράφο του Αγιο Σωφρόνιο, Αρχιεπίσκοπο Ιεροσολύμων, αφιερώθηκε στον Θεό από παιδί και ασκήθηκε σε όλα τα είδη των αρετών. Περιήλθε περί τους χίλιους διακρινόμενους για την αρετή τους ασκητές, για να διδαχτεί από την αρετή και την σοφία τους και εγκαταβίωσε σε μοναστήρι της Παλαιστίνης. Πόθος του ήταν να υποτάξει τη σάρκα στο πνεύμα. Έκανε υπακοή στους γέροντες της μονής και με μεγάλη χαρά εφάρμοζε όσους κανόνες και είδη ασκήσεως του έδιναν. Η τροφή του ήταν λιτή και την εξοικονομούσε κάνοντας εργόχειρο. Η μεγαλύτερη ασχολία του ήταν η ψαλμωδία και η μελέτη των Θείων Γραφών. Πολλές φορές ο Όσιος είχε αξιωθεί να δει οράματα, σύμφωνα και με τον λόγο του Κυρίου «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τὴ καρδία, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται». Με τους πνευματικούς του αγώνες έφθασε σε ύψη αρετής, σοφίας εγκράτειας και αγιότητος . Έτσι σιγά σιγά η φήμη της αγιότητός του έφθασε παντού και πολλοί μοναχοί από γειτονικά και μακρινά μοναστήρια τον επισκέπτονταν, για να τον συμβουλευτούν και να ωφεληθούν πνευματικά από τις διδαχές του.


Σε αυτό το μοναστήρι ο Αγιος Ζωσιμάς διήλθε με όλες του τις δυνάμεις τον ασκητικό βίο μέχρι τον πεντηκοστό τρίτο χρόνο της ηλικίας του. Αγαπούσε όμως την ερημική και ησυχαστική ζωή. Θέλοντας να αγωνιστεί περισσότερο πνευματικά, απεφάσισε να εγκατασταθεί στη Μονή του Τιμίου Προδρόμου στον Ιορδάνη ποταμό. Εκεί αφιερώθηκε στην αυστηρή άσκηση και νηστεία. Η πύλη του μοναστηριού έμενε πάντα κλειστή, για να μπορούν οι μοναχοί να προσεύχονται και να ασκούνται απερίσπαστοι. Ανοιγε μόνο όταν κάποιος μοναχός είχε μεγάλη ανάγκη να εξέλθει της μονής, αλλά αυτό ήταν σπάνιο γιατί το μοναστήρι ήταν έρημο και η περιοχή άγνωστη και δύσκολη στο πέρασμά της.


Κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής ο Όσιος Ζωσιμάς αναχωρούσε για την έρημο, όπου κατ' ευδοκίαν του Θεού συνάντησε την Οσία Μαρία την Αιγυπτία (1 Απριλίου), στην οποία μετέδωσε τα άχραντα μυστήρια και εκήδευσε.


Ο Όσιος Ζωσιμάς κοιμήθηκε με ειρήνη σε βαθύ γήρας.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός

 


Όσιος Θεωνάς Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης

 Ο Άγιος Θεωνάς Α', μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, μαθητής του Αγίου Ιακώβου του Νεομάρτυρα, «τίνα μὲν εἶχε πατρίδα ἐπὶ τὴ γῆ, ἢ τίνας γονεῖς, ἢ μὲ ποὶον τρόπον ἐγένετο ἀρχιερεὺς τῆς Θεσσαλονίκης, ἀπὸ ἱστορίαν ἔγγραφον ἢ παραδοσὶν τινά, δὲν ἐμάθομεν» μαρτυρεί ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, συγγραφέας του Βίου του Αγίου. Μια παράδοση θέλει τον Άγιο Θεωνά Μυτιληναίο και γι' αυτό πολλοί νεότεροι ερευνητές τον αποκαλούν Λέσβιο, είτε γιατί καταγόταν από την Λέσβο, είτε γιατί παρέμεινε εκεί ως πνευματικός, στο Πλωμάρι.


Ο Άγιος Θωνάς ίσως να γεννήθηκε κατά το δεύτερο ήμισυ του 15ου αιώνα μ.Χ. Αγνοούνται όλα τα σχετικά με την ζωή του πριν από την μετάβασή του στο Άγιον Όρος. Κατ' αρχήν ασκήτεψε στη Μονή Παντοκράτορος, ως Πρεσβύτερος. Αργότερα όμως εγκατέλειψε, για να συγκαταριθμηθεί στη συνοδεία του Αγίου Ιακώβου του Νεομάρτυρα , ο οποίος μόναζε σε μία τοποθεσία πάνω από τη Μονή Ιβήρων, στο μονύδριο του Τιμίου Προδρόμου. Κατά το έτος 1518 μ.Χ. ο Άγιος Ιάκωβος με την συνοδεία έξι μαθητών του, μεταξύ αυτών και του Θεωνά, εγκατέλειψε την Σκήτη του Προδρόμου και κατέφυγε στα ενδότερα του Άθωνος, αλλά μετά από μία οπτασία ο Γέροντας αποφάσισε να εξέλθουν από το Άγιον Όρος. Έτσι την Παρασκευή της Διακαινησίμου του έτους 1518 μ.Χ., ο Άγιος Ιάκωβος και η συνοδεία του εγκατέλειψαν το Άγιον Όρος. Αφού διήλθαν από την περιοχή της Θεσσαλονίκης και ακολούθησαν την οδό προς την Θεσσαλία, πέρασαν από το κάστρο της Πέτρας (Πλαταμώνος) και τα Μετέωρα και εγκαταστάθηκαν στη μονή του Τιμίου Προδρόμου, στη Δερβεκίστα (Ανάληψη) της Αιτωλίας, όπου και διέμειναν επί ένα έτος.


Ο Άγιος Θεωνάς ήταν ο πιστότερος και καλύτερος μαθητής του Ιακώβου. Για τον λόγο αυτό εστάλη προς τον Επίσκοπο Άρτας, Ακάκιο, προκειμένου να εξασφαλίσει ενταλτήριο γράμμα για την απρόσκοπτη πνευματική εργασία στους Χριστιανούς της περιοχής. Επειδή όμως ο Άγιο Ιάκωβος σύντομα κατέστη λαοφιλής και σημειοφόρος, ο Επίσκοπος Άρτας Ακάκιος τον φθόνησε. Έτσι αποδέχθηκε τις συκοφαντίες κάποιων ψευδομοναχών και διέβαλε τον Άγιο Ιάκωβο στους Τούρκους ως επαναστάτη. Ο μπέης των Τρικάλων απέστειλε στρατιώτες, οι οποίοι συνέλαβαν τον Ιάκωβο και δύο μαθητές του, τον διάκονο Ιάκωβο και τον μοναχό Διονύσιο και τους μετέφεραν στα Τρίκαλα, όπου παρέμειναν στη φυλακή για σαράντα ημέρες. Εκεί επισκέφθηκαν τον Ιάκωβο και δύο άλλοι μαθητές του, ο Θεωνάς και ο Μαρκιανός και τον ρώτησαν για την τύχη της μονής και των αδελφών μετά τον θάνατό του. Τότε ο Ιάκωβος προφήτευσε ότι αυτοί θα εγκαταλείψουν τη μονή και θα συγκεντρωθούν σε κάποιο μοναστήρι κοντά στην Θεσσαλονίκη. Απέστειλε μάλιστα και επιστολή στους μαθητές του, με την οποία όριζε τον Άγιο Θεωνά ως διάδοχο και ηγούμενο της μονής Προδρόμου.


Την 1η Νοεμβρίου του έτους 1519 μ.Χ. ο Άγιος Ιάκωβος και οι δύο μαθητές του, Ιάκωβος και Διονύσιος, αφού βασανίσθηκαν φρικτά στο Διδυμότειχο και στην Αδριανούπολη αντίστοιχα, απαγχονίστηκαν. Τα ιερά σκηνώματα των τριών Νεομαρτύρων αγοράσθηκαν από τους Χριστιανούς και ενταφιάσθηκαν στο χωριό Αρβανιτοχώρι, πέντε χιλιόμετρα έξω από την Αδριανούπολη.


