Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026

Ένα από τα πιο δύσκολα μυστήρια της πίστης

 Ο Γέροντας Εφραίμ της Σκήτης του Αγίου Ανδρέα έλεγε πως κανένας Άγιος δεν πέρασε από τη ζωή χωρίς θλίψεις και δοκιμασίες.

 Κι ίσως αυτό να είναι ένα από τα πιο δύσκολα μυστήρια της πίστης· να πονάς και να μη νομίζεις πως ο Θεός σε ξέχασε. 

 Γιατί ο Σταυρός δεν είναι η απουσία Του. Είναι η σιωπηλή παρουσία Του μέσα στη δοκιμασία. 

 Ο Χριστός δεν μας υποσχέθηκε δρόμο χωρίς αγκάθια. Μας έδειξε πρώτος τον δρόμο του Σταυρού. 

Κι όταν η ζωή βαραίνει στους ώμους μας, ας μη ρωτάμε μόνο «γιατί;». 

Ας ψιθυρίζουμε μέσα από τα δάκρυά μας: 

«Κύριε, αφού Εσύ περπάτησες πρώτος αυτόν τον δρόμο, κράτησέ με κι εμένα να μη λυγίσω.»

 Γιατί κάποτε θα καταλάβουμε πως πίσω από κάθε σταύρωμα που αντέξαμε με πίστη, κρυβόταν μια Ανάσταση που ακόμη δεν είχαμε δει.

ΘΑΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ: «Αξίως προσέλθετε»

 ΤΟΝ 4ο αιώνα στις ερήμους της Θηβαϊδος και της Νιτρίας ζούσαν περίφημοι και πνευματοφόροι ασκητές.

Ένας απ' αυτούς ήταν και ο πρεσβύτερος Ευλόγιος. Αυτός, όταν λειτουργούσε, έπαιρνε τόση χάρη γνώσεως, ώστε καταλάβαινε την ψυχική κατάσταση κάθε μοναχού, πού πλησίαζε για νά μεταλάβει, και ανάλογα τον συμβούλευε:

Πώς τόλμησες νά προσέλθει ς στα άγια Μυστήρια έχοντας τη διάνοια μολυσμένη; Εσύ αυτή τη νύχτα είχες λογισμούς πορνείας".

Εσύ πάλι", έλεγε σε κάποιον άλλο, "σκεφτόσουνα πώς δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στον αμαρτωλό και στο δίκαιο, όταν προσέρχεται στη θεία χάρη".

Κι εσύ", παρατηρούσε έναν τρίτο, "αμφέβαλλες αν θα σε αγιάσει ή θεία Κοινωνία".

Απομακρυνθείτε λοιπόν από τα άγια Μυστήρια και μετανοήστε ολόψυχα, για νά συγχωρηθούν οι αμαρτίες σας και νά γίνετε άξιοι της Κοινωνίας τού Χριστού. "Αν δεν καθαρίσετε τις ψυχές σας, δεν μπορείτε νά πλησιάσετε τη χάρη τού Θεού".

Ένας άλλος πρεσβύτερος, ο Πιαμμωνάς, πού κατοικούσε κοντά στη Διολκόπολη, πολύ ταπεινός και ενάρετος, έβλεπε συνεχώς οπτασίες.

Μία μέρα, ενώ πρόσφερε Την αναίμακτη θυσία, είδε έναν άγγελο νά στέκεται στα δεξιά τού άγίου θυσιαστηρίου και νά γράφει σε βιβλίο τα ονόματα των αδελφών πού πλησίαζαν για νά μεταλάβουν.

Είδε επίσης τον άγγελο νά σβήνει τα ονόματα μερικών μοναχών πού δεν είχαν έρθει στη σύναξη. Αυτοί μετά από δεκατρείς μέρες πέθαναν!

Τον Πιαμμώνα τον βασάνισαν πολύ οι δαίμονες και τον κατάντησαν τόσο αδύναμο, πού δεν μπορούσε νά σταθεί και νά λειτουργήσει.

Κάποτε όμως τον πλησίασε άγιος άγγελος, τον έπιασε απ' Το χέρι, τον δυνάμωσε και τον οδήγησε πάλι υγιή μπροστά στο ιερό θυσιαστήριο.

Άγιοι Χίλιοι Μάρτυρες

 Οι Άγιοι Χίλιοι Μάρτυρες μαρτύρησαν δια ξίφους.


Άγιος Μαρδόνιος

 Ο Άγιος Μαρδόνιος μαρτύρησε, αφού έκαψαν τα μάτια του με πυρωμένα κάρβουνα.

Άγιος Στρατόνικος

 Ο Άγιος Στρατόνικος μαρτύρησε δια ξίφους.

Άγιες Δύο Γυναίκες Οσιομάρτυρες

 Οι Άγιες Δύο Γυναίκες μάλλον ήταν μοναχές και μαρτύρησαν με τρόπο που δεν γνωρίζουμε.

Άγιοι Εβδομήκοντα Μάρτυρες των συναναιρεθέντων τη Αγία Pιψιμία

 Οι Άγιοι Εβδομήκοντα Μάρτυρες μαρτύρησαν μαζί με την Αγία Ριψιμία.

Άγιες Ριψιμιά, Γαϊάνη και Άλλες Τριακονταδύο Παρθενομάρτυρες

 Η Αγία Ριψιμία (ή Ριψίμη) μαρτύρησε στα χρόνια του Διοκλητιανού (284-304 μ.Χ.) και συγκεκριμένα το 292 μ.Χ. Ήταν όμορφη στο σώμα και σεμνή στο ήθος (κατ΄ άλλους και μοναχή). Επειδή δεν δέχτηκε την πρόταση του Διοκλητιανού να γίνει γυναίκα του, κατέφυγε μαζί με την γερόντισσα Γαϊανή, που λέγεται ότι ήταν καθηγουμένη της Ριψιμίας, στην Αρμενία. Ο βασιλιάς όμως της Αρμενίας Τηριδάτης, άκουσε για την ομορφιά της Ριψιμίας και θέλησε και αυτός να την κάνει γυναίκα του. Αλλά η αγνή Ριψιμία αρνήθηκε και έτσι κίνησε την οργή του Τηριδάτη, ο όποιος διέταξε να τη βρουν και να τη συλλάβουν. Οι απεσταλμένοι του τη βρήκαν γύρω από τα μέρη του Αραράτ, όπου κρυβόταν. Εκεί λοιπόν, οι βάρβαροι, της έβγαλαν τα μάτια, κατόπιν έκοψαν τη γλώσσα της και στο τέλος έκοψαν το σώμα της σε μικρά κομμάτια. Έτσι η Αγία Ριψιμία, παρέδωσε την αγνή ψυχή της στον στεφανοδότη Χριστό. Μαζί όμως με τη Ριψιμία, μαρτύρησαν με φρικτά βασανιστήρια και η γερόντισσα Γαΐανή, καθώς και 32 Παρθενομάρτυρες. Τέλος, μαζί με τις Αγίες αυτές μαρτύρησαν και 70 άνδρες, που κρύβονταν σ' εκείνα τα μέρη.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός

 


Άγιος Γρηγόριος ο Ιερομάρτυρας επίσκοπος της Μεγάλης Αρμενίας

 Ο Άγιος Γρηγόριος ήταν γιος του Ανάκ, που ήταν συγγενής του βασιλιά της Μεγάλης Αρμενίας, Κουσαρώ (290 μ.Χ.). Ο Ανάκ, λοιπόν, σε συνεργασία με το βασιλιά των Περσών Αρτασείρα, σκότωσε τον Κουσαρώ. Αλλά οι σατράπες της Αρμενίας εκδικήθηκαν το φόνο του, σκοτώνοντας τον Ανάκ και όλη του την οικογένεια. Διασώθηκαν μόνο δύο παιδιά του, που ένας ήταν ο Γρηγόριος.


Στην Καισαρεία συνέβη να συναντηθούν ο γιος του φονιά Ανάκ, Γρηγόριος, και ο γιος του θύματος Τηριδάτης. Τότε ο Γρηγόριος σπούδαζε με ζήλο τα Ιερά γράμματα, (στην Καισαρεία της Καππαδοκίας από τον εκεί αρχιεπίσκοπο Λεόντιο), που μεταξύ άλλων λένε: «τελείων δὲ ἐστὶν ἡ στερεὰ τροφή, τῶν διὰ τὴν ἕξιν τὰ αἰσθητήρια γεγυμνασμένα ἐχόντων πρὸς διάκρισιν καλοῦ τε καὶ κακοῦ» (Εβραίους, ε' 14.1). Δηλαδή, η στερεά και υψηλότερη πνευματική τροφή είναι για τους τέλειους χριστιανούς, που από την άσκηση έχουν τα πνευματικά αισθητήρια γυμνασμένα στο να διακρίνουν εύκολα μεταξύ του καλού και κακού. Γυμνασμένος, λοιπόν, και ο Γρηγόριος στη διάκριση, όχι μόνο δεν αποστράφηκε τον Τηριδάτη, αλλά τον πλησίασε με αγάπη, αποδοκίμασε την πράξη του πατέρα του και τον βοήθησε σε κάποια ασθένεια του.


Όταν αργότερα ο Τηριδάτης έγινε βασιλιάς Αρμενίας, βασάνισε φρικτά τον Γρηγόριο (που τότε ήταν επίσκοπος Αρμενίας). Διέταξε μάλιστα, να τον ρίξουν σε λάκκο με φίδια και άλλα ερπετά. Ο Γρηγόριος όχι μόνο δεν έπαθε τίποτα αλλά επέζησε για 15 χρόνια τρεφόμενος με το ψωμί που του πήγαινε κρυφά μια χήρα. Ο Θεός, όμως, επέτρεψε να γίνει ο Τηριδάτης σχιζοφρενής. Αλλά δια των προσευχών του Γρηγορίου θεραπεύθηκε, μετανόησε και βαπτίσθηκε χριστιανός με όλο του το έθνος.



Ἀπολυτίκιον  

Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Θείας πίστεως, τὴ γεωργία, ἐνεούργησας, βροτῶν καρδίας, κατασπείρας τὴν τοῦ Λόγου ἐπίγνωσιν, καὶ λαμπρυνθεῖς μαρτυρίου τοὶς στίγμασιν, ἱεραρχία Γρηγόριε ἔφανας. Πάτερ ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.


Έτερον Ἀπολυτίκιον

Ἦχος δ’.

Καὶ τρόπων μέτοχος, καὶ θρόνων διάδοχος, τῶν Ἀποστόλων γενόμενος, τὴν πρᾶξιν εὗρες θεόπνευστε, εἰς θεωρίας ἐπίβασιν· διὰ τοῦτο τὸν λόγον τῆς ἀληθείας ὀρθοτομῶν, καὶ τῇ πίστει ἐνήθλησας μέχρις αἵματος, Ἱερομάρτυς Γρηγόριε· Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.


Κοντάκιον

Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.

Τὸν εὐκλεῆ καὶ Ἱεράρχην ἅπαντες, ὡς ἀθλητὴν τῆς ἀληθείας σήμερον, οἱ πιστοὶ θείοις ἐν ἄσμασι, καὶ ὑμνῳδίαις εὐφημήσωμεν, τὸν γρήγορον Γρηγόριον ποιμένα καὶ διδάσκαλον, τὸν ἔκλαμπρον φωστῆρα καὶ ὑπέρμαχον· Χριστῷ γὰρ πρεσβεύει τοῦ σωθῆναι ἡμᾶς.


Ὁ Οἶκος

Τοῦτον τὸν μέγαν ἐν ἀθλοφόροις, τὸν φωστῆρα τὸν θεῖον, Ἀρμενίας πιστοὶ ποιμένα τε καὶ πρόμαχον, ἐν ὑμνῳδίαις εὐφημοῦμεν, καὶ ᾄσμασιν ἐνθέοις αὐτοῦ τὴν μνήμην· τὴν γὰρ ἀχλὺν τῶν ματαίων εἰδώλων ἠφάνισε, σὺν αὐτοῖς καὶ τῶν δαιμόνων τὴν ἐνέργειαν ἐνέκρωσε· διὸ τοὺς πόνους ὑπήνεγκε, σταθερᾷ διανοίᾳ καὶ χάριτι, καὶ πρεσβεύει Χριστῷ τοῦ σωθῆναι ἡμάς.


Κάθισμα

Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Βλέμμα γρήγορον τῆς διανοίας, Μάρτυς ἔνδοξε προκεκτημένος, ὁμωνύμως καὶ καταλλήλως διέπρεψας, ὑπὲρ Χριστοῦ τῇ ἀθλήσει στρεβλούμενος, ἐν προσευχαῖς ἀνενδότως ἠγρύπνησες ὅθεν εἴληφας, ἱεραρχικῶς δι' αἵματος, βραβεῖον κατ' ἄμφω παμμάκαρ Γρηγόριε.

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

«Ἴασαι ἡμῶν τά συντρίμματα τῶν καρδιῶν»

 Πότε έγινε συντρίμματα η καρδιά μας;

Μετά από έναν χωρισμό; Μια ασθένεια; Ένα αδιέξοδο; Μια αποτυχία; Μια απώλεια που δεν μπορέσαμε να διαχειριστούμε;

Και καρδιά δεν είναι μόνο το συναίσθημα. Είναι το κέντρο της ύπαρξής μας. Η θέληση, οι προθέσεις, οι μνήμες, ο νους, ο βαθύτερος εαυτός μας. Όταν αυτή η εσωτερική ενότητα διαταράσσεται, ολόκληρο είναι μας κλονίζεται.


Τότε μπορεί να μας αγγίξει η ευχή της Ακολουθίας του Όρθρου:

«Ἴασαι ἡμῶν τά συντρίμματα τῶν καρδιῶν».

Και έρχεται η Αγάπη του Θεού και μας γλυκαίνει εκεί όπου έχουμε σκληρύνει, μας μαλακώνει εκεί όπου έχουμε παγώσει, μας δίνει δύναμη όταν οι δικές μας δυνάμεις εξαντλούνται. Μας χαρίζει την εσωτερική ανάπαυση, τη χαρά και την ειρήνη με την αισθητή Παρουσία της Χάριτος.

Τα κατάγματα και τα συντρίμμια της ψυχής θεραπεύονται με τη Χάρη. Γινόμαστε ολόκληροι, σώοι, σωσμένοι.


Είναι τα συντρίμματα της καρδιάς που μας ανοίγουν τον δρόμο της σωτηρίας.

Μια πορεία που ξεκινά κάθε μέρα, κάθε στιγμή, από την πλήρη αδυναμία και τελειώνει* στην πληρότητα της Χάριτος.

«Ἴασαι, Κύριε,Ἴασαι ἡμῶν τά συντρίμματα τῶν καρδιῶν ».

--------

*(γίνεται τέλεια)

Νικήτας Καυκιός

«Είμαι ο π. Γεώργιος απ’ τη Μονή Γρηγορίου…»

 Δεν ήξερα τον μακαριστό π. Γεώργιο Καψάνη προσωπικά, ούτε ήμουν στην ομάδα των πνευματικών παιδιών του. Διάβασα όμως κατά καιρούς βιβλία του, κι επισκέφτηκα μερικές φορές την όμορφη μονή του οσίου Γρηγορίου, την «παιδική χαρά» του αγίου Όρους, όπως την έλεγε ο π. Παΐσιος, λόγω της ιδιαίτερης απλότητας των πατέρων.

(Παρένθεση: όταν το 1990 είδα μαζί με 2 φίλους μου, για μιάμιση ώρα, τον μακαριστό π. Παΐσιο στο κελλί του στην Παναγούδα, τον επισκέφτηκε κάποιος καθολικός χριστιανός που ήθελε να βαφτιστεί ορθόδοξος. Και, θυμάμαι, ότι ο π. Παΐσιος του είπε: Κοίτα, ρε παιδί, για το θέμα σου να πας στον πάτερ Γεώργιο, είναι ο Γέροντας στη μονή Γρηγορίου. Κοίτα, πάνε εκεί, και θα σε βοηθήσει αυτός. Να κάνεις ο, τι σου πει ο π. Γεώργιος. Αυτός ξέρει από αυτά.)


Δεν θα ξεχάσω όμως το προσωπικό δώρο του μακαριστού π. Γεωργίου σε μένα.

Έναν Νοέμβριο, πριν λίγα χρόνια, αμέσως μόλις είχε τελειώσει μια ακόμα εκπομπή μου στο ραδιόφωνο, κι άκουσα τη φωνή του στον τηλεφωνητή του σπιτιού μου,

«Χαίρετε. Είμαι ο π. Γεώργιος Καψάνης, από τη μονή Γρηγορίου στο άγιο Όρος, και ψάχνω τον π. Ανδρέα».

Μόλις άκουσα ότι είναι ο ηγούμενος μιας αγιορείτικης μονής, το σήκωσα αμέσως.

Και μου είπε: «Ήθελα να δω ποιός είναι αυτός ο ιερέας, που μίλησε σήμερα για την Παναγία μ’ αυτό τον τρόπο», μου είπε.

«Μα Εσείς, Γέροντα, είστε τόσο κοντά Της, στο περιβόλι Της, και πήρατε εμένα να με τονώσετε με την αγάπη σας;»

Και μετά μου μίλησε για λίγα λεπτά, με πολύ αγάπη και τιμή προς το πρόσωπό μου, λέγοντάς μου ότι συνήθιζε να ακούει την εκπομπή, όταν ήταν εύκαιρος στο κελί του, κι ότι αναπαυόταν κι ένιωθε καλά μ' αυτά που έλεγα. Εν τέλει, με κάλεσε να επισκεφτώ το μοναστήρι τους και να μιλήσουμε κι από κοντά με την πρώτη ευκαιρία.

Τελικά, οι άνθρωποι έχουν αξία, ανάλογα με τη σφραγίδα που κατάφεραν να αφήσουν στην ψυχή μας, με το πως μας άγγιξε προσωπικά το είναι τους, το ήθος τους, η αρχοντιά και λεπτότητα της ψυχής τους. Με κάτι πράματα τόσο μικρά, ασήμαντα φαινομενικά, μα δηλωτικά του δικού τους πλούτου.

Εμένα, μου άφησε αυτή τη σφραγίδα κι ανάμνηση: ένας άνθρωπος που ήξερε να τιμά, να σέβεται και να αγαπά τον μικρότερό του, τον ασήμαντο και φτωχό, και να τον κάνει να νιώθει πως είναι κάτι.

Έμαθα σήμερα ότι στην κηδεία του πήγαν πολλοί μοναχοί ερημίτες από καλύβες και σκήτες.

Διότι ο π. Γεώργιος, συνήθιζε να τους στέλνει ευλογίες, δώρα, αγαθά και τροφές, αλλά και ψάλτες για τις πανηγύρεις τους, ενισχύοντας έτσι τον αγώνα τους, τιμώντας το πρόσωπό τους.

Βρήκε το μυστικό: Την αγάπη του Θεού, και των ανθρώπων.

Ευχήσου, φίλε μου, έστω για ένα λεπτό για την ανάπαυση της ψυχής του.

Και ζήτα Του, να σου κάνει κι εσένα ένα δώρο αγάπης, από εκεί που βρίσκεται τώρα.

(Εννοείται ότι ο μακαριστός Γέροντας ήταν χίλια ακόμα πράγματα: άγιος λειτουργός, σπουδαίος ομιλητής, ακραιφνής ορθόδοξος θεολόγος, φίλος πολυτέκνων, στήριγμα φοιτητών, ελεήμων, παρηγορητής φτωχών, φιλάνθρωπος εξομολόγος κλπ.

Μα ο καθένας θυμάται αυτό που τον άγγιξε προσωπικά.

Όπως συμβαίνει και με τον Χριστό, άλλωστε: σίγουρα η Παναγία θυμάται ιδιαιτέρως τη Σταύρωση του Χριστού, ο Πέτρος θυμάται ιδιαιτέρως το βλέμμα Του, ο Ιούδας ότι τον έβαλε να βαστάει το ταμείο των μαθητών, η αμαρτωλή γυναίκα ότι Του άλειψε τα πόδια, ο τυφλός ότι του χάρισε το φως.

Καταλαβαίνεις τι εννοώ. Ο καθείς ερμηνεύει τον άλλο, βάσει του εαυτού του.

Δεν μπορούμε να αφήσουμε τον εαυτό μας απέξω.

Ο «άλλος» δεν είναι απλώς αυτός που είναι καθεαυτόν, μα περνά πάντα μέσα απ' τα δικά μας μάτια - φίλτρο.

Αυτό το «φιλτράρισμα» είναι απόλυτο. Και καθόλου κακό, νομίζω.


Διότι δεν γίνεται κι αλλιώς!.. )

Μετακομιδή του Ιερού λειψάνου του Αγίου Δονάτου Επισκόπου Ευροίας Ηπείρου

 Σήμερα η Εκκλησία μας εορτάζει την μετακομιδή του Ιερού του λειψάνου από την Εκκλησία της Παναγίας του Murano της Βενετίας στην Παραμυθία και εναποτέθηκε μετά πάσης ευλαβείας και λαμπρότητας στον ομώνυμο μεγαλοπρεπή Ιερό Ναό.

Όσιος Θεοφάνης ο Φιλεύσπλαχνος από την Γάζα

 Ο Όσιος Θεοφάνης ο Φιλεύσπλαχνος καταγόταν από την συριακή πόλη της Γάζας. Ήταν πολύ ευγενικός και ελεήμων. Χάρισε όλη του την περιουσία στους φτωχούς και ο ίδιος ζούσε στην ένδεια.


Προς το τέλος της ζωής του αρρώστησε από υδρωπικία που του προκαλούσε μεγάλο πόνο. Το σώμα του άρχισε να πρήζεται, να σαπίζει και να αναδύει μια δυσωδία. Παρόλα αυτά, ο Όσιος Θεοφάνης υπέμενε και αυτή τη δοκιμασία καρτερικά και ευχαριστούσε τον Θεό.


Μια σφοδρή καταιγίδα μαινόταν ενώ πέθαινε, και η σύζυγός του φοβόταν ότι δεν θα ήταν σε θέση να τον κηδεύσει όπως πρέπει. Ο Όσιος Θεοφάνης όμως την παρηγόρησε και της προφήτευσε ότι ο φιλεύσπλαχνος Θεός, που γνωρίζει την ώρα του θανάτου του, θα σταματήσει την καταιγίδα. Πράγματι, όταν ο Όσιος Θεοφάνης παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο, επικράτησε ηρεμία.


Μετά το θάνατο του Οσίου, το σώμα του αφού καθαρίστηκε από τις πληγές και την φθορά, άρχισε να αναβλύζει μύρο ως απόδειξη της αγιότητάς του.

Άγιοι Μάρτυρες «Οἱ ἐν Στροφάσιν ἀναιρεθέντες»

 Οι Άγιοι Μάρτυρες «Οἱ ἐν Στροφάσιν ἀναιρεθέντες» μαρτύρησαν το 1530 μ.Χ. (ή 1537 μ.Χ.).


