Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΑΓΙΑΣ ΑΚΥΛΙΝΑΣ ΖΑΓΚΛΙΒΕΡΙΝΗΣ


 

«Oυδέποτε ούτως ελάλησεν άνθρωπος, ως ούτος ο άνθρωπος»!Κυριακή Α'Λουκά

 ΣΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΚΑΙΡΟ της δημόσιας δράσης του Κυρίου μάς μεταφέρει το ευαγγελικό ανάγνωσμα: στη λίμνη Γεννησαρέτ, όπου ο Κύριος άρχισε να διδάσκει τον λαό και να καλεί τους πρώτους μαθητές Του να Τον ακολουθήσουν. Η πρώτη επαφή μάλιστα των μαθητών με τον Κύριο ήταν συγκλονιστική: τους δόθηκε η ευκαιρία να δουν τον Κύριο ως διδάσκαλο, όπως και να νιώσουν τη δύναμη του λόγου Του, μέσα από την «παράλογη» γι’ αυτούς εντολή που τους έδωσε, να ψαρέψουν εκεί που η εμπειρία και η γνώση τους έλεγε ότι ήταν αδύνατο. Και γι’ αυτό άφησαν τα πάντα, προκειμένου να Τον ακολουθήσουν. Τον Κύριο ως διδάσκαλο θα προσεγγίσουμε δι’ ολίγων στη συνέχεια. «Και καθίσας εδίδασκεν εκ του πλοίου τους όχλους».


  1. ΕΧΕΙ ΤΟΝΙΣΤΕΙ με επάρκεια ότι η σωτηρία του ανθρώπου επιτεύχθηκε με όλη τη ζωή του Κυρίου: τη διδασκαλία, τα θαύματά Του, κυρίως όμως με την επί του Σταυρού θυσία Του και την Ανάστασή Του. Λέμε κυρίως με τη Σταυρική Του θυσία και την Ανάσταση που την ακολούθησε, διότι ως γνωστόν πάνω στον Σταυρό καταργήθηκε η αμαρτία, πατήθηκε ο θάνατος, νικήθηκε ο διάβολος και έτσι ο δρόμος προς τον Παράδεισο ανοίχθηκε και πάλι. «Τω πάθει Σου, Χριστέ, παθών ηλευθερώθημεν και τη Αναστάσει Σου εκ φθοράς ελυτρώθημεν, Κύριε, δόξα Σοι». Η διδασκαλία δηλαδή του Κυρίου, όπως και τα θαύματά Του, λειτούργησαν μεν θετικά προς φωτισμό του νου και της διάνοιας των ανθρώπων, προς προσανατολισμό τους στη Βασιλεία του Θεού, προς ενίσχυσή τους γενικά στην οδό του Κυρίου, δεν ήταν όμως ικανά να σώσουν τον άνθρωπο. Η διάβρωση της ανθρώπινης φύσης και η τραγικότητα στην οποία είχε περιέλθει απαιτούσαν κάτι δραστικότερο από τη διδασκαλία: τον θάνατο του ίδιου του Θεού! «Έδει παθείν τον Χριστόν».


2. Αν όμως δια του Σταυρού ήλθε η σωτηρία και η χαρά στον κόσμο – «ιδού γαρ ήλθε διά του Σταυρού χαρά εν όλω τω κόσμω» - δεν πρέπει και να υποβαθμίσουμε τη σημασία του Χριστού ως διδασκάλου. Ο Χριστός ως διδάσκαλος είναι ο προφήτης Χριστός, φανερώνεται με τη διδασκαλία Του το προφητικό Του αξίωμα, το οποίο λειτουργεί πάντοτε εν συνεργασία και με τα άλλα Του αξιώματα, το βασιλικό και το αρχιερατικό. Διότι βεβαίως στον Κύριο τα πάντα είναι ενιαία. Δεν υπάρχουν «αυτόνομες» περιοχές δράσης σ’ Εκείνον. Όπου δρούσε, φανέρωνε τη μία θεϊκή Του υπόσταση και τη διπλή Του, θεϊκή και ανθρώπινη, φύση. Με άλλα λόγια, ο Ίδιος που είναι ο διδάσκαλος και ο αίτιος των θαυμάτων που επιτελεί, ο Ίδιος είναι και ο αρχιερέας που θυσιάζεται για τον κόσμο, ο Ίδιος είναι και ο βασιλιάς, που ανασταίνει τον Εαυτό Του, ανέρχεται στα δεξιά του Πατέρα, στέλνει το άγιον Πνεύμα, ιδρύει και καθοδηγεί την Εκκλησία, το ζωντανό Σώμα Του.


  Κατά συνέπεια, και με τη διδασκαλία του Κυρίου λυτρωθήκαμε. Αν ο Κύριος τόνισε τη δύναμη της Μωσαϊκής νομοθεσίας και του λόγου των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης, τέτοια που και το θαύμα της ανάστασης εκ νεκρών θεωρείται μικρότερο προς αλλαγή της καρδιάς του ανθρώπου – ας θυμηθούμε από την παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου την απάντηση του πατριάρχη Αβραάμ στον πλούσιο: «Αν δεν πιστέψουν (οι συγγενείς του πλουσίου) στον Μωϋσή και τους προφήτες, και τον Λάζαρο να δουν αναστημένο από τους νεκρούς δεν πρόκειται να πιστέψουν» - πόση περισσότερη δύναμη δεν έχει ο λόγος Του, η διδασκαλία Του, η οποία πηγάζει όχι από κάποιο άνθρωπο, απεσταλμένο του Θεού, αλλά ακριβώς από τον ίδιο τον Θεό ως άνθρωπο; Γι’ αυτό και ο απόστολος Παύλος τον λόγο του Κυρίου τον χαρακτηρίζει ως δύναμη του Θεού, που είναι «τομώτερος υπέρ πάσαν δίστομον μάχαιραν, διϊκνούμενος άχρι μερισμού ψυχής». Ο λόγος του Κυρίου δηλαδή δεν είναι «έπεα πτερόεντα», αλλά περικλείουν την παντοδύναμη ενέργεια του Ίδιου, που όταν συναντήσει τον κατάλληλο δέκτη μπορεί να γίνει «ατομική βόμβα». Πρόκειται για τα «ρήματα αιωνίου ζωής» που ομολόγησε ο απόστολος Πέτρος, καταθέτοντας τη μαρτυρία του για τον Κύριο. «Προς τίνα απελευσόμεθα; Συ ρήματα ζωής αιωνίου έχεις».


  3. Με τα παραπάνω κατανοούμε ότι ο Κύριος είναι μεν διδάσκαλος, όχι όμως σαν τους άλλους ανθρώπους διδασκάλους. Είναι ο κατεξοχήν Διδάσκαλος, ο απόλυτος και μοναδικός, που ποτέ δεν υπήρξε ούτε πρόκειται ποτέ να υπάρξει παρόμοια περίπτωσή Του, που σημαίνει ότι δεν πρόκειται ποτέ να συμβεί αυτό που συμβαίνει στη σχέση μαθητή και κοινού διδασκάλου: να φτάσει κάποια στιγμή ο μαθητής να γίνει σαν τον διδάσκαλο, κι ίσως και να τον ξεπεράσει. Μπροστά στον Κύριο ως Διδάσκαλο, πάντοτε ο άνθρωπος θα παραμένει μαθητής, άρα το μόνο που μπορεί να κάνει είναι, αν μεν έχει καλοπροαίρετη διάθεση, να κλίνει το γόνυ της καρδιάς και του σώματος, να κάνει δηλαδή υπακοή και να μετανοήσει, αν δε ανήκει στους εχθρούς της πίστης, να ομολογήσει έκθαμβος ό,τι ομολόγησαν και οι απεσταλμένοι των Φαρισαίων που στάλθηκαν για να παγιδέψουν τον Χριστό: «ουδέποτε ούτως ελάλησεν άνθρωπος, ως ούτος ο άνθρωπος»! Κι αυτό γιατί, όπως είπαμε, είναι ο ενανθρωπήσας Θεός, συνεπώς δίδασκε «ως εξουσίαν έχων και ουχ ως οι Γραμματείς».


 4. Τι δίδασκε ο Κύριος, ποιο το περιεχόμενο του λόγου Του, τέτοιο που λειτουργούσε και εξακολουθεί βεβαίως να λειτουργεί με τόσο ανατρεπτικό και επαναστατικό για τη ζωή του ανθρώπου τρόπο; Μα, ακριβώς τη ζωή Του, τη ζωή δηλαδή του Θεού: την ίδια την αγάπη. Ό,τι δίδαξε ο Κύριος ήταν η έκφραση της ζωής Του, που σημαίνει ότι είτε σιωπώντας ο Κύριος είτε ομιλώντας την αγάπη του Θεού φανέρωνε. «Οίος ο βίος, τοίος ο λόγος», κατά την έκφραση εκκλησιαστικού συγγραφέα. 

Κι αφού ο Θεός «αγάπη εστί», την αγάπη πάντοτε εκήρυσσε ο Κύριος με τη διπλή της διάσταση, όπως ήδη είχε μαρτυρηθεί τούτο και από τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, την προς τον Θεό και την προς τον άνθρωπο. «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής και εξ όλης της καρδίας και εξ όλης της διανοίας και εξ όλης της ισχύος, και τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Και: «Αύτη εστίν η εντολή η εμή, ίνα αγαπάτε αλλήλους. Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού». 

  Στην αγάπη συγκεφαλαιώνεται όλη η διδασκαλία του Κυρίου, γι’ αυτό και δεν υπάρχουν «μη» και «όχι» στον Κύριο. Τα «μη» και τα «όχι» έρχονται απλώς ως συνέπεια αυτού που ο άνθρωπος καλείται να κάνει στη ζωή του, αν θέλει να ακολουθεί τον Θεό. Κι από την άποψη αυτή η χριστιανική πίστη πάντοτε είναι θέση και όχι άρνηση. Εκείνος που ισχυρίζεται ότι ο χριστιανισμός είναι «μη», απλώς δεν έχει ανοίξει ποτέ του το ευαγγέλιο, δεν έχει γευτεί καθόλου αυτό που ο Χριστός και η Εκκλησία μας προσφέρει. Κατ’ επέκταση, κατανοούμε ότι οτιδήποτε γίνεται και υπάρχει στην Εκκλησία μας, προσευχές, ακολουθίες, νηστείες, οτιδήποτε, ένα και μοναδικό σκοπό έχει: να βοηθήσει τον άνθρωπο να φτάσει την αγάπη του Χριστού, δηλαδή την παρουσία του Θεού στη ζωή του. Αυτή νοηματίζει τα πάντα στην Εκκλησία κι αν βγει η αγάπη, όλα καταλύονται και μένουν μετέωρα άνευ νοήματος.


