Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026

"Αναπαυόμαστε στο διάβασμα και όχι στην εφαρμογή.."

  Στην εποχή μας πλήθυναν δυστυχώς τα λόγια και τα βιβλία και λιγόστεψαν τα βιώματα, διότι επηρεάστηκαν οι άνθρωποι πάλι από το κοσμικό πνεύμα που επιδιώκει όλο τις ευκολίες και αποφεύγει το σωματικό πόνο.

  Αναπαύονται δηλαδή οι περισσότεροι από εμάς στο πολύ διάβασμα και στη λίγη ή καθόλου εφαρμογή.

  Θαυμάζουμε μόνο τους Αγίους Αθλητάς της Εκκλησίας μας χωρίς να καταλαβαίνουμε το πόσο κοπίασαν, διότι δεν κοπιάσαμε για να μπορέσουμε να καταλάβουμε τον κόπο τους, για να τους αγαπήσουμε και να αγωνιστούμε από φιλότιμο να τους μιμηθούμε...


Άγιος Παϊσιος

Η αγάπη «ου ζητεί τα εαυτής»

 Του Αγίου Ισαάκ του Σύρου

Λένε για τόν μακάριο Αντώνιο ότι ποτέ δέν σκέφθηκε να κάνει κάτι που να ωφελεί τον εαυτό του πιότερο από τόν πλησίον του. Κι αυτό, γιατί πίστευε πώς το κέρδος του πλησίον του είναι γι’ αυτόν άριστη εργασία.

Και πάλι είπαν για τόν αββά Αγάθωνα, ότι έλεγε πώς «ήθελα να βρω ένα λεπρό και να λάβω το σώμα του και να του δώσω το δικό μου».

Είδες τέλεια αγάπη; Και πάλι, άν είχε κάποιο πράγμα χρήσιμο, δέν άντεχε να μήν αναπαύσει μ’ αυτό τόν πλησίον του. Είχε κάποτε μια σμίλη για να κόβει τίς πέτρες. Ήρθε λοιπόν ένας αδελφός κοντά του και, επειδή τήν είδε και τη θέλησε, δέν τόν άφησε να βγει από το κελί του χωρίς αυτή.

Πολλοί ερημίτες παρέδωσαν τα σώματά τους στα θηρία και στο ξίφος και στη φωτιά, για να ωφελήσουν τόν πλησίον.

Κανείς δέν μπορεί να φτάσει σ’ αυτά τα μέτρα τής αγάπης, άν δέν ζήσει κρυφά, μέσα του, τήν ελπίδα του Θεού. Και δέν μπορούν να αγαπήσουν αληθινά τούς ανθρώπους όσοι δίνουν τήν καρδιά τους σ’ αυτό τόν εφήμερο κόσμο.

Όταν ένας άνθρωπος αποκτήσει τήν αληθινή αγάπη, τόν ίδιο τόν Θεό ντύνεται, μαζί με αυτήν. Είναι ανάγκη λοιπόν αυτός που απέκτησε τόν Θεό να πεισθεί ότι δέν μπορεί ν’αποκτήσει μαζί με τόν Θεό, τίποτε που να μήν είναι αναγκαίο, αλλά να αποδυθεί και το ίδιο το σώμα του, δηλ. και αυτές τίς μη αναγκαίες σωματικές αναπαύσεις.

