Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

Κυριακή Α’ Λουκά: Κάνε αρχή

 π. Αθανάσιος Μυτιληναίος


Απομαγνητοφωνημένη ομιλία που εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 23-9-1990


Η Εκκλησία μας, αγαπητοί μου, την πρώτη Κυριακή μετά την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού, κάνει αρχή ευαγγελικών περικοπών από το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο. Αλλά και το περιεχόμενο της ευαγγελικής περικοπής σήμερα αναφέρεται στην αρχή του δημοσίου έργου του Κυρίου μας και την εκλογή των πρώτων μαθητών Του. Γι’ αυτό και εμείς σαν θέμα σήμερα να έχουμε τη σημασία ενός ξεκινήματος σε οποιοδήποτε τομέα της ζωής μας. Και μάλιστα ιδιαίτατα στον τομέα της σωτηρίας μας.


Αλλά με δύο λόγια ας δούμε την ευαγγελική περικοπή για να έχουμε μία εικόνα. Ένα πρωινό, στην αμμουδιά της λίμνης Γενησαρέτ, είδε ο Κύριος δύο αραγμένα καΐκια, που οι νοικοκυραίοι τους ήταν ο Πέτρος, με τον αδελφό του τον Ανδρέα στο ένα και ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης ο αδελφός του στο άλλο. Ο Κύριος ζήτησε από τον Απόστολο Πέτρο για λίγο να του παραχωρήσει το καΐκι του, επειδή ήταν πολύ το πλήθος που ήλθε να ακούσει τον λόγο Του και δεν ήταν δυνατό να μπορέσει να μιλήσει, να οράται και να ακούεται, και ζήτησε από το καΐκι να μπορέσει να μιλήσει στα πλήθη.


Μετά από την ομιλία, προέτρεψε ο Κύριος τον Πέτρο να ανοιχτεί στη θάλασσα το καΐκι, για ψάρεμα. Ήταν μεσημέρι. Παρά την ακαταλληλότητα του χρόνου, ο Πέτρος υπακούει. Και σε λίγο το δίχτυ σχιζόταν από το πλήθος των ψαριών τόσο, ώστε να φωνάξουν και τους μετόχους αυτών, το άλλο καΐκι, του Ιακώβου και του Ιωάννου για να βοηθήσουν. Και τα πλοία και τα δύο κινδύνευαν να βυθιστούν από το πλήθος, το βάρος των ψαριών. Ο απόστολος Πέτρος, όπως και οι άλλοι συγκλονίστηκαν. «θάμβος γὰρ», λέει ο ευαγγελιστής Λουκάς, -θάμπωμα, έκπληξις- «περιέσχεν αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς σὺν αὐτῷ».


Και ο Κύριος λέγει στον Πέτρο, στον Σίμωνα: «μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν (: από τώρα και εμπρός) ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν (: ανθρώπους θα ψαρεύεις). καὶ καταγαγόντες τὰ πλοῖα ἐπὶ τὴν γῆν ἀφέντες ἅπαντα ἠκολούθησαν αὐτῷ».


Βλέπουμε λοιπόν, αγαπητοί, να ξεκινά ο Κύριος το κήρυγμα του Ευαγγελίου. Είναι η αρχή του Ευαγγελίου. Όχι εκείνη η ημέρα. Εκείνες τις ημέρες. Αλλά και οι πρώτοι Του μαθητές. Αυτούς που κάλεσε. Τους 4 πρώτους. Αφού και εκείνοι όλα τα άφησαν, αρχίζουν και εκείνοι το ιεραποστολικό τους έργο.


Έτσι αισθανόμαστε μία πνοή αρχής, μία πνοή ξεκινήματος, καθώς ακούμε τη σημερινή ευαγγελική περικοπή. Αλλά και ο Σεπτέμβριος είναι ο πρώτος μήνας του έτους. Ναι. Πρωτοχρονιά έχουμε την 1η Σεπτεμβρίου. Και ο πρώτος μήνας προετοιμασίας της γης για τη χειμερινή της καλλιέργεια.


Όταν στέγνωσαν τα νερά του Κατακλυσμού και κατακάθισε η Κιβωτός του Νώε, ήταν Σεπτέμβριος! Μας το λέει σαφώς η Αγία Γραφή. Και με τη διάσωση του ανθρωπίνου γένους με την Κιβωτό, οκτώ ψυχές ήσαν, ξεκίνησε πάλι την ιστορική της πορεία η ανθρωπότητα. Πότε; Τον μήνα Σεπτέμβριο. Αλλά και ο κόσμος στη δημιουργία του είχε αρχή. Γράφει ο θεόπνευστος Μωυσής: «Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν». Και βέβαια αυτό το «ἐν ἀρχῇ» δε σημαίνει παρά χρόνο και συνεπώς ξεκίνημα. Αλλά ο χρόνος, αν το θέλετε να σας πω κάτι πιο πολύ, δεν προϋπήρχε. Αλλά εκείνη τη στιγμή που ο Θεός δημιουργεί τον χώρο, την ύλη, δημιουργείται και ο χρόνος. Ταυτόχρονα. Ταυτόχρονα. Και όπως λέγει ο Ωριγένης: «Δύναται τό τῆς ἀρχῆς ὃνομα λαμβάνεσθαι καί ἐπί τῆς τοῦ κόσμου ἀρχῆς». Μπορεί να δοθεί, λέει, το όνομα της αρχής, ακόμα και στη δημιουργία του κόσμου. Και θα έλεγα, προπαντός στη δημιουργία του κόσμου.


Και, όπως λέγει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, λίγο ξεφεύγω από το κύριό μου θέμα, δεν πειράζει, είναι μία όμορφη θέση του αγίου Κυρίλλου που λέγει: «Ἀρχή τοῦ κόσμου τό ὓδωρ καί ἀρχή τῶν Εὐαγγελίων ὁ Ἰορδάνης». Βλέπετε λοιπόν; Η αρχή του κόσμου είναι το νερό. Η αρχή των Ευαγγελίων, δηλαδή του κηρύγματος, είναι ο Ιορδάνης. Διότι μετά το βάπτισμά Του ο Κύριος, άρχισε να κηρύττει. Αυτό που λέγει «ἀρχή τοῦ κόσμου» ότι είναι το «ὓδωρ», πάλι επιτρέψατέ μου μία μικρή παρέκβαση από το κύριό μου θέμα,γιατί είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον σημείο.


Αν διαβάσουμε τους προσωκρατικούς φιλοσόφους, θα δούμε ότι ο καθένας που αυτοί βέβαια φιλοσόφησαν με αντικείμενό τους την κοσμολογία και τη θεολογία, δηλαδή περί Θεού και περί κόσμου. Ο Σωκράτης ξεκινάει περί ανθρώπου. Ανθρωπολογία. Αν λοιπόν δούμε τους φιλοσόφους τους προσωκρατικούς, θα δούμε ότι ο καθένας αποδίδει κάποιο ή κάποια στοιχεία ξεκινήματος της δημιουργίας. Άλλος λέει το πυρ, άλλος λέγει τούτο, άλλος λέγει εκείνο. Κάποιος λέγει και το νερό, εκ των φιλοσόφων. Η Αγία Γραφή μας λέγει ότι η αρχή της Δημιουργίας είναι το νερό. Κάνει εντύπωση, γιατί μοιάζει ότι είναι χοντροκομμένο το πράγμα. Επιτρέψατέ μου να σας το δείξω αυτό, πώς το λέγει ο Απόστολος Πέτρος. Σας είπα, παρέκβαση κάνω. Να έχετε μία γνώση. Λέγει ο απόστολος Πέτρος στη 2α του επιστολή, στο 3ο κεφάλαιο, στον 5ο στίχο: «οὐρανοὶ ἦσαν ἔκπαλαι καὶ γῆ (: από παλιά και οι ουρανοί και η γη) ἐξ ὕδατος καὶ δι᾿ ὕδατος συνεστῶσα τῷ τοῦ Θεοῦ λόγῳ (: έγιναν με τον λόγο του Θεού εξ ύδατος και δι’ ύδατος. Από το νερό και με το νερό)». Είναι εκπληκτικό! Προσέξτε να δείτε. Ο αρχαίος κόσμος χρησιμοποιεί την Αγία Γραφή με τα δεδομένα τα γνωσιολογικά της κάθε εποχής. Δεν μπορούσε, για παράδειγμα, να ομιλεί περί οξυγόνου και υδρογόνου. Είναι πάρα πολύ φυσικό. Όταν όμως λέγει ότι «από το νερό έγινε η δημιουργία και με το νερό», λέει σαφώς ο Απόστολος Πέτρος, εννοούμε τούτο: Τι περιέχει το νερό; Υδρογόνο και οξυγόνο. Ξέρουμε πολύ καλά ότι το υδρογόνο είναι εκείνο που επαναλαμβανόμενο στον πυρήνα του, τα πρωτόνια, φτιάχνει τα στοιχεία του κόσμου. Να λοιπόν που το πρώτο στοιχείο, όντως το πρώτο στοιχείο είναι το υδρογόνο· που περιέχεται μέσα στο νερό και μάλιστα περισσότερο από το οξυγόνο. Λέμε: υδρογόνο δύο οξυγόνο, λέμε ότι είναι το νερό. Εκπληκτικό! Και κατοπινά, τι διαμορφώνει την επιφάνεια της γης; Πάλι το νερό. Τα νέφη, τα νερά, οι ωκεανοί. «Ἐξ ὕδατος καὶ δι᾿ ὕδατος». Είδατε ακρίβεια της Γραφής; Από το νερό και με το νερό. Είναι εκπληκτικό. Αλλά δε θα μείνω πιο πολύ παρά το ενδιαφέρον του χωρίου, γιατί θα φύγει ο χρόνος μου, θα φύγει το θέμα μου.


Όλα τα κτιστά έχουν αρχή. Όλα τα κτιστά πράγματα. Και η ζωή είχε και έχει αρχή. Βεβαίως η ζωή ως φαινόμενο, είχε αρχή. Με τον Λόγο του Θεού έγιναν και το φυτικό και το ζωικό βασίλειο και ο άνθρωπος. Αλλά και κάθε φορά ο καθένας που πρέπει να έρθει στον κόσμο, να πάρω μόνο τους εαυτούς μας, έχουμε αρχή. Ο καθένας έχει αρχή της προσωπικής του υπάρξεως. Και η αρχή πάντοτε έχει μια γοητεία, μια ομορφιά. Γιατί; Γιατί μέσα της κλείνεται η ελπίδα της δημιουργίας και η επιτυχία. Γι’ αυτό γοητεύει πάντα άνθρωπο που κάνει μία αρχή στα έργα του.


Και ο Θεός, ας μου επιτραπεί να μιλήσω με μία ανθρώπινη γλώσσα, δηλαδή ανθρωπομορφικά, όπως λέγει η Σοφία του Θεού, ευφραινόταν, ευφραινόταν όταν δημιουργούσε. Γιατί; Είναι η αρχή και υπάρχει αυτή η χαρά της Δημιουργίας. Και η ελπίδα το τι θα σταθεί και θα γίνει η Δημιουργία.


Η αρχή του ανθρώπου είναι ο Χριστός. Διότι την αρχή του την έχει, όπως λέγει ο άγιος Ιουστίνος, στην Εκείνου θέληση. Ήθελε και μας έκανε. Αλλά και την αρχή του ανθρώπινου σχήματός του ο άνθρωπος την ανάγει και αυτήν στον Χριστό. Λέγει ο Ωριγένης: «Χριστός ἀρχή τῶν κατ’ εἰκόνα γενομένων Θεοῦ». Ό,τι έγινε, απ’ ό,τι έγινε από τους ανθρώπους που αποτελούν την εικόνα του Θεού, η αρχή είναι ο Χριστός. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι το πρότυπο ή το αρχέτυπο ήταν ο μέλλων να ενανθρωπίσει Λόγος του Θεού, βάσει του οποίου έγινε ο άνθρωπος. Δεν έγινε δηλαδή ο Ιησούς Χριστός βάσει του Αδάμ. Ο Αδάμ έγινε βάσει του Ιησού Χριστού. Γι’ αυτό λοιπόν όντως αρχή του ανθρώπου, της υπάρξεως, του σχήματος, αυτό που λέμε «άνθρωπος», αυτό που είμαι, αυτό που με βλέπετε, αυτό που σας βλέπω, αρχή έχει όχι τον Θεό Λόγο, αρχή έχει τον Ιησού Χριστό. Γιατί άμα λέμε Ιησούς Χριστός, εννοούμε την Ενανθρώπηση του Θεού Λόγου.


Και ο Θεός θέλει αυτή η αρχή, η κάθε αρχή να είναι αγαθή. Όπως και Εκείνος είναι Αγαθός, και ό,τι δημιουργεί είναι αγαθό. Όμως όταν έκανε αρχή ο Θεός στη δημιουργία του ανθρώπου, έκανε αρχή της ελευθερίας του ανθρώπου. Εδώ προσέξτε, γιατί εδώ μπαίνουμε σε μία περιπέτεια. Δηλαδή άφησε το ξετύλιγμα της ζωής του στην προαίρεσή του. «Πώς θέλεις εσύ να ξετυλίξεις τη ζωή σου; Να την εκτυλίσσεις; Πώς θέλεις; Αφήνω το πώς θέλεις στα χέρια τα δικά σου, ω άνθρωπε». Αυτό είναι το μυστήριο της ελευθερίας, που είναι εκπληκτικό. Εσείς συλλάβατε τι θα πει ελευθερία; Όλα μου τα χρόνια μελετώ το θέμα, από έφηβος, αγαπητοί μου, από έφηβος μελετώ το θέμα της ελευθερίας. Δεν το έχω πιάσει ακόμα. Δεν το έχω πιάσει ακόμα. Έτσι ο Θεός έβαλε στα χέρια του ανθρώπου, τι; Του έβαλε τη δυνατότητα να θέτει αρχή, στα χέρια του, να θέτει αρχή στα έργα τα δικά του. Λέμε: «Θα κτίσουμε ένα σπίτι». Λέμε: «Θα κάνουμε παιδιά». Λέμε: «Θα φυτέψουμε έναν κήπο». Και ο άνθρωπος τώρα έχει τη δικαιοδοσία, αλλά και την υποχρέωση να κάνει αρχή στη ζωή του σε όλα τα πράγματα.


Στον «Εκκλησιαστή» αναφέρεται κατά πλησμονήν: «Καιρός παντί πράγματι». Καιρός για κάθε πράγμα. Καιρός, λέει, να φυτέψεις, καιρός να ξεριζώσεις, καιρός να γκρεμίσεις, καιρός να κτίσεις κ. ο. κ. Αυτό το «καιρός παντί πράγματι» αφήνει να εννοηθεί ότι εκεί υπάρχει η αρχή του κάθε πράγματος· διότι αν λέγει περί καιρού, ομιλεί περί χρόνου. Και συνεπώς είναι η ώρα αυτό να κάνεις, είναι η ώρα εκείνο να κάνεις, είναι η ώρα εκείνο να κάνεις, αυτό να αρχίσεις, εκείνο να αρχίσεις. Και σημαίνει ότι πράγματι η αρχή ανήκει στα χέρια του ανθρώπου. Αρκεί ο άνθρωπος ό,τι κάνει, επειδή είναι δευτερογενής ύπαρξη, δεν είναι αυτογενής, ο Θεός είναι αυτογενής, ο Θεός είναι αυτοΰπαρξη, πρέπει να παίρνει την ευλογία του Θεού. Θα το πω άλλη μία φορά. Πρέπει να παίρνει την ευλογία του Θεού.


