Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

Τα «κλεμμένα» σύκα και η διάκριση του Άγιου Παΐσιου.

 Κάποτε, δύο νεαροί επισκέπτες πήγαιναν να δουν τον Άγιο Παΐσιο στο κελί του, στην Παναγούδα. Στον δρόμο, πεινούσαν πολύ και είδαν μια συκιά σε ένα ξένο κελί. Χωρίς να το πολυσκεφτούν, πήδηξαν τον φράχτη, έκοψαν μερικά σύκα και τα έφαγαν.

Όταν έφτασαν στον Άγιο Παΐσιο, εκείνος τους υποδέχτηκε με το γνωστό του χαμόγελο. Πριν προλάβουν να πουν οτιδήποτε, ο Άγιος πήγε μέσα και τους έφερε ένα πιάτο με λουκούμια και νερό. Καθώς κάθονταν, τους κοίταξε στα μάτια και είπε αστειευόμενος:

— «Ευλογημένα παιδιά, το λουκούμι είναι καλό, αλλά σαν τα κλεμμένα σύκα του γείτονα δεν έχει, ε;»

Οι νεαροί κοκκίνισαν από ντροπή, καταλαβαίνοντας ότι ο Γέροντας είχε το διορατικό χάρισμα. Όμως, ο Άγιος Παΐσιος, αντί να τους μαλώσει, πρόσθεσε με απλότητα:

— «Μην ανησυχείτε, ο Θεός βλέπει την ανάγκη και την πείνα του ανθρώπου. Αλλά την επόμενη φορά, να χτυπάτε την πόρτα και να ζητάτε. Ο μοναχός θα σας έδινε όλο το δέντρο με χαρά. Η ευλογία έρχεται όταν ζητάμε, όχι όταν παίρνουμε στα κρυφά.»

Είναι πολύ αργά;

 Ο απόστολος Παύλος σε μία από τις επιστολές του λέει ότι πρέπει να βιαστούμε να ζήσουμε, επειδή ο χρόνος είναι απατηλός. Ζούμε όλες τις μέρες της ζωής μας σαν να γράφουμε βιαστικά, απρόσεχτα, ένα πρόχειρο γραφτό που μια μέρα θα καθαρογραφεί. 

  Είναι σαν να ετοιμαζόμαστε να κτίσουμε και μαζεύουμε όλα τα χρειώδη που αργότερα θα οργανωθούν σε ομορφιά, αρμονία και νόημα. Ζούμε μ' αυτό τον τρόπο, χρόνο με το χρόνο, δίχως να ολοκληρώνουμε η να τελειοποιούμε αυτά που μπορούμε να κάνουμε, επειδή έχουμε καιρό μπροστά μας.

Λέμε στον εαυτό μας: αργότερα θα κάνω κάτι, αυτό μπορεί να γίνει αργότερα, κάποια μέρα θα κάνω το καθαρογράψιμο. Αλλά τα χρόνια περνούν και δεν κάνουμε τίποτε.


  Αυτό συμβαίνει όχι μόνο επειδή πλησιάζει ο θάνατος, αλλά επειδή σε κάθε περίοδο της ζωής μας δεν έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε όσα η προηγούμενη περίοδος μας έχει επιτρέψει να κάνουμε. 

Δεν μπορούμε να επιτύχουμε μια όμορφη και γεμάτη νεότητα κατά την περίοδο της ωριμότητας, όπως δεν μπορούμε, σε μεγάλη ηλικία, να αποκαλύψουμε στον Θεό και στον κόσμο αυτό που πιθανώς θα ήμασταν στα χρόνια της ωριμότητας.

  Υπάρχει ο κατάλληλος καιρός για όλα τα πράγματα, αλλά, μόλις περάσει, δεν είναι πλέον δυνατόν να γίνουν αυτά.