Ένας άνθρωπος, που είναι ντυμένος, στο σώμα και στήν ψυχή, με τήν κοσμική ματαιοδοξία και που ποθεί να απολαύσει τα αγαθά του κόσμου, δέν μπορεί να ενδυθεί τόν Θεό –να γίνει θεοφόρος– μέχρι να τα αφήσει. Γιατί ο ίδιος ο Κύριος είπε ότι «όποιος δέν εγκαταλείψει όλα τα κοσμικά και δέν μισήσει τήν κοσμική ζωή του, δέν μπορεί να γίνει μαθητής μου» (Λουκ. 14, 26). Όχι μόνο να τα αφήσει, αλλά και να τα μισήσει. Άν λοιπόν δέν μπορεί να γίνει μαθητής του, πώς ο Κύριος θα κατοικήσει μέσα του;

Δέν θα αμελήσω να αναφέρω τι έκαμε ο άγιος Μακάριος ο Μεγάλος, για να ελέγξει εκείνους που καταφρονούν τούς αδελφούς τους. Βγήκε λοιπόν κάποτε να επισκεφθεί έναν άρρωστο αδελφό και ρώτησε τόν άρρωστο άν ήθελε τίποτε. Εκείνος αποκρίθηκε πώς θα ‘θελε λίγο φρέσκο ψωμί. Και επειδή όλοι οι μοναχοί εκείνο τόν καιρό όλη τη χρονιά συνήθιζαν και έφτιαχναν το ψωμί παξιμάδια, σηκώθηκε αμέσως εκείνος ο αξιομακάριστος άνθρωπος και, μ’ όλα τα ενενήντα του χρόνια, βάδισε από τη σκήτη του στήν Αλεξάνδρεια και αντάλλαξε τα ξερά ψωμιά, που πήρε από το κελί του με φρέσκα και τα πήγε στόν αδελφό.

Αλλά και ο αββάς Αγάθων, που ήταν σάν αυτόν το Μεγάλο Μακάριο που ανέφερα, έκαμε κάτι ακόμη πιο σπουδαίο. Αυτός ο αββάς ήταν ο πιο έμπειρος στα πνευματικά από όλους τους μοναχούς του καιρού του και τιμούσε τη σιωπή και τήν ησυχία περισσότερο απ’ όλους. Αυτός λοιπόν ο θαυμαστός άνθρωπος, όταν είχε πανηγύρι στήν πόλη, πήγε να πουλήσει το εργόχειρό του στήν αγορά. Εκεί βρήκε έναν ξένο άρρωστο και παραπεταμένο σε μίαν άκρη. Τι έκανε τότε; Νοίκιασε ένα σπιτάκι και έμενε κοντά του ασκώντας χειρωνακτική εργασία. Ο,τι έβγαζε το ξόδευε για τόν άρρωστο και τόν υπηρετούσε συνέχεια έξι μήνες, μέχρι που ο άρρωστος έγινε καλά.

Ο λόγος του Κυρίου ο αληθινός και αψευδής μάς λέει ότι δέν μπορεί ένας άνθρωπος να έχει μέσα του τόν πόθο τών κοσμικών πραγμάτων και μαζί, τήν αγάπη τόν Θεού (Ματθ. 6, 24).

Αυτός ο άνθρωπος να λογίζεσαι ότι είναι του Θεού, που από τήν πολλή του ευσπλαχνία νεκρώθηκε ως πρός τίς υλικές του ανάγκες. Διότι ο ελεών τόν φτωχό έχει τόν Θεό να φροντίζει για τίς δικές του ανάγκες. Και αυτός που στερείται για τόν Θεό, βρήκε θησαυρούς ακένωτους.


