Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

Κυριακή Β΄ Ματθαίου – Συνείδησις

 +Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου


Συνείδησις


 «…Οἵτινες ἐνδείκνυνται τὸ ἔργον τοῦ νόμου γραπτὸν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, συμμαρτυρούσης αὐτῶν τῆς συνειδήσεως καὶ μεταξὺ ἀλλήλων τῶν λογισμῶν κατηγορούντων ἢ καὶ ἀπολογουμένων» (Ῥωμ. 2,15)


Αὐτά, ἀγαπητοί μου, εἶνε λόγια τοῦ ἀποστόλου ποὺ ἀκούσαμε σήμερα. Λόγια ποὺ δὲν ὑπάρχει ζυγαριὰ νὰ τὰ ζυγίσῃ. Εἶνε χρυσάφι, ἀκριβὰ νομίσματα. Ἀλλὰ πρέπει νὰ τὰκάνουμε λιανά, νὰ τὰ ἐξηγήσουμε.


Ἐάν, ἀγαπητοί μου, ὑπάρχῃ μιὰ ἀλήθειαποὺ λάμπει σὰν τὸν ἥλιο, αὐτὴ εἶνε ὅτι ὑπάρχει Θεός. Ἀποδείξεις; Ἀναρίθμητες. Ἀπόδειξις ὅτι ὑπάρχει Θεὸς εἶνε τὰ ἔργα του. Ὁ ἥλιος π.χ., ποὺ εἶνε  ἕνα τεράστιο ἀνεξάντλητο ἐργοστάσιο ἠλεκτρισμοῦ· τὸ φεγγάρι, ποὺφωτίζει γλυκὰ τὴ νύχτα· τὰ ἀμέτρητα ἀστέρια τοῦ στερεώματος· ἡ γῆ αὐτὴ ποὺ κατοικοῦμε μὲ ὅλο τὸν πλοῦτο της· ἡ θάλασσα ἡ μεγάλη,ποὺ εἶνε γεμάτη ψάρια· ἡ ξηρὰ ὅπου φυτρώνουν τόσα φυτὰ καὶ ζοῦν τόσα ζῷα μικρὰ καὶ μεγάλα· τί λέω; ἕνα κουκκὶ ἄμμου, ἕνα μόριο τῆς ὕλης ποὺ δὲν τό ᾿χουμε γιὰ τίποτα, κλείνει μέσα του τέτοια δύναμι, ποὺ μπορεῖ νὰ κινήσῃ ἕνα ὑπερωκεάνιο ἢ νὰ τρυπήσῃ ἕνα βουνό. Ὅλα λοιπὸν κηρύττουν τὴν ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ. «Ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε· πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας» (Ψαλμ. 103,24).


Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμα δὲν ὑπῆρχαν ὅλα αὐτά,ἔφτανε, ἀγαπητοί μου, ἕνα καὶ μόνο πρᾶγμαν᾿ ἀποδείξῃ ὅτι ὑπάρχει Θεός. Εἶνε μιὰ φωνή .Ποιός δὲν τὴν ἔχει ἀκούσει; Κι ὁ φτωχὸς κι ὁ πλούσιος, κι ὁ ἐγγράμματος κι ὁ ἀπαίδευτος, ὁ κάθε ἄνθρωπος. Εἶνε φωνὴ ποὺ δὲν ἔρχεται οὔτε ἀπ᾿ τὰ οὐράνια οὔτε ἀπ᾿ τὰ βάθη τῆς γῆς· ἔρχεται μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά. Ἡ μυστηριώδης αὐτὴ φωνὴ ποὺ μᾶς κάνει νὰ συγκλονιζώμεθα, ἡ ἀνερμήνευτος αὐτὴ φωνὴ ποὺ κάνει νὰ σείωνται θρόνοι, λέγεται συνείδησις .

Γιὰ τὴν συνείδησι ὁμιλεῖ σήμερα ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ἂν πᾶμε, λέει, καὶ στὰ ἔθνη ὅπου δὲν πάτησε κήρυκας καὶ δὲν ἀκούστηκε ἡ ἀλήθεια, κ᾿ ἐκεῖ ἀκόμα, στοὺς ἀγρίους , χωρὶς νά ᾿χουν ἀκούσει τὸ εὐαγγέλιο, θὰ βροῦμε μέσα τους νὰ ὑπάρχῃ κάτι· καὶ αὐτὸ εἶνε ἡ συνείδησι, ποὺ τοὺς κάνει νὰ ἐκτελοῦν κι αὐτοί, ἔστω ὑποτυπωδῶς, τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. –Μὰ τί εἶνε αὐτὴ ἡ συνείδησι;Ἄνθρωπε, κάνεις τὸ καλό;

Δίνεις ἕνα ποτήρι νερὸ σ᾿ ἕνα διψασμένο; Μοιράζεσαι τὸ ψωμί σου μὲ κάποιον ποὺ πεινᾷ; Δείχνεις τὸ δρόμο σ᾿ ἕνα τυφλό; Πᾶς στὸ νοσοκομεῖο ἕνα μπουκέτο λουλούδια σ᾿ ἕναν ἄρρωστο; Ἐπισκέπτεσαι στὴ φυλακὴ ἕνα κρατούμενο ποὺ ὅλοι τὸν ἔχουν ἐγκαταλείψει; Ὑποστηρίζεις στὸ δικαστήριο τὸ φτωχαδάκι, ποὺ εἶνε ἕτοιμοι νὰ τὸ φᾶνε οἱ ἰσχυροὶ τῆς ἡμέρας; Βλέπεις ἄνθρωπο ποὺ τὸν παρέσυρε τὸ ποτάμι ἢτ᾿ ἀφρισμένα κύματα τῆς θαλάσσης, καὶ πέφτεις νὰ τὸν σῴσῃς;… Κάνεις ἕνα ἀπ᾿ αὐτὰτὰ καλά; Προσπαθεῖς νὰ τηρήσῃς τὸ θεῖο νόμο, νὰ ἐκτελέσῃς τὰ καθήκοντα ἀπέναντι στὸν ἑαυτό σου, στὴν οἰκογένειά σου, στὴν πατρίδα, ἀπέναντι στὸ Θεό; Ἔ, ὅταν τὰ κάνῃς αὐτά, μέσ᾿ στὴν καρδιά σου αἰσθάνεσαι – τί; Ἂς φωνάζουν οἱ ἄπιστοι, ἂς λένε ὅ,τι θέλουν, – ἐδῶ πῶς τὸ ἐξηγοῦν· ἅμα κάνῃς τὸ καλό, τὸ βράδυ ἐκεῖνο κοιμᾶσαι ἥσυχος. Ἂς μὴν ἔχῃς στρῶμα, ἂς ξαπλώσῃς πάνω στὴν ἀμμουδιὰ καὶ στὰ χαλίκια· παράδεισο ἔχεις μέσα σου .Γιατὶ ἀκοῦς μιὰ φωνὴ ἀπὸ μέσα σου σὰν οὐράνια μουσική, σὰν νὰ κελαηδοῦν χιλιάδες ἀηδόνια καὶ νὰ λένε· Δόξα σ᾿ αὐτὸν ποὺ κάνει τὸ καλό! αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος· «Δόξα καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν» (Ῥωμ. 2,10) .Ἀλλὰ δὲν κάνεις τὸ καλό; Ἐλεύθερος εἶσαι.

Κάνεις τὸ κακό;

Ποιό κακό; Ἀντὶ νὰ βοηθᾷς τὸν ἄλλο, ἁρπάζεις ἀπ᾿ τὸ στόμα του τὸλίγο ψωμὶ ποὺ ἔχει; Ἀποφεύγεις νὰ βοηθήσῃς τὸ δυστυχισμένο; Εἶσαι τεχνίτης καὶ δὲν θέλῃς νὰ μάθῃς στὸν ἄλλο τὴν τέχνη σου; Ξέρεις τὸ φυλακισμένο καὶ δὲν πηγαίνεις νὰ τὸν ἐπισκεφθῇς; ἢ τὸν ἄρρωστο καὶ δὲν τὸν πλησιάζεις; Ἢ μολύνεις τὸ κορμί σου, ποὺ σοῦ τό᾿δωσε ὁ Θεὸς νά ᾿νε μιὰ καθαρὴ λαμπάδα ποὺ θὰ προσφέρῃς στὸν Κύριο; (μερικοὶ τάζουν λαμπάδες σὰν τὸ μπόϊ τους· ἡ καλύτερη λαμπάδα ποὺ θέλει ὁ Θεὸς εἶνε τὸ σῶμα μας)Μολύνεις λοιπὸν τὸ κορμὶ μὲ πορνεῖες, μοιχεῖες, ἀκαθαρσίες; Μπαίνεις στὸ σπίτι τοῦ ἄλλου καὶ ἀτιμάζεις τὴ γυναῖκα ἢ τὸ κορίτσι του;Πᾷς στὸ δικαστήριο καὶ ἁπλώνεις τὸ βρωμερό σου χέρι πάνω στὸ Εὐαγγέλιο καὶ παίρνεις ψεύτικο ὅρκο, καὶ κλείνεις τὸν ἀθῷο στὴ φυλακὴ καὶ βγάζεις ἔξω τὸν ἐγκληματία; Ἁρπάζεις, κλέβεις, μολύνεις τὰ χέρια σου μὲ ἀδικίες; Μολύνεις τὴ γλῶσσα σου μὲ ψέματα, κατακρίσεις, συκοφαντίες καὶ διαβολές; Μολύνεσαι μὲ τὸ φοβερώτερο ἁμάρτημα, τῆς βλασφημίας; Ἀμελεῖς τὰ καθήκοντά σου; Χτυπάει ἡ καμπάνα τὴν Κυριακὴ κ᾿ ἐσὺ πᾷς γιὰ κυνήγι ἢ ψάρεμα, ἢ πᾷς ἐκδρομή, καὶ στὴν ἐκκλησία δὲν πατᾷς παρὰ μόνο ἂν ἔχῃ κανένα μνημόσυνο; (Ἀλλὰ κάθε Κυριακὴ εἶνε μνημόσυνο, τὸ μνημόσυνο τοῦ Χριστοῦ· αὐτὸ σημαίνουν τὰ λόγια τῆς θείας Λειτουργίας «Μεμνημένοι τοίνυν …τοῦ σταυροῦ, τοῦ τάφου, τῆς τριημέρου ἀναστάσεως, τῆς εἰς οὐρανοὺς ἀναβάσεως…»). Ἔρχονται οἱ μεγάλες μέρεςκαὶ δὲν πᾷς νὰ ἐξομολογηθῇς τὰ ἁμαρτήματά σου, καὶ ζῇς μιὰ ζωὴ χωρὶς Θεό; Τότε, ἅμα κάνῃς τὸ κακό, μέσα σου ἔχεις στενοχώρια .Δὲν πά᾿ νὰ ξαπλώνῃς σὲ πουπουλένια στρώματα, δὲν πά᾿ νὰ κατοικῇς σὲ παλάτια, δὲν πά᾿ νά ᾿χῃς τοῦ κόσμου τὰ χρήματα; Δυστυχισμένος εἶσαι . Ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος, «θλῖψις καὶ στενοχωρία» πάνω σ᾿ αὐτὸν «ποὺ κατεργάζεται τὸ κακό»(ἔ.ἀ. 2,9).Λένε γιὰ κάποιον ποὺ σκότωσε τὸν ἀδερφό του κ᾿ ἔγινε αὐτὸς βασιλιᾶς, ὅτι πῆγε νὰ κοιμηθῇ. Τὰ μεσάνυχτα, ἀκούει κάτι καὶ βλέπει μιὰ σκιά. Ἦταν ἡ σκιὰ τοῦ ἀδερφοῦ του·κρατοῦσε στὰ χέρια του ἕνα ποτήρι γεμᾶτο αἷμα, τὸν πλησίασε καὶ τοῦ ἔλεγε·

Ἀδελφέ, «πίε τὸ αἷμα τοῦ ἀδελφοῦ σου!» . Δὲν μπόρεσε νὰ ἡσυχάσῃ.

Φοβερὸ πρᾶγμα ἡ συνείδησι. Γι᾿ αὐτὸ εἶπα·φτάνει αὐτὴ ν᾿ ἀποδείξῃ, ὅτι ὑπάρχει Θεός.

Ἀδελφοί μου· σήμερα ὅλα φαίνονται διαλυμένα. Οἱ ἔμποροι σοῦ λένε· Κρίσι στὸ ἐμπόριο… Οἱ ναυτικοί· Κρίσι στὰ καράβια… Οἱ τραπεζῖτες· Κρίσι στὸ χρηματιστήριο… Οἱ διπλωμάτες τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν· Διεθνὴς κρίσις…

Ὑπάρχει βέβαια καὶ ἐμπορικὴ κρίσις, καὶ ναυτιλιακὴ κρίσις, καὶ οἰκονομικὴ κρίσις, καὶ παγκόσμιος κρίσις. Ἀλλὰ πίσω ἀπ᾿ ὅλα αὐτά, ἀδέρφια μου, εἶνε ἡ κρίσις τῆς συνειδήσεως!

Ζοῦμε στὴν πιὸ φοβερὴ ἐποχὴ ἀπὸ ἠθικῆς καὶ θρησκευτικῆς πλευρᾶς. Ὁ διάβολος σφυρίζειστ᾿ αὐτιὰ ὅλων· Δὲ βαριέσαι! μιλᾷς σήμεραγιὰ συνείδησι; ποιός μπορεῖ νὰ ζήσῃ μὲ τὸ Εὐαγγέλιο;… Καὶ στὸ φτωχαδάκι λέει· –Δὲ βαριέσαι, καημένε! δὲ βλέπεις τὸν ἄλλο ποὺ ὄχι ἁπλῶς πλούτισε, ἀλλὰ ἔγινε μεγάλος ἐφοπλιστής;… Ἔρχεται καὶ στὴν τίμια κόρη καὶ τῆς λέει· –Τί κάθεσαι ἐσὺ ἔτσι; βγές, διασκέδασε,ξεγυμνώσου. Τί κέρδισες μὲ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὴν ἐκκλησία; Δὲ βλέπεις τὴν ἄλλη;… Στὸν ἐργάτη λέει· –Τί πᾷς μὲ τὸ σταυρό; Πάρε στὰ χέρια δυναμῖτες καὶ τίναξέ τους στὸν ἀέρα…Καὶ στὸν καθένα λέει· –Δὲν ὑπάρχει τίποτα,μὴν ἀκοῦς παπᾶδες. Ὕλη καὶ μόνο ὕλη· τί θὰ πῇ συνείδησι, τί θὰ πῇ Θεός;…Ἀδελφοί μου· «ὅσοι πιστοί» , «στῶμεν καλῶς!» . Ἂς μὴ πιστεύουν οἱ ἄπιστοι· δικαίωμάτους. Ἐμεῖς νὰ σταθοῦμε στὰ πόδια μας εἰλικρινεῖς, μὲ συνείδησι Θεοῦ . Προτιμότερο τίμιοι μὲ τὸ Χριστό, παρὰ κλέφτες μὲ τὸ διάβολο. Κ᾽ ἐσὺ κορίτσι μου, προτιμότερο ταπεινὴ καὶ ἁγνὴ σὰν τὴν Παναγιά, παρὰ μιὰ στολισμένη πόρνη. Νὰ μείνουμε κοντὰ στὴν Ἐκκλησίατοῦ Χριστοῦ. Κι ἂν ἀκόμα ὁ διάβολος μᾶς στρώσῃ δρόμο μὲ χρυσάφι, ἐμεῖς νὰ προτιμήσουμε τὸ στενὸ μονοπάτι τοῦ Χριστοῦ μας. Εὔχομαι ὅλοι ν᾿ ἀποκτήσουμε καὶ νὰ φυλάξουμε καθαρὴ συνείδησι . Μὴν κάνουμε τίποτα ἀντίθετο μὲ τὴ φωνή της. Νὰ τὴ ρωτᾶμε καὶνὰ τὴν ἀκοῦμε. Διαφορετικά, ἡ συνείδησι εἶνε σαράκι ποὺ τρώει τὸν ἄνθρωπο ὅπως τὸ σκουλήκι τὸ δέντρο· εἶνε κεντρὶ ποὺ πληγώνει χειρότερα ἀπὸ τὸ σκορπιό· εἶνε φίδι ποὺ δαγκώνει· εἶνε σπαθὶ πάνω ἀπ᾿ τὸ κεφάλι· ἡ συνείδησι εἶνε εἰσαγγελεὺς ποὺ ἀπευθύνει κατηγορῶ.

Ἂς προσέξουμε λοιπόν, ἀδελφοί μου. Ἂς ζήσουμε μὲ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Ἂςκρατήσουμε τὴν ὀρθόδοξο πίστι. Μὴ δώσουμε τὴν ψυχή μας. Κι ἂν ἀκόμη ὁ διάβολος μᾶς προσφέρῃ τὰ πλούτη τοῦ κόσμου, ἐμεῖς φτωχοὶ πάνω στὰ βράχια μας –ἡ Ἑλλὰς ὑπῆρξεπάντοτε φτωχή–, μὴ ξεπουλήσουμε τὴν τιμήμας.

Χίλιες φορὲς φτωχοὶ μὲ τὸ Χριστὸ παρὰ ἑκατομμυριοῦχοι μὲ τὸ διάβολο . Δὲν θέλουμε τὰ ἑκατομμύριά του. Νὰ μείνουμε ὣς τὸτέλος μὲ ἀγαθὴ συνείδησι , δοξάζοντες Πατέρα, Υἱὸν καὶ ἅγιον Πνεῦμα εἰς αἰῶνας· ἀμήν

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος-

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Σπυρίδωνος Αἰγάλεω - Ἀθηνῶν τὴν 16-6-1963

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ (ΡΩΜ. 2, 10-16) ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Β΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ

 πρωτοπρεσβ. π. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος

ἐφημ. Ἱ. Ν. Ἁγίας Παρασκευῆς Ν. Καλλιπόλεως Πειραιῶς


Τήν Κυριακή Β΄ Ματθαίου ἐμμελῶς ἀπαγγέλλεται στούς Ἱερούς Ναούς τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα ἀπό τήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή τοῦ Ἀπ. Παύλου, τό ὁποῖο προέρχεται ἀπό τό 2ο κεφάλαιο καί περιλαμβάνει τούς στίχους 10-16.

Ἀφήνοντας τούς δύο πρώτους στίχους (10-11) διά τό εὐκολονόητον («Δόξα δέ καί τιμή καί εἰρήνη παντί τῶ ἐργαζομένω τό ἀγαθόν, Ἰουδαίω τε πρῶτον καί Ἕλληνι˙ οὐ γάρ ἐστι προσωποληψία παρά τῶ Θεῶ»), σπεύδουμε νά παρουσιάσουμε τήν ἑρμηνεία, πού δίδει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης[1] στούς ὑπολοίπους στίχους.



Ὁ στίχος 12 λέει : «Ὅσοι γάρ ἀνόμως ἥμαρτον, ἀνόμως καί ἀπολοῦνται˙ καί ὅσοι ἐν νόμω ἥμαρτον, διά νόμου κριθήσονται».

Σημειώνει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὅτι μέ τά παραπάνω λόγια ὁ Ἀπ. Παῦλος δείχνει ὅτι, κατά τήν τιμωρία, βαρύτερα κολάζεται ὁ Ἰουδαῖος ἀπό τόν Ἕλληνα (εἰδωλολάτρη), διότι οἱ μέν Ἕλληνες (εἰδωλολάτρες), λέει, «ἀνόμως ἥμαρτον», δηλ. χωρίς νά ἔχουν τήν διδασκαλία καί τήν κατήχηση τοῦ γραπτοῦ νόμου, γι’αὐτό καί «ἀνόμως ἀπολοῦνται», δηλ. ἐλαφρότερα θά κολασθοῦν, ἐπειδή δέν ἔχουν τόν γραπτό νόμο νά τούς κατηγορεῖ. Γιατί, τό «ἀνόμως», σημαῖνει τό «χωρίς τήν κατάκριση τοῦ γραπτοῦ νόμου». Ὁ δέ Ἰουδαῖος, ἐπειδή ἁμάρτησε μέ τόν γραπτό νόμο, δηλ. ἔχοντας τήν διδασκαλία καί τήν κατήχηση τοῦ γραπτοῦ νόμου, γι’αὐτό καί θά κριθεῖ, δηλ. θά κατακριθεῖ, μέ τόν γραπτό νόμο, ἐπειδή ὁ νόμος σφοδρότερα στέκεται καί τόν κατηγορεῖ ὅτι τόν παρέβη καί ἀκολούθως τοῦ προξενεῖ μεγαλύτερη καταδίκη.

Στό σημεῖο αὐτό ἐπισημαῖνει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὅτι ἀπό τόν παραπάνω λόγο τοῦ Ἀπ. Παύλου μαθαίνουμε ὅτι δέν καταδικάζονται τό ἴδιο ἐκεῖνοι, πού ἔπραξαν τό ἴδιο ἁμάρτημα πρό τοῦ νόμου, καί ἐκεῖνοι, πού τό ἔπραξαν μετά τόν νόμο, ἀλλά διαφορετικά, ἀνάλογα μέ τήν γνώση, τήν δύναμη καί τήν τελειότητα τοῦ καθενός καί ἀνάλογα μέ τήν διαφορά τῶν καιρῶν.