  5. Δεν μπορούμε να μιλάμε όμως για τη διδασκαλία του Κυρίου, χωρίς αναφορά στα θαύματά Του. Διότι τα θαύματα του Κυρίου δεν είναι θαυμαστές και υπερφυσικές ενέργειες με σκοπό να «θαμπώσουν» τον άνθρωπο και να τον υποτάξουν σ’ Αυτόν. Τέτοια «θαύματα» επιτρέπει ο Θεός να κάνει ο διάβολος και τα αξιοθρήνητα όργανά του, προκειμένου να έρχεται στην επιφάνεια η γνησιότητα ή όχι της διάθεσης του ανθρώπου. Ο Κύριος έκανε θαύματα ως επιβεβαίωση και επισφράγιση της διδασκαλίας Του. Με άλλα λόγια τα θαύματα αποτελούν και αυτά στοιχείο αυτής της διδασκαλίας Του, φανερώνοντας το περιεχόμενο της βασιλείας του Θεού. «Παράθυρα στη Βασιλεία Του» έχει τονιστεί, και ορθά, ότι είναι. Γι’ αυτό και τα θαύματά Του προϋποθέτουν ό,τι και η διδασκαλία Του: την πίστη. Δεν είναι δυνατόν να αποδεχτεί κανείς τη διδασκαλία Του Χριστού, αν δεν είναι, όπως είπαμε, καλοπροαίρετος και δεν έχει συνεπώς πίστη σ’ Εκείνον. Το ίδιο συμβαίνει και με τα θαύματα. Γι’ αυτό και ο Κύριος, όπου δεν έβλεπε πίστη, «ουκ εποίει σημείον». Έτσι ο πιστός με το θαύμα ενισχυόταν στην πίστη, ενώ το θαύμα σ’ έναν άπιστο, σαν τους Φαρισαίους για παράδειγμα, λειτουργούσε για περαιτέρω δαιμονισμό του.


 ΑΝ Ο ΚΥΡΙΟΣ είναι ο μοναδικός Διδάσκαλος και αν εμείς θέλουμε να είμαστε πιστοί και ακόλουθοί Του, ενταγμένοι στο άγιο σώμα Του, την Εκκλησία, τότε τα πράγματα πορεύονται «μονόδρομα»: 

  Πρώτον, χρειάζεται αδιάκοπα να εγκύπτουμε σ’ αυτήν τη διδασκαλία είτε ως μελέτη καθαυτό της Αγίας Γραφής, και μάλιστα του Ευαγγελίου, είτε ως μελέτη των άλλων τρόπων εκφοράς αυτής της διδασκαλίας, διά των Πατερικών κειμένων, διά των συναξαρίων των αγίων μας, διά της υμνολογίας της Εκκλησίας. Με όλους αυτούς τους τρόπους εμβαπτιζόμαστε στον λόγο του Κυρίου και Τον αφήνουμε να φανερώνεται και με τον τρόπο αυτό μέσα μας. 

Μη ξεχνάμε ότι η θεία Κοινωνία δεν έρχεται μόνο με τον μυστηριακό τρόπο, της συμμετοχής στη Θεία Ευχαριστία, αλλά και με τη μελέτη του λόγου του Θεού, όταν βεβαίως ενεργοποιείται αυτός στην καθημερινή μας ζωή. 


 Κι αυτό το τελευταίο είναι ακριβώς το δεύτερο σημείο: δεν έχει αξία να μελετά ή να ακροάται κανείς τον λόγο του Θεού, αν δεν τον κάνει στοιχείο της καθημερινής του ζωής. Ο Κύριος δίδαξε, μας φανέρωσε διά του λόγου Του τη ζωή Του, όχι σαν μία γνώση εγκεφαλικού τύπου, όχι σαν ένα ανάγνωσμα ευχάριστο, αλλά σαν ενέργεια αλλαγής της ζωής μας. Την ώρα που ο λόγος Του θα μας καταλαμβάνει, ψυχικά και σωματικά, εκείνη την ώρα θα καταλαβαίνουμε και τη δύναμή Του, όπως και την αλήθεια της πίστης μας σ’ Αυτόν. Διαφορετικά, θα ακούμε και θα ακούσουμε κι εμείς: «Ουκ οίδα υμάς. Απέλθετε απ’ εμού οι εργαζόμενοι την ανομίαν».

π.Γεώργιος Δορμπαράκης

ΟΙ ΠΑΝΤΕΣ ΚΛΗΤΟΙ (Κυριακή Α΄ Λουκά).

  Η κλήση των πρώτων αποστόλων τονίζεται εμφαντικά στο Ευαγγέλιο. Ο Χριστός συνάντησε την πρώτη τετράδα των μαθητών του, Ανδρέα και Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη, εν ώρα της εργασίας τους, «ήσαν γαρ αλιείς», μίλησε ενώπιόν τους περί της Βασιλείας του Θεού και τους κάλεσε να τον ακολουθήσουν. Και οι πρώτοι μαθητές, σαγηνευμένοι από όσα είδαν και άκουσαν, υπάκουσαν στο κάλεσμά του και «αφέντες άπαντα ηκολούθησαν αυτώ» (Κυριακή Α΄ Λουκά).


Όλοι οι απόστολοι έγιναν «κλητοί Ιησού Χριστού», έλαβαν από το ίδιο το στόμα του Χριστού την κλήση να τον ακολουθήσουν και το έπραξαν αυτό με απόλυτη συνέπεια μέχρις εσχάτης πνοής. Προβάλλουν το γεγονός της κλήσης τους ως τεκμήριο της θεϊκής τους αποστολής και της αυθεντικότητας του κηρύγματός τους, όμως δεν παραλείπουν να τονίζουν ότι δεν είναι οι μόνοι κλητοί από τον Θεό. Μας υπενθυμίζουν ότι και όλοι εμείς, οι πιστοί, είμαστε «κλητοί Ιησού Χριστού». Ο Παύλος, π. χ., τιτλοφορούμενος «κλητός απόστολος Ιησού Χριστού διά θελήματος Θεού», επιστέλλει «πάσι… κλητοίς αγίοις». Είστε και σεις, λέει, οι αποδέκτες όλοι των επιστολών μου, «κλητοί Ιησού Χριστού» (Α΄ Κορ. 1, 1. Ρωμ. 1, 1-7).


Μια μεγάλη τιμητική κλήση έχει επιφυλαχθεί από τον Θεό για όλους μας. Είμαστε η εκλογή του Κυρίου, οι «ηγαπημένοι υπό Θεού».

 Μας διάλεξε η αγάπη του Θεού «προ καταβολής κόσμου είναι ημάς αγίους και αμώμους», με σκοπό να γίνουμε άγιοι κι εμείς, αφού αυτός που μας κάλεσε είναι άγιος. Μας διάλεξε ο Θεός απ’ αρχής, προ πάντων των αιώνων, «εις σωτηρίαν», που την εξασφαλίζει ο αγιασμός του Αγίου Πνεύματος και η αληθινή πίστη. 

Μας κάλεσε «εις περιποίησιν της δόξης του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού». Αδιανόητο μεγαλείο! Εμείς, οι μικροί άνθρωποι, να αποκτήσουμε τη δόξα του Χριστού! Να γίνουμε «θείας κοινωνοί φύσεως». Μας προόρισε ο Θεός «εις υιοθεσίαν διά Ιησού Χριστού». Μπορούσε να υπάρξει κάτι πιο τιμητικό από αυτό για τον άνθρωπο; (Α΄ Θεσ. 1, 4. Α΄ Πέτρ. 1, 15. Εφ. 1, 4. Β΄ Θεσ. 2, 13-14. Β΄ Πέτρ. 1, 3).


Έγινε έτσι η αποκάλυψη «μυστηρίου χρόνοις αιωνίοις σεσιγημένου». Φανερώθηκε το προαιώνιο σχέδιο του Θεού (Ρωμ. 14, 24).


Και τώρα; Ο Θεός έκανε απ’ τη μεριά του το τέλειο. Εμείς όμως τί κάνουμε; Έχουμε κατανοήσει ότι είμαστε «κλήσεως επουρανίου μέτοχοι»; (Εβρ. 3, 1). Το θεωρούμε τιμή μας αυτό; Αν μας καλούσε ένας δυνατός επίγειος άρχοντας, θα αδιαφορούσαμε; Θα περιφρονούσαμε την κλήση του; Ή θα σκοτωνόμασταν να ανταποκριθούμε;


Το ίδιο, λένε οι απόστολοι, να κάνουμε και απέναντι στον Θεό. «Αξίως περιπατήσαι της κλήσεως» που έχουμε λάβει (Εφ. 4, 1). Μας κάλεσε ο Θεός να γίνουμε γνήσια παιδιά του. Ας ζήσουμε ανάλογα. Μη μείνουμε απλώς κλητοί, ας γίνουμε εκλεκτοί. Μα εμείς νομίζουμε ότι υποχρεώσεις προς τον Θεό έχουν μόνο οι απόστολοι και οι μοναχοί. Όσοι αφιερώνονται αποκλειστικά σ’ αυτόν.


Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος όμως διαφωνεί.

Βλέπω, λέει, πολλούς κοσμικούς να τεμπελιάζουν για τα πνευματικά και να λένε: Πώς είναι δυνατόν παντρεμένοι άνθρωποι εμείς, με πλήθος κοινωνικές υποχρεώσεις, να ανταποκριθούμε στην κλήση του Θεού;

Σ’ αυτούς λοιπόν απαντώ: Όλα τα καλά που μπορείτε να κάνετε, κάντε τα. Μην περιγελάσετε κανένα, μην κλέψετε κανένα, μην πείτε ψέματα σε κανένα, μην περιφρονήσετε κανένα, μη μισήσετε κανένα. Μην απουσιάζετε από τις λειτουργικές συνάξεις (από τη Θεία Λειτουργία), να συμπονάτε τους φτωχούς, μη σκανδαλίσετε κανένα. Ξένο πράγμα μην αγγίξετε. Να αρκείσθε στη γυναίκα σας. Αν κάνετε έτσι, δεν είστε μακριά από τη Βασιλεία των ουρανών (Κλίμαξ, Λόγος Α΄, Περί αποταγής, 42).

Να, που δεν είναι και τόσο εξωπραγματικά εν τέλει τα όσα μας ζητάει ο Θεός.

π. Δημητρίου Μπόκου.

«Αντιύλη». Ι. Ν. Αγ. Βασιλείου, Πρέβεζα.

Τὸ θεῖο προσκλητήριο Ἰωάννης Καραβιδόπουλος

 Οἱ εὐαγγελικὲς περικοπὲς ποὺ ὅρισε ἡ Ἐκκλησία μας νὰ διαβάζονται στὴ θεία Λειτουργία ἀπὸ τὰ τέλη Σεπτεμβρίου, καὶ συγκεκριμένα ἀπὸ τὴ δεύτερη Κυριακὴ μετὰ τὴν Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ μέχρι τὰ Χριστούγεννα, εἶναι παρμένες ἀπὸ τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Λουκᾶ. Ἡ πρώτη αὐτῆς τῆς σειρᾶς περιέχει τὴν κλήση τῶν πρώτων τεσσάρων μαθητῶν τοῦ Ἰησοῦ στὸ ἀποστολικὸ ἔργο, τοῦ Πέτρου, Ἀνδρέα, Ἰακώβου καὶ Ἰωάννου.

Τὸ γεγονὸς αὐτὸ διηγοῦνται ὅλοι οἱ εὐαγγελιστές. Ὁ Λουκᾶς ἀφηγεῖται συγχρόνως καὶ τὸ ἐκπληκτικὸ ψάρεμα ποὺ ἔγινε ἀπὸ τοὺς παραπάνω μαθητὲς κατόπιν ὑποδείξεως τοῦ Ἰησοῦ, ψάρεμα τὸ ὁποῖο προκάλεσε «θάμβος» στὸν Πέτρο καὶ τοὺς συντρόφους του καὶ τὸν ὁδήγησε στὴν παράκληση - ὁμολογία: «Ἔξελθε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλὸς εἰμι, Κύριε».