Ο Θεός δέν χρειάζεται τίποτε. Ευφραίνεται όμως όταν δει κάποιον να αναπαύει τήν εικόνα του και να τήν τιμά για τήν αγάπη του. Όταν έλθει κάποιος και σου ζητήσει αυτό που έχεις, μήν πείς μέσα στήν καρδιά σου ότι θα το κρατήσω αυτό για μένα, για να με αναπαύει και ότι ο Θεός θα ικανοποιήσει τήν ανάγκη του αδελφού με άλλο τρόπο. Γιατί αυτά τα λόγια τα λένε οι άδικοι, που δέν γνωρίζουν τόν Θεό. Ο δίκαιος και ενάρετος άνθρωπος τήν τιμή που του έκανε ο ενδεής αδελφός του δέν τήν μεταβιβάζει σε άλλον, ούτε τήν ευκαιρία τής ελεημοσύνης θα επιτρέψει στόν εαυτό του να τη χάσει. Ο φτωχός και ενδεής άνθρωπος λαμβάνει τα αναγκαία από τόν Θεό, διότι κανέναν δέν εγκαταλείπει ο Κύριος. Συ όμως, που θέλησες να αναπαύσεις τόν εαυτό σου μάλλον παρά το φτωχό αδελφό σου, αποποιήθηκες τήν τιμή που σου έκανε ο Θεός και απομάκρυνες τη χάρη του από σένα. Όταν λοιπόν δώσεις ελεημοσύνη, να ευφραίνεσαι και να πεις: Δόξα σοι ο Θεός, που με αξίωσες να βρω κάποιον να αναπαύσω. Όταν όμως δέν έχεις τι να δώσεις, μάλλον να χαρείς και να πείς ευχαριστώντας τόν Θεό: Σε ευχαριστώ, Θεέ μου, που μου ‘δωσες αυτή τη χάρη και τήν τιμή να γίνω φτωχός για το όνομά σου και που με αξίωσες να γευθώ τη θλίψη τής σωματικής αδυναμίας και τής φτώχειας, που όρισες στο στενό δρόμο τών εντολών σου, όπως τη γεύθηκαν οι άγιοί σου, που περπάτησαν αυτό το δρόμο. (23-4).

Άγιοι Θεράπων, Μακάριος, Μάρκιος και Μαρκία

 Στον Συναξαριστή του Delehaye (σ. 774, 7) κατά την 26η Ιουνίου αναφέρεται η μνήμη του μάρτυρα Θεράποντα, συνοδευμένη με τους τρεις πιο πάνω μάρτυρες. Ποιοι είναι αυτοί, μας είναι άγνωστο. Από τον Άγιο Νικόδημο δεν αναφέρεται η μνήμη τους. Μόνο, κατά την 27η Ιουνίου μνημονεύονται οι Μάρκιος και Μαρκία δια ξίφους τελειωθέντες.

Άγιος Δαβίδ ο νέος Οσιομάρτυρας

 Ο Άγιος Οσιομάρτυρας Δαβίδ καταγόταν από τις Κυδωνίες (Αϊβαλί) της Μικράς Ασίας. Οι κάτοικοι των Κυδωνιών είχαν αναπτύξει μια ιδιαίτερη σχέση με το Άγιον Όρος, καθώς υπήρχαν δύο αγιορείτικα μετόχια στην πόλη τους, ένα της μονής Ιβήρων και ένα της μονής Παντοκράτορος. Έτσι, όταν ο Δαβίδ εγκατέλειψε τη γενέτειρά του, επισκέφθηκε το Άγιον Όρος και διέμενε κοντά σε κάποιον συμπατριώτη του, αδελφό της Σκήτης της Αγίας Άννης, όπου αργότερα εκάρη και ο ίδιος μοναχός.


