Χριστιανικές Σκέψεις
xristianikesskepseis@gmail.com
Παρασκευή 4 Απριλίου 2025
Χαῖρε, γέφυρα μετάγουσα τούς ἐκ γῆς πρός οὐρανόν...
Η Παναγία χαρακτηρίζεται από τον Άγιο Ιωσήφ τον Υμνογράφο, τον ποιητή του κανόνα του Ακαθίστου Ύμνου, ως «η γέφυρα όντως η μετάγουσα εκ θανάτου πάντας προς ζωήν τους υμνούντας σε».
Μία γέφυρα αποτελεί ένα πέρασμα πάνω από ένα ποτάμι ή και μία θάλασσα, από ένα τμήμα ενός βουνού προς ένα άλλο. το πέρασμα αυτό μεταφέρει τους ταξιδιώτες με ασφάλεια από ένα μέρος σε ένα άλλο, ώστε να φτάσουν στον τελικό προορισμό τους.
Ο υμνογράφος δεν διστάζει να χαρακτηρίσει την Παναγία ως γέφυρα, η οποία όμως έχει κάποιες διαφορές σε σχέση με το ανθρώπινο έργο. Η Παναγία ως γέφυρα μεταφέρει από τον θάνατο στη ζωή όσους την υμνούν. Ο προορισμός είναι ο τελικός για κάθε άνθρωπο. Ζωή είναι ο Χριστός και μάλιστα ο Αναστημένος Χριστός. Ο κόσμος του Χριστού είναι η Βασιλεία του Θεού, στην οποία ο θάνατος δεν έχει θέση, γιατί ο Χριστός τον νίκησε διά του Σταυρού και της Αναστάσεως. Δεν έχουμε να κάνουμε άλλο ταξίδι μετά το πέρασμα, καθότι έχει εκπληρωθεί ο σκοπός της ύπαρξής μας, που είναι εξ αρχής η ομοίωση με τον Θεό, τουτέστιν η κοινωνία με Αυτόν. Και η Παναγία είναι γέφυρα, ασφαλής και χωρίς κλυδωνισμούς από τους αέρηδες και τις βροχές της ζωής, τους πειρασμούς και τις δοκιμασίες, διά της οποίας ζούμε τον Χριστό.
Είναι τολμηρή η εικόνα, αλλά, στην πραγματικότητα, αποτυπώνει το όλο κλίμα των Χαιρετισμών προς το πρόσωπο της Παναγίας, όπως το ζήσαμε και το ζούμε κάθε Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Η Παναγία καθιστά τον εαυτό της γέφυρα, διότι μας δείχνει πώς μπορούμε, φτάνοντας ενώπιον της, να δούμε τη ζωή όπως τη ζούμε και τη ζωή που ανοίγεται μπροστά μας αν περάσουμε δι’ αυτής προς τα εκεί. Η ζωή μας είναι ένα ταξίδι, στο οποίο συναντούμε πολλά: την επιβίωση, την αναζήτηση σχέσεων, την αναζήτηση αναγνώρισης και καταξίωσης, την ικανοποίηση αναγκών, την αγάπη, την ανακάλυψη, διαμόρφωση, τροποποίηση και στερέωση της ταυτότητάς μας. Είναι ένα ταξίδι στο οποίο καλούμαστε να επιλέξουμε αν θα το ζήσουμε με κριτήριο μόνο τον εαυτό μας, το εγώ μας, τις επιθυμίες μας, την εξουσία έναντι των άλλων, την παθητικότητα έναντι των άλλων, τα πάθη μας ως αφορμή δικαίωσης και ευχαρίστησης ή ένα ταξίδι στο οποίο, προσβλέποντας στον τρόπο της Παναγίας, θα διαλέξουμε να παλέψουμε προχωρώντας με κριτήριο την αγάπη κι ας γίνεται σταυρός, την αυτογνωσία, βλέποντας τα πάθη μας και παλεύοντας με την πίστη, την προσευχή, την επίκληση της χάριτος του Θεού, τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, τη μετοχή στη ζωή της Εκκλησίας, την άσκηση που γίνεται εκκοπή του ιδίου θελήματος και επανεξέταση του θυμού και της φιλαυτίας, την αγάπη για τον συνάνθρωπο που γίνεται συγχώρηση, να κάνουμε συνεχώς καινούργιες αρχές. Ο πρώτος δρόμος αναδίδει θάνατο. Ο δεύτερος ζωή.
Έτσι, αναγνωρίζουμε την Παναγία ως αυτή που πρώτη δείχνει αυτόν τον δρόμο και είναι μαζί μας και μαζί με κάθε άνθρωπο, «πάντας τους υμνούντας», δείχνοντας τον δρόμο για τη ζωή που είναι ο Χριστός. Και η Παναγία γίνεται η Μάνα της καρδιάς μας, αυτή που μας καλεί να ξαποστάσουμε στο γεφύρι, στο πέρασμά της , να πάρουμε δύναμη και να προχωρήσουμε μη γυρίζοντας πίσω.
Μπορεί να μοιάζει μακρύς ο δρόμος πάνω στο γεφύρι. Κρατά μια ζωή. Όμως ο προορισμός του, το τέρμα του είναι η Ανάσταση. Και η Παναγία εμφυσά στην καρδιά μας τη γλυκύτητα της πίστης, το αεράκι της χαράς ότι δεν είμαστε μόνοι μας, την τροφή με την οποία η ίδια έθρεψε τον Υιό και Θεό της: τα ανθρώπινα μπολιασμένα με αγάπη. Και είναι συνεχώς μαζί μας η Παναγία, για να παίρνουμε κουράγιο. Την αναγνωρίζουμε σε κάθε σημείο της γέφυρας. Μας παρηγορεί στην ορμή του ανέμου και της βροχής, των δοκιμασιών που μας λένε ότι είμαστε μόνοι μας και ότι ο θάνατος θα μας καταπιεί. Μας παρηγορεί όταν σκοντάφτουμε, νικημένοι από τον εαυτό μας και τους άλλους που δεν είναι όπως τους θέλουμε. Από ένα πνεύμα σκλαβιάς στο φαινομενικά ακαταμάχητο παρόν του κόσμου και του πολιτισμού που επιτίθεται για να μας ρίξει στον γκρεμό ή στο νερό των παθών και της απόγνωσης. Είναι εκεί η Παναγία και μας υπενθυμίζει την Εκκλησία, τον Χριστό, την ανάσταση, τη ζωή.
Ας την επικαλούμαστε στο τέλος του κύκλου των Χαιρετισμών και ας την χαιρετούμε με την πίστη ότι είναι και θα παραμένει «όντως» η γέφυρα στην οποία δεν θα χάσουμε ποτέ ούτε τον προσανατολισμό ούτε την ελπίδα μας.
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος. Ἀρχιμανδρίτου π. Μάρκου Μανώλη
Τὴν 25η Μαρτίου ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου. Ἐφέτος (25. 3.1977) τὴν ἰδίαν ἡμέραν ἑορτάζομεν καὶ τὸν Ἀκάθιστον Ὕμνον τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.
Διὰ τοῦτο καὶ ἡ ἀποψινή μας ὁμιλία θὰ ἀφιερωθῆ εἰς τὴν ἀνάλυσιν τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, ποὺ εἶναι καὶ ὁ ὡραιότερος ὕμνος διὰ τὸν Εὐαγγελισμόν.
Ἀκούσαμεν τὸν ὑπέροχον αὐτὸν ὕμνον νὰ ψάλλεται τμηματικῶς κατὰ τὰ ἀπόδειπνα τῶν τεσσάρων πρώτων Παρασκευῶν τῆς Τεσσαρακοστῆς.
Τὴν προσεχῆ Παρασκευὴν θὰ γίνη ἡ ἀνακεφαλαίωσις. Ἀπὸ τὰ βιβλία τῆς Ἐκκλησίας προβλέπεται ἡ ψαλμωδία τοῦ Ἀκαθίστου κατὰ τὸν ὄρθρον τοῦ Σαββάτου. Διὰ τοῦτο λέγεται «Σάββατον τοῦ Ἀκαθίστου».
Ἔτσι ψάλλεται μέχρι σήμερον εἰς τὰ μοναστήρια, ποὺ κρατοῦν τὴν παράδοσιν. Εἰς τοὺς ἐνοριακοὺς ναοὺς ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἀκαθίστου πρὸς διευκόλυνσιν τῶν χριστιανῶν ψάλλεται τὸ βράδυ τῆς Παρασκευῆς μαζὶ μὲ τὴν ἀκολουθία τοῦ ἀποδείπνου καὶ τὸ πρωΐ τελεῖται ὁ ὄρθρος καὶ ἡ θεία Λειτουργία.
Δὲν ὑπάρχει ἴσως ἄλλο ὑμνολογικὸν κείμενον τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ νὰ ἐχρησιμοποιήθη εἰς τὴν θείαν λατρείαν τόσες φορὲς ὅσες ὁ Ἀκάθιστος.
Εἰς τὰ μοναστήρια τὸν διαβάζουν κάθε ἡμέρα καὶ οἱ μοναχοὶ τὸν γνωρίζουν ἀπὸ στήθους. Εἰς τὰς ἐνορίας εἶναι μία ἀπὸ τὰς προσφιλεστέρας εἰς τὸν λαὸν ἀκολουθίας, ποὺ συγκεντρώνουν κάθε Παρασκευὴ βράδυ κατὰ τὴν περίοδον τῆς Τεσσαρακοστῆς ἕνα πλῆ θος κόσμου.
Ἀναρίθμητοι εἶναι αἱ ἐκδόσεις τοῦ ὕμνου αὐτοῦ καὶ πλῆθος μελετῶν ἔχουν γραφῆ μὲ θέμα τὸν Ἀκάθιστον Ὕμνον.
