Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καί ὁ Λόγος ἦν πρός τόν Θεόν...

 Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος. Οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν Θεόν. πάντα δι’ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἓν ὃ γέγονεν. Εν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων. Καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν.

Το ανωτέρω αποτελεί το πρώτο χωρίο του Ευαγγελίου που διαβάζεται στην αναστάσιμη Θεία Λειτουργία. Αν παει κάνεις να το ερμηνεύσει με το μυαλό του, είτε θα τρελαθεί είτε θα καταλήξει σε σωρό αιρετικών δοξασιών. Αλλά μόνον έτσι μπορεί να διατυπωθεί ο Θεός και η κατά χάρη θέωση που μας δίνει ως δυνατότητα με την Ανάσταση Του! Χριστός Ανέστη!

Χαράλαμπος Μηνάογλου

Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ: Ο μοναδικός βασιλιάς της καρδιάς μας

 «Σε κανέναν μην παραδώσετε τον Χριστό! Ας είναι ο μοναδικός βασιλιάς της καρδιάς σας! Η πίστη στον Χριστό είναι πραγματική ζωή, η ζωή του Ίδιου του Χριστού. Με την αγάπη μας προς τον Χριστό, θα παραμείνουμε ασάλευτοι. Κάθε παρεξήγηση, κάθε θλίψη μας, να την υπομένετε ως ζωή του Χριστού. Υπάρχουν πολλές οδοί προς το “απολυτο” της ανθρωπότητος, αλλά δεν υπάρχει καμμία που θα μπορούσε να συγκριθεί με την οδό του Χριστού, παρά τις οποιεσδήποτε δυσκολίες. Αν ο Κύριος όρισε να πεθάνουμε, θα πεθάνουμε με την συνείδηση της αγάπης Του, η οποία Τον οδήγησε στον Σταυρό. Ελπίζω ότι ενεργούν αληθινά μέσα μας τα λόγια του Χριστού: “Εγώ ζω και υμείς ζήσεσθε” (Ιωάν. ιδ  19). Κάθε λόγος του Χριστού, είναι η ίδια η Θεία αιωνιότητα. Όπως Εκείνος έπασχε για όλη την κτίση και για όλο τον κόσμο, έτσι και εμείς θα προσευχόμαστε στον Θεό. Και στις δύσκολες στιγμές, ας μας κυριεύει ο θρήνος της Γεθσημανή. Γιατί και σ’ εμάς συμβαίνει, όταν η προσευχή μας ομοιάσει κάπως με εκείνον τον θρήνο, όταν μας εγγίζει το Αιώνιο Πνεύμα, να ζούμε αληθινά. Τότε αρχίζει η αθάνατη ζωή μας. Και τότε παρουσιάζεται μπροστά μας ο Απόλυτος Θεός, με εντελώς άλλη μορφή. Η χριστιανική μας πίστη είναι η έσχατη τελειότητα, και κανένας ας μη μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού! –Όπως έλεγε ο μέγας Παύλος (Ρωμ. η  35). Αυτά είναι δικά μου λόγια, αλλά βλέπετε μιλούμε με την ίδια γλώσσα για την ίδια ζωή, όπως οι Απόστολοι και πάντες οι Άγιοι μαρτυρούσαν για την θεότητα του Χριστού. Παρακαλώ, όπως πάντα, τον Θεό να μου δώσει λόγο. Τότε τα λόγια συνωθούνται όλα μαζί και θα ήθελα να επιλέξω εκείνα που από την φύση τους είναι φορείς αιώνιας ζωής. Όταν αρχίζουμε να πάσχουμε όπως ο Χριστός για όλη την κτίση, τότε, “εν Χριστώ” και με τον Χριστό, ζούμε την αιώνια ζωή. Δεν είναι εύκολη η ζωή μας. Όποιος δεν την γνωρίζει, εκείνος δεν γνωρίζει τον πόνο του Χριστού. Τελειώνω λοιπόν τον λόγο μου μαζί σας, με τα λόγια: Να παραδώσουμε την ζωή μας, για να ζήσουν οι άλλοι· να παρηγορούμε όλους όσοι έρχονται· τους φτωχούς που δεν έχουν άλλον παρηγορητή στον κόσμο αυτόν. Και έτσι, υπηρετώντας τον Θεό στα πρόσωπα των αδελφών μας που πάσχουν, ενωνόμαστε μέσα στην αγάπη αυτήν με τον Χριστό για όλη την αιωνιότητα…».



