Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026

Εὐαγγέλιον Κυριακής

 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΚΒ´ 2 - 14



2 Ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὅστις ἐποίησε γάμους τῷ υἱῷ αὐτοῦ. 3 καὶ ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ καλέσαι τοὺς κεκλημένους εἰς τοὺς γάμους, καὶ οὐκ ἤθελον ἐλθεῖν. 4 πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους λέγων· εἴπατε τοῖς κεκλημένοις· ἰδοὺ τὸ ἄριστόν μου ἡτοίμασα, οἱ ταῦροί μου καὶ τὰ σιτιστὰ τεθυμένα, καὶ πάντα ἕτοιμα· δεῦτε εἰς τοὺς γάμους. 5 οἱ δὲ ἀμελήσαντες ἀπῆλθον, ὃς μὲν εἰς τὸν ἴδιον ἀγρόν, ὃς δὲ εἰς τὴν ἐμπορίαν αὐτοῦ· 6 οἱ δὲ λοιποὶ κρατήσαντες τοὺς δούλους αὐτοῦ ὕβρισαν καὶ ἀπέκτειναν. 7 ἀκούσας δὲ ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνος ὠργίσθη, καὶ πέμψας τὰ στρατεύματα αὐτοῦ ἀπώλεσε τοὺς φονεῖς ἐκείνους καὶ τὴν πόλιν αὐτῶν ἐνέπρησε. 8 τότε λέγει τοῖς δούλοις αὐτοῦ· ὁ μὲν γάμος ἕτοιμός ἐστιν, οἱ δὲ κεκλημένοι οὐκ ἦσαν ἄξιοι· 9 πορεύεσθε οὖν ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν, καὶ ὅσους ἐὰν εὕρητε καλέσατε εἰς τοὺς γάμους. 10 καὶ ἐξελθόντες οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι εἰς τὰς ὁδοὺς συνήγαγον πάντας ὅσους εὗρον, πονηρούς τε καὶ ἀγαθούς· καὶ ἐπλήσθη ὁ γάμος ἀνακειμένων. 11 εἰσελθὼν δὲ ὁ βασιλεὺς θεάσασθαι τοὺς ἀνακειμένους εἶδεν ἐκεῖ ἄνθρωπον οὐκ ἐνδεδυμένον ἔνδυμα γάμου· 12 καὶ λέγει αὐτῷ· ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; ὁ δὲ ἐφιμώθη. 13 τότε εἶπεν ὁ βασιλεὺς τοῖς διακόνοις· δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας ἄρατε αὐτὸν καὶ ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. 14 πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοὶ, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί.



