Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026

Παράκληση στον Μεγαλομάρτυρα Άγιο Νικήτα τον Γότθο.


 

π. Ανδρέα Αγαθοκλέους: Συνάντηση με το Θεό της καρδιάς…

  Ρωτούν οι άνθρωποι τι λέει η Εκκλησία γι’ αυτό το θέμα και τι λέει για το άλλο. Για θέματα προσωπικά, σοβαρά. Κι είναι αλήθεια ότι δεν μπορεί κανείς να απαντήσει όπως απαντά για το τι λέει ο νόμος του κράτους η το Κοράνι στο Ισλάμ. Γιατί το Ευαγγέλιο είναι το χαρούμενο μήνυμα για το συγκεκριμένο άνθρωπο, που η ελευθερία και οι ιδιαιτερότητές του καθορίζουν το βαθμό της απάντησής του.

    Ο Λόγος του Θεού, όπως αποκαλύπτεται στο Ευαγγέλιο και στην Ιερά Παράδοση, δεν είναι ο νόμος του Θεού με την κοσμική έννοια, αλλά η ζωή του Θεού που μας καλεί εν ελευθερία να τη ζήσουμε. Ως ζωή δεν μπορεί να καλουπωθεί, γιατί ο κάθε άνθρωπος έχει τις δικές του αδυναμίες, τα δικά του χαρίσματα, τη δική του ιδιαίτερη πορεία στη ζωή που τον κάνει να είναι το μοναδικό και ανεπανάληπτο πρόσωπο.

Ως εκ τούτου, ενώ υπάρχουν το Ευαγγέλιο, οι εντολές, οι κανόνες, που καθορίζουν το πλαίσιο ζωής ώστε να είναι ζωή Χριστού, υπάρχει και το πρόσωπο – άνθρωπος που καλείται να δημιουργήσει σχέση με το πρόσωπο – Θεάνθρωπος. Μια σχέση που καθορίζεται από την αγάπη, όπως βέβαια κάθε ωραία και ουσιαστική σχέση.

     Γι’ αυτό βλέπουμε στη ζωή των αγίων ότι, ενώ η όλη βιωτή τους είναι με βάση το Ευαγγέλιο, τις εντολές, τους κανόνες, δεν διστάζουν να τα υπερβούν όλα για χάρη της σχέσης τους με το Θεό (όπως συμβαίνει με τους δια Χριστόν σαλούς και όχι μόνο) η για τη σωτηρία των ανθρώπων. Λέει ο σύγχρονος Σέρβος άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς: «Εγώ για τη διαφύλαξη των ιερών κανόνων είμαι πρόθυμος να θυσιάσω τη ζωή μου, αλλά παράλληλα για τη σωτηρία ενός ανθρώπου θυσιάζω όλους τους ιερούς κανόνες».

      Νομίζω ότι μια από τις ουσιαστικές διαφορές της Ορθόδοξης Εκκλησίας από τις Θρησκείες του νόμου (π.χ. Ισλάμ, Ιουδαϊσμός), είναι ότι ο πιστός δεν εφαρμόζει απλά ένα θρησκευτικό νόμο αλλά δημιουργεί σχέση με το Θεό, με τον οποίο συγκρούεται, συμφιλιώνεται, μιλά, ακούει, διαλέγεται, χαίρεται.

      Ασφαλώς μια τέτοια σχέση με τέτοιο ζωντανό Θεό δεν μπορεί να είναι καρπός διανοητικής η ηθικής η ψυχολογικής προσέγγισης, αλλά ταπείνωσης, καθαρότητας καρδίας, αγάπης.

        Το βασικό ερώτημα για ένα άνθρωπο που θέλει να ζήσει το Θεό και να έχει σχέση αληθινή μαζί του, δεν είναι τι λέει η Αγία Γραφή η η Ιερή Παράδοση για το α η β θέμα, αλλά πως εκείνος προσωπικά θα πετύχει, μέσα στην Εκκλησία, το στόχο του. Η απάντηση θα έλθει σε προσωπικό επίπεδο είτε από πνευματικό πατέρα, είτε από τον ίδιο το Θεό με τον τρόπο που γνωρίζει καλύτερα για τον καθένα, όταν δεν υπάρχει πράγματι πνευματικός πατέρας.


          Είναι αδύνατο ο άνθρωπος να θέλει με την καρδιά του να γνωρίσει και να συναντήσει τον Τριαδικό Θεό και Αυτός να μην ανταποκριθεί κάποια μέρα. Αυτή η ανταπόκριση είναι η ζωντανή απόδειξη της αγάπης Του, το δικό Του «άνοιγμα καρδιάς» για να συναντήσει τον άνθρωπο που Τον καλεί. Στον καρδιακό χώρο του ανθρώπου γίνεται η μεγάλη συνάντηση και βιώνεται «εδώ και τώρα» η «εντός ημών Βασιλεία του Θεού».