Παραθέτει ὁ ἅγιος Νικόδημος καί τήν ἑρμηνευτική προσέγγιση τῶν Οἰκουμενίου καί Θεοφυλάκτου. Κατά τόν ἴδιο τρόπο, λέει, ἑρμηνεύουν τό «ἀνόμως» καί τό «διά νόμου κριθήσονται» οἱ ἑρμηνευτές Οἰκουμένιος καί ἱερός Θεοφύλακτος, μέ τήν διαφορά, ὅμως, ὅτι ὁ Οἰκουμένιος προσθέτει πώς οἱ μέν Ἕλληνες (εἰδωλολάτρες) θά κολασθοῦν ἐλαφρότερα, ἐπειδή παρέβησαν μόνο τόν νόμο τῆς φύσεως, οἱ δέ Ἰουδαῖοι θά κολασθοῦν βαρύτερα, ἐπειδή παρέβησαν καί τόν νόμο τῆς φύσεως καί τόν γραπτό νόμο. 

Καί συνεχίζει ὁ 13ος στίχος : «Οὐ γάρ οἱ ἀκροαταί τοῦ νόμου δίκαιοι παρά τῶ Θεῶ, ἀλλ’ οἱ ποιηταί τοῦ νόμου δικαιωθήσονται».

Ἀντικρούοντας μιά ἑσφαλμένη Ἰουδαϊκή τοποθέτηση, ρωτᾶ ὁ ἅγιος Νικόδημος : Πῶς, λοιπόν, ἐσύ Ἰουδαῖε, λές ὅτι δέν χρειάζεσαι τήν Χάριν τοῦ Εὐαγγελίου, ἐπειδή δικαιώνεσαι μόνο ἀπό τόν παλαιό νόμο; Γιατί, νά, φάνηκες πώς τίποτε δέν ὠφελήθηκες ἀπό τόν νόμο. Ἄρα, περισσότερο χρειάζεσαι τήν Χάριν τοῦ Χριστοῦ ἐσύ, παρά ὁ Ἕλληνας (εἰδωλολάτρης), ἐπειδή δέν ἔγινες δίκαιος στόν Θεό μόνο ἀπό τήν ἀκρόαση τοῦ νόμου. Διότι, στούς μέν ἀνθρώπους, οἱ ἀκροατές τοῦ νόμου μποροῦν νά φαίνονται σεμνοί και δίκαιοι, ὄχι ὅμως καί στον Θεό, ἀλλά οἱ ποιητές τοῦ νόμου εἶναι αὐτοί, πού δικαιώνονται ἀπό τόν Θεό.

Ὁ ἅγιος Νικόδημος παραθέτει καί τήν ἑρμηνεία τοῦ Κορεσίου στόν στίχο 13, σύμφωνα μέ τήν ὁποία διττῶς δικαιώνεται ὁ ἄνθρωπος. Ἡ δικαίωση, λοιπόν, τοῦ ἀνθρώπου εἶναι διπλή, ἐπειδή ἤ ἀπό ἁμαρτωλός γίνεται δίκαιος, ἤ ἀπό δίκαιος γίνεται δικαιότερος. Ἡ δέ δικαίωση γίνεται διά μέν τῆς πίστεως ἀρχικῶς καί ποιητικῶς, διά δέ τῶν ἔργων ὀργανικῶς. Καί δι’ἀμφοτέρων γίνεται ἡ δικαίωση. «Οὐ γάρ οἱ ἀκροαταί τοῦ νόμου». Νά, ἡ πίστη. «Ἀλλ’ οἱ ποιηταί τοῦ νόμου». Νά, ἡ πράξη. Ὁ μέν Θεός δικαιώνει, ὁ δέ ἄνθρωπος διαθέτει τόν ἑαυτό του πρός δικαιοσύνη.

Στή συνέχεια, στόν στίχο 14 λέει ὁ Ἀπ. Παῦλος : «Ὅταν γάρ ἔθνη, τά μή νόμον ἔχοντα, φύσει τά τοῦ νόμου ποιῆ, οὖτοι νόμον μή ἔχοντες, ἑαυτοῖς εἰσί νόμος» καί συνεχίζει στό α΄ μέρος τοῦ 15ου στίχου «οἵτινες ἐνδείκνυνται τό ἔργον τοῦ νόμου γραπτόν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, συμμαρτυρούσης αὐτῶν τῆς συνειδήσεως».

Ὁ ἅγιος Νικόδημος μᾶς καλεῖ νά προσέξουμε πώς, ὅταν ὁ Ἀπ. Παῦλος λαλεῖ ἐναντίον τῶν Ἰουδαίων, μεταχειρίζεται τά λόγια του τόσο συνετά, ὥστε φαίνεται ὅτι δέν λέει τίποτε ἐναντίον τοῦ νόμου. Γι’αὐτό λέει ἐδῶ, σά νά ὑψώνει καί νά μεγαλώνει τόν νόμο, πώς ἐκεῖνοι, πού δέν ἔχουν μέν νόμο, κάνουν δέ τά ἔργα τοῦ νόμου φύσει, δηλ. πειθόμενοι στόν φυσικό νόμο, τόν ἔμφυτο λόγο τῆς συνειδήσεως, αὐτοί εἶναι θαυμαστοί καί ἐπαινετοί. Γιατί δέν χρειάστηκαν τόν γραπτό νόμο καί γιατί ἐκπλήρωσαν τίς παραγγελίες τοῦ γραπτοῦ νόμου μέ τό νά τύπωσαν μέσα στίς καρδιές τους καί στό συνειδός τους ὄχι γράμματα, ἀλλά ἀγαθά ἔργα, καί μέ τό νά μεταχειρίζονται ἀντί τοῦ γραπτοῦ νόμου, τόν φυσικό νόμο καί λογαριασμό πρός μαρτυρία καί ἀπόδειξη τοῦ καλοῦ καί τῆς ἀρετῆς.

Τρεῖς νόμους ἐννοεῖ ἐδῶ ὁ Ἀπόστολος, κατά τόν ἅγιο Νικόδημο : α) τόν γραπτό, β) τόν φυσικό και γ) τόν διά τῶν ἔργων θεωρούμενον. «Ἔθνη, τά μή νόμον ἔχοντα». Ποιόν νόμο; Τόν γραπτό. «Φύσει τά τοῦ νόμου ποιῆ». Ποιοῦ νόμου. Τοῦ διά τῶν ἔργων θεωρουμένου. «Οὖτοι νόμον μή ἔχοντες». Ποιόν νόμο; Τόν γραπτό. «Ἑαυτοῖς εἰσί νόμος». Πῶς καί μέ ποιό τρόπο; Μεταχειριζόμενοι τόν φυσικό νόμο καί τόν λόγο τῆς συνειδήσεως. «Οἵτινες ἐνδείκνυνται τό ἔργον τοῦ νόμου». Ποιοῦ νόμου; Τοῦ διά τῶν ἔργων θεωρουμένου.

Σημειώνει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὅτι οἱ Κορέσιος καί Θεοφύλακτος «νόμο τῶν ἔργων» ὀνομάζουν τόν νόμο τοῦ Μωυσέως, δηλ. τόν ἴδιο γραπτό νόμο.

Ὁ ἅγιος Νικόδημος μᾶς δίνει, ἐπίσης, καί τήν ἑρμηνευτική τοῦ σοφοῦ Θεοδωρίτου στόν 14ο στίχο, κατά τήν ὁποία «Ὅτι ὁ θεῖος νόμος ἀπαιτεῖ τήν πράξη, μαρτυροῦν αὐτοί, πού χρησιμοποίησαν εὐσεβεῖς λογισμούς πρό τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου, καί κατακόσμησαν τόν βίο τους μέ ἀγαθές πράξεις καί ἔγιναν νομοθέτες τοῦ ἑαυτοῦ τους».

Στηριζόμενος σέ μερικούς Ἠθικούς, ὁ ἅγιος Νικόδημος λέει ὅτι τρία εἶναι τά γενικά καί καθολικά ἀξιώματα, πάνω στά ὁποῖα στηρίζεται ὁ φυσικός νόμος, καί τά ὁποῖα χρωστᾶ νά φυλάττει, ὅποιος δέν θέλει νά πλανηθεῖ ἀπό τήν ὀδό τῆς ἀρετῆς : Α) Ὅ,τι δέν θέλεις νά γίνεται σ’ἐσένα, μήν τό πράττεις ἐσύ στούς ἄλλους. Β) Ὅ,τι θέλεις νά πράττουν οἱ ἄλλοι στόν ἑαυτό τους, πράξε κι ἐσύ στόν ἑαυτό σου. Καί Γ)Ὅ,τι θέλεις νά πράττουν οἱ ἄλλοι σ’ἐσένα, πράξε κι ἐσύ στούς ἄλλους. Τό πρῶτο ὀνομάζεται ἀξίωμα τοῦ δικαίου. Τό δεύτερο, ἀξίωμα τοῦ τιμίου, καί τό τρίτο, ἀξίωμα τοῦ καθήκοντος ἤ πρέποντος. Ὅλ’αὐτά ὁ Κύριος τά περιέλαβε στά ἑξῆς λόγια : «Πάντα οὖν ὅσα ἄν θέλητε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, οὕτω καί ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς˙ οὖτος γάρ ἐστιν ὁ νόμος καί οἱ προφῆται»[2]           

Μᾶς καλεῖ ὁ ἅγιος Νικόδημος νά στοχαστοῦμε τήν σοφία τοῦ Ἀπ. Παύλου, ὁ ὁποῖος δέν ἐπέπληξε τούς Ἰουδαίους, καθώς τό ἀπαιτεῖ ἡ ἀκολουθία τοῦ νόμου. Ἐπειδή, κατά τό ἀκόλουθον, ἔπρεπε νά πεῖ : «Γιατί, ὅταν τά ἔθνη χωρίς νόμο, φύσει τά τοῦ νόμου ποιῆ, βέβαια πολύ καλύτερα εἶναι αὐτά ἀπό τούς Ἰουδαίους, πού διδάσκονται ἀπό τόν νόμο». Ὅμως, δέν εἶπε ἔτσι, ἀλλά ἰλαρώτερα, ὅτι τά ἔθνη εἶναι νόμος στόν ἑαυτό τους.

Ἄς σημειωθεῖ ὅτι ὁ Κορέσιος λέει ὅτι, κατά τόν ἱερό Αὐγουστῖνο, «ἔθνη» ἐδῶ ἐννοοῦνται αὐτά, πού πίστεψαν στόν Χριστό, ἐπειδή ὁ νόμος τοῦ Χριστοῦ εἶναι συγγενής μέ τήν φύση, καθώς καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος εἶπε στό ἐγκώμιο πρός τόν Μ. Ἀθανάσιο ὅτι ἡ ἔλλαμψη εἶναι συγγενής μέ τήν φύση μας. Κατά δέ τόν ἱερό Χρυσόστομο, τόν Θεοδώριτο καί τόν Οἰκουμένιο «ἔθνη» ἐδῶ ἐννοοῦνται αὐτά, πού δέν πιστεύουν στόν Χριστό, πράττουν, ὅμως, φυσικῶς μερικές ἀγαθοεργίες τῆς συνειδήσεως.

Ἀπό τά παραπάνω, σύμφωνα πάντα μέ τόν ἅγιο Νικόδημο, δείχνει ὁ Ἀπ. Παῦλος ὅτι καί στούς παλαιούς χρόνους καί πρό τοῦ νά δοθεῖ ὁ νόμος, ἡ φύση τῶν ἀνθρώπων λάμβανε ἀπό τόν Θεό κάθε πρόνοια καί ἐπιμέλεια. Ταυτόχρονα ἐπιστομίζει ὁ Ἀπόστολος καί ἐκείνους, πού ρωτοῦν : «Γιά ποιά ἀφορμή δέν ἤλθε ἀπό τήν ἀρχή τοῦ κόσμου ὁ Χριστός, γιά νά διδάξει στούς ἀνθρώπους τήν ἐργασία τοῦ καλοῦ»; Ἀποκρίνεται σ’αὐτούς ὁ Ἀπ. Παῦλος, λέγοντας ὅτι ὁ Θεός ἐξ ἀρχῆς ἔβαλε σέ ὄλους τούς ἀνθρώπους τήν γνώση τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ. Ἀφοῦ, ὅμως, εἶδε ὅτι δέν κατορθώνει τίποτα, ἤλθε κι Αὐτός στούς ἐσχάτους καιρούς.

Παρακάτω τό β΄ μέρος τοῦ 15ου στίχου λέει : «καί μεταξύ ἀλλήλων τῶν λογισμῶν κατηγοροῦντων ἤ καί ἀπολογουμένων»».

Ἀπό ἄλλη ἀρχή, συμβουλεύει ὁ ἅγιος Νικόδημος, πρέπει νά ἀναγνωσθεῖ αὐτό τό ρητό, διότι ὁ Ἀπ. Παῦλος ἐδῶ διδάσκει περί τοῦ πῶς θά κριθοῦμε ὅλοι κοινῶς οἱ ἄνθρωποι. Γιατί, τότε στέκονται οἱ λογισμοί μας, ἄλλοι μέν κατηγορώντας μας, ἄλλοι δέ ἀπολογούμενοι πρός βοήθειά μας. Δέν χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος κανένα ἄλλον κατήγορο ἤ συμβοηθό σ’ἐκεῖνο τό κριτήριο.

Κατά τόν Οἰκουμένιο τό «κατηγοροῦντων ἤ καί ἀπολογουμένων» ἑρμηνεύεται ὄχι ἐπί ἑνός προσώπου, ἀλλ’ἐπί διαφορετικῶν. Γιατί, οἱ λογισμοί κατηγοροῦν μέν αὐτούς, πού πρόκειται νά κολασθοῦν, ἀπολογοῦνται δέ πρός βοήθεια αὐτῶν, πού πρόκειται νά δικαιωθοῦν. Ἐπειδή, ὅμως, κανένας δέν εἶναι ἀναμάρτητος, γι’αυτό καί οἱ λογισμοί αὐτῶν, πού πρόκειται νά δικαιωθοῦν, τούς κατηγοροῦν, ἐπειδή ἁμάρτησαν συγγνωστά. Νικοῦν, ὅμως, οἱ λογισμοί, πού απολογοῦνται πρός βοήθειά τους, προβάλλοντας τό ἀσθενές τῆς φύσεως καί τήν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. Σ’αὐτούς, πού πρόκειται νά κολασθοῦν, ὑπερνικοῦν οἱ λογισμοί, πού τούς κατηγοροῦν, ἐπειδή ἁμάρτησαν ἀσύγγνωστα καί ἀμετανόητα. Ὅμως, καί τήν κατάκριση τῶν κατηγορούντων λογισμῶν καί τήν δικαίωση τῶν ἀπολογουμένων, μόνος ὁ Κριτής ἐπάγει. Ἔτσι, λοιπόν, στό μέλλον κριτήριον ὅσοι πολιτεύθηκαν ἔξω ἀπό τόν νόμο ἤ κατηγοροῦνται ἀπό τό συνειδός ὅτι ἁμάρτησαν, δικαίως θά κολασθοῦν ἀπό τόν Θεό. Ἤ ἡ συνείδησή τους ἀπολογεῖται ὑπέρ αὐτῶν, προβάλλοντας ὅτι ἁμάρτησαν ἐν ἀγνοία.

Ὁ μέγας Μακάριος, ἐρμηνεύοντας αὐτόν τόν στίχο, λέει : «Ὅπως σ’ἕνα πλοῖο ὁ κυβερνήτης ὄλους διοικεῖ καί οἰκονομεῖ, ἄλλους μέν ἐπιπλήττοντας, ἄλλους δέ καθοδηγώντας, ἔτσι εἶναι καί ἡ καρδιά, ἡ ὁποία ἔχει ὡς κυβερνήτη τόν νοῦ, ἔχει τήν συνείδηση γιά νά ἐλέγχει καί τούς λογισμούς νά κατηγοροῦν ἤ καί νά ἀπολογοῦνται. Γιατί, λέει : «μεταξύ ἀλλήλων τῶν λογισμῶν κατηγοροῦντων ἤ καί ἀπολογουμένων». Μᾶς καλεῖ ὁ ἅγιος Νικόδημος νά διαπιστώσουμε ὅτι ἡ συνείδηση δέν ἐγκρίνει τούς λογισμούς, πού ὑπακοῦν στήν ἁμαρτία, ἀλλά εὐθύς τούς ἐλέγχει, γιατί δέν ψεύδεται. Ἐπειδή τί μπορεῖ νά πεῖ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως;  Μαρτυρεῖται, ἐπειδή ἐλέγχει πάντοτε.

Βασιζόμενος σέ κάποιους Ἠθικούς ὁ ἅγιος Νικόδημος, μᾶς δίδει τόν ὁρισμό τῆς λέξεως συνείδηση. «Συνείδηση εἶναι ἐκείνη ἡ ἐνέργεια τῆς ψυχῆς, μέ τήν ὁποία κρίνει ὅτι οἱ πράξεις της εἶναι σύμφωνες μέ τόν νόμο ἤ ὄχι». Γι’αὐτό ἀπό τόν ὁρισμό αὐτόν φαίνεται ὅτι ἡ συνείδηση εἶναι τέλειος συλλογισμός, τοῦ ὁποίου ἡ μεγαλύτερη πρόταση περιέχει τόν νόμο, ἡ μικρότερη τήν πράξη καί τό συμπέρασμα τήν ψῆφο, ἄν ἡ πράξη εἶναι σύμφωνη μέ τόν νόμο ἤ ὄχι. Γι’αὐτό καί ἡ συνείδηση ὀνομάζεται κανόνας τῶν πράξεων τοῦ ἀνθρώπου, κατήγορος, μάρτυς καί κριτής, ὅπως ὁ Ἀπόστολος δηλώνει μέ τά παραπάνω λόγια του.

Κατακλείει ἡ ἀποστολική περικοπή μέ τόν 16ο στίχο : «ἐν ἡμέρα ὅτε κρινεῖ ὁ Θεός τά κρυπτά τῶν ἀνθρώπων κατά τό εὐαγγέλιόν μου διά Ἰησοῦ Χριστοῦ».

Θέλοντας νά αὐξήσει ὁ Ἀπόστολος τόν φόβο, δέν εἶπε ὅτι ὁ Θεός θά κρίνει τά ἁμαρτήματα, ἀλλά τά κρυπτά, ἐπειδή οἱ ἄνθρωποι κρίνουν μόνο τά φανερά ἁμαρτήματα, ὁ δέ Θεός θά κρίνει τά κρυπτά διά Ἰησοῦ Χριστοῦ, δηλ. ὁ Πατήρ διά τοῦ Υἱοῦ. Διότι, «ὁ Πατήρ κρίνει οὐδένα, ἀλλά τήν κρίσιν πᾶσαν δέδωκε τῶ Υἱῶ»[3]. Ἤ μποροῦμε νά ἐννοήσουμε τό «διά Ἰησοῦ Χριστοῦ» ὡς κατά τό εὐαγγέλιο, πού ἀφιερώθηκε σ’ἐμένα διά Ἰησοῦ Χριστοῦ. Δείχνει ἐδῶ ὁ Ἀπόστολος ὅτι δέν διδάσκει τούς Ρωμαίους διά τοῦ εὐαγγελίου του, δηλ. διά τοῦ εὐαγγελικοῦ του κηρύγματος, κανένα πρᾶγμα ἀλλόκοτο καί καινούριο, ἀλλά ἐκεῖνα, τα ὁποία τούς δίδαξε ἡ φύση, δηλ. τήν κρίση καί τήν κόλαση. Αὐτά τά ἴδια διδάσκει καί τό εὐαγγέλιό του.   

Η κλήση των αποστόλων

 Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς


(Ματθ. δ’ 18-23)


Γιατί οι άνθρωποι είναι πάντα τόσο βιαστικοί σήμερα; Για να δουν όσο γίνεται πιο γρήγορα την επιτυχία των προσπαθειών τους. Κι η επιτυχία έρχεται και παρέρχεται, αφήνοντας πίσω της κάποια ίχνη λύπης.


Γιατί οι γιοι των ανθρώπων είναι τόσο βιαστικοί σήμερα; Για να δρέψουν τους καρπούς των αγώνων τους το συντομότερο δυνατό. Κι οι καρποί έρχονται και παρέρχονται, αφήνοντας πίσω τους τα ίχνη κάποιας πικρίας.


Όταν έρχεται ο θάνατος, οι σημερινοί άνθρωποι πεθαίνουν βλέποντας τον εαυτό τους στο παρελθόν. Βλέπουν τις επιτυχίες τους που έχουν ξεχαστεί, τους θερισμένους καρπούς που έχουν σαπίσει. Με το δικό τους θάνατο, χάνονται και τα τελευταία ίχνη των προσπαθειών και των καρπών τους. Εκείνοι που έρχονται μετά απ’ αυτούς σπέρνουν με την ίδια βιασύνη, θερίζουν τους καρπούς, τους τρώνε κι έπειτα φεύγουν γυμνοί και άδειοι απ’ αυτόν τον κόσμο.