Ο Όσιος Δαβίδ κατά τη διάρκεια της μοναχικής του πολιτείας, κινούμενος από θείο ζήλο, ανέλαβε την πρωτοβουλία, αφού πρώτα έλαβε την ευλογία του γέροντός του, να επισκεφθεί τη Σμύρνη, για να συλλέξει χρήματα για την ανοικοδόμηση των ερειπωμένων ναών της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και της Θεοτόκου στο Άγιον Όρος. Μετά την αποπεράτωση των εργασιών στους δύο ναούς, οικοδόμησε και δύο δεξαμενές νερού, καθώς και μία σειρά κελιά για τους προσκυνητές. Δεν παρέμεινε όμως άλλο στο Άγιον Όρος, αλλά φλεγόμενος από τον πόθο του μαρτυρίου επισκέφθηκε τη Μαγνησία της Μικράς Ασίας, όπου προκάλεσε τους Τούρκους, ονειδίζοντάς τους για τη θρησκεία τους. Αυτοί τον συνέλαβαν και, αφού τον εξυλοκόπησαν άγρια, τον απέπεμψαν από την πόλη τους. Έτσι, χωρίς να πραγματοποιήσει την επιθυμία του επέστρεψε στη Σκήτη της Αγίας Άννης, όπου εξομολογήθηκε στο γέροντά του το διακαή πόθο του για το μαρτύριο. Ο πνευματικός του, φοβούμενος για την έκβαση μιας τέτοιας πράξεως, προσπάθησε να τον αποτρέψει, χωρίς όμως τελικά να το επιτύχει. Ο Όσιος Δαβίδ επισκέφθηκε στις Καρυές τον Επίσκοπο πρώην Χριστουπόλεως Παγκράτιο, από τον οποίο έλαβε την ευλογία για να προχωρήσει στο μαρτύριο, και κατόπιν ήλθε στη Θεσσαλονίκη. Εκεί πληροφορήθηκε για την εξώμοση ενός μοναχού από τη Βατοπαιδινή Σκήτη του Αγίου Δημητρίου. Ο Όσιος Δαβίδ τον επισκέφθηκε και προσπάθησε να τον μεταπείσει· μάταια όμως, γιατί ο αρνησίθρησκος επέμενε στην πλάνη του. Οι Τούρκοι, οι οποίοι φρουρούσαν τον εξωμότη, συνέλαβαν τον Όσιο και αφού τον εκτύπησαν, τον παρέδωσαν στον κριτή, για να δικασθεί. Ο κριτής, φοβούμενος μήπως ο Όσιος Δαβίδ καταφέρει να μεταπείσει τον εξωμότη, διέταξε την άμεση θανάτωση του Οσίου. Την ίδια νύχτα λοιπόν, στις 26 Ιουνίου του 1813 μ.Χ., ο Όσιος Δαβίδ ο Κυδωνιεύς ευρήκε μαρτυρικό θάνατο δι’ απαγχονισμού.


Ιδιαίτερα τιμάται ο Οσιομάρτυς Δαβίδ στη Σκήτη της Αγίας Άννης του Αγίου Όρους.

Όσιος Ανθίων

 Ο Όσιος Ανθίων απεβίωσε ειρηνικά.

Όσιος Ιωάννης επίσκοπος Γοτθίας

 Ο Όσιος Ιωάννης γεννήθηκε στις αρχές του 8ου αιώνα μ.Χ., την εποχή που αυτοκράτορας ήταν ο Λέοντας ο Ίσαυρος και καταγόταν από τους τόπους της Κριμαίας. Διακρίθηκε από παιδί για την ενάρετη ζωή του και το ζήλο του για την πίστη. Οι γονείς του ονομάζονταν Λέων και Φωτεινή και την ευσέβεια τους την μετέδωσαν και στον γιο τους.


Στα χρόνια της εικονομαχίας, ο Ιωάννης είχε εκκλησιαστική επικοινωνία περισσότερο με τη Ρώμη, που δεν την επηρέαζε η πληγή αυτή της Ανατολής. Σαν επίσκοπος Γοτθίας ο Ιωάννης υπήρξε διδακτικός και φιλάνθρωπος. Παρέμεινε απλός, ταπεινόφρων, φτωχός και αφιλάργυρος, αδελφός των ιερέων και πατέρας των λαϊκών του


Κάποια αιματηρή στάση, ανάγκασε τον καλό ποιμένα να καταφύγει με πολλούς χριστιανούς στην Αμάστριδα του Ευξείνου Πόντου. Εκεί έμεινε τέσσερα χρόνια και πέθανε το 780 μ.Χ. ευεργετώντας, μέχρι την τελευταία του στιγμή. Κλήρος και λαός τον έθαψαν με μεγάλες τιμές.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός