Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

Την ώρα που χτυπούσε την θύρα του ασκητή, ακούει: "Άγιον Όρος,...Άγιον Όρος...¨

 Κάποτε θέλησε να επισκεφθεί και πάλι τους Αγίους Τόπους. Είχε έλθει ένα ρωσικό πλοίο που πήγαινε στα Ιεροσόλυμα. Δεν είχε χρήματα και παρακάλεσε τον καπετάνιο να τον πάρει δωρεάν. Ο καπετάνιος πολύ τον ευλαβήθηκε και όχι μόνο τον πήρε, αλλά του έδωσε και χρήματα, για να προσευχηθεί γι αυτόν και να προσφέρει και στα ιερά προσκυνήματα.


Όταν έφτασε εκεί άρχισε να επισκέπτεται σαν ταπεινός προσκυνητής τους ναούς και τα μοναστήρια. Σε πολλά μέρη ήθελαν να τον κρατήσουν κοντά τους. Δεν ήξερε όμως αν αυτό ήταν θέλημα Θεού. Όταν έμαθε πως σε κάποιο ασκητήριο ήταν ένας ενάρετος μοναχός, πήγε να τον συμβουλευτεί. Στη σκέψη του, δύο πράγματα υπήρχαν να μείνει στα Ιεροσόλυμα ή να επιστρέψει στο Άγιο Όρος. Την ώρα που χτυπούσε την θύρα του ασκητή, ακούει: 

"Άγιον Όρος,...Άγιον Όρος...¨

Ακόμη δεν τον είχε δει. Τον παρακάλεσε να του ανοίξει να πάρει την ευλογία του και να επιστρέψει δίχως άλλο στο Περιβόλι της Παναγίας.


Εδώ εκτός από τους μοναχούς, ξαναβρήκε τους παλιούς του φίλους, τ'άγρια ζώα της ερήμου, που τ'αγαπούσε πολύ. Κι αυτό το έμαθα όταν μια ημέρα είχα πάει στην καλύβη του να μαζέψω λίγες ελιές που βρίσκονταν εκεί. Την ώρα που μάζευα ήλθε κοντά μου να με δει κι άκουσα ένα θόρυβο στο κελλί του. Του είπα να κλείσει την πόρτα του και μου λέει: 

"Εγκώ αγκαπώ, ντεν είναι κακό, αυτό φίλος". 

Έρχεται, μου έλεγε, να παρεί αυτό που θέλει και να φύγει. Θα ήταν καμμιά αλεπού ή κανένα τσακάλι. Θαύμασα για την πολλή του απλότητα που έκρυβε αγιότητα.

«Έκαιγε το χέρι μου…» (Διδακτική ιστορία)

 Ροδοκόκκινος από χαρά άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του ο κυρ-Γιώργης και ξέσπασε με ενθουσιασμό:

— Δεν ξανάνιωσα ποτέ μου τέτοια χαρά, Αγλαΐα! Αυτό το Πάσχα θα το θυμάμαι σ’ όλη μου τη ζωή!…

—Μα τι έπαθες, παιδάκι μου; ρώτησε η γυναίκα του. Ηρέμησε! Κάτσε. Τι συνέβη; Έφερες τα λεφτά; Σε περιμένω για να πάμε το δώρο που είπαμε. Πρέπει να βγούμε σύντομα στην αγορά. Μέγα Σάββατο σήμερα. Δεν μπορώ να γυρίζω στους δρόμους.

—Καλά, καλά! Όλα θα γίνουν. Μη βιάζεσαι!

—Δηλαδή, τι μη βιάζεσαι; Άλλαξες πάλι; Δεν θα πάμε για το δώρο; Έτσι θ’ αφήσουμε τα παιδιά τέτοια μέρα;

—Το ‘κανα το δώρο μου!