Ο Βίκτωρ Ουγκώ έλεγε ότι υπάρχει φωτιά στα μάτια των νέων, αλλά θα έπρεπε να υπάρχει και φως στα μάτια των γερόντων. 

  Ο καιρός της δυνατής φωτιάς περνά, ο καιρός του φωτός πλησιάζει, αλλά όταν έλθει ο καιρός για να γίνουμε φως, δεν μπορούμε πλέον να κάνουμε αυτά τα πράγματα που έπρεπε να είχαν γίνει την εποχή που ήμασταν φωτιά.

Ο χρόνος είναι απατηλός. 

Όταν μας λένε ότι πρέπει να θυμόμαστε το θάνατο, δεν είναι για να μας δώσουν φόβο για τη ζωή, αλλά για να μας κάνουν να ζήσουμε με όλη την ένταση που θα είχαμε αν συνειδητοποιούσαμε ότι κάθε στιγμή είναι μόνο η στιγμή που κατέχουμε, και ότι η κάθε στιγμή της ζωής πρέπει να είναι τέλεια: μας υποδεικνύεται όχι το βάθος αλλά η κορυφή του κύματος, όχι μια ήττα αλλά ένας θρίαμβος.

Έτσι, η μνήμη θανάτου φαίνεται ότι είναι η μόνη δύναμη που κάνει τελικά τη ζωή έντονη.


Εκείνοι που είχαν την ευκαιρία να ζήσουν για κάποια περίοδο μ' έναν ετοιμοθάνατο, μ' ένα πρόσωπο που γνωρίζει τον ερχομό του θανάτου, και έχουν συνειδητοποιήσει κι αυτοί αυτό το γεγονός, θα πρέπει να κατανοήσουν το τι μπορεί να σημαίνει για μια σχέση η παρουσία του θανάτου. 

Σημαίνει πως κάθε λέξη οφείλει να περιλαμβάνει όλο το σεβασμό, όλη την ομορφιά, όλη την αρμονία και την αγάπη που πιθανώς να βρισκόταν σε κατάσταση νάρκης σ' αυτήν τη σχέση.

Σημαίνει ότι δεν υπάρχει τίποτε το ασήμαντο, επειδή όσο ασήμαντο κι αν είναι κάτι, μπορεί να γίνει είτε έκφραση αγάπης η ακόμη και άρνησή της.

Αυτό είναι κάτι πολύ σημαντικό, επειδή χρωματίζει όλη μας τη στάση απέναντι στο θάνατο. Μπορεί να τη μετατρέψει σε μεγάλη πρόκληση, σε κάτι που θα μας επιτρέψει να αναπτυχθούμε στο πλήρες μέτρο της ηλικίας και στο να προσπαθούμε συνεχώς να είμαστε όλα όσα μπορούμε να γίνουμε, χωρίς ελπίδα να βελτιωθούμε αργότερα αν δεν φροντίσουμε να είμαστε σωστοί από σήμερα.

Ο Ντοστογιέφσκυ, στους "Αδελφούς Καραμαζώφ", μιλά για την κόλαση.

Λέει πως η κόλαση μπορεί να συνοψιστεί σε δύο λέξεις: «πολύ αργά!»

Μόνο η μνήμη του θανάτου μας επιτρέπει να ζήσουμε αυτό που δεν θα έπρεπε ποτέ να αντιμετωπίσουμε υπό το βάρος αυτής της φοβερής συνειδητοποίησης: είναι πολύ αργά. 


"Θάνατος και Απώλεια"

π. Αντώνιος Μπλουμ

Άγιος Αλβανός πρωτομάρτυς Βρεταννίας

 Ο Άγιος Αλβανός (Alban) ήταν ο πρώτος μάρτυρας στα Βρετανικά Νησιά˙ θανατώθηκε στο Verulamium (το σημερινό Saint Albans που πήρε το όνομά του από τον ίδιο), μάλλον κατά τη διάρκεια του διωγμού του αυτοκράτορα Διοκλητιανού το έτος 303 μ.Χ. ή 304 μ.Χ., παρόλο που κάποιοι λένε ότι πέθανε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Σεπτίμιου Σεβήρου, γύρω στο 209 μ.Χ.


