Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

Όσοι λοιδορούν και υποτιμούν τους νόμους της Εκκλησίας υβρίζουν και υποτιμούν τον ίδιο τον Χριστό...

 Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς



Μπορεί αδελφοί σύντομα να βιώσετε μια περίοδο αναταραχής και μερικοί να κληθείτε να πάρετε το μονοπάτι της άρνησης των Ιερών νόμων και να υποταχθείτε σε «νόμους» που θεσπίζονται από την απλή ανθρώπινη εξουσία...


Προσέξτε απο ένα τέτοιο μονοπάτι που πήρε ο κλέφτης που ηταν στα αριστερά γιατί με το βάρος της βλασφημίας και της ύβρεως του Χριστού πήγε είς την αιώνια καταδίκη!


Όσοι λοιδορούν και υποτιμούν τους νόμους της Εκκλησίας υβρίζουν και υποτιμούν τον ίδιο τον Χριστό που είναι η κεφαλί της Εκκλησίας • γιατί οι νόμοι της Εκκλησίας εδόθησαν από το Άγιο Πνεύμα διαμέσω των Αποστόλων!

Και οι νόμοι των τοπικών Εκκλησιών βασίζονται σε αυτούς τους ίδιους νόμους και κανόνες της Εκκλησίας!


Ας μη θεωρούμε τους εαυτούς μας σοφότερους από εκείνους τους αγίους και ιεράρχες που θέσπισαν τους κανόνες της Εκκλησίας!


Ας μη φανταζόμαστε ότι είμαστε μεγάλοι σοφοί αλλά ας φωνάξουμε ταπεινά μαζί με τον σοφό κλέφτη:Μνήσθητι μου Κύριε εν τη Βασιλεία Σου!

“Αν ο Θεός ξέρει τί θά γίνει, ποιό τό νόημα τής προσευχής;”

 Τό ξέρει, αλλά δέν τό προκαλεί.Τό γνωρίζει αλλά δέν τό καθορίζει.

Καί τό κυριότερο: ή προσευχή δέν υπάρχει γιά νά αλλάξω Τόν Θεό.Υπάρχει γιά νά αλλάξει εμένα.

Προσεύχομαι γιά νά κοινωνήσω Τόν Θεό όχι γιά νά τού πώ τί θά κάνει.

Ή προσευχή δέν είναι μαγικό κουμπί πού πατάμε γιά νά αποφύγουμε τόν πόνο.

Είναι σχέση.Είναι δύναμη.Είναι αγκαλιά.Είναι τρόπος νά αντέχουμε, νά φωτιζόμαστε καί πολλές φορές, ναί, νά αλλάζουν πράγματα.

Υπάρχουν θαύματα. Υπάρχουν ανατροπές. Υπάρχουν παρηγοριές πού δέν εξηγούνται.

Καί κάτι ακόμη, πολύ σημαντικό:

Ή προσευχή κρατάει τήν καρδιά ζωντανή.Χωρίς προσευχή ό πόνος γίνεται κόλαση.

Μέ τήν προσευχή ό πόνος γίνεται δρόμος καί συχνά λύτρωση.

Είναι αυτό πού σε ενώνει μέ Τόν Θεό μέσα σέ ό,τι κι άν έρθει στήν ζωή σου.

Καί κάτι τελευταίο:

Μήν ζεις από τώρα όσα φοβάσαι ότι “μπορεί” νά συμβούν.Ζήσε τό σήμερα. Ζήσε τό τώρα.

Ή χάρη Τού Θεού δίνεται στή στιγμή πού τή χρειάζεσαι, όχι από πρίν.

Ό Θεός δέν υπόσχεται ότι δέν θά πονέσουμε.Υπόσχεται ότι δέν θα είμαστε μόνοι

Άγιος Γεώργιος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης ο Γλυκύς

 Ο αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Γεώργιος αναφέρεται στο Συνοδικό της Θεσσαλονίκης και μνημονεύεται στην 29η θέση. Το Συνοδικό αυτό είναι σημαντικό κείμενο και δέχθηκε μάλιστα κατά καιρούς εκκαθαρίσεις από πρόσωπα που είχαν αποκλίνει από τη δογματική ακρίβεια. Η τοποθέτηση του ονόματος του αρχιεπισκόπου Γεωργίου στο Συνοδικό προσδιορίζει ως χρόνο αρχιερατείας του στη Θεσσαλονίκη την τρίτη δεκαετία τού 11ου αιώνα μ.Χ.


Η εικονογράφηση του Γεωργίου στο ιερό βήμα της μονης Βατοπαιδίου είναι μάλλον μοναδική. Εικονίζεται σε στηθάριο στον χώρο της προθέσεως, στον βόρειο τοίχο, επάνω από το παράθυρο του νιπτήρα, ως επίσκοπος με ανοιχτόχρωμο φελόνιο και ωμοφόριο, αγένειος, με το δεξί του χέρι να ευλογεί και το αριστερό να βαστά κλειστό ευαγγέλιο. Έχει και την επιγραφή: Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ.


