Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

Μην φοβηθείς να πεις:Χριστός Ανέστη.Μην ντραπείς.

 Η Ανάσταση δεν είναι μια ιδέα.Δεν είναι μια ωραία σκέψη για να παρηγορηθούμε.

Δεν είναι κύκλος της φύσης, ούτε μια ποιητική αναγέννηση της άνοιξης.

Η Ανάσταση έχει πρόσωπο.Είναι ο Χριστός.

Δεν μιλάμε για κάτι αφηρημένο.

Μιλάμε για έναν τάφο που άδειασε.Για ένα σώμα που αναστήθηκε από τα δεσμά του θανάτου.Για μια ιστορία που σκίστηκε στα δύο: πριν και μετά.

Ο Χριστός ανέστη εκ νεκρών.Και μαζί Του, άνοιξε ο δρόμος για την ανάσταση των νεκρών.

Όχι ως ιδέα.

Ως γεγονός.Ως υπόσχεση που πραγματοποιήθηκε.

Και όμως…σιγά σιγά, κάτι αλλάζει.

Η Ανάσταση γίνεται «σύμβολο».Γίνεται «μήνυμα».Γίνεται «ενέργεια».

Χάνεται το πρόσωπο.Χάνεται η αλήθεια.

Μας λένε: «Όλα είναι το ίδιο».

«Όλες οι γιορτές είναι μία χαρά».

«Πες απλά χρόνια πολλά».

Ποια χρόνια πολλά;Σε ποιον;Γιατί;

Αν δεν αναστήθηκε ο Χριστός, τι γιορτάζουμε;

Δεν είναι θέμα τύπου.Δεν είναι θέμα λέξεων.Είναι θέμα αλήθειας.

Μην φοβηθείς να πεις:Χριστός Ανέστη.Μην ντραπείς.

Μην το μαλακώσεις για να χωρέσει παντού.Γιατί η Ανάσταση δεν είναι για να χωρέσει παντού.Είναι για να ανατρέψει τα πάντα.

Δεν μπορούμε να μιλάμε αόριστα.Να λέμε το όνομά Του. Καθαρά.Δυνατά.

Χριστός Ανέστη κι όχι απλά χρόνια πολλά.

π.Λίβυος

Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου: «Πᾶσα πνοή αἰνεσάτω τόν Κύριον»

 ΟΜΙΛΙΑ ΚΔ΄

Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου


Εὐλογημένα μου παιδιά, Ὅταν εἴμεθα μέ τόν Γέροντά μου στήν Νέα Σκήτη, ἡ παραίνεσίς του, ἡ προτροπή, ἡ τακτική καί ὁ σκοπός του ἦταν νά μᾶς συμβουλεύη συνέχεια, ἐπισταμένως, μέ ἄγρυπνη παρακολούθησι νά λέμε τήν προσευχή τοῦ Χριστοῦ μας καί νά ἀγρυπνοῦμε γενναῖα. Μᾶς εἶχε ἐμφυτεύσει πολύ βαθειά τήν ἔννοια τῆς προσευχῆς καί τῆς νήψεως διά τῆς ἀγρυπνίας. Μᾶς ἔλεγε ὅτι μοναχόν πού ἀγρυπνεῖ καί προσεύχεται μετά νήψεως, μή τόν ἰδῆτε ὡς γήϊνον ἄνθρωπον, ἀλλά ὡς ἄγγελον Θεοῦ. Ὅπως οἱ ἄγγελοι εἰς τόν οὐρανόν ὑμνολογοῦν ἀκατάπαυστα, ἀενάως τόν Τρισάγιον Θεόν μέ ἀπέραντη εὐφροσύνη καί ἀγαλλίασι καί θεωρία Θεοῦ, οὕτω πως καί οἱ μοναχοί πρέπει νά ἀγρυπνοῦν, νά ὑμνολογοῦν, νά νήφουν, νά πενθοῦν καί νά κλαῖνε τίς νύκτες καί τίς ἡμέρες.



Βέβαια ἡ νύκτα εἶναι πιό ἀποδοτική διά τό ἥσυχον τῆς φύσεως, καί ἰδιαίτερα κατά τίς ὧρες πού ξεκουράζεται ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν μέριμνα τῆς ἡμέρας. Ξεκουράζεται ὁ νοῦς ἀπό τήν ἀδολεσχία καί τόν κόπο τῆς ἡμέρας, ὁπότε ἀγρυπνώντας ξεκούραστος καί νηφάλιος ἔχει ἀπόδοσιν περισσοτέραν. 





Μᾶς παρακολουθοῦσε ὁ Γέροντάς μας, ἐάν ἀδιαλείπτως προσευχώμεθα. Δέν μᾶς ἔλεγε πολλές θεωρίες, ἐννοῶ μεγάλες διδασκαλίες πολύωρες. Ὄχι· λίγη ὥρα, ἀλλά διδασκαλία μεστωμένη καί «διάνα» στόν σκοπό.


Κάποτε ἔλεγε σέ κάποιον ἀδελφό τῆς συνοδείας μας: Λέγε, παιδί μου, τήν εὐχή· δέν σέ ἀκούω νά τήν λές!


Ἐ, τώρα Γέροντα, προφορικά θά τήν ποῦμε, μετά ἀπό τόσα χρόνια στήν καλογερική;


Μά ντρέπεσαι, παιδί μου, νά πῆς τήν εὐχή, ἐπειδή φαίνεται ὁ τρόπος τῆς προφορικῆς εὐχῆς ἀρχαρίτικος; Καί περνιέσαι ὅτι εἶσαι προχωρημένος; Ντροπή εἶναι, ὅταν δέν τήν λέμε τήν προσευχή καί ὅταν ὁ νοῦς μας περιφέρεται ἐδῶ κι ἐκεῖ καί ὅταν τό στόμα μας δέν σταματᾶ καθόλου νά ὁμιλῆ. Αὐτό εἶναι ντροπή καί στά μάτια τοῦ Θεοῦ καί στά μάτια τῶν ἀνθρώπων.


Κάποιος ἀδελφός τήν ἔλεγε συνέχεια, ἀκατάπαυστα καί κάποια μέρα ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔκανε τήν ἐπίσκεψί της, ἄν καί ὑπῆρχε κι ἄλλοτε κατά διαστήματα ἐμφανιζόμενη κατά διαφορετικό τρόπο. Ἐκείνη τήν ἡμέρα, μετά ἀπό πολλή προφορική ἐπίκλησι τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ μας, τόσον ἀνοίχθηκαν τά μάτια, τόσον τῆς ψυχῆς, ὅσον καί τοῦ σώματος, τά σάρκινα, ὥστε νά βλέπουν πολύ διαφορετικά! Μά, τό πῶς, αὐτός ὁ ἄνθρωπος δέν μπόρεσε νά τό ἐξηγήση. Ὅλα ὅσα ἔβλεπε καί ἄκουγε ἦταν κάτι τό ξένο, κάτι πού εἶχε σχέσι μέ τό ὑπερφυσικό. Τά πουλάκια νά κελαηδοῦν, τά φυτά ἀνθισμένα, τά δέντρα μέ τό ἄνθος καί τήν εὐωδία τους, ὁ ἥλιος, ἡ λαμπερή ἡμέρα, τά πάντα μιλοῦσαν γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ! Τά ἔβλεπε, ὅπως θά ἔβλεπε καί ἕναν Παράδεισο. Εἶχε γίνει μία ἀποκάλυψις, ἕνα ξεσκέπασμα, μία φανέρωσις ἑνός μυστηρίου πού εἶναι τόσο κρυμμένο ἀπό ἐμᾶς πού δέν βλέπουμε μέ τέτοια μάτια πνευματικά. «Πᾶσα πνοή αἰνεσάτω τόν Κύριον». Τόσο τό ζωϊκό ὅσο καί τό φυτικό βασίλειο μιλοῦσαν γιά τήν δόξα, γιά τήν μεγαλοπρέπεια, γιά τήν μεγαλωσύνη, γιά τήν ὀμορφιά καί τό κάλλος τοῦ Θεοῦ! Ἐθαύμαζε, ἐξίστατο, δέν μποροῦσε νά μιλήση. Τά μάτια ἔτρεχαν δάκρυα· ὄχι δάκρυα γιά τίς ἁμαρτίες, ἀλλά δάκρυα γιά τήν ὀμορφιά τοῦ Θεοῦ. Πῶς μποροῦσε ἡ καρδιά νά ἀντέξη αὐτή τήν ἀποκάλυψι τοῦ κάλλους τοῦ Θεοῦ!

Μά καί ὁ Ἀδάμ, ὅταν ἦτο εἰς τόν Παράδεισον τοῦ Θεοῦ, ὅλος ὁ Παράδεισος τοῦ ἦτο μία θεωρία, μία ἁπτή θεωρία τοῦ Θεοῦ. Εὐφραίνετο τό πνεῦμα του, ἠγαλλιᾶτο, ὅταν ἐπλησίαζε στό κάθε τι, στό κάθε δημιούργημα καί ἄκουγε τή φωνή του, τήν ὑμνολογία του στόν Θεό.

Ὅπως, ὅταν ζοῦσε στή γῆ ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ὁ Πενταπόλεως, ὅταν ἦταν στό μοναστήρι του στήν Αἴγινα, κάποτε οἱ μοναχές του, τοῦ ζήτησαν νά τούς ἑρμηνεύση τί θά πῆ: «Πᾶσα πνοή, αἰνεσάτω τόν Κύριον». Τούς ἀπήντησε: «Θά σᾶς πῶ ἀλλά περιμένετε». Ἔτσι κάποια νύχτα πού ἀγρυπνοῦσαν ἔξω καί ὁ Ἅγιος πῆγε πιό πέρα καί αὐτός νά κάνη τήν προσευχή του, γιά μιά στιγμή οἱ μοναχές, κατά τρόπον ὑπερφυσικόν, χωρίς νά μπορέσουν νά τό ἐρμηνεύσουν, ἄκουσαν, ἔνοιωσαν, αἰσθάνθηκαν ὅλη τήν κτίσι μέ μία πνοή, μέ ἕνα βούϊσμα, κάτι τό ὑπερφυσικό. Μόνο τότε πληροφορήθηκαν ὅτι αὐτό εἶναι ἡ ἑρμηνεία τοῦ «Πᾶσα πνοή αἰνεσάτω τόν Κύριον». Ὅλη ἡ κτίσις μέ μία πνοή αἰνοῦσε τόν Κύριο, τόν Δημιουργό, τόν Πλάστη.