Ἐὰν διηγοῦνται οἱ ἱεροὶ εὐαγγελιστὲς τὸ προσκλητήριο ποὺ ἀπηύθυνε ὁ Χριστὸς στοὺς τέσσερις ψαράδες νὰ γίνουν μαθητές του, δὲν εἶναι γιατί ἐνδιαφέρονται νὰ μᾶς περιγράψουν σὰν ἱστορικοὶ τὸ ξεκίνημα τοῦ Μεσσία στὸ ἐπὶ γῆς ἔργο του καὶ τὴ στρατολόγηση τῶν συνεργατῶν του - ἀλλὰ γιατί στὸν τρόπο ποὺ δέχτηκαν οἱ τέσσερις ψαράδες τὴν πρόσκληση καὶ ἀνταποκρίθηκαν ἀμέσως σ’ αὐτὴν βλέπουν τὸ τυπικὸ παράδειγμα καὶ πρότυπο γιὰ τὸ πῶς πρέπει νὰ δέχεται ὁ ἄνθρωπος τὸ θεῖο κάλεσμα. Μὲ αὐτὸ τὸ πρίσμα βλέποντας τὴ διήγησή μας μποροῦμε νὰ σταματήσουμε στὰ ἀκόλουθα σημεῖα.


Πρῶτα-πρῶτα πρέπει νὰ προσέξουμε ὅτι τὸ προσκλητήριο ἀπευθύνεται στοὺς τέσσερις ὑποψηφίους ἀποστόλους τὴν ὥρα ἀκριβῶς ποὺ αὐτοὶ βρίσκονταν στὶς ἐργασίες τους. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴ σκέψη ὅτι δὲν χρειάζεται νὰ ἀπομακρυνθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τὴ ζωὴ γιὰ νὰ τὸν συναντήσει ὁ Θεός. Τέτοια φυγὴ διδάσκουν ὁρισμένα φιλοσοφικὰ συστήματα ποὺ εἶναι διαποτισμένα μὲ τὴν ἀντίληψη ὅτι ὁ κόσμος καὶ ἡ ὕλη εἶναι ἐκ φύσεως κακὰ στοιχεῖα καὶ ὅτι ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ βρεῖ τὴ σωτηρία του πρέπει νὰ φύγει μακριὰ ἀπ’ αὐτά. Κατὰ τὴν Ἁγία Γραφή, ὁ κόσμος παρ’ ὅλη τὴ φθορὰ καὶ τὴν πτώση του στὸ κακὸ καὶ στὴν ἁμαρτία εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ· κι ὁ Θεὸς μὲ δική του πρωτοβουλία συναντᾶ τὸν ἄνθρωπο μέσα σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, μέσα στὴν κοινωνία, μέσα στὴν ἐργασία γιὰ νὰ τοῦ προσφέρει τὴ σωτηρία.


Τὸ προσκλητήριο γιὰ ἄλλους ἤδη σήμανε, γιὰ ἄλλους θὰ σημάνει ὁπωσδήποτε κάποτε: Θὰ εἶναι ἕνα συναρπαστικὸ κήρυγμα; Θὰ εἶναι ἕνα συγκλονιστικὸ βίωμα; Θὰ εἶναι μία ξαφνικὴ ἀφύπνιση ἀπὸ τὸ λήθαργο τῆς ἀδιαφορίας; Θὰ εἶναι ἡ πρόσκληση τοῦ ἱερέα; Θὰ εἶναι κάτι ἄλλο; Ὁ Θεὸς γνωρίζει πολλοὺς τρόπους γιὰ νὰ ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸ πλάσμα του καὶ νὰ τὸ σώζει. Ἂς μὴν ξεχνοῦμε ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶναι τὸ ἀποκορύφωμα τῆς προσπάθειας τοῦ ἀνθρώπινου πνεύματος νὰ βρεῖ τὸν Θεό, ἀλλὰ εἶναι ἡ φανέρωση τῶν ἐνεργειῶν ποὺ κάνει ὁ Θεὸς μέσα στὴν ἱστορία γιὰ νὰ συναντήσει καὶ νὰ λυτρώσει τὸν ἄνθρωπο καὶ ποὺ ἡ σπουδαιότερη τῶν ὁποίων εἶναι ἡ σάρκωση, ἡ σταύρωση καὶ ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.


Ἕνα δεύτερο σημεῖο ποὺ θέλει νὰ τονίσει ἡ διήγηση εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ προθυμία ὑπακοῆς στὰ λόγια του. Ἀποτέλεσμα τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ προθυμίας τῶν τεσσάρων προσώπων τῆς διηγήσεώς μας ὑπῆρξε ἡ θαυματουργικὴ ἁλιεία. Τὸ θαῦμα βέβαια αὐτὸ δὲν τὸ κάνει ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ ἐντυπωσιάσει τοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους στὴ λίμνη Γεννησαρέτ, ἀλλὰ γιὰ νὰ δείξει προκαταβολικὰ πόσους καρποὺς θὰ ἀποφέρει ἡ ὑπακοή τους στὸ πρόσταγμά του καὶ ἡ ὁλοπρόθυμη ἀφοσίωσή τους σ’ αὐτό. Πραγματικά, ἡ ἁλιεία τῆς οἰκουμένης ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ ἀργότερα δὲν ὑπῆρξε λιγότερο ἐκπληκτικὴ καὶ θαυματουργική. Γιατί δὲν κοπίασαν μόνοι τους ἀλλὰ μὲ συμπαραστάτη τὸν Χριστὸ καὶ καθοδηγητὴ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.


Ἕνα τρίτο σημεῖο ποὺ δὲν πρέπει νὰ διαφύγει τῆς προσοχῆς μας εἶναι ἡ ὁμολογία τοῦ Πέτρου ὅτι εἶναι «ἀνὴρ ἁμαρτωλός». Τὸ θάμβος τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ θαύματός του τὸν ὁδηγεῖ στὴ συναίσθηση τῆς μηδαμινότητας καὶ τῆς γύμνιας του. Νὰ τὸ πρῶτο βῆμα γι’ νὰ συναντήσει κανεὶς τὸν Θεό. Ἡ ὑψηλὴ ἰδέα ποὺ ἔχουμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας, ἡ οἴηση, δημιουργεῖ ἕνα τεῖχος ποὺ ἐμποδίζει τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ μᾶς ἀγγίσει. Ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας κάνει πιὸ ἐπιτακτικὴ τὴν ἀνάγκη τῆς παρουσίας καὶ ἐνέργειας τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ.


Ἕνα μήνυμα ἀφυπνίσεως μᾶς ἀπευθύνει ἡ σημερινὴ διήγηση. Νὰ συνειδητοποιήσουμε τὴν ἁμαρτωλότητά μας, νὰ δεχτοῦμε μὲ ἐμπιστοσύνη τὸ θεῖο κάλεσμα, νὰ ἀκολουθήσουμε ἀμέσως τὸν Χριστό, ὁπουδήποτε κι ἂν βρισκόμαστε, μέσα στὴ ζωή, μέσα στὴν ἐκτέλεση τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς ἐργασίας μας. Καὶ τὸ θαῦμα θὰ ἀκολουθήσει ἀμέσως· ἂς μὴν περιμένουμε νὰ προηγηθεῖ γιὰ νὰ πεισθοῦμε.

Ἡ ἀναγκαιότης τῆς διδαχῆς. Κυριακὴ Α΄ Λουκᾶ

 «Καὶ καθίσας ἐδίδασκεν ἐκ τοῦ πλοίου τοὺς ὄχλους» (Λουκ. 5,3)

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης


Τὸ ἀκούσατε τὸ εὐαγγέλιο. Τί λέει; Διηγεῖται ἕνα ἀπὸ τὰ θαύματα, τὰ ἄπειρα θαύματα ποὺ ἔκανε κάνει καὶ θὰ κάνῃ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός.

Σὲ μιὰ λίμνη οἱ ψαρᾶδες ψάρεψαν τὴ μία φορὰ χωρὶς τὸ Χριστὸ καὶ τὴν ἄλλη μαζὶ μὲ τὸ Χριστό, καὶ μὲ τὴν εὐλογία του τὰ ἀδειανὰ δίχτυα τους γέμισαν ψάρια.

Ἀλλὰ ἐγώ, ἀγαπητοί μου, δὲν θέλω σήμερα νὰ μιλήσω γιὰ τὸ θαῦμα· θέλω νὰ μιλήσω γιὰ κάτι ἄλλο ἀνώτερο. Τὸ εὐαγγέλιο λέει, ὅτι πρῶτα ἔγινε αὐτὸ καὶ με τὰ ἔγινε τὸ θαῦμα.


Ὁ Χριστὸς δηλαδή, προτοῦ νὰ εὐλογήσῃ τὰ δίχτυα τῶν ψαράδων καὶ νὰ πιάσουν τόσα ψάρια, ἔκανε κάτι ἄλλο· ἀ νέβηκε στὶς βάρκες καὶ «καθίσας ἐδίδασκεν ἐκ τοῦ πλοίου τοὺς ὄχλους» (Λουκ. 5,3). Πρῶτα δηλαδὴ εἶνε ἡ διδασκαλία καὶ με τὰ τὸ θαῦμα, προηγεῖται ἡ διδασκαλία ἀκολουθεῖ τὸ θαῦμα.


 Τὸ θαῦμα εἶνε τρόπον τι νὰ ἡ σφραγῖδα ποὺ βάζει ὁ Χριστὸς στὸ κείμενο τῆς διδαχῆς, γιὰ νὰ πιστοποιηθῇ ἡ γνησιότητά της. Τί μᾶς διδάσκει αὐτό;


* * *


Ἀκοῦνε μερικοὶ καὶ θαυμάζουν «τὰ θαύματα τοῦ ἁγίου Νεκταρίου!» – μεγάλη ἡ χάρις του, «τὰ θαύματα τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος!» – μεγάλη ἡ χάρις του, «τὰ θαύματα τοῦ ἁγίου Γερασίμου!» – μεγάλη ἡ χάρις του, «τὰ θαύματα τῶν ἁγίων, τῆς Παναγίας!» – ὑψίστη ἡ χάρις.

Τὰ παραδεχόμεθα. Ἀλλὰ παραπάνω ἀπὸ τὰ θαύματα εἶνε ἡ διδασκαλία, τὰ ἀνεκτίμητα λόγια τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ναί, ὁ Χριστὸς δίδασκε. Τί δίδασκε; Τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον, τὸ «Ἀγαπᾶτεἀλλήλους » (Ἰω. 13,34· 15,12,17).

 Μόνο αὐτὸ δίδασκε; Αὐτὸ εἶνε ἡ κορυφή· ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ φτάσῃ στὴν κορυφὴ θὰ περάσῃ πρῶτα τοὺς πρόποδες. Μᾶς ἀρέσει ἡ κορυφή, μᾶς ἀρέσει ὁ τροῦλλος, ἀλλὰ δὲν φροντίζουμε νὰ βάλουμε βαθειὰ θεμέλια, τὰ ὁποῖα βέβαια δὲν φαίνονται, ἀλλ᾽ ἀπὸ ᾽κεῖ ἀρχίζει ἡ οἰ κοδομή.

