Χριστιανικές Σκέψεις
xristianikesskepseis@gmail.com
Τετάρτη 27 Μαΐου 2026
Ο «Μπαμπάς» Άγιος Ιωάννης Ρώσος..!
Έχω Έναν Πατέρα Θεό!
Έναν Πατέρα Τριαδικό Θεό, Του οποίου Παιδιά είμαστε όλοι μας, μικροί μεγάλοι, μωρά, νέοι, ηλικιωμένοι, παππούδες και γιαγιάδες, όλοι χωρίς ηλικίες και χρώμα δέρματος. Αδύνατοι, κανονικοί, «γεματούτσικοι», υπέρβαροι, κοντοί, ψηλοί, «χαζούληδες» και «ξύπνιοι», πλούσιοι και φτωχοί. Όλοι. Η Ψυχή δεν τα κοιτά αυτά. Ούτε ο Πατέρας Θεός! Αυτά τα κοιτούν μόνο οι άνθρωποι.
Αυτός «Ελέγχει» μόνο την Ψυχούλα αυτή που κουβαλά το Χ σώμα.
Πάμε 50 χρόνια πίσω…
Αξημέρωτα ακόμα σχεδόν, 4ης Ιουνίου του ‘74 μικρό παιδάκι, κάτι συνέβη που με έκανε να μην ξυπνήσω ξανά για τις επόμενες ημέρες. Ίσως άλλο ένα όνειρο, από αυτά που για καλό δεν έβλεπα ποτέ όσο θυμάμαι από δύο ετών τον εαυτό μου. Ίσως. Ίσως και για να γίνει και να αλλάξει την ζωή όλων γύρω μου… με πρώτη την δική μου…
Η μητέρα μου παλεύει να με ξυπνήσει χωρίς αποτέλεσμα. Γονατισμένη κάτω προσπαθεί να με σηκώσει, με γυρίζει προς το μέρος της και κάνω εμετό πάνω της χωρίς αισθήσεις.
Στο Παίδων η Διάγνωση ήταν σαφής. Κλινικά Νεκρή. Ένα Εγκεφαλικό, στον ύπνο, που θα μου στερούσε να ξαναδώ το φως της ημέρας, τους αγαπημένους μου. Για τρία μερόνυχτα ένα μηχάνημα προσπαθούσε να κρατήσει έναν ασθενικό παλμό στην καρδιά. Τα ζωτικά όργανα όμως έπαυαν να είναι «ζωτικά».
Από ψηλά έβλεπα την μητέρα μου να βάζει το χέρι της μέσα από μία στρογγυλή τρύπα που είχε το «πλαστικό» που κάλυπτε όλο το κρεββάτι μου και μου παρείχε παράλληλα οξυγόνο. Άλλα χρόνια τότε. Προσπαθούσε να μου χαϊδεύει το πρόσωπο, να μου κρατά το χέρι όσο άντεχε. Ελπίδα καμία. Έχανε το παιδί της, που όπως της έλεγε και ο τότε γιατρός μου κ. Δοξιάδης (μετέπειτα Υπουργός Υγείας), «το παιδί σας το έχετε χάσει. Και αυτή τη στιγμή που του μιλάτε, μιλάτε σε ένα φυτό». Ποιά Μάνα όμως χάνει την ελπίδα της…
Την επομένη το πρωί, μπαίνει στο δωμάτιο ο κ. Δοξιάδης. Προσπαθεί να της πει πως θα πρέπει να «αδειάσουμε» το κρεββάτι, θα κλείσει το μηχάνημα και να με πάρουν για τα «διαδικαστικά»…
Η μαμά μου πέφτει στα πόδια του. Στα γόνατα τον Ικετεύει δείχνοντας του με τα δάχτυλα της να της δώσει ΜΙΣΗ ελπίδα να κρατηθεί.
Της απαντά: «Μην έχετε Αυταπάτες κυρία μου. Αυτό το παιδί δεν έχει ζωή μέσα του. Θέλετε ένα παιδί φυτό να το κάνετε τι;» και φεύγει…
Οι γονείς μου δεν ήταν ποτέ άνθρωποι της εκκλησίας. Όμως στην Απόγνωση της θυμάται τον Άγιο μας, τον Άγιο στα μέρη μας, τον Άγιο στον οποίο βαπτίστηκα. Τον Άγιο Ιωάννη το Ρώσο.
«Άγιε μου, άρχισε να εκλιπαρεί, πάρτο εσύ το παιδί μου και κάνε ότι θέλεις με αυτό. Εγώ στο δίνω, δικό σου. Αν αποφασίσεις να μου το αφήσεις στην ζωή, εγώ θα το φέρνω κάθε χρόνο στην Χάρη σου την ίδια ημέρα του Εγκεφαλικού, και θα κάνουμε λειτουργία στον Ναό σου. Αν είναι να φύγει, ας είναι μαζί σου. Εγώ στο δίνω»! Κλαίει, Θρηνεί… Όχι ότι είχε ποτέ ελπίδα να ζήσει πολλά χρόνια το παιδί της, πολλά τα υποκείμενα νοσήματα, αλλά δεν περίμενε τόσο ξαφνικά, τόσο μικρό…
Ανάμεσα στους λυγμούς της ακούει πιο δυνατούς παλμούς. Γυρίζει και με βλέπει να προσπαθώ να ανασηκωθώ, μα με εμπόδιζαν τα τόσο σφιχτά σεντόνια πιασμένα γύρω γύρω. Αρχίζει να φωνάζει σαν τρελή, «το παιδί μου, το παιδί μου, το Βασάκι μου». Τρέχοντας καταφθάνουν όλοι, νοσοκόμες, προϊσταμένη, και ο μεγαλογιατρός.