Το πρώτο όμως ξεκίνημα του ανθρώπου που έχει να κάνει είναι η σωτηρία του. Αυτό έθεσε και ο Θεός στον Αδάμ. Όταν του είπε να εργάζεται, ποιον του είπε να εργάζεται; Τον παράδεισο που απολάμβανε έτοιμο εκεί; Εννοούσε τον παράδεισο της ψυχής του. Και ποιους καρπούς έπρεπε να αποφέρει; Αφού μόνη της η γη ποτιζόταν, μας λέγει ο θεόπνευστος Μωυσής. Ποιους καρπούς έπρεπε να αποφέρει; Τους καρπούς των αρετών. Συνεπώς, επειδή δεν πρόσεξε και έχασε τον Παράδεισο, τώρα πρέπει να βάλει αρχή της επιστροφής του στον Παράδεισο. Πρέπει να γυρίσει πίσω.


Το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο αρχίζει έτσι: «Ἀρχὴ τοῦ εὐαγγελίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, υἱοῦ τοῦ Θεοῦ». Αρχή του Ευαγγελίου. Τι θα πει αυτό; Ότι η αρχή αυτή ετέθη εκ μέρους του Θεού. Δηλαδή να σε βοηθήσει να μετανοήσεις. Δηλαδή σου δίνει τη δυνατότητα, σε ωθεί, σε σπρώχνει σε μια άλλη αρχή, την αρχή της μετανοίας. Βάζει ο Θεός αρχή να σώσει και εσύ πρέπει να βάλεις αρχή να μετανοήσεις. Λέει ο απόστολος Παύλος στους Αθηναίους: «τοὺς μὲν οὖν χρόνους τῆς ἀγνοίας ὑπεριδὼν ὁ Θεὸς (: παρέβλεψε, ξεπέρασε ο Θεός τους χρόνους της αγνοίας, της ειδωλολατρίας κτλ) τανῦν (: και τώρα) παραγγέλλει τοῖς ἀνθρώποις πᾶσι πανταχοῦ μετανοεῖν (: και τώρα παραγγέλλει σε όλους τους ανθρώπους να μετανοούν, να γυρίσουν πίσω).


Κάποτε λοιπόν πρέπει να βάλουμε και εμείς αρχή μετανοίας. Θα το έλεγε καλύτερα, πρέπει να βάζουμε αρχή πάντοτε μετανοίας. Οι ασκητές έλεγαν: «Ἀρχήν βάλλω (: οριστική, α΄πρόσωπο, Ενεστώτας)». Λέγεται για τον άγιο Σισώη ότι όταν πέθαινε, μαζεύτηκαν όλοι οι μαθητές του κ.λπ. στο κρεβάτι το επιθανάτιο. Τους παρεκάλεσε να τον αφήσουν λίγο μόνο του για να βάλει αρχή μετανοίας! Και μόλις λίγο απεμακρύνθησαν, απέθανε, ξεψύχησε. Και έλαμψε ολόκληρος με το άκτιστο φως και γέμισε ο χώρος από ευωδία. Ήταν αγιασμένος. Και όμως έλεγε: «Αφήσατέ με λίγο, να βάλω αρχή μετανοίας». Αυτό πρέπει να λέμε. Ποτέ μη λέμε: «είμαι φτασμένος». Όχι. Αρχή μετανοίας, αγαπητοί μου.


Κάποτε κάναμε αρχή της πνευματικής ζωής μας με το Βάπτισμα. Όμως τον χιτώνα του Βαπτίσματος τον ρυπώσαμε, τον λερώσαμε, τον βρωμίσαμε. Πρέπει να βάλουμε αρχή καθαρμού του χιτώνος του βαπτίσματος, που είναι η μετάνοια και η εξομολόγηση. Πέσαμε; Αρχή ανορθώσεως. Ξαναπέσαμε; Αρχή επανορθώσεως. Ξαναπέσαμε; Όποτε πέφτουμε, θα σηκωνόμαστε. Κάθε στιγμή. Μόνο που δε μας συμφέρει να πέφτουμε κάθε στιγμή από αμέλειά μας. Δε μας συμφέρει. Δε μας συμφέρει. Πολλή προσοχή στο σημείο αυτό. Μην κανείς πονηρά και ανόητα το εκμεταλλευτεί. Και πει: «Ε, δεν πειράζει, θα ξαναπέσω, αφήνω τον εαυτό μου, δεν προσέχω». Κάποτε πάει η στάμνα στο πηγάδι και δε γυρίζει πίσω. Σπάζει. Αν σε βρει ο θάνατος; Πού ξέρεις; Ύστερα, πότε θα αποφέρεις, αδερφέ μου, καρπό; Πότε; Διότι δεν είναι η μετάνοια μόνο μία λέξις. Είναι η μετάνοια μία πράξις. Και η πράξις είναι όπως λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, που σήμερα γιορτάζουμε τη θεία του σύλληψη, είναι καρπός. «Ποιήσατε οὖν καρπούς ἀξίους της μετανοίας». Βλέπετε λοιπόν ότι δε μας συμφέρει να πέφτουμε. Αλλά όταν πέσουμε μπορούμε να σηκωθούμε. Να λυπηθούμε, να σηκωθούμε, να κάνουμε πάλι αρχή. Ύστερα είναι ο εσωτερικός μας κόσμος, οι λογισμοί μας, τα αισθήματά μας. Να λέμε «τα αφήνω αυτά. Άστα. Μη με απασχολούν. Κάνω αρχή μετανοίας».


Όταν ο άνθρωπος ξεκινά τη ζωή του, του προβάλλεται η απόκτηση των ευαγγελικών αρετών. Μεγαλώνουμε το παιδί μας, του λέμε ότι πρέπει να ζήσει ευαγγελικά. Φαίνονται όμως πολλές οι αρετές και δύσκολες. Τι θα γίνει; Θα κάνει αρχή. Απλούστατα. Και η αρχή, είναι πασίγνωστο, είναι το ήμισυ του παντός. Έκανες αρχή; Είναι σαν να έκανες το μισό σου έργο. Αλλά ο διάβολος γνωρίζει πάρα πολύ καλά την αξία της αρχής ενός έργου. Γι’ αυτό, το παν μηχανεύεται και το παν κάνει, για να ματαιώνει αυτήν την αρχή. Ότι να, τώρα, ξέρω ΄γω, τούτο ή εκείνο. Πάντα δημιουργεί ένα πρόσχημα, ένα πρόσκομμα. Προβάλλει μπροστά στην ανθρώπινη αρχή, την ακηδία. Αυτή την πνευματική τεμπελιά. Και η ακηδία, αγαπητοί μου, πρέπει να σας το πω, πολεμάται με τη βία. Η ακηδία είναι ό,τι η αδράνεια στα σώματα, όπως μας λέγει η Φυσική, που πρέπει να καταβληθεί περισσότερη ενέργεια για την κίνησή τους. Αυτό είναι στην πνευματική μας ζωή η ακηδία. Θα πω μία μεγάλη κουβέντα. Ακούσατέ την. Έτσι, η αρχή της αρχής είναι η βία! Θα βάλουμε βία στην αρχή του κάθε μας έργου. Και αυτή η βία είναι αγαθή και αναγκαία. Γι’ αυτό λέγει ο Κύριος ότι «ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ βιάζεται», υπόκειται σε βιασμό, «καί βιασταί ἁρπάζουσιν αὐτήν».


Ακόμη ο διάβολος μετέρχεται και ένα ακόμη τέχνασμα. Έρχεται να παρουσιάσει στην αρχή του κάθε έργου, ότι αυτό είναι πελώριο και αδύνατο. Τόσο μεγάλο. Θα εφαρμόσω εγώ τις εντολές του Ευαγγελίου; Κάποτε ένας πατέρας έστειλε το παιδί του στο χωράφι να το σκάψει. Πήγε αυτό, είδε τη μεγάλη έκταση του χωραφιού, απογοητεύτηκε και γύρισε πίσω. «Καλά», του λέει ο πατέρας του. Την άλλη μέρα το πρωί πήγανε μαζί. Και του λέει: «Θέλω να μου σκάψεις, να, τόσο τετραγωνικά. Δε θέλω άλλο. Και το βράδυ να έρθεις στο σπίτι». Με τον τρόπο αυτόν, με τη μέθοδο αυτή, σκάφτηκε ολόκληρο το χωράφι.


Είναι ακόμη και η αρχή της εξασκήσεως ενός ταλάντου. Το τάλαντο είναι χρυσάφι. Δεν αναλύω πιο πολύ, το ξέρετε. Νόμισμα της αρχαιότητας. Αλλά ακατέργαστο χρυσάφι. Πρέπει λοιπόν να γίνει η αρχή της κατεργασίας του. Κάνει εντύπωση αυτό που λέγει ο Θεός. «Πλάτυνον τό στόμα σου (λέγει στον 80όν Ψαλμό) καί πληρώσω αὐτό». Άνοιξε το στόμα σου κι εγώ θα το γεμίσω. Προσέξτε, ο Θεός θα βάλει το περιεχόμενο του λόγου Του, αλλά αφού όμως εγώ θα έχω ανοίξει το στόμα μου. Και μάλιστα, χαρακτηριστικά, δεν λέγει «ἂνοιξον» αλλά λέγει «πλάτυνον»· που σημαίνει ότι θα εργαστείς οριακά. Έρχεστε να κοινωνήσετε, ανοίγετε το στόμα και σας λέμε: «Πιο πολύ το στόμα». Οριακά, όσο παίρνει. Στα όριά του θα ανοίξεις το στόμα σου. Δηλαδή οριακά θα εργαστείς το τάλαντό σου. Και τότε ο Θεός θα στο αξιοποιήσει. Το ίδιο ισχύει και για το μολύβι. Λες: «Τι να γράψω;». Πάρε χαρτί και μολύβι, ξεκίνα και θα γράψεις. Βλέπετε ότι η αξία της αρχής είναι σπουδαιότατη για όλους. Είναι για τον μαθητή, είναι για τον επιστήμονα, είναι για εκείνον ο οποίος ξεκινάει την οικογένειά του. Είναι για εκείνον που ξεκινάει ένα επάγγελμα. Είναι σπουδαιότατη η αρχή.


Πολλές αρχές βέβαια μπορεί να βάλει ο άνθρωπος και να θεμελιώσει τη ζωή του, αλλά η σημαντικότατη είναι η αρχή της αγιότητος. Ο Θεός εντέλλεται: «Ἅγιοι γίνεσθε ὃτι Ἐγώ ἃγιος εἰμί». Αλλά η αγιότητα δεν σταματά στην επιθυμία, αλλά αρχίζει με τα μικροπράγματα. Αρχή σταματήματος μικρών κακών συνηθειών. Αρχή ξεκινήματος μικρών καλών συνηθειών. Να βάλουμε αρχή και στη θέληση. Ο Απόστολος Παύλος έλεγε: «Χωρίς ἀγιασμοῦ, οὐδείς ὃψεται τόν Κύριον». Χωρίς τον αγιασμό, κανείς δε θα δει τον Κύριο. Πρέπει λοιπόν να βάλουμε αρχή.


Αγαπητοί, ένα πρωινό στη λίμνη Γενησαρέτ ετέθησαν κάποιες χρονικές στιγμές. Ξεκίνησε το κήρυγμα ο Κύριος. Διάλεξε τους πρώτους μαθητές Του. Κήρυξε τη μετάνοια σαν την αρχή της επιστροφής μας στον Θεό. Κήρυξε την αρχή της καινούριας μας ζωής. Κήρυξε και ήθελε με τούτο να μας υπενθυμίσει ότι και εμείς πρέπει να βάλουμε αρχή. Αρχή σε όλα. Προπαντός στην αγιότητα. Ο Κύριος χώρισε για χάρη μας τον χρόνο σε μικρά κομματάκια, για να μας βοηθήσει. Όπως έκανε ο πατέρας στο παιδί του, που χώρισε μικρά κομματάκια το χωράφι, για να το καλλιεργήσει και να μη βλέπει τον όγκο της εργασίας. Τον χώρισε σε ημερονύκτιο, με μία δύση και με μία ανατολή. Βάζω πρώτα τη δύση και μετά την ανατολή, για να δείξω το ξεκίνημα. Χώρισε τον χρόνο σε έτη, για μετράμε το μήκος της ζωής μας. Τι έκανα πέρυσι, τι κάνω φέτος, τι μπορώ να κάνω φέτος. Τον χώρισε ακόμη και σε στιγμές. Για να Τον θυμόμαστε τον Κύριο, για να επιστρέφουμε σε Αυτόν και να μετανοούμε διαρκώς. Αδελφοί μου, ας κάνουμε αρχή σε όλα. Προπαντός όμως αρχή στη μετάνοια και στην αγιότητα. Και η αρχή θα μας χαρίσει το ήμισυ του παντός, το ήμισυ του έργου. Αλλά θα μας χαρίσει όμως ολόκληρη τη χαρά.


Ας κάνουμε λοιπόν αρχή και ο Κύριος Ιησούς, που για χάρη μας έγινε αρχή και χρόνος με την Ενανθρώπησή Του, σίγουρα θα μας βοηθήσει.

Κυριακή Α΄ Λουκᾶ (Λουκ. ε΄. 1-11)

 Θεοφυλάκτου Ἀρχιεπισκόπου Βουλγαρίας


«Τὸν ἐστρίμωχναν τὰ πλήθη, γιὰ ν’ ἀκούσουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ κι αὐτὸς στεκόταν κοντὰ στὴ λίμνη Γενησαρέτ. Εἶδε δυὸ βάρκες ἀραγμένες στὴν ἀκρολιμνιά·  οἱ ψαράδες πιὸ κεῖ ἔπλυναν τὰ δίχτυα τους. Μπῆκε σὲ μιὰ ἀπ’ αὐτὲς ποὺ ἦταν τοῦ Σίμωνα καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ ξεμακρύνη λίγο ἀπὸ τὴ στεριά.  Κι ἀφοῦ κάθισε ἄρχισε νὰ διδάσκη τὸν κόσμο μέσ’ ἀπὸ τὴ βάρκα. Ὅταν τέλειωσε εἶπε στὸ Σίμωνα· Γύρισε στ’ ἀνοιχτὰ καὶ ρίξετε τὰ δίχτυα γιὰ ψάρεμα.


 Τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Σίμωνας καὶ τοῦ εἶπε· Δάσκαλε, ὅλη τὴ νύχτα κοπιάσαμε καὶ δὲν πιάσαμε τίποτα.  Θὰ ρίξω ὅμως τὸ δίχτυ ἀφοῦ τὸ ὁρίζεις. Ἔκαμαν ἔτσι κι ἔπιασαν τόσο μεγάλο πλῆθος ψάρια ποὺ ἄρχισε τὸ δίχτυ νὰ σπάζη.  Φώναξαν τοὺς συνεταίρους τους τῆς δεύτερης βάρκας νὰ πᾶν νὰ τοὺς βοηθήσουν. Πῆγαν καὶ γέμισαν καὶ οἱ δύο βάρκες σὲ σημεῖο νὰ βουλιάζουν. Ὅταν τὸ εἶδε αὐτὸ ὁ Σίμωνας πέφτει στὰ γόνατα τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὸν παρακαλεῖ. Ἕβγα ἀπ’ τὴ βάρκα μου, Κύριε, γιατὶ εἶμαι ἁμαρτωλός. Τὸν εἶχε γεμίσει θάμπος κι αὐτὸν κι ὅλους τοὺς συντρόφους του γιὰ τὰ  ψάρια ποὺ εἶχαν πιάσει μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο. Ὅμοια εἶχαν ξαφνιαστῆ κι ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης, γιοὶ τοῦ Ζεβεδαίου ποὺ ἦσαν συνέταιροι τοῦ Σίμωνα. Γι’ αὐτὸ ὁ Ἰησοῦς εἶπε στὸν   Σίμωνα· Μὴ φοβᾶσαι, ἀπὸ τώρα θὰ ψαρεύης ἀνθρώπους.  Κι ἀφοῦ ἔσυραν τὰ πλοῖα στὴ στεριά, τὰ παράτησαν ὅλα καὶ τὸν ἀκολούθησαν».