Η ΧΑΡΜΟΛΥΠΗ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

 Ο νεοελληνικός θρησκευτικός στοχασμός και η νεοελληνική λογοτεχνία –θρησκευτική ή όχι, αδιάφορο– έξω από ελάχιστες εξαιρέσεις, πέρασαν πολύ επιδερμικά πάνω από το Μυστήριο της Σταυρώσεως. Οι περισσότεροι είναι δεμένοι στο άρμα της Δύσεως, που με μια γλυκερώτατη συναισθηματικότητα, κουβαλάει πίνακες ατελείωτους με αισθηματικές αναλύσεις, που δεν ξεπερνούν το ηλιοβασίλεμα της φρικτής ημέρας της Σταυρώσεως.


 Πρέπει εδώ να προλάβω μιαν αντίρρηση: «Αφού δεν έχουμε ντόπια θρησκευτική λογοτεχνία άξια, τι θέλετε να κάμουμε;» –και έτσι επαναπαύονται, όσοι μιμούνται ή διαπορθμεύουν της μετριότητες της ρωμαιοκαθολικής ή προτεσταντικής λογοτεχνίας, στον περίβολο της ελληνικής ορθοδοξίας. Κι ως ένα σημείο, ίσως, φαίνεται πως έχουν δίκιο. Γιατί, εκτός από ένα-δυο βιβλία επιστημονικά, που δεν προσφέρονται για τον λαό, μα για τον ειδικό αναγνώστη, στο θέμα αυτό εδώ δεν έχουμε τίποτ’ άλλο. Να μην πάρουμε, λοιπόν, απ’ τους ξένους που έχουν; Για να κλείσουμε αυτή την εισαγωγική παράγραφο, απαντούμε:


 Αν θέλουμε να δώσουμε καθαρή και στερεά τροφή στον λαό μας, έχουμε τόση πολλή στην Πατερική παρακαταθήκη της ελληνικής Ορθοδοξίας και της Ανατολής γενικώτερα, που μπορούμε να θρέψουμε, όχι μόνο τον ελληνικό λαό, μα την υφήλιο ολάκερη, για εκατομμύρια χρόνια. Κι ας μην πει κανείς, ότι είναι πολύ βαρειά και βαρυστόμαχη. Για τους απλοϊκώτερους μπορούμε να την αραιώνουμε, μεταφράζοντάς την, χωρίς να την αλλοιώνουμε εσωτερικά. Πιστεύω, πως τούτο είναι χιλιάδες φορές προτιμότερο, από το να προσφέρουμε –και να δίνουμε έτσι να πιστεύει ο κόσμος που μας εμπιστεύεται ότι δεν έχουμε τίποτε καλύτερο από– το «γάλα», το «χορτάρι» και τα «ξυλοκέρατα», που μας έρχονται, αφού τα παραγγέλλουμε, με το ταχυδρομείο του εξωτερικού. Ας σημειώσουμε ακόμη, πως μ’ αυτό δεν έχουμε σκοπό να κλείσουμε τα παράθυρα, που μας επιτρέπουν να μην αγνοούμε τους ξένους. Θέλουμε να πούμε, πως στοιχειώδης σύνεση μάς επιβάλλει μεγαλύτερον έλεγχο προς ό,τι έρχεται απ’ έξω, και μεγαλύτερο σεβασμό και ζωντανή αξιοποίηση των ορθοδόξων πνευματικών θησαυρών μας.


 Η σκέψη και ο στοχασμός όλων των χριστιανών αυτές τις μέρες προσκυνούν ευλαβικά τους Αγίους Τόπους, όπου ο Χριστός σταυρώθηκε. Κι όλων των εντύπων –που γνωρίζουν τα ενδιαφέροντα των αναγνωστών τους– οι στήλες, φιλοξενούν άρθρα και ειδικά μελετήματα, για να μας δώσουν μια ευκαιρία να νιώσουμε καλύτερα το πνεύμα των ημερών, δηλαδή το νόημα της Σταυρώσεως του Χριστού, για τη ζωή και τη σωτηρία των ανθρώπων.

  Πιστεύουμε, πως οι καλύτεροι ερμηνευτές αυτού του νοήματος, είναι οι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Γιατί αυτοί μονάχα μπόρεσαν να νιώσουν τη «χαρμολύπη» του Σταυρού, και δίχως σκοτεινές φιλοσοφίες, να μας δώσουν το Πάθος του Σταυρού στις πνευματικές διαστάσεις του και την πραγματική έννοια της υπέρτατης θυσίας του Χριστού, πέρα από φιλολογικές φλυαρίες. Απ’ τον απέραντον αυτόν Πατερικό λειμώνα, θα μου επιτρέψει ο αναγνώστης ν’ ανθολογήσω μερικές μονάχα γραμμές –όταν αναφέρονται στο Μυστήριο της Σταυρώσεως– καθώς θα προχωρούμε.