Εγώ έχω ήδη ανοίξει τα μάτια μου και τους κοιτάζω κατάματα.
Μη δίνοντας μου καμία σημασία ο γιατρός δίνει «διαταγή» να κρατάνε την μητέρα μου. «Προθανάτια Αναλαμπή», από στιγμή σε στιγμή τελειώνει…
Μα τι λέτε γιατρέ; λέει η μητέρα μου. Το Βασάκι μας Συνήλθε!
«Κυρία μου, όλοι οι Μελλοθάνατοι πριν, έχουν μία αναλαμπή. Μην έχετε αυταπάτες. ΑΝ αυτό το παιδί ζήσει, εγώ θα κάψω τα πτυχία μου»!
Βάζει τις νοσοκόμες να αφαιρέσουν το πλαστικό και να κλείσουν και την παροχή οξυγόνου και φεύγει.
Εγώ ελαφρά ανασηκωμένη την κοιτάζω χαμογελαστή.
«Μαμά μου; …
Πεινάω…
Και μας Περιμένει και ο Άγιος»!
Βγαίνει έξω η μητέρα μου αλλά αρνούνται να μου δώσουν εξιτήριο. Προθανάτια Αναλαμπή επιμένουν.
Καλεί ταξί και φεύγουμε για τον Άγιο Ιωάννη τον Ρώσο.
Μία Προθανάτια Αναλαμπή 50 ετών φέτος.
Τρία Τέσσερα χρόνια μετά το Θαυματουργό αυτό Γεγονός, βρισκόμαστε στον παλιό ξενώνα του Αγίου, παραμονή της Επετείου. Στο μικρό δωματιάκι που εκεί συνήθως έμεναν οι Επισκέπτες Ιερείς. Η μαμά μου με μαλώνει Άδικα. Κλαίω, αλλά η μαμά αρνείται ότι εκείνη έχει το άδικο. Έτσι και κοιμήθηκα με το μαξιλάρι βρεγμένο από τα δάκρυα. Μας χτυπούν 6 το πρωί την πόρτα να ξυπνήσουμε να ετοιμαστούμε, ώστε να πάω να ανοίξω την εκκλησία.
Εγώ ήρεμη πια και η μαμά αυτή τη φορά με δάκρυα.
Της λέω, «μαμά, είδα τον Άγιο. Να σου πω»…
Όχι, όχι, εγώ θα σου πω…
Είχε Εμφανιστεί Ένστολος ο Άγιος μέσα στο μικρό δωματιάκι, με το Ξίφος του, Αυστηρός και σαν θυμωμένος της έλεγε δυνατά και κοφτά.
«Αυτό το παιδί είναι δικό μου! Εσύ μου το έδωσες! Σου το έχω αφήσει ΜΟΝΟ να το Επιτηρείς. Αν δεν μπορείς να το κάνεις σωστά ΘΑ ΣΤΟ ΠΑΡΩ. Μην το μαλώσεις ξανά άδικα, να φανείς Αντάξια αυτού του Έργου. Εγώ είμαι ο Πατέρας της, εγώ Αποφασίζω γι’ αυτή»!
Η μαμά μου προσπαθούσε να δικαιολογηθεί και έκλαιγε, αλλά ο Άγιος Ανένδοτος!
Έτσι και ξύπνησε κλαίγοντας.
Βλέπαμε το ίδιο «όνειρο», μόνο που εγώ που το κρεββατάκι μου ήταν από την πλευρά της πόρτας, έβλεπα τον Άγιο μπροστά στην κλειστή μπαλκονόπορτα, Πανέμορφο μέσα στη λαμπερή στολή του και Αγέρωχο, ενώ η μητέρα μου κάτω στα πόδια του.
«Συγγνώμη παιδάκι μου, Συγγνώμη», έλεγε και ξανάλεγε η μαμά.
Χαρά εγώ τότε. Τρέχω να ανοίξω την εκκλησία του φωνάζοντας «Μπαμπά μου, Μπαμπά μου, ευχαριστώ που με Υπερασπίστηκες»!
Σε όλα αυτά τα 50 χρόνια, αν κάποια φορά η μαμά ξέχναγε το τάμα της να με πηγαίνει στον Άγιο «Μπαμπά μου» και να κάνουμε λειτουργία εκείνη την ημέρα, πάλι του θανατά εγώ, μέχρι να καταλάβει ότι είχε περάσει η ημερομηνία. Άλλες φορές δεν με πήγαινε για να πιστέψουν οι φίλες της, και πάλι «κάτω» εγώ.
Κάπως έτσι αποκτήσαμε μία σχέση «Μπαμπά/Παιδιού» που δύσκολα καταλαβαίνει κάποιος αν δεν το ζήσει. Πόσες φορές πήγα με παράπονα, με πόνο, με θυμό. Ναι, και με θυμό.
Όταν Κοιμήθηκε ο Άγιος παππούλης Σίμων πήγα και του παραπονέθηκα. «Έφυγε» το Στήριγμα μου.
Όταν έχασα τον βιολογικό μπαμπά μου πήγα και του φώναζα «Ζηλιάρη… δεν θέλεις να λέω κανέναν άλλο μπαμπά»!
Άλλες φορές που με αδικούσαν πήγαινα κλαίγοντας και του φώναζα, «εσύ λες και ξαναλές πως δεν θα αφήνεις να με αδικούν. Αφού το επιτρέπεις, έλα και Πάρε με! Πάρε με, γιατί δεν το αντέχω. Δεν θέλω να ζω έτσι, σ’ αυτόν τον κόσμο»!!!