Σύμφωνα με την προφητεία του Αγίου Ιακώβου, μετά τον θάνατό του, ο Άγιος Θεωνάς και η συνοδεία της Δερβεκίστας εγκατέλειψαν το επόμενο έτος τη μονή και μετέβησαν στο Άγιον Όρος, στη μονή της Σιμωνόπετρας. Από κάποιο Αρτινό ιερέα πληροφορήθηκαν για τους τάφους των Αγίων και φρόντισαν για την ανακομιδή των ιερών λειψάνων τους. Μετά από λίγο, το έτος 1522 μ.Χ., «οἱ μαθηταὶ τοῦ Ἁγίου καὶ διὰ τὴν ἔνδειαν τῶν ἀναγκαίων, καὶ μᾶλλον διὰ τὴν προφητείαν τοῦ Ἁγίου ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὴν Σιμωνόπετραν», μαζί με τα άγια λείψανα των τριών Νεομαρτύρων και ήλθαν στα περίχωρα της Θεσσαλονίκης. Εγκαταστάθηκαν στο μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας, «τὸ ὁποῖον ἦτο τότε, μονύδριον μικρότατον, παλαιότατον καὶ σεσαθρωμένον, ἀνοικοδόμησαν ἐκ βάθρων καὶ ἱκανὰ κελλία ἔκτισαν διὰ τοὺς ἀδελφούς, χάριτι Θεοῦ συνήχθησαν ἕως ἑκατὸν πεντήκοντα ἀδελφοί, οἵτινες διῆγον κοινοβιακὴν ζωήν».


Ως ηγούμενος της μονής της Αγίας Αναστασίας μαρτυρείται ο Άγιος Θεωνάς σε διάφορες πηγές, μέχρι το 1535 μ.Χ. Η ανάρρηση του Αγίου στο μητροπολιτικό θρόνο της Θεσσαλονίκης θα πρέπει να συνέβη μετά το έτος αυτό, διότι μέχρι το 1535 μ.Χ. Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης ήταν ο Ιωάσαφ και σε έγγραφο του έτους 1538 μ.Χ. αναφέρεται ο Άγιος Θεωνάς ως Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης.


Η παρουσία του Αγίου στο θρόνο της Θεσσαλονίκης δεν ήταν πολύχρονη, διότι μαρτυρείται ως Μητροπολίτης το Μάιο του 1541 μ.Χ., ενώ τον Απρίλιο του 1542 μ.Χ. αναφέρεται ως κεκοιμημένος πλέον. Συνεπώς θα πρέπει αν κοιμήθηκε περί τα μέσα του έτους 1541 μ.Χ.


Το ιερό λείψανο του Αγίου Θεωνά, αμέσως μετά την κοίμησή του, μεταφέρθηκε με τρόπο θαυμαστό και ενταφιάσθηκε στη μονή της Αγίας Αναστασίας. Το έτος 1821 μ.Χ. μεταφέρθηκε στη Σκόπελο και από εκεί στη μονή Εσφιγμένου του Αγίου Όρους και εκ νέου στη μονή της Αγίας Αναστασίας, όπου φυλάσσεται με ευλάβεια μέχρι σήμερα. Η μνήμη του στη μονή της Αγίας Αναστασίας εορτάζεται την Δ' Κυριακή των Νηστειών.



Ἀπολυτίκιον  

Ἦχος πλ. δ'.

Ορθοδοξίας οδηγέ, ευσεβείας διδάσκαλε και σεμνότητος, των μοναστών η καλλονή, αρχιερέων θεόπνευστον εγκαλλώπισμα, Θεωνά πατήρ ημών όσιε, Θεσσαλονίκης το καύχημα, λύρα του πνεύματος, ικέτευε δια παντός σωθήναι τας ψυχάς ημών.


Έτερον Ἀπολυτίκιον

Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Ὁσιότητι βίου Πάτερ κοσμούμενος, Θεσσαλονίκης ἐδείχθης ἀρχιεράρχης σοφός, καὶ ποίμην ἀληθινὸς Ἁγίῳ Πνεύματι, θεοφόρε Θεωνᾶ, Ἐκκλησίας καλλονή, δοχεῖον τοῦ Παρακλήτου. Καὶ νῦν ἀπαύστως δυσώπει, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.


Κοντάκιον

Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.

Θεσσαλονίκης ποιμὴν ἐνθεώτατε, καὶ πρεσβευτὰ πρὸς Θεὸν ἡμῶν μέγιστε, σοφὲ Θεωνᾶ ἀεὶ πρέσβευε, πάσης ἀνάγκης λυτροῦσθαι καὶ θλίψεως, τοὺς πόθῳ τιμῶντάς σε Ἅγιε.


Μεγαλυνάριον

Ἔλαμψας ἐν Ἄθῳ ἀσκητικῶς, καὶ τὸν ὑπὲρ λόγον, ἠξιώθης θεωριῶν· ἔνθεν ψήφῳ θείᾳ, ποιμὴν Θεσσαλονίκης, ἐδείχθης θεοφόρος, Θεωνᾶ Ἅγιε.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός

 


Όσιος Γεώργιος ο εν Μαλεώ

 Από νεαρή ηλικία αγάπησε ολόψυχα τον Κύριο. Επειδή όμως οι γονείς του, παρά τη θέληση του, θέλησαν να τον παντρέψουν, ο Γεώργιος έγινε μοναχός και επιδόθηκε με όλη του τη δύναμη σε κάθε είδους άσκηση, δηλαδή νηστεία, σκληραγωγία, προσευχή, μελέτη των θείων Γραφών και άλλα. Πολλοί που προσέτρεχαν στον Όσιο, φωτίζονταν και επέστρεφαν δια της μετανοίας στον Χριστό. Αλλά επειδή ήταν πολλοί αυτοί πού τον επισκέπτονταν, δεν τον άφηναν ήσυχο να προσευχηθεί και ο Όσιος αποσύρθηκε στο όρος Μαλαιό όπου ησύχαζε. Αλλά και εκεί μαζεύτηκε πλήθος Μοναχών, τους οποίους ο όσιος καθοδηγούσε με προσευχή και άσκηση. Τόσο δε πρόκοψε στην αρετή, ώστε έγινε ξακουστός και θαυμαστός και στους άρχοντες, ακόμα και στους βασιλείς, στους οποίους είχε γράψει πολλές και αξιόλογες συμβουλευτικές επιστολές για διάφορα ζητήματα. Το τέλος της επίγειας ζωής του, προείπε ο Όσιος πρίν τρία χρόνια. Έτσι αφού ασθένησε για λίγο, μάζεψε τους μοναχούς του όρους Μαλαιό και αφού τους έδωσε θείες συμβουλές παρέδωσε τη δίκαια ψυχή του στον Θεό, πού τόσο αγάπησε από βρέφος.



Ἀπολυτίκιον  

Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ὡς θεῖον Γεώργιον, δικαιοσύνης καρπούς, πλουσίως ἐξήνεγκας, δι’ ἐνάρετου ζωῆς, Γεώργιε Ὅσιε, σὺ γὰρ καθάπερ φοῖνιξ, ἐν ἀσκήσει βλαστήσας, τρέφεις τὴ δωρεά σου, τὴν Χριστοῦ Ἐκκλησίαν ὅθεν ἀεὶ εὐχαρίστως, τιμᾷ τὴν μνήμη σου.


Έτερον Ἀπολυτίκιον

Ἦχος πλ. δ’.

Ταῖς τῶν δακρύων σου ῥοαῖς, τῆς ἐρήμου τό ἄγονον ἐγεώργησας· καί τοῖς ἐκ βάθους στεναγμοῖς, εἰς ἑκατόν τούς πόνους ἐκαρποφόρησας· καί γέγονας φωστήρ τῇ οἰκουμένῃ, λάμπων τοῖς θαύμασιν, Γεώργιε Πατήρ ἡμῶν ὅσιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.


Κοντάκιον

Ἦχος γ'. Ἡ Παρθένος σήμερον.

Γεωργός πανάριστος, τῆς ἐγκρατείας ἐγένου, τὸ δοθέν σοι τάλαντον, ἀσκητικῶς ἐπαυξήσας· ὅθεν σοι, ἡ ἐπουράνιος κληρουχία, δίδοται, ἀνθ᾽ὧν διήνυσας Πάτερ πόνων· ὁ Χριστός γάρ σε δοξάζει, ὃν ἵλεών μοι δίδου Γεώργιε.


Ακάθιστος Ύμνος

 Ακάθιστος ύμνος επικράτησε να λέγεται ένας ύμνος «Κοντάκιο» της Ορθόδοξης Εκκλησίας, προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου, από την όρθια στάση, που τηρούσαν οι πιστοί κατά τη διάρκεια της ψαλμωδίας του. Οι πιστοί έψαλλαν τον Ακάθιστο ύμνο όρθιοι, υπό τις συνθήκες που θεωρείται ότι εψάλη για πρώτη φορά, ενώ το εκκλησίασμα παρακολουθούσε όρθιο κατά την ακολουθία της γιορτής του Ευαγγελισμού, με την οποία συνδέθηκε ο ύμνος.