 Υπάρχει μια διαφορά στην αντίληψη της Σταυρώσεως, ανάμεσα στους Πατέρες της Ανατολής και της Δύσεως.

 Η δυτική Θεολογία κλαίει και οδύρεται απαρηγόρητα μπρος στον Εσταυρωμένο, με κοπετούς και θρήνους, που φανερώνουν την απελπισία. Όλα είναι πνιγμένα στο βουβό και καταλυτικό πένθος. Παντού ανασαίνεις το ζοφερό σκοτάδι το ατελεύτητο. Κι αυτό φαίνεται καθαρά στις θρησκευτικές τέχνες τους –ιδιαίτερα στη ζωγραφική.

  Πόσο διαφορετική είναι η Σταύρωση της ορθοδόξου αγιογραφίας! Πάρτε μια Σταύρωσης της Μακεδονικής ή της Κρητικής Σχολής, ακόμα και των ημερών μας –όπως συνεχίζει την παράδοσή τους ο ακαταπόνητος Κόντογλου– και θα ίδετε με πόση πνευματικότητα δίνεται το μαρτύριο του Σταυρού, δίχως τίποτε το γήινο.

 Η θλίψη του Χριστού και το πένθος της Θεοτόκου και του Ιωάννου, που Του παραστέκουν, έχουν κάτι που απαλαίνουν τον πόνο του θανάτου. Πάσχει ο Χριστός, μα η λύπη του δεν είναι κραυγαλέα, δεν πνίγεται στους λυγμούς. Η όψη του είναι σοβαρή, αυστηρή, συγκρατημένη. Και πίσω από τον Σταυρό, μπορεί να δει ο ορθόδοξος πνευματικός άνθρωπος να ανατέλλει μια καινούργια ζωή. Κι αυτό είναι που κάνει τη λύπη του Σταυρού να παίρνει ένα χαρούμενο νόημα για τον χριστιανό. Βλέπει στον Σταυρό το μέγα Μυστήριο της Σωτηρίας μας.


 Και θυμάται, με τον θεοφόρο Μάξιμο τον Ομολογητή, πως «τά φαινόμενα πάντα δεῖται Σταυροῦ, τοῖς τῶν ἐπ’ αὐτοῖς κατ’ αἴσθησιν ἐνεργουμένων ἐπεχούσης τήν σχέσιν ἕξεως». 

Αυτό μπορεί πιο καλά απ’ όλους να το νιώσει ο Έλληνας, που μέσα στη μακραίωνη πορεία του, δεν πέρασε ούτε στιγμή δίχως σταυρό στον ώμο. Και πάντα έβλεπε, ανεβαίνοντας τον Γολγοθά του, να του χαμογελά στο βάθος ένα ζεστό και γλυκύτατο φως αναστάσεως. Και γι’ αυτό τις μέρες αυτές στην Ελλάδα –σε όσα σπίτια ξενόφερτες συνήθειες δεν σκορπίζουν την οικογένεια στα πέρατα του «τουριστικού» κόσμου– οι άνθρωποι παρακολουθούν σαν κάτι πολύ δικό τους την Ακολουθία του Νυμφίου και τα άχραντα Πάθη Του. 

Στο πρόσωπο του Χριστού δεν βλέπει ο χριστιανός της Ανατολής έναν άνθρωπο που αγωνιά από τον αβάσταχτο πόνο. Βλέπει τη Σταυρωμένη Αγάπη να σκίζει το χειρόγραφο των αμαρτιών των ανθρώπων. Βλέπει τον Σωτήρα του και τον Λυτρωτή του. Βλέπει, όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, «τό ὡραῖον τῆς στολῆς τοῦ πεπονθότος σώματος, τῷ κάλλει καλλωπισθέντος καί τῇ θεότητι λαμπρυνθέντος, ἧς οὐδέν ἐρασμιώτερον, οὐδέ ὡραιότερον»!


  Η «χαρμολύπη» είναι μια πατερική λέξη, που χρειάζεται ένας Ισαάκ Σύρος, για να μας δώσει το βάθος και το πλάτος της μέσα στη γλώσσα της ασκητικής και πατερικής, γενικώτερα, φιλολογίας. Είναι μια λέξη, πάντως, που χρησιμοποιείται και κατανοείται μόνο μεταξύ των ζωντανών πνευματικών ανθρώπων. Αν οι αισθήσεις σου δεν είναι εξαγιασμένες και δεν μπορούν να ιδούν πνευματικά το νόημα των λέξεων και των πραγμάτων, θα μείνεις πάντα στο νεκρό πρόβλημα: «ὁ μή ὁρῶν καί ἀκούων καί αἰσθανόμενος πνευματικῶς, νεκρός ἐστι», κατά την επιγραμματική φράση του αγίου Γρηγορίου του Σιναΐτου. Έτσι, υπάρχουν μέσα στον Χριστιανισμό φαινόμενα, που αν δεν τα δούμε μέσα στο πνευματικό περίγραμμά τους, μας είναι εντελώς ακατανόητα και κινδυνεύουμε να πέσουμε σε παρεξήγηση, όταν καταπιανόμαστε μ’ αυτά.