Μία πολὺ πρόσφατος ἔκδοσις εἶναι τὸ βιβλίον τοῦ καθηγητοῦ κ. Ἀνδρέου Θεοδώρου «Ἡ Κόρη τῆς Βασιλείας», τὸ ὁποῖον εἶναι, ὅπως τὸ χαρακτηρίζει ὁ σεμνὸς καὶ εὐσεβὴς καθηγητής, «Σχόλιον θεολογικὸν εἰς τὸν Ἀκάθιστον Ὕμνον».
Πολλοὶ λόγοι συνετέλεσαν εἰς τὴν μεγάλην διάδοσιν τοῦ Ἀκαθίστου: τὸ θέμα του, ἡ μελωδία του, ἡ ὡραία του ποιητική πλοκὴ καὶ ἰδιαιτέρως διὰ τὸ ἔθνος μας, ἡ σύνδεσίς του μὲ μεγάλα γεγονότα τοῦ ἱστορικοῦ μας βίου.
Ἡ Παναγία μας, ἐξ ἄλλου, τὴν ὁποίαν ὑμνολογεῖ ὁ Ἀκάθιστος εἰς ὅλην τὴν μακραίωνα ζωὴν τῆς ἐκκλησίας εἶναι τὸ κέντρον τῆς εὐλαβείας τῶν χριστιανῶν, τὸ πρόσωπον, ποὺ μακαρίζουν, κατὰ τὴν πρόρρησίν της «πᾶσαι αἱ γενεαί».
Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος εἶναι τὸ κοντάκιον τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὁ ὕμνος δηλαδὴ τῆς σαρκώσεως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Εἶναι κοντάκιον – ὕμνος.
Κατὰ τὸ σύστημα τῆς συνθέσεως τοῦ ποιητικοῦ αὐτοῦ εἴδους περιλαμβάνει τὸ προοίμιον «τὸ προσταχθὲν μυστικῶς…» καὶ 24 οἴκους, ποὺ ἔχουν ἀλφαβητικὴ ἀκροστιχίδα.
Τὸ ποίημα τοῦτο συνετέθη, ὡς φαίνεται, πρὸς τιμὴν τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ἡ «ἀπαρχὴ πασῶν πανηγύρεων» κα τὰ τὸν ἱερὸν Φώτιον, Πατριάρχην Κων/πόλεως.
Εἰς τὴν ἑορτὴν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἐποίησε τὸν ὕμνον ὁ ποιητὴς καὶ ἔλαβε μὲν τὴν ὑπόθεσιν ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Λου κᾶ (α´ 26-56), ὅπου ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου ἐκτίθεται μὲ τὸν ἀγγελικὸν ἀσπασμὸν τοῦ Γαβριὴλ πρὸς τὴν Παρθένον περὶ τῆς ἐξ αὐτῆς ἀσπόρου συλλήψεως τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου.
Ἐκ τῆς χαρμοσύνου ἀγγελίας δὲ αὐτῆς ξεκινᾶ ὁ ποιητὴς καὶ διηγεῖται ἔπειτα καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τὴν Γέννησιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἐκ τῆς γεννήσεως αὐτῆς προελθούσης ὠφελείας διὰ τὸ ἀνθρώπινον γένος (θέωσις).
Εἰς τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ποιήματος, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει τὰς μισὰς στροφὰς αὐτοῦ, τὰς ἀπὸ τοῦ Α-Μ, ἐκτίθενται τὰ κατὰ τὸν Εὐαγγελισμὸν καὶ τὴν Γέννησιν, εἰς δὲ τὸ δεύτερον ἀπὸ τοῦ Ν-Ω, τὰ ἐκ τούτων προκύψαντα σωτηριώδη ὀφέλη καὶ ἀναπέμπονται εὐχαριστίαι καὶ ὕμνοι πρὸς τὸν Κύριον καὶ τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον.
Ἀναλυτικώτερον, ὁ πρωτοστάτης ἄγγελος, ὁ Γαβριήλ, ἔρχεται καὶ φέρει τὸ θεϊκὸν μήνυμα, τὸ «Χαῖρε», εἰς τὴν Θεοτόκον περὶ τῆς Γεννήσεως τοῦ Σωτῆρος. (Α).
Ἐκείνη ἀπορεῖ διὰ τὸν παράδοξον τρόπον τῆς συλλήψεως (Β).
Ὁ Γαβριὴλ ἐπεξηγεῖ τὴν ἀπόρρητον βουλὴν τοῦ Θεοῦ (Γ) καὶ ἡ δύναμις τοῦ Ὑψίστου ἐπισκιάζει τὴν ἀπειρόγαμον παρθένον καὶ συλλαμβάνει τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ (Δ).
Ἡ Θεοτόκος ἐπισκέπτεται τὴν συγγενή της Ἐλισάβετ, τὴν μέλλουσαν μητέρα τοῦ Προδρόμου, καὶ ἀνταλλάσσουν προ φητικοὺς λόγους (Ε).
Ὁ Ἰωσήφ, ὁ μνηστὴρ τῆς Παρθένου, ταράσσεται ἀπὸ τὴν ζάλην τῶν ἀμφιβόλων λογισμῶν, ἀλλὰ πληροφορεῖται ἀπὸ τὸν ἄγγελον τὸ μυστήριον τῆς συλλήψεως (Ζ).
Εἰς τὴν β´ στάσιν (Η - Μ)
Ὁ Χριστὸς γεννᾶται καὶ οἱ ποιμέ- νες προσκυνοῦν τὸν ἀμνὸν τοῦ Θεοῦ (Η).
Ὁ θεοδρόμος ἀστὴρ δείχνει εἰς τοὺς Μάγους τῆς Ἀνατολῆς τὸν δρόμον (Θ), αὐτοὶ Τὸν προσκυνοῦν καὶ Τοῦ προσφέρουν τὰ δῶρα των (Ι) καὶ δι᾽ ἄλλης ὁδοῦ ἀναχωροῦν διὰ τὴν Βαβυλῶνα, οἱ θεοφόροι κήρυκες (Κ).
Εἰς τὴν Αἴγυπτον ὁ φυγὰς Κύριος συντρίβει τὰ εἴδωλα καὶ μὲ τὸν φωτισμὸν τῆς ἀληθείας ἐκδιώκει τὸ σκότος τοῦ ψεύδους (Λ). Καὶ ὁ Συμεὼν δέχεται εἰς τὴν ἀγκάλην του ὡς βρέφος τεσσαρακονθήμερον τὸν τέλειον Θεὸν καὶ λαμβάνει τὴν ποθητὴν ἀπόλυσιν (Μ).
Ἐδῶ τελειώνει τὸ πρῶτον ἥμισυ μέρος τοῦ ὕμνου, τὸ ἱστορικόν, ποὺ περιλαμβάνει τοὺς δώδεκα πρώτους οἴκους, ἀπὸ τὸ Α ἕως τὸ Μ.
Οἱ ὑπόλοιποι ἀπὸ τὸ Ν ἕως τὸ Ω, ἀποτελοῦν μίαν θεολογικὴν – θεωρητικὴν ἔκθεσιν τοῦ μυστηρίου τῆς σαρκώσεως.
Γ´ στάσις (Ν - Σ)
Ἡ νέα κτίσις, ποὺ δημιουργεῖ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν σάρκωσίν του, δοξολογεῖ τὸν Δημιουργὸν (Ν).
Ὁ παράξενος –ὁ «ξένος»– τόκος προτρέπει τοὺς ἀνθρώπους νὰ ξενωθοῦν ἀπὸ τὴν ἀθλιότητα τοῦ κόσμου καὶ νὰ μεταθέσουν τὸν νοῦν των εἰς τὸν οὐρανὸν (Ξ).
Ὅλος ἦτο εἰς τὴν γῆν ὁ δοξολογούμενος Λόγος, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν οὐρανὸν δὲν ἀπουσίαζε (Ο).
Οἱ ἄγγελοι ἐθαύμασαν τὸ ἔργον τῆς ἐνανθρωπήσεως καὶ τὴν κοινωνίαν τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων (Π).
Οἱ σοφοὶ καὶ οἱ ρήτορες τοῦ κόσμου ἔμειναν ἄφωνοι, μὴ δυνάμενοι νὰ ἐξηγήσουν τὸ μυστήριον τοῦ παρθενικοῦ τόκου, πῶς δηλαδὴ ἡ Μαρία καὶ Παρθένος ἔμεινε καὶ νὰ γεννήση ἴσχυσε (Ρ).
Ὁ ποιμήν– Θεός, γίνεται πρόβατον–ἄνθρωπος, θέλων νὰ σώση τὸν κόσμον (Σ).
Δ´ στάσις (Τ - Ω).
Ἡ Παρθένος γίνεται φυλακτήριον τεῖχος τῶν παρθένων καὶ ὅλων τῶν πιστῶν (Τ). Κανεὶς δὲν μπορεῖ ἀξίως νὰ ὑμνήσει τὸν σαρκωθέντα Βασιλέα (Υ).
Ἡ Θεοτόκος εἶναι ἡ φωτοδόχος λαμπάς, ποὺ μᾶς καθοδηγεῖ εἰς τὴν γνῶσιν τοῦ Θεοῦ (Φ).
Ὁ Χριστὸς ἦλθε εἰς τὸν κόσμον, διὰ νὰ τοῦ δώση χάριν καὶ συγχώρησιν (Χ).