Οι άνθρωποι έτσι εξελίσσονται. Δε γίνεται το ίδιο όμως με το Θεό. Οι άνθρωποι παρατηρούν πώς αντιμετωπίζουν τα πράγματα οι ίδιοι και πώς τ’ αντιμετωπίζει ο Θεός και λένε: Οι μύλοι του Θεού αλέθουν αργά, αλλ’ αλέθουν πολύ καλά.


Ο Θεός ίσως αργεί στη μια γενιά, αλλά δεν αργεί σ’ όλο το φάσμα των γενεών. Συχνά σπείρει στη μια γενιά και θερίζει στην άλλη. Έτσι η πρώτη γενιά (τότε που σπέρνει ο Θεός) λέει πως ο Θεός είναι αργός. Η άλλη γενιά, τότε που θερίζει ο Θεός, λέει πως είναι ταχύς. Στις δικές μας, τις ανθρώπινες ενασχολήσεις, κάθε θερισμός δεν είναι πιο γρήγορος από το όργωμα, τη σπορά, το ξεχορτάριασμα και την ανιαρή περίοδο αναμονής της ωρίμανσης του καρπού; Ο Θεός όμως δεν είναι ούτε αργός ούτε γρήγορος. Έχει το ρυθμό Του και δεν τον εγκαταλείπει. Το μυρμήγκι βλέπει μόνο τη μυρμηγκοφωλιά του. Ο αγρότης όμως παρατηρεί όλον τον αγρό.


Αν ο Χριστός ενεργούσε σύμφωνα με τον τρόπο των ανθρώπων, δε θα είχε διαλέξει για αποστόλους Του δώδεκα ψαράδες, αλλά μάλλον δώδεκα βασιλιάδες της γης. Αν ήθελε νά ‘χει άμεση επιτυχία στο έργο Του και να δρέψει τους καρπούς των αγώνων Του, με την ακατανίκητη δύναμή Του θα είχε διαλέξει δώδεκα από τους πιο δυνατούς βασιλιάδες του κόσμου για να τους κάνει οπαδούς και αποστόλους Του. Σκέψου απλά πώς θα μπορούσε αμέσως ο Χριστός, σε μια στιγμή, να γίνει γνωστός σ’ ολόκληρο τον κόσμο· πόσο γρήγορα θα διαδίδονταν τότε η διδασκαλία Του! Πώς θα εξαφανίζονταν τα είδωλα εν ριπή οφθαλμού μ’ ένα αυτοκρατορικό διάταγμα! Πώς θα μετατρέπονταν όλοι οι ειδωλολατρικοί ναοί σε χριστιανικούς! Πώς θα σταματούσαν αμέσως οι θυσίες ζώων στους θεούς και τους καπνούς από τις θυσίες θ’ αντικαθιστούσαν τα θυμιάματα! Σκέψου πόσο εύκολα η Εκκλησία του ενός Θεού θα είχε ιδρυθεί, για την εξυπηρέτηση ολόκληρης της ανθρωπότητας! Ο Χριστός, χωρίς να χρειαζόταν να υποφέρει και να πάθει, θα καταλάμβανε τον πρώτο και μοναδικό αυτοκρατορικό θρόνο κι από κει θα κυβερνούσε όλους τους λαούς της γης, ολόκληρο τον κόσμο από ανατολή σε δύση κι από βορρά ως το νότο, με αντιπροσώπους Του τους δώδεκα υποτελείς βασιλιάδες. Χωρίς να χρειαστεί να πάθει, οι σκληροτράχηλοι Ιουδαίοι θα αναγνώριζαν το Χριστό ως βασιλιά και τον αναμενόμενο Μεσσία και θα τον προσκυνούσαν.


Στοχάσου τελικά πόσα πράγματα θα μπορούσαν να γίνουν από έναν τέτοιο επίγειο βασιλιά και μάλιστα σύντομα, με τη δύναμη και την ευφυΐα ενός μόνο ανθρώπου! Τ’ αποτελέσματα θα ήταν τα ίδια με όσα είχαν πραγματοποιήσει όλες μαζί οι βασιλείες, πριν αλλά και μετά το Χριστό. Θά ‘χαν φτάσει κι αυτά σ’ ένα τέλος, μαζί με τους ιδρυτές τους. Ο κόσμος θα ξαναγύριζε εκεί που ήταν και πριν. Πιο γραφικά ακόμα, θα ήταν σα νά ’χε ξεριζώσει κάποιος γίγαντας μια πανύψηλη δρυ από το δάσος και την είχε ξαναφυτέψει σε μια πεδιάδα. Όσο διάστημα ο γίγαντας στεκόταν δίπλα στο δέντρο και το κρατούσε όρθιο με το δυνατό του χέρι, η δρυς θα στεκόταν όρθια. Με το που θ’ απομακρυνόταν ο γίγαντας όμως, ο άνεμος που θα φυσούσε θα την ξερίζωνε και θα την έριχνε κάτω. Οι άνθρωποι θα μαζεύονταν γύρω από την πεσμένη δρυ και θα θαύμαζαν πώς ένα τόσο δυνατό δέντρο έπεσε με το πρώτο φύσημα του ανέμου, ενώ οι αργοανάπτυκτες φουντουκιές δίπλα τους αντιστέκονταν στον άνεμο και στέκονταν όρθιες. Οι άνθρωποι θα κουνούσαν το κεφάλι τους και θά ‘λεγαν: «Είναι αλήθεια πως οι χαμηλές φουντουκιές φυτεύονται με σπόρο κι αναπτύσσονται αργά, αλλ’ αντιστέκονται σθεναρά κι αντιμετωπίζουν πιο εύκολα τον άνεμο από την πανύψηλη δρυ που τη μεταφύτεψε ένας γίγαντας κι έπειτα την εγκατέλειψε. Όσο πιο βαθιά βρίσκονται στο έδαφος οι ρίζες του δέντρου, τόσο πιο δυνατό και πιο ανθεκτικό θα γίνει.


Πόσο σοφό ήταν το να ξεκινήσει από τα χαμηλά ο Κύριος κι όχι από την κορυφή. Πόσο σοφό ήταν ν’ αρχίσει την οικοδομή της βασιλείας Του όχι με βασιλείς, αλλά με ψαράδες. Πόσο καλό, πόσο σωτήριο ήταν για μας, που ζούμε δυο χιλιάδες χρόνια από τη γέννησή Του, το ότι δεν απέβλεψε στην τελική επιτυχία του έργου Του, ούτε και στο να θερίσει τους καρπούς των αγώνων Του όσο ζούσε. Δεν ήθελε, όπως ο γίγαντας, να μεταφυτέψει μεμιάς το τεράστιο δέντρο, αλλά σαν απλός αγρότης να θάψει το σπόρο του δέντρου βαθιά μέσα στη γη κι έπειτα να πάει στο σπίτι του. Κι αυτό έκανε. Ο Κύριος έθαψε το σπόρο του Δέντρου της Ζωής όχι μόνο στο βάθος της καρδιάς των απλών Γαλιλαίων ψαράδων, αλλά και στο βάθος της ίδιας της κόλασης. Έπειτα συνέχισε την πορεία Του. Και το δέντρο αναπτυσσόταν αργά, πολύ αργά. Άνεμοι ισχυροί φύσηξαν πάνω του σε μια προσπάθεια να το ξεριζώσουν, μα δεν το κατόρθωσαν. Οι εχθροί έκοψαν το δέντρο, το έριξαν κάτω, μα οι ρίζες του πέταξαν πολλούς καινούργιους βλαστούς. Όσο εκείνοι το πελέκιζαν, τόσο πιο γρήγορα αναπτυσσόταν. Οι ορδές του εχθρού έσκαψαν στη γη, πιο βαθιά κι από τις κατακόμβες για να το ξεριζώσουν. Όσο όμως εκείνοι προσπαθούσαν, τόσο οι ρίζες αντιστέκονταν, τόσο οι καινούργιοι βλαστοί μεγάλωναν κι άλλοι φύτρωναν από την αρχή και πύκνωναν. Έτσι το δέντρο του Χριστού, που φυτεύτηκε με του Θεού τον τρόπο κι όχι του ανθρώπου, εξακολουθεί ν’ ανθίζει ως σήμερα, δυο χιλιάδες χρόνια αργότερα, παράγει καρπούς γλυκούς για ανθρώπους και αγγέλους και λάμπει από φρεσκάδα και κάλλος, σα νά ‘χε φυτευτεί μια γενιά νωρίτερα.


Αν ο Κύριος είχε ενεργήσει όπως οι άνθρωποι, είναι αλήθεια πως θα τον είχαν δοξάσει πολύ νωρίτερα οι άνθρωποι, εμείς όμως δε θα είχαμε σωθεί. Δεν τον ενδιέφερε η δόξα των ανθρώπων, ο ήχος των ποιμενικών αυλών, που σήμερα ακούγονται κι αύριο ρίχνονται στη φωτιά. Εκείνο που τον ενδιέφερε ήταν η σωτηρία των ανθρώπων. Δεν ήρθε στους ανθρώπους όπως κάνει κάποιος γίγαντας σε τσίρκο, για να δείξει τη δύναμη και τις ικανότητές του, ν’ απολαύσει το χειροκρότημα των θεατών. Ήρθε σαν φίλος σ’ εμάς, σαν γιατρός σε θεραπευτήριο για να μας επισκεφτεί, να συνομιλήσει με τον καθένα μας και να μας προσφέρει συμβουλές και θεραπεία. Είναι επομένως πολύ καλό για όλη την ανθρωπότητα, από τότε που ξεκίνησε ο κόσμος ως τη συντέλεια, το γεγονός ότι ο Κύριος ενήργησε με θεϊκό τρόπο. Διάλεξε για αποστόλους Του όχι δώδεκα τρανούς βασιλιάδες, μα δώδεκα άσημους ψαράδες. Στο σημερινό ευαγγέλιο μαθαίνουμε με ποιό τρόπο τους διάλεξε.


***


«Περιπατών δε (ο Ιησούς) παρά την θάλασσαν της Γαλιλαίας είδε δύο αδελφούς, Σίμωνα τον λεγόμενον Πέτρον και Ανδρέαν τον αδελφόν αυτού, βάλλοντας αμφίβληστρον εις την θάλασσαν· ήσαν γαρ αλιείς» (Ματθ. δ’ 4). Από πού ήρθε ο Ιησούς στη θάλασσα της Γαλιλαίας; Αυτό ο ευαγγελιστής μας το λέει στην προηγούμενη ευαγγελική περικοπή. Όταν ακούσε πως φυλάκισαν τον Ιωάννη το Βαπτιστή, έφυγε από την Ιουδαία και πήγε στη Γαλιλαία, στην περιφρονημένη αυτή περιοχή της Ισραηλιτικής γης. Προέβλεπε το μαρτυρικό θάνατο του μεγάλου στρατιώτη Του, του Προδρόμου. Έτσι φάνηκε σα να υποχώρησε, στην ουσία όμως πήγε να προετοιμαστεί για να νικήσει τους εχθρούς Του.


Όσο διάστημα βρισκόταν στη Γαλιλαία τώρα, δεν ήταν φυσικό να μείνει στη Ναζαρέτ, όπου είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της επίγειας ζωής Του; Μα ποιος προφήτης είναι αποδεκτός στη δική του πατρίδα; Στη Ναζαρέτ βρισκόταν, όταν οι συμπατριώτες Του θέλησαν να τον γκρεμίσουν από το χείλος κάποιου βράχου. Για ν’ αποφύγει άλλη μια φορά την προσωρινή κακία των ανθρώπων, εγκαταστάθηκε τελικά δίπλα στη θάλασσα της Γαλιλαίας, στα όρια των φυλών Ζαβουλών και Νεφθαλείμ. Εκεί ζούσαν οι πιο περιθωριακοί και περιφρονημένοι άνθρωποι, «εν σκότει, εν χώρα και σκιά θανάτου» (βλ. Ησ. θ’ 2). Σ’ αυτό το πυκνό σκοτάδι έμελλε να θάψει το σπόρο του καρποφόρου δέντρου του ευαγγελίου Του.


Ο ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει πως ο πρώτος που κάλεσε ο Κύριος ήταν ο Ανδρέας, στην Ιουδαία. Ο Ανδρέας ήταν πριν μαθητής του Ιωάννη του Βαπτιστή. Όταν όμως ο Ιωάννης έδειξε το Χριστό και είπε πως Εκείνος ήταν ανώτερός του, ο Ανδρέας άφησε το δάσκαλό του και ακολούθησε το Χριστό. Αμέσως μετά απ’ αυτό ο Ανδρέας βρήκε τον αδερφό του Σίμωνα και του είπε: «ευρήκαμεν τον Μεσσίαν· ο έστι μεθερμηνευόμενον Χριστός· και ήγαγεν αυτόν προς τον Ιησούν» (Ιωάν, α’ 42-43). Τότε ήταν που ο Χριστός έδωσε στο Σίμωνα το όνομα «Πέτρος», που σημαίνει τη σταθερή πέτρα της πίστης.


Δεν υπάρχει κάποια αντίφαση ανάμεσα σ’ αυτά που γράφει ο ευαγγελιστής Ιωάννης εδώ καί σ’ εκείνα που αναφέρει ο Ματθαίος στο σημερινό ευαγγέλιο, ότι ο Κύριος κάλεσε τα δυο αδέρφια στη θάλασσα της Γαλιλαίας; Σύμφωνα με το ευαγγέλιο του Ιωάννη, πρώτος ακολούθησε το Χριστό ο Ανδρέας κι έπειτα ο Πέτρος. Στο ευαγγέλιο του Ματθαίου βλέπουμε πως ο Χριστός τους βρήκε και τους κάλεσε μαζί. Αναφέρει μάλιστα πρώτα τον Πέτρο κι έπειτα τον Ανδρέα. Αυτή δεν είναι μια φανερή αντίφαση; Όχι, καθόλου. Όπως γράφει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, εδώ περιγράφονται δυο χωριστά γεγονότα. Το ένα έλαβε χώρα στην Ιουδαία, όταν ο Βαπτιστής ήταν ακόμα ελεύθερος, και το άλλο στη Γαλιλαία, αργότερα, όταν ο Βαπτιστής είχε ήδη φυλακιστεί κι ο Κύριος ζούσε πια στην Καπερναούμ, στα παράλια της θάλασσας της Γαλιλαίας. Ο Ιωάννης περιγράφει την προηγούμενη συνάντηση του Χριστού με τον Πέτρο και τον Ανδρέα, ο Ματθαίος τη μεταγενέστερη. Αυτό φαίνεται καθαρά από το γεγονός ότι ο Ματθαίος μιλάει για το «Σίμωνα τον λεγόμενον Πέτρον», που σημαίνει πως ο Σίμων είχε πάρει ήδη το όνομα «Πέτρος» από τον Κύριο. Η προηγούμενη συνάντηση, η πρώτη που είχε ο Πέτρος με το Χριστό, έγινε στην Ιουδαία, τότε που ο Ανδρέας τον έφερε στο Χριστό. Την πρώτη συνάντηση την περιγράφει ο Ιωάννης: «Και ήγαγεν αυτόν (ο Ανδρέας) προς τον Ιησούν. εμβλέψας αυτώ ο Ιησούς είπε· συ ει Σίμων ο υιός Ιωνά, συ κληθήση Κηφάς, ο ερμηνεύεται Πέτρος» (Ιωάν. α 43).


Ο ευαγγελιστής Ματθαίος το γνώριζε αυτό και τώρα περιγράφει την επόμενη συνάντηση που είχαν τα παιδιά του Ιωνά με τον Κύριο, γι’ αυτό και μιλάει για «Σίμωνα τον λεγόμενον Πέτρον». Αναφέρει πρώτα τον Πέτρο κι υστέρα τον Ανδρέα, επειδή ο Πέτρος ήταν πιο ζωηρός χαρακτήρας από τον αδερφό του κι έκανε από την αρχή μεγαλύτερη εντύπωση. Το ότι ο Ιωάννης κι ο Ματθαίος περιγράφουν δύο περιστατικά, είναι πεντακάθαρο σ’ όποιον διαβάσει και τα δύο ευαγγέλια. Ενώ ο Ματθαίος περιγράφει την οριστική κλήση του Πέτρου και του Ανδρέα να γίνουν μαθητές, ο Ιωάννης περιγράφει ένα άλλο περιστατικό, όταν τα δυο αδέρφια συνάντησαν το Χριστό τότε που ο Πρόδρομος είπε: «Ίδε ο αμνός του Θεού!». Συνάγεται καθαρά πως μετά την πρώτη αυτή συνάντηση χωρίστηκαν από το Χριστό κι αργότερα πήγαν στη Γαλιλαία, όπου ο Κύριος τους συνάντησε την ώρα που επιδίδονταν στο έργο τους, του ψαρά.


«Και λέγει αυτοίς· δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων. οι δε ευθέως αφέντες τα δίκτυα ηκολούθησαν αυτώ» (Ματθ. δ’ 19-20). Ο Κύριος γνώριζε την καρδιά τους. Οι ψαράδες αυτοί είχαν μια παιδιάστικη πίστη στο Θεό, υπάκουγαν στο λόγο Του. Δεν είχαν συνηθίσει να εξουσιάζουν και να δίνουν εντολές, μα να εργάζονται απλά και να υπακούν. Η ταπείνωση κι η υπακοή στο θέλημα του Θεού γέμιζε την καρδιά τους. Μπορεί να ήταν απλοϊκοί ψαράδες, αλλά οι ψυχές τους διψούσαν και πεινούσαν για αλήθεια και δικαιοσύνη. Ο Ανδρέας είχε ήδη εγκαταλείψει μια φορά τα δίχτυα του, για ν’ ακολουθήσει ως μαθητής τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Μόλις ο Ιωάννης έδειξε τον Ιησού και είπε πως Εκείνος ήταν ανώτερός του, ο Ανδρέας άφησε τον Ιωάννη κι ακολούθησε το Χριστό. Ήταν κι οι δυο τους φλογερές ψυχές, που αναζητούσαν με αγωνία τη δικαιοσύνη του Θεού και τη βασιλεία Του. Γι’ αυτό κι ο Χριστός απευθύνθηκε σ’ αυτούς αυθεντικά, με εξουσία: «Ακολούθει μοι!»


Έτσι ενεργεί με όλους μας ο Θεός. Δε θα μας πιέσει ν’ ακολουθήσουμε το δρόμο Του. Μας αφήνει να διαλέξουμε το δρόμο της σωτηρίας ή της απώλειάς μας ελεύθερα, σύμφωνα με τη δική μας αντίληψη. Όταν όμως ο καρδιογνώστης Θεός μεριμνά για να βάλει τις καρδιές μας στο σωστό δρόμο, στο δρόμο της σωτηρίας, τότε μας έλκει σταθερά προς αυτόν το δρόμο. Όταν βλέπει πως η καρδιά μας έχει στραφεί ολότελα προς το δρόμο της κακίας και της απώλειας, τότε μας αφήνει ο Θεός και πέφτουμε στη δυναστεία του σατανά. Αυτό έγινε στην περίπτωση του προδότη Ιούδα. Όταν η καρδιά του στράφηκε εξ ολοκλήρου προς το πονηρό και διάλεξε ν’ ακολουθήσει το σκοτεινό δρόμο της απώλειας, ο Χριστός δεν προσπάθησε περισσότερο να τον γυρίσει πίσω. Αντίθετα, σαν είδε πως ο σατανάς είχε μπει πια στον Ιούδα, του είπε: «Ο ποιείς, ποίησον τάχιον» (Ιωάν, ιγ’ 27). Ούτε στην περίπτωση του Πέτρου και του Ανδρέα λοιπόν, ούτε σε κείνην του Ιούδα δεν παραβίασε την ελευθερία της επιλογής τους. Μιλάει απλά στις καρδιές που έχουν ήδη διαλέξει το καλό ή το κακό και λέει αποφασιστικά στον Πέτρο, «ακολούθει μοι» και στον Ιούδα, «ο ποιείς, ποίησον τάχιον».


Ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων. Τι σημαίνει αυτό; Πως όπως μέχρι τώρα πιάνετε ψάρια στα δίχτυα σας από τα σκοτεινά βάθη της θάλασσας, έτσι από τώρα, μαζί μου και με το ευαγγέλιό μου, θα αλιεύετε ανθρώπους από τα σκοτεινά βάθη της κακίας αυτού του κόσμου.


Ο Πέτρος κι ο Ανδρέας άκουσαν την κλήση του Χριστού και ευθέως αφέντες τα δίκτυα ηκολούθησαν αυτώ. Βλέπεις πως οι καρδιές των δύο αυτών ανθρώπων είχαν ήδη διαλέξει ν’ ακολουθήσουν το καλό; Δε ρώτησαν: «Από που μας καλείς; Τι θα τρώμε; Ποιος θα φροντίσει τις οικογένειές μας;» Θαρρείς πως ήταν σα να περίμεναν σ’ όλη τους τη ζωή αυτήν την κλήση. Άφησαν σαν παιδιά όλες τις φροντίδες τους στον Κύριο, τα εγκατέλειψαν όλα κι ανταποκρίθηκαν στην κλήση Του.