Ερμηνευτική απόδοση



Ἠ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ὁμοιάζει πρὸς ἄνθρωπον βασιλέα, ποὺ ἔκαμε χαρὲς γάμου διὰ τὸν υἱόν του. 3 Καὶ ἀπέστειλε τοὺς δούλους του διὰ νὰ καλέσῃ αὐτούς, ποὺ εἶχαν προσκληθῇ εἰς τοὺς γάμους, καὶ ἐκεῖνοι δὲν ἤθελαν νὰ ἔλθουν. 4 Πάλιν ἀπέστειλε ἄλλους δούλους λέγων· εἶπατε εἰς τοὺς καλεσμένους· ἰδοὺ ἐτοίμασα τὸ μεσημεριανό μου τραπέζι· οἱ ταῦροι μου καὶ τὰ θρεφτάρια εἶναι σφαγμένα καὶ ὅλα εἶναι ἕτοιμα.Ἔλθετε εἰς τοὺς γάμους. 5 Αὐτοὶ ὅμως ἀδιαφόρησαν καὶ ἔφυγαν, ἄλλος μὲν εἰς τὸ χωράφι του, ἄλλος δὲ εἰς τὴν ἐμπορικήν του ἐπιχείρησιν. 6 Οἱ δὲ ὑπόλοιποι, ἀφοῦ ἔπιασαν τοὺς δούλους του, ὕβρισαν καὶ ἐφόνευσαν αὐτούς. 7 Ἀλλ’ ὅταν ἤκουσε ταῦτα ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνος, ἐθύμωσε, καὶ ἀφοῦ ἔστειλε τὰ στρατεύματά του, ἐξωλόθρευσε τοὺς φονεῖς ἐκεῖνους καὶ κατέκαυσε τὴν πόλιν τους.(Καὶ τὴν τιμωρίαν αὐτὴν ἔλαβον οἱ Ἰουδαῖοι καὶ τὰ Ἱεροσόλυμα, τοὺς ὁποίους ὑπονοεῖ ἡ παραβολή). 8 Τότε λέγει εἰς τοὺς δούλους του· Τὸ τραπέζι τοῦ γάμου εἶναι ἔτοιμον· οἱ προσκαλεσμένοι ὅμως δὲν ἦσαν ἄξιοι νὰ λάβουν μέρος εἰς αὐτό. 9 Πηγαίνετε λοιπὸν εἰς τὰ σταυροδρόμια καὶ τὰ τρίστρατα καὶ ὅσους τύχῃ νὰ εὕρετε ἐκεῖ, καλέσατέ τους εἰς τοὺς γάμους. 10 Καὶ ἀφοῦ ἐβγῆκαν οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι εἰς τοὺς δρόμους, ἐμάζευσαν ὅλους ὅσους ηὔραν, κακοὺς καὶ καλούς, καὶ ἐγέμισεν η αἴθουσα τοῦ γάμου ἀπὸ ἀνθρώπους, ποῦ ἐκάθησαν εἰς τὸ τραπέζι.(Καὶ αὐτὸ ἐπραγματοποιήθη μὲ τὴν Ἐκκλησίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐκλήθησαν καὶ προσῆλθον οἱ εἰδωλολάτραι πιστεύσαντες). 11 Ὅταν δὲ ἐμβῆκεν ὁ βασιλεὺς διὰ νὰ ἴδη τοὺς καθισμένους εἰς τὸ τραπέζι, εἶδεν ἐκεῖ ἄνθρωπον, ποῦ δὲν ἐφοροῦσεν ἔνδυμα γάμου.Δὲν εἶχε δηλαδὴ μαζὶ μὲ τὴν πίστιν καὶ τὸν καρπὸν τῆς πίστεως, τουτέστι τὰς ἀρετάς. 12 Καὶ λέγει εἰς αὐτόν· Φίλε, πῶς ἐμβῆκες ἐδῶ, χωρὶς νὰ ἔχῃς ἔνδυμα γάμου; Εὔκολον ἦτο νὰ ἀπευθυνθῇς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν μου καὶ νὰ σοῦ προμηθεύσῃ τοιοῦτον.Αὐτὸς δὲ ἀπεστομώθη. 13 Τότε εἶπεν ὁ βασιλεὺς εἰς τοὺς ὑπηρέτας· Ἀφοῦ τοῦ δέσετε χέρια καὶ πόδια, πάρτε τον καὶ ρίψατέ τον ἔξω εἰς τὸ σκότος τὸ πιὸ βαθύ, ποὺ εἶναι μακρυὰ ἀπὸ τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.Ἐκεῖ θὰ εἶναι ὁ κλαυθμὸς καὶ τὸ τρίξιμο τῶν δοντιῶν. 14 Διότι πολλοὶ εἶναι οἱ καλεσμένοι εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, ὀλίγοι ὅμως εἶναι ἐκλεκτοί, ποὺ ἔχουν τὰς ἀρετάς, καὶ θὰ κληρονομήσουν τὴν βασιλείαν αὐτήν.

Ἀπόστολος Κυριακής

 ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β' Α´ 21 - 24



21 ὁ δὲ βεβαιῶν ἡμᾶς σὺν ὑμῖν εἰς Χριστὸν καὶ χρίσας ἡμᾶς Θεός, 22 ὁ καὶ σφραγισάμενος ἡμᾶς καὶ δοὺς τὸν ἀρραβῶνα τοῦ Πνεύματος ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν. 23 Ἐγὼ δὲ μάρτυρα τὸν Θεὸν ἐπικαλοῦμαι ἐπὶ τὴν ἐμὴν ψυχήν, ὅτι φειδόμενος ὑμῶν οὐκέτι ἦλθον εἰς Κόρινθον. 24 οὐχ ὅτι κυριεύομεν ὑμῶν τῆς πίστεως, ἀλλὰ συνεργοί ἐσμεν τῆς χαρᾶς ὑμῶν· τῇ γὰρ πίστει ἑστήκατε.


ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β' Β´ 1 - 4



1 Ἔκρινα δὲ ἐμαυτῷ τοῦτο, τὸ μὴ πάλιν ἐν λύπῃ ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς. 2 εἰ γὰρ ἐγὼ λυπῶ ὑμᾶς, καὶ τίς ἐστιν ὁ εὐφραίνων με εἰ μὴ ὁ λυπούμενος ἐξ ἐμοῦ; 3 καὶ ἔγραψα ὑμῖν τοῦτο αὐτὸ, ἵνα μὴ ἐλθὼν λύπην ἔχω ἀφ’ ὧν ἔδει με χαίρειν, πεποιθὼς ἐπὶ πάντας ὑμᾶς ὅτι ἡ ἐμὴ χαρὰ πάντων ὑμῶν ἐστιν. 4 ἐκ γὰρ πολλῆς θλίψεως καὶ συνοχῆς καρδίας ἔγραψα ὑμῖν διὰ πολλῶν δακρύων, οὐχ ἵνα λυπηθῆτε, ἀλλὰ τὴν ἀγάπην ἵνα γνῶτε ἣν ἔχω περισσοτέρως εἰς ὑμᾶς.




Ερμηνευτική απόδοση 


 Ἐνῳ λοιπὸν ἐσκεπτόμην καὶ ἐσχεδίαζα τοῦτο, δὲν τὸ ἐπραγματοποίησα. Μήπως ἄραγε ἀπὸ τὴν ματαίωσιν τοῦ σχεδίου μου αὐτοῦ ἠμπορεῖ νὰ ἐξαχθῇ τὸ συμπέρασμα, ὅτι μετεχειρίσθην τὴν ἐλαφρότητα καὶ ἐπιπολαιότητα, τὴν ὁποίαν μερικοὶ μοῦ ἀποδίδουν; Ὄχι. Ἢ μήπως ἐκεῖνα, ποὺ ἀποφασίζω, τὰ ἀποφασίζω σὰν ἄνθρωπος σαρκικός, ποὺ ὁρίζει τὸν ἑαυτόν του καὶ δὲν διευθύνεται ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα; Μόνον ἐὰν ὤριζα τὸν ἑαυτόν μου, θὰ ἦτο βέβαιον τὸ ναὶ καὶ τὸ ὄχι μου. Ἀλλὰ δὲν ἀποφασίζω σὰν ἄνθρωπος σαρκικὸς καὶ ἔτσι ἀναγκάζομαι νὰ ἀθετῶ τὸν λόγον μου καὶ τὰς ἀποφάσεις μου, ὅταν τὸ Πνεῦμα, ποὺ μὲ κυβερνᾷ, διατάσσῃ διαφορετικά. 21 Ἐκεῖνος δέ, ὁ ὁποῖος δίδει τὴν βεβαιότητα καὶ εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς σᾶς, καὶ ὁ ὁποῖος μᾶς στηρίζει, ὥστε νὰ μένωμεν πιστοὶ καὶ ἀσάλευτοι εἰς τὸν Χριστόν, καὶ ὁ ὁποῖος μᾶς ἔχρισε μὲ τὴν χάριν τοῦ Πνεύματός του, εἶναι ὁ Θεός. 22 Αὐτὸς καὶ μᾶς ἐσφράγισεν ὡς ἰδικούς του καὶ ἔδωκεν εἰς τὰς καρδίας μας τὸ Πνεῦμα του ὡς ἀρραβῶνα καὶ ἀσφαλῆ ἐγγύησιν περὶ τοῦ ὅτι θὰ πληρώσῃ ὅλας τὰς ὑποσχέσεις, ποὺ μᾶς δίδει μὲ τὸ εὐαγγέλιόν του. 23 Καὶ διὰ νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ταξιδίου μου, ἐπικαλοῦμαι τὸν καρδιογνώστην Θεόν νὰ ἴδῃ αὐτὸς τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου καὶ νὰ μαρτυρήσῃ, ἐὰν εἶναι ἀλήθεια, ὅτι δὲν ἦλθα ἀκόμη εἰς τὴν Κόρινθον, ἐπειδὴ σᾶς λυποῦμαι καὶ δὲν θέλω νὰ δοκιμάσετε τὴν αὐστηρότητά μου. 24 Λέγω δὲ τὸ τελευταῖον αὐτό, ὄχι διότι εἴμεθα κύριοι τῆς πίστεώς σας καὶ ἔχομεν ἐξουσίαν εἰς σᾶς σὰν νὰ εἶσθε δοῦλοι μας. Εἴμεθα ὅμως συνεργάται τῆς χαρᾶς σας καὶ θέλομεν νὰ συντελῶμεν, ὅπως αὐξάνῃ ἡ χαρά σας. Ἀποκλείεται δὲ ὁλότελα τὸ νὰ ἐξουσιάζωμεν τὴν πίστιν σας, διότι σεῖς στέκεσθε καλὰ καὶ εἶσθε στερεωμένοι εἰς τὴν πίστιν.