Φραστικά, μπορούσε να προλειάνει κάπως το έδαφος της χαρμολύπης του Σταυρού, αυτός εδώ ο λόγος του ιερού Χρυσοστόμου: «Καιρός λύπης ἐστίν, οὐχ ὅταν πάσχωμεν κακῶς, ἀλλ’ ὅταν δράσωμεν κακῶς». Ή και τούτος ο λόγος του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου: «Ἔστιν ἡδονῆς λύπης τιμιωτέρα, καί κατήφεια πανηγύρεως, καί γέλωτος οὐ καλοῦ δάκρυον ἐπαινούμενον».


  Πραγματικά, όμως, το νόημα της χαρμολύπης του Σταυρού, βρίσκεται πίσω απ’ το τι αντιπροσωπεύει για τον καθένα μας η Σταύρωση του Ιησού Χριστού πάνω στον «Κρανίου τόπον». Υπάρχουν δύο ερμηνείες από τους Πατέρες για τον τόπο του Κρανίου. Η πρώτη λέει ότι ονομάστηκε «Κρανίου τόπος» επειδή πάντοτε ήταν κρανία από αποκεφαλισμένους κακούργους σπαρμένα σε μεγάλη έκταση, σ’ εκείνον τον τόπο (Γεώργιος Κορέσσιος κ.α.). 

 Η δεύτερη ερμηνεία αναφέρεται στην παράδοση, κατά την οποία εκεί που στάθηκε ο Σταυρός του Χριστού, ήταν θαμμένο το σώμα του Αδάμ: «Ἐπειδὴ τοῦ Πρωτοπλάστου ἀνθρώπου ἐκεῖ τὸ κρανίον εὕρηται, καὶ τὸ λείψανον ἐναπέκειτο, τούτου ἕνεκα Κρανίου τόπος ἐπεκέκλητο», κατά την έκφραση του αγίου Επιφανίου. «Διόπερ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἀνθρωπίνου θανάτου ἐρευνήσας εἰς τὸν λεγόμενον Κρανίου τόπον, τὸ πάθος ἐδέξατο, ἵνα ἐν ᾧ τόπῳ ἡ φθορὰ τῶν ἀνθρώπων τὴν ἀρχὴν ἔλαβεν, ἐκεῖθεν ἡ ζωὴ τῆς Βασιλείας ἄρξηται», τονίζει χαρακτηριστικά ο Μέγας Βασίλειος (ε΄ ὅρασ. εἰς Ἡσαΐαν). Ο μοναχός Επιφάνιος στο σύγγραμμά του για τη Συρία και την Ιερουσαλήμ, λέγει και το εξής: «Ἀπὸ τὸν Γολγοθᾶν ναὸς (οἶκος) μικρὸς τοῦ Ἀδάμ ἐστι, καὶ ἐν αὐτῷ ἦν αὐτοῦ (τοῦ Ἀδάμ) ὑπὸ τὸ ρῆγμα τοῦ Γολγοθᾶ· ὅθεν ἐκ τούτου Κρανίου τόπος ἐκλήθη».


Η λύπη και η απελπισία που ζώνει τις ψυχές των μαθητών του Χριστού τώρα που πλησιάζει το Πάθος Του, είναι κάτι το ανθρώπινο. Και ενώ είδαν τόσα θαύματα, μπρος στη μάζα των φανατισμένων Εβραίων συγχύζονται, ταράζονται, απελπίζονται. Άλλος προδίδει, άλλος γίνεται αρνητής, άλλοι ζητούν πρωτεία στη «βασιλεία» Του, άλλοι αποκοιμήθηκαν στον κήπο της Γεθσημανής. Εδώ θά ’θελα να ξεμοναχιάσω δυο μορφές: τον Πέτρο και τον Ιούδα. Και οι δυο τους έπεσαν, και μάλιστα σε βαρύ αμάρτημα. (Θυμίζω στον αναγνώστη, τη σκοτεινή απελπισία, με την οποία οι Δυτικοί ενδύουν τον Εσταυρωμένο· θα δει πιο κάτω γιατί). 

Ο Πέτρος αμαρτάνει με την άρνηση. 

Ο Ιούδας με την προδοσία, όπου τον αιχμαλωτίζει η απελπισία. Όμως, οι αντιδράσεις τους υπήρξαν διαφορετικές. 