Σύμφωνα με την ιστορία που διηγείται ο Άγιος Βέδας (Bede) ο Σεβάσμιος , ο Άγιος Αλβανός προστάτευε στο σπίτι του έναν ιερέα, που κρυβόταν από τους διώκτες του. Εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από την καλοσύνη του φιλοξενούμενού του, που με μεγάλο ζήλο δέχτηκε το κήρυγμά του και έλαβε το Βάπτισμα. Σε λίγες μέρες μαθεύτηκε ότι ο ιερέας κρυβόταν στο σπίτι του Αγίου Αλβανού και πήγαν στρατιώτες να τον συλλάβουν. Τότε ο Άγιος Αλβανός φόρεσε τα ρούχα του ιερέα, παραδόθηκε στη θέση του και πήγε σε δίκη.


Ο δικαστής ρώτησε τον Άγιο Αλβανό: «Από ποια οικογένεια είσαι;»


Ο Άγιος απάντησε: «Αυτό είναι ένα θέμα που δεν σας αφορά. Θα ήθελα να ξέρετε ότι είμαι Χριστιανός».


Ο δικαστής επέμεινε και ο άγιος είπε: «Οι γονείς μου με ονόμασαν Αλβανό και λατρεύω τον ζωντανό και αληθινό Θεό, τον δημιουργό των πάντων».


Έπειτα είπε ο δικαστής: «Εάν θέλεις να απολαύσεις την αιώνια ζωή, θυσίασε στους μεγάλους θεούς αμέσως!»


Ο άγιος απάντησε: «Εσείς θυσιάζετε στους δαίμονες, που δεν μπορούν να προσφέρουν καμιά βοήθεια και καμιά ανταπόκριση στις επιθυμίες της καρδιάς. Η ανταμοιβή τέτοιων θυσιών είναι η ατέρμονη τιμωρία της κόλασης».


Ο δικαστής θύμωσε που ξέφυγε ο ιερέας και απείλησε τον Άγιο με θάνατο εάν επέμενε να αρνείται τους θεούς της Ρώμης. Αυτός απάντησε θαρραλέα ότι ήταν Χριστιανός, και δεν θα έκαιγε λιβάνι στους παγανιστικούς θεούς. Καταδικάστηκε να βασανιστεί και μετά να αποκεφαλιστεί.


Λέγεται ότι καθώς οδηγούνταν στο σημείο της εκτέλεσης (στο λόφο πάνω στον οποίο σήμερα βρίσκεται ο καθεδρικός ναός του Saint Albans), από τις προσευχές του μάρτυρα, το πλήθος που τον ακολουθούσε στον τόπο της εκτέλεσής μπόρεσε να διασχίσει αβρόχοις ποσί τον ποταμό Coln. Αυτό το θαύμα άγγιξε τόσο πολύ την καρδιά του δημίου που πέταξε κάτω το ξίφος του, έπεσε στα πόδια του Αγίου Αλβανού, δηλώνοντας τον εαυτό του Χριστιανό, και ικέτευσε να υποφέρει είτε για αυτόν είτε με αυτόν. Ένας άλλος στρατιώτης άρπαξε το ξίφος και, κατά τα λόγια του Βέδα, «το κεφάλι του γενναίου μάρτυρα αποκόπηκε και έτσι αυτός πήρε το στέμμα της ζωής, την οποία ο Θεός υποσχέθηκε σ' αυτούς που Τον αγαπούν».


