Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

Διακονώντας Μυστήριο

 Ένας ενάρετος κληρικός εκοιμήθη πρόσφατα και με αγαθή διάθεση δημοσιεύθηκαν κείμενα με θαυμαστά περιστατικά, όπως ότι κάποιοι είδαν φως όταν προσευχόταν, είδαν θαυμαστά σημεία, ότι «κάτι» υπερκόσμιο συνέβη γύρω από την παρουσία του. Δεν τα απορρίπτω. Ούτε θέλω να απομειώσω ό,τι ο Θεός μπορεί να παραχωρεί ως παρηγοριά.


Κι όμως, μέσα μου μένει μια σκέψη που δεν με αφήνει ήσυχο: μήπως συχνά καταντάμε να μοιάζουμε με τους ανθρώπους της εποχής του Χριστού, που ζητούσαν «σημεῖον ἰδεῖν»; Μήπως αγαπάμε πιο πολύ το θέαμα από την ουσία; Μήπως διψάμε για το έκτακτο, και περνάμε βιαστικά μπροστά από το καθημερινό θαύμα της θυσιαστικής διακονίας;


Διότι, αν θέλω να είμαι ειλικρινής, το πιο μεγάλο «σημείο» στη ζωή αυτού του κληρικού δεν ήταν κάτι που έλαμψε για λίγο μπροστά στα μάτια κάποιων. Ήταν κάτι που κράτησε δεκαετίες. Ήταν η σταθερή διακονία του ως εφημερίου, σε μια ενορία, με ανθρώπους, με δυσκολίες, με καθημερινή εκνευριστική ρουτίνα, με φθορά. Ήταν η αφιέρωση στην εξομολόγηση και την πνευματική καθοδήγηση—μια εργασία που την θεωρούμε δεδομένη, αλλά στην πραγματικότητα απαιτεί καρδιά που «καίγεται» για την διακονία του Σώματος του Χριστού.


Πόσο εύκολα το λέμε: «πήγα να εξομολογηθώ». Κι όμως, από την άλλη πλευρά υπάρχει ένας άνθρωπος που κάθεται. Ώρες. Μέρες. Χρόνια. Ακούει αμαρτίες, λογισμούς, ερωτήσεις, μπερδέματα, φόβους, δικαιολογίες, μεταμέλειες, δάκρυα, πείσματα, σιωπές. Βλέπει πρόσωπα διαφορετικά, χαρακτήρες αντίθετους, διαθέσεις που αλλάζουν. Κι όσο περνά η ώρα, το σώμα πονά. Το κεφάλι βαραίνει. Η φωνή κουράζεται. Το πνεύμα στεγνώνει. Κάποια στιγμή, ανθρώπινα, θα ήθελες να σηκωθείς—να τελειώνει το μαρτύριο.


Αλλά δεν σηκώνεσαι. Γιατί εκείνη την ώρα δεν «κάνεις μια συζήτηση» ή «ψυχανάλυση». Διακονείς Μυστήριο. Κρατάς μια πόρτα ανοιχτή για να περάσει ένας αδελφός σου από το σκοτάδι στο φως της μετανοίας. Και αυτό θέλει θυσιαστική διάθεση. Θέλει να μη δυσφορήσεις. Θέλει να μην αφήσεις την κόπωση να γίνει σκληρότητα. Θέλει να έχεις την υπομονή να κατηχήσεις, τη διάκριση να ξεχωρίσεις την αλήθεια από την πλάνη, τη λεπτότητα να παρηγορήσεις χωρίς να χαϊδέψεις, τη σταθερότητα να βάλεις όριο και να παιδαγωγήσεις χωρίς να συντρίψεις.


Κι υπάρχει κι ένας άλλος κόπος, που δεν φαίνεται καθόλου: ο εσωτερικός. Να μη μπει ο πειρασμός της εξουσίας μέσα στη σχέση πνευματικού–εξομολογουμένου. Να μη γίνει η εξομολόγηση «χώρος επιβολής». Να μη περάσουν οι δικές σου ιδέες ως δήθεν «φωνή Θεού». Να μη σε μεθύσει η τιμή, ούτε οι εκδηλώσεις θαυμασμού. Να κρύβεις το πρόσωπό σου για να φαίνεται ο Χριστός και η Εκκλησία. Να μένεις υπάκουος, εκκλησιαστικός, ταπεινός—χωρίς να καλλιεργείς τον ρόλο του «μεγάλου γέροντα». Αυτός είναι αγώνας. Και είναι αγώνας καθημερινός, γιατί η ανθρώπινη ψυχή εύκολα γλιστρά στην κενοδοξία, ακόμη και με αφορμή τα πιο ιερά.