Ιδού μία ανατομία ψυχολογικότατη, που επιχειρεί ο νηπτικός συγγραφέας Ιωάννης Καρπάθιος: «Χαλεπώτερον τοῦ ἁμαρτάνειν ἐστὶ τὸ ἀπελπίζειν. Ἰούδας γὰρ ὁ προδότης μικρόψυχος ἦν καὶ ἀπειροπόλεμος, καὶ διὰ τοῦτο ἀπογνόντι αὐτῷ ἐπιδραμὼν ὁ ἐχθρός, ἀγχόνην περιῆψε· Πέτρος δὲ ἡ πέτρα ἡ στερεά, φοβερὸν πτῶμα κατενεχθείς, ὡς ἐμπειροπόλεμος οὐκ ἐξελύθη, οὐδὲ ἀπέγνω δυσθυμήσας, ἀλλὰ ἀναπηδήσας, προῆγε πικρότατα δάκρυα ἀπὸ καρδίας θλιβομένης καὶ τεταπεινωμένης, καὶ παραυτίκα ὁ πολέμιος ἡμῶν, θεασάμενος ταῦτα, ὥσπερ φλοξὶ σφοδροτάταις τὰς ὅψεις φλεγόμενος, ἀνεπήδησε, φεύγων μακρὰν καὶ δεινῶς ὀλολύζων».


 Αυτό το απόσπασμα από την πολυτιμότατη για τον ορθόδοξο «Φιλοκαλία» των μυστικών Πατέρων της Εκκλησίας, δεν αποβλέπει μόνο στην κατάδειξη της διαφοράς εκείνων των προσώπων και των αντιδράσεών τους. Φωτίζει αρκετά και την προβληματική του σύγχρονου Χριστιανισμού. Κάτω από τον ίσκιο του Σταυρού, που πορεύονται οι χριστιανοί, είναι υποχρεωμένοι, όταν βρεθούν στην πνευματική μάχη και στην προσωπική πάλη με τον αντίπαλο, να ακολουθήσουν ή τον ένα δρόμο ή τον άλλο. Οι αρνήσεις μας είναι καθημερινές· και οι προδοσίες όχι σπάνιες –σε ανάλογα προβλήματα της σημερινής ζωής μας. Η απελπισία σταματάει στη Σταύρωση –αυτό που, ίσως χωρίς να το θέλει πάντοτε η Δύση, με τον ουμανιστικό πιο πολύ χαρακτήρα της, υπερτονίζει στο απολυτρωτικό έργο του Ιησού. Αλλά η χαρμολύπη του ορθόδοξου χριστιανού, πάντοτε, πίσω από το πικρό δάκρυ της πτώσεως, βλέπει, ελπίζει και αγωνίζεται για την ανάστασή του. Γι’ αυτό και η Σταύρωση δεν κρύβει καθόλου σ’ εμάς το φως και το άρρητο πνευματικό κάλλος της Αναστάσεως.


 Στους λόγους των Πατέρων, που είναι αφιερωμένοι στο Πάθος του Κυρίου, υπάρχει μια πολύ ευτυχισμένη στιγμή, όπου ερμηνεύουν συμβολικά τον Σταυρό και τα άλλα γεγονότα και σύνεργα της σταυρώσεως. Ο συμβολισμός όμως αυτός, δεν είναι μια εικόνα αδειανή. Έχει ένα βάθος πνευματικό, ασυνήθιστο για τη λογοτεχνία. Ιδού μερικά, πρόχειρα διαλεγμένα, παραδείγματα. 


Ο Κύριος φόρεσε ακάνθινο στέφανο, για να ρίξει το στεφάνι της νίκης από το κεφάλι του σατανά, που μας νικούσε ως τότε (Γρηγόριος Θεολόγος). 

Ο ακάνθινος στέφανος εξαφάνισε τις μέριμνες και τις οδύνες της ζωής, που ονομάζονται αγκάθια (Μέγας Αθανάσιος). 

Ο στέφανος δείχνει ακόμη, ότι ο Κύριος έγινε Βασιλεύς και νικητής του κοσμοκράτορος, της σαρκός και της αμαρτίας –γιατί στεφάνι φορούν και οι βασιλείς (Μέγας Αθανάσιος).

 Έβγαλε τα ιμάτια και ντύθηκε την πορφύρα, για να βγάλει από τον Αδάμ της παραβάσεως, τους δερματίνους χιτώνες της νεκρώσεως. Πήρε τον «κάλαμον» στο χέρι Του σαν σκήπτρο, για να θανατώσει τον «ἀρχαῖον ὄφιν καὶ δράκοντα» (Γρηγόριος Θεολόγος). 

Πήρε τον «κάλαμον», για να σβήσει το χειρόγραφο των αμαρτιών μας (Μέγας Αθανάσιος). 

Σταυρώθηκε στο ξύλο, «διὰ τὸ ξύλον τῆς γνώσεως». Γεύτηκε χολή και ξύδι, για να σβήσει το αποτέλεσμα που είχε η γλυκιά γεύση του απαγορευμένου καρπού (Γρηγόριος Θεολόγος).