Για τους Αγίους αυτούς, μαθαίνουμε από την Ακολουθία τους, ποίημα του Παχωμίου Ρουσσάνου, που δημοσιεύτηκε με τον τίτλο: «Ἀκολουθία ψαλλομένη εἰς τοὺς ὁσίους πατέρας τοὺς ἐν Στροφάσιν ἀναιρεθέντες καὶ εἰς ἅπαντος τοὺς παραπλήσιον τέλος λαχόντας».


Επίσης, από τον Μπανατιώτη ιστοριογράφο Παναγιώτη Χιώτη δημοσιεύτηκε «μικρά χρονική σημείωσις σωζομένη εν ταις χερσί των καλογήρων», κατά την οποία «....εστάθηκε το άνωθεν Μοναστήριον εις την κατάστασίν του έως εις τους 1537 Ιουλίου 29. Εις τον οποίον καιρόν απέρασεν η αρμάδα των Τούρκων από την Ζάκυνθον, και δεν έκαμε βλάψιμον. Και γυρίζοντας έπειτα εις τα Στροφάδια η αυτή αρμάδα τα έκαψε, και τα ερήμωσεν....».



Ἀπολυτίκιον

Ήχος α’. Της ερήμου πολίτης.

Εν μονή των Στροφάδων θεαρέστως βιώσαντες και της εν Χριστώ απαθείας εποφθέντες κειμήλια υπέστητε βαρβάρων την ορμήν, Πατέρες, και μαρτύρων κοινωνοί ανεδείχθητε ως άρνες στυγνώς σφαγιασθέντες, οσιόαθλοι. Δόξα τω ενισχύσαντι υμάς, δόξα τω στεφανώσαντι, δόξα τω δωρουμένω δι' υμών πιστοίς τα κρείττονα.


Κοντάκιον

Ήχος πλ. δ’. Τη υπερμάχω.

Των αρετών τα τιμαλφέστατα κειμήλια και τα λαμπρότατα αθλήσεως αλάβαστρα, εν τη νήσω της Στροφάδος χειρί βιαία τους κτανθέντας ασκητάς ανευφημήσωμεν ως Πατέρων ιερόν και θείον σύλλογον ανακράζοντες: Χαίροις, Άγιον άθροισμα.


Μεγαλυνάριον

Χαίροις, των Πατέρων σεπτός χορός, των αναιρεθέντων εν Στροφάσιν ανηλεώς, χαίροις, συστοιχία λαμπρέ οσιοάθλων, οφρύν η των βαρβάρων καταπατήσασα.


Άγιοι Τρεις Νεομάρτυρες εν τω Βραχωρίω Αγρινίου

 Οι Άγιοι Τρεις Νεομάρτυρες εν τω Βραχωρίω Αγρινίου ήταν Πελοποννήσιοι και πραγματεύονταν στα μέρη των Ιωαννίνων, όπου έμαθαν να μιλούν και τα τούρκικα. Το 1786 μ.Χ. αποφάσισαν να γυρίσουν στην πατρίδα τους τον Μωρία.


Στο δρόμο, όταν έφτασαν στο Βραχώρι της Αιτωλίας, υπήρχαν φοροεισπράκτορες Τούρκοι, πού εισέπρατταν τον φόρο. Οι τρεις Μάρτυρες για ν' αποφύγουν το χαράτσι τους χαιρέτισαν τούρκικα και πέρασαν ελεύθερα στην πόλη, διότι τους πέρασαν για Τούρκους.


Κατόπιν όμως τους ανακάλυψαν, τους συνέλαβαν και τους βασάνισαν για ν' αρνηθούν τον Χριστό. Αυτοί όμως, έμειναν σταθεροί στην πίστη τους και έτσι πήραν το στεφάνι του μαρτυρίου με απαγχονισμό.

Άγιοι Γοβδέλαος, Δάδας, Κάσδοος και Κασδόα

 Ο Γοβδέλαος ήταν γιος του βασιλιά Σαβωρίου και έγινε χριστιανός από έναν αξιωματικό του πατέρα του τον Δάδα. Όταν το έμαθε αυτό ο Σαβώρ διέταξε και συνελήφθησαν και οι δύο. Όταν αυτοί αρνήθηκαν να θυσιάσουν στους Θεούς, το μεν Δάδα τον τεμάχισε ζωντανό, το γιο του Γοβδέλαου τον υπέβαλε σε βασανιστήρια, και έγδαρε το κεφάλι του, έκοψε τα μέλη του και κέντησε το σώμα του με καλάμια.


Ο Κάσδοος (ή Κασδίος) ήταν συγγενής του βασιλιά και επειδή έγινε χριστιανός τον έγδαρε ζωντανό.


Η Κασδόα ήταν κόρη του βασιλιά, και αδελφή του Αγίου Γοβδέλαου. Αυτή είχε επισκεφθεί τον αδελφό της στην φυλακή, ο οποίος την έκανε χριστιανή. Όταν μαθεύτηκε αυτό ο βασιλιάς την συνέλαβε, και επειδή δεν μπόρεσε να αλλάξει την πίστη της την βασάνισε σκληρά μέχρι θανάτου.



Ἀπολυτίκιον

Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Βασίλειον ἀξίαν ὡς φθαρτὴν καταλέλοιπας, καὶ τῷ βασιλεῖ τῶν αἰώνων ἠκολούθησας ἔνδοξε, καὶ ἤθλησας στερρῶς ὑπὲρ αὐτοῦ, βασάνους ἀνυποίστους ἐνεγκών· διὰ τοῦτό σε τιμῶμεν ᾀσματικῶς, Γοβδελαᾶ κραυγάζοντες· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.


Έτερον Ἀπολυτίκιον

Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Δυάδα τὴν ἁγίαν τῶν Μαρτύρων τιμήσωμεν, σὺν Γοβδελαᾷ τὴν Κασδόαν τοὺς γενναίους ὁμαίμονας· φωτὶ γὰρ ἐλλαμφθέντες θεϊκῷ, ἐνήθλησαν στερρῶς ὑπὲρ Χριστοῦ, καὶ πρεσβεύουσιν ἀπαύστως ὑπὲρ ἡμῶν, τῶν ἐκβοώντων πάντοτε· δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι δι’ ὑμῶν, πᾶσιν ἰάματα.


Κοντάκιον

Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.

Τῇ ψυχῇ δεξάμενος, τῆς εὐσεβείας τὸ φέγγος, τὴν πατρῴαν ἔλιπες, ἅπασαν πλάνην καὶ δόξαν· ἤθλησας, ὑπὲρ Κυρίου ἀνδρειοφρόνως· ἤνεγκας τὰς πολυτρόπους στερρῶς βασάνους· διὰ τοῦτό σοι βοῶμεν· χαίροις ὦ Μάρτυς Γοβδελαᾶ ἔνδοξε.


Μεγαλυνάριον

Χαίροις Ἀθλοφόρε Γοβδελαᾶ, ὁ στερρῶς ἀθλήσας, δι’ ἀγάπην τὴν τοῦ Χριστοῦ, σὺν τῇ αὐταδέλφῳ, Κασδόᾳ τῇ πανσέμνῳ, μεθ’ ἧς ἡμῖν ἐξαίτει, πταισμάτων ἄφεσιν.


Αγία Γουδελία

 Η Αγία Γουδελία (ή Γοβδελία) ήταν Περσίδα χριστιανή απόστολος, που κατάφερε να φέρει πολλούς απίστους στο δρόμο της δια Χριστού σωτηρίας. Έζησε τον τέταρτο μετά Χριστόν αιώνα, όταν βασιλιάς της Περσίας ήταν ο Σαπώρ (περί το 340 μ.Χ.). Επειδή δυναμικά εκτελούσε το Ιεραποστολικό της έργο, τη συνέλαβαν και την έκλεισαν για πολλά χρόνια στη φυλακή. Οι εκεί κακοπάθειές της υπήρξαν φοβερές. Μόνο η θεία χάρη την ενίσχυσε, ώστε να κατανικήσει την υγρασία, το σκοτάδι και τις συχνές στερήσεις και αυτού του νερού. Αλλά όλα αυτά τα μακροχρόνια βάσανα, δεν ελάττωσαν καθόλου τη φωτιά της πίστης και τη φλόγα της γενναιότητάς της. Κατόπιν της έγδαραν το κεφάλι, χωρίς να υποκύψει η καρτερία της. Τελικά πέθανε με σταυρικό θάνατο.


Ίσως, με την πάροδο του χρόνου, να έγινε σύγχυση μεταξύ των Συναξαριακών πηγών και ο Άγιος Γοβδελαάς που τιμούμε την ίδια μέρα έγινε, από λάθος αντιγραφές, Γουδελία ή Γοβδελία με πανομοιότυπη βιογραφία. Άλλες όμως πηγές αναφέρουν, ότι πράγματι υπήρξε μάρτυς Γουδελία, που μαρτύρησε δια ξίφους χωρίς άλλα βιογραφικά στοιχεία, που είναι περισσότερο πιθανό και αποδεκτό.

Άγιοι Τρύφων, Τρόφιμος και Δορυμέδων

 Στους Συναξαριστές αναφέρεται γι' αυτούς μόνο η φράση: «ἡ σύναξις τούτων τελεῖται πλησίον τῆς Ἁγίας Ἄννης ἐν τῷ Δευτέρῳ».

Άγιοι Εκατόν Πενήντα Μάρτυρες

 Για τους Άγιους Εκατόν Πενήντα Μάρτυρες γνωρίζουμε μόνο ότι μαρτύρησαν στην Παλαιστίνη.

Αγία Πετρωνία

 Η Αγία Πετρωνία μαρτύρησε δια ξίφους. 

Άγιος Μαλαχίας ο Νέος Οσιομάρτυρας από τη Ρόδο

 Ο Άγιος Μαλαχίας ήταν γιος Ιερέα από τη Ρόδο. Κάποτε πήγε στα Ιεροσόλυμα και συκοφαντήθηκε από τους Τούρκους, ότι έβρισε τον Μωάμεθ. Αμέσως συλλήφθηκε και οδηγήθηκε στις αρχές, που τον εκβίαζαν να εξωμόσει. Ο Μαλαχίας έδειξε μεγάλο θάρρος, με το όποιο εξήγειρε την οργή των Τούρκων, οι όποιοι αφού τον μαστίγωσαν, τρύπησαν τους αστραγάλους του και τον έδεσαν πίσω από ένα άγριο άλογο. Μετά από μία σειρά φρικτών βασανιστηρίων, οδηγήθηκε ο μάρτυρας έξω από την πόλη, όπου σουβλίστηκε και κάηκε πάνω σε αναμμένη φωτιά. Έτσι παρέδωσε την Αγία του ψυχή στις 29 Σεπτεμβρίου 1500 μ.Χ.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός

 


Όσιος Κυριακός ο Αναχωρητής

 Ο Όσιος Κυριακός ήταν άνθρωπος που καλλιεργούσε «ὑπομονήν, πραότητα» (Α' προς Τιμόθεον, στ' 11). Γι' αυτό και πέτυχε στην ασκητική του ζωή. Γεννήθηκε στην Κόρινθο το 5ο αιώνα μ.Χ., από Ιερέα πατέρα, τον Ιωάννη. Τη μητέρα του την έλεγαν Ευδοξία και είχε αδελφό τον Αρχιεπίσκοπο Κορίνθου Πέτρο.


Από ιερατικό, λοιπόν, γένος ο Κυριάκος, σε νεαρή ηλικία πήγε στα Ιεροσόλυμα και από εκεί στη Λαύρα του Μεγάλου Ευθυμίου. Εκεί, ο Μέγας Ευθύμιος, τον έκανε μοναχό και τον έστειλε στον ασκητή Γεράσιμο. Όταν πέθανε ο Γεράσιμος, ο Κυριακός επέστρεψε στη Λαύρα του Ευθυμίου, όπου με ζήλο καλλιεργούσε τις αρετές του, ώσπου κάποια στάση που έγινε στη Λαύρα του Ευθυμίου τον ανάγκασε να πάει στη Λαύρα του Σουκά. Εκεί 40 χρονών χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και ανέλαβε την επιστασία του Σκευοφυλακίου.


Εκείνο που τον διέκρινε απέναντι στους συμμοναστές του, ήταν ο γαλήνιος τρόπος με τον όποιο τους αντιμετώπιζε, γι' αυτό και ήταν παράδειγμα προς μίμηση από όλους. Εβδομήντα χρονών ο Κυριακός, έφυγε κι από εκεί και με υπομονή γύρισε πολλά μοναστήρια και σκήτες, όπου έζησε με αυστηρότατη άσκηση. Τελικά, πέθανε 107 χρονών, και σε όλους έμεινε η ενθύμηση του ασκητή, που έδειχνε «πραότητα πρὸς πάντας ἀνθρώπους» (Προς Τίτον, γ' 2). Πραότητα, δηλαδή, σ' όλους ανεξαίρετα τους ανθρώπους.



Ἀπολυτίκιον  

Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Χριστῷ ἠκολούθησας, καταλιπῶν τὰ τῆς γῆς, καὶ βίον ἰσάγγελον, ἐπολιτεύσω σαφῶς, ὡς ἄσαρκος Ὅσιε, σὺ γὰρ ἐν ταὶς ἐρήμοις, προσχωρῶν θείω πόθω, σκίλλη πίκρα τὴν πάλαι, πικρᾶν γεῦσιν ἀπώσω. Διὸ Κυριακὲ θεοφόρε, ἀξίως δεδόξασαι.


Έτερον Ἀπολυτίκιον

Ἦχος α’. Τοῦ λίθου σφαγισθέντος .

Τῆς ἐρήμου πολίτης καὶ ἐν σώματι ἄγγελος, καὶ θαυματουργὸς ἀνεδείχθης, θεοφόρε Πατὴρ ἡμῶν Κυριακέ· νηστείᾳ ἀγρυπνίᾳ προσευχῇ, οὐράνια χαρίσματα λαβών, θεραπεύεις τοὺς νοσοῦντας, καὶ τὰς ψυχὰς τῶν πίστει προστρεχόντων σοι. Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.


Έτερον Ἀπολυτίκιον

Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Ἀπαλῶν ἐξ ὀνύχων τῷ Χριστῷ ἠκολούθησας, τὴν ἀγγελικὴν πολιτείαν ὁλοτρόπως ἑλόμενος· διὸ ἐν ταῖς ἐρήμοις προσχωρῶν, τῶν θείων ἠξιώθης δωρεῶν, θεραπεύων πᾶσαν νόσον Κυριακέ, τῶν πίστει προσιόντων σοι. Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.


Κοντάκιον

Ἦχος πλ. δ’. Τὴ ὑπερμάχω.

Ὡς ὑπερμάχω κραταιῶ καὶ ἀντιλήπτορι, ἡ σὲ τιμώσα ἱερὰ Λαύρα ἑκάστοτε, ἑορτάζει τὰ μνημόσυνα ἐτησίως, Ἀλλ' ὡς ἔχων παρρησίαν πρὸς τὸν Κύριον, ἐξ ἐχθρῶν ἐπεμβαινόντων ἠμᾶς φρούρησον, ἶνα κράζωμεν, Χαίροις Πάτερ τρισόλβιε.


Μεγαλυνάριον

Ἄστρον ἐκ Κορίνθου ἀναφανείς, ἐν τῇ Παλαιστίνῃ, διαλάμπεις ἀσκητικῶς, καὶ καταπυρσεύεις, Χριστοῦ τὴν Ἐκκλησίαν, Κυριακὲ θεόφρον, τοῖς σοῖς παλαίσμασι.


Κάθισμα

Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Τῆς ἄνω ἐφιέμενος, ὑπερκοσμίου ζωῆς, τοῦ κόσμου τὴν τερπνότητα, ὡς διαπίπτουσαν, κατέλιπες Ὅσιε· ὅθεν ἐν ταῖς ἐρήμοις, καὶ σπηλαίοις οἰκήσας, πόλεως οὐρανίου, ἀνεδείχθης πολίτης, ἐν ᾗ τῶν ἐκτελούντων τὴν σήν, μνήμην μνημόνευε.

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

Παράκληση στον Όσιο Ισαάκ τον Σύρο.


 

... ἵνα τῇ π α ρ ε μ β ο λ ῇ αὐτῶν φρουρούμενοι καί ὁδηγούμενοι κ α τ α ν τ ή σ ω μ ε ν εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως…

 H (προσ)ευχή “ Ὁ ἐν παντὶ καιρῷ, καὶ πάσῃ ὥρᾳ…” λέγεται σε καθημερινή βάση σε διάφορες εκκλησιαστικές ακολουθίες, είναι όμως γνωστή κυρίως από την ακολουθία των Χαιρετισμών (στην πραγματικότητα, βέβαια, δεν ανήκει στους Χαιρετισμούς αλλά στο Μικρό Απόδειπνο, στο οποίο συνάπτονται οι Χαιρετισμοί). 

Προς το τέλος αυτής της ευχής, θα βρούμε τη φράση “Τείχισον ἡμᾶς ἁγίοις σου ἀγγέλοις, ἵνα τῇ π α ρ ε μ β ο λ ῇ αὐτῶν φρουρούμενοι καὶ ὁδηγούμενοι κ α τ α ν τ ή σ ω μ ε ν εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως…”. 


Σε μια πρώτη κατανόηση, η λέξη “παρεμβολή” φαίνεται να έχει τη σημερινή σημασία, όπως όμως θα δούμε, έχει μια πιο συγκεκριμένη σημασία, βασισμένη στην αγιογραφική της χρήση.


Στην Αγία Γραφή λοιπόν η λέξη “παρεμβολή” μπορεί να σημαίνει “στράτευμα”, “στρατιωτική παράταξη (ιδίως για μάχη)”, “φρουρά”, “στρατόπεδο” - “στρατώνας”, “στρατοπέδευση”.

Τα παραδείγματα είναι πολλά. 

✔Από την Καινή Διαθήκη, ενδεικτικά αναφέρουμε τα χωρία Πράξ. 21:37 (“Μέλλων τε εἰσάγεσθαι εἰς τὴν παρεμβολὴν ὁ Παῦλος λέγει τῷ χιλιάρχῳ” = “Και καθώς επρόκειτο να εισαχθεί ο Παύλος στο στρατόπεδο, λέει στον χιλίαρχο”) και Εβραίους 11:34 (“παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων” = “έτρεψαν σε φυγή εχθρικά στρατεύματα”).


✔Από την Παλαιά Διαθήκη, χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα 32:1-2 από τη Γένεση: “καὶ ἀναβλέψας εἶδε παρεμβολὴν Θεοῦ παρεμβεβληκυῖαν, καὶ συνήντησαν αὐτῷ οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ. εἶπε δὲ Ἰακώβ, ἡνίκα εἶδεν αὐτούς· παρεμβολὴ Θεοῦ αὕτη· καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου Παρεμβολαί” (“και σηκώνοντας το βλέμμα του [ο Ιακώβ], είδε παρατεταγμένο θεϊκό στράτευμα, και τον συνάντησαν οι άγγελοι του Θεού. Και είπε ο Ιακώβ όταν τους είδε: ‘Στρατόπεδο του Θεού είναι αυτό’. Και ονόμασε τον τόπο εκείνο ‘Στρατόπεδα’ ”).


✔Έχουμε, επίσης, στο βιβλίο της Ιουδίθ (στίχ. 7:7) τη φράση “καὶ ἐπέστησεν αὐταῖς παρεμβολὰς ἀνδρῶν πολεμιστῶν” ( = “και εγκατέστησε σ’ αυτές [στις πηγές των υδάτων] φρουρές ανδρών πολεμιστών”).


✔Ανάλογη είναι και η σημασία του ρήματος “παρεμβάλλω”. Ενδεικτικά, στο Α΄ Μακκαβαίων 10:77 έχουμε: “καὶ παρενέβαλε τρισχιλίαν ἵππον καὶ δύναμιν πολλὴν” ( = “και παρέταξε σε μάχη τρεις χιλιάδες ιππείς και πολύ πεζικό”).


✔Επίσης, στο χωρίο Έξοδος 14:9 έχουμε τη φράση “καὶ εὕροσαν αὐτοὺς παρεμβεβληκότας παρὰ τὴν θάλασσαν” ( = “και τους βρήκαν να έχουν στρατοπεδεύσει δίπλα στη [Νεκρά] θάλασσα”).


Αλλά πολύ οικεία στους πιστούς είναι η φράση τού ☑33ου ψαλμού (ο οποίος διαβάζεται, μεταξύ άλλων, και στο τέλος της Προηγιασμένης Θ. Λειτουργίας) “παρεμβαλεῖ ἄγγελος Κυρίου κύκλῳ τῶν φοβουμένων αὐτὸν καὶ ῥύσεται αὐτούς” ( = “ όσους έχουν φόβο Κυρίου θα τους περικυκλώνει προστατευτικά άγγελος Κυρίου, στρατοπεδεύοντας γύρω τους, και θα τους προφυλάσσει”).


Με την τελευταία αυτή φράση, την αναφερόμενη σε άγγελο Κυρίου, επιστρέφουμε στη φράση με την οποία ξεκινήσαμε (“Τείχισον ἡμᾶς ἁγίοις σου ἀγγέλοις, ἵνα τῇ παρεμβολῇ αὐτῶν φρουρούμενοι καὶ ὁδηγούμενοι καταντήσωμεν εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως…”), διευκρινίζοντας ότι το ρήμα “καταντήσωμεν” δεν έχει την αρνητική/υποτιμητική σημασία που έχει σήμερα, αλλά σημαίνει (ουδέτερα) “φθάνω κάπου”, “καταλήγω”.


Έτσι, η φράση αυτή θα μπορούσε να αποδοθεί ως εξής: “Περιτείχισέ μας με τους αγίους σου αγγέλους, ώστε, φρουρούμενοι και οδηγούμενοι από την εμπεδωμένη ισχυρή τους παρουσία, να φθάσουμε/καταλήξουμε στην ενότητα της πίστεως…”.


Ανδρέας Μοράτος

Γέροντας Σωφρόνιος: Ή προσευχή φανερώνει το θέλημα του Θεού.

 Η προσευχή στις ευγενέστερες μορφές της είναι παράσταση ενώπιόν του Θεού, πρόσωπο με Πρόσωπο. Συνδέεται με ακραία ένταση όλης της υπάρξεώς μας. Με την προσευχή μπορούμε να αναπληρώσουμε την ανεπάρκεια των φυσικών χαρισμάτων με τα υπερφυσικά· να καλύψουμε τα κενά στη σφαίρα της ορθολογικής γνώσεως με την ύψιστη μορφή γνώσεως του Είναι. Ανυψούμενη επάνω από το επίπεδό της αποδεικτικής σκέψεως, αξιώνει τον άνθρωπο σε άμεση θεωρία των Θείων αληθειών.

Η προσευχή, μας χειραγωγεί σε όλες τις περιστάσεις της ζωής μας. Εμείς, για παράδειγμα, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι υπάρχει στην καρδιά του άλλου ανθρώπου, γι’ αυτό και δεν γνωρίζουμε τι πρέπει να κάνουμε η να πούμε στη μία η στην άλλη περίπτωση. Προσευχόμενοι στον Θεό, ζητώντας νουθέτηση από τον Παντογνώστη, δεχόμαστε στην προσευχή την υπόδειξη που χρειαζόμαστε.