1 Απεφάσισα δὲ τοῦτο καὶ διὰ τὸν ἑαυτόν μου. Ηὗρα δηλαδὴ καλύτερον καὶ διὰ τὸν ἑαυτόν μου νὰ μὴ ἔλθω πάλιν εἰς σᾶς ἀναγκασμένος καὶ ἐγὼ νὰ σᾶς λυπῶ μὲ τοὺς ἐλέγχους μου, ἀλλὰ καὶ σεῖς νὰ μὲ λυπῆτε μὲ τὰς ἀταξίας, ποὺ θὰ βλέπω μεταξύ σας. 2 Ὠρισμένως δὲ ἡ ἐγὼ ἢ σεῖς θὰ ἐδοκιμάζαμεν λύπην. Διότι, ἐὰν ἑγὼ μὲ τοὺς ἐλέγχους μου προκαλῶ λύπην μετανοίας εἰς σᾶς, ποῖος ἄλλος μὲ εὐφραίνει παρὰ ἐκεῖνος, ποὺ δέχεται τοὺς ἐλέγχους μου καὶ λυπεῖται ἀπὸ ἑμέ; Ἔτσι ἐὰν ἐγὼ δὲν λυποῦμαι, θὰ λυπῆσθε ὅμως σεῖς. 3 Καὶ σᾶς ἔγραψα ἀκριβῶς τοῦτο εἰς προηγουμένην μου ἐπιστολήν, διὰ νὰ διορθώσετε ἐν τῷ μεταξὺ τὰς ἀταξίας, ὥστε, ἐὰν ἔλθω εἰς Κόρινθον, νὰ τὰ εὕρω ὅλα ἐν τάξει καὶ νὰ μὴ δοκιμάσω λύπην ἐξ αἰτίας ἐκείνων, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ χαίρω. Ἄλλως τε ἡ λύπη μου θὰ ἐλύπει καὶ σᾶς. Διότι ἔχω δι’ ὅλους σας πεποίθησιν, ὅτι ἡ χαρά μου εἶναι χαρὰ ὅλων σας. 4 Μὴ νομίσετε δὲ ὅτι διὰ τοὺς ἐλέγχους, ποὺ σᾶς ἔγραψα εἰς τὴν ἐπιστολήν μου ἐκείνην, ἐγὼ δὲν ἐδοκίμασα τίποτε. Διότι σᾶς ἔγραψα ἀπὸ πολλὴν θλῖψιν καὶ στενοχώριαν τῆς καρδίας, μὲ δάκρυα πολλά, ὄχι διὰ νὰ λυπηθῆτε, ἀλλὰ διὰ νὰ γνωρίσετε τὴν ἀγάπην, τὴν ὁποίαν ὑπερβολικὰ ἔχω πρὸς σᾶς.