 [Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ): «Οικοδομώντας τον Ναό του Θεού μέσα μας και στους αδελφούς μας», τομ. γ , Ομιλία 115η, σελ. 349–351, Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 2014.]

Άγιος Πλάτων ο Ιερομάρτυρας επίσκοπος Μπάνια Λούκα

 Ο Άγιος Ιερομάρτυρας Πλάτων, κατά κόσμο Μιλιβόγιε Ιωάννοβιτς, γεννήθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1874 μ.Χ. στο Βελιγράδι από τον Ηλία Ιωάννοβιτς και την Γιέλκα Σοκόλοβιτς. Μετά την εγκύκλια μόρφωσή του ακολούθησε το μοναχικό βίο και εκάρη μοναχός. Λίγο αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος. Το 1896 μ.Χ. απεστάλη για σπουδές στη θεολογική ακαδημία της Μόσχας. Επιστρέφοντας το 1901 μ.Χ. από τη Ρωσία, μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του, διορίσθηκε προϊστάμενος της μονής Ρακοβίτσα και καθηγητής.


Κατά τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο ο Αρχιμανδρίτης Πλάτων κατετάγη στο σώμα των στρατιωτικών ιερέων και μετά το πέρας του πολέμου αφιέρωσε την διακονία του στην περίθαλψη των ορφανών και των πληγέντων. Το 1938 μ.Χ. εξελέγη Επίσκοπος Αχρίδος και το 1939 μ.Χ. μετατίθεται στην Επισκοπή της Μπάνια Λούκα στο βόρειο μέρος της Βοσνίας.


Όταν ο Χίτλερ, κατά την διάρκεια του Β' Παγκοσμίου πολέμου, κατέλαβε το βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας, το 1941 μ.Χ., διόρισε φιλοναζιστική κυβέρνηση στην Κροατία. Η νέα κυβέρνηση απαίτησε όλοι οι Ορθόδοξοι Σέρβιοι (περίπου 3.000.000 πιστοί) να ασπασθούν το Ρωμαιοκαθολικισμό, για να θεωρούνται Κροάτες, ή να εγκαταλείψουν τον τόπο τους, για να μην δολοφονηθούν. Οι αρχές ζήτησαν από τον Επίσκοπο Πλάτωνα, επειδή καταγόταν από το Βελιγράδι, να εγκαταλείψει την περιοχή και να φύγει μαζί με το ποίμνιό του στη Σερβία. Αρνήθηκε όμως, λέγοντας ότι η εκλογή του έγινε από την Εκκλησία με βάση τους Κανόνες και τον πνευματικό νόμο. Όφειλε λοιπόν, να παραμείνει κοντά στο ποίμνιό του και να δώσει την ψυχή του γι' αυτό, εάν χρειαζόταν. Ωστόσο οι αρχές τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει την επαρχία του. Ο Επίσκοπος ζήτησε να μείνει δύο - τρεις ημέρες προκειμένου να προετοιμασθεί για την αναχώρησή του. Δεν πρόλαβε όμως. Οι Ουστάτσι τον συνέλαβαν μαζί με τον ιερέα Δουσάν (Σούμποτιτς) και τον εκτέλεσαν. Το ιερό λείψανο του Ιερομάρτυρα Πλάτωνος το έριξαν στον ποταμό Βρμπάνια. Λίγες ημέρες αργότερα κάποιοι Χριστιανοί του χωριού Κουμσάλε το περισυνέλεξαν και το ενταφίασαν στο στρατιωτικό κοιμητήριο της Μπάνια Λούκα.


Το 1973 μ.Χ. τα τίμια λείψανά του μετακομίσθηκαν στον καθεδρικό ναό της Μπάνια Λούκα.


Η κανονική πράξη αγιοποιήσεως του Ιερομάρτυρα Πλάτωνος έγινε από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Σερβίας, το 1998 μ.Χ.