Η ζωή είναι άπειρα ποικιλόμορφη. Για τον κάθε άνθρωπο προτάθηκε ιδιαίτερη οδός. Στον νου μας μπορούμε να κάνουμε διάφορα σχέδια για το μέλλον, αλλά ωστόσο κατά την πραγματοποίησή τους η ζωή, τόσο στο σύνολο της όσο και σε κάθε ξεχωριστή πράξη μας η στιγμή, είναι μοναδική. Από τη μηδαμινότητα αυτή και το ανεπανάληπτο, το παρελθόν φαίνεται σε πολλούς ανθρώπους ως μοίρα γραμμένη από κάποιον γι’ αυτούς, ως πεπρωμένο. 


Εμείς όμως οι χριστιανοί ελευθερωθήκαμε από τον εφιάλτη αυτό. Γνωρίζουμε με πίστη και από την πείρα ότι είμαστε ελεύθεροι στην επιλογή μας. Αυτό ωστόσο είναι λίγο. Το να είμαστε ελεύθεροι στην επιλογή μας δεν σημαίνει ακόμη ότι είμαστε και σοφοί και αληθινοί. Όλοι συνειδητοποιούμε ότι, αν δεν κατέχουμε παγγνωσία, δεν μπορούμε να εκφέρουμε ορθή κρίση με την έσχατη σημασία του λόγου αυτού.

 Όταν πρέπει στη ζωή να αποφασίσουμε για κάποιο βήμα, για οποιαδήποτε αλλαγή, ουσιώδη η ακόμη και επουσιώδη εξωτερικά, τότε κανένας ανθρώπινος υπολογισμός, καμία λογική δεν μας βοηθά να αποφασίσουμε το ζήτημα αυτό· δεν μας επιτρέπει να προβλέψουμε σε ποιά περίπτωση το αποτέλεσμα της ενέργειάς μας θα είναι αγαθό και σε ποιά ολέθριο. 

Αν όμως σε τελειότερη μορφή μόνο οι άνθρωποι που κατέχουν προφητική όραση και ακοή ως φίλοι Θεού μπορούν με την προσευχή να γνωρίζουν το θέλημα του Θεού, τότε και ο καθένας μας με την προσευχή πρέπει να αναζητά λύση για κάθε ζήτημα. Ας είναι αυτό στην αρχή έστω και ασαφές, συγκεχυμένο, απόμακρο. 

Εντούτοις, αν καταφεύγουμε συνεχώς στον Θεό, η καρδιά μας θα γνωρίσει την οδό αυτή και θα αινέσει τον Κύριο από τη μεγάλη χαρά που γεννιέται με τη γνώση αυτή.

Όταν ο άνθρωπος φτάνει κατ’ αρχάς στην προσευχή, τότε εκείνη τον συγκλονίζει, και κατά κάποιον τρόπο τον συντρίβει και τον εξουθενώνει. Η είσοδος στον κόσμο της θείας αιωνιότητος η, διαφορετικά, η Άνωθεν αυτή γέννηση, συνδέεται με οδύνη:


  «Ὠδινήσαμεν καὶ ἐτέκομεν πνεῦμα σωτηρίας …» (Ἡσ. 26,18).

Ἐλθέ, τὸ Φῶς τὸ ἀληθινόν.

Ἐλθέ, ἡ ζωὴ ἡ αἰώνιος.

Ἐλθέ, τὸ ἀπόκρυφον Μυστήριον.

Ἐλθέ, τὸ ἀσύλληπτον ἀπαύγασμα.

Ἐλθέ, ἡ ἀνονόμαστος Ὕπαρξις.

Ἐλθέ, ἡ ἀπρόσιτος Φύσις.

Ἐλθέ, ὁ ἀνεκλάλητος Θησαυρός.

Ἐλθέ, τὸ ἀπερινόητον Πρόσωπον.

Ἐλθέ, ἡ ἀνέσπερος Ἡμέρα.

Ἐλθέ, ὁ ἄδυτος Ἥλιος.

Ἐλθέ, ἥ των ἀδυνάτων Δύναμις.

Ἐλθέ, ἥ των ἀγραμμάτων Σοφία.

Ἐλθέ, ἡ ἄληκτος Χαρά.

Ἐλθέ, ἡ ἀδιάψευστος Ἐλπίς.

Ἐλθέ, τῶν πεπτωκότων ἡ ἔγερσις.

Ἐλθέ, τῶν νεκρῶν ἡ ἀνάστασις.

Ἐλθέ, ὁ ἄθικτος καὶ ἀψηλάφητος.

Ἐλθέ, ὁ ἀεὶ ἀναλλοίωτος καὶ ἀμετάθετος.

Ἐλθέ, ὁ πάντοτε ἀμετακίνητος.

Ἐλθέ, ὁ ἀπαύστως τὰ πάντα μετακινῶν.

Ἐλθέ, ὁ ἀπὸ πάντων κεκρυμμένος.

Σύ, ὁ μὴ ἔχων ποὺ κρυβῆναι, ὡς τὰ πάντα

πληρῶν καὶ πανταχοῦ παρών.

Ἐλθέ, τὸ παμπόθητον Ὄνομα.

Ἐλθέ, ὁ ὑπεράνω των οὐρανῶν.

Ἐλθὲ Σύ, Ὃν ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου.

Ἐλθέ, ὁ Μόνος πρὸς μόνον.

Ἐλθέ, ὁ γενόμενος ἐν ἠμὶν πόθος.

Ἐλθέ, ὁ καταστᾶς ἡ μόνη ἀναζήτησις ἠμῶν.

Ἐλθέ, ἡ χαρὰ καὶ ἡ δόξα ἠμῶν.

Ἐλθέ, καὶ σκήνωσον ἐν ἠμίν, ὢ πανάγαθε Βασιλεῦ

καὶ Δέσποτα, καὶ μεῖνον ἐν ἠμὶν ἀδιαστάτως

καὶ ἀχωρίστως καὶ δὶ’ ὅλην τὴν ζωὴν

καὶ μετὰ τὴν ἔξοδον ἠμῶν,

ὅπως καὶ ἠμεῖς μείνωμεν ἐν Σοῖ

καὶ συμβασιλεύσωμεν μετά Σου, τοῦ Θεοῦ,

τοῦ Ὄντος ἐπὶ πάντας.

  

ἀπὸ τὸ βιβλίο: "Τὸ μυστήριο τῆς χριστιανικὴ ζωῆς"

 εκδ.: Ἱερὰ Πατριαρχικὴ καὶ Σταυροπηγιακὴ Μονὴ

Τιμίου Προδρόμου, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 2010

Σύναξη των Οσιομαρτύρων και Οσίων των εν τη Ιερά Μονή Παναγίας Καλυβιανής

 Οι Όσιοι αυτοί διέλαμψαν στην Ιερά Μονή Καλυβιανής, κατά τούς δυσχειμέρους καιρούς της Ενετικής και Οθωμανικής κατοχής της Κρήτης. Εμφανίστηκαν σε πολλούς διηγούμενοι τον βίο και την εν Χριστώ τελείωσή τους.


Το 1993 μ.Χ. στον αύλειο χώρο της Ιεράς Μονής ξεράθηκε ένα κυπαρίσσι το οποίο έπρεπε να κοπεί για λόγους ασφαλείας. Όταν έγινε η εκρίζωση του δένδρου βρέθηκαν τάφοι και λείψανα τα οποία απέπνεαν ευωδία. Τότε πλήθυναν τα σημεία της εμφανείας τους σε μοναχές, ευσεβείς χριστιανούς, εργάτες, τεχνίτες και προσκυνητές από την Κρήτη και εκτός αυτής.


Στις 28 Σεπτεμβρίου 2008 μ.Χ. ο Σεβ. Μητροπολίτης Γορτύνης και Αρκαδίας κ. Μακάριος καθαγίασε κατά την Θεία Λειτουργία την Ιερά Εικόνα των Οσιομαρτύρων και Μαρτύρων και καθιέρωσε την εορτή της συνάξεώς των. Στις 28 Σεπτεμβρίου 2012 μ.Χ. εγκαινίασε τον Ιερό Ναό των Οσιομαρτύρων και Μαρτύρων και του Οσίου Χαραλάμπη, δίπλα στον οποίο βρέθηκαν οι τάφοι.


Τα λείψανά τους, βρύουν ιάσεις.

Άγιος Αλέξανδρος και οι μαζί μ' αυτόν Τριάκοντα Μάρτυρες

 Ο Άγιος Αλέξανδρος και οι μαζί μ' αυτόν Τριάκοντα Μάρτυρες μαρτύρησαν δια ξίφους.

Άγιοι Ευστάθιος ο Ρωμαίος και Καλλίνικος

 Οι Άγιοι Ευστάθιος ο Ρωμαίος και Καλλίνικος μαρτύρησαν δια ξίφους, μάλλον στη Ρώμη.


Άγιοι Μάρκος ο ποιμένας, Αλέξανδρος, Αλφειός και Ζώσιμος τα αδέλφια, Νίκων, Νέων, Ηλιόδωρος και λοιπές Παρθένες και Παιδιά

 Οι Άγιοι Μάρκος ο ποιμένας, Αλέξανδρος, Αλφειός και Ζώσιμος τα αδέλφια, Νίκων, Νέων, Ηλιόδωρος και οι λοιπές Παρθένες και Παιδιά έζησαν στα χρόνια του Διοκλητιανού και ηγεμόνα της Πισιδίας Μάγνου (290 μ.Χ.).


Ο Μάρκος ήταν βοσκός προβάτων και γέροντας. Επειδή ομολόγησε ότι είναι χριστιανός, βασανίστηκε φρικτά και στάλθηκε στην Κλαυδιούπολη. Εκεί κάλεσαν τρία αδέλφια, τον Αλέξανδρο, τον Αλφειό και τον Ζώσιμο, από το χωριό Κατάλυτο, για να κατασκευάσουν χάλκινα δεσμά για τον Μάρκο. Όταν όμως άρχισαν να τα κατασκευάζουν, ένιωσαν τα χέρια τους να παραλύουν. Θαύμασαν για το γεγονός και αμέσως ομολόγησαν τον Χριστό. Τότε μαρτύρησαν με φρικτό τρόπο, αφού έριξαν στο στόμα τους βραστό μολύβι και έπειτα τους κάρφωσαν επάνω σε πέτρα. Τον δε Μάρκο, αφού συνέχισαν να τον βασανίζουν φρικτά, τελικά τον αποκεφάλισαν.


Τον ίδιο θάνατο είχαν και οι υπόλοιποι Μάρτυρες, Ηλιόδωρος, Νικών και Νέων, μαζί με πολλές Παρθένες και Παιδιά. Όλοι αποκεφαλίστηκαν στην τοποθεσία Μωρομίλιο.

Όσιος Ισαάκ ο Σύρος

 Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος δεν είχε καθορισμένη ημερομηνία εορτασμού στο ελληνορθόδοξο ημερολόγιο.


Συνηθιζόταν να μνημονεύεται το όνομα του στις 28 Ιανουαρίου μαζί με τον άλλο μεγάλο Σύρο πατέρα της Εκκλησίας, τον όσιο Εφραίμ.


Ωστόσο εδώ και μερικά χρόνια και με πρωτοβουλία του οσίου γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου,ο οποίος ευλαβείτο πολύ τον όσιο Ισαάκ, συντάχθηκε η ακολουθία του και επελέγη η 28η Σεπτεμβρίου ως ημέρα εορτασμού της οσιακής μνήμης του.


Μάλιστα χτίστηκε στο Αγιον Όρος και ο πρώτος ναός του Οσίου, σε κελλί μοναχού της συνοδείας του γέροντος Παϊσίου.


Από το βιβλίο «Ασκητικοί λόγοι. Αββάς Ισαάκ του Σύρου», Εκδόσεις Απόστολος Βαρνάβας, διαβάζουμε:


Ο όσιος πατήρ ημών Ισαάκ, ο μέγας και θαυμαστός στην αρετή, ο ουρανοπολίτης αυτός άνθρωπος και επίγειος άγγελος, του θαυμάσιου εκείνου Αβραάμ όχι υιός, αλλά γνήσιος απόγονος, υπήρχε το μεν γένος Σύρος, γεννήθηκε δε κατά άλλους στην Νινευή πόλιν της Μεσοποταμίας, κατ' άλλους γεννήθηκε και ανατράφηκε και μεγάλωσε σε κάποια κωμόπολη, όχι μακριά της Εδέσσης, πόλεως της Συρίας.


Ποίοι υπήρξαν οι γονείς τούτου του μακαρίου πατρός και ποίας καταστάσεως άνθρωποι ήσαν και πώς λεγόντουσαν, είναι άγνωστο. Γνωρίζομε όμως, ότι ο θείος ούτος πατήρ στην ακμή της ηλικίας του απαρνήθηκε τον κόσμο και τα εν τω κόσμο απήλθε μετά του αυτάδελφού του σε κοινόβιο, στα μέρη εκείνα του αγίου μάρτυρος Ματθαίου καλούμενο, οπού και άλλοι πολλοί τότε ασκούσαν την εν σώματι Αγγελική πολιτεία.


Αφού ντύθηκε το αγγελικό σχήμα και τον τρόπον και τον βίον και γυμνάστηκε στους ασκητικούς αγώνας και πόνους και κορέστηκε εκ του γάλακτος της πρακτικής αρετής και αφού με ικανό τρόπο κατεκοίμησε τα άταχτα της σάρκας πάθη και την σάρκα καθυπέταξε στο πνεύματι, πεθύμησε την στερεά της βαθυτέρας θεωρίας του πνεύματος τροφή.


Και αμέσως έφυγε από το κοινόβιο και από όλη εκείνη της ιερά αδελφότητα και δρομαίος ήλθε ως διψασμένο ελάφι στις πηγές των υδάτων σε ερημικό τόπον, μακριά του κόσμου και της συναναστροφής των πολλών, κατοίκησε εντός μεμονωμένου κελιού, μόνος μόνω τω Θεώ και τω εαυτού πνεύματι ασχολούμενος.


Ο δε αυτάδελφος, όταν ανέλαβε την ηγουμενία του κοινοβίου, έγραφε επανειλημμένως προς αυτόν και τον παρακαλούσε δεόμενος, να επανέλθει στην πρώτη αυτού μετάνοια, αλλά ο θείος Ισαάκ γλυκαθείς τη γλυκύτητα της θεωρίας του πνεύματος και της μελέτης των θείων εννοιών και της νοεράς προσευχής, παντελώς δεν πρόσεχε στου αδελφού τις παρακλήσεις, ουδέ συγκατατέθηκε ν' αφήσει το της ησυχίας αμέριμνο και ατάραχο. Και αφού οι παρακλήσεις δεν μπόρεσαν να κατορθώσουν την επιστροφή του, θεία αποκάλυψις προσκάλεσε αυτών άνωθεν στην αρχιερατική επιστασία των Νινευιτών εκκλησίας. Και εάν ένας τον αδελφών αυτού, εφάνη παρήκοος πρότερον, ύστερον όμως στην θεία φωνή υπέκυψε τον αυχένα μετά ταπεινώσεως. Αφήνει λοιπόν την έρημο και ησυχία ο φιλέρημος και φιλήσυχος Ισαάκ και της μεγαλουπόλεως Νινευή προχειρίζεται επίσκοπος.


Δεν έπρεπε βέβαια ο λύχνος να βρίσκεται υπό τον ερημικό μόδιο κρυμμένος, αλλά να τεθεί επί την ποιμαντική λυχνία, για να διαυγάσει στους μακράν της ερήμου ευρισκομένους της διδασκαλίας και αρετής το φως αλλά αυτό λίγο διήρκεσε, και τόσο, ώστε μόλις ανέτειλε και φάνηκε το φως στον ορίζοντα της εκκλησίας, και πάλιν έδυσε και κρύφτηκε καθότι ο όσιος ούτος πατήρ έπαθε ο,τι και ο θείος Γρηγόριος ο θεολόγος, ο οποίος όταν ψηφίστηκε επίσκοπος Σασίμων, αμέσως αναχώρησε από εκεί. Αίτια δε της αμέσως από την επισκοπική θέση αναχωρήσεις του πατρός Ισαάκ υπήρξε το εξής περιστατικό.


Όταν χειροτονήθηκε ο όσιος και κάθισε στο επισκοπικό οίκημα, παρέστησαν ενώπιον του δύο χριστιανοί, ο ένας ήταν δανειστής, ο άλλος οφειλέτης· και ο μεν δανειστής απαιτούσε το δάνειο, ο δε οφειλέτης ομολογούσε το χρέος, άλλα μη έχων προς το παρόν τα χρήματα ζήτησε μερικές ημέρες προθεσμία αλλά ο άσπλαχνος εκείνος δανειστής, είπε ότι εάν δεν μου αποδώσει, σήμερα αυτός το δάνειο, εγώ εξάπαντος παραδίδω αυτόν στον κριτή. Ο δε όσιος πατήρ Ισαάκ λέγει προς αυτόν, τέκνον, εάν για την εντολή του Ευαγγελίου οφείλεις και τα δια της βίας παρά σου αφαιρεθέντα πράγματα να μη ζητείς, πόσο μάλλον δεν πρέπει να υπομένεις λίγες μέρες ημέρας αυτόν ο οποίος σε παρακαλεί; Ο δε ανελεήμων εκείνος δανειστής, άφες, πάτερ, ήδη το ευαγγέλιον, είπε με αυθάδεια και αναχώρησε από εκεί. Μόλις άκουσε αυτά ο όσιος Ισαάκ, είπε στον εαυτό του εάν αυτοί δεν υπακούν στα προστάγματα του ιερού ευαγγελίου, τι λοιπόν εγώ ήλθα εδώ να πράξω; Αυτά είπε, και ευθύς αναχώρησε πάλιν στην έρημο, και ήλθε και κατοίκησε στο πρώτον του κελίον, οπού μέχρι θανάτου ανδρείως και καρτερικός υπέμεινε.


Ποιους δε αγώνας ανέλαβε ο μακάριος ούτος πατήρ κατά των δαιμόνων και της σαρκός, και ποιός υπήρξε κατά την πρακτική και θεωρητική αρετή, και σε πόση ψυχής τελειότητα έφθασε, και ποια χαρίσματα αξιώθηκε στο βίο όσο ζούσε επί της γης, όλα αυτά είναι περιττό να διηγηθεί κάποιος· Καθόσον ευκόλως εννοούνται από τα ίδια λόγια που περιέχει το παρόν βιβλίο.


Από όσα μπορούν να γίνουν φανερά ότι όσα έγραψε ό θείος ούτος πατήρ, πρώτον κατόρθωσε αυτά ο ίδιος γιατί στον εικοστό έκτον λόγον λέγει, «εν πολλώ καιρώ πειραζόμενος από τα δεξιά και από τα αριστερά και εαυτόν δοκιμάσας εν τοις δυσί τρόποις τούτοις πολλάκις, και δεξάμενος εκ του εναντίου πληγάς αναρίθμητους, και αξιωθείς μεγάλων αντιλήψεων κρυπτώς, εκομισάμην εαυτω πείραν εκ των μακρών χρόνων των ετών, και εν δοκιμασία και Θεού χάριτι ταύτα εμαθον»· στον δέκατο πέμπτο λόγο λέγει, «ταύτα έγραψα προς ανάμνησιν εμήν, και παντός έντυχάνοντος τώδε τω συγγράμματι, καθώς κατείληφα από τε της θεωρίας των γραφών, και των αληθινών στομάτων, και μικρόν απ' αυτής της πείρας»· αλλά και όσης χάριτος αξιώθηκε παρά Θεού δεν δυνήθηκε να παρασιώπηση, και σε πολλούς άλλους λόγους αμυδρώς, μάλιστα στον τριακοστό όγδοο φανερώς διακηρύττει λέγων, «πολλάκις οτε ταύτα έγγραφων, υπελείποντό μου οι δάκτυλοι επί τον χάρτη, και ούχ υπέφεραν κατέναντι της ηδονής, της εμπιπτούσης εν τη καρδία μου, και τας αισθήσεις κατασιγαζούσης». Κατά τούτο πρέπει να θαυμάσει κάποιος την αρετή του θείου πατρός, ότι ενώ ευρίσκετο μακράν των ανθρώπων, κατεφλέγετο υπό της προς αυτούς αγάπης, καθώς ο ίδιος περί εαυτού διαμαρτυρόμενος, στον αυτόν λόγον λέγει, «διότι γέγονα μωρός, ούχ' υπομένω φυλάξαι το μυστήριον εν σιωπή, αλλά γίνομαι άφρων για την των αδελφών ωφελείαν διότι αυτή εστίν ή αγάπη ή αληθινή, ήτις ου δύναται υπόμεινε εν τινι μυστήριο εκ των αγαπητών αυτής»· για αυτό στην έρημο ευρισκόμενος, πότιζε αφθόνως δια του ζωηρού νάματος της διδασκαλίας του τας ψυχάς των αδελφών.


Έζησε ο άγιος ούτος, αρχομένης της εβδόμης από κτίσεως κόσμου χιλιάδος, το οποίο εξάγεται από κάποιο χωρίου του τριακοστού τρίτου λόγου, όπου περί των δαιμόνων λέγει ούτως, «εξ εναντίας γαρ τούτων (των δαιμόνων), των εχόντων εξακισχιλίους χρόνους εισφέρεις εαυτόν δογμάτισε» από αυτό γίνεται φανερό, ότι όταν τον λόγον έγραφε, υπήρχε ήδη τελειωμένο το από κτίσεως κόσμου εξακισχιλιοστόν έτος.


Ἀπολυτίκιον

Ήχος πλ. α΄. Τον συνάναρχον Λόγον.

Αρετών ταις ακτίσι καταλαμπόμενος, της εν Χριστώ πολιτείας φωστήε πολύφωτος, θεοφόρε Ισαάκ ώφθης εν Πνεύματι, και κατευθύνεις ασφαλώς, σωτηρίας προς οδόν, διδάγμασι θεοπνεύστοις, τους ευφημούντας σε Πάτερ, ως του Χριστού θείον θεράποντα.


Κοντάκιον

Ήχος πλ. δ΄. Τη υπερμάχω.

Τη ισαγγέλω πολιτεία σου, μακάριε, του Παρακλήτου ανεδείχθης θείον όργανον, Ισαάκ, και μοναζόντων τύπος εν πάσιν, αλλ' ως χάριτος της θείας ενδιαίτημα, χάριν αίτησαι ημίν και φως ουράνιον, τοις βοώσι σοι, χαίροις, Πάτερ θεόσοφε.


Μεγαλυνάριον

Χαίροις ησυχίας θείος κανών, χαίροις μοναζόντων, ο διδάσκαλος ο σοφός, χαίροις ο παρέχων, τα πρόσφορα εκάστω, της χάριτος τω λόγω, Ισαάκ Όσιε.


Εύρεσις Ιερών Λειψάνων οσίου Νεοφύτου του εν Κύπρω Εγκλείστου

 Αυτή την ημέρα η Εκκλησία εορτάζει την εύρεση των Τιμίων Λειψάν του.