«Και προβάς εκείθεν είδεν άλλους δύο αδελφούς, Ιάκωβον τον του Ζεβεδαίου και Ιωάννην τον αδελφόν αυτού, εν τω πλοίω μετά Ζεβεδαίου του πατρός αυτών καταρτίζοντας τα δίκτυα αυτών, και εκάλεσεν αυτούς, οι δε ευθέως αφέντες το πλοίον και τον πατέρα αυτών ηκολούθησαν αυτώ» (Ματθ. δ’ 21, 22). Και πάλι εδώ έχουμε την κλήση δυο ψαράδων, όχι δυο βασιλιάδων. Δε φορούσαν στέμματα στο κεφάλι τους, στο στήθος τους όμως είχαν βασιλικές καρδιές. Ο Κύριος μαζεύει μαργαριτάρια στο σκοτάδι. Διαλέγει τους ταπεινούς κι αγράμματους, για να κατατροπώσει τους ισχυρούς και τους σοφούς. Διαλέγει τους φτωχούς, για να ντροπιάσει τους πλούσιους.


Ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης ήταν πολύ φτωχοί. Οι ίδιοι επισκεύαζαν τα δίχτυα, μαζί με τον πατέρα τους. Οι ψυχές τους όμως ήταν πλούσιες. Πεινούσαν και διψούσαν για το Θεό. Οι καρδιές τους είχαν στραφεί προς το καλό. Και περίμεναν. Και μόλις τους κάλεσε ο Κύριος, άφησαν την ίδια στιγμή τη δουλειά τους, τη βάρκα, τον πατέρα τους και τα δίχτυα και ηκολούθησαν αυτώ.


Η βαθύτερη έννοια είναι η εξής: αλιείς, ψαράδες, είναι εκείνοι που αναζητούν πνευματικές ευλογίες· τα δίκτυα υποδηλώνουν την ψυχή· θάλασσα είναι ο κόσμος και πλοίο το σώμα. Το βάλλοντας αμφίβληστρον εις την θάλασσαν δείχνει πως οι ψαράδες αναζητούσαν πνευματικές ευλογίες, πνευματική τροφή, τη βασιλεία του Θεού. Άπλωναν και βύθιζαν την ψυχή τους στα πλάτη και τα βάθη αυτού του κόσμου, για να βρουν τις ευλογίες αυτές, όπου και να ήταν. Καταρτίζοντας τα δίκτυα σημαίνει τις προσπάθειες που έκαναν για να καταρτίσουν τις ψυχές τους. Για τους δύο πρώτους, το αφέντες τα δίκτυα, ηκολούθησαν αυτώ, σημαίνει πως άφησαν την παλιά κι αμαρτωλή ψυχή τους κι άρχισαν ν’ ανακαινίζονται από το Χριστό, για ν’ αναγεννηθούν, να μορφώσουν καινούργια ψυχή και καινούργιο πνεύμα. Σημαίνει επίσης πως από τώρα δε θ’ αναζητούν πια ν’ αποκτήσουν πνευματικές ευλογίες με τις δικές τους προσπάθειες και δυνάμεις, αλλά με το Χριστό. Δε θα στηριχθούν στη δική τους δύναμη, αλλά στη δύναμη του Θεού. Δε θα βασιστούν στο δικό τους νου, αλλά στην αποκάλυψη του Θεού. Στους άλλους δύο μαθητές, το αφέντες το πλοίον και τον πατέρα αυτών σημαίνει πως άφησαν τ’ αμαρτωλά σώματα και τον επίγειο πατέρα τους για ν’ ασχοληθούν με τη σωτηρία της ψυχής τους, να βαδίσουν προς συνάντηση του ουράνιου Πατέρα τους, ως παιδιά κατ’ υιοθεσία με τη χάρη του Θεού.


«Και περιήγεν όλην την Γαλιλαίαν ο Ιησούς διδάσκων εν ταις συναγωγαίς αυτών και κηρύσσων το ευαγγέλιον της βασιλείας και θεραπεύων πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν εν τω λαώ» (Ματθ. δ’ 23). Μετά από τριάντα χρόνια που είχε περάσει στην αφάνεια, τώρα ο Κύριος Ιησούς ξεκινάει τη θεϊκή αποστολή Του με ζήλο κι αποφασιστικότητα. Αυτό εκφράζεται με τα λόγια περιήγεν όλην την Γαλιλαίαν ο Ιησούς. Αποστολή και διακονία Του ήταν να εξηγήσει το παλιό και να κηρύξει το νέο. Να επιβεβαιώσει και τα δυο με θαύματα και θεραπείες. Ο Νόμος είχε δοθεί από το Μωυσή και τους προφήτες και μαρτυρήθηκε με πολλά θαύματα, για να πιστέψουν οι άνθρωποι πως ο Νόμος αυτός ήταν θεϊκός. Οι ερμηνευτές του Νόμου όμως είχαν σκοτισμένες ψυχές και διέστρεψαν το πνεύμα του. Ο παλιός Νόμος επομένως είχε καταστεί νεκρός, ήταν σα να μην υπήρξε ποτέ.


***


Τώρα ο πάναγνος κι αναμάρτητος Κύριος Ιησούς εμφανίζεται ως ο μοναδικός που αντιλαμβάνεται και μπορεί να ερμηνεύσει αληθινά τον πρώτο αυτό Νόμο. Ερμηνεύει το νόημά του κι αποκαλύπτει το πνεύμα του για τους αμαρτωλούς. Είναι τώρα ο ερμηνευτής του Πνεύματος, όπως αργότερα το Πνεύμα θα επιβεβαιώσει τον ίδιο. Δεν απορρίπτει τον παλιό Νόμο του Θεού. Πώς θα μπορούσε να τον απορρίψει, αφού Εκείνος τον είχε δώσει; Από άποψη όμως πραγματικής πνευματικής και προφητικής σημασίας, τώρα δίνει το νόμο της σωτηρίας, κηρύττει το ευαγγέλιο της Βασιλείας.


Ο παλιός Νόμος είναι σαν μια καλή και εύφορη γη. Μια γη όμως που καλύφθηκε ολόκληρη από αγκάθια και ζιζάνια, παραμελημένη από τους ανθρώπους, δηλαδή από ασύνετους ερμηνευτές. Έτσι τα μάτια όλων στρέφονται μακριά από την εγκαταλειμμένη αυτή γη. Τώρα ο Κύριος την οργώνει ολόκληρη, σπέρνει καινούργιο σπόρο κι οι άνθρωποι τον παρακολουθούν με φόβο και δέος. Κι όπως ο παλιός Νόμος πιστοποιήθηκε με πολλά θαύματα, έτσι και τώρα ο Κύριος Ιησούς, ως Νομοθέτης, πιστοποιεί τον καινούργιο Νόμο με πολλά θαύματα. Τα θαύματα αυτά δε γίνονται για να κάνει μια κενόδοξη και μάταιη επίδειξη της δύναμής Του, αλλά για να προσφέρει αληθινή υπηρεσία στους ανθρώπους. Τα θαύματα αυτά ήταν θεραπείες ασθενειών του σώματος, του νου και των ανθρώπινων αδυναμιών. Ο Κύριος μας επισκέφτηκε όχι σαν κάποιος μάγος, αλλά σαν φίλος και θεραπευτής.


Όλοι εμείς που πεινούμε και διψούμε για τη δικαιοσύνη και την αγάπη Του, εμείς που ψαρεύουμε μάταια με την ψυχή μας, σαν δίχτυα, στη θάλασσα αυτού του κόσμου, ας ακούσουμε τη φωνή του Κυρίου Ιησού. Μας καλεί τώρα, όπως τότε τους ψαράδες στη θάλασσα της Γαλιλαίας: «Ακολούθει μοι!» Μόλις ακούσουμε τη φωνή αυτή, ας μη διστάσουμε ούτε στιγμή. Ας παρατήσουμε όλες τις παλιές δουλειές και τις παλιές αγάπες κι ας τον ακολουθήσουμε. Ο Χριστός είναι ο αληθινός μας Φίλος και Θεραπευτής. Όλοι οι άλλοι είναι είτε ανόητοι είτε απατεώνες.


Προσέξτε! Δε μας καλεί ως βασιλιάδες ή ποιμένες, ως πλούσιους ή φτωχούς, ως σοφούς ή αμαθείς, αλλ’ ως άντρες και γυναίκες άρρωστους, αδύναμους. Οι αρρώστιες κι οι αδυναμίες μας προέρχονται από την αμαρτία. Γι’ αυτό ας προσκυνήσουμε τον Κύριο Ιησού κι ας κραυγάσουμε σ’ Εκείνον, όπως έκαναν τόσοι άρρωστοι κι αδύναμοι άνθρωποι εκείνο τον καιρό: «Κύριε Ιησού, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλό! Συγχώρεσέ με, Κύριε, συγχώρεσε τις αμέτρητες αμαρτίες μου. Καθάρισέ με με τη δύναμή Σου, ζωοποίησέ με με τον ζωοποιό άρτο Σου, είσελθε στα εσώτατα βάθη της ψυχής μου ως καθαρός και ζωογόνος αέρας σε σκοτεινό δωμάτιο. Κι εγώ τότε θα γιατρευτώ· θα γιατρευτώ και θα γίνω καλά, θα ζήσω!»


Είθε ο Κύριος να δοξαστεί έτσι με τη δύναμη της ψυχής μας και την αγνότητα του σώματός μας, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.


(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ομιλίες Δ’ – Κυριακοδρόμιο, Εκδ. Πέτρου Μπότση, 2012)

Λόγος εις το «Δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων».

 Όσοι είναι σοφοί ιατροί, τότε αποδεικνύουν πιο θαυμαστή την τέχνη τους, όχι όταν καταπολεμήσουν το πάθος δια πυρός και σιδήρου, συμφώνως με τον νόμο του πολέμου, αλλά όταν, κολακεύοντας το πάθος με κάποια γλυκά φάρμακα, επινοήσουν την ίαση του πάσχοντος, και, αποφεύγοντας τις τεχνικές που του προκαλούν φόβο, κοιμίσουν τους πόνους με κάποια ήπια και εύληπτα παρασκευάσματα, και τον ελευθερώσουν από το πάθος. Έτσι ο πάνσοφος ιατρός και βασιλεύς, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός,

βλέποντας την Οικουμένη να νοσεί από το πάθος της ασεβείας και να φλεγμαίνει από τις κοσμικές απάτες που την οδήγησαν στην ειδωλομανία, δεν ρίπτει πύρινη βροχή, ούτε ωθεί τη θάλασσα να εκστρατεύσει κατά της ξηράς, ούτε εξοπλίζει κατά της ασεβείας τη βία των στοιχείων της φύσεως, αλλά πείθει με θαύματα, προσελκύει με ευεργεσίες, και με ουράνιους λόγους μεταπλάθει τα φλεγμονώδη πάθη της ψυχής. Ήδη δε επιλέγει και μερικούς ευτελείς μαθητάς και εμπιστεύεται στα χέρια και στις γλώσσες τους την ιατρεία της Οικουμένης.


«Περιπατών» λέγει «παρά την θάλασσαν της Γαλιλαίας είδε δύο αδελφούς, Σίμωνα τον λεγόμενον Πέτρον και Ανδρέαν τον αδελφόν αυτού, βάλλοντας αμφίβληστρον (δίκτυ) εις την θάλασσαν. Ήσαν γαρ αλιείς. Και λέγει αυτοίς. Δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων. Οι δε ευθέως αφέντες τα δίκτυα ηκολούθησαν αυτώ». Ω της αληθώς μεγάλης βουλής και της αθανάτου σοφίας! Θέλοντας να διδάξει τους ανθρώπους πράγματα παράδοξα και δόγμα νέον και πολιτείαν ουράνιον, και αναζητώντας εκείνους που θα υπηρετήσουν ένα τέτοιο δόγμα, παρέβλεψε πόλεις, διέγραψε δήμους, δεν εζήτησε τη βοήθεια κάποιας βασιλείας, περιφρόνησε τη δύναμη του πλούτου, εμίσησε την ισχύ των ρητόρων, δεν εστήριξε την ελπίδα του σε γλώσσες φιλοσόφων. Παρέτρεξε έθνη και δεν υπελόγισε ούτε σε στρατιωτική προπαρασκευή ούτε σε ικανότητα χειρών ούτε σε ταχύτητα ποδών. Και γιατί απαριθμώ τα ανθρώπινα πλεονεκτήματα; Αφήνοντας τις τάξεις των αγγέλων να παραμένουν στην ησυχία, περιήρχετο λιμένες και ποταμούς, ακρογιαλιές και εργαστήρια, θέλοντας να δανεισθεί από αυτά τους υπηρέτες των δογμάτων. Και παρουσιαζόμενος ενώπιόν τους παρακαλούσε λέγοντας: «Δεύτε οπίσω μου, και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων». Εσάς, λέγει, ήλθα να θηρεύσω. Αλιείς επιζητώ και όχι βασιλείς. Ναύτες προτρέπω, όχι δυνάστες. Παύσετε να αγωνίζεσθε κατά της αψύχου θαλάσσης. Μεταφέρετε για χάρη μου την αλιευτική τέχνη στην ξηρά. Εδώ υπάρχει πέλαγος ασεβείας. Σ’ αυτό απλώστε προς χάριν μου τα δίκτυα σας και θηρεύσετε την ευσέβεια. «Δεύτε οπίσω μου» μαθηταί ιδικοί μου και καθηγηταί της Οικουμένης. Χρησιμοποιήστε την τέχνη σας για αλιεία ουράνια. Θάλασσα ειδωλολατρίας απλώνεται παντού, από νέφος πολυθεΐας καλύπτεται η κτίσις. Βυθός ασεβείας έχει κατακλύσει τα πάντα. Πνίγονται άνθρωποι κάτω από τα δαιμονικά κύματα. Πλήρης ο κόσμος από τη δυσωδία των αιμάτων, μολύνεται από τις ζωές που θυσιάζονται. Σε αλιείς θα αναθέσω τη θεραπεία τους, την ιδική σας τέχνη επιζητεί το πάθος τούτο. Ας χρησιμοποιήσουμε σωτήριο φάρμακο για την κτίση που κινδυνεύει.

«Δεύτε οπίσω μου. Οι δε, αφέντες τα δίκτυα ηκολούθησαν αυτώ». Συντρέχει από τον πόθο του Δεσπότου ο χορός των μαθητών. Δεν εθεώρησε ως φαντασία την κλήση, ούτε το μέγεθος της υποσχέσεως τους στέρησε τις ελπίδες, ούτε τους ανάγκασε να εκστομίσουν παρόμοια λόγια προς τον Δεσπότη: Γιατί μας χλευάζεις άνθρωπε, βλέποντάς μας να παλεύουμε με τα κύματα; Γιατί εμπαίζεις τον κόπο μας με λόγια άξια γέλωτος; Μας βλέπεις να ταλαιπωρούμεθα με τη θάλασσα, και ενώ η τέχνη κηρύττει την ευτέλεια, εσύ λέγεις «Δεύτε οπίσω μου, και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων»; Ποίον πλούτον επικαλούμενοι, ειπέ μας, θα ελκύσουμε τους ακροατάς; Μήπως θα τους δείξουμε τα σχισμένα δίκτυα και θα συλλάβουμε σαν θηράματα τους λαούς; Ποίαν ρητορικήν ικανότητα χρησιμοποιώντας θα σαγηνεύσουμε με την καλλιέπεια του λόγου τις ακοές; Ή μήπως με ναυτικές εκφράσεις θα αιχμαλωτίσουμε τις ψυχές των βασιλέων; Ιχθείς εμάθαμε να αλιεύουμε, όχι ανθρώπους.

Τίποτε από αυτά δεν είπαν, ούτε εσκέφθησαν, αλλά πραγματικά, αφού τους διαπέρασε ο λόγος σαν άγκιστρο, ακολούθησαν τον Δεσπότη που τους ωμιλούσε και εδιδάσκοντο μυστικώς τον τρόπο της αλιείας. Να αγρεύουν μάθαιναν, και εκείνα που επρόκειτο να πράξουν, τα υπέμειναν πρώτα εμπράκτως. Έλεγε: «Δεύτε», και καλούμενοι ακολουθούσαν. Ω! η έμπρακτος απόδειξις των λόγων!«Δεύτε», εγώ παρασκευάζω το δόλωμα με τα δικά σας λόγια. Εγώ θα επιστρέψω πόλεις και λαούς με τις φωνές τις δικές σας, σεις είσθε η απαρχή της αλιείας μου. Σας καλλιεργώ χρησιμοποιώντας προς τούτο εσάς τους ίδιους. Μου ήταν δυνατόν να χρησιμοποιήσω βασιλείς ως υπηρέτες. Μου ήταν δυνατόν να προσελκύσω γλώσσες ρητόρων για να υπηρετήσουν το δόγμα μου. Ημπορούσα να εμπιστευθώ στα αγγελικά τάγματα το κήρυγμα. Αλλά τότε η σπουδαιότης των υπηρετών θα αποσπούσε από εμένα τη δοξολογία. Διότι η δύναμις του υπηρετούντος υποκλέπτει τη δόξα του ενεργούντος. Δεν δέχομαι να υπηρετηθώ από τον πλούτο, μήπως συνεργαζόμενος νοθεύσει το θαύμα. Εσάς ευρίσκω έμπιστους φύλακες των θαυμάτων μου. Διότι από όποιους δεν διαθέτουν κανένα ανθρώπινο πλεονέκτημα, από εκείνους διαφυλάττεται ακεραία η δύναμις της Θεότητος. Έτσι θαυμάζεται και ο στρατιώτης, όταν επιτύχει κάποιο ανδραγάθημα με όπλα ευτελή. Η αρετή θέλει να διαμοιράζεται τη δόξα του κατορθώματος με εκείνον που το κατόρθωσε.

Ας αναχαιτισθούν τα λόγια της απιστίας, ας φραγεί η γλώσσα, δεν χωρεί συκοφαντία. Ας μη λέγει κάποιος ασεβής, όταν βλέπει πόλεις και χώρες να αυτομολούν σύσσωμες προς το κήρυγμα: πώς δεν θα έπειθε ο Χριστός, αφού προέβαλε τους σοφιστάς ως κήρυκες; Εφόβισε με όπλα και υπέταξε ψυχές. Δεικνύοντας χρήματα δελέασε οφθαλμούς. Με τον φόβο κυρίευσε τη γνώμη. με πλήθη έφερε τα πλήθη με το μέρος του.

Σεις όμως, απογυμνωμένοι από όλα αυτά, απογυμνώστε από κάθε πρόφαση τους συκοφάντες. «Δεύτε οπίσω μου, και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων». Γίνετε μετά την θάλασσα αλιείς της ξηράς, ας περιβληθεί με δίκτυα η γη. Από τώρα θα είσθε αλιείς ανθρώπων. Επειδή οι άνθρωποι επινόησαν τους αλληλοσπαραγμούς κατά το παράδειγμα των ιχθύων, ας συλληφθούν από τα μεγάλα σας δίκτυα, ας υποστούν ό,τι και οι ιχθείς για να σωθούν.

Αμέσως σαν να διαπέρασε άγκιστρο τις ακοές τους, ηκολούθησαν προθύμως αυτόν που αναζητεί ελεύθερα θύματα. Και χαιρετώντας τα δίκτυα απαρνήθηκαν τη θάλασσα και ακολούθησαν τα νεύματα του Σωτήρος. Έτσι λοιπόν, αφού προμηθεύθηκαν τα δίκτυα του Δεσπότου και έγιναν μαθηταί της παραδοξοτάτης αλιείας, όταν ο Κύριος ανελήφθη εις τους ουρανούς, οι μαθηταί αλίευαν με τα δίκτυα της χάριτος τα γένη των ανθρώπων. Και χρησιμοποιώντας τη νέα τέχνη σε συγκεντρώσεις Ιουδαίων, συνέλαβαν αμέσως τρεις χιλιάδες. Δευτέρα βολή, και τα δίκτυα ήρπασαν πέντε χιλιάδες. Ίσως ποθείτε να μάθετε το δόλωμα με το οποίο συνέλαβαν τους πέντε χιλιάδες. Ήταν ένας χωλός εμπρός στην ωραία πύλη, τον οποίο η φύσις, αδρανοποιώντας τις βάσεις των ποδών με μίαν ασθένειαν, τον παρέδωσε στη χάρη να τον μεταχειρισθεί όπως θέλει. Και αφού τον έδεσε ο Πέτρος με το άγκιστρο της πίστεως, έκαμε όλον τον δήμο δεσμώτη της γλώσσης του. Έγινε και εκείνος ο μέγας Κορνήλιος θήραμα αυτής της σαγήνης.

