Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

ΥΜΝΟΙ ΤΗΣ ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΗΣ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ


 

ΤΗΣ ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΗΣ ΤΟ ΠΑΝΙΕΡΟ ΘΑΜΒΟΣ...

   «Σοφία, Ορθοί! Φως Χριστού φαίνει πάσι.»
















































  Tό φως το ιλαρό που απλώνει η λαμπάδα της Προηγιασμένης το νοιώθεις ότι είναι η φωτεινή ματιά του Θεού, που μεγαλύνει τον Κόσμο. Είναι η απαστράπτουσα παρουσία Του από τότε, από τον καιρό της Δημιουργίας, με κείνο το κορυφαίο πρόσταγμα: «Και εγένετο φως» (Γεν. 1,3). Φωτεινή παρουσία που δεν έπαψε να εισέρχεται σε όλα μας τα σκότη και να τα φωτίζει, δίχως να εξετάζει ποιά. Αρκεί τις θύρες της ψυχής να βρει ανοικτές.
































Στο μυρωμένο ανοιξιάτικο πρωϊνό ανεβαίνει το ευώδες θυμίαμα κι από το Πρόσωπό Του κατεβαίνει Φως Χριστού και καταυγάζει την Εκκλησιά, τους πιστούς, την οικουμένη ολάκερη.
































Αυτό το Φως που αιώνες προσφέρεται, και θα προσφέρεται έως της συντελείας, γίνεται το μέσον δια του οποίου και οι Γραφές και οι Λόγοι και η Ανάγνωση του Σύμπαντος Κόσμου κατανοείται, εμβιώνεται, οδηγεί εις οδούς σωτηρίας.
































Αιώνες στέκει στην Ωραία Πύλη ο αρχαίος ο παπάς, ακίνητος, ευσχήμων, ιεροπρεπής και κατενυγμένος. Κρατά την ακοίμητα αναμμένη λαμπάδα της Προηγιασμένης και το θυμιατό, για να ορίσει την Προσευχή των πιστών, να συμμαζέψει τους καημούς τους, τις μετάνοιες και τις ικεσίες τους και να τα τυλίξει σε νοητά οθόνια γκρίζου θυμιάματος.
















Να συμμαζέψει την Πίστη τους στη χρυσογάλανη φλόγα του κεριού κι ύστερα, ήρεμα, απλά και σε ήχο λιτό, υφασμένο στον αργαλιό της ταπείνωσης, ανοίγει τη θύρα του Θεού με το «Κατευθυνθήτω».
















Οι μετάνοιες είναι ασκήσεις που δεν αποδεικνύουν μόνο τη συμμετοχή του σώματος, αλλά κυρίως τη συντριβή της ψυχής. Γιατί εκεί πρέπει να επικεντρωθεί η όλη διαδικασία με απότοκο τη θεραπεία... Άλλωστε, γι  αὐτό «αι δυνάμεις των ουρανών αοράτως» μεν, αλλά μαζί μας ατενίζουν και διαπιστώνουν ότι, «ιδού, εισπορεύεται ο Βασιλεύς της Δόξης». Για που, άραγε; Το ερώτημα δυναμικό μεγαλειώδες, ουσιαστικό.... Διότι εισπορεύεται, εισοδεύει ο Βασιλεύς της Δόξης, μέσα στο Άγιο Δισκάριο, με την ησυχία και τη σιωπή του Ναού να την καταλύει, ν  ἀνοίγει ρωγμές σωτήριες, το ρυθμικό κουδούνισμα του θυμιατού.
















«Ιδού θυσία...», Θυσία Μυστική, αλλά και Τελειωμένη, που μόνο οι Δυνάμεις των Ουρανών με τα παρθένα, τα φωτισμένα από τον Θείο Του Γνόφο Μάτια, με φρίκη βλέπουν και κατανοούν, πασχίζοντας να μας εισάγουν όλους σ' αυτό το Μάθημα της Θυσίας και της Προσφοράς. «Ούτως ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον....» ( Ιω. 3, 15) αντίθετα με τον κόσμο που συνεχίζει, όχι μονάχα να μην αγαπά, αλλά ν  ἀμφισβητεῖ και να ζητά τις έτι και έτι θυσίες Του.... που τις αντιπροσωπεύουν, ευτυχώς, τα των Αγίων Μαρτύρια... Τα οποία ασφαλώς σήμερα ως επί το πλείστον είναι μεν αναίμακτα, αλλά μουσκεμένα από δάκρυα, ιδρώτες, αγωνία και μεγάλη Σιωπή που για να την αντέξεις απαιτείται να μαθητεύσεις στη άλλη Σιωπή. Εκείνη, που εκφράζεται με διαφορετικά ρήματα και που εκκινείται από μιαν άλλη Σιωπή. «Ο δε Ιησούς εσιώπα» (Ματθ.26, 63).
