Όμως ο Θεός και οι Άγιοι μας που είναι Ολοζώντανοι Δίπλα μας, δεν έχουν την δική μας «λογική»! Θα περάσεις και Δια Πυρός και Σιδήρου, θα περάσεις και Στιγμές Ανείπωτες. Και θα πονέσεις, θα πληγωθείς, θα ταπεινωθείς, και θα Ανταμοιφθείς με άλλων ειδών «στέφανα»… Όπως έλεγε και ο παππούς Παΐσιος: «Αν δεν χτυπηθείς σαν το χταπόδι, πως θα φύγουν τα μελάνια σου»;
Έχουμε λοιπόν Επέτειο 50 ετών, Μπαμπά Άγιε Ιωάννη εκ’ Ρωσίας και Οφείλω να Ομολογώ την Αγιότητα σου προς Δόξαν Θεού. Ποτέ δεν με άφησες. Ποτέ. Όπως πρόπερσι που ερχόμενη προς Πευκί, μετά την Διασταύρωση Β. Εύβοιας και Ψαχνών μέσα σε δευτερόλεπτα με τύλιξε μία πυκνή ομίχλη που δεν έβλεπα ούτε χιλιοστό έξω από το παρμπρίζ του αυτοκινήτου, που ήμουν, αν ήμουν πάνω στο δρόμο ή όχι, αν είχε στροφή, δέντρο, αμάξι, άνθρωπο μπροστά μου μέσα στην νύχτα. Να σταματήσω; Που; Τι υπήρχε κάτω ή δίπλα από το αμάξι. Και τότε σου είπα «Αν θέλεις να φτάσω μέχρι το Σπίτι σου πάρε εσύ το τιμόνι, εγώ δεν βλέπω την τύφλα μου. Όπου θέλεις πήγαινε με. Είμαι έτοιμη για όπου θέλεις εσύ», και σταύρωσα τα χέρια μπροστά στο στήθος.
Τότε ήταν που άρχισε το τιμόνι να κινείται μόνο του, δεξιά αριστερά χωρίς να κάνω τίποτα απολύτως, εκτός από το να Χαμογελώ Γλυκέ μου Άγιε Μπαμπά! Και με έφτασες μέχρι έξω από την πόρτα του Οίκου σου. Του Ναού σου.
Πόσο Ευγνώμων είμαι…Πόσο Ευγνώμων…….
Όλους τους Αγίους τους Αγαπώ. Όλους! Μαζί με τον Άγιο Παππούλη Σίμων Αρβανίτη και όλους τους Αγίους Γέροντες που μου γνωρίσατε. Αλλά, μία Αδυναμία Άγιε μου σου την έχω. Γιατί είσαι Άγιος. Αλλά είσαι και Μπαμπάς…
Πως να «αποδεσμευτώ» από εσένα;
Χίλιες Δόξες στον Τριαδικό Θεό μας και τους Αγίους Του!
Βάλια Αλεξίου
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΧΑΡΤΙ, ΟΥΤΕ ΜΟΛΥΒΙ ΓΙΑ ΝΑ ΜΠΟΡΕΣΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙ ΤΑ ΑΠΕΙΡΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΔΑΥΙΔ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΡΩΣΟΥ
".. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΧΑΡΤΙ, ΟΥΤΕ ΜΟΛΥΒΙ ΓΙΑ ΝΑ ΜΠΟΡΕΣΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙ ΤΑ ΑΠΕΙΡΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΔΑΥΙΔ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΡΩΣΟΥ,έλεγε ο Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης
" Δύο Οκτωβρίου του 1967, ο Γέροντας Ιάκωβος, ο Άγιος, πλέον, της Εκκλησίας μας, Άγιος Ιάκωβος, βρισκόταν στη Χαλκίδα, στην Κλινική του «Σούλα». Ταλαιπωρίες υπήρχαν και έπρεπε να χειρουργηθεί. Τον ετοιμάζαν για χειρουργείο, τέσσερις εγχειρήσεις επρόκειτο να κάνει.
Εκείνος πάντα για όπλο του, για βοήθειά του, για σύνδεσμο με το Θεό είχε την προσευχή. Η προσευχή, όπως έλεγε κι ο Άγιος Γέροντας Κύριλλος, παντρεύει τον άνθρωπο με το Θεό τους κάνει Ένα, Θεό και άνθρωπο.
Προσευχήθηκε ο Άγιος Ιάκωβος στον Όσιο Δαυίδ, αυτόν τον τόσο ζωντανό Άγιο και του λέει:
- Άγιέ μου Δαυίδ , ασφάλισε το Μοναστήρι σου και έλα σε 20 λεπτά στη Χαλκίδα και όπως θα περνάς απ' το Προκόπι, μην ξεχάσεις, σε παρακαλώ, -νόμιζα, λέει, ότι ήταν άνθρωπος που θα περνούσε απ' το Προκόπι-, πήγαινε και στον Θείο Ιωάννη το Ρώσο και παρακάλεσέ τον κι εκείνον να 'ρθει μαζί σου για να με βοηθήσετε.
Σε λίγο, στο θάλαμο της Κλινικής, βρέθηκε ο Ηγούμενός του, ο Μακαριστός Νικόδημος Θωμάς, ενάρετος άνθρωπος, άγιος άνθρωπος, από την Κύμη που ήταν τότε Ηγούμενος της Μονής του Οσίου Δαυίδ, Αρχιερατικός Επίτροπος της Περιφερείας και εφημέριος στην Παναγία τη Λιμνιά.
Μαζί του ήταν κι ο πατήρ Χριστόδουλος Τσιμπούκας, μοναχός, ιερομόναχος τότε της μονής του Οσίου Δαυίδ που διακονούσε, βέβαια, στη Μητρόπολη Χαλκίδος και ο οποίος ήταν και μετέπειτα ηγούμενος της Ιεράς Μονής Κουτλουμουσίου του Αγίου Όρους, ο καθηγητής, ο Ιωάννου και άλλοι δάσκαλοι και καθηγητές που γνώριζαν τον Γέροντα Ιάκωβο.
Ο πατήρ Ιάκωβος, ο Άγιος Ιάκωβος "Βλέπω, λέει, τότε έναν γέροντα μοναχό, σαν το δικό μας, τον πατέρα Σεραφείμ, το μακαριστό, με την άσπρη μακριά γενειάδα, με το κουκούλι του, ιδρωμένο και να λέγει -δίπλα του στεκόταν κι ένας νέος ιερέας, σαν τον πατέρα Χριστόδουλο, λέει, και μου λέγει :
- Τί κάνεις Ιάκωβε; τί κάνεις πάτερ Ιάκωβε;
- Δεν βλέπετε, ετοιμάζομαι για χειρουργείο και είναι δύσκολα τα πράγματα.
- Μη φοβείσαι, του λέει, εδώ, από εδώ ο Γέρων Δαυίδ, τον οποίον κάλεσες και από εδώ ο νεότερος, ο Θείος Ιωάννης ο Ρώσος. Μας κάλεσες και ήρθαμε να σε βοηθήσουμε.
Τους είδα ολοζώντανους τους Αγίους, έλεγε.
Είπα στο Γέροντα τότε:
- Δεν βλέπετε τους Αγίους;
- Πάτερ Ιάκωβε, τί είναι αυτά που λες; μου είπε ο Γέροντας, είσαι φοβισμένος και φαντασίες βλέπεις;
Τότε ο Άγιος Δαυίδ μου είπε:
-Μη στενοχωρείσαι πάτερ Ιάκωβε αυτοί δεν μας βλέπουν, εμείς όμως ήρθαμε να σου συμπαρασταθούμε.
Σε λίγο έρχεται ένας νοσηλευτής από το χειρουργείο:
- Έλα πάτερ μου, του λέει, έλα να σε πάω στο χειρουργείο, σε θέλει ο κύριος Καλοχέρης, ο γιατρός, ο χειρουργός.
Με πήγανε στο χειρουργείο, προπορεύθηκε, ο Όσιος Δαυίδ, ο οποίος με το μπαστούνι του άνοιγε τις πόρτες του χειρουργείου. Με τα ρούχα πήγα, λέει, με το αντερί, με βάλαν στο χειρουργικό τραπέζι, αλλά ξαφνικά ακούω:
ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ..ΤΡΕΞΤΕ..
Μου σχίσανε τα ρούχα και αντί για μια επέμβαση γίναν τέσσερις επεμβάσεις.
Όταν με το καλό, λέει, βγήκα από το Νοσοκομείο πέρασα από το Προκόπι, πριν ανέβω στο Μοναστήρι, να ευχαριστήσω τον Άγιο Ιωάννη το Ρώσο. Όμως, εν τω μεταξύ, εγώ πάντα έλεγα, λέει, "Τί καλός γιατρός είναι αυτός ο κύριος Καλοχέρης, τί καλός γιατρός!"
Οπότε όταν έφτασα στο Θείο Ιωάννη το Ρώσο και τον ευχαρίστησα μου είπε, ολοζώντανος Άγιος, :
- Πάτερ Ιάκωβε όλο "Τί καλός γιατρός ο κύριος Καλοχέρης και τί καλός γιατρός ο κύριος Καλοχέρης", έλεγες, εμείς διετάχθημεν από τον Θεό, ο Θείος Δαυίδ κι εγώ, ο Ιωάννης ο Ρώσος. Εάν εμείς δεν σε βοηθούσαμε, εάν εγώ δεν σε βοηθούσα, που με κάλεσες και διετάχθην από το Θεό το λεπίδι του κυρίου Καλοχέρη δεν μπορούσε να σου κάνει τίποτε. Ήταν να φύγεις σήμερον και ο Θεός σε άφησε για την αύριον".
Ήταν να φύγει από τον Οκτώβριο του 1967 και ο Θεός τον κράτησε άλλα 24 χρόνια για να διακονεί με την καρδιά του τον ίδιο τον Θεό και τους πιστούς ανθρώπους, μέχρις εξαντλήσεως.
Και πάλι το 1980 υπέστη πιο δύσκολη ταλαιπωρία, Καρκίνος, έλεγε, κάπου χαμηλά, δεν μου λέγανε, βέβαια, εμένα. Κάνανε βιοψία και είπανε "Δεν έχει ζωή ο παππούλης". Όμως και πάλι αυτοί οι ζωντανοί Άγιοι, προστάτες και συμπαραστάτες της ζωής μας, ολοζώντανοι, εμφανίστηκαν στο Νοσοκομείο και μου είπαν:
- Και πάλι ήρθαμε να σε βοηθήσομε πάτερ Ιάκωβε.
Και απ' το '80 έφτασε το '91, 21η Νοεμβρίου 1991.
Άγιος του 17ου αρχές του 18ου αιώνος ο Άγιος Ιωάννης ο Ρώσος, 1690 γεννήθηκε 1730 κοιμήθηκε, 40 ετών. Όμως παραμένει ζωντανός στις συνειδήσεις όλων των πιστών Χριστιανών από τα άπειρα θαύματα που τελούσε και τελεί καθημερινώς και τα οποία είναι καταγεγραμμένα και τα οποία οι πιστοί ομολογούν για να δοξάσουν το όνομα του Θεού.
Έλεγε ο Άγιος Ιάκωβος:
- Δεν υπάρχει χαρτί , ούτε μολύβι για να μπορέσει να γράψει κανείς τα άπειρα θαύματα του Οσίου Δαυίδ και του Θείου Ιωάννου του Ρώσου.
Κάποτε, όταν τον κάλεσαν να αλλάξουν τη φορεσιά του Αγίου Ιωάννου του Ρώσου, γιατί κατά καιρούς, όταν εκείνος ειδοποιεί να αλλάξουν τη φορεσιά του την αλλάζουν, καλέσανε και τον Άγιο Ιάκωβο να συμμετάσχει σ' αυτή την αλλαγή των ενδυμάτων του Αγίου Ιωάννου του Ρώσου.
- Τι να σας πω, Πατέρες μου, το σώμα του ευλύγιστο και με θερμοκρασία ζωντανού ανθρώπου. Εκείνος μας βοηθούσε να τον αλλάξουμε.
Ο κύριος Εμμανουήλ Εμμανουηλίδης, πρώην Αεροπαγίτης, επί τιμή, ομολογούσε: χρειάστηκε να φύγει για την Αμερική να κάνει επέμβαση σοβαρότατη, στην καρδιά του. Οι συνάδελφοί του ενημέρωσαν τον Γέροντα Ιάκωβο, ο μακαριστός πατήρ Δημήτριος Τζούμας, Αεροπαγίτης κι εκείνος και στη συνέχεια Κληρικός της Εκκλησίας γι' αυτήν την ταλαιπωρία και τη σοβαρή επέμβαση του κυρ Μανώλη.
Ο Άγιος Γέροντας Ιάκωβος, όπως έκανε πάντα, στάθηκε στην εικόνα του Αγίου Δαυίδ και του λέει:
- Άγιέ μου Δαυίδ τρέξε, θέλω να πας στην Αμερική, να βοηθήσεις τον κυρ Μανώλη.
Κι εκείνος, λέει, του απήντησε :
- Πού με στέλνεις πάτερ Ιάκωβε, είναι πολύ μακριά για να πάω εκεί.
Και η απλή και καθαρή και άδολη καρδιά του Αγίου Ιακώβου του είπε:
- Να, πέρασε και απ' το Προκόπι, πάρε και το Θείο Ιωάννη το Ρώσο να πάτε παρέα, να μη σας φανεί η διαδρομή.
Και, πράγματι, λέει, ο Άγιος Δαυίδ πήρε και τον Άγιο Ιωάννη το Ρώσο και πήγαν στην Αμερική.
Στο χειρουργικό τραπέζι ο Κυρ Μανώλης ακούει τους γιατρούς -μέσα παρευρίσκετο στο χειρουργείο και ο αδερφός του ο καθηγητής της Ιατρικής και ο γιος του, γιατρός, ο Χρήστος Εμμανουηλίδης, που είναι Ογκολόγος στη Θεσσαλονίκη και ακούει το χειρουργό, Ιταλό καθηγητή, Διάκο "He is dead, πέθανε".
Τον πήγαν στο νεκροθάλαμο τον κύριο Μανώλη, εκεί όμως βλέπει τρεις ρασοφόρους, ο Άγιος Ιωάννης ο Ρώσος, ο Άγιος Δαυίδ αλλά και ο Άγιος Γέροντας Ιάκωβος, τον επανέφεραν στη ζωή.
" Να επανέλθει, να επανέλθει", άκουσε Φωνή και ήταν μέγα θαύμα για τους γιατρούς η επαναφορά του στη ζωή.
- Όταν επέστρεψα», λέει, ήρθα στο Μοναστήρι του Οσίου Δαυίδ να ευχαριστήσω. Μόλις είδα τον πατέρα Ιάκωβο και πριν ξεκινήσω να του πω μου είπε, λέει, :
- Το ξέρω, το ξέρω, ήρθε ο Όσιος Δαυίδ και ο Θείος Ιωάννης ο Ρώσος. Όταν του είπα του Οσίου Δαυίδ να περάσει από τον Άη Γιάννη το Ρώσο ο Αη Γιάννης ο Ρώσος, λέει, είπε
"Ναι , ναι θα πάω κι εγώ γιατί κάθε φορά που έρχονται πάνω στο Μοναστήρι να προσκυνήσουν περνάνε από το Προσκύνημά μου και με προσκυνούν, με τιμούν και με χαιρετίζουν κι εμένα. Κι εγώ θα του το ανταποδώσω".
Για σκεφτείτε πόσο υπολογίζουν οι Άγιοί μας την τιμή που τους απονέμουμε και μας την ανταποδίδουν χιλιοπλάσια απ' την αγάπη τους. Έτσι μάθαν εκείνοι, να ζουν με αγάπη, μόνο με αγάπη, για το Θεό και για τον άνθρωπο.
Κι έτσι μέχρι και σήμερα ο κύριος Μανώλης ζει. Ζει και δοξολογεί το Όνομα του Θεού και όταν, μετά την κοίμηση του Αγίου Ιακώβου και επειδή μετά από 13 ημέρες κοιμήθηκε και ο Άγιος Πορφύριος και μετά από τρία χρόνια και ο Άγιος Παΐσιος, εν τω μεταξύ και ο Γέροντας Γεράσιμος ο Μικραγιαννανίτης, ο υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας και άλλοι Άγιοι Πατέρες, τον κυρ Μανώλη τον έπιασε το παράπονο και, προσευχόμενος, είπε:
- Τι θα γίνουμε, τώρα εμείς, πάτερ Ιάκωβε, μείναμε ορφανοί, ποιον θα έχομε;
Και βλέπει μέσα στο γραφείο του, ολοζώντανο, το Γέροντα Ιάκωβο, τον Άγιο Ιάκωβο και του λέει
- Κυρ Μανώλη μου, είσαι και Αεροπαγίτης.. είσαι και λίγο κουτός, με συγχωρείτε. Όταν ερχόσασταν στο Μοναστήρι και ήμουνα στη ζωή και μου θέτατε τα αιτήματά σας, γονάτιζα μπροστά στον Άγιο Δαυίδ και του τα μετέφερα κι εκείνος πήγαινε στο Δεσπότη Χριστό. Τώρα ό,τι θέλετε πάω εγώ απευθείας στο Δεσπότη Χριστό και τα μεταφέρω. Προσέξτε μόνο τις συνδέσεις απ' την μπαταρία σας, κοιτάξτε να είναι γεμάτες οι μπαταρίες σας και να μην έχουν διακοπή οι συνδέσεις σας.