Και μερικές άλλες γνώμες πατερικές, χωρίς όνομα: Επήρε τα καρφιά, για να καρφώσει την αμαρτία. Άπλωσε τα χέρια Του στον Σταυρό, για να γιατρέψει το παράνομο άπλωμα των χεριών του Αδάμ και της Εύας. Άπλωσε τα χέρια στον Σταυρό, για να ενώσει όλα όσα ήταν μέχρι τότε απομακρυσμένα και χωρισμένα, τους αγγέλους με τους ανθρώπους, τα ουράνια με τα επίγεια. Έλαβε θάνατο, για να θανατώσει τον θάνατο. Μπήκε Εκείνος στον γήινο τάφο, για να μη σκύβουμε εμείς προς τη γη, όπως νωρίτερα. Ανάστησε τους νεκρούς στην Ιερουσαλήμ, για να μας προδηλώσει και τη δική μας ανάσταση στην Άνω Ιερουσαλήμ. Ανέβηκε στο ύψος του Σταυρού, για να μας σηκώσει από τη μεγάλη πτώση μας.


Θά ’θελα να τελειώσω με ένα εξαίσιο πατερικό κείμενο του αγίου Πρόκλου Κωνσταντινουπόλεως. Ας μου επιτρέψει ο αναγνώστης την αυτούσια παράθεσή του.

«Ω, Πάθος του Κυρίου, που έγινες ο καθαρμός του κόσμου! Ω, Θάνατε, που έγινες αφορμή να έλθει στον κόσμο η αθανασία και να ανατείλει σ’ εμάς η ζωή! 

Ω, κάθοδος στον Άδη, εκεί όπου βρίσκονταν όσοι είχαν νεκρωθεί για αιώνες και που έγινες γέφυρα για ζήσουν και πάλι! 

Ω, μεσημέρι Σταυρικής Θυσίας, που ανακάλεσες την καταδίκη εκείνου του δειλινού στον Παράδεισο! 

Ω, ο Σταυρός του Χριστού, που έγινε η γιατρειά του δέντρου με τον απαγορευμένο καρπό! 

Ω, καρφιά, που κάρφωσαν τον κόσμο στη Θεογνωσία! Ω, αγκάθια από το Ιουδαϊκό αμπέλι που γίνατε γλυκά σταφύλια! 

Ω, χολή, που έβγαλες το μέλι της Πίστεως κι έγινες κατήγορος της πονηρίας των Ιουδαίων!

 Ω, σπόγγε, που σκούπισες και στράγγισες την κοσμική αμαρτία! 

Ω, κάλαμε, που πολιτογράφησες τους πιστούς ψηλά στους Ουρανούς και σύντριψες την τυραννία του αρχέκακου όφη!

 Ω, Μυστήριο, προς το οποίο απιστούν όλοι οι άπιστοι και το οποίο προσκυνούν ακατάπαυστα όλοι οι πιστοί!

 Ω, σημείο του Σταυρού, που αντιλέγουν οι άπιστοι και δοξάζουν οι πιστοί! 

Ω, Μυστήριο του Σταυρού που είναι σκάνδαλο για τους Ιουδαίους, μωρία για τα ειδωλολατρικά έθνη, για μας όμως φανερώνεις τον Χριστό, που είναι η Δύναμη και η Σοφία του Θεού, όπως λέει και ο Απόστολος Παύλος».


[Παντελή Β. Πάσχου:«Έρως Ορθοδοξίας»,Μέρος Β΄, κεφ. Β΄, §12,σελ. 192–199,

Εκδόσεις«Αποστολικής Διακονίαςτης Εκκλησίας της Ελλάδος»·Αθήναι 1987

Επιμέλεια ανάρτησης:π. Δαμιανός. 

Όσιος Νικήτας επίσκοπος Χυτρών Κύπρου

 Ο Όσιος Νικήτας επίσκοπος Χυτρών Κύπρου είναι άγνωστος στους Συναξαριστές. Μνημονεύεται από τον Χάκκετ (Ιστορία της ορθοδόξου Εκκλησίας της Κύπρου, τ. Β', σελ. 202, μετάφραση Χ. Παπαϊωάννου).


Άγιος Ιωσήφ ο Νέος, Μητροπολίτης Τιμισοάρας

 Ο Άγιος Ιωσήφ ο Νέος γεννήθηκε στη Ραγούζα της Δαλματίας, σημερινό Ντουμπρόβνικ της Κροατίας, το 1568 μ.Χ από εύπορους γονείς. Ο πατέρας του Ιωάννης ήταν Βενετός καραβοκύρης, και όταν ο άγιος ήταν 12 ετών πνίγηκε σε ναυάγιο. Η μητέρα του Αικατερίνη καταγόταν από τη Λήμνο και διακρινόταν για την ευλάβεια της. Στο βάπτισμα έλαβε το όνομα Ιάκωβος. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, η μητέρα του τον πήγε στην Αχρίδα, όπου ήταν ο αδελφός της, ένας πλούσιος έμπορος. Έλαβε καλή μόρφωση και παρέμεινε επί πενταετία πλησίον ενός ιερομονάχου εξαδέλφου της μητέρας του, που μόναζε στη μονή της Θεοτόκου Αχρίδος, όπου συνέχισε τις σπουδές του.