Ἀποφεύγει ὁ Κύριος τὴ φήμη, κι αὐτὴ τόσο περισσότρο τὸν καταδιώκει. Ἑρχόταν ὁ κόσμος, κι ἐκεῖνος ἀνεβαίνει στὸ πλοῖο.  Γιὰ νὰ μιλάη ἀπὸ τὸ πλοῖο σ’ αὐτοὺς ποὺ στέκονταν στὴν ἀμουδιά· ὅλοι ἀπέναντί του. Κι ἀφοῦ μίλησε στὸ πλῆθος, δὲν ἄφησε χωρὶς ἀμοιβὴ τὸν κύριο τοῦ πλοίου.  Τὸν εὐεργετεῖ διπλά: τοῦ χάρισε πλῆθος ψάρια καὶ τὸν κάμει μαθητή του.  Θαυμάστε τὸν τρόπο τοῦ Κυρίου, πῶς προσελκύει καθένα μὲ τὰ δικὰ του καὶ τοὺς συντρόφους του. Προσέξετε καὶ τὴν ἠπιότητα τοῦ Χριστοῦ πῶς παρακαλεῖ τὸν Πέτρο ν’ ἀπομακρύνη τὸ πλοῖο ἀπὸ τὴ γῆ. Τὴ λέξη ἠρώτησε πρέπει νὰ τὴν πάρωμε στὴ θέση τῆς λέξης παρακάλεσε. Ἀλλὰ ὁ Πέτρος πόσο βολικὸς ἦταν ὥστε νὰ δεχθῆ στὸ πλοῖο του ἄνθρωπο ποὺ δὲ γνώριζε καὶ νὰ τὸν ἀκούη σὲ ὅλα. Ὅταν τοῦ εἶπε νὰ πᾶνε ἀνοιχτά, δὲν ἀρνήθηκε. Μποροῦσε νὰ πῆ, Ὅλη τὴ νύχτα κοπίασα καὶ δὲν ἐκέρδισα τίποτα καὶ τώρα νὰ σὲ ἀκούσω καὶ νὰ ὑποβληθῶ σὲ νέους κόπους; Δὲν εἶπε τίποτα ἀπ’ αὐτά. Ἀλλὰ τὸ ἀντίθετο. Ἀφοῦ μὲ συμβουλεύεις θὰ ρίξω τὸ δίχτυ στὴ θάλασσα. Τόσο θερμὴ ἦταν ἡ πίστη του καὶ προτοῦ πιστέψη. Γι’ αὐτὸ καὶ πιάνει τόσα ψάρια, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὰ τραβήξη καὶ κάμει νόημα στοὺς συντρόφους του, στοὺς συνεργάτες στὸ ἄλλο πλοῖο. Μὲ νοήματα τοὺς προσκαλεῖ γιατὶ ἡ ἔκπληξή του ἀπὸ τὴν ψαριὰ δὲν τὸν ἄφηνε οὔτε νὰ μιλήση.  Μὲ πολὺ σεβασμὸ ἔπειτα ὁ Πέτρος ζητεῖ ἀπὸ τὸ Χριστὸ νὰ μὴ μείνη στὸ πλοῖο του, χαρακτηρίζοντας ἁμαρτωλὸ τὸν ἑαυτό του κι ἀνάξιο νὰ μείνη μαζί του. Ἑρμηνεύσετέ τα ἄν θέλετε καὶ ἀλληγορικά. Τὸ πλοῖο εἶναι ἡ Συναγωγὴ τῶν Ἰουδαίων. Ὁ Πέτρος δίνει τὸν τύπο τῶν δασκάλων τοῦ Νόμου. Ὅλη τὴ νύχτα κοπίασαν οἱ δάσκαλοι πρὶν ἀπὸ τὸ Χριστὸ καὶ δὲν ἔπιασαν τίποτε. Νύχτα· ὁ   καιρὸς πρὶν ἀπὸ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ. Κι ὅταν ἦλθε ὁ Χριστὸς καὶ ἔγινε ἡμέρα, ἀφοῦ πῆραν τὴ θέση τῶν νομοδιδασκάλων οἱ ἀπόστολοι στὸ λόγο ἐκείνου δηλαδὴ στὴν προσταγή του, ρίχνουν τὸ δίχτυ τοῦ Εὐαγγελίου καὶ συλλαμβάνουν πλῆθος ἀνθρώπους.  Μόνος του ὁ καθένας δὲν μπορῆ οἱ ἀπόστολοι νὰ τραβήξουν τὸ δίχτυ μὲ τὰ ψάρια ἀλλὰ κάμουν νόημα στοὺς συντρόφους καὶ συνεργάτες τους καὶ συνεργάζονται μαζί τους.  Αὐτοὶ εἶναι οἱ κατὰ τὶς διάφορες ἐποχὲς ποιμένες καὶ διδάσκαλοι τῶν Ἐκκλησιῶν, ποὺ ἐξηγοῦν καὶ ἑρμηνεύουν τὴν ἀποστολικὴ διδασκαλία καὶ συνεργάζονται μὲ τοὺς ἀποστόλους γιὰ νὰ συλλάβουν τοὺς ἀνθρώπους.  Προσέξετε καὶ τὴ φράση ρίχουν τὰ δίχτυα. Τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι τὸ δίχτυ, λέξη ταπεινὴ καὶ συνηθισμένη ποὺ ταιριάζει μὲ τὴν ἀσημότητα ἐκείνων ποὺ τὴν ἀκοῦν καὶ γι’ αὐτὸ καὶ ὁ λόγος νὰ ριχτῆ στὴ θάλασσα. Κι ἄν κανένας ἔλεγε ὅτι φανερώνεται τὸ βάθος τῶν νοημάτων μὲ τὴν ἔκφραση ρίχουν τὸ δίχτυ στὴ θάλασσα, κι αὐτὸ δὲν θὰ ἦταν ἀταίριαστο. Ἐκπληρώθηκε ὁ λόγος τοῦ προφήτου ποὺ εἶπε· Ἰδοὺ, ἐγὼ θὰ στείλω πολλοὺς ψαράδες, λέγει ὁ Κύριος. Κι ἔπειτα θὰ στείλω πολλοὺς κυνηγοὺς καὶ θὰ τοὺς συλλάβουν. Καὶ ψαράδες ἐννοεῖ τοὺς ἁγίους ἀποστόλους, ἐνῶ κυνηγοὺς τοὺς κατὰ τὶς διάφορες ἐποχὲς προϊσταμένους καὶ διδασκάλους τῶν Ἐκκλησιῶν.

Μητροπολίτου Τρίκκης καὶ Σταγῶν Διονυσίου

Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον

Τόμος Δεύτερος

Ἀθῆναι 1969

σελ.325-327

Κυριακή Α΄Λουκά: σχετικά με τη θαυμαστή κλήση των πρώτων μαθητών από τον Κύριο

 Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος


Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον, κεφ. ε΄, χωρία 1 έως 11


(Αποσπάσματα από την ομιλία ΙΔ΄ του αγίου Ιωάννου, αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου)


«καὶ λέγει αὐτοῖς· δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων».


(…)Και περπατώντας κοντά στη θάλασσα της Γαλιλαίας, είδε δύο αδελφούς, τον Σίμωνα, που, με το όνομα το οποίο του έδωσε αργότερα ο Κύριος, ονομάστηκε Πέτρος και τον Ανδρέα τον αδελφό του. Έριχναν τα δίχτυα τους στη θάλασσα, σαν ψαράδες που ήσαν. «Ακολουθήστε με, τους είπε, και θα σας κάνω αλιείς ανθρώπων». Αυτοί λοιπόν, αφού άφησαν αμέσως τα δίχτυα, Τον ακολούθησαν.


«οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ». Πρόσεξε την πίστη και την υπακοή τους. Διότι αν και βρίσκονταν στο μέσο της εργασίας τους (γνωρίζετε βέβαια πόσο απαιτητική είναι η αλιεία), όταν άκουσαν την προτροπή του Κυρίου δεν ανέβαλαν, ούτε το μετέθεσαν γι΄ αργότερα, ούτε είπαν· «Άμα γυρίσουμε στο σπίτι, ας συνεννοηθούμε πρώτα με τους δικούς μας». Αλλά αφού εγκατέλειψαν τα πάντα, Τον ακολούθησαν, όπως ο Ελισσαίος ακολούθησε κάποτε τον προφήτη Ηλία. Πραγματικά αυτού του είδους την υπακοή ζητεί από μας για τη μετάνοιά μας ο Χριστός, ώστε μήτε δευτερολέπτου αναβολή να μην κάνουμε, ακόμα κι αν κάτι από τα πιο απαραίτητα προς το ζην μας επείγει, όπως κρίνουμε. Γι’ αυτό και κάποιον άλλον που Τον πλησίασε και ζήτησε να πάει πρώτα να θάψει τον πατέρα του, μήτε αυτό δεν τον άφησε να κάνει, δείχνοντας ότι από όλα πρέπει να προτιμούμε να Τον ακολουθήσουμε και να γίνουμε μαθητές Του.


Εάν πάλι θεωρείς ότι Τον ακολούθησαν επειδή ήταν μεγάλη η υπόσχεση, και πάλι τους θαυμάζω γι’ αυτό και ακόμη περισσότερο, επειδή παρόλο που δεν είχαν δει ακόμα κανένα θαυματουργικό σημείο, πίστεψαν σε τόσο μεγάλη υπόσχεση και όλα τα άλλα τα θεώρησαν δευτερεύοντα μπροστά στο να Τον ακολουθήσουν. Γιατί με όποια λόγια αλιεύτηκαν οι ίδιοι, πίστεψαν ότι με αυτά θα μπορούσαν κι άλλους να αλιεύσουν και να τους οδηγήσουν στη σωτηρία των ψυχών τους. Και σ΄ αυτούς μεν αυτήν την υπόσχεση έδωσε, σ΄εκείνους όμως που ήταν μαζί με τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, τίποτα παρόμοιο δεν λέγει˙ διότι η υπακοή αυτών που πρώτους κάλεσε (δηλ. του Ανδρέα και του Πέτρου), είχε προετοιμάσει πλέον και αυτούς. Εξάλλου πολλά είχαν ακούσει και προηγουμένως γι’ Αυτόν.


Και πρόσεξε πώς υπαινίσσεται με ακρίβεια και την φτώχεια τους· τους βρήκε να ράβουν τα δίχτυα τους. Τόσο μεγάλη ήταν η φτώχεια τους, ώστε να διορθώνουν τα χαλασμένα, επειδή δεν μπορούσαν ν’ αγοράσουν άλλα. Δεν ήταν κι αυτή τότε μικρή ένδειξη αρετής, το να υποφέρουν με ευκολία και αγόγγυστα την φτώχεια, το να αποκτούν την τροφή τους με τίμιο μόχθο, το να συνδέονται μεταξύ τους με τη δύναμη της αγάπης, το να έχουν μαζί τους και τον γέρο πατέρα τους και να τον περιποιούνται.


Αφού λοιπόν τους έκανε μαθητές Του, τότε αρχίζει να θαυματουργεί ενώπιόν τους, βεβαιώνοντας με τα έργα Του ό,τι είχε πει γι’ Αυτόν ο Βαπτιστής Ιωάννης. Βρισκόταν αδιάκοπα στις συναγωγές και με την πράξη Του αυτή τους δίδασκε ότι δεν είναι κάποιος αντίθετος, ούτε πλάνος, αλλά έχει έρθει με το θέλημα του Θεού, κατόπιν κοινής Τους συμφωνίας. Και συχνάζοντας στις συναγωγές, δεν κήρυττε μόνο, αλλά και πολλά θαύματα επιτελούσε.


Πραγματικά σε κάθε περίπτωση κατά την οποία συμβαίνει κάτι το νέο και παράδοξο και εισάγεται κάποιος νέος τρόπος ζωής, συνηθίζει ο Θεός να κάνει θαύματα, προσφέροντας εγγύηση της δυνάμεώς Του προς εκείνους που πρόκειται να δεχτούν τους νόμους Του. Έτσι όταν επρόκειτο να πλάσει τον άνθρωπο, δημιούργησε όλον τον κόσμο και τότε του έδωσε εκείνο τον νόμο μέσα στον παράδεισο. Και όταν ήταν να δώσει νόμους στον Νώε, πάλι μεγάλα θαύματα έκαμε, με τα οποία αναδημιουργούσε όλη την πλάση και τη φοβερή εκείνη τρικυμιώδη θάλασσα την έκανε να κυριαρχεί επί της γης για ένα ολόκληρο χρόνο και με όλα αυτά, μέσα σε τόσο χαλασμό, διέσωσε τον δίκαιο εκείνο. Και στα χρόνια του Αβραάμ παρουσίασε πολλά θαύματα, όπως είναι η νίκη στον πόλεμο, η πληγή κατά του Φαραώ, και η απαλλαγή από τους κινδύνους. Μα κι όταν επρόκειτο να θεσπίσει τους νόμους στους Εβραίους, έδειξε πρώτα τα θαυμαστά εκείνα και μεγάλα σημεία και έπειτα τους έδωσε τον Νόμο.


Έτσι λοιπόν κι εδώ, θέλοντας να δώσει έναν ανώτερο τρόπο ζωής και να τους πει όσα ποτέ δεν είχαν ακούσει μέχρι εκείνη τη στιγμή, επιβεβαιώνει τους λόγους με την επιτέλεση των θαυμάτων. Επειδή δηλαδή δεν φαινόταν η βασιλεία που κήρυττε, αυτήν την αφανή, με τα ορατά σε όλους θαύματα, την καθιστά φανερή. Και πρόσεξε την απλότητα του Ευαγγελιστού, πως δε μας διηγείται χωριστά κάθε περίπτωση όσων θεραπεύονταν, αλλά με τρόπο συνοπτικό μας ενημερώνει για τα αναρίθμητα θαύματα. Του έφεραν, λέει, όλους όσοι ταλαιπωρούνταν από λογής ασθένειες και βασανίζονταν, δαιμονισμένους, σεληνιαζομένους, παραλυτικούς και τους θεράπευσε.


Αλλά γεννιέται το ακόλουθο ερώτημα: για ποιον λόγο από κανέναν από τους θεραπευθέντες δεν ζήτησε την πίστη, ούτε είπε αυτό που έπειτα φανερά έλεγε· «Πιστεύετε ότι μπορώ να το κάνω αυτό»; Επειδή δεν είχε δώσει ακόμα απόδειξη της δυνάμεώς Του. Εξ άλλου και μόνο το γεγονός ότι προσέρχονταν μόνοι τους και έφερναν ασθενείς κοντά στον Χριστό, δεν αποδεικνύει τυχαία πίστη. Διότι τους έφερναν από μακριά, πράγμα το οποίο δε θα έκαναν, αν δεν πίστευαν πολύ οι ίδιοι για τη δύναμή Του.


Ας Τον ακολουθήσουμε λοιπόν κι εμείς. Γιατί έχομε πολλές ασθένειες της ψυχής κι αυτές θέλει πρώτα να θεραπεύσει. Γι’ αυτό αποκαθιστά τις σωματικές ασθένειες, για να απομακρύνει τις ψυχικές από την ψυχή μας. Ας έρθουμε λοιπόν κοντά Του και τίποτα βιοτικό ας μην Του ζητήσουμε παρά μόνο συγχώρηση των αμαρτιών μας· την παραχωρεί και τώρα, αν τη ζητούμε σοβαρά. Τότε βέβαια είχε φτάσει η φήμη Του ως τη Συρία (Ματθ. 4,24: καὶ ἀπῆλθεν ἡ ἀκοὴ αὐτοῦ εἰς ὅλην τὴν Συρίαν, καὶ προσήνεγκαν αὐτῷ πάντας τοὺς κακῶς ἔχοντας ποικίλαις νόσοις καὶ βασάνοις συνεχομένους, καὶ δαιμονιζομένους καὶ σεληνιαζομένους καὶ παραλυτικούς, καὶ ἐθεράπευσεν αὐτούς), ενώ τώρα έχει εξαπλωθεί σε ολόκληρη την οικουμένη. Κι εκείνοι έτρεχαν προς Αυτόν, όταν άκουγαν μόνο πως θεράπευσε δαιμονισμένους· συ όμως που έχεις περισσότερες και μεγαλύτερες αποδείξεις για τη δύναμή Του, γιατί δε σηκώνεσαι να τρέξεις σ’ Αυτόν; Κι εκείνοι άφησαν και πατρίδα και φίλους και συγγενείς· συ όμως δε θέλεις μήτε το σπίτι σου ν’ αφήσεις, για να πας κοντά Του και να λάβεις πολύ περισσότερα; Και μήτε που ζητoύμε αυτό από σένα. Άφησε μόνο την κακή συνήθεια και, μένοντας στο σπίτι σου μαζί με τους δικούς σου, θα μπορέσεις εύκολα να σωθείς.


Τώρα αν έχουμε μια σωματική πάθηση, κάνουμε τα πάντα και καταφεύγουμε σε κάθε μέσο, προκειμένου να απαλλαγούμε από αυτήν. Αν όμως η ψυχή μας είναι σε κακή κατάσταση, αναβάλλουμε και βραδύνουμε να κάνουμε κάτι. Γι’ αυτό ακριβώς δεν γλυτώνουμε ούτε από τα σαρκικά παθήματα, επειδή εμείς θεωρούμε τα αναγκαία ως πάρεργα και τα πάρεργα ως αναγκαία και ενώ αφήνουμε την πηγή των κακών, θέλουμε να καθαρίσουμε τα ρυάκια. Διότι το ότι βέβαια αιτία των σωματικών ασθενειών, είναι η κακία της ψυχής, το δήλωσε και ο παράλυτος επί τριάντα οκτώ χρόνια καθώς και αυτός ο παράλυτος που τον κατέβασαν από τη στέγη ενώπιον του Ιησού και ο Κάιν πριν απ’ αυτούς. Αλλά και από πολλές άλλες περιπτώσεις μπορεί ο καθένας να το διαπιστώσει αυτό. Ας αφανίσουμε λοιπόν την πηγή των κακών και τότε θα στερέψουν όλα τα ρεύματα των ασθενειών. Δεν είναι μόνο η παράλυση ασθένεια, αλλά και η αμαρτία· και η δεύτερη μάλιστα είναι πολύ πιο σοβαρή ασθένεια από την πρώτη, τόσο μάλιστα, όσο ανώτερη είναι από το σώμα η ψυχή.


Ας έρθουμε λοιπόν και τώρα κοντά Του και ας Τον παρακαλέσουμε να σφίξει την ψυχή μας που έχει παραλύσει και αφού αφήσουμε κάθε βιοτική μέριμνα, ας φροντίζουμε μόνο για τα πνευματικά. Εάν με δύναμη προσηλωθείς στα πνευματικά, τότε φρόντιζε και για τα γήινα. Μήτε πάλι ν’ αδιαφορείς για την αμαρτία σου, επειδή δεν αισθάνεσαι πόνο· γι’ αυτό ακριβώς να στενάζεις περισσότερο, επειδή δεν αισθάνεσαι οδύνη για τις αμαρτίες σου. Αυτό δε συμβαίνει επειδή δεν δαγκώνει η αμαρτία, αλλά επειδή είναι αναίσθητη η ψυχή που σφάλλει. Σκέψου λοιπόν ότι όσοι αισθάνονται τα δικά τους αμαρτήματα, πως στενάζουν σπαρακτικότερα από όσους κομματιάζονται ή καίγονται, πόσα κάνουν και πόσα υποφέρουν, πόσο πενθούν και οδύρονται, για ν’ απαλλαγούν από την πονηρά συνείδηση. Δε θα το έκαναν αυτό, αν δεν ένιωθαν σφοδρό ψυχικό πόνο.


Εκείνο λοιπόν που είναι το καλύτερο είναι να μην αμαρτάνουμε καθόλου, ύστερα όμως απ΄ αυτό, είναι το να συναισθανόμαστε την αμαρτία και να διορθωνόμαστε. Διότι αν μας λείπει αυτό, πώς θα παρακαλέσουμε τον Θεό και θα ζητήσουμε τη συγχώρηση των αμαρτιών μας, εμείς που καθόλου δε δίνουμε καμία σημασία σ΄αυτά; Πραγματικά, όταν εσύ, που αμάρτησες, δε θέλεις μήτε αυτό ν’ αναγνωρίσεις, ότι δηλαδή αμάρτησες, για ποια αμαρτήματα θα παρακαλέσεις τον Θεό; Γι’ αυτά που δεν αναγνωρίζεις; Και πώς θα αντιληφθείς το μέγεθος της ευεργεσίας; Ομολόγησε λοιπόν μία μία τις αμαρτίες σου, για να μάθεις για ποιες παίρνεις συγχώρηση, για να αισθανθείς ευγνωμοσύνη προς τον Ευεργέτη σου.


Εσύ όμως όταν εξοργίσεις κάποιον άνθρωπο, και φίλους και γείτονες και θυρωρούς παρακαλείς και χρήματα ξοδεύεις και χάνεις πολλές ημέρες να πηγαίνεις να τον βρίσκεις και να παρακαλείς, και αν μια και δυο και αμέτρητες φορές σε αποκρούσει ο θυμωμένος, δεν ησυχάζεις αλλά μεγαλώνει η αγωνία σου και πληθαίνεις τις παρακλήσεις. Όταν όμως θυμώσει ο Θεός των όλων, αδρανούμε και ησυχάζουμε και αδιαφορούμε και διασκεδάζουμε και μεθούμε και εκτελούμε όλες τις συνηθισμένες μας πράξεις. Πότε θα μπορέσουμε να Τον εξιλεώσουμε; Και πώς με αυτή μας την συμπεριφορά δε θα Τον εξοργίσουμε περισσότερο; Πιο πολύ από την αμαρτία, Τον κάνει να αγανακτεί περισσότερο και να οργίζεται η απουσία της λύπης για την αμαρτία. Γι’ αυτό αξίζει να κατεβούμε μέσα στη γη και μήτε τον ήλιο ν’ αντικρίζουμε μήτε ν’ αναπνέουμε καθόλου, γιατί παρόλο που έχουμε έναν τόσο επιεική Κύριο, Τον θυμώνουμε και αφού Τον θυμώνουμε, τουλάχιστον δεν μετανοούμε. Αντίθετα, Εκείνος, ούτε όταν θυμώνει, δεν μας μισεί ούτε μας αποστρέφεται, αλλά θέλει να μας τραβήξει, έστω και με τον τρόπο αυτό. Γιατί αν μας ευεργετούσε αδιάκοπα και εμείς Τον υβρίζαμε, περισσότερο θα Τον περιφρονούσαμε. Για να μη γίνει αυτό, μας αποστρέφεται προς στιγμήν, για να μας έχει κοντά Του παντοτινά.


Ας έχουμε θάρρος λοιπόν στην φιλανθρωπία Του κι ας επιδείξουμε μετάνοια με επιμέλεια για τη διόρθωσή μας, πριν φτάσει η ημέρα εκείνη του θανάτου μας και εξής, που η μετάνοια δε θα μπορεί να μας ωφελήσει πλέον. Τώρα όλα είναι στο χέρι μας· τότε όμως η απόφαση είναι μόνο στο χέρι του δικαστού. Ας προσπέσουμε λοιπόν στον φιλάνθρωπο Κύριό μας κι ας εξομολογηθούμε στον πνευματικό μας (Ψαλμ. 94, 2: «προφθάσωμεν τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐν ἐξομολογήσει»), ας κλάψουμε κι ας θρηνήσουμε. Αν μπορέσουμε να καταπραΰνουμε τον δικαστή πριν από την δίκη (: την ημέρα της κρίσεως) και μας συγχωρέσει τα αμαρτήματά μας, τότε δε θα χρειαστεί μήτε να μπούμε στο δικαστήριο. Όπως πάλι αν δε γίνει αυτό, θα ακούσει την απολογία μας μπροστά σε ολόκληρη την οικουμένη που θα είναι παρούσα και δεν έχουμε καμιά ελπίδα για συγχώρηση. Διότι κανένας από εκείνους που δεν πήραν άφεση για τα αμαρτήματά τους εδώ στη γη, όταν φτάσει εκεί, δε θα μπορέσει ν’ αποφύγει τις ευθύνες του γι’ αυτά. Αλλά όπως οι φυλακισμένοι εδώ με τις αλυσίδες τους οδηγούνται στο δικαστήριο, έτσι κι όλες οι ψυχές όταν φύγουν από δω βεβαρημένες μ’ όλες τις πολύπλοκες αλυσίδες των αμαρτημάτων τους, οδηγούνται στο φοβερό βήμα. Πραγματικά, η παρούσα ζωή δε διαφέρει καθόλου από μια φυλακή. Αλλά όπως στο κτίριο της φυλακής όταν εισέλθουμε, τους βλέπουμε όλους αλυσοδεμένους, έτσι και τώρα όταν εξέλθουμε από τη φαινομενική και εισχωρήσουμε μέσα στη ζωή καθενός και μέσα στην ψυχή του, θα τη βρούμε δεμένη με αλυσίδες χειρότερες από τις σιδερένιες.


Για όλα αυτά λοιπόν, ας παρακαλέσουμε τον Λυτρωτή των ψυχών μας, και τα δεσμά μας να σπάσει και τον σκληρό αυτόν φύλακα να απομακρύνει· να μας απαλλάξει από το ασήκωτο φορτίο των σιδερένιων εκείνων αλυσίδων και να κάνει το φρόνημά μας ελαφρότερο και από το φτερό. Έτσι θα πετύχουμε, και μάλιστα σε σύντομο χρόνο, να απαλλαγούμε από τα βάρη που μας πιέζουν, να αντιληφθούμε πού ζούσαμε έως τότε, και ακόμη να κερδίσουμε την ελευθερία που αρμόζει σε μας. Αυτήν μακάρι να πετύχουμε όλοι με την χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η εξουσία στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.


(Πηγή: Ιερού Χρυσοστόμου έργα, Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς», ομιλία ΙΔ΄, τόμος 9, σελ. 445-459, Θεσσαλονίκη 1978. Επιμέλεια: Ελένη Λιναρδάκη)

Η μεγάλη ψαριά

 (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς) 


Δοτήρας κάθε αγαθού είναι ο Κύριος. Κι όλα τα δώρα του Θεού είναι τέλεια. Έχουν τέτοια τελειότητα, που κάνουν τους ανθρώπους να θαυμάζουν. Το θαύμα δεν είναι τίποτ’ άλλο, παρά ένα δώρο του Θεού, αξιοθαύμαστο. Οι άνθρωποι θαυμάζουν τα δώρα του Θεού, λόγω της τελειότητάς τους.

Αν οι άνθρωποι ζούσαν με την αγνότητα και την αναμαρτησία του παραδείσου, δε θα περίμεναν από το Θεό ν’ αναστήσει νεκρούς, να πολλαπλασιάσει τους άρτους ή να γεμίσει τα δίχτυα με ψάρια, για να πουν ύστερα: «Κοιτάξτε το θαύμα!» Θα το έλεγαν αυτό για κάθε πλάσμα του Θεού, κάθε στιγμή και με κάθε ανάσα της ζωής τους. Καθώς όμως οι άνθρωποι συνήθισαν στην αμαρτία, κάθε θαύμα από τ’ αναρίθμητα που κάνει ο Θεός στον κόσμο, έχει γίνει για τους ανθρώπους συνηθισμένο θέμα.

Για να μη μείνουν τα θέματα αυτά όμως τελείως απαρατήρητα, για να μην υποβιβαστούν εντελώς, ο Θεός με την ευσπλαχνία Του προς τον άρρωστο άνθρωπο του δίνει ένα ακόμα θαύμα από τ’ αμέτρητα που του έχει δωρίσει, για να τον ξυπνήσει από τη σκοτεινή και ψυχοφθόρα συνή­θεια να μη βλέπει κάτι υπερφυσικό στα θαύματα.

Με κάθε θαύμα Του ο Θεός θέλει να θυμίσει στους ανθρώπους πρώτο, πως παρακολουθεί τον κόσμο, τον κυβερνά με την παντοδύναμη θέλησή Του και τη σοφία Του· δεύτερο, πως οι άνθρωποι δεν μπορούν χωρίς Εκείνον να κάνουν τίποτα. Καμιά προσπάθεια δεν μπορεί να ευοδοθεί χωρίς τη βοήθεια του Θεού. Καμιά συγκομιδή που έγινε χωρίς την ευλογία του Θεού δε φέρνει αποτέλεσμα. Κάθε ανθρώπινη σοφία που στρέφεται ενάντια στο Νόμο του Θεού, είναι αδύνατη να κάνει καλό από μόνη της ή να προσφέρει έστω κι ένα κόκκο σινάπεως. Ακόμα κι αν φαίνεται πως κάνει καλό για κάποιο διάστημα, δεν είναι η ανθρώπινη σοφία που το πραγματοποιεί, αλλά το έλεος του Θεού που, έστω για μια φορά, δεν εγκαταλείπει ακόμα και τον σκληρότερο από τους εχθρούς Του. Ο Θεός αγαπά τους ανθρώπους, δεν εκδικείται. Υπομένει τους ανθρώπους, περιμένει τη μετάνοιά τους. Θέλει «πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α' Τιμ. β' 4).

Υποταγμένος από συνήθεια σ’ αυτόν τον κόσμο, ο άνθρωπος πιστεύει μερικές φορές πως μπορεί να κάνει σπουδαία πράγματα χωρίς τη βοήθεια του Θεού, ακόμα κι αντίθετα στον ίδιο και στο Νόμο Του. Νομίζει ο υποταγμένος άνθρωπος πως μπορεί να γίνει καλός

ή πλούσιος ή σοφός ή διάσημος μόνο με τις δικές του προσπάθειες. Αυτή η υποταγή του όμως πολύ σύντομα είτε τον οδηγεί στην απόγνωση, δίνοντάς του έτσι τη σοφία για να επιστρέψει με επίγνωση στο Θεό, είτε τον απομακρύνει, κυριευμένο από την αφόρητη αγωνία του κόσμου, ωσότου χάσει εντελώς την ανθρώπινη αξία του ή παραδοθεί κυριολεκτικά σα σκιά στα χέρια των αόρατων πονηρών δυνάμεων.

Εκείνος, αντίθετα, που πιστεύει πως ο κόσμος αυτός είναι ένα από τα θαύματα του Θεού, όπως κι ο ίδιος, ερευνά πάντα τους τρόπους της θείας πρόνοιας, παρατηρώντας με δέος την άπειρη σειρά των θαυμάτων. Τέτοιος άνθρωπος μπορεί να μιλήσει όπως ο απόστολος Παύλος: «Εγώ εφύτευσα, Απολλώ επότισεν, αλλ’ ο Θεός ηύξανεν· ώστε ούτε ο φυτεύων εστί τι ούτε ο ποτίζων, αλλ’ ο αυξάνων Θεός» (Α' Κορ. γ' 6-7). Κάποια ανάλογη σκέψη εκφράζεται με μια παροιμία που υπάρχει σε πολλούς λαούς: «Ο άνθρωπος προτείνει, μα ο Θεός ρυθμίζει».

Ο άνθρωπος προτείνει σχέδια, ο Θεός τ’ αποδέχεται ή τ’ απορρίπτει. Ο άνθρωπος κάνει σκέψεις, λέει λόγια και πράττει έργα· ο Θεός είτε τα υιοθετεί είτε όχι. Τί υιοθετεί ο Θεός; Αυτά που είναι δικά Του, που προέρχονται από Εκείνον. Ό,τι δεν είναι δικό Του, δεν προέρχεται από Εκείνον, το απορρίπτει. «Εάν μη Κύριος οικοδομήση οίκον, εις μάτην εκοπίασαν οι οικοδομούντες» (Ψαλμ. ρκστ’ 1). Όταν οι «οικοδομούντες» οικοδομούν στο όνομα του Θεού, θα φτιάξουν παλάτι, ακόμα κι αν τα χέρια τους είναι αδύνατα και τα υλικά τους φτωχά. Αν όμως οι οικοδομούντες χτίζουν στο δικό τους όνομα, αδιαφορώντας για το Θεό, το έργο των χεριών τους θα πέσει, όπως έγινε με τον πύργο της Βαβέλ.