Ἡ δοξολογία πρὸς τὸν Υἱὸν συνδέ- εται καὶ πρὸς τὴν ἀνύμνησιν τοῦ ἐμψύχου ναοῦ του, τῆς Θεοτόκου (Ψ). Καὶ ὁ ὕμνος κλείει μὲ μίαν θαυ- μαστὴν ἀποστροφὴν πρὸς τὴν Παρθένον, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ ποιητὴς παρακαλεῖ τὴν Παναγίαν, ὅπως δεχθῆ τὴν δέησίν μας, νὰ μᾶς διασώση ἀπὸ κάθε συμφορὰν καὶ νὰ μᾶς λυτρώση ἀπὸ τὴν μέλλουσαν κόλασιν.
«Ὦ πανύμνητε Μῆτερ, ἡ τεκοῦσα τὸν πάντων ἁγίων ἁγιώτατον Λόγον, δεξαμένη τὴν νῦν προσφοράν, ἀπὸ πάσης ρῦσαι συμφορᾶς ἅπαντας καὶ τῆς μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως τοὺς σοὶ βοῶντας. Ἀλληλούϊα»
Εἰς τὸ στόμα τοῦ ἀγγέλου, τῆς Ἐλισάβετ, τῶν ποιμένων, τῶν μάγων καὶ τῶν Αἰγυπτίων εἰς τὸ πρῶτο μέρος καὶ τῶν πιστῶν εἰς τὸ δεύτερον, μπαίνουν αἱ 144 θαυμάσιαι ποιητικαὶ ἀποστροφαὶ καὶ τὰ ἐγκώμια τῆς Θεοτόκου μὲ τὰς τόσας ἐπιτυχεῖς ἀντιθέσεις καὶ τὰς ὡραίας θεολογικὰς εἰκόνας.
Οἱ περιττοὶ στίχοι δηλαδὴ ποὺ ἀρχίζουν ἀπὸ τὸ «Χαῖρε» (ἀπὸ τὸ ὁποῖον τὸ ποίημα «Χαιρετισμοὶ τῆς Παναγίας» ἀπὸ τὸν λαὸν ὀνομάζεται), ἤ ἐξηγοῦν τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Θεοτόκος «κεχαριτωμένη» ἀπὸ τὸν Γαβριὴλ προσηγορεύθη, ὡς λ.χ. «χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις βασιλέως καθέδρα», «χαῖρε ὅτι, λιμένα τῶν ψυχῶν ἑτοιμάζεις», «χαῖρε, ὅτι τὰ οὐράνια συναγάλλεται τῇ γῇ», ἢ φανερώνουν διὰ φράσεως μεταφορικῆς τὴν ἰδιότητα αὐτῆς ὡς μητρὸς τοῦ Θεοῦ, ὡς λ.χ. «χαῖρε, ἀστὴρ ἐμφαίνων τὸν ἥλιον», «χαῖρε, κλῖμαξ ἐπουράνιε, δι᾽ ἧς κατέβη ὁ Θεός», «χαῖρε, ἀμνοῦ καὶ ποιμένος μήτηρ», «χαῖρε, σκηνή, τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου», ἢ ἐξαίρουν τὰ ἐπὶ τῆς ἀνθρωπότητος ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης τῆς Παρθένου ἰδιότητος ὡς λ.χ. «χαῖρε, παραδείσου θυρῶν ἀνοικτήριον», «χαῖρε, θνητῶν πρὸς Θεὸν παρρησία», «χαῖρε, δι᾽ ἧς ἐνεδύθημεν δόξαν», ἢ εἶναι εἰκόνες ἀπὸ τὴν Παλαιὰν Διαθήκην ἤ τοῦ φυσικοῦ ἢ τοῦ κοινωνικοῦ κόσμου μὲ ἐπιτυχίαν προσαρμοζόμεναι πρὸς τὴν Θεοτόκον, ὡς λ.χ. «χαῖρε ἄρουρα βλαστάνουσα εὐφορίαν οἰκτιρμῶν», «χαῖρε, θάλασσα ποντίσασα Φαραὼ τὸν νοητόν», «χαῖρε ἡ γῆ τῆς ἐπαγγε- λίας» κ.λπ.
Ἂς ἀκούσωμεν τοὺς χαιρετισμοὺς τοῦ τελευταίου οἴκου, ποὺ ἀρχίζει μὲ τὸ στοιχεῖον Ψ.
Θέμα του εἶναι ἡ Θεοτόκος ὡς ναὸς ἔμψυχος καὶ ἅγιος τοῦ Παντοκράτορος Θεοῦ: Χαῖρε, σκηνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου, Χαῖρε, Ἁγία Ἁγίων μείζων. Χαῖρε, κιβωτὲ χρυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι, Χαῖρε, θησαυρὲ τῆς ζωῆς ἀδαπάνητε. Χαῖρε, τίμιον διάδημα, βασιλέων εὐσεβῶν, Χαῖρε, καύχημα σεβάσμιον, ἱερέων εὐλαβῶν. Χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσά- λευτος πύργος, Χαῖρε, τῆς βασιλείας τὸ ἀπόρθητον τεῖχος.
Χαῖρε, δι’ ἧς ἐγείρονται τρόπαια, Χαῖρε, δι’ ἧς οἱ ἐχθροὶ καταπίπτουσι.
Χαῖρε, χρωτὸς τοῦ ἐμοῦ θεραπεία, Χαῖρε, ψυχῆς τῆς ἐμῆς σωτηρίας. Χαῖρε, νύμφη ἀνύμφευτε. Γενικῶς, ὅπως γράφει ὁ Καθηγητὴς κ. Ἀνδρέας Θεοδώρου εἰς τὸ βιβλίον του, ποὺ μόλις ἐκυκλοφόρησε, «Η ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ», «ὁ Ἀκάθιστος Ὕ μνος ἀποτελεῖ ποιητικὴν ἱστόρησιν τῆς θείας τοῦ Λόγου ἐνανθρωπήσεως, συνημμένως δὲ καὶ ποιητικὸν ὕμνον τῶν μεγαλείων τῆς σεπτῆς Θεομήτορος, τῆς ἀμεσώτατα συνεχομένης πρὸς τὸ ἄρ ρητον χριστολογικὸν μυστήριον.
Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος συγκινεῖ βαθύτατα τὴν ὀρθόδοξον ψυχήν, ἥτις ἰδιαζόντως τιμᾶ τὴν ἄσπιλον Μητέρα τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποίαν βλέπει καὶ ὡς ἰδικήν της πνευματικὴν Μητέρα. Συγκινεῖ δὲ καὶ τὸν ὀρθόδοξον Ἑλληνισμόν, ὅστις ἐν τῷ προσώπῳ τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου βλέπει συνδεδεμένας οὐ μόνον τὴν μακραίωνα ἐκκλησιαστικήν του παράδοσιν, ἀλ λὰ καὶ τὰς εὐκλεεῖς κατὰ τὴν διαρροὴν τῶν αἰώνων ἐθνικάς του παραδόσεις».
Ἑρμηνεύων δὲ ὁ ἴδιος εἰς τὸ βιβλίον του τοὺς στίχους: «Χαῖρε, δ’ ἧς ἐγείρονται τρόπαια, χαῖρε, δ’ ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι», γράφει μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς:
«Ἡ Θεοτόκος Μαρία εἶναι ἡ ἀκοίμητος φύλαξ τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ὁ ἀνύστακτος φρουρὸς τοῦ θεοσώστου Γένους ἡμῶν. Μόνον διὰ τῆς προστασίας αὐτῆς θὰ δυνηθῆ ὁ ἑλληνορθόδοξος χῶρος νὰ ἐπιτελέση τὴν ἐπὶ γῆς ὑψίστην καὶ φαεινοτάτην ἀποστολήν του, νὰ διαγράψη τὴν φωτεινὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ἐχάραξεν εἰς αὐτὸν ἡ ἀπειροδύναμος σοφία τοῦ Θεοῦ!. («Ἡ Κόρη τῆς Βασιλείας», σελ. 179).
Περὶ τοῦ ποῖος εἶναι ὁ ποιητὴς τοῦ Ἀκαθίστου καὶ πότε τοῦτον ἐποίησε μεγίστη ὑφίσταται διαφωνία. Τὸ πιθανώτερον φαίνεται ὅτι εἶναι ἔργον τοῦ πρυτάνεως τῆς χριστιανικῆς ποιήσεως, ἁγίου Ρωμανοῦ τοῦ μελωδοῦ.
Ἐψάλη δὲ διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν ἀγρυπνίαν εἰς τὸν Ἱ. Ναὸν τῶν Βλαχερνῶν τῆς Θεοτόκου τελεσθεῖσαν διὰ τὴν θαυμαστὴν διάσωσιν τῆς Κων/πόλεως ἐπὶ Ἡρακλείου τοῦ αὐτοκράτορος ἀπὸ τὴν πολιορκίαν τῶν Ἀβάρων.
Ὠνομάσθη δὲ Ἀκάθιστος ὁ ὕμνος, διότι «ὀρθοστάδην τότε πᾶς ὁ λαὸς κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην τὸν ὕμνον τῇ τοῦ Λόγου Μητρὶ ἔμελψαν».
Βραδύτερον, ἴσως κατὰ τὸν θ´ αἰῶνα καθιερώθη νὰ ψάλλεται κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς Παρασκευῆς πρὸς τὸ Σάββατον τῆς Ε´ ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν. Παλαιότερα ἐψάλλετο ὅλος ὁ ὕμνος. Σήμερον ψάλλεται μόνον τὸ προοίμιον.
Περιεχόμενόν του εἶναι ὁ Εὐαγγελισμός, ποὺ εἶναι τὸ θέμα ὁλοκλήρου τοῦ Κοντακίου. «Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει,ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ Ἰωσὴφ σπουδῇ ἐπέστη, ὁ ἀσώματος λέγων τῇ ἀπειρογάμῳ· ὁ κλίνας τῆ καταβάσει τοὺς οὐρανούς, χωρεῖται ἀναλλοιώτως ὅλος ἐν σοί· ὅν καὶ βλέπων ἐν μήτρᾳ σου, λαβόντα δούλου μορφήν, ἐξίσταμαι κραυγάζειν σοι· Χαῖρε, νύμφη ἀνύμφευτε».