Ὅλοι μιλοῦν περὶ ἀγάπης, σὰν καραμέλλα τὴν πιπιλίζουν δίδοντάς της ποικίλο περιεχόμενο. Γιὰ νὰ φτάσουμε ὅμως στὴν κορυφή, πρέπει ν᾽ ἀνοίξουμε, βαθειὰ στὴ γῆ, θεμέλια καὶ νὰ τὰ θάψουμε ἐκεῖ. Τὸ δὲ θεμέλιο ποιό εἶνε; Προτοῦ νὰ πῇ τὸ «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» ὁ Χριστὸς εἶπε ἄλλα.

Τὸ «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» τὸ εἶπε ὅταν πλησίαζε στὴ Γεθσημανῆ· ὅταν πλησίαζε νὰ προσφέρῃ τὴν ὑψίστη θυσία, τότε εἶπε· Παιδιά μου, φεύγω· «ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» καὶ «ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε» (ἔ.ἀ. 13,35).

Δὲν εἶνε ὅμως αὐτὸς ὁ πρῶτος λόγος του· ὁ πρῶτος λόγος του εἶνε κάτι ἄλλο, ποὺ ἂν τὸ κάνουμε ὅλοι θ᾽ ἀλλάξῃ ὁ κόσμος, μιὰ λέξι δυναμίτης ποὺ σπάει τὸ βράχο, ἕνα φάρμακο πικρὸ ἀλλὰ σωτήριο. Ἂν μποροῦσα θὰ τὸ ἔγραφα στὴν προμετωπίδα τῶν Ἡνωμέ νων Ἐθνῶν.

Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς τὸ λέει· Ὦ ἀνθρωπότης, «μετανοεῖτε» (Ματθ. 4,17). «Ἐὰν μὴ μετανοῆτε, πάντες ὡσαύτως ἀπολεῖσθε» (Λουκ. 13,3).

Ν᾽ ἀλλάξουμε καρδιά, μυαλό, κατεύθυνσι  πορεία βίου. «Μετανοεῖτε καὶ πιστεύετε ἐν τῷ εὐαγγελίῳ» μου, λέει ὁ Χριστός (Μᾶρκ. 1,15). Τὰ θεμέλια τοῦ χριστιανικοῦ οἰκοδομήματος εἶνε ἀφ᾽ ἑνὸς μετάνοια, τὰ δάκρυα στὸ ἐξομολογητήριο, καὶ ἀφ᾽ ἑτέρου πίστι ἀκράδαντος στὸ θεανδρικὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.

Ἔτσι σιγὰ - σιγά, ἐπάνω στὰ γερὰ αὐτὰ θεμέλια, ὑψώνεται ἡ θεία οἰκοδομή, στὴν ὁποία θὰ κυματίζῃ ἡ αἰώνιος σημαία τῆς ἀγάπης. Δίδασκε λοιπὸν ὁ Χριστός. Ποῦ ἐδίδασκε; Παντοῦ. Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ εἶπε τὸ «Μετανοεῖτε» μέχρι τὴν τελευταία του λέξι ὁ Χριστὸς ἦταν ὅλο διδασκαλία.

Δίδασκε στὸ ναό. Ποῦ εἶνε οἱ ἰεχωβῖτες, ποὺ δὲν πατοῦν στὴν ἐκκλησιά; Ὁ ἴδιος ὁ ἱδρυτὴς τῆς Ἐκκλησίας πῆγε δώδεκα χρονῶν στὸ ναὸ καὶ δίδασκε τοὺς σοφοὺς τοῦ Ἰσραὴλ καὶ ὑπέβαλε ἐρωτήσεις στὶς ὁποῖες δὲν μποροῦσαν ν᾽ ἀπαντήσουν.

Δίδασκε στὰ προπύλαια τοῦ ναοῦ. Δίδασκε στὶς ἑορτὲς ποὺ ἑώρταζαν οἱ Ἰουδαῖοι μὲ κέντρο ἐθνικοθρησκευτικὸ τὸ ναὸ τοῦ Σολομῶντος. Δίδασκε στὴ συναγωγή, σὲ κτήρια  εἶδος σχολείων, ὅπου μέχρι σήμερα συγκεντρώνονται κάθε Σάββατο οἱ Ἰσραηλῖτες γιὰ νὰ διαβάσουν τὴν Τορά, τὸ Νόμο καὶ τοὺς Προφήτας.

Δίδασκε στὰ σπίτια σὲ χαρὲς καὶ σὲ λύπες· ὅταν γινόταν γάμος εὐλογοῦσε τὸ γάμο, ὅταν εἶχαν ἄρρωστο τοὺς ἔλεγε τὰ παρήγορα καὶ θαυματουργὰ λόγια του, κι ὅταν εἶχαν νεκρὸ καὶ φέρετρο πάλι ὁ Χριστὸς ἦταν δίπλα τους.

 Δίδασκε στὰ ἀκρογιάλια κοντὰ στοὺς ψαρᾶδες ποὺ ἔρριχναν τὰ δίχτυα, δίδασκε στὰ χωράφια κοντὰ στοὺς χωρικοὺς ποὺ ἔσπερναν τὴ γῆ, δίδασκε πάνω στὰ βουνά· ἡ πιὸ περίφημη ὁμιλία του, ἡ μνημειώδης ὁμιλία του, ὁ καταστατικὸς χάρτης τῆς ἀνθρωπότητος, εἶνε ἡ Ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία του. Δίδασκε ἀκόμα κοντὰ στὰ ποτάμια.

Δίδαξε τέλος ὁ Χριστός – ποῦ; καὶ πάνω στὸ σταυρό! Ἄνοιξε τὸ στόμα του ἑπτὰ φορές, ἑπτὰ λόγους εἶπε ποὺ εἶνε ἀνεκτίμητοι. Ὅλες τὶς νεώτερες καὶ παλαιότερες φιλοσοφίες νὰ πάρῃς καὶ νὰ τὶς στύψῃς σὰ λεμόνι, δὲν φτειάχνεις ἕνα λόγο ἀπὸ αὐτούς.

Σὰν ἐκεῖνο τὸν ἀπύθμενο καὶ ὠκεάνιο λόγο «Θεέ μου Θεέ μου, ἱνατί με ἐγκατέλιπες;» (Ματθ. 27,46), ποὺ ἔρχεται καὶ σ᾽ ἐμᾶς πολλὲς φορὲς μέσα στὴ δίνη καὶ τὴ θύελλα τοῦ κόσμου τού του. Ἢ τὸν ἄλλο ἐκεῖνο συγκλονιστικὸ λόγο «Πάτερ, εἰς χεῖράς σου παρατίθεμαι τὸ πνεῦμά μου» (Λουκ. 23,46). Δίδασκε διαρκῶς· ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ βγῆκε στὸν δημόσιο βίο μέχρις ὅτου νὰ παραδώσῃ τὸ πνεῦμα στὸν οὐράνιο Πατέρα του, ἡ ζωή του ἦταν μιὰ διδασκαλία.

Περισσότερο λοιπὸν ἀπὸ τὰ θαύματα –ποὺ εἶνε ὄχι γιὰ τοὺς πιστοὺς ἀλλὰ γιὰ τοὺς ἀπίστους(βλ. Α΄ Κορ. 14,22)– ἂς προσέξουμε τὴ διδασκαλία. Ὁ πιστὸς δὲν ἔχει ἀνάγκη ἄλλα θαύματα. Θέλεις θαῦμα; Ἐγὼ ἕνα θαῦμα θεωρῶ μέγιστο· ὅτι τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασὶ πάνω στὴν ἁγία τράπεζα γίνονται σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ τὸ ἔπιασαν στὰ χέρια τους ὁ Νικόδημος καὶ ὁ Ἰωσήφ, καὶ αἷμα τοῦ Χριστοῦ μας ποὺ ἀχνίζει μέσ᾽ στὸ δισκοπότηρο.

Νά τὸ θαῦμα – ἂν πιστεύουμε βέ- βαια. Ἂν πιστεύῃς, ἔμπα στὴν ἐκκλησία· ἂν δὲν πιστεύῃς, μὴν πατᾷς, κάθισε ἀπ᾿ ἔξω, πάρε ἕνα κομπολόϊ καὶ παῖζε, πήγαινε ὅπου θέλεις.


* * *


Ἔχουμε ἀνάγκη διδασκαλίας. Διδασκαλία χρειάζεται ὁ λαός μας. Γι᾽ αὐτὸ οἱ κληρικοί, ὅπως ὁ Κύριος, πρέπει νὰ διδάσκουμε.  Διδασκαλία πρῶτα - πρῶτα στοὺς ναούς. Ἂν τὴν ὥρα αὐτὴ κατέβαινε ἕνας ἄγγελος κ᾽ ἔκανε ἐπιθεώρησι, πόσους ναοὺς θὰ ἔβρισκε νὰ ἔχουν κήρυγμα; Στὶς περισσότερες ἐκκλη- σίες διδασκαλία δὲν ὑπάρχει.

 Διδασκαλία ἔπειτα στὰ σπίτια. Πατέρα καὶ μάνα, ἔχετε παιδιά; ἔχετε εὐθύνη. Χρέος σας δὲν εἶνε μόνο νὰ ταΐζετε μὲ φαγητό. Τὸ πρωί, μετὰ τὴν προσευχή, καλέστε τὰ παιδιά, καθίστε λίγα λεπτὰ καὶ ἀνοῖξτε τὸ Εὐαγγέλιο.

Τὸ κάνετε αὐτό; Ποιός πατέρας καὶ ποιά μάνα μόλις τὰ παιδιὰ σηκωθοῦν τὰ μαθαίνουν νὰ κάνουν προσευχή; Μὴν παραπονούμεθα ἔπειτα γιατὶ παραστρατοῦν. Γονεῖς, σπείρετε τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ. Θὰ πεθάνετε μιὰ μέρα, ἀλλ᾽ ἐὰν γονατίζατε μπροστὰ στὸ Χριστὸ καὶ διαβάζατε Εὐαγγέλιο, τὰ παιδιὰ δὲν θὰ σᾶς ξεχάσουν.

Διδασκαλία λοιπὸν στοὺς ναούς, στὰ σπίτια, στὰ σχολεῖα, στὸ στρατό, στοὺς σταθμούς, στὸν τύπο, στὰ ἐργαστήρια, στὴ δημόσια ζωή, στοὺς δρόμους, στὶς πλατεῖες, στὰ δικαστήρια, παντοῦ. Θὰ πῇ κάποιος· Νά, τὸ Εὐαγγέλιο ὑπάρχει στὰ δικαστήρια.

Ὤ δυστυχία! Τὸ Εὐαγγέλιο τὸ ἔχουμε ἐκεῖ ὄχι γιὰ νὰ τὸ διαβάζουμε ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸ παλαμίζουμε δίνοντας ψεύτικους ὅρκους. Κατὰ τὰ ἄλλα δικασταὶ καὶ δικηγόροι τὸ ἀγνοοῦν. Μόνο πρὸς ἐμπαιγμὸν ὑπάρχει ἐκεῖ τὸ ἅγιο Εὐαγγέλιο.