Εισπορεύεται ο Βασιλεύς της Δόξης, λοιπόν. Κι εμείς βυθίζουμε την ύπαρξή μας στα βάθη των αιώνων και ψηλαφούμε τις αρετές των Πατέρων μας, οι οποίοι «Πίστει και πόθω» προσέρχονταν για να καταστούν « μέτοχοι ζωής αθανάτου». Εκείνοι.... Εμείς;
































Οι λέξεις αυτές, «πίστις», δηλαδή, που δηλοί την εμπιστοσύνη και κάτι παραπάνω, και «πόθος», που φανερώνει την επιθυμία, τη λαχτάρα της παρουσίας κάποιου, διαπλέουν τις θάλασσες του Χρόνου και μας ανταμώνουν· λέξεις χλωρές, νεοφερμένες, που επιμένουν να μας εισοδεύσουν, όχι μονάχα στο νόημά τους, αλλά και στον κόσμο τους..... Τον κόσμο της Βασιλείας Του. Μια θύρα της οποίας είναι και η Προηγιασμένη.....
































Σκόπελος π. Κων. Ν. Καλλιανός
































«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Απρίλιος 2013
































Αρ. Τεύχους 128α

Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΩΝ

   Ιωάννου Μ. Φουντούλη
















Καρδιά της Μ. Τεσσαρακοστής είναι η θεία λειτουργία των Προηγιασμένων δώρων. Μπορούμε χωρίς υπερβολή να ονομάσομε τη λειτουργία αυτή, μαζί με τα λειτουργικά χειρόγραφα, «Λειτουργία της Μ. Τεσσαρακοστής», γιατί πραγματικά αποτελεί την πιο χαρακτηριστική ακολουθία της ιεράς αυτής περιόδου. Είναι δυστυχώς αλήθεια, ότι πολλοί από τους χριστιανούς αγνοούν τελείως την ύπαρξη της, ή τη ξέρουν μόνο από το όνομα, ή και ελάχιστες φορές την έχουν παρακολουθήσει. Δεν πρόκειται να τους κατηγορήσουμε γι’ αυτό. Η λειτουργία των Προηγιασμένων τελείται σήμερα στους ναούς μας το πρωί των καθημερινών της Τεσσαρακοστής, ημερών δηλαδή εργάσιμων, και γι’ αυτό πολύ λίγοι είναι εκείνοι που δεν δεσμεύονται κατά τις ώρες αυτές από τα επαγγέλματα ή την υπηρεσία τους. Σε πολλούς ναούς τελείται κάθε Τετάρτη απόγευμα, σε ώρες που πολλοί, αν όχι όλοι οι πιστοί, έχουν τη δυνατότητα να παρευρεθούν στην τέλεση της.
















Το όνομα της η λειτουργία αυτή το πήρε από την ίδια τη φύση της. Είναι στην κυριολεξία λειτουργία «προηγιασμένων δώρων». Δεν είναι δηλαδή λειτουργία όπως οι άλλες γνωστές λειτουργίες του Μ. Βασιλείου και του ιερού Χρυσοστόμου, στις οποίες έχομε προσφορά και καθαγιασμό τιμίων δώρων. Τα δώρα είναι εδώ καθαγιασμένα, προηγιασμένα, από άλλη λειτουργία, που τελέσθηκε σε άλλη ημέρα. Τα προηγιασμένα δώρα προτίθενται κατά τη λειτουργία των Προηγιασμένων για να κοινωνήσουν απ’ αυτά και να αγιασθούν οι πιστοί. Με άλλα λόγια η λειτουργία των Προηγιασμένων είναι μετάληψη, κοινωνία.
















