Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026

Θαύματα Οσίας Παρασκευής της Νέας της Επιβατινής

 Μύρια εἶναι τὰ θαύματα ποὺ τέλεσε ὁ Θεὸς ἀπὸ τότε ποὺ φανερώθηκε τὸ ἅγιο λείψανο καὶ τελεῖ ἀκόμα μέχρι σήμερα σὲ ὅσους ἐπικαλοῦνται τὸ ὄνομά της, ποὺ εἶναι ἀδύνατο νὰ γραφοῦν. Γιατί καὶ χωλοὺς καὶ κωφοὺς καὶ παραλυτικοὺς καὶ ἀσθενεῖς ψυχικὰ καὶ ἀπὸ κάθε εἶδος ἀσθένεια καὶ ἀπὸ κάθε θανάσιμο πάθος θεραπεύει καὶ μόνο ποὺ ἀκουμπᾶς στὴν ἁγία λάρνακα[1] φεύγει κάθε νόσημα καὶ ἄφθονα σὰν πηγὴ ἀνεξάντλητη χύνεται καὶ πλημμυρίζει μὲ ἰάματα σὲ αὐτοὺς ποὺ προσέρχονται μὲ πίστη στὴ χάρη της.


Οἱ ἀσθενεῖς προστρέχουν σ’ αὐτὴν μὲ εὐλάβεια, ἀσπάζονται τὸ ἅγιο λείψανό της, τοποθετοῦν πάνω στὸ ἅγιο κεφάλι τὸ μαντήλι τους καὶ φορῶντας τὸ θεραπεύονται. Σὲ καιρὸ ἀνομβρίας ἢ ἐπιδημίας, οἱ Χριστιανοὶ τελοῦν λειτουργία μαζὶ μὲ τὸ ἱερὸ λείψανο τῆς Ὁσίας καὶ δὲν ἀποτυγχάνουν στὴ δέησή τους[2].


 Ἀλλὰ καὶ στὴν πατρίδα της, τοὺς Ἐπιβάτες, καὶ τὴ διπλανὴ Καλλικράτεια (καὶ σήμερα στοὺς Νέους Ἐπιβάτες, στὴ Νέα Καλλικράτεια, στὴν Πτολεμαΐδα, στὴν κωμόπολη Θεολόγος τῆς νήσου Θάσου κ.α) ἀναφέρονται πολλὰ θαύματα καὶ ἀπὸ τὴν παράδοση καὶ ἀπὸ προφορικὲς μαρτυρίες[3]. Σὲ λίγα ἀπὸ αὐτὰ θὰ ἀναφερθοῦμε παρακάτω.


 Ὅταν μετακομιζόταν τὸ ἱερὸ Λείψανο τῆς Ὁσίας ἀπὸ τὴν Καλλικράτεια (ὅπου διατηροῦνταν στὸ ὄνομά της παρεκκλήσιο)[4] γιὰ τὸν Τύρνοβο, ὅπου ἦταν ἡ ἕδρα τῶν Βουλγάρων βασιλέων, κατὰ τὴ διάβαση τῆς ἱερᾶς πομπῆς μέσῳ τῶν Ἐπιβατῶν, ὅπου περνοῦσε ὁ μεγάλος δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴν Ἀδριανούπολη, ὅλοι οἱ κάτοικοι ἔτρεξαν γιὰ νὰ προσκυνήσουν τὸ ἱερὸ σκήνωμα.

  Ἀφοῦ τὸ προσκύνησαν, δόθηκε ἐντολὴ νὰ ἀναχωρήσει ἡ ἅμαξα, ὅμως τὰ ἄλογα στάθηκε ἀδύνατο νὰ προχωρήσουν. Ρώτησαν γιατί δὲν προχωροῦν καὶ μὲ μεγάλη ἔκπληξη ἔμαθαν οἱ ὑπεύθυνοι γύρω ἀπὸ τὸ ἱερὸ σκήνωμα ὅτι μιὰ γριὰ γυναῖκα εὐσεβὴς καὶ φιλόθρησκη μὲ ὅλη της τὴν ἐπιθυμία ζητοῦσε νὰ ἀσπασθεῖ τὴν ὁσία Παρασκευή, ἀλλὰ λόγῳ γεροντικῆς ἀδυναμίας δὲ μποροῦσε. Τότε ἔτρεξαν, ἔφεραν τὴ γριὰ γυναῖκα καὶ ἀφοῦ αὐτὴ ἀσπάσθηκε τὸ ἱερὸ λείψανο, τότε ξεκίνησαν τὰ ἄλογα καὶ ἡ ἅμαξα ἀναχώρησε.


  Πολλὰ εἶναι τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε καὶ κάνει στοὺς ναυτικούς, οἱ ὁποῖοι μὲ θέρμη τὴν ἐπικαλοῦνται τὴν ὥρα τοῦ κινδύνου: «Ὅσια Παρασκευή μου, φθάσε καὶ σῶσε μὲ» καὶ μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τῆς Ὁσίας ἐνισχύεται ἡ ἐλπίδα σωτηρίας καὶ μὲ θάρρος ἀγωνίζονται στὴν τρικυμία. 



 Ὅπως συνέβη τὸ 1811 μὲ ἕνα πλοῖο ποὺ εἶχε ἔρθει ἀπὸ τὴ Χίο, τοῦ ὁποίου ὁ πλοίαρχος ἦταν Ὀθωμανός[5]. Τὸ πλοῖο κινδύνευε, ἀγκυροβόλησε ἀπέναντι ἀπὸ τὸν ἱερὸ ναὸ τῆς ὁσίας στοὺς Ἐπιβάτες, ἀλλὰ ἡ τρομερὴ θαλασσοταραχὴ τὸ ἀπειλοῦσε μὲ καταποντισμό. Τὸ πλήρωμα ἀπελπισμένο ἐπικαλοῦνταν νὰ τοὺς σώσει ἡ χάρη τῆς ἐκκλησίας ποὺ φαινόταν. Καὶ πράγματι, φανερώθηκε τὴ νύκτα στὸν πλοίαρχο μελανοφοροῦσα γυναῖκα, ἡ ὁποία κρατοῦσε στὸ δεξί της χέρι τὸ σταυρὸ καὶ τοὺς εἶπε: «Θαρσεῖτε, τέκνα μου, ἡ προσευχή σας εἰσακούσθη». Σὲ λίγο ἡ θαλασσοταραχὴ κόπασε. Τὸ πρωὶ ὅλο τὸ πλήρωμα μετέβη στὸ ναὸ γιὰ νὰ προσευχηθεῖ καὶ νὰ εὐχαριστήσει τὸ Θεὸ γιὰ τὴ σωτηρία τους. Ὁ πλοίαρχος βλέποντας τὴν εἰκόνα της φώναξε μὲ χαρά: «Αὐτὴν εἶδα καὶ τὴν ἀναγνωρίζω! Αὕτη μᾶς ἔσωσε ἀπὸ τὸν θάνατο».