—Το έκανες; Δεν σε καταλαβαίνω! Μόνος σου; Χωρίς εμένα; Και τι πήρες; Και που το πήγες; Δεν συμφωνήσαμε να πάμε να το διαλέξουμε μαζί;

—Νόμισα ότι δεν θα είχες αντίρρηση και διαφορετική γνώμη.

—Μοιάζεις με αίνιγμα! Τι έγινε λοιπόν; Για μίλα καθαρότερα, Χριστιανέ μου, για να μη χαλάσουμε τις καρδιές μας πασχαλιάτικα!

—Καλά. Έλα. Κάτσε εδώ στον καναπέ και θα σου τα πω με τη σειρά. Φέρε μου ένα νερό.

Και αφού τακτοποιήθηκαν, άρχισε ο κυρ-Γιώργης:

—Όπως είπαμε το πρωί, ξεκίνησα για το συνοικισμό, για να πάρω το νοίκι από τους Ρωσοπόντιους, που βάλαμε στο σπίτι μας εδώ και δυο χρόνια, όταν έφτασαν σαν κυνηγημένα πουλιά στην Ελλάδα.


Πήγα λοιπόν, χτύπησα το κουδούνι και βγήκε η ψηλόλιγνη χαροκαμένη μάνα και μου ‘πε κλαμένη:


— Συγγνώμη, κύριε! Μας συγχωρείτε που αργήσαμε να σας δώσουμε τα λεφτά. Μας βρήκε συμφορά τους έρμους! Που να σας τα λέω! Αχ! Αχ! Αρρώστησε το μικρό μου κοριτσάκι. Έχει λευχαιμία, λένε οι γιατροί. Μέρες τώρα τρέχουμε στα Νοσοκομεία. Οι γιατροί της Κατερίνης μας συμβούλεψαν να πάμε στη Θεσσαλονίκη για καλύτερα, και το πήγαμε. Είχαμε τρεξίματα, γι’ αυτό καθυστερήσαμε να σας δώσουμε τα λεφτά. Περιμένετε μια στιγμή να σας τα φέρω.

Και πήγε που λες, Αγλαΐα μου, στο διπλανό δωμάτιο και μου ‘φερε το μηνιάτικο. Το πήρα, είπα «ευχαριστώ», ευχήθηκα «περαστικά» για την κόρη τους και «καλό Πάσχα» και βγήκα στο δρόμο.

Καθώς όμως προχωρούσα, θέλω να με πιστέψεις, Αγλαΐα, ένιωθα σαν να έκαιγε το χέρι μου! Δεν μπορούσα να ησυχάσω. Μια δυνατή φωνή αντηχούσε μέσα μου: «Έχουν άρρωστο μικρό παιδί, και μάλιστα με λευχαιμία. Τρέχουν σε γιατρούς. Δεν έχουν δικό τους σπίτι. Εσύ έχεις δύο. Γυρίζουν στα πεζοδρόμια και στις λαϊκές αγορές, για να βγάλουν κανένα μεροκάματο. Τι Πάσχα θα κάνουν αυτοί οι άνθρωποι; Εσύ τα έχεις όλα άφθονα και σκέφτεσαι να πάρεις κι άλλα δώρα για τα παιδιά σου, που τα ‘χεις μάλιστα καλοπαντρεμένα. Ρωτάς αν ψώνισαν τίποτε ιδιαίτερο για αύριο αυτοί; Η μήπως θα περάσουν όπως-όπως κι αυτή τη μέρα;…»

Ήταν τόσο δυνατή αυτή η φωνή μέσα μου, Αγλαΐα, που δεν άντεξα. Ενώ είχα φτάσει στη στάση του αστικού, έκανα μεταβολή και ξαναγύρισα στο σπίτι. Χτύπησα πάλι το κουδούνι και ξαναβγήκε στην εξώπορτα η Πόντια.

— Ορίστε, κυρ-Γιώργη! Μήπως έγινε κανένα λάθος στο μέτρημα; με ρώτησε.

—Όχι! Όχι! “Ήταν πολύ σωστά! της είπα. Μα, μια και είναι βαριά άρρωστο το παιδάκι σας, να σας δώσω πίσω το νοίκι. Δεν πειράζει. Είναι πληρωμένος ο μήνας. Εσείς έχετε ανάγκες τώρα. Πηγαινοέρχεσθε στη Θεσσαλονίκη. Ναύλα, φάρμακα, έξοδα. Κρατήστε τα! Καλή Ανάσταση!

Τα πήρε, που λες, γυναίκα, κι έσκυψε να φιλήσει το χέρι μου. Με χιλιοευχαρίστησε και με γέμισε ευχές για το σπίτι μας. Και, πίστεψέ με, το χέρι μου, που έκαιγε πρωτύτερα, τώρα ήταν δροσερό. Το είχε δροσίσει με τα καυτά της δάκρυα… Μα τι έχεις, Αγλαΐα; Γιατί κλαις; Δεν χάθηκε ο κόσμος που δεν θα κάνουμε δώρο στα παιδιά! Μήπως τους λείπει τίποτε; Θα τους κάνουμε δώρο στη γιορτή τους. Στο υπόσχομαι!

—Δεν κλαίω γι’ αυτό, άντρα μου. Καλά έκανες, αλίμονο! Τι αξία έχει ένα νοίκι. Μακάρι να ‘δίνες και πιο πολλά. Κλαίω, γιατί, καθώς τα ‘λεγες, θυμήθηκα τη μακαρίτισσα τη μάνα μου. Σου τα ‘χω ειπωμένα άλλωστε. Τι τράβηξαν κι εκείνοι, όταν είχαν έρθει πρόσφυγες μετά τη Μικρασιατική καταστροφή! Μου τα ‘λεγε πότε-πότε, όταν ήμουν παιδούλα, και κλαίγαμε μαζί. Αχ! Καταραμένη προσφυγιά! Καλά έκανες! Χαλάλι τους! Εγώ μάλιστα λέω να βρούμε κι άλλον τρόπο να τους βοηθήσουμε. Να, ας τους αφήσουμε, λέω, δυο-τρεις μήνες ακόμη στο σπίτι μας χωρίς να πληρώνουν και βλέπουμε… Η Παναγία σε φώτισε!

—Δεν σου το ‘πα πως δεν θα είχες αντίρρηση για το δώρο μου, γυναίκα; Δεν ξέρω μήπως εγώ την καρδιά σου;…

Άγιοι Dymphna και Gerebernus

 Η Αγία Δάφνη (Dymphna ή Dympna ή Dimpna) ήταν κόρη του τοπικού βασιλιά κάποιας περιοχής της Ιρλανδίας τον 7ο αι. μ.Χ. Ο πατέρας της ήταν ειδωλολάτρης, αλλά η μητέρα της χριστιανή κι έτσι η κοπέλα αγάπησε το χριστιανισμό και βαφτίστηκε κρυφά απ' τον πατέρα της. Η ζωή της ήταν πολύ πνευματική και αφοσιωμένη στο Χριστό, έδωσε μάλιστα υπόσχεση αγνότητας.


Μετά το θάνατο της μητέρας της, ο βασιλιάς πένθησε τρομερά, όμως με τον καιρό θέλησε να ξαναπαντρευτεί. Ανάθεσε λοιπόν στους ανθρώπους του να του βρουν μια όμορφη και καλή σύζυγο. Εκείνοι όμως, αφού ερεύνησαν, του είπαν πως δεν υπάρχει πιο όμορφη και συνετή γυναίκα στο βασίλειό του από την κόρη του! Τότε ο βασιλιάς αποφάσισε να παντρευτεί την κόρη του!


Η Δάφνη, μπροστά σ' αυτό τον τρομαχτικό πειρασμό, το 'σκασε με τη βοήθεια του πνευματικού της, του Αγίου Γκέρεμπραν (Gerebernus ή Gerebran). Ο βασιλιάς όμως τους καταδίωξε, τους ανακάλυψε σ' ένα μικρό χωριό που ονομάζεται Cheel (ή Geel), κοντά στη σημερινή Αμβέρσα, και τους σκότωσε και τους δυο. Ήταν 15 Μαΐου, κάπου μεταξύ 620 & 640 μ.Χ., και η αγία ήταν 15 χρονών.


Σύντομα άρχισαν να σημειώνονται θαύματα στον τάφο της Αγίας, που σχετίζονταν κυρίως με θεραπείες ψυχοπαθών. Έτσι πολλοί άρχισαν να επισκέπτονται το Geel και να προσκυνούν στον τάφο της αγίας, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί στην κοινότητα μια παράδοση φιλανθρωπίας, φιλοξενίας και φροντίδας ανθρώπων με ψυχικό νόσημα, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.


Η βιογραφία της συντάχθηκε το 13ο μ.Χ. αιώνα, αλλά υπάρχουν και πολλά καταγεγραμμένα θαύματά της. Η αγία Δάφνη είναι μια αγία του ορθόδοξου παρελθόντος της Δύσης και, παρόλο που τιμάται ιδιαίτερα από τη Δυτική Εκκλησία, είναι μια ορθόδοξη αγία. Ας έχουμε την ευχή της, ιδιαίτερα οι αδελφοί μας που χρειάζονται τη βοήθειά της.

Άγιος Παχώμιος ο Ιερομάρτυρας Αρχιεπίσκοπος Τσέρνιγκωφ

 Ο Άγιος Ιερομάρτυς Παχώμιος, κατά κόσμον Πέτρος Κεδρώφ, γεννήθηκε στις 30 Ιουλίου 1876 μ.Χ. στην πόλη Γιαράνσκ της επαρχίας Βυάτκα και ήταν ο μεγαλύτερος αδελφός του Αγίου Ιερομάρτυρος Αβερκίου. Από την φύση του ο Πέτρος ήταν ταπεινός και πράος και αγαπούσε πολύ την Εκκλησία. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του φοίτησε στην θεολογική ακαδημία του Καζάν, όταν διευθυντής εκεί ήταν ο Επίσκοπος Αντώνιος (Χαροποβίτσκιυ).


Ο Πέτρος είχε τόση απλότητα, που αποφάσισε να εκπληρώσει κυριολεκτικά την εντολή του Κυρίου, που λέγει: «Και αν κάτι τόσο σπουδαίο σαν το δεξί σου μάτι σε σκανδαλίζει, βγάλε το και πέταξέ το. Γιατί σε συμφέρει να χάσεις ένα μέλος σου, παρά να ριφθεί όλο το σώμα σου στην κόλαση». Γι' αυτό μια νύχτα αποπειράθηκε να κάψει το ένα του μάτι με ένα κερί. Το έγκαυμα ήταν τόσο σοβαρό που απαίτησε χειρουργική επέμβαση.


Το 1899 μ.Χ. εισήλθε στις τάξεις του ιερού κλήρου και το 1916 μ.Χ. εξελέγη Επίσκοπος Σταροντούμπ της επαρχίας Τσέρνιγκωφ, για να αναδειχθεί Αρχιεπίσκοπος Τσέρνιγκωφ το επόμενο έτος.


Κατά την διάρκεια του σοβιετικού καθεστώτος οι αρχές προσπάθησαν να τον συλλάβουν μία ημέρα κατά την οποία θα τελούσε την Θεία Λειτουργία, αλλά το πλήθος των Χριστιανών τους εμπόδισε. Ο Αρχιεπίσκοπος Παχώμιος είχε την συνήθεια να παραμένει επί πολύ ώρα στο ιερό βήμα, όταν τελείωνε τις Ακολουθίες. Εκεί τον συνέλαβαν για πρώτη φορά. Η ιστορία επανελήφθη πολλές φορές. Αυτός ήταν ο συνεχής εφιάλτης που άρχισε να υπονομεύει την ειρήνη της ψυχής του Αρχιεπισκόπου.