Ὅταν ὁ Ἀκάθιστος συνεδέθη μὲ τὰ ἱστορικὰ γεγονότα τοῦ Γένους μας, τότε συνετέθη νέον εἰδικὸν προοίμιον, γεμᾶτο δοξολογία καὶ ἱκεσία, τὸ «Τῇ Ὑπερμάχῳ». Εἰς τὴν ὑπέρμαχον στρατηγόν, ἡ πόλις τῆς Θεοτόκου, ποὺ ἐλυτρώθη χάρις εἰς αὐτὴν ἀπὸ τὰ δεινά, ἀναγράφει τὰ νικητήρια καὶ παρακαλεῖ, αὐτὴν ποὺ ἔχει τὴν ἀκαταμάχητον δύναμιν, νὰ τὴν ἐλευθερώνη ἀπὸ τοὺς ποικίλους κινδύνους, διὰ νὰ τὴν δοξολογεῖ κράζοντας τό : «Χαῖρε, νύμφη ἀνύμφευτε».
Ὁ καθηγητὴς κ. Ἀνδρέας Θεοδώρου εἰς τὸ βιβλίον του «Ἡ κόρη τῆς Βασιλείας» ἔχει ἕνα κεφάλαιον μὲ τὸν τίτλον «Ἐκ τῆς παραδόσεως μαρτυρίαι» εἰς τὸν ὁποῖον συνεκέντρωσε ἐκτὸς τῆς ἀπεράντου ὀρθοδόξου παραδόσεως ἐκλεκτικῶς «ὀλίγας τινὰς μαρτυρίας οὐ μόνον προσιδιαζούσας εἰς τὸ χριστολογικὸν καὶ θεομητορικὸν περιεχόμενον τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, ὡς γράφει, ἀλλὰ προσδιδούσας μείζονα ἐνάργειαν εἰς τὸ περὶ Θεοτόκου καθόλου δόγμα τῆς Πίστεως». Ἐξ αὐτοῦ ἀναφέρομεν καὶ ἡμεῖς ἐλάχιστα:
Ἐκ τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως:
«Τὸν δι᾽ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόν- τα ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα».
Ἐκ τῆς ὀρθοδόξου ὁμολογίας Πίστεως:
«Διὰ τὴν πάναγνον Παρθένον τὴν Θεοτόκον Μαρίαν, τὴν ὁποίαν ἔστωντας καὶ νὰ ἀξιωθῆ νὰ πληρώση τόσον μυστήριον, ἔχουσι χρέος ὅλοι οἱ ὀρθόδοξοι νὰ τὴν δοξάσουσι πρεπούμενα, καὶ νὰ τὴν εὐλαβοῦνται ὡς μητέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν καὶ Σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν ὡς Θεοτόκον.
Διὰ τοῦτο ἡ Ἐκκλησία χαιρετισμὸν τῆς ἔκαμε, συνθεμένον ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ ἀρχαγγέλου καὶ τῆς ἁγίας Ἐλισάβετ, βάνοντας καὶ αὐτὴ ἀνάμεσα κάποια ὀλίγα εἰς τὸν τρόπον τοῦτον. «Θεοτόκε Παρθένε, χαῖρε κεχαριτωμένη Μαρία, ὁ Κύριος μετά σοῦ· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί, καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου, ὅτι Σωτῆρα ἔτεκες, τῶν ψυχῶν ἡμῶν».
Ἀπὸ τὰς ἀποκρίσεις τῶν Ἀνατολικῶν Ὀρθοδόξων:
«Τὴν δὲ δέσποιναν ἡμῶν Θεοτόκον Μαρίαν ὑπερδουλικῶς μετὰ Θεόν, οὐκ ὅμως ὡς Θεόν, ἀλλʼ ὡς Θεοτόκον καὶ μητέρα Θεοῦ προσκυνοῦμεν, ἀλλʼ οὐ λατρευτικῶς· μὴ γένοιτο, ἄπαγε τῆς βλασφημίας.
Θεοῦ γὰρ καὶ μόνον λατρευτικῶς προσκυνοῦμεν, αὐτὴν δὲ πρὸς τὸν Θεὸν ὑπὲρ τῶν μετὰ τὸ βάπτισμα ἡμῶν ἐπταισμένων πρέσβυν πρὸς τὸν Θεὸν προβαλλόμεθα, καὶ διʼ αὐτῆς ἐλπίζομεν παρὰ Θεοῦ τυχεῖν συγχωρήσεως…».
Γενικῶς, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Ἅγιος Νεκτάριος εἰς μία σύντομον, ἀλλὰ περιεκτικὴν μελέτην του περὶ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, «ἡ εὐλάβεια τῶν πιστῶν πρὸς τὴν Θεομήτορα ἀπὸ τοῦ χρόνου τῆς καταδίκης τῆς αἱρέσεως τοῦ Νεστορίου ἐξεδηλοῦτο καθʼ ἅπαν τὸ Ρωμαϊκὸν κράτος διὰ λαμπρῶν ἑορτῶν καὶ πνευματικῶν πανηγύρεων, οἱ δὲ πανταχοῦ ἀνεγειρόμενοι ἀπʼ ὀνόματι τῆς Θεομήτορος μεγαλοπρεπεῖς ναοὶ λαμπρῶς διεκοσμοῦν το καὶ κάλλει διέπρεπον.
Ἡ ἑδραιωμένη δὲ αὕτη ἐν ταῖς καρδίαις τῶν πιστῶν εὐλάβεια πρὸς τὴν Θεοτόκον καὶ ἀειπάρθενον Μητέρα τοῦ Κυρίου, ἀρξαμένη ἀπὸ τῆς ἀναδείξεως αὐτῆς ὡς Μητρὸς τοῦ Κυρίου, διετέλεσεν ἀμετάπτωτος καθʼ ὅλους τοὺς αἰῶνας καὶ θέλει διαμείνη παρὰ τοῖς πιστοῖς εἰς ἅπαντα τὸν αἰῶνα ἀσάλευτος» (σελ. 20).
Πῶς λοιπὸν θὰ πρέπει νὰ ἑορτάσωμεν τὴν ἑορτὴν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καὶ τοῦ Ἀκαθίστου; Τὴν ἀπάντησιν τὴν δίδουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες καὶ μάλιστα ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης εἰς μίαν κατήχησίν του.
«Ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, ἰδοὺ σὺν Θεῷ, ὁποὺ ἔφθασε ἡ πανσεβάσμιος καὶ ὑπέρλαμπρος ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ἡ πρώτη τῶν Δεσποτικῶν ἑορτῶν καὶ εἶναι πρέπον καὶ χρεωστούμενον νὰ τὴν ἑορτάζωμεν πλὴν ὄχι ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε, καθὼς τὸ κάμνουν οἱ ἀμαθεῖς καὶ χωρὶς εὐλάβειαν· ἀλλὰ πῶς; μετʼ εὐλαβείας πολλῆς καὶ κατανοήσεως καὶ στοχασμοῦ πρὸς τοῦ μυστηρίου τὴν δύναμιν. Ποιὸ δὲ εἶναι τὸ μυστήριον;
Ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐκαταδέχθη νὰ γίνη, εἰς δὲ μεσιτείαν καὶ ὑπηρεσίαν τοῦ ἀνερμηνεύτου αὐτοῦ μυστηρίου, ἐπῆρε τὴν ἁγίαν Παρθένον καὶ ἐκατοίκησε εἰς αὐτήν. Καὶ ἀπʼ αὐτὴν ἀνέπλασε καὶ ἔκαμε τὴν ἄχραντον αὐτοῦ σάρκα καὶ ἔγινε τέλειος ἄνθρωπος. Τίνος ἕνεκεν καὶ διατί;
Διὰ νὰ ἐξαγοράση τὸν ἄνθρωπον ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου, καθὼς εἶναι γραμμένον, διὰ νὰ γενοῦμεν υἱοὶ Θεοῦ, διὰ νὰ μὴ εἴμεθα δοῦλοι τοῦ διαβόλου, ἀλλὰ ἐλεύθεροι, μηδὲ ἐμπαθεῖς καὶ ἀκάθαρτοι, ἀλλὰ ἀπαθεῖς καὶ καθαροί· μηδὲ νὰ εἴμεθα φιλόσαρκοι, νὰ ἀγαποῦμεν τὴν σάρκα, μήτε νὰ περιπατοῦμεν εἰς τῆς σαρκὸς τὰ θελήματα, ἀλλὰ κατὰ πνεῦμα, ὡς φίλοι καὶ τέκνα Θεοῦ.
Διότι τὸ θέλημα τῆς σαρκὸς εἶναι θάνατος, τὸ δὲ θέλημα τῆς ψυχῆς εἶναι ζωή».
«Διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη, συνεχίζει ὁ Ἅγιος, καὶ ἡμεῖς πνευματικῶς νὰ ζοῦμε μὲ ὁσιότητα καὶ δικαιοσύνην, μὲ ἀγάπην καὶ πραότητα, μὲ εἰρήνην καὶ μακροθυμίαν, μὲ χρηστότητα, ἐν Πνεύματι ἁγίῳ, διὰ νὰ μὴ δείχνωμεν (ὅσον ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἡμᾶς) ἄπρακτον (ἀνώφελον) τὴν σάρκωσιν τοῦ Κυρίου.
Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ χρεωστοῦμεν νὰ παρακαλοῦμεν τὸν Θεὸν καὶ νὰ λυπούμεθα διὰ τὸν κόσμον, ποὺ δὲν τὸν ἀκούει. Καὶ ἀκόμη καταφρονοῦν αὐτὸν πολλοί, ποὺ ὀνομάζονται χριστιανοί, ἄλλοι μὲ πίστιν στρεβλὴν καὶ παράνομον καὶ ἄλλοι μὲ κακὰ ἔργα».
Πράγματι ὁ πνευματικὸς ἑορτασμὸς τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καὶ τοῦ Ἀκαθίστου καὶ ἐν γένει ὅλων τῶν ἁγίων ἡμερῶν ποὺ διερχόμεθα, θὰ εἶναι ὁ καλύτερος τρόπος διὰ νὰ διαλυθοῦν, ταῖς πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, τὰ νέφη τῶν συμφορῶν καὶ κινδύνων ποὺ ἀπειλοῦν καὶ πάλιν τὸ Γένος μας ἀλλὰ καὶ τὸν καθένα ἀπὸ ἡμᾶς.
Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ
ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ
Στην επίσημη λειτουργική γλώσσα η ακολουθία αυτή ονομάζεται «Ακάθιστος Ύμνος» ή μονολεκτικά «Ακάθιστος» από την ορθία στάση, που τηρούσαν οι πιστοί καθ' όλη τη διάρκεια της ψαλμωδίας της. Έτσι και με τα λόγια και με τη στάση του σώματος εκφράζεται η τιμή, η ιδιαίτερη ευλάβεια, η ευχαριστία προς εκείνη, προς την οποία απευθύνουμε τους χαιρετισμούς μας.
Είναι δε η ακολουθία αυτή στη σημερινή λειτουργική μας πράξη εντεταγμένη στο λειτουργικό πλαίσιο της ακολουθίας του μικρού αποδείπνου, όπως ακριβώς τελέσθηκε απόψε. Έτσι γίνεται κάθε Παρασκευή στις τέσσερις πρώτες εβδομάδες των Νηστειών, ακόμα και την Παρασκευή της Ε' Εβδομάδος, που μετά την τμηματική στις τέσσερις πρώτες εβδομάδες ψαλμωδία του, ανακεφαλαιώνεται ολόκληρος ο ύμνος. Στα μοναστήρια, αλλά και στη σημερινή ενοριακή πράξη και παλαιότερα κατά τα διάφορα Τυπικά, έχουμε και αλλά λειτουργικά πλαίσια για την ψαλμωδία του ύμνου: την ακολουθία του όρθρου, του εσπερινού, της παννυχίδος ή μιας ιδιόρρυθμης Θεομητορικής Κωνσταντινουπολιτικής ακολουθίας, την ' «πρεσβεία». Σ' όλες αυτές τις περιπτώσεις σ' ένα ορισμένο σημείο της κοινής ακολουθίας γίνεται μια παρεμβολή. Ψάλλεται ο κανών της Θεοτόκου και ολόκληρο ή τμηματικά το κοντάκιο και οι οίκοι του Ακάθιστου.
Θα παρατρέξωμε το διαφιλονικούμενο, εξ' άλλου, θέμα του χρόνου της συντάξεως και του ποιητού του Ακάθιστου. Πολλοί φέρονται ως ποιηταί του: ο Ρωμανός ο Μελωδός, ο Γεώργιος Πισίδης, οι πατριάρχαι της Κωνσταντινουπόλεως Σέργιος, Γερμανός ο Α΄, ο Ιερός Φώτιος, ο Γεώργιος Νικομήδειας (Σικελιώτης), ποιηταί που έζησαν από τον Ζ΄ μέχρι τον Θ΄ αιώνα. Η παράδοσις παρουσιάζει μεγάλη αστάθεια και οι νεώτεροι μελετηταί, στηριζόμενοι στις λίγες εσωτερικές ενδείξεις που υπάρχουν στο κείμενο, άλλοι προτιμούν τον ένα και άλλοι τον άλλο από τους φερομένους ως ποιητάς του. Ένα ιστορικό γεγονός, με το οποίο συνεδέθη από την παράδοσι η ψαλμωδία του Ακάθιστου, θα μπορούσε να μας προσανατολίση κάπως στην αναζήτησί μας: Η επί του αυτοκράτορος Ηρακλείου πολιορκία και η θαυμαστή σωτηρία της Κωνσταντινουπόλεως την 8η Αυγούστου του έτους 626. Κατά το Συναξάριο μετά την λύσι της πολιορκίας εψάλη ο ύμνος αυτός στον ναό της Θεοτόκου των Βλαχερνών, ως δοξολογία και ευχαριστία για την σωτηρία, που απεδόθη στην θαυματουργική δύναμι της Θεοτόκου, της προστάτιδας της Πόλεως. Πατριάρχης τότε ήτο ο Σέργιος, που πρωτοστάτησε στους αγώνας για την άμυνα. Εύκολο ήταν να θεωρηθη και ποιητής του ύμνου, αν και ούτε ως υμνογράφος μας είναι γνωστός, ούτε και ορθόδοξος ήτο. Εξ' άλλου ο ύμνος θα έπρεπε να ήταν παλαιότερος, γιατί αν ήταν γραμμένος για την σωτηρία της Πόλεως δεν θα ήταν δυνατόν παρά ρητώς να κάμνη λόγο γι' αυτήν και όχι να αναφέρεται σε άλλα θέματα, όπως θα ιδούμε πιο κάτω. Η ψαλμωδία όμως του Ακάθιστου συνδέεται από τις ιστορικές πηγές και με άλλα παρόμοια γεγονότα: τις πολιορκίες και την σωτηρία της Κωνσταντινουπόλεως επί Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673), επί Λέοντος του Ισαύρου (717-718) και επί Μιχαήλ Γ΄ (860).
Όποιος όμως και αν ήταν ο ποιητής και με οποιοδήποτε ιστορικό γεγονός από τα ανωτέρω και αν συνεδέθη πρωταρχικά, ένα είναι το αναμφισβήτητο στοιχείο, που μας δίδουν οι σχετικές πηγές, ότι ο ύμνος εψάλλετο ως ευχαριστήριος ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους κατά τις ευχαριστήριες παννυχίδες που ετελούντο εις ανάμνησιν των ανωτέρω γεγονότων. Κατά την παρατήρησι του συναξαριστού ο ύμνος λέγεται «Ακάθιστος», γιατί τότε κατά την σωτηρία της Πόλεως και έκτοτε μέχρι σήμερα, όταν οι, οίκοι του ύμνου αυτού εψάλλοντο, «ορθοί πάντες» τους ήκουαν εις ένδειξιν ευχαριστίας προς την Θεοτόκο, ενώ στους οίκους των άλλων κοντακίων «εξ έθους» εκάθηντο.
Γιατί όμως ψάλλεται κατά την Μεγάλη Τεσσαρακοστή; Οι λύσεις των ανωτέρω πολιορκιών δεν συνέπεσαν κατ' αυτήν. Στις 8 Αυγούστου ελύθη η πολιορκία επί Ηρακλείου, τον Σεπτέμβριο η επί Πωγωνάτου, στις 16 Αυγούστου εωρτάζετο η ανάμνησις της σωτηρίας της Πόλεως επί Λέοντος Ισαύρου και στις 18 Ιουνίου ελύθη η πολιορκία επί Μιχαήλ του Γ΄. Με την Μεγάλη Τεσσαρακοστή συνεδέθη προφανώς εξ αιτίας ενός άλλου καθαρώς λειτουργικού λόγου: Μέσα στην περίοδο της Νηστείας εμπίπτει πάντοτε η μεγάλη εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Είναι η μόνη μεγάλη εορτή, που λόγω του πένθιμου χαρακτήρας της Τεσσαρακοστής, στερείται προεορτίων και μεθεόρτων. Αυτήν ακριβώς την έλλειψη έρχεται να κάλυψη η ψαλμωδία του Ακάθιστου, τμηματικώς κατά τα απόδειπνα των Παρασκευών και ολόκληρος κατά το Σάββατο της Ε΄ εβδομάδος. Το βράδυ της Παρασκευής ανήκει λειτουργικούς στο Σάββατο, ήμερα που μαζί με την Κυριακή είναι οι μόνες ήμερες των εβδομάδων των Νηστειών, κατά τις οποίες επιτρέπεται ο εορτασμός χαρμόσυνων γεγονότων, και στις όποιες, καθώς είδαμε, μετατίθενται οι εορτές της εβδομάδος. Καθ' ωρισμένα Τυπικά ο Ακάθιστος εψάλλετο πέντε ήμερες προ της εορτής του Ευαγγελισμού και κατ' άλλα τον όρθρο της ημέρας της εορτής. Ο Ακάθιστος ύμνος είναι το κοντάκιο του Ευαγγελισμού, ο ύμνος της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού.
Όταν ο Ακάθιστος συνεδέθη με τα ιστορικά γεγονότα, που αναφέραμε, τότε συνετέθη νέο ειδικό προοίμιο, γεμάτο δοξολογία και ικεσία, το τόσο γνωστό «Τη ύπερμάχω». Στην υπέρμαχο στρατηγό, η πόλις της Θεοτόκου, που λυτρώθηκε χάρι σ' αυτήν από τα δεινά, αναγράφει τα νικητήρια και παρακαλεί αυτήν που έχει την ακαταμάχητη δύναμι να την ελευθερώνη από τους ποικίλους κινδύνους για να την δοξολογή κράζοντας το: «Χαίρε, νύμφη ανύμφευτε». Ο ύμνος ψάλλεται και πάλι σε ήχο πλ. δ΄.
«Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια,
ως λυτρωθείσα των δεινών, ευχαριστήρια
αναγράφω σοι η Πόλις σου, Θεοτόκε·
αλλ' ως έχουσα το κράτος απροσμάχητον,
εκ παντοίων με κινδύνων ελευθέρωσον,
ίνα κράζω σοι·
Χαίρε, νύμφη ανύμφευτε».