Δυστυχῶς σήμερα δὲν γίνεται διδασκαλία. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ποιό εἶνε; Πάρτε δυὸ σπίτια, ἕνα στὸ ὁποῖο διαβάζουν καὶ ἕνα στὸ ὁποῖο δὲν διαβάζουν Εὐαγγέλιο, καὶ συγκρίνετε. Πάρτε δυὸ ἐνορίες, μία στὴν ὁποία ὁ παπᾶς ξέρει μόνο νὰ μαζεύῃ τυχερὰ καὶ μία στὴν ὁποία ὁ παπᾶς πιστεύει καὶ διδάσκει, καὶ θὰ δῆτε τὴ διαφορά.

 Πάρτε μιὰ κοινωνία ὅπου δὲν ὑπάρχει Εὐαγγέλιο, καὶ θὰ δῆτε ἐγκλήματα, αὐτοκτονίες, κακίες· πάρτε καὶ μιὰ κοινωνία ὅπου βασιλεύει τὸ Εὐαγγέλιο, καὶ θὰ δῆτε ὅτι ἡ κοινωνία αὐτὴ θὰ γίνῃ κοινωνία ἀγγέλων.


* * *


 Τί εἶνε ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ διδασκαλία καὶ τὸ κήρυγμα; Εἶνε φῶς ποὺ διαλύει τὰ σκοτάδια, νερὸ ποὺ δροσίζει, μάννα ποὺ πέφτει ἀπὸ τὰ οὐράνια, δυναμίτης ποὺ τινάζει τὰ βράχια τῆς κακίας, ἐπανάστασι, ψωμὶ ποὺ τρέφει, νερὸ ἀθάνατο, γάλα ἄδολο.

Ἀδέρφια μου, γράψτε το. Ἔρχεται τρίτος παγκόσμιος πόλεμος, θύελλα ποὺ θὰ σαρώσῃ τὴν ἁμαρτωλὴ ἀνθρωπότητα! Ἀλλ᾽ ὅ,τι καὶ νὰ γίνῃ, ἐσεῖς κρατῆστε τὰ ῥήματα τοῦ Ναζωραίου! Πιστοὶ στὴν πατρίδα, στὴ θρησκεία, στὴν οἰκογένεια!

Κοντὰ στὸ Χριστὸ καὶ μόνο στὸ Χριστό. Ἔτσι θὰ βαδίσουμε ἐμπρός. Κι ὅταν ἔρθῃ τὸ τέλος θὰ ποῦμε κ᾽ ἐμεῖς «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42).


(†)ἐπίσκοποςΑὐγουστῖνος


Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Ἐλευθερίου ὁδ. Ἀχαρνῶν, Κάτω Πατήσια - Ἀθηνῶν, τὴν 27-9-1970. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 23-8-2013.

Ἁλιεία ψυχῶν

 «Μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν» (Λουκ. 5,10)

Κυριακὴ Α΄ Λουκᾶ (Λουκ. 5,1-11)


 † ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης


Οσοι, ἀγαπητοί μου, κατοικοῦμε στὴ γωνία αὐτὴ τῶν Βαλκανίων, ποὺ λούζεται ἀπὸ τὰ κύματα τῆς Μεσογείου, θὰ ἔχουμε δεῖ τὸ ὡραῖο θέαμα ποὺ παρουσιάζει ἡ ἁλιεία, τὸ ψάρεμα. Περιγραφὴ τῆς ἁλιείας ἔδωσε ὁ Ὅμηρος κι ἄλλοι ἀρχαῖοι ποιηταί.

 Ὅπως τότε ἔτσι καὶ σήμερα μικρὰ πλοῖα, οἱ τράτες, σχίζουν τὰ νερά, προχωροῦν στὸ βάθος, ῥίχνουν τὰ δίχτυα ἡμικυκλικά, καὶ με τὰ οἱ ψαρᾶδες κρατώντας τὶς δύο ἄκρες τῆς τράτας τὴ σέρνουν στὴν ἀκτή.


Πλησιάζει· τί ἆραγε νὰ φέρνῃ; ἡ περιέργεια ὅλων κορυφώνεται, τὰ παιδιὰ ἀνυπόμονα περιμένουν νὰ δοῦν. Ψαρᾶδες, χαρῆτε! τὸ δίχτυ εἶνε γεμᾶτο, ψάρια μικρὰ καὶ μεγάλα…

—Ἀλλὰ γιατί τὰ λέτε αὐτά; θὰ ρωτήσετε· μάθημα ἁλιευτικῆς θέλετε νὰ παραδώσετε;

Ὄχι. Γιὰ ἁλιεῖς μιλάει ἡ Γραφὴ καὶ μιὰ θαυμαστὴ ἁλιεία περιγράφει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο.

Στὴ λίμνη ἔρριχναν ὅλη νύχτα τὰ δίχτυα τους ὁ Πέτρος κι ὁ Ἀνδρέας, ὁ Ἰωάννης κι ὁ Ἰάκωβος. Ἀλλ᾿ ὅλοι οἱ κόποι τους ἔμειναν ἄκαρποι. Οὔτε λέπι στὰ δίχτυα. Δὲν θὰ πᾶνε σήμερα νὰ πουλήσουν, καὶ πῶς θὰ ζήσουν οἱ οἰκογένειές τους;

Ἐνῷ ἁπλωνόταν κάποια μελαγχολία, ξαφνικὰ ἔρχεται νὰ σκορπίσῃ αἰσιοδοξία καὶ χαρὰ ὁ ἥλιος, ὁ πνευματικὸς ἥ λιος τῆς ἀνθρωπότητος, ὁ Χριστός. Ἀρέσκε ται νὰ συναναστρέφεται ἐργατικοὺς ἀνθρώπους.

Ὁ πρῶτος Ἐργάτης ἔρχεται στοὺς ἐργάτες. Καὶ τὸ πρῶτο ἔργο ποὺ θὰ κάνῃ ἀνάμεσά τους εἶνε ἡ διδασκαλία. Ἀλλὰ ποῦ νὰ σταθῇ γιὰ νὰ διδάξῃ; Οὔτε συναγωγὴ οὔτε κάποια αἴθουσα ὑπάρχει ἐκεῖ.

Ὁ Ἰησοῦς ἀνεβαίνει σ᾽ ἕνα πλοιάριο, τοῦ Πέτρου, κάνει τὴν πρύμη ἄμ βωνα, κι ἀπὸ ᾽κεῖ διδάσκει τὰ πλήθη, ποὺ ἔχουν μαζευτῆ στὴν ἀκτή. Ὅταν τελείωσε, θέλοντας νὰ δώσῃ τὴν εἰκόνα μιᾶς μεγάλης ἀλήθειας, λέει στὸν Πέτρο νὰ ὁδηγήσῃ τὸ σκάφος στ᾽ ἀνοιχτὰ καὶ νὰ ῥίξῃ πάλι τὰ δίχτυα.

Ὁ Πέτρος στὴν ἀρχὴ προβάλλει ἀντιρρήσεις· τέ λος πει θαρχεῖ, ἐκτελεῖ τὸ λόγο του. Καὶ τὸ θαῦμα συντελεῖται.

Ὅ,τι δὲν κατώρθωσαν κόποι μιᾶς ὁ λόκληρης νύχτας, τὸ πέτυχε ἕνας λόγος τοῦ Κυρίου. Τὰ δίχτυα γεμίζουν, σχίζονται ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ψαριῶν, καὶ δύο ἁλιευτικὰ πλοιάρια κινδυνεύουν νὰ βυθιστοῦν.

Οἱ ψαρᾶδες, παλαίμαχοι στὴ θάλασσα, μένουν κατάπληκτοι μπρὸς στὴν πρωτοφανῆ αὐ τὴ ἁλιεία. Καὶ τότε ὁ Ἰησοῦς, ὁ μεγάλος Ψαρᾶς, λέει στὸν Πέτρο· «Μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀν θρώπους ἔσῃ ζωγρῶν» (Λουκ. 5,10), ἀπὸ τώρα δηλα δὴ θὰ πιάνῃς ἀνθρώπους· Πέτρε· αὐτὸ ποὺ εἶδες καὶ μένεις κατάπληκτος εἶνε μικρὸ ἐμπρὸς σ᾽ ἕνα ἄλλο τεράστιο θαῦμα, ποὺ θὰ συμβῇ με τὰ ἀπὸ λίγο.

Ἄλλου εἴδους δίχτυ θ᾿ ἁπλωθῇ. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ σκέπτον ται καὶ πολιτεύον ται μακριὰ ἀπ᾽ τὸ Θεό, μέσα σὲ πέλαγος παθῶν, καὶ μένουν ἀσύλληπτοι, θὰ πιαστοῦν στὰ δίχτυα τῆς ἀ γάπης τοῦ Θεοῦ.

Στὶς ἡμέρες σου, Πέτρε, θὰ πραγματοποιηθῇ ἀρχαία προφητεία· «Ἀποστέλλω τοὺς ἁλιεῖς… καὶ ἁλιεύσου σιν αὐτούς» (Ἰερ. 16,16). Ἕ νας ἀπ᾽ τοὺς ἁλιεῖς αὐ τοὺς θά ᾽σαι κ᾽ ἐσύ, Πέτρε. Χαῖρε λοιπόν, «ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν».


* * *

Στὴν Ἑλλάδα τὸ 450 περίπου π.Χ. ἐμφανίστηκε ὁ Σωκράτης. Ἐνῷ οἱ Ἀθηναῖοι ζοῦσαν στὴν εἰδωλολατρία, τὴν ἄγνοια τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἑαυτοῦ τους, αὐτὸς κατώρθωσε ἀπὸ τὸν σκοτεινὸ αὐτὸ βυθὸ ν᾽ ἀνεβῇ πρὸς τὰ ἐπάνω, νὰ δῇ μερικὲς ἀκτῖ νες φωτὸς καί, ὅπως μερικὰ ψάρια πλησιάζοντας ἀπ᾽ τὸ βυθὸ στὴν ἐπιφάνεια πηδοῦν γιὰ λίγο ἔξω ἀπ᾽ τὸ νερὸ καὶ βλέπουν τὸν κόσμο πάνω ἀπ᾽ τὴ θάλασσα, ἔτσι κι αὐτὸς ὑψώθηκε σὲ μιὰ ἀνώτερη ἀντίληψι ζωῆς καὶ εἶδε τὸν κόσμο τῶν «ἰδεῶν», τὸν κόσμο τοῦ πνεύματος.

Ἀπ᾽ τὸ λίγο ἐκεῖνο, ποὺ εἶδε, μαγεύτηκε κι ἀπὸ τότε ζητοῦσε νὰ ἑλκύσῃ σ᾽ αὐτὸ καὶ ἄλλους.

Σκοπό του ἔταξε νὰ διδάξῃ μικροὺς - μεγάλους τὸ δυσκολώτερο μάθημα, τὸ «γνῶθι σαυτόν».

Σ᾽ αὐτὸ ἀφωσιώθηκε.

Ἀπ᾽ τὸ πρωὶ ὣς τὸ βράδυ ἔρριχνε τὰ δίχτυα του, προσπαθοῦσε νὰ προσε- ταιρισθῇ ὀπαδούς, ἰδίως νέ ους. Χρόνια, δεκαε- τίες, δούλεψε. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα; Ὅ,τι καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἁλιείας τῶν μαθητῶν στὴν Τιβεριάδα χωρὶς τὸν Ἰησοῦ. «Ἐπιστάτα, δι᾿ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες οὐ δὲν ἐλάβομεν» (Λουκ. 5,5), θὰ μποροῦσε νὰ ἐπαναλάβῃ κι ὁ Σωκράτης, ποὺ δὲν μπόρεσε νὰ μεταβάλῃ ἠθικὰ ὄχι μία ἤπειρο, ὄχι μία πόλι, ἀλλ᾿ οὔτε τοὺς κατοίκους τῆς συνοικίας του.

