Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΣΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ & ΕΛΕΝΗ ΤΟΥΣ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΥΣ


 

Δοξαστικό αίνων Αναλήψεως


 

Στιχηρά Προσόμοια των Αίνων - Αναληψεως


 

Ὁ Ὅσιος Ἐπίσκοπος Κορδούης (Κόρδοβας) καί ἡ σχέση του με τόν Ἅγιο Μέγα Κωνσταντῖνο.

 Ὑπάρχουν κάποιες μορφὲς μέσα στὴν ἱστορία ποὺ στέκονται σχεδὸν σιωπηλές. Δὲν κυριαρχοῦν στὰ βιβλία, δὲν ἀναφέρονται συχνὰ στὶς δημόσιες συζητήσεις, καὶ ὅμως, χωρὶς αὐτές, ἡ ἱστορία τοῦ κόσμου θὰ εἶχε πάρει ἄλλον δρόμο. Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος ἦταν ὁ ὃσιος Ὅσιος Ἐπίσκοπος Κορδούης (Κόρδοβας) τῆς Ἰσπανίας, ὁ ἄνθρωπος ποὺ βρέθηκε δίπλα στὸν Μέγα Κωνσταντῖνο σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς πιο κρίσιμες περιόδους τῆς παγκοσμίου ἱστορίας: στὴν μετάβαση ἀπὸ τὸν εἰδωλολατρικὸ κόσμο στὴν Χριστιανικὴ Ρωμανία.


Ἐὰν θέλουμε νὰ κατανοήσουμε βαθύτερα τὸ πρόσωπο τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, θὰ πρέπει νὰ σταθοῦμε μὲ προσοχὴ καὶ στὸ πρόσωπο αὐτοῦ τοῦ ἁγίου γέροντος. Διότι ὁ ὃσιος Ὅσιος δὲν ὑπῆρξε ἁπλῶς ἕνας «σύμβουλος» τοῦ Κωνσταντίνου. Ὑπῆρξε μία, πιθανῶς ἡ σημαντικότερη, ἀπὸ τὶς πνευματικὲς μορφὲς ποὺ ὁδήγησαν τὸν Κωνσταντῖνο στὴν σταδιακὴ ἐσωτερικὴ του πορεία πρὸς τὸν Χριστό.


Πολλές φορές ταυτίζομε σχεδὸν μηχανικὰ τὴν πίστη μὲ τὴν πράξη τοῦ βαπτίσματος: «βαπτίστηκε ἄρα τότε πίστεψε». Στὴν Ὀρθόδοξη παράδοσή μας ὅμως δὲν βλέπομε ἔτσι τὸ μυστήριο τῆς μετάνοιας καὶ τῆς θεογνωσίας. Ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου μπορεῖ νὰ πορεύεται πρὸς τὸν Θεὸ γιὰ χρόνια πρὶν τὸ τελικὸ βῆμα. Καὶ ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος φαίνεται ὅτι ἀκριβῶς αὐτὸ ἔζησε.


Ἓνα σημεῖο ποὺ χρειάζεται προσοχὴ εἶναι τὸ ἐξῆς: πολλοὶ συχνὰ παρουσιάζουν τὸν Κωνσταντῖνο ὡς ἕναν ψυχρὸ πολιτικὸ ρεαλιστή, ποὺ ἁπλῶς «χρησιμοποίησε» τὸν Χριστιανισμὸ γιὰ λόγους ἐξουσίας. Ἡ ἀνάγνωση αὐτὴ εἶναι ἐξαιρετικὰ ἐπιφανειακή. Διότι καταρχὰς ἀδυνατεῖ νὰ ἐξηγήσει κάτι πολὺ βασικό: πῶς εἶναι δυνατόν (ἐὰν δὲν ὑπάρχει μιὰ συγκλονιστικὴ ἐσωτερικὴ μεταστροφή) ἕνας παντοδύναμος Ρωμαῖος αὐτοκράτορας, γαλουχημένος μέσα στὴν λατρεία τοῦ Sol Invictus καὶ στὸ παραδοσιακὸ αὐτοκρατορικὸ σύστημα, νὰ στραφεῖ τόσο βαθιὰ καὶ τόσο ὑπαρξιακὰ πρὸς μία νέα μέχρι τότε διωκομένη θρησκεία;


Καὶ περαιτέρω ἡ περίφημη ὅραση πρὸ τῆς μάχης στὴν Μουλβία Γέφυρα τὸ 312, τὸ Χριστόγραμμα καὶ ὅσα ἐπακολούθησαν, πῶς μποροῦν νὰ ἑρμηνευτοῦν ἂν δὲν ὑπῆρχε ἤδη ἕνα ἐσωτερικὸ πνευματικὸ ὑπόβαθρο; Προφανῶς δὲν ἦταν ἕνα ξαφνικὸ «μαγικὸ γεγονός». Ἦταν πιθανότατα ἡ κορύφωση μιᾶς βαθιᾶς ἐσωτερικῆς ἀναζήτησης. Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς εἶναι ὁ ρόλος τοῦ Ὁσίου.


Οἱ πηγὲς μᾶς δείχνουν ὅτι ὁ Ὅσιος βρισκόταν πολὺ κοντὰ στὸν Κωνσταντῖνο ἤδη ἀπὸ τὰ χρόνια 312–313. Δὲν πρόκειται γιὰ μια περιστασιακὴ γνωριμία. Ὁ αὐτοκράτορας τοῦ ἐμπιστεύεται κρίσιμες ἐκκλησιαστικὲς ἀποστολές, διαμεσολαβήσεις, ἀκόμη καὶ διαχείριση πόρων. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Κωνσταντῖνος δὲν ἔβλεπε στὸ πρόσωπό του ἕναν ξένο τυπικὸ ἐπίσκοπο, ἀλλὰ ἕναν οἰκεῖο ἄνθρωπο μεγάλης πνευματικῆς βαρύτητος.


Ἀξίζει νὰ σταθοῦμε σὲ κάτι συγκλονιστικό γιά τόν ὃσιο: ὁ Ὅσιος ἦταν ἄνθρωπος τῶν διωγμῶν. Δὲν προερχόταν ἀπὸ ἕναν «βολεμένο» χριστιανισμὸ τῆς ἐξουσίας. Εἶχε ὁμολογήσει τὴν πίστη του μέσα στὴν φωτιὰ τῶν διωγμῶν τῆς τετραρχικῆς περιόδου. Ἦταν ἄνθρωπος ποὺ εἶχε γνωρίσει τί σημαίνει νὰ κινδυνεύεις ἂμεσα γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος πολύ δύσκολα θὰ γινόταν ἁπλῶς ἕνα ὄργανο διαχειριστικῆς πολιτικῆς.


Ὁ Κωνσταντῖνος ἔβλεπε στὸ πρόσωπο τοῦ Ὁσίου μίαν ἁγιότητα ποὺ ξεχώριζε ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ μιὰν ὀρθόδοξη αὐθεντικότητα καὶ ἀλήθεια ποὺ δὲν ἔβρισκε στὸν παρακμάζοντα κόσμο τῆς εἰδωλολατρίας ποὺ τὸν περίκλειε. Οἱ θεοὶ τῆς αὐτοκρατορίας δὲν τοῦ πρόσφεραν πλέον κανένα νόημα. Ἀντίθετα, τὸ ἦθος τῶν Χριστιανῶν ποὺ ὁ Ὅσιος ἐνσάρκωνε μὲ τὸν καλύτερο τρόπο τοῦ ἔδειχνε τὸν δρόμο.


Ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Κωνσταντίνου πρὸς τὸν Ὅσιο εἶναι τόσο μεγάλη ποὺ θὰ τὸν ὁρίσει ὑπεύθυνο γιὰ τὴν κατανομὴ τῆς χρηματικῆς μέριμνας πρὸς τὶς χειμαζόμενες Ἐκκλησίες τῆς Ἀφρικῆς. Ἀργότερα ὅταν ξεσπᾶ ἡ Ἀρειανικὴ κρίση, ὁ Κωνσταντῖνος θὰ στραφεῖ καὶ πάλι στὸν Ὅσιο, τὸν «πίστει καὶ βίῳ ἐπίσημον», τὸν ὁποῖο θὰ ἀποστείλει στὴν Αἴγυπτο σὲ μιὰ προσπάθεια νὰ λυθεῖ ἡ κρίση μὲ διαμεσολάβηση καὶ διάλογο. Οἱ προσπάθειες θὰ ἀποβοῦν ἄκαρπες καὶ ἐπιστρέφοντας ὁ Ὅσιος θὰ πείσει τὸν Αὐτοκράτορα γιὰ τὴν ἀνάγκη μιᾶς Συνόδου. Ἔχει ἀντιληφθεῖ ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ἦταν μιὰ ἁπλὴ σχολαστικὴ φιλονικία, ἀλλὰ ἕνα βαθὺ ἐκκλησιολογικὸ καὶ σωτηριολογικὸ τραῦμα. Ἔτσι ὁ αὐτοκράτορας θὰ ἀναζητήσει ὄχι μόνο μιὰ πολιτικὴ λύση, ἀλλὰ καὶ μιὰ πνευματικὴ διάκριση καὶ δογματικὴ ἀκρίβεια.


Ὁ Κωνσταντῖνος συγκαλεῖ καὶ ἐποπτεύει τὴν Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τῆς Νικαίας τὸ 325 καὶ ὁ Ὅσιος ὑπῆρξε ὁ ἐπιφανέστερος ἐπισκοπικὸς παράγων πλησίον τοῦ αὐτοκράτορος. Ὁ Κωνσταντῖνος ἔδωσε τὴν ἱστορικὴ σκηνή, ὁ δὲ Ὅσιος προεξάρχων τρόπῳ τινὰ τῶν Ἐπισκόπων καθόρισε τὸ ὀρθὸ ἐκκλησιολογικὸ περιεχόμενο. Πολλοὶ θεωροῦν ὅτι ὁ Κωνσταντῖνος ἐκείνη τὴν στιγμή ἐνδιαφερόταν μόνο γιὰ τὴν «ἐνότητα τῆς αὐτοκρατορίας». Ἀσφαλῶς καὶ τὸν ἐνδιέφερε. Ἀλλὰ ἂν τὸ θέμα ἦταν μόνο πολιτικό, τότε θὰ μποροῦσε νὰ ἐπιβάλει ἁπλῶς μία ἐπιφανειακὴ συμφιλίωση. Εἶχε ἀπολύτως τὴν δυνατότητα αὐτή. Δὲν θὰ χρειαζόταν Νίκαια, δὲν θὰ χρειαζόταν ὁμοούσιον, δὲν θὰ χρειαζόταν ἡ τεράστια σύγκρουση μὲ τὸν Ἀρειανισμό. Ὅμως ὡς βαθύτατα πιστὸς θέλησε νὰ ὁριοθετήσει καὶ νὰ διασφαλίσει τὴν σωτηριολογικὴ ὁδό.


Ἡ παρουσία τοῦ Ὁσίου στὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο εἶναι σχεδὸν συμβολικὴ γιὰ ὅλη τὴν μετέπειτα πορεία τῆς Ρωμανίας. Ἀπὸ τὴν μία ὁ Αὐτοκράτορας και ἀπὸ τὴν ἄλλη ὁ Ἐπίσκοπος. Ὄχι σὲ σχέση ὑποταγῆς, ἀλλὰ συνεργίας. Οὔτε καισαροπαπισμός, οὔτε θεοκρατία. Ἀλλὰ ἡ ρωμαίικη συναλληλία, αὐτὸ ποὺ θὰ γεννήσει ἀργότερα τὸν πολιτισμὸ τῆς Χριστιανικῆς Ρωμανίας. Ἡ ὀρθόδοξη ρωμαίικη «συναλληλία» δὲν εἶναι δουλικὴ ὑποταγή, ἀλλὰ συγχορδία διακριτῶν ἀρμοδιοτήτων.


Αὐτὸ θὰ γίνει ἀκόμη πιό σαφὲς ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Ὅσιο μεταγενέστερα στὴν ἐπιστολή του πρὸς τὸν γιὸ τοῦ Κωνσταντίνου, τὸν Αὐτοκράτορα Κωνστάντιο, ὅταν ὁ τελευταῖος θέλησε νὰ προχωρήσει σὲ παρεμβάσεις στὰ Ἐκκλησιαστικὰ καὶ νὰ ἐπιβάλει ἀρειανοφρονοῦσες λύσεις. Ὁ Ὅσιος ὁρίζει τὸ ὅριο: ὁ βασιλεὺς κρατεῖ τὴν βασιλείαν, ἡ Ἐκκλησία τὰ ἐκκλησιαστικά. «Μὴ τίθει σεαυτόν εἰς τὰ ἐκκλησιαστικά».


Ὁ ἴδιος ἄνθρωπος ποὺ συνεργάστηκε μὲ τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο γιὰ τὴν Νίκαια, γίνεται καὶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ ὁρίζει τὰ ὅρια τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας. Ὁρίζει τὴν ρωμαίικη συναλληλία. Οὔτε δουλοπρέπεια πρὸς τὴν πολιτικὴ ἐξουσία, οὔτε ἐπαναστατικὸ μῖσος πρὸς αὐτήν. Ἀλλὰ διάκριση, ἱεραρχία, συνεργασία, συνέργεια καὶ ὅρια. Γιὰ τὸ καλὸ τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ, τὸν ὁποῖο καὶ οἱ δυὸ ἐξουσίες διακονοῦν παράλληλα.


Ἡ σχέση τοῦ Ὁσίου καὶ τοῦ Ἁγίου Μεγάλου Κωνσταντίνου ἦταν μιὰ συνάντηση ἑνὸς ἀναζητοῦντος αὐτοκράτορα μὲ ἕναν ἀληθινὸ ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ. Καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὴν τὴν συνάντηση γεννήθηκε ἡ προσωπικὴ σωτηρία τοῦ Κωνσταντίνου καὶ θεμελιώθηκε μιὰ χριστιανικὴ αὐτοκρατορία, ἡ Χριστιανικὴ Ρωμανία.

Καὶ γι’ αὐτὸ ὁ ὃσιος Ὅσιος Ἐπίσκοπος Κορδούης δὲν εἶναι μία «λεπτομέρεια» τῆς ἱστορίας. Εἶναι μία ἀπὸ τὶς σιωπηλὲς ρίζες τοῦ κόσμου μας.


Ἰωάννης Κων. Νεονάκης

Προφητείες σχετικές με τον άγιο Κωνσταντίνο και τον Ναό των Ιεροσολύμων

 Την παραμονή της εορτής των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, στον εσπερινό που τελείται το απόγευμα της 20ής Μαΐου, διαβάζονται, όπως συνήθως, τρία προφητικά αναγνώσματα. 