Όσιος Αυξέντιος ο Μοναχός, που ασκήτευσε στην Κύπρο

 Άγνωστος στους Συναξαριστές, γνωστός όμως και θαυματουργός στην εκκλησία της Κύπρου. Ο Όσιος αυτός ήταν Γερμανός στην καταγωγή και κατά την εποχή των σταυροφοριών, όταν οι σταυροφόροι πλησίασαν την Κύπρο, αυτός έγινε μοναχός μαζί με άλλους 300 στρατιώτες (Άγιοι Αλαμανοί). Αφού περιήλθε το νησί, κατέληξε σε μια σπηλιά στην περιοχή της Καρπασίας μεταξύ των χωριών Κώμης Κεπήρ και Επτακώμης όπου έζησε θεοφιλώς.


Ακολουθία του Οσίου αυτού, εξέδωσε ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός.





Ἀπολυτίκιον

Ἦχος γ’.

Χαίρει ἔχουσα ἡ Καρπασέων Κώμη λάρνακα τῶν σῶν λειψάνων, παναοίδιμε πάτερ Αὐξέντιε. Ὡς γὰρ ποτὲ πολεμίους κατήσχυνας, καὶ τῶν δαιμόνων τὸ θράσος ἐνίκησας καὶ κατηύφρανας ἠμᾶς τοὺς πιστῶς σοὶ κράζοντας, ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

Προφήτης Βαρούχ ο Δίκαιος

 Φιλαλήθης και θαρραλέος ο Βαρούχ (δηλαδή «ευλογημένος»), έζησε τον 7ο αιώνα π.Χ. Ήταν γιος του Νηρίου και υπήρξε αφοσιωμένος ακόλουθος και γραμματέας του προφήτη Ιερεμία .


Όταν ήταν φυλακισμένος ο Ιερεμίας, ο Βαρούχ έγραψε με υπαγόρευσή του προφητείες, με την εντολή να τις αναγνώσει στο λαό σε ήμερα νηστείας. Αλλά ο βασιλιάς Ιωακείμ, όταν το πληροφορήθηκε, αντί να επωφεληθεί από τις νουθεσίες του προφήτη, έριξε το βιβλίο του στη φωτιά. Οι προφητείες όμως εκείνες, γράφηκαν και πάλι. Ο Βαρούχ υπέστη και φυλάκιση, διότι οι Ιουδαίοι τον μισούσαν για τη φιλαλήθη και θαρραλέα του γλώσσα. Τον κατηγορούσαν μάλιστα, ότι αυτός παρακινούσε εναντίον τους τον προφήτη Ιερεμία. Όταν οι Ιουδαίοι κατέφυγαν φοβισμένοι στην Αίγυπτο για τη στάση τους κατά του βασιλιά της Βαβυλώνας, μαζί με τον Ιερεμία πήγε εκεί και ο Βαρούχ.


Ραβινιστική παράδοση αναφέρει, ότι αυτός μετά το θάνατο του Ιερεμία επανήλθε στη Βαβυλώνα.


Ο Βαρούχ στο ομώνυμό του βιβλίο μέσα στην Αγία Γραφή, προλέγει καθαρά για την ενανθρώπηση του Κυρίου Ιησού Χριστού.



Ἀπολυτίκιον

Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Προφητικῆς ἀξιωθεῖς λαμπηδόνας, Ἱερεμία τῷ κλεινῷ συνεδέθης, καὶ τούτω ὁμοδίαιτος ἐγένου σοφέ, ὅθεν προηγόρευσας, θεηγόρω σου γλώττη, τὴν τοῦ Λόγου κένωσιν, εἰς ἀνάπλασιν κόσμου, ἧς μετασχόντες πίστει ἀληθεῖ, Βαροὺχ Προφῆτα, ἐνθέως τιμῶμεν σε.


Κοντάκιον

Ἦχος πλ. β’. Τὴν ὑπὲρ ἡμῶν.

Τὴν τοῦ Λυτρωτοῦ, κηρύττων οἰκονομίαν, ὡς προφητική, κινύρα προεμελῴδης· Ὁ Θεὸς ἡμῶν οὗτος, τεχθεὶς ὡς ηὐδόκησεν, ᾧ παρόμοιος οὐχ ἕτερος, ἐπὶ γῆς ὀφθεὶς ἐγνώρισεν, ἐπιστήμης θείας εἴσοδον, τοῖς προσκυνοῦσι Βαρούχ, τὴν παρουσίαν αὐτοῦ.


Μεγαλυνάριον

Βάρος ἀπορρίψας τὸ χθαμαλόν, βαρύτητι βίου, ἐπτερώθης πρὸς οὐρανόν, Βαροὺχ θεηγόρε· διό σε ὡς Προφήτην, θεόληπτον ὑμνοῦμεν, καὶ μεγαλύνομεν.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός

 


Όσιος Χαρίτων ο Ομολογητής

 Ο Όσιος Χαρίτων ο Ομολογητής καταγόταν από το Ικόνιο και έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Αυρηλιανού (270 - 275 μ.Χ.). Ήταν γνωστός για το χριστιανικό του ήθος, γι αυτό και όταν εξεδώθηκε διάταγμα κατά των Χριστιανών, ήταν από τους πρώτους που συνέλαβε ο Έπαρχος της πόλης. Υπεβλήθη σε φρικτά βασανιστήρια, αλλά ενώ ακόμη βρισκόταν στη φυλακή ο αυτοκράτορας Αυρηλιανός δολοφονήθηκε. Ο Πρόβος που τον διαδέχθηκε στο θρόνο ακύρωσε το διάταγμα κι έτσι ο Χαρίτων αφέθηκε ελεύθερος. Αποφάσισε να καταφύγει στα Ιεροσόλυμα και να ζήσει ως αναχωρητής σε σπηλιές της περιοχής. Η φήμη του διαδόθηκε πολύ γρήγορα και ήρθαν στο πλευρό του πολλοί μαθητευόμενοι. Έτσι έκτισε στη Φαρά μεγάλη Λαύρα. Ποθώντας όμως την ερημία, αναχώρησε και πάλι για τα ενδότερα της ερήμου, όπου στην περιοχή Σουκά, έκτισε νέα Λαύρα. Εκεί παρέδωσε την ψυχή του εν Κυρίω.



Ἀπολυτίκιον  

Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Χαρίτων τοῦ Πνεύματος, καταυγασθεῖς ταὶς αὐγαίς, φωστὴρ ἐχρημάτισας, τῆς ἐναρέτου ζωῆς, Χαρίτων μακάριε, σὺ γὰρ ὁμολογία, ἀληθείας ἐμπρέψας, ἔλαμψας ἐν ἐρήμῳ, ἐγκράτειας τοὶς πόνοις. Διὸ τῶν εὐφημούντων σέ, Πάτερ μνημόνευε.


Έτερον Ἀπολυτίκιον

Ἦχος πλ. δ’.

Ταῖς τῶν δακρύων σου ῥοαῖς, τῆς ἐρήμου τὸ ἄγονον ἐγεώργησας· καὶ τοῖς ἐκ βάθους στεναγμοῖς, εἰς ἑκατὸν τοὺς πόνους ἐκαρποφόρησας· καὶ γέγονας φωστὴρ τῇ οἰκουμένῃ, λάμπων τοῖς θαύμασιν, Χαρίτων Πατὴρ ἡμῶν ὅσιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.


Κοντάκιον

Ἦχος β’. Τὴν ἐν πρεσβείαις.

Κατατρυφήσας θεόφρον τῆς ἐγκρατείας, καὶ τῆς σαρκός σου τὰς ὀρέξεις χαλινώσας, ὤφθης τῇ πίστει αὐξανόμενος· καὶ ὡς ζωῆς ἐν μέσῳ, ξύλον Ἐδὲμ ἐξήνθησας, Χαρίτων παμμάκαρ ἱερώτατε.


Ὁ Οἶκος

Τοῦτον τὸν μέγαν ἐν τοῖς Ὁσίοις, τὸν φωστῆρα τὸν θεῖον Ἰκονίου πιστοί, Χαρίτωνα τὸν μακάριον, ἐν ὑμνῳδίαις ἀνευφημήσωμεν, καὶ ἐν ᾄσμασι θείοις, αὐτοῦ τὴν κάραν στέψωμεν· τὴν γὰρ ὀφρὺν τῶν ματαίων εἰδώλων ἠδάφισε, σὺν τούτοις καὶ τῶν δαιμόνων τὴν ἐνέργειαν πᾶσαν ἐνέκρωσε· διὸ τοὺς πόνους μὲν ἤνεγκε, τῶν βραβείων δὲ ἔτυχεν ἀληθῶς· Αὐτὸν οὖν ἐπαινοῦντες γεραίρομεν, τοῦ κόσμου φωστῆρα τὸν παγκόσμιον.


Κάθισμα

Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.

Τῆς ἀθλήσεως πόνοις δοκιμασθείς, τῆς ἀσκήσεως ἄθλοις βεβαιωθείς, χρυσίου λαμπρότερον, εὐσεβείᾳ ἀπήστραψας, καὶ καθαρὸν δοχεῖον ὑπάρξας τοῦ Πνεύματος, πονηρῶν πνευμάτων τὸ σκότος ἐμείωσας· ὅθεν συναθροίσας, μοναζόντων ἀγέλας, ποιμὴν τούτων γέγονας, καὶ φωστὴρ διαυγέστατος· Ὦ Χαρίτων μακάριε, πρὲσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.


Έτερον Κάθισμα

Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Τοῖς λόγοις ἐκόσμησας, τὴν Ἐκκλησίαν Χριστοῦ, τοῖς ἔργοις ἐτίμησας, τὸ κατ' εἰκόνα Θεοῦ, Χαρίτων μακάριε· ἔλαμψε γὰρ ἐν κόσμῳ, ἡ ἐν σοὶ σωφροσύνη, χαρίτας ἰαμάτων, ἀπαστράπτουσα πίστει· διὸ καὶ ἑορτάζομεν, πόθῳ τὴν μνήμην σου.

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΑΓΙΑΣ ΑΚΥΛΙΝΑΣ ΖΑΓΚΛΙΒΕΡΙΝΗΣ


 

«Oυδέποτε ούτως ελάλησεν άνθρωπος, ως ούτος ο άνθρωπος»!Κυριακή Α'Λουκά

 ΣΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΚΑΙΡΟ της δημόσιας δράσης του Κυρίου μάς μεταφέρει το ευαγγελικό ανάγνωσμα: στη λίμνη Γεννησαρέτ, όπου ο Κύριος άρχισε να διδάσκει τον λαό και να καλεί τους πρώτους μαθητές Του να Τον ακολουθήσουν. Η πρώτη επαφή μάλιστα των μαθητών με τον Κύριο ήταν συγκλονιστική: τους δόθηκε η ευκαιρία να δουν τον Κύριο ως διδάσκαλο, όπως και να νιώσουν τη δύναμη του λόγου Του, μέσα από την «παράλογη» γι’ αυτούς εντολή που τους έδωσε, να ψαρέψουν εκεί που η εμπειρία και η γνώση τους έλεγε ότι ήταν αδύνατο. Και γι’ αυτό άφησαν τα πάντα, προκειμένου να Τον ακολουθήσουν. Τον Κύριο ως διδάσκαλο θα προσεγγίσουμε δι’ ολίγων στη συνέχεια. «Και καθίσας εδίδασκεν εκ του πλοίου τους όχλους».


  1. ΕΧΕΙ ΤΟΝΙΣΤΕΙ με επάρκεια ότι η σωτηρία του ανθρώπου επιτεύχθηκε με όλη τη ζωή του Κυρίου: τη διδασκαλία, τα θαύματά Του, κυρίως όμως με την επί του Σταυρού θυσία Του και την Ανάστασή Του. Λέμε κυρίως με τη Σταυρική Του θυσία και την Ανάσταση που την ακολούθησε, διότι ως γνωστόν πάνω στον Σταυρό καταργήθηκε η αμαρτία, πατήθηκε ο θάνατος, νικήθηκε ο διάβολος και έτσι ο δρόμος προς τον Παράδεισο ανοίχθηκε και πάλι. «Τω πάθει Σου, Χριστέ, παθών ηλευθερώθημεν και τη Αναστάσει Σου εκ φθοράς ελυτρώθημεν, Κύριε, δόξα Σοι». Η διδασκαλία δηλαδή του Κυρίου, όπως και τα θαύματά Του, λειτούργησαν μεν θετικά προς φωτισμό του νου και της διάνοιας των ανθρώπων, προς προσανατολισμό τους στη Βασιλεία του Θεού, προς ενίσχυσή τους γενικά στην οδό του Κυρίου, δεν ήταν όμως ικανά να σώσουν τον άνθρωπο. Η διάβρωση της ανθρώπινης φύσης και η τραγικότητα στην οποία είχε περιέλθει απαιτούσαν κάτι δραστικότερο από τη διδασκαλία: τον θάνατο του ίδιου του Θεού! «Έδει παθείν τον Χριστόν».


2. Αν όμως δια του Σταυρού ήλθε η σωτηρία και η χαρά στον κόσμο – «ιδού γαρ ήλθε διά του Σταυρού χαρά εν όλω τω κόσμω» - δεν πρέπει και να υποβαθμίσουμε τη σημασία του Χριστού ως διδασκάλου. Ο Χριστός ως διδάσκαλος είναι ο προφήτης Χριστός, φανερώνεται με τη διδασκαλία Του το προφητικό Του αξίωμα, το οποίο λειτουργεί πάντοτε εν συνεργασία και με τα άλλα Του αξιώματα, το βασιλικό και το αρχιερατικό. Διότι βεβαίως στον Κύριο τα πάντα είναι ενιαία. Δεν υπάρχουν «αυτόνομες» περιοχές δράσης σ’ Εκείνον. Όπου δρούσε, φανέρωνε τη μία θεϊκή Του υπόσταση και τη διπλή Του, θεϊκή και ανθρώπινη, φύση. Με άλλα λόγια, ο Ίδιος που είναι ο διδάσκαλος και ο αίτιος των θαυμάτων που επιτελεί, ο Ίδιος είναι και ο αρχιερέας που θυσιάζεται για τον κόσμο, ο Ίδιος είναι και ο βασιλιάς, που ανασταίνει τον Εαυτό Του, ανέρχεται στα δεξιά του Πατέρα, στέλνει το άγιον Πνεύμα, ιδρύει και καθοδηγεί την Εκκλησία, το ζωντανό Σώμα Του.


  Κατά συνέπεια, και με τη διδασκαλία του Κυρίου λυτρωθήκαμε. Αν ο Κύριος τόνισε τη δύναμη της Μωσαϊκής νομοθεσίας και του λόγου των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης, τέτοια που και το θαύμα της ανάστασης εκ νεκρών θεωρείται μικρότερο προς αλλαγή της καρδιάς του ανθρώπου – ας θυμηθούμε από την παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου την απάντηση του πατριάρχη Αβραάμ στον πλούσιο: «Αν δεν πιστέψουν (οι συγγενείς του πλουσίου) στον Μωϋσή και τους προφήτες, και τον Λάζαρο να δουν αναστημένο από τους νεκρούς δεν πρόκειται να πιστέψουν» - πόση περισσότερη δύναμη δεν έχει ο λόγος Του, η διδασκαλία Του, η οποία πηγάζει όχι από κάποιο άνθρωπο, απεσταλμένο του Θεού, αλλά ακριβώς από τον ίδιο τον Θεό ως άνθρωπο; Γι’ αυτό και ο απόστολος Παύλος τον λόγο του Κυρίου τον χαρακτηρίζει ως δύναμη του Θεού, που είναι «τομώτερος υπέρ πάσαν δίστομον μάχαιραν, διϊκνούμενος άχρι μερισμού ψυχής». Ο λόγος του Κυρίου δηλαδή δεν είναι «έπεα πτερόεντα», αλλά περικλείουν την παντοδύναμη ενέργεια του Ίδιου, που όταν συναντήσει τον κατάλληλο δέκτη μπορεί να γίνει «ατομική βόμβα». Πρόκειται για τα «ρήματα αιωνίου ζωής» που ομολόγησε ο απόστολος Πέτρος, καταθέτοντας τη μαρτυρία του για τον Κύριο. «Προς τίνα απελευσόμεθα; Συ ρήματα ζωής αιωνίου έχεις».


  3. Με τα παραπάνω κατανοούμε ότι ο Κύριος είναι μεν διδάσκαλος, όχι όμως σαν τους άλλους ανθρώπους διδασκάλους. Είναι ο κατεξοχήν Διδάσκαλος, ο απόλυτος και μοναδικός, που ποτέ δεν υπήρξε ούτε πρόκειται ποτέ να υπάρξει παρόμοια περίπτωσή Του, που σημαίνει ότι δεν πρόκειται ποτέ να συμβεί αυτό που συμβαίνει στη σχέση μαθητή και κοινού διδασκάλου: να φτάσει κάποια στιγμή ο μαθητής να γίνει σαν τον διδάσκαλο, κι ίσως και να τον ξεπεράσει. Μπροστά στον Κύριο ως Διδάσκαλο, πάντοτε ο άνθρωπος θα παραμένει μαθητής, άρα το μόνο που μπορεί να κάνει είναι, αν μεν έχει καλοπροαίρετη διάθεση, να κλίνει το γόνυ της καρδιάς και του σώματος, να κάνει δηλαδή υπακοή και να μετανοήσει, αν δε ανήκει στους εχθρούς της πίστης, να ομολογήσει έκθαμβος ό,τι ομολόγησαν και οι απεσταλμένοι των Φαρισαίων που στάλθηκαν για να παγιδέψουν τον Χριστό: «ουδέποτε ούτως ελάλησεν άνθρωπος, ως ούτος ο άνθρωπος»! Κι αυτό γιατί, όπως είπαμε, είναι ο ενανθρωπήσας Θεός, συνεπώς δίδασκε «ως εξουσίαν έχων και ουχ ως οι Γραμματείς».


 4. Τι δίδασκε ο Κύριος, ποιο το περιεχόμενο του λόγου Του, τέτοιο που λειτουργούσε και εξακολουθεί βεβαίως να λειτουργεί με τόσο ανατρεπτικό και επαναστατικό για τη ζωή του ανθρώπου τρόπο; Μα, ακριβώς τη ζωή Του, τη ζωή δηλαδή του Θεού: την ίδια την αγάπη. Ό,τι δίδαξε ο Κύριος ήταν η έκφραση της ζωής Του, που σημαίνει ότι είτε σιωπώντας ο Κύριος είτε ομιλώντας την αγάπη του Θεού φανέρωνε. «Οίος ο βίος, τοίος ο λόγος», κατά την έκφραση εκκλησιαστικού συγγραφέα. 

Κι αφού ο Θεός «αγάπη εστί», την αγάπη πάντοτε εκήρυσσε ο Κύριος με τη διπλή της διάσταση, όπως ήδη είχε μαρτυρηθεί τούτο και από τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, την προς τον Θεό και την προς τον άνθρωπο. «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής και εξ όλης της καρδίας και εξ όλης της διανοίας και εξ όλης της ισχύος, και τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Και: «Αύτη εστίν η εντολή η εμή, ίνα αγαπάτε αλλήλους. Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού». 

  Στην αγάπη συγκεφαλαιώνεται όλη η διδασκαλία του Κυρίου, γι’ αυτό και δεν υπάρχουν «μη» και «όχι» στον Κύριο. Τα «μη» και τα «όχι» έρχονται απλώς ως συνέπεια αυτού που ο άνθρωπος καλείται να κάνει στη ζωή του, αν θέλει να ακολουθεί τον Θεό. Κι από την άποψη αυτή η χριστιανική πίστη πάντοτε είναι θέση και όχι άρνηση. Εκείνος που ισχυρίζεται ότι ο χριστιανισμός είναι «μη», απλώς δεν έχει ανοίξει ποτέ του το ευαγγέλιο, δεν έχει γευτεί καθόλου αυτό που ο Χριστός και η Εκκλησία μας προσφέρει. Κατ’ επέκταση, κατανοούμε ότι οτιδήποτε γίνεται και υπάρχει στην Εκκλησία μας, προσευχές, ακολουθίες, νηστείες, οτιδήποτε, ένα και μοναδικό σκοπό έχει: να βοηθήσει τον άνθρωπο να φτάσει την αγάπη του Χριστού, δηλαδή την παρουσία του Θεού στη ζωή του. Αυτή νοηματίζει τα πάντα στην Εκκλησία κι αν βγει η αγάπη, όλα καταλύονται και μένουν μετέωρα άνευ νοήματος.


  5. Δεν μπορούμε να μιλάμε όμως για τη διδασκαλία του Κυρίου, χωρίς αναφορά στα θαύματά Του. Διότι τα θαύματα του Κυρίου δεν είναι θαυμαστές και υπερφυσικές ενέργειες με σκοπό να «θαμπώσουν» τον άνθρωπο και να τον υποτάξουν σ’ Αυτόν. Τέτοια «θαύματα» επιτρέπει ο Θεός να κάνει ο διάβολος και τα αξιοθρήνητα όργανά του, προκειμένου να έρχεται στην επιφάνεια η γνησιότητα ή όχι της διάθεσης του ανθρώπου. Ο Κύριος έκανε θαύματα ως επιβεβαίωση και επισφράγιση της διδασκαλίας Του. Με άλλα λόγια τα θαύματα αποτελούν και αυτά στοιχείο αυτής της διδασκαλίας Του, φανερώνοντας το περιεχόμενο της βασιλείας του Θεού. «Παράθυρα στη Βασιλεία Του» έχει τονιστεί, και ορθά, ότι είναι. Γι’ αυτό και τα θαύματά Του προϋποθέτουν ό,τι και η διδασκαλία Του: την πίστη. Δεν είναι δυνατόν να αποδεχτεί κανείς τη διδασκαλία Του Χριστού, αν δεν είναι, όπως είπαμε, καλοπροαίρετος και δεν έχει συνεπώς πίστη σ’ Εκείνον. Το ίδιο συμβαίνει και με τα θαύματα. Γι’ αυτό και ο Κύριος, όπου δεν έβλεπε πίστη, «ουκ εποίει σημείον». Έτσι ο πιστός με το θαύμα ενισχυόταν στην πίστη, ενώ το θαύμα σ’ έναν άπιστο, σαν τους Φαρισαίους για παράδειγμα, λειτουργούσε για περαιτέρω δαιμονισμό του.


 ΑΝ Ο ΚΥΡΙΟΣ είναι ο μοναδικός Διδάσκαλος και αν εμείς θέλουμε να είμαστε πιστοί και ακόλουθοί Του, ενταγμένοι στο άγιο σώμα Του, την Εκκλησία, τότε τα πράγματα πορεύονται «μονόδρομα»: 

  Πρώτον, χρειάζεται αδιάκοπα να εγκύπτουμε σ’ αυτήν τη διδασκαλία είτε ως μελέτη καθαυτό της Αγίας Γραφής, και μάλιστα του Ευαγγελίου, είτε ως μελέτη των άλλων τρόπων εκφοράς αυτής της διδασκαλίας, διά των Πατερικών κειμένων, διά των συναξαρίων των αγίων μας, διά της υμνολογίας της Εκκλησίας. Με όλους αυτούς τους τρόπους εμβαπτιζόμαστε στον λόγο του Κυρίου και Τον αφήνουμε να φανερώνεται και με τον τρόπο αυτό μέσα μας. 

