Κυριακή 30 Αυγούστου 2026

(Κυριακή ΙΓ΄ Ματθαίου)- ΟΙ ΚΑΚΟΙ ΓΕΩΡΓΟΙ

 Στην πολυσήμαντη παραβολή του αμπελώνος ο Χριστός μίλησε για κακούς γεωργούς, που αντί να αποδώσουν τη σοδειά στον κύριό τους, κακοποίησαν και θανάτωσαν τους δούλους του και τον υιό του. Οικειοποιήθηκαν τον αμπελώνα για να τον εκμεταλλεύονται αυτοί όπως ήθελαν. Έτσι ο ιδιοκτήτης αφαίρεσε από αυτούς τον αμπελώνα για να τον δώσει σε άλλους γεωργούς, παραδίδοντας τους κακούς γεωργούς στον θάνατο (Κυριακή ΙΓ΄ Ματθαίου)


  Η παραβολή ειπώθηκε για τους Εβραίους που απέρριψαν τον Χριστό και έγιναν ανάξιοι να κατέχουν τον αμπελώνα του Θεού. Ο Χριστός τους προειδοποίησε ξεκάθαρα. «Γι’ αυτό θα αφαιρεθεί από σας η Βασιλεία του Θεού και θα δοθεί σε έθνος που θα παράγει (έργα αγαθά, δηλαδή) τους καρπούς της Βασιλείας του Θεού». Οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι άκουσαν την παραβολή, κατάλαβαν «ότι περί αυτών λέγει» και δρομολόγησαν τη θανάτωσή του για να κληρονομήσουν αυτοί τον αμπελώνα. Παρ’ ελπίδα όμως η κληρονομιά χάθηκε οριστικά από τα χέρια τους.


  Το γεγονός είχε ήδη προβλεφθεί από τον προφήτη Ησαΐα. «Αμπελών εγενήθη τω ηγαπημένω εν κέρατι, εν τόπω πίονι». Σε καλό, όμορφο τόπο, στη γόνιμη ψηλή κορφή ενός λόφου, ο επουράνιος γεωργός, ο Κύριος, έφτιαξε τον αμπελώνα του. Τον ασφάλισε με φράχτη και τάφρο γύρω του, να μην τον πνίγουν οι πλημμύρες, φύτεψε τα καλά κλήματα Σωρήχ, έχτισε στο μέσον πύργο και πατητήρι και περίμενε να κάνει σταφύλια. Αλλά δυστυχώς ο αμπελώνας «εποίησεν ακάνθας».


  Τί άλλο να κάνω για τον αμπελώνα μου, που δεν το έκανα ήδη; ρωτάει ο Κύριος. Έκανα τα πάντα γι’ αυτόν. Και αντί να μου κάνει σταφύλια, έκανε αγκάθια! Να λοιπόν, τί θα κάνω στον αμπελώνα μου. Θα βγάλω τον φράχτη του και θα γκρεμίσω τον τοίχο του, ώστε να είναι εκτεθειμένος σε διαρπαγή και καταπάτημα. Θα τον εγκαταλείψω, δεν θα τον κλαδέψω, δεν θα τον σκάψω, θα διατάξω τα σύννεφα να μη ρίξουν επάνω του βροχή. Ώστε να ανεβούν τα αγκάθια και να τον πνίξουν, να γίνει χέρσος, ακαλλιέργητος τόπος. Ο αμπελώνας μου ήταν ο αγαπημένος μου λαός, «νεόφυτον ηγαπημένον», τα τρυφερά βλαστάρια της φυλής του Ιούδα. Περίμενα να καρποφορήσει δικαιοσύνη και αυτός καρποφόρησε παρανομία και αδικία (Ησ. 5, 1-7).


  Έτσι, οι κακοί γεωργοί που σταύρωσαν τον Υιό θανατώθηκαν και ο τόπος τους λεηλατήθηκε, καταπατήθηκε και ερήμωσε. Τα προβλεπόμενα όμως από την παραβολή του Χριστού δεν τελείωσαν ακόμα, γιατί το τέλος όλων των κακών γεωργών συντελείται οριστικά όταν φτάνει «η ώρα του θερίσαι», στους έσχατους χρόνους.


  Θερίζεται τότε η γη από τον Κύριο. Εμφανίζεται όμως και ένας άγγελος με κοφτερό δρεπάνι, ενώ άλλος άγγελος κραυγάζει: «Πέμψον σου το δρέπανον το οξύ και τρύγησον τους βότρυας της αμπέλου της γης». Ο άγγελος ρίχνει το δρεπάνι του στη γη, τρυγά τον αμπελώνα της και ρίχνει τα σταφύλια (όλους τους αμαρτωλούς) στο μεγάλο πατητήρι του θυμού του Θεού. Το πατητήρι πατιέται και βγαίνει αίμα τόσο πολύ, που ανεβαίνει ως τα χαλινάρια των ίππων, σε απόσταση 1600 σταδίων (πάνω από 300 χιλιόμετρα) (Αποκ. 14, 14-20).


 Συμβολική η εικόνα, αλλά συγκλονιστικά τα προαγγελλόμενα!

π. Δημητρίου Μπόκου

Κυριακή ΙΓ’ Ματθαίου: Η Παραβολή τού αμπελώνος

 † Μητροπολίτης Σουρόζ Αντώνιος Bloom


Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς, καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.


Τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο, μετὰ ἀπὸ μιὰ σειρὰ ἀπὸ εὐχάριστα ἀναγνώσματα, εἶναι, νὰ τὸ πῶ ἔτσι, τρομαχτικό: εἶναι ἡ ἱστορία τῶν ἐργατῶν τοῦ ἀμπελῶνος ποὺ γίνονται προδότες. Καὶ πράγματι τούτη ἡ παραβολὴ ἀντικατοπτρίζει ὅλη τὴν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπινου γένους, ἀλλὰ στὸ πλαίσιο ὅλων τῶν κειμένων ποὺ προηγήθηκαν, μᾶς μιλάει ἐπίσης γιὰ τὴν τρομερὴ, μὲ ὅλη τὴ σημασία τοῦ ὅρου, ἀγνωμοσύνη τῆς ἀνθρωπότητας πρὸς τὸν Θεό. Ἀπέναντι στὴν ἀγάπη Του, τὰ θαύματα Του, σὲ ὅλα ὅσα ἔκανε γιὰ ἐμᾶς, παραμένουμε ἀσυγκίνητοι καὶ ἐγωκεντρικοί· σκεφτόμαστε τὸν ἑαυτό μας, δὲν σκεφτόμαστε τὸν πλησίον μας, ἀκόμα λιγότερο σκεφτόμαστε τὸν Θεό· ἀχαριστία, ἀγάπη πρὸς τὸν ἑαυτό μας, ἐγωκεντρισμός, συγκέντρωση σὲ αὐτὸ ποὺ θέλουμε, ποὺ μᾶς γοητεύει, σ’ ὅ,τι μᾶς φαίνεται ἀπαραίτητο.

Τὸ σημερινὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα μᾶς λέει ὅτι ὁ Θεὸς δημιούργησε ἕναν ὄμορφο, ὑπέροχο κόσμο, τὸν περιέβαλλε μὲ τὴν δύναμη καὶ τὴν πρόνοια Του, προετοίμασε τὰ πάντα ὥστε νὰ γίνουν τόπος τῆς Βασιλείας Του, τοῦ Βασιλείου τῆς ἀμοιβαίας ἀγάπης, τῆς χαρᾶς. Ἀλλὰ γνωρίζουμε τὶ κάναμε σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο· φτιάξαμε ἕναν κόσμο ὅπου οἱ ἄνθρωποι φοβοῦνται νὰ ζήσουν, ὅπου ὑπάρχει αἱματοχυσία, ὅπου διαπράττονται ἀπάνθρωπες, σκληρὲς πράξεις ὄχι μόνο σὲ σὲ παγκόσμια κλίμακα, ἀλλὰ σὲ ἐπίπεδο οἰκογενειακό, ἐνοριακό, καὶ μεταξὺ τῶν πιὸ κοντινῶν φίλων.


Ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ ὁ Κύριος ἔστελνε τοὺς ἀπεσταλμένους Του: πατριάρχες, προφῆτες, ἀγγέλους, κήρυκες, τὸν Πρόδρομο καὶ στὸ τέλος ἦλθε ὁ ἴδιος νὰ μᾶς θυμίσει ὅτι ὁ κόσμος πλάστηκε γιὰ τὴν ἀγάπη. Καὶ ὅπως στὴν παραβολὴ ὁδήγησαν τὸν υἱὸ ἕξω ἀπὸ τὸν ἀμπελώνα καὶ τὸν σκότωσαν, ἔτσι τὸ ἀνθρώπινο γένος φέρθηκε στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅταν μιλῶ γιὰ «ἀνθρωπότητα», δὲν ἀναφέρομαι στοὺς ἄλλους, ἀλλὰ σ’ ἐμᾶς, ἐπειδὴ ὁ Κύριος μᾶς ἐμπιστεύτηκε τὴν ζωὴ γιὰ νὰ τὴν κάνουμε θρίαμβο τῆς ἀγάπης, τῆς ἀδελφοσύνης, τῆς ἁρμονίας, τῆς πίστης καὶ τῆς χαρᾶς, καὶ δὲν τὸ κάνουμε ἐπειδὴ σκεφτόμαστε τοὺς ἑαυτοὺς μας. Σὲ ἀνταπόδοση ὅσων ἔκανε γιὰ μᾶς, ποὺ μᾶς δημιούργησε, ποὺ μᾶς ἀποκάλυψε τὸν ἑαυτό Του, ποὺ μᾶς πρόσφερε ὅλη Του τὴν ἀγάπη καὶ στὸ τέλος τὴν ζωὴ καὶ τὸν θάνατο τοῦ Υἱοῦ Του, μόλις καὶ μετὰ βίας προφέρουμε ἕνα «Εὐχαριστῶ» καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ ξεχνᾶμε.


Στραφῆτε πίσω σὲ ὅ,τι ἀκούσατε στὴ διάρκεια τῆς Τεσσαρακοστῆς, σὲ ὅ,τι εἴδατε τὸ βράδυ τῆς Ἀνάστασης, σὲ ὅ,τι εἰπώθηκε ἀπὸ τοὺς ἁγίους τὶς μετέπειτα ἑβδομάδες, τοὺς ἁγίους τῆς Ρωσίας, τοὺς ἁγίους αὐτῶν τῶν νησιῶν, ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἀνθρωπιᾶς. Μελετῆστε τα ὅλα αὐτὰ καὶ ἀναρωτηθῆτε: «Εἶμαι ἐργάτης τοῦ ἀμπελῶνος, καὶ εἶμαι ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἀπωθεῖ μακρυὰ τὸν Χριστὸ κάθε φορὰ ποὺ ἔρχεται στὴν ζωή μου; Δὲν Τοῦ λέω: Βγὲς ἀπὸ τὸν δρόμο μου, βγὲς ἀπὸ τὴν ζωή μου – θέλω νὰ εἶμαι ὁ Θεὸς, ὁ ἀφέντης, θέλω νὰ διαχειρίζομαι τὰ πάντα.» Ἔτσι μιλάει ὁ καθένας μας, ἴσως ὄχι μὲ τέτοια ἀγένεια, τόσο βλάσφημα, ἀλλὰ μὲ τὰ ἔργα μας, μὲ κούφιες λέξεις.


Πρέπει νὰ συνέλθουμε. Ἔχω πεῖ τόσες φορὲς ὅτι σωζόμαστε ἐπειδὴ μᾶς ἀγαπάει ὁ Θεός, ἀλλὰ ὄχι μόνο ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του, ἀλλὰ ὰπὸ τὴν ἀνταπόκριση μας σ’ αὐτὴν. Ἄν ἐπιθυμία μας εἶναι ἁπλῶς νὰ καρπωθοῦμε τοὺς καρποὺς τοῦ Σταυροῦ, τῆς σταύρωσης, τῶν ἡμερῶν τοῦ πάθους, καὶ νὰ μὴν ἐπιστρέψουμε κάτι στὸν Θεό, καὶ νὰ μὴν προσφέρουμε κάτι στὸν πλησίον μας γιὰ τὸν ὁποῖο πέθανε ὁ Θεός, παρὰ μόνο μιὰ στιγμιαία σκέψη, εἴμαστε ἐχθρικοὶ πρὸς κάθε τι ποὺ ἔκανε γιὰ μᾶς.


Ἄς πάρουμε θέση ἐνώπιον αὐτῆς τῆς προειδοποίησης, τῆς ὑπενθύμισης τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου καὶ ἄς σκεφτοῦμε: «ποῦ εἶναι ἡ εὐγνωμοσύνη μου, εὐγνωμοσύνη ὄχι μόνο στὰ λόγια, ἀλλὰ στὴν πράξη;» Ἄς κρίνουμε τοὺς ἑαυτοὺς μας καὶ ἄς ξεκινήσουμε μιὰ νέα ζωή. Εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν Θεὸ σημαίνει νὰ εἴμαστε ἡ χαρά Του, καὶ στήριγμα, σωτηρία καὶ χαρὰ πρὸς τὸν πλησίον μας. Ἄς ξεκινήσουμε σήμερα νὰ φέρουμε καρποὺς ἀπ’ ὅ,τι μόλις μάθαμε ἀπὸ τὸν Θεὸ μέσα ὰπὸ τὴν ζωή τοῦ Χριστοῦ. Ἀμήν.


Αμπέλι του Θεού

 Μακαριστού Μητροπ. Πρ. Φλωρίνης, Αυγουστίνου Καντιώτου.


Ματθ. 21, 33- 42


«Άνθρωπος τις ην οικοδεσπότης, όστις εφύτευσειν αμπελώνα…»


(Ματθ. 21,33)


Ελάτε, αγαπητοί, ελάτε να σας δείξω ένα εκλεκτό αμπέλι. Δεν ήταν από την αρχή έτσι. Ήταν ένας τόπος ακαλλιέργητος. Ήταν ένα χέρσο χωράφι. Ήταν γεμάτο πέτρες, άγρια χόρτα, αγκάθια και φίδια. Κανείς δεν το πρόσεχε. Αλλά κάποιος το πρόσεξε. Ήξερε, ότι κάτω από τις πέτρες και τ’ αγκάθια κρυβόταν εκλεκτό χώμα και ότι, όταν ελευθερωνόταν από αυτά, μπορούσε να γίνη ένα εκλεκτό αμπέλι. Αγόρασε λοιπόν το χέρσο αυτό τόπο και άρχισε να τον δουλεύη. Έβαλε φωτιά, έκαψε τ’ αγκάθια, έβγαλε τις πέτρες, το καθάρισε από τα άγρια χόρτα, το έσκαψε βαθειά, έφερε κλήματα και τα φύτεψε. Το έφραξε απ’ όλες τις μεριές, ώστε να μη μπορούν να μπαίνουν μέσα κλέφτες και ζώα. Έχτισε πατητήρι. Έχτισε πύργο, για να μένουν οι φύλακες και από ’κει, σαν από σκοπιά, να παρατηρούν τι γίνεται σ’ όλο τ’ αμπέλι και πέρα απ’ αυτό.


Το αγαπούσε ο άνθρωπος αυτός το αμπέλι και γι’ αυτό προνόησε για όλα. Ήθελε να είνε ένα αμπέλι, που άλλο σαν αυτό να μην υπάρχη. Αμπέλι υποδειγματικό. Το εμπιστεύθηκε σε γεωργούς, και αυτός έφυγε και πήγε μακριά.

Αλλ’ οι γεωργοί δεν ήταν καλοί άνθρωποι. Δεν πόνεσαν το αμπέλι. Δεν το περιποιήθηκαν όπως έπρεπε. Νόμισαν, ότι ήταν ανεξέλεγκτοι, και ότι ποτέ πιά δεν θα επέστρεφε ο ιδιοκτήτης, για να το δη και να ζητήση λόγο. Μα ο ιδιοκτήτης δεν λησμόνησε το κτήμα του. Έστειλε τους υπηρέτες του για να πάρη τους καρπούς. Οι κακοί όμως γεωργοί δεν έδωσαν σ’ αυτούς ούτε ένα τσαμπί σταφύλι. Άλλους από τους υπηρέτες σκότωσαν, άλλους έδειραν και άλλους πετροβόλησαν. Στέλνει άλλους υπηρέτες ο ιδιοκτήτης. Αλλά και σ’ αυτούς τα ίδια έκαναν. Τέλος στέλνει το παιδί του. Ούτε όμως κι αυτό το σεβάστηκαν. Το πήραν, το έβγαλαν έξω από τ’ αμπέλι και το σκότωσαν.


Τι πρέπει, λοιπόν, να κάνη τους κακούς αυτούς γεωργούς ο οικοδεσπότης; ρώτησε ο Κύριος τους Ιουδαίους. Και αυτοί απάντησαν ότι «κακούς κακώς απολέσει αυτούς» (Ματθ. 21, 41), ότι δηλαδή, επειδή αυτοί αποδείχτηκαν κακοί, κακό θα είνε και το τέλος τους· το δε αμπέλι θα το δώση σε άλλους γεωργούς, που θα το καλλιεργούν και στον κατάλληλο καιρό θα του αποδώσουν τους καρπούς.


***


Παραβολή είνε όσα είπαμε. Παραβολή, που περιέχεται στο σημερινό Ευαγγέλιο, κ’ εμείς κάπως αναπτυγμένη την παρουσιάζουμε. Παραβολή, που έχει βαθύ νόημα. Γιατί άλλα λέει, και άλλα εννοεί ο Κύριος.


Και γεννιέται το ερώτημα· Ποιό είνε το αμπέλι; Το αμπέλι είνε ο Ιουδαϊκός λαός. Ήταν εξ αρχής ο λαός αυτός εκλεκτός; Ήταν αμπέλι περιποιημένο; Όχι. Ήταν ένας λαός, που έμοιαζε με χερσότοπο. Ζούσαν μέσα στην αμαρτία και την ειδωλολατρία όπως όλοι οι λαοί. Αλλ’ ο Θεός διάλεξε το λαό αυτό και τον περιποιήθηκε με ιδιαίτερη αγάπη και στοργή. Και τι δεν έκανε για το λαό αυτό! Πόση διδασκαλία, πόσα θαύματα! Πόσοι μεγάλοι διδάσκαλοι και προφήτες δεν δίδαξαν το λαό αυτό! Αλλά δυστυχώς ο Ιουδαϊκός λαός δεν έδειξε την αγάπη που έπρεπε στο Θεό. Δεν ετίμησε τις δωρεές και ευεργεσίες του Θεού. Φάνηκε λαός αχάριστος. Αμπέλι, που δεν έδωσε καρπό στον κύριό του. Γέμισε πέτρες και αγκάθια. Κι από τ’ αγκάθια αυτά πλέχθηκε το αγκάθινο στεφάνι, που οι στρατιώτες έβαλαν πάνω στο κεφάλι του μονογενούς Υιού του Θεού, που οι αχάριστοι Ιουδαίοι εσταύρωσαν έξω από τον αμπελώνα, έξω από την Ιερουσαλήμ. Όχι σταφύλια, όχι γλυκό κρασί, αλλά ξίδι και χολή έδωσαν στο Χριστό, τον ευεργέτη τους.