Το 1588 μ.Χ. ήλθε στο Άγιον Όρος και εγκαταβίωσε στη μονή Παντοκράτορος, όπου εκάρη μοναχός και ονομάσθηκε Ιωσήφ κατά το μέγα σχήμα. Μετά διετία χειροτονήθηκε ιερεύς. Ασκήθηκε επιμελημένα στην υπακοή, την προσευχή και τη μελέτη. Είχε για διακόνημα το εργόχειρο της καλλιγραφίας, στο όποιο εξελίχθηκε άριστα. Μόνασε κατόπιν στις μονές Μεγίστης Λαύρας, Χιλανδαρίου, Ξηροποτάμου και Βατοπαιδίου, όπου έμεινε αρκετά, και μάλιστα κατά τη βιογραφία του τέλεσε εκεί τα πρώτα του θαύματα, θεραπεύοντας πολλούς μοναχούς από διάφορες ασθένειες με τη θερμή προσευχή του και βάζοντας το δεξί του χέρι στο μέτωπό τους.


Από τη μονή Βατοπαιδίου ο άγιος Ιωσήφ εξελέγη ηγούμενος στη μονή Αγίου Στεφάνου Αδριανουπόλεως, που ήταν μετόχι της Μ. Λαύρας. Εκεί παρέμεινε επί εξαετία και δημιούργησε ένα πολύ καλό πνευματικό κλίμα. Επέστρεψε στο αγαπητό του Άγιον Όρος, όπου ηγουμένευσε στη μονή Κουτλουμουσίου και άφησε μεγάλο αριθμό πνευματικών τέκνων. Για μεγαλύτερη ησυχία αναχώρησε πάλι για τη μονή Βατοπαιδίου.


Ευρισκόμενος στη μονή Βατοπαιδίου ο Άγιος εξελέγη για τη μεγάλη αρετή του μητροπολίτης Τιμισοάρας (1650 μ.Χ.). Ήταν τότε 82 ετών και είχε 62 έτη ασκήσεων και αγώνων στο Άγιον Όρος. Κατά θεία νεύση διήλθε τότε από τη μονή Βατοπαιδίου ο Ρουμάνος λόγιος Δαμασκηνός Ούντρεα, που βρισκόταν στο Άγιον Όρος για προσκύνημα. Ο Άγιος τον παρακάλεσε να του διδάξει τη ρουμανική γλώσσα, που δεν γνώριζε και ήταν απαραίτητη για τη διδαχή και διαποίμανση του μέλλοντος ποιμνίου του. Με τη χάρη του Θεού και τον φωτισμό του Παναγίου Πνεύματος, αν και ήταν υπερήλικας, έμαθε μέσα σε τρεις μόνο μήνες καλά τα ρουμάνικα και κατά την ενθρόνισή του μίλησε άνετα στους πιστούς τη γλώσσα τους. Ο Άγιος Ιωσήφ χειροτονήθηκε επίσκοπος από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Παρθένιο τον Β’ στην Κωνσταντινούπολη. Από εκεί με επίσημα γράμματα, συνοδεία, κόπους, άλλα και θαύματα έφθασε στην επαρχία του.


Ο Άγιος Ιωσήφ ως Μητροπολίτης Τιμισοάρας ανέπτυξε επί μία τριετία πλούσιο ποιμαντικό έργο. Υπήρξε μεγάλος προστάτης της Ορθοδοξίας. Δίδασκε και παρηγορούσε τους πιστούς συνεχώς με τη θερμή πίστη του, τη σοφία και τη χάρη των λόγων του, την πραότητα της αγαθής καρδιάς του και την αδιάλειπτη προσευχή του. Δεν έπαυε να θαυματουργεί προς δόξα του Θεού και ανακούφιση των πολλών ασθενών. Για την προστασία του ποιμνίου του και την επιμόρφωση του κλήρου ίδρυσε στην επαρχία του εκκλησιαστική σχολή.


Η δυνατή προσευχή του έσωσε δύο φορές την πόλη του από φωτιά φέρνοντας βροχή, ενώ θεράπευσε πολλούς ασθενείς και ιδιαίτερα παράλυτους. Δημιούργησε νέες εκκλησίες και άνοιξε άλλες κλειστές. Είχε αγαθές σχέσεις με όλους τους άρχοντες, ακόμη και με τους Τούρκους, των οποίων τη γλώσσα γνώριζε καλά. Το 1653 μ.Χ. παραιτήθηκε από τον αρχιερατικό του θρόνο και αποσύρθηκε στη μονή των Αρχαγέλλων-Πάρτος, για να τελειώσει ειρηνικά τον βίο του. Μετά μία τριετία ανεπαύθη στις 15 Αυγούστου 1656 μ.Χ. Οι καμπάνες της μονής άρχισαν να κτυπούν μόνες τους. Ο κόσμος θαυμάζοντας ομολογούσε την αγιότητα του ιεράρχου τους. Ετάφη έντιμα με την παρουσία τριών αρχιερέων, πολλών κληρικών και χιλιάδων πιστών. Ο άγιος συνέχισε τα πολλά θαύματά του και μετά τη μακαρία κοίμησή του.