Άγιος Άλτο

 Ο Άγιος Άλτο (Alto) ήταν ένας Σκωτσέζος μοναχός, ο οποίος, ταξιδεύοντας στην Γερμανία, έγινε γνωστός για πολλά θαύματα και ίδρυσε, με την άδεια του βασιλιά Pepin, το μοναστήρι του Altmunster στην Βαυαρία στα μέσα του ογδόου αιώνα μ.Χ.. Ανάμεσα σε ένα βαρβαρικό έθνος, που εκείνο τον καιρό ζούσε μέσα στην άγνοια, την φαυλότητα και την δεισιδαιμονία, η πραότητα και η αφοσίωση αυτού του αγίου τράβηξε πολλούς στην αληθινή πίστη. Η μοναχική του ζωή αναδείκνυε την δύναμη της θείας χάρης με το να υψώνει τους ανθρώπους που είχαν πέσει στην αδυναμία και τη φθορά στα ποιο μεγάλα ύψη της αγιοσύνης.


Η τιμή του Αγίου στην Γερμανία είναι στις 9 Φεβρουαρίου, την ημέρα που πιστεύεται πως κοιμήθηκε αλλά τα Βρετανικά αγιολόγια τον τιμούν στις 5 Σεπτεμβρίου.

Όσιος Αθανάσιος ηγούμενος Μονής Μπρέστ

 Ο Άγιος Αθανάσιος του Μπρεστ της Πολωνίας έζησε στην εποχή που πραγματοποιήθηκε η απόφαση της Ουνίας για ένωση μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας το 1596 μ.Χ. Αυτή έγινε με την εξουσία και την βία και την βοήθεια του πολωνικού κράτους. Όσοι έμειναν πιστοί στην ορθόδοξη πίστη υπέφεραν πολλούς και διαφόρους διωγμούς. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα οι ορθόδοξοι να φύγουν στα άγρια μέρη της χώρας, ή ενώνονταν σε ορθόδοξες ομάδες κάτω από την προστασία λίγων αριστοκρατικών ορθοδόξων. Οι περισσότεροι από τους πλουσίους πέρασαν στον Ρωμαιοκαθολικισμό, επειδή είχαν μεγάλα προνόμια και περισσότερη ελευθερία από το κράτος. Στην επιβουλή της Ουνίας εργάστηκαν τα Ιησουιτικά σχολεία, δηλαδή τα φανατικά τάγματα της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας.


Οι ορθόδοξοι κάτοικοι της πόλεως Μπρεστ άρχισαν να δημιουργούν εκκλησιαστικές κοινότητες με σκοπό την υπεράσπιση της Ορθοδοξίας, επειδή τα ανώτερα πρόσωπα της Ορθοδόξου Εκκλησίας τα καθόριζε ο κράλης της Πολωνίας, δεν είχαν σταθερή πίστη, ζούσαν με κοσμικό τρόπο, δεν μπορούσαν να αντιδράσουν στην βούληση της κρατικής εξουσίας, αλλά και με την θέλησή τους βοηθούσαν για την πραγματοποίηση των σκοπών της Ουνίας. Αυτοί οι ιεράρχες υπέγραψαν την παράνομη Ουνία το 1596 μ.Χ. στο Μπρεστ.


Ο Άγιος Αθανάσιος γεννήθηκε αυτή την εποχή το 1597 μ.Χ. στο Μπρεστ. Η οικογένειά του ήταν μέλος της Ορθόδοξης Κοινότητος Μπρεστ. Ο Αθανάσιος έλαβε υψηλή μόρφωση, έμαθε ρωσικά, πολωνικά, ελληνικά και λατινικά. Σε ηλικία 30 χρόνων ήρθε στο Μοναστήρι του Αγίου Πνεύματος στο Βίλνο, και από εκεί τον μετέφεραν στο μοναστήρι Κουπιάτσκι. Στο δρόμο ο Αθανάσιος συνάντησε ένα ανάπηρο, τον πήρε στην πλάτη του, και αυτός τον εδίδαξε την νοερά αδιάλειπτη προσευχή του Χριστού. Στο μοναστήρι Κουπιάτσκι υπήρχε θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, η οποία εμφανίστηκε σ' αυτόν τον τόπο το 1182 μ.Χ. Αυτή η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας είχε διαδραματίσει μεγάλη επίδραση στην ζωή του Οσίου Αθανασίου. Μία φορά άκουσε ο Άγιος φωνή από την εικόνα της Παναγίας που τον είπε να πάει στην Μόσχα για να πάρει από τον αυτοκράτορα της Ρωσίας βοήθεια, όπως και έγινε. Όταν γύρισε από την Μόσχα κατά παράκληση των αδελφών της Μονής έγινε ηγούμενος στο Μοναστήρι του Αγίου Συμεών στο Μπρεστ.