Διαβάζουμε καί στούς Πατέρες μας ὅτι ἀγρυπνοῦσαν ὅλη τήν νύκτα καί πολλάκις ἐν συνεχείᾳ καί ὅλη τήν ἡμέρα καί δέν καταλάβαιναν πῶς πέρασε ἡ νύχτα καί ἡ ἡμέρα. Ὁ χρόνος ἐκμηδενιζόταν καί τοῦτο ὠφείλετο στό ὅτι ὁ νοῦς τους εἶχε πάθει μετάθεσι. Ὁ νοῦς τους μετετίθετο, ξεκολλοῦσε ἀπό τά γήϊνα καί μεταφέρετο στόν ἄλλο κόσμο. Καί κατά τόν Δαβίδ «χίλια χρόνια ὡς μία ἡμέρα καί ὡς ἕνα κομμάτι τῆς νύχτας λογίζεται». Χίλια χρόνια τούτου τοῦ κόσμου εἶναι σάν μιά στιγμή χρόνου τοῦ ἄλλου κόσμου. Οἱ Ἄγγελοι ὑμνολογοῦν ἀκατάπαυστα καί δέν γνωρίζουν τί σημαίνει χρόνος.

Ἡ προσευχή εἶναι τό καμάρι, εἶναι ἡ ὀμορφιά τοῦ χριστιανοῦ καί ἰδιαίτερα τοῦ μοναχοῦ, ὅταν προσεύχεται. Μοναχός πού δέν προσεύχεται, δέν ἔχει αὐτή τήν ὀμορφιά καί τό κάλλος στήν ψυχή του, στόν νοῦ του. Τί θά πῆ ὀμορφιά τοῦ νοῦ; Ἡ ὀμορφιά τοῦ νοῦ γνωρίζεται, ὅταν ὁ νοῦς μετατίθεται κατά τόν καιρό τῆς ἀγρυπνίας καί τῆς προσευχῆς πρός τόν Θεό καί πρός τόν ἄλλο κόσμο, τόν πνευματικό· τόν κόσμο, πού δέν ἔχει καμμιά συνάφεια καί σχέσι μέ τοῦτον τόν κόσμο τόν ὑλικό. Ὅταν ἐπιφοιτήση τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, ἡ μετάθεσις αὐτή τοῦ νοῦ δέν χρήζει χρόνου. Σέ μηδέν χρόνο ὁ νοῦς βρίσκεται σέ ἐπαφή μέ τόν θεῖον φῶς καί μέ τόν θεῖον Παράδεισον. Περιπολεύει εἰς τά ὑπέρ φύσιν καί εἰς τό ὑπερπέραν καί ἀδολεσχεῖ καί τρέφει καί ὀμορφαίνει καί λαμπρύνεται καί στολίζεται καί εὐωδιάζει καί γίνεται ἐκτός ἑαυτοῦ. Ὅλα αὐτά τά κάνει ἡ προσευχή. Ἡ βάσις, ἡ ἀφετηρία, ὁ τόπος τῆς ἐκτοξεύσεως πρός τόν ἄλλο κόσμο εἶναι ἡ εὐλογημένη προσευχή. Καί τί δέν κάνει αὐτή ἡ προσευχή καί τί δέν διορθώνει καί τί δέν βάζει στήν θέσι του!

Αὐτήν τήν προσευχή ὁ διάβολος τήν ἔχει ἐπισημάνει καί ἐπιδιώκει νά τήν σταματήση. Αὐτό εἶναι τό σύνθημα τῶν λεγεώνων τῶν δαιμόνων. Ὅλοι μέ μιά φωνή ζητοῦν νά σταματήσουμε νά φωνάζουμε τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ, νά μή λαλῆται τό ὄνομα Του στόν κόσμο, νά μήν ἀκούγεται· πρέπει νά καταργηθῆ.

Ὁ Χριστός μας ἀπό τήν ἄλλη πλευρά φωνάζει:

«Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοί ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγώ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς»1. Μεγάλη δουλειά, μεγάλη ὑπόθεσις. Ὅποιος μοῦ φωνάζει τό Ὄνομα, τό ὁποῖον εἶναι ὁμολογία τῆς θεότητός Μου, θά τόν ὁμολογήσω, θά τόν δικαιώσω ἐνώπιον τοῦ Πατρός μου καί ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων Του, μέ ἀποτέλεσμα νά στεφανωθῆ αὐτός ὁ ἄνθρωπος. Οἱ Ἄγγελοι θά παίξουν ἐμβατήρια γι᾿ αὐτόν τόν νικητή τοῦ Θείου Ὀνόματος.

Καί βλέπετε τά δαιμόνια νά πάσχουν· ὅταν τό Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἀκούγεται, αὐτοί, ἀνακατεύονται, δέν νοιώθουν καλά μέσα στά σωθικά τους. Ὅπως μᾶς κάνει ἐμᾶς ὁ διάβολος, ὅταν μπαίνη μέσα μας καί δή ὑποστατικά. Κυλίει τόν ἄνθρωπο κάτω καί βγάζει ἀφρούς καί στρεβλώνει τά μάτια του καί ἀγριεύει καί ἄνθρωποι πολλοί δέν μποροῦν νά τόν δεσμεύσουν· οὔτε σίδερα τόν πιάνουν, ἕναν ἄνθρωπο γήϊνο, οὔτε μποροῦν νά τόν δαμάσουν, ὅταν τό δαιμόνιο τόν περιλάβη. Ἔτσι παθαίνει καί ὁ ἴδιος ὁ διάβολος· αὐτόν τόν πόνο, αὐτόν τόν δαιμονισμό αἰσθάνεται, ὅταν ὁ ἄνθρωπος λέγη τήν εὐχή μέ πόθο, μέ ἀγάπη καί μέ ζῆλο τῆς ὁμολογίας.

Ὁ Χριστός πρέπει νά βασιλεύη. Γιατί ἀνέβηκε ἐπάνω στόν Σταυρό; «Ὅταν ὑψώσητε τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου, τότε γνώσεσθε, ὅτι ἐγώ εἰμι»2. Αὐτό εἶπε στό Ἱερόν Του Εὐαγγέλιον. Θεοπρεπέστατα μᾶς τό πληροφόρησε ὅτι θά ἔλθη καιρός, ὅταν θά μέ σταυρώσετε καί θά μέ σηκώσετε ἐπάνω εἰς τόν Σταυρόν, πού θά γνωρίσετε τήν δύναμι τῆς Θεότητός μου καί τήν δύναμι τοῦ Θείου Ὀνόματός μου. Τότε πᾶσα γλῶσσα, πᾶσα φυλή καί πᾶς ἄνθρωπος θά προσκυνήση καί θά ὁμολογήση ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ Κριτής τῶν ζώντων καί τῶν νεκρῶν. «Πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καί ἐπιγείων καί καταχθονίων»3. Μακάριος ὁ ἄνθρωπος καί εὐτυχισμένος αὐτός πού θά ὁμολογήση στήν ζωή του. Τό Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ὅσο ἁμαρτωλός καί ἄν εἶναι, ὅσο καί ἄν εἶναι βεβαρημένο τό ποινικό του, ὅταν θά ὁμολογῆ τό Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, Αὐτός ὁ Χριστός θά ἐξαλείψη αὐτό του τό βάρος καί αὐτήν του τήν ἐνοχή.





   


«Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με…»



Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού τοῦ ἀφέθησαν οἱ ἀνομίες του, πού τοῦ συγχωρέθηκαν οἱ ἁμαρτίες του. Συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες καί λειώνουν, ὅταν ὁ ἄνθρωπος φωνάζη εἰς βοήθειάν του τόν Κύριόν του καί Θεόν του, καί ὁ Χριστός τοῦ χαρίζει μετάνοια, τοῦ χαρίζει τήν ἀνακαινιστική καί ἀναγεννητική μετάνοια μέ τά δάκρυα καί μέ τό πένθος. Καί μετά ἀπό τήν κατάστασι αὐτή τοῦ πένθους καί τῶν δακρύων, τόν ὁδηγεῖ στό χαροποιόν πένθος καί μετά στόν κλαυθμό τῆς Θείας Ἀγάπης. Μετάβασις ἀπό τήν μία κατάστασι στήν ἄλλη. Καί ὅλα αὐτά καί τόσα ἄλλα τά γεννᾶ, τά παράγει ἡ προσευχή· τίποτε ἄλλο, μόνον τό Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ.


Τί ἔλεγαν οἱ Γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι εἰ ςτούς Ἀποστόλους, ὅταν τούς συνέλαβαν καί τούς δίκαζαν καί τούς ἀπειλοῦσαν; «Οὐ παρηγγείλαμεν ὑμῖν μή διδάσκειν ἐπί τῷ ὀνόματι τούτῳ;»4. Σταματῆστε νά μιλᾶτε γι᾿ αὐτό τό ὄνομα. Ὄχι, τούς ἀπαντᾶ ὁ θαρραλέος Ἀπόστολος Πέτρος· «Οὐ δυνάμεθα σιωπᾶν· πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἤ ἀνθρώποις»5. Ἐμεῖς θά ὁμολογοῦμε, θά κηρύττουμε, «ἅ εἴδομεν καί ἠκούσαμεν»6, καί δέν θά μᾶς κλείση κανείς τό στόμα. Ἀποτέλεσμα ἦταν νά τόν κρεμάσουν οἱ υἱοί τοῦ διαβόλου ἀνάποδα, μέ κάτω τό κεφάλι κι ἐπάνω τά πόδια νά μαρτυρήση. Ὅπως καί ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας τόν ἴδιο θάνατο ὑπέστη. Παρομοίως καί οἱ ὑπόλοιποι Ἀπόστολοι καί Μάρτυρες. Γι᾿ αὐτό τό Ὄνομα ἔγιναν ὅλα. Καί τώρα ἀκόμη, ὅταν φωνάζουμε τό Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἄν θά μπορούσαμε νά βλέπαμε μέ τά μάτια μας, τί γίνεται ἀοράτως, θά λέγαμε: «Ὄντως καί τώρα καί πάντοτε τό Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ θά ἀνακατεύη τήν κόλασι».


Μήπως οἱ χιλιαστές δέν τό ἔχουν αὐτό τό ἀνακάτεμα μέσα τους; Βεβαίως! Ὁ διάβολος τούς ἔχει «πασάρει» τόσο ὄμορφα νά λένε: «Πιστεύουμε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ». Ἄντε καί παρακάτω γιά νά δοῦμε. Υἱός τοῦ Θεοῦ ὅμως ὑπό ποίαν ἔννοιαν; Διότι ὅλοι ὅσοι πιστεύουμε στόν Χριστό καί εἴμεθα ἀναγενημένοι, εἴμεθα παιδιά τοῦ Θεοῦ κατά Χάριν. Ὁ Χριστός μας ὅμως εἶναι ὁ κατά φύσιν Μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ. Τί βροντοφώνησε ἡ θεολόγος γλῶσσα τοῦ Ἀποστόλου Ἰωάννου; «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος καί ὁ Λόγος ἦν πρός τόν Θεόν καί Θεός ἦν ὁ Λόγος»7. Αὐτό δέν μποροῦν νά τό ποῦν, γιατί αὐτή ἡ ὁμολογία τοῦ Ἀποστόλου Θεολόγου Ἰωάννου εἶναι τό «Βατερλώ» τῶν χιλιαστῶν. Αὐτό κηρύττουμε, αὐτό φωνάζουμε, αὐτό βροντοφωνοῦμε, ὅταν προσευχώμεθα μέ τό Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ.