Για να κατανοήσομε τη γενεσιουργό αιτία της λειτουργίας των προηγιασμένων πρέπει να ανατρέξουμε στην ιστορία της. Οι ρίζες της βρίσκονται στην αρχαιότατη πράξη της Εκκλησίας μας. Σήμερα έχομε τη συνήθεια να κοινωνούμε κατά αραιά διαστήματα. Στους πρώτους όμως αιώνες της ζωής της Εκκλησίας οι πιστοί κοινωνούσαν σε κάθε λειτουργία, και μόνον εκείνοι που είχαν κάνει διάφορα σοβαρά αμαρτήματα αποκλείονταν για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα από τη μετάληψη των αγίων μυστηρίων. Κοινωνούσαν δηλαδή οι πιστοί απαραιτήτως κάθε Κυριακή και κάθε Σάββατο και ενδιαμέσως της εβδομάδας όσες φορές ετελείτο η θεία λειτουργία, τακτικά ή έκτακτα στις εορτές που τύχαινε να συμπέσουν μέσα στην εβδομάδα. Ο Μ. Βασίλειος μαρτυρεί, ότι οι χριστιανοί της εποχής του κοινωνούσαν τακτικά τέσσερεις φορές την εβδομάδα, δηλαδή την Τετάρτη, Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή (Επιστολή 93). Αν πάλι δεν ήταν δυνατό να τελεστεί ενδιάμεσα της εβδομάδας η θεία λειτουργία, τότε οι πιστοί κρατούσαν μερίδες από τη θεία κοινωνία της Κυριακής και κοινωνούσαν μόνοι τους. Το έθιμο αυτό το επιδοκιμάζει και ο Μ. Βασίλειος. Στα μοναστήρια και ιδιαίτερα στα ερημικά μέρη, όπου οι μοναχοί δεν είχαν τη δυνατότητα να παραβρεθούν σε άλλες λειτουργίες εκτός της Κυριακής, έκαναν ό,τι και οι κοσμικοί. Κρατούσαν δηλαδή αγιασμένες μερίδες από την Κυριακή ή το Σάββατο και κοινωνούσαν μόνοι τους. Οι μοναχοί όμως αποτελούσαν μικρές ή μεγάλες ομάδες και όλοι έπρεπε να προσέλθουν και να κοινωνήσουν κατά τις ιδιωτικές αυτές κοινωνίες. Έτσι αρχίζει να διαμορφώνεται μια μικρή ακολουθία. Όλοι μαζί προσευχόντουσαν προ της κοινωνίας και όλοι μαζί ευχαριστούσαν το Θεό, που τους αξίωσε να κοινωνήσουν. Αν υπήρχε και ιερέας, αυτός τους πρόσφερε τη θεία κοινωνία. Αυτό γινόταν μετά την ακολουθία του εσπερινού ή της Θ΄ (εννάτης) ώρας (3 μ. μ.), γιατί οι μοναχοί έτρωγαν συνήθως μόνο μια φορά την ημέρα, μετά τον εσπερινό. Σιγά – σιγά θέλησαν να εντάξουν την κοινωνία τους αυτή στα πλαίσια μιας ακολουθίας, που να υπενθυμίζει τη θεία λειτουργία. Κατά τον τρόπο αυτό διαμορφώθηκε η ακολουθία των Τυπικών (δηλαδή κατά τον τύπο της θείας λειτουργίας), προς το τέλος της οποίας κοινωνούσαν. Αυτή είναι και η μητρική μορφή της Προηγιασμένης.
















Ας έλθουμε τώρα στην Τεσσαρακοστή. Η θεία λειτουργία κατά την περίοδο αυτή ετελείτο μόνο κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές. Παλαιό έθιμο επικυρωμένο από εκκλησιαστικούς κανόνες απαγόρευε την τέλεση της θείας λειτουργίας κατά τις ημέρες της εβδομάδας, γιατί αυτές ήταν ημέρες νηστείας και πένθους. Η τέλεση της θείας λειτουργίας ήταν κάτι ασυμβίβαστο προς τον χαρακτήρα των ημερών αυτών. Η λειτουργία είναι πασχάλιο μυστήριο, που έχει έντονο τον πανηγυρικό, τον χαρμόσυνο και επινίκιο χαρακτήρα. Αυτό όμως γεννούσε πρόβλημα. Οι χριστιανοί έπρεπε να κοινωνήσουν δύο φορές τουλάχιστον ακόμη την εβδομάδα, το λιγότερο δηλαδή κατά τις δύο ενδιάμεσες ημέρες, την Τετάρτη και την Παρασκευή, που αναφέρει και ο Μ. Βασίλειος. Η λύση ήδη υπήρχε: οι πιστοί θα κοινωνούσαν από προηγιασμένα άγια. Οι ημέρες αυτές ήσαν ημέρες νηστείας. Νηστεία την εποχή εκείνη σήμαινε πλήρη αποχή τροφής μέχρι τη δύση του ήλιου. Η κοινωνία λοιπόν θα έπρεπε να κατακλείσει τη νηστεία, να γίνει δηλαδή μετά την ακολουθία του εσπερινού.
















Στο σημείο αυτό συνδέεται η ιστορία με τη σημερινή πράξη. Η λειτουργία των Προηγιασμένων είναι σήμερα ακολουθία εσπερινού, στην οποία προστίθεται η παράθεση των δώρων, οι προπαρασκευαστικές ευχές, η θεία κοινωνία και η ευχαριστία ύστερα από αυτήν. Η διαμόρφωσή της μέσα στο όλο πλαίσιο της Τεσσαρακοστής της έδωσε ένα έντονο «πενθηρό», κατά τον Θεόδωρο Στουδίτη, χαρακτήρα. Με τον εσπερινό συμπλέκονται τροπάρια κατανυκτικά, οι ιερείς φέρουν πένθιμα άμφια, η αγία τράπεζα και τα τίμια δώρα είναι σκεπασμένα με μαύρα καλύμματα, οι ευχές είναι γεμάτες ταπείνωση και συντριβή. «Μυστικωτέρα εις παν η τελετή γίνεται» κατά τον ίδιο Πατέρα.
















Καιρός να ρίξωμε μια ματιά σ’ αυτήν την ίδια τη λειτουργία των Προηγιασμένων, στη μορφή που ύστερα από μακρά εξέλιξη αποκρυσταλλώθηκε και κατά την οποία τελείται σήμερα στους ναούς μας. Ήδη επισημάναμε τα δύο λειτουργικά στοιχεία που τη συνθέτουν: την ακολουθία του εσπερινού και τη θεία κοινωνία. Το πρώτο μέρος της αποτελεί ο συνήθης εσπερινός της Τεσσαρακοστής με μικρές μόνο τροποποιήσεις. Ο ιερέας κατά τη ψαλμωδία της Θ΄ ώρας ντύνεται την ιερατική του στολή και θυμιάζει. Η έναρξη γίνεται με το « Ευλογημένη η βασιλεία…» κατά τον τύπο της θείας λειτουργίας. Διαβάζεται ο προοιμιακός, ο 103ος δηλαδή ψαλμός, που περιγράφει το δημιουργικό έργο του Θεού. Είναι το προοίμιο του εσπερινού, αλλά και όλης της ακολουθίας του νυχθημέρου, που αρχίζει, ως γνωστό, κατά τον εβραϊκό τρόπο, από την εσπέρα· πρώτο μέρος του εικοσιτετραώρου θεωρείται η νύχτα. Ύστερα ο διάκονος ή ο ιερέας θέτει στο στόμα των πιστών τα ειρηνικά. Ακολουθεί η ανάγνωση του 18ου καθίσματος του Ψαλτηρίου· «Πρός Κύριον εν τω θλίβεσθαι με εκέκραξα και εισήκουσε μου…». Είναι το τμήμα του ψαλτηρίου που έχει καθοριστεί να διαβάζεται κατά τους εσπερινούς της Τεσσαρακοστής. Ο ιερέας εν τω μεταξύ ετοιμάζει στην πρόθεση τα προηγιασμένα από τη λειτουργία του προηγουμένου Σαββάτου ή της Κυριακής τίμια δώρα. Αποθέτει τον άγιο άρτο στο δισκάριο, κάνει τη ένωση του οίνου και του ύδατος στο άγιο ποτήριο και τα καλύπτει. Ο εσπερινός συνεχίζεται με τη ψαλμωδία των ψαλμών του λυχνικού και των κατανυκτικών τροπαρίων της ημέρας, που παρεμβάλλονται στους τελευταίους στίχους των ψαλμών αυτών και γίνεται είσοδος. Διαβάζονται δύο αναγνώσματα από την Π. Διαθήκη, ένα από τη Γένεση και ένα από το βιβλίο των Παροιμιών. Θα σταθούμε για λίγο στην κατανυκτική ψαλμωδία του «Κατευθυνθήτω», του δεύτερου στίχου του 140ου ψαλμού. Ψάλλεται μετά από τα αναγνώσματα έξι φορές, από τον ιερέα και τους χορούς, ενώ ο ιερέας θυμίαζει την αγία τράπεζα.
















Κατόπιν γίνεται η εκτενής δέηση υπέρ των τάξεων των μελών της Εκκλησίας, των κατηχουμένων, των ετοιμαζομένων για το άγιο βάπτισμα, «των προς το φώτισμα ευτρεπιζομένων» και των πιστών. Και μετά την απόλυση των κατηχουμένων έρχεται το δεύτερο μέρος, η κοινωνία των μυστηρίων.
















Τη μεταφορά των προηγιασμένων δώρων από την πρόθεση στο θυσιαστήριο, που γίνεται με μεγάλη κατάνυξη, ενώ οι πιστοί σκύβουν μέχρι το έδαφος, συνοδεύει η ψαλμωδία του αρχαίου ύμνου «Νυν αι δυνάμεις».
















Η προπαρασκευή για τη θεία κοινωνία περιλαμβάνει κυρίως την Κυριακή προσευχή, το «Πάτερ ημών…», ακολουθεί η κοινωνία και μετά απ’ αυτήν η ευχαριστία. Και η λειτουργία τελειώνει με την κατανυκτική οπισθάμβωνο ευχή. Είναι δέηση, που συνδέει την τέλεση της κατανυκτικής αυτής λειτουργίας με την περίοδο των Νηστειών. Ο πνευματικός αγώνας της Τεσσαρακοστής είναι σκληρός, αλλά και η νίκη κατά των αοράτων εχθρών είναι βέβαιη για τους αγωνιζομένους τον καλόν αγώνα. Η ανάσταση δεν είναι μακριά.
















Η θεία λειτουργία των Προηγιασμένων είναι μία από τις ωραιότερες και κατανυκτικότερες ακολουθίες της Εκκλησίας μας. Αλλά συγχρόνως και μία διαρκής πρόσκληση για τη συχνή κοινωνία των θείων μυστηρίων. Μια φωνή από τα βάθη των αιώνων, από την αρχαία ζωντανή παράδοση της Εκκλησίας. Φωνή που λέει, ότι ο πιστός δεν μπορεί να ζεί τη ζωή του Χριστού αν δεν ανανεώνει διαρκώς την ένωσή του με την πηγή της ζωής, το σώμα και το αίμα του Κυρίου. Διότι ο Χριστός είναι «η ζωή ημών».
















( Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Λογική Λατρεία, Θεσ/κη 1971 σ. 49-54).

Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία

  Η Εκκλησία μας καθόρισε κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή να τελείται η Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων όλες τις Τετάρτες και τις Παρασκευές. Κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα τελείται μόνο τις τρεις πρώτες μέρες (Μ. Δευτέρα, Μ. Τρίτη και Μ. Τετάρτη).
















Τη Μ. Τεσσαρακοστή δεν τελούνται μνήμες Αγίων τις καθημερινές (πλην των Αγίων Σαράντα και του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου) και συνεπώς Θεία Λειτουργία, λόγω του πένθιμου χαρακτήρα της Μ. Τεσσαρακοστής. Η Θεία Λειτουργία έχει  αναστάσιμο χαρακτήρα και έτσι τη Μ. Τεσσαρακοστή τελείται μόνο τα Σάββατα και τις Κυριακές. Το Σάββατο είναι η ημέρα της εις άδου καθόδου του Κυρίου, κατά την οποία  ο Κύριος «τα του θανάτου κλείθρα διεσπάραξεν». Η Κυριακή είναι η ημέρα της Αναστάσεως Του. Έτσι Θεία Λειτουργία τελείται αυτές τις δύο μέρες κατά τη Μ. Τεσσαρακοστή.  Οι μνήμες Αγίων τις καθημερινές μετατίθενται  το Σάββατο ή την Κυριακή.
















Οι πιστοί όμως, από τους πρώτους αιώνες, ήθελαν να μεταλαμβάνουν Σώμα και Αίμα Χριστού και τις καθημερινές. Έτσι σχηματίστηκε σταδιακά η Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων. Τα Τίμια Δώρα, ο Άρτος και ο Οίνος, είναι έτοιμα κατά την προηγούμενη Θεία Λειτουργία της Κυριακής, είναι πλέον Σώμα και Αίμα Χριστού και μπορούν να προσφερθούν προς μετάληψη στους πιστούς.
















Όταν βρισκόμαστε στην πένθιμη περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής, ο Ιερέας κατά τη Θεία Λειτουργία της Κυριακής, θα κόψει περισσότερα τεμάχια (συνήθως τρία) από τη σφραγίδα του προσφόρου, ανάλογα προς τον αριθμό των Λειτουργιών των Προηγιασμένων που θα τελέσει κατά την εβδομάδα.
















Τα τεμάχια αυτά θα τα ευλογήσει κατά την ώρα που πρέπει και αυτά θα μεταβληθούν σε Σώμα Χριστού. Από αυτά το ένα θα χρησιμοποιηθεί για τη Θεία Μετάληψη της Κυριακής, τα άλλα (συνήθως δύο) θα εμβαπτισθούν στο Ιερό Ποτήριο και θα φυλαχθούν στο Ιερό Αρτοφόριο, για τις Λειτουργίες των Προηγιασμένων Δώρων που θα γίνουν εντός της εβδομάδας.
















Η Λειτουργία των Προηγιασμένων είναι συνυφασμένη με τον Εσπερινό, είναι δηλαδή βραδινή. Σήμερα η Λειτουργία των Προηγιασμένων τελείται και κατά την εσπερινή αλλά και τις πρωινές ώρες προς διευκόλυνση των πιστών.
















Αξίζει να σημειωθεί ότι η Λειτουργία των Προηγιασμένων δεν έχει τον πανηγυρικό τόνο των άλλων Λειτουργιών, αφού κυριαρχεί σε αυτή το πένθιμο στοιχείο.

Άγιος Μάρκελλος Επίσκοπος Σολέας της Κύπρου

 Μνεία του Αγίου Μάρκελλου γίνεται από τον χρονογράφο Κυπριανό: «Μάρκελλος ἕτερος ἐπίσκοπος τῆς Σολέας, γέννημα καὶ θρέμμα τῆς Κύπρου καὶ Μάρτυς. Ἑορτάζεται Φεβρουαρίου κε´». Στο Συναξάριο της Κωνσταντινουπόλεως στις 25 Φεβρουαρίου μνημονεύεται άνευ υπομνήματος: «ἄθλησις τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Μαρκέλλου ἐπισκόπου Ἀπαμείας τῆς Κύπρου». Στην Κύπρο όμως δεν υπάρχει πόλη με το όνομα Απάμεια και μάλλον πρόκειται για τον Μάρκελλο επίσκοπο Σολέας, που στους αρχαίους χρόνους λεγόταν Αιπεία. Ίσως όμως να συγχέεται και με τον Άγιο Μάρκελλο της Απαμείας της Συρίας .

Άγιος Αντώνιος

 Ο Άγιος Αντώνιος μαρτύρησε αφού τον άπλωσαν επάνω σε πυρωμένη σχάρα.

Άγιος Αλέξανδρος ο Μάρτυρας ο εν Δριζιπάρω της Θράκης

 Ο Άγιος Αλέξανδρος έζησε στις αρχές του 4ου αιώνα μ.Χ. και καταγόταν από την Καρθαγένη. Κατά τον διωγμό που κίνησε ο Διοκλητιανός, συνελήφθη και βασανίστηκε στη Μαρκιανούπολη (αρχαία πόλη της Θράκης) και κατόπιν αποκεφαλίστηκε στη Δριζιπάρω, επίσης πόλη της Θράκης.