Καὶ τὴν πατρίδα της ἔσωσε στὸν καιρὸ τῆς Τουρκοκρατίας. Κάποιος Τοῦρκος διοικητὴς ζητοῦσε ἐπίμονα μεγάλο χρηματικὸ ποσό[6], τὸ ὁποῖο ἦταν ἀδύνατο νὰ βρεθεῖ ἀπὸ τοὺς Ἐπιβατηνοὺς καὶ ἀπειλοῦσε διαφορετικὰ ὅτι θὰ τοὺς σφάξει. Τὴ νύκτα παρουσιάστηκε ἡ Ὁσία μπροστά του, τὸν χαστούκισε καὶ τοῦ εἶπε: «Ἐὰν δὲν φύγης ἀμέσως, θὰ καταστρέψω καὶ σὲ καὶ τοὺς ἀνθρώπους τῆς συνοδείας σου». Ἀμέσως ὁ Τοῦρκος διοικητὴς ἔδωσε διαταγὴ νὰ ἑτοιμαστοῦν γιὰ νὰ ἀναχωρήσουν τὸ πρωί. Ἔτσι σώθηκαν οἱ Ἐπιβατηνοὶ ἀπὸ βέβαιο φόνο.


Στὸν Α΄ Βαλκανικὸ πόλεμο ἡμέρα Παρασκευὴ 25 Φεβρουαρίου 1913 τὰ συμμαχικὰ βουλγαρικὰ στρατεύματα ποὺ ἔφτασαν μέχρι τοὺς Ἐπιβάτες ὑποχώρησαν γιὰ στρατιωτικοὺς λόγους στὰ βορειοανατολικά. Τὴν ἄλλη ἡμέρα Σάββατο 26 Φεβρουαρίου μεγάλο τουρκικὸ πλοῖο γιομᾶτο φανατισμένους ἐθελοντὲς ἔφυγε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. Τὸ μεσημέρι ἔφτασε στοὺς Ἐπιβάτες μὲ σκοπὸ νὰ ἐρημώσει τὴν πόλη. Ἐπειδὴ καὶ τὸ πλοῖο τῆς γραμμῆς ἐρχόταν τὴν ἴδια ὥρα τοῦ Σαββάτου ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, κατέβαιναν οἱ κάτοικοι στὴν παραλία χαρούμενοι νὰ προϋπαντήσουν τοὺς συγγενεῖς τους ποὺ ἔμεναν στὴν Πόλη. Μὲ ἔκπληξη διαπίστωσαν ὅτι τὸ πλοῖο τῆς γραμμῆς δὲν ἦρθε καὶ τὸ πολεμικὸ δὲν μπόρεσε νὰ ἀγκυροβολήσει. Ἀναγκάστηκε καὶ ἔστριψε, κατευθύνθηκε στὸ διπλανὸ χωριὸ Οἰκονομειό. Ἐκεῖ οἱ ἐθελοντὲς προέβηκαν σὲ σφαγὲς τοῦ πληθυσμοῦ καὶ σὲ πυρπόληση τοῦ χωριοῦ[7]. Τὸ ἴδιο κακὸ θὰ γινόταν καὶ στοὺς Ἐπιβάτες, ἀλλὰ ἡ ὁσία Παρασκευὴ ἔκανε τὸ θαῦμα της, ὅπως ὁμολόγησε Τοῦρκος ἐθελοντὴς σταφιδέμπορος: «Μιὰ μαυροφορεμένη γυναῖκα ἅρπαξε τὴν ἄγκυρα καὶ ἐμπόδισε τὸ πλοῖο νὰ ἀγκυροβολήση».


Στὶς τοπικὲς προφορικὲς παραδόσεις τῶν κατοίκων τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης τὸ ὄνομά της εἶναι θαυμαστό. Οἱ πιστοὶ ἀναφέρουν ὅτι τὰ ὀνόματα ποὺ φέρουν τὰ διπλανὰ ἀπὸ τοὺς Ἐπιβάτες χωριά, ὅπως: Οἰκονομειό, Ἐξάστερο, Αἰγιαλοί, Καλλικράτεια κ.ἄ. τὰ ἔχει δώσει ἡ Ὁσία μὲ θαυματουργικὸ τρόπο. Ἂν καὶ ἱστορικὰ δὲν εὐσταθεῖ, γιατί οἱ τοπωνυμίες τῶν περισσοτέρων περιοχῶν ὑπῆρχαν αἰῶνες πρίν, δείχνει ὅμως τὴν πίστη τους στὶς θαυματουργικές της ἱκανότητες.


 Ὅπως διηγοῦνται οἱ παλαιότεροι, στὴν Καλλικράτεια, στὸν τόπο ποὺ βρέθηκε τὸ λείψανο τῆς Ὁσίας, ὑπῆρχε ἁγίασμα καὶ ἔκανε πολλὰ θαύματα. Ἡ μνήμη της ἑορτάζεται, ὅπως ἔχουμε ἤδη ἀναφέρει, στὶς 14 Ὀκτωβρίου. Εἶναι ἡμερομηνία ἀλησμόνητη, γιατί αὐτὴ τὴν ἡμέρα (14 Ὀκτωβρίου 1922) οἱ Ἐπιβατηνοὶ ἔφυγαν ὁριστικὰ ἀπὸ τὴν πατρίδα τους[8]. 

Τὴν παραμονὴ τὸ βαπόρι, ἦταν ἕτοιμο νὰ ξεκινήσει. Μιὰ φουρτούνα ὅμως στάθηκε ἐμπόδιο. Ἀποδίδεται σὲ θαῦμα. Τὸ πρωὶ τῆς ἑορτῆς πηγαίνουν οἱ κάτοικοι στὸ ναὸ καὶ προσκυνοῦν τὴν εἰκόνα τῆς Ὁσίας μὲ σπαραγμὸ ψυχῆς. Τὸ μεσημέρι ξεκινάει τὸ πλοῖο. Ἡ θάλασσα γίνεται σὰν λάδι κι ἐξασφαλίζει καλὸ ταξίδι[9].


Ἀλλὰ καὶ στὶς Σλαβικὲς χῶρες καὶ στὴ Ρουμανία ἔχει τελέσει καὶ τελεῖ πλῆθος θαυμάτων[10] γι’ αὐτὸ καὶ οἱ λαοὶ αὐτοὶ τὴν τιμοῦν ἰδιαίτερα. Τῆς ἔχουν ἀφιερώσει πολλοὺς ναοὺς καὶ ἔχουν δώσει στὰ παιδιά τους τὸ ὄνομά της[11].


ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ-ΙΑΣΙΟ


 Στὶς 26 – 27 Δεκεμβρίου τοῦ 1888, ξέσπασε πυρκαγιὰ στὸ ναὸ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν στὸ Ἰάσιο. Μόνο ἀπὸ θαῦμα διασώθηκε[12] τὸ σκήνωμα ποὺ φυλασσόταν στὸ παρεκκλήσι τῆς Ἱερᾶς Μονῆς. Προηγουμένως τὸ 1884 εἶχαν ξεκινήσει τὰ ἔργα ἀνακαίνισης στὸ ναὸ τῶν «Τριῶν Ἱεραρχῶν» στὸ Ἰάσιο τῆς Μολδαβίας. Τὸ 1888 τὸ λείψανο μεταφέρθηκε γιὰ λόγους ἀσφαλείας στὸ παρεκκλήσι τῆς μονῆς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν. Τοποθετήθηκε σὲ ἀσημένια λειψανοθήκη, σκεπασμένο μὲ ὕφασμα. Στὸ ἐπάνω μέρος ἡ λειψανοθήκη εἶχε καπάκι καὶ κλειδωνόταν. Τὸ βράδυ τῆς 26ης πρὸς 27η Δεκεμβρίου τοῦ 1888 τὸ παρεκκλήσι πῆρε φωτιὰ ἀπὸ μιὰ λαμπάδα ποὺ ἦταν τοποθετημένη σὲ ξύλινο κηροπήγιο, ποὺ βρισκόταν δίπλα στὴ λειψανοθήκη. Εὐτυχῶς οἱ μαθητὲς τοῦ διδασκαλείου τῆς μονῆς την ἀντιλήφθηκαν, φώναξαν τοὺς ὑπεύθυνους καὶ αὐτοὶ ἔτρεξαν σὲ βοήθεια. Μπῆκαν στὸ παρεκκλήσι καὶ τὸ εἶδαν νὰ φλέγεται. Ἀπὸ τὴν ὑψηλὴ θερμοκρασία ποὺ εἶχε δημιουργηθεῖ ἔλιωσε τὸ γυαλὶ ἀπὸ τοὺς πίνακες τῶν κτητόρων, τὸ ἴδιο θερμάνθηκε καὶ ὁ πολυέλαιος, ἂν καὶ βρισκόταν σὲ ἀπόσταση ἀπὸ τὸ κέντρο τῆς πυρκαγιᾶς. Σὲ λίγο κατέφθασε ὁ μητροπολίτης Ἰωσὴφ Νανιέσκου καὶ οἱ ἀρχὲς τῆς πόλης, μὲ ἐπί κεφαλῆς τὸ νομάρχη Λέων Νεγκρούτσι καὶ τὸ γενικὸ εἰσαγγελέα Ἰασίου, οἱ ὁποῖοι κατέγραψαν στὰ πρακτικὰ τὸ θαῦμα τῆς διάσωσης τοῦ λειψάνου.