Ή Παναγία σώζει την πατρίδα
Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια...» (ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ)
Συντάκτης επίσκοπος Αυγουστίνος Ν. Καντιώτης
ΑΠΟΨΕ, αγαπητοί μου, πέμπτη (Ε') Παρασκευή των Νηστειών, σε όλους τους ναούς της Ορθοδοξίας ψάλλετε ολόκληρος ή ακολουθία των Χαιρετισμών.
Είναι δε οι Χαιρετισμοί ένα αριστούργημα της βυζαντινής ποιήσεως. Θαυμάζει κανείς σ' αυτό το κάλλος του λόγου, προ παντός όμως τη αγάπη προς την ύπεραγία Θεοτόκο. Αγαπούσε την Παναγία ό ανώνυμος ποιητής. Και απόδειξης το πλήθος των χαρακτηρισμών. Όπως ή μάνα πού αγαπάει το παιδί της δεν το φωνάζει μόνο με τ' όνομα του —Γιώργο, Γιάννη, Κώστα—, αλλά το στολίζει με πλήθος εκφράσεις (άλλοτε το λέει λουλούδι, άλλοτε μπουμπούκι, άλλοτε χρυσό, άλλοτε άγγελο...), έτσι κ' εδώ ό εμπνευσμένος ποιητής ονομάζει την Παναγία με πλήθος εικόνες και παραδείγματα άπ' όλη τη φύση.
Λέει στην Παναγία• Είσαι ή «γη της επαγγελίας» ή ρέουσα μέλι και γάλα, είσαι το «όρος» το αλατόμητον, είσαι ή «πέτρα» πού πότισε τους διψώντας την ζωήν, είσαι το «άστρο» το άδυτο, είσαι ή «αστραπή» πού καταλάμπει τάς ψυχάς, είσαι ή «βροντή» πού καταπλήττει τους εχθρούς, είσαι συ πού αναβλύζεις τον πολύρρυτον «ποταμόν», είσαι το «ρόδον» το αμάραντο, είσαι το ηδύπνοον «κρίνον», είσαι ή «στάμνας» με το μάννα, είσαι... Σε όλα βλέπει παρομοιώσεις της ύπεραγίας Θεοτόκου.
Εκείνο όμως πού ιδιαιτέρως συγκινεί εμάς τους Έλληνες Χριστιανούς, Είναι το κοντάκιο «Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια...», πού ακούσαμε απόψε κατ' επανάληψιν. Επάνω σ' αυτό θα κάνω λίγες σκέψεις.
«Τω υπερμάχω στρατηγώ». Εδώ παίρνει την εικόνα όχι πλέον από τη φύση, άλλ' από τη στρατιωτική ζωή, από πολέμους και στρατόπεδα, όπου στρατιώτες και αξιωματικοί μάχονται κατά των εχθρών. Είσαι στρατηγός, λέει, Παναγία μου, στρατηγός «υπέρμαχος», υπερτερείς δηλαδή στη μάχη, αναδεικνύεσαι ανωτέρα των εχθρών, νικάς και θριαμβεύεις.
Στρατηγός ή Παναγία. Μήπως αυτό είναι υπερβολή, ρητορικό σχήμα, τίτλος κενός όπως οι τίτλοι τόσων αξιωματούχων της γης; Όχι. Είναι ουσία, πραγματικότης. Όντως ή ύπεραγία Θεοτόκος ανεδείχθη δια μέσου των αιώνων υπέρμαχος στρατηγός του γένους μας. Αυτό βεβαιώνουν τα γεγονότα. • Ανοίγουμε την Ιστορία. Φθάνουμε στο έτος 626 μ.Χ.. Βρισκόμαστε στο Βυζάντιο, στην πόλη των ονείρων μας, την βασιλίδα των πόλεων, την Κωνσταντινούπολη Το έτος εκείνο ήτο κρίσιμο. Ό αυτοκράτωρ Ηράκλειος με το στρατό του αγωνιζόταν στα βάθη της Ασίας εναντίον των Περσών, πού είχαν αρπάξει τον τίμιο σταυρό από τα Ιεροσόλυμα. Εν τω μεταξύ ή Πόλις βρέθηκε σε δεινή δοκιμασία. Εχθροί από ανατολών, βορρά και νότου, Πέρσες και Αβαροι, πολιόρκησαν την πόλη στενότατα από ξηράς και από θαλάσσης. Οι ταλαίπωροι κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως, χωρίς τον βασιλέα, χωρίς στρατό, με μια μικρά φρουρά έδιναν άνισο αγώνα. Ή πτώσης της Πόλεως εθεωρείτο βεβαία. Οι βάρβαροι έστειλαν μήνυμα στους Βυζαντινούς να παραδοθούν. Δεν υπάρχει, είπαν, για σας ελπίδα• μόνο αν γίνετε πουλιά να πετάξετε στον αέρα ή ψάρια να κολυμπήσετε στο Βόσπορο, θα σωθείτε.
Αυτά έλεγαν με υπερηφάνεια. Άλλα «άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε Θεός κελεύει». Τι έγινε; Κάτι υπερφυσικό, πού δέ' μπορεί να το συλλαβή ή ανθρώπινη σκέψις. Δέ' νίκησαν οι βάρβαροι• νίκησε ή μικρά φρουρά πού αγωνιζόταν στα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως• ή μάλλον νίκησε ή ύπεραγία Θεοτόκος με το θαύμα πού έκανε και το βεβαιώνει ή Ιστορία. Τη νύχτα φύσηξε δυνατός άνεμος, σήκωσε κύματα και έπνιξε τα πλοία των βαρβάρων σανίδες μόνο επέπλεαν. Το πρωί, όταν οι εχθροί είδαν ότι ό στόλος τους κατεστράφη, έλυσαν την πολιορκία και έφυγαν.
Όλοι ομολόγησαν, ότι ή Παναγία έκανε το θαύμα. Από ευγνωμοσύνη συγκεντρώθηκαν στο ναό των Βλαχερνών και όρθιοι, όλη τη νύχτα, έψαλλαν τους Χαιρετισμούς και το «Τω ύπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια,.,».
• —Α, θα πει τώρα κάποιος κοροϊδεύοντας, αυτά «τω καιρώ εκείνο»...
Όχι. Ή Παναγία είναι ή ίδια. Δεν πιστεύετε στο θαύμα της Κωνσταντινουπόλεως; Θέλετε άλλο θαύμα; Ορίστε λοιπόν. Τι εορτάζουμε στις 25 Μαρτίου; Την εθνική μας εορτή. Ερωτώ• Είναι τυχαίο ότι οί προγονοί μας, οί ήρωες του 1821, επέλεξαν ως ήμερα εξεγέρσεως την ήμερα του ευαγγελισμού της Θεοτόκου; Είναι τυχαίο ότι στην Αγία Λαύρα οί αγωνιστές (ορκίστηκαν «ελευθερία ή θάνατος» κάτω από το λάβαρο της Θεοτόκου; Είναι τυχαίο ότι, το δεύτερο ή τρίτο έτος της επαναστάσεως, στην Τήνο, από ένα όραμα πού είδε μια μοναχή, βρήκαν τη θαυματουργό εικόνα της Παναγίας, και ή ανεύρεση της εμψύχωσε το λαό μας; Είναι άσχετο το γεγονός ότι οί ήρωες του '21 προσηύχοντο στην Παναγία; Ιδιαιτέρως αγαπούσε την Παναγία Όπως Γέρος του Μοριά, Όπως Κολοκοτρώνης. Σε μια κρίσιμη στιγμή του αγώνος, μέσα στη γενική απογοήτευση, αυτός δεν απελπίστηκε. Μπήκε σ' ένα εξωκλήσι, άναψε λαμπάδα, γονάτισε, και προσευχήθηκε με δάκρυα. Και μετά, με αισιοδοξία, είπε «Ή Παναγία υπέγραψε την ελευθερία μας, και δεν παίρνει πίσω την υπογραφή της».
Και όντως έγινε το θαύμα. Το 1821, λοιπόν, Είναι νέα απόδειξης της αγάπης πού τρέφει ό λαός μας προς την ύπεραγία Θεοτόκο. Το 626 θαύμα στην Κωνσταντινούπολη το 1821 νέο θαύμα της Θεοτόκου. «Τη ύπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια...», έψαλλαν και οί ήρωες του '21.
• Aλλά ή Παναγία μας δεν σταματά εδώ έχουμε και άλλο νεώτερο θαύμα. Ποιο; Είναι θαύμα των ήμερων μας, το είδε ή δική μας γενεά. Όχι οί σημερινοί νέοι και τα παιδιά πού τρέφονται πλουσιοπάροχα και δεν ξέρουν Τι θα πει αυταπάρνησης και θυσία. Το είδαν οί ήρωες του 1940, οί στρατιώτες και αξιωματικοί μας, πού σαν αετοί ανέβηκαν στα βουνά και πολέμησαν τότε τους νέους βαρβάρους, την ισχυρά Ιταλική αυτοκρατορία.