Καί αὐτό πρέπει νά θεμελιωθῆ ἀκράδαντα στήν ζωή μας. Νά φωνάζουμε τό Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, νύχτα – μέρα· «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Ὁμολογία καί ἔλεος. Τί καλύτερο ἀπό τοῦτο; Νά ὁμολογοῦμε τόν Χριστό μας καί νά γεμίζη ἡ ἀτμόσφαιρα μέ τήν ὀμορφιά τῆς θεότητος τοῦ Χριστοῦ καί ἐν συνεχείᾳ νά ζητοῦμε ἀπό τόν Κύριο ἔλεος «ἐπί ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν». Καί ὅταν φωνάζη ὁ Χριστιανός καί δή ὁ μοναχός· «Ἔλεος καί συγγνώμη Κύριε, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, σῶσόν με», πῶς ὁ Χριστός θά παραβλέψη αὐτόν τόν ἄνθρωπο καί δέν θά τοῦ στείλη τά χαρίσματά Του;


Πῶς νά μή γνωρίση τό Φῶς Του;


Πῶς νά μήν πάθη μετάθεσι νοῦ;

Πῶς νά μήν κλαίη μέσα στό Φῶς, μέσα στόν ὑπέρφωτο γνόφο τῆς Θείας Λαμπρότητος;

Πῶς νά μήν εὕρη μέσα σ᾿ ἐκεῖνο τό Φῶς τόν Χριστό, ὅπως ἔχει;

Βέβαια στήν ἀρχή τῆς ὁμολογίας καί τῆς πορείας καί τῆς θεμελιώσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ, δέν φαίνεται τό κέρδος. Εἶναι ὁ κόπος, εἶναι ὁ μόχθος, εἶναι ὁ ἀγώνας, εἶναι ἡ ἀντίδρασις τῶν λεγεώνων τῶν δαιμόνων, γιά νά σταματήσουμε. Ὁ κόπος τῆς προσευχῆς θά παρέλθη· καί κατά τόν χρόνο καί τήν διάρκεια τῆς προφορικῆς ἐπικλήσεως τοῦ Θείου Ὀνόματος θά ὑπάρξη ἡ παράκλησις τοῦ Χριστοῦ. Στήν συνέχεια δέ, ὅταν ἐπιτυχῶς καί περιεκτικῶς συνοδεύση τήν προσευχή ἡ ὅλη προσοχή τῆς ζωῆς, θά ἔλθη ἐν καιρῷ εὐθέτῳ καί ἡ ἐπίσκεψις τοῦ Θεοῦ, ἡ ὠφέλεια, τήν ὁποίαν τώρα δέν γνωρίζουμε. Δέν εἶναι δυνατόν νά μήν ἀνοιχθοῦν τά μάτια τῆς ψυχῆς.

Πρέπει τήν προσευχή, ὅπως εἴπαμε καί στήν ἀρχή τοῦ λόγου, νά τήν συνοδεύση ἡ ἀγρυπνία. Νά ἀγρυπνοῦμε, μέ περιεκτική καί γενική ἐγκράτεια, ἐγκράτεια στίς πέντε αἰσθήσεις, ἐγκράτεια στό στόμα, ἀλλά κυρίως στίς σκέψεις. Νά μήν ἀφήνουμε τό νοῦ νά περιέρχεται ὅλον τόν κόσμο.

Ὅταν ἡ γλῶσσα ὁμιλῆ πολλά, πῶς ὁ νοῦς θά εἶναι ἥσυχος;

Καί ὅταν κλείνη τό στόμα καί ὁ νοῦς γυρίζη, πῶς θά ἔχη τήν δυνατότητα καί τήν καθαρότητα νά μετατεθῆ στήν θεωρία τοῦ Θεοῦ;

Ἐγκράτεια, λοιπόν, περιεκτική καί γενική προσοχή. Νά προσέχουμε τό τί λέμε, τό τί σκεπτόμεθα, πῶς συναναστρεφόμεθα ἀνάμεσά μας, πῶς τηροῦμε τήν ὑπακοή. Ἔχουμε τόν ἀπαιτούμενο φόβο Θεοῦ;

Προσέχουμε τήν συνείδησί μας;

Τήν ἐλέγχουμε;

Μᾶς ἐλέγχει ἡ συνείδησίς πάνω στά ἔργα καί στούς λογισμούς μας;

Κάνουμε ταμεῖο;

Κάθε τόσο λέμε τήν εὐχή;

Ὁνοῦς ποῦ πηγαίνει;

Πόσα εἶπα σήμερα;

Μέ ποιόν συζήτησα;

Τί μοῦ ξέφυγε;

Καί ὁ δείκτης, «τό κομπιοῦτερ», δείχνει ὅτι ἐδῶ κατέκρινες, ἐδῶ ἀργολόγησες, ἐδῶ θύμωσες, ἐδῶ δέν ἔκανες καλά τό διακόνημά σου, ἐδῶ ἔδειξες ἀμέλεια, ἐδῶ δέν ἀγρύπνησες, ἐδῶ σκέφθηκες ἄλλα ἀντί ἄλλων.

«Ἥμαρτον, συγγνώμη Θεέ μου! Ἡμάρτησα τῷ Κυρίῳ μου. Συγχώρησέ με, Θεέ μου, δέν θά τό ξανακάνω. Βοήθησέ με, δῶσε μου προσοχή, μετανοῶ» καί τόσα ἄλλα. Ἔτσι παίρνεις δύναμι, γιά νά ἀντιμετωπίσης τά πράγματα καλύτερα. Ἐάν ἔχης προσοχή, ἡ ἀντιμετώπισι θά φέρη ὁπωσδήποτε καλυτέρευσι. Τήν ἄλλη μέρα ἀκόμη μεγαλύτερη καλυτέρευσι, ἕως ὅτου κάποια μέρα, φυσιολογικά, δέν θά πέφτης σέ τίποτε τό σοβαρό.

Πρωτίστως ὅμως νά ἐλέγχουμε ἀκριβέστατα τήν ἀρετή τῆς ταπεινώσεως, ἐάν ἔχουμε ταπείνωσι. Ἐδῶ εἶναι τό κύριο σημεῖο, πού θά δώσουμε ὅλη μας τήν προσοχή. Ὁ ἐγωϊσμός καί ἡ ὑπερηφάνεια ἐμποδίζουν σέ κάθε τι πού λέγεται καλό καί πρόοδος· ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι τό πράσινο φῶς. Τό κόκκινο εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια, ὁ ἐγωϊσμός, ἡ κενοδοξία. Μ᾿ αὐτά δέν προχωροῦμε. Ὅταν σηκώσουμε τό κόκκινο καί δώσουμε τό πράσινο, τότε ἐρχίζει πάλι τό προχώρημα.

Πότε θά δοῦμε πώς ἔχουμε ὑπερηφάνεια, ἐγωϊσμό; Φέρ᾿ εἰπεῖν, ὅταν ἕνας ἀδελφός σοῦ πῆ ἕνα λόγο, ἤ καταφρονητικό ἤ ἐλεγκτικό ἤ ὅπως ἀλλιῶς τόν πῆ· ὅταν ἐσύ μέσα σου ἀνακατευτῆς, ὅταν πικραθῆς, ὅταν ἐπαναστατήση τό «ἐγώ», ὅταν ἀντιλέξης εἴτε ἔσωθεν εἴτε ἔξωθεν, αὐτό εἶναι μιά μαρτυρία ὅτι ὑπάρχει στήν καρδιά πληγή ἐγωϊσμοῦ καί ὑπερηφανείας. Αὐτός ὁ λόγος, ὁ κατά παραχώρησιν Θεοῦ, εἶναι τό φάρμακο, εἶναι τό οἰνόπνευμα πού μπῆκε στήν πληγή αὐτή καί πόνεσε. Πόνεσε εὐεργετικά· βέβαια, ἄν τόν δεχθοῦμε μέ τόν σωστό λογισμό ἀντιμετωπίσεως. Εὐεργετικά καυτηριάζεται ἡ πληγή. Αὔριο αὐτό τό οἰνόπνευμα, αὐτός ὁ λόγος λιγώτερο θά μᾶς πικράνη, λιγώτερο θά πονέσουμε, τήν ἄλλη λιγώτερο καί σιγά – σιγά καυτηριάζεται καί θεραπεύεται. Ὅταν ὅμως ὁ πόνος μᾶς κάνη νά ἀντιδράσουμε, νά ἀντιμιλήσουμε, νά πικραθοῦμε, νά πονέσουμε, νά ἀγανακτήσουμε, σημαίνει ὅτι δέν δεχθήκαμε τό φάρμακο, δέν μᾶς ἄρεσε, καί ἡ πληγή χειροτέρευσε. Σέ ἄλλη περίπτωσι παρόμοια ἡ πληγή καί ὁ πόνος θά εἶναι μεγαλύτερος. Ἔτσι ὀξύνεται μία κατάστασις καί ὅταν μείνη χωρίς ἐπιμέλεια, φθάνει στό σημεῖο ὁ ἄνθρωπος «νά μή δέχεται μύγα στό σπαθί του».

Λοιπόν ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι τό ἄνοιγμα τῆς πόρτας, γιά νά προχωρήσουμε στά ἐνδότερα τοῦ Θεοῦ. Ἡ προσευχή μας, τό Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ θά τρέχη, θά προφέρεται, θά βγαίνη πρός τά ἔξω. Ἡ ταπεινοφροσύνη θά «σιγοντάρη», θά τιμονιάρη σωστά, θά ὁδηγῆ ἀπταίστως, ὥστε ἡ προσευχή νά ἀποβῆ καρποφόρος. Τό Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ θά δώση τήν ταπείνωσι, δηλαδή τίς σκέψεις ὅτι ἐγώ εἶμαι ἕνας ἁμαρτωλός ἄνθρωπος, εἶμαι ἕνας ἔνοχος, εἶμαι ἕνας ἐμπαθής, εἶμαι ἕνας πληγωμένος, εἶμαι ἕνας ληστής, εἶμαι ἕνας βρώμικος ἄνθρωπος στήν ψυχή· εἶμαι ἕνας τυφλός καί φωνάζω τόν Χριστό μου γιά νά δῶ, νά φωτισθοῦν τά μάτια μου, νά θεραπευθῆ ἡ πληγή μου, νά σβήση ἀπό τό ποινικό μου ἡ ποινή μου, νά γίνω καλά, γιατί εἶμαι ἄρρωστος· νά ξεβρωμίσω καί νά εὐωδιάσω· γι᾿ αὐτό φωνάζω, ὄχι γιατί εἶμαι κάτι. Καί ἀπό ποῦ τό ἔχω αὐτό τό κάτι; «Τί δέ ἔχεις ὅ οὐκ ἔλαβες –κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο– εἰ δέ καί ἔλαβες τί καυχᾶσι ὡς μή λαβών!»8. Ἐάν ὅλα τά ἔχουμε ἀπό τόν Θεό κι αὐτό τό «εἶναι» μας εἶναι ἀπό τόν Θεό, ἐμεῖς δέν εἴμεθα κάτι, ἀλλά εἴμεθα ἕνα μηδέν, ἀνύπαρκτο πρᾶγμα.