Αν τυχόν έχομε διακοπή στις συνδέσεις μας, αγαπητοί μου αδελφοί, λόγω των παθών μας, λόγω των συνθηκών, λόγω των διαφόρων ταλαιπωριών, με τη Χάρη του Θεού ας επανερχόμαστε. Δεν έχει τίποτε άλλο αξία, όλα τα άλλα έρχονται και παρέρχονται, φθείρονται, μάταια.
Ας είμαστε ενωμένοι με την Αλήθεια και τη Ζωή που είναι ο Θεός.
Η Αγάπη του Θεού και Πατρός, η Χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η Κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, με τις πρεσβείες της καλής μας Παναγίας, των Αγίων μας, Δαυίδ και Ιακώβου, του Θείου Ιωάννου του Ρώσου, όπως τον αποκαλούσε συνεχώς ο Άγιος Ιάκωβος, του Νέου Ομολογητού, το έλεγε και γέμιζε το στόμα του, με δέος στεκόταν και με συγκίνηση, να μας σκεπάζουν όλους.
Όταν κάποτε δύο κυρίες από την Αθήνα και ο Στάθης ο Γεροστάθης από την Καστανιώτισσα, εδώ της Ευβοίας ήρθαν να εκκλησιαστούν, είδαν να βγαίνει από τον τάφο του ο γέροντας Ιάκωβος, ο Άγιος Ιάκωβος, πριν την αγιοκατάταξή του, ολοζώντανος και είπε στους ανθρώπους :
- Έτσι κάνω εγώ, βγαίνω από τον τάφο, παίρνω μέρος στη Θεία Λειτουργία με τους Πατέρες και μετά πηγαίνω και μια βόλτα στο φίλο μου, το Θείο Ιωάννη το Ρώσο και πάλι επιστρέφω.
Αυτό που είδε δηλαδή στον Άγιο Ιωάννη το Ρώσο να τρέχει, να σηκώνεται από τη Λάρνακά του και να του λέει:
- Τρέχω πάτερ Ιάκωβε, να βοηθήσω τον κόσμο που με καλεί ..
και να τον ξαναβλέπει, να επανέρχεται και να τακτοποιείται στη Λάρνακά του ως ένας άνθρωπος ζωντανός, το ίδιο κάνει κι εκείνος.
Οι Άγιοι μιμούνται ο ένας τον άλλον στις αρετές και σε όλα και στα πάντα.
Η Χάρις τους να μας σκεπάζει όλους μας. Χρόνια πολλά κι ευλογημένα και να μας σκεπάζουν όλους μας ξεχωριστά, τα χωριά μας, τις πόλεις μας, την Ελλάδα μας ολόκληρη και να διώξουν κάθε κακό και κάθε πειρασμό και κάθε σκοτάδι και το Φως του Χριστού να λούζει τις καρδιές μας και όλο τον τόπο, όλη την Ελλάδα μας, όλο τον κόσμο. Αμήν!
ΓΕΡΩΝ ΓΑΒΡΙΗΛ ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ Ι.Μ.ΟΣΙΟΥ ΔΑΥΙΔ
Λίγο το'χεις να σου πει ένας Άγιος ότι τον ξέχασες;
"Όσες φορές θυμάμαι ή ακούω αυτή τη φράση, μου έρχεται ευθυμία και γελώ με τον μπάρμπα-Νίκο, τον συνταξιούχο εργάτη ενός προπολεμικού εργοστασίου, κάπου εκεί στη Δραπετσώνα του Πειραιά.
Ο μπάρμπα-Νίκος με τα γυαλιά, που έχουν τους παλιούς χοντρούς φακούς και τα φορά από 20 χρόνια που είχε κάνει εγχείρηση καταρράχτη, με καθόλου μαλλιά σχεδόν στην κεφαλή του, στις συζητήσεις του, στις προσευχές του, τον Άγιο Ιωάννη το Ρώσσο τον λέει φίλο και φίλο τον έχει!
Είναι παιδική η απλότητά του και η αφέλειά του!
"Ήρθα πάλι και φέτος, πάτερ, ήρθα να χαιρετίσω τον φίλο μου!
Ά! δεν μπορώ, πρέπει να του φέρω κεράκι στη γιορτή του, είναι φίλος μου!
Είμαστε χρόνια φίλοι!
Και πως να μην είμαστε, αφού δεν μου χαλάει χατήρι – ό,τι του ζητήσω αμέσως μου το κάνει!
Φίλος ε;"
Να, που ο μπάρμπα-Νίκος, μια μέρα ήρθε στενοχωρημένος και βαρύθυμος.
Μπαίνει στην Εκκλησία, δεν μας χαιρετά και πηγαίνει κατ’ ευθείαν στον φίλο του τον Όσιο Ιωάννη "να τα πούνε", όπως πάντα έλεγε.
Τελείωσε και πολύ λυπημένος μας είπε:
-Τι τα θέλετε, σήμερα έχω μεγάλη στενοχώρια και τι λέω σήμερα, από χθες το πρωί.