Ψάλλεται ενταγμένος στο λειτουργικό πλαίσιο της ακολουθίας του Μικρού Αποδείπνου, σε όλους τους Ιερούς Ναούς, τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τις πρώτες τέσσερις τμηματικά, και την πέμπτη ολόκληρος. Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους (στροφές) σε ελληνική αλφαβητική ακροστιχίδα, από το Α ως το Ω (κάθε οίκος ξεκινά με το αντίστοιχο κατά σειρά ελληνικό γράμμα), και είναι γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και εν μέρει της ομοιοκαταληξίας.


Θεωρείται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας, η γλώσσα του είναι σοβαρή και ποιητική και είναι εμπλουτισμένος από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα λόγου (αντιθέσεις, μεταφορές, κλπ). Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου, πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς και αγαλλίασης, οι οποίες του προσδίδουν θριαμβευτικό τόνο.


Κατά το έτος 626 μ.Χ., και ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος μαζί με το βυζαντινό στρατό είχε εκστρατεύσει κατά των Περσών, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αιφνίδια από τους Αβάρους. Οι Άβαροι απέρριψαν κάθε πρόταση εκεχειρίας και την 6η Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών. Σε συνεργασία με τους Πέρσες ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενθάρρυνε το λαό στην αντίσταση. Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή επέμβαση, δημιούργησε τρικυμία και κατάστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ οι αμυνόμενοι προξένησαν τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι.


Στις 8 Αυγούστου, η Πόλη είχε σωθεί από τη μεγαλύτερη, ως τότε, απειλή της ιστορίας της. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδιδε σε συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Τότε, κατά την παράδοση, όρθιο το πλήθος έψαλλε τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο», ευχαριστήρια ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους, την Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».


Κατά την επικρατέστερη άποψη, δεν ήταν δυνατό να συνετέθη ο ύμνος σε μία νύκτα. Μάλλον είχε συντεθεί νωρίτερα και μάλιστα θεωρείται ότι ψαλλόταν στο συγκεκριμένο ναό, στην αγρυπνία της 15ης Αυγούστου κάθε χρόνου. Απλώς, εκείνη την ημέρα ο ύμνος εψάλη «ὀρθοστάδην», ενώ αντικαταστάθηκε το ως τότε προοίμιο («Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼνἐν γνώσει»), με το ως σήμερα χρησιμοποιούμενο «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια», το οποίο έδωσε τον δοξολογικό και εγκωμιαστικό τόνο, στον ως τότε διηγηματικό και δογματικό ύμνο.


Σύμφωνα, όμως, με άλλες ιστορικές πηγές, ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέεται και με άλλα παρόμοια γεγονότα, όπως τις πολιορκίες και τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης επί των Αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673 μ.Χ.), Λέοντος του Ισαύρου (717 - 718 μ.Χ.) και Μιχαήλ Γ΄ (860 μ.Χ.). Δεδομένων των τότε ιστορικών συνθηκών (εικονομαχική έριδα, κλπ.), δεν θεωρείται απίθανο, η Παράδοση να έχει αλλοιώσει την ιστορική πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να καθίσταται πολύ δύσκολο να λεχθεί μετά βεβαιότητας ποιο ήταν το ιστορικό περιβάλλον της δημιουργίας του Ύμνου.


Σε όλη τη χειρόγραφη παράδοση, ο ύμνος φέρεται ως ανώνυμος, ενώ ο Συναξαριστής που τον συνδέει με τα γεγονότα του Αυγούστου του 626 μ.Χ. δεν αναφέρει ούτε το χρόνο της σύνθεσής του, ούτε τον μελωδό του. Το περιεχόμενό του πάντως απηχεί τις δογματικές θέσεις της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου , που συνήλθε στην Έφεσο, στη βασιλική της Θεοτόκου, το 431 μ.Χ. από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄. Σε αυτήν συμμετείχαν 200 επίσκοποι, ανάμεσα στους οποίους ο Άγιος Κύριλλος Αλεξάνδρειας. Καταδίκασε τις διδαχές του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριου, ο οποίος υπερτόνιζε την ανθρώπινη φύση του Ιησού έναντι της θείας, υποστηρίζοντας ότι η Μαρία γέννησε τον άνθρωπο Ιησού και όχι τον Θεό. Η Σύνοδος διακήρυξε ότι ο Ιησούς είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, με πλήρη ένωση των δύο φύσεων και απέδωσε επίσημα στην Παρθένο Μαρία τον τίτλο «Θεοτόκος». Επομένως, η χρονολογία σύγκλησής της, το 431 μ.Χ., αποτελεί μία σταθερή ημερομηνία, καθώς είναι σίγουρο ότι ο ύμνος δεν είχε συντεθεί νωρίτερα. Από την άλλη, κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι από το περιεχόμενό του συνάγεται ότι ο ύμνος αναφέρεται σε κοινό εορτασμό του Ευαγγελισμού και των Χριστουγέννων, εορτές οι οποίες χωρίστηκαν κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού (527 - 565 μ.Χ.), πράγμα που, αν ισχύει, αφενός σημαίνει ότι ο ύμνος γράφτηκε το αργότερο επί Ιουστινιανού, αφετέρου ενισχύει την άποψη ότι προϋπήρχε των γεγονότων του 626 μ.Χ.


Η παράδοση, όμως, αποδίδει τον Ακάθιστο ύμνο στο μεγάλο βυζαντινό υμνογράφο του 6ου αιώνα μ.Χ., Ρωμανό τον Μελωδό . Την άποψη αυτή υποστηρίζουν πολλοί ερευνητές, οι οποίοι θεωρούν ότι οι εκφράσεις του ύμνου, η γενικότερη ποιητική του αρτιότητα και δογματική του πληρότητα δεν μπορούν παρά να οδηγούν στον Ρωμανό. Ακόμη, σε κώδικα του 13ου αιώνα μ.Χ. υπάρχει μεταγενέστερη σημείωση, του 16ου αιώνα μ.Χ., η οποία αναφέρει τον Ρωμανό ως ποιητή του ύμνου.


Όμως, η άποψη αυτή αντικρούεται από πολλούς μελετητές, που βρίσκουν στη δομή, στο ύφος και το περιεχόμενό του πολλά στοιχεία μετά την εποχή του Ρωμανού. Κατά μία άποψη, ο ύμνος ψάλθηκε καλοκαίρι, στη γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και μάλλον αργότερα μεταφέρθηκε στο Σάββατο της Ε΄ εβδομάδος των νηστειών, ίσως από τους εικονόφιλους μοναχούς του Στουδίου. Έτσι πλησίασε τη γιορτή του Ευαγγελισμού. Είναι, δε, ενδεχόμενο σε αυτή τη μεταφορά, και πάλι για λόγους σχετικούς με την Εικονομαχία, να αλλοιώθηκε και το ιστορικό του Συναξαριστή, και από το 728 μ.Χ., που αυτοκράτορας ήταν ο εικονομάχος Λέων Γ΄ Ίσαυρος, να μεταφέρθηκε στο 626 μ.Χ., στα χρόνια του Ηρακλείου, ο οποίος πολεμούσε τους Πέρσες για να επανακτήσει τον Τίμιο Σταυρό.


Επιπλέον υπάρχουν και άλλες δύο εκδοχές για το πρόσωπο του μελωδού του Ακάθιστου Ύμνου. Η μία εκδοχή αναφέρει το όνομα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού Α΄ (715 - 730 μ.Χ.) (βλέπε 12 Μαΐου), ο οποίος έζησε τα γεγονότα της θαυμαστής λύτρωσης της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία της από τους Άραβες το 718 μ.Χ., επί Αυτοκράτορος Λέοντος του Ισαύρου. Η εκδοχή αυτή βασίζεται στο γεγονός, ότι μία λατινική μετάφραση του ύμνου, η οποία έγινε γύρω στο 800 μ.Χ. από τον επίσκοπο Βενετίας Χριστόφορο, τον αναφέρει ως δημιουργό του ύμνου.


