Τρίτη 12 Μαΐου 2026

«Μετά των αγίων ανάπαυσον»

 π. Αλεξάνδρου Σμέμαν



Ο φόβος του θανάτου προέρχεται από τη βιασύνη, τη φασαρία, την τύρβη και όχι από την ευτυχία. Όταν κάποιος γυροφέρνει πολυάσχολος και ξαφνικά θυμηθεί τον θάνατο, ο θάνατος τότε του φαίνεται εντελώς παράλογος, απαίσιος.


Όταν όμως φτάσεις στην ησυχία, στην ευτυχία, στοχάζεσαι τον θάνατο και τον αποδέχεσαι με αρκετά διαφορετικό τρόπο.


Επειδή ο ίδιος ο θάνατος βρίσκεται σ’ ένα ανώτερο, «σημαντικό» επίπεδο, φαίνεται τρομακτικός μόνον όταν συνδέεται με τη συνηθισμένη, κατώτερη, αχρείαστη πολυπραγμοσύνη.


Στην ευτυχία, στη γνήσια ευτυχία, αισθανόμαστε την παρουσία της αιωνιότητας στην καρδιά μας, έτσι ώστε η ευτυχία να ανοίγεται στον θάνατο. Και τα δύο μοιάζουν μεταξύ τους, και τα δύο αγγίζουν την αιωνιότητα. Στην πολυπραγμοσύνη δεν υπάρχει αιωνιότητα και γι’ αυτό η τύρβη απορρίπτει τον θάνατο.


«Μετά των αγίων ανάπαυσον» σημαίνει εν τω θανάτω, όπως τον αντιλαμβάνεται ο ευτυχισμένος άνθρωπος.

Anthony Bloom: Η Βασιλεία του Θεού είναι το αίσθημα ότι είμαστε ελεύθεροι από κάθε κατοχή, από κάθε απόκτηση αγαθών

 Όταν παίρνουμε στα χέρια μας κάτι με διάθεση εγωιστικής κατοχής, αυτόματά το απομακρύνουμε από την περιοχή της αγάπης. Βέβαια, αυτό γίνεται δικό μας, η αγάπη όμως χάνεται. Να λοιπόν, γιατί μόνο εκείνοι που όλα τα εγκαταλείπουν καταλαβαίνουν την αληθινή, την ολοκληρωτική πνευματική φτώχεια και κατέχουν την αγάπη του Θεού που εκφράζεται μέσα απ’ όλα τα δώρα Του.


 Ένας από τους Θεολόγους μας λέει: «Όλες οι τροφές σ’ αυτόν τον κόσμο είναι θεϊκή αγάπη που καταναλώνεται». Και έχει απόλυτο δίκαιο, νομίζω. Τη στιγμή που προσπαθούμε να πλουτίσουμε, κρατώντας τα πλούτη μας ασφαλισμένα στα κλειστά χέρια μας, ακριβώς εκείνη τη στιγμή, τα χάνουμε όλα. Γιατί όταν δεν κρατάμε τίποτε στα χέρια μας, όταν, δηλαδή, τα χέρια μας είναι άδεια, μπορούμε να κινηθούμε ελεύθερα…να πάρουμε, να δώσουμε, να κάνουμε οτιδήποτε επιθυμούμε.

Αυτή είναι η Βασιλεία του Θεού: το αίσθημα, δηλαδή, ότι είμαστε ελεύθεροι από κάθε κατοχή, από κάθε απόκτηση αγαθών. Και αυτή η ελευθερία, μας τοποθετεί σε μία σχέση όπου καθετί είναι αγάπη-ανθρώπινη αγάπη και αγάπη θεϊκή.


Από το βιβλίο: Μάθε να προσεύχεσαι εκδ. Η Έλαφος

Άγιος Ερμογένης ο Ιερομάρτυρας Πατριάρχης Μόσχας

 Ο Άγιος Ιερομάρτυς Ερμογένης, Πατριάρχης Μόσχας και πασών των Ρωσιών, άρχισε να τιμάται ως Άγιος, από τις 12 Μαΐου του 1913 μ.Χ. Πιστοί από κάθε γωνιά της Ρωσίας άρχισαν να συγκεντρώνονται στη Μόσχα, για να δοξάσουν τον Ιερομάρτυρα Ερμογένη και να προσκυνήσουν τα ιερά λείψανα του Αγίου Πατριάρχη στον καθεδρικό ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Κρεμλίνο, όπου Παννυχίδες τελούνταν σχεδόν χωρίς διακοπή. Εκείνη τη νύχτα ο Άγιος επιτέλεσε πολλά θαύματα και θεραπείες ασθενών. Η μνήμη του τιμάται και στις 17 Φεβρουαρίου όπου και ο βίος του.