Ἄκαρπη ἡ φιλοσοφία. Ὅμως τί βλέπω! Σωκράτη κ᾽ ἐσεῖς οἱ ἄλλοι ἀρχαῖοι φιλόσοφοι, ξυπνῆστε ἀπὸ τοὺς τάφους, στραφῆτε πρὸς ἀνατολὰς καὶ ἰδέστε!

Κάποιος μιλάει. Φλόγες πετάει ἡ γλῶσσα του, χρυσάφι τρέχει ἀπ᾽ τὰ χείλη του. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα; Τὴν ἴδια μέρα τρεῖς χιλιάδες ψυχές, ποὺ ἀκοῦνε, ἀποφασίζουν ν᾿ ἀλλάξουν τρόπο ζωῆς!

Ποιός εἶν᾽ αὐτός; Δὲν φοίτησε στὶς σχολές σας, δὲν ἔμαθε φιλοσοφία, δὲν ἄκουσε Περικλῆ Δημοσθένη Κικέρωνα, δὲν φοράει φιλοσοφικὸ τρίβωνα.

Ἕνας ἄνθρωπος τοῦ λαοῦ εἶνε. Μέχρι χθὲς ἔρριχνε τὰ δίχτυα του στὴ λίμνη, ζοῦσε τὴ ζωὴ τῶν ταπεινῶν. Ἐσεῖς οἱ ὑπερήφανοι σοφοὶ δὲν θὰ τὸν δεχόσασταν οὔτε στὸ προαύλιο τῶν ἀκαδημιῶν σας. Ἀλλὰ τώρα μὲ τὸ λόγο του πείθει κόσμο. Ἕνας ψαρᾶς σαγηνεύει. Καὶ εἶνε, παρακαλῶ, ὁ πρῶτος λόγος ποὺ ἐκφωνεῖ.

Θὰ συνεχίσῃ. Θὰ κηρύξῃ καὶ ἀλλοῦ, θὰ φτάσῃ μέχρι τὴ Ῥώμη, καὶ στὰ δίχτυα του θὰ πιάνῃ συνεχῶς νέες ψυχές. Ἡ φωνή του θὰ καλῇ ἀπ᾽ τὸ βυθὸ τῆς πλάνης καὶ ἁμαρτίας· «Σώθητε ἀπὸ τῆς γενεᾶς τῆς σκολιᾶς ταύτης»(Πράξ. 2,40).

Ὁ θαυμαστὸς αὐ τὸς ψα - ρᾶς εἶνε ἐκεῖνος στὸν ὁποῖο ἕνα πρωὶ ὁ Χριστὸς εἶπε «Ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν». Πῶς ἐξηγεῖται αὐτὴ ἡ δύναμις; Ποιός τοῦ δίδαξε πῶς νὰ σῴζῃ ψυχές; Ἡ τέχνη αὐτὴ δὲν εἶνε ἀνθρώπινη, δὲν διδάσκεται σὲ σχολὲς τῆς Εὐρώπης μὲ ποιμαντικὲς ψυχολογίες.

Ἡ τέχνη αὐτὴ κατὰ Γρηγόριον τὸν Θεολόγο εἶνε «τέχνη τεχνῶν καὶ ἐπιστήμη ἐπιστημῶν».

Εἶνε ἐκ τῶν ἄνω, ἀπὸ τὸ ἅγιο Πνεῦμα. «Ἐκχεῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός μου ἐπὶ πᾶσαν σάρκα, καὶ προφητεύσουσιν οἱ υἱοὶ ὑμῶν καὶ αἱ θυγατέρες ὑμῶν, καὶ οἱ νεανίσκοι ὑμῶν ὁ ράσεις ὄψονται» (Ἰωὴλ 2,28 = Πράξ. 2,17).

Μὲ τὴν ὑπερφυσικὴ αὐτὴ βοήθεια ὁ Πέτρος καὶ οἱ ἄλλοι ψαρᾶδες τῆς Γαλιλαίας κατώρθωσαν νὰ ἑλκύσουν στὸ Χριστὸ λαοὺς καὶ ἔθνη, ν᾽ ἀλλάξουν τὴ γῆ.

Ἦταν τέτοια ἡ ἀλλαγή, ὥστε καυχώμενος ἐν Κυρίῳ ὁ Παῦλος ἐρωτᾷ· «Ποῦ σοφός; ποῦ γραμματεύς; ποῦ συζητη τὴς τοῦ αἰῶνος τούτου; Οὐχὶ ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου;» (Α΄ Κορ. 1, 20).

* * *

Ἡ δύναμις αὐτὴ δὲν ἔπαυσε νὰ ἐνεργῇ μέσα στὴν ἱστορία. Θέλετε νεώτερο παράδειγμα; Τί ἦταν ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός; Ἕνας ἁπλὸς ἱερομόναχος. Ἀλλ᾿ εἶχε μαθητεύσει στὴ σχολὴ τῆς Γαλιλαίας. Βγῆκε ἀπ᾽ τὸ Ἅγιο Ὄρος, περιώδευσε τὴ Μακεδονία καὶ τὴν Ἤπειρο, ἔφθασε μέχρι Βεράτι καὶ Αὐλῶνα, κήρυξε τὰ μεγαλεῖα τοῦ Χριστοῦ.

Πόσα θαύματα δὲν ἔκανε, πόσες προφητεῖες δὲν εἶπε, πόσες ψυχὲς δὲν ἔσωσε! Καὶ ὄχι μόνο τότε ἀλλὰ καὶ μετὰ θάνατον ἐξακολουθεῖ νὰ ἐμπνέῃ καὶ νὰ διδάσκῃ τὸ λαό μας. «Ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν». Τὰ δίχτυα τοῦ Χριστοῦ ἐξακολουθοῦν καὶ σήμερα νὰ θαυματουργοῦν!

Σὲ κάθε σημεῖο τῆς ὑφηλίου, παντοῦ, θὰ συναντήσετε ψυχές, ἄντρες καὶ γυναῖκες, ποὺ συνεχίζουν τα πεινὰ καὶ ἀθόρυβα τὸ ἔργο τῶν ἀποστόλων τοῦ Χριστοῦ. Ποιός νὰ διηγηθῇ τὰ κατορθώματά τους;


Κατηχητικὲς σχολές, ὀρφανοτροφεῖα, ὑγειονομικοὶ σταθμοί, λεπροκομεῖα, ποικίλα ἄλλα ἄσυλα, πρὸ παντὸς ὅμως ψυχὲς ποὺ βλέπουν τὸ φῶς τῆς ἀληθείας, νά οἱ καρποὶ τῆς πνευματικῆς ἁλιείας τους.

Θάμβος μᾶς πιάνει «ἐπὶ τῇ ἄγρᾳ τῶν ἰχθύων» ποὺ συλλαμβάνουν.

* * *

Ἡ πατρίδα μας, ἀγαπητοί μου, δὲν εἶνε σὰν τὴ Νεκρὰ Θάλασσα· ὑπῆρξε ὁ ἐκλεκτὸς ἁλιευτικὸς χῶρος τοῦ Χριστοῦ. Ἐδῶ ἔρριξαν τὰ δίχτυα τους οἱ πρῶτοι κήρυκες τοῦ εὐαγγελίου, ὁ ἀπόστολος Παῦλος καὶ οἱ συνεργοί του, καὶ εἶχαν ἐπιτυχίες, ἔπιασαν μεγάλες ψυχές.

Στὰ νεώτερα ὅμως χρόνια περνάει τρικυμία· φύσηξαν ἄνεμοι, ἔγιναν τὰ ἄνω κάτω, τὰ καθαρὰ νερά της θόλωσαν. Καὶ στὰ θολὰ νερὰ βρίσκει εὐκαιρία ὁ Ἑωσφόρος γιὰ πειρατεία· ῥίχνει τὰ δικά του δίχτυα καὶ πιάνει ψυχές.

Ὁ Χριστὸς ὅμως, ὁ μυστικὸς Ἰχθὺς ἀλλὰ καὶ μέγας Ἁλιεύς, παραγγέλλει στὸν καθένα ποὺ ἀνέλαβε νὰ συνεχίσῃ τὸ θεῖο του ἔργο· «Ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος καὶ χαλάσατε τὰ δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν» (Λουκ. 5,4).

Τὸ λέει κυρίως στοὺς ὀρθοδόξους ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς· Ἁλιεῖς τῶν ψυχῶν, τί κάθεστε ἀργοί; Σὲ ἐνορίες, στρατῶνες, σχολεῖα, ὀρφανο τροφεῖα, ἐργοστάσια, νοσοκομεῖα, φυλακές, παντοῦ, ῥῖξτε πάλι τὸ δίχτυ, χρησιμοποιῆστε τὰ ἅγια δολώματα, τὰ εἴδη τῆς ποιμαντικῆς· καὶ θὰ δῆτε, ὅτι μὲ ἐπίμονη συστηματικὴ ἐργασία ὑπὸ τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου, οἱ ναοί, τὰ εὐλογημένα αὐτὰ ἁλιευτικὰ πλοιάρια, θὰ πλημμυρήσουν ψυχές, καὶ θάμβος θὰ καταλάβῃ τὴν οἰκουμένη, διότι μέσα ἀπὸ τὰ κύματα τῆς Μεσογείου θὰ ἀναδύεται καὶ πάλι μία νέα χριστιανικὴ Ἑλλάδα, περιβεβλημένη τὴ δόξα τοῦ μαρτυρίου καὶ τῆς ἀρετῆς.


(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος


῾Ραδιοφωνικὴ ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὴν καθαρεύουσα ἀπὸ τὸν σταθμὸ τῆς Λαρίσσης τὸ 1949. Μεταγλώττισις καὶ σύντμησις 19-8-2012.

Μάταιοι κόποι!

 «Ἐπιστάτα, δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες, οὐδὲν ἐλάβομεν· ἐπὶ δὲ τῷ ρήματί σου χαλάσω τό δίκτυον».

 Κυριακή Α΄Λουκᾶ (Λουκ. ε΄  1-11)


(†) ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου Μητροπολίτου Νικαίας


Ἦτο δραματικὴ ἡ νύχτα ἐκείνη, ποὺ ἐπέρασν οἱ μετέπειτα μαθηταὶ καὶ ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ, ἀγαπητὲ ἀναγνῶστα. Δὲν ἦσαν πρωτόπειροι. Χρόνια τώρα τοὺς εἶχε χτυπήσει ἡ ἅλμη τῆς θαλάσσης.  Εἶχαν ζυμωθῆ πιὰ μὲ τὸ ψάρεμα.

Ὅλη, λοιπόν, τὴ νύχτα ἠγρύπνησαν, πάλεψαν. Ἀποτυχία!  Δὲν ἔπιασαν οὔτε ἕνα ψάρι. Ξημέρωσε πλέον.