Η άλλη εκδοχή που υποστηρίζεται βασίζεται σε μια παλαιά αχρονολόγητη εικόνα του Ευαγγελισμού στο παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου της ονομαστής μονής του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα, όπου εικονίζεται και ένας μοναχός, ο οποίος κρατάει ένα ειλητάριο που γράφει «Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη» (αρχή του α΄ οίκου του Ακάθιστου ύμνου). Στο κεφάλι του μοναχού αυτού γράφει «ο άγιος Κοσμάς». Πρόκειται για τον Κοσμά τον Μελωδό , ο οποίος έζησε και αυτός τα γεγονότα του 718 μ.Χ., καθώς απεβίωσε το 752 ή 754 μ.Χ.


Άλλες, λιγότερο πιθανές απόψεις θεωρούν ως μελωδό του ύμνου τον Πατριάρχη Σέργιο, τον ιερό Φώτιο (βλέπε 6 Φεβρουαρίου), τον Απολινάριο τον Αλεξανδρέα, τον Μητροπολίτη Νικομήδειας Γεώργιο Σικελιώτη, τον Γεώργιο Πισίδη, και άλλους, που έζησαν από τον Ζ΄ μέχρι τον Θ΄ αιώνα.


Βέβαιο, είναι πάντως, ότι οι ειρμοί του Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου είναι έργο του Ιωάννου Δαμασκηνού (676 - 749 μ.Χ.) (βλέπε 4 Δεκεμβρίου), ενώ τα τροπάρια του Ιωσήφ Ξένου του Υμνογράφου (βλέπε 3 Απριλίου).


Γενικό θέμα του ύμνου είναι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, ο οποίος πηγάζει από την Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας και περιγράφει τα ιστορικά γεγονότα, αλλά προχωρεί και σε θεολογική και δογματική ανάλυσή τους.


Οι πρώτοι δώδεκα οίκοι του (Α-Μ) αποτελούν το ιστορικό μέρος. Εκεί εξιστορούνται τα γεγονότα από τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου μέχρι την Υπαπαντή, ακολουθώντας τη διήγηση του Ευαγγελιστή Λουκά. Αναφέρεται ο Ευαγγελισμός (Α, Β, Γ, Δ), η επίσκεψη της εγκύου Παρθένου στην Ελισάβετ (Ε), οι αμφιβολίες του Ιωσήφ (Ζ), η προσκύνηση των ποιμένων (Η) και των Μάγων (Θ, Ι, Κ), η Υπαπαντή (Μ) και η φυγή στην Αίγυπτο (Λ), η οποία είναι η μόνη που έχει ως πηγή το απόκρυφο πρωτευαγγέλιο του Ψευδο-Ματθαίου.


Οι τελευταίοι δώδεκα (Ν-Ω) αποτελούν το θεολογικό ή δογματικό μέρος, στο οποίο ο μελωδός αναλύει τις βαθύτερες θεολογικές και δογματικές προεκτάσεις της Ενανθρώπισης του Κυρίου και το σκοπό της, που είναι η σωτηρία των πιστών.


Ο μελωδός βάζει στο στόμα του αρχαγγέλου, του εμβρύου Προδρόμου, των ποιμένων, των μάγων και των πιστών τα 144 συνολικά «Χαῖρε», τους Χαιρετισμούς προς τη Θεοτόκο, που αποτελούν ποιητικό εμπλουτισμό του χαιρετισμού του Γαβριήλ («Χαῖρε Κεχαριτωμένη»), που αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. α΄ 28).


Στα μοναστήρια, αλλά και στη σημερινή ενορία και παλαιότερα κατά τα διάφορα Τυπικά, υπάρχουν και άλλα λειτουργικά πλαίσια για την ψαλμωδία του ύμνου. Η ακολουθία του όρθρου, του εσπερινού, της παννυχίδος ή μιας ιδιόρρυθμης Θεομητορικής Κωνσταντινουπολιτικής ακολουθίας, την πρεσβεία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, σε ένα ορισμένο σημείο της κοινής ακολουθίας γίνεται μια παρεμβολή. Ψάλλεται ο κανών της Θεοτόκου και ολόκληρο ή τμηματικά το κοντάκιο και οι οίκοι του Ακαθίστου.


Ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέθηκε με τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, προφανώς, εξ αιτίας ενός άλλου καθαρώς λειτουργικού λόγου. Μέσα στην περίοδο της Νηστείας εμπίπτει πάντοτε η μεγάλη γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Είναι η μόνη μεγάλη γιορτή, που λόγω του πένθιμου χαρακτήρα της Τεσσαρακοστής, στερείται προεορτίων και μεθεορτίων. Αυτήν ακριβώς την έλλειψη έρχεται να καλύψει η ψαλμωδία του Ακαθίστου, τμηματικά κατά τα απόδειπνα των Παρασκευών και ολόκληρος κατά το Σάββατο της Ε΄ εβδομάδας. Το βράδυ της Παρασκευής και το Σάββατο είναι μέρες που μαζί με την Κυριακή είναι οι μόνες μέρες των εβδομάδων των Νηστειών, κατά τις οποίες επιτρέπεται ο γιορτασμός χαρμόσυνων γεγονότων, και στις οποίες, μετατίθενται οι γιορτές της εβδομάδας. Σύμφωνα με ορισμένα Τυπικά, ο Ακάθιστος Ύμνος ψαλλόταν πέντε μέρες πριν τη γιορτή του Ευαγγελισμού και κατά άλλα τον όρθρο της μέρας της γιορτής.




Ἄγγελος πρωτοστάτης,

οὐρανόθεν ἐπέμφθη,

εἰπεῖν τῇ Θεοτόκω τὸ Χαῖρε·

καὶ σὺν τῇ ἀσωμάτῳ φωνῇ,

σωματούμενόν σε θεωρῶν, Κύριε,

ἐξίστατο καὶ ἵστατο,

κραυγάζων πρὸς Αὐτὴν τοιαῦτα·

Χαῖρε, δ' ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει,

χαῖρε, δι' ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει.

Χαῖρε, τοῦ πεσόντος Ἀδάμ ἡ ἀνάκλησις,

χαῖρε, τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις.

Χαῖρε, ὕψος δυσανάβατον ἀθρωπίνοις λογισμοῖς,

χαῖρε, βάθος δυσθεώρητον καὶ ἀγγέλων ὀφθαλμοῖς.

Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις Βασιλέως καθέδρα,

χαῖρε, ὅτι βαστάζεις τὸν βαστάζοντα πάντα.

Χαῖρε, ἀστὴρ ἐμφαίνων τὸν ἥλιον,

χαῖρε, γαστὴρ ἐνθέου σαρκώσεως.

Χαῖρε, δι' ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις,

χαῖρε, δι' ἧς βρεφουργεῖται ὁ Κτίστης.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.


Βλέπουσα ἡ Ἁγία,

ἑαυτήν ἐν ἁγνείᾳ,

φησὶ τῷ Γαβριὴλ θαρσαλέως·

τὸ παράδοξόν σου τῆς φωνῆς,

δυσπαράδεκτόν μου τῇ ψυχῇ φαίνεται·

ἀσπόρου γὰρ συλλήψεως,

τὴν κύησιν πὼς λέγεις κράζων·

Ἀλληλούια.


Γνῶσιν ἄγνωστον γνῶναι,

ἡ Παρθένος ζητοῦσα,

ἐβόησε πρὸς τὸν λειτουργοῦντα·

ἐκ λαγόνων ἁγνῶν,

υἷον πῶς ἔσται τεχθῆναι δυνατόν;

λέξον μοι.

Πρὸς ἥν ἐκεῖνος ἔφησεν ἐν φόβῳ,

πλὴν κραυγάζων οὕτω·

Χαῖρε, βουλῆς ἀπορρήτου μύστις,

χαῖρε, σιγῆς δεομένων πίστις.

Χαῖρε, τῶν θαυμάτων Χριστοῦ τὸ προοίμιον,

χαῖρε, τῶν δογμάτων αὐτοῦ τὸ κεφάλαιον.

Χαῖρε, κλῖμαξ ἐπουράνιε, δι' ἧς κατέβη ὁ Θεός,

χαῖρε, γέφυρα μετάγουσα ἀπὸ γῆς πρὸς οὐρανόν.

Χαῖρε, τὸ τῶν Ἀγγέλων πολυθρύλητον θαῦμα,

χαῖρε, τὸ τῶν δαιμόνων πολυθρήνητον τραῦμα.

Χαῖρε, τὸ φῶς ἀρρήτως γεννήσασα,

χαῖρε, τὸ πῶς μηδένα διδάξασα.

Χαῖρε, σοφῶν ὑπερβαίνουσα γνῶσιν,

Χαῖρε, πιστῶν καταυγάζουσα φρένας.