Ο Πύργος της Βαβέλ δεν είναι το μοναδικό κτίσμα στην ιστορία που κατέπεσε. Υπήρχαν και πάρα πολλοί άλλοι πύργοι, που οικοδομήθηκαν από εγκόσμιους κυβερνήτες, στην επιθυμία τους να μαζέψουν όλα τα έθνη κάτω από μια οροφή - τη δική τους - και κάτω από ένα χέρι - το δικό τους.Πολλοί πύργοι πλούτου, δόξας και μεγαλείου που οικοδόμησαν ιδιώτες, με την επιθυμία να κυβερνήσουν τα πλάσματα του Θεού, το λαό του Θεού, να γίνουν δηλαδή μικροί θεοί, σκορπίστηκαν κι έγιναν καπνός. Οι πύργοι που έχτισαν όμως οι απόστολοι κι οι άγιοι, καθώς κι άλλοι θεάρεστοι άνθρωποι, δεν σκορπίστηκαν. Πολλές βασιλείες που δημιούργησε η ματαιότητα των ανθρώπων, έπεσαν και διαλύθηκαν σαν σκιά. Η αποστολική Εκκλησία όμως ζει ως σήμερα και θα στέκεται όρθια πάνω στους τάφους πολλών από τις σημερινές βασιλείες. Τα παλάτια του Ρωμαίου Καίσαρα, που πολέμησε την Εκκλησία, έγιναν στάχτη. Τα χριστιανικά σπήλαια κι οι κατακόμβες όμως παραμένουν μέχρι σήμερα. Εκατοντάδες βασιλιάδες κι αυτοκράτορες κυριάρχησαν στη Συρία, στην Παλαιστίνη και την Αίγυπτο. Τα μόνα που έχουν απομείνει από τα μαρμάρινα παλάτια τους είναι μερικές μαρμαρένιες πλάκες σε μουσεία. Τα μοναστήρια και τα ησυχαστήρια όμως που έχτισαν την ίδια εποχή άνθρωποι της προσευχής και ερημίτες μέσα σε χαράδρες και σε αμμουδερές ερήμους, στέκονται όρθια μέχρι σήμερα κι αναδίδουν την ευωδία των προσευχών και του θυμιάματος που ανεβαίνει στο Θεό εδώ και δεκαέξι ή δεκαεπτά αιώνες. Δεν υπάρχει δύναμη ικανή να κατεδαφίσει το έργο του Θεού. Τα ειδωλολατρικά παλάτια κι οι πόλεις καταστρέφονται, τα παραπήγματα του Θεού όμως παραμένουν όρθια. Αυτό που κρατά το δάχτυλο του Θεού στέκεται πιο σταθερά από εκείνο που κρατά ο Άτλας στους ώμους του.


«Όπως μη καυχήσηται πάσα σαρξ ενώπιον του Θεού» (Α’ Κορ. α' 29). Η σάρκα είναι όπως το χορτάρι, που περιμένει να ολοκληρωθούν οι μέρες του κι έπειτα να ξεραθεί, να γίνει στάχτη. Είθε ο παντοδύναμος Κύριος να μας φυλάξει όλους από τη σκέψη πως είναι δυνατό να κάνουμε κάτι καλό χωρίς τη βοήθεια και την ευλογία Του. Είθε η σημερινή περικοπή του ευαγγελίου να λειτουργήσει σαν μια προειδοποίηση πως τέτοιες μάταιες σκέψεις δεν πρέπει ποτέ να γεννηθούν μέσα μας. Το σημερινό ευαγγέλιο μας διδάσκει πως οι προσπάθειες των ανθρώπων είναι μάταιες, αν ο Θεός δεν βοηθήσει. Οι απόστολοι του Χριστού ψάρευαν, μα δεν έπιαναν τίποτα. Όταν ο Χριστός όμως τους είπε να ξαναρίξουν τα δίχτυα στη θάλασσα, έπιαναν τόσα ψάρια, ώστε τα δίχτυα δεν άντεχαν το βάρος τους και σκίζονταν. Ας παρακολουθήσουμε τη διήγηση:


«Εγένετο δε εν τω τον όχλον επικείσθαι αυτώ του ακούειν τον λόγον του Θεού και αυτός ην εστώς παρά την λίμνην Γεννησαρέτ. και είδε δύο πλοία εστώτα παρά την λίμνην οι δε αλιείς αποβάντες απ’ αυτών απέπλυναν τα δίκτυα, εμβάς δε εις εν των πλοίων, ο ην του Σίμωνος, ηρώτησεν αυτόν από της γης επαναγαγείν ολίγον· και καθίσας εδίδασκεν εκ του πλοίου τους όχλους» (Λουκ. ε’ 1-3). Αυτό ήταν ένα από τα περιστατικά που γίνονταν όταν συνάζονταν μεγάλα πλήθη για ν’ ακούσουν το λόγο του Θεού από τα χείλη του Χριστού. Για να τον βλέπουν και να τον ακούν όλοι, δε θα μπορούσε να διαλέξει καλλίτερο τόπο από μια βάρκα. Στην παραλία υπήρχαν δύο πλοιάρια κι οι ψαράδες ασχολούνταν με το πλύσιμο των διχτυών. Τα πλοιάρια αυτά ήταν κλασσικά μικρά ψαροκάικα, σαν κι αυτά που χρησιμοποιούνται και σήμερα στη λίμνη Γεννησαρέτ. Το πλοιάριο όπου μπήκε ο Κύριος ανήκε στο Σίμωνα, τον μετέπειτα απόστολο Πέτρο. Ο Κύριος ζήτησε από το Σίμωνα ν’ απομακρύνει λίγο το πλοιάριο από την αμμουδιά κι έπειτα κάθισε εκεί κι άρχισε να διδάσκει τα πλήθη.

«Ως δε επαύσατο λαλών, είπε προς τον Σί­μωνα· επανάγαγε εις το βάθος και χαλάσατε τα δίκτυα υμών εις άγραν» (Λουκ. ε’ 4). Την ώρα που έμπαινε στο πλοιάριο ο Κύριος στόχευε σε πολλούς στόχους. Πρώτο, του ήταν πιο εύκολο να διδάσκει τους ανθρώπους από το πλοιάριο, να τους βοηθήσει και να θρέψει τις ψυχές τους με τη γλυκιά διδαχή Του. Δεύτερο, ήξερε πως οι ψαράδες ήταν στενοχωρημένοι κι απογοητευμένοι επειδή όλη τη νύχτα είχαν κοπιάσει και δεν έπιασαν ούτε ένα ψάρι. Έτσι ήθελε να τους παρηγορήσει με μια καλή ψαριά, να ικανοποιήσει τις σωματικές κι άλλες ανάγκες τους, γιατί ο Θεός φροντίζει και για το σώμα μας, όπως και για την ψυχή μας, είναι «ο διδούς τροφήν πάση σαρκί» (Ψαλμ. ρλε' 25). Τρίτο, ο Κύριος ήθελε να ικανοποιήσει τις ψυχές των εκλεκτών Του, ενισχύοντας την πίστη τους σ’ Εκείνον, στην παντοδυναμία Του και στην απεριόριστη ευσπλαχνία Του.Τελευταίο, μα σπουδαιότερο, ο Κύριος ήθελε να κάνει ξεκάθαρο στους μαθητές Του, και μέσω αυτών σ’ όλους εμάς, πως μαζί μ’ Εκείνον και μέσω Εκείνου, όλα είναι δυνατά· πως όλοι οι κόποι των ανθρώπων χωρίς τη βοήθειά Του είναι τόσο μάταιοι, όσο άδεια ήταν και τα δίχτυα των ψαράδων που κόπιασαν όλη νύχτα και δεν έπιασαν ούτε ένα ψάρι. Ο Κύριος πέτυχε τοπρώτο στόχο Του και τώρα προχωρούσε στο δεύτερο. Είπε λοιπόν στο Σίμωνα να πάει στα βαθιά και να ξαναρίξει τα δίχτυα.

«Και αποκριθείς ο Σίμων είπεν αυτώ· επιστάτα, δι’ όλης της νυκτός κοπιάσαντες ουδέν ελάβομεν· επί δε τω ρήματί σου χαλάσω το δίκτυον. και τούτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλήθος ιχθύων πολύ· διερρήγνυτο δε το δίκτυον αυτών. και κατένευσαν τοις μετόχοις τοις εν τω ετέρω πλοίω του ελθόντας συλλαβέσθαι αυτοίς· και ήλθον και έπλησαν αμφότερα τα πλοία, ώστε βυθίζεσθαι αυτά» (Λουκ. ε 5-7). Ο Σίμων δεν ήξερε ακόμα ποιός ήταν ο Χριστός. Τον ονόμασε «επιστάτη», δηλαδή «κύριο», του έδειξε σεβασμό δηλαδή, όπως έκαναν και πολλοί άλλοι. Βρισκόταν μακριά όμως από του να πιστέψει το Χριστό ως Υιό του Θεού και Κύριο. Στην αρχή παραπονέθηκε πως είχαν κοπιάσει όλη νύχτα και δεν έπιασαν ούτε ένα ψάρι, επειδή σεβόταν το Χριστό όμως ως καλό και σοφό δάσκαλο, ήθελε να τον υπακούσει και να ξαναρίξει τα δίχτυα.

Ο Θεός δεν ανταμείβει ποτέ τους κόπους των ανθρώπων τόσο πολύ, όσο ανταμείβει μια υπάκουη καρδιά. Η ολοπρόθυμη υπακοή του Πέτρου αποδείχτηκε πολύ μεγάλη, από το γεγονός ότι έθεσε αμέσως σε εφαρμογή τα λόγια του Χριστού, μ’ όλο που πρέπει να ήταν κατάκοπος και άυπνος, μούσκεμα και απογοητευμένος, μετά από μια νύχτα άκαρπης προσπάθειας. Γι’ αυτό και η υπακοή του ανταμείφθηκε αμέσως από το έλεος του Χριστού και την υπακοή των ψαριών, αφού Εκείνος που δημιούργησε τα ψάρια, τους έδωσε εντολή με το πνεύμα Του να συγκεντρωθούν και να γεμίσουν τα δίχτυα. Τα ψάρια δεν έχουν φωνή. Ο Κύριος όμως τους έδωσε εντολή με τη δική Του φωνή να πάνε στα δίχτυα, όπως με τη φωνή Του έδωσε εντολή στους ανέμους να σταματήσουν και στην ταραγμένη θάλασσα να γαληνέψει.

Τα ψάρια δεν άκουσαν τη φωνή του Κυρίου για να συναχτούν μέσα στα δίχτυα. Τά ‘φερε εκεί η δύναμή Του. Με το να μαζευτούν στα δίχτυα τόσο πολλά ψάρια, ο Κύριος αντάμειψε πλούσια την ολονύκτια προσπάθεια των ψαράδων, εξανέμισε τις ανησυχίες τους και κάλυψε τις σωματικές ανάγκες τους. Έτσι την ίδια μέρα πέτυχε και το δεύτερο στόχο Του.

Σαν είδε τόσο μεγάλο πλήθος από ψάρια, που δεν είχε δει ποτέ ως τότε στη ζωή του ο Σίμων κι ένας άλλος που ήταν μαζί του στη βάρκα, έκανε σινιάλο στους συναδέλφους του να πλησιάσουν με τη δική τους βάρκα. Και δε γέμισε μόνο η βάρκα του Σίμωνα με ψάρια, μα κι η βάρκα του Ιακώβου και του Ιωάννη. Και γέμισαν τόσο πολύ, ώστε από το βάρος των ψαριών κινδύνευαν να βουλιάξουν. Κι ίσως να είχαν βουλιάξει, αν δεν ήταν κοντά τους ο Κύριος.

«Ιδών δε Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοις γόνασιν Ιησού λέγων· έξελθε απ’ εμού, ότι ανήρ αμαρτωλός ειμι, Κύριε. θάμβος γαρ περιέσχεν αυτόν και πάντας τους συν αυτώ επί τη άγρα των ιχθύων η συνέλαβον. ομοίως δε και Ιάκωβον και Ιωάννην, υιούς Ζεβεδαίου, οι ήσαν κοινωνοί τω Σίμωνι» (Λουκ. ε’ 8-10). Γεμάτος δέος από το αναπάντεχο θέαμα, ο Πέτρος έπεσε γονατιστός στα πόδια του Χριστού. Ούτε για μια στιγμή δεν αμφέβαλε πως τέτοια καλή ψαριά οφειλόταν στην παρουσία του Χριστού στο πλοιάριο κι όχι στις δικές του προσπάθειες. Το περιστατικό αυτό συγκλόνισε τον Σίμωνα ως τα τρίσβαθα της ψυχής του, γι’ αυτό και στη συνέχεια δεν ονόμασε πια τον Ιησού «επιστάτη», αλλά «Κύριο». Κάθε άνθρωπος μπορεί να γίνει «επιστάτης», «αφεντικό», μα μόνο ένας Κύριος υπάρχει. Όταν άκουγε το σοφό δάσκαλο να διδάσκει τα πλήθη από το πλοίο που βρισκόταν κοντά στην ακτή, ο Σίμων τον ονόμασε «Επιστάτη» ή «Διδάσκαλο». Τώρα όμως που είδε το θαυμαστό αυτό έργο Του, τον ομολόγησε «Κύριο».

Προσέξτε πόσο πιο δυνατά μιλάνε τα έργα από τα λόγια! Αν πούμε ακόμα και τα γλυκύτερα λόγια, οι άνθρωποι θα μας αποκαλέσουν διδάσκαλους των ανθρώπων. Αν όμως τα λόγια μας τα υποστηρίζουμε με τα έργα μας, τότε θα μας ονομάσουν ανθρώπους του Θεού. Ίσως την ώρα που άκουγε ο Σίμων τα λόγια του Χριστού, να σκεφτόταν μέσα του πόσο όμορφα και σοφά διδάσκει. Ο καρδιογνώστης που τα έβλεπε όλ’ αυτά, κάλεσε μετά το Σίμωνα στα βάθη, για να του αποδείξει πως πραγματοποιεί όσα λέει.

Ας δώσουμε προσοχή στον τρόπο που μίλησε ο Σίμων στον Κύριο. Αντί να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του και το θαυμασμό του για ένα τόσο μεγάλο θαύμα, εκείνος είπε: Έξελθε απ’ εμού. Το ίδιο δε ζήτησαν οι κάτοικοι των Γαδάρων από το Χριστό όταν θεράπευσε το δαιμονισμένο; Το ίδιο ζήτησαν κι εκείνοι, μα δεν είχαν το ίδιο κίνητρο με τον Πέτρο. Οι Γαδαρηνοί απομάκρυναν το Χριστό από τον τόπο τους από πλεονεξία, επειδή οι δαίμονες που έβγαλε ο Χριστός από το δαιμονισμένο οδήγησαν τους χοίρους στον πνιγμό. Ο Πέτρος όμως συνέχισε: ότι ανήρ αμαρτωλός ειμι. Ο λόγος που ζήτησε ο Πέτρος από τον Κύριο να φύγει από κοντά του, ήταν η αίσθηση της αμαρτωλότητας και της αναξιότητάς του.

Η αίσθηση αυτή της αμαρτωλότητας ενώπιον του Θεού είναι μια πολύτιμη πέτρα για την ψυχή. Ο Κύριος την εκτιμά περισσότερο απ’ όλους τους τυπικούς ύμνους δοξολογίας κι ευχαριστίας. Όταν ο άνθρωπος ψάλλει πολλούς τέτοιους ύμνους στο Θεό χωρίς την αίσθηση της αμαρτωλότητάς του, δεν ωφελείται καθόλου. Η αίσθηση της αμαρτω­λότητας οδηγεί στη μετάνοια, η μετάνοια οδηγεί στο Χριστό κι ο Χριστός πραγματοποιεί την αναγέννηση. Η αίσθηση της αμαρτωλότητας είναι το ξεκίνημα στο δρόμο της σωτηρίας του ανθρώπου.

Ο άνθρωπος που έχει περιπλανηθεί πολύ σε παραπλανητικούς δρόμους, δεν έχει τίποτα καλ­λίτερο να κάνει από το να βρει το σωστό δρόμο. Κι όταν τον βρει, το μόνο που του απομένει είναι να τον ακολουθήσει, χωρίς να κοιτάξει προς τα δεξιά ή τ’ αριστερά του. Τί ωφέλησε τον Φαρι­σαίο η προσευχή που έκανε στην εκκλησία, όταν προσπαθώντας να εγκωμιάσει το Θεό, εγκωμίαζε τον εαυτό του; Δε δικαιώθηκε ενώπιον του Θεού, όπως έκανε ο τελώνης που χτυπούσε το στήθος του κι έκραζε: «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ!» (Λουκ. ιη' 13).

Αυτό ήταν το ξεκίνημα της μύησης του Πέ­τρου στην πίστη του Χριστού. Η ολοκλήρωση έγινε αργότερα, όταν πολλοί από τους ακόλουθους του Χριστού άρχισαν ν’ απομακρύνονται από το Χριστό, ενώ ο Πέτρος του είπε: «Κύριε, προς τίνα απελευσόμεθα; ρήματα ζωής αιωνίου έχεις» (Ιωάν. στ’ 68). Τώρα όμως, στο ξεκίνημα, κατάπληκτος από τη δύναμη του Χριστού, του λέει: Άπελθε απ’ εμού.

Ο Πέτρος δεν ήταν ο μοναδικός που καταλή­φθηκε από δέος. Ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης, οι γιοί του Ζεβεδαίου, καθώς κι όλοι οι άλλοι που ήταν μαζί τους, βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση. Όλοι τους ξεκίνησαν με φόβο για τον Κύριο, και τέλειωσαν με αγάπη για Εκείνον. Όπως διαβάζουμε στις Παροιμίες, «αρχή σοφίας, φόβος Κυρίου» (Παρ. α’ 7).

Στο φόβο που ένιωθε ο Πέτρος, καθώς γονάτιζε μπροστά Του, ο εύσπλαχνος και πάνσοφος Κύριος απάντησε: «μη φοβού· από του νυν ανθρώπους έση ζωγρών» (Λουκ. ε’ 10). Ο κόσμος αυτός είναι μια θάλασσα γεμάτη πάθη, η Εκκλησία Μου είναι πλοίο και το Ευαγγέλιό μου δίχτυ, όπου θ’ αλιεύσεις ανθρώπους. Χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα. Μαζί μου όμως θα έχετε τόσο καλές ψαριές, που θα γεμίσουν τα δίχτυα σας. Φτάνει να είστε υπάκουοι σε Μένα, όπως κάνατε και σήμερα. Και τότε δε θα σας φοβίζει κανένα βάθος και ποτέ δε θα γυρίσετε με άδεια χέρια από το ψάρεμα.

«Και καταγαγόντες τα πλοία επί την γην, αφέντες άπαντα ηκολούθησαν αυτώ» (Λουκ. ε’ 11). Εγκατέλειψαν τα πλοιάρια. Ας τα πάρουν άλλοι κι ας τα κάνουν ό,τι θέλουν. Ο Πέτρος άφησε και το σπίτι του και τη γυναίκα του. Ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης άφησαν το σπίτι και τον πατέρα τους. Κι όλοι τους τον ακολούθησαν. Για ποιό λόγο να στενοχωρηθούν; Δεν είχαν αγωνιστεί όλη νύχτα άσκοπα; Εκείνος που μπορεί να κάνει τα πάντα, θα μπορούσε να θρέψει κι αυτούς και τις οικογένειές τους. Εκείνος που στολίζει τα κρίνα του αγρού και τα κάνει πιο θαυμαστά ακόμα κι από το βασιλιά Σολομώντα, ο ίδιος θα φροντίσει και για το δικό τους ντύσιμο. Η τροφή και το ντύσιμο είναι το ελάχιστο που έχουν να φροντίσουν. Εδώ ο Κύριος τους καλεί στο μέγιστο: στη βασιλεία του Θεού. Όταν μπορεί να τους δώσει το μέγιστο, είναι δυνατό να μην μπορέσει να τους δώσει το ελάχιστο; Ο ίδιος ο απόστολος Πέτρος έγραψε αργότερα: «πάσαν την μέριμναν υμών επιρρίψαντες επ’ αυτόν, ότι αυτώ μέλλει περί υμών» (Α Πέτρ. ε’ 7). Τέλος, αν τον υπακούν ακόμα και τα κωφάλαλα ψάρια στο νερό, πως δε θα μπορούσαν να το κάνουν αυτό οι άνθρωποι αυτοί, τα λογικά όντα;

Ολόκληρο το περιστατικό αυτό έχει κι ένα βαθύτερο νόημα. Το πλοίο σημαίνει το σώμα. Τα σχισμένα δίχτυα σημαίνουν το παλιό πνεύμα του ανθρώπου. Τα βάθη της θάλασσας σημαίνουν το βάθος της ψυχής του ανθρώπου. Όταν ο Κύριος κατοικεί σ’ έναν υπάκουο άνθρωπο, τότε ο άνθρωπος αυτός απομακρύνεται από την ακτή του υλικού κόσμου και πηγαίνει από τις αισθητικές σκιές στα πνευματικά βάθη. Στα βάθη αυτά ο Κύριος του αποκαλύπτει τ’ αμέτρητα πλούτη των δωρεών Του, για τις οποίες αγωνιζόταν μάταια σ’ ολόκληρη τη ζωή του. Οι δωρεές αυτές είναι τόσο μεγάλες, ώστε το παλιό πνεύμα δεν μπορεί να τις αντέξει και σχίζεται. Γι’ αυτό είπε ο Κύριος πως δε βάζουν καινούργιο κρασί σε παλιά ασκιά.

Όταν ο υπάκουος άνθρωπος βλέπει τ’ αρίφνητα πλούτη των δωρεών Του, γεμίζει δέος και κατάπληξη τόσο για την παντοδυναμία του Θεού, όσο και για τις δικές του αμαρτίες. Θα ήθελε σ’ αυτήν την περίπτωση να κρυφτεί από το Θεό, να φύγει ο Θεός από κοντά του κι ο ίδιος να γυρίσει στο παλιό του πνεύμα και στην παλιά του ζωή. Μόλις όμως η λαμπρότητα του Θεού κι η ευσπλαχνία Του αποκαλυφθούν στον άνθρωπο, τότε του φανερώνεται ακαριαία η αμαρτωλότητα κι η αναξιότητά του, η αποξένωσή του απ’ Αυτόν.

Ο Θεός δε θα εγκαταλείψει τον άνθρωπο που έχει οδηγήσει στα βάθη. Δε θα λάβει σοβαρά την κραυγή του έξελθε απ’ εμού. Ξέρει ότι η κραυγή αυτή βγαίνει από έναν άρρωστο άνθρωπο, γι’ αυτό και του δίνει θάρρος και τον παρηγορεί με τα λόγια, «μη φοβού».

Όταν ο Θεός χορηγεί σ’ έναν υπάκουο άνθρωπο τα θεϊκά κι ανεκλάλητα χαρίσματά Του, δε θέλει τα χαρίσματα αυτά να σταματήσουν σ’ εκείνον, όπως το τάλαντο που έκρυψε ο πονηρός δούλος στη γη. Ο Θεός ζητάει από τον υπάκουο άνθρωπο να μοιραστεί τα χαρίσματά του με άλλους. Γι’ αυτό ο Πέτρος κάλεσε τους ανθρώπους του άλλου πλοιαρίου να κάνουν χώρο για να βάλουν κι εκεί ψάρια. Μοίρασαν τη σοδειά τους με τους αδελφούς Ιάκωβο και Ιωάννη, καθώς και με τους συντρόφους τους. Ο Ιάκωβος, ο Ιωάννης κι οι σύντροφοί τους κουράστηκαν κι αυτοί για να σύρουν τα δίχτυα, ν’ αδειάσουν τα ψάρια και να κωπηλατήσουν ως την ακτή. Κάθε υπάκουος άνθρωπος που λαβαίνει το δώρο του από κάποιον άλλον, πρέπει να ξέρει πως το δώρο αυτό προέρχεται από το Θεό, όχι από άνθρωπο. Έτσι πρέπει αμέσως, χωρίς χρονοτριβή, ν’ αρχίσει να εργάζεται για τη διατήρηση, τον πολλαπλασιασμό και τη μετάδοση του δώρου.

Τί σημαίνει τώρα το γεγονός των υπάκουων ψαράδων που τράβηξαν τα πλοιάριά τους στην ακτή, τα εγκατέλειψαν, όπως κι οτιδήποτε άλλο κατείχαν κι ακολούθησαν το Χριστό; Πως ο άνθρωπος που είναι προικισμένος από το Θεό, όταν προχωρεί στα βαθιά, εγκαταλείπει το σώμα με τα πάθη του, καθώς και κάθε εφάμαρτο δεσμό με το οποίο ήταν δεμένος ως τότε, εγκαταλείπει δηλαδή τα πάντα. Εγκαταλείπει όχι μόνο το σώμα και τους δεσμούς του, αλλ’ ακόμα και το παλιό πνεύμα του με όλες τις ιδέες του. Και τότε ακολουθεί Εκείνον που ντύνει όσους καλεί με το νέο ένδυμα της σωτηρίας, που καλεί πάντα τους υπάκουους πιστούς στα πνευματικά βάθη.

Ο Κύριος είπε πως ο Πέτρος θα γίνει αλιέας ανθρώπων. Από του νυν ανθρώπους έση ζωγρών. Αυτό σημαίνει πως οι απόστολοι, οι επίσκοποι, οι λοιποί κληρικοί, καθώς και όλοι οι χριστιανοί, που ο Θεός τους προίκισε με τα χαρίσματά Του, πρέπει να εργαστούν με αγάπη για να ψαρέψουν - δηλαδή να σώσουν - όσους περισσότερους ανθρώπους μπορούν, με τη βοήθεια των χαρισμάτων τους. Ο καθένας θ’ αγωνιστεί ανάλογα με το χάρισμά του: Εκείνος που έλαβε πολλά χαρίσματα θά ‘χει πλουσιότερη σοδειά, όποιος έλαβε λιγότερα θά ‘ναι λιγότερο υπεύθυνος, όπως φαίνεται κι από την παραβολή των ταλάντων. Ο δούλος που έλαβε πέντε τάλαντα έφερε δέκα, ο άλλος που έλαβε δύο τάλαντα, έφερε τέσσερα. Κανένας όμως δεν πρέπει να υπερηφανευτεί για τα χαρίσματα του Θεού σα νά ‘ταν δικά του, να τα κρύβει από τους ανθρώπους και να τα θάβει στον τάφο του σώ­ματός του. Τέτοιος άνθρωπος θα κατακριθεί από μόνος του στη γέεννα του πυρός, εκεί που είναι ο βρυγμός κι ο τρυγμός των οδόντων.

***

Η ευαγγελική αυτή περικοπή είναι γεμάτη από διδαχές για μας, για τη γενιά μας, όπως και τα δίχτυα των ψαράδων ήταν γεμάτα από τα ευλογημένα ψάρια. Ας μπορούσαν οι σύγχρονοι άνθρωποι να πάρουν από το σημερινό ευαγγέλιο τουλάχιστο το μάθημα της υπακοής στο Θεό! Όλες οι άλλες διδαχές τότε θα ήταν ακόλουθές της κι όλα τα καλά που επιθυμεί η καρδιά του ανθρώπου θ’ αλιεύονταν στα χρυσά δίχτυα της ευαγγελικής υπακοής.

Έχουμε μπροστά μας δύο παραδείγματα υπακοής: την υπακοή των ψαριών και την υπακοή των αποστόλων. Ποιά από τις δύο είναι πιο σπουδαία; Αυτό είναι αυταπόδεικτο. Τα ψάρια υπακούνε στην εντολή του Κυρίου και θυσιάζουν τη ζωή τους στα πόδια Του. Ο Κύριος τα δημιούργησε για την εξυπηρέτηση των αναγκών του ανθρώπου.

Προσέξτε όμως πώς τα ψάρια λειτουργούν και για την πνευματική του ανάγκη. Σ’ εκείνους που έχουν απομακρυνθεί από το Θεό, στους επαναστατημένους κι ανυπάκουους ανθρώπους, λειτουργούν ως παράδειγμα υπακοής στο Δημιουργό τους. Τα ψάρια αυτά δε θα μπορούσαν να γίνουν περισσότερο γνωστά αν είχαν αφεθεί να ζήσουν και να κολυμπούν στη Λίμνη της Γεννησαρέτ. Εξαγόρασαν τη ζωή τους με τη μεγάλη τιμή να υπηρετήσουν το σχέδιο του Κυρίου, του Λυτρωτή, σαν παράδειγμα και επίπληξη στον ανυπάκουο άνθρωπο. Τ' ανεξιχνίαστο έλεος του Κυρίου είναι φανερό εδώ: ο Κύριος χρησιμοποιεί όλα τα πλάσματά Του για να επαναφέρει τον άνθρωπο στο δρόμο που έχασε, να τον αφυπνίσει, να τον διεγείρει και να τον υψώσει πάλι στην προτέρα του αξία και δόξα.

Το παράδειγμα της υπακοής των αποστόλων είναι επίσης συγκινητικό. Οι απλοί άνθρωποι συνήθως έχουν πιο στενούς δεσμούς με τα σπίτια και τις οικογένειές τους από τους κοσμικούς ανθρώπους. Οι κοσμικοί έχουν πολλούς και ποικίλους δεσμούς με τον κόσμο. Κι αν ακόμα χαλαρώσει ένας δεσμός τους, έχουν πολλούς άλλους. Κι όμως, οι απλοί ψαράδες τα εγκατέλειψαν όλα, έσπασαν τους λίγους αλλά πολύ δυνατούς δεσμούς τους με τον κόσμο, με τα σπίτια και τις οικογένειές τους και ακολούθησαν τον Κύριο στα μεγάλα και πλούσια πνευματικά βάθη χωρίς να πάρουν τίποτα μαζί τους, παρά μόνο τον εαυτό τους. Ο χρόνος έδειξε πως ο Κύριος τους αντάμειψε πλούσια για την υπακοή τους. Αναδείχτηκαν στύλοι της Εκκλησίας του Θεού στη γη και μεγάλοι άγιοι στην ουράνια βασιλεία Του.Ας βιαστούμε λοιπόν κι εμείς ν’ ακολουθήσουμε το παράδειγμα της υπακοής τους. Η νύχτα της επίγειας διαδρομής μας τελειώνει. Όλοι οι κόποι της νύχτας είναι έτσι κι αλλιώς μάταιοι, τα δίχτυα μας είναι άδεια, οι καρδιές μας γεμάτες κακία, οι ψυχές κι ο νους μας λιμοκτονούν, αφού έχουν στερηθεί τη βοήθεια του Θεού.