Το τέλος τους είνε γνωστό. Υπήρξε το τέλος των κακών γεωργών. Τιμωρήθηκαν με μεγάλη τιμωρία. Τιμωρήθηκαν όπως έπρεπε. Το αμπέλι έφυγε από την εξουσία τους και παραδόθηκε σε άλλους γεωργούς, σε άλλο λαό, τον χριστιανικό λαό. Αυτός ο λαός απετελέσε την Εκκλησία και έγινε το αμπέλι του Θεού. Από το καινούργιο αυτό αμπέλι περιμένει τώρα ο Κύριος του αμπελώνος καρπούς εκλεκτούς. Και αλλοίμονο αν δεν τους δώση. Αλλοίμονο, αν και οι νέοι γεωργοί δεν καλλιεργήσουν όπως πρέπει το αμπέλι, που με τα δάκρυα και το αίμα του πότισε ο Θεάνθρωπος Κύριος.


***


Αμπέλι είνε η Ορθόδοξος Εκκλησία μας. Φραγμένη απ’ όλες τις μεριές με τις εντολές του Κυρίου, με τα δόγματα, με τους θείους και ιερούς κανόνας των οικουμενικών και τοπικών Συνόδων. Αμπέλι, που έχει πατητήρια, ιερά θυσιαστήρια, όπου προσφέρεται το άχραντο σώμα και τίμιο αίμα του Κυρίου. Αμπέλι με πύργους, με ναούς, με άμβωνες, με υψηλά παρατηρητήρια, που οι φύλακες μπορούν από αυτά να βλέπουν τί συμβαίνει όχι μόνο στο αμπέλι, αλλά και σ’ όλο τον κόσμο, και να παίρνουν τα κατάλληλα μέτρα. Αμπέλι εφωδιασμένο με όλα τα μέσα, για να μπορέση να φέρη εκλεκτό καρπό.


Ναί! Η Ορθόδοξος Εκκλησία είνε το αμπέλι του Θεού. Αλλά μέσα σ’ όλο το χώρο της Ορθοδοξίας αμπέλι είνε και κάθε επισκοπή με τους χιλιάδες χριστιανούς, που είνε τα κλήματα. Γι’ αυτό και όταν λειτουργή ο επίσκοπος, πριν ακόμη διαβαστή το Ευαγγέλιο, βγαίνη έξω στην ωραία πύλη, κρατεί δικηροτρίκηρα, υψώνει τη φωνή του και λέει· «Κύριε Κύριε, επίβλεψον εξ ουρανού και ίδε και επίσκεψε την άμπελον ταύτην και κατάρτησαι αυτήν, ήν εφύτευσεν η δεξιά σου». Τί σημαίνουν τα λόγια αυτά; Είνε μιά προσευχή. Ο επίσκοπος παρακαλεί τον Κύριο να μην αφήση την Εκκλησία, αλλά να ρίξη τη ματιά του από τον ουρανό, να μας σπλαχνισθή. Και αν οι χριστιανοί παρουσιάζουν ελαττώματα και κακίες και μοιάζουν σαν κλήματα άκαρπα, να μην τα ξερριζώση, αλλά να τα αφήση και να τα περιποιηθή ακόμη, με την ελπίδα ότι θα γίνουν κι αυτά μιά μέρα κλήματα καρποφόρα.


Και για την πνευματική αυτή καλλιέργεια των χριστιανών είνε υπεύθυνος ο επίσκοπος. Και όχι μόνο ο επίσκοπος, αλλ’ ύστερα από τον επίσκοπο υπεύθυνοι είνε και όλοι οι ιερείς. Γιατί κάθε ενορία είνε κι αυτή ένα μικρό αμπέλι. Κλήματα είνε όσες ψυχές, άντρες και γυναίκες, κατοικούν στο χωριό. Κλήματα που θέλουν περιποίησι. Και όπως τα φυσικά κλήματα έχουν ανάγκη από σκάψιμο, από κλάδεμα, από ράντισμα, από φάρμακα διάφορα, έχουν ανάγκη από προφύλαξι από τους διάφορους εχθρούς και τους κλέφτες, έτσι οι ενορίτες, τα πνευματικά αυτά κλήματα, έχουν ανάγκη από συνεχή παρακολούθησι. Ο καλός αμπελουργός είνε πάντοτε στο αμπέλι του. Άλλοτε θα το καθαρίση από άγρια χόρτα και πέτρες, άλλοτε θα σκάψη, άλλοτε θα ραντίση, στον καιρό δε των καρπών μένει εκεί και τη νύχτα και φυλάει τ’ αμπέλι. Και ο καλός ιερεύς δεν φεύγει ποτέ από τ’ αμπέλι του, δεν φεύγει από την ενορία του. Μένει κοντά στους ενορίτες του χειμώνα-καλοκαίρι. Κάτι έχει να κάνη. Δεν μένει ποτέ αργός. Μιά παράκλησι, ένα τρισάγιο στα μνήματα των νεκρών, μιά επίσκεψη στο σπίτι των πονεμένων, μιά διδασκαλία, ένας έλεγχος, μιά μάχη εναντίον των αιρετικών που έρχονται να πηδήξουν το φράχτη και να ριμάξουν τ’ αμπέλι του. Ώ, πόσα δεν μπορεί να κάνη ένας καλός ιερεύς!


Ώ Κύριε! Δικό σου αμπέλι είνε η Εκκλησία. Στείλε σ’ αυτό τ’ αμπέλι καλούς γεωργούς, καλούς ιερείς και επισκόπους, για να γίνη και πάλι κάθε επισκοπή και κάθε ενορία ένα διαλεχτό αμπέλι.

Ἂς γίνουμε ἀμπέλι τοῦ Χριστοῦ

 (†) Ἐπίσκοπος Αὐγουστίνος Καντιώτης


Ακούσατε, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο. Στὸ Εὐαγγέλιο δὲν ὁμιλεῖ ἕνας ἁπλὸς ἄνθρωπος, ἕνας σοφός· ὁμιλεῖ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ἐκεῖνος ποὺ ἀπὸ τὰ χείλη του ποτέ δὲν βγῆκε ψέμα, ἐκεῖνος ποὺ εἶπε «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι» (Ματθ. 24,35). Ὁμιλεῖ σήμερα παραβολικῶς, δηλαδὴ ἄλλα λέει καὶ ἄλλα ἐννοεῖ. Μᾶς παρουσιάζει μιὰ ζωντανὴ εἰκόνα, ποὺ πρέπει ὅλοι νὰ τὴν προσέξουμε, διότι μέσα στὴν εἰκόνα αὐτὴ εἴμαστε ὅλοι.


Ὁ Κύριος μᾶς μιλάει γιὰ ἕνα ἀμπέλι. Ὁ νοικοκύρης τοῦ ἀμπελιοῦ ἔδειξε μεγάλο ἐνδιαφέρον γι᾽ αὐτό. Τὸ ἔφραξε γύρω - γύρω μὲ φράχτη, ὥστε νὰ μὴ μπορῇ νὰ μπῇ κανένας κλέφτης καὶ κανένα ἄγριο θηρίο καὶ νὰ κάνῃ ζημιά. Ἔφτιαξε στὸ κέντρο πατητήρι, γιὰ νὰ πατοῦν τὰ σταφύλια. Φύτεψε κλήματα, ῥίζες ἐκλεκτές. Κατόπιν ὅλο αὐτὸ τὸ ἀμπέλι, ὅπως ἦταν φραγμένο καὶ φροντισμένο, τὸ παρέδωσε σὲ ἀμπελουργοὺς μὲ τὴν ἐντολὴ νὰ τὸ σκάβουν νὰ τὸ κλαδεύουν νὰ τὸ περιποιοῦνται, ὥστε ν᾽ ἀποδώσῃ.


Κι ὅταν ἔφτασε ἡ ἐποχὴ τοῦ καρποῦ, τότε λέει τὸ εὐαγγέλιο ἔστειλε ὑπηρέτες γιὰ νὰ τοὺς δώσουν τὸν καρπό. Ἀλλ᾽ αὐτοὶ οἱ ἀμπελουργοὶ δὲν ἔδωσαν οὔτε ἕνα καλάθι σταφύλια οὔτε ἕνα τσαμπί. Μόλις εἶδαν ἀπὸ μακριὰ ὅτι ἔρχονται οἱ ὑπηρέτες τοῦ καλοῦ αὐτοῦ ἰδιοκτήτου, ἀμέσως ἔπιασαν σχοινιά, πέτρες, μαχαίρια, καὶ ἄλλον μὲντὸν ἔδειραν, ἄλλον τὸν σκότωσαν καὶ ἄλλοντὸν λιθοβόλησαν. Ὁ ἰδιοκτήτης, ὅταν πληροφορήθηκε τὴν διαγωγὴ αὐτὴ τῶν γεωργῶν, ἔστειλε ἄλλους ὑπηρέτες περισσοτέρους ἀπὸ τοὺς πρώτους. Ἐν τούτοις οἱ κακοὶ γεωργοί, ὅταν εἶδαν τοὺς ἀπεσταλμένους, ἔκαναν καὶ σ᾽ αὐτοὺς τὰ ἴδια. Τέλος ὁ ἰδιοκτήτης ἀποφάσισε νὰ στείλῃ τὸν γυιό του, μὲ τὴ σκέψι ὅτι αὐτὴ τὴ φορὰ θὰ ντραποῦν. Ἀλλὰ οἱ ἀχάριστοι ἀμπελουργοί, ἀναιδέστατοι καὶ θρασύτατοι, μόλις πλησίασε ὁ γυιὸς τοῦ ἰδιοκτήτου, τὸν ἔπιασαν, τὸν ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὸ ἀμπέλι κ᾽ ἐκεῖ τὸν θανάτωσαν. Τέτοια διαγωγὴ ἔδειξαν οἱ κακοὶ γεωργοὶ ἀπέναντι στὸν ἰδιοκτήτη τοῦ ἀμπελῶνος.


Ὁ Κύριος, ἀφοῦ εἶπε τὴν παραβολή, στρέφεται στοὺς ἀρχιερεῖς καὶ πρεσβυτέρους τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ ποὺ τὸν ἄκουγαν καὶ τοὺς ἐρωτᾷ· –Τί θὰ κάνῃ ὁ ἰδιοκτήτης αὐτοὺς τοὺς κακοὺς γεωργούς; Κ᾽ ἐκεῖνοι, χωρὶς νὰ καταλάβουν ὅτι γι᾽ αὐτοὺς ἔλεγε αὐτὰ τὰ λόγια ὁ Θεάνθρωπος, χωρὶς νὰ καταλάβουν ὅτι μόνοι τους ὑπογράφουν τὴν καταδίκη τους, ἀπήντησαν μὲ ἀφέλεια· – «Κακοὺς κακῶς ἀπολέσει αὐτούς, καὶ τὸν ἀμπελῶνα ἐκδώσεται ἄλλοις γεωργοῖς» (Ματθ.21,41).


Αὐτή, ἀγαπητοί μου, μὲ λίγα λόγια εἶνε ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή. Ἀλλ᾽ ὅπως εἴπαμε, ἡ παραβολὴ εἶνε μία διήγησι στὴν ὁποία ὁ Κύριος ἄλλα λέει καὶ ἄλλα ἐννοεῖ. Ποιό εἶνε ἆραγε τὸ ἀμπέλι αὐτό; Τὸ ἀμπέλι μὲ τὸ φράχτη μὲ τὸ πατητήρι μὲ τὰ ἐκλεκτὰ κλήματα, ποὺ εἶχε τοὺς κακοὺς γεωργούς, ὅπως ἑρμηνεύουν οἱ ἅγιοι πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, εἶνε ὁ Ἰσραήλ, ὁ Ἰουδαϊκὸς λαός. Ἐπάνω ἐδῶ στὴ φλούδα τῆς γῆς πέρασαν πολλοὶ λαοί, παλαιοὶ καὶ νεώτεροι. Ἀλλ᾽ ἀπ᾽ ὅλους τοὺς λαοὺς τοῦ κόσμου ἕνα λαὸ ἀγάπησε ὁ Θεὸς ἰδιαιτέρως. Αὐτὸς ἦταν ὁ ἀγαπημένος λαός του, ἡ ἐκλεκτή του ἄμπελος, ὁ λαὸς ποὺ τὸν ὠνόμασε «περιούσιον» (Τίτ.2,14). Τί δὲν ἔκανε γιὰ τὸ λαὸ αὐτὸν ὁ καλὸς Θεός! Τὸν ἔβγαλε ἀπὸ τὴ δουλεία τοῦ φαραώ, τὸν πότισε στὴν ἔρημο μὲ νερὸ ποὺ ἔβγαλε ἀπὸ τὸ βράχο, τὸν ἔθρεψε μὲ τὸ μάννα, τὸν εὐεργέτησε πολυειδῶς καὶ «πολυτρόπως» (Ἑβρ.1,1). Σ᾽ αὐτὸ τὸν λαὸ ἔστειλε πνεύματα μεγάλακαὶ ἰσχυρά, προφῆτες καὶ πατριάρχες· προσπάθησε νὰ τὸν καλλιεργήσῃ μὲ ποικίλους τρόπους. Καὶ ἐν τούτοις ὁ λαὸς αὐτὸς τί ἀνταπέδωσε στὸν Κύριο; Ὄχι κάποιο καρπὸ δὲν τοῦ ἔδωσε, ἀλλὰ τοῦ ἀνταπέδωσε ἀγκάθια, διέπραξε σωρεία ἀπὸ ἐγκλήματα.


Παραλείπουμε ἄλλα καὶ ἀναφέρουμε ὅτι τὸν προφήτη Ἠσαΐα τὸν πριόνισαν μὲ πριόνι ξύλινο, τὸν προφήτη Ἰερεμία τὸν ἔρριξαν μέσα σὲ βόθρο μὲ ἀκαθαρσίες, καὶ ἄλλους προφῆτες κατὰ διαφόρους τρόπους τοὺς βασάνισαν καὶ τοὺς θανάτωσαν. Τέλος δὲ διέπραξαν τὸ μεγαλύτερο ἔγκλημα ποὺ ἀναφέρει ἡ παγκόσμιος ἱστορία· ἐσταύρωσαν τὸν μονογενῆ Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα; Τὸ εἶπαν μόνοι τους· «Κακοὺς κακῶς ἀπολέσει αὐτούς…». Καὶ ὄντως «κακοὶ κακῶς ἀπωλέσθησαν».


Ὅταν τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ σὰν θεριά, ἀγριώτεροι ἀπὸ τὰ θηρία τῆς ζούγκλας, σὰν λυσσασμένα σκυλιὰ καὶ ταῦροι μαινόμενοι, φώναζαν κάτω ἀπὸ τὸ πραιτώριο τοῦ Πιλάτου «Σταύρωσον σταύρωσον αὐτόν»· κι ὅταν ὁ Πιλᾶτος ἔλεγε «Ἐγὼ οὐχ εὑρίσκω ἐν αὐτῷ αἰτίαν», αὐτοὶ «δὲ περισσῶς ἔκραζον λέγοντες Σταυρωθήτω» (Ἰω. 19,6. Ματθ.27,23)· κι ὅταν ὁ Πιλᾶτος πῆρε μιὰ λεκάνη μὲνερὸ καὶ ἔπλυνε τὰ χέρια του λέγοντας «Ἀθῷός εἰμι ἀπὸ τοῦ αἵματος τοῦ δικαίου του» κ᾽ ἐκεῖνοι φώναξαν «Τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐφ᾽ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα ἡμῶν» (Ματθ. 27,24-25), ἀπὸ τὴστιγμὴ ἐκείνη ὁ Ἰουδαϊκὸς λαὸς ὑπέγραψεπλέον τὴν καταδίκη του. Δὲν πέρασαν τριάντα χρόνια καὶ τὰ Ἰεροσόλυμα, ποὺ ἦταν μία ἀπὸ τὶς ὡραιότερες πόλεις τοῦ κόσμου καὶ εἶχε τὸ ναὸ τοῦ Σολομῶντος, τὰ μέγαρα τοῦ Ἄννα καὶ τοῦ Καϊάφα καὶ τὸ πραιτώριο τοῦ Ποντίου Πιλάτου καὶ εἶχε μαζέψει ὅλο τὸ χρυσάφι τῶν Ἰουδαίων, τὰ Ἰεροσόλυμα ποὺ ἦταν τὸ καύχημα τοῦ Ἰσραήλ, πολιορκήθηκαν. ῾Ρωμαῖοι στρατιῶτες ἦρθαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλι, ἔρριξαν τὰ τείχη, ὥρμησαν μέσα, γκρέμισαν τὰ παλάτια καὶ τὰ σπίτια, κ᾽ ἐκεῖ ποὺ δίκασαν τὸ Χριστὸ πέρασε ἀλέτρι. Ἔσφαξαν τὰ γυναικόπαιδα τῶν Ἰουδαίων –μιὰ καταστροφὴ ἀπερίγραπτη, ἀπὸ τὶς λίγες ποὺ ἀναφέρει ἡ παγκόσμιος ἱστορία. Τέλος ἔπιασαν ὅλους τοὺς ἄντρες, τοὺς ἔβγαλαν ἔξω κι ἄρχισαν νὰ τοὺς σταυρώνουν. Σταύρωναν ἀπ᾽ τὸ πρωὶ μεχρι τὸ βράδυ συνεχῶς. Τόσο πολλοὺς σταύρωσαν, ὥστε δὲν ὑπῆρχαν πλέον ἄλλα ξύλα γιὰνὰ φτειάξουν σταυρούς. «Τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐφ᾽ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα ἡμῶν». «Κακοὺς κακῶς ἀπολέσει αὐτούς…».