Μη ξεχνάμε ότι η θεία Κοινωνία δεν έρχεται μόνο με τον μυστηριακό τρόπο, της συμμετοχής στη Θεία Ευχαριστία, αλλά και με τη μελέτη του λόγου του Θεού, όταν βεβαίως ενεργοποιείται αυτός στην καθημερινή μας ζωή. 


 Κι αυτό το τελευταίο είναι ακριβώς το δεύτερο σημείο: δεν έχει αξία να μελετά ή να ακροάται κανείς τον λόγο του Θεού, αν δεν τον κάνει στοιχείο της καθημερινής του ζωής. Ο Κύριος δίδαξε, μας φανέρωσε διά του λόγου Του τη ζωή Του, όχι σαν μία γνώση εγκεφαλικού τύπου, όχι σαν ένα ανάγνωσμα ευχάριστο, αλλά σαν ενέργεια αλλαγής της ζωής μας. Την ώρα που ο λόγος Του θα μας καταλαμβάνει, ψυχικά και σωματικά, εκείνη την ώρα θα καταλαβαίνουμε και τη δύναμή Του, όπως και την αλήθεια της πίστης μας σ’ Αυτόν. Διαφορετικά, θα ακούμε και θα ακούσουμε κι εμείς: «Ουκ οίδα υμάς. Απέλθετε απ’ εμού οι εργαζόμενοι την ανομίαν».

π.Γεώργιος Δορμπαράκης

ΟΙ ΠΑΝΤΕΣ ΚΛΗΤΟΙ (Κυριακή Α΄ Λουκά).

  Η κλήση των πρώτων αποστόλων τονίζεται εμφαντικά στο Ευαγγέλιο. Ο Χριστός συνάντησε την πρώτη τετράδα των μαθητών του, Ανδρέα και Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη, εν ώρα της εργασίας τους, «ήσαν γαρ αλιείς», μίλησε ενώπιόν τους περί της Βασιλείας του Θεού και τους κάλεσε να τον ακολουθήσουν. Και οι πρώτοι μαθητές, σαγηνευμένοι από όσα είδαν και άκουσαν, υπάκουσαν στο κάλεσμά του και «αφέντες άπαντα ηκολούθησαν αυτώ» (Κυριακή Α΄ Λουκά).


Όλοι οι απόστολοι έγιναν «κλητοί Ιησού Χριστού», έλαβαν από το ίδιο το στόμα του Χριστού την κλήση να τον ακολουθήσουν και το έπραξαν αυτό με απόλυτη συνέπεια μέχρις εσχάτης πνοής. Προβάλλουν το γεγονός της κλήσης τους ως τεκμήριο της θεϊκής τους αποστολής και της αυθεντικότητας του κηρύγματός τους, όμως δεν παραλείπουν να τονίζουν ότι δεν είναι οι μόνοι κλητοί από τον Θεό. Μας υπενθυμίζουν ότι και όλοι εμείς, οι πιστοί, είμαστε «κλητοί Ιησού Χριστού». Ο Παύλος, π. χ., τιτλοφορούμενος «κλητός απόστολος Ιησού Χριστού διά θελήματος Θεού», επιστέλλει «πάσι… κλητοίς αγίοις». Είστε και σεις, λέει, οι αποδέκτες όλοι των επιστολών μου, «κλητοί Ιησού Χριστού» (Α΄ Κορ. 1, 1. Ρωμ. 1, 1-7).


Μια μεγάλη τιμητική κλήση έχει επιφυλαχθεί από τον Θεό για όλους μας. Είμαστε η εκλογή του Κυρίου, οι «ηγαπημένοι υπό Θεού».

 Μας διάλεξε η αγάπη του Θεού «προ καταβολής κόσμου είναι ημάς αγίους και αμώμους», με σκοπό να γίνουμε άγιοι κι εμείς, αφού αυτός που μας κάλεσε είναι άγιος. Μας διάλεξε ο Θεός απ’ αρχής, προ πάντων των αιώνων, «εις σωτηρίαν», που την εξασφαλίζει ο αγιασμός του Αγίου Πνεύματος και η αληθινή πίστη. 

Μας κάλεσε «εις περιποίησιν της δόξης του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού». Αδιανόητο μεγαλείο! Εμείς, οι μικροί άνθρωποι, να αποκτήσουμε τη δόξα του Χριστού! Να γίνουμε «θείας κοινωνοί φύσεως». Μας προόρισε ο Θεός «εις υιοθεσίαν διά Ιησού Χριστού». Μπορούσε να υπάρξει κάτι πιο τιμητικό από αυτό για τον άνθρωπο; (Α΄ Θεσ. 1, 4. Α΄ Πέτρ. 1, 15. Εφ. 1, 4. Β΄ Θεσ. 2, 13-14. Β΄ Πέτρ. 1, 3).


Έγινε έτσι η αποκάλυψη «μυστηρίου χρόνοις αιωνίοις σεσιγημένου». Φανερώθηκε το προαιώνιο σχέδιο του Θεού (Ρωμ. 14, 24).


Και τώρα; Ο Θεός έκανε απ’ τη μεριά του το τέλειο. Εμείς όμως τί κάνουμε; Έχουμε κατανοήσει ότι είμαστε «κλήσεως επουρανίου μέτοχοι»; (Εβρ. 3, 1). Το θεωρούμε τιμή μας αυτό; Αν μας καλούσε ένας δυνατός επίγειος άρχοντας, θα αδιαφορούσαμε; Θα περιφρονούσαμε την κλήση του; Ή θα σκοτωνόμασταν να ανταποκριθούμε;


Το ίδιο, λένε οι απόστολοι, να κάνουμε και απέναντι στον Θεό. «Αξίως περιπατήσαι της κλήσεως» που έχουμε λάβει (Εφ. 4, 1). Μας κάλεσε ο Θεός να γίνουμε γνήσια παιδιά του. Ας ζήσουμε ανάλογα. Μη μείνουμε απλώς κλητοί, ας γίνουμε εκλεκτοί. Μα εμείς νομίζουμε ότι υποχρεώσεις προς τον Θεό έχουν μόνο οι απόστολοι και οι μοναχοί. Όσοι αφιερώνονται αποκλειστικά σ’ αυτόν.


Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος όμως διαφωνεί.

Βλέπω, λέει, πολλούς κοσμικούς να τεμπελιάζουν για τα πνευματικά και να λένε: Πώς είναι δυνατόν παντρεμένοι άνθρωποι εμείς, με πλήθος κοινωνικές υποχρεώσεις, να ανταποκριθούμε στην κλήση του Θεού;

Σ’ αυτούς λοιπόν απαντώ: Όλα τα καλά που μπορείτε να κάνετε, κάντε τα. Μην περιγελάσετε κανένα, μην κλέψετε κανένα, μην πείτε ψέματα σε κανένα, μην περιφρονήσετε κανένα, μη μισήσετε κανένα. Μην απουσιάζετε από τις λειτουργικές συνάξεις (από τη Θεία Λειτουργία), να συμπονάτε τους φτωχούς, μη σκανδαλίσετε κανένα. Ξένο πράγμα μην αγγίξετε. Να αρκείσθε στη γυναίκα σας. Αν κάνετε έτσι, δεν είστε μακριά από τη Βασιλεία των ουρανών (Κλίμαξ, Λόγος Α΄, Περί αποταγής, 42).

Να, που δεν είναι και τόσο εξωπραγματικά εν τέλει τα όσα μας ζητάει ο Θεός.

π. Δημητρίου Μπόκου.

«Αντιύλη». Ι. Ν. Αγ. Βασιλείου, Πρέβεζα.

Τὸ θεῖο προσκλητήριο Ἰωάννης Καραβιδόπουλος

 Οἱ εὐαγγελικὲς περικοπὲς ποὺ ὅρισε ἡ Ἐκκλησία μας νὰ διαβάζονται στὴ θεία Λειτουργία ἀπὸ τὰ τέλη Σεπτεμβρίου, καὶ συγκεκριμένα ἀπὸ τὴ δεύτερη Κυριακὴ μετὰ τὴν Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ μέχρι τὰ Χριστούγεννα, εἶναι παρμένες ἀπὸ τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Λουκᾶ. Ἡ πρώτη αὐτῆς τῆς σειρᾶς περιέχει τὴν κλήση τῶν πρώτων τεσσάρων μαθητῶν τοῦ Ἰησοῦ στὸ ἀποστολικὸ ἔργο, τοῦ Πέτρου, Ἀνδρέα, Ἰακώβου καὶ Ἰωάννου.

Τὸ γεγονὸς αὐτὸ διηγοῦνται ὅλοι οἱ εὐαγγελιστές. Ὁ Λουκᾶς ἀφηγεῖται συγχρόνως καὶ τὸ ἐκπληκτικὸ ψάρεμα ποὺ ἔγινε ἀπὸ τοὺς παραπάνω μαθητὲς κατόπιν ὑποδείξεως τοῦ Ἰησοῦ, ψάρεμα τὸ ὁποῖο προκάλεσε «θάμβος» στὸν Πέτρο καὶ τοὺς συντρόφους του καὶ τὸν ὁδήγησε στὴν παράκληση - ὁμολογία: «Ἔξελθε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλὸς εἰμι, Κύριε».


Ἐὰν διηγοῦνται οἱ ἱεροὶ εὐαγγελιστὲς τὸ προσκλητήριο ποὺ ἀπηύθυνε ὁ Χριστὸς στοὺς τέσσερις ψαράδες νὰ γίνουν μαθητές του, δὲν εἶναι γιατί ἐνδιαφέρονται νὰ μᾶς περιγράψουν σὰν ἱστορικοὶ τὸ ξεκίνημα τοῦ Μεσσία στὸ ἐπὶ γῆς ἔργο του καὶ τὴ στρατολόγηση τῶν συνεργατῶν του - ἀλλὰ γιατί στὸν τρόπο ποὺ δέχτηκαν οἱ τέσσερις ψαράδες τὴν πρόσκληση καὶ ἀνταποκρίθηκαν ἀμέσως σ’ αὐτὴν βλέπουν τὸ τυπικὸ παράδειγμα καὶ πρότυπο γιὰ τὸ πῶς πρέπει νὰ δέχεται ὁ ἄνθρωπος τὸ θεῖο κάλεσμα. Μὲ αὐτὸ τὸ πρίσμα βλέποντας τὴ διήγησή μας μποροῦμε νὰ σταματήσουμε στὰ ἀκόλουθα σημεῖα.


Πρῶτα-πρῶτα πρέπει νὰ προσέξουμε ὅτι τὸ προσκλητήριο ἀπευθύνεται στοὺς τέσσερις ὑποψηφίους ἀποστόλους τὴν ὥρα ἀκριβῶς ποὺ αὐτοὶ βρίσκονταν στὶς ἐργασίες τους. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴ σκέψη ὅτι δὲν χρειάζεται νὰ ἀπομακρυνθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τὴ ζωὴ γιὰ νὰ τὸν συναντήσει ὁ Θεός. Τέτοια φυγὴ διδάσκουν ὁρισμένα φιλοσοφικὰ συστήματα ποὺ εἶναι διαποτισμένα μὲ τὴν ἀντίληψη ὅτι ὁ κόσμος καὶ ἡ ὕλη εἶναι ἐκ φύσεως κακὰ στοιχεῖα καὶ ὅτι ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ βρεῖ τὴ σωτηρία του πρέπει νὰ φύγει μακριὰ ἀπ’ αὐτά. Κατὰ τὴν Ἁγία Γραφή, ὁ κόσμος παρ’ ὅλη τὴ φθορὰ καὶ τὴν πτώση του στὸ κακὸ καὶ στὴν ἁμαρτία εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ· κι ὁ Θεὸς μὲ δική του πρωτοβουλία συναντᾶ τὸν ἄνθρωπο μέσα σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, μέσα στὴν κοινωνία, μέσα στὴν ἐργασία γιὰ νὰ τοῦ προσφέρει τὴ σωτηρία.


Τὸ προσκλητήριο γιὰ ἄλλους ἤδη σήμανε, γιὰ ἄλλους θὰ σημάνει ὁπωσδήποτε κάποτε: Θὰ εἶναι ἕνα συναρπαστικὸ κήρυγμα; Θὰ εἶναι ἕνα συγκλονιστικὸ βίωμα; Θὰ εἶναι μία ξαφνικὴ ἀφύπνιση ἀπὸ τὸ λήθαργο τῆς ἀδιαφορίας; Θὰ εἶναι ἡ πρόσκληση τοῦ ἱερέα; Θὰ εἶναι κάτι ἄλλο; Ὁ Θεὸς γνωρίζει πολλοὺς τρόπους γιὰ νὰ ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸ πλάσμα του καὶ νὰ τὸ σώζει. Ἂς μὴν ξεχνοῦμε ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶναι τὸ ἀποκορύφωμα τῆς προσπάθειας τοῦ ἀνθρώπινου πνεύματος νὰ βρεῖ τὸν Θεό, ἀλλὰ εἶναι ἡ φανέρωση τῶν ἐνεργειῶν ποὺ κάνει ὁ Θεὸς μέσα στὴν ἱστορία γιὰ νὰ συναντήσει καὶ νὰ λυτρώσει τὸν ἄνθρωπο καὶ ποὺ ἡ σπουδαιότερη τῶν ὁποίων εἶναι ἡ σάρκωση, ἡ σταύρωση καὶ ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.


Ἕνα δεύτερο σημεῖο ποὺ θέλει νὰ τονίσει ἡ διήγηση εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ προθυμία ὑπακοῆς στὰ λόγια του. Ἀποτέλεσμα τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ προθυμίας τῶν τεσσάρων προσώπων τῆς διηγήσεώς μας ὑπῆρξε ἡ θαυματουργικὴ ἁλιεία. Τὸ θαῦμα βέβαια αὐτὸ δὲν τὸ κάνει ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ ἐντυπωσιάσει τοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους στὴ λίμνη Γεννησαρέτ, ἀλλὰ γιὰ νὰ δείξει προκαταβολικὰ πόσους καρποὺς θὰ ἀποφέρει ἡ ὑπακοή τους στὸ πρόσταγμά του καὶ ἡ ὁλοπρόθυμη ἀφοσίωσή τους σ’ αὐτό. Πραγματικά, ἡ ἁλιεία τῆς οἰκουμένης ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ ἀργότερα δὲν ὑπῆρξε λιγότερο ἐκπληκτικὴ καὶ θαυματουργική. Γιατί δὲν κοπίασαν μόνοι τους ἀλλὰ μὲ συμπαραστάτη τὸν Χριστὸ καὶ καθοδηγητὴ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.


Ἕνα τρίτο σημεῖο ποὺ δὲν πρέπει νὰ διαφύγει τῆς προσοχῆς μας εἶναι ἡ ὁμολογία τοῦ Πέτρου ὅτι εἶναι «ἀνὴρ ἁμαρτωλός». Τὸ θάμβος τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ θαύματός του τὸν ὁδηγεῖ στὴ συναίσθηση τῆς μηδαμινότητας καὶ τῆς γύμνιας του. Νὰ τὸ πρῶτο βῆμα γι’ νὰ συναντήσει κανεὶς τὸν Θεό. Ἡ ὑψηλὴ ἰδέα ποὺ ἔχουμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας, ἡ οἴηση, δημιουργεῖ ἕνα τεῖχος ποὺ ἐμποδίζει τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ μᾶς ἀγγίσει. Ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας κάνει πιὸ ἐπιτακτικὴ τὴν ἀνάγκη τῆς παρουσίας καὶ ἐνέργειας τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ.


Ἕνα μήνυμα ἀφυπνίσεως μᾶς ἀπευθύνει ἡ σημερινὴ διήγηση. Νὰ συνειδητοποιήσουμε τὴν ἁμαρτωλότητά μας, νὰ δεχτοῦμε μὲ ἐμπιστοσύνη τὸ θεῖο κάλεσμα, νὰ ἀκολουθήσουμε ἀμέσως τὸν Χριστό, ὁπουδήποτε κι ἂν βρισκόμαστε, μέσα στὴ ζωή, μέσα στὴν ἐκτέλεση τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς ἐργασίας μας. Καὶ τὸ θαῦμα θὰ ἀκολουθήσει ἀμέσως· ἂς μὴν περιμένουμε νὰ προηγηθεῖ γιὰ νὰ πεισθοῦμε.

Ἡ ἀναγκαιότης τῆς διδαχῆς. Κυριακὴ Α΄ Λουκᾶ

 «Καὶ καθίσας ἐδίδασκεν ἐκ τοῦ πλοίου τοὺς ὄχλους» (Λουκ. 5,3)

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης


Τὸ ἀκούσατε τὸ εὐαγγέλιο. Τί λέει; Διηγεῖται ἕνα ἀπὸ τὰ θαύματα, τὰ ἄπειρα θαύματα ποὺ ἔκανε κάνει καὶ θὰ κάνῃ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός.

Σὲ μιὰ λίμνη οἱ ψαρᾶδες ψάρεψαν τὴ μία φορὰ χωρὶς τὸ Χριστὸ καὶ τὴν ἄλλη μαζὶ μὲ τὸ Χριστό, καὶ μὲ τὴν εὐλογία του τὰ ἀδειανὰ δίχτυα τους γέμισαν ψάρια.

Ἀλλὰ ἐγώ, ἀγαπητοί μου, δὲν θέλω σήμερα νὰ μιλήσω γιὰ τὸ θαῦμα· θέλω νὰ μιλήσω γιὰ κάτι ἄλλο ἀνώτερο. Τὸ εὐαγγέλιο λέει, ὅτι πρῶτα ἔγινε αὐτὸ καὶ με τὰ ἔγινε τὸ θαῦμα.


Ὁ Χριστὸς δηλαδή, προτοῦ νὰ εὐλογήσῃ τὰ δίχτυα τῶν ψαράδων καὶ νὰ πιάσουν τόσα ψάρια, ἔκανε κάτι ἄλλο· ἀ νέβηκε στὶς βάρκες καὶ «καθίσας ἐδίδασκεν ἐκ τοῦ πλοίου τοὺς ὄχλους» (Λουκ. 5,3). Πρῶτα δηλαδὴ εἶνε ἡ διδασκαλία καὶ με τὰ τὸ θαῦμα, προηγεῖται ἡ διδασκαλία ἀκολουθεῖ τὸ θαῦμα.


 Τὸ θαῦμα εἶνε τρόπον τι νὰ ἡ σφραγῖδα ποὺ βάζει ὁ Χριστὸς στὸ κείμενο τῆς διδαχῆς, γιὰ νὰ πιστοποιηθῇ ἡ γνησιότητά της. Τί μᾶς διδάσκει αὐτό;


* * *


Ἀκοῦνε μερικοὶ καὶ θαυμάζουν «τὰ θαύματα τοῦ ἁγίου Νεκταρίου!» – μεγάλη ἡ χάρις του, «τὰ θαύματα τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος!» – μεγάλη ἡ χάρις του, «τὰ θαύματα τοῦ ἁγίου Γερασίμου!» – μεγάλη ἡ χάρις του, «τὰ θαύματα τῶν ἁγίων, τῆς Παναγίας!» – ὑψίστη ἡ χάρις.

Τὰ παραδεχόμεθα. Ἀλλὰ παραπάνω ἀπὸ τὰ θαύματα εἶνε ἡ διδασκαλία, τὰ ἀνεκτίμητα λόγια τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ναί, ὁ Χριστὸς δίδασκε. Τί δίδασκε; Τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον, τὸ «Ἀγαπᾶτεἀλλήλους » (Ἰω. 13,34· 15,12,17).

 Μόνο αὐτὸ δίδασκε; Αὐτὸ εἶνε ἡ κορυφή· ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ φτάσῃ στὴν κορυφὴ θὰ περάσῃ πρῶτα τοὺς πρόποδες. Μᾶς ἀρέσει ἡ κορυφή, μᾶς ἀρέσει ὁ τροῦλλος, ἀλλὰ δὲν φροντίζουμε νὰ βάλουμε βαθειὰ θεμέλια, τὰ ὁποῖα βέβαια δὲν φαίνονται, ἀλλ᾽ ἀπὸ ᾽κεῖ ἀρχίζει ἡ οἰ κοδομή.

Ὅλοι μιλοῦν περὶ ἀγάπης, σὰν καραμέλλα τὴν πιπιλίζουν δίδοντάς της ποικίλο περιεχόμενο. Γιὰ νὰ φτάσουμε ὅμως στὴν κορυφή, πρέπει ν᾽ ἀνοίξουμε, βαθειὰ στὴ γῆ, θεμέλια καὶ νὰ τὰ θάψουμε ἐκεῖ. Τὸ δὲ θεμέλιο ποιό εἶνε; Προτοῦ νὰ πῇ τὸ «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» ὁ Χριστὸς εἶπε ἄλλα.

Τὸ «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» τὸ εἶπε ὅταν πλησίαζε στὴ Γεθσημανῆ· ὅταν πλησίαζε νὰ προσφέρῃ τὴν ὑψίστη θυσία, τότε εἶπε· Παιδιά μου, φεύγω· «ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» καὶ «ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε» (ἔ.ἀ. 13,35).

Δὲν εἶνε ὅμως αὐτὸς ὁ πρῶτος λόγος του· ὁ πρῶτος λόγος του εἶνε κάτι ἄλλο, ποὺ ἂν τὸ κάνουμε ὅλοι θ᾽ ἀλλάξῃ ὁ κόσμος, μιὰ λέξι δυναμίτης ποὺ σπάει τὸ βράχο, ἕνα φάρμακο πικρὸ ἀλλὰ σωτήριο. Ἂν μποροῦσα θὰ τὸ ἔγραφα στὴν προμετωπίδα τῶν Ἡνωμέ νων Ἐθνῶν.

Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς τὸ λέει· Ὦ ἀνθρωπότης, «μετανοεῖτε» (Ματθ. 4,17). «Ἐὰν μὴ μετανοῆτε, πάντες ὡσαύτως ἀπολεῖσθε» (Λουκ. 13,3).

Ν᾽ ἀλλάξουμε καρδιά, μυαλό, κατεύθυνσι  πορεία βίου. «Μετανοεῖτε καὶ πιστεύετε ἐν τῷ εὐαγγελίῳ» μου, λέει ὁ Χριστός (Μᾶρκ. 1,15). Τὰ θεμέλια τοῦ χριστιανικοῦ οἰκοδομήματος εἶνε ἀφ᾽ ἑνὸς μετάνοια, τὰ δάκρυα στὸ ἐξομολογητήριο, καὶ ἀφ᾽ ἑτέρου πίστι ἀκράδαντος στὸ θεανδρικὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.

Ἔτσι σιγὰ - σιγά, ἐπάνω στὰ γερὰ αὐτὰ θεμέλια, ὑψώνεται ἡ θεία οἰκοδομή, στὴν ὁποία θὰ κυματίζῃ ἡ αἰώνιος σημαία τῆς ἀγάπης. Δίδασκε λοιπὸν ὁ Χριστός. Ποῦ ἐδίδασκε; Παντοῦ. Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ εἶπε τὸ «Μετανοεῖτε» μέχρι τὴν τελευταία του λέξι ὁ Χριστὸς ἦταν ὅλο διδασκαλία.