Ο πράος Κύριος στέκεται δίπλα στο πλοίο του καθενός μας και μας καλεί. Εκείνος, ο παντογνώστης Δημιουργός, ζητάει από τον καθένα μας να τον αφήσουμε να μπει στο πλοίο και να ταξιδέψουμε μαζί Του μακριά από τις σκιές και τις φουρτούνες της ζωής, στα μεγάλα βάθη της πνευματικής θάλασσας. Εκεί θα γεμίσουμε το πλοίο μας με όλα τα αγαθά που επιθυμούμε. Ας τον υπακούσουμε τώρα, την ώρα που μας καλεί, γιατί όταν χαράξει η μέρα δε θα τον δούμε πια ως αιτούντα, αλλ’ ως Κριτή. Ας μην απορρίψουμε το αίτημά Του να μπει στην καρδιά και στην ψυχή μας, όπως δεν το απέρριψε ο Πέτρος. Δε μας το ζητάει για δική Του χάρη, αλλά για δική μας. Να ξέρεις πως δεν είναι εύκολο στον Πάναγνο να μπει κάτω από ακάθαρτη στέγη. Να ξέρεις πως αυτό που κάνει είναι θυσία, που την κάνει όμως από αγάπη για μας. Δε μας ζητάει να μπει μέσα για να πάρει, άλλα για να δώσει. Το μόνο που θέλει, είναι να δεχτούμε τη βοήθεια και τη θυσία Του. Αδελφοί μου, ας αφουγκραστούμε τη φωνή που μας καλεί, προτού φτάσει στ’ αυτιά μας η φωνή του Κριτή.

Δόξα και αίνος στον Κύριο και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό, μαζί με τον Πατέρα και το Αγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΛΟΥΚΑ

 Το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα μάς παρουσιάζει πώς οι ψαράδες της Γαλιλαίας απαρνήθηκαν έμπρακτα τον εαυτό τους και τα υπάρχοντά τους, ακολούθησαν τον Χριστό και έγιναν μαθητές και Απόστολοί Του.


Ο Κύριος βρισκόταν στη λίμνη της Γεννησαρέτ και στην όχθη της είδε δύο πλοιάρια, των οποίων οι ψαράδες είχαν κατεβεί και έπλεναν τα δίχτυά τους. Ανέβηκε στο πλοιάριο του Σίμωνος και άρχισε να διδάσκει τον λαό.


Μετά τη διδασκαλία, καλεί τον Σίμωνα να ρίξει τα δίχτυα στο νερό. Εκείνος, όμως, εκφράζει την απογοήτευσή του, καθώς, παρά την ολονύκτια προσπάθειά τους, δεν είχαν πιάσει τίποτε. Ο Κύριος επιμένει και η υπακοή του Σίμωνος επιβραβεύεται με τόσο μεγάλο πλήθος ψαριών, ώστε το πλοιάριο κινδύνευε να βυθιστεί. 


Η λογική τους γίνεται εμπόδιο. Η εμπειρία τους επαναστατεί. Πώς είναι δυνατόν να ρίξουν τα δίχτυα, αφού ο ήλιος έχει ήδη ανατείλει ψηλά; Η κόπωσή τους γογγύζει. Η αγρυπνία τους διαμαρτύρεται. Όμως όλα αυτά —η γνώση, η λογική, η εμπειρία, η αγρυπνία, η κόπωση και η απογοήτευση— τα θέτουν στο περιθώριο. Τα υπερβαίνουν με εμπιστοσύνη στον λόγο του Χριστού.


Η ανταπόκριση του Σίμωνος Πέτρου, παρά την απογοήτευσή του, η οποία εκφράζεται με τα λόγια «δι᾿ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν», δείχνει τον δρόμο που καλείται να ακολουθήσει κάθε άνθρωπος, εφόσον επιθυμεί να είναι μαθητής του Χριστού. Θυσιάζει τον εγωισμό του και παραμερίζει κάθε πρόσκαιρη βολικότητα, πρόφαση και φθηνή δικαιολογία. Η αγάπη του Χριστού είναι γι’ αυτόν το πολυτιμότερο αγαθό, για χάρη του οποίου αξίζει να θυσιάσει τα πάντα.


Η υπακοή στο θέλημα του Χριστού αποτελεί την ασφαλέστερη πορεία της ζωής, όπως φανερώνει και η ομολογία του: «ἐπὶ δὲ τῷ ῥήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον».


Όταν ο Πέτρος είδε το πρωτοφανές και ανέλπιστο πλήθος των ψαριών, έπεσε στα γόνατα του Χριστού και είπε: «ἔξελθε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε». Ο Κύριος, όμως, τον καθησύχασε λέγοντάς του: «μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν».


Συγκλονισμένος ο Απόστολος Πέτρος κατάλαβε, μέσα από την ευλογία του θαύματος, ότι δεν είχε μπροστά του έναν απλό άνθρωπο, αλλά τον θεϊκό Διδάσκαλο. Μπροστά στο μεγαλείο Του δεν αντέχει να αντικρίσει το πρόσωπό Του, αλλά, συντετριμμένος, κλίνει το γόνυ της ψυχής και του σώματος και Τον προσκυνά. Αισθάνεται βαθιά την αμαρτωλότητά του μπροστά στην αγιότητα του Κυρίου. Αναγνωρίζει τα σφάλματα και τις αδυναμίες του.


Δεν είναι τυχαίο ότι ο Πέτρος αναδείχθηκε ένας από τους κορυφαίους μαθητές του Κυρίου. Γι’ αυτό και μετά την Ανάσταση, στις εμφανίσεις του Αναστάντος προς τους μαθητές, γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στο πρόσωπό του. Η Εκκλησία τον τιμά ως τον κλειδούχο της Βασιλείας των Ουρανών. Με τη στάση του μάς διδάσκει ότι το κλειδί για την είσοδο στη Βασιλεία του Θεού είναι η αυτογνωσία και η ταπείνωση.


Οι άνθρωποι της θάλασσας καλούνται να γίνουν συνεχιστές του αποστολικού έργου. Ο Χριστός τούς καλεί να αξιοποιήσουν την αλιευτική τους εμπειρία, όχι πλέον για να αλιεύουν ψάρια, αλλά ανθρώπους. Πολύ χαρακτηριστικά ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επισημαίνει ότι οι ψαράδες βγάζουν τα ψάρια από το νερό και εκείνα πεθαίνουν. Οι Απόστολοι, όμως, «αλιεύουν» τους ανθρώπους οδηγώντας τους στο νερό του Βαπτίσματος, όχι για να πεθάνουν, αλλά για να νεκρωθεί ο παλαιός άνθρωπος και να αναδυθούν από την κολυμβήθρα ανανεωμένοι, αναγεννημένοι, ανακαινισμένοι και αγιασμένοι, «ἀπεκδυσάμενοι τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον… καὶ ἐνδυσάμενοι τὸν νέον».


Ο χρόνος κυλά γρήγορα. Εξαιτίας της αμέλειας και της αδιαφορίας μας έχουμε χάσει πολύτιμο χρόνο. Γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος, στη Β΄ προς Κορινθίους επιστολή του, απευθύνει σε όλους μας την προτροπή: «Ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας».


Ας ακούσουμε όλοι τη φωνή του Κυρίου και τη φωνή του Αποστόλου. Τώρα είναι ο κατάλληλος καιρός. Τώρα είναι η ημέρα της σωτηρίας μας. Αρκετό χρόνο χάσαμε. Μετατρέψαμε, με την παρακοή μας, τον κόσμο που μας χάρισε ο Θεός από παράδεισο σε κόλαση και πληγώσαμε τη ζωή μας.


Όχι, λοιπόν, άλλη αναβολή. Τώρα είναι η ώρα της προσωπικής μας σωτηρίας. Τώρα μας καλεί ο Θεός να ακολουθήσουμε πρόθυμα το θέλημά Του, να συμφιλιωθούμε μαζί Του, να σωθούμε από τη φρικτή απώλεια και να κερδίσουμε την αιώνια χαρά.


Η πρόσκληση που απηύθυνε ο Χριστός στον Πέτρο και στους άλλους μαθητές απευθύνεται και σε εμάς. Εκείνοι άφησαν τα πάντα και Τον ακολούθησαν. Ο Χριστός ζητά και από εμάς να Του προσφέρουμε το πολυτιμότερο που έχουμε, την καρδιά μας, για να την καθαρίσει και να την αγιάσει, ώστε το σώμα μας να γίνει ναός του Αγίου Πνεύματος.


† Αρχιμανδρίτης Λάμπρος Στυλιανού

«ἀνήρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε∙» (Μτθ. 5, 8).

 Στό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα παρακολουθήσαμε τό θαῦμα πού ἔγινε ἀφορμή νά ἀκολουθήσουν τόν Χριστό ὡς μαθητές ὁ Πέτρος, ὁ Ἰάκωβος καί ὁ Ἰωάννης. Τό θαῦμα αὐτό ἦταν μιά παράδοξη ψαριά, πού συνέβη μέρα μεσημέρι ἐνάντια σ’ ὅλες τίς πιθανότητες. Ὁ Κύριος διαλέγει τό πλοῖο τοῦ Σίμωνα Πέτρου, γιά νά τό κάνει ἄμβωνα. Κάθισε καί «ἐκ τοῦ πλοίου ἐδίδασκε τούς ὄχλους». Ἀφοῦ ἔκανε τό πλοῖο ἐργαλεῖο ψαριᾶς ἀνθρώπων, στή συνέχεια κάνει καί τόν πλοιοκτήτη ψαρά τῶν ἀνθρώπων. Τόν βάζει νά ψαρέψει μέρα μεσημέρι! Σέ ἀντίθεση μέ τήν ἄκαρπη νυκτερινή προσπάθεια, ἡ μεσημεριανή προσπάθεια φέρνει τόσα ψάρια, πού κινδύνευε τό πλοῖο νά καταποντιστεῖ! Μπροστά σ’ αὐτό τό θαῦμα ὁ Πέτρος ἐκπλήσσεται. Νιώθει τό μεγαλεῖο καί τή δύναμη τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά ταυτόχρονα αἰσθάνεται καί τή δική του ἀναξιότητα μπροστά σ’ αὐτό τό πρόσωπο τοῦ Διδασκάλου. Ζητάει ἀπό τόν Κύριο νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό κοντά του, διότι, ὅπως ὁμολογεῖ: «ἀνήρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε∙».


Δέν διάλεξε ὁ Πέτρος τόν Χριστό. Ὁ Ἰησοῦς ἐπέλεξε τόν Πέτρο. Ὁ Ἰησοῦς πλησίασε καί ψάρεψε τόν ψαρά τῶν ψαριῶν, γιά νά τόν μεταστρέψει σέ ψαρά τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Κύριος δέν κοίταξε τά ἄδεια δίχτυα, δέν δίστασε ἀπό τήν κακή διάθεση τοῦ μελλοντικοῦ μαθητῆ Του, δέν ὑπολόγισε τή σωματική κούραση μετά ἀπό τήν ἄκαρπη ὁλονύκτια προσπάθεια, δέν λογάριασε τό παράξενο τοῦ ἐγχειρήματος νά μετατρέψει τήν ψαρόβαρκα σέ ἄμβωνα, δέν δίστασε νά δώσει τήν πιό παράλογη ἐντολή: ψαριά μέρα μεσημέρι. Ὅλα τά διαχειρίστηκε μέ σοφία καί ἀγάπη, προκειμένου νά σαγηνέψει τούς μελλοντικούς συνεργάτες Του.


Ὁ Κύριος κάνει τά πάντα, γιά νά βρεῖ τόν ἄνθρωπο. Δημιουργεῖ τίς κατάλληλες συνθῆκες, ἔτσι ὥστε καθένας πού Τόν συναντάει νά γίνει πιστός μαθητής καί ἐργάτης τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου.


Ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἔρχεται ἡ μεγάλη καί μοναδική στιγμή τῆς συνάντησης μέ τόν Θεό, συνταράσσεται. Ἡ ψυχή ξυπνάει ἀπό τόν λήθαργο τῆς λησμοσύνης τοῦ Θεοῦ. Τά πέπλα τῆς ἄγνοιας πέφτουν. Ἡ ὁμίχλη τοῦ ψεύδους διαλύεται. Μπροστά στήν πραγματικότητα τῆς θεϊκῆς ἀποκάλυψης ὁ ἄνθρωπος «ἔρχεται εἰς ἑαυτόν». Κατανοεῖ ποιός εἶναι ὁ ἴδιος καί ποιός εἶναι Αὐτός μέ τόν ὁποῖο συναντιέται. Ἔτσι μέ συναίσθηση καί φιλοτιμία ρίχνεται στήν προσπάθεια τῆς θεογνωσίας. Βεβαίως, ὑπάρχει πάντοτε καί ἡ πιθανότητα τῆς ἀπάτης ἤ τῆς ψευδαίσθησης. Πολλές φορές ὁ διάβολος, γιά νά πλανήσει τόν ἄνθρωπο, μπορεῖ νά μεταμορφωθεῖ καί νά παρουσιαστεῖ ἀκόμη καί ὡς ἄγγελος φωτός. Πολλοί ἄνθρωποι πλανήθηκαν ἤ καί πλανῶνται. Ἐνῶ νομίζουν ὅτι συναντήθηκαν ἤ συνομιλοῦν μέ τόν Χριστό, τήν Παναγία καί τούς ἁγίους, στήν πραγματικότητα ταλαιπωροῦνται ἀπό δαιμονικά κατασκευάσματα ἤ ἀπό φαντασίες τῆς προσωπικῆς τους ἀλαζονείας. Ἡ στάση τοῦ Σίμωνα Πέτρου κατά τή συνάντησή του μέ τόν Χριστό μᾶς δίνει τά αὐθεντικά γνωρίσματα πού ἔχει ὁ ἄνθρωπος, ὅταν δέχεται τήν ἀποκάλυψη τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ στήν ὕπαρξή του.


Τό πρῶτο γνώρισμα τῆς ἐπαφῆς μέ τόν Θεό εἶναι ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτίας. Ὁ Πέτρος, ὅταν ἀντιλαμβάνεται ὅτι αὐτός πού βρίσκεται στό πλοιάριό του δέν εἶναι ἕνας ἁπλός ἄνθρωπος, ἀλλά εἶναι ὁ Σωτήρας Χριστός, νιώθει μιά βαθιά ἀναξιότητα μπροστά στήν παρουσία τοῦ Κυρίου. Μέ ἐπίγνωση φωνάζει: «ἀνήρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε∙» καί ζητάει ἀπό τόν Ἰησοῦ νά φύγει ἀπό κοντά του ὄχι ἐπειδή δέν Τόν θέλει, ἀλλά ἐπειδή δέν Τοῦ ἀξίζει. Αὐτή ἡ βαθιά συναίσθηση τῆς ἁμαρτίας ὑπάρχει μέσα σέ κάθε ἄνθρωπο πού ἔρχεται σέ κοινωνία μέ τόν Θεό ἤ μέ κάποιο θεούμενο πρόσωπο. Ὅταν ἡ βρωμιά συναντήσει τήν καθαρότητα, τότε ἡ βρωμιά φαντάζει ἀκόμη πιό ἔντονη. Ὅταν τό παραμορφωμένο πρόσωπο σταθεῖ μπροστά στόν καθρέπτη τῆς θείας ὀμορφιᾶς, τότε ἀντιλαμβάνεται τή δική του δυσμορφία.