 Το ένα είναι από το βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης «Γ΄ Βασιλειών» (κεφάλαιο 8, στίχοι 22-23 και 27-30) και μιλάει για την προσευχή του βασιλιά Σολομώντα προς τον Θεό, αφού είχε χτίσει στα Ιεροσόλυμα τον περίφημο ναό του. Ο ναός αυτός καταστράφηκε μερικούς αιώνες αργότερα, στη συνέχεια ξαναχτίστηκε και τελικά καταστράφηκε το 70 μ.Χ. από τους Ρωμαίους. Όμως ο Μέγας Κωνσταντίνος οικοδόμησε στην Ιερουσαλήμ έναν νέο ναό, τον Ναό της Αναστάσεως του Ιησού Χριστού, στον οποίο περιέκλεισε τον βράχο του Γολγοθά και τον πανάγιο Τάφο. Έτσι, σύμφωνα με εμάς τους χριστιανούς, εκπληρώθηκαν οι προφητείες που έλεγαν ότι, όταν θα έρθει ο Μεσσίας (ο θεόσταλτος βασιλιάς που περίμεναν οι Εβραίοι, δηλαδή ο Χριστός), τα διάφορα έθνη του θα λατρεύουν τον αληθινό Θεό στον ναό Του στην Ιερουσαλήμ.


Οι Εβραίοι (Ιουδαίοι), οι οποίοι, στη συντριπτική τους πλειοψηφία δεν παραδέχονται ότι ο «Χριστός» (δηλ. ο αναμενόμενος βασιλιάς τους) ήταν ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ, αλλά περιμένουν ακόμη και σήμερα έναν άλλο «βασιλιά», πιστεύουν πως όταν θα έρθει εκείνος που υποτίθεται ότι θα είναι ο «αληθινός Μεσσίας», θα χτίσει ξανά τον Ναό του Σολομώντα και θα εκπληρωθούν οι προφητείες. Οι χριστιανοί όμως είμαστε βέβαιοι ότι οι προφητείες εκπληρώθηκαν ήδη και εκπληρώνονται διαρκώς, διότι στα Ιεροσόλυμα όντως έχει χτιστεί ο σπουδαίος και ιστορικός ναός του αληθινού Θεού, εκείνος που έχτισε τον 4ο αιώνα μ.Χ. εξ ονόματος του Χριστού ο άγιος Κωνσταντίνος, στον τόπο όπου ο Χριστός σταυρώθηκε, ετάφη και αναστήθηκε.


Πράγματι, στον ναό αυτόν έρχονται και λατρεύουν τον αληθινό Θεό άνθρωποι από όλη τη γη, από πολλά έθνη, και μάλιστα – ακριβώς όπως έλεγαν οι προφητείες – αυτά τα έθνη και οι βασιλείς τους έφεραν στην Ιερουσαλήμ κατά καιρούς πολλά από τα πλούτη τους, ενώ τα γκρεμισμένα από τους Ρωμαίους τείχη της τα έχτισαν «αλλογενείς» (ξένοι), οι οποίοι λατρεύουν εκεί τον αληθινό Θεό, και η Ιερουσαλήμ έγινε το πνευματικό κέντρο του κόσμου και δοξάστηκε (πνευματικά) όσο ποτέ άλλοτε.


Αυτά τα τελευταία λόγια βρίσκονται στις δύο άλλες προφητείες του εσπερινού της συγκεκριμένης εορτής, που προέρχονται από το βιβλίο του προφήτη Ησαΐα, κεφάλαιο 61, στίχος 10, μέχρι τον στίχο 5 του κεφ. 62 το ένα ανάγνωσμα, και από το κεφάλαιο 60, στίχοι 1-16, το δεύτερο.


Είναι χαρακτηριστικό ότι εκεί αναφέρεται ότι η Ιερουσαλήμ δεν θα χαρακτηρίζεται πια «Εγκαταλελειμένη» και «Έρημος» (όπως την κατάντησαν οι Ρωμαίοι το 70 μ.Χ.), αλλά «Θέλημα εμόν» (θέλημα του Θεού δηλαδή) και «Οικουμένη». 

 Φυσικά τα ονόματα αυτά έχουν συμβολικό χαρακτήρα και δεν είναι απαραίτητο να χρησιμοποιούνταν από τους ανθρώπους ως ονόματα του τόπου, αλλά η λέξη «Οικουμένη» (δηλ. κατοικημένη) χρησιμοποιήθηκε στη βυζαντινή αυτοκρατορία για ολόκληρη την επικράτειά της και γενικά για όπου κατοικούσαν τουλάχιστον χριστιανοί. Είναι λοιπόν ένας όρος που συναντούμε τις ρίζες του στην Αγία Γραφή. Εξάλλου, η προφητεία λέει ότι οι βασιλείς της γης θα χρησιμοποιούν «το όνομα της Ιερουσαλήμ το καινούργιο», το οποίο θα της έχει δώσει ο Κύριος, και όντως ο Μέγας Κωνσταντίνος της άλλαξε όνομα: της αποκατέστησε το αρχαίο και ιερό της όνομα (Ιερουσαλήμ), ενώ ο αυτοκράτορας Αδριανός το 134 μ.Χ. την είχε ονομάσει Αιλία Καπιτωλίνα.


Λοιπόν, ας διαβάσουμε τα αναγνώσματα, όπως ακριβώς περιλαμβάνονται στο Μηναίο του Μαΐου, δηλαδή στο εκκλησιαστικό βιβλίο, από το οποίο λαμβάνονται οι ύμνοι και τα αναγνώσματα των εορτών του Μαΐου (υπάρχουν 12 Μηναία, ένα για κάθε μήνα, όπως λέει και το όνομά τους).


Το άρθρο μας θα ολοκληρωθεί μετά τα τρία κείμενα.


Βασιλειών Γ΄ το ανάγνωσμα


Έστη Σολωμών κατά πρόσωπον του θυσιαστηρίου Κυρίου, ενώπιον πάσης εκκλησίας Ισραήλ, και διεπέτασε τας χείρας αυτού εις τον ουρανόν, και είπε:


-Κύριε ο Θεός Ισραήλ, ουκ έστιν ως συ Θεός εν τω ουρανώ άνω, και επί της γης κάτω. Ει ο ουρανός και ο ουρανός του ουρανού ουκ αρκέσουσί σοι, πώς ο οίκος ούτος, ον ωκοδόμησα τω ονόματί σου;


Πλην και επιβλέψεις επί την δέησίν μου, Κύριε ο Θεός Ισραήλ, ακούειν της δεήσεως και της προσευχής, ης ο δούλός σου προσεύχεται ενώπιόν σου σήμερον προς σε, του είναι τους οφθαλμούς σου ανεωγμένους εις τον οίκον τούτον, ημέρας και νυκτός, εις τον τόπον, ον είπας: "Έσται το όνομά μου εκεί", του εισακούειν της προσευχής, ης προσεύχεται ο δούλός σου εις τον τόπον τούτον.


Και εισακούση της δεήσεως του δούλου σου και του λαού σου, Ισραήλ, όσα αν προσεύξωνται εις τον τόπον τούτον, και συ εισακούση εν τω τόπω της κατοικήσεώς σου εν τω ουρανώ και ποιήσεις και ίλεως έση.


Προφητείας Ησαΐου το ανάγνωσμα


Αγαλλιάσθω η ψυχή μου επί τω Κυρίω· ενέδυσε γαρ με ιμάτιον σωτηρίου και χιτώνα ευφροσύνης. Ως νυμφίω περιέθηκέ μοι μίτραν, και ως νύμφην κατεκόσμησέ με κόσμω. Και ως γη αύξουσα το άνθος αυτής, και ως κήπος τα σπέρματα αυτού εκφύει, ούτως ανατελεί Κύριος δικαιοσύνην και αγαλλίαμα εναντίον πάντων των εθνών.