Το ωραιότατο Καθολικό της μονης Βατοπαιδίου κτίσθηκε τον 10ο αιώνα μ.Χ. και αγιογραφήθηκε περίτεχνα το 1312 μ.Χ. από Θεσσαλονικείς αγιογράφους, που πλησιάζουν την τέχνη του Πανσέληνου στον πάνσεπτο ιερό ναό του Πρωτάτου στις Καρυές Αγίου Όρους. Μολονότι πολλές τοιχογραφίες του Καθολικού είναι επιζωγραφισμένες, η παράσταση του αγίου Γεωργίου μετά και τον πρόσφατο επιμελή καθαρισμό παραμένει άθικτη.


Παράδοση της ιεράς μονής Βατοπαιδίου αναφέρει ότι ο άγιος Γεώργιος προερχόταν από Κελλί έξω της μονής, που αιτιολογεί και την εικονογράφηση του στο Καθολικό της μονής. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που του αποδίδονται, όπως ήταν αγένειος, φαίνεται ότι διατηρούνταν ως παράδοση και δύο αιώνες αργότερα, κατά την τοιχογράφισή του με άλλους αγίους της αγιότεκνης Θεσσαλονίκης.


Η μνήμη του είναι άγνωστη στους συναξαριστές. Συντιμάται μετά τών Βατοπαιδινών Αγίων στις 10 Ιουλίου. Επίσης συνεορτάζει στην Σύναξη όλων των αγίων της Θεσσαλονίκης, η οποία εορτάζεται κάθε χρόνο την Γ΄Ματθαίου (Κυριακή).

Όσιος Αντώνιος ο Ρώσος ο Εσφιγμενίτης

 Ο Όσιος Αντώνιος γεννήθηκε το 983 μ.Χ. και έζησε στα χρόνια του βασιλιά Ρωμανού Αργυρόπουλου και Βλαδίμηρου του ευσεβούς άρχοντα της Ρωσίας. Ο Αντώνιος το 1012 μ.Χ. ήλθε στο Άγιον Όρος, όπου εκάρη μοναχός στη Μονή Εσφιγμένου. Κατόπιν επέστρεψε στη Ρωσία και έγινε πατέρας του Μοναστικού Τάγματος των Ρώσων. Αλλά επειδή ο Σιατοπόλκος κήρυξε διωγμό κατά των μοναχών, ο Αντώνιος επέστρεψε στο Άγιον Όρος, κοντά στον Γέροντα του Θεόκτιστο. Όταν όμως επανήλθε η τάξη στη Ρωσία με τον Ιαροσλάβο, ο Αντώνιος επέστρεψε στη Ρωσία, όπου έκανε πολλούς μοναχούς και έκτισε τη θαυμαστή Μονή Πετσέρσκβοϊ, στην οποία απεβίωσε ειρηνικά σε ηλικία 90 χρονών.

Οσία Αμαλία

 Η Οσία Αμαλία (στη φλαμανδική γλώσσα Αμαλβέργη), έζησε κατά τον 7ο μ.Χ. αιώνα στο τότε ορθόδοξο Βέλγιο, στην επαρχία της Βραβάνδης, της οποίας πρωτεύουσα σήμερα είναι οι Βρυξέλλες. Ήταν αδελφή (ή σύμφωνα με άλλους ανεψιά) του Αγίου Πιπίνου Δούκα της Βραβάνδης, κόμη του Λάντεν και κύριου αυλικού των Φράγκων βασιλέων της δυναστείας των Καρολιδών. Παντρεύτηκε τον κόμη Βιτγέρον και ανεδείχθη μητέρα των αγίων Εμβέρτου επισκόπου Καμπραί, Γουδούλης Οσίας, Ραϊνέλδης οσιομάρτυρος και Φαραΐλδης Οσίας.


Μετά από ενάρετο βίο στον κόσμο, διακρινόμενο για τα έργα της αγάπης και της φιλανθρωπίας, έγινε μοναχή σε μεγάλη ηλικία στη Μονή του Μομπέζ, του τάγματος των Βενεδικτίνων, όπου εκοιμήθη οσιακώς το έτος 690 μ.Χ.


Στην εικονογραφία εικονίζεται ως γηραιά μοναχή ενώπιον μονής.



Ἀπολυτίκιον

Αμαλίαν οσίαν δεύτε τιμήσωμεν ότι δόξα ανθρώπων καταφρονήσαντα και τον νυμφίο της Χριστό ακολουθήσασα μοναζουσών καλλονή ανεδείχθης ηρωΐς ασκήσεως και αγώνων, διό μη παύσεις πρευβεύων ελεηθήναι τας ψυχάς ημών.