Ό δικτάτωρ της 'Ρώμης εκαυχάτο και απειλούσε• Ελλάς, παραδόσου! έχω τόσα αεροπλάνα, πού τα φτερά τους θα σκιάσουν τον ήλιο (όπως και ό Ξέρξης απειλούσε τους μαχητός των Θερμοπυλών, ότι με το πλήθος των βελών του θα σκίαση τον ήλιο). Και Τι έγινε, νίκησε; Ούτε τ' αεροπλάνα Ούτε τίποτε άλλο υπερίσχυσε. Νίκησε ή μικρά Ελλάς. Πώς; Δεν θα σας το πω εγώ' ας μιλήσουν όσοι έχουν άσπρα μαλλιά (τους οποίους οί νέοι οφείλουν, όταν τους βλέπουν, ν' αποκαλύπτονται). Τι είδαν αυτοί; Δεν Είναι ψέμα• πάνω στα κακοτράχαλα χιονισμένα βουνά της Βορείου Ηπείρου είδαν μια σκιά. Δεν ήταν φάντασμα. Ήταν ή ύπεραγία Θεοτόκος! Την είδαν τη νύχτα στρατιώτες, αξιωματικοί, πυροβολητές και εύζωνοι να εύλογη τα στρατεύματα μας. Και όπως είπε κάποιος ανταποκριτής, στο αλβανικό μέτωπο μία μόνο γυναικεία μορφή κυριαρχούσε- ή μορφή της Παναγίας. Εκεί κατελύθη ή θεωρία του Φρόιντ. Τα παιδιά της Ελλάδος δεν είχαν πλέον στο μυαλό τους έρωτας επίγειους- είχαν έναν ουράνιο έρωτα, τον έρωτα της πατρίδος, και στα οράματα τους έβλεπαν την ύπεραγία Θεοτόκο.
Ή Παναγία, λοιπόν, παραμένει ή ιδία. Το 626 θαύμα στην Κωνσταντινούπολη το 1821 θαύμα στην Ελλάδα, το 1940-41 νέο θαύμα στη Βόρειο Ήπειρο. Έτσι από τη μικρά αυτή ιστορική ανασκόπηση, φαίνεται ότι ό τίτλος «υπέρμαχος στρατηγός» δεν Είναι για την Παναγία μας τίτλος κενός περιεχομένου• Είναι μία πραγματικότης.
Λέγοντας αυτά, αγαπητοί μου, μη νομίσετε ότι είμεθα φιλοπόλεμοι. Όχι. Όσοι είδαμε τον πόλεμο σε όλη τη φρίκη του, δεν θέλουμε πόλεμο. Και στην Εκκλησία το σπουδαιότερο αίτημα μας Είναι «υπέρ της ειρήνης».
Άλλα ή ειρήνη δεν εξαρτάται μόνο από μας. Μας περιζώνουν εχθροί. Εάν λοιπόν νέοι βάρβαροι θελήσουν να περάσουν τα σύνορα μας, τότε οί Έλληνες, όλοι μαζί, θ' αναστήσουμε τους χρόνους της Κωνσταντινουπόλεως, το '21 και το '40, και θα δώσουμε το παρών για ν' αποκρούσουμε τον εχθρό.
Και πιστεύω ακράδαντος στο Θεό ότι, εάν εμείς ζούμε χριστιανικώς —θέτω τον όρο αυτόν—, θα νικήσουμε. Εάν σεβόμεθα τα ιερά και όσια, εάν αγαπούμε την Παναγία μας, τότε να είστε βέβαιοι ότι άγγελος Κυρίου θα φυλάει την πατρίδα μας, από Κερκύρας μέχρι Κρήτης και Κύπρου. Και θα μας δοθεί ένα ακόμη θαύμα, και πάλι θα ψάλλουμε με όλη την καρδιά μας « Τη ύπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια...».
Επίσκοπος Αυγουστίνος.
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΗ ΟΜΙΛΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΕΓΙΝΕ ΣΤΟΝ ΙΕΡΟ ΝΑΟ ΤΟΥ ΆΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΤΗΝ 2-4-1982 ΜΕ ΑΛΛΟ ΤΙΤΛΟ. ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΣΥΝΤΜΗΣΗΣ 15-04-2005.
Ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον.
Οἱ Χαιρετισμοί τῆς Παναγίας, ἀγαπητοί μου, εἶναι ἔνα ἀριστούργημα τῆς Βυζαντινῆς Ὑμνογραφίας. Εἶναι ἕνα Κοντάκιο, σύνολο ὕμνων μέ 24 μέρη, πού ἔχουν ἀλφαβητική διάταξη. Ἀναφέρονται ἀνά ἕνα στήν Παναγία καί καταλήγουν μέ τό χαῖρε Νύφμη ἀνύμφευτε καί ἀνά ἕνα στό Χριστό, πού τελειώνουν μέ τό Ἀλληλούϊα, πού θά πεῖ: Αἰνεῖτε τόν Θεό, τόν Κύριο.
Συγγραφέας τοῦ Ὕμνου αὐτοῦ εἶναι ὁ ἅγιος Ρωμανός ὁ μελωδός, ὁ ποιητής τῶν κοντακίων, ὁ πρίγκηπας τῶν Βυζαντινῶν ὑμνογράφων. Λέγεται δέ Ἀκάθιστος ὁ Ὕμνος, γιατί τόν ἔψαλλαν ἀκάθιστοι, ὄρθιοι σέ ὁλονύκτια ἀγρυπνία, στόν Ναό τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν, στήν Κωνσταντινούπολη, γιά νά εὐχαριστήσουν τήν Παναγία, πού ἔσωσε τήν Βασιλεύουσα ἀπό βέβαιη καταστροφή .
Τό ἔτος 626 μ.Χ. ὁ αὐτοκράτορας Ἡράκλειος μέ τόν κύριο ὄγκο τοῦ στρατοῦ πολεμοῦσε τούς Πέρσες στά βάθη τῆς Μ. Ἀσίας. Ἔκανε ἱερό πόλεμο ἐναντίον τῶν Περσῶν, γιά νά ἐλευθερώσει καί νά φέρει πίσω τόν Τίμιο Σταυρό, πού ἅρπαξαν οἱ βάρβαροι ἀπό τά Ἱεροσόλυμα.
Ὁ Χαγάνος, ὁ ἀρχηγός τῶν Σκυθῶν καί Μυσῶν, ἦρθε σέ συνεννόηση μέ τούς Πέρσες καί πολιόρκησαν τήν Κωνσταντινούπολη. Ἡ πόλη βρέθηκε σέ πολύ δύσκολη θέση. Οἱ ἐχθροί γύρω πολλοί, ἐνῷ μέσα ὁ στρατός ἐλάχιστος μέ τόν φρούραρχο Βῶνο.
Ὁ λαός τρομοκρατεῖται καί ἀπελπίζεται. Φόβος καί τρόμος, μεγάλη τραχή τούς κατέλαβε. Ἔπεσε τό ἠθικό τους. Ἀπαισιοδοξία ἐπικρατοῦσε παντοῦ. Ψυχή καί καταφυγή γιά ὅλους ποιός ἄλλος; Ἡ Ἐκκλησία. Ὁ Πιστός καί γενναῖος Πατριάρχης Σέργιος. Ἄς προσέξουμε, παρακαλῶ, τά λόγια του: Εἶναι κρῖμα νά ἀπελπίζεσθε. Γιατί σκέπτεσθε σάν ἄνθρωποι, πού δέν πιστεύουν στό Θεό; Ἐμπιστεύθηκα τήν τύχη τῆς Πόλεως στά χέρια τῆς Παναγίας.
Τά λόγια αὐτά, ἀγαπητοί μου, εἶναι πάρα πολύ σπουδαῖα. Γιατί στίς δυσκολίες τά βαφουμε μαῦρα; Γιατί κάνουμε σάν νά μή ὑπάρχει Θεός; Ποῦ θά καταφύγουμε στά δύσκολα; Στήν Παναγία. Στήν κραταιά της σκέπη. Ἐξ ἄλλου καί ὁ Μ. Κωνσταντῖνος, ὅταν ἔχτισε τήν Πόλι, στήν Παναγία τήν ἀφιέρωσε. Γι᾿ αὐτό στό τῇ Ὑπερμάχῳ ψάλλουμε, ἀναγράφω σοι ἡ πόλις σου, Θεοτόκε. Ἡ Κωνσταντινούπολις εἶναι ἡ πόλις τῆς Θεοτόκου.
Μέ τά λόγια τοῦ Πατριάρχη ὁ λαός ἐμψυχώθηκε. Πραγματικός συναγερμός ἔγινε. Πατριάρχης, Κλῆρος καί Λαός ξεχύθηκαν στύς δρόμους μέ τά λάβαρα τῶν Ἐκκλησιῶν, μέ Ἱερά Κειμήλια στά χέρια, μέ τήν Τιμία Ζώνη τῆς Παναγίας, μέ τά Λείψανα τῶν Ἁγίων. ( Ἄν δέν ἦταν ἡ Ἐκκλησία καί οἱ Παπάδες τί θά γινώμασταν!). Ὁ Πατριάρχης ἄκαμπος κρατώντας στά χέρια τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας ἔδινε δύναμη καί θάρρος. Ἀπό τά στόματα ὅλων ἔβγαιναν κραυγές ἱκεσίας: Πρόφθασε, Παναγία μου, μή μᾶς ἐγκαταλίπεις τώρα, πού χανόμαστε. Σῶσε τόν λαό σου καί τήν πόλη σου. Εὐλόγησε τήν κληρονομία σου.
Τότε συνέβη ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερα θαύματα καί ὑπερφυσικά γεγονότα τῆς Πίστεως. Τρομαγμένοι οἱ ἐπιτιθέμενοι ἐχθροί ἄκουγαν θόρυβο, σάν χιλιάδες στρατός νά ἐπιτέθηκε εναντίον τους, πού ἔφερνε ὄλεθρο καί καταστροφή στίς τάξεις τους. Ἔτσι ξαφνικά καί ἀπροσδόκητα ἀπό διῶκτες ἔγιναν διωκόμενοι. Χιλιάδες πτώματα στρώθηκαν στή γῆ. Πανικόβλητοι, ὅσοι εἶχαν ἀπομείνει, τράπηκαν σέ φυγή, γιά νά σωθοῦν, φωνάζοντας ἀπεγνωσμένα μεταξύ τους: Ποῦ βρέθηκε, ποῦ ἦταν κρυμμένος τόσος στρατός; Στρατός ὅμως δέν ὑπῆρχε. Ἦταν ὁ Θεός καί ἡ Παναγία πού τούς κυνηγοῦσαν.
Οἱ ἱστορικοί ὁμιλοῦν γιά ἕναν ἀνεμοστρόβιλο, πού σηκώθηκε καί ἔφερε πανικό καί καταστροφή. Ἀγρίεψε ἡ θάλασσα καί σήκωσε τεράστια κύματα. Συντρίμια ἔγιναν τά πλοῖα τοῦ ἐχθροῦ. Ἐκτός ἀπό τά πτώματα γύρω ἀπό τά τείχη, γέμισε καί ἡ παραλία μέ νεκρά κορμιά, πού ξέβρασε ἡ θάλασσα τούς πνιγμένους.
Τά μάτια τῶν χριστιανῶν ἔτρεχαν δάκρυα, τώρα ὄχι πόνου καί ἀγωνίας, ἀλλά δάκρυα χαρᾶς καί εὐγνωμοσύνης. Μέ ἀλαλαγμούς καί ζητωκραυγές κατευθύνθηκαν τά πλήθη στήν Παναγία τῶν Βλαχερνῶν, γιά νά εὐχαριστήσουν καί δοξολογήσουν τόν Θεό καί τήν Παναγία. Ἦταν ἡ νύχτα τῆς 7ης πρός τήν 8η Αὐγούστου. Πρῶτος ὁ Πατριάρχης γιά πρώτη φορά ἔψαλε τό τῇ Ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ τά νικητήρια... καί στή συνέχεια ὅλη τήν νύκτα ἐκείνη "ὀρθοστάδην τόν ὕμνον τῇ τοῦ Θεοῦ Μητρί γηθοσύνως ἔμελψαν".
Αὐτός ὁ ὕμνος, ὁ λυτρωτικός καί νικητήριος, ἔγινε λαοφιλής. Ἔγινε κάτι σάν Ἐθνικός Ὕμνος τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Γένους μας. Στόν Ὕμνο αὐτό βλέπουμε τόν Ὀρθόδοξο Ἑλληνισμό. Τήν ἐκκλησιαστική παράδοση καί τήν ἐθνική ζωή. Τήν Πίστη καί τήν Πατρίδα, πού συσφίγγονται ἁρμονικά γύρω ἀπό αὐτόν τόν Ὕμνο. Τά λόγια του μᾶς ἀφυπνίζουν τό πατριωτικό καί θρησκευτικό αἴσθημα. Μᾶς ὑπενθυμίζουν τόν μεγάλο καί γενναῖο αὐτοκράτορα Ἡράκλειο, πού καθιέρωσε τήν ἑλληνική γλῶσσα ὡς τήν ἐπίσημη τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας.
«Χαίρε κυοφορούσα οδηγόν πλανωμένοις» (Χαίρε Παναγία που κυοφορείς τον οδηγό σ’ αυτούς που πλανώνται)
1. Η αμαρτία ως εκτροπή από το θέλημα του Θεού οδήγησε τον άνθρωπο στην πλάνη: να μην μπορεί να προσανατολιστεί σωστά, να μην μπορεί να σχετισθεί ορθά με τον συνάνθρωπό του, με τον εαυτό του, με την ίδια τη φύση. Κι αυτό γιατί διαγράφοντας ο άνθρωπος το φως της ζωής του, τον Πατέρα και Δημιουργό του, οδηγείται στο σκοτάδι της άγνοιας: στον σκοτασμό του νου, με αποτέλεσμα αντί του Κτίστη να λατρεύει τα κτίσματα, αντί της αγάπης να εχθρεύεται τον συνάνθρωπο, αντί της συναίσθησης των κτιστών ορίων του να καυχάται και να υπερηφανεύεται, αντί της αίσθησης της διακριτικής βασιλικής εξουσίας του να φοβάται ως δούλος και αυτήν τη φύση.
Ο απόστολος Παύλος με θεόπνευστο τρόπο επισημαίνει την τραγική αυτή κατάσταση της πτώσεως στην αμαρτία: «(Οι άνθρωποι) ενώ γνώρισαν τον Θεό μέσα από τη δημιουργία, ούτε Τον δόξασαν ούτε Τον ευχαρίστησαν ως Θεό. Αντίθετα, η σκέψη τους ακολούθησε λαθεμένο δρόμο, και η ασύνετη καρδιά τους βυθίστηκε στο σκοτάδι της πλάνης. Έτσι ενώ θριαμβολογούσαν για τη σοφία τους, κατάντησαν ανόητοι, ως το σημείο αντί για τον Δημιουργό αθάνατο Θεό, να προσκυνούν είδωλα…Γι’ αυτό τους παρέδωσε ο Θεός στις βρωμερές επιθυμίες τους…» (Ρωμ. 1, 21 εξ.).
2. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός ερχόμενος στον κόσμο μέσα από το προαιώνιο σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου αποκαθιστά τον άνθρωπο καθώς αίρει την αμαρτία του και κάνει τον άνθρωπο κομμάτι δικό Του. Φωτίζεται έτσι εν Χριστώ ο νους του ανθρώπου με αποτέλεσμα να αποκτά την αληθινή γνώση του Θεού και να αποκαθιστά και όλες τις σχέσεις του: μπορεί να ζει πια με αγάπη προς τον συνάνθρωπο και τον εαυτό του, να είναι προσγειωμένος με επίγνωση της θέσης του, να βλέπει τη φύση ως δημιουργία του Θεού. Στο πρόσωπο δηλαδή του Χριστού βλέπει ο άνθρωπος τα όρια του αληθινού ανθρώπου. Ο Χριστός γίνεται ο οδηγός του για την αληθινή ζωή, όπως άλλωστε ο Ίδιος το απεκάλυψε και το βεβαίωσε: «Εγώ είμι η οδός, η αλήθεια και η ζωή». Έκτοτε το κήρυγμα των αγίων αποστόλων προς κάθε καλοπροαίρετο άνθρωπο είναι το «Εν Αυτώ (τω Χριστώ) περιπατείτε».
3. Προϋπόθεση βεβαίως για τη χαρισματική αυτή πραγματικότητα είναι ο άνθρωπος να παραμένει εν Χριστώ. Όσο ο άνθρωπος εν πίστει παραμένει προσκολημμένος σ’ Εκείνον: με τα μυστήρια της Εκκλησίας και τον αγώνα τηρήσεως των αγίων Του εντολών, τόσο ξέρει πού και πώς να βαδίζει, τόσο η διάκριση στη ζωή του ως γνώση κάθε φορά περί του πρακτέου γίνεται το χαρακτηριστικό γνώρισμά του. Αν όμως ο πιστός περιέλθει σε λήθη, αν ξεχαστεί σ’ αυτό που συνιστά την προτεραιότητα της ζωής του: την αδιάκοπη προσήλωσή του στον Χριστό και τη ζωή Του, τότε δυστυχώς χάνεται η διάκριση αυτή, το φως του Χριστού τον εγκαταλείπει και η πλάνη επανέρχεται δριμύτερη στον σκοτεινιασμένο και πάλι νου του. Από την άποψη αυτή πλανεμένος δεν θεωρείται μόνον κατά φυσικό τρόπο ο προ Χριστού άνθρωπος, αλλά και ο μετά Χριστόν, ακόμη και ο θεωρούμενος πιστός, ακριβώς διότι χάνει την επαφή του με τον Κύριο.
4. Η λύση συνεπώς είναι μία σε κάθε περίπτωση: να κρατάμε διαρκώς ζωντανή τη σχέση μας με τον Κύριο, που θα πει να επιμένουμε να λειτουργούμε κατά εκκλησιαστικό τρόπο ως μέλη Χριστού. Η επιμονή αυτή γινόμενη εν υπομονή μάς κάνει να ξέρουμε κάθε στιγμή πού βρισκόμαστε από πλευράς πνευματικής στον κόσμο τούτο, δηλαδή πάντοτε βρισκόμαστε έχοντας τον οδηγό ενώπιόν μας. Αλλά κι όταν έλθουν στιγμές θόλωσης της διανοίας μας, ακόμη και τότε δεν χανόμαστε: αφενός ο Κύριος μάς έχει δώσει εκείνους που μας φανερώνουν το άγιο θέλημά Του: τους πνευματικούς πατέρες μας («επερώτησον τον πατέρα σου και αναγγελεί σοι» λέει ο λόγος του Θεού γι’ αυτές τις περιπτώσεις), αφετέρου η απλή ερώτηση που μπορεί να θέτουμε στον εαυτό μας με ειλικρίνεια: τι θα έκανε ο Κύριος στη θέση μας; θα μας δείχνει την ορθή κατεύθυνση.
5. Η εκκαθάριση αυτή στη ζωή μας προκαλεί μεγάλη χαρά. Και δοξολογούμε τον Θεό και για την παρουσία Εκείνης, της Παναγίας Μητέρας του Κυρίου μας, η οποία Τον έφερε στον κόσμο ως άνθρωπο, που σημαίνει γέννησε Εκείνον που ήταν, είναι και θα είναι ο απόλυτος οδηγός σε όλους τους πλανεμένους ανθρώπους, συνεπώς η Ίδια κατέχει τη θέση της μοναδικής Οδηγήτριας που παραπέμπει πάντοτε προς τον Χριστό. Αλλά και πέραν τούτου: γινόμαστε κι εμείς συνέχεια της Παναγίας και αφορμή δοξολογίας του Θεού, γιατί ζώντας εν Χριστώ μπορούμε να λειτουργούμε και οι ίδιοι ως οδηγοί για άλλα πλανεμένα αδέλφια μας.