Αυτή τη θυσιαστική διακονία σκέφτομαι αυτές τις ημέρες. Κι όχι μόνο για τον συγκεκριμένο κεκοιμημένο ενάρετο κληρικό, αλλά και για τόσους άλλους κληρικούς που υπηρετούν αθόρυβα στις ενορίες: χωρίς φήμες, χωρίς αφιερώματα, χωρίς «ιστορίες που εντυπωσιάζουν». Έχουν, όμως, ρυτίδες από την κόπωση και πληγές από το φορτίο των άλλων. Και συχνά δεν ζητούν τίποτε—ούτε λόγια, ούτε προβολή. Μόνο να έχουν την δύναμη και την υπομονή να συνεχίσουν να διακονούν.


Δεν κρίνω όσους γράφουν για θαυμαστά γεγονότα. Ίσως τους παρηγορεί, ίσως τους ενισχύει, ίσως τους βοηθά να αγαπήσουν περισσότερο τον πνευματικό αγώνα. Απλώς φοβάμαι μήπως συνηθίσαμε να ζητάμε το εντυπωσιακό, και να προσπερνάμε τα βασικά, τα ωφέλιμα, εκείνα που πραγματικά μας παιδαγωγούν: τη μετάνοια, την υπομονή, τη σταθερότητα, τη διακονία, την ταπείνωση. Το θαύμα που πρέπει να μας εντυπωσιάζει δεν είναι το υπερκόσμιο φως ενός οράματος. Είναι το ταπεινό φως που αχνοφέγγει μέσα σε ένα κελί εξομολόγησης, σε ένα πετραχήλι, σε μια καρέκλα που τσακίζει τη μέση και τα γόνατα, σε μια καρδιά που λιώνει αλλά επιμένει να αγαπά.

Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Θέλεις να κάνεις το καλό; Ετοιμάσου για πειρασμό…

 Του Αββά Ισαάκ του Σύρου


* Όταν θελήσεις να κάνεις αρχή καλού έργου, πρώτα να ετοιμάσεις τον εαυτό σου για την αντιμετώπιση των πειρασμών, που πρόκειται να έρθουν εναντίον σου. Γιατί ο εχθρός, όταν δει κάποιον ν’ αρχίζει με θερμή πίστη μια θεάρεστη ζωή, συνηθίζει να του επιτίθεται με διάφορους και φοβερούς πειρασμούς, ώστε να δειλιάσει απ’ αυτούς ο άνθρωπος και να εγκαταλείψει την καλή του πρόθεση. Και παραχωρεί ο Θεός να πέσει σε πειρασμό για να χτυπήσεις επίμονα τη θήρα (του ελέους) Του και για να ριζώσει μέσα στο νου σου, από το φόβο των θλίψεων, η μνήμη Εκείνου, και για να Τον πλησιάσεις με τις προσευχές, ώστε ν’ αγιασθεί έτσι η καρδιά σου από την ακατάπαυστη ενθύμησή Του. Και όταν Τον επικαλείσαι, θα σε ακούσει. Και θα μάθεις έτσι, ότι ο Θεός είναι αυτός που σε λυτρώνει. Και τότε θα νιώσεις την παρουσία Εκείνου που σ’ έπλασε και σε δυναμώνει και σε προστατεύει. Γιατί η σκέπη και η πρόνοια του Θεού αγκαλιάζει όλους τους ανθρώπους. Δεν γίνεται όμως ορατή παρά μόνο σ’ εκείνους που καθάρισαν τον εαυτό τους από την αμαρτία και είναι συνεχώς προσηλωμένοι στο Θεό. Εξαιρετικά μάλιστα φανερώνεται σ’ αυτούς η βοήθεια και η πρόνοια του Θεού, όταν μπουν σε μεγάλη δοκιμασία για χάρη της αλήθειας. γιατί τότε την αισθάνονται πολύ καθαρά με την αίσθηση του νου.

Μερικοί, που είδαν αυτή (τη βοήθεια) και με τα σωματικά τους μάτια, ανάλογα με τις δοκιμασίες, και διαπίστωσαν έτσι τη συμπαράσταση του Θεού, υποκινήθηκαν απ’ αυτή σε γενναίες πράξεις, όπως μαθαίνουμε για τον Ιακώβ και τον Ιησού του Ναυή και τους Τρεις Παίδες και τον απόστολο Πέτρο και τους άλλους αγίους, που άθλησαν για το Χριστό. Σ’ αυτούς (η θεία βοήθεια) ήταν ολοφάνερη, έχοντας ανθρώπινη μορφή, δίνοντάς τους θάρρος και προετοιμάζοντάς τους για τον αγώνα της ευσέβειας. Αλλά και στους πατέρες, που έζησαν στην έρημο και έδιωξαν από κει τους δαίμονες και έγιναν κατοικητήρια αγγέλων, και σ’ αυτούς παρουσιάζονταν συνεχώς οι άγιοι άγγελοι και με κάθε τρόπο τους βοηθούσαν και τους συμπαραστέκονταν σε όλα και τους στήριζαν και τους λύτρωναν από τους πειρασμούς, που οι άγριοι δαίμονες τους προξενούσαν. Αλλά και μέχρι σήμερα δεν απομακρύνεται η βοήθεια του Θεού από τους ανθρώπους που ολοκληρωτικά αφιερώθηκαν στα έργα που Εκείνος ευαρεστείται, αλλά βρίσκεται κοντά σε όλους όσοι Τον επικαλούνται (Αββάς Ισαάκ).