Διά Σιών ου σιωπήσομαι, και διά Ιερουσαλήμ ουκ ανήσω, έως αν εξέλθη ως φως η δικαιοσύνη μου, το δε σωτήριόν μου ως λαμπάς καυθήσεται. Και όψονται έθνη την δικαιοσύνην σου, και πάντες οι βασιλείς της γης την δόξαν σου, και καλέσουσι το όνομά σου το καινόν, ό ο Κύριος ονομάσει αυτό, και έση στέφανος κάλλους εν χειρί Κυρίου, και διάδημα βασιλείας εν χειρί Θεού σου. Και ουκ έτι κληθήση Καταλελυμμένη, και η γη σου ουκ έτι κληθήσεται Έρημος· συ γαρ κληθήσεται, Θέλημα εμόν, και τη γη σου, Οικουμένη, ότι ευδοκήσει Κύριος εν σοί, και η γη σου συνοικισθήσεται. Και ως συνοικών νεανίσκος παρθένω, ούτω κατοικήσουσιν οι υιοί σου, και έσται ον τρόπον ευφρανθήσεται νυμφίος επί νύμφη, ούτως ευφρανθήσεται Κύριος επί σοί.


Προφητείας Ησαΐου το ανάγνωσμα


Φωτίζου, φωτίζου, Ιερουσαλήμ· ήκει γαρ σου το φως, και η δόξα Κυρίου επί σε ανατέταλκεν. Ιδού σκότος καλύψει γην, και γνόφος επί έθνη, επί σε δε φανήσεται Κύριος, και η δόξα αυτού επί σε οφθήσεται. Και πορεύσονται βασιλείς τω φωτί σου, και έθνη τη λαμπρότητί σου.


Άρον κύκλω τους οφθαλμούς σου, και ίδε συνηγμένα τα τέκνα σου, ήκασι πάντες οι υιοί σου μακρόθεν, και αι θυγατέρες σου επ’ ώμων αρθήσονται.


Τότε όψει, και χαρήση και φοβηθήση και εκστήση τη καρδία ότι μεταβαλεί εις σε πλούτος θαλάσσης, και εθνών και λαών. Και ήξουσί σοι αγέλαι καμήλων, και καλύψουσί σε κάμηλοι Μαδιάμ και Γεφάρ. Πάντες εκ Σαβά ήξουσι, φέροντες χρυσίον, και λίβανον οίσουσί σοι, και λίθον τίμιον και το σωτήριον Κυρίου ευαγγελιούνται. Και πάντα τα πρόβατα Κηδάρ συναχθήσονται, και κριοί Ναβαιώθ ήξουσί σοι, και ανενεχθήσεται δεκτά επί το θυσιαστήριόν μου, και ο οίκος της προσευχής μου δοξασθήσεται.


Τίνες οίδε ως νεφέλαι πέτανται, και ωσεί περιστεραί συν νεοσσοίς; Εμέ νήσοι υπέμειναν και πλοία Θαρσίς εν πρώτοις αγαγείν τα τέκνα σου μακρόθεν και το αργύριον και το χρυσίον αυτών μετ’ αυτών, διά το όνομα Κυρίου το άγιον, και διά το τον άγιον του Ισραήλ ένδοξον είναι. Και οικοδομήσουσιν αλλογενείς τα τείχη σου, και οι βασιλείς αυτών παραστήσονταί σοι· διά γαρ οργήν μου επάταξά σε και δια έλεός μου ηγάπησά σε.


Και ανοιχθήσονται αι πύλαι σου διά παντός, ημέρας και νυκτός ου κλεισθήσονται, εισαγαγείν προς σε δύναμιν εθνών, και βασιλείς αυτών αγομένους. Τα γαρ έθνη και οι βασιλείς, οίτινες ου δουλεύσουσί σοι, απολούνται, και τα έθνη ερημία ερημωθήσονται.


Και η δόξα του Λιβάνου προς σε ήξει εν κυπαρίσσω και πεύκη και κέδρω άμα, δοξάσαι τον τόπον τον άγιόν μου, και τον τόπον των ποδών μου δοξάσω. Και πορεύσονται προς σε δεδοικότες υιοί των ταπεινωσάντων σε και παροξυνάντων σε, και προσκυνήσουσιν επί τα ίχνη των ποδών σου πάντες οι παροξύναντές σε, και κληθήση Πόλις Κυρίου Σιών, του Αγίου Ισραήλ, διά το γεγενήσθαί σε εγκαταλελειμμένην και μεμισημένην, και ουκ ην ο βοηθών σοι. Και θήσω σε αγαλλίαμα αιώνιον, ευφροσύνην γενεαίς γενεών. Και θηλάσεις γάλα εθνών, και πλούτον βασιλέων φάγεσαι, και γνώση, ότι εγώ Κύριος ο σώζων σε, και εξαιρούμενός σε ο Θεός Ισραήλ.


Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης

Η Ανάληψη του Χριστού ως Μυστήριο και όχι ως Θέαμα

 Η εορτή της Αναλήψεως του Χριστού φέρνει ενώπιόν μας ένα από τα κορυφαία γεγονότα της θείας οικονομίας: ο Χριστός, ο σαρκωθείς, σταυρωθείς και αναστάς Κύριος, ανυψώνει την προσληφθείσα ανθρώπινη φύση στη δόξα του Πατρός. Και όμως, το γεγονός αυτό δεν παρουσιάζεται ως θέαμα. Δεν έχει τα γνωρίσματα μιας επιβλητικής επιδείξεως που συντρίβει κάθε αμφιβολία με τη δύναμη της εικόνας της. Οι μαθητές βλέπουν τον Κύριο να ανέρχεται, αλλά αυτό που τους δίδεται δεν είναι η πλήρης κατανόηση του γεγονότος, μόνο η μετοχή στο Μυστήριο. Ο Χριστός κρύπτεται μέσα στη νεφέλη, και έτσι η Ανάληψη φανερώνεται ως Μυστήριο: ως αληθινό γεγονός, αλλά γεγονός που δεν μπορεί να ερμηνευθεί σε όλο του το βάθος από την αισθητή εμπειρία.


Αυτό, όμως, δεν αφορά μόνο την Ανάληψη. Το ίδιο πνευματικό φαινόμενο το συναντάμε και στη Γέννηση και την Ανάσταση του Χριστού. Στη Γέννηση υπάρχουν πρόσωπα που συνδέονται με το γεγονός: η Παναγία, ο Ιωσήφ, οι ποιμένες, αργότερα οι μάγοι. Υπάρχει μαρτυρία, υπάρχει προσκύνηση, υπάρχει δοξολογία. Αλλά η ακριβής στιγμή της Γεννήσεως δεν προσφέρεται ως θέαμα στα μάτια των ανθρώπων (σύμφωνα με την παράδοση ούτε ο Ιωσήφ ήταν παρών). 

Στην Ανάσταση υπάρχουν οι στρατιώτες, οι Μυροφόρες, οι μαθητές που θα συναντήσουν τον Αναστάντα· όμως και εδώ κανείς δεν παρουσιάζεται ως μάρτυρας της ακριβούς στιγμής κατά την οποία ο Χριστός εξέρχεται από τον τάφο. 

 Και στην Ανάληψη οι μαθητές είναι παρόντες στην αρχή της αναβάσεως, αλλά η κατάληξή της χάνεται μέσα στη φωτεινή νεφέλη της θείας δόξας. Η απουσία μαρτύρων από την ακριβή στιγμή της Γεννήσεως, της Αναστάσεως και της τελικής καταλήξεως της Αναλήψεως δεν είναι κενό στην αφήγηση ούτε έλλειμμα αποδείξεως. Είναι η μαρτυρία της φύσεως του Μυστηρίου.


Το Μυστήριο, στην εκκλησιαστική εμπειρία, δεν είναι απλώς κάτι μυστικό ή κρυμμένο από τους πολλούς. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Θεός φανερώνεται χωρίς να καταλύει την ελευθερία του ανθρώπου. Είναι η παρουσία της θείας αγάπης, η οποία δεν επιβάλλεται, δεν θορυβεί, δεν εξαναγκάζει. Ο Θεός δεν ζητεί να πείσει τον άνθρωπο με ακαταμάχητες αποδείξεις· επιθυμεί να τον καλέσει σε σχέση και κοινωνία. Το Μυστήριο είναι ο τρόπος της θείας διακριτικότητας. Ο Θεός είναι αληθινά παρών, αλλά η ενέργειά Του δεν γίνεται αντικείμενο κυριαρχίας ή πλήρους αναλύσεως από τον άνθρωπο.