Ἀλλὰ ἡ παραβολὴ αὐτὴ δὲν ἀφορᾷ μόνο οτὸν Ἰουδαϊκὸ λαό, ἀφορᾷ καὶ ἐμᾶς. Διότι λέει καθαρὰ τὸ εὐαγγέλιο, ὅτι «τὸν ἀμπελῶνα ἐκδώσεται ἄλλοις γεωργοῖς» καὶ ὅτι «ἡ βασιεία τοῦ Θεοῦ δοθήσεται ἔθνει ποιοῦντι τοὺς καρποὺς αὐτῆς» (Ματθ. 21,43). Ὕστερα ἀπὸ τὸ πρῶτο ἀμπέλι, τὴν Ἰουδαϊκὴ συναγωγή, ποὺ ἀντὶ γιὰ καρποὺς ἀπέδωσε ἀγκάθια καὶ τριβόλια, τώρα ἡ ἄμπελος ἡ ἐκλεκτὴ εἶνε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Θὰ ξέρετε ἴσως ὅτι ὅταν λειτουργεῖ ἐπίσκοπος, σὲ μιὰ στιγμὴ πρὸ τοῦ εὐαγγελίου, βγαίνει στὴν ὡραία πύλη καὶ κρατώντας δικηροτρίκηρα παρακαλεῖ καὶ λέει· «Κύριε Κύριε, ἐπίβλεψον ἐξ οὐρανοῦ καὶ ἴδε καὶ ἐπίσκεψαι τὴν ἄμπελον ταύτην καὶ κατάρτισαι αὐτήν, ἣν ἐφύτευσεν ἡ δεξιά σου», δηλαδή· Κύριε Κύριε, ῥίξε τὸ βλέμμα σου ἀπ᾽ τὸν οὐρανὸ καὶ δὲς κ᾽ ἐπιθεώρησε τοῦτο τὸ ἀμπέλι καὶ καλλιέργησέ το τὸ ὁποῖο ἐφύτευσε τὸ δεξί σου χέρι (Ψαλμ.79,15-16) . Ποιό εἶνε τὸ ἀμπέλι αὐτό, γιὰ τὸὁποῖο παρακαλεῖ ὁ ἀρχιερεύς; Εἶνε κανέναἀμπέλι ὑλικό, μὲ ῥίζες ὑλικές; Ὄχι. Τὸ ἀμπέλι αὐτὸ εἴμαστε ἐμεῖς.


Τὰ κλήματα εἶνε οἱ Χριστιανοὶ οἱ βαπτισμένοι. Κάθε Χριστιανός, ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ θὰ βαπτισθῇ «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος», εἶνε πλέον ῥίζα ἐκλεκτὴ ποὺ τὴν ἐφύτευσε ἡ δεξιὰ τοῦ Ὑψίστου μέσα στὸ ἀμπέλιτῆς Ἐκκλησίας μας. Συνεπῶς, ὅσοι Χριστιανοὶ εἴμεθα τόσα καὶ κλήματα.


Πόσες ψυχές, ἀγαπητοί μου, κατοικεῖτε στὴν ἐνορία σας; ὅσοι Χριστιανοὶ εἶστε, τόσα καὶ κλήματα. Καὶ κάθε κλῆμα πρέπει νὰ φέρῃ καρπό. Καὶ ποιοί εἶνε οἱ καρποὶ τῆς πνευματικῆς ἀμπέλου, οἱ καρποὶ ποὺ ζητεῖ τὸ Πνεῦματὸ ἅγιο, ἡ ἁγία Τριάς; Καρποί , ὅπως ὅλοι καταλαβαίνετε, εἶνε τὰ καλὰ ἔργα, οἱ ἀρετὲς ποὺ πρέπει νὰ παρουσιάσουμε. Ἀντὶ αὐτῶν ὅμως ἐμεῖς τί προσφέρουμε;


Ἀγκάθια! Ὦ ἀδελφοί μου! Μιὰ φορὰ σταύρωσαν οἱ Ἑβραῖοι τὸ Χριστό, μὰ ἐμεῖς τὸν σταυρώνουμε καθημερινῶς . Κάθε βλαστήμια κ᾽ ἕνα σταύρωμα, κάθε ἀδικία κ᾽ ἕνα σταύρωμα, κάθε ψευδορκία κ᾽ ἕνα σταύρωμα, κάθε μοιχεία καὶπορνεία κ᾽ ἕνας σταυρός. Τὸν σταυρώνουμε στοὺς δρόμους, στὶς πλατεῖες, στὰ σχολεῖα, στὰ δικαστήρια, στὰ παλάτια, στὰ ἐργοστάσια, στὶς ἀμμουδιές, στὰ βουνά, στὴ θάλασσα, μολύναμε τὰ πάντα. Ὦ Θεέ μου, τί ἔγινε αὐτὸτὸ ἀμπέλι; πῶς ξεφράχτηκε, πῶς γέμισε ἀγκάθια καὶ τριβόλια, πῶς τὰ πάντα ξεράθηκαν;


Ἂς μετανοήσουμε, ἂς παρουσιάσουμε πάλι καρπούς, ἂς γίνουμε ἀμπέλι τοῦ Χριστοῦ μας, ὥστε νὰ ἔχουμε τὴν εὐχὴ τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν ἁγίων· ἀμήν.


Πηγή: (Α΄ μέρος ἀπομαγνητοφωνημένης ὁμιλίας, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου Νικαίας - Πειραιῶς τὴν 27-8-1961)

Ομιλία εις την παραβολήν του αμπελώνος και εις την ξηρανθείσαν συκήν

 Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού


Με παρακινεί προς λόγον ο ενυπόστατος Λόγος του Θεού και Πατρός, ο οποίος δεν απεχωρίσθη από τους κόλπους τού Πατρός και με τρόπον ανέκφραστον εκυοφορήθη στην μήτραν της Παρθένου΄ αυτός μολονότι έγινε προς χάριν μου ωσάν εμένα, είναι απαθής ως προς την Θεότητα, και περιεβλήθη σώμα ομοιοπαθές με το ιδικόν μου΄ αυτός που επιβαίνει σε άρματα Χερουβικά και ανέβη σε πώλον όνου, ο βασιλεύς της δόξης, αυτός που επευφημείται από τα Σεραφίμ ως άγιος μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα, αποδέχεται τα ψελλίσματα των παιδιών από την άκακο γλώσσα τους.

Αυτός, ενώ είναι Θεός, έλαβε την μορφή του δούλου και διατηρεί αυτήν την μορφή του δούλου στο διηνεκές΄ ως Θεός είναι άϋλος και αόρατος, αλλά εδέχθη να λάβη σώμα ορατόν και ψηλαφητόν΄ ήλθεν εκουσίως προς το Πάθος, για να μας χαρίση την απάθειαν. Διότι επειδή είδε το πλάσμα των χειρών του, τον άνθρωπο, τον οποίον έπλασε κατ’ εικόνα και ομοίωσί του, να έχη δελεασθή από την απάτη του όφεως, να έχη παραβή την εντολήν του, να είναι υποδουλωμένος στην φθορά και υπεύθυνος για τον θάνατο, δεν άντεξε ο φύσει συμπαθής την στέρησι του ποθουμένου, αλλά με πολλούς τρόπους τον εκάλεσε προς επιστροφήν και μετάνοιαν. Τον επαίδευσε ως δούλον αχάριστον, ως νηπιόφρονα «πολυμερώς και πολυτρόπως» και εμηχανεύθη κάθε τρόπον, ώστε να αποτινάξη την δουλείαν τού τυράννου και να επανέλθη στον Πλαστουργόν του. Αλλ’ ήταν αδύνατον να επιστρέψη, αφού μια για πάντα είχεν υποδουλωθή πλήρως στην αμαρτία και την είχε συζευχθή με την προαίρεσί του. Γι’ αυτό ακριβώς ο υπεράγαθος Δεσπότης, αναλαμβάνει την φύσι μας, επειδή είδεν ότι είχεν εξασθενήσει.

Βλέποντας δηλαδή τον άνθρωπο να απειθή στις εντολές και τα σωτήρια προστάγματα, τί λέγει; Πρέπει να παιδαγωγήση με έργα αυτόν που ευρίσκεται σε άγνοια. Πρέπει να τον χειραγωγήση στις αρετές, ώστε να τις συνηθίση και να τις επιτελή μόνος του. Πρέπει να γίνω ορατός και έτσι να θεραπεύσω τον ασθενή. Πρέπει να επαναφέρω κοντά μου το πλανώμενον πρόβατον και να το οδηγήσω προς την αρχικήν του διαμονή στον Παράδεισο. Πώς όμως θα τον επιστρέψω αν δεν με ιδή; Πώς θα οδηγήσω αυτό που δεν παρακολουθεί τα βήματά μου;

Γι’ αυτό έγινεν άνθρωπος, για να διδάξη εμπράκτως με αυτά που έπραξε και έπαθε αυτόν που το αγνοούσε, με ποίον τρόπον να εργάζεται την αρετήν΄ ώστε βλέποντάς τον να κατεβαίνη κατ’ οικονομίαν προς χάριν μας από τις πατρικές αγκάλες στην γη, να έλθωμε και εμείς με την προαίρεσί μας από την μητέρα μας γη προς αυτόν΄ εφανέρωσε έτσι τον υπερβολικόν πλούτον της προς εμάς αγάπης του. Διότι κανείς δεν ημπορεί να δείξη μεγαλυτέραν αγάπην από αυτόν που θυσιάζει «την ψυχήν του υπέρ των φίλων αυτού». Πώς όμως θα δείξη την αγάπη του, αυτός που δεν έχει ψυχή; Γι’ αυτό αναλαμβάνει σάρκα, για να «οφθή επί γης και τοις ανθρώποις συναναστραφή». Γι’ αυτό αναλαμβάνει ψυχή, για να την θυσιάση υπέρ των φίλων του. Και φίλους εννοώ όχι αυτούς που τον αγαπούν, αλλά αυτούς που εκείνος ποθεί. Διότι εμείς τον εμισήσαμε, τον απαρνηθήκαμε και γίναμε δούλοι σε άλλον. Αυτός όμως έμεινε σταθερός, έχοντας αμετάβλητον την προς ημάς αγάπην του. Γι’ αυτό και έτρεξε κοντά μας. Ήλθε σ’ αυτούς που τον εμισούσαν. Κατεδίωξε αυτούς που απεμακρύνοντο, και όταν τους έφθασε δεν τους ήλεγξε με σκληρότητα, δεν τους επανέφερε κοντά του με μαστίγιον, αλλά έπραξε σαν ένας άριστος ιατρός που ενώ υβρίζεται, εμπτύεται και ραπίζεται από κάποιον μανιακόν, του προσφέρει τις θεραπευτικές του υπηρεσίες. Προσέφερε στην φύσι της ανθρωπότητος την πλέον αποτελεσματικήν θεραπεία, το δραστικώτερον και παντοδύναμον φάρμακο, την ιδία την θεότητά του. Αυτή ανέδειξε το ασθενικόν μας σαρκίον δυνατώτερον από τις αόρατες δυνάμεις. Όπως δηλαδή ο σίδηρος είναι απλησίαστος όταν ενωθή με την φωτιάν, έτσι και το χόρτο της ιδικής μας φύσεως επειδή ηνώθη με το πυρ της θεότητος έγινε απλησίαστον από τον διάβολο. Και επειδή «τα εναντία των εναντίων ιάματα», κάθε πάθος δηλαδή θεραπεύεται με το αντίθετό του, καθώς λέγουν οι μαθηταί των ιατρών, καταβάλλει και ο Θεός «τα ενάντια δια των εναντίων»: Την ηδονή με τις οδύνες, την υπερηφάνεια με την ταπείνωσι. Διότι όχι μόνον εταπείνωσε τον εαυτό του με το να γίνη άνθρωπος ενώ κατείχε τον πλούτον της Θεότητος, αλλά και ως άνθρωπος έζησε με ταπείνωσι.

Πράγματι: ποίος από τους ανθρώπους υπήρξε τόσον ταπεινός; Διότι «ούκ έχει πού τήν κεφαλήν κλίναι». Δεν είχεν υποζύγιον, ούτε δεύτερον υποκάμισον, ούτε άλλον χιτώνα. «Λοιδορούμενος ούκ αντελοιδόρει, πάσχων ούκ ηπείλει». «Ως αρνίον άκακον ήγετο (ωδηγείτο) του θύεσθαι, ούκ ερίζων, ουδέ κραυγάζων»΄ τον ερράπιζαν και έδιδε προθύμως την σιαγόνα σ’ αυτόν που τον εκτυπούσε΄ «ούκ απέστρεφε το πρόσωπόν του από αισχύνης εμπτυσμάτων». Ενώ τον αποκαλούσαν Σαμαρείτη και δαιμονισμένον και τον κατεδίωκαν, αυτός τα υπέμενε, ώστε να ακολουθήσωμε κι εμείς τα βήματά του. Όλα αυτά τα επιτελούσε με την ευδοκίαν τού Πατρός. Επειδή δηλαδή είναι Υιός ιδικός του μονογενής και ομοούσιος, μας εγνώρισε την αγάπην του Πατρός. Διότι τόσον πολύ μας ηγάπησεν ο Θεός και Πατήρ, ώστε έδωσε τον μονογενή Υιόν του ως λύτρον υπέρ ημών. Ω αγάπη ανυπέρβλητος! Τον Υιόν του τον μονογενή έδωσε, τον συμβασιλέα του, προς χάριν δούλων παρηκόων, προς χάριν των εχθρών που τον εβλασφημούσαν, ελάτρευαν τον νοητόν εχθρό και αυτόν ανεκήρυτταν Θεόν. Ω βάθος πλούτου της αγαθότητος του Θεού! Δεν προέβαλε αντίστασιν όμως ο μονογενής Υιός, δεν ηθέτησε την πατρικήν βουλή. Διότι αυτός ο ίδιος ήταν η βουλή και η θέλησις του Πατρός. Γι’ αυτό λοιπόν, επειδή ήταν κοινωνός και μέτοχος της φύσεως εκείνου (μία είναι η φύσις του Πατρός και του Υιού), υπηρετεί το θέλημα του Πατρός σαν ιδικό του και γίνεται άνθρωπος, και γίνεται υπήκοος στον Πατέρα μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού, θεραπεύοντας έτσι την ιδική μας παρακοήν. Επείγεται λοιπόν προς το Πάθος και βιάζεται να πιή το ποτήριον του θανάτου, το σωτήριον για όλον τον κόσμο. Έρχεται πεινασμένος για την σωτηρίαν της ανθρωπίνης φύσεως και δεν ευρίσκει σ’ αυτήν καρπόν΄ διότι αυτήν υποδηλώνει παραβολικώς το δένδρον της συκής… Σ’ αυτήν την συκήν, την φύσι της ανθρωπότητος, ήλθεν ο Σωτήρ οδηγούμενος από την πείνα του΄ και ζητούσε από αυτήν τον γλυκύτατον καρπόν, δηλαδή την γλυκυτάτη για τον Θεόν αρετήν, που είναι η προϋπόθεσις της σωτηρίας. Δεν ευρήκε όμως καρπόν, αλλά μόνον φύλλα, την τραχυτάτην και μοχθηροτάτην αμαρτίαν και τα κακά που φυτρώνουν από αυτήν. Γι’ αυτό την επιτιμά λέγοντας «ούκ έτι εκ σου καρπός ελεύσεται». Διότι η σωτηρία δεν θα προέλθη από άνθρωπον, ούτε η αρετή προέρχεται από ανθρωπίνην δύναμι. Εγώ θα πραγματοποιήσω την σωτηρίαν, χαρίζοντας δια του πάθους μου την ανάστασι΄ σας απαλλάσω δωρεάν από την τόσο σκληρά ζωήν. Πράγμα που βεβαίως έκαμε.

Έπειτα, ολοκληρώνοντας εμπράκτως την παραβολήν, εισέρχεται στον ναόν, επισκεπτόμενος τον πατρικόν οίκον, και ευρίσκει εκεί τους κακούς γεωργούς, τους αρχιερείς, οι οποίοι εκάθισαν μεν στον θρόνον του Μωϋσέως, απεδείχθησαν όμως λύκοι με ένδυμα προβάτου΄ αυτοί ομοιάζουν με την άκαρπον συκήν, επειδή δεν έχουν τον γλυκύτατον καρπόν, αλλά μόνο την τραχύτητα των φύλλων. Πρόσεχε λοιπόν την τραχύτητα της γλώσσης τους: «Εν ποία εξουσία ταύτα ποιείς; Και τις σοι έδωκε την εξουσίαν ταύτην»; Βλέπεις ακαρπίαν ψυχής και απιστίας; Αντί να ειπούν «εύγε, διδάσκαλε αγαθέ, που ανέστησες τον Λάζαρο νεκρόν τετραήμερον, που εδίδαξες τους χωλούς να βαδίζουν σωστά, που εδώρησες στους τυφλούς την δύναμη της οράσεως, που εθεράπευσες τους παραλυτικούς και μας απήλλαξες από όλες τις ασθένειες, που εξεδίωξες τους δαίμονες, που διδάσκεις την οδό τής σωτηρίας, αυτοί λέγουν «εν ποία εξουσία ταύτα ποιείς;» Ω αχάριστοι! Και αν σας ειπή θα πιστεύσετε; Αφού στον Ιωάννην, προς τον οποίον ετρέχατε σαν ρεύμα ποταμού και εξομολογούμενοι τις αμαρτίες σας εθεωρούσατε ότι ελαμβάνατε το βάπτισμα, δεν επιστεύσατε, θα πιστεύσετε τώρα αν σας ειπώ εγώ;

Ω γενεά πονηρά και άπιστος! Σεις είσθε οι πονηροί γεωργοί, οι οποίοι κατατρώγετε τον αμπελώνα του Κυρίου Σαβαώθ. Ποίον από τους Προφήτες δεν εφονεύσατε; Σας έστειλεν ο Πατήρ τους δούλους μου τους Προφήτες, για να σας ζητήσουν τον καρπόν του αμπελώνος. Εξερρίζωσα τον αμπελώνα μου από την Αίγυπτο, χρησιμοποιώντας τον Μωϋσή, και τον εφύτευσα σε γόνιμον γην, αφού εξέβαλα τα έθνη που την εκατοικούσαν και σας την εκληροδότησα, συμφώνως με τους κανόνες της κληροδοσίας. Εφύτευσα τις ρίζες του με τον νόμο και τον λόγο των Προφητών και γέμισε όλη την γη΄ τα κλήματά του έφθασαν έως την θάλασσαν και οι παραφυάδες του κατέλαβαν τους ποταμούς των εθνών. Εσείς όμως κατηδαφίσατε τον φράκτη του, την βοήθεια του νόμου, και τώρα τον τριγούν οι δαίμονες που βαδίζουν στην οδό της ζωής, αφού τον ευρίσκουν αφύλακτον΄ ο ληστής, ο αγροιόχοιρος του δάσους τον ελεηλάτησε και τον κατέφαγε το άγριο μοναχικό θηρίο.