 ΠΑΡΕΝΕΣΕΙΣ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ “ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ” ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Άγιος Σωφρόνιος Επίσκοπος Ιρκούτσκ

 Ο Άγιος Σωφρόνιος, κατά κόσμος Στέφανος Κρισταλέφσκιυ, γεννήθηκε στις 25 Δεκεμβρίου 1703 μ.Χ. στην Ουκρανία, κοντά στην περιοχή του Τσέρνιγκωφ, από ευσεβείς γονείς. Από την παιδική του ηλικία αγάπησε την Εκκλησία και το μοναχικό βίο. Ανέπτυξε σπουδαία ιεραποστολική δράση και εξελέγη Επίσκοπος της πόλεως Ιρκούτσκ.


Ο Άγιος Σωφρόνιος κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 1771 μ.Χ., κατά την Δευτέρα ημέρα του Πάσχα. Ενώ αναμενόταν η απόφαση της Ιεράς Συνόδου περί του ενταφιασμού του ιερού λειψάνου, η σορός του παρέμεινε άταφη επί έξι μήνες, χωρίς να υποστεί την παραμικρή αλλοίωση. Το γεγονός αυτό, καθώς και η φήμη του αυστηρού ασκητικού του βίου, προσείλκυσαν πλήθη πιστών, οι οποίοι προσκυνούσαν το ιερό λείψανο ως σκήνωμα Αγίου του Θεού. Τα ιερά λείψανα του Αγίου διασώθηκαν θαυματουργικά από την πυρκαγιά που κατέστρεψε ολοσχερώς τον καθεδρικό ναό του Ιρκούτσκ στις 18 Απριλίου 1917 μ.Χ. και επιτελούν πλήθος θαυμάτων.


Η ανακήρυξη της αγιοποιήσεώς του έγινε από τη Ρωσική Εκκλησία στις 23 Απριλίου 1918 μ.Χ.

Άγιος Βίκτωρ

 Ο Άγιος Βίκτωρ μαρτύρησε στη Θεσσαλονίκη επί Μαξιμιανού, μαζί με έντεκα άλλους μάρτυρες.


Αγία Ευβουλή

 Η Αγία Ευβουλή ήταν μητέρα του Άγιου Παντελεήμονα  και απεβίωσε ειρηνικά.

Άγιος Ιωάννης Πατριάρχης Ιεροσολύμων

 Ο Άγιος Ιωάννης ήταν από τους πρώτους Πατριάρχες Ιεροσολύμων και απεβίωσε ειρηνικά.

Όσιος Ιωάννης ο εν τω φρέατι

 Ο Όσιος Ιωάννης γεννήθηκε στα χρόνια των διωγμών της Εκκλησίας από τους ειδωλολάτρες. Η ευσεβής μητέρα του, τον πότισε με τα νάματα της χριστιανικής θρησκείας, και αργότερα ο Ιωάννης κατέφυγε στην έρημο όπου αφοσιώθηκε στη μελέτη και την πνευματική άσκηση. Επειδή όμως το μέρος που έμενε ήταν μια μικρή σπηλιά, αναγκάσθηκε ο ευσεβής ερημίτης να χρησιμοποιήσει σαν άσκητήριο, ένα ξεροπήγαδο. Γι' αυτό και έπωνομάστηκε: «Ιωάννης ο εν τω φρέατι». Μετά από καιρό, ήλθαν κι άλλοι στον τόπο εκείνο, όπου έκτισαν μικρά κελιά για τον εαυτό τους. Αλλά ο Ιωάννης, δεν ήθελε πλέον να φύγει από εκείνο το ξεροπήγαδο, που είχε συνδεθεί με τόσα χρόνια της ζωής του. Επικοινωνούσε όμως με τους νεοελθόντες και χρησίμευε ως πολύτιμος σύμβουλος και καθοδηγός τους. Έτσι ώστε η μικρή εκείνη αδελφότητα, καταρτιζόταν και προαγόταν κατά Χριστόν απ' αυτόν. Ο Ιωάννης πέθανε ειρηνικά σε βαθιά γεράματα.