Ὁ Θεός ὡς Δημιουργός πάρα πολύ εὔκολα μᾶς ἔκανε ἀνθρώπους καί ἑπομένως ὅ,τι εἴμεθα, εἴμεθα τοῦ Θεοῦ. Εἴμεθα ὑπόχρεοι νά ὑπηρετήσουμε τόν Κύριο.

Μέ τό στόμα λέω δυό κουβέντες; Τό στόμα τοῦ Θεοῦ εἶναι.

Μέ τά χέρια μου ἐξυπηρετῶ, ἐργάζομαι, διακονῶ τούς ἀδελφούς, κάνω ἔργα ἀγάπης; Τά χέρια τοῦ Θεοῦ εἶναι.

Τρέχω στό διακόνημά μου; Τά πόδια τοῦ Θεοῦ εἶναι.

Σκέφτομαι σωστά γιά τόν Θεό, γιά τούς ἀδελφούς; Καί ὁ νοῦς δημιούργημα τοῦ Θεοῦ εἶναι.

Ἑπομένως δέν ἔχω τίποτε δικό μου. Εἶμαι ἕνα ὁλοστρόγγυλο μηδενικό.

Ἐάν ὁ Χριστός σ᾿ αὐτό τό μηδενικό βάλη μπροστά του τό ἕνα, παίρνουμε ἄριστα καί ἀπό μηδέν γίνεται δέκα. Ἀριστεύουμε στόν δρόμο τοῦ Θεοῦ. Τό μηδενικό παίρνει θεϊκή ὑπόστασι. Καί ὅταν τό εὐλογήση ὁ Θεός, παίρνει θεϊκή ὑπόστασι, παίρνει χάρι καί μέθεξι Θεοῦ. Τί ὀμορφιά, τί κάλλος γίνεται στόν νοῦ καί στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου! Χρηστότης βασιλεύει. Ἡ χρηστότητα, ἡ καλοσύνη, ἡ εὐτυχία, ἡ μεγαλοσύνη τοῦ Θεοῦ ἁπλώνεται μέσα στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καί ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἕνα μέ τόν Κύριο. Τά πάντα σβήνουν, ὅλα χάνονται καί νοιώθει μόνο τόν Κύριο μέσα του!

Ἀλλά ὅταν ὑπερηφανευθῆ ὁ ἄνθρωπος, θά συμβῆ καί ἀπρόσεξία καί λάθος καί πταῖσμα καί ἁμάρτημα. Ἐάν δέν ψηλώση ὁ λογισμός, πτῶσι δέν γίνεται. Ὅταν συμβῆ ἁμάρτημα, σηκώνει ὁ Θεός τήν χρηστότητά του καί γίνεται «ταρακούνημα». Σαλεύονται τά θεμέλια τῆς ψυχῆς καί τά πάντα ἐσωτερικά ἐρημώνουν· νοιώθει κατάρρευσι γενική. Καί ὅταν πάλι ταπεινωθῆ καί γνωρίση τήν πτῶσι του ὁ ἄνθρωπος καί κλαύση σάν τόν Πέτρο, ὁ Κύριος στέλνει πάλι τό Πνεῦμα Του καί τόν ἀναγκαινίζει καί τόν διορθώνει.

Ὅλα εἶναι στό χέρι τοῦ Παντοδύναμου Θεοῦ!

Γι᾿ αὐτό, ὅταν μνημονεύουμε τό Ὄνομα τοῦ Θεοῦ καί κρατᾶμε γερά τά θεμέλια τῆς ταπεινώσεως, βαδίζουμε κατευθεῖαν πρός τόν θεῖο θρόνο καί πρός τήν θεία μετάθεσι τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς πρός τόν ἄλλο κόσμο. Νά προσέξουμε τό τιμόνι, νά μήν πάθη βλάβη, νά μήν ξεφύγουμε ἀπό τήν ταπεινοφροσύνη. Τό φρόνημά μας νά εἶναι ταπεινό, χαμηλωμένο, κάτω πεσμένο. Εἶμαι γῆ καί σποδός, πηλός καί τίποτε ἄλλο. Καί τί ἀξία ἔχει ὁ πηλός, ἡ λάσπη; Τήν πατᾶνε οἱ ἄνθρωποι καί τά ζῶα. Ἀπό αὐτήν τήν λάσπη ἔγινα ἄνθρωπος, ἔγινα αὐτό τό ὑψηλό δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἡ σύνθεσις τοῦ πνευματικοῦ καί ὑλικοῦ κόσμου. Γίνομαι μέγας καί τρανός διά τοῦ Θεοῦ καί ἄνευ τοῦ Θεοῦ εἶμαι πηλός καί πατιέμαι ἀπό ἀνθρώπους καί κτήνη.

Ἄς βασιλεύση τό Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ σ᾿ ἐμᾶς. Αὐτό τό εὐλογημένο καί ὑπερχαριτωμένο Ὄνομα ἄς γίνη τροφή, ἄς γίνη ποτό, ἄς γίνη ἔνδυμα, ἄς γίνη ὀξυγόνο, ἄς γίνη ζωή, ἄς γίνη καρδιά, ἄς γίνη νοῦς, ἄς γίνη τά πάντα· διότι ὅταν γίνη τά πάντα, τότε θά κερδίσουμε Τόν τά πάντα δημιουργήσαντα. Καί ὅταν ὁ Χριστός βασιλεύση στήν καρδιά διά τοῦ Θεῖου Ὀνόματός Του, θά βασιλεύη ἡ εἰρήνη, ἡ πάντα νοῦν ὑπερέχουσα. Βασιλεύει ὁ Χριστός καί τά πάντα ὑποτέτακται. Ὅλα εἶναι ὑποτεταγμένα καί πάθη καί ἀδυναμίες.

Αὐτή εἶναι ἡ τελειότης, ἡ ἀτέλεστη τελειότης.

Ἀλλά ἐμεῖς θά εἴμεθα πολύ εὐχαριστημένοι, ἐάν κρατήσουμε τοῦ Χριστοῦ τό Ὄνομα, κρατήσουμε καί τό ταπεινό φρόνημα καί κλαῖμε γιά τίς ἁμαρτίες μας καί νοιώθουμε Θεοῦ εἰρήνη στήν ψυχή μας.

Ἄς ἀγωνισθοῦμε μέ ὅλη μας τήν ψυχή. Ἐάν ἐπικρατήση στήν ζωή μας ὁ Χριστός, τότε μόνα τους τά πράγματα θά πᾶνε στήν θέσι τους· καί οἱ σκέψεις καί τά ἔργα καί τά λόγια καί ἡ συναναστροφή μας καί τά πάντα θά μποῦνε στόν σωστό καί σωτήριο ρυθμό. Ἐάν ὁ Χριστός ἀπουσιάση, ἐάν ὁ Χριστός δέν εἶναι στήν ζωή μας, δέν εἶναι στόν δρόμο μας, δέν μᾶς φωτίζη, ὅλα θά πᾶνε στραβά. Χριστός ἤ χάος· ἤ στό φῶς ἤ στό σκότος. Ἐνδιάμεσα δέν ὑπάρχει τίποτα. Αὐτή εἶναι ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Πατέρων.

Ἄς φωνάζουμε τό Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν τό φωνάζη ὁ μοναχός, γεμίζει εὐλογία ἡ ἀτμόσφαιρα καί ὁ χῶρος πού βρίσκεται. Δέν εἶναι μόνον ἡ προσωπική ὠφέλεια αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά ἡ ὠφέλεια καί τῶν γύρω, πού ἀκούουν τό Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Μπορεῖ τό μυαλό μου ἐμένα νά σκέπτεται ἁμαρτωλά. Ἀκούω τόν ἀδελφό νά φωνάζει τόν Χριστό.

Ἐγώ τί κάνω;

Ποῦ περιπολεύει ὁ νοῦς μου; Αὐτός βιάζεται γιά τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, κι ἐγώ «χασκογελάω» μέ τόν ἑαυτό μου ἐδῶ κι ἐκεῖ, ἤ πιάνομαι στήν ἀργολογία καί ἀκούω τόν ἀδελφό νά φωνάζη;

Τί κάνω; Εἶμαι στά καλά μου; Γιά ποιόν σκοπό ἦρθα ἐδῶ; Δέν ἦρθα νά ὁμολογήσω Χριστόν πράξει καί λόγῳ; Καί ἀρχίζω νά μεταμελοῦμαι καί ἀρχίζω κι ἐγώ νά λέω τήν προσευχή.

Ἔ, αὐτή ἡ ἀλλαγή μου σέ ποιόν ὀφείλεται; Δέν ὀφείλεται σ᾿ αὐτόν τόν ἀδελφό, πού μέ βοήθησε μέ τήν προφορική εὐχή, πού φωνάζει;

«Ὅταν σιγοῦν οἱ γάτες, οἱ ποντικοί χορεύουν». Ὅταν τό Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ δέν ἀκούγεται, τά δαιμόνια μᾶς βάζουν στό μυαλό μας σκέψεις, μᾶς βάζουν λόγια στό στόμα νά ἀργολογοῦμε, νά πειράζη ὁ ἕνας τόν ἄλλον, νά «χασκογελοῦμε»· μᾶς σπρώχνουν στό θέλημα, μᾶς σπρώχνουν στήν ἰδιορρυθμία, γιά νά μᾶς κάνουν «ἀμόναχους».