Ὅταν τό ἀτελές σταθεῖ μπροστά στό τέλειο, τότε κατανοεῖ τά δικά του ἐλλείμματα. Ἡ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἡ προσέλευση στή θεία Λατρεία, ἡ συναναστροφή μέ συνειδητούς ἐργάτες τῆς ἀρετῆς, ἡ ἐντρύφηση στούς βίους τῶν ἁγίων, στή φιλοκαλία καί στό γεροντικό μᾶς κάνει νά νιώσουμε βαθιά τήν ἁμαρτωλότητά μας. Μπροστά στούς ὀλυμπιονίκες τοῦ πνεύματος νιώθουμε τή δική μας τεμπελιά. Μπροστά στούς γίγαντες τῆς τελειότητας νιώθουμε τή δική μας ντροπιαστική μικρότητα. Ὅταν εἴμαστε μαζί μέ ἄλλους ἁμαρτωλούς, ἴσως νά νιώθουμε καί ἐνάρετοι. Εἴμαστε τό κάτι ἄλλο, ὅταν συγκρινόμαστε μέ ὅσους θεωροῦμε κατωτέρους μας. Ἐάν ὅμως συγκριθοῦμε μέ τόν Χριστό; Ἐάν συγκριθοῦμε μέ τήν Κυρία Θεοτόκο; Ἐάν συγκριθοῦμε μέ τόν προστάτη μας Ἅγιο; Τότε καταλαβαίνουμε πόσο χαμηλά εἴμαστε πεσμένοι. Ὅποιος συναπαντάει τόν Θεό καί δέν αἰσθάνεται τήν ἁμαρτωλότητά του, ἤ εἶναι σέ πλάνη ἤ βρίσκεται σέ ἀναισθησία. Ἡ αὐγή τῆς θείας ἀποκάλυψης τό πρῶτο πού φωτίζει εἶναι τό ἔρεβος τοῦ κακοῦ στήν ὕπαρξή μας. Γι’ αὐτό καί ἡ πρώτη γνωριμία μέ τόν Θεό ὀνομάζεται «φώτιση». Ὅλοι οἱ ἅγιοι, σάν τόν Πέτρο, ὅσο πρόκοβαν στή γνωριμία τους μέ τόν Θεό, τόσο φώναζαν καί ὁμολογοῦσαν ὅτι ἦταν οἱ ἁμαρτωλότεροι τῶν ἀνθρώπων. Αὐτό δέν ἦταν ταπεινολογία. Ἦταν ἀληθινή ταπείνωση.


Τό δεύτερο γνώρισμα τῆς ἐπαφῆς μέ τόν Θεό εἶναι ἡ ζωή καί ὁ ἀγώνας τῆς μετάνοιας. Ἀπό τή στιγμή πού ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται μέ τόν Θεό καί ἐννοεῖ τήν ἁμαρτωλότητά του, ξεκινάει ἕνα συνειδητό ἀγώνα μετάνοιας. Μετά τή συνάντηση μέ τόν Κύριο ὁ πιστός κάνει μιά μεταστροφή. Ἐνῶ πήγαινε στή λεωφόρο τοῦ κακοῦ, ἀλλάζει πορεία καί μεταστρέφεται στό μονοπάτι τοῦ καλοῦ. Ἡ ὁδός τοῦ Κυρίου εἶναι στενή καί τεθλιμμένη, ἀλλά αὐτό δέν τόν φοβίζει. Δέν τόν φοβίζει, διότι τό φορτίο τοῦ Χριστοῦ εἶναι χρήσιμο καί ἐλαφρύ. Τό μονοπάτι τῆς ἀρετῆς εἶναι δύσβατο, διότι τόν περιμένουν παγίδες καί πτώσεις. Τό φορτίο, ὅμως, πού κουβαλάει στούς ὤμους του, εἶναι τόσο ὅσο μπορεῖ νά σηκώσει. Στόν ἀγώνα τῆς ἀρετῆς ὅλοι εἴμαστε πρωταθλητές, διότι καλούμαστε νά σπάσουμε μόνο τό δικό μας ρεκόρ. Ὅλοι θά πάρουμε τό στεφάνι τῆς νίκης, ἀρκεῖ νά ξεπερνᾶμε σέ κάθε προσπάθεια τίς δικές μας προηγούμενες ἐπιδόσεις. Ὁ μόνος ἀντίπαλος στόν προσωπικό μας ἀγώνα εἶναι ὁ δικός μας παλαιός ἑαυτός. Οἱ ἀνώτεροι συναθλητές λειτουργοῦν ὡς πρότυπα γιά μᾶς καί ὄχι ὡς ἀνταγωνιστές. Ὅταν ὁ Πέτρος εἶπε: «ἀνήρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε∙», ξεκίνησε μία ζωή ἀληθινῆς μετάνοιας. Ἦταν μία ζωή πού εἶχε πτώσεις καί ἀνατάσεις, στό τέλος, ὅμως, αὐτή ἡ μετάνοια τόν ὁδήγησε στή δόξα τῆς αἰωνιότητας. Ἔτσι καί ἐμεῖς. Ἡ συνάντηση μέ τόν Θεό εἶναι ἀληθινή μόνον ὅταν μετά τή συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας ριχτοῦμε συνειδητά στόν ἀγώνα τῆς μετάνοιας.


Τό τρίτο γνώρισμα τῆς ἐπαφῆς μέ τόν Θεό εἶναι ἡ ἐργασία τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Πέτρος μετά ἀπό ἐκείνη τή θαυματουργική μεσημεριανή ψαριά ἄκουσε ἀπό τόν Ἰησοῦ καί τήν πρόσκληση: «μή φοβοῦ∙ ἀπό τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν». Κατάλαβε τήν πρόσκληση καί ἀνταποκρίθηκε σ’ αὐτή. Μαζί μέ τούς ὑπόλοιπους ψαράδες ἐκεῖνο τό μεσημέρι «ἀφέντες ἅπαντα ἠκολούθησαν αὐτῷ». Ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς του δέν ἐκφράστηκε μέ κάποιο γοερό μοιρολόι καί μέ διάφορες συναισθηματικές ἄκαρπες τύψεις. Ὁ ἀγώνας τῆς μετάνοιας ξεκίνησε μέ τήν ἀλλαγή στή ζωή του. Ἄφησε τά πάντα καί ἀκολούθησε τόν Χριστό. Ἡ συνοδοιπορία του μέ τόν Χριστό ἦταν παντοτινή. Δέν κράτησε μόνο κατά τά τρεισήμισι χρόνια τῆς ἐπίγειας παρουσίας τοῦ Κυρίου. Κράτησε γιά ὅλη τήν ὑπόλοιπη ζωή του. Ἀφιερωμένος ἀποκλειστικά στόν Διδάσκαλο καί Σωτήρα ἀφιέρωσε τήν ὕπαρξή του στόν εὐαγγελισμό τοῦ κόσμου. Ἔγινε, κατά τόν λόγο τοῦ Ἰησοῦ, ἀληθινός ψαράς τῶν ἀνθρώπων. Κακοπάθησε καί θυσιάστηκε γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί γιά τό κήρυγμα τῆς ἀλήθειας. Κτύπησε τό ψεῦδος τῆς κάθε θρησκείας καί δίδαξε τήν ἀληθινή πίστη, πού εἶναι σχέση ζωντανή καί ἀγαπητική μέ τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο. Αὐτή ἡ ἐργασία τῆς ἱεραποστολῆς τόν ὁδήγησε στό μαρτύριο. Ἀλλά τό μαρτύριο γιά ἐκεῖνον ἦταν χαρά καί εὐφροσύνη. Τό ἱερό του πρόσωπο στέκεται ὡς πρότυπο ζωῆς γιά ὅλους μας. Ἐφόσον συναντηθοῦμε μέ τόν Χριστό, μέσα στά πλαίσια τοῦ ἀγώνα τῆς μετάνοιας, καλούμαστε κι ἐμεῖς νά γίνουμε ψαράδες τῶν ἀνθρώπων. Αὐτό δέν πρέπει νά τό δοῦμε σάν καθῆκον ἀλλά σάν ἐνέργεια ἀγάπης καί προσφορᾶς. Ποτέ ἄλλοτε ὁ κόσμος δέν βυθίστηκε τόσο πολύ στό σκοτάδι τῆς κακίας καί τῆς ἀνηθικότητας ὅσο σήμερα. Τώρα πλέον ἡ ἁμαρτία πέταξε ὅλα τά προσωπεῖα της καί περηφανεύεται γιά τά κατορθώματά της! Διέλυσε τίς ἀνθρώπινες συνειδήσεις, ἀλλοίωσε τήν οἰκογένεια, κατήργησε κάθε μορφή ὁρίου, γκρέμισε τίς ἀρχές καί τίς ἀξίες, πού διαφύλασσαν τήν ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια, μετέστρεψε τόν ἄνθρωπο ἀπό πρόσωπο σέ προϊόν, ἀντικατέστησε τήν αἰώνια προοπτική μέ τή γήινη ἀπόλαυση, ταύτισε τήν εὐτυχία μέ τήν ἡδονή καί ἔτσι κατέστησε τόν ἡδονισμό ἀπύθμενη πηγή δυστυχίας. Στή θέση τῆς πίστης ἔβαλε τίς πάσης φύσεως θρησκεῖες καί ἔτσι κρατάει τόν ἄνθρωπο ἀνερμάτιστο νά κτυπιέται ἀπό τά κύματα τῆς ποικίλης ἀνασφάλειας.


Οἱ ἄνθρωποι συλλαμβάνονται ἀπό τήν ἁμαρτία «ἀνεπαισθήτως». Οἱ γενιές στέκονται ἀνίκανες ἡ μία νά δώσει τή σοφία της στήν ἄλλη, διότι βρίσκονται σέ μία διαρκή σύγκρουση. Οἱ λαοί ἀντιμάχονται γιά ἀπατηλούς στόχους. Οἱ κοινωνίες κατακομματιάζονται κάτω ἀπό τά συμφέροντα τῶν λίγων. Οἱ πολλοί ἀδιαφοροῦν καί ἔτσι συνεργοῦν στό κακό. Τί ἀπομένει; Ὡς ἐλπίδα τοῦ κόσμου ἀπομένουν οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ. Οἱ σύγχρονοι αὐθεντικοί ἐργάτες τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι τά τελευταῖα φῶτα αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Οἱ ἅγιοι μιλοῦν στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων. Ἀγγίζουν τά μεγάλα ὑπαρξιακά θέματα, ἀνοίγουν δρόμους στά ἀξεπέραστα ἀδιέξοδα. Γι’ αὐτό ὁ λόγος τους εἶναι ζωντανός καί σύγχρονος. Ἄς ἀντιληφθοῦμε βαθιά αὐτή τήν ἀνάγκη τῆς ἐποχῆς μας, γιά νά ἐνταχθοῦμε καί ἐμεῖς στούς φιλότιμους ψαράδες τοῦ Χριστοῦ.


Μετά ἀπό τό θαῦμα τῆς μεσημεριανῆς πλούσιας ψαριᾶς ἀκοῦμε σήμερα τόν Πέτρο νά ὁμολογεῖ: «ἀνήρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε∙». Ἡ ὁμολογία του εἶναι κραυγή ταπείνωσης, μετάνοιας καί προσφορᾶς. Ὅταν ἐμεῖς συναντοῦμε τόν Χριστό, ἄς κάνουμε τήν ἴδια ὁμολογία. Ἄς μετροῦμε τό βάθος τῆς ἁμαρτίας μας, ἄς ξεκινᾶμε τή ζωή τῆς μετάνοιας καί ἄς προσφέρουμε στούς συνανθρώπους μας τό φῶς τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα καί τῆς χαρούμενης ἐλευθερίας τοῦ Εὐαγγελίου. Τότε θά εἴμαστε οἱ εὐλογημένοι ψαράδες τοῦ Χριστοῦ, πού ἐπιβαίνοντες στό ὡραῖο πλοῖο τῆς Ἐκκλησίας θά πλέουμε στό ἀπάνεμο λιμάνι τῆς σωτηρίας, τό ὁποῖο ἑτοίμασε ὁ Κύριος γιά ὅλους μας. Ἀμήν.

«Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ»

 «Δι ὅλης νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν ἐπὶ δὲ τῷ ρήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον». Στὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς πλέκονται δύο πράγματα. Τὸ πρῶτο εἶναι ἡ πεῖρα. Τὸ δεύτερο ἡ ἐμπιστοσύνη στὸ Χριστό. Πεῖρα καὶ πίστη συναντῶνται μέσα στὴν ἴδια καρδιά.


Τί νὰ ἀκολουθήσει ὁ ἄνθρωπος; Ὅ,τι τοῦ λέει ἡ πεῖρα τῆς ζωῆς γιὰ ὁρισμένα ζητήματα ἢ ὅ,τι τοῦ ὑπαγορεύει ἡ πίστη στὸ Χριστό; Μὲ δύο λέξεις θὰ μπορούσαμε νὰ προσδιορίσουμε τὴν πεῖρα σὰν καταστάλαγμα ζωῆς. Συσσωρεύεται μὲ ὅσα ζήσαμε, εἴδαμε, ἀκούσαμε, πάθαμε, μάθαμε, χρησιμοποιῶντας τὴ λογική μας, παρατηρῶντας γύρω μας καὶ ἐμβαθύνοντας στοὺς νόμους ποὺ δεσπόζουν στὸν κόσμο.


Οἱ πρωταγωνιστὲς τῆς σημερινῆς περικοπῆς ἦταν ψαρᾶδες. Εἶχαν μιὰ ἀξιόλογη ἐμπειρία πάνω στὴ δουλειά τους. Ἡ ἐντολὴ ποὺ τοὺς δόθηκε νὰ ψαρέψουν, ἦταν ἀντίθετη μὲ τὴν πεῖρα τους. Ὅλη τὴ νύχτα κοπίασαν, ἀγρύπνησαν, καὶ τίποτε δὲν ἔπιασαν. Τὸ νὰ ξαναπᾶνε γιὰ ψάρεμα τὴν ἡμέρα καὶ τὴν ὥρα ἐκείνη, καὶ μάλιστα ὕστερα ἀπὸ τόσο μόχθο, ἦταν -ἔτσι τοὺς ἔλεγε ἡ πεῖρα τους - ἄδικος κόπος.


Κάτι ἀνάλογο συμβαίνει γενικότερα καὶ μὲ τὴν ἀνθρώπινη πεῖρα, ὅταν ἔρχεται ἀντιμέτωπη μὲ μεγάλα καὶ σοβαρὰ πνευματικὰ ζητήματα. Προσκαλεῖ ἡ Ἐκκλησία τοὺς ἀνθρώπους σὲ μιὰ καινούργια ζωή, μετανοίας, ἀγάπης, ἀλήθειας∙ ὁμιλεῖ περὶ βασιλείας τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ∙ περὶ ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν σὲ ἕνα σῶμα. Ἀλλά πολλοί, ποὺ στηρίζονται μόνο στὴν ἐμπειρία τους, στὴν πεῖρα τῆς ζωῆς διαφωνοῦν: Αὐτὰ δὲν γίνονται! Πῶς μπορῶ νὰ ἀλλάξω, ὅταν ἔχω συνηθίσει νὰ ζῶ ὅπως ζῶ; Πῶς νὰ ἀγαπήσω αὐτοὺς ποὺ μόνο μῖσος ἐμπνέουν; Πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ εἶμαι εἰλικρινὴς καὶ δίκαιος σὲ μιὰ κοινωνία διεφθαρμένη; Δὲ γίνεται τίποτε!


Σὲ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν ἐμπειρικὴ λογικὴ ἀρνεῖται νὰ ὑποταχθεῖ ἡ χριστιανικὴ πίστη. Δὲν ἀμφισβητεῖ τὰ στοιχεῖα ἀλήθειας ποὺ ἔχει, ἀλλὰ βλέπει πιὸ μακρυά, ὁρίζοντες ποὺ ἀδυνατεῖ ἡ λογικὴ καὶ ἡ ἐμπειρία νὰ συλλάβει.


Στὴ ζωὴ τὸν τελευταῖο λόγο δὲν τὸν ἔχει οὔτε ἡ ἀνθρώπινη λογική, οὔτε οἱ ἀνθρώπινες προβλέψεις, οὔτε ἡ ἀνθρώπινη τέχνη, οὔτε ἀκόμη οἱ φυσικὲς συνθῆκες. Ἡ ἐμπιστοσύνη καὶ ἡ ὑπακοὴ στὸν Θεὸ τελικὰ ἀνατρέπουν τὸ κατεστημένο τῆς ἀνθρώπινης πείρας καὶ δημιουργοῦν νέες, εὐλογημένες καταστάσεις. Μὲ αὐτὴ τὴν ἐμπιστοσύνη καὶ ὑπακοὴ στὸν λόγο τοῦ Θεοῦ ἀνοίγουν νέες δυνατότητες στὴ ζωὴ, διότι αὐτὲς στηρίζονται στὴ βεβαιότητα ὅτι: «οὐκ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ Θεῷ πᾶν ρῆμα».