Αφού συνέλαβαν έτσι τους Παλαιστίνιους, έφεραν στις νήσους την τέχνη της χάριτος, σαγηνεύοντας μετά την ξηρά τη θάλασσα. Είδαν την Κύπρο, αφού είχαν την Αντιόχεια. Μετά από αυτό κατέλαβαν την Παμφυλία. Εσυλήθη η Μακεδονία. Η Θράκη προσέτρεξε, η Ελλάς συνελήφθη από την γλώσσα. Η Ρώμη έκρυψε το διάδημα και προσεκύνησε το κήρυγμα του σταυρού. Αλλεπάλληλες πόλεις εδέχθησαν αυτομάτως να συλληφθούν από τα αποστολικά δίκτυα. Δεν έπαυσαν να τα απλώνουν μέχρι που όλος ο περίβολος της οικουμένης συνελήφθη από τα δεσποτικά δίκτυα. Αλλά ω των παραδόξων και υπερφυσικών γεγονότων! Επειδή ο διάβολος πλήττεται με αυτά που βλέπει, μην υποφέροντας να βλέπει τη σωτηρία εξαπλουμένη, μηχανεύεται να θανατώσει τους κήρυκες, σαν να διεγείρει κάποια αγριότερα θαλάσσια κήτη εναντίον των αλιέων. Αλλά εκείνοι τον μεν θάνατον δέχονται, δεν έπαυσαν όμως την αλιεία και μετά το τέλος τους. Εργάζονται και μετά τον θάνατο το πρόσταγμα του Δεσπότου, και μολονότι κρύπτονται στον τάφο, δεν λησμόνησαν την αποστολή τους. Διότι και οι τάφοι ομιλούν, όταν θελήσει η χάρις. Επειδή είναι αληθής εκείνος που τους εκάλεσε λέγοντας: «Δεύτε και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων».

Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Από το βιβλίο Πατερικόν Κυριακοδρόμιον, σελίς 131 και εξής.

Κυριακή Β΄ Ματθαίου

 Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος


(Ματθ. δ΄ 18-22)


Ὑπόμνημα εἰς τὸν Ἅγιον Ματθαῖον τὸν Εὐαγγελιστὴν, ὁμιλία ιδ΄


Γιὰ ποιό λόγο ἀναχωρεῖ; Ἐπειδὴ θέλει νὰ μᾶς διδάξη πάλι νὰ μὴν συμπλεκώμαστε μὲ τὸν πειρασμὸ ἀλλὰ νὰ ὑποχωροῦμε καὶ νὰ παραμερίζωμε μπροστά του. Δὲν εἶναι ἔγκλημα νὰ μὴ ρίχνης τὸν ἑαυτὸ σου στὸν κίνδυνο, ἀλλὰ νὰ μὴ σταθῆς μὲ γενναιότητα, ὅταν πέσης σ’ αὐτόν.  Αὐτὸ λοιπόν θέλει νὰ διδάξη καὶ νὰ διασκεδάση τὸ φθόνο τῶν Ἰουδαίων γι’ αὐτὸ ἀναχωρεῖ στὴν Καπερναούμ. Καὶ τὴν προφητεία ἐκπληρώνει καὶ βιάζεται νὰ συλλάβη στὸ δίχτυ του τοὺς δασκάλους τῆς οἰκουμένης, ἀφοῦ ἐκεῖ τοὺς εἶχε φέρει ἡ τέχνη τους. Ἐμεῖς ἄς προσέξωμεν πῶς ἔχοντας στὸ νοῦ παντοῦ νὰ φύγη στοὺς Ἐθνικούς, παίρνει ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους αἰτίες.

Γιατὶ ἐδῶ μὲ τὴν ἐπιβουλή τους ἐναντίον του Προδρόμου καὶ τὸ κλείσιμό του στὴ φυλακὴ τὸν ὠθοῦν στὴν εἰδωλολατρικὴ Γαλιλαία. Ὅτι δὲν ἐννοεῖ ἕνα μέρος τοῦ Ἰουδαϊκοῦ, ἔθνους, οὔτε ὅλες τὶς φυλές, πρόσεξε πῶς ὁρίζει ἐκεῖνο τὸ χωρίο ὁ προφήτης λέγοντας ἔτσι. «Ἡ χώρα τῆς φυλῆς Νεφθαλεὶμ ποὺ ἁπλώνεται κοντὰ στὴ θάλασσα καὶ πέρα ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη, ἡ εἰδωλολατρικὴ Γαλιλαία. Ὁ λαὸς ποὺ κάθεται στὸ σκοτάδι εἶδε μέγα φῶς». Σκότος ἐδῶ λέγει ὄχι τὸ αἰσθητὸ ἀλλὰ τὴν πλανημένη πίστη καὶ ἀσέβεια. Γι’ αὐτὸ καὶ πρόσθεσε. Σ’ αὐτοὺς ποὺ κάθονται στὴ χώρα ποὺ τὴ σκεπάζει ἡ σκιὰ τοῦ θανάτου, ἀνέτειλε τὸ φῶς γι’ αὐτούς. Γιὰ νὰ ἐννοήσωμε ὅτι δὲν λέει οὔτε τὸ φῶς, οὔτε τὸ σκότος τὸ αἰσθητό, μιλῶντας γιὰ τὸ φῶς, δὲν εἶπε ἁπλῶς φῶς ἀλλᾶ φῶς μεγάλο, ποὺ σ’ ἄλλο σημεῖο τὸ λέει ἀληθινό. Τὸ σκοτάδι πάλι μὲ περίφραση τὸ εἶπε «σκιά θανάτου». Κι ἔπειτα δείχνοντας ὅτι δὲ βρῆκαν αὐτοὶ ἐπειδὴ εἶχαν ζητήσει ἀλλὰ ὁ Θεὸς ἀπὸ ψηλὰ τοὺς φανερώθηκε λέει· «Φῶς ἀνέτειλε γι’ αὐτούς» δηλαδὴ τὸ ἴδιο τὸ φῶς ἀνέτειλε, καὶ ἔλαμψε δὲν ἔτρεξαν αὐτοὶ πρῶτοι πρὸς τὸ φῶς.  Γιατὶ οἱ ἄνθρωποι εἶχαν φτάσει στὰ τελευταῖα τους πρὶν ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Δὲν περπατοῦσαν στὸ σκοτάδι ἀλλὰ ἐκάθοντο στὸ σκοτάδι. Αὐτὸ εἶναι σημάδι ὅτι μήτε κἄν ἔλπιζαν ὅτι θὰ γλυτώσουν ἀπ’ αὐτό. Γιατὶ σὰν νὰ μὴν ἤξεραν κἄν ποῦ πρέπει νὰ προχωρήσουν, ἔτσι τοὺς εἶχε προλάβει τὸ σκοτάδι κι ἐκάθησαν, ἀφοῦ στὸ τέλος μήτε νὰ σταθοῦν δὲν μποροῦσαν.


Ἀπὸ τότε ἄρχισε ὁ Χριστὸς νὰ κηρύττη καὶ νὰ λέη· «Μετανοεῖτε, πλησίασε ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Πότε ἀπό τότε; Ἀφότου φυλακίστηκε ὁ Ἰωάννης. Καὶ γιατὶ δὲν τοὺς μίλησε ἀπ’ τὴν ἀρχή; Καὶ τί τοῦ χρειαζόταν ὁ Ἰωάννης, ὅταν τὰ ἔργα μαρτυροῦσαν γι’ αὐτὸν μεγαλόφωνα; Γιὰ νὰ ἀναγνωρίσης κι’ ἀπὸ δῶ τὴν ἀξία του· ὅτι δηλαδὴ ὅπως ὁ Πατέρας του, ἔχει κι αὐτὸς τοὺς προφῆτες. Αὐτὸ ἔλεγε κι ὁ Ζαχαρίας. Καὶ, σύ, παιδί, θὰ ὀνομαστῆς προφήτης τοῦ Ὑψίστου. Καὶ γιὰ νὰ μὴν ἀφήση καμμιὰ δικαιολογία στοὺς ἀναίσχυντους Ἰουδαίους, ἀκοῦτε κι ὁ ἴδιος τὶ εἶχε πεῖ. Ἦρθε ὁ Ἰωάννης ποὺ μήτε τρώει, μήτε πίνει καὶ λένε· ἔχει δαιμόνιο μέσα του. Ἦρθε ὁ Γιὸς τοῦ ἀνθρώπου ποὺ καὶ τρώει καὶ πίνει καὶ λένε, νὰ, ἕνας φαγᾶς καὶ μέθυσος φίλος τῶν τελωνῶν καὶ τῶν ἁμαρτωλῶν. Καὶ δικαιώθηκε ἡ σοφία του, ἀπὸ τὶς συνέπειές της. Ἐξ ἄλλου ἦταν κι ἀνάγκη ἀπὸ κάποιον ἄλλον πρωτύτερα νὰ λεχθοῦν οἱ λόγοι γιὰ κεῖνον κι ὄχι ἀπὸ τὸν ἴδιο. Γιατὶ ἄν ἀκόμα κι ὕστερα ἀπὸ τόσες πολλὲς καὶ μεγάλες μαρτυρίες καὶ ἀποδείξεις ἔλεγαν· Σὺ μαρτυρεῖς γιὰ τὸν ἑαυτὸ σου· ἡ μαρτυρία σου δὲν εἶναι ἀληθινή. Ἄν χωρὶς νὰ ἔχη πεῖ τίποτε ὁ Ἰωάννης, ἔβγαινε στὴ μέση ὁ ἴδιος καὶ μαρτυροῦσε, τί δὲ θὰ μποροῦσαν νὰ ποῦν; Γι’ αὐτὸ οὔτε ἐκήρυξε πρὶν ἀπ’ αὐτόν, οὔτε ἔκαμε θαύματα προτοῦ ἐκεῖνος κλειστῆ στὴ φυλακή, γιὰ νὰ μὴ γίνη ἔτσι διχασμὸς στὸ πλῆθος. Γι’ αὐτὸ ἐπίσης καὶ ὁ Ἰωάννης δὲν ἔκαμε κανένα θαῦμα γιὰ νὰ παραδώση τὸ πλῆθος καὶ γι’ αὐτὸ τὸ λόγο στὸν Ἰησοῦ, ἐπειδὴ τὰ θαύματα θὰ τὸ τραβοῦσαν κοντά του. Γιατὶ ἄν ἔγιναν τόσα πρὶν καὶ μετὰ τὴ φυλακὴ κι ὅμως οἱ πολλοὶ ὑποψιάζονται ὅτι ὁ Ἰωάννης ἦταν ὁ Χριστὸς κι ὄχι ἐκεῖνος, τί θὰ γινόταν, ἄν δὲν εἶχε συμβῆ τίποτε ἀπ’ αὐτά; Γι’ αὐτὸ ὁ Ματθαῖος ὑπογραμμίζει, ὅτι ἀπὸ τότε ἄρχισε νὰ κηρύττη. Καὶ ὅταν ἄρχισε τὸ κήρυγμα, ἐδίδασκε ὅ,τι καὶ ὁ Ἰωάννης καὶ τίποτε ποτὲ γιὰ τὸν ἑαυτό του δὲν λέγει το κήρυγμά του. Γιατὶ αὐτὸ ὡς τότε μποροῦσαν νὰ παραδεχθοῦν, ἐπειδὴ δὲν εἶχαν ἀκόμη γι’ αὐτὸν τὴ γνώμη ποὺ ἔπρεπε.


Γι’ αὐτὸ καὶ ἀρχίζοντας δὲν τοὺς φορτώνει κανένα βαρὺ φορτίο, ὅπως ἐκεῖνος τσεκούρι καὶ δένδρο ποὺ κόβεται, μήτε τοὺς ἀναφέρει τὸ φτυάρι καὶ τὸ ἁλώνι καὶ τὴν ἄσβεστη φωτιά. Ἀλλὰ στὸ προοίμιο τῆς διδασκαλίας του ἀναφέρεται σὲ ἐπιθυμητά, μιλῶντας σ’ αὐτοὺς ποὺ ἀκοῦνε γιὰ τοὺς οὐρανοὺς καὶ τὴ βασιλεία τὴν οὐράνια. Καὶ περπατῶντας κοντὰ στὴ θάλασσα τῆς Γαλιλαίας εἶδε δὺο ἀδελφούς, τὸ Σίμωνα ποὺ τὸν ἔλεγαν Πέτρο καὶ τὸν Ἀνδρέα τὸν ἀδελφό του. Ἔρριχναν τὰ δίχτυα τους στὴ θάλασσα, σὰν ψαράδες ποὺ ἦσαν. «Ἀκολουθῆστε με, τοὺς εἶπε, καὶ θὰ σᾶς κάνω ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Ἄφησαν τὰ δίχτυα καὶ τὸν ἀκολούθησαν. Ὁ Ἰωάννης βέβαια ἀναφέρει ἀλλοιώτικα τὴν κλήση τους, κι αὐτὸ σημαίνει ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ δεύτερη πρόσκλησή τους, ποὺ μπορεῖ κανεὶς ἀπὸ πολλὰ νὰ διαπιστώση. Γιατὶ ἐκεῖ λέει ὅτι ἦλθαν κοντά του προτοῦ κλειστῆ ὁ Ἰωάννης στὴ φυλακή. Ἐνῶ ἐδῶ ἀφοῦ κλείστηκε σ’ αὐτήν. Κι ἐκεῖ ὁ Ἀνδρέας καλεῖ τὸν Πέτρο· ἐνῶ ἐδῶ καὶ τοὺς δύο ὁ Ἰησοῦς. Κι ἐνῶ ὁ Ἰωάννης γράφει ὅτι ὅταν εἶδε ὁ Ἰησοῦς τὸν Σίμωνα νὰ ἔρχεται τοῦ εἶπε «Σὺ εἶσαι ὁ Σίμων ὁ γιὸς τοῦ Ἰωνᾶ, θὰ ὀνομαστῆς Κηφάς, ποὺ θὰ πῆ Πέτρα» -ὁ Ματθαῖος γράφει ὅτι εἶχε αὐτὸ τὸ ὄνομα ὁ Πέτρος. Ὅταν εἶδε, λέει τὸ Σίμωνα ποὺ τὸν ἔλεγαν Πέτρο. Καὶ ἀπὸ τὸ μέρος ὅπου ἔγινε ἡ κλήση καὶ ἀπὸ πολλὰ ἄλλα θὰ τὸ διαπίστωνε κανένας κι ἀπὸ τὴν πρόθυμη ὑπακοὴ κι ἀπὸ τὴν ἐγκατάλειψη τῶν πάντων. Ἦσαν ἤδη καλὰ προετοιμασμένοι. Στὴν πρώτη ὁ Ἀνδρέας ἔρχεται στὸ σπίτι καὶ ἀκούει πολλά. Στὴ δεύτερη γίνεται μιὰ ἁπλὴ πρόσκληση κι ἀκολουθοῦν ἀμέσως. Γιατὶ βέβαια εἶναι φυσικὸ μόλο ποὺ τὸν ἀκολούθησαν ἀπὸ τὴν ἀρχή, νὰ τὸν ἀφήσουν ξανὰ κι ἐπειδὴ εἶδαν τὸν Ἰωάννη στὴ φυλακὴ καὶ τὸν ἴδιο νὰ φεύγη – καὶ νὰ ξαναγυρίζουν στὴν τέχνη τους. Γι’  αὐτὸ καὶ τοὺς βρίσκει νὰ ψαρεύουν. Κι ἐκεῖνος οὔτε ὅταν πρῶτα θέλησαν ν’ ἀναχωρήσουν τοὺς ἐμπόδισε οὔτε ὅταν ἔφυγαν τοὺς ἄφησε ὡς τὸ τέλος. Ὑποχώρησε ὅταν ξεγλίστρησαν καὶ τώρα ἔρχεται γιὰ νὰ τοὺς ξανακερδίση. Αὑτὸς εἶναι καλύτερος τρόπος ψαρέματος.


Πρόσεξε ὅμως καὶ τὴν πίστη καὶ τὴν ὑπακοή τους. Ὅταν ἄκουσαν τὸ κάλεσμά του, ἦσαν στὴ μέση τῆς ἐργασίας καὶ ξέρετε πόσο ἀχόρταγο εἶναι τὸ ψάρεμα. Κι ὅμως δὲν ἄφησαν γι’ ἀργότερα, δὲν εἶπαν· «Ἅμα γυρίσωμε στὸ σπίτι θὰ μιλήσωμε μὲ τοὺς δικούς μας». Ἀλλὰ τ’ ἄφησαν ὅλα καὶ τὸν ἀκολούθησαν, ὅπως ἔκαμε ὁ Ἐλισσαῖος στὰ χρόνια τοῦ Ἠλία. Τέτοια ὑπακοὴ ζητεῖ ἀπὸ μᾶς ὁ Χριστός, ὥστε μήτε δευτερολέπτου ἀναβολὴ νὰ μὴν κάνωμε, ἀκόμα κι ἄν κάτι ἀπὸ τὰ πιὸ ἀπαραίτητα μᾶς βιάζη. Γι αὐτὸ καὶ κάποιον ἄλλον ποὺ τὸν πλησίασε καὶ ζήτησε νὰ θάψη τὸν πατέρα του, μήτε αὐτὸ δὲν τὸν ἄφησε νὰ κάμη δείχνοντας ὅτι ἀπὸ ὅλα πρέπει νὰ προτιμοῦμε νὰ τὸν ἀκολουθήσωμε.  Καὶ νὰ πῆς ἦταν μεγάλη ἡ ὑπόσχεση; Γι’ αὐτὸ καὶ τοὺς θαυμάζω πιὸ πολύ, ἐπειδὴ μόλο ποὺ δὲν εἶχαν δεῖ ἀκόμα κανένα σημεῖο, ἐπίστεψαν σὲ τόσο μεγάλη ὑπόσχεση καὶ ὅλα τὰ ἄλλα τὰ θεώρησαν δευτερεύοντα μπροστὰ στὸ νὰ τὸν ἀκολουθήσουν. Γιατὶ μὲ ὅποια λόγια πιάστηκαν οἱ ἴδιοι, πίστεψαν ὅτι μὲ αὐτὰ θὰ μποροῦσαν κι ἄλλους νὰ πιάσουν. Τοῦτο εἶχε ὑποσχεθῆ σ’ αὐτούς, σ’ ἐκείνους ὅμως ποὺ ἦσαν μαζὶ μὲ τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη τίποτα τέτοιο δὲ λέει. Γιατὶ ἡ ὑπακοὴ τῶν πρώτων ἄνοιξε ἔπειτα τὸ δρόμο καὶ σ’ αὐτούς. Ἐξ ἄλλου εἶχαν ἀκούσει προηγουμένως πολλά γι’ αὐτόν. Κοίταξε καὶ πόσο καθαρὸ ὑπαινιγμὸ κάνει καὶ γιὰ τὴν φτώχεια τους· τοὺς βρῆκε νὰ ράβουν τὰ δίχτυα τους. Τόσο μεγάλη ἦταν ἡ φτώχεια τους, ὥστε νὰ διορθώνουν τὰ χαλασμένα, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσαν ν’ ἀγοράσουν ἄλλα. Δὲν ἦταν κι αὐτὸ τότε μικρὸ δεῖγμα ἀρετῆς, ἡ εὔκολη ἀνοχὴ τῆς φτώχειας, ἡ ἀπόκτηση τῆς τροφῆς ἀπὸ τίμιο μόχθο, ὀ σύνδεσμος μεταξύ τους μὲ τὴ δύναμη τῆς ἀγάπης τὸ γηροκόμισμα κι ἡ περιποίηση τοῦ πατέρα τους. Κι ὅταν τοὺς ἔπιασε στὰ δίχτυα του, τότε ἀρχίζει, ἐνῶ εἶναι μαζί του, νὰ θαυματουργῆ, βεβαιώνοντας μὲ τὰ ἔργα του ὅ,τι εἶχε πεῖ γι’ αὐτὸν ὁ Ἰωάννης.  Βρισκόταν ἀδιάκοπα στὶς συναγωγὲς κι ἐκεῖ τοὺς ἔλεγε ὅτι δὲν εἶναι κάποιος ἀντίθετος οὔτε πλάνος ἀλλὰ ἔχει ἔρθει μὲ τὸ θέλημά τοῦ Θεοῦ. Κι ἐκεῖ δὲν ἐκήρυττε μόνο παρὰ ἔκαμε καὶ θαύματα.