Όσιοι Παρθένιος και Ευμένιος οι εν Γορτύνη της Νήσου Κρήτης

 Οι Όσιοι Παρθένιος και Ευμένιος κατάγονταν από τα Πιτσίδια Πυργιωτίσσης και ήταν τέκνα της ευλογημένης συζυγίας του Χαρίτωνος και της Μαρίας Χαριτάκη. Από τη μικρή τους ηλικία αποκαλύφθηκε η μοναχική τους κλίση με διάφορα θαυμαστά γεγονότα που βίωσαν.


Ο Παρθένιος γεννήθηκε το 1829 μ.Χ. και έλαβε το κοσμικό όνομα Νικόλαος, ενώ μερικά χρόνια αργότερα, το 1846 μ.Χ. γεννήθηκε και ο Ευμένιος, κατά κόσμον Εμμανουήλ. Ο Νικόλαος αγαπούσε την ησυχία από μικρός και αποστρεφόταν τα παιχνίδια, ενώ τηρούσε όλες τις καθορισμένες από την Εκκλησία, ημέρες νηστείας. Δεν εντρύφησε στα γράμματα σε αντίθεση με τον μικρό αδελφό του, ο οποίος διδάχθηκε από κάποιον δάσκαλο του χωριού του.


Το 1856 μ.Χ. έφυγε από τη ζωή ο πατέρας τους και τότε άρχιζαν να ετοιμάζονται για να αναχωρήσουν και εκείνοι να ακολουθήσουν το μοναχικό βίο. Μέχρι την αναχώρησή τους μεσολάβησαν αρκετά θαύματα• άλλωστε από τη μικρή του ηλικία ο μικρός Νικόλαος, είχε γευθεί την παρουσία και τη χάρη του Κυρίου πολύ έντονα στη ζωή του. Το πρώτο θαύμα συνέβη όταν μικρό παιδί, έπεσε σε ένα βαθύ πηγάδι. Έτρεξαν τότε οι κάτοικοι να τον βγάλουν από εκεί πιστεύοντας ότι θα βγάλουν το παιδί νεκρό. Ο Νικόλας όμως δεν είχε πάθει απολύτως τίποτα και όλοι θαύμασαν το γεγονός.


Το δεύτερο θαύμα ήταν η πληροφορία που έλαβε από το Θεό ότι το καράβι που επρόκειτο να ταξιδέψει θα βυθιζόταν. Ο ανάδοχός του ήθελε να πάρει μαζί τον Νικόλαο για να τον κάνει ναυτικό. Ο Νικόλας όμως επιθυμούσε τον μονήρη βίο και γι' αυτό βρήκε μία δικαιολογία για να μην ταξιδέψει και εξαφανίστηκε. Το τρίτο και καθοριστικό θαύμα που ώθησε την μητέρα τους να δώσει την ευχή της για να ακολουθήσουν το μοναχικό βίο ήταν το εξής: Η μητέρα έδωσε εντολή να ανάψουν το φούρνο για να ψήσει τα ψωμιά. Ο Νικόλαος δεν τον άναψε και στο παράπονο της μητέρας του απάντησε: « Για να δεις μάνα πως εμάς τα δυό παιδιά σου ο Θεός θέλει να γίνουμε μοναχοί, να βάλεις τα ψωμιά στο φούρνο χωρίς να τον ανάψουμε, χωρίς φωτιά». Πραγματικά έτσι έγινε και Ώ! του θαύματος τα ψωμιά ψήθηκαν, η μητέρα θαύμασε Δόξασε το Θεό που κατέστησε τα δυό τέκνα της σκεύος εκλογής της χάριτος του Αγίου Πνεύματος.


Ξεκινούν λοιπόν το 1858 μ.Χ. για την Οδηγήτρια, όπου μετά από τέσσερα χρόνια δοκιμασίας ο Νικόλαος κείρεται μοναχός και λαμβάνει το όνομα Νέστωρ, στις 27 Αυγούστου 1862 μ.Χ. Έπειτα από 7 χρόνια δοκιμασίας, το 1865 μ.Χ. γίνεται μοναχός και ο Εμμανουήλ, λαμβάνοντας το όνομα Μεθόδιος.


Ο Νέστωρ ασκούσε τελεία υπακοή μέσα στο μοναστήρι, λειτουργώντας ως παράδειγμα για τον μικρό αδελφό του Μεθόδιο. Εστάλη αργότερα από τον ηγούμενο της μονής, στον σπηλαιώδη Ναό του Μαρτσάλου. Εκεί ασχολήθηκε με τον Ναό και έχτισε κελιά αλλά και μία δεξαμενή για τη συλλογή νερού. Ο Νέστωρ χρειαζόταν βοήθεια, γι' αυτό ζήτησε από τον ηγούμενο να δώσει ευλογία να μεταβεί και ο αδελφός του κοντά του.