Ιερός Ναός Τριών Ιεραρχών-Ιάσιο.Το μέρος που βρισκόνταν το λείψανο της Αγ.Παρασκευής πριν την φωτιά


 Ἀπὸ ἕνα γράμμα ποὺ στάλθηκε στὸν ἐπίσκοπο Μελχισεδὲκ Στεφανέσκου του Ρόμαν[13] μαθαίνουμε ὅτι κάηκε ὁλόκληρο τὸ ξύλο τῆς λειψανοθήκης χωρὶς νὰ πειραχτοῦν τὰ ροῦχα της. Οἱ φλόγες περιτύλιξαν τὸ καπάκι, τὸ ὁποῖο ἔπεσε στὸ σῶμα της, ἀλλὰ τὸ σῶμα δὲν ἔλιωσε. Ἡ φωτιὰ ποὺ εἶχε περιτυλίξει τὴ λειψανοθήκη ἔκαψε καὶ τὸ κάτω μέρος της καὶ ἔφθασε ἕως τὸ μικρὸ στρῶμα ποὺ ἦταν γεμισμένο μὲ βαμβάκι καὶ τοποθετημένο κάτω ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ὁσίας. Τὸ στρῶμα κάηκε στὸ κάτω μέρος, ἐνῷ τὸ βαμβάκι ἐλάχιστα. Τὰ κάρβουνα ἔπεσαν πάνω στὰ ροῦχα της χωρὶς νὰ τὰ λερώσουν. Ἐπίσης οἱ κέρινες σφραγῖδες ποὺ βρίσκονταν στὰ ροῦχα της καὶ οἱ ὁποῖες προέρχονταν ἀπὸ τὸ Βασίλειο Λούπου ἦταν ἀκέραιες. Πῆραν τὸ ἅγιο λείψανο, τὸ ἔβαλαν στὴ λειψανοθήκη μὲ τὴν ὁποία εἶχε ἀρχικὰ μεταφερθεῖ ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὴν τοποθέτησαν στὸ Ἅγιο Βῆμα τοῦ ἰδίου παρεκκλησίου, ποὺ δὲν εἶχε φτάσει ἡ φωτιά. Ἀργότερα τοποθετήθηκε σὲ καινούργια λειψανοθήκη κατασκευασμένη ἀπὸ ξύλο κυπαρισσιοῦ, σκεπασμένη μὲ ἀσήμι, δῶρο του Λούπου Μποτὲζ ἀπὸ τὸ Φαλτιτσένι καὶ ἀπὸ δωρεὲς πιστῶν, σύντομα μεταφέρθηκε στὸ νέο Καθεδρικὸ ναὸ ὅπου βρίσκεται μέχρι σήμερα.


Ἦταν καλοκαίρι τοῦ 1947[14] καὶ δὲν ἔφτανε ἡ μεγάλη δυστυχία ποὺ προκάλεσε ὁ πόλεμος, ἔπεσε καὶ μεγάλη ξηρασία ἡ ὁποία δυσκόλεψε τὴ ζωή. Oι πιστοὶ ζήτησαν ἐπίμονα νὰ γίνει λιτανεία μὲ τὸ ἱερὸ λείψανο σ’ ὅλη τὴ Μολδαβία. Ἡ λιτανεία πραγματοποιήθηκε σὲ δύο φάσεις. Πρῶτα στὸ νομὸ Ἰασίου (ἀπὸ τέλος Μαΐου μέχρι 10 Ἰουνίου) καὶ μετὰ στοὺς νομοὺς Vaslui, Roman, Bacau, Neamt, Baia, μέχρι τέλος Αὐγούστου. Ἐπισκέφθηκαν ἐνορίες, συμμετεῖχαν ἱερεῖς μὲ ἐπί κεφαλῆς τὸν ἀρχιμανδρίτη Θεόκτιστο Ἀραπάσου, μετέπειτα πατριάρχη Ρουμανίας. Τὸ ἱερὸ λείψανο, ἀφοῦ πέρασε ἀπὸ ἀρκετὲς τοποθεσίες ὅπως: Roman, Piatra Neamt, Targu Neamt, παρέμεινε στὴ μονὴ Neamt δύο μέρες καὶ ἀναχώρησε γιὰ Leghin, Piping, Vanatori, Neamt, Baraia, Rasca μὲ στάση στὴν ἐκεῖ μονή. Ἀπὸ ἐκεῖ ἀναχώρησαν γιαbaia, Falticeni, ὅπου παρέμεινε μία νύχτα στὸ ναὸ τῆς «Κοιμήσεως Θεοτόκου», κατόπιν πῆγε στὰ χωριὰ Radaseni, Malini, καὶ στὴ μονὴ Slatina. Οἱ ἡλικιωμένοι ἀπὸ τὸ χωριὸ Radaseni, διηγοῦνται: «Ὅταν ἡ λιτανεία σταμάτησε στὸ χωριό μας, βγήκαμε ὅλοι ντυμένοι μὲ τὰ καλύτερά μας ροῦχα, μὲ λάβαρα καὶ ἄνθη, γιὰ νὰ προϋπαντήσουμε τὴν προστάτιδα τῆς Μολδαβίας. Ἀφοῦ προσευχηθήκαμε μὲ δάκρυα ἐλπίδας καὶ τὸ ἱερὸ λείψανο προχώρησε γιὰ τὴ μονὴ Slatina. Μαζεύτηκαν σύννεφα πάνω ἀπὸ τὸ χωριὸ καὶ ἔβρεξε».


Ἀμέτρητα τὰ ἀφιερώματα τῶν ἀπανταχοῦ πιστῶν τὰ ὁποῖα προσφέρονται στὴν Ὁσία γιὰ τὰ πολλά της θαύματα καὶ εὐεργεσίες. Ἀπὸ αὐτὲς τὶς προσφορὲς καὶ τὰ ἀφιερώματα τῶν πιστῶν κτίστηκε καὶ ὁ ναὸς τῆς ὁσίας Παρασκευῆς στοὺς Ἐπιβάτες μὲ τὸ μυθικὸ γιὰ τὴν ἐποχὴ ποσὸν τῶν 12.000 φράγκων. Ἦταν ὁ πιὸ ἐπιβλητικὸς ναὸς ἐκτὸς Κωνσταντινουπόλεως σὲ ὁλόκληρη τὴν Ἀνατολικὴ Θράκη. Ἀφιερώματα πρόσφεραν οἱ χριστιανοὶ καὶ ἀπὸ ἄλλες περιοχὲς καὶ προπαντὸς οἱ κάτοικοι τῆς Καλλικράτειας, ἀλλὰ ἐμεῖς θὰ ἀρκεστοῦμε σὲ ὁρισμένα. 