Χαῖρε, Νύμφη Ἀνύμφευτε.


Δύναμις τοῦ Ὑψίστου,

ἐπεσκίασε τότε,

πρὸς σύλληψιν τῇ Ἀπειρογάμω·

καὶ τὴν εὔκαρπον ταύτης νηδύν,

ὡς ἀγρὸν ὑπέδειξεν ἡδὺν ἅπασι,

τοῖς θέλουσι θερίζειν σωτηρίαν,

ἐν τῷ ψάλλειν οὕτως·

Ἀλληλούια.


Ἔχουσα θεοδόχον,

ἡ Παρθένος τὴν μήτραν,

ἀνέδραμε πρὸς τὴν Ἐλισάβετ.

Τὸ δὲ βρέφος ἐκείνης εὐθὺς ἐπιγνόν,

τὸν ταύτης ἀσπασμὸν ἔχαιρε,

καὶ ἅλμασιν ὡς ἄσμασιν,

ἐβόα πρὸς τὴν Θεοτόκον·

Χαῖρε, βλαστοῦ ἀμάραντου κλῆμα,

χαῖρε, καρποῦ ἀκήρατου κτῆμα.

Χαῖρε, γεωργὸν γεωργοῦσα φιλάνθρωπον,

χαῖρε, φυτουργὸν τῆς ζωῆς ἠμῶν φύουσα,

Χαῖρε, ἄρουρα βλαστάνουσα εὐφορίαν οἰκτιρμῶν,

χαῖρε, τράπεζα βαστάζουσα εὐθηνίαν ἱλασμῶν.

Χαῖρε, ὅτι λειμῶνα τῆς τρυφῆς ἀναθάλλεις,

χαῖρε, ὅτι λιμένα τῶν ψυχῶν ἑτοιμάζεις.

Χαῖρε, δεκτὸν πρεσβείας θυμίαμα,

χαῖρε, παντός τοῦ κόσμου ἐξίλασμα.

Χαῖρε, Θεοῦ πρὸς θνητοὺς εὐδοκία,

χαῖρε, θνητῶν πρὸς Θεὸν παρρησία.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.


Ζάλην ἔνδοθεν ἔχων,

λογισμῶν ἀμφιβόλων,

ὁ σώφρων Ἰωσὴφ ἐταράχθη·

πρὸς τὴν ἄγαμόν σὲ θεωρῶν,

καὶ κλεψίγαμον ὑπονοῶν Ἄμεμπτε·

μαθὼν δέ σου τὴν σύλληψιν,

ἐκ Πνεύματος Ἁγίου,

ἔφη·

Ἀλληλούια.


Ἤκουσαν oἱ ποιμένες,

τῶν Ἀγγέλων ὑμνούντων,

τὴν ἔνσαρκον Χριστοῦ παρουσίαν·

καὶ δραμόντες ὡς πρὸς ποιμένα,

θεωροῦσι τοῦτον ὡς ἀμνὸν ἄμωμον,

ἐν γαστρὶ τῆς Μαρίας βοσκηθέντα,

ἥν ὑμνοῦντες εἶπον·

Χαῖρε, Ἀμνοῦ καὶ Ποιμένος Μῆτερ,

χαῖρε, αὐλὴ λογικῶν προβάτων.

Χαῖρε, ἀοράτων ἐχθρῶν ἀμυντήριον,

χαῖρε, Παραδείσου θυρῶν ἀνοικτήριον.

Χαῖρε, ὅτι τὰ οὐράνια συναγάλλεται τῇ γῇ,

χαῖρε, ὅτι τὰ ἐπίγεια συγχορεύει οὐρανοῖς.

Χαῖρε, τῶν Ἀποστόλων τὸ ἀσίγητον στόμα,

χαῖρε, τῶν Ἀθλοφόρων τὸ ἀνίκητον θάρσος.

Χαῖρε, στερρὸν τῆς πίστεως ἔρεισμα,

χαῖρε, λαμπρὸν τῆς Χάριτος γνώρισμα.

Χαῖρε, δι' ἧς ἐγυμνώθη ὁ Ἅδης,

χαῖρε, δι' ἧς ἐνεδύθημεν δόξαν.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.


Θεοδρόμον ἀστέρα,

θεωρήσαντες Μάγοι,

τῇ τούτου ἠκολούθησαν αἴγλῃ·

καὶ ὡς λύχνον κρατοῦντες αὐτόν,

δι' αὐτοῦ ἠρεύνων κραταιὸν Ἄνακτα,

καὶ φθάσαντες τὸν ἄφθαστον,

ἐχάρησαν αὐτῷ βοῶντες·

Ἀλληλούια.


Ἴδον παῖδες Χαλδαίων,

ἐν χερσὶ τῆς Παρθένου,

τὸν πλάσαντα χειρὶ τοὺς ἀνθρώπους·

καὶ Δεσπότην νοοῦντες αὐτόν,

εἰ καὶ δούλου μορφὴν ἔλαβεν,

ἔσπευσαν τοῖς δώροις θεραπεῦσαι,

καὶ βοῆσαι τῇ Εὐλογημένῃ·

Χαῖρε, ἀστέρος ἀδύτου Μήτηρ,

χαῖρε, αὐγὴ μυστικῆς ἡμέρας.

Χαῖρε, τῆς ἀπάτης τὴν κάμινον σβέσασα,

χαῖρε, τῆς Τριάδος τοὺς μύστας φωτίζουσα.

Χαῖρε, τύραννον ἀπάνθρωπον ἐκβαλοῦσα τῆς ἀρχῆς,

χαῖρε, Κύριον φιλάνθρωπον ἐπιδείξασα Χριστόν.

Χαῖρε, ἡ τῆς βαρβάρου λυτρουμένη θρησκείας,

χαῖρε, ἢ τοῦ βορβόρου ρυομένη τῶν ἔργων.

Χαῖρε πυρὸς προσκύνησιν παύσασα,

χαῖρε, φλογὸς παθῶν ἀπαλλάττουσα.

Χαῖρε, πιστῶν ὁδηγὲ σωφροσύνης,

χαῖρε, πασῶν γενεῶν εὐφροσύνη.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.


Κήρυκες θεοφόροι,

γεγονότες οἱ Μάγοι,

ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Βαβυλῶνα,

ἐκτελέσαντές σου τὸν χρησμόν,

καὶ κηρύξαντές σε τὸν Χριστὸν ἅπασιν,

ἀφέντες τὸν Ἡρώδην ὡς ληρώδη,

μὴ εἰδότα ψάλλειν·

Ἀλληλούια.


Λάμψας ἐν τῇ Αἰγύπτῳ,

φωτισμὸν ἀληθείας ἐδίωξας,

τοῦ ψεύδους τὸ σκότος·

τὰ γὰρ εἴδωλα ταύτης Σωτήρ,

μὴ ἐνέγκαντά σου τὴν ἰσχὺν πέπτωκεν,

οἱ τούτων δὲ ρυσθέντες,

ἐβόων πρὸς τὴν Θεοτόκον·

Χαῖρε, ἀνόρθωσις τῶν ἀνθρώπων,

χαῖρε, κατάπτωσις τῶν δαιμόνων.

Χαῖρε, τὴν ἀπάτης τὴν πλάνην πατήσασα,

χαῖρε, τῶν εἰδώλων τὴν δόξαν ἐλεγξασα.

Χαῖρε, θάλασσα ποντίσασα Φαραὼ τὸν νοητόν,

χαῖρε, πέτρα ἡ ποτίσασα τοὺς διψῶντας τὴν ζωὴν.

Χαῖρε, πύρινε στῦλε ὁδηγῶν τοὺς ἐν σκότει,

χαῖρε, σκέπη τοῦ κόσμου πλατυτέρα νεφέλης.

Χαῖρε, τροφὴ τοῦ μάνα διάδοχε,

χαῖρε, τρυφῆς ἁγίας διάκονε.

Χαῖρε, ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας,

χαῖρε, ἐξ ἧς ρέει μέλι καὶ γάλα.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.


Μέλλοντος Συμεῶνος,

τοῦ παρόντος αἰῶνος,

μεθίστασθαι τοῦ ἀπατεῶνος,

ἐπεδόθης ὡς βρέφος αὐτῷ,

ἀλλ' ἐγνώσθης τούτω καὶ Θεὸς τέλειος·

διόπερ ἐξεπλάγη σου τὴν ἄρρητον σοφίαν,

κράζων·

Ἀλληλούια.