Ὅταν ὅμως ὁ Χριστός ἀκούγεται ἀπό δῶ, ἀπό κεῖ, εἶναι σάν τά σκυλιά πού φωνάζουν καί τά θηρία ἀπομακρύνονται, οἱ κλέφτες δέν ζυγώνουν· καί ὅσο πιό γερό εἶναι τό σκυλί καί φωνάζει γενναῖα, τόσο καί μακρύνονται οἱ ἐχθροί. Τότε τά πρόβατα βόσκουν ἄκακα καί θαυμάσια καί ὁ τσοπᾶνος παίζει τήν φλογέρα του. Ὅλα αὐτά δέν θά γίνουν, ἄν δέν ὑπάρξουν αὐτά τά σκυλιά πού φωνάζουν καί ἀπομακρύνουν τόν ἐχθρό. Ἔτσι καί ἕνα μοναστήρι, εἶναι ἕνα μαντρί, ἕνα πνευματικό μαντρί καί οἱ πατέρες εἶναι τό κοπάδι. Ὁ ζῆλος, κατά τόν Ἀββᾶ Ἰσαάκ, εἶναι τό σκυλί. Ὁ ζῆλος φαίνεται στήν ἐφαρμογή τῆς πράξεως καί τῆς θεωρίας τοῦ Ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ. Καί ὅταν θέλη κανείς νά ἀργολογήση, πῶς θά πάη νά μιλήση σ᾿ αὐτόν τόν ἄνθρωπο πού προσεύχεται; Σκέπτεται καί λέει: «Μά νά τοῦ χαλάσω τώρα τήν προσευχή, νά τοῦ τήν σταματήσω τώρα;» Τό θεωρεῖ ἐγκληματικό. Ἔτσι καί ὁ ἴδιος φυλάγεται ἀπό τήν ἀργολογία καί ὁ ἄλλος ἐπίσης περιορίζεται. Ὁ ἕνας μέ τόν ἄλλον βοηθεῖται. Γι᾿ αὐτό λεγόμεθα ἀδελφοί γι᾿ αὐτό κι ἐδῶ μᾶς μάζεψε ὁ Χριστός μας, γιά νά βοηθῆ ὁ ἕνας τόν ἄλλον. «Ἀλλήλων τά βάρη βαστάζετε καί οὕτως ἀναπληρώσατε τόν νόμον τοῦ Χριστοῦ»9. «Ἀδελφός ὑπό ἀδελφοῦ βοηθούμενος ὡς πόλις ὀχυρά»10.

Ἔτσι ἕνα μοναστήρι θά γίνη γερό καί δυνατό, ὅταν βασιλεύη ἡ ἀγάπη, ὅταν ἔχουμε ἀγάπη στήν ψυχή μας. Καί πότε θά ἔλθη αὐτή ἡ ἀγάπη; Ὅταν ὁ Χριστός τῆς ἀγάπης βασιλεύση. Ἄν ὁ Χριστός δέν βασιλεύση μέσα μας, ἀγάπη σωστή δέν ἔχουμε. Ὄχι τήν ἀγάπη, γιατί ταιριάζουν οἱ ἰδέες μας ἤ γιατί καθόμαστε καί μιλᾶμε «περί ἀνέμων καί ὑδάτων» κ.λ.π., καί αὐτό θεωρεῖται ἀγάπη! Ὄχι αὐτήν τήν ἀγάπη. Εἶναι ἄρρωστη, καί σέ δεδομένη περίπτωσι οἱ ἄνθρωποι μαλώνουν καί διαλύεται. Ἡ ἀγάπη πού χαρίζει ὁ Χριστός εἶναι θεμελιωμένη στόν Χριστό, γιατί ὁ Χριστός εἶναι ὁ συνδετικός κρῖκος πού ἑνώνει.

Λοιπόν, ἡ προσευχή θά μᾶς χαρίση ὅλα τά καλά, τήν ταπείνωσι καί τήν ἀδελφική ἀγάπη. Γι᾿ αὐτό θά πρέπη νύχτα – μέρα, ἀπό τήν στιγμή, πού ἀνοίγουν τά μάτια ἀπό τόν ὕπνο, Χριστόν νά ὁμολογοῦμε, Χριστόν νά ἀναπνέουμε, Χριστόν νά ἐσθίουμε. Καί ὅταν τρέφεται καί ποτίζεται ὁ ἄνθρωπος μέ τόν Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, δέν μπορεῖ ποτέ νά πεθάνη.



   Τέλος καί τῇ Τρισηλίῳ Θεότητι κράτος, αἶνος καί δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.



 Ἀπό τό βιβλίο: “ Ἡ τέχνη τῆς σωτηρίας” Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου

Σύναξη της Παναγίας Χρυσαφίτισσας στην Μονεμβασία

 Νοτιοανατολικώς του Ιερού Ναού του «Ἐλκομένου Χριστοῦ», εν Μονεμβασία, ευρίσκεται ο Ιερός Ναός της Υπεραγίας Θεοτόκου, ο επιλεγόμενος Ναός της Παναγίας της Χρυσαφιτίσσης. Ο Ναός ούτος είναι κτίσμα τού 17ου αιώνος μ.Χ., εκτισμένος επί θέσεως άλλου παλαιοτέρου Ναού, της Παναγίας της Οδηγητρίας, όστις υπήρχε πρό του 1150 μ.Χ. υπό την έννοιαν παλαιάς Μονής. Εις τον ως άνω Ιερόν Ναόν είναι τεθησαυρισμένη η Αγία και Ιερά Εικών της Παναγίας Χρυσαφιτίσσης, η οποία, ως διέσωσε μέχρι σήμερον η λαϊκή παράδοσις, ευρίσκετο αρχικώς εις το χωρίον Χρύσαφα, εξ ου και Χρυσαφίτισσα, της επαρχίας Λακεδαίμονος, εις Ναόν τιμώμενον επ ονόματι αυτής.


Κατά θαυμαστόν τρόπον η πάνσεπτος Εικών της Χρυσαφιτίσσης ευρέθη εις Μονεμβασίαν, εις τον μέχρι σήμερα τόπον ένθα αναβλύζει θαυματουργικώς από τότε πόσιμον ύδωρ, το οποίο καλείται έκτοτε «αγίασμα Χρυσαφιτίσσης», και θεραπεύει ποικίλας νόσους, συντελεί δε εις απόκτησιν τέκνων και δη αρρένων.


Η ως ο λόγος παράδοσις σχετίζεται προς παλαιάν τοιαύτην του 10ου αιώνος μ.Χ. και ομοιάζει προς την παράδοσιν περί της Παναγίας της Οδηγητρίας της Μονεμβασίας.


Η σεπτή Εικών της Χρυσαφιτίσσης φαίνεται να είναι έργον του 15ου - 16ου αιώνος μ.Χ., σχήματος μικρού, εξαιρετικής Βυζαντινής τέχνης. (Πρβλ. Π. Καλονάρου εν λεξικώ «ΗΛΙΟΣ», τόμος 13, σελ. 738, άρθρον η Μονεμβασία).


Κατά την λαϊκήν παράδοσιν, ελθόντες έμποροι εκ του χωρίου Χρύσαφα εις την πόλιν της Μονεμβασίας μαζί με άλλους προσκυνητάς κατά την πανήγυριν της Παναγίας και εισελθόντες εις τόν Ναόν της Χρυσαφιτίσσης εν Μονεμβασία δια να προσκυνήσουν και να προσφέρουν τα «τάματά των», ανεγνώρισαν την Εικόνα των, την Χρυσαφίτισσαν και εφώναζον: «Οι Μονεμβασίται μας έκλεψαν την Εικόνα μας, την Χρυσαφίτισσά μας», ηξίωσαν δε να γίνη δίκη περί του πράγματος τούτου και ο δικαστής τοις απέδωκε την εικόνα, την οποίαν παραλαβόντες οι Χρυσαφίται μετά τιμών και δόξης μετέφερον εις Χρύσαφα εις τον Ναόν της. Η ιερά Εικών παρέμεινεν εις τον θρόνον της εν τω Ναώ της εις Χρύσαφα και όταν οι κάτοικοι ετελείωσαν τας δεήσεις και έκλεισαν τον Ναόν, την νύκτα η σεπτή Εικών έφυγε και ήλθεν εις Μονεμβασίαν, ένθα παρέμεινεν έκτοτε εις τον εν αυτή Ιερόν Ναόν της, ποιούσα θαύματα τοις πιστώς προσερχομένοις.


ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΧΡΥΣΑΦΙΤΙΣΣΗΣ


Κατά τόν Ιερόν Δαμασκηνόν, η τιμή προς τας Ιεράς Εικόνας δεν αποδίδεται εις αυτό τούτο το εικόνισμα, «αλλ’ επί το πρωτότυπον διαβαίνει». Ούτω, ο τιμών και σεβόμενος τας Εικόνας των Αγίων και της Κυρίας Θεοτόκου, αυτομάτως τιμά και γεραίρει το εις τον Ουρανόν ευρισκόμενον άγιον πρόσωπον και λαμβάνει παρ’ αυτού χάριν και ανταπόδοσιν της αποδιδομένης τιμής. Ούτω και η Υπεραγία Θεοτόκος, η καταδεχομένη να ονομάζεται: Τριχερούσα, Πορταΐτισσα, Γλυκοφιλούσα, Βρεφοκρατούσα, Γερόντισσα, Κατερινιώτισσα ή Κατερινού, Εσφαγμένη, Οδοιπορούσα, Προυσσιώτισσα, Έλωνα, Μεγαλόχαρη Τήνου, Χρυσαφίτισσα, λαβούσα τας ως άνω ονομασίας εκ του τόπου της θαυματουργίας των Ιερών Εικόνων της, θαυματουργει επί των ειλικρινώς και αγνώς δεομένων αυτής και προσπιπτόντων προς αυτήν.


Η χάρις της Παναγίας δια της Ιεράς Εικόνος της, της Χρυσαφιτίσσης, ετέλεσε πολλά θαύματα και επαρηγόρησε πολλάς τεθλιμμένας καρδίας, εδρόσισε ταλαιπωρημένας ψυχάς και εξέχεε βάλσαμον παρηγορίας εις τους πονεμένους ανθρώπους τους επικαλεσθέντας εν πίστει την βοήθειάν της.


Πριν η διηγηθώμεν τα θαύματα της Χρυσαφιτίσσης, θεωρούμεν σκόπιμον να αναφερθώμεν εις το θαύμα της ιάσεως της Ηγουμένης Μάρθας εκ της πολυχρονίου και ακατασχέτου αιμορραγίας, λέγοντες, ότι το θαύμα τούτο αφορά εις την από του 10ου αιώνος μ.Χ. ιδρυθείσαν εις τον ίδιον τόπον ένθα ο σημερινός Ιερός Ναός της Χρυσαφιτίσσης Ιεράν Μονήν της Οδηγητρίας εν Μονεμβασία.


ΘΑΥΜΑ 1ον.


Ήδη, αρχόμενοι των θαυμάτων της Παναγίας Χρυσαφιτίσσης, ιστορούμεν το πρώτον.