Αυτού του καλού αμπελώνος που είχα φυτεύσει, του καρποφόρου και αληθινού, σας εζητήθη ο καρπός από τους δούλους μου, τους Προφήτες, και σεις άλλον τον ερραπίσατε, άλλον τον κατεδικάσατε σε λάκκο γεμάτο βούρκο, και άλλον τον ελιθοβολήσατε. Ιδού λοιπόν, ήλθα εγώ ο Ίδιος ο Υιός και κληρονόμος: σεβασθήτε την ιδιότητα του Υιού, εντραπήτε το αξίωμά μου, το ότι έχω μίαν και την αυτήν φύσι με τον Πατέρα. «Εγώ εν τω Πατρί και ο Πατήρ εν εμοί» και όμως κατήλθα κοντά σας. Ευσπλαγχνίζομαι τον αμπελώνα μου. Αν και κατέβηκα στη γην, ωστόσο παραμένω στην αυλή του Πατρός μου. Αποδώσετέ μου τον καρπόν του αμπελώνος μου. Αλλά όντως, εσείς σαν κακοί γεωργοί θα ολοκληρώσετε το έργο των πατέρων σας. Εκείνοι έγιναν προφητοκτόνοι, σεις θα γίνετε θεοκτόνοι. Διότι στην κακίαν είσθε γενναιόδωροι. Εγώ είμαι ο κληρονόμος, ο λίθος ο ακρωγωνιαίος΄ αν και σεις θα με απορρίψετε, θα συντριβήτε, ενώ εγώ θα συνενώσω τους δύο λαούς, τα διεστώτα, τα επίγεια με τα επουράνια. Με εμένα οι άγγελοι και οι άνθρωποι θα γίνουν μία Εκκλησία, και ενώ είσθε εχθροί με τον Πατέρα μου, θα συμφιλιωθήτε μαζί του. Θα σας ειρηνεύσω και θα κάμω σπονδές ειρήνης το αίμα μου, που θα χυθή για την σωτηρίαν του κόσμου.

Ενώ υπαινίσσετο αυτά με παραβολές, δεν τους έπειθε. Διότι προετίμησαν να κλείσουν τους οφθαλμούς τους, ώστε να μη βλέπουν και τα ώτα τους, ώστε να μην ακούν. Γι’ αυτό δεν ανέτειλε γι’ αυτούς το φως του Ευαγγελίου. Ω παράλογος πώρωσις των ανιέρων ιερέων! Οι ίδιοι κατεδίκαζαν τους εαυτούς των, μη γνωρίζοντας τι λέγουν. Πράγματι οι ίδιοι υπέγραψαν την καταδίκη τους. Διότι όταν ηρωτήθησαν «τί ποιήσει τοις γεωργοίς εκείνοις», χωρίς να το θέλουν απεκρίθησαν αληθώς: «Κακούς, κακώς απολέσει αυτούς». Είναι όντως δίκαιον να πάσχη όποιος έγινε κακός με την ιδική του προαίρεσι. «Τον δε αμπελώνα εκδώσεται άλλοις γεωργοίς, οίτινες αποδώσουσι τον καρπόν εν καιρώ». Ως ιερείς που ήσαν και είχαν το αξίωμα της ιερωσύνης, προφητεύουν και χωρίς να γνωρίζουν τα αληθινά. Πράγματι ο αμπελώνας, ο λαός του Κυρίου, παρεχωρήθη στους γεωργούς εκείνους, οι οποίοι απέδωσαν στον Δεσπότην άφθονον και πλούσιον καρπόν. «Εις γαρ πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος αυτών, και εις τα πέρατα της οικουμένης τα ρήματα αυτών». «Ως ωραίοι οι πόδες των ευαγγελιζομένων τα αγαθά». Αυτοί επήγαιναν ως πρόβατα μεταξύ των λύκων και μετέβαλαν τους λύκους σε πρόβατα΄ τους εθνικούς δηλαδή οι οποίοι στην αρχή τους κατεδίωκαν, τους μετέτρεψαν σε πρόβατα Χριστού και εδημιούργησαν «τω Κυρίω λαόν περιούσιον (εκλεκτόν), ζηλωτήν καλών έργων».

Ελάτε λοιπόν, αδελφοί, όσοι ελάβαμε το όνομα της πίστεως, όσοι έχουμε αξιωθή να ονομαζώμεθα λαός του Χριστού, ας μην αθετήσωμε την κλήσι μας, ας μη καταρυπώσωμε την πίστι με άτοπα έργα. Δεν αρκεί μόνο να ονομαζώμεθα πιστοί, αλλά ας δείξωμε την πίστι μας με έργα. Ένας πατέρας είχε, λέγει, δύο υιούς, και είπε στον ένα «πορεύου, εργάζου εις τον αμπελώνα» και εκείνος υπεσχέθη μεν, αλλά δεν εξεπλήρωσε την υπόσχεσι. Έπειτα λέγει και προς τον άλλον το ίδιο. Εκείνος ηρνήθη μεν με τα λόγια, εξετέλεσε όμως την προσταγή. Και έτσι ο μεν πρώτος κατηγορείτε, ενώ ο δεύτερος επαινείται. Και εμείς λοιπόν ας ενθυμηθούμε ποίον αποτασσόμεθα και με ποίον συντασσόμεθα στο βάπτισμα. Αποταχθήκαμε τον διάβολον και τους αγγέλους αυτού και κάθε τρόπον προσκυνήσεώς του΄ ας τηρήσωμε την αποταγήν αυτήν, ας μη επιστρέψωμεν όπως ο σκύλος στον εμετόν μας. Έργα του διαβόλου είναι: μοιχείες, πορνείες, ακαθαρσίες, φθόνοι, έριδες, φιλονεικίες, υποκρίσεις, υποκρισίες, καταλαλιές, ειρωνείες, θυμοί, μνησικακίες, κατακρίσεις, βλασφημίες, επωδές, επιλαλιές. Τα σημάδια της απιστίας είναι: ασπλαγχνίες, προσκολλήσεις στα κτίσματα, φιληδονίες, φιλαργυρίες, διασκεδάσεις και μέθες. Η πομπή του διαβόλου είναι: υπερηφάνειες, κενοδοξίες, η οίησις, έπαρσις, αλαζονεία, επίδειξις, ο καλλωπισμός του σώματος. Αφού αρνηθούμε κάθε σχέσι με όλα αυτά, σύμφώνα με την υπόσχεσι που εδώσαμε στον Χριστόν, ας ποθήσωμε τις αντίθετες προς αυτά αρετές΄ την αγνείαν, την σωφροσύνην, την πτωχείαν, την υπομονήν, την ειρήνην, την αγάπην, την συμπάθειαν, την ελεημοσύνην, την προσφορά σ’ αυτούς που έχουν ανάγκην, την σεμνήν εμφάνισι, την συστολή και το κόσμιον βάδισμα, τον αληθινόν λόγον, την ταπείνωσι και επάνω απ’ όλα τον ονειδισμόν του Χριστού, ώστε γινόμενοι κοινωνοί των παθημάτων του, να συμμετάσχωμε και στην δόξαν του, προσφερόμενοι στον Θεόν και Πατέρα θυσία ζωντανή και άμωμο, στην Εκκλησίαν των πρωτοτόκων, όπου είναι η κατοικία των ευφραινομένων.

Θα στρέψω τώρα προς εσένα τον λόγον μου, νύμφη του Χριστού ψυχή, που σε έχει από παλαιά ποθήσει ο Χριστός: πόθησε αξίως αυτόν που σε επόθησε΄ άνοιξε διάπλατα σ’ αυτόν τα βάθη της καρδίας σου για να κατοικήση μέσα σου ο Χριστός, μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα. Απομάκρυνε από αυτήν ο,τιδήποτε χοϊκόν και γήϊνο για να εύρη χώρον ο Θεός να έλθη μέσα της. Διότι ένας οίκος δεν ημπορεί να υποδεχθή συγχρώνως χώμα και πνοή του αέρος. Όσον χώμα βάζεις μέσα, τόσον αέρα απομακρύνεις΄ και όσον επιτρέπεις στα γήϊνα να κατοικήσουν στην καρδιά σου, τόσον εκδιώκεις το Πνεύμα το Αγιον. Από πού προέρχονται οι πορνείες; από πού οι μοιχείες; από πού οι έριδες, οι φιλονεικίες, οι φθόνοι, οι φόνοι και όλο το πλήθος των κακών; όχι από την επιθυμίαν των γηΐνων; Απομάκρυνε εντελώς την κενοδοξίαν, την μητέρα της απιστίας. Ο Χριστός λέγει «ου δύνασθε πιστεύειν εις εμέ, δόξαν παρά ανθρώπων λαμβάνοντες». Εξόρισε από την καρδιά σου κάθε οίησιν, υπερηφάνειαν, έπαρσιν. Διότι «ακάθαρτος παρά Κυρίω πας υψηλοκάρδιος». «Υπερηφάνοις αντιτάσσεται Κύριος, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν».

Απαρνήσου κάθε αυθάδειαν και αυταρέσκειαν για να υποτάσσεσαι στον νόμον του Θεού, και αυτός θα σε οδηγήση στον λιμένα του θελήματός του. Μη βάλης άλλον νυμφίον στον νυμφικόν θάλαμον της καρδίας σου. Διότι ο νυμφίος σου Χριστός, αν εύρη μέσα κάποιον άλλον, τον ζηλεύει, ο γλυκύτατος, ο μόνος ποθητός, που είναι όλος γλυκασμός, όλος επιθυμία. Μόνον σ’ αυτόν άνοιξε την καρδία σου και βόησέ του: «τετρωμένης καρδίας ειμι εγώ», με εξέβαλε ο πόθος σου από τα λογικά μου, Δέσποτα. Είμαι αιχμάλωτος στον έρωτά σου. Είσελθε στον θάλαμόν σου΄ θα φιλήσω τα ίχνη των ποδών σου. Διότι δεν είμαι άξιος να ειπώ «φίλησόν με από φιλημάτων στόματός σου». Κατοίκησε και περιπάτησε μέσα μου, σύμφωνα με την αψευδή σου επαγγελίαν και κάνε με ναόν του Παναγίου Πνεύματος. Κατακυρίευσε την καρδία μου, Δέσποτα, γίνε συ ο μοναδικός κληρονόμος της και «μονήν παρ’ εμοί ποίησαι, άμα συν τω Πατρί και τω Πνεύματι». Πλάτυνε το μερίδιόν σου μέσα μου, τις ενέργειες του Παναγίου Πνεύματος. «Συ γαρ Θεός μου και δοξάζω σε, συν τω ανάρχω σου Πατρί, άμα τω αγαθώ και ζωοποιώ σου Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν .

(8ος αιών- ΕΠΕ Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, τομ. 9, σελ. 59. Από το βιβλίο «Πατερικόν Κυριακοδρόμιον». Σελ. 257 – 264. Επιμέλεια κειμένου: Σοφία Μερκούρη)


Για την παραβολή της αμπέλου και των κακών διαχειριστών της

 Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος


(Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, κεφ. 21, χωρία 33 έως 46)


Ομιλία ΞΗ΄ από το Υπόμνημα του αγίου στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο


«Ἄλλην παραβολὴν ἀκούσατε. ἄνθρωπός τις ἦν οἰκοδεσπότης, ὅστις ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα καὶ φραγμὸν αὐτῷ περιέθηκε καὶ ὤρυξεν ἐν αὐτῷ ληνὸν καὶ ᾠκοδόμησε πύργον, καὶ ἐξέδοτο αὐτὸν γεωργοῖς καὶ ἀπεδήμησεν (: Ακούστε και άλλη παραβολή: ένας άνθρωπος οικοδεσπότης φύτεψε αμπέλι και ύψωσε γύρω από αυτό ένα φράκτη και έσκαψε μέσα σε αυτό ένα πατητήρι και μία δεξαμενή και έκτισε πύργο, για να μένουν οι εργάτες και οι φύλακες· εμπιστεύτηκε αυτό σε κάποιους γεωργούς και αναχώρησε σε άλλη χώρα).


ὅτε δὲ ἤγγισεν ὁ καιρὸς τῶν καρπῶν, ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ πρὸς τοὺς γεωργοὺς λαβεῖν τοὺς καρποὺς αὐτοῦ (:Όταν λοιπόν πλησίασε ο καιρός του τρυγητού, έστειλε τους δούλους του στους γεωργούς, για να πάρουν τους καρπούς που αυτός δικαιούνταν). καὶ λαβόντες οἱ γεωργοὶ τοὺς δούλους αὐτοῦ ὃν μὲν ἔδειραν, ὃν δὲ ἀπέκτειναν, ὃν δὲ ἐλιθοβόλησαν (: Οι γεωργοί, όμως, όντας μοχθηροί και άπληστοι, συνέλαβαν τους δούλους και άλλον έδειραν, άλλον φόνευσαν, άλλον λιθοβόλησαν). πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους πλείονας τῶν πρώτων, καὶ ἐποίησαν αὐτοῖς ὡσαύτως (: Πάλι ο οικοδεσπότης έστειλε άλλους δούλους, περισσοτέρους από τους πρώτους και έκαμαν και σε αυτούς τα ίδια). ὕστερον δὲ ἀπέστειλε πρὸς αὐτοὺς τὸν υἱὸν αὐτοῦ λέγων· ἐντραπήσονται τὸν υἱόν μου (: Ύστερα δε έστειλε προς αυτούς τον υιό του λέγοντας: ‘’Οι άνθρωποι αυτοί θα ντραπούν τουλάχιστον το παιδί μου’’). οἱ δὲ γεωργοὶ ἰδόντες τὸν υἱὸν εἶπον ἐν ἑαυτοῖς· οὗτός ἐστιν ὁ κληρονόμος· δεῦτε ἀποκτείνωμεν αὐτὸν καὶ κατάσχωμεν τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ (: Οι γεωργοί όμως, όταν είδαν τον υιό, είπαν μεταξύ τους: ‘’Αυτός είναι ο κληρονόμος· ελάτε, ας τον φονεύσουμε και ας καταλάβουμε οριστικά πλέον εμείς την κληρονομία του). καὶ λαβόντες αὐτὸν ἐξέβαλον ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος, καὶ ἀπέκτειναν (: Και αφού τον συνέλαβαν, τον έβγαλαν έξω από το αμπέλι και εκεί τον φόνευσαν).


Ὅταν οὖν ἔλθῃ ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος, τί ποιήσει τοῖς γεωργοῖς ἐκείνοις; (: Μετά  από τη διήγηση της παραβολής ρώτησε ο Χριστός τους αρχιερείς και πρεσβυτέρους του λαού: “όταν λοιπόν έλθει ο κύριος του αμπελώνα, τι θα κάμει στους γεωργούς εκείνους;”). λέγουσιν αὐτῷ· κακοὺς κακῶς ἀπολέσει αὐτούς, καὶ τὸν ἀμπελῶνα ἐκδώσεται ἄλλοις γεωργοῖς, οἵτινες ἀποδώσουσιν αὐτῷ τοὺς καρποὺς ἐν τοῖς καιροῖς αὐτῶν (: Και αυτοί του απάντησαν: “τόσο κακοί που υπήρξαν, με τον χειρότερο θάνατο θα τους εξολοθρεύσει και θα εμπιστευτεί σε άλλους γεωργούς τον αμπελώνα, οι οποίοι θα δώσουν σε αυτόν τους οφειλόμενους καρπούς στην κατάλληλη εποχή”). λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· οὐδέποτε ἀνέγνωτε ἐν ταῖς γραφαῖς, λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας· παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη, καὶ ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν; (: Λέγει σε αυτούς ο Ιησούς: “ουδέποτε λοιπόν διαβάσατε στις Γραφές: «λίθο, [δηλαδή Εμένα], τον οποίο απέρριψαν ως ακατάλληλο οι χτίστες, [εσείς, δηλαδή, οι οικοδόμοι του λαού], έγινε ακρογωνιαίος λίθος στην πνευματική οικοδομή του Θεού, [δηλαδή στην Εκκλησία] η οποία έγινε παρά του Θεού και είναι αξιοθαύμαστη στους οφθαλμούς μας;»). διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν ὅτι ἀρθήσεται ἀφ᾿ ὑμῶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ δοθήσεται ἔθνει ποιοῦντι τοὺς καρποὺς αὐτῆς (: Για τούτο σας λέγω ότι θα αφαιρεθεί από σας η βασιλεία [και η ιδιαίτερη προστασία του Θεού και θα δοθεί σε έθνος, που θα παράγει καρπούς [δηλαδή έργα αγαθά, που είναι οι καρποί της βασιλείας αυτής])· καὶ ὁ πεσὼν ἐπὶ τὸν λίθον τοῦτον συνθλασθήσεται· ἐφ᾿ ὃν δ᾿ ἂν πέσῃ, λικμήσει αὐτόν (: Και εκείνος, ο οποίος θα πέσει με εχθρικές διαθέσεις εναντίον του ακρογωνιαίου αυτού λίθου, θα κατατσακιστεί. Και σε όποιον πέσει επάνω ο βαρύς αυτός λίθος, θα τον κάμει συντρίμμια και σκόνη [Όποιος δηλαδή πολεμήσει τον Χριστό, θα αντικρίσει την οργή Του και θα καταλήξει στον όλεθρο και τον αφανισμό {ερμηνεία Παναγιώτου Τρεμπέλα}]”.).


καὶ ἀκούσαντες οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι τὰς παραβολὰς αὐτοῦ ἔγνωσαν ὅτι περὶ αὐτῶν λέγει· καὶ ζητοῦντες αὐτὸν κρατῆσαι ἐφοβήθησαν τοὺς ὄχλους ἐπειδὴ ὡς προφήτην αὐτὸν εἶχον (: Και όταν άκουσαν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι τις παραβολές Του, εννόησαν πλέον ότι γι’ αυτούς ομιλεί και σε αυτούς αναφέρεται. Και παρόλο που ζητούσαν να τον συλλάβουν, δεν τόλμησαν, επειδή φοβήθηκαν τον λαό, ο οποίος Τον  θεωρούσε προφήτη και  Τον τιμούσε)».


***


Πολλά υπαινίσσεται με την παραπάνω παραβολή ο Κύριος· την πρόνοια του Θεού που έδειξε προς τους Ιουδαίους από ψηλά, τη φονική διάθεση που είχαν από την αρχή οι Ιουδαίοι, το ότι δεν παραλείφθηκε τίποτε από όσα έπρεπε για τη φροντίδα τους, το ότι όχι μόνο δεν τους αποστράφηκε ο Θεός και όταν ακόμη φόνευσαν τους προφήτες, αλλά απέστειλε ακόμη και τον Υιό του για να τους βοηθήσει να σωθούν· το ότι ένας και ο αυτός είναι ο Θεός της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, το ότι θα επιτύχει με τον θάνατό Του πολλά, το ότι οι Ιουδαίοι υφίστανται τη βαριά τιμωρία για τη σταύρωση και το τόλμημά τους εκείνο· την πρόσκληση των εθνών και την έκπτωση των Ιουδαίων. Γι’ αυτό και τοποθετεί την παραβολή αυτή στη σειρά αμέσως μετά από αυτήν που είχε προηγηθεί (: η παραβολή των δύο γιων, που ο ένας αρχικά είπε ότι θα έκανε το θέλημα του πατέρα του και δεν το έκανε, ενώ ο δεύτερος ήταν αυτός που μολονότι αρχικά αρνήθηκε, έπειτα μετανόησε και το έκανε: Ματθ. 21, 28-32), για να δείξει ότι το έγκλημα των Ιουδαίων είναι πολύ μεγάλο και δύσκολα συγχωρείται.


Πώς και με ποιο τρόπο επιτυγχάνει να το δείξει αυτό; Διότι, ενώ τόσο πολύ τους φρόντισε ο Θεός, εντούτοις τους υποσκέλισαν οι πόρνες και οι τελώνες και μάλιστα τους υποσκέλισαν σε πολύ μεγάλο βαθμό. Πρόσεχε όμως και του Θεού τη μεγάλη πρόνοια γι΄αυτούς και την απερίγραπτη αδράνειά τους. Πραγματικά, αυτά που ήσαν έργο και αποστολή των γεωργών, τα ανέλαβε και τα έκανε ο Ίδιος· τοποθέτησε δηλαδή τον φράκτη, φύτεψε την άμπελο και όλα τα άλλα που έκανε· σε αυτούς άφησε ένα μικρό έργο, το να φροντίζουν για την άμπελο και να διαφυλάξουν αυτά που τους εμπιστεύτηκε. Διότι τίποτε δεν παραλείφθηκε, αλλά τα πάντα έγιναν στην εντέλεια. Και όμως ούτε και έτσι κέρδισαν τίποτε, και όλα αυτά παρά τις τόσες ευεργεσίες και την τόση φροντίδα και επιμέλεια εκ μέρους του Θεού γι’ αυτούς. Διότι, όταν εξήλθαν από την Αίγυπτο, και νόμο τούς έδωσε, και πόλη τούς έκτισε, και ναό τούς οικοδόμησε, και θυσιαστήριο τούς κατασκεύασε. «Καὶ ἀπεδήμησεν (: και έφυγε για άλλη χώρα)», δηλαδή έδειξε μακροθυμία, δεν τους τιμωρούσε πάντοτε αμέσως μετά τη διάπραξη των αμαρτιών· δηλαδή «αποδημία» αποκαλεί τη μεγάλη μακροθυμία Του.


Και «ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ (: απέστειλε τους δούλους του)», δηλαδή τους προφήτες, «λαβεῖν τοὺς καρποὺς αὐτοῦ (: για να παραλάβουν τους καρπούς που του ανήκαν)», δηλαδή την υπακοή που θα αποδεικνυόταν με τα αγαθά έργα τους. Οι Ιουδαίοι όμως και στην περίπτωση αυτή έδειξαν την κακία τους, όχι μόνο διότι δεν απέδωσαν τους καρπούς, αν και έτυχαν τόσης μεγάλης φροντίδας εκ μέρους του Θεού, πράγμα που αποδεικνύει την αδιαφορία τους, αλλά και με το ότι φέρθηκαν με σκληρότητα προς τους απεσταλμένους Του. Διότι εκείνοι που δεν είχαν να δώσουν καρπούς, μολονότι ήσαν οφειλέτες, δεν έπρεπε να αγανακτούν, ούτε να επιδεικνύουν σκληρότητα και αγριότητα, αλλά να παρακαλούν για έλεος. Αυτοί όμως, όχι μόνο αγανάκτησαν, αλλά και γέμισαν τα χέρια τους με αίμα, και, αν και έπρεπε οι ίδιοι ως ένοχοι να τιμωρηθούν, ζήτησαν αυτοί να γίνουν τιμωροί. Για τούτο έστειλε και δεύτερους και τρίτους απεσταλμένους, για να αποδειχθεί και η κακία τους και η φιλανθρωπία του Θεού.


Και γιατί δεν έστειλε από την αρχή τον Υιό Του, για να έλθουν σε επίγνωση του εαυτού τους από όσα έκαναν εις βάρος των απεσταλμένων Του και αφού αφήσουν την οργή τους, να ντραπούν Αυτόν, όταν θα ερχόταν; Υπάρχουν βέβαια και άλλοι λόγοι, αλλά τώρα επί του παρόντος ας προχωρήσουμε στη συνέχεια της παραβολής. Τι σημαίνει λοιπόν η φράση: «ἐντραπήσονται τὸν υἱόν μου (: ίσως να ντραπούν τον Υιό μου)»; Δεν σημαίνει ότι είχε άγνοια ο Θεός για το πώς επρόκειτο οι Ιουδαίοι να συμπεριφερθούν και στον ίδιο του τον Υιό, μη γένοιτο, αλλά θέλει να δείξει με τον τρόπο αυτό ότι το αμάρτημα είναι μεγάλο και στερείται κάθε απολογίας· διότι Αυτός Τον έστειλε, αν και γνώριζε ότι θα Τον φονεύσουν. Και λέει ότι «ίσως να ντραπούν», για να δείξει τι έπρεπε να γίνει, ότι δηλαδή έπρεπε να ντραπούν. Διότι σε άλλη περίπτωση, [και, πιο συγκεκριμένα, στον προφήτη Ιεζεκιήλ] λέγει: «ἐὰν ἄρα ἀκούσωσιν ἢ πτοηθῶσι -διότι οἶκος παραπικραίνων ἐστί- καὶ γνώσονται ὅτι προφήτης εἶ σὺ ἐν μέσῳ αὐτῶν (: μήπως και θελήσουν να υπακούσουν στα λόγια μου ή απλώς να καταπτοηθούν, διότι είναι γένος και λαός, που πάντοτε με παραπικραίνει με τις παραβάσεις των εντολών μου και οπωσδήποτε θα μάθουν ότι ανάμεσά τους υπάρχει ένας προφήτης, ο οποίος είσαι εσύ)» [Ιεζ. 2, 5]· ούτε και εκεί δείχνει άγνοια, αλλά για να μη λέγουν ορισμένοι αγνώμονες ότι η πρόρρησή Του έγινε αναγκαστική αιτία της παρακοής τους, για τούτο ομιλεί κατά αυτόν τον τρόπο και χρησιμοποιεί αυτές τις φράσεις και λέγει· «μην τυχόν» και «ίσως». Διότι και αν ακόμη φάνηκαν αχάριστοι προς τους δούλους [δηλαδή τους προφήτες], έπρεπε να σεβασθούν το αξίωμα του Υιού.


Τι έκαναν όμως οι Ιουδαίοι; Ενώ έπρεπε να τρέξουν και να πέσουν στα πόδια Του, ενώ έπρεπε να ζητήσουν συγνώμη για τα αμαρτήματά τους, αυτοί αγωνίζονται να υπερβούν τα προηγούμενα εγκλήματά τους, εκδύονται και ανακατεύονται με τα μιάσματα και διαρκώς με τα νέα πλημμελήματά τους καλύπτουν τα προηγούμενα. Αυτό το δήλωσε και ο Κύριος όταν έλεγε: «ὥστε μαρτυρεῖτε ἑαυτοῖς ὅτι υἱοί ἐστε τῶν φονευσάντων τοὺς προφήτας. καὶ ὑμεῖς πληρώσατε τὸ μέτρον τῶν πατέρων ὑμῶν (: Ώστε εσείς οι ίδιοι βεβαιώνετε ότι είστε γνήσιοι και αντάξιοι απόγονοι εκείνων, που φόνευσαν τους προφήτες. Λοιπόν, ολοκληρώστε και εσείς το έργο των πατέρων σας, κάμετε όσα εκείνοι δεν έκαμαν, φονεύσετε τον Μεσσία, για να φθάσετε έτσι στο έσχατο όριο της κακίας)» [Ματθ. 23, 31-32].


Εξάλλου και οι προφήτες τούς κατηγορούσαν από παλιά για αυτά και τους έλεγαν: «αἱ γὰρ χεῖρες ὑμῶν αἵματος πλήρεις (: τα χέρια σας είναι γεμάτα από αίματα αθώων)» [Ησ. 1, 15] και: «ἀρὰ καὶ ψεῦδος καὶ φόνος καὶ κλοπὴ καὶ μοιχεία κέχυται ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ αἵματα ἀφ᾿ αἵμασι μίσγουσι (: Έχουν χυθεί και πλημμυρίσει τη χώρα σας κατάρες, ψεύδη, φόνοι, κλοπές, μοιχείες, ενώ τα αίματα στη χώρα σας χύνονται συνεχώς και ανακατεύονται το ένα με το άλλο)» [Ωσ. 4, 2] και: «οἱ οἰκοδομοῦντες Σιὼν ἐν αἵμασι καὶ Ἱερουσαλὴμ ἐν ἀδικίαις (: Eσείς, οι οποίοι οικοδομείτε τα σπίτια σας στη Σιών με το αίμα των φτωχών και των αδυνάτων και τις κατοικίες σας στην Ιερουσαλήμ τις οικοδομείτε με τις αδικίες εναντίον των αδελφών σας)» [Μιχ. 3, 10]. Όμως, δε σωφρονίζονταν αυτοί, αν και αυτήν την εντολή έλαβαν πρώτη, το «οὐ φονεύσεις» [Εξ. 20, 15], δηλαδή, και συγχρόνως διατάχθηκαν να αποφεύγουν πολλά άλλα με την τήρηση αυτής της μεγάλης εντολής και με πολλούς και ποικίλους τρόπους οδηγούνταν στο να αποφεύγουν την παράβαση της εντολής αυτής.


Όμως δεν εγκατέλειψαν την πονηρή εκείνη συνήθειά τους. Αλλά τι λέγουν όταν Τον είδαν; «Δεῦτε ἀποκτείνωμεν αὐτὸν (: Ελάτε, ας Τον φονεύσουμε)». Με ποιο σκοπό και γιατί να το κάνετε αυτό; Ποια τέλος πάντων μικρή ή μεγάλη κατηγορία είχατε να Του αποδώσετε; Το ότι σας τίμησε και, αν και ήταν Θεός, έγινε άνθρωπος προς χάρη σας και έκανε τα αμέτρητα εκείνα θαύματα; Ή επειδή συγχωρούσε τα αμαρτήματα; Ή επειδή σας καλούσε στη Βασιλεία; Πρόσεξε, όμως, εκτός από  την ασέβειά τους και την μεγάλη αφροσύνη τους, και την αιτία της σφαγής, που ήταν τελείως βλακώδης και γεμάτη από μεγάλη παραφροσύνη: «δεῦτε ἀποκτείνωμεν αὐτὸν (: ελάτε, ας τον φονεύσουμε)», λέγει, «καὶ κατάσχωμεν τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ (: και θα γίνει έτσι η άμπελος δική μας κληρονομία)».


Και πού σκέφτονται να τον φονεύσουν; Έξω από την άμπελο. Είδες πώς προφητεύει και τον τόπο, στον οποίο επρόκειτο να θανατωθεί; «Καὶ λαβόντες αὐτὸν ἐξέβαλον ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος, καὶ ἀπέκτειναν (: Και αφού τον έβγαλαν έξω από την άμπελο, τον φόνευσαν)».


Και ο μεν ευαγγελιστής Λουκάς λέγει ότι ο ίδιος ο Κύριος είπε αυτό που έπρεπε να πάθουν αυτοί και εκείνοι απάντησαν: «μή γένοιτο» [Λουκ. 20, 16: «τί οὖν ποιήσει αὐτοῖς ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος; ἐλεύσεται καὶ ἀπολέσει τοὺς γεωργοὺς τούτους, καὶ δώσει τὸν ἀμπελῶνα ἄλλοις. ἀκούσαντες δὲ εἶπον· μὴ γένοιτο (: ’’Τι λοιπόν θα κάμει εναντίον αυτών ο κύριος του αμπελιού; Θα έλθει ο ίδιος και θα εξολοθρεύσει τους γεωργούς αυτούς και θα δώσει το αμπέλι σε άλλους”. Μερικοί δε από τους Φαρισαίους, που ήσαν εκεί, όταν άκουσαν την παραβολή και εννόησαν τη σημασία της, είπαν: ‘’Μη γένοιτο!’’)» και κατόπιν πρόσθεσε ο Ιησούς τη μαρτυρία της Γραφής· διότι λέγει παρακάτω ο ευαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. 20, 17-18): «ὁ δὲ ἐμβλέψας αὐτοῖς εἶπε· τί οὖν ἐστι τὸ γεγραμμένον τοῦτο, λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας; (: τους κοίταξε κατάματα και τους είπε· Τι σημαίνει λοιπόν αυτό που έχει γραφεί από τους προφήτες :”λίθο, που τον απέρριψαν ως ακατάλληλο οι οικοδόμοι, αυτός έγινε κεφαλή και ακρογωνιαίος λίθος για όλη την οικοδομή, και ο καθένας που θα προσκόψει επάνω στον λίθο αυτόν, θα κατακομματιασθεί”;)»]. Ο ευαγγελιστής Ματθαίος ωστόσο λέγει ότι οι ίδιοι διετύπωσαν την απόφαση [Ματθ. 21, 40-41]: «Ὅταν οὖν ἔλθῃ ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος, τί ποιήσει τοῖς γεωργοῖς ἐκείνοις; λέγουσιν αὐτῷ· κακοὺς κακῶς ἀπολέσει αὐτούς, καὶ τὸν ἀμπελῶνα ἐκδώσεται ἄλλοις γεωργοῖς, οἵτινες ἀποδώσουσιν αὐτῷ τοὺς καρποὺς ἐν τοῖς καιροῖς αὐτῶν (: Μετά τη διήγηση της παραβολής, ρώτησε τους αρχιερείς και πρεσβυτέρους του λαού ο Χριστός: “όταν λοιπόν έλθει ο κύριος του αμπελώνα, τι θα κάμει στους γεωργούς εκείνους;”. Και αυτοί του απάντησαν: “τόσο κακοί που υπήρξαν, κακώς θα τους εξολοθρεύσει και θα εμπιστευτεί σε άλλους γεωργούς τον αμπελώνα, οι οποίοι θα δώσουν σε αυτόν τους οφειλόμενους καρπούς στην κατάλληλη εποχή”)». Όμως αυτό δεν αποτελεί αντίφαση μεταξύ των δύο ευαγγελιστών, διότι συνέβησαν και τα δύο· δηλαδή και οι ίδιοι μέσα τους έβγαλαν την απόφαση αυτή, αλλά και όταν πάλι αντιλήφθηκαν τη σημασία των λόγων Του είπαν: «μή γένοιτο»· και ακόμη τους ανέφερε και τη μαρτυρία του προφήτη Δαβίδ [Ψαλμ. 117, 22: «λίθον, ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας»], πείθοντάς τους ότι οπωσδήποτε θα συμβεί αυτό και έτσι θα γίνουν τα πράγματα.


Αλλά παρά ταύτα ούτε και έτσι τους απεκάλυπτε καθαρά τους εθνικούς, ώστε να μην τους δώσει καμίαν αφορμή κατηγορίας και δυσαρέσκειας, αλλά απλώς έκανε έναν υπαινιγμό με τα λόγια: «θα παραδώσει την άμπελο σε άλλους». Για το λόγο αυτό βέβαια τους ομίλησε με παραβολή, ώστε αυτοί οι ίδιοι να βγάλουν την απόφαση, πράγμα το οποίο συνέβη και στην περίπτωση του Δαβίδ, όταν έκρινε την παραβολή του προφήτη Νάθαν [Β΄ Βασ. 12, 5: «καὶ ἐθυμώθη ὀργῇ Δαυὶδ σφόδρα τῷ ἀνδρί, καὶ εἶπε Δαυὶδ πρὸς Νάθαν· ζῇ Κύριος, ὅτι υἱὸς θανάτου ὁ ἀνὴρ ὁ ποιήσας τοῦτο (: Ο Δαυίδ κυριεύτηκε από μεγάλη οργή εναντίον του ανθρώπου εκείνου που έλεγε η παραβολή του προφήτη Νάθαν ότι, παρά τα δικά του πλούτη, άρπαξε τη μοναδική προβατίνα ενός φτωχού ανθρώπου και είπε προς τον Νάθαν: “ορκίζομαι ενώπιον του ζώντος Κυρίου, ότι αυτός ο άνθρωπος, που έκαμε τούτο, είναι οπωσδήποτε άξιος θανάτου και θα πρέπει να θανατωθεί)»]. Εσύ όμως σε παρακαλώ πρόσεχε και στην περίπτωση αυτή [της παραβολής των κακών γεωργών] πόσο δίκαιη είναι η απόφαση της τιμωρίας, τη στιγμή που και οι ίδιοι, που επρόκειτο να τιμωρηθούν, καταδικάζουν τους εαυτούς τους.