Τα δυό αδέλφια στο Μάρτσαλο εφάρμοζαν αυστηρό πρόγραμμα ασκήσεως αλλά για λίγο καιρό έζησαν μέσα στην ησυχία, διότι σύντομα μαθεύτηκε η αρετή τους και τα πλήθη συνέρρεαν για να πάρουν την ευχή τους. Λίγο αργότερα κηρύχθηκε η επανάσταση του 1866 μ.Χ. και οι Τούρκοι προέβησαν σε λεηλασίες, φτάνοντας μέχρι και το Μάρτσαλο, όπου κατέστρεψαν ακόμη και τις εικόνες της εκκλησίας. Μετά την καταστροφή, τα δυό αδέλφια αποκατέστησαν τις ζημιές και ζήτησαν από τον ηγούμενο Γεράσιμο να τους κείρει Μεγαλόσχημους μοναχούς. Ο ηγούμενος πήγε στο Μάρτσαλο και τους έκειρε Μεγαλόσχημους. Τότε ο Νέστωρ ονομάστηκε Παρθένιος και ο Μεθόδιος Ευμένιος. Οι δυό αδελφοί αύξησαν τους ασκητικούς αγώνες τους, ευαρεστώντας τον Κύριο. Ο Όσιος Παρθένιος φορούσε αλυσίδες κατάσαρκα και τρίχινο ράσο ακόμη και τους θερινούς μήνες. Το 1868 μ.Χ. ο Επίσκοπος Πέτρας Μελέτιος χειροτονεί σε Διάκονο τον Ευμένιο στην Ιερά Μονή Οδηγήτριας και το 1870 μ.Χ. ο Επίσκοπος Αρκαδίας τον χειροτονεί Πρεσβύτερο. Δίπλα του πάντα ο μοναχός Παρθένιος ο Αββάς του, το στήριγμα της ζωής του.


Ύστερα από λίγο διάστημα, ανέλαβε ηγούμενος της μονής ο ιερομόναχος Αγαθάγγελος, ο οποίος όμως δεν έβλεπε θετικά την προσέλευση του κόσμου στο Μάρτσαλο και άρχισε να δημιουργεί προβλήματα στα δυό αδέλφια τα οποία έπειτα από πλείστους ονειδισμούς αποχώρησαν από το μοναστήρι το 1874 μ.Χ. και βρέθηκαν έπειτα από τετραετή περιπλάνηση στα σπήλαια των Αστερουσιών στον Κουδουμά.


Στις σπηλιές των Αστερουσίων ορέων στις οποίες περιπλανήθηκαν, δέχονταν ελεημοσύνη από βοσκούς της περιοχής αλλά και από τους ψαράδες. Στην περιοχή μάλιστα του αγίου Ιωάννου βρήκαν τον γέροντα Γεράσιμο, ο οποίος ασκήτευε εκεί. Επειδή όμως από την προσέλευση των μαθητών του Γερασίμου, δεν υπήρχε ησυχία, γι' αυτό το λόγο αποχώρησαν και από εκεί. Βρέθηκαν στο μεγάλο σπήλαιο του Αγίου Αντωνίου, όπου υπήρχε πόσιμο νερό σε στέρνες φτιαγμένες από παλαιότερους αναχωρητές. Η παραμονή τους ήταν μικρή εκεί λόγω της μεγάλης υγρασίας του σπηλαίου. Κατόπιν προχώρησαν ανατολικά στην περιοχή του Κουδουμά Εκεί σε απόκρημνο σπήλαιο μακριά από τα βλέμματα των ανθρώπων με μεγαλύτερο ζήλο ζητούσαν το έλεος του Θεού. Σε μικρή απόσταση από εκεί η Παναγία μας τους επιφύλασσε μία μεγάλη ευλογία.


Στον τόπο του Κουδουμά υπήρχε από αιώνες το εγκαταλειμμένο Μοναστήρι της. Ασκητές και ερημίτες των πρώτων χριστιανικών χρόνων όπως ο Άγιος Κοσμάς ο Ερημίτης είχαν εκεί προσφέρει τη ζωή τους ως θυμίαμα ευπρόσδεκτον στην αγάπη του Θεού.


Η επιθυμία των δυό αδελφών ήταν μεγάλη, να γίνει το παλιό ερημικό μοναστήρι, μία νέα παλαίστρα πνευματικών αγώνων.


Ο τόπος ήταν άγριος, ακατοίκητος και το κτίσιμο ενός μοναστηριού φάνταζε αδύνατο, μέσα όμως στα χαλάσματα του ερημωμένου Ναού ο Όσιος Παρθένιος ως άλλος Μωυσής είδε και συνομίλησε με την Υπεραγία Θεοτόκο η οποία τον πρόσταξε λέγοντας: «..μεῖνε ἐδῶ νὰ ἱδρύσεις Μονύδριον νὰ ἐκτελεῖτε τὰ τῆς μοναδικῆς πολιτείας καθήκοντα καὶ τὴν τάξιν τῆς ἀκολουθίας σώαν καὶ μὴ φοβοῦ διότι Ἐγὼ θὰ εἶμαι οἰκονόμος». Έτσι με την προτροπή της Παναγίας εισέρχονται εις ένα μεγάλο αγώνα για την ίδρυση της Μονής Κουδουμά.


Άρχισαν να κτίζουν το Μοναστήρι στο οποίο δεν υπήρχε παρά λίγο παλαιό τείχος στην Εκκλησία όπως ο Όσιος Ευμένιος αναφέρει στον Επίσκοπο Αρκαδίας Βασίλειο στις 08/10/1915 μ.Χ. λέγοντας «...ἱδρύσαμε ἐκ βάθρων τὴν Μονὴν, μὴ ἔχων τότε εἰμὴ ὀλίγον τεῖχος παλαιὸν ἐν τὴ ἐκκλησία...». Έτσι έφτιαξαν ένα μικρό τμήμα του σημερινού Ναού της Παναγίας εξυπηρετούμενοι σ' αυτόν στις Ακολουθίες και στις καθημερινές θείες Λειτουργίες τους και διαμένοντες οι ίδιοι εις ένα σπήλαιο παραπλεύρως του Ναού. Τα δυό αδέρφια δεν είχαν καθόλου χρήματα, αλλά τελικά ο κόσμος στην περιοχή υποστήριξε με κάθε τρόπο τους μοναχούς, που είχαν γίνει γνωστοί για την αγιότητά τους και τα θαύματα που πραγματοποιούσαν. Κατά θαυμαστό τρόπο βρήκαν νερό και άνοιξαν πηγάδι για να εξυπηρετούνται οι Πατέρες και οι εργάτες της Μονής.


Αργότερα με την προσέλευση μοναχών μεγάλωσαν το Ναό της Παναγίας ο οποίος χτίστηκε με θαυμαστό τρόπο. Το κτίσιμο Ναού στον έρημο τόπο του Κουδουμά ήταν πολύ δύσκολο εγχείρημα, γιατί τα πετρώματα ήταν ακατάλληλα αλλά και η επεξεργασία τους, το πελέκημά τους από τους μάστορες, με τα εργαλεία της εποχής, καταστούσαν ακόμη πιο αδύνατη την υλοποίηση του ευλογημένου έργου τους. Για το λόγο αυτό οι κτίστες αποφάσισαν να αποχωρήσουν από τη μονή χωρίς να τελειώσουν το έργο. Οι Όσιοι Πατέρες όμως τους παρακάλεσαν να μείνουν για μία νύχτα ακόμη. Εκείνη τη νύχτα οι Πατέρες αφιερώθηκαν με θερμή προσευχή στην Παναγία και Εκείνη με τις Πρεσβείες της στον Κύριο έκανε το θαύμα! Το πρωί είχαν βγει από τη θάλασσα λαξευμένες πέτρες, έτοιμες για το κτίσιμο του ναού, ο οποίος ολοκληρώθηκε το 1895 μ.Χ. Ο Ναός λέγεται και Θεόκτιστος εξ αιτίας αυτού του θαύματος. Οι Όσιοι Πατέρες επιδοθήκαν σε μεγάλα ασκητικά παλαίσματα• δυό μόνο ώρες κοιμόντουσαν και αυτές πάνω σε ένα χορταρένιο ψαθί και σε ένα πέτρινο προσκέφαλο, τα σώματά τους ήταν σκελετωμένα από την νηστεία, την αγρυπνία την άσκηση και την πολύμοχθη εργασία για την κατασκευή της Μονής. Δεν έτρωγαν ποτέ κρέας και είχαν μόνο ένα τρίχινο ράσο, το οποίο έπλεναν μια φορά το χρόνο στην θάλασσα και μόνο οι ίδιοι.


Ο Όσιος Παρθένιος ήταν πολύ αυστηρός με τον κανονισμό της μοναχικής ζωής και γι' αυτό έκανε άβατο το μοναστήρι του. Ακόμη και οι δόκιμοι έμεναν εκτός μονής και μάλιστα στα γύρω σπήλαια. Ο όσιος παιδαγωγούσε πολύ αυστηρά αλλά πάντα με γνώμονα την αγάπη και την πνευματική τελείωση των ανθρώπων που του εμπιστεύτηκε ο Θεός. Το χάρισμα και οι διδαχές του οσίου Παρθενίου ασκούσαν μεγάλη πνευματική επιρροή και σύντομα ο Κουδουμάς ανεδείχθη σε μεγάλο πνευματικό κέντρο.


Ο Πνευματικός της Μονής ήταν ο Ευμένιος που χειροθετήθηκε από τον Μητροπολίτη Κρήτης Μελέτιο. Ο Όσιος έχοντας πλήρη συναίσθηση της πνευματικής πατρότητας και τηρώντας τους ιερούς κανόνες ανέπαυσε χιλιάδες ψυχές με τις σοφές και πλήρεις Αγίου Πνεύματος συμβουλές του, οδηγώντας ταις στη σωτηρία και την λύτρωση που μας χάρισε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός. Ο όσιος Ευμένιος, ως καλός παιδαγωγός των ψυχών, προετοίμαζε και πολλούς νέους που κατέφευγαν κάτω από τις πνευματικές του συμβουλές για το μέγα Λειτούργημα της Ιερωσύνης γι' αυτό και απαιτούσε από τους κληρικούς του δυο προϋποθέσεις: να έχουν φόβο Θεού και καθαρότητα. Όταν επρόκειτο μάλιστα να δώσει συμμαρτυρία για κάποιον, πρώτα νήστευε, αγρυπνούσε και προσευχόταν για τρία μερόνυχτα. Έπειτα έβαζε τον μέλλοντα κληρικό μπροστά από την εικόνα του Χριστού και τον καλούσε να εξομολογηθεί τα αμαρτήματά του για να εισέλθει καθαρός στην Ιερωσύνη.


Οι Όσιοι τόσο χαριτώθηκαν από το Θεό που τα πάντα γύρω τους διαλαλούσαν την αγιότητά τους, άλλωστε δεν ήταν λίγες οι φορές που οι μοναχοί και οι δόκιμοί τους είχαν δει να λάμπουν από φως, να μην περπατούν στη γη, να περιβάλλονται από ένα φωτοστέφανο που φώτιζε όλη την πλαγιά των γύρω σπηλαίων της Μονής. Ήταν πράγματι εκείνοι οι πνευματέμορφοι άνθρωποι που και μόνο η θέα τους, αρκούσε για να μιλήσει και να πλημυρίσει χαρά και αγαλλίαση την καρδία κάθε προσκυνητή. Όταν όμως μία ζωή είναι δοσμένη στο Θεό απόλυτα τότε και το τέλος της είναι θαυμαστό και οσιακό. Το έτος 1905 μ.Χ. ο μοναχός Παρθένιος ασθένησε βαριά• ο οργανισμός του ήταν ήδη βεβαρυμμένος από την αυστηρή άσκηση. Αρκετά χρόνια είχε ήδη ταλαιπωρηθεί από προβλήματα του στομάχου. Οι Πατέρες της Μονής ειδοποίησαν τον ιατρό Αλέξανδρο Παπαχατζάκη, ο οποίος του έδωσε φαρμακευτική αγωγή αλλά του συνέστησε να λάβει δυναμωτικές τροφές και κυρίως κρέας. Εκείνος αρνήθηκε και δεν δέχθηκε ούτε να μεταφερθεί σε κανονικό κρεβάτι αλλά προτίμησε να κοιμάται σε ψάθα, όπως όλα τα χρόνια.


Κάλεσε όλους τους μοναχούς και ασκητές καθώς και τους δόκιμους και τους νουθέτησε μετά δακρύων. Τους είπε να μείνουν πιστοί στην Παράδοση, στο παράδειγμα που τους έδωσε και όρισε ως διάδοχό του τον αδελφό του Ευμένιο. Σε εκείνον έδωσε μάλιστα και το σακουλάκι με το φυλαχτό του. Έλαβε τη Θεία Κοινωνία, ως εφόδιο ζωής αιωνίου και τότε το πρόσωπό του έλαμψε, ακούστηκαν ουράνιες μελωδίες και μία ευωδία απλώθηκε σε όλη την πλαγιά και του ενεμφανίσθη η ίδια η Υπεραγία Θεοτόκος η οποία ήρθε να παραλάβει την αγιασμένη ψυχή του πιστού και αφοσιωμένο τέκνου της. Ο Όσιος της παρέδωσε την μακαρία του ψυχή ψελλίζοντας τα χείλι του τα τελευταία λόγια: «Καλῶς ὅρισες, Παναγία μου». Ο Όσιος αναχώρησε για την αιώνιο ζωή, προς αιώνια συνάντηση του Κυρίου μας και της Υπεραγίας Θεοτόκου, τους οποίους υπηρέτησε πίστα σε όλη την πορεία της ζωής του. Μετά από δυο χρόνια η Εκκλησία έλαβε πληροφορία για την αγιότητά του και το έτος 1907 μ.Χ., μετά από αγρυπνία και παρουσίᾳ του Επισκόπου Αρκαδίας Βασιλείου έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του τα οποία τοποθετήθηκαν στον Ναό της Παναγίας.