Άγιος Γρηγόριος Γραβανός ο Νισύριος

 Ο Άγιος Γρηγόριος ήταν μέλος του κινήματος των Κολλυβάδων. Όταν το κίνημα των Κολυββάδων ξεπέρασε τα όρια του Αγίου Όρους, οι μοναχοί διασκορπίστηκαν στα νησιά του Αιγαίου. Ο Άγιος Γρηγόριος μαζί με άλλους ήρθε στην Πάτμο και αργότερα στους Λειψούς, όπου έχτισε ερημητήριο προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου.


Εξαιτίας πειρατικών επιδρομών, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το νησί και να επιστρέψει αργότερα στην Πάτμο, όπου συνάντησε το Μακάριο το Νοταρά , που έμενε στο Κάθισμα των Αγίων Πάντων που δημιούργησε ο ίδιος στο λόφο της Κουμάνας. Ο Άγιος Γρηγόριος παρέμεινε με το Μακάριο για λίγο και μετά έφυγε για ένα άλλο μέρος του νησιού, που ονομάζεται Γραβά (το Γραβανός προέρχεται από το μέρος αυτό).


Έγινε ευρέως γνωστός ως πνευματικός και υπάρχει η παράδοση ότι ακόμη και ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως τον επισκέφθηκε. Κάποια στιγμή, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Πάτμο για την Ικαρία, όπου και κοιμήθηκε το 1812 μ.Χ.

Όσιος Ανανίας εκ Μαλλών Κρήτης

 Πρώτος Αδελφός, ανακαινιστής και Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Παναγίας Εξακουστής Μαλλών Ιεράπετρας, υπήρξε ο Χατζη-Ανανίας, κατά κόσμον Αντώνιος Μπαρμπεράκης, που γεννήθηκε το έτος 1837 μ.Χ. στις Μαλλες Ιεράπετρας από απλούς, φτωχούς αλλά θεοσεβείς γονείς, τον Ιωάννη και την Αθηνά, οι οποίοι μεγάλωσαν το παιδί τους «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου».


Ο Αντώνιος δεν έμαθε γράμματα, αλλά από μικρός είχε έφεση στα ιερά γράμματα και επιθυμούσε να περιβληθεί το αγγελικό σχήμα. Απέφευγε κάθε σωματική απόλαυση. Ως βρέφος δεν θήλαζε Τετάρτη και Παρασκευή και αρνούνταν πεισματικά να πιάσει τον μαστό της μητέρας του. Δεν έφαγε ποτέ κρέας, ψάρι και τυροκομικά. Μόνο τα Σαββατοκύριακα και τις μεγάλες εορτές έτρωγε λάδι και το Πάσχα κατέλυε οστρακοειδή, σουπιές και καλαμάρια. Ήταν πάντοτε ξυπόλυτος και ντυμένος κατάσαρκα με τρίχινα και χονδρά ράσα ενώ για κρεββάτι του είχε το δέρμα ενός ζώου, συνήθως προβάτου, και μαξιλάρι του μία κακόβολη πέτρα. Έτσι, σε ηλικία μόλις 14 ετών εγκατέλειψε το πατρικό του σπίτι και κατέφυγε στην Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Καψά Σητείας, όπου εκάρη Μοναχός και υπήρξε μαθητής και συμμοναστής του Οσίου Ιωσήφ του Γεροντογιάννη, ιδρυτού της σημερινής Μονής Καψά, ο οποίος τον όρισε διάδοχό του.


Μετά το θάνατο του Οσίου Ιωσήφ το 1870 μ.Χ. εξελέγη Ηγούμενος της Μονής, αλλά κάποιες συκοφαντίες τον ανάγκασαν αργότερα να καταφύγει στα Ιεροσόλυμα. Επειδή έμεινε στους Αγίους Τόπους, όπου είχε πάει να προσκυνήσει τα Ιερά Προσκυνήματα φέρει τον τίτλο του Χατζή, που στα αραβικά σημαίνει προσκυνητής.


Ο νόστος και η αγάπη του για την πατρίδα τον έφεραν πίσω στις Μάλλες το έτος 1877 μ.Χ., όπου κατέφυγε στην Εξακουστή και επιδόθηκε στο ανακαινιστικό έργο της Μονής. Συγκαταλέγεται ανάμεσα στους δραστήριους εκείνους μοναχούς που έδρασαν κατά τα τέλη του 19ου αιώνα μ.Χ., ως ανακαινιστές ξεχασμένων μοναστηριών και ως ιδρυτές καινούργιων.