Ακολούθως για να αντιληφθούν ότι όχι μόνο η φύση του δικαίου απαιτούσε αυτήν την ποινή, αλλά ότι και η χάρη του Πνεύματος εκ του ουρανού προέλεγε αυτό και ότι αυτή ήταν η απόφαση του Θεού, πρόσθεσε και τη μαρτυρία του προφήτου και τους επιτιμά κατά τρόπο που να νιώσουν ντροπή, λέγοντας τα εξής: «Δεν αναγνώσατε ποτέ στις Γραφάς, ότι τον λίθο, που τον απέρριψαν ως ακατάλληλο οι οικοδόμοι, αυτός έγινε ο ακρογωνιαίος λίθος που στήριξε ολόκληρη την οικοδομή; Αυτή η οικοδομή έγινε από τον Κύριο και είναι θαυμαστή ενώπιον των οφθαλμών μας», δείχνοντας με όλα αυτά ότι αυτοί μεν επρόκειτο να εκδιωχθούν εξαιτίας της απιστίας τους, οι εθνικοί όμως που ως τότε ειδωλολατρούσαν, καθώς δε γνώριζαν τον αληθινό Θεό, θα εισάγονταν στη Βασιλεία. Τον ίδιο υπαινιγμό έκανε με τη Χαναναία [βλ. Ματθ. 15, 21-28], το ίδιο με τον όνο, το ίδιο με τον εκατόνταρχο και με πολλές άλλες παραβολές. Για τούτο και πρόσθεσε: «παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη, καὶ ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν (: Αυτό έγινε από τον Κύριο και είναι θαυμαστό στα μάτια μας)», φανερώνοντας εκ των προτέρων ότι οι εθνικοί που θα πιστέψουν, και από τους Ιουδαίους όσοι τυχόν πιστέψουν, θα αποτελέσουν ένα σώμα, αν και τόση απόσταση και τόση διαφορά υπήρχε προηγουμένως μεταξύ τους.


Στη συνέχεια, για να αντιληφθούν ότι τίποτε από όσα συμβαίνουν δεν ήταν αντίθετο προς την θέληση του Θεού, αλλά ότι Του ήταν και πολύ αρεστό αυτό που συνέβαινε και συγχρόνως ήταν και παράδοξο και προκαλούσε κατάπληξη στον καθένα που το έβλεπε (καθόσον ήταν θαύμα σε μεγάλο βαθμό απερίγραπτο), πρόσθεσε: «Αυτό έγινε από τον Κύριο». «Λίθο» ονομάζει τον εαυτό Του και «οικοδόμους» τους διδασκάλους των Ιουδαίων, πράγμα που το κάνει και ο προφήτης Ιεζεκιήλ: «ἀνθ᾿ ὧν ἐπλάνησαν τὸν λαόν μου λέγοντες· εἰρήνη εἰρήνη, καὶ οὐκ ἔστιν εἰρήνη, καὶ οὗτος οἰκοδομεῖ τοῖχον, καὶ αὐτοὶ ἀλείφουσιν αὐτόν, εἰ πεσεῖται (: Θα τιμωρηθούν δε κατ’ αυτόν τον τρόπο, διότι παραπλάνησαν τον λαό μου τον ισραηλιτικό λέγοντας: “ειρήνη, ειρήνη επικρατεί και θα επικρατεί”. Αλλά δεν είναι πλέον καιρός ειρήνης. Οι Ισραηλίτες όμως θα τους πιστέψουν και θα οικοδομούν τις οικίες τους και θα τις ασβεστώνουν, διότι παραπλανημένοι από τους ψευδοπροφήτες θα έχουν πιστέψει, ότι δεν θα πέσουν ούτε αυτές, ούτε αυτοί, από τους εχθρούς που οικοδομούν τον τοίχο και αλείφουν χωρίς τάξη)» (Ιεζ, 13, 10). Πώς δε Τον αποδοκίμασαν; Λέγοντας: «οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ (: Αυτός ο άνθρωπος δεν εστάλη από τον Θεό)»· «οὗτος πλανᾷ τὸν ὄχλον (: αυτός πλανά τον λαό)» (Ιω. 7, 12)· και πάλι: «οὐ καλῶς λέγομεν ἡμεῖς ὅτι Σαμαρείτης εἶ σὺ καὶ δαιμόνιον ἔχεις; (:“καλά δεν λέμε εμείς, ότι είσαι Σαμαρείτης, δηλαδή εχθρός των Ιουδαίων, και ότι έχεις δαιμόνιο, που σε κινεί να λες αυτές τις ύβρεις εναντίον μας;”» (Ιω. 8, 48).


Έπειτα, για να κατανοήσουν ότι η ζημία τους δεν περιορίζεται μόνο στην έξωσή τους από τη βασιλεία, πρόσθεσε και τις τιμωρίες, λέγοντας· «Ο καθένας που θα προσκόψει επάνω στον λίθο αυτόν θα κατακομματιασθεί· και σε εκείνον που θα πέσει πάνω του ο λίθος αυτός, θα τον συνθλίψει και θα τον διασκορπίσει σαν σκόνη». Δύο απώλειες αναφέρει εδώ· η μία προέρχεται από το ότι θα σκοντάψουν σε Αυτόν και θα σκανδαλισθούν· διότι αυτό σημαίνει το «αυτός που θα προσκόψει στον λίθο αυτόν». Η άλλη δε είναι η απώλεια που θα προέλθει από την άλωση, τη συμφορά και την πανωλεθρία τους, την οποία προείπε καθαρά με τα λόγια: «λικμήσει αὐτόν». Με τους λόγους αυτούς υπαινίχθηκε και την Ανάστασή Του. [[πρβ. Γ΄ Βασ. 9, 7: «καὶ ἐξαρῶ τὸν Ἰσραὴλ ἀπὸ τῆς γῆς ἣν ἔδωκα αὐτοῖς, καὶ τὸν οἶκον τοῦτον, ὃν ἡγίασα τῷ ὀνόματί μου, ἀποῤῥίψω ἐκ προσώπου μου, καὶ ἔσται Ἰσραὴλ εἰς ἀφανισμὸν καὶ εἰς λάλημα εἰς πάντας τοὺς λαούς (: και θα ξεριζώσω τον ισραηλιτικό λαό από τη γη, την οποία έχω δώσει σε αυτούς· και τον ναό, τον οποίο αφιέρωσα στο όνομά μου, θα τον απορρίψω από το πρόσωπό μου. Ο ισραηλιτικός λαός θα εξαφανιστεί από την πατρίδα του και θα γίνει περίγελως μεταξύ όλων των λαών της γης»· και Ιεζ. 34, 10, για τους κακούς ποιμένες: «τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ἰδοὺ ἐγὼ ἐπὶ τοὺς ποιμένας καὶ ἐκζητήσω τὰ πρόβατά μου ἐκ τῶν χειρῶν αὐτῶν καὶ ἀποστρέψω αὐτοὺς τοῦ μὴ ποιμαίνειν τὰ πρόβατά μου, καὶ οὐ βοσκήσουσιν ἔτι οἱ ποιμένες αὐτά· καὶ ἐξελοῦμαι τὰ πρόβατά μου ἐκ τοῦ στόματος αὐτῶν. καὶ οὐκ ἔσονται αὐτοῖς ἔτι εἰς κατάβρωμα (: αυτά λέγει ο Κύριος Κύριος· Θα επέλθω εγώ τιμωρός εναντίον των αστόργων ποιμένων και θα ζητήσω τα πρόβατά μου από τα χέρια των, θα τους καθαιρέσω και θα τους εκδιώξω, ώστε να μη ποιμαίνουν πλέον τα πρόβατά μου και οι κακοί αυτοί ποιμένες δεν θα τα βοσκήσουν. Θα αποσπάσω τα πρόβατά μου από την εκμετάλλευσή τους και δεν θα τα κατατρώγουν πλέον αυτοί)»)]].


Ο μεν προφήτης Ησαΐας λέγει ότι ο Κύριος κατηγορεί τον αμπελώνα [δηλαδή τον λαό των Ιουδαίων], ενώ εδώ κατηγορεί και τους άρχοντες του λαού. Και εκεί μεν λέγει: «τί ποιήσω ἔτι τῷ ἀμπελῶνί μου καὶ οὐκ ἐποίησα αὐτῷ; διότι ἔμεινα τοῦ ποιῆσαι σταφυλήν, ἐποίησε δὲ ἀκάνθας (: Τι υπολείπεται να κάμω ακόμη για την άμπελό μου αυτήν και τι έως τώρα δεν έκαμα γι’ αυτήν; Έκαμα τα πάντα, για να καρποφορήσει αυτή σταφύλια. Εκείνη όμως έκανε αγκάθια!)» [Ησ. 5, 4]. Και σε άλλο σημείο λέγει πάλι: «Τί εὕροσαν οἱ πατέρες ὑμῶν ἐν ἐμοὶ πλημμέλημα, ὅτι  μακρὰν ἀπ᾿ ἐμοῦ καὶ ἐπορεύθησαν ὀπίσω τῶν ματαίων καὶ ἐματαιώθησαν; (: Ποια, έστω και μικρή, έλλειψη βρήκαν σε Εμένα οι προγονοί σας και έφυγαν μακριά από Εμένα, ενώ πορεύθηκαν και ακολούθησαν τα μάταια είδωλα, για να γίνουν έτσι και αυτοί μηδαμινοί και τιποτένιοι;)» [Ιερ. 2, 5]. Και πάλι: «λαός μου, τί ἐποίησά σοι ἢ τί ἐλύπησά σε; (: λαέ μου, τι κακό σου έκανα, ή σε τι σε λύπησα;)» [Μιχ. 6, 3], για να δείξει την αχαριστία τους και ότι, αν και απολάμβαναν τα πάντα, ανταπέδιδαν σε αυτά τα αντίθετα· στην προκειμένη περίπτωση όμως παρουσιάζει την αγνωμοσύνη τους με μεγαλύτερη υπερβολή. Πραγματικά, δεν εκφράζει ο ίδιος την άποψή Του και δε λέγει: «Τι έπρεπε να κάνω και δεν το έκανα;», αλλά παρουσιάζει τους ίδιους να βεβαιώνουν ότι δεν έλειπε τίποτε και έτσι να καταδικάζουν τους εαυτούς τους. Διότι όταν λέγουν ότι: «κακοὺς κακῶς ἀπολέσει αὐτούς, καὶ τὸν ἀμπελῶνα ἐκδώσεται ἄλλοις γεωργοῖς, οἵτινες ἀποδώσουσιν αὐτῷ τοὺς καρποὺς ἐν τοῖς καιροῖς αὐτῶν (: τόσο κακοί που υπήρξαν, θα τους εξολοθρεύσει με τον χειρότερο θάνατο και θα εμπιστευτεί σε άλλους γεωργούς τον αμπελώνα, οι οποίοι θα δώσουν σε αυτόν τους οφειλόμενους καρπούς στην κατάλληλη εποχή)» [Ματθ. 21, 41], δε λένε τίποτε άλλο από την καταδίκη τους, και μάλιστα με ιδιαίτερα κατηγορηματικό τρόπο εκφέρουν την απόφαση αυτή.


Την ίδια κατηγορία, επίσης, τους αποδίδει και ο Στέφανος [βλ. Πράξ. κεφ. 6-7 και ειδικότερα στα χωρία 7, 51-53: «Σκληροτράχηλοι καὶ ἀπερίτμητοι τῇ καρδίᾳ καὶ τοῖς ὠσίν, ὑμεῖς ἀεὶ τῷ Πνεύματι τῷ Ἁγίῳ ἀντιπίπτετε, ὡς οἱ πατέρες ὑμῶν καὶ ὑμεῖς.  τίνα τῶν προφητῶν οὐκ ἐδίωξαν οἱ πατέρες ὑμῶν; καὶ ἀπέκτειναν τοὺς προκαταγγείλαντας περὶ τῆς ἐλεύσεως τοῦ δικαίου, οὗ νῦν ὑμεῖς προδόται καὶ φονεῖς γεγένησθε· οἵτινες ἐλάβετε τὸν νόμον εἰς διαταγὰς ἀγγέλων, καὶ οὐκ ἐφυλάξατε (: Σκληροτράχηλοι, που δεν θέλετε να σκύψετε το κεφάλι σας ενώπιον του Θεού και που δεν έχετε περικόψει από την καρδιά σας τις κακίες, έχετε βαριά τα αυτιά σας, ώστε να μην ακούτε το θέλημα του Θεού· εσείς πάντοτε αντιπράττετε και ανθίστασθε στο Πνεύμα το Άγιο, όπως και οι πατέρες σας. Ποιον από τους προφήτες δεν κατεδίωξαν οι πατέρες σας; Αυτοί και φόνευσαν εκείνους, που προανήγγειλαν την έλευση του Δικαίου, του Οποίου τώρα εσείς έχετε γίνει προδότες και φονιάδες. Εσείς, οι οποίοι λάβατε τον νόμο με εντολές, που ο Θεός σάς έδωσε διαμέσου των αγγέλων, και δεν τον φυλάξατε”)»], πράγμα που τους πείραξε περισσότερο, ότι δηλαδή, αν και μεγάλη φροντίδα είχε δείξει για αυτούς ο Θεός, εντούτοις αυτοί ανταπέδιδαν τα αντίθετα στον Ευεργέτη. Και αυτό ήταν απόδειξη μεγάλη ότι αίτιος της τιμωρίας που τους επιβαλλόταν δεν ήταν ο τιμωρός, αλλά οι ίδιοι οι τιμωρούμενοι.


Αυτό λοιπόν αποδεικνύεται και εδώ με την παραβολή και με την προφητεία που τους υπενθυμίζει στη συνέχεια. Διότι δεν αρκέστηκε στην παραβολή μόνο, αλλά πρόσθεσε και διπλή προφητεία, μία του Δαβίδ [: Ψαλμ. 117, 22: «λίθον, ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας», και μία δική Του [Ματθ. 21, 43-44: «διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν ὅτι ἀρθήσεται ἀφ᾿ ὑμῶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ δοθήσεται ἔθνει ποιοῦντι τοὺς καρποὺς αὐτῆς (: Για τούτο σας λέγω, ότι θα αφαιρεθεί από σας η βασιλεία του Θεού και θα δοθεί σε έθνος, που θα παράγει καρπούς, δηλαδή έργα αγαθά)· καὶ ὁ πεσὼν ἐπὶ τὸν λίθον τοῦτον συνθλασθήσεται· ἐφ᾿ ὃν δ᾿ ἂν πέσῃ, λικμήσει αὐτόν (: Εκείνος δε, ο οποίος θα πέσει εναντίον του ακρογωνιαίου αυτού λίθου, θα κατατσακισθεί. Και σε όποιον πέσει επάνω ο βαρύς αυτός λίθος, θα τον κάμει συντρίμμια και σκόνη’’)».


Τι έπρεπε λοιπόν να κάνουν όταν άκουσαν αυτά; Δεν έπρεπε να Τον προσκυνήσουν; Δεν έπρεπε να θαυμάσουν το ενδιαφέρον και την φροντίδα Του γι’ αυτούς και παλαιότερα και τώρα; Εάν όμως με κανένα από αυτά δεν έγιναν καλύτεροι, δεν έπρεπε τουλάχιστον να γίνουν φρονιμότεροι από τον φόβο της κολάσεως; Δεν έγιναν όμως, ωστόσο. Και τι έκαναν, αντιθέτως, ύστερα από αυτά; : «Καὶ ἀκούσαντες οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι τὰς παραβολὰς αὐτοῦ (: Και όταν άκουσαν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι τις παραβολές Του)», λέγει, «ἔγνωσαν ὅτι περὶ αὐτῶν λέγει· καὶ ζητοῦντες αὐτὸν κρατῆσαι ἐφοβήθησαν τοὺς ὄχλους ἐπειδὴ ὡς προφήτην αὐτὸν εἶχον όταν άκουσαν αυτά (: εννόησαν πλέον ότι γι’ αυτούς ομιλεί. Και παρόλο που ζητούσαν να Τον συλλάβουν, δεν τόλμησαν, επειδή φοβήθηκαν τον λαό, ο οποίος Τον σεβόταν και  Τον τιμούσε ως προφήτη)». Διότι αντιλαμβάνονταν πλέον ότι υπαινισσόταν αυτούς. Και άλλοτε μεν, ενώ βρίσκεται ανάμεσά τους, φεύγει διαμέσου αυτών και δεν Τον βλέπουν, και άλλοτε πάλι, ενώ Τον βλέπουν και επιθυμούν σφόδρα να Τον συλλάβουν, συγκρατεί την επιθυμία τους αυτή, πράγμα για το οποίο Τον θαύμαζαν και έλεγαν: «οὐχ οὗτός ἐστιν ὃν ζητοῦσιν ἀποκτεῖναι; καὶ ἴδε παῤῥησίᾳ λαλεῖ, καὶ οὐδὲν αὐτῷ λέγουσι. μήποτε ἀληθῶς ἔγνωσαν οἱ ἄρχοντες ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ Χριστός; (: “δεν είναι αυτός, που οι άρχοντες ζητούν να Τον φονεύσουν; Και ιδού,  ομιλεί άφοβα και φανερά και τίποτε δεν αντιλέγουν σε Αυτόν. Μήπως πραγματικά κατάλαβαν οι άρχοντες ότι Αυτός αληθώς είναι ο Χριστός;)» [Ιω. 7, 25-26].


Στην περίπτωση αυτή, όμως, [αφού δηλαδή κατανόησαν το βαθύτερο νόημα της παραβολής των κακών γεωργών], επειδή συγκρατούνταν από τον φόβο του πλήθους, και αρκείται σε αυτόν τους τον φόβο ο Ιησούς και δεν ενεργεί κάποιο θαύμα, όπως είχε κάνει κάποια προηγούμενη φορά που αναχώρησε από ανάμεσά τους και δεν Τον έβλεπαν. Διότι δεν ήθελε πάντοτε να ενεργεί με υπεράνθρωπη δύναμη, για να γίνει πιστευτή η οικονομία της σαρκώσεως. Αυτοί, όμως, ούτε από το πλήθος σωφρονίζονταν, ούτε από τους λόγους Του, ούτε την μαρτυρία των προφητών σέβονταν, ούτε τη δική τους την κρίση, ούτε τη γνώμη των πολλών. Τόσο πολύ τους τύφλωσε άπαξ διαπαντός η φιλαρχία και ο έρως της κενοδοξίας και η επιδίωξη των πρόσκαιρων πραγμάτων.