Δίδασκε στὸ ναό. Ποῦ εἶνε οἱ ἰεχωβῖτες, ποὺ δὲν πατοῦν στὴν ἐκκλησιά; Ὁ ἴδιος ὁ ἱδρυτὴς τῆς Ἐκκλησίας πῆγε δώδεκα χρονῶν στὸ ναὸ καὶ δίδασκε τοὺς σοφοὺς τοῦ Ἰσραὴλ καὶ ὑπέβαλε ἐρωτήσεις στὶς ὁποῖες δὲν μποροῦσαν ν᾽ ἀπαντήσουν.

Δίδασκε στὰ προπύλαια τοῦ ναοῦ. Δίδασκε στὶς ἑορτὲς ποὺ ἑώρταζαν οἱ Ἰουδαῖοι μὲ κέντρο ἐθνικοθρησκευτικὸ τὸ ναὸ τοῦ Σολομῶντος. Δίδασκε στὴ συναγωγή, σὲ κτήρια  εἶδος σχολείων, ὅπου μέχρι σήμερα συγκεντρώνονται κάθε Σάββατο οἱ Ἰσραηλῖτες γιὰ νὰ διαβάσουν τὴν Τορά, τὸ Νόμο καὶ τοὺς Προφήτας.

Δίδασκε στὰ σπίτια σὲ χαρὲς καὶ σὲ λύπες· ὅταν γινόταν γάμος εὐλογοῦσε τὸ γάμο, ὅταν εἶχαν ἄρρωστο τοὺς ἔλεγε τὰ παρήγορα καὶ θαυματουργὰ λόγια του, κι ὅταν εἶχαν νεκρὸ καὶ φέρετρο πάλι ὁ Χριστὸς ἦταν δίπλα τους.

 Δίδασκε στὰ ἀκρογιάλια κοντὰ στοὺς ψαρᾶδες ποὺ ἔρριχναν τὰ δίχτυα, δίδασκε στὰ χωράφια κοντὰ στοὺς χωρικοὺς ποὺ ἔσπερναν τὴ γῆ, δίδασκε πάνω στὰ βουνά· ἡ πιὸ περίφημη ὁμιλία του, ἡ μνημειώδης ὁμιλία του, ὁ καταστατικὸς χάρτης τῆς ἀνθρωπότητος, εἶνε ἡ Ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία του. Δίδασκε ἀκόμα κοντὰ στὰ ποτάμια.

Δίδαξε τέλος ὁ Χριστός – ποῦ; καὶ πάνω στὸ σταυρό! Ἄνοιξε τὸ στόμα του ἑπτὰ φορές, ἑπτὰ λόγους εἶπε ποὺ εἶνε ἀνεκτίμητοι. Ὅλες τὶς νεώτερες καὶ παλαιότερες φιλοσοφίες νὰ πάρῃς καὶ νὰ τὶς στύψῃς σὰ λεμόνι, δὲν φτειάχνεις ἕνα λόγο ἀπὸ αὐτούς.

Σὰν ἐκεῖνο τὸν ἀπύθμενο καὶ ὠκεάνιο λόγο «Θεέ μου Θεέ μου, ἱνατί με ἐγκατέλιπες;» (Ματθ. 27,46), ποὺ ἔρχεται καὶ σ᾽ ἐμᾶς πολλὲς φορὲς μέσα στὴ δίνη καὶ τὴ θύελλα τοῦ κόσμου τού του. Ἢ τὸν ἄλλο ἐκεῖνο συγκλονιστικὸ λόγο «Πάτερ, εἰς χεῖράς σου παρατίθεμαι τὸ πνεῦμά μου» (Λουκ. 23,46). Δίδασκε διαρκῶς· ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ βγῆκε στὸν δημόσιο βίο μέχρις ὅτου νὰ παραδώσῃ τὸ πνεῦμα στὸν οὐράνιο Πατέρα του, ἡ ζωή του ἦταν μιὰ διδασκαλία.

Περισσότερο λοιπὸν ἀπὸ τὰ θαύματα –ποὺ εἶνε ὄχι γιὰ τοὺς πιστοὺς ἀλλὰ γιὰ τοὺς ἀπίστους(βλ. Α΄ Κορ. 14,22)– ἂς προσέξουμε τὴ διδασκαλία. Ὁ πιστὸς δὲν ἔχει ἀνάγκη ἄλλα θαύματα. Θέλεις θαῦμα; Ἐγὼ ἕνα θαῦμα θεωρῶ μέγιστο· ὅτι τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασὶ πάνω στὴν ἁγία τράπεζα γίνονται σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ τὸ ἔπιασαν στὰ χέρια τους ὁ Νικόδημος καὶ ὁ Ἰωσήφ, καὶ αἷμα τοῦ Χριστοῦ μας ποὺ ἀχνίζει μέσ᾽ στὸ δισκοπότηρο.

Νά τὸ θαῦμα – ἂν πιστεύουμε βέ- βαια. Ἂν πιστεύῃς, ἔμπα στὴν ἐκκλησία· ἂν δὲν πιστεύῃς, μὴν πατᾷς, κάθισε ἀπ᾿ ἔξω, πάρε ἕνα κομπολόϊ καὶ παῖζε, πήγαινε ὅπου θέλεις.


* * *


Ἔχουμε ἀνάγκη διδασκαλίας. Διδασκαλία χρειάζεται ὁ λαός μας. Γι᾽ αὐτὸ οἱ κληρικοί, ὅπως ὁ Κύριος, πρέπει νὰ διδάσκουμε.  Διδασκαλία πρῶτα - πρῶτα στοὺς ναούς. Ἂν τὴν ὥρα αὐτὴ κατέβαινε ἕνας ἄγγελος κ᾽ ἔκανε ἐπιθεώρησι, πόσους ναοὺς θὰ ἔβρισκε νὰ ἔχουν κήρυγμα; Στὶς περισσότερες ἐκκλη- σίες διδασκαλία δὲν ὑπάρχει.

 Διδασκαλία ἔπειτα στὰ σπίτια. Πατέρα καὶ μάνα, ἔχετε παιδιά; ἔχετε εὐθύνη. Χρέος σας δὲν εἶνε μόνο νὰ ταΐζετε μὲ φαγητό. Τὸ πρωί, μετὰ τὴν προσευχή, καλέστε τὰ παιδιά, καθίστε λίγα λεπτὰ καὶ ἀνοῖξτε τὸ Εὐαγγέλιο.

Τὸ κάνετε αὐτό; Ποιός πατέρας καὶ ποιά μάνα μόλις τὰ παιδιὰ σηκωθοῦν τὰ μαθαίνουν νὰ κάνουν προσευχή; Μὴν παραπονούμεθα ἔπειτα γιατὶ παραστρατοῦν. Γονεῖς, σπείρετε τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ. Θὰ πεθάνετε μιὰ μέρα, ἀλλ᾽ ἐὰν γονατίζατε μπροστὰ στὸ Χριστὸ καὶ διαβάζατε Εὐαγγέλιο, τὰ παιδιὰ δὲν θὰ σᾶς ξεχάσουν.

Διδασκαλία λοιπὸν στοὺς ναούς, στὰ σπίτια, στὰ σχολεῖα, στὸ στρατό, στοὺς σταθμούς, στὸν τύπο, στὰ ἐργαστήρια, στὴ δημόσια ζωή, στοὺς δρόμους, στὶς πλατεῖες, στὰ δικαστήρια, παντοῦ. Θὰ πῇ κάποιος· Νά, τὸ Εὐαγγέλιο ὑπάρχει στὰ δικαστήρια.

Ὤ δυστυχία! Τὸ Εὐαγγέλιο τὸ ἔχουμε ἐκεῖ ὄχι γιὰ νὰ τὸ διαβάζουμε ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸ παλαμίζουμε δίνοντας ψεύτικους ὅρκους. Κατὰ τὰ ἄλλα δικασταὶ καὶ δικηγόροι τὸ ἀγνοοῦν. Μόνο πρὸς ἐμπαιγμὸν ὑπάρχει ἐκεῖ τὸ ἅγιο Εὐαγγέλιο.

Δυστυχῶς σήμερα δὲν γίνεται διδασκαλία. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ποιό εἶνε; Πάρτε δυὸ σπίτια, ἕνα στὸ ὁποῖο διαβάζουν καὶ ἕνα στὸ ὁποῖο δὲν διαβάζουν Εὐαγγέλιο, καὶ συγκρίνετε. Πάρτε δυὸ ἐνορίες, μία στὴν ὁποία ὁ παπᾶς ξέρει μόνο νὰ μαζεύῃ τυχερὰ καὶ μία στὴν ὁποία ὁ παπᾶς πιστεύει καὶ διδάσκει, καὶ θὰ δῆτε τὴ διαφορά.

 Πάρτε μιὰ κοινωνία ὅπου δὲν ὑπάρχει Εὐαγγέλιο, καὶ θὰ δῆτε ἐγκλήματα, αὐτοκτονίες, κακίες· πάρτε καὶ μιὰ κοινωνία ὅπου βασιλεύει τὸ Εὐαγγέλιο, καὶ θὰ δῆτε ὅτι ἡ κοινωνία αὐτὴ θὰ γίνῃ κοινωνία ἀγγέλων.


* * *


 Τί εἶνε ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ διδασκαλία καὶ τὸ κήρυγμα; Εἶνε φῶς ποὺ διαλύει τὰ σκοτάδια, νερὸ ποὺ δροσίζει, μάννα ποὺ πέφτει ἀπὸ τὰ οὐράνια, δυναμίτης ποὺ τινάζει τὰ βράχια τῆς κακίας, ἐπανάστασι, ψωμὶ ποὺ τρέφει, νερὸ ἀθάνατο, γάλα ἄδολο.

Ἀδέρφια μου, γράψτε το. Ἔρχεται τρίτος παγκόσμιος πόλεμος, θύελλα ποὺ θὰ σαρώσῃ τὴν ἁμαρτωλὴ ἀνθρωπότητα! Ἀλλ᾽ ὅ,τι καὶ νὰ γίνῃ, ἐσεῖς κρατῆστε τὰ ῥήματα τοῦ Ναζωραίου! Πιστοὶ στὴν πατρίδα, στὴ θρησκεία, στὴν οἰκογένεια!

Κοντὰ στὸ Χριστὸ καὶ μόνο στὸ Χριστό. Ἔτσι θὰ βαδίσουμε ἐμπρός. Κι ὅταν ἔρθῃ τὸ τέλος θὰ ποῦμε κ᾽ ἐμεῖς «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42).


(†)ἐπίσκοποςΑὐγουστῖνος


Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Ἐλευθερίου ὁδ. Ἀχαρνῶν, Κάτω Πατήσια - Ἀθηνῶν, τὴν 27-9-1970. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 23-8-2013.

Ἁλιεία ψυχῶν

 «Μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν» (Λουκ. 5,10)

Κυριακὴ Α΄ Λουκᾶ (Λουκ. 5,1-11)


 † ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης


Οσοι, ἀγαπητοί μου, κατοικοῦμε στὴ γωνία αὐτὴ τῶν Βαλκανίων, ποὺ λούζεται ἀπὸ τὰ κύματα τῆς Μεσογείου, θὰ ἔχουμε δεῖ τὸ ὡραῖο θέαμα ποὺ παρουσιάζει ἡ ἁλιεία, τὸ ψάρεμα. Περιγραφὴ τῆς ἁλιείας ἔδωσε ὁ Ὅμηρος κι ἄλλοι ἀρχαῖοι ποιηταί.

 Ὅπως τότε ἔτσι καὶ σήμερα μικρὰ πλοῖα, οἱ τράτες, σχίζουν τὰ νερά, προχωροῦν στὸ βάθος, ῥίχνουν τὰ δίχτυα ἡμικυκλικά, καὶ με τὰ οἱ ψαρᾶδες κρατώντας τὶς δύο ἄκρες τῆς τράτας τὴ σέρνουν στὴν ἀκτή.


Πλησιάζει· τί ἆραγε νὰ φέρνῃ; ἡ περιέργεια ὅλων κορυφώνεται, τὰ παιδιὰ ἀνυπόμονα περιμένουν νὰ δοῦν. Ψαρᾶδες, χαρῆτε! τὸ δίχτυ εἶνε γεμᾶτο, ψάρια μικρὰ καὶ μεγάλα…

—Ἀλλὰ γιατί τὰ λέτε αὐτά; θὰ ρωτήσετε· μάθημα ἁλιευτικῆς θέλετε νὰ παραδώσετε;

Ὄχι. Γιὰ ἁλιεῖς μιλάει ἡ Γραφὴ καὶ μιὰ θαυμαστὴ ἁλιεία περιγράφει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο.

Στὴ λίμνη ἔρριχναν ὅλη νύχτα τὰ δίχτυα τους ὁ Πέτρος κι ὁ Ἀνδρέας, ὁ Ἰωάννης κι ὁ Ἰάκωβος. Ἀλλ᾿ ὅλοι οἱ κόποι τους ἔμειναν ἄκαρποι. Οὔτε λέπι στὰ δίχτυα. Δὲν θὰ πᾶνε σήμερα νὰ πουλήσουν, καὶ πῶς θὰ ζήσουν οἱ οἰκογένειές τους;

Ἐνῷ ἁπλωνόταν κάποια μελαγχολία, ξαφνικὰ ἔρχεται νὰ σκορπίσῃ αἰσιοδοξία καὶ χαρὰ ὁ ἥλιος, ὁ πνευματικὸς ἥ λιος τῆς ἀνθρωπότητος, ὁ Χριστός. Ἀρέσκε ται νὰ συναναστρέφεται ἐργατικοὺς ἀνθρώπους.

Ὁ πρῶτος Ἐργάτης ἔρχεται στοὺς ἐργάτες. Καὶ τὸ πρῶτο ἔργο ποὺ θὰ κάνῃ ἀνάμεσά τους εἶνε ἡ διδασκαλία. Ἀλλὰ ποῦ νὰ σταθῇ γιὰ νὰ διδάξῃ; Οὔτε συναγωγὴ οὔτε κάποια αἴθουσα ὑπάρχει ἐκεῖ.

Ὁ Ἰησοῦς ἀνεβαίνει σ᾽ ἕνα πλοιάριο, τοῦ Πέτρου, κάνει τὴν πρύμη ἄμ βωνα, κι ἀπὸ ᾽κεῖ διδάσκει τὰ πλήθη, ποὺ ἔχουν μαζευτῆ στὴν ἀκτή. Ὅταν τελείωσε, θέλοντας νὰ δώσῃ τὴν εἰκόνα μιᾶς μεγάλης ἀλήθειας, λέει στὸν Πέτρο νὰ ὁδηγήσῃ τὸ σκάφος στ᾽ ἀνοιχτὰ καὶ νὰ ῥίξῃ πάλι τὰ δίχτυα.

Ὁ Πέτρος στὴν ἀρχὴ προβάλλει ἀντιρρήσεις· τέ λος πει θαρχεῖ, ἐκτελεῖ τὸ λόγο του. Καὶ τὸ θαῦμα συντελεῖται.

Ὅ,τι δὲν κατώρθωσαν κόποι μιᾶς ὁ λόκληρης νύχτας, τὸ πέτυχε ἕνας λόγος τοῦ Κυρίου. Τὰ δίχτυα γεμίζουν, σχίζονται ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ψαριῶν, καὶ δύο ἁλιευτικὰ πλοιάρια κινδυνεύουν νὰ βυθιστοῦν.

Οἱ ψαρᾶδες, παλαίμαχοι στὴ θάλασσα, μένουν κατάπληκτοι μπρὸς στὴν πρωτοφανῆ αὐ τὴ ἁλιεία. Καὶ τότε ὁ Ἰησοῦς, ὁ μεγάλος Ψαρᾶς, λέει στὸν Πέτρο· «Μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀν θρώπους ἔσῃ ζωγρῶν» (Λουκ. 5,10), ἀπὸ τώρα δηλα δὴ θὰ πιάνῃς ἀνθρώπους· Πέτρε· αὐτὸ ποὺ εἶδες καὶ μένεις κατάπληκτος εἶνε μικρὸ ἐμπρὸς σ᾽ ἕνα ἄλλο τεράστιο θαῦμα, ποὺ θὰ συμβῇ με τὰ ἀπὸ λίγο.

Ἄλλου εἴδους δίχτυ θ᾿ ἁπλωθῇ. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ σκέπτον ται καὶ πολιτεύον ται μακριὰ ἀπ᾽ τὸ Θεό, μέσα σὲ πέλαγος παθῶν, καὶ μένουν ἀσύλληπτοι, θὰ πιαστοῦν στὰ δίχτυα τῆς ἀ γάπης τοῦ Θεοῦ.

Στὶς ἡμέρες σου, Πέτρε, θὰ πραγματοποιηθῇ ἀρχαία προφητεία· «Ἀποστέλλω τοὺς ἁλιεῖς… καὶ ἁλιεύσου σιν αὐτούς» (Ἰερ. 16,16). Ἕ νας ἀπ᾽ τοὺς ἁλιεῖς αὐ τοὺς θά ᾽σαι κ᾽ ἐσύ, Πέτρε. Χαῖρε λοιπόν, «ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν».


* * *

Στὴν Ἑλλάδα τὸ 450 περίπου π.Χ. ἐμφανίστηκε ὁ Σωκράτης. Ἐνῷ οἱ Ἀθηναῖοι ζοῦσαν στὴν εἰδωλολατρία, τὴν ἄγνοια τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἑαυτοῦ τους, αὐτὸς κατώρθωσε ἀπὸ τὸν σκοτεινὸ αὐτὸ βυθὸ ν᾽ ἀνεβῇ πρὸς τὰ ἐπάνω, νὰ δῇ μερικὲς ἀκτῖ νες φωτὸς καί, ὅπως μερικὰ ψάρια πλησιάζοντας ἀπ᾽ τὸ βυθὸ στὴν ἐπιφάνεια πηδοῦν γιὰ λίγο ἔξω ἀπ᾽ τὸ νερὸ καὶ βλέπουν τὸν κόσμο πάνω ἀπ᾽ τὴ θάλασσα, ἔτσι κι αὐτὸς ὑψώθηκε σὲ μιὰ ἀνώτερη ἀντίληψι ζωῆς καὶ εἶδε τὸν κόσμο τῶν «ἰδεῶν», τὸν κόσμο τοῦ πνεύματος.

Ἀπ᾽ τὸ λίγο ἐκεῖνο, ποὺ εἶδε, μαγεύτηκε κι ἀπὸ τότε ζητοῦσε νὰ ἑλκύσῃ σ᾽ αὐτὸ καὶ ἄλλους.

Σκοπό του ἔταξε νὰ διδάξῃ μικροὺς - μεγάλους τὸ δυσκολώτερο μάθημα, τὸ «γνῶθι σαυτόν».

Σ᾽ αὐτὸ ἀφωσιώθηκε.

Ἀπ᾽ τὸ πρωὶ ὣς τὸ βράδυ ἔρριχνε τὰ δίχτυα του, προσπαθοῦσε νὰ προσε- ταιρισθῇ ὀπαδούς, ἰδίως νέ ους. Χρόνια, δεκαε- τίες, δούλεψε. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα; Ὅ,τι καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἁλιείας τῶν μαθητῶν στὴν Τιβεριάδα χωρὶς τὸν Ἰησοῦ. «Ἐπιστάτα, δι᾿ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες οὐ δὲν ἐλάβομεν» (Λουκ. 5,5), θὰ μποροῦσε νὰ ἐπαναλάβῃ κι ὁ Σωκράτης, ποὺ δὲν μπόρεσε νὰ μεταβάλῃ ἠθικὰ ὄχι μία ἤπειρο, ὄχι μία πόλι, ἀλλ᾿ οὔτε τοὺς κατοίκους τῆς συνοικίας του.

Ἄκαρπη ἡ φιλοσοφία. Ὅμως τί βλέπω! Σωκράτη κ᾽ ἐσεῖς οἱ ἄλλοι ἀρχαῖοι φιλόσοφοι, ξυπνῆστε ἀπὸ τοὺς τάφους, στραφῆτε πρὸς ἀνατολὰς καὶ ἰδέστε!

Κάποιος μιλάει. Φλόγες πετάει ἡ γλῶσσα του, χρυσάφι τρέχει ἀπ᾽ τὰ χείλη του. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα; Τὴν ἴδια μέρα τρεῖς χιλιάδες ψυχές, ποὺ ἀκοῦνε, ἀποφασίζουν ν᾿ ἀλλάξουν τρόπο ζωῆς!

Ποιός εἶν᾽ αὐτός; Δὲν φοίτησε στὶς σχολές σας, δὲν ἔμαθε φιλοσοφία, δὲν ἄκουσε Περικλῆ Δημοσθένη Κικέρωνα, δὲν φοράει φιλοσοφικὸ τρίβωνα.

Ἕνας ἄνθρωπος τοῦ λαοῦ εἶνε. Μέχρι χθὲς ἔρριχνε τὰ δίχτυα του στὴ λίμνη, ζοῦσε τὴ ζωὴ τῶν ταπεινῶν. Ἐσεῖς οἱ ὑπερήφανοι σοφοὶ δὲν θὰ τὸν δεχόσασταν οὔτε στὸ προαύλιο τῶν ἀκαδημιῶν σας. Ἀλλὰ τώρα μὲ τὸ λόγο του πείθει κόσμο. Ἕνας ψαρᾶς σαγηνεύει. Καὶ εἶνε, παρακαλῶ, ὁ πρῶτος λόγος ποὺ ἐκφωνεῖ.

Θὰ συνεχίσῃ. Θὰ κηρύξῃ καὶ ἀλλοῦ, θὰ φτάσῃ μέχρι τὴ Ῥώμη, καὶ στὰ δίχτυα του θὰ πιάνῃ συνεχῶς νέες ψυχές. Ἡ φωνή του θὰ καλῇ ἀπ᾽ τὸ βυθὸ τῆς πλάνης καὶ ἁμαρτίας· «Σώθητε ἀπὸ τῆς γενεᾶς τῆς σκολιᾶς ταύτης»(Πράξ. 2,40).

Ὁ θαυμαστὸς αὐ τὸς ψα - ρᾶς εἶνε ἐκεῖνος στὸν ὁποῖο ἕνα πρωὶ ὁ Χριστὸς εἶπε «Ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν». Πῶς ἐξηγεῖται αὐτὴ ἡ δύναμις; Ποιός τοῦ δίδαξε πῶς νὰ σῴζῃ ψυχές; Ἡ τέχνη αὐτὴ δὲν εἶνε ἀνθρώπινη, δὲν διδάσκεται σὲ σχολὲς τῆς Εὐρώπης μὲ ποιμαντικὲς ψυχολογίες.

Ἡ τέχνη αὐτὴ κατὰ Γρηγόριον τὸν Θεολόγο εἶνε «τέχνη τεχνῶν καὶ ἐπιστήμη ἐπιστημῶν».