 Κατάκοποι καὶ πικραμένοι εἶχαν βγάλει τὰ δίκτυα στὴν ἀκρογιαλιά καὶ τὰ ἔπλυναν. Ἔρχεται αἴφνης ὁ Χριστός. Τοὺς παρακαλεῖ νὰ τοῦ προσφέρουν γιὰ λίγο τὸ πλοιάριο.  Θέλει νὰ τὸ κάμῃ ἄμβωνα.

Ὁ κόσμος περιμένει μὲ δίψαν τὸ κήρυγμα.


Ἡ ὁμιλία ἔγινε. Ὁ  Μέγας Ἁλιεὺς τοῦ κόσμου ἔρριψε τὰ πνευματικὰ του δίκτυα εἰς τὴν ἀνθρωπίνην ἐκείνην θάλασσαν.

Πολλὲς ψυχὲς εἱλκύσθησαν πάλιν εἰς τὴν σωτηρίαν....

Καὶ ἤδη ἀπευθύνεται πρὸς τὸν Σίμωνα, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνῆκε καὶ τὸ πλοῖον, καὶ τοῦ λέγει: «Τραβῆξτε τὸ πλοῖον πρὸς τὸ βάθος καὶ ρίξτε ἐκ νέου τὰ δίκτυα γιὰ ψάρεμα».

Μάταιος κόπος, σκέπτονται οἱ θαλασσοδαρμένοι ψαράδες.  Τελείως ἀκατάλληλες οἱ συνθῆκες.  Τὴν ἡμέρα δὲν ψαρεύουν. Ὕστερα τὰ νερὰ ἐδῶ δὲν εἶναι γι’ αὐτὴ τὴ δουλειά. Δὲν ὑπάρχουν σ’ αὐτὸ τὸ μέρος ψάρια. Ὅμως ἡ προσταγὴ τοῦ Κυρίου ἔχει κάποιο ἰδιαίτερο τόνο. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθοῦν.

Διδάσκαλε, ὅλην τὴν νύκτα ἐκοπιάσαμεν ρίπτοντας τὰ δίκτυα καὶ δὲν ἐπιάσαμε τίποτε. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ διατάσσεις, θὰ ρίψω τὸ  δίκτυον».   Καὶ τὸ ἔκαμε. Σὲ λίγο  τὰ ψάρια ποὺ ἔπιασαν ἦσαν τόσον πολλὰ, ὥστε ἄρχισεν ἀπὸ τὸ βάρος νὰ σχίζεται τὸ δίκτυον. Δυὸ πλοῖα ἐγέμισαν τελείως ἀπὸ ψάρια.  Κατάπληξις!  Καὶ δέος!

Εὔκολα ἀναπηδᾷ, ἀγαπητέ, ἀπὸ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἕνα σοβαρώτατο δίδαγμα. Ὅτι: Χωρὶς τὸν Χριστὸν ὅλες οἱ προσπάθεις εἶναι μάταιες καὶ ἄκαρπες. Ἡ πλήρης ἐπιτυχία εὑρίσκεται μόνον, ὅταν γίνεται μὲ τὴν εὐλογίαν τοῦ Θεοῦ.


Ἀγῶνες , ἀγωνίες καὶ ἀγονία.


Θάλασσα ἡ ζωή.  Καὶ ὁ ἄνθρωπος τρέχει μὲ τὴ βάρκα τῶν ὀνείρων του, ζητῶντας τὴν εὐτυχία, τὴν χαρά. Ὅλοι μας ψαράδες ἀπὸ τὰ παιδικά μας χρόνια. Πόσοι ὅμως βλέπουν μὲ πικρίαν νὰ περνοῦν τὰ χρόνια τῆς ζωῆς των, νὰ κυλοῦν τὰ γεγονότα, καὶ τὰ δίκτυα τῆς εὐτυχίας των νὰ εἶναι ἀδειανά!  Πόσοι, ἀλήθεια!  Ἡ ἑρμηνεία εἶναι, ὅτι συνήθως ἀγωνίζονται στὴ ζωή των μοναχοί. Χωρὶς τὸν Θεόν. Ὅπως οἱ ψαράδες τῆς Γεννησαρέτ.  Καὶ δοκιμάζουν στοὺς ἀγῶνές των ἄπειρες ἀγωνίες.  Καὶ γίνονται τελικὰ ἄγονοι αὐτοὶ των οἱ ἀγῶνες.


1.Στὴν περίπτωσι τοῦ ἀτόμου.


Ξεκινάει ὁ καθένας μὲ ὁραματισμοὺς καὶ σχέδια. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ πορεία δὲν εἶναι καθόλου εὔκολη.  Θὰ ὀρθωθοῦν σὲ λίγο οἱ ἀναποδιές, τὰ ἀτυχήματα μὲ τὰ ἀπρόβλεπτα χτυπήματα.  Σπάζει τὸ θάρρος ἡ θύελλα αὐτή.  Θολώνει τὴ σκέψι. Λυγίζει τὰ γόνατα. Ποῦ νὰ βρῇ τώρα τὴ δύναμι νὰ προχωρήσῃ; Ποιὸς θὰ τοῦ πῇ: «Στάσου ὀθρός! Εἶμαι κι’ ἐγὼ κοντά σου!» Εἶναι, βλέπετε, μόνος.  Δὲν θέλησε τὸν Θεὸν συμπαραστάτην. Ἐρείπια συνήθως τὰ σχέδια του.  Νυχτωμένος τραγουδιστὴς μιᾶς ἐλπίδος, ποὺ ἔσβησε.  Νὰ ἡ εἰκόνα τοῦ χθεσινοῦ ὀραματισμοῦ.

Κι’ ἄν νικήσῃ αὐτὰ τὰ ἐμπόδια, ἔρχονται ἄλλα. Ἀπὸ τοὺς γύρω. Ἀπ’ ἐκείνους ποὺ ἔχουν συμφέρον ἀντίθετο ἀπὸ τὸ ἰδικόν του. Εἶναι πολλοὶ ποὺ δὲν θέλουν τὸ καλό του. Πολλοί.  Καὶ θὰ κάνουν τὸ πᾶν, γιὰ νὰ παρεμποδίσουν τὸ ἔργο του.  Εἰρωνεῖες καὶ πειράγματα καὶ δυσμενὴ σχόλια καὶ χολές.  Δὲν ἔφθασαν αὐτά; Ἐν συνεχείᾳ θὰ ἀρχίσῃ φανερὴ ἀντίδρασις καὶ συκοφαντία καὶ μαχαιριὲς στὴν καρδιά.... Με σύστημα.  Μὲ πρόγραμμα μελετημένο.  Μέχρις ὅτου τὸν παραμερίσουν.

Τοῦ ἐχρειάζετο μιὰ ἀσπίδα.  Δὲν τὴν ἠθέλησε. Ὁ Θεός, «ὁ βοηθὸς καὶ ὁ σωτήρ», ἀπουσιάζει.  Μόνος του ἔτσι ὁ ἀγωνιστής...

Καὶ ἄν κι αὐτὰ τὰ ὑπερπηδήσῃ, ὑψώνεται στὴ συνέχεια ἡ ἁμαρτία, μὲ τὸ γοητευτικὸ της προσωπεῖο, μὲ τὸ πλάνο τραγούδι της.  Εἶναι ρουφήχτρα ἡ ἁμαρτία.  Σκύλλα καὶ Χάρυβδις.  Ἕρχεται μὲ γλυκὸ τρόπο.  Μὲ μαεστρία. Ἀρχίζει ἀπὸ ἁπλὲς ὑποχωρήσεις· προχωρεῖ σὲ ἐνόχους συμβιβασμούς· καταλήγει ἀργότερα σὲ πλήρη ὑποταγὴ τοῦ ὀχυροῦ τῆς ψυχῆς. Ξέφτισμα γενικό.  Ψυχικὸ κουρέλιασμα.  Σκλαβιὰ τῶν αἰσθημάτων καὶ τῶν πόθων.  Διαστροφὴ τῶν σκιρτημάτων.  Κόβεται τότε καὶ ἡ ὄρεξις διὰ τὴν ἐργασίαν·  σπάζει ὁ ἐνθουσιασμὸς διὰ τὴν σπουδὴν· ἐγκαταλείπονται τὰ μεγάλα σχέδια.  Κλείνουν οἱ δρόμοι διὰ τὴν κορυφήν. Σκαλώνει στὰ χαμηλὰ ὁ ἑαυτός πλέον.  Δὲν ἀντέχει γιὰ πέταγμα.  Πόσοι νέοι καὶ νέαι μὲ ἱκανότητες καὶ ὄνειρα ἔμειναν στὸ δρόμο!

Στὸ βωμὸ τῆς ἁμαρτίας τὰ ἐθυσίασαν ὅλα. ΟΛΑ!

Καὶ ἦταν φυσικό.  Διότι ὁ ἄνθρωπος δὲ ἔχει τὸν Θεὸν μαζί του, τὴν «βακτηρία» καὶ δυσκολεύεται πάλιν νὰ συντρίψῃ τὸ κακό.  Σκεφθῆτε τί θά γίνῃ χωρὶς αὐτὴν τὴν βοήθεια, ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὸν οὐρανό.  Ἡ βάρκα του θὰ στριφογυρίζῃ διαρκῶς στὰ ἀφρισμένα κύματα, μὲ τὴν ἀπειλὴ τοῦ ναυαγίου. Καὶ τὸ δίχτυ τῶν ἐλπίδων.... γιὰ πάντα ἀδειανό.

Νὰ τὸ κατάντημα τοῦ ἀτόμου χωρὶς Θεόν!  Τὸ ἔχει βεβαιώσει ἄλλως τε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: «Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰωάν. ιε΄5).

Ἀλήθεια ούδέν!


2.Ἄκαρποι οἱ ἀγῶνες καὶ στὴν οἰκογένεια.


Θλιβερὰ ἡ διαπίστωσις αὐτή.  Καὶ ὅμως ἀληθινή.  Θέλετε νὰ πάρωμε μιὰ οἰκογένεια, ποὺ χτίστηκε μὲ ὅλες τὶς ἐλπιδοφόρες κοσμικὲς προϋποθέσεις; Ἔχει χρῆμα, θέσιν κοινωνικήν, ὄνομα, ἀνέσεις, νεότητα, ὄνειρα.... Δὲν ἔχει ὅμως Θεόν.  Δὲν εἶναι ὑπερβολὴ αὐτό, ποὺ θὰ γραφῇ.  Δὲν εἶναι.  Αὐτὸ τὸ σπίτι ὁμοιάζει μὲ οἰκοδόμημα, ποὺ ἔχει στὸ ὑπόγειό του δοχεῖα βενζίνης.  Δὲν χρειάζεται παρὰ ἕνα σπινθὴρ γιὰ νὰ γίνῃ τὸ μεγάλο κακό.... Ἡ ἀνατίναξις!  Γρήγορα θὰ ἔλθουν τὰ πείσματα, οἱ ἐγωϊσμοί, αἱ μικρότητες, οἱ θυμοί, ποὺ θὰ κρατοῦν τὸ στόμα κλεισμένο ἡμέρα ἤ καὶ ἡμέρες ἀκόμη.  Μία σύγκρουσις σήμερα, ἄλλη μεθαύριο, τρίτη ἀργότερα.  Σιγὰ -σιγὰ αὐτὰ ἀνοίγουν τρύπες στὰ δοχεῖα βενζίνης.  Καὶ ἡ βενζίνη χύνεται στὸ πάτωμα.... Καὶ ἕνα πρωΐ ὁ σπινθήρ, τὸ δυστύχημα.... Δικηγόρος, χαρτιά, «ἐπειδή», «διὰ ταῦτα»... δικαστήρια, ἀπόφασις. «Ἀσυμβίβαστον χαρακτήρων»... Διάλυσις... Πόσα τέτοια γεγονότα ἐξ αἰτίας τῆς ἀπουσίας τοῦ Θεοῦ!