Ο όσιος Ευμένιος όλα τα χρόνια της ζωής του ήταν ο απόλυτα υπάκουος, ο υποτακτικός εκείνος που παραμέρισε ακόμα και το γεγονός της συγγενείας με τον αδελφό του όσιο Παρθένιο, ήταν ο άνθρωπος της νοεράς προσευχής, αυτός που με την ευπρέπεια της Ιερωσύνης του ιερούργησε την ακοίμητη Ευχαριστία της Εκκλησίας εν πομπή, μετ' αγγέλων και αρχαγγέλων που τον συνόδευαν στο υπερουράνιο Θυσιαστήριο.


Πολεμήθηκε και ταλαιπωρήθηκε πολύ, μετά την οσιακή κοίμηση του γέροντος Παρθενίου, από αδελφούς της μονής και όχι μόνο. Είναι πολύ σπουδαία η προσφορά του, όχι μόνο με τη στάση του μέσα στο μοναστήρι αλλά και με τον κανονισμό που θέλησε να θεσπίσει. Μέχρι τότε η μονή δεν είχε κανονισμό• πορευόταν με όσα είχε θεσπίσει ο όσιος Παρθένιος. Ο κανονισμός αφορούσε την διοίκηση της Μονής, τη σχέση των αδελφών μεταξύ τους αλλά και θέματα της καθημερινής διαβίωσης στη Μονή. Ο Όσιος Ευμένιος είναι εκείνος που με την συχνή επικοινωνία μέσω αλληλογραφίας με το πνευματικό τεκνό του Επίσκοπο Αρκαδίας Βασίλειό μας διασώζει όλη την πορεία της ιδρύσεως και λειτουργιάς της Ι. Μονής Κουδουμά και την έντονη και θαυμαστή παρουσία του Θεού και της Παναγίας στην πορεία τους αυτή. Κουρασμένος από την πολύ άσκηση, την εξομολόγηση και την διοίκηση της Μονής και μέσα στην αγαπημένη του υπακοή και ταπείνωση εκοιμήθη στις 12 Σεπτεμβρίου του 1920 μ.Χ.. Πήγε προς συνάντηση του αδελφού και γέροντά του, Όσιο Παρθένιο, στον ουρανό και εκεί «εὗρε μισθὸ τῶν καμάτων του» από το Χριστό αλλά και την Παναγία την οποία πιστά την υπηρέτησε και δόξασε. Οι δύο γέροντες επεβλήθησαν στη συνείδηση των πιστών ως άγιοι της Εκκλησίας μας. Τα εγκαίνια του πρώτου Ναού προς τιμήν των αγίων έγιναν στην Ιερά Μονή Κουδουμά από τον Μητροπολίτη Γορτύνης και Αρκαδίας κυρό Κύριλλο στις 10 Ιουλίου 1983 μ.Χ., οπότε και καθιερώθηκε ως ημέρα της μνήμης τους.


Το έτος 2007 μ.Χ. έγινε η επίσημη κατάταξη των Οσίων Πατέρων Παρθενίου και Ευμενίου υπό του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στο Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, κατόπιν εισηγήσεως, διά της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας Κρήτης, του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Γορτύνης και Αρκαδίας κ.κ. Μακαρίου.



Ἀπολυτίκιον

Ἦχος πλ. α’. Τόν συνάναρχον Λόγον.

Κουδουμᾶ τοῦ σεμνείου τούς νέους κτίτορας, τούς αὐταδέλφους ὁσίους ἐν τοῖς ἐσχάτοις καιροῖς ἐγκρατείας καί εὐχῆς βολαῖς ἐκλάμψαντας, θεῖον Εὐμένιον ᾠδαῖς καί Παρθένιον σοφόν, τιμῶντες ἀξιοχρέως ὑπέρ ὑμῶν τάς ἐντεύξεις πρός τόν Χριστόν αὐτῶν αἰτούμεθα.


Έτερον Ἀπολυτίκιον

Ἦχος πλ. α’. Τόν συνάναρχον Λόγον.

Ἐν σπηλαίοις οἰκήσας ἀνεζωγράφησας ὁσίων ἄρτι τῶν πάλαι τάς ἀρετάς, ἀσκητά, Κουδουμᾶ μονῆς δομῆτορ ἱερώτατε ὅθεν εἰς ὕψος ἀνελθών θεωρίας μυστικῆς, Παρθένιε, χάριν εὗρες ὑπέρ ἡμῶν ἱκετεύειν τῶν προστρεχόντων τῇ σῇ χάριτι.


Μεγαλυνάριον

Πρέσβευε, Παρθένιε, τῷ Χριστῷ σύν τῷ Εὐμενίῳ αὐταδέλφῳ σου τῷ σεπτῷ ἄφεσιν πταισμάτων ἡμῖν ἀεί διδόναι τοῖς σπεύδουσι σῇ θείᾳ σκέπῃ ἑκάστοτε.


Ἰδιόμελον ἐκ τῆς Λιτῆς

Ἧχος γ΄.

Τά σπήλαια καί τάς ὀπάς τῶν Ἀστερουσίων ὀρέων ἐπιλέξαντες ὡς τῶν ἀσκητικῶν ὑμῶν καμάτων κονίστραν τῆς Θεοτόκου σεμνεῖον ἐν Κουδουμᾷ ἐδομήσατε καί τήν ἔρημον ἐπολίσατε, παναοίδιμοι∙ καί νῦν, Παρθένιε καί Εὐμένιε, εἰς τάς μονάς τάς ἐπουρανίους μετατεθέντες μή παύσησθε πρεσβεύοντες τῷ εὐϊλάτῳ Κυρίῳ εἰρήνην καταπέμψαι πάσῃ τῇ οἰκουμένῃ καί ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τό μέγα ἔλεος.

Άγιος Αθανάσιος ο Πεντασχοινίτης

 Ο Άγιος Αθανάσιος ο Πεντασχοινίτης ήταν γέννημα θρέμμα της Κύπρου. Καταγόνταν από το χωριό Πεντάσχοινον που τώρα δεν υπάρχει, αλλά κείται σε ερείπια νοτίως του χωριού Άγιος Θεόδωρος της επαρχίας Λάρνακος. Εκεί σώζονται επίσης τα ερείπια εκκλησίας αφιερωμένης στον Άγιο που πρέπει να ήταν περικαλλής και λαμπρή όταν υπήρχε στις δόξες της.


Στο δάπεδο της εκκλησίας υπήρχαν δυο οπές που οδηγούσαν σε υπόγειο σήραγγα, που έφτανε μέχρι τη θάλασσα και χρησίμευε για διαφυγή σε καιρό κινδύνου. Το δέπεδο της εκκλησίας σήμερα είναι καλυμμένο με τα ερείπια της εκκλησίας.


Ο Ναός του Αγίου Αθανασίου του Πεντασχοινίτου καταστράφηκε από σεισμό την Κυριακή 24 Απριλίου 1491 μ.Χ. Το αυτό αναφέρει και ο Γερμανός περιηγητής Δούκας της Βαυαρίας Αλέξανδρος. Ο δε Κύπριος ιστορικός Νεοκλής Γ. Κυριαζής αναφέρει ότι το χωριό Πεντάσχοινο εξαφανίστηκε τον δέκατο όγδοόν μ.Χ. αιώνα. Μια τοπική παράδοση υποστηρίζει ότι το Πεντάσχοινο καταστράφηκε από επιδρομές πειρατών.


Ο Άγιος Αθανάσιος σύμφωνα με τον μεσαιωνικό Κύπριο χρονογράφο Λεόντιο Μαχαιρά έκανε θαύματα και παρείχε ιάσεις στους ασθενείς. «Και ο Άγιος Αθανάσιος ο Πεντασκοινίτης απέ το Πεντάσκηνο και βρύει ιάματα». Δεν σώζονται στοιχεία ούτε ακριβείς αποδείξεις αν ο Άγιος ήταν μάρτυρας ή λαϊκός (όπως οι Άγιοι Ανάργυροι) ή δια Χριστόν σαλός ή μοναχός ή ασκητής. Πάντως τοιχογραφίες της μορφής του Αγίου Αθανασίου του Πεντασχοινίτου που υπάρχουν στην Ιερά Μονή Αμασγούς στο Μονάγρι και στο τοιχογραφημένο παρεκκλήσι του Αγίου Σωζομένου στο χωριό Γαλάτα, παριστάνεται σαν διάκονος. Ενώ στο χωριό Άγιος Θεόδωρος Λάρνακος υπάρχει φορητή εικόνα του Αγίου που ζωγραφίστηκε κατά τα μέσα του δέκατου εννάτου μ.Χ. αιώνα περίπου και παριστάνεται ο Άγιος αγένειος βοσκός κρατώντας με το αριστερό του χέρι ποιμενική γκλίτσα και με το δεξί του Σταυρό, όπως ο Άγιος Μάμας και ο Άγιος Σώζων ο Κύπριος. Κατά πάσαν όμως πιθανότητα ο Άγιος Αθανάσιος πρέπει να ήταν όσιος ασκητής της περιοχής διότι και ο Άγιος Ιωάννης ο Λαμπαδιστής ήταν όσιος ασκητής στην περιοχή της Μαραθάσας και πουθενά δεν αναφέρεται στο βίο του ότι ήταν διάκονος και όμως ζωγραφίζεται στις εικόνες σαν διάκονος.


Τον Άγιο Αθανάσιο τον Πεντασχοινίτη, η κοινότητα Αγίου Θεοδώρου, γιορτάζει στην κεντρική εκκλησία του Αγίου Θεοδώρου, στις 10 Ιουλίου όπου γίνεται και η λιτάνευση της Άγιας εικόνας του Αγίου.