Το 1647 μ.Χ. πήγε στην Βαρσοβία, στον κράλη της Πολωνίας Βλαδισλάβ και με τις προσπάθειές του πέτυχε να δοθούν όλα τα προνόμια στις ορθόδοξες κοινότητες του Μπρεστ, ως και την εξασφάλιση της ελευθερίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Στο γράμμα όμως του Κράλη οι τοπικές αρχές του Μπρεστ απήντησαν: Να γίνετε όλοι ουνίτες και τότε όλα θα κάνουμε δωρεάν. Η ανώτατη ορθόδοξη ιεραρχία της Βαρσοβίας δεν ενδιαφέρθηκε για την υπόθεση αυτή. Ο Αθανάσιος μόνος, με στενοχώρια και λύπη προσευχόταν στο Θεό. Μια φορά και ενώ ο Όσιος διάβαζε τον Ακάθιστο ύμνο άκουσε φωνή της Παναγίας, που έλεγε: Αθανάσιε πήγαινε και έλεγξε τώρα, την δικαιοσύνη στην Βουλή, με την βοήθεια της δικής μου εικόνας Κουπιατίσκοϊ, ομιλώντας για την δίκαιη τιμωρία του Θεού, που θα έρθει, εάν δεν αλλάξει πολιτική κατά της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ας καταδικάσουν πρώτα απ' όλα την Ουνία, εδώ είναι η πρώτη ανάγκη, και τότε και γι' αυτούς ακόμη όλα θα είναι καλά.


Κατά την θέληση της Παναγίας ο Όσιος έδωσε για όλα τα μέλη της βουλής μικρές εικόνες της Παναγίας, που περιείχαν λόγια για τον κίνδυνο της τιμωρίας τους, διότι επροστάτευαν την Ουνία και καταπίεζαν τους ορθοδόξους, και στην συνέχεια μίλησε με θάρρος υπέρ της Ορθοδόξου Πίστεως κατά την παρουσία του κράλη.


Λόγω της παρουσίας του στην Βουλή ο Όσιος Αθανάσιος υπέφερε πολλά από τους συνθηκολογήσαντας με τους Ουνίτας Ορθοδόξους Ιεράρχας. Τον έλεγαν τρελλόν, τον έβαλαν στην φυλακή, τον έπαυσαν από ιερέα και τον έστειλαν για δίκη στον Μητροπολίτη του Κιέβου Πέτρο Μογίλα. Ο μητροπολίτης δικαίωσε τον Αθανάσιο και έκρινε την απόφαση της Βαρσοβίας άδικη.


Ο Αθανάσιος γύρισε στο μοναστήρι και ζούσε με ησυχία και προσευχή την κατά Θεό πολιτεία. Αλλά άκουσε ακόμη μία φορά φωνή της Παναγίας, η οποία του έλεγε να πάει και πάλι στην Βουλή και να μιλήσει αντί της Ουνίας, για τους Ρωμαιοκαθολικούς. Δεν πρόλαβε όμως να πάει στην Βουλή, τον έπιασαν, τον φυλάκισαν και τον μετέφεραν στην Βαρσοβία. Άδικα τον υποπτεύθηκαν για συνεργασία με την Μόσχα.


Από την φυλακή έγραψε γράμμα στον κράλη της Πολωνίας, στον οποίον έλεγε για τους διωγμούς της Ορθοδόξου Εκκλησίας και του θύμισε την υπόσχεσή του, όταν έγινε κράλης, ότι θα βοηθήσει την Ορθόδοξη Εκκλησία....


Ο κράλης απεφάσισε να ελευθερωθεί ο Αθανάσιος, μόνο στην περίπτωση που θα τον πάρει μαζί του ο Μητροπολίτης Κιέβου. Μετά τον θάνατον του Μητροπολίτου Κιέβου Πέτρου Μογίλα, 1647 μ.Χ., ο Αθανάσιος ήλθε στο μοναστήρι του. Την 1 Ιουλίου του 1648 μ.Χ. ήλθαν στο μοναστήρι στρατιώτες και φυλάκισαν τον άγιον Αθανάσιον. Όταν δεν βρήκαν ενοχοποιητικά στοιχεία του είπαν, ότι «παραμέρισε την αγία Ουνία». Ο Αθανάσιος έκαμε τον σταυρόν του και επανέλαβε προηγούμενά του λόγια. Τότε τον έβαλαν στην φυλακή στο κάστρο.


Την 5 Σεπτεμβρίου τον μετέφεραν στην μεγαλύτερη φυλακή πίσω από την πόλη. Τον επισκέπτονταν οι ιησουίτες μοναχοί και ζητούσαν να αρνηθεί την Ορθοδοξία. Ο άγιος τους απαντούσε: «Ας γνωρίζουν οι ιησουίτες ότι, όπως τους αρέσει να μένουν στις περιποιήσεις αυτού του κόσμου, έτσι μου αρέσει τώρα να πεθάνω για την Ορθοδοξία».


Ο διευθυντής των φυλακών είπε στους ιησουίτες. «Αυτός τώρα είναι στα δικά σας χέρια, να κάνετε μ' αυτόν, ότι θέλετε».


Τότε τον πήραν στο δάσος, τον βασάνιζαν με φωτιά. Μετά φώναξαν ένα οπλοφόρο στρατιώτη και ετοίμασαν τον λάκκο του. Τελευταία φορά του είπαν να αλλάξει την πίστη του και τις απόψεις του, αλλά αυτός είπε: «Ότι είπα νωρίτερα, με αυτό και θα πεθάνω». Ο στρατιώτης πυροβόλησε, αλλά ο Άγιος έμεινε όρθιος, με την βοήθεια του δένδρου που ήταν πίσω του. Τότε αποφάσισαν να τον βάλουν στο λάκκο. Ο Άγιος Αθανάσιος σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό, σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος και έπεσε μόνος του, σιγά-σιγά στο λάκκο. Όταν ήταν ακόμη ζωντανός επάνω του έβαλαν χώμα και άμμο, αργότερα έτσι και τον ευρήκαν ξαπλωμένον. Εκείνη την νύκτα στην πόλη Μπρεστ κανείς από τους μοναχούς, αλλά και πολλοί από τους πιστούς δεν κοιμήθηκαν.


Την 1η Μαΐου οι μοναχοί βρήκαν το σώμα του ομολογητού και μάρτυρος Αθανασίου, το πήραν την νύχτα και άλλη μέρα το έθαψαν στο Μοναστήρι στο Μπρεστ. Το σώμα του Αγίου έμεινε άφθαρτο. Το 1818 μ.Χ. όμως κάηκε, αλλά μέρος από το άγιον λείψανόν του σώθηκε και φυλάσσεται στην Εκκλησία του Αγίου Αθανασίου στο Μπρεστ....


Ο βίος του Αγίου Αθανασίου γράφτηκε για πρώτη φορά τον 17ον μ.Χ. αιώνα. Η μνήμη του εορτάζεται 20 Ιουλίου και 5 Σεπτεμβρίου.

Άγιοι Μέδιμνος, Ουρβανός, Θεόδωρος και Ογδόντα Ιερείς και Διάκονοι

 Οι Άγιοι αυτοί διώχθηκαν από τον Αρειανόφιλο βασιλιά Ουάλεντα (364 μ.Χ.) και αφού υπέφεραν πολλά βάσανα και ταλαιπωρίες, τελικά τους έβαλαν μέσα σε πλοίο και τους άφησαν στ' ανοιχτά της θάλασσας. Όταν έφτασαν στον Αστακινό κόλπο, οι Αρειανοί έστειλαν δικούς τους ανθρώπους με μια βάρκα και έβαλαν φωτιά στο πλοίο. Έτσι όλοι αυτοί οι Άγιοι, παραδόθηκαν ανήμποροι στις φλόγες της φωτιάς και στο βυθό της θάλασσας (35ος τόμος Migne).

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός

 


Προφήτης Ζαχαρίας και η σύζυγος του Ελισάβετ

 Ο Ζαχαρίας, πατέρας του Ιωάννη του Βαπτιστή, έζησε στα χρόνια του Ηρώδη, βασιλιά της Ιουδαίας. Κατά τη γνώμη του Χρυσοστόμου, καθώς και άλλων Πατέρων της Εκκλησίας, ο Ζαχαρίας δεν ήταν απλός Ιερέας, αλλά αρχιερέας που έμπαινε στα άγια των αγίων. Σύζυγο είχε την Ελισάβετ και δεν είχαν παιδί.


Κάποια μέρα λοιπόν, την ώρα του θυμιάματος μέσα στο θυσιαστήριο, είδε άγγελο Κυρίου που του ανήγγειλε ότι θα αποκτούσε γιο και θα ονομαζόταν Ιωάννης. Ο Ζαχαρίας σκίρτησε από χαρά, αλλά δυσπίστησε. Η γυναίκα του ήταν στείρα και γριά, πώς θα γινόταν αυτό που άκουγε; Τότε ο άγγελος του είπε ότι θα μείνει κωφάλαλος μέχρι να πραγματοποιηθεί η βουλή του Θεού.


Πράγματι, η Ελισάβετ συνέλαβε και έκανε γιο. Όταν θέλησαν να δώσουν όνομα στο παιδί, ο Ζαχαρίας έγραψε πάνω σε πινακίδιο το όνομα Ιωάννης. Αμέσως δε λύθηκε η γλώσσα του και όλοι μαζί δόξασαν το Θεό.


Βέβαια, η χάρη αυτή έγινε από το Θεό στο Ζαχαρία, διότι της ήταν «δίκαιος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, πορευόμενος ἐν πάσαις ταὶς ἐντολαὶς καὶ δικαιώμασι τοῦ Κυρίου ἄμεμπτος» (Λουκά, α' 6.). Ήταν, δηλαδή, δίκαιος μπροστά στο Θεό και ζούσε σύμφωνα με της της εντολές και τα παραγγέλματα του Κυρίου, άμεμπτος από κάθε σοβαρή ενοχή.



Ἀπολυτίκιον

Ἦχος δ’. Κατεπλάγη Ἰωσήφ.

Ἱερωσύνης στολισμόν, περιβαλλόμενος σοφέ, κατὰ τὸν νόμον τοῦ Θεού, ὁλοκαυτώματα δεκτά, ἱεροπρεπῶς προσενήνοχας Ζαχαρία· καὶ γέγονας φωστήρ, καὶ θεατὴς μυστικῶν, τὰ σύμβολα ἐν σοί, τὰ τῆς χάριτος, φέρων ἐκδήλως πάνσοφε, καὶ ξίφει ἀναιρεθεὶς ἐν τῷ ναῷ τοῦ Θεοῦ, Χριστοῦ Προφῆτα, σὺν τῷ Προδρόμῳ, πρέσβευε σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.


Κοντάκιον

Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.

Ὁ Προφήτης σήμερον, καὶ ἱερεὺς τοῦ Ὑψίστου, Ζαχαρίας προύθηκεν, ὁ τοῦ Προδρόμου γενέτης, τράπεζαν τῆς αὐτοῦ μνήμης Πιστοὺς ἐκτρέφων, πόμα τε δικαιοσύνης τούτοις κεράσας. Διὸ τοῦτον εὐφημοῦμεν, ὡς θεῖον μύστην Θεοῦ τῆς χάριτος.