Πράγματι, τίποτα δεν προκαλεί τόση παραφροσύνη και δεν οδηγεί στον γκρεμό, τίποτε δεν συντελεί τόσο στην απώλεια των μελλοντικών αγαθών, όσο η προσήλωση σε αυτά τα φθαρτά. Τίποτε δεν συντελεί στο να απολαμβάνει κανείς και τα εδώ αγαθά και τα εκεί, όσο η προτίμηση των ουρανίων από όλα γενικώς. Διότι τι λέγει ο ίδιος ο Χριστός; «Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν (:Ζ ητείτε, πρώτα από όλα και πάνω από όλα, την βασιλεία του Θεού και την αρετή που θέλει από σας ο Θεός, και όλα αυτά τα επίγεια αγαθά θα σας δοθούν μαζί με τα ανεκτίμητα αγαθά της βασιλείας των ουρανών)» [Ματθ. 6, 33]. Καθόσον βέβαια εάν δεν υπήρχε δυνατότητα αποκτήσεως των ουρανίων αγαθών, δεν έπρεπε τότε ούτε τα επίγεια να επιθυμεί κανείς. Τώρα όμως, εάν λάβει εκείνα, είναι δυνατόν να αποκτήσει και τα επίγεια· και όμως ορισμένοι ούτε και έτσι πείθονται, αλλά ομοιάζουν με αναίσθητους λίθους και επιδιώκουν τις σκιές της ηδονής.


Αλλά ποιο είναι το ευχάριστο στην παρούσα ζωή; Ποιο το τερπνό; Διότι θέλω σήμερα να σας μιλήσω με μεγαλύτερη παρρησία. Θα ανεχτείτε, όμως, να μάθετε ότι η ζωή εκείνη που θεωρείται δύσκολη και φορτική, δηλαδή η ζωή των μοναχών και των αφοσιωμένων στον Θεό ανθρώπων, είναι κατά πολύ γλυκύτερη και ποθητή από τη ζωή αυτήν που νομίζουμε εύκολη και ελαφριά. Και μάρτυρες της υπεροχής αυτής είστε εσείς, που πολλές φορές ζητήσατε τον θάνατο ως λυτρωτή από τις δυσκολίες και τις στενοχώριες σας και μακαρίσατε εκείνους που ζουν στα όρη, στα σπήλαια, που δεν ήλθαν σε γάμο και ζουν την χωρίς κοσμικές φροντίδες ζωή, ενώ εσείς που είστε τεχνίτες ή στρατιώτες ή ζείτε απλώς έτσι χωρίς κανένα σκοπό και περνάτε την ημέρα σας στις σκηνές του θεάτρου και της ορχήστρας, είστε γεμάτοι από τυραννικές φροντίδες και προβλήματα· καθόσον από τα θέατρα και τις ορχήστρες, αν και υπάρχει η αντίληψη ότι αναβλύζουν από εκεί αμέτρητες ηδονές και πηγές ευφροσύνης, εντούτοις από εκεί προέρχονται κατά τρόπο ανυπολόγιστο τα πιο φαρμακερά βέλη. Διότι, εάν κάποιος αιχμαλωτιστεί από τον έρωτα κάποιας από τις γυναίκες της ορχήστρας, θα βασανιστεί περισσότερο από όσο θα βασανιζόταν σε μύριες εκστρατείες και σε μύριες αποδημίες και θα ζει σε αθλιότερη κατάσταση από μία πόλη πολιορκούμενη.


Αλλά όμως για να μην εξετάσουμε τώρα εκείνα, αφού τα αφήσουμε στη συνείδηση αυτών που έχουν γίνει αιχμάλωτοι αυτού του πάθους, εμπρός να ομιλήσουμε για τη ζωή των πολλών εν γένει, και θα βρούμε ότι υπάρχει τόση διαφορά μεταξύ των δύο αυτών τρόπων ζωής, όση διαφορά υπάρχει μεταξύ λιμένος και πελάγους, που συνεχώς σαρώνεται από τους ανέμους. Πρόσεχε λοιπόν από τον τόπο διαμονής τα προοίμια της ευημερίας· διότι οι μοναχοί, αφού απέφυγαν τις αγορές και τις πόλεις και τους κοσμικούς θορύβους, προτίμησαν τη ζωή στα όρη, η οποία δεν έχει τίποτε το κοινό προς τα παρόντα πράγματα, ούτε βιοτική λύπη, ούτε οδύνη, ούτε τόσο μεγάλη φροντίδα, ούτε κινδύνους, ούτε επιβουλές, ούτε φθόνο, ούτε ζηλοτυπία, ούτε παράλογους έρωτες, ούτε τίποτε άλλο παρόμοιο. Από την εδώ ζωή ήδη μελετούν τα της ουρανίου βασιλείας, μιλώντας με τις κοιλάδες, τα όρη, τις πηγές, την ησυχία και την ηρεμία και πριν από όλα αυτά με τον Θεό. Και το δωμάτιό τους είναι καθαρό από κάθε θόρυβο, ενώ η ψυχή τους είναι ελεύθερη από κάθε πάθος και ασθένεια, λεπτή και ελαφριά και πιο καθαρή από αυτόν τον λεπτότατο αέρα. Το έργο τους όμως είναι όμοιο με το έργο που είχε ο Αδάμ στην αρχή και πριν από την αμαρτία, όταν φορούσε ως ένδυμα τη δόξα και μιλούσε με τον Θεό με παρρησία και κατοικούσε στον τόπο εκείνο που ήταν γεμάτος από μακαριότητα. Πράγματι, ως προς τι αυτοί είναι κατώτεροι από τον Αδάμ, όταν, πριν από την παρακοή, τοποθετήθηκε να καλλιεργεί τον παράδεισο; Δεν είχε καμία βιοτική φροντίδα· όμως ούτε και αυτοί έχουν. Μιλούσε με τον Θεό με καθαρή συνείδηση· το ίδιο κάνουν και αυτοί· μάλλον δε έχουν μεγαλύτερη παρρησία από εκείνον, τόσο μεγαλύτερη, όσο μεγαλύτερη χάρη έχουν απολαύσει με τη χορηγία του αγίου Πνεύματος.


Έπρεπε λοιπόν να τα βλέπετε αυτά οι ίδιοι με τα μάτια σας, επειδή όμως δε θέλετε, αλλά περνάτε τον καιρό σας μέσα στους θορύβους και τις αγορές, θα σας τα παρουσιάσω έστω και δια του λόγου, για να γνωρίσετε ένα μόνο μέρος από τον τρόπο ζωής τους, διότι δεν είναι δυνατόν να εξετάσουμε ολόκληρο τον βίο εκείνων. Αυτοί οι φωστήρες της οικουμένης, όταν ανατείλει ο ήλιος, μάλλον δε πολύ πριν από την ανατολή, αφού σηκωθούν από το κρεβάτι τους, υγιείς, γεμάτοι πνευματική διαύγεια και νηφαλιότητα- διότι ούτε καμία λύπη και φροντίδα δεν τους ενοχλεί, ούτε βάρος στο κεφάλι τους και πόνος και στενοχώρια, ούτε τίποτε άλλο παρόμοιο από αυτά, αλλά ζουν σαν άγγελοι στον ουρανό-· αφού λοιπόν σηκωθούν από το κρεβάτι τους πολύ νωρίς το πρωί γεμάτοι από χαρά και ευχαρίστηση και αφού στήσουν ένα χορό όλοι μαζί, με χαρούμενη συνείδηση και με ένα στόμα όλοι μαζί, ψάλλουν ύμνους στον Θεό των όλων και Τον δοξολογούν και Τον ευχαριστούν για όλες τις ευεργεσίες Του, τις ατομικές και τις κοινές. Ώστε λοιπόν εάν θέλετε, αφού αφήσουμε τον Αδάμ, ας ρωτήσουμε ως προς τι διαφέρει των αγγέλων ο χορός αυτός που ψάλλει στη γη και λέγει: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» [Λουκ. 2, 4].


Ακόμη δε και η ενδυμασία τους είναι αντάξια της αρετής τους. Διότι βέβαια δεν είναι στολισμένοι σαν εκείνους που περιφέρονται με τους χιτώνες τους στις οδούς, τους μαλθακούς και χαυνωμένους, αλλά σαν τους μακαρίους εκείνους αγγέλους, τον Ηλία, τον Ελισαίο, τον Ιωάννη και τους αποστόλους, των οποίων τα ενδύματα ήσαν κατασκευασμένα, άλλων από τρίχες αιγών, άλλων από τρίχες καμήλων, για ορισμένους μάλιστα από αυτούς υπήρξαν αρκετά και μόνο τα δέρματα των ζώων και αυτά πολύ πεπαλαιωμένα.


Έπειτα, αφού ψάλουν τους ύμνους εκείνους και κάμψουν τα γόνατα, παρακαλούν τον Θεό που εξύμνησαν, για πράγματα τα οποία ορισμένοι ούτε και να τα σκεφτούν μπορούν με ευκολία. Διότι τίποτε από τα παρόντα δε ζητούν και κανένα λόγο δεν κάνουν για αυτά, αλλά ζητούν να μπορέσουν να σταθούν με παρρησία προ του φοβερού βήματος, όταν θα έλθει ο μονογενής Υιός του Θεού να κρίνει ζώντες και νεκρούς, και κανένας να μην ακούσει τη φοβερή εκείνη φωνή, που λέει: «ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐκ οἶδα ὑμᾶς (: “αληθινά σας λέγω δεν σας γνωρίζω”)» [Ματθ. 25, 12], και ακόμη να διανύσουν τον επίπονο αυτόν βίο με καθαρή συνείδηση και πολλή προκοπή σε έργα αρετής και να πλεύσουν με γαλήνη το φοβερό πέλαγος. Προΐσταται δε αυτών κατά την προσευχή αυτήν ο πατέρας, ο ηγούμενός τους. Στη συνέχεια, αφού σηκωθούν και τελειώσουν τις αγίες εκείνες και συνεχείς προσευχές, με την ανατολή του ηλίου μεταβαίνει ο καθένας στην εργασία του, συγκεντρώνοντας με τον τρόπο αυτόν πολλά έσοδα για αυτούς που έχουν ανάγκη.


Πού είναι τώρα εκείνοι που παραδίδουν τους εαυτούς τους στους διαβολικούς χορούς και τα πορνικά τραγούδια και συχνάζουν στα θέατρα; Και βέβαια ντρέπομαι να τους φέρω στη μνήμη μου, αλλά όμως χάριν της δικής σας ασθένειας είναι ανάγκη να το κάνω και αυτό. Καθόσον και ο Παύλος λέγει: «ἀνθρώπινον λέγω διὰ τὴν ἀσθένειαν τῆς σαρκὸς ὑμῶν. ὥσπερ γὰρ παρεστήσατε τὰ μέλη ὑμῶν δοῦλα τῇ ἀκαθαρσίᾳ καὶ τῇ ἀνομίᾳ εἰς τὴν ἀνομίαν, οὕτω νῦν παραστήσατε τὰ μέλη ὑμῶν δοῦλα τῇ δικαιοσύνῃ εἰς ἁγιασμόν (: Χρησιμοποιώ ανθρώπινες εικόνες και εκφράσεις εξαιτίας της αδυναμίας της ανθρώπινης φύσεώς σας, η οποία ακόμη είναι σαρκική και για αυτό η άσκηση της αρετής σάς φαίνεται δουλεία. Όπως δηλαδή προσφέρατε τα μέλη σας να υπηρετούν ως δούλοι την αμαρτία, που κάνει τον άνθρωπο ακάθαρτο και παραβάτη του νόμου, για να διαπράττετε την ανομία, έτσι τώρα να προσφέρετε τα μέλη σας να υπηρετούν την ενάρετη ζωή, για να προοδεύετε σε αγιότητα)» [Ρωμ. 6, 19].


Και εμείς λοιπόν εμπρός ας εξετάσουμε παράλληλα και τον χορό που απαρτίζουν στη σκηνή του θεάτρου οι πορνευόμενες γυναίκες και οι θηλυπρεπείς νέοι και τον χορό των μακαρίων αυτών μοναχών από πλευράς ηδονής, εξαιτίας της οποίας μάλιστα πολλοί από τους ράθυμους νέους συλλαμβάνονται στις παγίδες αυτών. Και θα βρούμε πράγματι να υπάρχει τόση διαφορά μεταξύ των δύο αυτών χορών, όση θα υπήρχε εάν κάποιος είχε ακούσει αγγέλους να ψάλλουν στον ουρανό την παναρμόνια εκείνη μελωδία, και σκύλους και χοίρους να ουρλιάζουν και να μουγκρίζουν επάνω στην κοπριά. Διότι με τα μεν στόματα των μοναχών δοξάζεται ο Χριστός, με τη γλώσσα όμως εκείνων υμνείται ο διάβολος. Μήπως όμως εκεί ηχούν αυλοί μαζί με τη χωρίς καμία αξία φωνή τους και την απαίσια όψη τους, καθώς φουσκώνουν οι σιαγόνες τους και τεντώνουν τα νεύρα τους; Αλλά και στην περίπτωση των μοναχών ενηχεί η χάρις του αγίου Πνεύματος, η οποία χρησιμοποιεί τα στόματα των αγίων αντί αυλού, κιθάρας και φλογέρας. Μάλλον δε όσα και να πω, δε θα μπορέσω να παρουσιάσω την πνευματική ηδονή, γι΄αυτούς που δεν είναι προσκολλημένοι στη λάσπη και το χώμα. Για τον λόγο αυτόν και θα ήθελα να πάρω κάποιον από αυτούς τους μανιακούς και να τον οδηγήσω εκεί και να του δείξω τον χορό αυτών των αγίων και δε θα χρειαζόταν στο εξής κανένας λόγος μου. Αλλά όμως έστω και αν ομιλώ προς ανθρώπους με γήινα φρονήματα, θα προσπαθήσω με τον λόγο, έστω και κατά ελάχιστον από τη να τους αποσύρω λάσπη και τον βούρκο.


Λοιπόν από μεν τα θέατρα ο ακροατής δέχεται κατευθείαν το πυρ του παράλογου έρωτος. Διότι, σαν να μην αρκούσε η παρουσία της πόρνης για του ανάψει τη σκέψη, του προστίθεται και η καταστροφή από τη φωνή της, ενώ στην περίπτωση των μοναχών και αν ακόμη η ψυχή πάσχει από κάτι παρόμοιο, το αποβάλλει αμέσως. Όχι μόνο δε η φωνή, ούτε και η όψη, αλλά και η ενδυμασία ερεθίζει ακόμη περισσότερο τους θεατές. Και αν ο προσηλωμένος στην ύλη και αδιάφορος θεατής συμβεί να είναι κάποιος πτωχός, από το θέαμα θα αγανακτήσει πολλές φορές και θα πει στον εαυτό του ότι ‘’η μεν πόρνη και ο θηλυπρεπής νέος, αν και είναι παιδιά μαγείρων και υποδηματοποιών, πολλές φορές δε και δούλων ακόμα, ζουν μέσα σε τόση τρυφή, ενώ εγώ, αν και είμαι ελεύθερος, και κατάγομαι από ελεύθερους γονείς, προτιμώντας τους δικαίους τόπους, δεν μπορώ ούτε στον ύπνο μου να τα φανταστώ αυτά’’, αλλά αφού κατακυριευτεί με τον τρόπο αυτόν από τη στενοχώρια θα φύγει. Στην περίπτωση των μοναχών όμως δε συμβαίνει τίποτε το παρόμοιο, αλλά το εντελώς αντίθετο. Διότι, όταν δει τα παιδιά των πλουσίων και τους απογόνους των ενδόξων προγόνων να φορούν τέτοιου είδους ενδύματα, που δεν τα φορούν ούτε οι τελευταίοι από τους πτωχούς, και να χαίρονται εξαιτίας αυτού, σκεφτείτε πόση παρηγορία της πτωχείας παίρνει και φεύγει. Και αν συμβεί να είναι πλούσιος, αναχωρεί, αφού σωφρονιστεί, γενόμενος καλύτερος.


Επίσης, στο μεν θέατρο, όταν δουν την πόρνη να στολίζεται με χρυσά κοσμήματα, ο μεν πρώτος θα στενοχωρηθεί και θα θρηνήσει βλέποντας τη γυναίκα του να μην έχει τίποτε παρόμοιο, ενώ οι πλούσιοι θα περιφρονήσουν και θα εγκαταλείψουν τις συζύγους τους εξαιτίας αυτού του θεάματος. Διότι όταν η πόρνη προβάλλει στους θεατές κατά τρόπο προκλητικό και την ενδυμασία και το βλέμμα, και τη φωνή και το βάδισμα και τα πάντα, φεύγουν εκείνοι από εκεί κατακυριευμένοι από τη φλόγα εκείνη και μεταβαίνουν έτσι αιχμάλωτοι στα σπίτια τους. Από εδώ προέρχονται οι ύβρεις και οι ατιμώσεις, από εδώ οι περιφρονήσεις, οι διαμάχες και ο καθημερινοί θάνατοι. Από εδώ γίνεται ανυπόφορη η ζωή για αυτούς που αιχμαλωτίζονται από την πόρνη και η νόμιμη σύζυγος προκαλεί στο εξής αηδία, και τα παιδιά δεν είναι αγαπητά όπως πρώτα, και γίνονται όλα άνω κάτω στο σπίτι, και φαίνεται ότι ενοχλείται και από αυτήν ακόμη την ηλιακή ακτίνα. Όμως δεν προκαλείται καμία παρόμοια αποστροφή προς τη σύζυγό του από τους χορούς των μοναχών, αλλά θα δεχτεί η σύζυγος τον άντρα της που τους έχει επισκεφτεί ήμερο και πράο, απαλλαγμένο από κάθε παράλογη ηδονή και θα είναι η συμπεριφορά του περισσότερο ευχάριστη τώρα, παρά προηγουμένως. Ο μεν χορός λοιπόν των θεάτρων γεννά κακά, των δε μοναχών αγαθά. Και ο μεν ένας από πρόβατα δημιουργεί λύκους, ενώ ο άλλος από λύκους δημιουργεί αρνιά.