Όσιος Διονύσιος του Ραντονέζ

 Ο Όσιος Διονύσιος του Ραντονέζ, κατά κόσμον Δαβίδ Ζομπνινόβσκι, γεννήθηκε περί το 1570 μ.Χ. στην πόλη Ρζεβ. Υπήρξε μοναχός και μετά ηγούμενος του μοναστηριού Ουσπένσκι στη Στάριτσα. Τη λεγόμενη Σκοτεινή περίοδο ήταν ο πιο πιστός βοηθός του Επισκόπου Ερμογένους, Πατριάρχου Μόσχας. Από το 1610 μ.Χ. ο Όσιος Διονύσιος γίνεται Αρχιμανδρίτης της Τρόιτσε - Σεργιέβσκαγια Λαύρας. Με την φροντίδα του ιδρύθηκαν στο μοναστήρι νοσοκομεία για αρρώστους, τραυματισμένους και άστεγους του πολέμου μετά από την εισβολή του Πωλονο - Λιθουανικού στρατού. Σε περίοδο πείνας, κατόπιν επιμονής του, , η αδελφότητα της Λαύρας τρεφόταν με ψωμί από βρώμη και νερό, για να διαθέσει το ψωμί από σιτάρι και σίκαλη στους αρρώστους. Το 1611 - 1612 μ.Χ. μαζί με τον μοναχό της Τρόιτσε - Σεργιέβσκαγια Λαύρας, τον Αβραάμ Πολίτσιν (κοιμήθηκε το 1625 μ.Χ.), έγραφε επιστολές με έκκληση να αποσταλούν στρατιώτες και χρήματα για την απελευθέρωση της Μόσχας από τους Πολωνούς. Έγραψε επίσης και στον πρίγκιπα Δημήτριο Ποζάρσκι και στους στρατιώτες του να επιταχύνουν την εκστρατεία τους στη Μόσχα.


Οι συνεχείς προσευχές του και τα καθημερινά πνευματικά του κατορθώματα, του πρόσφεραν, επίσης, το χάρισμα της θαυματουργίας. Ξεχωριστό γεγονός αποτελεί η συμμετοχή του στη διόρθωση των θεολογικών βιβλίων. Από το 1616 μ.Χ. ο Όσιος Διονύσιος ηγείται της εργασίας διορθώσεως της Σύνοψης των ιερών Μυστηρίων, η οποία βασιζόταν στη σύγκριση των αρχαίων Σλαβικών και διαφόρων Ελληνικών εκδόσεων. Κατά την διάρκεια αυτής της λειτουργικής εργασίας οι διορθωτές βρήκαν πολλές και σημαντικές διαφορές και σε άλλα βιβλία, τα οποία εκδόθηκαν την περίοδο από το 1612 μ.Χ. έως το 1619 μ.Χ. Όμως οι άνθρωποι, που ευθύνονται για τα λάθη αυτά, στη Σύνοδο του 1618 μ.Χ., κατηγόρησαν τον Όσιο Διονύσιο για αίρεση. Από τον Όσιο Διονύσιο αφαιρέθηκαν τα ιερουργικά του δικαιώματα. Τον απέκοψαν από την Εκκλησία και τον έκλεισαν στη μονή Νοβοσπάσκιι, όπου υπέφερε από ασιτία. Οι επεμβάσεις του Πατριάρχου των Ιεροσολύμων Θεοφάνους Δ' (1608 - 1644 μ.Χ.) και του Πατριάρχου Φιλαρέτου (1619 - 1633 μ.Χ.), που επέστρεψε από την Πολωνική αιχμαλωσία, διέκοψαν την φυλάκισή του και αθωώθηκε.


Ο Όσιος Διονύσιος κοιμήθηκε με ειρήνη το 1633 μ.Χ. και ενταφιάσθηκε στην Τρόιιτσε - Σεργιέβσκαγια Λαύρα.

Όσιος Αντώνιος του Ραντονέζ

 Ο Όσιος Αντώνιος του Ραντονέζ, κατά κόσμον Ανδρέας Μεντβέντεφ, γεννήθηκε στις 6 Οκτωβρίου 1792 μ.Χ. στην πόλη Λύσκοβο της επαρχίας Νόβγκοροντ και η οικογένειά του ήταν στην υπηρεσία του Γεωργιανού πρίγκιπα Γεωργίου. Γεμάτος από αγάπη για τον μοναχικό βίο ο Άγιος εισήλθε το 1818 μ.Χ. στη μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου του Σάρωφ και το 1822 μ.Χ. στη μονή Βυσοκογκόρσκιυ του Αρζαμάς, όπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Το 1831 μ.Χ. καλείται από τον Μητροπολίτη Μόσχας Φιλάρετο στη Λαύρα του Αγίου Σεργίου, στην οποία διακρίθηκε για την αγιότητα του βίου του και τις αρετές του.


Ο Όσιος Αντώνιος κοιμήθηκε με ειρήνη το 1877 μ.Χ.. Η κανονική πράξη της αγιοποιήσεώς του έγινε από τον Πατριάρχη Μόσχας Αλέξιο το 1997 μ.Χ.

Όσιος Νεκτάριος της Όπτινα

 Ο Όσιος Νεκτάριος της Όπτινα, κατά κόσμον Νικόλαος Τύχωνωφ, γεννήθηκε το 1853 μ.Χ. στην πόλη Γιελέτς της επαρχίας Οριόλ, από γονείς ευσεβείς και φιλόθεους, τον Βασίλειο και την Ελένη. Όταν ο Νικόλαος ήταν επτά ετών, έχασε τον πατέρα του. Λίγο πριν το θάνατό του, ευλόγησε τον υιό του με την εικόνα του Αγίου Νικολάου αναθέτοντας το παιδί του στην κηδεμονία του μεγάλου αυτού Αγίου. Ο μελλοντικός Στάρετς δεν αποχωρίσθηκε την εικόνα αυτή σε ολόκληρη την ζωή του. Εκτός από τον Νικόλαο η μητέρα του είχε και άλλα μικρότερα τέκνα, τα οποία πέθαναν πρόωρα από πείνα και ασθένειες.


Ο μικρός Νικόλαος είχε θερμή καρδιακή σχέση με την μητέρα του. Οι προσευχές της και η αυστηρή ανατροφή, που του έδωσε, τον προστάτευαν από πειρασμούς και συμφορές. Σιγά - σιγά μεγάλωνε και έγινε πράος, ήσυχος και ευλαβής, έξυπνος και φιλομαθής. Λόγω της μεγάλης φτώχειας της οικογένειάς του αναγκάσθηκε να φοιτήσει όχι στο δημόσιο σχολείο, αλλά στο ενοριακό σχολείο του χωριού του, όπου φοιτούσαν οι άποροι. Εκεί λοιπόν έμαθε να διαβάζει, να γράφει, να μετράει και να μελετά το νόμο του Θεού.


Όταν έγινε ένδεκα ετών, εργάσθηκε στο κατάστημα του πλούσιου εμπόρου Χάμωφ. Λίγο αργότερα, ενώ ο Νικόλαος ήταν ακόμη πολύ νέος, η μητέρα του πέθανε και έτσι έμεινε πια παντελώς ορφανός. Έζησε για εννέα χρόνια στο σπίτι του εμπόρου. Στις ελεύθερες ώρες του μελετούσε πνευματικά βιβλία και πήγαινε στην εκκλησία. Τον διέκρινε η πραότητα, η μετριοφροσύνη και η καθαρότητα της καρδιάς.


Εκείνο τον καιρό ζούσε στην Γιελέτς μια σχεδόν εκατοντάχρονη μοναχή, η μάτιουσκα Θεοδώρα, πνευματική θυγατέρα του Οσίου Τύχωνος του Ζαντόνσκ (τιμάται 13 Αυγούστου). Οι κάτοικοι της Γιελέτς είχαν την ευλαβή συνήθεια να την συμβουλεύονται σε όλες τις σημαντικές αποφάσεις τους. Ο εργοδότης, λοιπόν, του Νικολάου, που πληροφορήθηκε ότι του ετοίμαζαν ένα προξενιό, τον έστειλε σε αυτήν να πάρει ευλογία για το γάμο. Η γερόντισσα του είπε: «Παιδί μου, πήγαινε στην Όπτινα στον Στάρετς Ιλαρίωνα και αυτός θα σου πει τι θα κάνεις». Έτσι ο Νικόλαος πήρε το δρόμο για την Όπτινα, που βρισκόταν σχετικά κοντά στη γενέτειρά του και ήταν τότε ήδη ξακουστή σε όλη τη Ρωσία.


Ο Στάρετς Ιλαρίων του συνέστησε να επισκεφθεί τον Στάρετς Αμβρόσιο. Ο Γέροντας τον δέχθηκε και μίλησε μαζί του για δύο ώρες. Μετά από αυτή τη συνομιλία η ζωή του Νικολάου άλλαξε ξαφνικά. Κατ' οικονομίαν Θεού ανακάλυψε την πραγματική του κλίση.


Ο Νικόλαος εκτελούσε κάθε διακόνημα με πολλή υπακοή, ταπείνωση και ζήλο. Όταν αργότερα ο Στάρετς, επαναλάμβανε το αποστολικό παράγγελμα: «Πείθεσθε τοις ηγουμένοις υμών και υπείκετε. Αυτοί γαρ αγρυπνούσιν υπέρ των ψυχών υμών ως λόγον αποδώσοντες. Ίνα μετά χαράς τούτο ποιώσι και μη στενάζοντες. Αλυσιτελές γαρ υμίν τούτο. (Να πειθαρχείτε και να υπακούετε στους ηγουμένους σας. Γιατί αυτοί αγρυπνούν χάριν των ψυχών σας, επειδή θα αποδώσουν λόγο στον Θεό για εσάς. Ώστε αυτό να το κάνουν με χαρά και όχι αναστενάζοντας. Διότι αυτό θα είναι επιζήμιο για εσάς)».


Στις 3 Απριλίου 1876 μ.Χ. εκάρη ρασοφόρος μοναχός. Μετά ένδεκα χρόνια, στις 14 Μαρτίου 1887 μ.Χ., Δ' Κυριακή των Νηστειών, εκάρη μικρόσχημος και έλαβε το όνομα Νεκτάριος, προς τιμήν του Οσίου Νεκταρίου της Λαύρας του Κιέβου (τιμάται 29 Νοεμβρίου).


Η είσοδός του στο αγγελικό τάγμα των μοναχών του έφερε μεγάλη χαρά. Σε προχωρημένη ηλικία θυμόταν: «Επί ένα ολόκληρο χρόνο ένοιωθα σα να είχα φτερά στους ώμους μου».


Όσο περισσότερο ανέβαινε την πνευματική κλίμακα, τόσο κατώτερο από ταπεινοφροσύνη θεωρούσε τον εαυτό του, τόσο περισσότερο αισθανόταν την αναξιότητά του.


Οι Γέροντες, που έβλεπαν την πνευματική προκοπή του, αποφάσισαν την χειροτονία του σε διάκονο, που έγινε στις 19 Ιανουαρίου 1894 μ.Χ. από τον Επίσκοπο Ανατόλιο και εις πρεσβύτερον στις 21 Οκτωβρίου 1898 μ.Χ. από τον Επίσκοπο της Καλούγκα Μακάριο.


Ο Όσιος Νεκτάριος δίδασκε στα πνευματικά του παιδιά την ταπείνωση και την υπομονή, περισσότερο από όλες τις αρετές. Για την κάθαρση της ψυχής του ανθρώπου δίδασκε πως επιτυγχάνεται με την προσευχή, όταν ικετεύεις τον Θεό λέγοντας «Πατέρα μου και Κύριε της ψυχής μου, ελέησόν με», ο Θεός καθαρίζει την ψυχή σου από την αμαρτία και την κάνει νύμφη Κυρίου και αδελφή του Λόγου. Πράγματι ο Όσιος δίδασκε σε όλους την προσευχή και ιδιαίτερα την ευχή του Ιησού. Μάλιστα, όταν πλησίαζε η σοβιετική λαίλαπα, τόνιζε στα πνευματικά του παιδιά: «σε αυτές τις έσχατες ημέρες είναι καιρός για προσευχή. Κατά την διάρκεια της εργασίας σας να λέτε συνεχώς την ευχή του Ιησού. Στην αρχή με τα χείλη, μετά με το νου και ύστερα θα εισχωρήσει μέσα στην καρδιά σας».