Νέαν ἔδειξε κτίσιν,

ἐμφανίσας ὁ Κτίστης,

ἡμῖν τοῖς ὑπ' αὐτοῦ γενομένοις·

ἐξ ἀσπόρου βλαστήσας γαστρός,

καὶ φυλάξας ταύτην,

ὥσπερ ἦν ἄφθορον,

ἵνα τὸ θαῦμα βλέποντες,

ὑμνήσωμεν αὐτὴν βοῶντες·

Χαῖρε, τὸ ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας,

χαῖρε, τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας.

Χαῖρε, ἀναστάσεως τύπον ἐκλάμπουσα,

χαῖρε, τῶν Ἀγγέλων τὸν βίον ἐμφαίνουσα.

Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἐξ οὗ τρέφονται πιστοί,

χαῖρε, ξύλον εὐσκιόφυλλον, ὑφ' οὗ σκέπονται πολλοί.

Χαῖρε, κυοφοροῦσα ὁδηγὸν πλανωμένοις,

χαῖρε, ἀπογεννῶσα λυτρωτὴν αἰχμαλώτοις.

Χαῖρε, Κριτοῦ δικαίου δυσώπησις,

χαῖρε, πολλῶν πταιόντων συγχώρησις.

Χαῖρε, στολὴ τῶν γυμνῶν παρρησίας,

χαῖρε, στοργὴ πάντα πόθον νικῶσα.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.


Ξένον τόκον ἰδόντες,

ξενωθῶμεν τοῦ κόσμου, τὸν νοῦν εἰς οὐρανὸν μεταθέντες·

διὰ τοῦτο γὰρ ὁ ὑψηλὸς Θεός,

ἐπὶ γῆς ἐφάνη ταπεινὸς ἄνθρωπος·

βουλόμενος ἑλκύσαι πρὸς τὸ ὕψος,

τοὺς αὐτῷ βοώντας·

Ἀλληλούια.


Ὅλως ἦν ἐν τοῖς κάτω,

καὶ τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν,

ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος·

συγκατάβασις γὰρ θεϊκή,

οὐ μετάβασις τοπικὴ γέγονε,

καὶ τόκος ἐκ Παρθένου θεολήπτου,

ἀκουούσης ταῦτα·

Χαῖρε, Θεοῦ ἀχωρήτου χώρα,

χαῖρε, σεπτοῦ μυστηρίου θύρα.

Χαῖρε, τῶν ἀπίστων ἀμφίβολον ἄκουσμα,

χαῖρε, τῶν πιστῶν ἀναμφίβολον καύχημα.

Χαῖρε, ὄχημα πανάγιον τοῦ ἐπὶ τῶν Χερουβείμ,

χαῖρε, οἴκημα πανάριστον τοῦ ἐπὶ τῶν Σεραφείμ.

Χαῖρε, ἡ τἀναντία εἰς ταὐτὸ ἀγαγοῦσα,

χαῖρε, ἡ παρθενίαν καὶ λοχείαν ζευγνῦσα.

Χαῖρε, δι' ἧς ἐλύθη παράβασις,

χαῖρε, δι' ἧς ἠνοίχθη παράδεισος.

Χαῖρε, ἡ κλεὶς τῆς Χριστοῦ βασιλείας,

χαῖρε, ἐλπὶς ἀγαθῶν αἰωνίων.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.


Πᾶσα φύσις Ἀγγέλων,

κατεπλάγη τὸ μέγα,

τῆς σῆς ἐνανθρωπήσεως ἔργον·

τὸν ἀπρόσιτον γὰρ ὡς Θεόν,

ἐθεώρει πᾶσι προσιτὸν ἄνθρωπον,

ἡμῖν μὲν συνδιάγοντα,

ἀκούοντα δὲ παρὰ πάντων οὕτως·

Ἀλληλούια.


Ρήτορας πολυφθόγγους,

ὡς ἰχθύας ἀφώνους,

ὁρῶμεν ἐπὶ σοὶ Θεοτόκε·

ἀποροῦσι γὰρ λέγειν,

τὸ πῶς καὶ Παρθένος μένεις,

καὶ τεκεῖν ἴσχυσας·

ἡμεῖς δὲ τὸ μυστήριο ν θαυμάζοντες,

πιστῶς βοῶμεν·

Χαῖρε, σοφίας Θεοῦ δοχεῖον,

χαῖρε, προνοίας αὐτοῦ ταμεῖον.

Χαῖρε, φιλοσόφους ἀσόφους δεικνύουσα,

χαῖρε, τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα.

Χαῖρε, ὅτὶ ἐμωράνθησαν οἱ δεινοὶ συζητηταί,

χαῖρε, ὅτι ἐμαράνθησαν οἱ τῶν μύθων ποιηταί.

Χαῖρε, τῶν Ἀθηναίων τὰς πλοκὰς διασπῶσα,

χαῖρε, τῶν ἁλιέων τὰς σαγήνας πληροῦσα.

Χαῖρε, βυθοῦ ἀγνοίας ἐξέλκουσα,

χαῖρε, πολλοὺς ἐν γνώσει φωτίζουσα.

Χαῖρε, ὁλκὰς τῶν θελόντων σωθῆναι,

χαῖρε, λιμὴν τῶν τοῦ βίου πλωτήρων.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.


Σῶσαι θέλων τὸν κόσμον,

ὁ τῶν ὅλων κοσμήτωρ,

πρὸς τοῦτον αὐτεπάγγελτος ἦλθε·

καὶ ποιμὴν ὑπάρχων ὡς Θεός,

δι' ἡμᾶς ἐφάνη καθ' ἡμᾶς ἄνθρωπος·

ὁμοίῳ γὰρ τὸ ὅμοιον καλέσας,

ὡς Θεὸς ἀκούει·

Ἀλληλούια.


Τεῖχος εἶ τῶν παρθένων,

Θεοτόκε Παρθένε,

καὶ πάντων τῶν εἰς σὲ προστρεχόντων.

Ὁ γὰρ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς,

κατεσκεύασέ σε ποιητής, Ἄχραντε,

οἰκήσας ἐν τῇ μήτρα σου,

καὶ πάντας σοι προσφωνεῖν διδάξας·

Χαῖρε, ἡ στήλη τῆς παρθενίας,

χαῖρε, ἡ πύλη τῆς σωτήριας.

Χαῖρε, ἀρχηγὲ νοητῆς ἀναπλάσεως,

χαῖρε, χορηγὲ θεϊκῆς ἀγαθότητος.

Χαῖρε, σὺ γὰρ ἀνεγέννησας τοὺς συλληφθέντας αἰσχρῶς,

χαῖρε, σὺ γὰρ ἐνουθέτησας τοὺς συληθέντας τὸν νοῦν.

Χαῖρε, ἡ τὸν φθορέα τῶν φρενῶν καταργοῦσα,

χαῖρε, ἡ τὸν σπορέα τῆς ἁγνείας τεκοῦσα.

Χαῖρε, παστάς ἀσπόρου νυμφεύσεως,

χαῖρε, πιστοὺς Κυρίῳ ἁρμόζουσα.

Χαῖρε, καλὴ κουροτρόφε παρθένων,

χαῖρε, ψυχῶν νυμφοστόλε ἁγίων.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.


Ὕμνος ἅπας ἡττᾶται,

συνεκτείνεσθαι σπεύδων,

τῷ πλήθει τῶν πολλῶν οἰκτιρμῶν σου·

ἰσαρίθμους γὰρ τῇ ψάμμῳ ὠδάς,

ἂν προσφέρωμέν σοι, Βασιλεῦ ἅγιε,

οὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον,

ὧν δέδωκας ἡμῖν τοῖς σοὶ βοῶσιν·

Ἀλληλούια.


Φωτοδόχον λαμπάδα,

τοῖς ἐν σκότει φανεῖσαν,

ὁρῶμεν τὴν ἁγίαν Παρθένον·

τὸ γὰρ ἄυλον ἅπτουσα φῶς,

ὁδηγεῖ πρὸς γνῶσιν θεϊκὴν ἅπαντας,

αὐγῇ τὸν νοῦν φωτίζουσα,

κραυγῇ δὲ τιμωμένη ταῦτα·

Χαῖρε, ἀκτὶς νοητοῦ ἡλίου,

χαῖρε, βολὶς τοῦ ἀδύτου φέγγους.

Χαῖρε, ἀστραπὴ τὰς ψυχὰς καταλάμπουσα,

χαῖρε, ὡς βροντὴ τοὺς ἐχθροὺς καταπλήττουσα.

Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύφωτον ἀνατέλλεις φωτισμόν,

Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύρρυτον ἀναβλύζεις ποταμόν.

Χαῖρε, τῆς κολυμβήθρας ζωγραφοῦσα τὸν τύπον,

χαῖρε, τῆς ἁμαρτίας ἀναιροῦσα τὸν ρύπον.

Χαῖρε, λουτὴρ ἔκπλυνων συνείδησιν,

χαῖρε, κρατὴρ κιρνῶν ἀγαλλίασιν.

Χαῖρε, ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας,

χαῖρε, ζωὴ μυστικῆς εὐωχίας.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.


Χάριν δοῦναι θελήσας,

ὀφλημάτων ἀρχαίων,

ὁ πάντων χρεωλύτης ἀνθρώπων,

ἐπεδήμησε δι’ἑαυτοῦ,

πρὸς τοὺς ἀποδήμους τῆς αὐτοῦ Χάριτος·

καὶ σχίσας τὸ χειρόγραφον,

ἀκούει παρὰ πάντων οὕτως·

Ἀλληλούια.


Ψάλλοντές σου τὸν τόκον,

ἀνυμνοῦμέν σε πάντες,

ὡς ἔμψυχον ναόν, Θεοτόκε.

Ἐν τῇ σῇ γὰρ οὶκήσας γαστρί,

ὁ συνέχων πάντα τῇ χειρὶ Κύριος,

ἡγίασεν, ἐδόξασεν, ἐδίδαξε βοᾶν σοὶ πάντας·

Χαῖρε, σκηνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου,

χαῖρε, Ἁγία ἁγίων μείζων.

Χαῖρε, κιβωτὲ χρυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι,

χαῖρε, θησαυρὲ τῆς ζωῆς ἀδαπάνητε.

Χαῖρε, τίμιον διάδημα βασιλέων εὐσεβῶν,

χαῖρε, καύχημα σεβάσμιον ἱερέων εὐλαβῶν.

Χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσάλευτος πύργος,

χαῖρε, τῆς Βασιλείας τὸ ἀπόρθητον τεῖχος.

Χαῖρε, δι' ἧς ἐγείρονται τρόπαια,

χαῖρε, δι' ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι.

Χαῖρε, χρωτὸς τοῦ ἐμοῦ θεραπεία,

χαῖρε, ψυχῆς τῆς ἐμῆς σωτηρία.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.


Ὦ πανύμνητε Μῆτερ,

ἡ τεκοῦσα τὸν πάντων ἁγίων,

ἁγιώτατον Λόγον·

δεξαμένη γὰρ τὴν νῦν προσφοράν,

ἀπὸ πάσης ρῦσαι συμφορᾶς ἅπαντας,

καὶ τῆς μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως,

τοὺς σοὶ βοῶντας·

Ἀλληλούια.





Ἀπολυτίκιον

Ἦχος πλ. δ'.

Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει, ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ Ἰωσὴφ σπουδῇ ἐπέστη, ὁ ἀσώματος λέγων τῇ Ἀπειρογάμω· ὁ κλίνας ἐν καταβάσει τοὺς οὐρανούς, χωρεῑται ἀναλλοιώτως ὅλος ἐν σοι· Ὃν καὶ βλέπων ἐν μήτρᾳ σου, λαβόντα δούλου μορφήν, ἐξίσταμαι κραυγάζων σοι· Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.


Κοντάκιον

Ἦχος πλ. δ'.

Τῇ ὑπερμάχῷ στρατηγῷ τὰ νικητήρια, ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια, ἀναγράφω σοι ἡ πόλις σου, Θεοτόκε· ἀλλ' ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον, ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον, ἵνα κράζω σοί· Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.


Μεγαλυνάριον

Ὕμνοις ἐν αΰπνοις οἱ εὐσεβεῖς, ἀκαθίστῳ στάσει, ἀνυμνοῦμεν πανευλαβῶς, τὴν πρὸς τὸν λαόν σου, θερμήν σου προστασίαν, Παρθένε Θεοτόκε, ἡμῶν βοήθεια.

Πέμπτη 3 Απριλίου 2025

Άγιος Ανδρέας Κρήτης και η Αγία Μαρία η Αιγυπτία

 Ο Μέγας  Κανόνας του Αγίου Ανδρέα της Κρήτης διαβάζεται δύο φορές κατά τη Μεγάλη Σαρακοστή. Διαβάζεται για πρώτη φορά την πρώτη εβδομάδα της Σαρακοστής, το πρώτο τετραήμερο. Τη δεύτερη φορά διαβάζεται το απόγευμα της Τετάρτης της πέμπτης εβδομάδας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

Μαζί με αυτόν τον κανόνα διαβάζεται στη λειτουργία και ο βίος της Αγίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Γι' αυτό και αυτή η μακρόχρονη λειτουργία ονομάστηκε « O Μέγας Κανών ».


Αυτοί οι δύο άγιοι , o Άγιος Ανδρέας Κρήτης και η Αγία Μαρία η Αιγυπτία συχνά απεικονίζονται δίπλα- δίπλα σε εικόνες. Δεν είδαν ποτέ ο ένας τον άλλον κατά τη διάρκεια της ζωής τους και η ζωή τους ήταν εντελώς διαφορετική.


Από τα νιάτα του, ο Άγιος Αντρέας αγαπούσε τη σιωπή και την προσευχή. Μεγάλωσε σε ένα από τα πιο αυστηρά μοναστήρια της Παλαιστίνης, τη Λαύρα του Αγίου Σάββα του Ηγιασμένου. Εκεί, δουλεύοντας επιμελώς, βρήκε εκείνο τον πνευματικό θησαυρό, που κατά τον Χριστό δεν αξίζει όλος ο κόσμος.

Έχοντας φτάσει στα ύψη της πνευματικής τελειότητας, ο Άγιος Ανδρέας σκέφτηκε να περάσει τις υπόλοιπες μέρες του στο αγαπημένο του μοναστήρι του Αγίου . Σάββα, αλλά με την Πρόνοια Θεού διορίστηκε επίσκοπος της νήσου Κρήτης.

Ήδη σε μεγάλη ηλικία, στολισμένος με πολλά πνευματικά χαρίσματα, έχοντας κάνει πολλά θαύματα, έγραψε το κύριο έργο της ζωής του , τον Μεγάλο Κανόνα της Μετανοίας. Για όλες τις γενεές των Χριστιανών, αυτό το έργο θα παραμείνει ένα εγχειρίδιο, το Α΄ και το Β΄ της μετάνοιας.


Η Αγία Μαρία η Αιγυπτία είχε μια εντελώς διαφορετική ζωή.

Η Αγία Μαρία δεν γνώριζε την Αλήθεια. Η ζωή Της , της φαινόταν σωστή. Όταν της αποκαλύφθηκε η Αλήθεια, απέρριψε την αμαρτία χωρίς δισταγμό .

Και οι δύο είναι μεγάλοι δάσκαλοι της μετάνοιας, και το παράδειγμα και των δύο δείχνει ότι η μετάνοια είναι απαραίτητη για όλους. Δεν υπάρχει κανείς που να μην την χρειάζεται. Έζησες όλη σου τη ζωή σε μοναστήρι ή την πέρασες σε συνεχή αμαρτία ; Πρέπει ακόμα όσο έχεις καιρό να μετανοήσεις.


Διότι η αμαρτία δεν είναι μόνο στις ανθρώπινες πράξεις. Είναι πολύ πιο βαθιά. Είναι στην καρδιά και μπορεί, όπως ένα σκουλήκι στο μήλο, να φάει ολόκληρη την καρδιά από μέσα, το ίδιο συμβαίνει και με τον άνθρωπο ακόμη και χωρίς τις ορατές εξωτερικές εκδηλώσεις του .

Η αυταπάτη της μακροθυμίας

 [...] Το βιβλίο της Κλίμακος του αγίου Ιωάννη του Σιναΐτη δουλεύει τόσο πολύ με το ασυνείδητο επειδή ενδιαφέρεται για την ποιότητα της σχέσης μας με τον Θεό. Αυτό καλό είναι να το θυμόμαστε, διότι πολλές φορές μάς παρασύρουν εξωτερικά στοιχεία, όπως το αν κάποιος δηλώνει ότι πιστεύει ή ότι οι άνθρωποι εκκλησιάζονται.


Η Κλίμακα μας θυμίζει αυτή την ξεχασμένη αλήθεια, ότι σημασία έχει η ποιότητα του πώς θρησκεύουμε, πώς συνδεόμαστε με τον Θεό. Έτσι λοιπόν αρχίζει να λεπτολογεί τα θέματα με τρόπο που μπορεί να εκπλήξει κάποιους:

 «Μα γιατί σκάβει τόσο βαθιά, γιατί ψάχνει τόσες λεπτομέρειες;». Αλλά θα δούμε τι ωραία ευρήματα φέρνει στην επιφάνεια αυτό. Από όλο το τεράστιο υλικό της Κλίμακας, επέλεξα τέσσερα στοιχεία προς εξέταση, ως παραδείγματα, τα οποία θεωρώ ενδεικτικά.


Πρώτο στοιχείο. Ο Άγιος Ιωάννης ασχολείται με αυτό που θα ονομάζαμε «αυταπάτη της μακροθυμίας». Δεν είναι δικές του λέξεις, είναι δικές μου. Λέει ότι, σε περιπτώσεις που δεχόμαστε μια προσβολή, μια βλάβη, κάτι το οποίο μας ενόχλησε από τον άλλον, η σιωπή μας καταλήγει σε «μνησικακίας αποθήκη»· αυτή είναι η δική του φράση. Ο άνθρωπος αποθησαύρισε μνησικακία. Γιατί; Επειδή αποφασίσαμε να σιωπήσουμε.

Και τι θα έπρεπε να κάνουμε δηλαδή; Πρέπει καθέναν που μας ενοχλεί να τον βρίζουμε, να ξεσπάμε, να εκδικούμαστε;

 Όχι, δεν λέει αυτό. 

Αυτό που θέλει ο Άγιος Ιωάννης να αποφύγουμε είναι να μην έχουμε την αυταπάτη ότι, επειδή σιωπήσαμε, το ξεπεράσαμε. Ότι επειδή δεν αντιδράσαμε, συγχωρέσαμε. Αυτό είναι κάτι που συχνά συμβαίνει, μέσα από ασυνείδητους μηχανισμούς.

Δηλαδή αποφασίζουμε να μην αντιδράσουμε, για διάφορους λόγους. Άλλες φορές, επειδή δεν μας παίρνει να αντιδράσουμε, γιατί ο άλλος είναι πιο δυνατός ή δεν θα βγει πουθενά αυτό.

Άλλες φορές, επειδή δεν θέλουμε να χαλάσουμε την εικόνα που έχουμε εμείς για τον εαυτό μας ή την οποία δίνουμε στους άλλους.

Άλλες φορές, επειδή έχουμε μεγαλώσει με αναστολές που εμποδίζουν την ευθύτητα. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν μεγαλώσει χωρίς να μπορούν να επικοινωνήσουν με ευθύτητα. Δεν μπορούν να πουν ευθέως, με ήρεμο τρόπο, ένα παράπονο που έχουν απ' τον άλλο.

Για διάφορους λόγους ενδέχεται να σιωπήσουμε, μάλιστα μπορεί να πρέπει μερικές φορές να σιωπήσουμε. Και τα δύο δεκτά είναι.

Άλλες φορές θα μιλήσουμε στον άλλο ήρεμα και θα του εξηγήσουμε σε τι μας αδικεί.

Άλλες φορές μπορεί να πρέπει να σιωπήσουμε. Αυτό χρειάζεται διάκριση. Όμως, αυτό που έχει σημασία και μας λέει εδώ είναι ότι δεν θα πρέπει, όταν σιωπήσουμε, να νομίζουμε ότι το ξεπεράσαμε και συγχωρήσαμε.


Μπορούμε να κάνουμε την εξής δοκιμή: έστω ότι με κάποιους καλούς λογισμούς που βάλαμε, με κάποια προσευχή, συζητώντας το με άλλους, καταφέραμε να ηρεμήσουμε και να ξεπεράσουμε κάποια αδικία που μας έγινε.

Αν όταν ξανασυναντάμε αυτόν που μας πείραξε ή έστω δούμε απλά μια φωτογραφία του υπαιτίου της αδικίας, ανακατευόμαστε μέσα μας, αυτό είναι σημάδι ότι παραμένει η μνησικακία. Βέβαια, όλα τα πάθη δεν είναι «άσπρο ή μαύρο». Κλιμακώνονται σε διάφορες βαθμίδες έντασης. Όπως και οι αρετές έχουν βαθμίδες προόδου.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης λέει κάπου αλλού για την πραότητα και την ανεξικακία ότι υπάρχουν τρία επίπεδα: 

-το πρώτο επίπεδο είναι να μη βρίσεις και να μην εκδικηθείς αυτόν που σε πείραξε. Αυτό είναι το πρώτο επίπεδο, το αρχικό. 

-Το δεύτερο επίπεδο είναι να αρχίσεις να κάνεις προσευχή γι' αυτόν τον άνθρωπο και να το εννοείς, δηλαδή να κάνεις την προσευχή με αγάπη.

 -Και το τρίτο επίπεδο, λέει, που μπορείς να καταλάβεις αν έφτασες σε ανεξικακία ολοκληρωτική είναι, εάν ακούσεις ότι έπαθε κάτι κακό, να πονέσεις σαν να συνέβη σε σένα τον ίδιο.

 Κι αυτό πηγάζει από τη θεολογία του ενός σώματος, που περιέγραψε ο Απόστολος Παύλος. Δεν είναι κάποια ωραία μεταφορικά λόγια, μια ωραία μεταφορά για την Εκκλησία ως Σώμα του Χριστού, αλλά έχει συνέπειες στην πνευματική ζωή, στο πώς βιώνει κανείς αρετές και πάθη.


Επομένως, αυτό είναι ένα θέμα αρκετά χρήσιμο για την αυτογνωσία μας, όχι τόσο για το τι θα κάνουμε, επαναλαμβάνω, όταν μας πληγώσουν και μας προσβάλουν, διότι εξαρτάται από την κάθε περίπτωση, πότε πρέπει να μιλήσουμε και πότε όχι. Αλλά κυρίως για την αυτογνωσία μας, δηλαδή να μην εκλαμβάνουμε τη σιωπή μας ή την αδυναμία μας μερικές φορές ως αρετή. Αυτό έχει τεράστια σημασία για τους χριστιανούς, διότι στα χριστιανικά περιβάλλοντα, ειδικά, για κάποιο λόγο δεν ευδοκιμεί και πολύ η ευθύτητα.


Επειδή εκτιμώνται πολύ οι αρετές της πραότητας, της συγχώρεσης, και τονίζονται όλα αυτά, παρατηρείται το φαινόμενο συχνά να μην τολμά κάποιος, όχι να δείξει τον θυμό του, αλλά ούτε να αναγνωρίσει στον εαυτό του ότι θύμωσε μέσα του. Δηλαδή υπάρχουν άνθρωποι που αποξενώνονται από τα ίδια τα συναισθήματά τους, αφού «ο χριστιανός δεν πρέπει να θυμώνει». Γίνεται μια λήψη του ζητουμένου, ένα πρωθύστερο. Ότι «αφού δεν πρέπει ο χριστιανός να θυμώνει, άρα εγώ δεν θύμωσα τώρα». Μα ίσως να μην είμαι σωστός χριστιανός ακόμη και γι' αυτό θύμωσα!


Είναι απαραίτητο, το Σώμα της Εκκλησίας να καλλιεργήσει περισσότερο την ευθύτητα, δηλαδή να μπορούμε να λέμε στον άλλο με απλότητα και ταπείνωση σε τι μας ενόχλησε, να μπορούμε να συγχωρούμε και να δεχόμαστε συγχώρηση, να υπάρχει δηλαδή μια αλληλοσυγχώρηση, να μη μένει ο καθένας στη σιωπή του...


Αλλά όλα αυτά για να πραγματοποιηθούν σε εκκλησιαστικό επίπεδο απαιτούν προηγουμένως ο άνθρωπος να έχει επίγνωση του τι νιώθει ο ίδιος. Αν δεν νιώθουμε μέσα μας τα όποια δυσάρεστα συναισθήματα μας προκαλούνται από τα γεγονότα, τότε δεν θα μπορέσει να υπάρξει και η σωστή επικοινωνία οριζοντίως. Δηλαδή χρειάζεται μια κατακόρυφη εμβύθιση στον εαυτό μας, στην καρδιά μας, για να μπορεί να υπάρξει το οριζόντιο μέσα στην Εκκλησία. [...]


•••••••••••


''Πληγές από νόημα'' (κάτω από τις έννοιες ανασαίνει η ζωή) π. Βασίλειοε Θερμός - Εκδόσεις ''Έν πλώ''