Ίσως εδώ μπορούμε να θυμηθούμε και την εμπειρία των μαθητών στο όρος της Μεταμορφώσεως. Οι μαθητές λαμβάνουν μέρος σε μια αληθινή αποκάλυψη της δόξης του Χριστού, βλέπουν «καθώς ἠδύναντο», όσο δηλαδή μπορούσαν να δεχθούν. Δεν εισέρχονται στο βάθος του τρόπου με τον οποίο ενεργεί η θεία δόξα· μετέχουν σε αυτήν κατά το μέτρο που τους δίδεται. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και εδώ. Ο άνθρωπος, με τη βοήθεια της θείας χάριτος, μπορεί να μετέχει στο Μυστήριο, να το γεύεται, να φωτίζεται από αυτό, αλλά δεν μπορεί να εισέλθει αναλυτικά στο «πώς» της θείας ενεργείας. Το Μυστήριο δεν ακυρώνει τη γνώση, αλλά την οδηγεί σε ταπείνωση. Μας φανερώνει ότι η αλήθεια του Θεού δεν είναι αντικείμενο αναλυτικής ερμηνείας, αλλά γεγονός κοινωνίας.


Γι’ αυτό και η πίστη στον Χριστό δεν είναι μια θεωρητική αποδοχή ορισμένων αληθειών, ούτε ένα εξωτερικό «θρησκευτικό» γεγονός. Δεν είναι ιδεολογική συγκατάθεση ούτε ηθική μόνο συμμόρφωση. Η πίστη είναι εμπειρία ζωής, εμπειρία σχέσεως, εμπειρία μεταμορφώσεως. Είναι η είσοδος του ανθρώπου σε μια νέα πραγματικότητα υπάρξεως, που εγκαινιάζεται με την Ενανθρώπηση, σφραγίζεται με τον Σταυρό και την Ανάσταση και ανοίγεται προς την πληρότητά της με την Ανάληψη και την Πεντηκοστή.


Μέσα σε αυτό το φως κατανοείται και η λατρεία της Εκκλησίας. Οι ακολουθίες, οι ιερές συνάξεις, και οι τελετές της δεν είναι θεατρικά δρώμενα που αποσκοπούν στη συγκίνηση ή στον εντυπωσιασμό. Η Εκκλησία δεν οργανώνει θρησκευτικά θεάματα. Η λατρεία είναι συμμετοχή στο γεγονός της σωτηρίας. Είναι είσοδος στο Μυστήριο της Ενανθρωπήσεως και όλης της θείας οικονομίας. Είναι μνήμη που γίνεται παρουσία, και παρουσία που καλεί τον άνθρωπο να μεταμορφωθεί. Δεν παρακολουθούμε απλώς κάτι που έγινε κάποτε· εισερχόμαστε, κατά χάριν, σε αυτό που ο Θεός ενεργεί για τη ζωή του κόσμου.


Ιδιαίτερη σημασία έχει εδώ και η νεφέλη της Αναλήψεως. Στη βιβλική παράδοση, η νεφέλη δεν δηλώνει απουσία, αλλά παρουσία. Είναι σημείο της θείας δόξης, της παρουσίας του Θεού που αποκαλύπτεται και συγχρόνως συγκαλύπτεται, ώστε ο άνθρωπος να μη νομίσει ότι μπορεί να την εξαντλήσει με το βλέμμα ή τη λογική του. Η νεφέλη συνοδεύει τις μεγάλες θεοφάνειες της ιστορίας της σωτηρίας· δεν αποκρύπτει τον Θεό ούτε υπονοεί την απουσία Του, αλλά Τον φανερώνει ως τον πάντοτε παρόντα, ο οποίος συγχρόνως υπερβαίνει κάθε ανθρώπινη σύλληψη και περιγραφή. Έτσι και στην Ανάληψη, η νεφέλη φανερώνει ότι ο Χριστός δεν απομακρύνεται απλώς από τον κόσμο, αλλά εισέρχεται στη δόξα που δεν παύει να αγκαλιάζει την κτίση και να παραμένει ενεργή μέσα στην Εκκλησία.


Η Ανάληψη του Χριστού ως Μυστήριο και όχι ως θέαμα φανερώνει, τελικά, όχι μόνο ποιος είναι ο Θεός, αλλά και ποιο πρέπει να είναι το ήθος της Εκκλησίας και του χριστιανού. Ο χριστιανός δεν καλείται να δώσει μαρτυρία Χριστού με θόρυβο, με εξωτερική επίδειξη ή με πνευματικό εντυπωσιασμό. Καλείται να δώσει μαρτυρία της εκκλησιαστικής ζωής με ειρήνη, με ταπείνωση, με σταθερότητα καρδιάς, με άρωμα της Αγιοπνευματικής χάρης, χωρίς τρόπους τηλεπωλητή. Όπως ο Θεός ενεργεί σιωπηλά και σωστικά, έτσι και ο άνθρωπος του Θεού καλείται να γίνει φορέας αυτής της ειρήνης. Να είναι μια ύπαρξη που δροσίζεται και δροσίζει με την αύρα τη λεπτή της χάριτος του Θεού· μια παρουσία που δεν επιβάλλεται, αλλά αναπαύει· που δεν κραυγάζει, αλλά μαρτυρεί· που δεν θεατρικοποιεί το Μυστήριο, αλλά το βιώνει εμπειρικά ως τρόπο ζωής.

Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ

«Ἀνέβη ὁ Θεὸς ἐν ἀλαλαγμῶ, Κύριος ἐν φωνὴ σάλπιγγος»

 Ἡ Ἀνάληψη εἶναι τὸ τελευταῖο γεγονὸς τῆς ἐπίγειας ζωῆς τοῦ Χριστοῦ. Βεβαίως, στὴ θεία Οἰκονομία ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι ἡ κατακλείδα, γι’αὐτὸ καὶ καλεῖται «τελευταία ἑορτὴ». Ὁ Θεὸς Πατέρας εὐφράνθηκε νὰ δεῖ τὸν ἄνθρωπο ὅπως τὸν εἶχε συλλάβει πρὸ καταβολῆς κόσμου καὶ κατέπεμψε στὴ γῆ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, γιὰ νὰ σφραγίσει ὅτι τὰ διεστῶτα ἑνώθηκαν, «τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ» λύθηκε, συμφιλιώθηκε ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸν Θεὸ καὶ στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὁ Θεὸς δέχθηκε ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα. Ἡ λαμπρότητα τῆς ἑορτῆς αὐτῆς εἶναι τόσο μεγάλη, διότι ἀναλαμβανόμενος ὁ Κύριος στὸν Οὐρανὸ ἀνύψωσε στὸν θρόνο τῆς μεγαλωσύνης τοῦ Θεοῦ τὴν ἄμεμπτη καὶ ἄσπιλη ἀνθρώπινη φύση ποὺ δανείστηκε ἀπὸ τὴν Ἁγία Παρθένο, μέσα στὴν ὁποία φανέρωσε τὴν ἀκατάληπτη ἀγάπη τοῦ ἀνάρχου Πατρός.


Ὁ Κύριος ἀφοῦ «κατέβη πρώτον εἰς τὰ κατώτερα μέρη τῆς γῆς, ἀναβὰς εἰς ὕψος ἠχμαλώτευσεν αἰχμαλωσίαν καὶ ἔδωκε δόματα τοῖς ἀνθρώποις», τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ ὡς «ὄμβροι εἰρηνικοὶ» ἄρδευσαν τὴ γῆ. Ἔτσι ἐκπληρώθηκε ἡ ὑπόσχεση τοῦ Κυρίου γιὰ τοὺς ποταμοὺς τοῦ ζῶντος ὕδατος, ποὺ θὰ ἔρρεαν ἀπὸ τὴν καρδιὰ ὅσων θὰ πίστευαν στὸ Ὄνομά Του.


Στὴ διάρκεια τῆς περιόδου ποὺ ἀκολούθησε τὴν Ἀνάσταση, ὁ Κύριος ἐμφανιζόταν συνεχῶς στοὺς μαθητές Του καὶ τοὺς μυσταγωγοῦσε στὰ μυστήρια τῆς Βασιλείας Του. Οἱ σαράντα ἡμέρες μετὰ τὸ καινὸ Πάσχα ἦταν σὰν ἐντατικὴ θεολογικὴ σχολή, ὅπου ὁ Χριστὸς διαλεγόμενος μὲ τοὺς Ἀποστόλους, ἀπαντοῦσε στὶς ἀπορίες τους, διάνοιγε τὸν νοῦ τους νὰ κατανοήσουν τὶς Γραφές, ἔφλεγε τὶς καρδιές τους μὲ τὸν πόθο τῆς Βασιλείας Του, ἐπέλυε ὅλα τα προβλήματά τους. Οἱ Ἀπόστολοι παρέμειναν «ὁμοθυμαδὸν», «προσκαρτεροῦντες τὴ κοινωνία καὶ τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου καὶ ταῖς προσευχαῖς». Ζοῦσαν μὲ τέτοια ἔνταση προσευχῆς στὴν παρουσία τοῦ Ἀναστάντος Διδασκάλου τους, ποὺ τὰ λόγια Του ἀποτυπώνονταν στὴν καρδιὰ καὶ στὴ μνήμη τους, ὅπως συμβαίνει ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐκζητᾶ λόγο ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς Ἁγίους Του μὲ ἄκρα ἔνταση προσευχῆς καὶ προσοχῆς.


Ὁ Κύριος γιὰ σαράντα ἡμέρες «ἣν ὀπτανόμενος τοῖς μαθηταῖς» καὶ τοὺς ἐκπαίδευε. Οἱ μαθητὲς Τὸν εἶχαν γνωρίσει ἐν σαρκί, στὸ ἑξῆς θὰ Τὸν γνώριζαν ἐν Πνεύματι. Στὴ διάρκεια τῶν τριῶν χρόνων ποὺ Τὸν ἀκολουθοῦσαν Τὸν ἔβλεπαν, Τὸν ἄκουγαν, Τὸν ψηλάφησαν. Ὡστόσο, «ἡ σὰρξ» πλέον «οὐκ ὠφελεῖ οὐδὲν». Τώρα ἔπρεπε νὰ γνωρίσουν ὅτι εἶναι ὁ Κύριος Σαβαώθ, ἔπρεπε ἡ ἀγάπη καὶ ἡ προσκύνησή Του νὰ εἶναι στὸ ἑξῆς «ἐν Πνεύματι καὶ ἀληθεία».


Αὐτὴ τὴν περίοδο ὁ Κύριος τούς παρέδιδε νέα μαθήματα· τοὺς δίδασκε ἀφενὸς μὲ τὴν παρουσία Του, ὥστε νὰ μπορέσουν νὰ συλλάβουν ὅλη τὴ θεωρία τοῦ Προσώπου Του, ὅπως ἀναγγέλθηκε ἀπὸ τοὺς Προφῆτες, ὅπως φανερώθηκε στὴ γῆ μὲ τὴν Ἐνανθρώπησή Του καὶ ὅπως παρουσιάσθηκε στὴ νέα πραγματικότητα μετὰ τὴν Ἀνάσταση. Ἀφετέρου, τοὺς παρεῖχε τὴν παιδεία τῆς ἀπουσίας Του. Παρὰ τὴν ὑπόσχεσή Του οἰκονόμησε νὰ αἰσθάνονται οἱ μαθητὲς Του ὀρφανοί, κάθε φορά ποὺ ἐξαφανιζόταν ἀπὸ τὰ μάτια τους, καὶ εἰδικὰ τὶς δέκα μέρες μεταξὺ Ἀναλήψεως καὶ τῆς ἐπιδημίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε νὰ ἐντείνει τὸν πόθο καὶ τὴ δίψα τους.


Ἀναφέρουν οἱ Πατέρες ὅτι ὁ Κύριος δὲν ἀνέβηκε σὰν ἀστραπή, ἀλλὰ «σχολὴ καὶ βάδην καὶ οὐκ ἀθρόον». Ὁ Χριστὸς ἀνέβαινε σιγὰ-σιγὰ στὸν Οὐρανό, γιὰ νὰ ἁγιάσει καὶ τοὺς αἰθέρες, ὅπως ἁγίασε μὲ τὴν παρουσία Του ὅλη τὴ γῆ, ὅπως ἁγίασε τὰ ὕδατα βαπτιζόμενος στὸν Ἰορδάνη καὶ ὅπως ἁγίασε τὰ καταχθόνια μένοντας «ἐν τῇ κοιλίᾳ τοῦ ἅδου» γιὰ τρεῖς ἡμέρες. Ἔπρεπε νὰ ἁγιασθοῦν καὶ οἱ γεμάτοι ἀπὸ τὰ πνεύματα τῆς πονηρίας αἰθέρες, ὥστε νὰ ἐξομαλύνει ὁ Κύριος το πέρασμά μας ἀπὸ τὴ γῆ στὸν Οὐρανὸ τὴν ὥρα τοῦ θανάτου μας, καὶ νὰ ἔχουμε τὴ δυνατότητα νὰ κάνουμε τὴ διάβαση ἀπείραστοι καὶ ἄτρωτοι ἀπὸ τὴν κακία τῶν δαιμόνων.


Ἐνῶ ὁ Κύριος ἀναλαμβανόταν καὶ οἱ μαθητὲς ἔκθαμβοι Τὸν ἀτένιζαν νὰ ἀπομακρύνεται ἀπὸ κοντά τους, παρουσιάστηκαν δύο Ἄγγελοι μὲ λευκὰ ἐνδύματα πού τοὺς εἶπαν: «Ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἐστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν;». Οἱ Οὐρανοπολίτες βεβαίως δὲν ἀπόρησαν ποὺ τὸ βλέμμα τῶν μαθητῶν ἦταν στραμμένο πρὸς τὰ ἄνω, ἀντιθέτως, θὰ ἦταν ἄξιο ἀπορίας ἐὰν σὲ μιὰ τέτοια στιγμὴ κατευθύνονταν στὴ γῆ, ἀλλὰ οἱ λόγοι τους ἔκρυβαν μιὰ λεπτὴ ἐπίπληξη, διότι οἱ Ἀπόστολοι βρίσκονταν σὲ κατάσταση ἀδράνειας. Ἡ ἀνάταση τοῦ βλέμματος πρὸς τὸν Οὐρανὸ δὲν ἐπαρκεῖ, ἂν δὲν συνοδεύεται μὲ καύση καρδιᾶς. Ἡ χαρὰ καὶ ἡ ἔμπνευση ξεχύνονται ὅμως σὰν ὁρμητικὸς χείμαρρος, ὅταν ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου «κέκρυπται σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῶ». Οἱ Ἄγγελοι μὲ τοὺς λόγους τοὺς ὑπενθύμισαν στοὺς μαθητὲς γιὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία καὶ ἐνέτειναν τὴν προσμονὴ τοὺς γι’ αὐτήν. Ὁ Θεὸς ἔστειλε τοὺς Ἀγγέλους Του, νὰ δώσουν ἐσχατολογικὴ διάσταση στοὺς λογισμοὺς τῶν Ἀποστόλων, νὰ ἐξηγήσουν ὅτι ὅπως ἀνέβηκε, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο θὰ ἔλθει καὶ πάλι, ὥστε ἡ καρδιά τους νὰ παραμείνει γεμάτη μὲ εἰρήνη, μὲ τὴν ἀλάθητη καὶ ἄφθαρτη παράκληση τοῦ Πνεύματός Του.


Στὸ γεγονὸς τῆς Ἀναλήψεως παρατηροῦμε τρία ἀκόμη κύρια σημεῖα. Τὸ πρῶτο εἶναι ὅτι ὁ Κύριος ἀναλήφθηκε, ἐνῶ εὐλογοῦσε. Ἡ εὐλογία Του εἶναι ἡ χάρη τοῦ Οὐρανοῦ, ποὺ ἔρχεται «ὡς δρόσος ἀερμῶν, ἡ καταβαίνουσα ἐπὶ τὰ ὅρη Σιών». Χωρίσθηκε ἀπὸ τοὺς ἐκλεκτούς Του, ἀπὸ τοὺς μαθητές Του, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ θὰ ἔλθει τὴν ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας Του. Ἡ εὐλογία τοῦ Κυρίου ἐπαναπαύθηκε στοὺς Ἀποστόλους καὶ μέσω αὐτῶν ἁπλώθηκε «ἐπὶ πᾶσαν σάρκα», καὶ παραμένει ὡς πολύτιμη κληρονομιὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία Του, ὅπου διὰ τῶν ἐπισκόπων καὶ τῶν ἱερέων μεταδίδεται σὲ ὅλα τα μέλη της, ἕως ὅτου φθάσει τὴν τελείωσή της μὲ τὴ Δευτέρα Παρουσία.


Ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν κόσμο ἀπὸ ἀγάπη καὶ δὲν ἔπαυσε νὰ περιποιεῖται τὸν ἄνθρωπο ἀκόμη καὶ στὴν ἀποστασία του. Ἀπὸ ἀγάπη χρηστεύεται καὶ ἔδωσε στὸν ἄνθρωπο τὸν χρόνο, ὡς καιρὸ μετανοίας καὶ λυτρώσεως, γιὰ νὰ σφραγισθεῖ σὲ αὐτὴ τὴ ζωὴ μὲ τὸ σημεῖο τῆς εὐλογίας Του καὶ νὰ ἀναγνωρισθεῖ ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους ὡς ἐκλεκτός του Θεοῦ τὴν ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας. Ὁ τρόπος τῆς Ἀναλήψεώς Του, «ἐν τῷ εὐλογεῖν Αὐτὸν αὐτούς», γεννᾶ μεγάλες ἐλπίδες ὅτι καὶ τὴ φοβερὴ ἐκείνη Ἡμέρα, ἡ κρίση Του θὰ εἶναι ἀναμεμιγμένη μὲ τὴν ἀγάπη Του καὶ τὸ ἔλεός Του.


Ἕνα δεύτερο χαρακτηριστικό τῆς Ἀναλήψεως εἶναι ὁ δοξασμένος τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖο ἀνῆλθε ὁ Κύριος. Ἡ Ἁγία Γραφὴ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μέχρι τὸ τέλος μιλᾶ γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία συχνὰ περιγράφεται ὡς φωτεινὴ νεφέλη. Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἔβλεπαν τὴ δόξα, ἀλλὰ ὄχι τὸν Κύριο. Στὴν Καινὴ Διαθήκη, ὅταν ὁ Κύριος ἦλθε ἐν σαρκί, ἔκρυψε τὴ δόξα Του μέσα στὸ «σῶμα τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν», ποὺ προσέλαβε, γιὰ νὰ μὴν «ἐκδηματίση», νὰ μὴν ἐκφοβίσει τὸ πεπτωκὸς πλάσμα Του. Οἱ ἄνθρωποι εἶδαν τὸν Κύριο ταπεινό, πράο, ὡς «ἀμνὸν ἀγόμενον ἐπὶ σφαγὴν», ἀλλὰ δὲν μποροῦσαν νὰ διακρίνουν τὴ δόξα Του, γι’ αὐτὸ καὶ πολλοὶ δὲν ἀναγνώρισαν στὸ πρόσωπό Του τὸν Μεσσία. Ὅσοι ὅμως μὲ ἀγαθὴ προαίρεση πίστεψαν, αὐτοὶ ἔλαβαν τὴ χάρη νὰ ἀναγεννηθοῦν. Ὅσοι δέχθηκαν τὸν λόγο Του καὶ πίστεψαν στὸ Ὄνομά Του, δέχθηκαν τὴν ἐξουσία νὰ κληθοῦν τέκνα Θεοῦ καὶ «μεταβέβηκαν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωὴν».


Τώρα, στὸ τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του, ὁ Χριστὸς παρουσιάσθηκε ἀπροκάλυπτα πλέον ὡς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ μὲ ἐμφανῆ τὴ δόξα Του. Τὴν Ἡμέρα τῆς ἐνδόξου Παρουσίας Του θὰ ἔλθει πάλι ὁ Κύριος «ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ μετὰ δυνάμεως καὶ δόξης πολλῆς». Ἡ Ἀνάληψη κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἀποτελεῖ προφητικὸ γεγονός, καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος γίνεται ὁ Προφήτης τῆς Δευτέρας Παρουσίας Του.


Ἡ δόξα Του, ποὺ θὰ εἶναι σὰν ἀστραπὴ κατὰ τὴν ἐπιφανῆ αὐτὴ Ἡμέρα, θὰ προστατεύσει ὅσους φέρουν τὴ σφραγίδα τῆς εὐλογίας Του ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς πλάνης τῶν ψευδοπροφητῶν ποὺ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες διακηρύττουν: «Ἰδοὺ ὧδε ὁ Χριστός, ἰδοὺ ἐκεῖ», γιὰ νὰ «ἀποπλανήσουν εἰ δυνατόν, καὶ τοὺς ἐκλεκτοὺς». Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ Κύριος προειδοποίησε, νὰ μὴν δίνουμε προσοχὴ σὲ ἀλλότριες, ψεύτικες φωνὲς ποὺ θὰ προτρέπουν νὰ ἀποκοποῦμε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ θὰ πλανήσουν ὅσους ἔχουν τὸ βλέμμα προσηλωμένο στὴ γῆ καὶ τὴν καρδιὰ βεβαρημένη μὲ μέριμνες τοῦ κόσμου τούτου. Ἀντιθέτως, ὅσοι ἔχουν τὸ βλέμμα ψηλὰ καὶ «φρονοῦν τὰ ἄνω», δὲν θὰ πλανηθοῦν, ἀλλὰ θὰ ἀναμένουν μὲ καρτερία τὸ ἀληθινὸ σημεῖο τῆς Παρουσίας τοῦ Κυρίου.


Ὁ Κύριος δὲν παρέδωσε τοὺς λόγους Του ὡς μυστικό: «Ὁ λέγω ὑμῖν ἐν τῇ σκοτία, εἴπατε ἐν τῷ φωτί, καὶ ὁ εἰς τὸ οὖς ἀκούετε, κηρύξατε ἐπὶ τῶν δωμάτων». Ἔτσι καὶ ἡ Παρουσία Του δὲν θὰ ἔχει κάτι τὸ μυστικὸ καὶ ἀπόκρυφο. «Ὥσπερ γὰρ ἡ ἀστραπὴ ἐξέρχεται ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ φαίνεται ἕως δυσμῶν, οὕτως ἔσται καὶ ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου». Ἡ Ἁγία Γραφὴ δίνει ἐπαρκεῖς πληροφορίες γιὰ τὸ γεγονὸς τοῦ ἐνδόξου ἐρχομοῦ τοῦ Κυρίου στὰ τέλη τῶν αἰώνων, ὥστε ὅταν ἔλθει γιὰ νὰ κρίνει «ζωντας καὶ νεκρούς», οἱ πιστοὶ ἀφενὸς νὰ τὴν ἀναγνωρίσουν καὶ νὰ μὴν ζοῦν στὸ σκοτάδι, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ μὴν ἀποψυχήσουν μὲ τὰ δεινὰ καὶ τὰ παθήματα, ποὺ θὰ προηγηθοῦν, «διότι ἐγγίζει ἡ ἀπολύτρωσις αὐτῶν» .


Ὁ ἐρχομὸς τοῦ Κυρίου θὰ περιβάλλεται ἀπὸ δόξα καὶ γιὰ ἐμᾶς ὁ πιὸ δοξασμένος τρόπος ἀναμονῆς Του εἶναι ὅταν προσεδρεύουμε ἐν Ἱερουσαλὴμ, δηλαδὴ ὅταν παραμένουμε ἐνεργὰ καὶ γνήσια μέλη τῆς Ἐκκλησίας Του καὶ μέσα ἀπὸ τὰ Μυστήριά της, Τοῦ ἀποδίδουμε αἶνο καὶ εὐχαριστία.


Τὸ τρίτο χαρακτηριστικὸ ποὺ παρατηρεῖται στὴν Ἀνάληψη εἶναι τὸ αἰφνίδιο καὶ ἀπροσδόκητό του γεγονότος. Ἡ Δευτέρα Παρουσία ἐπίσης θὰ εἶναι αἰφνίδια καὶ ἀπροσδόκητη. Ὁ Κύριος σὲ πολλὲς περιπτώσεις προειδοποίησε: «Βλέπετε, ἀγρυπνεῖτε καὶ προσεύχεσθε· οὐκ οἴδατε γὰρ πότε ὁ καιρὸς ἐστιν… Ἃ δὲ ὑμῖν λέγω, πᾶσι λέγω· γρηγορεῖτε» Ἡ πεποίθηση γιὰ τὴ σωτηρία δὲν μπορεῖ νὰ βασισθεῖ στοὺς ἀνθρώπινους ὑπολογισμούς. Ἀκολουθώντας τὴν προτροπὴ τοῦ Ἀποστόλου: «Ταῦτα προσδοκῶντες σπουδάσατε ἄσπιλοι καὶ ἀμώμητοι αὐτῷ εὐρεθῆναι ἐν εἰρήνῃ», τὸ μόνο ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε εἶναι νὰ προσφέρουμε στὸν Θεὸ διηνεκῶς μετάνοια καὶ καρδιὰ συντετριμμένη, ὥστε νὰ γευθοῦμε πρὶν τὸ τέλος τὴν εἰρήνη τῆς συμφιλιώσεως καὶ νὰ μεταβάλουμε τὸν ἐπὶ γῆς χρόνο τῆς ζωῆς μας σὲ καιρὸ χρηστότητας Κυρίου.


Ὅλη ἡ ζωὴ τῶν πιστῶν κυλάει μὲ τὴν ἀναμονὴ τοῦ Νυμφίου, ὡστόσο, εἶναι γνωστὸ στὴν πνευματικὴ ζωὴ ὅτι, ὅσοι μὲ ψευδοαποκαλυπτική, κίβδηλη, καὶ κενόδοξη στάση ἀναμονῆς προσδοκοῦν ὁράματα καὶ θεωρίες, φέρουν πνεῦμα ἐπάρσεως καὶ εὔκολα γίνονται θύματα τῆς πλάνης τοῦ ἐχθροῦ. Συνήθως, ἐκεῖνοι ποὺ ἀξιώνονται νὰ ἁρπαχθεῖ τὸ πνεῦμα τους στὴν αἰωνιότητα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὅσοι, βυθισμένοι στὸ πένθος καὶ τὴν ταπεινὴ προσευχή, θεωροῦν τὸν ἑαυτὸ τους γῆ καὶ σποδό, «ἀνάξιον τοῦ ζῆν καὶ ἄξιον πάσης ὄντως κολάσεως», ἀλλὰ δὲν παύουν νὰ ἐπικαλοῦνται τὸ ἔλεός Του «παρ’ ἐλπίδα ἐπ’ ἐλπίδι». Ἀκόμη καὶ ὅταν περιλάμπονται ἀπὸ τὸ ἀνέσπερο Φῶς, ἡ μετάνοιά τους εἶναι ἀνεπίστροφη.


Εἶναι ἁλυσιτελὲς νὰ ἐρευνοῦμε χρόνους καὶ καιρούς, ἀλλὰ χρειάζεται συνεχῶς νὰ ἐρευνοῦμε τὴν καρδιά μας, γιὰ νὰ τὴν καθαρίσουμε καὶ νὰ μὴν ἀφήσουμε τίποτε τὸ ἀλλότριο νὰ εἰσέλθει στὸν τόπο αὐτὸ ποὺ κατεξοχὴν ἀνήκει στὸν Θεὸ καὶ ἔτσι νὰ καταξιωθοῦμε νὰ σταθοῦμε καὶ νὰ ἀντικρίσουμε τὸ πράο καὶ ἱλαρὸ βλέμμα τοῦ Παντοκράτορος Ἰησοῦ. Ἡ Ἡμέρα τοῦ Κυρίου πρέπει νὰ εἶναι ἀπρόσμενη, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο θὰ δοκιμασθεῖ «ὡς ἐν καμίνῳ» ἡ καρδιά μας.


Ἡ γνήσια ἐσχατολογικὴ ἀναμονὴ προφυλάσσει ἀπὸ τὸν ζοφερὸ ὕπνο τῆς ἀκηδίας, ποὺ μαστίζει τὰ τέκνα τοῦ αἰῶνος τούτου καὶ θολώνει τὸν νοῦ. Ταυτόχρονα μεταβάλλει τὴν πρόσκαιρη ζωὴ σὲ θερμὴ προσμονὴ τῶν ἀφθάρτων καὶ ἀσαλεύτων· ἀφανίζει τὸν πειρασμὸ τῆς ἀρνήσεως τῆς Κρίσεως μὲ τὸν λογισμό: «Ποῦ ἐστιν ἡ ἐπαγγελία τῆς Παρουσίας Αὐτοῦ; Ἀφ’ ἧς γὰρ οἱ Πατέρες ἐκοιμήθησαν, πάντα οὕτως διαμένει ἀπ’ ἀρχῆς κτίσεως».


Ὁ πόθος γιὰ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Κυρίου προσδίδει στὴ ζωὴ τοῦ πνεύματος «μανικὸν ἔρωτα», ὅπως λένε οἱ Πατέρες, ποὺ νικᾶ κάθε ἄλλο πόθο καὶ ψεύτικη ἐπιθυμία τοῦ κόσμου τούτου ποὺ παράγει. «Ἑνὸς δὲ ἐστι χρεία, τῆς χάριτος τοῦ Οὐρανοῦ, τῆς φλόγας τοῦ Παρακλήτου, ποὺ θὰ μᾶς σφραγίσει ἀνεξάλειπτα γιὰ νὰ μᾶς ἀναγνωρίσει ὁ Κύριος ὡς δικούς Του τὴν Ἡμέρα ἐκείνη, ὅταν εἴθε νὰ μᾶς παραλάβει ὅλους γιὰ νὰ ζοῦμε μαζί Του στοὺς αἰῶνες.


Αρχιμ. Ζαχαρίας Ζάχαρου