Εἶνε ἐκ τῶν ἄνω, ἀπὸ τὸ ἅγιο Πνεῦμα. «Ἐκχεῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός μου ἐπὶ πᾶσαν σάρκα, καὶ προφητεύσουσιν οἱ υἱοὶ ὑμῶν καὶ αἱ θυγατέρες ὑμῶν, καὶ οἱ νεανίσκοι ὑμῶν ὁ ράσεις ὄψονται» (Ἰωὴλ 2,28 = Πράξ. 2,17).

Μὲ τὴν ὑπερφυσικὴ αὐτὴ βοήθεια ὁ Πέτρος καὶ οἱ ἄλλοι ψαρᾶδες τῆς Γαλιλαίας κατώρθωσαν νὰ ἑλκύσουν στὸ Χριστὸ λαοὺς καὶ ἔθνη, ν᾽ ἀλλάξουν τὴ γῆ.

Ἦταν τέτοια ἡ ἀλλαγή, ὥστε καυχώμενος ἐν Κυρίῳ ὁ Παῦλος ἐρωτᾷ· «Ποῦ σοφός; ποῦ γραμματεύς; ποῦ συζητη τὴς τοῦ αἰῶνος τούτου; Οὐχὶ ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου;» (Α΄ Κορ. 1, 20).

* * *

Ἡ δύναμις αὐτὴ δὲν ἔπαυσε νὰ ἐνεργῇ μέσα στὴν ἱστορία. Θέλετε νεώτερο παράδειγμα; Τί ἦταν ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός; Ἕνας ἁπλὸς ἱερομόναχος. Ἀλλ᾿ εἶχε μαθητεύσει στὴ σχολὴ τῆς Γαλιλαίας. Βγῆκε ἀπ᾽ τὸ Ἅγιο Ὄρος, περιώδευσε τὴ Μακεδονία καὶ τὴν Ἤπειρο, ἔφθασε μέχρι Βεράτι καὶ Αὐλῶνα, κήρυξε τὰ μεγαλεῖα τοῦ Χριστοῦ.

Πόσα θαύματα δὲν ἔκανε, πόσες προφητεῖες δὲν εἶπε, πόσες ψυχὲς δὲν ἔσωσε! Καὶ ὄχι μόνο τότε ἀλλὰ καὶ μετὰ θάνατον ἐξακολουθεῖ νὰ ἐμπνέῃ καὶ νὰ διδάσκῃ τὸ λαό μας. «Ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν». Τὰ δίχτυα τοῦ Χριστοῦ ἐξακολουθοῦν καὶ σήμερα νὰ θαυματουργοῦν!

Σὲ κάθε σημεῖο τῆς ὑφηλίου, παντοῦ, θὰ συναντήσετε ψυχές, ἄντρες καὶ γυναῖκες, ποὺ συνεχίζουν τα πεινὰ καὶ ἀθόρυβα τὸ ἔργο τῶν ἀποστόλων τοῦ Χριστοῦ. Ποιός νὰ διηγηθῇ τὰ κατορθώματά τους;


Κατηχητικὲς σχολές, ὀρφανοτροφεῖα, ὑγειονομικοὶ σταθμοί, λεπροκομεῖα, ποικίλα ἄλλα ἄσυλα, πρὸ παντὸς ὅμως ψυχὲς ποὺ βλέπουν τὸ φῶς τῆς ἀληθείας, νά οἱ καρποὶ τῆς πνευματικῆς ἁλιείας τους.

Θάμβος μᾶς πιάνει «ἐπὶ τῇ ἄγρᾳ τῶν ἰχθύων» ποὺ συλλαμβάνουν.

* * *

Ἡ πατρίδα μας, ἀγαπητοί μου, δὲν εἶνε σὰν τὴ Νεκρὰ Θάλασσα· ὑπῆρξε ὁ ἐκλεκτὸς ἁλιευτικὸς χῶρος τοῦ Χριστοῦ. Ἐδῶ ἔρριξαν τὰ δίχτυα τους οἱ πρῶτοι κήρυκες τοῦ εὐαγγελίου, ὁ ἀπόστολος Παῦλος καὶ οἱ συνεργοί του, καὶ εἶχαν ἐπιτυχίες, ἔπιασαν μεγάλες ψυχές.

Στὰ νεώτερα ὅμως χρόνια περνάει τρικυμία· φύσηξαν ἄνεμοι, ἔγιναν τὰ ἄνω κάτω, τὰ καθαρὰ νερά της θόλωσαν. Καὶ στὰ θολὰ νερὰ βρίσκει εὐκαιρία ὁ Ἑωσφόρος γιὰ πειρατεία· ῥίχνει τὰ δικά του δίχτυα καὶ πιάνει ψυχές.

Ὁ Χριστὸς ὅμως, ὁ μυστικὸς Ἰχθὺς ἀλλὰ καὶ μέγας Ἁλιεύς, παραγγέλλει στὸν καθένα ποὺ ἀνέλαβε νὰ συνεχίσῃ τὸ θεῖο του ἔργο· «Ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος καὶ χαλάσατε τὰ δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν» (Λουκ. 5,4).

Τὸ λέει κυρίως στοὺς ὀρθοδόξους ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς· Ἁλιεῖς τῶν ψυχῶν, τί κάθεστε ἀργοί; Σὲ ἐνορίες, στρατῶνες, σχολεῖα, ὀρφανο τροφεῖα, ἐργοστάσια, νοσοκομεῖα, φυλακές, παντοῦ, ῥῖξτε πάλι τὸ δίχτυ, χρησιμοποιῆστε τὰ ἅγια δολώματα, τὰ εἴδη τῆς ποιμαντικῆς· καὶ θὰ δῆτε, ὅτι μὲ ἐπίμονη συστηματικὴ ἐργασία ὑπὸ τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου, οἱ ναοί, τὰ εὐλογημένα αὐτὰ ἁλιευτικὰ πλοιάρια, θὰ πλημμυρήσουν ψυχές, καὶ θάμβος θὰ καταλάβῃ τὴν οἰκουμένη, διότι μέσα ἀπὸ τὰ κύματα τῆς Μεσογείου θὰ ἀναδύεται καὶ πάλι μία νέα χριστιανικὴ Ἑλλάδα, περιβεβλημένη τὴ δόξα τοῦ μαρτυρίου καὶ τῆς ἀρετῆς.


(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος


῾Ραδιοφωνικὴ ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὴν καθαρεύουσα ἀπὸ τὸν σταθμὸ τῆς Λαρίσσης τὸ 1949. Μεταγλώττισις καὶ σύντμησις 19-8-2012.

Μάταιοι κόποι!

 «Ἐπιστάτα, δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες, οὐδὲν ἐλάβομεν· ἐπὶ δὲ τῷ ρήματί σου χαλάσω τό δίκτυον».

 Κυριακή Α΄Λουκᾶ (Λουκ. ε΄  1-11)


(†) ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου Μητροπολίτου Νικαίας


Ἦτο δραματικὴ ἡ νύχτα ἐκείνη, ποὺ ἐπέρασν οἱ μετέπειτα μαθηταὶ καὶ ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ, ἀγαπητὲ ἀναγνῶστα. Δὲν ἦσαν πρωτόπειροι. Χρόνια τώρα τοὺς εἶχε χτυπήσει ἡ ἅλμη τῆς θαλάσσης.  Εἶχαν ζυμωθῆ πιὰ μὲ τὸ ψάρεμα.

Ὅλη, λοιπόν, τὴ νύχτα ἠγρύπνησαν, πάλεψαν. Ἀποτυχία!  Δὲν ἔπιασαν οὔτε ἕνα ψάρι. Ξημέρωσε πλέον.

 Κατάκοποι καὶ πικραμένοι εἶχαν βγάλει τὰ δίκτυα στὴν ἀκρογιαλιά καὶ τὰ ἔπλυναν. Ἔρχεται αἴφνης ὁ Χριστός. Τοὺς παρακαλεῖ νὰ τοῦ προσφέρουν γιὰ λίγο τὸ πλοιάριο.  Θέλει νὰ τὸ κάμῃ ἄμβωνα.

Ὁ κόσμος περιμένει μὲ δίψαν τὸ κήρυγμα.


Ἡ ὁμιλία ἔγινε. Ὁ  Μέγας Ἁλιεὺς τοῦ κόσμου ἔρριψε τὰ πνευματικὰ του δίκτυα εἰς τὴν ἀνθρωπίνην ἐκείνην θάλασσαν.

Πολλὲς ψυχὲς εἱλκύσθησαν πάλιν εἰς τὴν σωτηρίαν....

Καὶ ἤδη ἀπευθύνεται πρὸς τὸν Σίμωνα, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνῆκε καὶ τὸ πλοῖον, καὶ τοῦ λέγει: «Τραβῆξτε τὸ πλοῖον πρὸς τὸ βάθος καὶ ρίξτε ἐκ νέου τὰ δίκτυα γιὰ ψάρεμα».

Μάταιος κόπος, σκέπτονται οἱ θαλασσοδαρμένοι ψαράδες.  Τελείως ἀκατάλληλες οἱ συνθῆκες.  Τὴν ἡμέρα δὲν ψαρεύουν. Ὕστερα τὰ νερὰ ἐδῶ δὲν εἶναι γι’ αὐτὴ τὴ δουλειά. Δὲν ὑπάρχουν σ’ αὐτὸ τὸ μέρος ψάρια. Ὅμως ἡ προσταγὴ τοῦ Κυρίου ἔχει κάποιο ἰδιαίτερο τόνο. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθοῦν.

Διδάσκαλε, ὅλην τὴν νύκτα ἐκοπιάσαμεν ρίπτοντας τὰ δίκτυα καὶ δὲν ἐπιάσαμε τίποτε. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ διατάσσεις, θὰ ρίψω τὸ  δίκτυον».   Καὶ τὸ ἔκαμε. Σὲ λίγο  τὰ ψάρια ποὺ ἔπιασαν ἦσαν τόσον πολλὰ, ὥστε ἄρχισεν ἀπὸ τὸ βάρος νὰ σχίζεται τὸ δίκτυον. Δυὸ πλοῖα ἐγέμισαν τελείως ἀπὸ ψάρια.  Κατάπληξις!  Καὶ δέος!

Εὔκολα ἀναπηδᾷ, ἀγαπητέ, ἀπὸ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἕνα σοβαρώτατο δίδαγμα. Ὅτι: Χωρὶς τὸν Χριστὸν ὅλες οἱ προσπάθεις εἶναι μάταιες καὶ ἄκαρπες. Ἡ πλήρης ἐπιτυχία εὑρίσκεται μόνον, ὅταν γίνεται μὲ τὴν εὐλογίαν τοῦ Θεοῦ.


Ἀγῶνες , ἀγωνίες καὶ ἀγονία.


Θάλασσα ἡ ζωή.  Καὶ ὁ ἄνθρωπος τρέχει μὲ τὴ βάρκα τῶν ὀνείρων του, ζητῶντας τὴν εὐτυχία, τὴν χαρά. Ὅλοι μας ψαράδες ἀπὸ τὰ παιδικά μας χρόνια. Πόσοι ὅμως βλέπουν μὲ πικρίαν νὰ περνοῦν τὰ χρόνια τῆς ζωῆς των, νὰ κυλοῦν τὰ γεγονότα, καὶ τὰ δίκτυα τῆς εὐτυχίας των νὰ εἶναι ἀδειανά!  Πόσοι, ἀλήθεια!  Ἡ ἑρμηνεία εἶναι, ὅτι συνήθως ἀγωνίζονται στὴ ζωή των μοναχοί. Χωρὶς τὸν Θεόν. Ὅπως οἱ ψαράδες τῆς Γεννησαρέτ.  Καὶ δοκιμάζουν στοὺς ἀγῶνές των ἄπειρες ἀγωνίες.  Καὶ γίνονται τελικὰ ἄγονοι αὐτοὶ των οἱ ἀγῶνες.


1.Στὴν περίπτωσι τοῦ ἀτόμου.


Ξεκινάει ὁ καθένας μὲ ὁραματισμοὺς καὶ σχέδια. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ πορεία δὲν εἶναι καθόλου εὔκολη.  Θὰ ὀρθωθοῦν σὲ λίγο οἱ ἀναποδιές, τὰ ἀτυχήματα μὲ τὰ ἀπρόβλεπτα χτυπήματα.  Σπάζει τὸ θάρρος ἡ θύελλα αὐτή.  Θολώνει τὴ σκέψι. Λυγίζει τὰ γόνατα. Ποῦ νὰ βρῇ τώρα τὴ δύναμι νὰ προχωρήσῃ; Ποιὸς θὰ τοῦ πῇ: «Στάσου ὀθρός! Εἶμαι κι’ ἐγὼ κοντά σου!» Εἶναι, βλέπετε, μόνος.  Δὲν θέλησε τὸν Θεὸν συμπαραστάτην. Ἐρείπια συνήθως τὰ σχέδια του.  Νυχτωμένος τραγουδιστὴς μιᾶς ἐλπίδος, ποὺ ἔσβησε.  Νὰ ἡ εἰκόνα τοῦ χθεσινοῦ ὀραματισμοῦ.

Κι’ ἄν νικήσῃ αὐτὰ τὰ ἐμπόδια, ἔρχονται ἄλλα. Ἀπὸ τοὺς γύρω. Ἀπ’ ἐκείνους ποὺ ἔχουν συμφέρον ἀντίθετο ἀπὸ τὸ ἰδικόν του. Εἶναι πολλοὶ ποὺ δὲν θέλουν τὸ καλό του. Πολλοί.  Καὶ θὰ κάνουν τὸ πᾶν, γιὰ νὰ παρεμποδίσουν τὸ ἔργο του.  Εἰρωνεῖες καὶ πειράγματα καὶ δυσμενὴ σχόλια καὶ χολές.  Δὲν ἔφθασαν αὐτά; Ἐν συνεχείᾳ θὰ ἀρχίσῃ φανερὴ ἀντίδρασις καὶ συκοφαντία καὶ μαχαιριὲς στὴν καρδιά.... Με σύστημα.  Μὲ πρόγραμμα μελετημένο.  Μέχρις ὅτου τὸν παραμερίσουν.

Τοῦ ἐχρειάζετο μιὰ ἀσπίδα.  Δὲν τὴν ἠθέλησε. Ὁ Θεός, «ὁ βοηθὸς καὶ ὁ σωτήρ», ἀπουσιάζει.  Μόνος του ἔτσι ὁ ἀγωνιστής...

Καὶ ἄν κι αὐτὰ τὰ ὑπερπηδήσῃ, ὑψώνεται στὴ συνέχεια ἡ ἁμαρτία, μὲ τὸ γοητευτικὸ της προσωπεῖο, μὲ τὸ πλάνο τραγούδι της.  Εἶναι ρουφήχτρα ἡ ἁμαρτία.  Σκύλλα καὶ Χάρυβδις.  Ἕρχεται μὲ γλυκὸ τρόπο.  Μὲ μαεστρία. Ἀρχίζει ἀπὸ ἁπλὲς ὑποχωρήσεις· προχωρεῖ σὲ ἐνόχους συμβιβασμούς· καταλήγει ἀργότερα σὲ πλήρη ὑποταγὴ τοῦ ὀχυροῦ τῆς ψυχῆς. Ξέφτισμα γενικό.  Ψυχικὸ κουρέλιασμα.  Σκλαβιὰ τῶν αἰσθημάτων καὶ τῶν πόθων.  Διαστροφὴ τῶν σκιρτημάτων.  Κόβεται τότε καὶ ἡ ὄρεξις διὰ τὴν ἐργασίαν·  σπάζει ὁ ἐνθουσιασμὸς διὰ τὴν σπουδὴν· ἐγκαταλείπονται τὰ μεγάλα σχέδια.  Κλείνουν οἱ δρόμοι διὰ τὴν κορυφήν. Σκαλώνει στὰ χαμηλὰ ὁ ἑαυτός πλέον.  Δὲν ἀντέχει γιὰ πέταγμα.  Πόσοι νέοι καὶ νέαι μὲ ἱκανότητες καὶ ὄνειρα ἔμειναν στὸ δρόμο!

Στὸ βωμὸ τῆς ἁμαρτίας τὰ ἐθυσίασαν ὅλα. ΟΛΑ!

Καὶ ἦταν φυσικό.  Διότι ὁ ἄνθρωπος δὲ ἔχει τὸν Θεὸν μαζί του, τὴν «βακτηρία» καὶ δυσκολεύεται πάλιν νὰ συντρίψῃ τὸ κακό.  Σκεφθῆτε τί θά γίνῃ χωρὶς αὐτὴν τὴν βοήθεια, ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὸν οὐρανό.  Ἡ βάρκα του θὰ στριφογυρίζῃ διαρκῶς στὰ ἀφρισμένα κύματα, μὲ τὴν ἀπειλὴ τοῦ ναυαγίου. Καὶ τὸ δίχτυ τῶν ἐλπίδων.... γιὰ πάντα ἀδειανό.

Νὰ τὸ κατάντημα τοῦ ἀτόμου χωρὶς Θεόν!  Τὸ ἔχει βεβαιώσει ἄλλως τε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: «Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰωάν. ιε΄5).

Ἀλήθεια ούδέν!


2.Ἄκαρποι οἱ ἀγῶνες καὶ στὴν οἰκογένεια.


Θλιβερὰ ἡ διαπίστωσις αὐτή.  Καὶ ὅμως ἀληθινή.  Θέλετε νὰ πάρωμε μιὰ οἰκογένεια, ποὺ χτίστηκε μὲ ὅλες τὶς ἐλπιδοφόρες κοσμικὲς προϋποθέσεις; Ἔχει χρῆμα, θέσιν κοινωνικήν, ὄνομα, ἀνέσεις, νεότητα, ὄνειρα.... Δὲν ἔχει ὅμως Θεόν.  Δὲν εἶναι ὑπερβολὴ αὐτό, ποὺ θὰ γραφῇ.  Δὲν εἶναι.  Αὐτὸ τὸ σπίτι ὁμοιάζει μὲ οἰκοδόμημα, ποὺ ἔχει στὸ ὑπόγειό του δοχεῖα βενζίνης.  Δὲν χρειάζεται παρὰ ἕνα σπινθὴρ γιὰ νὰ γίνῃ τὸ μεγάλο κακό.... Ἡ ἀνατίναξις!  Γρήγορα θὰ ἔλθουν τὰ πείσματα, οἱ ἐγωϊσμοί, αἱ μικρότητες, οἱ θυμοί, ποὺ θὰ κρατοῦν τὸ στόμα κλεισμένο ἡμέρα ἤ καὶ ἡμέρες ἀκόμη.  Μία σύγκρουσις σήμερα, ἄλλη μεθαύριο, τρίτη ἀργότερα.  Σιγὰ -σιγὰ αὐτὰ ἀνοίγουν τρύπες στὰ δοχεῖα βενζίνης.  Καὶ ἡ βενζίνη χύνεται στὸ πάτωμα.... Καὶ ἕνα πρωΐ ὁ σπινθήρ, τὸ δυστύχημα.... Δικηγόρος, χαρτιά, «ἐπειδή», «διὰ ταῦτα»... δικαστήρια, ἀπόφασις. «Ἀσυμβίβαστον χαρακτήρων»... Διάλυσις... Πόσα τέτοια γεγονότα ἐξ αἰτίας τῆς ἀπουσίας τοῦ Θεοῦ!

Θὰ ἔλθουν κατόπιν καὶ ἀτυχήματα. Ἀρρώστεις, φτώχεια,, ἀπρόβλεπτα.  Θὰ ἀρχίσῃ ἡ γκρίνια, οἱ σκηνές, ποὺ θὰ φθάνουν σὲ ἐνέργειες βίαιες.  Θὰ τὸ ρίξῃ στὸ κρασὶ ὁ σύζυγος, στὸ ξενύχτι. Ἡ σύζυγος θὰ μαραζώσῃ. Τὰ δοχεῖα βενζίνης πάλι τρυπημένα... Πόσα δὲν βλέπει ἡ γενεά μας σήμερα!

Ποῦ νὰ ἀκουμπίσῃ ὁ ἄνδρας; Ποῦ νὰ στηριχθῇ ἡ γυναίκα; Ἔσπασαν μόνοι των τὸ δέντρο, ποὺ τοὺς ἔδινε καὶ γλυκὺ καρπὸ καὶ δροσερὴ σκιὰ καὶ στήριγμα.  Τὸ ἔσπασαν... Φοβερόν!

Καὶ γιὰ νὰ μὴν εἴμεθα μύωπες, εἰς μίαν οἰκογένειαν χωρὶς Θεόν, δὲν θὰ βραδύνουν νὰ ἐμφανισθοῦν εἰς τὸν δρόμον της καὶ τὰ ἀγκάθια τῶν παρεκτροπῶν, ποὺ ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν, τὴν ἠθικήν, τὸν οἰκογενειακὸν ὅρκον.... Δίοτι, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ μέσα εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ἀνθρώπου, ποιὰ δύναμις θὰ συγκρατήσῃ τὴν ὁρμήν, ποιός φραγμὸς θὰ ἀνακόψῃ τὴν κλίσιν ποὺ ὁδηγεῖ πρὸς τὴν παράβασιν, πρὸς τὴν φθοράν, πρὸς τὴν ἀτιμίαν; Ποιὰ δύναμις;

Καὶ ἔτσι δὲν θὰ ἀργήσουν νὰ ἐκδηλωθοῦν αἱ τρομεραὶ συνέπειαι, ποὺ ἄν δὲν καταλήξουν εἰς τὸ φέρετρον καὶ τὴν φυλακήν, θὰ φθάσουν ὁπωσδήποτε εἰς τὴν χρεωκοπίαν τῆς οἰκογενείας. Νὰ πῶς μένῃ ἀδειανὸ τὸ δίχτυ τῆς οἰκογενείας ἀπὸ ψάρια, ἀπὸ εὐτυχίαν!  Ἔρχεται ὁ καρχαρίας τῶν ἀτυχιῶν, τῶν δυνάμεων τοῦ σκότους, τῆς ἁμαρτίας καὶ σχίζει, καὶ διαλύει τὸ δίχτυ.... Ἤ, ἄλλοτε, τὸ δίχτυ εἶναι γεμᾶτο. Ἀπὸ φίδια ὅμως... ποὺ σκορποῦν τὸν θάνατον. Τὸν θάνατον εἰς τοὺς συζύγους· τὸν θάνατον εἰς τὰ παιδιά...  Κυρίως εἰς τὰ παιδιά. Πῶς νὰ μὴ θυμηθοῦμε τώρα τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ. «Ἐὰν μὴ Κύριος οἰκοδομήσει οἶκον, εἰς μάτην ἐκοπίασαν οἱ οἰκοδομοῦντες» (Ψαλμὸς 126, 1). Εἱς μάτην, ναί, χωρὶς Θεόν!


3.Μάταιες οἱ προσπάθειες καὶ στὴν κοινωνία.