Παις τις ονομαζόμενος Μελέτιος Καλογεράς, πενταετής ων, εστάλη υπό του πατρός αυτού Ελευθερίου, κατά τας Απόκρεω, να μεταφέρη εν σακκούλιον ορυζίου μικρής ποσότητος εις την οικίαν του θείου αυτού Ιωάννου Κοντολέου, όπου έμελλον να συμφάγουν ως συγγενείς κατά την συνήθειαν. Καθ’ οδόν δε προσβληθείς υπό σεληνιασμού εκ συνεργείας του μισοκάλου δαίμονος, έπεσε χαμαί. Μαθούσα τούτο η μήτηρ, έτρεξε μετά σπουδής όπου ευρίσκετο ο υιός της, έλαβεν αυτόν εις τας αγκάλας της, και μετέφερεν αυτόν αμέσως εις τον οίκον της τρέμοντα και αφρίζοντα. Ο πατήρ του παιδός μεταβαίνων δι’ άλλης οδού εις την αγοράν, έμαθε το δυσάρεστον συμβάν του παιδός του και επιστρέφει αμέσως εις τον οίκον του όπου είδε την αθλίαν κατάστασιν αυτού μετά μεγάλης αυτού θλίψεως, πόνου και τρόμου και πάραυτα χωρίς να χάση καιρόν, έτρεξεν εις τον άμισθον και παντοδύναμον ιατρόν, εις την Αγίαν Εικόνα, λέγω, της Θεοτόκου Χρυσαφιτίσσης, ευρισκομένης ως προείπον, εις τον Ναόν του Ελκομένου Χριστού, όπου, άμα έφθασε, μετά συντριβής ψυχής και καρδίας εγονυπέτησεν ενώπιον της Αγίας και θαυματουργού Εικόνος, και μετά θερμών δακρύων παρεκάλεσε την Κυρίαν Θεοτόκον δια την θεραπείαν του παιδός του. Μετά την θερμήν αυτήν δέησιν είδεν, ω του θαύματος! ότι όλα τα χρυσά και αργυρά αφιερώματα, όσα εκρέμοντο επί της θείας Εικόνος, εκινήθησαν και συνεκρούσθησαν προς άλληλα, και ήχησαν ως ηχούσιν οι κωδωνίσκοι του Αρχιερέως, ενδυομένου υπό των ιεροδιακόνων αυτού και κροτούσιν εις τας ακοάς των παρευρισκομένων, ο δε πατήρ του παιδός νομίσας ότι η Θεοτόκος εδίωκεν αυτόν ως αμαρτωλόν και ανάξιον, έπεσε πρηνής και εδέετο θερμότερον. Συγγενής δε τις του Ελευθερίου Καλογερά, είδεν αυτόν τρέχοντα βιαίως προς τον Ναόν, και νομίσας ότι έτρεχε προς την θάλασσαν να αυτοκτονήση εκ της λύπης του παρηκολούθησεν αυτόν δια να τον αποτρέψη· αλλ’ αφού είδεν αυτόν εισελθόντα εις τον Ναόν, επανήλθεν εις την οικίαν του Καλογερά δια να ίδη τον ασθενή παίδα, και πάλιν επέστρεψεν εις τον Ναόν να ειδοποιήση τον πατέρα του ασθενούς ότι ο υιός του υγιαίνει, ο δε πατήρ ιδών τον συγγενή του εισερχόμενον εις την θύραν του Ναού και νομίσας ότι ο υιός του απέθανεν, έκλαιεν απαρηγόρητα· αφού όμως εβεβαιώθη ότι ζη και υγιαίνει ο υιός του εδόξασε την Υπεραγίαν Θεοτόκον και επανήλθεν εις τον οίκον του, όπου αφιχθείς ηρώτησε τον υιόν του, λέγων· Τί έχεις, Μελέτιέ μου; ο δε παις απεκρίνατο ότι δεν ημπορεί. Τότε ο πατήρ τω λέγει· Δός μου τας χείρας σου· ο δε παις έδωκεν εις τον πατέρα του την δεξιάν του χείρα, επειδή η αριστερά ήτο κρατημένη και παράλυτος· όθεν ο πατήρ εδεήθη πάλιν μετά δακρύων εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον υπέρ της τελείας αναρρώσεως του τέκνου του, και ω του θαύματος! ο παις έδωκεν αμέσως και την αριστεράν αυτού χείρα εις τον πατέρα του, διότι αποκατέστη υγιής καθ’ ολοκληρίαν ως και πρότερον.


ΘΑΥΜΑ 2ον.


Τω 1884 μ.Χ. γυνή τις πάσχουσα τας φρένας ονόματι Ευδοκία Ν. Φιφλή, εκ του χωρίου Χάρακα του Ζόρακος, ελθούσα εν Μονεμβασία περιήρχετο την πόλιν φωνάζουσα και χειρονομούσα δαιμονιωδώς. Εις τον Ναόν της Αειπαρθένου και θαυματουργού Παναγίας Χρυσαφιτίσσης κατά την εσπέραν εκείνην της εορτής της Ζωοδόχου Πηγής εκ παραδόσεως γίνεται κατανυκτική ολονυκτία. Ήτο η ώρα 10 της νυκτός, ότε η εν λόγω παράφρων εισήλθεν εις τον Ιερόν Ναόν απροόπτως. Ιδούσαι ταύτην αι την ολονυκτίαν ποιούσαι γυναίκες εφοβήθησαν σφόδρα, η παράφρων γυνή μετά χειρονομιών διηυθύνθη προ της θαυματουργού Εικόνος της Παναγίας κρατούσα εις την χείρα της τεμάχιον άρτου και επλησίασεν αυτό εις το πρόσωπον της θαυματουργού Εικόνος λέγουσα· «φάγε ψωμί και Σύ μάννα μου». Τη στιγμή εκείνην, ω του θαύματος! η Εικών μετά του θρόνου της εκινήθη και τα χρυσά και αργυρά αφιερώματα αλληλοσυνεκρούσθησαν, η δε φρενοβλαβής πεσούσα εις τα γόνατα της θαυματουργού Εικόνος προσηύχετο μέχρι πρωίας θεραπευθείσα.


ΘΑΥΜΑ 3ον.


Ομοίως τω 1886 μ.Χ. σωτήριον έτος ήλθεν εκ του χωρίου Καταβόθρα του Ασωπού εις ονόματι Κυριάκος Δημότσης πάσχων επίσης τας φρένας, κατά την Εορτήν δε της Εικόνος, τη Δευτέρα του Θωμά, ελθών εν τω Ναώ της Χρυσαφιτίσσης, εθεραπεύθη τελείως.


ΘΑΥΜΑ 4ον.


Ομοίως τω 1884 μ.Χ. γυνή τις ονόματι Καλομοίρα Σεμπέπου, εκ Λυρών της Μονεμβασίας, πάσχουσα τας φρένας εθεραπεύθη, μετά δε την θεραπείαν της μετέβη εις το εν Κυθήροις Μοναστήριον της Μυρτιδιωτίσσης και εγένετο μοναχή.


ΘΑΥΜΑ 5ον.


Αγαρηνός τις έχων οικίαν πλησίον του Ναού της Χρυσαφιτίσσης, απεφάσισε να εκτείνη αυτήν· όθεν εσκέφθη να χαλάση τα κατηχούμενα του Ναού, όπερ και έπραξε, κτίσας μάλιστα και λουτρόν προς το μέρος των κατηχουμένων, δια να πλύνηται αυτός, αι γυναίκες και τα τέκνα του κατά την συνήθειαν των Τούρκων. Αλλ’ ακούσατε, αδελφοί Χριστιανοί, και της Υπεραγίας Θεοτόκου το θαύμα! Όσα τέκνα είχεν ο ειρημένος Αγαρηνός, απέθανον όλα, ως και όσα εγεννούσε και κατόπιν απεβίωσεν άτεκνος. Εις αυτό το λουτρόν προσέτι, όστις επήγαινε να λουσθή, έβλεπεν μία γυναίκα η οποία απειλούσε ότι θα πνίξη αυτόν· ένεκα τούτου οι άνθρωποι φοβούμενοι δεν εκατοίκησαν εις την οικίαν αυτήν, ουδέποτε Χριστιανοί ή Τούρκοι έκτοτε ούτε ετολμούσαν καν και να ουρήσουν όχι εντός του Ναού, αλλ’ εκτός του Ναού αυτού, διότι ή θα εχωλαίνετο, ή θα ετυφλώνετο, ή άλλο τι κακόν θα υπέφερε, και το θαυμασιώτερον, δεν θα ιατρεύετο εκ του κακού, αν δεν προσεκάλει ιερέα τινα να ψάλλη παράκλησιν εις τον Ναόν της Χρυσαφιτίσσης· όσοι δε Τούρκοι ήσαν γείτονες του Ναού τούτου φοβούμενοι μή πάθωσι κακόν τι επρόσφερον κατά παν Σάββατον θυμίαμα εις αυτόν· πολλοί Τούρκοι και Τούρκισσαι αφιέρωσαν πολλάκις εις τον Ναόν τούτον χρυσά και αργυρά αναθήματα αφ’ ού ελάμβανον την υγείαν των δια της επικλήσεως του ονόματος της Υπεραγίας Θεοτόκου της Χρυσαφιτίσσης. Εκ των ανωτέρω δύνασθε να καταλάβητε τα άπειρα θαύματα τα οποία εξετέλεσεν η Πανάμωμος Δέσποινα Θεοτόκος εις τους Χριστιανούς και αλλοθρήσκους, επικαλουμένους την αντίληψην και προστασίαν δια της θείας Εικόνος αυτής, της επονομαζομένης Χρυσαφιτίσσης, προς δόξαν και τιμήν αυτής. Ης ταις Αγίαις Πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ημών ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν.



Ἀπολυτίκιον

Ἦχος δ´. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ὡς δῶρον οὐράνιον, τῇ εὐδοκίᾳ τῇ σῇ, ἡ πόλις ἐκτήσατο, Μονεμβασίας Ἁγνή, τὴν θείαν Εἰκόνα σου· ᾗ περ καὶ προσιοῦσα, Χρυσαφίτισσα Κόρη, λαμβάνει ἀεὶ ἐκ ταύτης, πᾶσαν χάριν βοῶσα· Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ.


Κοντάκιον

Ἦχος πλ. δ´. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Τῇ προστασίᾳ σου Παρθένε Χρυσαφίτισσα Ἀεὶ προστρέχοντες κινδύνων ἐκλυτρούμεθα τὰς πολλάς σου ἀνυμνοῦντες εὐεργεσίας. Ἀλλ᾿ ὡς σκέπη καὶ θερμὸν ἡμῶν προσφύγιον πᾶσι δίδου τὰ αἰτήματα ἑκάστοτε τοῖς βοῶσί σοι, χαῖρε πάντων ἡ ἄνασσα.


Μεγαλυνάριον

Χαῖρε Χρυσαφίτισσα Μαριάμ, τῆς Μονεμβασίας, ἡ ἀντίληψις ἡ θερμή· χαῖρε ἡ διδοῦσα, ἰάσεις τοῖς αἰτοῦσι, τῶν θλιβομένων χαῖρε τὸ παραμύθιον.


Ὁ Οἶκος

Ἄχραντε Θεοτόκε, Χρυσαφίτισσα Κόρη, θερμὴ Μονεμβασίας προστάτις, μὴ παύσῃ προστατεύειν ἀεὶ, τῶν προστρεχόντων τῇ θείᾳ Εἰκόνι σου, καὶ νέμειν τὰ σωτήρια, τοῖς ἐκβοῶσί σοι τοιαῦτα·


Χαῖρε ἡ δόξα τῆς Ἐκκλησίας,

Χαῖρε ἡ σκέπη Μονεμβασίας.

Χαῖρε ἰαμάτων κρουνὸς Χρυσαφίτισσα,

Χαῖρε νοσημάτων παντοίων ἡ λύτειρα.

Χαῖρε ὅτι παραγέγονας ἐκ Χρυσάφων θαυμαστῶς,

Χαῖρε ὅτι τὰ αἰτήματα πληροῖς πάντων συμπαθῶς.

Χαῖρε τῆς εὐσπλαγχνίας ἡ ἀκένωτος βρύσις,

Χαῖρε πάσης ἀνάγκης πολυθρύλητος λύσις.

Χαῖρε πιστῶν χαρὰ καὶ ἐντρύφημα,

Χαῖρε ἡμῶν ἀσίγητον ὕμνημα.

Χαῖρε δι᾿ ἧς ὁ Θεὸς ἐσαρκώθη,

Χαῖρε δι᾿ ἧς ὁ Ἀδὰμ ἐθεώθη·

Χαῖρε πάντων ἡ ἄνασσα.


Κάθισμα

Ἦχος δ´. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ὡς Μήτηρ πανάφθορος, τοῦ Ζωοδότου Χριστοῦ, φθορᾶς πάσης Ἄχραντε, καὶ χαλεπῶν πειρασμῶν, καὶ νόσων καὶ θλίψεων, ἅπαντας ἐκλυτροῦσαι, τοὺς ἐν πίστει τελείᾳ, σπεύδοντας καθ᾿ ἑκάστην, τῷ ἁγίῳ ναῷ σου, Παρθένε Χρυσαφίτισσα, Μονεμβασιτῶν καύχημα.


Σύναξη της Παναγίας Βοηθείας στην Πάτρα

 Το 1988 μ.Χ. αποπερατώθηκε η ανοικοδόμηση του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου των Πατρών, το οποίο πλέον αποτελεί το σημείο αναφοράς ολόκληρης της νοτιοδυτικής Ελλάδος και όχι μόνο.


Αμέσως προέκυψε η ανάγκη ανέγερσης ενός Ιερού Ναού για την επιτέλεση των λατρευτικών ακολουθιών της Εκκλησίας μας καθώς και τη μετοχή στα Ιερά μυστήρια του προσωπικού και των ασθενών.


Ο Ιερός ναός είναι το κέντρο της ζωής όλων των Χριστιανών. Είναι σαν την στοργική Μητέρα η οποία αγκαλιάζει τα παιδιά της, τα περιθάλπει και τα ενισχύει, παρέχοντας πλούσια της σωστική χάρη Της.


Αυτή τη μεγάλη αλήθεια αντιλήφθηκε έγκαιρα μια εκλεκτή και ευσεβής κυρία των Πατρών, και επωμίστηκε όλο το βάρος των εξόδων για την ανέγερση ενός Ιερού Ναού - κόσμημα, του Νοσοκομείου του Ρίου.


Η αξιότιμη κύρια Σταυρούλα Τούλα, οραματίστηκε και πραγματοποίησε ένα θαυμαστό έργο.


Οι πολύτιμοι και αφανείς συνεργάτες της, βοήθησαν τα μέγιστα στην επίτευξη του ιερού αυτού σκοπού.


Τα εγκαίνια του Ιερού Ναού τελέστηκαν στις 10 Ιουνίου 1992 μ.Χ. από τον Μητροπολίτη πρώην Πατρών, κ. Νικόδημο.


Από τότε, ο Ιερός αυτός Ναός, έγινε κατοικητήριο και θρόνος της Βασίλισσας των ουρανών, της Κυρίας των αγγέλων και της Μητέρας του Θεού και των ανθρώπων.


Η «Παναγία η Βοήθεια» αποτελεί πλέον το Ιερό καύχημα όχι μόνο του νοσοκομείου αλλά και όλης της περιοχής των Πατρών.


Εντός του Ιερού Ναού βρίσκεται η εντυπωσιακή εικόνα της Παναγίας, πιστό αντίγραφο της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας της Βοηθείας που βρίσκεται στο ομώνυμο Μοναστήρι της Χίου και αγιογραφήθηκε από την σεμνή και ασκητική καθηγουμένη Βρυαίνη, μοναχή.


Η Παρουσία Της, δίπλα στους ασθενείς και τους εργαζομένους είναι ζωντανή, έντονη και συγκινητική.


Είναι η Προστάτις και βοηθός όλου του Ιατρικού, νοσηλευτικού και υπόλοιπου προσωπικού του νοσηλευτικού Ιδρύματος.


Σκεπάζει με την μητρική αγκαλιά Της όσους προστρέχουν στη χάρη Της.


Εορτάζει πανηγυρικά τη Δευτέρα του Θωμά με κάθε Εκκλησιαστική λαμπρότητα με τη συμμετοχή όλων των παντοιοτρόπως εργαζομένων στο Νοσοκομείο.


Δίπλα Της βρίσκεται ο όσιος Άνθιμος της Χίου , ο οποίος ήταν και ο ιδρυτής της πιο πάνω Ιεράς Μονής.


Η απέραντη αγάπη και ευλάβεια προς τη Μητέρα του Θεού εκδηλωνόταν με την θυσιαστική προσφορά Του προς τον ασθενή συνάνθρωπο με αποκορύφωμα όλων τη διακονία Του στο Λεπροκομείο της Χίου, χωρίς να υπολογίζει κίνδυνους, κόπους και δαιμονικές αντιξοότητες και πειρασμούς.



Ἀπολυτίκιον

Πληθὺς τῶν μοναζόντων ἐν ᾠδαῖς εὐφημήσωμεν ἡμῶν τὴν πολιοῦχον καὶ τοῦ κόσμου προστάτιδα· παντοίων γὰρ θαυμάτων ὡς πηγὴ δεδώρηται ἡμῖν καὶ θησαυρὸς ἡ εἰκὼν τῇς Θεοτόκου, δι' ὅπερ ἅπαντες αὐτῇ ἀναβοήσωμεν· χαῖρε τῶν σὲ τιμώντων ἡ ἐλπίς, χαῖρε ἡμῶν τὸ καύχημα, χαῖρε ἡ χάριν καὶ ὄνομα οὖσα βοήθεια.



Σύναξη της Παναγίας Βοηθείας στην Χίο

 Μόλις 3 χλμ. από την πόλη της Χίου, χτισμένο στο λόφο της περιοχής Φραγκομαχαλάς, με θέα όλη τη χώρα του νησιού βρίσκεται, το με πολλούς κόπους, ιδρώτα και λαχτάρα του αειμνήστου γέροντα Αγίου Ανθίμου  για την αποπεράτωση του (1930 μ.Χ.), μοναστήρι της Παναγίας Βοήθειας.


Κατά την περιήγηση στον προαύλιο χώρο, νοιώθει κανείς τον χρόνο να σταματάει. Ένα φαινόμενο που είναι αισθητό σε κάθε επισκέπτη. Στο εσωτερικό του Ιερού ναού βρίσκετε η Κάρα του Οσίου. Πολλοί επισκέπτες κατά την είσοδό τους στο ναό, γίνονται μάρτυρες παράξενης ευωδίας, η οποία προέρχεται από το ιερό λείψανο του Αγίου.



Ἀπολυτίκιον

Πληθὺς τῶν μοναζόντων ἐν ᾠδαῖς εὐφημήσωμεν ἡμῶν τὴν πολιοῦχον καὶ τοῦ κόσμου προστάτιδα· παντοίων γὰρ θαυμάτων ὡς πηγὴ δεδώρηται ἡμῖν καὶ θησαυρὸς ἡ εἰκὼν τῇς Θεοτόκου, δι' ὅπερ ἅπαντες αὐτῇ ἀναβοήσωμεν· χαῖρε τῶν σὲ τιμώντων ἡ ἐλπίς, χαῖρε ἡμῶν τὸ καύχημα, χαῖρε ἡ χάριν καὶ ὄνομα οὖσα βοήθεια.


Κοντάκιον

Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Τῇ Θεοτόκῳ μετὰ πίστεως προσέλθωμεν, καὶ τὴν Εἰκόνα τὴν Αὐτῆς νῦν προσκυνήσωμεν, ἀναμέλποντες ἐφύμνια μετὰ πόθου. Ἀλλ’ ὡς ἤγειρας ναόν Σου τὸν πανάγιον, καὶ τῆς ποίμνης Σου προστάτις ἔσο πάντοτε, ἵνα ψάλλῃ Σοι· Χαῖρε πάντων Βοήθεια.


Μεγαλυνάριον

Χαίροις ἡ τῆς Χίου θεία Μονή, ἡ τῆς Βασιλίδος τήν Εἰκόνα ὡς θησαυρόν ἔνδοθεν πλουτοῦσα, τήν πάνσεπτον καί θείαν, τήν ὄνομα καί χάριν οὗσαν Βοήθειαν.


Έτερον Μεγαλυνάριον

Χαίροις ἡ προστάτις μοναζουσῶν, ὁδηγός καί φύλαξ τῆς Σῆς ποίμνης τῶν εὐσεβῶν, Παρθένε Παναγία, ἐνθάδε τῶν οἰκούντων, τῶν Σέ προσκαλουμένων, μόνη Βοήθεια.


Έτερον Μεγαλυνάριον

Δεῦτε προσκυνήσωμεν οἱ πιστοί, τήν θείαν Εἰκόνα τῆς Πανάγνου πανευλαβῶς, τήν ἀξιωθεῖσαν Μονήν ὧδαι ἱδρῦσαι, τήν Πρόμαχον τοῦ κόσμου καί τήν Βοήθειαν.


Έτερον Μεγαλυνάριον

Ἔχοντες Εἰκόνα Σου τήν σεπτήν, Ἀνύμφευτε Κόρη, ὡς προπύργιον ὀχυρόν, προστρέχομεν Ταύτῃ καιρῶ τῶ τῶν κινδύνων καί ἐπηρείας πάσης ἀπολυτρούμεθα.


Έτερον Μεγαλυνάριον

Χάριν ποριζόμενοι ἀληθῆ, ἐκ τῆς Σῆς Εἰκόνος, Θεοτόκε, διά παντός, Ταύτην προσκυνοῦμεν καί Σέ ὑμνολογοῦμεν, ἡμῶν ὡς προστασίαν, πάντων Βοήθεια.

Σύναξη της Παναγίας της Παραβουνιώτισσας στην Ερέτρια

 Η Ιερά Εικόνα της Παναγίας Παραβουνιώτισσας είναι μία από τις παλαιότερες εικόνες που έχουν διασωθεί στο διάβα των αιώνων. Εικάζεται ότι αγιογραφήθηκε τον 7ο αιώνα μ.Χ. στην εποχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, επί Βασιλέως Ηρακλείου, μετά από μία νίκη του κατά των Περσών. Αγιογράφοι της Εικόνας ήταν 2 ασκητές μοναχοί από την Κύπρο, ο Σιλβέστρος και Ησαΐας. Οι μοναχοί αυτοί μαζί με άλλους χριστιανούς εγκαταστάθηκαν στην Προικόνησο ή αλλιώς στη νήσο Μαρμαρά, όταν ο αυτοκράτορας Ηράκλειος μετά από τη νίκη του κατά των Περσών, αποφάσισε να μεταφέρει χριστιανούς από την Κύπρο, για να κατοικήσουν στην Προικόνησο. Οι μοναχοί Σιλβέστρος και Ησαΐας επέλεξαν να μείνουν στο βουνό, που ως σήμερα ονομάζεται ΠΑΝΑΓΙΑ, εξαιτίας της ησυχαστικής τους ζωής. Εκεί ανήγειραν παρεκκλήσι στο όνομα της Υπεραγίας Θεοτόκου, και επειδή ακριβώς βρισκόταν ΠΑΡΑ ΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ έδωσαν την επωνυμία στην Παναγία, «ΠΑΡΑΒΟΥΝΙΩΤΙΣΣΑ». Έχτισαν λοιπόν το παρεκκλήσι της Παναγίας Παραβουνιώτισσας.


Το 1054 μ.Χ. με το χωρισμό των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσης προξενήθηκαν πολλά δεινά. Οι Φράγκοι με τις Σταυροφορίες κατέκτησαν ακόμα και την Κωνσταντινούπολη (1204 μ.Χ.), τρομοκρατώντας, καίγοντας ναούς, σχολές και βιβλιοθήκες. Από τη μανία τους δεν ξέφυγε ούτε το παρεκκλήσι της Παναγίας Παραβουνιώτισσας, το οποίο πυρπόλησαν.


Για πολλούς αιώνες τα ερείπια του παρεκκλησίου δεν είχαν ανακαλυφθεί. Τον 16ο αιώνα μ.Χ. οικογένειες από το νησί δημιούργησαν μία κοινότητα στην πεδιάδα του βουνού, επειδή η τοποθεσία, τα ρυάκια που διαπερνούσαν την πεδιάδα και το κλίμα ήταν ιδανικά για την καλλιέργεια αμπελοκήπων. Έχτισαν εκεί και μια Εκκλησία, προς τιμή του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, πενιχρή όμως εξαιτίας του τουρκικού φόβου. Το χωριό που δημιουργήθηκε το ονόμασαν Γαλλιμή, ίσως επειδή τον 2ο αιώνα π.Χ. η πεδιάδα αυτή ήταν καλυμμένη από θάλασσα σχηματίζοντας γαλήνιο - λιμάνι.


Αφού πέρασε ένας αιώνας και πλέον, κάποιοι ποιμένες που έβοσκαν τα πρόβατά τους θέλοντας να φτιάξουν ένα μαντρί, έσκαψαν εν αγνοία τους στα ερείπια του παρεκκλησίου που προαναφέρθηκε. Όταν όμως διαπίστωσαν την ιερότητα του χώρου εγκατέλειψαν το έργο τους και έσπευσαν να αναγγείλουν το γεγονός στον εφημέριο του χωριού. Εκείνος αμέσως πήγε μαζί με τους ποιμένες και φιλόχριστους Γαλλιμίτες κι αφού έκαναν ανασκαφές, βρήκαν το δάπεδο του καέντος ναού και δύο κατεστραμμένα μανουάλια, ανάγλυφα από μάρμαρο. Έπειτα με πολλή συγκίνηση ανέσυραν την Ιερά Εικόνα της Θεομήτορος, από ξύλο ασήπου, που μόλις διακρινόταν η μορφή Της, γιατί είχε φθαρεί από την πολύχρονη διαμονή κάτω από τη γη και την υγρασία.


Με φόβο Θεού και ευλάβεια λιτάνευσαν την Αγία Εικόνα έως τη Γαλλιμή και την τοποθέτησαν σαν πολύτιμο θησαυρό και στολίδι στο αριστερό κλίτος του Ιερού Βήματος του Ναού του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου. Με δαπάνη της πλούσιας οικογένειας Χατζή Δροσίνου ανακαινίστηκε η Ιερά Εικόνα από κάποιον αγιογράφο, Δημήτριο Κουτάλεως.


Επειδή η ανεύρεση της εικόνας έγινε Δευτέρα του Θωμά, καθιερώθηκε να εορτάζεται πανηγυρικά αυτή την ημέρα κάθε χρόνο έως σήμερα.


Μετά την ανταλλαγή του πληθυσμού από τη Μ. Ασία, οι πρόσφυγες που ήρθαν στην Ερέτρια προτίμησαν να μεταφέρουν από τον τόπο τους μέσα σε δύο μεγάλα καΐκια, αντί περιουσίας την Αγία Εικόνα της Παναγίας, όπως και άλλες 410 εικόνες, γιατί πίστευαν περισσότερο στα θαύματα που ανέβλυζαν από τη Χάρη των Αγίων, παρά στο μαμωνά, το χρυσό και τον άργυρο.


Οι ξενιτεμένοι Γαλλιμίτες, με δάκρυα στα μάτια, πριν βρουν κρεβάτι να ξαποστάσουν την πρώτη τους νύχτα στην Ερέτρια, λιτάνευσαν τις Ιερές Εικόνες με ιερέα τον Παπά - Στρατή έως τον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου.


Μία ιερή μυσταγωγία με θυσιαστήριο τις καρδιές των προσφύγων εκτυλισσόταν μέσα στο ναό που η ψαλμωδία, το κλάμα και ο πόνος έκαναν τις εικόνες να τρίζουν, τα καντήλια να κινούνται, όπως μαρτυρούν μέχρι σήμερα πολλοί πρόσφυγες, σαν ένα σημάδι συμπαράστασης, ευλογίας και Θείας παρηγοριάς.


Οι μισές εικόνες και οι μισοί πρόσφυγες μετακόμισαν στην Αμμουλιανή της Θεσσαλονίκης. Η Ιερά Εικόνα της Παναγίας Παραβουνιώτισσας έμεινε στην Ερέτρια για να συντροφεύει τους πρόσφυγες και τους απογόνους τους. Προς τιμή της Θαυματουργού Εικόνος δημιουργήθηκε νέα Ενορία στην Ερέτρια (31 Μαρτίου 1999 μ.Χ.) με Προεδρικό Διάταγμα και το 2002 μ.Χ. χτίστηκε ένας μικρός αλλά χαριτωμένος ναός, ο Ιερός Ναός της Παναγίας Παραβουνιώτισσας, όπου στεγάζεται η Ιερά Εικόνα. Στις 12 Απριλίου 2010 μ.Χ., Δευτέρα του Θωμά, που γιορτάζει η Παναγία Παραβουνιώτισσα, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Χαλκίδος κ. Χρυσόστομος έβαλε το θεμέλιο λίθο για την ανέγερση ενός νέου, μεγάλου Ναού, αντάξιου της τιμής που οφείλουμε στην Παναγία μας.


Περιγραφή της Ιεράς Εικόνος

Στην Ιερά Εικόνα παριστάνεται η Παναγία, να κρατά το Χριστό αριστερά Της με τα δυο Της χέρια. Ο Χριστός εικονίζεται με σώμα τετράχρονου παιδιού, αλλά με πρόσωπο δωδεκάχρονου, ίσως για να τονιστεί η σοφία Του. Με το δεξί Του χέρι ο Χριστός ευλογεί κοιτάζοντας ευθεία μπροστά.


Το πρόσωπο της Παναγίας είναι γλυκύ, αλλά και σοβαρό έως αυστηρό· η μύτη λεπτή και μακρουλή δείχνοντας μία πραότητα και ηρεμία, το στόμα κλειστό και μικρό συμβολίζοντας τη νηστεία που έκανε, αλλά και το ολιγόλογο. Το φόρεμα καλύπτει όλο το σώμα σαν βασιλικός μανδύας, το ίδιο και του Χριστού. Κάθεται επάνω σε μεγαλοπρεπή θρόνο σ'ένα πανέμορφο μαξιλάρι. Αριστερά και δεξιά Της παραστέκονται 2 Άγγελοι σε στάση δεήσεως, με καλυμμένα εντελώς τα χέρια με το ένδυμά τους, ως ένδειξη σεβασμού και δέους. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός μας λέγει: «Μπαίνω στο ιατρείο των ψυχών, στην Εκκλησία, πνιγμένος από λογισμούς σαν να είμαι μέσα σε αγκάθια. Η ομορφιά των εικόνων όμως με έλκει και άθελά μου ο νους μου πηγαίνει στην υπομονή που έδειξε η Παναγία στη ζωή, αλλά και με τι δόξα στεφανώθηκε· μέσω της εικόνας κατανύγομαι, δοξολογώ το Θεό, κερδίζω τη σωτηρία μου».



Ἀπολυτίκιον

Ἦχος πλ. α΄. Τὸν Συνάναρχον Λόγον.

Τὴν Ἁγίαν Εἰκόνα τῆς Θεομήτορος, εἰς Γαλλιμὴν εὑρεθεῖσα, ἐν τοῖς ἀρχαίοις καιροῖς, Παραβουνιώτισσα τὴν θείαν προσκυνήσωμεν, ὅτι Εὐβοίας ἡ χαρά, Ἐρετρίας τε φρουρός, ἐδείχθη ἡμῖν καὶ δόξα, καὶ εἰσακούει ταχέως, δεήσεις πάντων τῶν τιμώντων Αὐτήν.


Μεγαλυνάριον

Δεῦτε προσκυνήσωμεν ἀδελφοί, τῆς Παραβουνιωτίσσης τὴν Εἰκόνα τὴν σεβαστήν, τὴν πεφημισμένην, περίδοξον ἐν πᾶσι, τῷ πλήθει τῶν θαυμάτων ὕμνοις δοξάζοντες.

Άγιος Θεότιμος Επίσκοπος Ρουμανίας

 Ο Άγιος Θεότιμος ήταν Επίσκοπος Τόμεως ή Τόμων της Μικράς Σκυθίας κατά τα τέλη του 4ου αιώνος μ.Χ. Οι περί τον Δούναβη κατοικούντες βάρβαροι Ούννοι, θαυμάζοντας την αρετή του Αγίου, τον ονόμαζαν θεό των Ρωμαίων. Ο Άγιος, κατά τον Άγιο Ιερώνυμο, συνέγραψε σε διαλόγους «Ομιλίας βραχείας και κομματικάς», των οποίων αποσπάσματα σώζονται στα Παράλληλα του Οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού. Ο Άγιος Θεότιμος κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 407 μ.Χ.