Ο Χατζη-Ανανίας ανακαίνισε το σπηλαιώδη ναό και ανοικοδόμησε τον παλαιό ναό, τον οποίο και μετέτρεψε σε καθολικό της νεοσύστατης Μονής. Συμφωνα με τον Γάλλο αρχαιολόγο Πωλ Φωρ βρήκε εκεί «ερείπιόν τι ναού, αγνώστου ονόματος και μικρόν τι Εξωκκλήσιον, επωνομαζόμενον δε Παναγία Εξακουστή...». Αυτό επιβεβαιώνεται και από άλλες πηγές, που αναφέρουν ότι ο Χατζή- Ανανίας ανακαίνισε την εκκλησία που υπήρχε εκεί και άρχισε να οικοδομεί την καινούργια Μονή κοντά στο σπήλαιο. Η αποπεράτωση των εργασιών της ανακαίνισης της Μονής έγινε πέντε χρόνια μετά και αναφέρεται σε επιγραφή που σώζεται στη βάση του κωδωνοστασίου του Ναού: «ΤΗ 21η ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1882 / ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΕΞΑΚΟΥΣΤΗΣ / ΜΝΗΣΘΗΤΙ ΚΥΡΙΕ ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΣΟΥ ΑΝΑΝΙΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ / ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΕΙΑΣ ΑΥΤΟΥ».


Ο Ναός έχει σχήμα μονόκλιτης Βασιλικής, με στέγη σαμαροειδή, όπως συνηθίζεται στην Κρήτη. Οι εικόνες του τέμπλου είναι νεώτερες, όμως δεξιά και αριστερά του Τέμπλου βρίσκονται εντοιχισμένες δύο παλιές εικόνες της Υπεραγίας Θεοτόκου Βρεφοκρατούσης και του Τιμίου Προδρόμου, ενώ παλιός είναι και ο Δεσποτικός Θρόνος. Το τέμπλο είναι ξυλόγλυπτο εξαιρετικής τέχνης και είναι έργο των περίφημων ξυλογλυπτών (νιταδόρων) αδελφών Παναγιώτου και Ιωάννου Μακράκη και Ζαχ. Φαρσάρη από το Μέσα Λασίθι Οροπεδίου. Στη νότια πλευρά του περιβόλου και σε μικρή απόσταση υπάρχει βράχος, η κορυφή του οποίου καλύπτεται από τους κλάδους συκιάς.


Στη βάση του υπάρχει μικρός σπηλαιώδης ναός αφιερωμένος στην ένδοξη Μεταμόρφωση του Κυρίου. Αρχικά ήταν μικρό φυσικό σπήλαιο, το οποίο διαμορφώθηκε πρόχειρα σε ναΰδριο και γι’ αυτό θεωρείται αχειροποίητος η θεόκτιστος ναός, στον οποίο ανακαλύφθηκε η εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Αργότερα καλύφθηκε με τοίχο η δυτική πλευρά του και κλείσθηκε με πόρτα, ενώ σοβατίσθηκε το εσωτερικό του και κατασκευάσθηκε μικρό τέμπλο. Το Θυσιαστήριο του είναι φυσικός βράχος. Πάνω στο Θυσιαστήριο υπάρχει βράχος, χωρίς όμως να έχει ερευνηθεί γιατί η διάμετρος είναι πολύ μικρή.


Συμφώνα με την παράδοση το ναΰδριο αυτό δεν υπήρχε, αλλά υπήρχε απλώς μικρό φυσικό σπήλαιο. Σ’ αυτό αναγκάσθηκε να καταφύγει μικρό παιδί ο Αντώνιος Μπαρμπεράκης, ο μετέπειτα Μοναχός Χατζη-Ανανίας, μία μέρα του χειμώνα που έβοσκε εκεί κοντά τα ζώα της οικογένειας του για να προφυλαχθεί από τη βροχή και αποκοιμήθηκε. Τότε είδε στο όνειρό του την Παναγία, η οποία του είπε ότι είναι εκεί και να ερευνήσει να βρει την εικόνα της. Το παιδί εκείνο ξύπνησε φοβισμένο και έφυγε. Το ίδιο όνειρο είδε και την επόμενη μέρα όταν αναγκάστηκε και πάλι να καταφύγει στο σπήλαιο αυτό για να προφυλαχθεί από τη βροχή και αποκοιμήθηκε. Όταν ξύπνησε ερεύνησε στο βάθος του σπηλαίου και ανακάλυψε μία εικόνα της Παναγίας, την οποία μετέφερε το βράδυ στο πατρικό σπίτι του. Ο πατέρας του Αντωνίου φοβήθηκε να κρατήσει την εικόνα στο σπίτι του, επειδή θεωρούσε ανάξιο και ακατάλληλο τον χώρο αυτό για την Παναγία. Έτσι παρήγγειλε στο γιό του να επιστρέψει την εικόνα στον τόπο που την βρήκε. Από τότε ο μικρός Αντώνιος πήγαινε καθημερινά στο χώρο αυτό και άναβε κανδήλι μπροστά στην εικόνα. Αργότερα μαζί με τον πατέρα του διαμόρφωσαν εκείνο το σπήλαιο σε Ναΰδριο.


Μετά από πολλά χρόνια, ο Αντώνιος έγινε Μοναχός στη Μονή Καψά και έλαβε το όνομα Ανανίας, και επέστρεψε, όπως είπαμε, στη γενέτειρά του το έτος 1877 μ.Χ. για να εγκατασταθεί στην μέχρι τότε ερειπωμένη Μονή Εξακουστής. Η φωτισμένη προσωπικότητα και η αγιότητα του Χατζή- Ανανία προσέλκυσε και άλλους Μοναχούς στο Μοναστήρι, οι οποίοι πρόσφεραν και την πατρική τους περιουσία, με αποτέλεσμα τη σύντομη αποπεράτωση και επάνδρωση της Μονής. Η γύρω περιοχή ανήκε στην οικογένεια Τσακιράκη, που τη δώρισε για την ανέγερση της Μονής και βοήθησε τον Χατζή-Ανανία στο έργο του. Νέοι προσκυνητές κατέφθαναν καθημερινά στο νεόδμητο τότε μοναστήρι και υποψήφιοι μοναχοί εγκαταστάθηκαν σ' αυτό. Το 1881 μ.Χ. η Μονή αριθμούσε οκτώ μοναχούς και δύο λαϊκούς κατοίκους. Ηγούμενος της Μονής παρέμεινε ως το 1895 μ.Χ. ο Χατζή-Ανανίας, ο οποίος προσπάθησε με τα πλούσια διοικητικά του χαρίσματα να αποκτήσει το μοναστήρι πόρους για να μπορέσει να επιβιώσει. «...Η της Μονής περιουσία, η οποία κατ’ αρχάς αποτελείτο κατ’ έκτασιν εκ κτήματος οκτώ στρεμμάτων πέριξ της Μονής, ηυξήθη δι’ αγορών εις τριάκοντα στρέμματα, καλλιεργημένα και δενδροφυτευμένα. Εις την περιουσίαν ταύτην, δι’ αγορών ομοίως και αφιερώσεων, προσετέθησαν και άλλα εις εννέα διαφόρους θέσεις κτήματα, εν οις και ελαιοτριβείον εντός του χωρίου Μαλλών...», σημειώνει ο Ν. Ι. Παπαδάκης στο έργο του «Η Εκκλησία της Κρήτης».


Το 1893 μ.Χ. κανονικός Ηγούμενος της Μονής εξελέγη ο Ιερομόναχος Μεθόδιος Βρυγιωνάκης από τους Αρμένους, αλλά τίποτα δεν γινόταν στη Μονή χωρίς τη γνώμη και του Χατζή-Ανανία, τον οποίο όλοι αναγνώριζαν ως κτίτορα. Τα χρόνια αυτά η Αδελφότητα της Μονής είχε δύναμη οκτώ Μοναχούς και δύο δοκίμους, ενώ διέθεται αξιόλογη κτηματική περιουσία και ικανό αριθμό αιγοπροβάτων. Το επόμενο έτος ο π. Μεθόδιος παραιτήθηκε και στη θέση του ηγουμένου εξελέγη ο Ιερομόναχος Ιερόθεος Μπαρμπεράκης, ανηψιός του Χατζή-Ανανία. Λίγο αργότερα, λόγω δύσκολων συνθηκών, ο τότε Επίσκοπος Ιεράς και Σητείας Αμβρόσιος ανέθεσε πάλι στον Χατζή-Ανανία την επιστασία της Μονής από τις 7 Απριλίου 1898 μ.Χ. έως 3 Φεβρουαρίου 1899 μ.Χ.


Η σπουδαία αυτή πορεία του Μοναστηριού διακόπηκε με το ξεκίνημα του 20ου αιώνα μ.Χ., αφού η Μονή κρίθηκε διαλυτέα σύμφωνα με τον Καταστατικό Νομό της Κρητικής Πολιτείας 276/1900 της εν Κρήτη Ορθοδόξου Εκκλησίας, με την οποία οι δέκα (10) μοναχοί μετατέθηκαν και εγγράφησαν στη Μονή Φανερωμένης. Ομως το 1903 μ.Χ. η Μονή επανασυστάθηκε και ο Χατζή-Ανανίας με όλη την αδελφότητα των μοναχών επανήλθαν στον αγαπημένο τους τόπο, την Μονή της μετανοίας τους.


Λίγα χρόνια αργότερα, ο ίδιος ο Ηγούμενος Ανανίας εκοιμήθη οσιακά τη νύκτα του Πασχα, στις 22 Απριλίου του 1907 μ.Χ., την ώρα μάλιστα της τελετής της Αναστάσεως.


Στη συνείδηση όσων τον γνώρισαν από κοντά είναι ένας άγιος, που η φήμη του φτάνει ως τις μέρες μας και διατηρείται ζωντανή στους κατοίκους της περιοχής Ιεράπετρας και Βιάννου. Εκτός από το χάρισμα της ιάσεως ασθενών, ήταν προικισμένος από τον Θεό και με το προορατικό χάρισμα, με το οποίο βοήθηκε πολλούς πιστούς να συναισθανθούν την αμαρτωλότητά τους και να μετανοήσουν. Τα Λείψανά του μετά την εκταφή αποπνέουν άρρητη ευωδία και επιτελούν θαύματα σε όσους με πίστη επικαλούνται την βοήθεια του.


Όπως είναι φυσικό μετά τον θάνατο του Οσίου Ανανία η Μονή γνωρίζει περίοδο παρακμής, αφού ο βασικός πόλος έλξεως των προσκυνητών δεν βρίσκεται πια στη ζωή. Το 1920 μ.Χ. αριθμούσε μόλις τέσσερις μοναχούς, ενώ το 1935 μ.Χ. η Μονή κρίθηκε διαλυτέα και άρχισε η ερήμωσή της. Ο Οργανισμός Διαχειρίσεως Εκκλησιαστικής Περιουσίας πώλησε στην τότε Κοινότητα Μαλλών όσα κτήματα είχαν απομείνει.


Κατά το διάστημα της Γερμανοϊταλικής Κατοχής τα κελλιά λεηλατήθηκαν και ερημώθηκαν. Δεν καταστράφηκαν μόνο το παρεκκλήσιο της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, αλλά και το Καθολικό της Μονής και το κελλί του Ιερομονάχου π. Ιωακείμ Χατζάκη, που πήγαινε τακτικά για να λειτουργεί στο Μοναστήρι του.

Άγιος Γάιος Επίσκοπος Ρώμης

 Ο Άγιος Ιερομάρτυρας Γάιος καταγόταν από τη Δαλματία και εξελέγη Επίσκοπος Ρώμης το έτος 283 μ.Χ. Σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές ήταν συγγενής του αυτοκράτορα Διοκλητιανού και αδελφός του Αγίου Μάρτυρα Γαβίνου . Υπέστη πολλούς διωγμούς και κακώσεις, κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Διοκλητιανού και για κάποιο χρονικό διάστημα αναγκάσθηκε να καταφύγει σε σπήλαιο μακριά από τη Ρώμη. Κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 296 μ.Χ.

Άγιος Νέαρχος

Ο Άγιος Μάρτυς Νέαρχος τελειώθηκε διά πυρός. Εικάζεται ότι ήταν φίλος του Αγίου Μάρτυρα Πολυεύκτου . Εάν θεωρηθεί ότι αυτό είναι αληθές, τότε ο Άγιος Νέαρχος πρέπει να μαρτύρησε κατά τους χρόνους των αυτοκρατόρων Δεκίου (249 - 251 μ.Χ.) και Ουαλεριανού (251 - 259 μ.Χ.).