Μοιραίως ἔτσι θὰ προχωρήσῃ τὸ κακὸ στὴν κοινωνία.  Μιὰ κοινωνία χωρὶς Θεόν, χωρὶς σεβασμὸν εἰς τὸν κόσμον Του, εἶναι μία ζούγκλα, μία ὁμάδα θηρίων.  Καὶ αἱ ἐκδηλώσεις αὐτῆς τῆς καταστάσεως θὰ γίνουν ἔντονα ἀντιληπταί. Ἀδικίαι καὶ καταπάτησις πάσης ἀρχῆς τιμιότητος. Δολιότης καὶ ἀνειλικρίνεια.  Καταπιέσεις τοῦ ἀδυνάτου· στραγγαλισμὸς τῆς φωνῆς τοῦ μικροῦ ἀνισχύρου· ἐξουθένωσις τοῦ περιφρονημένου ἀπὸ τὸν ἰσχυρὸν καὶ τὸν «καπάτσον».  Συντριβὴ τῆς κεφαλῆς τοῦ πιεζόμενου, ὅταν θελήσῃ νὰ διαμαρτυρυθῇ· ἐμπαιγμὸς τῶν ἀρχῶν τῆς δικαιοσύνης ἀπὸ τοῦς ἰσχυρούς, πολιτικῶς καὶ οἰκονομικῶς, θράσος καὶ πρόκλησις ἀπὸ μέρους τῶν εὐνοιοκρατῶν καὶ «κρατούντων».

Ὑποταγὴ τῶν ἀνισχύρων εἰς τοὺς ἰσχυρούς, ὅταν ἀνακύπτουν διεθνῆ σοβαρὰ θέματα. Ἐγκλήματα μεγάλης ἀκτῖνος εἰς τὸν παγκόσμιον στίβον χωρὶς ἐντροπήν, χωρὶς συνείδησιν.... Δὲν τελειώνει, ἀγαπητέ μου, ὁ κατάλογος τῶν παραβάσεων αὐτῶν...

Καὶ ἐνῷ θὰ ζητῇ ὁ κόσμος χαράν, θὰ τρυγάῃ πικρίες.  Καὶ τὸ δίχτυ πάλιν ἀδειανό, ἤ γεμᾶτο, ἀλλὰ τώρα μὲ νάρκες καὶ ἀκτῖνες θανάτου... Καὶ ἐφαρμόζεται ἔτσι καὶ ἐδῶ τοῦ ψαλμῳδοῦ ἡ βεβαίωσις. : «Οἱ μακρύνοντες ἑαυτοὺς ἀπὸ τοῦ Θεοῦ, ἀπολοῦνται» (Ψαλμ. 72,27). Καὶ ἐπειδὴ ἐκάμαμε διαπαλνητικὰ βλήματα καὶ δορυφόρους καὶ διαστημόπλοια, ἐπιστεύσαμεν, ἀνοήτως, ὅτι αὐτὸ ἦταν ὅλο. Ὅτι πᾶμε καλά. Αὐτὰ ὅμως δὲν εἶναι ψάρια.  Αὐτὰ εἶναι πνοὴ θανάτου... Τὸ δίχτυ μας ἐποθήσαμεν νὰ τὸ γεμίσωμε μὲ ψάρια, ὄχι μὲ θάνατον. Ἀλλ’ αὐτὰ τὰ δίνει μόνον ὁ Θεός.


4.Ἡ εὐλογία.


Τὸ δίχτυ τῶν μαθητῶν ἐγέμισε ψάρια. Ἐπῆγε νὰ σχισθῇ. Πότε ὅμως; Ὅταν ἦλθε στὸ πλοῖο ὁ Χριστός.

Νὰ τὸ μεγάλο μυστικόν.

Ἁπλοῦν εἶναι τώρα τὸ συμπέρασμα.  Δὲν τὸ ἔμαθαμε ὅμως ἀκόμη.  Δὲν τὸ ἐμάθαμε, δυστυχῶς!


Ἀγαπητοί,

Θὰ ἔχετε ἀκούσει ἴσως διὰ τὸ ναυάγιον τοῦ «Τιτανικοῦ», ποὺ συνέβη τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1912. Ἦταν τὸ μεγαλύτερον ὑπερωκεάνειον τῆς ἐποχῆς του, 47.000 τόννων.  Θαῦμα ναυπηγικῆς τέχνης.  Θὰ ἔκαμε τὸ πρῶτο του ταξίδι. Εὑρώπη-Ἀμερική.  Πανηγυρικὴ ἡ ἀναχώρησίς του. Ἕνα ὁμιλητὴς εἶπε μὲ ὑπερηφάνειαν: «Καμμία δύναμις δὲν ἠμπορεῖ νὰ κλονίσῃ καὶ νὰ ἀπειλήσῃ αὐτὸν τὸν γίγαντα... Εἶναι ἀήττητος». Ἡ ἑορτὴ ἐτελείωσε.  Σηκώνονται οἱ ἄγκυρες. Ὁ κολοσσός, ὑπερήφανος, διασχίζει τὰ ἤρεμα νερὰ τοῦ λιμανιοῦ. Ὁ κόσμος χαιρετᾷ τὸν θαλάσσιον γίγαντα, ποὺ ξεκινάει, χωρὶς ὅμως, δυστυχῶς, τὴν παρουσίαν τοῦ Θεοῦ.

Κρῖμα! Ὁ «Τιτανικὸς» δὲν ἐπέστρεψεν.  Εἰς τὴν πορείαν του κατὰ τὴν νύκτα συνήντησεν ἕνα φοβερὸ παγόβουνο. Ἔπεσεν ἐπάνω του. Ἡ συγκρουσις ἦτο τρομακτική.  Μετὰ 2 ὥρας καὶ 45΄ ὅλος ἐκεῖνος ὁ κολοσσὸς εἶχε χαθῆ μέσα στὰ κύματα. Ἀπὸ τοὺς 2224 ἐπιβάτας του ἐπνίγηκαν οἱ 1563...

Αὐτὸ παθαίνομεν καὶ ἡμεῖς.... Προχωροῦμε χωρὶς Θεόν. Ἡ ζωὴ εἶναι γεμάτη ἀπὸ παγόβουνα, ποὺ μᾶς χτυποῦν. Καί....βυθιζόμεθα.. Γύρω μας ἄπειρα ναυάγια.  Κατάρτια σπασμένα, πανιὰ σχισμένα, δίχτυα ἀδειανὰ καὶ κομματιασμένα... Θλιβεραὶ ἐπιβεβαιώσεις, ὅτι ὅλα πεθαίνουν, ὅταν λείπῃ ὁ Θεός! ....


Ἀδελφέ,

Δύο λεπτά. Θέλεις νὰ μὴ βυθιστοῦμε στὸ πέλαγος τῆς ζωῆς;

Θέλεις νὰ πᾶνε χαμένοι οἱ κόποι μας;

Θέλεις τὸ δίχτυ νἆναι γεμᾶτο;

Σταμάτησε. Ἐξήτασες καλά;

Εἶναι στὸ πλοῖο μας ὁ Θεός;





Ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου

Μητροπολίτου Νικαίας

Λύχνος τοῖς ποσί μου

Λόγοι εἰς τὰ Εὐαγγέλια τῶν Κυριακῶν

(σελ.137-142)

Ἐκδόσεις Β΄

Ἀποστολική διακονία

τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος

Κυριακή Α. Λουκά – το Ευαγγελικόν Ανάγνωσμα της Θ. Λ., ομιλία του Νικηφόρου Θεοτόκη, η τήρησις των θείων εντολών είναι χορηγός και των επιγείων αγαθών.

 Η Ευαγγελική περικοπή της Θείας Λειτουργίας.

Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον Κεφ. Ε. 1 – 11


Επιμέλεια κειμένου, Νικολέτα – Γεωργία Παπαρδάκη.


Ομιλία Νικηφόρου Θεοτόκη, Αρχιεπισκόπου Αστραχάν και Σταυρουπόλεως, περί του ότι η τήρησις των θείων εντολών είναι χορηγός και των επιγείων αγαθών.


Δύο προστάγματα του Θεού ακούει ο Πέτρος και οι άλλοι μαθηταί του Χριστού που ήσαν μαζί του. «Χαλάσατε (ρίψετε δηλαδή) τα δίκτυα υμών εις άγραν», και, «δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων». Οι μαθηταί, υπακούοντας προθύμως, στο μεν πρώτον είχαν επιτυχίαν, έπιασαν δηλαδή αναρίθμητον πλήθος ιχθύων, υπακούοντας δε ευθύς και στο δεύτερον, έγιναν σύνθρονοι του Ιησού Χριστού. Τούτο αποδεικνύει επαρκώς, ότι όσοι υποτάσσονται στα θεία προστάγματα, όχι μόνον κληρονομούν την αιώνιαν βασιλείαν, αλλά γίνονται ευτυχείς και σε αυτήν την πρόσκαιρον ζωήν. Επειδή όμως ορισμένοι, στοχαζόμενοι ότι το ανθρώπινον γένος, από την αμαρτίαν του προπάτορος, εξωρίσθη σ’ αυτήν την γη για να πάσχει πάντοτε και να τιμωρείται, νομίζουν ότι όλοι οι νόμοι και τα προστάγματα του Θεού δεν αποβλέπουν καθόλου στην ειρηνικήν και ευτυχή κατάσταση του ανθρώπου στον κόσμον αυτόν, αλλά αφορούν ειδικώς και μόνον στην ψυχικήν σωτηρία μας, γι’ αυτό είναι ωφέλιμο να λαλήσωμε σήμερα κατά της πεπλανημένης αυτής γνώμης, και να δείξωμε ότι αυτή εναντιώνεται όχι μόνον στην διδασκαλία των θείων Γραφών και στα ιστορούμενα και βλεπόμενα παραδείγματα, αλλά και σε αυτόν τον ορθόν λόγον.


Είναι αναρίθμητα τα ρητά των θείων Γραφών τα οποία υπόσχονται στους εργάτες των θείων εντολών αμοιβές επουρανίους, συγχρόνως δε και επιγείους.


Ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος ήλθε στον κόσμον όχι «ίνα καταλύσει, αλλά ίνα πληρώσει τον νόμον», δηλαδή για να διδάξει τα μαθήματα της τελειότητος, τα οποία δεν περιέχονται στον νόμον, υπεσχέθη φανερά και όλα τα αγαθά της γης σε όσους δια της δικαιοσύνης και αρετής ζητούν την κληρονομίαν της Βασιλείας του Θεού: «Ζητείτε», είπε, «πρώτον την βασιλείαν του Θεού και δικαιοσύνην Αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν». Ομιλώντας δε περί εκείνων οι οποίοι για την αγάπην του εγκαταλείπουν υπάρχοντα και συγγενείς, εκήρυξε και αποφασιστικώς εβεβαίωσεν ότι αυτοί λαμβάνουν τις αμοιβές και σε αυτόν τον κόσμον: «Αμήν λέγω ημίν, ουδείς εστίν ος αφήκεν οικίαν ή αδελφούς ή αδελφάς ή πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή τέκνα ή αγρούς ένεκεν εμού και του ευαγγελίου, εάν μη λάβει εκατονταπλασίονα νυν εν τω καιρώ τούτο». Όποιος πιστεύει στον Θεόν, και είναι πεπεισμένος ότι τα λόγια των θείων Γραφών είναι λόγια Θεού, εκείνος, ακούοντας αυτά, δεν έχει καμμίαν αμφιβολίαν ότι για την υπακοή στα θεία προστάγματα λαμβάνουμε διπλή την μισθαποδοσίαν, επίγειον και ουράνιον, πρόσκαιρον και αιώνιον.


Και ιδού ένα παράδειγμα που αυξάνει την βεβαιότητα αυτής της αληθείας: Προστάσσει ο Θεός τον Αβραάμ λέγοντας: «Έξελθε εκ της γης σου και εκ της συγγενείας σου και εκ του οίκου του πατρός σου, και δεύρο εις γην ην αν σοι δείξω». Ο Αβραάμ επίστευσε και υπήκουσε, και ο Θεός του έδωσε πλούτον πολύν. Αληθώς η αμαρτία του προπάτορος, μας κατέστησε φθαρτούς και μας εξώρισεν από τον Παράδεισο. Αληθώς για την αμαρτία του προπάτορος ο Θεός κατηράσθη την γην και είπεν: «Επικατάρατος η γη εν τοις έργοις σου». Είπεν «εν λύπαις φαγή αυτήν πάσας τας ημέρας της ζωής σου». Είπεν «Ακάνθας και τριβόλους ανατελεί σοι». Ναι, αληθώς, αλλά γιατί αυτό; Είναι φανερόν ότι για την αμαρτίαν. Εάν λοιπόν λείψει η αμαρτία, και αντί αυτής έλθει η αρετή, άραγε πάλι και μετά την αρετήν η γη επικατάρατος και λύπαι και άκανθαι και τρίβολοι; Όχι. Η αρετή ανεβάζει τον άνθρωπο στην κατάσταση του προπάτορος την προπτωτικήν. Εκείνη δε η κατάστασις είναι η κατάστασις της ευλογίας, της χαράς και της ανέσεως. Σ’ αυτήν την κατάστασιν ευρίσκετο ο Δαβίδ όταν έπραττε το θέλημα του Θεού. Όταν όμως έπραξε την αμαρτίαν, τότε ησθάνθη την κατάραν της γης, και τις λύπες και τις άκανθες και τούς τριβόλους της. Γι’ αυτό, ικετεύοντας μετά δακρύων έλεγεν: «Απόδος μοι την αγαλλίασιν του σωτηρίου σου, και πνεύματι ηγεμονικώ στήριξόν με». Αυτό το ηγεμονικόν Πνεύμα, το οποίον είχεν ο άνθρωπος πριν από την αμαρτίαν, έρχεται πάλι στην καρδία του μετά την αρετήν. Αυτό τον κάνει ανώτερον από όλα τα γήινα, αυτό τον πείθει να τα θεωρεί όλα σαν απορρίματα.


Επειδή λοιπόν έτσι έχουν τα πράγματα, είναι φανερόν ότι όποιος θέλει τα αγαθά του κόσμου τούτου, εκείνος πρέπει να περιπατεί τον δρόμον της αρετής. Ενώ εμείς οι άθλιοι πιστεύουμε και πειθόμεθα ότι τρέχοντας στους κρημνούς της απωλείας, εκεί ευρίσκουμε την απόλαυση των αγαθών της παρούσης ζωής. Ο πανάγαθος Θεός έδωσε στους ανθρώπους τον νόμον του οδηγόν προς την ευτυχίαν, και τον διεμέρισε σε δέκα Εντολές. Λάτρευε, λέγει, και αγάπα μόνον τον αληθινόν Θεόν, και ποτέ να μην προσκυνήσεις, ούτε να λατρεύσεις την κτίση. Εμείς λησμονούμε τον Θεόν, και αφιερώνουμε τις καρδιές μας στα κτίσματα, δηλαδή στους αγρούς, στους αμπελώνες, στους κήπους, στα κειμήλια. Εμείς προσκυνούμε ως Θεόν τoν χρυσό και το αργύριον. Μην ορκίζεσαι, λέγει ο Θεός, στο όνομά μου. Εμείς σχεδόν κάθε μέρα και για πράγματα ευτελέστατα κάνουμε όρκους και φυλαττόμενους και αθετούμενους, και αληθείς και ψευδείς. Φύλαττε την εορτήν, λέγει ο Θεός. Και εμείς τις ημέρες των εορτών όχι μόνον δεν ερχόμεθα στην εκκλησία για να ακούσωμε τον λόγον του Θεού, να ζητήσωμε την συγχώρηση των αμαρτιών μας, και να τον δοξολογήσωμε για τις αμέτρητες ευεργεσίες του, όχι μόνον πωλούμε και αγοράζουμε και εργαζόμεθα κατά τις ημέρες των εορτών, αλλά περιμένουμε τις εορτές για να λύσωμε τον χαλινόν της εγκρατείας και της σωφροσύνης, και έτσι να εκτελέσωμε κάθε αμαρτία. Και παροργίζοντας με αυτόν τον τρόπον τον Βασιλέα της δόξης, ελπίζουμε μακρότητα ημερών και πλούτον πολύν και δόξαν μεγαλοπρεπή και τα λοιπά αγαθά της γης. Ω πλάνη σατανική!


Και άλλη όμως πλάνη, χειροτέρα από αυτήν κατακυριεύει πολλούς. Πιστεύουν πολλοί ότι ο πολιτικός άνθρωπος απολαμβάνει τα αγαθά του κόσμου. Ο πολιτικός, λέγουν, γίνεται στον κόσμον αυτόν ευτυχής. Όμως, για να ειπούμε την αλήθειαν φανερά, πολιτικός είναι ο υποκριτής, ο κόλαξ, ο δόλιος, ο ψεύστης, ο πανούργος και πονηρός. Η δε επιστήμη που καλείται πολιτική, και τόσον επαινείται από τους ανθρώπους και θαυμάζεται, είναι τέχνη φανερά διαβολική.


Ακούσετε και άλλην, τρίτην πλάνην, χειροτέραν από τις πρώτες. Πολλοί πιστεύουν ότι η ακριβής τήρησις του νόμου εμποδίζει την απόλαυση των επιγείων αγαθών. Πώς ημπορεί, λέγουν, ο ηγεμών ή ο άρχοντας να ευτυχεί στην διοίκηση του κράτους του, εάν μερικές φορές δεν καταφεύγει στο ψεύδος και στην αδικίαν, παρακινούμενος από τις περιστάσεις; Εάν ο έμπορος αποφεύγει τους όρκους, το ψεύδος, την απάτην, ούτε κερδίζει ούτε πλουτίζει. Εάν ο τεχνίτης απέχει από την δολιότητα, γίνεται πτωχός και δυστυχής.

Άνθρωπε πεπλανημένε, πώς δεν καταλαβαίνεις την απάτην σου και τους παραλογισμούς σου;


Αλλά εμείς βλέπουμε, λέγετε, ότι ορισμένοι τηρούν τους νόμους του Θεού και όμως δυστυχούν, ενώ πολλοί τους παραβαίνουν και όμως ζουν ευτυχισμένοι. Για μεν τούς πρώτους σας αποκρίνεται ο θείος Απόστολος Παύλος, λέγοντας: «τις γαρ οίδεν ανθρώπων τα του ανθρώπου, ει μη το πνεύμα του ανθρώπου το εν αυτώ;», δηλαδή, κανείς δεν γνωρίζει τα απόκρυφα του ανθρώπου. Αλλά μήπως εκείνος, τον οποίον εσύ νομίζεις δίκαιον και άγιον είναι υποκριτής και ψεύστης, όπως οι Φαρισαίοι; Μήπως αυτός είναι άλλος Ιώβ, που δοκιμάζεται από τον Θεόν, και με την δοκιμήν καθαρίζεται και ευλογείται; Πράγματι, ο Θεός δοκιμάζει τους δικαίους «ως χρυσόν εν χωνευτηρίω», και αυτοί «ολίγα παιδευθέντες, μεγάλα ευεργετηθήσονται». Διότι ο Θεός τους ηύρεν αξίους του εαυτού Του, και τους στέφει βασιλείς της επουρανίου Ιερουσαλήμ, όπου θα αναλάμψουν ως φωστήρες.


Για δε τους δευτέρους, σου αποκρίνεται, ο Προφητάναξ λέγοντας: «Μη παραζήλου εν πονηρευομένοις μηδέ ζήλου τους εργαζομένους την ανομίαν», διότι «ωσεί χόρτος ταχύ αποξηρανθήσονται και ωσεί λάχανα χλόης ταχύ αποπεσούνται». Ο άδικος πλούτος φθείρεται ταχέως ωσάν τα χόρτα. Η ευτυχία η άνομος διασκορπίζεται ωσάν τον καπνόν. Σήμερα βλέπεις τον παράνομον να ευτυχεί, να υπερυψώνεται σαν τις κέδρους του Λιβάνου, και αύριο εξαφανίζεται από τους οφθαλμούς σου αυτός και όλη η ευτυχία του. Τον αναζητείς και ούτε την κατοικία του ευρίσκεις. Παρόμοιες μεταβολές βλέπουμε καθημερινώς. Βλέπουμε ορισμένους να πίπτουν από το ύψος της ευτυχίας στην άβυσσον των δυστυχημάτων. Ακούμε δε και την φωνήν του Παντοκράτορος να κηρύσσει: «Ο μη συνάγων μετ’ εμού, σκορπίζει», και όμως σαν κωφοί αποδίδουμε αυτές τις μεταβολές στην τύχη, στις συμπτώσεις, στην κακήν διοίκηση, και πάλιν εξακολουθούμε να παραβαίνωμε τις εντολές του Θεού, και να ελπίζωμε παράλληλα στην απόλαυση των αγαθών Αυτού.

Χριστιανοί, για την υπόθεσιν αυτήν ελάλησεν τόσον καθαρά ο Θεός, ώστε κανείς δεν ημπορεί να αμφιβάλλει: Ακούσετε τι λέγει: «Τάδε λέγει Κύριος, ιδού οι δουλεύοντές μοι φάγονται, υμείς δε πεινάσετε. Ιδού οι δουλεύοντές μοι πίονται, υμείς δε διψήσετε. Ιδού οι δουλεύοντές μοι ευφρανθήσονται, υμείς δε αισχυνθήσεσθε. Ιδού οι δουλεύοντές μοι αγαλλιάσονται εν ευφροσύνη, υμείς δε κεκράξετε δια τον πόνον της καρδίας υμών, και από συντριβής πνεύματος υμών ολολύξετε». Ποία άλλα λόγια είναι καθαρότερα ή αποφασιστικότερα από αυτά;


Εάν θέλεις πλούτον, εάν επιθυμείς τιμήν, εάν ζητείς ευτυχίαν, εάν ορέγεσαι τα αγαθά του κόσμου τούτου, πρώτον μεν δούλευε πάντοτε στον Κύριον, δηλαδή φύλασσε με κάθε προσοχήν και επιμέλειαν όλες τις εντολές Του, και ποτέ μην παραβείς ούτε μίαν. Δεύτερον δε, όταν βάλεις αρχήν σε κάποιο επάγγελμα, ή πολιτικόν ή δικαστικόν ή στρατιωτικόν ή ιερατικόν ή ηγεμονικόν ή στο εμπόριον ή σε κάποιαν τέχνην ή σε οποιοδήποτε άλλον έργο, μην εμπιστευθείς ούτε να καυχηθείς ούτε στην φρόνησή σου ούτε στην δύναμή σου ούτε στον πλούτο σου. Αλλά έχε όλην την ελπίδα και την πεποίθησίν σου στην φιλανθρωπίαν και το έλεος του Θεού. Να καυχηθείς για τούτο, για το ότι γνωρίζεις ότι τα πάντα είναι από τον Θεόν, και Αυτός είναι που δίδει και τα επίγεια και τα επουράνια αγαθά σε όσους Τον υπηρετούν. Να ζητείς πάντοτε με όλην σου την ψυχήν και την καρδίαν την Βασιλεία του Θεού και την κατόρθωση της αρετής σου, και να μην αμφιβάλλεις καθόλου ότι, ζητώντας αυτά, απολαμβάνεις και τα επίγεια αγαθά. Σου το υπόσχεται αυτό ο αψευδέστατος Θεός λέγοντας: «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν».


Από το βιβλίο Πατερικόν Κυριακοδρόμιον, σελίς 301 και εξής.


Επιμέλεια κειμένου, Δημήτρης Δημουλάς.