Χθες, κατά τις δέκα το πρωί αγόρασα μια μικρή συκωταριά αρνίσια, είπα στην κυρά μου να την βάλει στο τηγάνι και ΄γώ πετάχθηκα στο παντοπωλείο να αγοράσω λίγη βαρελίσια ρετσίνα.
Καλός μεζές βλέπεις η συκωταριά.
Στο φανάρι που σταμάτησα και περίμενα να ανάψει πράσινο άκουσα πίσω μου μια φωνή:«Έτσι ξεχνούν τους φίλους;»
Ήμουν μόνος.
Κοιτάζω πίσω μου τίποτε, ψηλά στα παράθυρα μήπως μου μίλησε κανείς, δεν είδα κανένα, αλλά και τη φωνή την κατάλαβα για πολύ κοντά μου.
Άναψε πράσινο, πέρασα, μπήκα στα παντοπωλείο, άκουσα ψαλμωδία.
Ωραία κασέττα με ψαλμωδίες έχεις, λέω στον Παντοπώλη.
Μπάρμπα-Νίκο δεν είναι κασέττα, είναι λειτουργία από το Ραδιόφωνο.
Σήμερα είναι η μνήμη του αγίου Ιωάννου του Ρώσσου στην Εύβοια και λειτουργούν 6 Δεσποτάδες, όπως είπε η εκφωνήτρια.
Ακόμα ακούω στ’ αυτιά μου τις κόρνες, τα φρεναρίσματα και τις φωνές, με τις χειρονομίες των οδηγών, γιατί μπήκα στα δρόμο χωρίς να περιμένω το φανάρι.
Σήκωσα μόνο την άδεια κανάτα και τους έκανα νόημα με τα δύο χέρια να σταματήσουν όλοι τους να περάσω.
Τι το θέλεις, ούτε έφαγα από χθες, ούτε θέλω να φάω. Λίγο το'χεις να σου πει ένας Άγιος ότι τον ξέχασες;
Μπορώ να τον ξαναπώ φίλο; Δεν θα με παρεξηγήσει; Πες και συ πάτερ, έτσι δεν είναι; Το περίμενα εγώ αυτό;"
Όχι μπάρμπα-Νίκο, ήσουν και θα είσαι φίλος, μακάρι να σε φτάσουμε στην αφελότητα και στην απλότητα.
Μακάρι, γιατί εσύ μας πέρασες και έφτασες να ανταποδίδεις τη φιλία που είπε ο ίδιος ο Κύριός μας...
●Πρωτοπρεσβυτέρου Ιωάννου Βερνέζου Ιερατικώς Προϊσταμένου Ι. Προσκυνήματος Οσίου Ιωάννου του Ρώσσου,
Έκδοσις Ιερού Προσκυνήματος Οσίου Ιωάννου του Ρώσσου, Προκόπιον Εύβοιας
Δύο θαύματα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Ρώσσου.
Ὁ Μητροπολίτης Χαλκίδος Χρυσόστομος Α΄, μὲ τὴν ὑπ’ ἄριθμ. πρώτ. 1609/17-11-1978 ἐγκύκλιό του πρὸς τοὺς αἰδεσιμωτάτους Ἐφημερίους καὶ τοὺς εὐσεβεῖς Χριστιανοὺς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως κοινοποιεῖ δύο θαύματα.
1) «... Τὸν περασμένο χειμῶνα ἕνα ἑλληνικὸ πλοῖο στὴν Βόρειο θάλασσα φορτωμένο πηγαίνει γιὰ λιμάνι τῶν Κάτω Χωρῶν. Στὴ μέση τοῦ πελάγους πέφτουν σὲ φοβερὸ κυκλῶνα. Τὸ ραντὰρ δὲν λειτουργεῖ. Τὸ πλοῖο ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ καταποντίζεται. Ὁ κυβερνήτης ἔμπειρος ναυτικὸς βλέπει, ὅτι πράγματι δὲν ὑπάρχει ἐλπίδα σωτηρίας. Κάποιος τοῦ εἶχε πεῖ ὅτι ὑπάρχει ἕνας ὁλόσωμος Ἅγιος, Ὅσιος Ἰωάννης Ρῶσσος εἶναι τὸ ὄνομά του, ποὺ ὅ,τι τοῦ ζητήσεις μὲ πίστη σοῦ τὸ κάνει. Τὸ θυμήθηκε αὐτὸ ὁ κυβερνήτης καὶ μέσα στὴ λαίλαπα τῆς καταστροφῆς προσεύχεται στὸν ἄγνωστό του Ἅγιο Ἰωάννη καὶ τοῦ λέγει: «Μεγάλε Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν σὲ ἔχω γνωρίσει, προσεύχομαι ἀπόψε σ’ ἐσένα, ὄχι γιὰ νὰ σώσεις τὸν ἑαυτό μου ποὺ εἶμαι πλοίαρχος, ὄχι γιὰ τὸ πλοῖο ποὺ στοιχίζει ἑκατομμύρια, ἀλλὰ προσεύχομαι γι’ αὐτοὺς τοὺς πονεμένους ναυτικοὺς ποὺ ξενιτεύτηκαν, γιὰ νὰ ζήσουν τὶς φτωχές τους οἰκογένειες καὶ αὐτὴ τὴ στιγμὴ πνίγονται. Ἔλα Ἅγιε τοῦ Θεοῦ καὶ κράτησε τὸ πλοῖο γιὰ νὰ μὴν χαθεῖ στὰ ἔγκατα τοῦ πελάγους».
Ἀρχίζει νὰ ξημερώνει. Τὸ πλοῖο μὲ τὸ πρῶτο φῶς τῆς ἡμέρας βρίσκεται μέσα στὸ λιμάνι ποὺ ἤθελε νὰ πάει, πλευρισμένο στὴν προκυμαία σὰν κάποιος ἔμπειρος πλοηγὸς νὰ τὸ εἶχε ὁδηγήσει μὲ ἐπιδεξιότητα ἐκεῖ. Ὁ πλοίαρχος ποὺ εἶδε ὅτι καὶ μὲ τὶς καλύτερες συνθῆκες δὲν θὰ μποροῦσε νὰ φτάσει τὸ πλοῖο ἐκεῖ καταλαμβάνεται ἀπὸ δέος. Τηλεφωνεῖ στὴν πλοιοκτήτρια ἑταιρεία στὸν Πειραιᾶ, ὅτι ἀδυνατεῖ νὰ παραμείνει στὴν ἐργασία του. Ἀλλοιωμένος ἀπὸ τὴν θεία ἐμπειρία, μὲ ἀεροπλάνο φθάνει στὴν Ἑλλάδα καὶ ταπεινὸς προσκυνητῆς γονατίζει μπροστὰ στὸ πανσεβάσμιο σκεῦος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ Ἱερὸ Λείψανο τοῦ Ὁσίου. Ζεῖ τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ ποὺ δὲν ὑπάρχουν λόγια νὰ μᾶς τὴν ἐκφράσει. Ἀνοίγει τὴν καρδιά του καὶ προσφέρει στὸν Ὅσιο Ἰωάννη ὑλικὰ δῶρα ἀξίας δύο ἑκατοντάδων χιλιάδων, ἕνα ἀρτοφόριο, ἕνα Ἅγιο Ποτήριο, ἕνα Ἱερὸ Εὐαγγέλιο, ἕνα Σταυρὸ εὐλογίας καὶ ἕνα θυμιατό, γιὰ νὰ εἶναι μάρτυρες αὐτῆς τῆς Θείας μετοχῆς ποὺ ἔζησε».
2) «Στὶς 14-10-1978 ἡ νεαρὴ κυρία Φρειδερίκη Γεωργίου, κάτοικος Ἁγίας Βαρβάρας Αἰγάλεω, ὁδὸς Ρόδου 24, ποὺ βρίσκεται δύο χρόνια μὲ παραλυσία καὶ μὲ φοβεροὺς πόνους στὸ κεφάλι καὶ μὲ τὴν ἀπελπιστικὴ διάγνωση τῶν καθηγητῶν, ὅτι ἡ ἀρρώστειά της εἶναι ἀγιάτρευτη, ἀφοῦ ἔμαθε ὅτι ὁ Ὅσιος ἐθεράπευσε καὶ τὴν ἐπὶ μία 15ετία συγκύπτουσα ἀπὸ τὴν Κύπρο, παρεκάλεσε θερμὰ τὸν Ὅσιο Ἰωάννη καὶ τὸ Σάββατο αὐτὸ (14-10-1978) στὶς 5 τὸ πρωὶ μία ἀνεπανάληπτη ἁγιοφάνεια σφραγίζει τὴν ζωή της. Βρίσκεται μπροστά της σὰν σὲ ὅραμα ἡ μορφὴ τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου, ποὺ ἀνοίγοντας τὰ Ἀγιά του χέρια της λέγει: «Ἔλα νὰ σὲ κάμω καλά».
Οἱ φοβεροὶ πόνοι ἀπὸ τὸ κεφάλι της ἐξαφανίστηκαν. Ἡ παραλυσία ἔφυγε ἀπὸ τὸ σῶμα της. Μὲ κλάματα καὶ γεμάτη χαρὰ σηκώνεται, ἀγκαλιάζει τοὺς γονεῖς της, φωνάζουν τοὺς συγγενεῖς καὶ μετὰ ἀπὸ τρεῖς ὧρες ἔφτασαν ὅλοι ταπεινοὶ προσκυνηταί, ἐδῶ στὸν Ὅσιο Ἰωάννη.
Όσιος Ματθαίος ο εκ Ρωσίας
Ο Όσιος Ματθαίος του Ζαράνσκιυ, κατά κόσμον Μητροφάνης Κούζμικ Σβέκωφ, γεννήθηκε, το 1861 μ.Χ., στην πόλη Βγιάτκα. Ο πατέρας του ήταν υποδηματοποιός και ο Όσιος στη νεαρή ηλικία του, ασχολήθηκε με το εμπόριο.
Το 1891 μ.Χ., ο Μητροφάνης κείρεται μοναχός στη μονή του Αγίου Αλεξάνδρου και λαμβάνει το όνομα Ματθαίος. Εδώ ασκείται στην υπακοή και διδάσκεται την αδιάλειπτη προσευχή. Ο Άγιος Θεός του δωρίζει το χάρισμα της θαυματουργίας και το πρόσωπο του Οσίου γίνεται πνευματικό καταφύγιο και παρηγοριά για τον λαό του Θεού.
Έτσι, αφού έζησε θεοφιλώς, ο Όσιος κοιμήθηκε με ειρήνη το 1927 μ.Χ.
Όσιος Λάζαρος του Πσκώφ
Ο Όσιος Λάζαρος γεννήθηκε το 1733 μ.Χ. από ευσεβείς και φιλόθεους γονείς και μεγάλωσε στην πόλη Όποτσα κοντά στην περιοχή του Πσκώφ. Έγινε μοναχός στη μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου της Λαύρας του Πσκώφ και ανέλαβε το 1800 μ.Χ. καθήκοντα οικονόμου της μονής. Διακρίθηκε για την ευσέβεια και τον ασκητικό του βίο και κοιμήθηκε με ειρήνη το 1824 μ.Χ.