Ένας πίδακας νερού ξεπήδησε από το σημείο της εκτέλεσης του μάρτυρα και, λέγεται ότι, τη στιγμή που το κεφάλι του Αγίου έπεσε στο έδαφος, τα μάτια του δημίου του βγήκαν από τις κόγχές τους. Πριν από αυτό το θαύμα, ο διοικητής διέταξε να σταματήσει ο διωγμός των Χριστιανών και να αποδοθεί τιμή στους ένδοξους μάρτυρες του Χριστού. Από εκείνη τη στιγμή, πολλοί άρρωστοι άνθρωποι βρήκαν γιατρειά από τα αναρίθμητα θαύματα που έγιναν στον τάφο του Αγίου Αλβανού, και η τιμή του εξαπλώθηκε σε όλη την Αγγλία όπως επίσης και στην Ευρώπη.


Στην περίοδο του διωγμού του Βασιλέως Henry VIII , ο οποίος κατέστρεψε τα Αγγλικά Μοναστήρια, η λάρνακα του Αγίου Αλβανού άδειασε (ή το λείψανό του χάθηκε). Το 2002 μ.Χ. ο ναός του Αγίου Παντελεήμονος Κολωνίας ο οποίος κατείχε από αιώνων λείψανα του Αγίου Αλβανού παρεχώρησε ένα μέρος των λειψάνων του Αγίου, τα οποία κατετέθησαν στον τόπο του μαρτυρίου του δηλαδή στο σημερινό Saint Albans.

Όσιος Ιωσήφ ο αναχωρητής

 Ο Όσιος Ιωσήφ ο αναχωρητής υπήρξε διάσημος για την εγκράτεια και την ταπεινοφροσύνη του. Για να αποφεύγει τους επαίνους του κόσμου, αποσυρόταν με τους μαθητές του και προσευχόταν και έψαλλε. Με τέτοιο πνεύμα αρετής, απεβίωσε ειρηνικά. Γι' αυτόν γράφει ο Ευεργετινός.

Όσιος Υπάτιος ο εν Ρουφινιαναίς

 Ο Όσιος Υπάτιος έζησε στα χρόνια των βασιλέων Ονωρίου και Αρκαδίου (395-480) και γεννήθηκε στη Φρυγία. Δεκαοκτώ χρονών έφυγε από τη πατρίδα του και πήγε στη Θράκη, οπου έγινε μοναχός και ασκήτευε σε κάποιο κοινόβιο. Από τη Θράκη, με άδεια του ηγουμένου του πήγε στη Χαλκηδόνα με συνοδεία δύο άλλων μοναχών και εκεί βρήκε τη Μονή του Ρουφίνου ακατοίκητη, έρημη και άγρια. Τότε ο Υπάτιος, μαζί με τους συνοδίτες του, την καθάρισε από τα αγκάθια και τα τριβόλια, που είχαν φυτρώσει από την πολυκαιρία και την έκανε κατοικήσιμη. Διότι από τον θάνατο του κτίτορα της Μονής Ρουφίνου, ο οποίος και τάφηκε σ' αυτή, οι μοναχοί εγκατέλειψαν αυτή και έτσι ερημώθηκε. Στη Μονή αυτή ο Υπάτιος, μαζί με άλλους μοναχούς, πέρασε αρκετά χρόνια, εργαζόμενος και τρεφόμενος από το εργόχειρό του. Αλλά κατόπιν έφυγε και πήγε πάλι στο προηγούμενο κοινόβιο του στη Θράκη. Όμως, οι μοναχοί της Μονής Ρουφίνου, ήλθαν τον ζήτησαν και τελικά τον πήραν στη Μονή τους σαν ηγούμενο. Έτσι, αφού έζησε με οσιότητα και έκανε αρκετά θαύματα απεβίωσε ειρηνικά σε βαθιά γεράματα. 

Όσιος Πίωρ

 Η βιογραφία του Οσίου, βρίσκεται στο Λαυσαϊκό. Ήταν ασκητής Αιγύπτιος, ο οποίος αναχώρησε από το σπίτι του στην έρημο και πήρε την απόφαση να μη δει ποτέ τους γονείς και συγγενείς του. Μετά από πολλά χρόνια, η αδελφή του, γερόντισσα πια, έμαθε πως ζει και παρακάλεσε να τον δει με τη μεσιτεία των πατέρων της Σκήτης. Τότε ο αβάς Πίωρ, πήγε στο σπίτι της, στάθηκε στην πόρτα, χωρίς να μπει μέσα στο σπίτι και με κλειστά τα μάτια του, συνομίλησαν με την αδελφή του. Και χωρίς να τη δει καθόλου, έφυγε πάλι στην έρημο.


Επίσης, στο «Παράδεισον των Πατέρων» αναφέρεται ότι μια φορά έγινε Σύναξη στην Σκήτη για να κρίνουν οι Πατέρες έναν αδελφό τους, ο οποίος είχε κάνει κάποιο σφάλμα. Και ενώ οι Πατέρες συζητούσαν για το τι θα κάνουν, ο Όσιος Πίωρ βγήκε έξω και γεμίζοντας ένα σακί άμμο το κρέμασε στην πλάτη του. Έπειτα, γέμισε μια σπυρίδα με λίγη άμμο και την κρέμασε μπροστά του. Όταν τον ρώτησαν οι Πατέρες τι είναι αυτό που κάνει ο Όσιος απάντησε ότι το σακί που έχει πολύ άμμο είναι οι δικές του αμαρτίες, τις οποίες έχει πίσω του και δεν τις βλέπει για να κλαίει γι’ αυτές. Η σπυρίδα με την λίγη άμμο που κρέμεται μπροστά του, είναι οι λίγες αμαρτίες του αδελφού του, τις οποίες έχει μπροστά του και τις βλέπει ώστε να κατακρίνει τον αδελφό του. Έπρεπε όμως, μπροστά του να έχει τα δικά του σφάλματα, ώστε να τα βλέπει και να παρακαλεί τον Θεό να τον συγχωρήσει. Όταν τα άκουσαν αυτά οι Πατέρες, έφυγαν λέγοντας ότι πράγματι αυτός είναι ο δρόμος της σωτηρίας.


Ο Όσιος Πίωρ, απεβίωσε ειρηνικά.

Άγιος Φιλονείδης Ιερομάρτυρας επίσκοπος Κουρίου

 Ο Άγιος Φιλονείδης έζησε στα χρόνια του βασιλιά Διοκλητιανού (284-304) και ήταν επίσκοπος Κουρίου, πόλη της νότιας Κύπρου. Το 300 μ.Χ. για τον αποστολικό του ζήλο συνελήφθη μαζί με τρεις άλλους χριστιανούς και ρίχτηκε στη φυλακή. Όταν οι τρεις συγκροτούμενοί του - Αριστοκλής, Δημητριανός και Αθανάσιος  - πέθαναν μαρτυρικά, νέο διάταγμα του βασιλιά, προέτρεπε τους ειδωλολάτρες να ατιμάζουν παρά φύση τα σώματα των χριστιανών. Τότε ο Φιλονείδης για ν' αποφύγει τη βέβαιη ατίμωση, έδεσε το κεφάλι του, κάλυψε το πρόσωπο με το ρούχο του και έπεσε προς τα κάτω, από μέρος υψηλό. Αλλά πριν ακόμα το σώμα του φτάσει κάτω στη γη, η ψυχή του πέταξε στα χέρια του Θεού. Οι δε ειδωλολάτρες, όταν βρήκαν το σώμα του νεκρό, το έβαλαν μέσα σ' ένα σάκο και το πέταξαν στη θάλασσα. Έτσι το βρήκαν στην παραλία οι πιστοί, το παρέλαβαν και το έθαψαν με τιμές. Το μαρτύριο του Αγίου Φιλονείδη, συνέγραψε ο επίσκοπος Αρίστων.