Επί αρκετά χρόνια, μετά την επικράτηση της Οκτωβριανής επαναστάσεως, η Όπτινα υπέμεινε με γενναιότητα όλες τις δοκιμασίες, αλλά οι μέρες της αγίας μονής ήταν πια μετρημένες. Την Κυριακή των Βαΐων του 1923 μ.Χ. η Όπτινα έκλεισε οριστικά. Ο Όσιος Νεκτάριος σνελήφθη και φυλακίσθηκε στο αρτοποιείο της μονής, που είχε μετατραπεί σε φυλακή. Λίγες ημέρες μετά οδηγήθηκε στην φυλακή του Κοζέλσκ και καταδικάσθηκε χωρίς δίκη σε θάνατο διά τουφεκισμού. Μετά από διαμαρτυρίες ο Όσιος απελευθερώθηκε στις 17 Απριλίου και έζησε ως εξόριστος σε αγρόκτημα του Πλόχινο. Αργότερα, με διαταγή των αρχών του καθεστώτος, εξορίζεται πιο μακριά, στο χωριό Χόλμισι της επαρχίας Μπριάνσκ. Εκεί δεχόταν τους επισκέπτες και πλήθος επιστολών από απλούς ανθρώπους, αλλά και από μεγάλους ιεράρχες. Ο Άγιος Πατριάρχης Τύχων τον συμβουλευόταν διά μέσου έμπιστων ανθρώπων. Ο Άγιος Θεός είχε δωρίσει στον Όσιο το διορατικό χάρισμα. Έτσι όλοι τον εμπιστεύονταν και έκαναν υπακοή στον λόγο του.


Ο Όσιος Νεκτάριος κοιμήθηκε, μετά από ασθένεια, το 1928 μ.Χ. Η είδηση της κοιμήσεώς του διαδόθηκε αστραπιαία. Χιλιάδες πιστοί άρχισαν να συρρέουν συνεχώς από διάφορες πόλεις στο Χόλμισι.


Το 1935 μ.Χ., κλέφτες έσκαψαν τον τάφο του Οσίου ψάχνοντας για πολύτιμα αντικείμενα. Έβγαλαν έξω από τον τάφο το φέρετρο, έσπασαν το κάλυμμα και αφού έψαξαν και δεν βρήκαν τίποτε, παράτησαν το ανοιχτό φέρετρο μαζί με το λείψανο του Οσίου στηριγμένο σε ένα δένδρο. Μια ομάδα από εργάτες, που δούλευαν δίπλα στα αγροκτήματα, έτρεξαν στο κοιμητήριο και είδαν έκπληκτοι πως ο Όσιος ήταν εκεί άφθαρτος, επτά ολόκληρα χρόνια μετά την κοίμηση και την ταφή του. Το δέρμα του είχε το χρώμα του κεριού και τα χέρια του ήταν ευλύγιστα και μαλακά. Μια γυναίκα έφερε λευκό μεταξωτό ύφασμα και κάλυψε το πρόσωπό του. Έπειτα έκλεισαν το φέρετρο και ενταφίασαν τον Όσιο ψάλλοντας Τρισάγιο. Στις 16 Ιουλίου 1989 μ.Χ. πραγματοποιήθηκε η ανακομιδή του τιμίου λειψάνου του Οσίου και η επιστροφή του στην Όπτινα.

Άγιοι Μάρτυρες εις Μπούτοβο της Ρωσίας

 Το Μπούτοβο, περιοχή που βρίσκεται κοντά στη Μόσχα, έγινε κατά την περίοδο της Οκτωβριανής επαναστάσεως (1917 μ.Χ.) τόπος μαζικών εκτελέσεων Αρχιερέων, Κληρικών και πιστών της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, που μαρτύρησαν κατά τα έτη του διωγμού στην Ρωσία. Μεταξύ των Αγίων Μαρτύρων που μαρτύρησαν στο Μπούκοβο και ανέρχονται σε χιλιάδες, ήταν και δέκα Έλληνες Μάρτυρες.