Ἐνδεικτικὰ παραθέτουμε τρεῖς διαθῆκες ἀπὸ τὴν Καλλικράτεια, τὶς ὁποῖες ἐξέδωσε ὁ Πασχάλης Βαλσαμίδης στὸ βιβλίο του Περὶ Θράκης[15] καὶ οἱ ὁποῖες μεταξὺ ἄλλων περιεῖχαν ἀφιερώματα γιὰ τὸ ναὸ τῆς Ὁσίας Παρασκευῆς στὴν Καλλικράτεια. Τὴν πρώτη, μὲ ἡμερομηνία 25 Αὐγούστου 1900, τῆς Ἰωαννίδας Ντουντοῦ Στεφάνου, τὴ συνέταξε στὸ σπίτι του ὁ διευθυντὴς τῶν σχολείων της Καλλικράτειας Νικόλαος Σταμίδης· ἄφηνε στὴν ἐκκλησία τῆς Ὁσίας μία χρυσῆ λίρα Τουρκίας.

  Ἡ δεύτερη, τοῦ Θεόδωρου Θωμᾶ, συντάχθηκε στὸ σπίτι του στὶς 29 Μαΐου 1906 ἀπὸ τὸ διευθυντῆ τῆς Ἀστικῆς Σχολῆς τῆς Καλλικράτειας Ἀθανάσιο Γάγαλη· ἄφηνε στὸ ναὸ πέντε χρυσὲς λίρες Τουρκίας.

  Καὶ ἡ τρίτη, τοῦ κτηματία Βασιλείου Στεφάνου Ραλλίδη, συντάχθηκε στὶς 8 Ἰουνίου 1906 στὴν αἴθουσα τοῦ ναοῦ τῆς ὁσίας Παρασκευῆς ἐνώπιον τῶν ἱερέων τῆς Κοινότητας Ζαχαρία, Ἱεροκλὴ καὶ Ἰωάννη· ἄφηνε στὸ ναὸ δέκα χρυσὲς λίρες Τουρκίας. Ἑκατοντάδες στρέμματα χωράφια ἀφιερώθηκαν ἀπὸ κατοίκους τῶν Ἐπιβατῶν καὶ Καλλικράτειας στοὺς ναοὺς ποὺ εἶχαν ἀναγείρει πρὸς τιμὴν τῆς Ὁσίας. Ἀπὸ τὰ ἔσοδα τῶν ναῶν οἱ ἱερεῖς ἀσκοῦσαν φιλανθρωπικὸ ἔργο, ἰδίως τὸν χειμῶνα μὲ συσσίτια σὲ φτωχούς. Χιλιάδες εἶναι τ’ ἀφιερώματα τῶν ἀπανταχοῦ πιστῶν στὴν Ὁσία.


 Ἡ Ἀσπασία Π. Βαλλὴ ἀπὸ τοὺς Ἐπιβάτες γιὰ τὴν ἀνέγερση τῆς νέας ἐκκλησίας τῆς Ὁσίας Παρασκευῆς στοὺς Ἐπιβάτες τὸ ἔτος 1885, ἀφιέρωσε 800 χρυσὲς λίρες Τουρκίας. Ἡ Ἀφεντούλα Δημητρίου Χατζόγλου ἀφιέρωσε στὴν ἐκκλησία τῆς Ὁσίας Παρασκευῆς στοὺς Ἐπιβάτες ἀγροὺς 150 στρέμματα.


Ὁ Ἀθ. Παπαδόπουλος – Κεραμεὺς προτοῦ ἀνακαλύψει τὸ βίο τῆς ὁσίας Παρασκευῆς στέκεται σ’ ἕνα σημαντικὸ ἔγγραφο γιὰ τὸ ναό της στοὺς Ἐπιβάτες: «Διὰ δὲ τὸν ναὸν αὐτῆς σώζεται, κατὰ τὴν χειρόγραφον Νομικὴν συναγωγήν του Δοσιθέου (φ.100), ἀνέκδοτον πατριαρχικὸν σιγγίλλιον τοῦ 1677 ἔτους». Τὸ πατριαρχικὸ ἔγγραφο εἶναι σημαντικὸ γιὰ τὴν ἱστορία καὶ τοπογραφία τῶν Ἐπιβατῶν. Σ’ αὐτὸ διαπιστώνουμε ὅτι καὶ πολὺ πρὶν τὸ 1677 ὑπῆρχε ναὸς στοὺς Ἐπιβάτες ποὺ τιμόταν στὸ ὄνομα τῆς Ὁσίας. Τὸ πατριαρχικὸ σιγίλιο ποὺ ἔχει μεταφερθεῖ σὲ ἀπόδοση νεοελληνική, μεταξὺ ἄλλων, ἀναφέρει καὶ τὰ ἑξῆς: «Διονύσιος ἐλέῳ Θεοῦ ἀρχιεπίσκοπος ΚωνΙπόλεως, Νέας Ρώμης καὶ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης[16].


»0ι ναοὶ τυγχάνουν θεῖο δίκαιο καὶ μένουν ἀπαλλαγμένοι ἀπὸ κάθε ἀνθρώπινη δουλεία... Ὁ μητροπολίτης Σηλυβρίας Ἄνθιμος κίνησε ἀγωγὴ ἐναντίον τῶν μοναχῶν τῆς μονῆς τῆς Παναγίας Καμαριωτίσσης στὴ νῆσο Χάλκη, γιατί οἱ μοναχοὶ ἰδιοποιήθηκαν τὴν ἐκκλησία τῆς Ἐπαρχίας του τῆς ἁγίας Παρασκευῆς στοὺς Ἐπιβάτες... Αὐτὴ ἡ ἐκκλησία δὲν εἶναι σταυροπηγιακή, οὔτε τίποτα ἄλλο ποὺ νὰ δικαιολογεῖ τὴν ἐξουσία τῆς μονῆς. Ἀνέκαθεν ὁ ναὸς ἦταν ἐνοριακὸς καὶ ἀνῆκε στὴ μητρόπολη Σηλυβρίας. Ρωτήσαμε τοὺς μοναχοὺς καὶ κάποιους ποὺ τοὺς συμπαραστάθηκαν ἂν ἔχουν κάποια ἔγγραφα ποὺ νὰ ἐξουσιοδοτοῦν τὴ Μονή. Αὐτοὶ ἀπάντησαν ὅτι δὲν ἔχουν τέτοια ἔγγραφα... Ἀλλὰ κάποιος Διαμαντῆς, δυνατὸς καὶ ἀγέρωχος ἄντρας ἀπὸ τοὺς Ἐπιβάτες, ὁ ὁποῖος εἶχε τοὺς ἀρχιερεῖς τῆς μητροπόλεως τοῦ χεριοῦ του καὶ ἔκανε ὅ,τι ἤθελε, εἴτε γιὰ αἰσχροκέρδεια, εἴτε γιὰ ἄλλο κακὸ σκοπὸ παραχώρησε τὸ ναὸ στὴ Μονή... Οἱ πατέρες ἔδιναν λίγα χρήματα στοὺς ἀρχιερεῖς. Μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο κράτησαν τὴν ἐκκλησία στὴν κατοχή τους καὶ θεωροῦσαν τὸν ἀρχιερέα ξένο... Χάρη τῶν ἱερῶν κανόνων, στὴν ἀταξία αὐτὴ καὶ ἱεροσυλία βάζουμε τέλος καὶ ἀποφασίζουμε συνοδικῶς, ὁ ναὸς τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς στοὺς Ἐπιβάτες, νὰ βρίσκεται στὴ δικαιοδοσία τῆς ἑκάστοτε μητρόπολης Σηλυβρίας, οἱ δὲ μοναχοὶ ν’ ἀποχωρήσουν ὡς ξένοι καὶ ἀλλότριοι[17] καὶ νὰ μὴ μετέχουν μὲ κανένα τρόπο σὲ αὐτήν... Ὅποιος σταθεῖ ἀντίθετος καὶ δὲν πειθαρχήσει στὴ συνοδικὴ ἀπόφαση, ἂν εἶναι ἱερέας νὰ παύεται...».

Ἡ ὁσία Παρασκευὴ ἦταν γιὰ τοὺς πιστοὺς τῶν Ἐπιβατῶν καὶ τῆς Καλλικράτειας κάτι ἀνάλογο μὲ τὴν Παναγία. Ἡ εὐσέβεια καὶ ἡ εὐλάβεια ποὺ εἶχαν γι’ αὐτὴν ἦταν πάρα πολὺ μεγάλη. Βρισκόταν στὸ ἐπίκεντρο τῆς ζωῆς τους, ἀλλὰ ὄχι μόνο σ’ αὐτούς, γιατί καὶ ἡ Σηλυβρία καὶ τὰ γύρω χωριὰ στὴν ἑορτή της τὴν τιμοῦσαν καὶ ἔκαναν μεγάλο πανηγύρι[18].


ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

Βίος Ὁσίας, Σακκίδου, ὅ.π., σ. 26.


Βίος Ὁσίας, Σακκίδου, ὅ.π., σ. 28.

Στὴ νῆσο Θάσο, στὴν κωμόπολη Θεολόγος, ὑπάρχει ἱερὸς ναὸς ἀφιερωμένος στὶς δύο ἀγίες, τὴν ἁγία Παρασκευὴ τὴ Ρωμαία καὶ τὴν ὁσία Παρασκευὴ τὴ Νέα. Ὁ ναὸς κτίστηκε τὸ 1833 καὶ πανηγυρίζει στὴ μνήμη τῶν δύο ἁγίων, τῆς Παρασκευῆς τῆς Ρωμαίας 26 Ἰουλίου καὶ τῆς Παρασκευῆς τῆς Νέας στὶς 14 Ὀκτωβρίου. Σὲ χειρόγραφο κώδικα τοῦ 1841, ὑπάρχει ἀκολουθία ποὺ γράφηκε ἀπὸ τὸν ἁγιορείτη μοναχὸ Ἰάκωβο, κατόπιν αἴτησης τῶν ἀρχόντων τῆς κωμόπολης Θεολόγος, Ματθαίου Ἰωαννιτίδου καὶ Λουρέντζου Χατζηιωάννου, μὲ τὴ συνδρομὴ τοῦ ἡγουμένου τῆς ἱερᾶς μονῆς Φιλοθέου Ἁγίου Ὅρους Βαρθολομαίου, φέρει δὲ τὸν τίτλο: «Ἀσματικὴ Ἀκολουθία τῆς ὁσίας μητρὸς ἡμῶν Παρασκευῆς τῆς Νέας της ἐξ Ἐπιβατῶν καὶ τῆς ἐκ Ρώμης Παλαιᾶς Παρασκευῆς. 

Ἐπαυξηθεῖσα καὶ πλουτισθεῖσα μετὰ λιτῆς, καθισμάτων καὶ κανόνων ἑτέρου, εἰς ἀπάρτισιν ἑορτῆς τελείας, τοῦ ἑορτάζεσθαι ἐν τῷ ναῷ αὐτῶν κειμένω κατὰ τὴν νῆσον Θάσον, ἐν τῇ κώμῃ τοῦ Θεολόγου. Προσετέθη δὲ καὶ Παράκλησις εἰς τὰς δύο ὁμοῦ ἵνα ψάλληται ἐν τε τὴ μνήμη αὐτῶν, καὶ εἰς τοὺς πάσχοντας ἀσθενεῖς, πρὸς θεραπείαν αὐτῶν.

 Αἰτήσει μὲν τῶν ἐντιμοτάτων προυχόντων τῆς αὐτῆς θεοσώστου κώμης Θεολόγου, κυρίου Ματθαίου Ἀναγνώστου Ἰωαννιτίδου καὶ κυρίου Λουρέντζου Ἀναγνώστου Χατζηϊωάννου εἰς ἀΐδιον αὐτῶν μνημόσυνον. Προστασία δὲ καὶ σπουδὴ τοῦ ὀσιωτάτου Γέροντος τῆς ἱερᾶς Βασιλικῆς τε καὶ πατριαρχικῆς μονῆς Φιλοθέου κυρίου κυρίου Βαρθολομαίου, δαπάνη αὐτῶν. Ἐγράφη δὲ ὁ βίος καὶ τῶν δύο ἁγίων Παρασκευῶν ἵνα ἀναγιγνώσκηται πρὸς ὠφέλειαν τῶν πιστῶν ἐν ταῖς μνήμαις αὐτῶν, πόνῳ δὲ Ἰακώβου μοναχοῦ. Ἐν ἔτει σωτηρίῳ ἀωμδ΄, 1844. Ἐν τῷ Ἀγιωνύμω Ὄρει του Ἄθωνος.». 

Ὁ ὑμνογράφος γι’ αὐτὲς ἀναφωνεῖ: «Δεῦτε τὴν δυάδα τὴν θαυμαστήν, τιμήσωμεν ὕμνοις, τὴν ἐκ Ρώμης Παρασκευήν, καὶ τῶν Ἐπιβατῶν συνώνυμον τὴν νέαν, τῆς Θάσου μέγα κλέος καὶ ἀντιλήπτορας». 

Ὅπως ἀναφέρει ἡ Σ. Δ. Λάμπρου, στὴν ἀκολουθία τῆς ὁσίας Παρασκευῆς ὁ μοναχὸς Ἰάκωβος ἀντιγράφει τὴν ἀκολουθία του Μελετίου Συρίγου προβαίνοντας σὲ λίγες τροποποιήσεις καὶ προσθῆκες. Ἀντίγραφο τῆς χειρόγραφης ἀκολουθίας της ἔχει δοθεῖ ἀπὸ τὸ συνταξιοῦχο ἐκπαιδευτικὸ Π. Τσολακόπουλο, κάτοικο Καβάλας, ὁ ὁποῖος συνέγραψε μελέτη Ὁ Βίος καὶ τὰ Θαύματα τῆς Ὁσίας Παρασκευῆς της Ἐπιβατινῆς, Καβάλα 1998. Βλ. περισσότερα γιὰ τὴ λατρεία στὶς δύο Παρασκευὲς ἀγίες τῆς κωμόπολης Θεολόγος Θάσου, στὸ βιβλίο της Λάμπρου, Ἡ Ὁσία Παρασκευὴ Ἐπιβατηνή, σσ. 111-114.


