Τετάρτη 19 Αυγούστου 2026

Ο Αγιορείτης παπα-Γιώργης της Προβάτας

 Ο Αγιορείτης παπα-Γιώργης της Προβάτας (1910-1997), ο οποίος εκοιμήθη ανήμερα των Χριστουγέννων, υπήρξε ένας σύγχρονος Ομολογητής (εξορίστηκε ως Ζηλωτής) και περίφημος Πνευματικός, έχοντας μάλιστα προταθεί και για το αξίωμα της Αρχιερωσύνης, το οποίο αποποιήθηκε ως γνήσιος ταπεινόφρων. Εκκλησιολογικά ακολουθούσε την γραμμή των Πατέρων, όπως την εξέφρασε ο Άγιος πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος, δηλαδή μακράν των ακραίων ζηλωτικών τάσεων, που δυστυχώς έχουν πλέον επικρατήσει.Έγραφε χαρακτηριστικά:

"Ὅλοι μας οἱ Γ.Ο.Χ. διὰ τοὺς γνωστοὺς κανονικοὺς λόγους ἔχομεν ἀποχωρισθῆ ἀπὸ τοὺς κανονικοὺς Ἐπισκόπους ὄχι διὰ νὰ ἱδρύσωμεν νὲαν Ἐκκλησίαν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὰς εὐθύνας τῆς καινοτομίας καὶ νὰ ἀγωνισθῶμεν διὰ τὴν ἀναστύλωσιν τῆς Ὀρθοδοξίας" (Επιστολή στις 27-1-1964). 


Και σήμερα όμως όσοι εργάζονται για την αναστύλωση της Ορθοδοξίας και την ενότητα της διηρημένης Εκκλησίας της Ελλάδος, θεωρούνται ως "προδότες της πίστεως"...

«Τρεις εχθροί πολεμούν το ανθρώπινο γένος»

 «Γιατί τρεις εχθροί πολεμούν το ανθρώπινο γένος• οι δαίμονες, η ίδια η φύση μας και η συνήθεια. Εκτός απ’ αυτά άλλος πόλεμος δεν υπάρχει.

Αν λοιπόν αφαιρέσεις τον δαίμονα, που τυραννεί όλη την ανθρωπότητα, τότε θα είμαστε όλοι καλοί. Να σε ποιόν πρέπει να δώσεις το άδικο. Αυτόν να μισήσεις, να κατακρίνεις και μέχρι τέλους να τον έχεις εχθρό.


Ο άλλος εχθρός είπαμε ότι είναι η φύση, που, από τη στιγμή που ο άνθρωπος καταλάβει τον κόσμο, αυτή αντιτάσσεται στο νόμο του πνεύματος, και ζητεί ό,τι είναι για την απώλεια της ψυχής. Να και ο άλλος εχθρός, που είναι άξιος μίσους εφ’ όρου ζωής. Αυτόν πρέπει να κατακρίνεις, να κατηγορείς.


Έχουμε και τον τρίτο εχθρό, τη συνήθεια· συνηθίζοντας να πράττουμε κάθε είδος κακίας γίνεται σε μας έξη και γίνεται δεύτερη φύση και κατέχει ως νόμο την αμαρτία. Και απαιτείται αντίστοιχος αγώνας για να λάβουμε θείαν αλλοίωση και απαλλαγή. Να λοιπόν, και ο τρίτος εχθρός, που είναι άξιος μίσους τελείου.


Εάν θέλεις λοιπόν ο πλησίον σου να είναι σε όλα καλός, όπως σου αρέσει, αφαίρεσέ του τους τρεις αυτούς εχθρούς με τη χάρη που έχεις. Αυτό είναι το δίκαιο, αν ζητάς να το βρεις: Να κάνεις ευχή στο Θεό να τον απαλλάξει από αυτούς τους εχθρούς. Και τότε θα είσαστε σύμφωνοι.


Αν δε και ζητήσεις διαφορετικά να βρεις το δίκαιο, θα είσαι πάντοτε άδικος, και επομένως η χάρη είναι ανάγκη να πηγαίνει – να έρχεται, μέχρις ότου βρει ανάπαυση στη ψυχή σου. Διότι, τόση χάρη δικαιούται να έχει ο άνθρωπος, όσο πειρασμό ευχαρίστως υπομένει, όσο βάρος του πλησίον του αγογγύστως βαστάζει.


Λοιπόν τα προηγούμενα γράμματα που σου έστειλα περιείχαν την «πράξη». Αυτό που έγραψα τώρα περιέχει τον «φωτισμό». Από την πράξη λαμβάνει ο άνθρωπος φωτισμό γνώσεως. Διότι η πράξη είναι τυφλή και ο φωτισμός είναι οι οφθαλμοί, με τους οποίους βλέπει ο νους εκείνο που δεν το έβλεπε πρώτα.


Τώρα λοιπόν έχει λυχνάρι και μάτια και βλέπει αλλιώς τα πράγματα. Πρώτα ήταν η χάρις της πράξεως, άλλα τώρα έλαβε δεκαπλάσια χάρη. Τώρα έγινε ο νους ουρανός. Βλέπει μακριά. Έχει χωρητικότητα περισσότερη από την προηγούμενη. Τώρα του λείπει η θεωρία.»


(Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής «Έκφρασις Μοναχικής Εμπειρίας», Εκδ, Ι.Μ.Φιλοθέου, Άγ. Όρος-Αποσπάσματα σε Νεοελληνική Απόδοση)

Άγιοι Ευτυχιανός ο στρατιώτης και Στρατήγιος

 Οι Άγιοι Ευτυχιανός ο στρατιώτης και Στρατήγιος μαρτύρησαν δια πυρός.

Άγιοι Τιμόθεος, Αγάπιος και Θέκλα

 Οι Άγιοι Τιμόθεος, Αγάπιος και Θέκλα, μαρτύρησαν στην Γάζα που ήταν αρχαία πόλη της Χαναάν.


Στην πόλη αυτή, από τα πρώτα χρόνια του χριστιανισμού είχε ιδρυθεί εκκλησία, την οποία συνεχώς πολεμούσαν οι ειδωλολάτρες. Αλλά όσο την πολεμούσαν, τόσο αυτή μεγάλωνε και όλο και πιο πολλοί γινόντουσαν χριστιανοί. Κατά καιρούς γινόντουσαν μεγάλοι διωγμοί εναντίον τους. Σε μία τέτοια εξέγερση, με εντολή του έπαρχου Ουρβανού, συνελήφθη ο Τιμόθεος. Αφού υπεβλήθη σε πολλά σκληρά και απάνθρωπα βασανιστήρια ρίχτηκε στη φωτιά όπου και μαρτύρησε.


Βλέποντας ο Αγάπιος και η Θέκλα το μαρτύριο του Τιμόθεου, είπαν ότι θέλουν να μαρτυρήσουν και αυτοί για τον Χριστό τους και οι ειδωλολάτρες τους έριξαν στα άγρια θηρία.

Όσιος Θεοφάνης ο νέος και θαυματουργός

 Ο Όσιος Θεοφάνης γεννήθηκε στα Ιωάννινα, στις αρχές του 16ου αιώνα μ.Χ. Από νέος έφυγε για το Άγιον Όρος και κατατάχθηκε στην συνοδεία της Μονής του Δοχειαρίου, από τα πρώτα παραθαλάσσια μοναστήρια που αντικρίζει κανείς.


Διατηρώντας όσο περισσότερο μπορούσε καθαρό τον νου του από τις διαστροφές του δαίμονα, γλύκανε την ψυχή του με την Χάρη του Θεού, μεριμνώντας περισσότερο πως να σώσει την ψυχή του, παρά το τι θα φάει και θα πιει. Κι η αρετή αυτή που σχεδόν πάντα, όσο αποζητάς να κρυφτείς τόσο σε φανερώνει, τον φανέρωσε στους αδελφούς που τον κατέστησαν ηγούμενό τους μετά την κοίμηση του προηγουμένου γέροντά τους. Ο Άγιος τούτος, και σαν ηγούμενος, έλαμπε λες, από την εφαρμογή της αρετής και του θείου θελήματος. Πιστός στη δικαιοσύνη και την στοργική πατρική αγάπη πρός όλα τα τέκνα που του έδωσε ο Θεός για να τα βάλει στον Παράδεισο!


Σε κάποια από εκείνα τα ευλογημένα χρόνια, η αδελφή του Αγίου, έστειλε γράμμα διηγούμενη τη συμφορά που την βρήκε. Οι Τούρκοι είχαν αρπάξει τον γιό της και τον είχαν πάει στην Κωνσταντινούπολη με σκοπό βέβαια να τον κάνουν γενίτσαρο. Τότε ο Άγιος, ανησυχώντας για τον ανιψιό του, μπήκε στον κόπο και πήγε στην Πόλη. Πράγματι εκεί τον βρήκε, ευτυχώς προτού τον αλλαξοπιστήσουν. Έκαμε μεγάλες προσπάθειες και τελικά κατόρθωσε να τον ελευθερώσει και να τον πάρει μαζί του.


Έτσι γύρισαν στο Άγιον Όρος και αφού κράτησε τον ανιψιό του σε δοκιμασία, τον κούρεψε μοναχό. Η αδελφότητα της Μονής έδειχνε να ενοχλείται για τον ανιψιό του Αγίου, φοβούμενοι πως οι Τούρκοι θα έκαναν εκδίκηση. Έτσι ξεκίνησε διχόνοια στη συνοδεία, μισοί το αφήναν στο θέλημα του Θεού κι άλλοι μισοί φοβόντουσαν τους Τούρκους! Ο Άγιος αποφάσισε να βάλει τέλος στο πρόβλημα. Πήρε τον ανιψιό του κι έφυγαν για τη Θεσσαλονίκη κι από ‘κεί στη Βέροια, πιθανότατα με σκοπό να πάνε στα Γιάννενα, απ’ όπου κατάγονταν.


Στη Βέροια συγκινήθηκαν με όσα άκουσαν για τη Σκήτη κι αποφάσισαν να την επισκεφτούν. Διέμειναν στην Μονή του Προδρόμου, και καθώς ευαρεστήθηκαν, αποφάσισαν να μείνουν. Έγιναν γρήγορα αγαπητοί, Έτσι που τους δέχθηκαν οι πατέρες και σύντομα τους έδωσαν ευλογία να κτίσουν ένα κάθισμα - δηλαδή μονύδριο - κοντά τους για να τους απολαμβάνουν και να ωφελούνται πνευματικά. Δέκα λεπτά πιο χαμηλά, από τη Μονή Προδρόμου προς το ποτάμι, έκτισε ο Άγιος Θεοφάνης το κάθισμα στο όνομα της Παναγίας. Μαζί του βρισκόταν κι ο ανεψιός του, αλλά σύντομα μαζεύτηκαν κι άλλοι υποτακτικοί. Επειδή είχαν αυξηθεί αρκετά, έπρεπε να βρουν κάποιο μεγαλύτερο χώρο να στεγαστούν. Η Σκήτη όμως της Βέροιας ήταν γεμάτη - 50 αδελφότητες κοσμούσαν την κοιλάδα και όλα τα σημεία ήταν κατειλημμένα.


Ο Άγιος διαπίστωσε πως υπάρχει κατάλληλο μέρος κοντά στη Νάουσα και πηγαίνοντας εκεί ανέγειρε την Μονή των Ταξιαρχών. Πηγαινοέρχονταν μια στη Σκήτη μια στη Νάουσα. Κατά το κτίσιμο, ο πρωτομάστορας δεν ενέκρινε τον τόπο οικοδομής της Μονής. Αλλά ο Άγιος ζήτησε σημάδι από τους Αρχαγγέλους και το έλαβε. Τοποθέτησαν τα σχέδια σ’ ένα σημείο κι είπαν πως όπου τα μεταθέσουν οι Αρχάγγελοι, εκεί να κτισθεί και το μοναστήρι. Κι όντως τα σχέδια βρέθηκαν στο σημείο που πρότεινε ο Άγιος Θεοφάνης. Μιαν άλλη φορά μια αρκούδα κατασπάραξε το γαϊδουράκι που κουβαλούσε τα υλικά για το κτίσιμο. Κι ο Άγιος, τόσο σπουδαίος ήταν, έζεψε την αρκούδα στη θέση του υποζυγίου. Ενόσω ο Άγιος έκτιζε το μοναστήρι, είχε χειροθετήσει ηγούμενο στην Μονή του Προδρόμου τον ανεψιό του.


Έτσι πέρασε τα επόμενα χρόνια της ζωής του πάντα πηγαινοερχόμενος στη Σκήτη και στην Μονή των Αρχαγγέλων της Νάουσας. Όταν γέρασε αρκετά, απομονώθηκε στο κάθισμα της Παναγίας στη Σκήτη. Εκεί εξέπνευσε από τον μάταιο τούτο και απατηλό κόσμο και ανήλθε πανηγυρικά στα Ουράνια στις 19 Αυγούστου και ετάφη κατά τα έθη της μοναχικής τάξεως. Μετά την εκταφή του κι έχοντας, οι Πατέρες, βεβαιότητα για την οσιότητά του βίου του, εκόσμησαν την κάρα του με αργυρή περίτεχνη θήκη και την τοποθέτησαν μαζί με τα άλλα ιερά λείψανα της Μονής του Προδρόμου. Τα υπόλοιπα οστά ξανατάφηκαν και επάνω τους κατασκευάστηκε ένα προσκυνηματικό μνημείο.


Όταν μετά από αιώνες οι Τούρκοι κατέστρεψαν τη Σκήτη, γκρεμίστηκε το κάθισμα της Παναγίας, αλλά και το μνήμα του Αγίου παραχώθηκε μέσ’ τα συντρίμμια. Στις αρχές του εικοστού αιώνα, η κάρα του Αγίου κλάπηκε από Ναουσαίους που ήθελαν να την έχουν στη πόλη τους. Το μνήμα του Αγίου ανοίχθηκε το 1926 μ.Χ. και τα οστά του (περίπου 60 τμήματα) τοποθετήθηκαν στο Άγιο Βήμα της Μονής Προδρόμου. Σήμερα σώζονται μόνον λίγα τεμάχια.



Ἀπολυτίκιον

Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Βλαστὸς Ἰωαννίνων ἀνεδείχθης περίδοξος, καὶ θεῖος πολιοῦχος τῆς Ναούσης θεόφανες- ὡς ἄγγελος γὰρ ζήσας ἐπὶ γῆς, θαυμάτων ἐκομίσω δωρεάν, καὶ παρέχεις τᾶς ἰάσεις τοὶς εὐλαβῶς, προστρέχουσι τὴ σκέπη σου. Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σου, πάσιν ἰάματα.


Κοντάκιον

Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Τῆς μυστικῆς θεοφανείας θεῖον ὄργανον τῇ ἰσαγγέλῳ πολιτείᾳ ἐχρημάτισας καὶ θαυμάτων ἐδοξάσθης τῇ χορηγίᾳ. Ἀλλ’ ὡς μέγας τοῦ Θεοῦ θεράπων Ἅγιε καθικέτευε λυτροῦσθαι πάσης θλίψεως τοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις Πάτερ Θεόφανες.


Μεγαλυνάριον

Τῶν Ἰωαννίνων θεῖος βλαστός, καὶ Ναούσης μέγας, πολιοῦχος καὶ ἀρωγός, καὶ πηγὴ θαυμάτων, Θεοφάνες ἐδείχθης· διό σου τὴν ἁγίαν Κάραν σεβόμεθα.


Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός

 


Άγιος Ανδρέας ο Στρατηλάτης και οι δύο χιλιάδες πεντακόσιοι ενενήντα τρεις Μάρτυρες, που μαρτύρησαν μαζί μ' αυτόν Άγιος Ανδρέας ο Στρατηλάτης και οι δύο χιλιάδες πεντακόσιοι ενενήντα τρεις Μάρτυρες, που μαρτύρησαν μαζί μ' αυτόν

 Οι στρατιώτες ήταν κυριευμένοι από φόβο, λόγω του ότι ο εχθρός ήταν πολυάριθμος και είχε πολλές νίκες στο ενεργητικό του. Η αρχηγία του μικρού σώματος στρατιωτών είχε ανατεθεί από τον αρχιστράτηγο Αντίοχο σε ένα γενναίο χριστιανό αξιωματικό, τον Ανδρέα. Βεβαίωσε λοιπόν ο Ανδρέας τους στρατιώτες του πως ο θρίαμβος της νίκης θα είναι με το μέρος τους, αν όλοι με πραγματική πίστη επικαλεσθούν τον παντοδύναμο Θεό των χριστιανών. Διότι όλα τα κατορθώματα των χριστιανών επιτυγχάνονται «σὺν τὴ δυνάμει τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χρίστου» (Α' προς Κορινθίους, ε' 4). Με τη δύναμη, δηλαδή, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.


Πράγματι, τα λόγια του Ανδρέα ανύψωσαν το ηθικό των στρατιωτών, με αποτέλεσμα να συντρίψουν το πολυπληθές στράτευμα του εχθρού. Ο Αντίοχος επαίνεσε δημόσια το κατόρθωμα αυτό, αλλά όταν έμαθε ότι οι στρατιώτες ειλκύσθηκαν από τον Ανδρέα στο χριστιανισμό, έστειλε 1000 στρατιώτες να τους αφοπλίσουν και να τους στείλουν στα σπίτια τους. Ο Ανδρέας, όμως, μετά από συζήτηση είλκυσε κι αυτούς στο χριστιανισμό.


Εξοργισμένος τότε ο Αντίοχος, έστειλε ειδικό σώμα με έμπιστους αξιωματικούς και σκότωσε όλους τους χριστιανούς στρατιώτες. Ήταν στον αριθμό δύο χιλιάδες πεντακόσιοι ενενήντα τρεις (2593)!



Ἀπολυτίκιον

Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Θείας πίστεως, τὴ δυvαστεία, προσενήνοχας, ὡς στρατηγέτης, τῷ Παντάνακτι στρατὸν θεοσύλλεκτον τύπος γὰρ τούτων Ἀνδρέα γενόμενος, μαρτυρικῶς σὺν αὐτοὶς ἠνδραγάθησας. Μεθ' ὧν πρέσβευε, Κυρίω τῷ σὲ δοξάσαντι, δωρήσασθαι ἠμιν τὸ μέγα ἔλεος.