Το 1986 μ.Χ. άρχισε να τιμάται επίσημα ως άγιος από την τοπική Εκκλησία της Ρουμανίας και να αγιογραφούνται εικόνες του. Μετά από κατακτήσεις της περιοχής από ξένους και την καταστροφή της μονής Πάρτος η τιμή του αγίου λησμονήθηκε. Ο μητροπολίτης Βασίλειος την επανέφερε με την ανακομιδή των τιμίων λειψάνων του τον Μάϊο του 1956 μ.Χ., όπου κατά την εκταφή εξήλθε άρρητη ευωδία, και μεταφέρθηκαν στον μητροπολιτικό ιερό ναό των Τριών Ιεραρχών Τιμισοάρας. Τον Οκτώβριο του ιδίου έτους έγινε η επίσημη αναγνώριση της αγιότητός του από το Πατριαρχείο Ρουμανίας, με τη συμπλήρωση τριακοσίων ετών από την οσιακή τελευτή του, και ορίσθηκε ως ημερομηνία μνήμης του η 15η Σεπτεμβρίου. Το Πατριαρχείο της Σερβίας το 1965 μ.Χ. όρισε τη μνήμη του στις 27 Μαΐου. Πρώτος βιογράφος του αγίου είναι ο διδάσκαλός του στη ρουμανική γλώσσα, που τον πρωτοσυνάντησε στη μονή Βατοπαιδίου, Δαμασκηνός Ούντρεα, τον όποιο χειροτόνησε ο Άγιος διάκονο και τον ακολούθησε πιστά μέχρι το τέλος του. Τη βιογραφία του Γέροντος του έγραψε το 1701 μ.Χ., με την προτροπή του επισκόπου Γερασίου, πού κατά τη γέννηση του είχε θαυματουργήσει πάνω του ο Άγιος. Στοιχεία αυτής της βιογραφίας παρουσίασε στα ελληνικά ο θεολόγος Βικέντιος Κουρελάρου (νυν πρεσβύτερος). Το 1956 μ.Χ. συντάχθηκε ακολουθία στη ρουμανική γλώσσα. Το 2001 μ.Χ. σύνθεσε ωραία ακολουθία και παρακλητικό κανόνα ο μοναχός Πορφύριος Σιμωνοπετρίτης (νυν Αρχιμανδρίτης κ. Πορφύριος, Καθηγούμενος Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Πιερίων -γνωστή ως Σκήτη Βεροίας.


Στη Ρουμανία ο άγιος Ιωσήφ ο Νέος είναι προστάτης των πυροσβεστών. Στη μονή Βατοπαιδίου εορτάζεται στις 17 Αυγούστου.

Όσιος Μελέτιος

 Η μνήμη του Οσίου Μελετίου αναφέρεται μόνο στο Σιναϊτικό Τυπικό υπ' αριθ. 1094 φ. 35 ως εξής: «Μηνὶ Σεπτεμβρίω ιε' ἐκοιμήθη ὁ ὅσιος πατὴρ ἠμῶν Μελέτιος καὶ κτήτωρ τῆς Μονῆς τοῦ Σεργίου» (βλ. Δημητριεύσκη Τυπικό Β’ σελ. 30).


Άγιος Συμεών Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης

 Ο Άγιος Συμεών έζησε τον 15ο αιώνα μ.Χ. και για τη ζωή του δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία. Πρέπει να ήταν Ιερομόναχος και Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης πρέπει να έγινε μετά το 1410 μ. Χ. Έκτος από το σπουδαίο ποιμαντικό του έργο, ανέπτυξε και πλούσια συγγραφική εργασία. Έγραψε επιστολές, ερμηνείες, εγκώμια, διάλογους και υμνογραφικά κείμενα. Πέθανε τον Σεπτέμβριο του 1429 μ.Χ. και αγιοκατατάχθηκε στις 14 Απριλίου 1981 μ.Χ.





Ἀπολυτίκιον

Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Ποιμὴν Θεσσαλονίκης ἀνεδείχθης ἐν Πνεύματι, καὶ θεῖος ὑποφήτης μυστηρίων τῆς χάριτος, σοφία καὶ φωτὶ τῶν ἀρετῶν, ἐκλάμπων Ἱεράρχα Συμεὼν διὰ τοῦτο ὥσπερ θεῖον μυσταγωγόν, τιμῶμεν σὲ κραυγάζοντες• δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ χορηγούντι διὰ σοῦ χάριν ἠμὶν καὶ ἔλεος.