4. Βίος Ὁσίας, Σακκίδου, ὅ.π., σ. 20-30

Βίος Ὁσίας, Σακκίδου, ὅ.π., σ. 29

Βίος Ὁσίας, Σακκίδου, ὅ.π., σ. 29.


Μ. Μαραβελάκης – Ἀπ. Βακαλόπουλος, «Προσφυγικὲς ἐγκαταστάσεις στὴν περιοχὴ τῆς Θεσσαλονίκης», σ. 431, Θεσσαλονίκη 1954, ἐπανέκδοση 1993.

Ὁ κύριος ὄγκος τῶν Ἐπιβατηνῶν προσφύγων ἐγκαταστάθηκε σὲ δύο κυρίως μέρη: στὴν περιοχὴ Θερμαϊκοῦ (Μπαχτσέ-τσιφλίκι) σήμερα Νέοι Ἐπιβάτες, καὶ στὴν περιοχὴ Κάτω Καϊλάρια (Πτολεμαΐδα). Στὴν Πτολεμαΐδα κατέφυγε καὶ ὁ μεγαλύτερος ὄγκος τῶν προσφύγων ἀπὸ τὸ γειτονικὸ χωριὸ μὲ τοὺς Ἐπιβάτες Ἐξάστερο. Ἐδῶ ὡς πρῶτο ναὸ χρησιμοποίησαν ἕνα ἐγκαταλελειμμένο τζαμί, ἀφοῦ πρῶτα ἔριξαν τὸ μιναρὲ καὶ ἔχτισαν κωδωνοστάσιο καὶ ἔδωσαν στὸ ναὸ τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, προστάτη του Ἐξάστερου. Οἱ Ἐπιβατηνοὶ πικράθηκαν, διότι πίστευαν ὅτι ὁ ναὸς θὰ ἔπρεπε νὰ τιμᾶται καὶ στὸ ὄνομα τῆς Ὁσίας Παρασκευῆς. Γιὰ τὴν Ὁσία ὁρίστηκε ἕνα προσκυνητάρι, ὅπου ἄναβε καντήλι στὴν εἰκόνα της ποὺ ἔφεραν ἀπὸ τοὺς Ἐπιβάτες. Στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Στεφάνου μετέφεραν ἱερὰ κειμήλια ἀπὸ τὸ ναὸ τῆς Ὁσίας Παρασκευῆς, ὅπως: ἡ εἰκόνα τῆς Ὁσίας, τὰ ἀσημένια καράβια ποὺ ἀφιέρωσε ὁ διασωθεὶς καπετάνιος, τὰ ἅγια ποτήρια, τὸ εὐαγγέλιο, εἰκόνες τοῦ τέμπλου, τὸ παγκάρι, ἡ κολυμβήθρα κ.ἄ. Στὰ ἐγκαίνια τοῦ τρίτου κατὰ σειρὰ ναοῦ τὸ 1988 – οἱ δύο προηγούμενοι γκρεμίστηκαν – ὁ τότε μητροπολίτης Φλωρίνης, Πρεσπῶν καὶ Ἐορδαίας, π. Αὐγουστῖνος Καντιώτης ἱκανοποίησε τὸ δίκαιο αἴτημα τῶν Ἐπιβατηνῶν. Μὲ ἐπί κεφαλῆς τὸν ἱεροψάλτη τοῦ ναοῦ Σάββα Χατζησάββα συγκέντρωσαν ὑπογραφὲς μὲ τὸ αἴτημά τους καὶ τὶς παρέδωσαν στὸ γέροντα π. Αὐγουστῖνο. Στὶς 25 Σεπτεμβρίου ὁ π. Αὐγουστῖνος ἀνήγγειλε: «Βαπτίζεται σήμερα ὁ ἱερὸς ναὸς στὸ ὄνομα τὸν Ἁγίου Στεφάνου καὶ τῆς Ὁσίας Παρασκευῆς της Ἐπιβατηνῆς». Νικηφόρος Μανάδης, Ὀγδοντάχρονα καὶ εἰκοσάχρονα ἱεροῦ ναοῦ Ἁγίου Στεφάνου καὶ Ὁσίας Παρασκευῆς Ἐπιβατηνὴς Πτολεμαΐδας, Πτολεμαΐδα 2004.


Κατίνας Βέϊκου-Σεραμέτη, Ἐπιβάτες εἰκόνες ποὺ δὲ σβήνουν, Ξάνθη 1951, σελ. 194 & 195. (χ/ φὸν ἐν τῷ Ἷστορ. Λεξικῷ Ν. Ἕλλην. Γλώσσης, ἀρ. 658, σελ. 3).


Βλέπε περισσότερα Mitropolia Moldovei Si Bucovinei, Ἡ ὁσία Παρασκευή – Ἡ ὁδηγὸς τῶν προσκυνητῶν – Ἠσαΐας Λ. Μαραντίδης, Ὁσία Παρασκευὴ ἡ Νέα, ἀκολουθία καὶ βιογραφία, ἔκδοση I. Ν. Ὁσίας Παρασκευῆς Ν. Καλλικράτειας (χωρὶς χρονολογία).


Βλέπε περισσότερα Mitropolia Moldovei Si Bucovinei, Ἡ ὁσία Παρασκευή – Ἡ ὁδηγὸς τῶν προσκυνητῶν – Ἠσαΐας Λ. Μαραντίδης Ὁσία Παρασκευὴ ἡ Νέα, ἀκολουθία καὶ βιογραφία, ἔκδοση Ι. Ν. Ὁσίας Παρασκευῆς Ν. Καλλικράτειας (χωρὶς χρονολογία).


Θρησκευτικὴ καὶ Ἠθικὴ Ἐγκυκλοπαίδεια, τόμος 10ος, ὅ.π., σσ. 47-48. Ἐπίσης, Ἀνάλεκτα Bollandiana 20 (1901) 481.


Γράμμα ἀπὸ ἕνα φίλο τοῦ ἐπισκόπου Μελχισεδὲκ Στεφανέσκου τοῦ Ρόμαν μὲ ἡμερομηνία 7 Ἰανουαρίου 1889. Ἡ ὁσία Παρασκευή – Ἡ ὁδηγὸς τῶν προσκυνητῶν, ὅ.π., σ. 69.


Ἡ ὁσία Παρασκευή – Ἡ ὁδηγὸς τῶν προσκυνητῶν, ὅ.π., σσ. 120-121.


Π. Βαλσαμίδης, Περὶ Θράκης, ἐπιστημονικὴ περιοδικὴ ἔκδοση, τόμ. 1ος, Ξάνθη 2001.

Βλέπε ὁλόκληρο τὸ πρωτότυπο πατριαρχικὸ σιγίλιο γιὰ τὸ ναὸ τῆς ὁσίας Παρασκευῆς στὸ παράρτημα.


Ἑλληνικὸς Φιλολογικὸς Σύλλογος Κων/πόλεως, Ἄρχαιολ. Ἐπιτροπή, παράρ. τοῦ ΙΖ΄ τόμου, ἐν Κωνσταντινουπόλει 1886, σσ. 71-72.


Βλέπε, Παναγιώτης Ε. Τσολακόπουλος, ὁ βίος καὶ τὰ θαύματα τῆς ὁσίας Παρασκευῆς της Ἐπιβατηνῆς, Καβάλα 1998


Πηγή: Ἀθανασίου Δ. Κουμπαρούλη. Ὁσία Παρασκευὴ ἡ Νέα ἐξ Ἐπιβατηνῶν. Ἡ Προστάτιδα τῶν Βαλκανίων. Βίος καὶ Γραμματεία. Ἐκδοτικὸς Οἶκος ἀδελφῶν Κυριακίδη. Σέλ. 59-75.

Από τον φόβο στην αγάπη

 Του π. Βασίλειου Καλλιακμάνη


 α) Ο σύγχρονος άνθρωπος φοβάται να αντικρίσει κατάματα τον εαυτό του, γι’ αυτό και γίνεται ιδιαίτερα εξωστρεφής.

Εξαντλείται στους κοινωνικούς του ρόλους, ασχολείται κυρίως με αλλότρια πράγματα και σπάνια με την εσώτατη ύπαρξή του.

Ο νους «σκεδαννύμενος επί τα έξω», δηλαδή διασκορπιζόμενος και διαχεόμενος διά των αισθήσεων στα πράγματα του κόσμου, μοιάζει με τον άσωτο γιό της παραβολής της περασμένης Κυριακής.


β) Για την επάνοδο και επιστροφή του νου «εις εαυτόν», δηλαδή στον χώρο της καθαρής καρδιάς, συμβάλλουν η ησυχία, η άσκηση και η μυστηριακή ζωή. Όταν ο νους εγκαταλείψει τον μετεωρισμό και επανέλθει «εις εαυτόν», αρχίζει να αναγνωρίζει διά της χάριτος τον Θεό. Τότε το θεϊκό κάλλος φωτίζει τον νου και ολόκληρη την ανθρώπινη ύπαρξη.


Έτσι ο Θεός δεν αποβαίνει πηγή φόβου, αλλά πηγή υπερφυσικού γλυκασμού.


γ) Όμως, η διακοπή της σχέσης με Αυτόν, η ειδωλοποίησή του ή και η άρνησή του δημιουργούν αίσθημα φόβου. Παράλληλα φόβος γεννιέται όταν ο «άλλος», αντί να θεωρείται ως συνάνθρωπος, συνάδελφος και συνοδοιπόρος, θεωρείται ως εχθρός. Και γράφονται αυτές οι γραμμές με αφορμή την παραβολή της μελούσης Κρίσεως και την ανάμνηση της Δευτέρας του Χριστού Παρουσίας.


δ) Αναφέρεται στο Συναξάρι της σημερινής Κυριακής της Απόκρεω, που συνέταξε ο Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος και μετέφρασε σε απλή διάλεκτο ο Άγιος Αθανάσιος Πάριος: «Εις εκείνην την ημέραν ο Κριτής δεν θέλει ζητήσει νηστείας ούτε σωματικάς κακοπαθείας· ότι καλά μεν είναι και αυτά, αλλά τα πολύ τούτων καλλίτερα, ελεημοσύνην δηλαδή και συμπάθειαν». Οπότε η εν μετανοία στροφή του νου προς τον εσωτερικό κόσμο, η άσκηση και η νηστεία, εάν δεν βοηθούν στην πλάτυνση της συνείδησης και τη φροντίδα για τον πλησίον, μένουν χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο.


ε) Είναι λίαν δυσχερές στον εγωκεντρικό άνθρωπο να απαρνηθεί τον εαυτό του και τα δικαιώματά του και να διακονήσει φιλάδελφα τον πλησίον. Οπότε, μέσω των συμβολικών βιβλικών διηγήσεων γίνεται αναφορά στην παιδαγωγία του κολαστικού φόβου αφενός και την τρυφή  της κοινωνίας με τον Θεό και τους αγίους αφετέρου. Ο θείος φόβος θεραπεύει παιδαγωγικά τον χριστιανό και τον οδηγεί στο λιμάνι της θεϊκής αγάπης. Ωστόσο και οι άγιοι δεν είναι αθεόφοβοι. Εμφορούνται από τον αγνό φόβο, «που διαμένει εις αιώνα αιώνος» (Ψαλμ. 18,10).

στ) Στο Συναξάρι επίσης αναφέρεται: «Αι βάσανοι δε οπού ευρίσκονται εις το ιερόν Ευαγγέλιον είναι αύται: κλαυθμός και βρυγμός των οδόντων, σκώληξ μη τελευτών, πυρ μη σβενύμενον, σκότος εξώτερον. Τα οποία όλα η Εκκλησία του Θεού δεχομένη, ήτοι οι θείοι Πατέρες, τρυφήν μεν και Βασιλείαν ουρανών στοχάζονται την μετά του Θεού και των αγίων συνδιαγωγήν και την έλλαμψιν του θείου φωτός και την παντοτινήν ανάβασιν. Βάσανον δε και σκότος και τα τοιαύτα, τον από του Θεού χωρισμόν και μακρισμόν, και την των ψυχών διά του συνειδότος δαπάνην, ενθυμούμενοι, ότι από την αμέλειάν τους και διά πρόσκαιρον τρυφήν, της θεϊκής ελλάμψεως εστερήθησαν».

ζ) Είναι εμφανές ότι τα παραπάνω λειτουργούν αφυπνιστικά και προτρέπουν σε εγρήγορση πνευματική. Χρειάζεται όμως προσοχή, μήπως ο φόβος γίνει μέσο καταναγκασμού ή ακόμη και πηγή απογνώσεως. Διότι στη διάρκεια του δυτικού χριστιανικού μεσαίωνα, η «ποιμαντική του φόβου» προσέλαβε θεσμικές διαστάσεις με αποτέλεσμα να γίνονται εγκλήματα στο όνομα του Θεού της αγάπης. Η ιερά εξέταση, ο διά πυράς θάνατος, το κυνήγι των μαγισσών και οι διαδικασίες ενοχοποίησης απλών ανθρώπων αποτελούν μαύρες σελίδες στην ιστορία της ανθρωπότητας και κυρίως στρέβλωση του Ευαγγελίου του Χριστού. Όταν ο φόβος δεν οδηγεί στην ανιδιοτελή αγάπη, αλλά στην απανθρωπία και την απόγνωση, είναι λίαν επικίνδυνος. Εξάλλου «η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» (Α’ Ιωάν. 4, 18).

Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου του Γιαχρόμ

 Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας του Γιαχρόμ εμφανίστικε στον Όσιο Κοσμά του Γιαχρόμ.

Ανάμνηση θαύματος Οσιομάρτυρος Παρασκευής εν Xίω

 Το πρώτο μισό του 15ου μ.Χ. αιώνα βρίσκει τον Ιωάννη Η’ Παλαιολόγο Αυτοκράτορα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας της Ανατολής, της οποίας η εδαφική επικράτεια είχε περιοριστεί γύρω από την Κωνσταντινούπολη και το Μοριά. Η Θεσσαλονίκη είχε παραδοθεί στους Βενετούς το 1423 μ.Χ. και καταλήφθηκε οριστικά το 1430 μ.Χ. από τους Οθωμανούς, ενώ η Ανδριανούπολη είχε κυριευτεί το 1361 μ.Χ. από το Σουλτάνο Μουράτ Α’ και κατέστη πρώτη πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επί ευρωπαϊκού εδάφους.


Η Αυτοκρατορία δεχόταν αδιάκοπα χτυπήματα από τους Οθωμανούς, τα οποία ξαναζωντάνεψαν στον αυτοκράτορα την απελπισμένη πεποίθηση ότι ο κίνδυνος δεν θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί χωρίς εξωτερική βοήθεια, η οποία θα μπορούσε να έρθει μόνο από τη Δύση. Έτσι λοιπόν ο Ιωάννης Η’ ήρθε σε επαφή με τον Πάπα Μαρτίνο Ε’ και τον διάδοχό του Ευγένιο Δ’, ο οποίος συγκάλεσε σύνοδο που ξεκίνησε αρχικά στη Φερράρα το 1438 μ.Χ. και τελείωσε το 1439 μ.Χ. στη Φλωρεντία.


Η σύνοδος, ως απώτατο σκοπό σύγκλησης, είχε την ένωση των εκκλησιών Ανατολής και Δύσης, την οποία ο μεν αυτοκράτορας επιθυμούσε για λόγους ενίσχυσης και υπεράσπισης της αυτοκρατορίας, ο δε πάπας την προαγωγή και αναγνώριση του πρωτείου του παπικού θρόνου στην Ανατολή, καθώς την αποδοχή της διδασκαλίας του filioque στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Η ένωση των Εκκλησιών, εκτός από υποστηρικτές, βρήκε και πολέμιους όπως τους μητροπολίτες: Εφέσου Μάρκο τον Ευγενικό, Ηρακλείας Αντώνιο και Τραπεζούντος Δωρόθεο, έχοντας στο πλευρό τους μεγάλη μερίδα του λαού που δεν την αποδέχτηκε.


Έτσι λοιπόν η ένωση αυτή όχι μόνο δεν επέφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα αλλά αντίθετα δίχασε άρχοντες και λαό, σε ενωτικούς και ανθενωτικούς, παραλύοντας έτσι κάθε δυνατότητα αντίστασης. Βασικότερος εκφραστής της μερίδας των ανθενωτικών, δηλ. όσων δεν αποδέχτηκαν την ένωση των Εκκλησιών, ήταν άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, ο οποίος την χαρακτήριζε ως ψευδοένωση και φρονούσε ότι ο Όρος της συνόδου δεν θα είχε ισχύ, αλλά αντίθετα θα καταρριπτόταν λόγω του βλάσφημου χαρακτήρα προς τον τριαδικό Θεό. Επίσης χαρακτήριζε ως ένοχο όποιον μνημόνευε τον πάπα ως Ορθόδοξο αρχιερέα και ως παραβάτη της πίστεως κάθε είδους λατινόφρονα.


Οι συνέπειες της αποστασίας και της παράβασης της πίστεως άρχισαν να εκδηλώνονται σιγά σιγά. Τρία χρόνια μετά την υπογραφή του Όρου της Συνόδου Φερράρας – Φλωρεντίας, συγκεκριμένα στις 14 Οκτωβρίου 1442 μ.Χ., συνέβη το εξής γεγονός. Ένας ευσεβής ασκητής ιερομόναχος εν ονόματι Αμβρόσιος μετέβη στο ναό της Αγίας Παρασκευής στο Παλαιόκαστρο της Χίου για να τελέσει τον εσπερινό κατά το δειλινό της 13ης Οκτωβρίου. Ενώ προχωρούσε η ακολουθία του εσπερινού ξεκίνησε να βρέχει και όσο περνούσε η ώρα η βροχή δυνάμωνε.


Ο ιερομόναχος μη μπορώντας να βγει από το ναό για να πάει στο κελί του, εξήγησε το φαινόμενο ως ξέσπασμα της οργής του Κυρίου και ως απόφασή του να καταποντίσει το νησί. Έτσι έμεινε στην εκκλησία και κυριευμένος από φόβο άρχισε να προσεύχεται και να παρακαλεί το Θεό ώστε να μεταβάλλει την οργή Του σε έλεος προς το λαό. Δεν γνώριζε ωστόσο ότι η θάλασσα είχε βγει από τα όριά της και είχε ορμήσει προς την ξηρά για να κατακλύσει το νησί. Καθώς ο Αμβρόσιος προσευχόταν αποκοιμήθηκε σε ένα στασίδι του ναού. Τότε του αποκαλύφθηκε ένα όραμα˙ είδε να ανοίγει η στέγη του ναού και να ξεπροβάλλει μέσα από ένα φωτεινόμορφο σύννεφο η μορφή μιας σεμνής γυναίκας με τα χέρια της σε στάση δέησης και να προσεύχεται.


Τότε άκουσε τη φωνή της γυναίκας που του έλεγε: «μη φοβάσαι Αμβρόσιε, εγώ είμαι η Οσιομάρτυς Παρασκευή˙ η πατρίδα σου σώθηκε». Ακούγοντας αυτά ο Αμβρόσιος, πλήρης χαράς, ξεκίνησε να ψέλνει τον Όρθρο με ευλάβεια και ενώ ξημέρωνε ήρθαν οι κάτοικοι από τη χώρα και του ανήγγειλαν ότι η θάλασσα είχε βγει από τα όριά της και απείλησε το νησί με κατακλυσμό. Τότε ο ευσεβής Αμβρόσιος διηγήθηκε στους κατοίκους το όραμα της Αγίας Παρασκευής και τους κάλεσε να τελέσουν λιτανεία με την εικόνα της Αγίας για να εξιλεώσουν με αυτόν τον τρόπο την οργή του Θεού. Έτσι λοιπόν με τη λιτανεία που τέλεσαν οι κάτοικοι και τις πρεσβείες της Αγίας κόπασε η θάλασσα, επέστρεψε στα φυσικά της όρια, σταμάτησαν και τα άλλα καιρικά φαινόμενα και σώθηκε το νησί και ο λαός.


Το θαυμαστό αυτό γεγονός της διάσωσης της νήσου, με τη μεσιτεία της Αγίας Παρασκευής, εορτάζεται πανηγυρικά όχι μόνο στη Χίο, αλλά και στην περιοχή των Μεγάρων, στην Ιερά Μονή Αγίας Παρασκευής των Γερανείων (Μαζίου), όπου, από το εσπέρας της παραμονής της εορτής (13 Οκτωβρίου), τελείται πανηγυρική αγρυπνία, κατά το αγιορείτικο τυπικό, που διαρκεί μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες της κυριωνύμου ημέρας (14 Οκτωβρίου), υπενθυμίζοντας έτσι ότι η αναμενόμενη βοήθεια δεν έρχεται από τον ανθρώπινο παράγοντα αλλά από τον ίδιο τον Οικτίρμονα Θεό.

Άγιος Ευθύμιος ο Νέος ο εν Θεσσαλονίκη

 Δεν έχουμε λεπτομέριες για τον βίο του Αγίου παρά μόνο ότι ο βίος του σώζεται στην Iερά Mονή Bατοπαιδίου και στη Mεγίστη Λαύρα και γράφηκε από τον Βασίλειο, Επίσκοπο Θεσσαλονίκης.

Άγιος Πέτρος ο Αυσελάμου

 Ο Άγιος Πέτρος καταγόταν από την Ανία (ή Ανέα) της Ελευθερούπολης και διακρινόταν για το δυνατό σώμα του αλλά και για την ανδρεία ψυχή του. Αφού υπέφερε πολλά για την πίστη του στον Χριστό, τελικά το έτος 292 μ.Χ., επί βασιλείας Διοκλητιανού, μετά από πολλά βασανιστήρια, κάηκε ζωντανός από τους ειδωλολάτρες, παίρνοντας έτσι το άφθαρτο στεφάνι του μαρτυρίου.

Άγιοι Σαράντα Μάρτυρες από την Αίγυπτο και Παλαιστίνη

 Οι Άγιοι Σαράντα Μάρτυρες από την Αίγυπτο και Παλαιστίνη μαρτύρησαν δια ξίφους, μαζί με τον Άγιο Σιλβανό.