Αθεϊστική επιτροπή επιστημόνων έπρεπε να αποφανθεί για την αγιότητα των ιερών λειψάνων, τα οποία πολλές φορές πετούσαν. Ο Αρχιεπίσκοπος Παχώμιος έζησε την σκηνή της έρευνας για τα ιερά λείψανα του Αγίου Θεοδοσίου του Τσέρνιγκωφ. Μόνο που όταν τα άνοιξαν, δεν επέτρεψε σε κανέναν να πλησιάσει. Οι αρχές πήραν τα ιερά λείψανα και τα τοποθέτησαν στο μουσείο. Από εκεί οι Χριστιανοί τα μετέφεραν κρυφά. Για τον λόγο αυτό ο Αρχιεπίσκοπος Παχώμιος συνελήφθη. Μετά την απελευθέρωσή του το 1923 μ.Χ., βρήκε καταφύγιο στην μονή του Αγίου Δανιήλ, στη Μόσχα. Εδώ συνελήφθη και μετά τον εγκλεισμό του στην φυλακή Μπουτύρκι της Μόσχας καταδικάσθηκε σε τριετή εξορία σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως των αντιφρονούντων. Το 1927 μ.Χ., ο Αρχιεπίσκοπος Παχώμιος, μαζί με τον αδελφό του Επίσκοπο Αβέρκιο Παχώμιο, υπέγραψε μια επιστολή κατά της «κρατικής θρησκείας» και της προσπάθειας των κρατούντων να αποϊεροποιήσουν την Εκκλησία.


Ο Άγιος και πάλι συνελήφθη και εξορίσθηκε στην Κουζέμα. Αφέθηκε ελεύθερος, για να συλληφθεί εκ νέου το 1930 μ.Χ., με τις κατηγορίες της επαναστατικής δραστηριότητας, της υποκινήσεως των ιερών σε αντίσταση, της εκκλησιαστικής δραστηριότητας.


Το μαρτυρικό τέλος του Αγίου Ιερομάρτυρα Παχωμίου συνέβη το 1937 μ.Χ.

Άγιος Νικόλαος ο Ιερομάρτυρας

 Ο Άγιος Ιερομάρτυς Νικόλαος (Κεδρώφ) ήταν πρεσβύτερος στην πόλη Γιαράνσκ, κοντά στην επαρχία Βυάτκα της Ρωσίας. Από τον γάμο του με την πρεσβυτέρα Ελισάβετ απέκτησε τρεις υιούς, τους Ιερομάρτυρες Παχώμιο και Αβέρκιο, τον Μιχαήλ Επίσκοπο της πόλεως Βρασλάβα της Πολωνίας και μία θυγατέρα, την Βέρα.


Ο Άγιος Ιερομάρτυς Νικόλαος μαρτύρησε το 1936 μ.Χ.


Ανακομιδή των Ιερών λειψάνων του Αγίου Τύχωνος Επισκόπου Ζαντόνσκ

 Η Εκκλησία τιμάει την μνήμη του Αγίου Τύχωνος, Επισκόπου του Ζαντόνσκ στις 13 Αυγούστου.


Η ανακομιδή των ιερών λειψάνων του Αγίου Τύχωνος έγινε το 1846 μ.Χ. κατά την διάρκεια της ανεγέρσεως του νέου καθεδρικού ναού του Ζαντόνσκ.


Όσιος Παχώμιος του Κένο

 Ο Όσιος Παχώμιος του Κένο έζησε τον 15ο και 16ο αιώνα μ.Χ. στη Ρωσία και ασκήτεψε στη μονή της Μεταμορφώσεως κοντά στην περιοχή της λίμνης Κένο, στην επαρχία της Καργκοπόλ. Κοιμήθηκε οσίως με ειρήνη.