Ωστόσο, φαίνεται πως δεν είπαμε τίποτε ακόμη για την ηδονή. Και τι θα μπορούσε να υπάρξει πιο ευχάριστο από το να μην ταράσσεται, ούτε να υποφέρει η ψυχή του ανθρώπου, ούτε να στενοχωριέται και να αναστενάζει; Πλην όμως πρέπει να συνεχίσουμε ακόμη τον λόγο και ας εξετάσουμε την απόλαυση που χαρίζει κάθε ένα από αυτά τα άσματα και τα θεάματα· και θα δούμε ότι η μεν μία διαρκεί μόνο μέχρι την εσπέρα, όσο χρόνο δηλαδή ο θεατής βρίσκεται στο θέατρο, ενώ ύστερα τον κάνει να υποφέρει φοβερότερα από ό,τι εάν του είχε καρφωθεί ένα πάρα πολύ αιχμηρό αντικείμενο μέσα του, ενώ αυτή που προέρχεται από τους μοναχούς αυξάνει συνεχώς μέσα στις ψυχές των θεατών και προκαλεί αγαθές σκέψεις και συνεχή ευφορία. Καθόσον και τον τύπο των αντρών αυτών-των μοναχών- και το ευχάριστο του τόπου και τη γλυκύτητα της συμπεριφοράς και την καθαρότητα του τρόπου ζωής τους και τη χάρη του ωραιότατου και πνευματικού αυτού άσματος να διατηρούν σταθερά μέσα τους σε όλη τη ζωή τους. Αυτοί λοιπόν που απολαμβάνουν διαρκώς αυτά τα λιμάνια, αποφεύγουν στο εξής τους θορύβους του κόσμου σαν κάποια κακοκαιρία.


Και αποτελούν ευχάριστο θέαμα οι μοναχοί για αυτούς που τους επισκέπτονται και τους βλέπουν, όχι μόνο όταν ψάλλουν και προσεύχονται, αλλά και όταν είναι προσηλωμένοι στις ιερές Γραφές. Διότι μόλις τελειώσουν την προσευχή, άλλος μεν παίρνει το βιβλίο του Ησαΐα και συνομιλεί με αυτόν, άλλος συνομιλεί με τους αποστόλους μέσα από τη διδασκαλία τους που μελετά και άλλος μελετά τα συγγράμματα άλλων αγίων και φιλοσοφεί περί του Θεού, περί του σύμπαντος, περί των ορατών, περί των αοράτων, περί των αισθητών, περί των πνευματικών περί της ευτελείας της παρούσης ζωής και περί του μεγαλείου της μελλούσης.


Ακόμη τρέφονται με άριστη τροφή θέτοντας στην τράπεζά τους όχι ψημένες σάρκες άλογων ζώων, αλλά τρέφονται με τα λόγια του Θεού, που είναι γλυκύτερα από μέλι και την κηρήθρα, που είναι μέλι θαυμάσιο και πολύ καλύτερο από εκείνο με το οποίο ο Ιωάννης ο Βαπτιστής τρεφόταν την παλαιά εποχή στην έρημο. Διότι αυτό το μέλι δεν το συγκεντρώνουν ορισμένες άγριες μέλισσες, που κάθονται επάνω στα λουλούδια, ούτε καθιστούν γλυκιά τη δροσιά και την εναποθέτουν στις κυψέλες, αλλά το κατασκευάζει η χάρη του αγίου Πνεύματος και το εναποθέτει, αντί των κηρηθρών, των κυψελών, και των σπηλαίων, στις ψυχές των πιστών, ώστε, εκείνος που θέλει, να μπορεί να τρώει συνεχώς χωρίς φόβο. Αυτές λοιπόν τις μέλισσες μιμούμενοι και αυτοί, πετούν γύρω από τις κηρήθρες των αγίων βιβλίων, αποκομίζοντας από αυτά μεγάλη ηδονή.


Και εάν θέλεις να γνωρίσεις την τράπεζα εκείνων, πλησίασε και θα ακούσεις να λένε τέτοια λόγια, που είναι όλα ευχάριστα και γλυκά και γεμάτα από πνευματική ευωδία. Κανένα αισχρό λόγο δεν μπορούν να πουν τα στόματα εκείνα, ούτε ευτράπελο, ούτε σκληρό, αλλά όλα όσα λένε είναι αντάξια των ουρανών. Και δε θα αποτύγχανε κανείς εάν παρομοίαζε τα μεν στόματα των πολλών ανθρώπων, που περιφέρονται στην αγορά και κάνουν σαν λυσσασμένοι για τα βιοτικά πράγματα, με οχετούς κάποιου βούρκου, τα δε στόματα των μοναχών με πηγές που ρέουν μέλι και αναβλύζουν νάματα καθαρά. Και εάν κάποιος δυσανασχέτησε επειδή ονόμασα τα στόματα των πολλών ανθρώπων «οχετούς κάποιου βούρκου», ας γνωρίζει ότι το είπα αυτό από πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Διότι η αγία Γραφή δεν ακολουθεί αυτό το μέτρο, αλλά χρησιμοποιεί άλλο πολύ χειρότερο παράδειγμα. Διότι, λέγει, «ἰὸς ἀσπίδων ὑπὸ τὰ χείλη αὐτῶν (: Δηλητήριο οχιάς υπάρχει κάτω από τα χείλη τους)» [Ψαλμ. 139, 4] και «τάφος ἀνεῳγμένος ὁ λάρυγξ αὐτῶν (: Ο λάρυγγάς τους είναι τάφος ανοικτός, από τον οποίο εξέρχονται δυσωδίες)» [Ψαλμ. 5, 10]. Όμως δεν είναι παρόμοια τα στόματα των μοναχών, αλλά είναι γεμάτα από πολλή ευωδία.


Και έτσι μεν έχουν τα των μοναχών, ποιος όμως ανθρώπινος λόγος θα παραστήσει τα όσα συμβαίνουν στον ουρανό; Ποιος νους μπορεί να τα συλλάβει; Το αγγελικό τέλος τους, την ανέκφραστη μακαριότητα, τα απόρρητα αγαθά; Ίσως σε πολλούς τώρα να άναψε η φλόγα και να κυριευτείτε από την επιθυμία να μιμηθείτε αυτόν τον ενάρετο τρόπο ζωής· ποιο όμως το κέρδος, όταν έχετε την φλόγα αυτήν μόνο όσο βρίσκεστε εδώ που μιλάμε, και όταν φύγετε, θα σβήσετε αυτήν και θα μαραθεί ο πόθος σας αυτός;


Τι πρέπει λοιπόν να κάνουμε για να μη συμβεί αυτό; Όσο ακόμη ο πόθος σου αυτός είναι θερμός, πήγαινε προς εκείνους τους αγγέλους [: τους μοναχούς] και κάνε να αυξηθεί η φλόγα του περισσότερο· διότι ο δικός μου λόγος δε θα μπορέσει να τον ανάψει τόσο, όσο η ίδια η θέα των πραγμάτων που σας περιγράφω με τα λόγια μου. Μην πεις: «Θα συζητήσω με τη σύζυγό μου και θα τακτοποιήσω πρώτα τα προβλήματά μου». Η αναβολή αυτή είναι αρχή της ραθυμίας. Άκουσε ότι κάποιος θέλησε να αποχαιρετήσει τους ανθρώπους της οικίας του και δεν τον άφησε ο προφήτης: «καὶ κατέλιπεν Ἑλισαιὲ τὰς βόας καὶ κατέδραμεν ὀπίσω Ἠλιοὺ καὶ εἶπε· καταφιλήσω τὸν πατέρα μου καὶ ἀκολουθήσω ὀπίσω σου· καὶ εἶπεν Ἠλιού· ἀνάστρεφε, ὅτι πεποίηκά σοι (: Ο Ελισαίος εννόησε την συμβολική αυτή πράξη του Ηλία, εγκατέλειπε τα βόδια του και έτρεξε όπισθεν του Ηλία και του είπε: “επίτρεψέ μου να μεταβώ, για να αποχαιρετήσω και να καταφιλήσω τον πατέρα μου, και έπειτα θα σε ακολουθήσω”. Ο δε Ηλίας του είπε: “γύρνα πίσω και μην πας εκεί, διότι σε έχω καταστήσει προφήτη”)» [Γ΄ Βασ. 19, 20]. Και γιατί λέγω ‘’να αποχαιρετήσει’’; Να θάψει τον πατέρα του θέλησε ο μαθητής, και ούτε αυτό του επέτρεψε ο Χριστός [βλ. Λουκ. 9. 59-60: «Εἶπε δὲ πρὸς ἕτερον· ἀκολούθει μοι· ὁ δὲ εἶπε· Κύριε, ἐπίτρεψόν μοι ἀπελθόντι πρῶτον θάψαι τὸν πατέρα μου. εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἄφες τοὺς νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς· σὺ δὲ ἀπελθὼν διάγγελε τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ (: Και είπε ο Ιησούς προς κάποιον άλλο μαθητή: “έλα μαζί μου”. Εκείνος δε είπε· “Κύριε, δώσε μου την άδεια να πάω πρώτα να θάψω τον πατέρα μου και έπειτα να σε ακολουθήσω”. Ο Ιησούς, όμως ,(διότι ήθελε να τον προφυλάξει από τις συνήθεις κληρονομικές διαφορές που επακολουθούν τον θάνατο του πατέρα) του είπε: “άφησε τους πνευματικώς νεκρούς, τους ανθρώπους που δεν πιστεύουν σε Εμένα, να θάψουν τους νεκρούς τους. Εσύ δε μαζί με τους άλλους μαθητές μου, πήγαινε και κήρυττε στους ανθρώπους τη βασιλεία του Θεού”)»]. Αν και βέβαια ποιο πράγμα σου φαίνεται τόσο αναγκαίο, όσο η κηδεία του πατέρα σου; Όμως ούτε αυτό το επέτρεψε ο Κύριος. 


Για ποιο λόγο λοιπόν; Διότι ο διάβολος παραμονεύει με αλύγιστη την ορμή του για να μπορέσει να επιτύχει κάποια διείσδυση· και εάν συμβεί να βρει μικρή βιοτική φροντίδα και αναβολή, δημιουργεί μεγάλη αδιαφορία. Για τούτο και κάποιος συμβουλεύει: «μὴ ἀναβάλλου ἡμέραν ἐξ ἡμέρας (: μην αναβάλλεις από τη μία στην άλλη ημέρα)» [Σοφ. Σειράχ, 5, 7]. Διότι έτσι θα μπορέσεις να επιτύχεις περισσότερα πράγματα, έτσι και οι υποθέσεις του σπιτιού σου θα ρυθμιστούν καλύτερα. Διότι λέγει: «ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν» [Ματθ. 6, 33]. Γιατί εάν εμείς απαλλάσσουμε από κάθε φροντίδα εκείνους που αδιαφορούν για τις δικές τους υποθέσεις και επιφορτίζονται τις δικές μας, πολύ περισσότερο θα το κάνει αυτό ο Θεός, ο οποίος επιδεικνύει και χωρίς αυτά τη φροντίδα Του και την πρόνοιά Του.


Δεν πρέπει λοιπόν να επιδεικνύεις μεγάλη φροντίδα για τα δικά σου θέματα, αλλά να τα εμπιστεύεσαι στον Θεό. Διότι, εάν φροντίσεις εσύ, φροντίζεις ως άνθρωπος, αν όμως δείξει πρόνοια ο Θεός, προνοεί ως Θεός. Μη φροντίσεις γι’ αυτά, αδιαφορώντας για τα σπουδαιότερα, διότι ο Θεός δεν θα δείξει πολύ ενδιαφέρον γι ‘αυτά. Για να προνοεί λοιπόν σε μεγάλο βαθμό γι’ αυτά ο Θεός, εμπιστεύσου όλα αυτά σε Αυτόν. Διότι εάν εσύ ο ίδιος ασχοληθείς με αυτά αφήνοντας τα πνευματικά, δε θα δείξει μεγάλη πρόνοια γι’ αυτά ο Θεός.  Επομένως, για να έχουν καλή εξέλιξη τα θέματά σου και να απαλλαγείς από κάθε φροντίδα, φρόντισε για τα πνευματικά και περιφρόνησε τα υλικά· διότι έτσι και την γη θα επιτύχεις μαζί με τον ουρανό και τα μελλοντικά αγαθά θα επιτύχεις, με την χάρη και την φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον οποίον ανήκει η δόξα και η δύναμη στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

 “Άνθρωπός τις ην οικοδεσπότης, όστις εφύτευσεν αμπελώνα και φραγμόν αυτώ περιέθηκε…”. Κάποιος οικοδεσπότης φύτεψε αμπέλι, έφτιαξε πύργο και ληνό, έβαλε φράχτη, το μίσθωσε σε γεωργούς και έφυγε. Όταν πλησίασε ο καιρός της σοδειάς, έστειλε τους υπηρέτες του να πάρουν τους καρπούς. Όμως οι γεωργοί αφού συνέλαβαν τους υπηρέτες, άλλον τον έδειραν, άλλον τον σκότωσαν κι άλλον τον λιθοβόλησαν. Αργότερα έστειλε και άλλους υπηρέτες περισσότερους από τους πρώτους και έκαναν και σ’αυτούς τα ίδια. Ύστερα απέστειλε σ’αυτούς τον γιο του, λέγοντας: “θα ντραπούν τον γιο μου”. Κι όταν είδαν τον γιο, είπαν μέσα τους: “Αυτός είναι ο κληρονόμος, ας τον σκοτώσουμε και ας πάρουμε την περιουσία του”.


Κι αφού τον έπιασαν, τον έβγαλαν έξω από το αμπέλι και τον σκότωσαν.


Και τότε ρώτησε ο Χριστός τους ακροατές του, κυρίως τους Γραμματείς και Φαρισαίους, την πνευματική ηγεσία των Ιουδαίων:


“Όταν έλθει ο ιδιοκτήτης, τι πρέπει να κάνει με τους γεωργούς;” Και αυτοί απάντησαν εκφέροντας την καταδικαστική απόφαση, πως με τον χειρότερο θάνατο θα εξολοθρεύσει τους κακούς αυτούς γεωργούς και θα μισθώσει σε άλλους γεωργούς το αμπέλι, για να δώσουν τους καρπούς στην κατάλληλη εποχή. Πράγματι αυτό επακολούθησε αφού ήρθαν οι Ρωμαίοι και κατέστρεψαν την Ιερουσαλήμ και εξολόθρευσαν τους Ιουδαίους και ο Κύριος παρέδωσε το αμπέλι του, δηλαδή τον νέο Ισραήλ της χάριτος, στους Αποστόλους και τους διαδόχους τους για να το καλλιεργούν καρποφόρα.


Στην παραβολή μιλώντας ο Χριστός για το φυσικό αμπέλι, εννοούσε κάποιο ωραίο πνευματικό αμπέλι, που φύτεψε ο μεγάλος οικοδεσπότης, ο Θεός, δηλαδή τον Ισραηλιτικό λαό. Μέσα σ’έναν κόσμο, που τον είχε ρημάξει η άγνοια, η πλάνη και η διαφθορά, υπήρχε ένα κομμάτι γης, όπου διετηρείτο η φυτεία του αληθινού Θεού.


Ήταν το αμπέλι του Θεού.


Γύρω-γύρω από το αμπέλι αυτό υπήρχε κάποιος φραγμός, ένας φράχτης. Ήταν ο Μωσαϊκός Νόμος. Ήταν οι εντολές του Θεού, οι διατάξεις της Παλαιάς Διαθήκης. Είχαν φραγμό και περιορισμό οι Ισραηλίτες. Δεν μπορούσαν να κάνουν ότι ήθελαν. Είχαν πρώτα-πρώτα τον Θεόδοτο φραγμό του Δεκαλόγου, τις Δέκα Εντολές, και κατ’επέκταση πολλές άλλες απαγορευτικές διατάξεις του Νόμου.


Αν και ο Ισραηλιτικός λαός ήταν αμπέλι του Θεού, πολλές φορές οι Ισραηλίτες πήδαγαν τον φράχτη του Θεού και πήγαιναν στα άγονα χωράφια της ειδωλολατρίας, ή φόνευαν τους απεσταλμένους του Θεού, τους Διδασκάλους και τους Προφήτες, που έρχονταν να ζητήσουν καρπούς από το αμπέλι του Θεού, δηλαδή υπακοή και εφαρμογή των εντολών Του.


Υπεύθυνοι για την καλλιέργεια του αμπελιού ήταν οι Αρχιερείς, οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι. Αφού λοιπόν στους απεσταλμένους δεν παρέδωσαν καρπούς στο τέλος έστειλε τον γιο Του, δηλαδή τον φιλάνθρωπο Χριστό και Τον σταύρωσαν έξω από την πόλη. Τελειώνοντας ο Χριστός την παραβολή, προδιέγραψε την τύχη των Ιουδαίων και τους είπε: “Θα σας πάρω την Συναγωγή και θα δώσω στα έθνη και στον λίγο Ισραηλικό λαό που απομένει, την αγία Εκκλησία”.


Αυτό το νέο αμπέλι που φύτεψε η δεξιά του Υψίστου είναι η Εκκλησία του Χριστού. Όταν λειτουργεί ο Επίσκοπος τον ακούμε να λέει: “Κύριε, Κύριε, επίβλεψον εξ ουρανού και ίδε και επίσκεψαι την άμπελον ταύτην, και κατάρτισαι αυτήν, ην εφύτευσεν η δεξιά σου”. Ο ίδιος ο Χριστός ονόμασε τον εαυτό του “άμπελο”. “Εγώ ειμί η άμπελος, υμείς τα κλήματα”. (Ιωαν.ιε’5). Ο Χριστός είναι ο κορμός της αμπέλου, από τον οποίο ξεκινούν τα κλήματα, δηλαδή οι Απόστολοι και οι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας. Και τα κλήματα αυτά ξαπλώθηκαν παντού. Το αμπέλι της Εκκλησίας άπλωσε τους κλώνους του μέχρι τα πέρατα του κόσμου.


Η Εκκλησία είναι αμπέλι, που ποτίστηκε με το τίμιο Αίμα του Χριστού μας και το αίμα εκατομμυρίων Μαρτύρων και Αγίων. Και το αμπέλι αυτό της Εκκλησίας έχει φραγμό. Και ο φραγμός της Εκκλησίας είναι το Ευαγγέλιο και οι ιεροί Κανόνες. Όποιος διδάσκει αντίθετα από ό,τι λέει το Ευαγγέλιο και οι ιεροί Κανόνες, βγαίνει έξω από το αμπέλι της Εκκλησίας και επομένως χάνει τη σωτηρία του. Και η ψυχή μας επίσης είναι ένα αμπέλι προς καλλιέργειαν.


Καλλιεργούμεθα μέσα στην Εκκλησία ποικιλοτρόπως. Όσο έχουμε καιρό, ας μετανοήσουμε και ας αγωνισθούμε για να μείνει άθικτο το αμπέλι της ψυχής, και να δοξάζεται ο Θείος Φυτουργός και Αμπελουργός.


† Επίσκοπος Αρσινόης Παγκράτιος