Γιατὶ παντοῦ ὅπου γίνεται κάτι διαφορετικὸ καὶ παράδοξο καὶ ἡ νομοθέτηση καινούργιας ζωῆς, συνηθίζει ὁ Θεὸς νὰ κάμη θαύματα, δίνοντας ἐνέχυρα γιὰ τὴ δύναμή του σ’ ἐκείνους ποὺ εἶναι νὰ δεχτοῦν τοὺς νόμους. Ἔτσι ὅταν ἦταν νὰ πλάση τὸν ἄνθρωπο, δημιούργησε ὅλον τὸν κόσμο καὶ τότε τοῦ ἔδωσε τὸ νόμο ἐκεῖνο μέσα στὸ παράδεισο. Καὶ ὅταν ἦταν νὰ δώση τὸ νόμο τοῦ Νῶε, πάλι μεγάλα θαύματα ἔκαμε, μὲ τὰ ὁποῖα ἀναδημιούργησε ὅλη τὴ πλάση καὶ κράτησε ὁλόκληρο χρόνο τὸ φοβερὸ ἐκεῖνο πέλαγος κι ἔκανε ὅλα ἐκεῖνα, μὲ τὰ ὁποία ἔσωσε τὸν δίκαιον ἐκεῖνον μέσα σὲ τὸσα χαλασμό. Καὶ στὰ χρόνια τοῦ Ἀβραάμ παρουσίασε πολλὰ θαύματα, τὴ νίκη στὸν πόλεμο, τὴν πληγὴ ποὺ ἔδωσε στὸ Φαραώ, τὴν ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τοὺς κινδύνους. Κι ὅταν νομοθετοῦσε στοὺς Ἑβραίους παρουσίασε τὰ θαυμαστὰ καὶ τρισμεγάλα ἐκεῖνα σημεῖα καὶ τότε τοὺς ἔδωσε τὸ νόμο. Ἔτσι κι ἐδῶ θέλοντας νὰ δώση ἕναν ἀνώτερο τρόπο ζωῆς καὶ νὰ τοὺς πῆ ὅσα ποτὲ δὲν εἶχαν ἀκούσει, ἐπιβεβαιώνει τοὺς λόγους μὲ τὴν παρουσίαση τῶν θαυμάτων. Ἐπειδὴ δηλαδὴ δὲ φαινόταν ἡ βασιλεία ποὺ κήρυττε, αὐτὴν τὴν ἀόρατη μὲ τὰ φαινόμενα τὴ φανερώνει καὶ πρόσεξε τὴ λιτότητα τοῦ Εὐαγγελιστοῦ, πῶς δὲ μᾶς διηγεῖται γιὰ τὸν καθένα ἀπὸ ὅσους ἐθεραπεύονταν ἀλλὰ μὲ δυὸ λόγια παρατρέχει νιφάδες ὁλόκληρες ἀπὸ θαύματα. Τοῦ ἔφεραν λέει ὅλους ὅσοι ταλαιπωροῦνταν ἀπὸ λογῆς ἀσθένειες καὶ βασανίζονταν, δαιμονισμένους, σεληνιακούς, παραλυτικοὺς καὶ τοὺς ἐθεράπευσε. Ἀλλὰ τί περίεργο εἶναι τοῦτο; Γιατὶ δὲν ζήτησε ἀπὸ κανένα τους πίστη οὕτε εἶπε αὐτὸ ποὺ ἔπειτα φανερά ἔλεγε· «Πιστεύετε ὅτι μπορῶ νὰ τὸ κάμω αὐτό»; Ἐπειδὴ δὲν εἶχε δώσει ἀκόμα ἀπόδειξη τῆς δυνάμεώς του. Ἐξ ἄλλου καὶ μόνο ὅτι ἔρχονταν εἴτε τοὺς ἔφερναν μαρτυτοῦσε ὄχι τυχαία πίστη. Τοὺς ἔφερναν ἀπὸ μακρυὰ καὶ δὲ θὰ τοὺς εἶχαν φέρει, ἄν δὲν εἶχαν πείσει ὁλότελα τὸν ἑαυτὸ τους γι’ αὐτόν. Ἄς τὸν ἀκολουθήσωμε λοιπὸν κι ἐμεῖς. Γιατὶ ἔχομε πολλὲς ἀσθένειες τῆς ψυχῆς κι αὐτὲς θέλει πρῶτα νὰ θεραπεύση. Γι’ αὐτὸ ἀποκαθιστᾶ τὶς σωματικὲς ἀσθένειες γιὰ νὰ ἐξορίση τὶς ψυχικὲς ἀπὸ τὴν ψυχή μας. Ἄς ἔρθωμε λοιπὸν κοντά του καὶ τίποτα βιοτικὸ ἄς μὴ τοῦ ζητήσωμε παρὰ μόνο συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν μας· τὴν παραχωρεῖ καὶ τώρα ἄν τὴ ζητοῦμε σοβαρά. Τότε εἶχε φτάσει ἡ φήμη του ὡς τὴ Συρία τώρα ἔχει φτάσει σ’ ὅλη τὴν οἰκουμένη. Κι ἐκεῖνοι ἔτρεχαν μαζεμένοι, ὅταν ἄκουγαν μόνο πὼς ἐθεράπευσε δαιμονισμένους· σὺ ὅμως ποὺ ἔχεις περισσότερες καὶ μεγαλύτερες ἀποδείξεις γιὰ τὴ δύναμή του, γιατὶ δὲ σηκώνεσαι νὰ τρέξης σ’ αὐτόν; Κι ἐκεῖνοι ἄφησαν καὶ πατρίδα καὶ φίλους καὶ συγγενεῖς· σὺ ὅμως δὲ θέλεις μήτε τὸ σπίτι σου ν’ ἀφήσης, γιὰ νὰ πᾶς κοντά του καὶ νὰ λάβης πολὺ περισσότερα; Καὶ μήτε ποὺ ζητοῦμε αὐτὸ ἀπὸ σένα. Ἄφησε μόνο τὴν κακὴ συνήθεια καὶ μένοντας στὸ σπίτι σου μαζὶ μὲ τοὺς δικούς σου θὰ μπορέσης εὔκολα νὰ σωθῆς. Τώρα ἄν ἔχωμε ἕνα πάθος σωματικό, κάνουμε τὸ κάθε τι καὶ προσπαθοῦμε ν’ ἀπαλλαγοῦμε ἀπ’ ὅ,τι μᾶς στενοχωρεῖ. Ἄν ὅμως ἡ ψυχὴ μας εἶναι σὲ κακὴ κατάσταση ἀναβάλλομε καὶ ἀποφεύγομε. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς δὲν γλυτώνωμε οὔτε ἀπὸ κεῖνα. Ἐπειδὴ ἐμεῖς μετατρέπομε τὰ ἀναγκαῖα σὲ πάρεργα καὶ τὰ πάρεργα σὲ ἀναγκαῖα καὶ ἀφήνοντας τὴν πηγὴ τῶν κακῶν θέλομε τὰ ρυάκια νὰ καθαρίσουμε. Γιατὶ ὅτι αἰτία τῶν σωματικῶν κακῶν εἶναι ἡ κακία τῆς ψυχῆς τὸ ἐδήλωσε καὶ ὁ παράλυτος ἐπὶ τριάντα ὀκτὼ χρόνια κι αὐτὸς ποὺ τὸν κατέβασαν ἀπὸ τὴ στέγη κι ὁ Κάιν πρὶν ἀπ’ αὐτούς. Κι ἀπὸ πολλὰ μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ διαπιστώση. Ἄς βγάλωμε ἀπὸ τὴ μέση τὴν πηγὴ τῶν κακῶν κι ὅλα τὰ ρεύματα τῶν ἀσθενειῶν θὰ σταματήσωμε. Δὲν εἶναι μόνο ἡ παράλυση ἀσθένεια ἀλλὰ καὶ ἡ ἁμαρτία· καὶ ἡ δεύτερη σημαντικώτερη ἀπὸ τὴν πρώτη, ὅσο ἀνώτερη εἶναι ἀπὸ τὸ σῶμα ἡ ψυχή. Ἄς ἔρθωμε λοιπὸν καὶ τώρα κοντά του καὶ ἄς τὸν παρακαλέσωμε νὰ σφίξη τὴν ψυχή μας ποὺ ἔχει παραλύσει καὶ παραμερίζοντας τὰ βιοτικὰ ἄς λογαριάζωμε τὰ πνευματικά μόνο. Κι ἄν μὲ δύναμη προσηλωθῆς σ’ αὐτά, τότε φρόντιζε καὶ γιὰ κείνα. Μήτε ν’ ἀδιαφορῆς γιὰ τὴν ἁμαρτία σου, ἐπειδὴ δὲ σοῦ προκαλεῖ λύπη· γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς νὰ στενάζης περισσότερο, ἐπειδὴ δὲ δοκιμάζεις πόνο γιὰ τὴν ἁμαρτία. Αὐτὸ δὲ συμβαίνει ἐπειδὴ δὲν δαγκώνει ἡ ἁμαρτία ἀλλὰ ἐπειδὴ εἶναι ἀναίσθητη ἡ ψυχὴ ποὺ σφάλλει. Σκέψου λοιπὸν ἐκείνους ποὺ νιώθουν τὰ ἁμαρτήματά τους, πῶς θρηνοῦν πιὸ λυπηρὰ ἀπ’ ὅσους κάνουν ἐγχειρήσεις ἤ καυτηριάσεις, πόσα κάνουν καὶ πόσα ὑποφέρουν, πόσους θρήνους καὶ ὀδυρμοὺς κάνουν γιὰ ν’ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὴ κακὴ συνείδηση. Δὲ θὰ τὸ ἔκαναν αὐτὸ ἄν δὲν ἕνιωθαν σφοδρὸ ψυχικὸ πόνο.


Τὸ καλύτερο εἶναι νὰ μὴν ἁμαρτάνης καθόλου· τὸ δεύτερο, νὰ νιώθης τὴν ἁμαρτία σου καὶ νὰ διορθώνεσαι. Ἄν μᾶς λείπη αὐτό, πῶς θὰ παρακαλέσωμε τὸ Θεὸ καὶ θὰ ζήσωμε τὴ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν μας, ἐμεῖς ποὺ καθόλου δὲ τὶς λογαριάζομε; Ὅταν σύ, ποὺ ἁμάρτησες, δὲ θέλης μήτε αὐτὸ ν’ ἀναγνωρίσης, ὅτι δηλαδὴ ἁμάρτησες, γιὰ ποιὰ ἁμαρτήματα θὰ παρακαλέσης τὸ Θεό; Γι’ αὐτὰ ποὺ δὲ γνωρίζεις; Καὶ πῶς θὰ γνωρίσης τὸ μέγεθος τῆς εὐεργεσίας; Ἀνάφερε λοιπὸν χωριστὰ τὶς ἁμαρτίες σου, γιὰ νὰ μάθης γιὰ ποιὲς παίρνεις συγχώρηση, γιὰ νὰ νιώσης εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν εὐεργέτη σου. Ὅταν ἐρεθίσης κάποιον ἄνθρωπο, καὶ φίλους καὶ γείτονες καὶ θυρωροὺς παρακαλεῖς καὶ ξοδεύεις χρήαμτα καὶ χάνεις πολλὲς ἡμέρες νὰ πηγαίνης νὰ τὸν βρίσκης καὶ νὰ παρακαλῆς καὶ ἄν μιὰ καὶ δυὸ καὶ ἀμέτρητες φορὲς σὲ ἀποκρούση ὁ θυμωμένος, δὲν ἡσυχάζεις ἀλλὰ μεγαλώνει ἡ ἀγωνία σου καὶ πληθύνεις τὶς παρακλήσεις. Ἐνῶ, ὅταν θυμώση ὁ Θεὸς τῶν ὅλων, ἀδρανοῦμε καὶ ἡσυχάζουμε καὶ διασκεδάζομε καὶ μιλοῦμε κι ἀπὸ τὰ συνηθισμένα μας καθόλου δὲ βγαίνομε. Πότε θὰ μπορέσωμε νὰ τὸν ἐξιλεώσωμε; Πῶς μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο δὲ θὰ τὸν ἐξοργίσωμε περισσότερο; Πιὸ πολὺ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία τὸν κάνει νὰ ἀγανακτῆ περισσότερο καὶ νὰ ὀργίζεται ἡ ἀπουσία τῆς λύπης γιὰ τὴν ἁμαρτία. Γι’ αὐτὸ ἀξίζει νὰ κατεβοῦμε μέσα στὴ γῆ καὶ μήτε τὸν ἤλιο ν’ ἀντικρύζωμε μήτε ν’ ἀναπνέωμε καθόλου, γιατὶ παρόλο ποὺ ἔχομε ἕναν τόσο καλόβουλο Κύριο, τὸν θυμώνομε καὶ ἀφοῦ τὸν θυμώνομε τοὐλάχιστο δὲ μετανοοῦμε. Μ’ ὅλο ποὺ ἐκεῖνος κι ὅταν θυμώνη, δὲ μᾶς μισεῖ οὔτε μᾶς ἀποστρέφεται ἀλλὰ θέλει νὰ μᾶς τραβήξη ἔστω καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτό. Γιατὶ ἄν μᾶς εὐεργετοῦσε ἀδιάκοπα καὶ μεῖς τὸν ὑβρίζαμε, περισσότερο θὰ τὸν περιφρονούσαμε. Γιὰ νὰ μὴ γίνη αὐτό, μᾶς ἀποστρέφεται προσώρας, γιὰ νὰ μᾶς ἔχη κοντά του παντοτινά. Ἄς ἔχωμε θάρρος λοιπὸν στὴν φιλανθρωπία του κι ἄς δείξωμε μετάνοια μελετημένη, πρὶν φτάση ἡ ἡμέρα ποὺ ἡ μετάνοια δὲ θὰ μᾶς ὠφεληση. Τώρα ὅλα εἶναι στὸ χέρι μας· τότε ὅμως ἡ ἀπόφαση εἶναι μόνο στὸ χέρι τοῦ δικαστοῦ. Ἄς τὸν προσπέσωμε λοιπὸν κι ἄς ἐξομολογηθοῦμε, ἄς κλάψωμε κι ἄς θρηνήσωμε. Ἄν μπορέσωμε νὰ παρακαλέσωμε τὸν δικαστὴ πρὶν ἀπὸ τὴν δίκη νὰ συγχωρέση τὶς ἁμαρτίες, δὲ θὰ χρειαστὴ μήτε νὰ μποῦμε στὸ δικαστήριο. Ὅπως πάλι ἄν δὲ γίνη αὐτό, θὰ ἀκούση τὴν ἀπολογία μας μπροστὰ σὲ ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη, ποὺ θὰ εἶναι παροῦσα καὶ δὲν ἔχομε καμμιὰ ἐλπίδα γιὰ συγχώρηση. Κανένας ἀπὸ τοὺς ἐδῶ ποὺ δὲν πῆρε ἄφεση γιὰ τὰ ἁμαρτήματά του, δὲ θὰ μπορέση ν’ ἀποφύγη τὶς εὐθύνες του γι’ αὐτά. Ἀλλὰ ὅπως οἱ φυλακισμένοι ἐδῶ μὲ τὶς ἁλυσίδες τους ὁδηγοῦνται στὸ δικαστήριο, ἔτσι κι ὅλες οἱ ψυχὲς ὅταν φύγουν ἀπὸ δῶ βαρημένες μ’ ὅλες τὶς σειρὲς τῶν ἁμαρτημάτων τους, ὁδηγοῦνται στὸ φοβερὸ βῆμα. Γιατὶ καθόλου καλύτερη ἀπὸ φυλακὴ δὲν εἶναι ὁ βίος αὐτός. Ἀλλὰ ὅπως στὸ κτίριο ἐκεῖνο ὅταν μποῦμε τοὺς βλέπομε ὅλους ἁλυσοδεμένους, ἔτσι καὶ τώρα ὅταν ἀπομακρύνωμε ἀπὸ τὰ μάτια μας τὰ ἐξωτερικὰ φαινόμενα καὶ εἰσέλθωμε μέσα στὴ ζωὴ καθενὸς καὶ μέσα στὴν ψυχή του θὰ τὴ βροῦμε δεμένη μὲ ἁλυσίδες χειρότερες ἀπὸ τὶς σιδερένιες. Ἀκόμα χειρότερα ἄν μπῆς μέσα στὶς ψυχὲς τῶν πλουσίων. Ὅσο περισσότερα εἶναι τὰ ἐνδύματά τους τόσο χειρότερα εἶναι τὰ δεσμά τους. Ὅπως λοιπὸν ὅταν δῆς τὸ δεσμώτη νὰ εἶναι σιδεροδεμένος καὶ στὴν πλάτη καὶ στὰ χέρια καὶ συχνὰ καὶ στὰ πόδια, γι’ αὐτὸ καὶ περισσότερο τὸν ἐλεεινολογεῖς, ἔτσι καὶ τὸν πλούσιο, ὅταν δῆς νὰ εἶναι ντυμένος μύρια ὅσα, μὴν τὸν θεωρῆς πλούσιο γι’ αὐτὰ ἀλλὰ ἄθλιο ἐξ αἰτίας τους, γιατὶ ἐκτὸς ἀπὸ τὰ δεσμὰ αὐτά, ἔχει καὶ δεσμοφύλακα βαρύ, τὴν κακὴν ἐπιθυμία τῶν χρημάτων. Αὐτὴ δὲν τὸν ἀφήνει νὰ πηδήση τὴ φυλακὴ αὐτὴν καὶ φτιάχνει μύρια ἐμπόδια καὶ φύλακες καὶ πόρτες καὶ μάνταλα καὶ ἀφοῦ τὸν ρίξη στὸ βαθύτερο κελλί, τὸν καταφέρνει ἀκόμα καὶ νὰ χαίρεται γι’ αὐτὰ τὰ δεσμὰ κι ἔτσι μήτε μιὰ ἐλπίδα νὰ μὴν τοῦ γεννηθῆ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τὶς συμφορές ποὺ τὸν περιμένουν. Κι ἄν μὲ τὴ σκέψη ἀντικρύσης τὴν ψυχὴ κάποιου, θὰ τὴν βρῆς νἆναι ὄχι μόνο ἁλυσοδεμένη ἀλλὰ κι ἀχτένιστη κι ἄπλυτη καὶ γεμάτη ζωύφια. Γιατὶ καθόλου καλύτερα ἀπ’ αὐτὰ δὲν εἶναι οἱ σαρκικὲς ἡδονὲς ἀλλὰ καὶ πιὸ σιχαμερὲς καὶ χειρότερα ἀπ’ αὐτὰ καταστρέφουν τὸ σῶμα μαζὶ μὲ τὴν ψυχὴ καὶ προξενοῦν καὶ σ’ αὐτὸ καὶ σ’ ἐκεῖνη ἀμέτρητες πληγές. Γιὰ ὅλα αὐτὰ ἄς παρακαλέσωμε τὸ Λυτρωτή τῶν ψυχῶν μας, ὥστε καὶ τὰ δεσμά μας νὰ σπάση, καὶ τὸν κακὸ αὐτὸν φύλακα ν’ ἀπομακρύνη κι ἀφοῦ μᾶς ἀπαλλάξη ἀπὸ τὸ φορτίο τῶν σιδερένιων ἁλυσίδων ἄς κάμη τὸ φρόνημά μας ἐλαφρότερο κι ἀπὸ τὸ φτερό. Καὶ πρακαλῶντας τον ἄς τοῦ φέρωμε καὶ τὰ δικὰ μας δῶρα, ζῆλο καὶ γνώμη καὶ προθυμία ἀγαθή. Ἔτσι θὰ ἐπιτύχωμε καὶ μάλιστα σὲ σύντομο χρόνο ν’ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὰ κακὰ ποὺ μᾶς κατέχουν καὶ νὰ ἀντιληφθοῦμε ποῦ βρισκόμαστε πρῶτα καὶ νὰ ἀποκτήσωμε τὴν ἐλευθερία ποὺ μᾶς ἁρμόζει. Αὐτὴν μακάρι νὰ ἐπιτύχωμε ὅλοι μας μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ποὺ σ’ αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν.


(Μητροπολίτου Τρίκκης καὶ Σταγῶν Διονυσίου “Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον”, Τόμος Δεύτερος, Ἀθῆναι 1969, σελ.114-123)


Κυριακή Β’ Ματθαίου: Ερμηνεία στην Αποστολική περικοπή

 Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος


(Προς Ρωμαίους, κεφ.2, χωρία 10-16)


Επιλεγμένα αποσπάσματα από την ερμηνεία του αγίου Ιωάννου, αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου στην αποστολική περικοπή της Κυριακής Β΄Ματθαίου [ομιλία ΣΤ΄ από τον υπομνηματισμό του αγίου στην Προς Ρωμαίους επιστολή] «δόξα δὲ καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν, Ἰουδαίῳ τε πρῶτον καὶ Ἕλληνι (:δόξα από τον Θεό, τιμή και έπαινος, ειρήνη και χαρά θα αποδοθεί σε καθένα, που εργάζεται το αγαθό, στον Ιουδαίο πρώτα αλλά και στον ειδωλολάτρη Έλληνα)» [Ρωμ. 2, 10].


Ποιον «Ιουδαίο» εννοεί εδώ ο απόστολος Παύλος ή για ποιους «Έλληνες» μιλάει; Για αυτούς που έζησαν πριν από την παρουσία του Χριστού. Γιατί ο λόγος δεν έφθασε ακόμη στα χρόνια της χάρης, αλλά μένει ακόμη στα προηγούμενα χρόνια, προκαθορίζοντας από μακριά και εξαφανίζοντας τη διαφορά του Έλληνα και του Ιουδαίου, ώστε, όταν το κάνει αυτό στον καιρό της χάρης, να μη φανεί πια ότι επινοεί κάτι το νέο και ενοχλητικό. Εάν λοιπόν στα προηγούμενα χρόνια, όταν δεν έλαμψε ακόμη η τόσο μεγάλη χάρη, όταν τα πράγματα των Ιουδαίων ήταν σε όλους σεβαστά και ξακουστά και λαμπερά, δεν υπήρχε καμία διαφορά, ποιο λόγο θα μπορούσε να πει στη συνέχεια ύστερα από την τόσο μεγάλη φανέρωση της χάρης;

Γι’ αυτό ακριβώς και με πολλή φροντίδα το ετοιμάζει αυτό. Γιατί πραγματικά ο ακροατής, αφού μάθει ότι αυτό επικρατούσε στα προηγούμενα χρόνια, θα το παραδεχτεί αυτό πολύ περισσότερο μετά την πίστη.


«Έλληνες» όμως εδώ λέγει όχι τους ειδωλολάτρες, αλλά τους θεοσεβείς, εκείνους που πείθονταν στο φυσικό νόμο, εκείνους που τηρούσαν εκτός από τις ιουδαϊκές εντολές, όλα όμως αυτά που οδηγούσαν στην ευσέβεια. Τέτοιοι άνθρωποι ήταν εκείνοι που ήταν μαζί με τον Μελχισεδέκ, τέτοιος ήταν ο Ιώβ, τέτοιοι ήταν οι Νινευίτες, τέτοιος ήταν ο Κορνήλιος. Ήδη λοιπόν υπονομεύει από πριν τη διαφορά της περιτομής και της ακροβυστίας και από μακριά εξαφανίζει αυτή τη διαφορά, ώστε και χωρίς υποψία να κάμει αυτό και από άλλη ανάγκη να τους οδηγήσει σε αυτό, πράγμα που πάντοτε είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα της σύνεσης του αποστόλου. Εάν λοιπόν φανέρωνε αυτό στα χρόνια της χάρης, θα φαινόταν πως ο λόγος ήταν πολύ ύποπτος, ενώ το να αλλάξει τον λόγο γι’ αυτούς με βάση το συμπέρασμα εκείνο, την ώρα που μιλούσε για την κακία και την πονηρία που επικρατούσε στον κόσμο, έκανε ανύποπτη τη διδασκαλία.


Και ότι θέλει αυτό και γι’ αυτό το παρουσίασε έτσι, είναι φανερό από εκεί. Γιατί, εάν δεν προσπαθούσε να αποδείξει αυτό, ήταν αρκετό, λέγοντας, ότι «κατὰ δὲ τὴν σκληρότητά σου καὶ ἀμετανόητον καρδίαν θησαυρίζεις σεαυτῷ ὀργὴν ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς καὶ ἀποκαλύψεως καὶ δικαιοκρισίας τοῦ Θεοῦ, ὃς ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ ἔργα αὐτοῦ (: Σύμφωνα με τη σκληρότητά σου και την αμετανόητη καρδιά σου, που δε συγκινείται από την τόση καλοσύνη του Θεού, μαζεύεις εναντίον σου θησαυρούς οργής που θα εξαπολυθούν εναντίον σου κατά την ημέρα, κατά την οποία θα ξεσπάσει η θεία οργή και θα αποκαλυφθεί η δίκαιη κρίση του Θεού, ο οποίος θα αποδώσει στον καθένα σύμφωνα με τα έργα του)» [Ρωμ. 2, 5], να σταματήσει το θέμα αυτό· γιατί πραγματικά είχε ολοκληρωθεί. Επειδή όμως δεν ήταν τούτο το ζητούμενο για τον απόστολο Παύλο, να μιλήσει δηλαδή μόνο για τη μέλλουσα κρίση, αλλά και να δείξει ότι ο Ιουδαίος δεν έχει τίποτε περισσότερο από έναν τέτοιον Έλληνα, για να μην υπερηφανεύεται, προχωρεί στα επόμενα, και χρησιμοποιεί την τάξη. Πρόσεχε όμως. Φοβέρισε τον ακροατή, υπενθύμισε σε αυτόν τη φοβερή ημέρα, είπε πόσο κακό είναι να ζει κανείς μαζί με την πονηρία, έδειξε πως κανείς δεν αμαρτάνει από άγνοια ούτε χωρίς τιμωρία, αλλά και αν ακόμη δεν τιμωρηθεί τώρα, θα τιμωρηθεί οπωσδήποτε. Έτσι στη συνέχεια θέλει να αποδείξει πως η διδασκαλία του νόμου δεν ήταν από τα πολύ επείγοντα πράγματα, γιατί η κόλαση και η τιμή βρίσκονται στα έργα, και όχι στην περιτομή και την ακροβυστία.


Επειδή λοιπόν είπε πως οπωσδήποτε θα τιμωρηθεί ο Έλληνας και το θεώρησε αυτό σαν δεδομένο, και από αυτό απέδειξε ότι και θα τιμηθεί, ως περιττά φανέρωσε στη συνέχεια και τον νόμο και την περιτομή· διότι εδώ μάχεται ιδιαίτερα τους Ιουδαίους. Επειδή λοιπόν εκείνοι ήταν περισσότερο φιλόνικοι, πρώτα με το να έχουν από υπερηφάνεια την αξίωση να μην αριθμούνται μαζί με αυτούς που προέρχονταν από τους εθνικούς· δεύτερο, με το να περιγελούν, εάν η πίστη εξαφανίζει όλα τα αμαρτήματα, γι’ αυτό κατηγόρησε πρώτα τους Έλληνες [βλ. Ρωμ. 2, 9: «θλῖψις καὶ στενοχωρία ἐπὶ πᾶσαν ψυχὴν ἀνθρώπου τοῦ κατεργαζομένου τὸ κακόν, Ἰουδαίου τε πρῶτον καὶ Ἕλληνος (: Θλίψη και στενοχώρια θα κυριεύσει και θα πλημμυρίσει κάθε άνθρωπο, ο οποίος αμετανόητα επιμένει να εργάζεται το κακό, τον Ιουδαίο κατά πρώτον λόγο, αλλά και τον εθνικό)»]·, για τους οποίους μιλάει, ώστε χωρίς υποψία και με παρρησία να φθάσει στους Ιουδαίους. Έπειτα, αφού ήρθε ο λόγος στην εξέταση για την κόλαση, δείχνει πως όχι μόνο δεν ωφελείται καθόλου ο Ιουδαίος από τον νόμο, αλλά και επιβαρύνεται. Και αυτό το αποδεικνύει από τα προηγούμενα. Εάν λοιπόν ο Έλληνας είναι γι’ αυτό αναπολόγητος, επειδή δεν έγινε καλύτερος, παρά το ότι και η κτίση και οι σκέψεις του τον οδηγούσαν σε αυτό, πολύ περισσότερο θα είναι ο Ιουδαίος, αφού πήρε μαζί με αυτά και τη διδασκαλία από τον νόμο που δεν εφάρμοσε. Αφού έπεισε λοιπόν τον Ιουδαίο ακροατή του εύκολα να δεχθεί τη σκέψη αυτή στα αμαρτήματα των άλλων, τον αναγκάζει στη συνέχεια και χωρίς τη θέλησή του να κάνει αυτό και στα δικά του αμαρτήματα.


Και για να γίνει εύκολα δεκτός ο λόγος, τον οδηγεί και στα πιο αγαθά, λέγοντας τα εξής: «δόξα από τον Θεό, τιμή και έπαινος, ειρήνη και χαρά θα δοθεί σε καθένα, που εργάζεται το αγαθό, στον Ιουδαίο πρώτα αλλά και στον ειδωλολάτρη». Γιατί εδώ βέβαια, όσα καλά αν έχει κανείς, τα έχει με πολλές ταραχές, και αν ακόμη είναι πλούσιος ή άρχοντας ή βασιλιάς. Και αν όχι προς άλλον, τουλάχιστο επαναστατεί προς τον εαυτό του πολλές φορές και στις σκέψεις του έχει πολύ πόλεμο. Εκεί όμως δε συμβαίνει τίποτε τέτοιο, αλλά τα πάντα είναι γαλήνια και χωρίς ταραχή και έχουν τη γνήσια ειρήνη.


Αποδεικνύοντας λοιπόν από τα προηγούμενα ότι και εκείνοι που δεν είχαν νόμο, θα απολαύσουν τα ίδια, προσθέτει και ένα συλλογισμό, λέγοντας έτσι: «οὐ γὰρ ἔστι προσωποληψία παρὰ τῷ Θεῷ (: διότι δεν είναι προσωπολήπτης ο Θεός και δε χαρίζεται σε κανέναν-δε λαμβάνει δηλαδή υπόψη τη φυλή και την τάξη των ανθρώπων, αλλά την πίστη και τα έργα τους)» [Ρωμ. 2, 11]. Γιατί όταν λέγει ότι τιμωρείται και ο Ιουδαίος και ο Έλληνας, όταν αμαρτάνουν, δε χρειάζεται συλλογισμούς· όταν όμως λέγει ότι και τιμάται ο Έλληνας, θέλει να κάνει αποδεικτικούς συλλογισμούς και στη συνέχεια χρειάζεται πλέον τεκμηρίωση. Γιατί πραγματικά φαινόταν πως είναι θαυμαστό και παράδοξο, εάν εκείνος που δεν άκουσε ούτε τον νόμο ούτε τους προφήτες, τιμάται όταν εργάζεται τα αγαθά. Γι’ αυτό, πράγμα που είπα και πιο μπροστά, στα πριν από τη χάρη χρόνια γυμνάζει τις ακοές τους, για να προσθέσει ευκολότερα στη συνέχεια μαζί με την πίστη και τη συγκατάθεσή τους σε αυτά. Εδώ βέβαια γίνεται ιδιαίτερα ανύποπτος, επειδή ούτε το δικό του δεν προετοιμάζει. Αφού λοιπόν είπε «δόξα δὲ καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν, Ἰουδαίῳ τε πρῶτον καὶ Ἕλληνι», πρόσθεσε: «οὐ γὰρ ἔστι προσωποληψία παρὰ τῷ Θεῷ». Πω, πω, με πόση αφθονία νίκησε! Γιατί δείχνει, φέροντας τον λόγο σε παραδοξολογία, ότι δεν είναι σύμφωνα με το θέλημα του Θεού το να μη γίνει έτσι· γιατί τότε το πράγμα θα ήταν αποτέλεσμα μεροληψίας, ενώ ο Θεός δεν είναι προσωπολήπτης. Και δεν είπε «εάν όμως δεν γίνει αυτό, ο Θεός είναι μεροληπτικός», αλλά με πιο σεμνό τρόπο εκφράστηκε: «οὐ γὰρ ἔστι προσωποληψία παρὰ τῷ Θεῷ». Δηλαδή ο Θεός δεν εξετάζει την ποιότητα των προσώπων, αλλά τη διαφορά των πράξεων. Λέγοντας αυτά, φανέρωσε ότι ο Ιουδαίος δε διαφέρει από τον Έλληνα στις πράξεις, αλλά μόνο στα πρόσωπα.


Σε αυτά ήταν επόμενο να πει: όχι λοιπόν, επειδή ο ένας είναι Ιουδαίος και ο άλλος Έλληνας, γι’ αυτό να τιμάται ο πρώτος και να περιφρονείται ο δεύτερος, αλλά και τα δύο γίνονται ανάλογα με τα έργα τους. Όμως δεν το εξέφρασε έτσι, γιατί θα προκαλούσε την οργή του Ιουδαίου, αλλά κάτι άλλο περισσότερο αναφέρει συγκρατώντας και ταπεινώνοντας παρακάτω το φρόνημά τους, ώστε να παραδεχθούν εκείνο. Και ποιο είναι αυτό; Τα επόμενα λόγια: «ὅσοι γὰρ ἀνόμως ἥμαρτον, ἀνόμως καὶ ἀπολοῦνται· καὶ ὅσοι ἐν νόμῳ ἥμαρτον, διὰ νόμου κριθήσονται (: Γι’ αυτό, όσοι αμάρτησαν, χωρίς να έχουν γνωρίσει τον μωσαϊκό νόμο, θα καταδικασθούν σε απώλεια, χωρίς να χρησιμοποιηθεί ο Νόμος ως μέτρο της κρίσεως εναντίον τους· και όσοι αμάρτησαν ενώ είχαν λάβει και γνώριζαν τον γραπτό, τον μωσαϊκό νόμο, θα κριθούν επί τη βάσει του Νόμου)» [Ρωμ. 2, 12]. Εδώ λοιπόν, πράγμα που είπα παραπάνω, όχι μόνο δείχνει την ισοτιμία Ιουδαίου και Έλληνα, αλλά και πώς ο Ιουδαίος επιβαρύνεται πολύ από τη χορήγηση του νόμου. Γιατί ο Έλληνας κρίνεται χωρίς τον νόμο. Το «χωρίς νόμο» εδώ δε σημαίνει το πιο δυσάρεστο, αλλά το πιο μαλακό· δηλαδή δεν έχει τον νόμο ως κατήγορο. Γιατί το «χωρίς νόμο», δηλαδή, χωρίς την κατηγορία του νόμου, σημαίνει καταδικάζεται μόνο από τους φυσικούς συλλογισμούς. Ο Ιουδαίος όμως κρίνεται με βάση τον νόμο, δηλαδή μαζί με τη φύση είναι και ο νόμος κατήγορος. Γιατί όσο περισσότερο δέχτηκε τη φροντίδα, τόσο περισσότερο θα τιμωρηθεί, εφόσον υπήρξε απείθαρχος και αμετανόητος. Βλέπεις πώς παρουσίασε μεγαλύτερη την ανάγκη στους Ιουδαίους για να τρέξουν στη χάρη; Επειδή λοιπόν έλεγαν ότι δε χρειάζονται τη χάρη, σωζόμενοι μόνο με τον νόμο, δείχνει πως αυτοί τη χρειάζονται περισσότερο από τους Έλληνες, αφού βέβαια πρόκειται να τιμωρηθούν περισσότερο.


Έπειτα πάλι προσθέτει άλλο συλλογισμό, για να υπερασπίσει αυτά που ειπώθηκαν: «οὐ γὰρ οἱ ἀκροαταὶ τοῦ νόμου δίκαιοι παρὰ τῷ Θεῷ, ἀλλ᾿ οἱ ποιηταὶ τοῦ νόμου δικαιωθήσονται (: διότι δίκαιοι και άξιοι αμοιβής ενώπιον του Θεού δεν είναι αυτοί, οι οποίοι απλώς ακούνε και γνωρίζουν τον Νόμο, αλλά όσοι τον τηρούν και τον εφαρμόζουν)» [Ρωμ. 2, 13]. Σωστά πρόσθεσε τη φράση «παρὰ τῷ Θεῷ (: ενώπιον του Θεού)». Γιατί μπροστά στους ανθρώπους ίσως μπορούν να φαίνονται αξιοσέβαστοι και να υπερηφανεύονται πολύ επειδή απλώς γνωρίζουν τον Νόμο, μπροστά στον Θεό όμως, εντελώς το αντίθετο, «αυτοί που τηρούν τον νόμο, αυτοί μονάχα θα αναγνωριστούν δίκαιοι και άξιοι αμοιβής από τον Θεό». Είδες πόση αφθονία επιχειρημάτων μεταχειρίζεται για να τρέψει τον λόγο αυτό στο αντίθετο; «Εάν λοιπόν έχεις την αξίωση να σωθείς εξαιτίας του νόμου», λέγει, «θα σταθεί έτσι πρώτα από εσένα ο Έλληνας, επειδή φάνηκε πως έκαμε όσα έχουν γραφεί».


«Και πώς είναι δυνατό», θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος, «χωρίς να ακούσει τον νόμο, να εκτελέσει τον νόμο με τις εντολές του Θεού;». «Είναι δυνατόν», απαντά ο Απόστολος Παύλος, «όχι μόνο αυτό, αλλά και το πολύ περισσότερο από αυτό. Γιατί όχι μόνο χωρίς να ακούσει κανείς, μπορεί να εκτελέσει τον νόμο, αλλά και όταν τον ακούσει να μη συμβεί αυτό και να μην τον εφαρμόσει», πράγμα που αναφέρει πιο καθαρά ύστερα λέγοντας και με περισσότερη έμφαση: «ὁ οὖν διδάσκων ἕτερον σεαυτὸν οὐ διδάσκεις; (: Εσύ που διδάσκεις τον άλλο, δε διδάσκεις και δε συνετίζεις τον εαυτό σου;)» [Ρωμ. 2, 21]. Εδώ όμως πρώτα αποδεικνύει το προηγούμενο.


«Ὅταν γὰρ ἔθνη τὰ μὴ νόμον ἔχοντα φύσει τὰ τοῦ νόμου ποιῇ, οὗτοι νόμον μὴ ἔχοντες ἑαυτοῖς εἰσι νόμος (: όταν λοιπόν εθνικοί και ειδωλολάτρες, που δεν έχουν λάβει τον γραπτό Νόμο του Θεού, πράττουν όμως από έμφυτη ηθική παρόρμηση όσα λέγει ο Νόμος, αυτοί αν και δεν έχουν νόμο, είναι οι ίδιοι για τον εαυτό τους νόμος, επειδή έχουν οδηγό τη συνείδησή τους)»[Ρωμ,2,14]. «Δεν απορρίπτω τον νόμο», λέγει, «αλλά και από εδώ δικαιώνω τους εθνικούς». Είδες πώς υπονομεύοντας τη δόξα του ιουδαϊσμού, δε δίνει καμία αφορμή εναντίον του ότι προσβάλλει τον νόμο, αλλά το αντίθετο, αποδεικνύει τα πάντα έτσι, ώστε να τον εξυψώνει και να τον παρουσιάζει μεγάλο; Και όταν λέγει «φύσει» εννοεί με τις σκέψεις που είναι έμφυτες μέσα στη συνείδηση του κάθε ανθρώπου και αποδεικνύει ότι άλλοι είναι καλύτεροι από αυτούς, και το πιο σπουδαίο γι’ αυτό είναι καλύτεροι, επειδή δεν έλαβαν νόμο, ούτε έχουν αυτόν, με τον οποίο οι Ιουδαίοι νομίζουν πως βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση από αυτούς.


«Γι’ αυτό ακριβώς», λέγει, «είναι αξιοθαύμαστοι, επειδή δε χρειάστηκαν νόμο και εκτέλεσαν όλες τις εντολές του νόμου, χαράζοντας στις διάνοιές τους τα έργα και όχι τα γράμματα». Γιατί αυτό λέγει: «οἵτινες ἐνδείκνυνται τὸ ἔργον τοῦ νόμου γραπτὸν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, συμμαρτυρούσης αὐτῶν τῆς συνειδήσεως καὶ μεταξὺ ἀλλήλων τῶν λογισμῶν κατηγορούντων ἢ καὶ ἀπολογουμένων- ἐν ἡμέρᾳ ὅτε κρινεῖ ὁ Θεὸς τὰ κρυπτὰ τῶν ἀνθρώπων κατὰ τὸ εὐαγγέλιόν μου διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ (: Αυτοί οι εθνικοί αποδεικνύουν και φανερώνουν με τη συμπεριφορά τους ότι έχουν γραμμένο το έργο του νόμου στις καρδιές τους, όταν η συνείδησή τους δίνει μαρτυρία και επιβεβαίωση σε αυτούς για τις πράξεις τους, αν είναι καλές ή κακές, ενώ η διάνοια παράλληλα προς τη συνείδηση αναπτύσσει λογισμούς, οι οποίοι κατηγορούν ο ένας τον άλλο, ή και απολογούνται για την εξακρίβωση του καλού. Αυτοί λοιπόν, οι ειδωλολάτρες, οι τηρητές του έμφυτου ηθικού νόμου, θα ανακηρυχθούν δίκαιοι εκ μέρους του Θεού κατά την ημέρα εκείνη, κατά την οποία ο δίκαιος Θεός θα κρίνει τις φανερές και τις απόκρυφες πράξεις των ανθρώπων δια του Ιησού Χριστού, σύμφωνα με το ευαγγέλιο το οποίο εγώ κηρύττω)» [Ρωμ. 2, 14-16]. Βλέπεις πως πάλι παρουσίασε την ημέρα εκείνη και την έφερε κοντά, τρομάζοντας τον νου τους και δείχνοντας πως πρέπει να τιμώνται περισσότερο αυτοί που χωρίς να έχουν νόμο, φρόντισαν να πραγματοποιήσουν τις εντολές του νόμου; Για εκείνο όμως που μπορούμε να θαυμάσουμε ιδιαίτερα τη σύνεση του αποστόλου, αυτό αξίζει να πούμε τώρα. Γιατί αφού με την απόδειξη έδειξε, πως ο Έλληνας είναι ανώτερος από τον Ιουδαίο, δεν το αναφέρει αυτό στην ανακεφαλαίωση και το συμπέρασμα των σκέψεών του, για να μην ερεθίσει τον Ιουδαίο.


Για να κάνω όμως πιο καθαρό αυτό που είπα, θα αναφέρω τα ίδια τα λόγια του αποστόλου. Αφού είπε «Γιατί όχι όσοι ακούνε τον νόμο, αλλά όσοι τον εκτελούν θα αναγνωρισθούν δίκαιοι», ήταν επόμενο να πει: «γιατί όταν οι εθνικοί, που δεν έχουν νόμο, κάνουν από τη φύση όσα ορίζει ο νόμος, είναι πολύ καλύτεροι από αυτούς που διδάσκονται από τον νόμο». Δε λέγει όμως αυτό, αλλά σταματάει μέχρι τον έπαινο των Ελλήνων, και δε συνεχίζει τον λόγο κάνοντας σύγκριση πρώτα, για να δεχθεί τουλάχιστο έτσι τα λεγόμενα ο Ιουδαίος. Γι’ αυτό βέβαια δεν ομίλησε έτσι όπως ανέφερα προηγουμένως, αλλά πώς; «Γιατί όταν οι εθνικοί, που δεν έχουν νόμο, κάνουν από τη φύση όσα ορίζει ο νόμος, αυτοί χωρίς να έχουν νόμο, είναι οι ίδιοι νόμος στους εαυτούς τους. Αυτοί αποδεικνύουν πως έχουν γραμμένο στις καρδιές τους το έργο του νόμου, όταν η συνείδησή τους δίνει μαρτυρία σε αυτούς». Γιατί είναι αρκετή αντί του νόμου η συνείδηση και το λογικό. Με τα λόγια αυτά έδειξε πάλι πως ο Θεός έκανε τον άνθρωπο ικανό για την εκλογή της αρετής και την αποφυγή της κακίας.


Και μην απορήσεις, αν ο απόστολος Παύλος αποδεικνύει αυτό και μια και δυο και πολλές φορές. Γιατί του ήταν πάρα πολύ αναγκαίο αυτό το σπουδαίο πράγμα για εκείνους που έλεγαν: «Γιατί λοιπόν ήρθε τώρα ο Χριστός; Και πού ήταν οι εκδηλώσεις της μεγάλης Του πρόνοιας τον προηγούμενο καιρό;». Και αυτούς λοιπόν αποκρούοντας παρεμπιπτόντως τώρα δείχνει πως και στα προηγούμενα χρόνια και πριν από τη χορήγηση του νόμου το ανθρώπινο γένος απολάμβανε όλη την πρόνοια του Θεού. Γιατί πραγματικά εκείνο που μπορούσε από τον Θεό να γίνει γνωστό, ήταν φανερό σε αυτούς, και γνώριζαν ποιο ήταν το καλό και ποιο ήταν το κακό, με τα οποία έκριναν τους άλλους. Γι’ αυτό ακριβώς τους κατηγορούσε και έλεγε ότι «ἐν ᾧ γὰρ κρίνεις τὸν ἕτερον, σεαυτὸν κατακρίνεις (: Με αυτό το μέτρο που κρίνεις τον άλλο, καταδικάζεις και τον εαυτό σου)» [Ρωμ. 2, 1]. Στην περίπτωση των Ιουδαίων όμως, μαζί με αυτά που ειπώθηκαν, ορίστηκε και ο νόμος, όχι μόνο το λογικό ούτε η συνείδηση.


Για ποιο λόγο όμως αναφέρει το «όταν κατηγορούν οι σκέψεις ή απολογούνται»; Γιατί, αν έχουν γραπτό νόμο και αποδεικνύουν το έργο του, τι μπορεί να κατηγορήσει στη συνέχεια η σκέψη; Αλλά δε λέγει πια για εκείνες μόνο το «όταν κατηγορούν», αλλά και για ολόκληρη τη φύση. Γιατί τότε παρουσιάζονται και οι σκέψεις μας, άλλες για να κατηγορήσουν και άλλες για να απολογηθούν, και δε χρειάζεται άλλο κατήγορο ο άνθρωπος σε εκείνο το δικαστήριο.


Στη συνέχεια αυξάνοντας τον φόβο δεν είπε «τα αμαρτήματα των ανθρώπων», αλλά «τις απόκρυφες πράξεις των ανθρώπων». Επειδή λοιπόν είπε: «Φαντάζεσαι εσύ, που κατακρίνεις εκείνους που κάνουν τέτοια έργα και όμως κάνεις και εσύ αυτά, ότι θα αποφύγεις την κρίση του Θεού;», για να μη δεχθείς τέτοια κρίση, όμοια με αυτήν που εκφέρεις και ο ίδιος, αλλά για να δεις ότι η κρίση του Θεού είναι πολύ ακριβέστερη από τη δική σου, συμπλήρωσε: «τις απόκρυφες πράξεις των ανθρώπων» και πρόσθεσε «σύμφωνα με το ευαγγέλιο που κηρύττω, με τον Ιησού Χριστό». Γιατί οι άνθρωποι δικάζουν τις φανερές πράξεις μόνο. Μολονότι βέβαια μιλούσε παραπάνω για τον Πατέρα μόνο, αλλά επειδή στη συνέχεια τους μαλάκωσε με τον φόβο, πρόσθεσε και τον λόγο για τον Χριστό. Και όχι μόνο αυτόν, αλλά και εδώ, αφού μνημόνευσε τον Πατέρα, τότε τον πρόσθεσε. Και την αξία όμως του κηρύγματος εξυψώνει με αυτά· «διότι το ίδιο το κήρυγμα», λέγει, «διακηρύσσει αυτά που προκαταβολικά φανέρωσε η φύση».


Είδες ότι με σύνεση οδήγησε αυτούς και τους προσκάλεσε στο ευαγγέλιο και τον Χριστό, και υπέδειξε ότι τα ανθρώπινα δε σταματούν μέχρι εδώ, αλλά προχωρούν πιο πέρα; Αυτό και προηγουμένως το έκανε, λέγοντας «Μαζεύεις εναντίον σου θησαυρούς οργής κατά την ημέρα της οργής», και εδώ πάλι: «Θα κρίνει ο Θεός τις απόκρυφες πράξεις των ανθρώπων». Ο καθένας, λοιπόν, γνωρίζοντας τη συνείδησή του και αναλογιζόμενος τα αμαρτήματά του, ας ζητάει τις ευθύνες με ακρίβεια από τον εαυτό του για να μην κατακριθούμε τότε μαζί με όλο τον κόσμο. Γιατί είναι φοβερό το δικαστήριο εκείνο, φρικτό το βήμα, οι ευθύνες είναι γεμάτες τρόμο, τρέχει ποταμός φωτιάς. «Ἀδελφὸς οὐ λυτροῦται, λυτρώσεται ἄνθρωπος; (: Θα αντικρύσουν όμως και εκείνοι που έχουν πεποίθηση στη δύναμη και στον πλούτο τους, τον θάνατο, από τον οποίο ούτε ο στοργικότερος αδελφός δεν μπορεί να τους σώσει. Πώς λοιπόν είναι δυνατόν να τους γλυτώσει ο οποιοσδήποτε ξένος άνθρωπος;)» [Ψαλμ. 48, 8]. Θυμήσου λοιπόν αυτά που λέγονται στο ευαγγέλιο, τους αγγέλους που τρέχουν γύρω-γύρω, τον νυμφώνα που αποκλείεται, τις λαμπάδες που δε σβήνουν, τις δυνάμεις που σύρουν στα καμίνια. Και εκείνο να σκεφθείς, ότι αν κάποιου από εμάς φανερώθηκε σήμερα κάποιο κρυφό πράγμα μπροστά στην εκκλησία μόνο, πώς δε θα ευχόταν να εξαφανισθεί μάλλον και να τον καταπιεί η γη, παρά να έχει τόσους μάρτυρες για την κακία του;


Τι λοιπόν θα πάθουμε τότε, όταν θα παρουσιάζονται όλα μπροστά στην οικουμένη σε τέτοιο λαμπρό και επίσημο θέατρο, και ενώ γνωστοί και άγνωστοι μας θα τα βλέπουν όλα καθαρά; Αλλά αλίμονο, από πού αναγκάζομαι να σας φοβερίσω; Από την υπόληψη των ανθρώπων, ενώ πρέπει να το κάμω αυτό από τον φόβο του Θεού και της καταδίκης Του. Ποιοι λοιπόν, πες μου, θα είμαστε τότε, όταν ενώ θα μας δέσουν και θα τρίζουν τα δόντια, θα μας οδηγήσουν στο σκότος το εξώτερο; Ή καλύτερα, τι θα κάνουμε, πράγμα που είναι πιο φοβερό από όλα, όταν θα έρθουμε σε σύγκρουση με τον Θεό; Γιατί, εάν κάποιος έχει αίσθηση και νου, ήδη υπέμεινε και τη γέεννα, όταν θα παρουσιασθεί μπροστά στον Θεό· επειδή όμως δεν παθαίνει αυτό, γι’ αυτό απειλούσε με τη φωτιά της κόλασης. Γιατί πραγματικά έπρεπε να υποφέρουμε, όχι όταν τιμωρούμαστε, αλλά όταν αμαρτάνουμε.


[…] Ας σταματήσουμε λοιπόν στο εξής να βαδίζουμε προς τους γκρεμούς και ας συνέλθουμε και αφού αναλογισθούμε όλα αυτά, ας αναπέμψουμε δόξα στον Θεό με τα έργα μας, γιατί δεν είναι αρκετή η δόξα με τα λόγια, για να απολαύσουμε τη δική Του δόξα, την οποία εύχομαι να επιτύχουμε όλοι μας, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μαζί με τον οποίο στον Πατέρα και συγχρόνως στο άγιο Πνεύμα ανήκει η δόξα, η δύναμη και η τιμή, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

«ὁ Ἰησοῦς διδάσκων» (Μτθ. 4, 23).

Ξημέρωσε σήμερα μία εὐλογημένη Κυριακή! Στό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς ἡμέρας βλέπουμε τόν Κύριο νά περιδιαβαίνει τή θάλασσα τῆς Γαλιλαίας καί νά προσκαλεῖ τούς πρώτους τέσσερις μαθητές. Τούς προσκαλεῖ νά Τόν ἀκολουθήσουν καί νά γίνουν ψαράδες ἀνθρώπων. Βεβαίως, ἡ πρόσκλησή Του δέν φτάνει μόνο στούς τέσσερις αὐτούς ἀνθρώπους. Ὁ Χριστός περιφέρεται σ’ ὁλόκληρη τή Γαλιλαία καί διδάσκει στίς συναγωγές τῶν συμπατριωτῶν Του. Μέσ’ ἀπό τή διδασκαλία Του καλεῖ ὅλη τήν ἀνθρωπότητα νά ἔλθει κοντά Του, νά μαθητεύσει στήν ἐλευθερία τῆς ἀληθινῆς πίστης, νά γευθεῖ τή νοστιμιά τῆς θεϊκῆς ἀγάπης.


«Ὁ Ἰησοῦς διδάσκων». Διδάσκει ὁ Κύριος μέ πολλούς τρόπους. Διδάσκει μέ τά αἰώνια λόγια Του. Διδάσκει μέ τήν ἀπέραντη ἀγάπη Του. Διδάσκει μέ τά ἔργα καί μέ τό ἀκατάβλητο παράδειγμά Του. Ἡ ποικιλομορφία τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἰησοῦ εἶναι κάτι ἀξιοθαύμαστο. Μεταχειρίζεται πολλούς τρόπους στή διδασκαλία, ἐπειδή ἀπευθύνεται σέ πολλούς ἀνθρώπους. Ὁ Χριστός δέν ἔχει μονομέρειες. Δέν ἐργάζεται μέ ἕναν μόνον τρόπο. Διδάσκει παντοῦ καί πάντοτε, γιά νά Τόν ἀκούσουν οἱ πάντες. Ὁ Κύριος διδάσκει μέ παραδείγματα, μέ παραβολές, μέ ἀπαντήσεις σέ ἐρωτήσεις, μέ φιλοσοφικές καταθέσεις. Διδάσκει ἐπίσης μέ τά θαύματα, μέ τίς πνευματικές μάχες πού δίνει, μέ τή θυσία Του, μέ τήν Ἀνάστασή Του. Ὁ Μεγάλος Διδάσκαλος δέν κλείστηκε μόνο στίς συναγωγές, γιά νά διδάξει.


Δίδαξε σέ σπίτια, σέ ἀγρούς, στήν ἀγορά, στούς δρόμους, στά βουνά, σέ λίμνες καί ποτάμια. Ὅλη ἡ κτήση εἶναι βῆμα γιά τόν Καθηγητή τοῦ ἀνθρώπινου γένους. Τό ἴδιο ἔκαναν καί οἱ Ἀπόστολοι. Δίδαξαν μέ πολλούς τρόπους σέ διαφορετικά μέρη καί σέ ὅλες τίς στιγμές τῆς ἡμέρας. Αὐτό καλεῖται νά κάνει καί κάθε πιστός. Ἐφόσον λάβει τήν πρόσκληση τοῦ Ἰησοῦ, προκειμένου νά γίνει ψαράς τῶν ἀνθρώπων, θά ἀναλάβει τό σημαντικό καί εὐθυνοφόρο διακόνημα τοῦ διδασκάλου. Ἡ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου δέν μπορεῖ νά ἔχει μόνον ἕναν τρόπο. Χαρακτηρίζεται ἀπό ποικιλία, ἀπό νοστιμιά, ἀπό συνεχῶς καινούργιες μεθόδους. Ἡ διδαχή τοῦ θείου θελήματος δέν ἔχει ἐκπαιδευτικές ὧρες. Ὅλες οἱ ὧρες τῆς ἡμέρας εἶναι κατάλληλες γιά τή διδαχή τῆς ἀποκάλυψης τοῦ Θεοῦ.


«Ὁ Ἰησοῦς διδάσκων». Ὁ Ἰησοῦς διδάσκει σέ ἐπίπεδο προσωπικό. Ὅταν διδάσκει ὁ Χριστός, δέν ἀπευθύνεται στίς μάζες. Δέν κυνηγάει τά πλήθη. Δέν ἐπιζητεῖ ὀπαδούς. Ὁ Ἰησοῦς διδάσκει τόν κάθε ἄνθρωπο μεμονωμένα, μέ διάκριση, μέ ἀγάπη, μέ γνήσιο ἐνδιαφέρον. Δέν βάζει τούς ἀκροατές Του σέ κουτάκια. Δέν τούς συσκευάζει σέ κατηγορίες. Ποτέ ὁ Κύριος δέν ὁμαδοποιεῖ αὐτούς πού διψοῦν γιά τόν λόγο Του. Σέβεται τό κάθε πρόσωπο. Γνωρίζει τίς ἀνάγκες τοῦ κάθε ἀκροατῆ Του. Προσέχει τίς ἐσωτερικές διαθέσεις τοῦ κάθε πιστοῦ. Κάθε ψυχή γιά τόν Χριστό εἶναι μοναδική καί ἀνεπανάληπτη. Ἔχει ἄπειρη ἀξία. Ὁ Χριστός προσέχει τήν κάθε ψυχή μέ πολύ ἐπικεντρωμένο ἐνδιαφέρον. Ἔχει τή σοφία καί τή δύναμη νά φροντίζει ταυτόχρονα καί τά δισεκατομμύρια τῶν ἀνθρώπων καί τόν κάθε ἄνθρωπο κατά ἀποκλειστικότητα. Γι’ αὐτό ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ μιλάει σ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους μέ ἀπόλυτη ἐπιτυχία. Κάθε ἀκροατής τῆς θεϊκῆς διδασκαλίας αἰσθάνεται ὅτι ἔχει κερδίσει τήν προσοχή τοῦ Θεοῦ. Αἰσθάνεται ὅτι ὁ Χριστός ἀπευθύνεται μόνον σ’ ἐκεῖνον, διότι νιώθει πώς ὅ,τι ἀκούει εἶναι κομμένο καί ραμμένο γιά τή δική του προσωπικότητα. Ἐμεῖς, ὡς μιμητές τοῦ Χριστοῦ, καλούμαστε νά κάνουμε τό ἴδιο. Ὀφείλουμε νά προσεγγίζουμε τόν κάθε διπλανό μας μέ ξεχωριστή προσοχή. Νά ἀπευθυνόμαστε στόν κάθε ἄνθρωπο μέ σεβασμό στή μοναδικότητά του. Νά ὑπολογίζουμε τίς πνευματικές του δυνάμεις, γιά νά μήν τόν φορτώνουμε μέ βάρη βαρύτερα ἀπό αὐτά πού μπορεῖ νά σηκώσει. Νά τοῦ δείχνουμε ἁπλή καί ἄδολη ἀγάπη, διότι μόνον ἡ ἀγάπη ἀνοίγει τά αὐτιά τῶν ἀνθρώπων στή θεία διδαχή.


«Ὁ Ἰησοῦς διδάσκων». Ὁ Χριστός διδάσκει διαχρονικά καί ἐπίκαιρα. Ὁ Κύριος διδάσκει στό πέρασμα τῶν αἰώνων τίς ἴδιες ἀλήθειες. Τό περιεχόμενο τῆς θείας διδασκαλίας παραμένει ἀναλλοίωτο, ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ἀλλαγή τῶν ἐποχῶν. Ἡ θεία ἀποκάλυψη δέν ἀλλάζει ἀνάλογα μέ τούς καιρούς. Μπορεῖ ὁ κάθε αἰώνας νά ἔχει τά δικά του γνωρίσματα. Μπορεῖ ἡ κοινωνία σέ κάθε αἰώνα νά ἀλλάζει τό ἦθος καί τή νοοτροπία της. Ὁ Χριστός, ὅμως, δέν ἀλλάζει τό περιεχόμενο τῆς διδασκαλίας Του. Ὁ Κύριος μέσα στό πέρασμα τοῦ χρόνου δίνει τό ἴδιο μήνυμα. Δίνει τό εὐχάριστο ἄγγελμα ὅτι εἶναι ἀνάμεσά μας, ὅτι θέλει νά εἶναι μέσα μας, ὅτι ἡ σωτηρία δέν εἶναι ἕνας πόθος, μία ἐλπίδα ἤ ἕνα παραμύθι. Εἶναι μία ἐμπειρία, ἕνα βίωμα, πού ξεκινάει ἀπό τούτη τή ζωή καί δέν τελειώνει ποτέ. Αὐτή ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ εἶναι πάντοτε ἐπίκαιρη καί πάντοτε μοντέρνα, διότι πάντοτε ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀνάγκη τή σωτηρία καί τή λύτρωση. Κανένα ἐπιστημονικό κατόρθωμα, καμία τεχνητή νοημοσύνη, καμία κοσμική τέχνη, κανένα τεχνολογικό ἐπίτευγμα, καμία ἀλλαγή στήν ἠθική ποιότητα δέν μπορεῖ νά ἀλλάξει τήν ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου γιά λύτρωση, γιά σωτηρία, γιά χαρά, γιά εὐτυχία καί ἐλπίδα.


Ὅσο καί νά ἀλλάξει ὁ ἄνθρωπος, οἱ ὑπαρξιακές του ἀνάγκες παραμένουν οἱ ἴδιες. Οἱ ἐξωτερικές ἀνθρώπινες ἀνάγκες μποροῦν νά προσαρμόζονται στίς μόδες τοῦ κάθε καιροῦ. Οἱ ἐσωτερικές, ὅμως, ἀναζητήσεις δέν ἔχουν μόδες, δέν ἀλλάζουν τάσεις. Ἡ ἀνάγκη γιά ὁλοκλήρωση καί πληρότητα εἶναι πάντοτε ἡ ἴδια. Τό μόνο πού πρέπει νά ἀλλάζει εἶναι ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο δίνεται ἡ θεία διδασκαλία στούς ἀνθρώπους. Κάποτε δόθηκε μέ χειρόγραφα. Σήμερα δίνεται μέ ὀθόνες. Κάποτε δινόταν μέ μακροσκελῆ κείμενα. Σήμερα θά δοθεῖ μέ δυνατά καί λακωνικά συνθήματα. Ὁ τρόπος ἐπίδοσης δέν ἐπηρεάζει τό περιεχόμενο τοῦ ἐπιδιδομένου. Τίποτε δέν εἶναι πιό προοδευτικό ἀπό τή θεία διδαχή, ἀρκεῖ νά προσφέρεται μέ σύγχρονο καί εὔληπτο τρόπο.


«Ὁ Ἰησοῦς διδάσκων». Ὁ Κύριος διδάσκει, προσκαλεῖ καί περιμένει. Περιμένει νά γίνουμε κι ἐμεῖς διδάσκαλοι τοῦ εὐαγγελίου Του. Θέλει μέ ποικιλία στόν τρόπο, μέ προσωπικό ἐνδιαφέρον καί ἀγάπη γιά τόν κάθε πιστό, μέ μορφή ἐπίκαιρη καί καταληπτή νά μεταφέρουμε τή σοφία, τή δύναμη καί τήν πρόθεσή Του στούς ἀνθρώπους. Νά διδάξουμε ὄχι μόνο μέ λόγια ἀλλά κυρίως μέ τό παράδειγμά μας τόν πλοῦτο τῆς ἀγάπης Του, τήν ἐλπίδα καί τή χαρά τῆς παρουσίας Του, τήν προοπτική τῆς αἰώνιας σωτηρίας. Ἄς ἀνταποκριθοῦμε σάν τούς τέσσερις πρώτους μαθητές στό κάλεσμα τοῦ Ἰησοῦ. Ὅπως Ἐκεῖνος εἶναι πάντοτε «διδάσκων», ἔτσι κι ἐμεῖς νά εἴμαστε οἱ διδάσκαλοι τῶν ἄλλων μέ διάκριση, ἀγάπη καί ἐπίγνωση, γιά νά δοξάζεται τό πανάγιο ὄνομά Του τώρα καί πάντοτε. Ἀμήν.