Θὰ ἔλθουν κατόπιν καὶ ἀτυχήματα. Ἀρρώστεις, φτώχεια,, ἀπρόβλεπτα.  Θὰ ἀρχίσῃ ἡ γκρίνια, οἱ σκηνές, ποὺ θὰ φθάνουν σὲ ἐνέργειες βίαιες.  Θὰ τὸ ρίξῃ στὸ κρασὶ ὁ σύζυγος, στὸ ξενύχτι. Ἡ σύζυγος θὰ μαραζώσῃ. Τὰ δοχεῖα βενζίνης πάλι τρυπημένα... Πόσα δὲν βλέπει ἡ γενεά μας σήμερα!

Ποῦ νὰ ἀκουμπίσῃ ὁ ἄνδρας; Ποῦ νὰ στηριχθῇ ἡ γυναίκα; Ἔσπασαν μόνοι των τὸ δέντρο, ποὺ τοὺς ἔδινε καὶ γλυκὺ καρπὸ καὶ δροσερὴ σκιὰ καὶ στήριγμα.  Τὸ ἔσπασαν... Φοβερόν!

Καὶ γιὰ νὰ μὴν εἴμεθα μύωπες, εἰς μίαν οἰκογένειαν χωρὶς Θεόν, δὲν θὰ βραδύνουν νὰ ἐμφανισθοῦν εἰς τὸν δρόμον της καὶ τὰ ἀγκάθια τῶν παρεκτροπῶν, ποὺ ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν, τὴν ἠθικήν, τὸν οἰκογενειακὸν ὅρκον.... Δίοτι, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ μέσα εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ἀνθρώπου, ποιὰ δύναμις θὰ συγκρατήσῃ τὴν ὁρμήν, ποιός φραγμὸς θὰ ἀνακόψῃ τὴν κλίσιν ποὺ ὁδηγεῖ πρὸς τὴν παράβασιν, πρὸς τὴν φθοράν, πρὸς τὴν ἀτιμίαν; Ποιὰ δύναμις;

Καὶ ἔτσι δὲν θὰ ἀργήσουν νὰ ἐκδηλωθοῦν αἱ τρομεραὶ συνέπειαι, ποὺ ἄν δὲν καταλήξουν εἰς τὸ φέρετρον καὶ τὴν φυλακήν, θὰ φθάσουν ὁπωσδήποτε εἰς τὴν χρεωκοπίαν τῆς οἰκογενείας. Νὰ πῶς μένῃ ἀδειανὸ τὸ δίχτυ τῆς οἰκογενείας ἀπὸ ψάρια, ἀπὸ εὐτυχίαν!  Ἔρχεται ὁ καρχαρίας τῶν ἀτυχιῶν, τῶν δυνάμεων τοῦ σκότους, τῆς ἁμαρτίας καὶ σχίζει, καὶ διαλύει τὸ δίχτυ.... Ἤ, ἄλλοτε, τὸ δίχτυ εἶναι γεμᾶτο. Ἀπὸ φίδια ὅμως... ποὺ σκορποῦν τὸν θάνατον. Τὸν θάνατον εἰς τοὺς συζύγους· τὸν θάνατον εἰς τὰ παιδιά...  Κυρίως εἰς τὰ παιδιά. Πῶς νὰ μὴ θυμηθοῦμε τώρα τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ. «Ἐὰν μὴ Κύριος οἰκοδομήσει οἶκον, εἰς μάτην ἐκοπίασαν οἱ οἰκοδομοῦντες» (Ψαλμὸς 126, 1). Εἱς μάτην, ναί, χωρὶς Θεόν!


3.Μάταιες οἱ προσπάθειες καὶ στὴν κοινωνία.


Μοιραίως ἔτσι θὰ προχωρήσῃ τὸ κακὸ στὴν κοινωνία.  Μιὰ κοινωνία χωρὶς Θεόν, χωρὶς σεβασμὸν εἰς τὸν κόσμον Του, εἶναι μία ζούγκλα, μία ὁμάδα θηρίων.  Καὶ αἱ ἐκδηλώσεις αὐτῆς τῆς καταστάσεως θὰ γίνουν ἔντονα ἀντιληπταί. Ἀδικίαι καὶ καταπάτησις πάσης ἀρχῆς τιμιότητος. Δολιότης καὶ ἀνειλικρίνεια.  Καταπιέσεις τοῦ ἀδυνάτου· στραγγαλισμὸς τῆς φωνῆς τοῦ μικροῦ ἀνισχύρου· ἐξουθένωσις τοῦ περιφρονημένου ἀπὸ τὸν ἰσχυρὸν καὶ τὸν «καπάτσον».  Συντριβὴ τῆς κεφαλῆς τοῦ πιεζόμενου, ὅταν θελήσῃ νὰ διαμαρτυρυθῇ· ἐμπαιγμὸς τῶν ἀρχῶν τῆς δικαιοσύνης ἀπὸ τοῦς ἰσχυρούς, πολιτικῶς καὶ οἰκονομικῶς, θράσος καὶ πρόκλησις ἀπὸ μέρους τῶν εὐνοιοκρατῶν καὶ «κρατούντων».

Ὑποταγὴ τῶν ἀνισχύρων εἰς τοὺς ἰσχυρούς, ὅταν ἀνακύπτουν διεθνῆ σοβαρὰ θέματα. Ἐγκλήματα μεγάλης ἀκτῖνος εἰς τὸν παγκόσμιον στίβον χωρὶς ἐντροπήν, χωρὶς συνείδησιν.... Δὲν τελειώνει, ἀγαπητέ μου, ὁ κατάλογος τῶν παραβάσεων αὐτῶν...

Καὶ ἐνῷ θὰ ζητῇ ὁ κόσμος χαράν, θὰ τρυγάῃ πικρίες.  Καὶ τὸ δίχτυ πάλιν ἀδειανό, ἤ γεμᾶτο, ἀλλὰ τώρα μὲ νάρκες καὶ ἀκτῖνες θανάτου... Καὶ ἐφαρμόζεται ἔτσι καὶ ἐδῶ τοῦ ψαλμῳδοῦ ἡ βεβαίωσις. : «Οἱ μακρύνοντες ἑαυτοὺς ἀπὸ τοῦ Θεοῦ, ἀπολοῦνται» (Ψαλμ. 72,27). Καὶ ἐπειδὴ ἐκάμαμε διαπαλνητικὰ βλήματα καὶ δορυφόρους καὶ διαστημόπλοια, ἐπιστεύσαμεν, ἀνοήτως, ὅτι αὐτὸ ἦταν ὅλο. Ὅτι πᾶμε καλά. Αὐτὰ ὅμως δὲν εἶναι ψάρια.  Αὐτὰ εἶναι πνοὴ θανάτου... Τὸ δίχτυ μας ἐποθήσαμεν νὰ τὸ γεμίσωμε μὲ ψάρια, ὄχι μὲ θάνατον. Ἀλλ’ αὐτὰ τὰ δίνει μόνον ὁ Θεός.


4.Ἡ εὐλογία.


Τὸ δίχτυ τῶν μαθητῶν ἐγέμισε ψάρια. Ἐπῆγε νὰ σχισθῇ. Πότε ὅμως; Ὅταν ἦλθε στὸ πλοῖο ὁ Χριστός.

Νὰ τὸ μεγάλο μυστικόν.

Ἁπλοῦν εἶναι τώρα τὸ συμπέρασμα.  Δὲν τὸ ἔμαθαμε ὅμως ἀκόμη.  Δὲν τὸ ἐμάθαμε, δυστυχῶς!


Ἀγαπητοί,

Θὰ ἔχετε ἀκούσει ἴσως διὰ τὸ ναυάγιον τοῦ «Τιτανικοῦ», ποὺ συνέβη τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1912. Ἦταν τὸ μεγαλύτερον ὑπερωκεάνειον τῆς ἐποχῆς του, 47.000 τόννων.  Θαῦμα ναυπηγικῆς τέχνης.  Θὰ ἔκαμε τὸ πρῶτο του ταξίδι. Εὑρώπη-Ἀμερική.  Πανηγυρικὴ ἡ ἀναχώρησίς του. Ἕνα ὁμιλητὴς εἶπε μὲ ὑπερηφάνειαν: «Καμμία δύναμις δὲν ἠμπορεῖ νὰ κλονίσῃ καὶ νὰ ἀπειλήσῃ αὐτὸν τὸν γίγαντα... Εἶναι ἀήττητος». Ἡ ἑορτὴ ἐτελείωσε.  Σηκώνονται οἱ ἄγκυρες. Ὁ κολοσσός, ὑπερήφανος, διασχίζει τὰ ἤρεμα νερὰ τοῦ λιμανιοῦ. Ὁ κόσμος χαιρετᾷ τὸν θαλάσσιον γίγαντα, ποὺ ξεκινάει, χωρὶς ὅμως, δυστυχῶς, τὴν παρουσίαν τοῦ Θεοῦ.

Κρῖμα! Ὁ «Τιτανικὸς» δὲν ἐπέστρεψεν.  Εἰς τὴν πορείαν του κατὰ τὴν νύκτα συνήντησεν ἕνα φοβερὸ παγόβουνο. Ἔπεσεν ἐπάνω του. Ἡ συγκρουσις ἦτο τρομακτική.  Μετὰ 2 ὥρας καὶ 45΄ ὅλος ἐκεῖνος ὁ κολοσσὸς εἶχε χαθῆ μέσα στὰ κύματα. Ἀπὸ τοὺς 2224 ἐπιβάτας του ἐπνίγηκαν οἱ 1563...

Αὐτὸ παθαίνομεν καὶ ἡμεῖς.... Προχωροῦμε χωρὶς Θεόν. Ἡ ζωὴ εἶναι γεμάτη ἀπὸ παγόβουνα, ποὺ μᾶς χτυποῦν. Καί....βυθιζόμεθα.. Γύρω μας ἄπειρα ναυάγια.  Κατάρτια σπασμένα, πανιὰ σχισμένα, δίχτυα ἀδειανὰ καὶ κομματιασμένα... Θλιβεραὶ ἐπιβεβαιώσεις, ὅτι ὅλα πεθαίνουν, ὅταν λείπῃ ὁ Θεός! ....


Ἀδελφέ,

Δύο λεπτά. Θέλεις νὰ μὴ βυθιστοῦμε στὸ πέλαγος τῆς ζωῆς;

Θέλεις νὰ πᾶνε χαμένοι οἱ κόποι μας;

Θέλεις τὸ δίχτυ νἆναι γεμᾶτο;

Σταμάτησε. Ἐξήτασες καλά;

Εἶναι στὸ πλοῖο μας ὁ Θεός;





Ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου

Μητροπολίτου Νικαίας

Λύχνος τοῖς ποσί μου

Λόγοι εἰς τὰ Εὐαγγέλια τῶν Κυριακῶν

(σελ.137-142)

Ἐκδόσεις Β΄

Ἀποστολική διακονία

τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος