Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

«ἀνήρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε∙» (Μτθ. 5, 8).

 Στό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα παρακολουθήσαμε τό θαῦμα πού ἔγινε ἀφορμή νά ἀκολουθήσουν τόν Χριστό ὡς μαθητές ὁ Πέτρος, ὁ Ἰάκωβος καί ὁ Ἰωάννης. Τό θαῦμα αὐτό ἦταν μιά παράδοξη ψαριά, πού συνέβη μέρα μεσημέρι ἐνάντια σ’ ὅλες τίς πιθανότητες. Ὁ Κύριος διαλέγει τό πλοῖο τοῦ Σίμωνα Πέτρου, γιά νά τό κάνει ἄμβωνα. Κάθισε καί «ἐκ τοῦ πλοίου ἐδίδασκε τούς ὄχλους». Ἀφοῦ ἔκανε τό πλοῖο ἐργαλεῖο ψαριᾶς ἀνθρώπων, στή συνέχεια κάνει καί τόν πλοιοκτήτη ψαρά τῶν ἀνθρώπων. Τόν βάζει νά ψαρέψει μέρα μεσημέρι! Σέ ἀντίθεση μέ τήν ἄκαρπη νυκτερινή προσπάθεια, ἡ μεσημεριανή προσπάθεια φέρνει τόσα ψάρια, πού κινδύνευε τό πλοῖο νά καταποντιστεῖ! Μπροστά σ’ αὐτό τό θαῦμα ὁ Πέτρος ἐκπλήσσεται. Νιώθει τό μεγαλεῖο καί τή δύναμη τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά ταυτόχρονα αἰσθάνεται καί τή δική του ἀναξιότητα μπροστά σ’ αὐτό τό πρόσωπο τοῦ Διδασκάλου. Ζητάει ἀπό τόν Κύριο νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό κοντά του, διότι, ὅπως ὁμολογεῖ: «ἀνήρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε∙».


Δέν διάλεξε ὁ Πέτρος τόν Χριστό. Ὁ Ἰησοῦς ἐπέλεξε τόν Πέτρο. Ὁ Ἰησοῦς πλησίασε καί ψάρεψε τόν ψαρά τῶν ψαριῶν, γιά νά τόν μεταστρέψει σέ ψαρά τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Κύριος δέν κοίταξε τά ἄδεια δίχτυα, δέν δίστασε ἀπό τήν κακή διάθεση τοῦ μελλοντικοῦ μαθητῆ Του, δέν ὑπολόγισε τή σωματική κούραση μετά ἀπό τήν ἄκαρπη ὁλονύκτια προσπάθεια, δέν λογάριασε τό παράξενο τοῦ ἐγχειρήματος νά μετατρέψει τήν ψαρόβαρκα σέ ἄμβωνα, δέν δίστασε νά δώσει τήν πιό παράλογη ἐντολή: ψαριά μέρα μεσημέρι. Ὅλα τά διαχειρίστηκε μέ σοφία καί ἀγάπη, προκειμένου νά σαγηνέψει τούς μελλοντικούς συνεργάτες Του.


Ὁ Κύριος κάνει τά πάντα, γιά νά βρεῖ τόν ἄνθρωπο. Δημιουργεῖ τίς κατάλληλες συνθῆκες, ἔτσι ὥστε καθένας πού Τόν συναντάει νά γίνει πιστός μαθητής καί ἐργάτης τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου.


Ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἔρχεται ἡ μεγάλη καί μοναδική στιγμή τῆς συνάντησης μέ τόν Θεό, συνταράσσεται. Ἡ ψυχή ξυπνάει ἀπό τόν λήθαργο τῆς λησμοσύνης τοῦ Θεοῦ. Τά πέπλα τῆς ἄγνοιας πέφτουν. Ἡ ὁμίχλη τοῦ ψεύδους διαλύεται. Μπροστά στήν πραγματικότητα τῆς θεϊκῆς ἀποκάλυψης ὁ ἄνθρωπος «ἔρχεται εἰς ἑαυτόν». Κατανοεῖ ποιός εἶναι ὁ ἴδιος καί ποιός εἶναι Αὐτός μέ τόν ὁποῖο συναντιέται. Ἔτσι μέ συναίσθηση καί φιλοτιμία ρίχνεται στήν προσπάθεια τῆς θεογνωσίας. Βεβαίως, ὑπάρχει πάντοτε καί ἡ πιθανότητα τῆς ἀπάτης ἤ τῆς ψευδαίσθησης. Πολλές φορές ὁ διάβολος, γιά νά πλανήσει τόν ἄνθρωπο, μπορεῖ νά μεταμορφωθεῖ καί νά παρουσιαστεῖ ἀκόμη καί ὡς ἄγγελος φωτός. Πολλοί ἄνθρωποι πλανήθηκαν ἤ καί πλανῶνται. Ἐνῶ νομίζουν ὅτι συναντήθηκαν ἤ συνομιλοῦν μέ τόν Χριστό, τήν Παναγία καί τούς ἁγίους, στήν πραγματικότητα ταλαιπωροῦνται ἀπό δαιμονικά κατασκευάσματα ἤ ἀπό φαντασίες τῆς προσωπικῆς τους ἀλαζονείας. Ἡ στάση τοῦ Σίμωνα Πέτρου κατά τή συνάντησή του μέ τόν Χριστό μᾶς δίνει τά αὐθεντικά γνωρίσματα πού ἔχει ὁ ἄνθρωπος, ὅταν δέχεται τήν ἀποκάλυψη τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ στήν ὕπαρξή του.


Τό πρῶτο γνώρισμα τῆς ἐπαφῆς μέ τόν Θεό εἶναι ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτίας. Ὁ Πέτρος, ὅταν ἀντιλαμβάνεται ὅτι αὐτός πού βρίσκεται στό πλοιάριό του δέν εἶναι ἕνας ἁπλός ἄνθρωπος, ἀλλά εἶναι ὁ Σωτήρας Χριστός, νιώθει μιά βαθιά ἀναξιότητα μπροστά στήν παρουσία τοῦ Κυρίου. Μέ ἐπίγνωση φωνάζει: «ἀνήρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε∙» καί ζητάει ἀπό τόν Ἰησοῦ νά φύγει ἀπό κοντά του ὄχι ἐπειδή δέν Τόν θέλει, ἀλλά ἐπειδή δέν Τοῦ ἀξίζει. Αὐτή ἡ βαθιά συναίσθηση τῆς ἁμαρτίας ὑπάρχει μέσα σέ κάθε ἄνθρωπο πού ἔρχεται σέ κοινωνία μέ τόν Θεό ἤ μέ κάποιο θεούμενο πρόσωπο. Ὅταν ἡ βρωμιά συναντήσει τήν καθαρότητα, τότε ἡ βρωμιά φαντάζει ἀκόμη πιό ἔντονη. Ὅταν τό παραμορφωμένο πρόσωπο σταθεῖ μπροστά στόν καθρέπτη τῆς θείας ὀμορφιᾶς, τότε ἀντιλαμβάνεται τή δική του δυσμορφία.


Ὅταν τό ἀτελές σταθεῖ μπροστά στό τέλειο, τότε κατανοεῖ τά δικά του ἐλλείμματα. Ἡ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἡ προσέλευση στή θεία Λατρεία, ἡ συναναστροφή μέ συνειδητούς ἐργάτες τῆς ἀρετῆς, ἡ ἐντρύφηση στούς βίους τῶν ἁγίων, στή φιλοκαλία καί στό γεροντικό μᾶς κάνει νά νιώσουμε βαθιά τήν ἁμαρτωλότητά μας. Μπροστά στούς ὀλυμπιονίκες τοῦ πνεύματος νιώθουμε τή δική μας τεμπελιά. Μπροστά στούς γίγαντες τῆς τελειότητας νιώθουμε τή δική μας ντροπιαστική μικρότητα. Ὅταν εἴμαστε μαζί μέ ἄλλους ἁμαρτωλούς, ἴσως νά νιώθουμε καί ἐνάρετοι. Εἴμαστε τό κάτι ἄλλο, ὅταν συγκρινόμαστε μέ ὅσους θεωροῦμε κατωτέρους μας. Ἐάν ὅμως συγκριθοῦμε μέ τόν Χριστό; Ἐάν συγκριθοῦμε μέ τήν Κυρία Θεοτόκο; Ἐάν συγκριθοῦμε μέ τόν προστάτη μας Ἅγιο; Τότε καταλαβαίνουμε πόσο χαμηλά εἴμαστε πεσμένοι. Ὅποιος συναπαντάει τόν Θεό καί δέν αἰσθάνεται τήν ἁμαρτωλότητά του, ἤ εἶναι σέ πλάνη ἤ βρίσκεται σέ ἀναισθησία. Ἡ αὐγή τῆς θείας ἀποκάλυψης τό πρῶτο πού φωτίζει εἶναι τό ἔρεβος τοῦ κακοῦ στήν ὕπαρξή μας. Γι’ αὐτό καί ἡ πρώτη γνωριμία μέ τόν Θεό ὀνομάζεται «φώτιση». Ὅλοι οἱ ἅγιοι, σάν τόν Πέτρο, ὅσο πρόκοβαν στή γνωριμία τους μέ τόν Θεό, τόσο φώναζαν καί ὁμολογοῦσαν ὅτι ἦταν οἱ ἁμαρτωλότεροι τῶν ἀνθρώπων. Αὐτό δέν ἦταν ταπεινολογία. Ἦταν ἀληθινή ταπείνωση.


Τό δεύτερο γνώρισμα τῆς ἐπαφῆς μέ τόν Θεό εἶναι ἡ ζωή καί ὁ ἀγώνας τῆς μετάνοιας. Ἀπό τή στιγμή πού ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται μέ τόν Θεό καί ἐννοεῖ τήν ἁμαρτωλότητά του, ξεκινάει ἕνα συνειδητό ἀγώνα μετάνοιας. Μετά τή συνάντηση μέ τόν Κύριο ὁ πιστός κάνει μιά μεταστροφή. Ἐνῶ πήγαινε στή λεωφόρο τοῦ κακοῦ, ἀλλάζει πορεία καί μεταστρέφεται στό μονοπάτι τοῦ καλοῦ. Ἡ ὁδός τοῦ Κυρίου εἶναι στενή καί τεθλιμμένη, ἀλλά αὐτό δέν τόν φοβίζει. Δέν τόν φοβίζει, διότι τό φορτίο τοῦ Χριστοῦ εἶναι χρήσιμο καί ἐλαφρύ. Τό μονοπάτι τῆς ἀρετῆς εἶναι δύσβατο, διότι τόν περιμένουν παγίδες καί πτώσεις. Τό φορτίο, ὅμως, πού κουβαλάει στούς ὤμους του, εἶναι τόσο ὅσο μπορεῖ νά σηκώσει. Στόν ἀγώνα τῆς ἀρετῆς ὅλοι εἴμαστε πρωταθλητές, διότι καλούμαστε νά σπάσουμε μόνο τό δικό μας ρεκόρ. Ὅλοι θά πάρουμε τό στεφάνι τῆς νίκης, ἀρκεῖ νά ξεπερνᾶμε σέ κάθε προσπάθεια τίς δικές μας προηγούμενες ἐπιδόσεις. Ὁ μόνος ἀντίπαλος στόν προσωπικό μας ἀγώνα εἶναι ὁ δικός μας παλαιός ἑαυτός. Οἱ ἀνώτεροι συναθλητές λειτουργοῦν ὡς πρότυπα γιά μᾶς καί ὄχι ὡς ἀνταγωνιστές. Ὅταν ὁ Πέτρος εἶπε: «ἀνήρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε∙», ξεκίνησε μία ζωή ἀληθινῆς μετάνοιας. Ἦταν μία ζωή πού εἶχε πτώσεις καί ἀνατάσεις, στό τέλος, ὅμως, αὐτή ἡ μετάνοια τόν ὁδήγησε στή δόξα τῆς αἰωνιότητας. Ἔτσι καί ἐμεῖς. Ἡ συνάντηση μέ τόν Θεό εἶναι ἀληθινή μόνον ὅταν μετά τή συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας ριχτοῦμε συνειδητά στόν ἀγώνα τῆς μετάνοιας.


Τό τρίτο γνώρισμα τῆς ἐπαφῆς μέ τόν Θεό εἶναι ἡ ἐργασία τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Πέτρος μετά ἀπό ἐκείνη τή θαυματουργική μεσημεριανή ψαριά ἄκουσε ἀπό τόν Ἰησοῦ καί τήν πρόσκληση: «μή φοβοῦ∙ ἀπό τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν». Κατάλαβε τήν πρόσκληση καί ἀνταποκρίθηκε σ’ αὐτή. Μαζί μέ τούς ὑπόλοιπους ψαράδες ἐκεῖνο τό μεσημέρι «ἀφέντες ἅπαντα ἠκολούθησαν αὐτῷ». Ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς του δέν ἐκφράστηκε μέ κάποιο γοερό μοιρολόι καί μέ διάφορες συναισθηματικές ἄκαρπες τύψεις. Ὁ ἀγώνας τῆς μετάνοιας ξεκίνησε μέ τήν ἀλλαγή στή ζωή του. Ἄφησε τά πάντα καί ἀκολούθησε τόν Χριστό. Ἡ συνοδοιπορία του μέ τόν Χριστό ἦταν παντοτινή. Δέν κράτησε μόνο κατά τά τρεισήμισι χρόνια τῆς ἐπίγειας παρουσίας τοῦ Κυρίου. Κράτησε γιά ὅλη τήν ὑπόλοιπη ζωή του. Ἀφιερωμένος ἀποκλειστικά στόν Διδάσκαλο καί Σωτήρα ἀφιέρωσε τήν ὕπαρξή του στόν εὐαγγελισμό τοῦ κόσμου. Ἔγινε, κατά τόν λόγο τοῦ Ἰησοῦ, ἀληθινός ψαράς τῶν ἀνθρώπων. Κακοπάθησε καί θυσιάστηκε γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί γιά τό κήρυγμα τῆς ἀλήθειας. Κτύπησε τό ψεῦδος τῆς κάθε θρησκείας καί δίδαξε τήν ἀληθινή πίστη, πού εἶναι σχέση ζωντανή καί ἀγαπητική μέ τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο. Αὐτή ἡ ἐργασία τῆς ἱεραποστολῆς τόν ὁδήγησε στό μαρτύριο. Ἀλλά τό μαρτύριο γιά ἐκεῖνον ἦταν χαρά καί εὐφροσύνη. Τό ἱερό του πρόσωπο στέκεται ὡς πρότυπο ζωῆς γιά ὅλους μας. Ἐφόσον συναντηθοῦμε μέ τόν Χριστό, μέσα στά πλαίσια τοῦ ἀγώνα τῆς μετάνοιας, καλούμαστε κι ἐμεῖς νά γίνουμε ψαράδες τῶν ἀνθρώπων. Αὐτό δέν πρέπει νά τό δοῦμε σάν καθῆκον ἀλλά σάν ἐνέργεια ἀγάπης καί προσφορᾶς. Ποτέ ἄλλοτε ὁ κόσμος δέν βυθίστηκε τόσο πολύ στό σκοτάδι τῆς κακίας καί τῆς ἀνηθικότητας ὅσο σήμερα. Τώρα πλέον ἡ ἁμαρτία πέταξε ὅλα τά προσωπεῖα της καί περηφανεύεται γιά τά κατορθώματά της! Διέλυσε τίς ἀνθρώπινες συνειδήσεις, ἀλλοίωσε τήν οἰκογένεια, κατήργησε κάθε μορφή ὁρίου, γκρέμισε τίς ἀρχές καί τίς ἀξίες, πού διαφύλασσαν τήν ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια, μετέστρεψε τόν ἄνθρωπο ἀπό πρόσωπο σέ προϊόν, ἀντικατέστησε τήν αἰώνια προοπτική μέ τή γήινη ἀπόλαυση, ταύτισε τήν εὐτυχία μέ τήν ἡδονή καί ἔτσι κατέστησε τόν ἡδονισμό ἀπύθμενη πηγή δυστυχίας. Στή θέση τῆς πίστης ἔβαλε τίς πάσης φύσεως θρησκεῖες καί ἔτσι κρατάει τόν ἄνθρωπο ἀνερμάτιστο νά κτυπιέται ἀπό τά κύματα τῆς ποικίλης ἀνασφάλειας.


Οἱ ἄνθρωποι συλλαμβάνονται ἀπό τήν ἁμαρτία «ἀνεπαισθήτως». Οἱ γενιές στέκονται ἀνίκανες ἡ μία νά δώσει τή σοφία της στήν ἄλλη, διότι βρίσκονται σέ μία διαρκή σύγκρουση. Οἱ λαοί ἀντιμάχονται γιά ἀπατηλούς στόχους. Οἱ κοινωνίες κατακομματιάζονται κάτω ἀπό τά συμφέροντα τῶν λίγων. Οἱ πολλοί ἀδιαφοροῦν καί ἔτσι συνεργοῦν στό κακό. Τί ἀπομένει; Ὡς ἐλπίδα τοῦ κόσμου ἀπομένουν οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ. Οἱ σύγχρονοι αὐθεντικοί ἐργάτες τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι τά τελευταῖα φῶτα αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Οἱ ἅγιοι μιλοῦν στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων. Ἀγγίζουν τά μεγάλα ὑπαρξιακά θέματα, ἀνοίγουν δρόμους στά ἀξεπέραστα ἀδιέξοδα. Γι’ αὐτό ὁ λόγος τους εἶναι ζωντανός καί σύγχρονος. Ἄς ἀντιληφθοῦμε βαθιά αὐτή τήν ἀνάγκη τῆς ἐποχῆς μας, γιά νά ἐνταχθοῦμε καί ἐμεῖς στούς φιλότιμους ψαράδες τοῦ Χριστοῦ.


Μετά ἀπό τό θαῦμα τῆς μεσημεριανῆς πλούσιας ψαριᾶς ἀκοῦμε σήμερα τόν Πέτρο νά ὁμολογεῖ: «ἀνήρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε∙». Ἡ ὁμολογία του εἶναι κραυγή ταπείνωσης, μετάνοιας καί προσφορᾶς. Ὅταν ἐμεῖς συναντοῦμε τόν Χριστό, ἄς κάνουμε τήν ἴδια ὁμολογία. Ἄς μετροῦμε τό βάθος τῆς ἁμαρτίας μας, ἄς ξεκινᾶμε τή ζωή τῆς μετάνοιας καί ἄς προσφέρουμε στούς συνανθρώπους μας τό φῶς τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα καί τῆς χαρούμενης ἐλευθερίας τοῦ Εὐαγγελίου. Τότε θά εἴμαστε οἱ εὐλογημένοι ψαράδες τοῦ Χριστοῦ, πού ἐπιβαίνοντες στό ὡραῖο πλοῖο τῆς Ἐκκλησίας θά πλέουμε στό ἀπάνεμο λιμάνι τῆς σωτηρίας, τό ὁποῖο ἑτοίμασε ὁ Κύριος γιά ὅλους μας. Ἀμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου