Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

Ναός Θεού ή σπήλαιο ληστών (Κυριακή Ε΄ Ματθαίου)

 Η παρουσία του Χριστού στον τόπο τους ήταν το εκπληκτικότερο γεγονός που θα μπορούσε ποτέ να συμβεί στους Γεργεσηνούς. Ο Θεός ντυμένος την ανθρώπινη μορφή βρέθηκε τόσο κοντά τους, περπάτησε ανάμεσά τους. Τέτοιο πράγμα δεν είχε ξαναγίνει στην ανθρώπινη ιστορία.


Οι Γεργεσηνοί όμως, παρά τα ικανά τεκμήρια που τους δόθηκαν για να εκτιμήσουν το πρωτόγνωρο και ασυνήθιστο γεγονός, παρέμειναν εντελώς ανυποψίαστοι, εντελώς ξένοι, εντελώς αμέτοχοι σ’ αυτό. Έχασαν την ευκαιρία να αλλάξουν. Ποια αλλαγή θα μπορούσαν να πετύχουν;


Ο Χριστός δεν ήρθε για να καλυτερέψει απλώς την καλή ή κακή καθημερινότητα του ανθρώπου, αλλά να τον καλέσει να γίνει θεός. Πρότυπο στην προοπτική αυτή έθεσε τον εαυτό του. Ο Χριστός δεν έλεγε απλώς λόγια, αλλά έδειχνε τον εαυτό του, ως σκοπό, αποστολή και προορισμό του ανθρώπου.


Πρώτος ο Χριστός ως άνθρωπος έφερε εις πέρας με τέλειο τρόπο τον προορισμό αυτό. Έγινε ο ζωντανός ναός του Θεού. Μέσα του κατοικεί ολόκληρη η θεότητα. «Εν αυτώ κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς» (Κολ. 2, 9). Ο ίδιος αποδεχόταν ότι το σώμα του είναι ο αληθινός ναός του Θεού. «Εκείνος έλεγε περί του ναού του σώματος αυτού» (Ιω. 2, 21).


Ο Τριαδικός Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο με αυτό τον σκοπό. Να γίνει ναός του Θεού, όπου θα λατρεύεται διηνεκώς η Αγία Τριάδα. Αυτό ξεκινάει με το βάπτισμα. Στον βαπτιζόμενο ενοικεί αμέσως το Άγιο Πνεύμα με τον Πατέρα και τον Υιό.


Ναός Θεού γίνεται ο άνθρωπος, όταν ζει με την προσευχή και τις άλλες αρετές. Πίστη, ελπίδα, αγάπη, υπομονή, μακροθυμία, πραότητα, ταπεινοφροσύνη, ειρήνη, νηστεία, αγρυπνία, μετάνοια. Δεν γνωρίζετε «ότι ναός Θεού εστε και το Πνεύμα του Θεού οικεί εν υμίν;» ρωτάει ο απόστολος Παύλος. «Υμείς γαρ ναός Θεού εστε ζώντος», γιατί είπε ο Θεός, θα «ενοικήσω εν αυτοίς» (Α΄ Κορ. 3, 16. Β΄ Κορ. 6,16).


Στον αντίποδα βρίσκεται ο ναός του διαβόλου. Όποιος, αντί να λατρεύει με όλη την ψυχή και το σώμα του τον Θεό, φθείρει διά της αμαρτίας τον ναό του Θεού, γίνεται ναός του διαβόλου. Με κάθε αμαρτία λατρεύει τον διάβολο. Οι καταστροφείς όμως του ναού του Θεού, θα φθαρούν από τον Θεό(Α΄ Κορ. 3, 17). Θα επιτρέψει ο Θεός να καταστραφούν από τις αμαρτίες τους, να συρθούν στην απώλεια, τον όλεθρο, τον πνευματικό θάνατο.


Όταν ο άνθρωπος παύει να είναι ναός του Θεού, «οίκος προσευχής», εκπίπτει σε «σπήλαιον ληστών» (Ματθ. 21, 13). Οι παντοειδείς αμαρτίες, οι πονηροί λογισμοί, τα ποικιλόμορφα πάθη, σκοτώνουν οτιδήποτε θείο και άγιο υπάρχει στον άνθρωπο, καταληστεύουν και γκρεμίζουν τον ναό του Θεού. Σπήλαιο ληστών είχαν καταντήσει οι δύο δαιμονιζόμενοι των Γεργεσηνών, «χαλεποί λίαν».Οι ληστές δαίμονες είναι φτωχοί, δεν έχουν τίποτε να δώσουν στον άνθρωπο. Ρημάζουν μόνο, αφανίζουν ό,τι καλό υπάρχει μέσα του.


Ωστόσο ο Χριστός είναι εδώ. Στο πρόσωπό του είδαμε για πρώτη φορά τον αληθινό άνθρωπο. (Βλ. και αγ. Ιουστίνου Πόποβιτς, Δογματική, σ. 398-402).

Μα η επιλογή παραμένει πάντοτε δική μας. Θα γίνουμε όπως αυτός, ναός Θεού, ή σπήλαιο ληστών;


π. Δημητρίου Μπόκου

ΠΡΟ ΚΑΙΡΟΥ ΒΑΣΑΝΙΣΑΙ ΗΜΑΣ(Κυριακή 'Ε Ματθαίου)

 Ένα από τα πιο συγκλονιστικά θαύματα του Ιησού είναι αυτό της θεραπείας των δαιμονισμένων των Γεργεσηνών. Οι άνθρωποι αυτοί βασανίζονταν και βασάνιζαν. Ήταν ζωντανοί- νεκροί, καθώς κατοικούσαν στα μνήματα, ενώ οι δαίμονες είχαν αλλοιώσει την όψη του προσώπου τους κάνοντάς τους τόσο φρικτά άσχημους, ώστε κανείς να μην τολμά να περάσει μπροστά τους, κανείς να μη θέλει να τους ατενίσει. Κι όταν ο Χριστός τους θεραπεύει, διώχνοντας τα δαιμόνια από μέσα τους, εκείνα θα εισέλθουν στην αγέλη των χοίρων και θα τη γκρεμίσουν στη θάλασσα, δείχνοντας το μέγεθος της κακίας του διαβόλου, ο οποίος δεν ταλαιπωρεί μόνο τους ανθρώπους, αλλά και όλη τη δημιουργία του Θεού. Και θα συνεχίσει ο διάβολος να ταλαιπωρεί και τους υπόλοιπους κατοίκους των Γεργεσηνών, οι οποίοι θα αρνηθούν στον Χριστό να παραμείνει ανάμεσά τους, διότι ελέγχονται από τον Κύριο, αισθάνονται ότι ξεσκέπασε τη γύμνια της καρδιάς τους, την υποκριτική τήρηση των εντολών του Μωσαϊκού νόμου, ο οποίος δεν επέτρεπε την κατανάλωση χοιρινού κρέατος, αλλά οι ίδιοι το πουλούσαν στους ειδωλολάτρες προς ίδιον όφελος, αισθάνονται ότι δεν μπορούν να αντέξουν την καλοσύνη και την αγάπη του Θεού, ζώντας οι ίδιοι την κόλαση των δαιμονισμένων.


Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η φράση των δύο δαιμονισμένων προς τον Χριστό, όταν ο Κύριος τους πλησιάζει. 

«Ήλθες ώδε προ καιρού βασανίσαι ημάς», του λένε. 

« Ήρθες εδώ να μας βασανίσεις πριν την ώρα μας». 

Ποια είναι η κανονική ώρα της βασάνου; Είναι η κόλαση, είναι ο αιώνιος θάνατος τον οποίο βιώνει ο άνθρωπος που δεν αγαπά Θεό και ανθρώπους, ο άνθρωπος που αρνείται τον προορισμό του, να είναι δηλαδή εικόνα Θεού και να έχει πλαστεί για να μοιάσει στον Θεό. Ο άνθρωπος τότε θα βιώνει την κατάσταση των δαιμονισμένων, αλλά και των Γεργεσηνών. Θα είναι ακοινώνητος. Φριχτός για τους άλλους, που δεν θα θέλει να τους βλέπει και ούτε εκείνοι να τον βλέπουν. Δεν θα θέλει ίχνος Θεού, ίχνος καλού στη ζωή του, αλλά θα έχει για θεό τον εαυτό του, το συμφέρον του, τον τρόπο του, θα νιώθει την παρουσία του Θεού και θα αρνείται να ανοίξει τα μάτια του σ’ Αυτόν. Και ό,τι ξεκινήσει ψυχικά , μετά τον θάνατο, θα επεκταθεί και σωματικά, μετά την Ανάσταση των νεκρών, τη Δευτέρα Παρουσία.


Ζούμε σε έναν καιρό στον οποίο αισθανόμαστε ότι η παρουσία του Χριστού βασανίζει τον κόσμο. 

Του υπενθυμίζει την ειρήνη και τη συμφιλίωση, ενώ ο κόσμος θέλει την εξουσία και τη βία για να πετύχει το σκοπό του. 

Του υπενθυμίζει την κοινωνία της σχέσης και της αγάπης, ενώ ο κόσμος θέλει τη χρήση του άλλου και της κτίσης για να είναι ευχαριστημένος. 

 Του υπενθυμίζει το μέτρο και την ασκητικότητα, ενώ ο κόσμος θέλει την άνεση και την πολυτέλεια. 

 Του υπενθυμίζει ότι η ζωή έχει συνέχεια μετά τον θάνατο εν αγάπη, ενώ ο κόσμος επιλέγει το μηδέν, για να ζήσει καλά εδώ, με γνώμονα τα επιτεύγματά του. 

 Του υπενθυμίζει ότι υπάρχει ο τρόπος της Εκκλησίας που είναι ο τρόπος της αγάπης, της εξόδου από την αποκλειστικότητα του εγώ, της υπέρβασης του ιδίου θελήματος και του μοιράσματος, ενώ ο κόσμος ζητά τα πάντα να περιστρέφονται γύρω από το εγώ, το δίκιο, το δικαίωμα. 

Γι’ αυτό ο κόσμος βασανίζεται πρόωρα. Όποιος πιστεύει στον Χριστό περνά σταυρούς, αλλά δεν είναι μόνος. Και μέσα από τη σχέση με τον Χριστό παίρνει ζωή και αλλάζει ζωή. Αυτή είναι η καινούργια αρχή που μπορούμε να κάνουμε ανά πάσα στιγμή και να αφήσουμε το πνεύμα και τον τρόπο του κακού στη άκρη, καθιστάμενοι εν Χριστώ νέοι, καινούργιοι άνθρωποι, με ελπίδα και στο τώρα και στην αιωνιότητα.

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Ο άνθρωπος συχνά φοβάται τη σωτηρία, όταν αυτή απαιτεί ανατροπή των βεβαιοτήτων του(Κυριακή Ε΄Ματθαίου)

 Η ευαγγελική περικοπή της Ε΄ Κυριακής του Ματθαίου παρουσιάζει τον Χριστό να φθάνει «εἰς τό πέραν», στη χώρα των Γεργεσηνών, σε έναν τόπο πνευματικά τραυματισμένο και περιοχή ειδωλολατρών.


 Εκεί Τον συναντούν δύο δαιμονιζόμενοι, άνθρωποι που ζουν στα μνήματα, μέσα στον τόπο του θανάτου. Η εικόνα είναι βαθιά συμβολική: ο άνθρωπος που απομακρύνεται από τον Θεό δεν χάνει μόνο την ειρήνη του, αλλά κατοικεί υπαρξιακά στον χώρο της φθοράς, της απομόνωσης και της διάλυσης της προσωπικότητάς του. Οι δαιμονισμένοι δεν είναι απλώς ασθενείς· είναι πρόσωπα αιχμάλωτα σε μια δύναμη που παραμορφώνει την ανθρώπινη φύση και διαστρέφει τον προορισμό της.


 Το πρώτο θεολογικό μήνυμα της περικοπής είναι η φανέρωση της εξουσίας του Χριστού πάνω στις δαιμονικές δυνάμεις. Οι δαίμονες ομολογούν αυτό που πολλοί άνθρωποι ακόμη αγνοούν: «τί ἡμῖν καί σοί, Ἰησοῦ υἱέ τοῦ Θεοῦ;». Αναγνωρίζουν δηλαδή τη θεότητα του Χριστού και τρέμουν ενώπιον της παρουσίας Του. Η κραυγή τους «ἦλθες ὧδε πρό καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς;» δηλώνει ότι γνωρίζουν την τελική ήττα τους κατά την έσχατη κρίση. Ο Χριστός, λοιπόν, δεν είναι ένας απλός διδάσκαλος ηθικής· είναι ο Κύριος της ζωής και του θανάτου, μπροστά στον οποίο οι δυνάμεις του κακού απογυμνώνονται από την ψευδή ισχύ τους.


Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι ο Κύριος ελευθερώνει τους δαιμονιζομένους με έναν μόνο λόγο: «ὑπάγετε». Δεν χρειάζεται τελετουργία, ούτε μακρά αντιπαράθεση. Ο λόγος του Χριστού είναι δημιουργικός και κυριαρχικός· όπως με τον λόγο Του δημιούργησε τον κόσμο, έτσι και με τον λόγο Του ανακαινίζει τον πεσμένο άνθρωπο. Η σωτηρία δεν είναι ανθρώπινο κατόρθωμα, αλλά ενέργεια του Θεού που επαναφέρει τον άνθρωπο στην αληθινή του κατάσταση.


 Η είσοδος των δαιμόνων στους χοίρους και η κατακρήμνισή τους στη θάλασσα φανερώνουν και τη φύση του διαβόλου. Ο διάβολος είναι δύναμη καταστροφής. Δεν οικοδομεί, δεν ζωοποιεί, δεν σώζει· οδηγεί πάντοτε στην απώλεια. Ό,τι αγγίζει το πνεύμα της πονηρίας κατευθύνεται τελικά προς τον γκρεμό. Παράλληλα, η σκηνή δείχνει ότι οι δαίμονες δεν έχουν ούτε πάνω στα ζώα εξουσία χωρίς τη συγκατάθεση του Θεού. Αυτό σημαίνει ότι, όσο φοβερή κι αν φαίνεται η δύναμη του κακού, παραμένει περιορισμένη και ανίσχυρη μπροστά στη θεία κυριαρχία.


 Ωστόσο, η πιο τραγική διάσταση της περικοπής δεν είναι η παρουσία των δαιμόνων, αλλά η αντίδραση των κατοίκων της περιοχής. Αντί να χαρούν για την απελευθέρωση των δύο συνανθρώπων τους, παρακαλούν τον Χριστό να φύγει από τα όριά τους. Προτιμούν την απώλεια της πνευματικής παρουσίας του Κυρίου από την αναστάτωση των συμφερόντων τους. Εδώ αποκαλύπτεται ένα διαχρονικό ανθρώπινο δράμα: ο άνθρωπος συχνά φοβάται τη σωτηρία, όταν αυτή απαιτεί ανατροπή των βεβαιοτήτων του. Η παρουσία του Χριστού ελευθερώνει, αλλά συγχρόνως κρίνει· φωτίζει όχι μόνο την ανάγκη μας για θεραπεία, αλλά και την προσκόλλησή μας σε ό,τι είναι γήινο και φθαρτό.


 Τελικά, η περικοπή αυτή είναι μια ισχυρή μαρτυρία ότι ο Χριστός εισέρχεται ακόμη και στα πιο σκοτεινά πεδία της ανθρώπινης ύπαρξης για να ελευθερώσει, να αποκαταστήσει και να νικήσει το κακό. Κανένας τόπος δεν είναι τόσο ακάθαρτος, καμιά ζωή τόσο διαλυμένη, ώστε να μην μπορεί να την επισκεφθεί η χάρη Του. Το ερώτημα είναι αν ο άνθρωπος θα Τον δεχθεί ως λυτρωτή ή αν, όπως οι Γεργεσηνοί, θα Του ζητήσει να απομακρυνθεί. Η σωτηρία προσφέρεται, αλλά δεν επιβάλλεται.


 Ο Χριστός περνά απέναντι, έρχεται μέχρι τα μνήματά μας, αναζητεί τον χαμένο άνθρωπο· μένει όμως σε εμάς μόνο αν θα Του ανοίξουμε τον χώρο της καρδιάς μας.

Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Η ελευθερία από τη δύναμη του κακού

 του Ιωάννη Καραβιδόπουλου, Ομότ. Καθηγητή Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., 


Κεντρικός στόχος της ευαγγελικής περικοπής που διαβάζεται την Ε' Κυριακή Ματθαίου είναι η ανάδειξη της μεσσιανικής δυνάμεως του Ιησού. Με τη δράση του Ιησού μέσα στον κόσμο, με τη σταύρωση και την ανάστασή του και εν συνεχεία με την ίδρυση της Εκκλησίας καταργείται το καταστροφικό έργο των δαιμόνων, ελευθερώνεται ο άνθρωπος από τήν κυριαρχία τους και αρχίζει μια νέα εποχή για την ανθρωπότητα.

Δείγματα της νέας αυτής εποχής είναι και οι θεραπείες δαιμονιζομένων, ανθρώπων δηλ. που έπασχαν από κάποιο ψυχικό νόσημα οφειλόμενο στην επήρεια δαίμονος. Περιγράφοντας τους δυο ασθενείς της διηγήσεώς μας με σύγχρονους όρους και βοηθούμενοι από τις παράλληλες διηγήσεις του ίδιου γεγονότος από τους άλλους ευαγγελιστές —οι οποίοι ομιλούν περί θεραπείας ενός δαιμονιζομένου (Μάρκ. 5, 1-20 και Λουκ. 3, 26-39)— μπορούμε να επισημάνουμε τα εξής χαρακτηριστικά τους: α) Ήταν κοινωνικά απροσάρμοστοι, εφόσον έμεναν στα μνήματα, θεωρούμενοι ως επικίνδυνοι («χαλεποί λίαν», β) Κατέχονταν από τη μανία της επιθετικότητος — «ώστε μη ισχύειν τινά παρελθεΐν δια της οδού εκείνης», γ) Είχαν εσωτερική διάσπαση της προσωπικότητος — «λεγεών όνομά μοι, ότι πολλοί έσμεν». Και δ) κυριαρχούνταν από την τάση της αυτοκαταστροφής — «κατακόπτων εαυτόν λίθοις».

Είναι πράγματι άθλια η εικόνα του ανθρώπου του υποταγμένου στη δύναμη του σατανά. Γιατί η παρουσία αυτού σημαίνει την απώλεια και την καταστροφή των πάντων, από του ανθρωπίνου προσώπου μέχρι των ζώων, στα οποία μόλις μπήκαν οι δαίμονες, κατά τη διήγησή μας, σκόρπισαν τον όλεθρο, για να φανεί έτσι άλλη μια φορά πως ο σατανάς σκορπά την καταστροφή απ' όπου περάσει.

Κι η εποχή μας, μολονότι δεν συμμερίζεται την αντίληψη των χρόνων της Κ. Διαθήκης για την ανθρώπινη ασθένεια ως οφειλόμενη στην επήρεια των δαιμόνων, έχει να παρουσιάσει τόση ποικιλία περιπτώσεων κυριαρχίας του δαιμονικοϋ στοιχείου στη ζωή των ατόμων και των κοινωνιών, ώστε να μη μπορεί να αμφιβάλει κανείς για τη βοώσα παρουσία και φθοροποιό δράση του. Κι όποιος αμφιβάλλει, ας θυμηθεί τον πετυχημένο στίχο του γάλλου ποιητή Baudelaire ότι «η πιο έξυπνη πονηριά του διαβόλου είναι να μας πείθει ότι δεν υπάρχει». Βέβαια, όποιος αναζητά το σατανά στις ανθρωπομορφικές ή μάλλον τερατόμορφες παραστάσεις προηγουμένων εποχών, δεν θα τον βρει πουθενά και θα πλανάται με την εντύπωση πως δεν υπάρχει, ενώ στην πραγματικότητα το κακό έχει τόσες φθοροποιές και ολέθριες εκδηλώσεις μέσα στη ζωή, που αποτελεί μόνιμη παγίδα και μάλιστα για τον πιο ανύποπτο και απροειδοποίητο άνθρωπο.

Η παρουσία του Χριστού μέσα στον κόσμο δια των μυστηρίων της Εκκλησίας και του κηρύγματος του ευαγγελίου σημαίνει τη νίκη της καλωσύνης επί της κακίας, της αγάπης επί του μίσους, της ζωής επί του θανάτου. Όταν οι χριστιανοί συγκεντρώνονται στην Εκκλησία, λέγει ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, για να μετάσχουν στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, συντρίβονται οι δαιμονικές δυνάμεις —πράγμα το οποίο σημαίνει ότι η κοινωνία της αγάπης εξασφαλίζει στον άνθρωπο τον καθαρό αέρα της βασιλείας του Θεού μακριά από κάθε δαιμονική επιρροή. Ίσως στη φράση των δαιμόνων προς τον Ιησού, που διασώζει ο ευαγγελιστής Ματθαίος στη διήγησή μας, «τί ήμῖν καί σοί, Ίησοῦ υἱέ τοῦ Θεοῦ; ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ήμᾶς;» και ιδίως στο «πρὸ καιροῦ» της φράσεως αυτής πρέπει να αναγνωρίσουμε τη συντριβή του κακού ήδη προ του τέλους της ιστορίας μέσα στην Εκκλησία.

Κι ένα ακόμη σημείο από το τέλος της διηγήσεως πρέπει να προσελκύσει την προσοχή μας. είναι η πληροφορία ότι οι κάτοικοι της περιοχής ήλθαν να συναντήσουν τον Ιησού, για να τον παρακαλέσουν να εγκαταλείψει το έδαφος τους. Ο φόβος μπροστά στη δύναμη του Ιησού δεν τους οδηγεί στην αναγνώριση της μεσσιανικής εξουσίας του και στη δοξολογία του Θεού αλλά στην αρνητική τοποθέτηση απέναντί του. Μη μπορώντας να εκτιμήσουν την προσφορά του Ιησού και την επιτελεσθείσα θεραπεία των ασθενών και φοβούμενοι μήπως υποστούν και άλλες ύλικές ζημίες, όπως η καταστροφή της αγέλης των χοίρων, ζητούν την απομάκρυνση του Ιησού. Το υλικό συμφέρον τυφλώνει πολλές φορές τον άνθρωπο και δεν του επιτρέπει να δει καθαρότερα το πνευματικό του συμφέρον, τον κάνει να προτιμά την υποδούλωση στη δαιμονική δύναμη παρά την έλευθερία που προσφέρει ο Θεός.

Το μήνυμα της περικοπής είναι ένα μήνυμα ελευθερίας από τη δαιμονική κυριαρχία. Εάν το οικονομικό συμφέρον, η κοινωνική συμβατικότητα ή άλλοι παράγοντες εμποδίζουν τον άνθρωπο να δεχθεί τη θεία δωρεά, τότε παραμένει αιχμάλωτος των φθοροποιών δυνάμεων, έχοντας την ψευδαίσθηση ότι αυτές είναι ανύπαρκτες, αφού δεν βρίσκει τις μορφές τους όπως τις συνέλαβαν άλλες προηγούμενες εποχές, ενώ στην πραγματικότητα αυτές τον καταδυναστεύουν.

Κυριακή Ε’ Ματθαίου: Η θεραπεία των Γεργεσηνών

 († Μητροπολίτης Σουρόζ Αντώνιος Bloom)


Στό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.


Πόσο οἰκεία μᾶς εἶναι αὐτή ἡ ἱστορία. Κάθε φορὰ πού τή διαβάζουμε, ἀνακαλύπτουμε ξανά κάτι πού ἀγγίζει τήν καρδιά μας ἤ φωτίζει μέ ἕνα νέο φῶς τό νοῦ μας. Καί σήμερα θά ἤθελα νά στρέψω τήν προσοχή σας σέ τρία χαρακτηριστικά σημεῖα αὐτοῦ τοῦ κειμένου.


Τό πρῶτο εἶναι ἡ συμπεριφορά τοῦ δαιμόνων, τῶν δυνάμεων τοῦ κακοῦ, στά θύματά τους. Οἱ δυνάμεις τοῦ κακοῦ δέν ἔχουν ἄλλο σκοπό ἤ ἐπιθυμία ἀπό τό νά κυριέψουν ἕνα ζωντανό πλάσμα, νά τό κάμουν νά ὑποφέρει καί νά ἐκπληρώνει τό θέλημά τους. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μᾶς διδάσκουν ὅτι οἱ δαίμονες δέν δροῦν ἄμεσα στόν κόσμο· αὐτό πού μποροῦν νά κάνουν εἶναι νά σκλαβώνουν τά ἀνθρώπινα ὄντα καί νά τά χρησιμοποιοῦν γιά νά κάμουν τό κακό. Ἔτσι σ’ αὐτό ἀποσκοποῦσαν αὐτές οἱ δυνάμεις τοῦ κακοῦ: νά σκλαβώσουν αὐτούς τούς ἄνδρες καί νά τούς κάνουν ὄργανο καταστροφῆς καί συνάμα νά ὑποφέρουν.



Ὅταν ὁ Χριστός τούς διέταξε νά ἀφήσουν τά θύματά τους ἔκραξαν μέ φωνή μεγάλη, ζητώντας ἕνα μέρος νά καταφύγουν, ἕνα μέρος ὅπου θά μποροῦσαν νά διαμείνουν καί νά κάμουν τό καταστροφικό τους ἔργο. Καί ὁ Κύριος τοὺς ἐπέτρεψε νά πᾶνε στούς χοίρους. Οἱ χοῖροι, γιά τούς Ἑβραίους, συμβόλιζαν τήν ἀκαθαρσία· τό αἴτημά τους νά κατοικήσουν ἐκεῖ ἦταν ἕνα σημεῖο προφανές γιά τόν καθένα πού μποροῦσε νά καταλάβει – καί κάθε Ἑβραῖος καταλάβαινε – ὅτι ἦταν τόσο ἀκάθαρτοι ὅσο τά πιό βρώμικα ἀπό τά ζῶα. Ἀλλά αὐτό πού ἀκολούθησε μετά, ἦταν μία ἀπόδειξη γιά τούς ἀνθρώπους τοῦ τί συμβαίνει ὅταν ἐπιτρέπουμε στόν ἑαυτό μας νά καταληφθεῖ ἀπό τό κακό, ὅταν ἐπιτρέπουμε στά πάθη νά ἀποκτήσουν ἰσχύ ἐπάνω μας- στό μίσος, στή λαγνεία, στή ζήλεια, καί σ’ ὅλα τά πάθη τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος. Ὑπό τήν ἐξουσία τῶν παθῶν, εἴμαστε καταδικασμένοι νά καταστραφοῦμε, ὅπως αὐτό τό κοπάδι πού ὁδηγήθηκε στό χαμό.


Θά πρέπει αὐτό νά τό θυμόμαστε, ἐπειδή δέν συνειδητοποιοῦμε πάντα πόσο πολύ εἴμαστε ἀγκιστρωμένοι στήν δύναμη αὐτῶν τῶν πραγμάτων πού κυβερνοῦν τήν ζωή μας: συμπάθειες, ἀντιπάθειες, μίση, μνησικακίες. Δέν εἴμαστε μοναχά ὑπό τό κράτος τῶν παθῶν αὐτῶν, ἀλλά δουλεύουμε στό κακό ὄντας ὑποταγμένοι στήν δύναμή του. Καί ἡ προειδοποίηση εἶναι ξεκάθαρη: ἐάν μόνο ἐπιτρέψουμε στό κακό νά κυριαρχήσει στή ζωή μας, αὐτό θά σημάνει τὸν θάνατο· ὄχι ἕναν φυσικό θάνατο, ἀλλά μιὰ ὁλοκληρωτική, τραγική ἀλλοτρίωση ἀπ’ ὅ,τι σημαίνει ἡ ζωή: ἀπό τόν Θεό, ἀπό τήν ἀγάπη, ἀπό τήν ὀμορφιά, ἀπό κάθε νόημα ζωῆς. Δέν μποροῦμε νά πάψουμε νά ὑπάρχουμε, ἀλλά ζοῦμε μέσα ἀπό μία ὕπαρξη χωρίς ζωή, χωρίς περιεχόμενο – ἕνα ἀδειανό κοχύλι, καί ἀκόμη ἕνα μαρτύριο.


Σέ ἀντίθεση μέ αὐτό, βλέπουμε τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, νά ἐνδύεται τήν ἀνθρώπινη σάρκα. Αὐτός εἶναι ὁ Δημιουργός, αὐτός εἶναι ὁ Κύριος, ὁ Σωτήρας ὅλου τοῦ κόσμου, ἔχει ξεχάσει τά πάντα, ὅλη τήν κτήση, γιά νά δώσει προσοχή μόνο σ’ αὐτούς τούς δύο ἄνδρες πού ἔχουν ἀνάγκη νά σωθοῦν, πράγματι εἶναι διατεθειμένος ν’ ἀφήσει ἐνενήντα ἐννέα δίκαιους, ἐνάρετους ἀνθρώπους πού δέν Τόν χρειάζονται ἐκείνη τήν στιγμή, γιά νά δώσει ὅλη τήν προσοχή, τήν ζωή Του, ὅλη Του τήν δύναμη, προκειμένου νά σώσει αὐτούς τούς δύο ἀνθρώπους. Μπορεῖ νά δεῖ, μπροστά στίς ἀνάγκες ὅλου τοῦ κόσμου, κάθε προσωπική ἀνάγκη καί νά ἀνταποκριθεῖ μέ ὅλη τήν ἀγάπη Του, μέ συμπόνια, μέ ὅλη τήν κατανόηση καί μέ τήν Θεική Τοῦ δύναμη πού σώζει καί θεραπεύει.


Ὑπάρχει μία τρίτη ὁμάδα ἀνθρώπων πού βλέπουμε νά ἐνεργοῦν σ’ αὐτήν τήν ἱστορία· εἶναι οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς. Γνώριζαν τήν ἀπελπιστική κατάσταση αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων· τούς εἶπαν τί ἔκαμε σ’ αὐτούς ὁ Κύριος, τούς εἶπαν ποιός ἦταν ὁ ἀφέντης τους, ὁ βασανιστής τους· δέν θά ὄφειλαν νά ἔρθουν νά δοξάσουν τόν Κύριο καί νά Τόν εὐχαριστήσουν ποὺ λύτρωσε τούς δύο ἄνδρες ἀπό τήν ἐξουσία τοῦ κακοῦ; ΟΧΙ! Αὐτό πού εἶδαν στήν πράξη τοῦ Χριστοῦ, ἦταν ὅτι στερήθηκαν τό κοπάδι τῶν χοίρων. Τί σήμαινε γι’ αὐτούς ἡ ζωή, ἡ ὑγεία, ἡ σωτηρία αὐτῶν τῶν δύο ἀνθρώπων; Στεροῦνταν ὅ,τι τούς ἦταν σημαντικό, περισσότερο ἀπό τήν ἀνθρώπινη ζωή, καί ζήτησαν ἀπό τόν Κύριο νά φύγει ἀπό τά σύνορά τους, ἐπειδή δέν ἤθελαν νά ριψοκινδυνέψουν ἄλλο ἕνα θαῦμα πού θά τούς στοίχιζε. Τί τραγική – ὄχι τερατώδης, ἀλλά τραγική ἀντίθεση ἀνάμεσα στήν στάση τοῦ Θεοῦ καί τήν στάση αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων.


Ἄς σκεφθοῦμε καί ἄς ρωτήσουμε τούς ἑαυτούς μας, ποῦ βρισκόμαστε; Φυσικά τό πρῶτο πράγμα πού θά ποῦμε, «ὅτι εἴμαστε μέ τό μέρος τοῦ Θεοῦ» – δέν εἶναι ἀλήθεια. Ὅταν ὑπάρχει μία τραγική ἀνάγκη καί ἡ ἀξία τῆς βοήθειας δέν θά εἶναι ἴσως γιά μᾶς μιὰ καταστροφή, ἀλλά πόνος ἤ ἀπώλεια, τί θά διαλέγαμε; Ἄς προβληματιστοῦμε σχετικά μέ αὐτό: εἴμαστε στ’ ἀλήθεια μέ τό μέρος τοῦ Χριστοῦ πού μπορεῖ νά συγχωρέσει ὅλο τόν κόσμο, ἐξαιτίας τῆς συμπόνιας πού διαπερνᾶ τήν καρδιά Του, ἤ – ἐπιτρέπουμε στήν καρδιά μας νά συγκινηθεῖ γιά μιὰ στιγμή καί τότε ὑπολογίζοντας ξανά τό τίμημα, νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τήν ἀνάγκη;


Ἄς συλλογιστοῦμε· ἐπειδή κάθε μία ἀπό αὐτές τίς ἱστορίες, κάθε παραβολή, κάθε εἰκόνα, κάθε ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι γιά μᾶς μία πρόκληση: Ποῦ βρίσκεσαι; Ποιός εἶσαι; Ὁ δαιμονισμένος τῆς παραβολῆς· σέ τί βαθμό; Ἕνας ὀπαδός τοῦ Χριστοῦ ἕτοιμος νά λησμονήσει τά πάντα γιά μιὰ ἀπελπιστική ἀνάγκη; Ἤ ἴσως ἕνας ἀπό ἐκείνους πού λένε στόν Χριστό: Φύγε, φύγε μακρυά – Διαταράσσεις τήν εἰρήνη μας, τήν ἁρμονία τῆς ζωῆς μας καί τήν ἀσφάλειά μας;


Ἄς ἀναλογιστοῦμε σέ βάθος· ὄχι μόνο νά σκεφτοῦμε, ἄς πάρουμε τίς ἀποφάσεις μας καί ἄς ἐνεργήσουμε. Ἀμήν.


30 Ἰουνίου 1991

Κυριακή Ε΄ Ματθαίου –«Κατὰ κρημνού»

 (Ομιλία του †Μητροπολίτου πρ. Φλωρίνης Αυγουστίνου)


«Καὶ ἰδοὺ ὥρμησε πᾶσα ἡ ἀγέλη τῶν χοίρων κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἀπέθανον ἐν τοῖς ὕδασιν» (Ματθ. 8,32)

Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο, ἀγαπητοί μου, μιλάει γιὰ δύο δαιμονισμένους ποὺ θεράπευσε ὁ Χριστός. Δύο οἱ δαιμονισμένοι στὸ εὐαγγέλιο· ἀλλὰ στὴ σημερινὴ κοινωνία οἱδαιμονισμένοι εἶνε τόσοι ποὺ δὲν μποροῦμενὰ τοὺς μετρήσουμε.


Κάθε ἀμετανόητος ἁ-μαρτωλὸς εἶνε κ᾿ ἕνας δαιμονισμένος. Καὶ ὅποιος βρίσκεται κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιρροὴ τοῦ πονηροῦ πνεύματος, εἶνε ἐπικίνδυνος στοὺςσυνανθρώπους του ὅπως ἦταν καὶ οἱ δαιμονιζόμενοι τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς.Θέλετε ἀπόδειξι; Λέει τὸ Εὐαγγέλιο, ὅτι ἐκεῖ ποὺ ἦταν οἱ δαιμονισμένοι δὲν τολμοῦσε νὰ περάσῃ κανείς .

Δὲ μοῦ λέτε, καὶ σήμερα στὴν Ἀθήνα, ἀλλὰ καὶ σ᾿ ἄλλες πόλεις, δὲν ὑπάρχουν μέρη καὶ δρόμοι, ποὺ ὅταν νυχτώσῃφοβᾶται νὰ περάσῃ ὁ ἄνθρωπος; Λέει ἀκόμη τὸ Εὐαγγέλιο, ὅτι οἱ δύο δαιμονισμένοι ἦταν ἀναιδέστατοι· ἔσχιζαν τὰ ῥοῦχα τους καὶ παρουσιάζονταν γυμνοί , χωρὶς ντροπὴ στὸν κόσμο. Δὲ μοῦ λέτε, καὶ σήμερα δὲν γίνεται αὐτό; δὲν παρουσιάζονται οἱ γυναῖκες ξεγυμνωμένες, χωρὶς καμμιὰ ντροπή;

Ἑπομένως, κι αὐτὲς εἶνε κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιρροὴ τῶν ἴδιων πονηρῶν πνευμάτων, καὶσκανδαλίζουν καὶ βάζουν φωτιὰ στὴν κοινωνία.Γιὰ δυὸ δαιμονισμένους μᾶς μιλάεισήμε-ρα τὸ εὐαγγέλιο. Ἀλλ᾿ ἐγὼ θ᾿ ἀποσπάσω τὴνπροσοχή σας ἀπὸ τὰ ἄλλα σημεῖα τῆς περικοπῆς καὶ θὰ τὴν στρέψω σὲ ἕνα. Ποιό εἶν᾿αὐτό; Εἶνε ὁ «κρημνός», ὁ γκρεμός (Ματθ. 8,32) .Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ προσέξετε.

Μιλάει τὸ Εὐαγγέλιο γιὰ ἕνα γκρεμό. Προ-σέξτε νὰ μὴ τὸν πλησιάσετε. Ὦ θεῖο Εὐαγ-γέλιο, πόσο μᾶς προστατεύεις! Κοντὰ στοὺς δαιμονισμένους, λέει, ἔβοσκε ἕνα κοπάδι ἀπὸ ἀκάθαρτα ζῷα, ἀπὸ χοίρους . Πόσοι ἦταν; «Ἀγέλη» (Ματθ. 8,30-32) , δηλαδὴ κοπάδι, δύο - τρεῖς χιλιάδες. Ξαφνικὰ τὰ ζῷα τινάχτηκαν κ᾿ ἔκαναν σὰν τρελλά. Ἔχετε δεῖ πῶς κάνει τὸ ἄλογο ὅταν τὸ τσιμπάῃ ἀλογόμυγα; σπάει τὸ χαλινάρι, πέφτει στὸ γκρεμό. Ἔτσι ἔκαναν καὶ τὰ δύστυχα ἐκεῖνα ζῷα. Μόλις ἐνωχλήθηκαν ἀπὸ τὰ πονηρὰ πνεύματα, ἄφησαν τὴ βοσκὴ κι ἄρχισαν νὰ τρέχουν πρὸς τὸ γκρεμό. Ἀπὸ ᾿κεῖ ἔπεσαν στὴ θάλασσα καὶ πνίγηκαν ὅλα , δὲν ἔμεινε οὔτε ἕνα· νεκρὰ ἔπλεαν τὰ πτώματα.Ἀλλὰ ὁ γκρεμὸς αὐτὸς δὲν εἶνε τίποτε μπροστὰ σὲ κάτι ἄλλους γκρεμούς , ὅπου δὲν τσακίζονται πλέον ἄλογα ζῷα ἀλλὰ λογικο ὶἄνθρωποι.Λένε γιὰ κάποιο βασιλιᾶ τῆς ἀρχαίας ἐποχῆς ὅτι πολιόρκησε μιὰ πόλι, κι ὅταν τὴν κυρίευσε τὰ μὲν γυναικόπαιδα τὰ ἔσφαξε, τοὺς δὲ ἄντρες καὶ νέους, δέκα χιλιάδες, τί τοὺς ἔκανε· τοὺς συγκέντρωσε, τοὺς ἀφώπλισε, τοὺς ἀνέβασε σ᾿ ἕνα γκρεμὸ ποὺ ἀπὸ κάτω ἁπλωνόταν θάλασσα, κι ἀπὸ ᾿κεῖ ἕναν - ἕνα τοὺς γκρέμισε ὅλους κάτω· γέμισε ἡ θάλασσα πτώματα.

Αὐτὸς ἦταν ἕνας φυσικὸς γκρεμός.Ὑπάρχουν ὅμως κάτι ἄλλοι γκρεμοὶ πιὸ ἀπαίσιοι,μαῦροι καὶ φοβεροί. Ποιοί εἶν᾽ αὐτοὶ οἱ γκρεμοὶ μὲ τὰ ἀπαίσια βράχια; Εἶνε οἱκοινωνικοὶ γκρεμοί . Τέτοιο γκρεμὸ εὔχομαι, κανένας σας νὰ μὴ τὸν πλησιάσῃ, οὔτε ἄντρας οὔτε γυναίκα· κινδυνεύει νὰ βρεθῇ στὸ χάος.

⃝ Ποιός εἶνε ὁ πρῶτος κοινωνικὸς γκρεμός, ποιό εἶνε τ᾿ ὄνομά του; Εἶνε ὁ γκρεμὸς τοῦ Ἰούδα, φέρει τὸ ὄνομα τῆς φιλαργυρίας . Πάνω σ᾿ αὐτὸν κάθεται διπλοπόδι ὁ σατανᾶς μὲτὰ τριάκοντα ἀργύρια. Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ τὰλεφτὰ θ᾿ ἀρχίσουν νὰ γαργαλοῦν τὸν ἄνθρωπο, δὲν βρίσκει ἡσυχία οὔτε μέρα οὔτε νύχταμέχρι νὰ τ᾿ ἀποκτήσῃ. Κι ἀφοῦ τ᾿ ἀποκτήσῃ,θέλει νὰ τ᾿ αὐξήσῃ· τὰ πέντε θέλει νὰ τὰ κάνῃδέκα, τὰ δέκα εἴκοσι, καὶ τελειωμὸ δὲν ἔχει.Ἡ θάλασσα μπορεῖ νὰ πῇ στὰ ποτάμια, Φτάνει, δὲν θέλω ἄλλο τὰ νερά σας· κι ὁ χάρος μπορεῖ νὰ πῇ στοὺς νεκροθάφτες, Φτάνει, δὲν θέλω ἄλλους νεκρούς. Μὰ ὁ φιλάργυρος δὲνθὰ πῇ ποτέ, Φτάνει· εἶνε ἀχόρταγος. Σὲ ξεγελάει ὁ διάβολος, σὲ τραβάει στὸ γκρεμό, σοῦ μετράει τὰ τριάκοντα ἀργύρια, καὶ μετὰ σοῦ δί-νει μιὰ σπρωξιὰ καὶ σὲ ῥίχνει στὸ χάος, στὴνἁμαρτία καὶ στὴν ἀγχόνη τοῦ Ἰσκαριώτη.

⃝ Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ γκρεμὸ τοῦ Ἰούδα ὑπάρχει κιἄλλος βράχος μαῦρος καὶ ἀπαίσιος· εἶναι ὁ γκρεμὸς τῆς φιληδονίας. Εὔχομαι, κανένας ἀπὸ σᾶς, καὶ μάλιστα νέος ἢ νέα, νὰμὴν ὁδηγηθῇ στὰ βράχια τῆς φιληδονίας, τὰ βράχια τῆς σαρκός. Σ᾿ αὐτὸ τὸν ἀπαίσιοκοινωνικὸ βράχο δὲν κάθεται ὁ σατανᾶς μὲ τὰ τριάκοντα ἀργύρια· ἐδῶ ὁ διάβολοςκρατάει κιθάρες καὶ βιολιὰ καὶ παίζει τὰ πιὸ μαγευτικὰ τραγούδια γιὰ τὸν αἰσχρὸἔρωτα. Μ᾿ αὐτὰ τρελλαίνει τοὺς νέους. Τοὺς συμβουλεύει, νὰ μὴν ἀκοῦνε παπᾶδες κ᾽ εὐαγγέλια. Ἡ Ἐκκλησία λέει· Ἡ ζωὴ = ἀγώνας, θυσία. Ὁ διάβολος τὰ σβήνει ὅλα αὐτὰ καὶ λέει· Ἡ ζωή, παιδιά, εἶνε ἀπόλαυσι, γλέντι· «φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνῄσκομεν» (Ἠσ. 22,13 = Α΄ Κορ. 15,32) . Καὶ μὲ τὶς κιθάρες καὶ τὰ βιολιὰ τοὺς τραβάει στὸν γκρεμὸ τῆς φιληδονίας·μετὰ τοὺς δίνει μιὰ σπρωξιά, καὶ τοὺς βλέπουμε στὰ δικαστήρια νὰ παλεύουν γιὰ τὸ διαζύγιο, τοὺς βρίσκουμε στὰ ἄσυλα τῶν ἀνιάτων παράλυτους καὶ τυφλούς, τοὺς βρίσκουμε στὶς φυλακὲς ἐλεεινὰ ῥάκη.

⃝ Ὑπάρχει ὅμως κ᾿ ἕνας τρίτος γκρεμός, ἀκόμη χειρότερος. Στὴν κορυφή του βρίσκεται ὁἑωσφόρος κρατώντας στὰ χέρια του τὰ ἀξι-ματα τῆς γῆς· εἶναι ὁ γκρεμὸς τῆς φιλοδοξίας. «Πολλοὶ τὸν πλοῦτον ἐμίσησαν, τὴν δόξαν οὐδείς» , λέει ἕνα ῥητό. Ὁ ἑωσφόρος κρατάει σκῆπτρα, σπαθιά, ὑπουργιλίκια, ὅλα τὰ μεγα-λεῖα. Βάζει ἰδέες καὶ λέει στὸν κόσμο· Ἐλᾶτε κοντά μου, γιὰ ν᾿ ἀποκτήσετε δύναμι καὶ νὰσᾶς τιμάῃ ὁ κόσμος. Στὸν ἕνα τὸ πνεῦμα τοῦ σατανᾶ, τὸ πνεῦμα τῆς ὑπερηφανείας, λέει·Ἐσὺ εἶσαι δυνατός! Στὸν ἄλλο· Ἐσὺ εἶσαι ὡραῖος· τέτοιον ὡραῖον ἄντρα καὶ τόσο ὄμορφη γυναῖκα δὲν ξαναγέννησε ἡ γῆ! Στὸν τρίτο λέει· Εἶσαι σοφός, ὅσα ξέρεις ἐσὺ δὲν τὰ ξέ-ρει κανένας! Στὸν τέταρτο λέει· Ἐσὺ εἶσαι ἅγιος· φτερουγίζεις γιὰ τὸν οὐρανό!... Στὸν καθένα λέει κάτι καὶ τὸν ῥίχνει στὴν ὑπερηφάνεια. Τὸν παίρνει στὰ μαῦρα φτερά του, τὸν ὁδηγεῖ στὸ γκρεμό, τοῦ δίνει μιὰ σπρωξιὰ καὶτὸν τσακίζει στὰ βράχια. Καὶ τότε ὁ ὑπερήφανος βλέπει τὰ φτερά του μαδημένα ἀπὸτὸν ἄγγελο - διάβολο ποὺ εἶχε δίπλα του.Αὐτοί, ἀγαπητοί μου, εἶνε οἱ γκρεμοί, ὅπου μᾶς ὁδηγεῖ ὁ διάβολος. Ἔτσι πᾶμε «κατὰ κρη-μνοῦ» (Ματθ. 8,32). Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο εἶνε ἡ φωτογραφία μας.

Πᾶμε κατὰ κρημνοῦ. Κατὰ κρημνοῦ ὁ ἄντρας,κατὰ κρημνοῦ ἡ γυναίκα, κατὰ κρημνοῦ ὁ νέος, κατὰ κρημνοῦ ὁ ῥασοφόρος, κατὰ κρημνοῦ οἱ λαϊκοί, κατὰ κρημνοῦ οἱ δεξιοί, κατὰ κρημνοῦοἱ ἀριστεροί, κατὰ κρημνοῦ οἱ πάντες . Πῶς τὰκατάφερε ὁ διάβολος, νὰ κάνῃ ἕνα τεράστιο βράχο, χειρότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο· καὶ πάνω σ᾿αὐτὸν δὲν ἔβαλε πλέον ἕνα ἄτομο ἢ μιὰ οἰκογένεια, ἀλλὰ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα, κ᾿εἶ νε ἕτοιμος νὰ τὴ γκρεμίσῃ στὴν ἄβυσσο.Ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα ἔρχεται τὸ κακό.Ἂν εἴχαμε φιλότιμο κ᾿ εὐαισθησία, δὲν θὰ διασκεδάζαμε. Δὲν εἶμαι προφήτης οὔτε υἱὸς προφήτου· ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος σὰν κ᾿ ἐσᾶς εἶμαι. Ἀλλὰ πιστεύω στὸ Εὐαγγέλιο, πιστεύω στὴν Ἀποκάλυψι· καὶ βλέπω, ὅτι θὰ χτυπήσουν σειρῆνες, θὰ σημάνουν νεκρικὲς καμπάνες.Μέσα σὲ μιὰ ὥρα θ᾿ ἀδειάσουν οἱ μεγαλουπό λεις, κι ὅσοι προλάβουν θὰ πᾶνε μέσα στὰ σπήλαια. Αὐτὴ θὰ εἶνε ἡ μεγάλη περιπέτεια ·τὰ ἄλλα ποὺ περάσαμε ἦταν κουφέττα. Ἕνα βῆμα ἀκόμα, καὶ θὰ δώσῃ ὁ διάβολος σ᾿ ὅλους τὴ σπρωξιά. Κ᾿ ἐκεῖ κάτω, ποὺ θὰ βρεθοῦν,δὲν θὰ εἶνε ἡ φωτιὰ τῶν Σοδόμων καὶ τῆς Γομόρρας. Θὰ εἶνε ἀτομικὲς βόμβες. Αὐτὲς θὰκάνουν ἀπέραντη καταστροφή. Λέει μιὰ προ-φητεία· Θ᾿ ἀραιώσῃ ἡ γῆ. Θὰ περπατᾷς ἑκατὸ χιλιόμετρα, γιὰ νὰ βρῇς ἕναν ἄνθρωπο...Κατὰ κρημνοῦ λοιπὸν ὅλη ἡ ἀνθρωπότης.Καὶ ποιός θὰ μᾶς σώση; Τὸ Εὐαγγέλιο λέει·Θὰ σωθοῦμε, μόνο ἂν μετανοήσουμε. Ὅλοι μας, μικροὶ καὶ μεγάλοι, νὰ πέσουμε στὰ πό-δια τοῦ Ἐσταυρωμένου καὶ μὲ προσευχὴ καὶ δάκρυα νὰ ζητήσουμε τὸ ἔλεός Του. Νὰ ποῦμε κ᾿ ἐμεῖς σὰν τὸ λῃστὴ τὸ «Μνήσθητί μου,Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42) .Μόνο ἡ νινευϊτικὴ μετάνοια θὰ μᾶς σώσῃ τὶς τελευταῖες αὐτὲς στιγμές.

Ἀδελφοί μου, μὴν παίρνετε τὸ δρόμο τῆς ματαιότητος, τῆς σαρκός, τοῦ χρήματος, τὸ δρόμο τοῦ διαβόλου. Ὄχι, μὴ ἀπατᾶσθε. Ὅσα καλὰ καὶ ἂν σᾶς τάξῃ, τὸ τέλος εἶνε συμφορὰ καὶ κόλασις. Πάρτε τὸ δρόμο τὸ στενό , τὸν ἀνηφορικό, τὸ δρόμο τῆς πενίας καὶ τοῦ καθήκοντος,τὸ δρόμο τοῦ Γολγοθᾶ, τὸ δρόμο ποὺ βάδισε ὁ Χριστός, γιὰ νὰ ὁδηγηθῆτε μὲ ἀσφάλεια στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ, «ὅπου ἦχος καθαρὸς ἑορταζόντων καὶ βοώντων ἀπαύστως· Κύριε, δό ξα σοι»(αἶνοι Μ. Τρίτης).

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Μεταμορφώσεως Βύρωνος -Ἀθηνῶν τὴν 2-7-1961.

Μὴ παίζετε μαζὺ της ποτέ!...

 «Ὑπήντησαν αὐτῷ δύο δαιμονιζόμενοι ἐκ τῶν μνημείων ἐξερχόμενοι, χαλεποὶ λίαν»


Κυριακὴ Ε΄ Ματθαίου (Ματθ.η΄28-θ΄1)


(†) ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου Μητροπολίτου Νικαίας


Δραματικὴ ἡ σημερινὴ συνάντησις τοῦ Κυρίου μὲ τοὺς δύο δαιμονιζομένους τῶν Γεργεσηνῶν, ἀγαπητοί. Εἶναι κυριευμένοι ἀπὸ πνεῦμα πονηρόν. Ἔξαλλοι καὶ ἀσυγκράτητοι, σπάζουν τὰ δεσμά, μὲ τὰ ὁποῖα προσπαθοῦν οἱ συγγενεῖς νὰ τοὺς καθηλώσουν εἰς τὸ σπίτι·  γυρίζουν, χωρὶς ἐνδύματα καὶ ἐξηγριωμένοι, εἰς τὰς ἐρήμους καὶ τὰ μνήματα· προκαλοῦν τὸν τρόμον καὶ τὸν φόβον τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς.



Εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν συναντῶνται μὲ τὸν Χριστόν. Ταράσσονται. Τὸ πονηρὸν πνεῦμα, ποὺ κατοικεῖ μέσα των, ἀνησυχεῖ.

Παρακαλεῖ νὰ μὴ τὸ βασανίσῃ ὁ Κύριος. Καὶ ζητεῖ τὴν ἄδειαν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τοὺς χοίρους, ποὺ ἔβοσκαν ὀλίγον πιὸ πέρα. Ἡ ἄδεια δίδεται. Καὶ οἱ χοῖροι ὁρμοῦν ἀκάθεκτοι εἰς τὴν λίμνην καὶ πνίγονται εἰς τὰ νερά της. Οἱ δαιμονιζόμενοι ὅμως, μόλις ἀπηλλάγησαν ἀπὸ τὰς πονηρὰς δυνάμεις, ἐθεραπεύθηκαν τελείως. Ἥσυχοι καὶ εὐχαριστημένοι, κάθονται στὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ καὶ Τὸν εὐγνωμονοῦν διὰ τὴν σωτηρίαν των.

Μὲ αἴσθημα φρίκης καὶ ἀποτροπιασμοῦ, ἀλλὰ καὶ συμπαθείας, εἴδαμεν τοὺς δαιμονιζομένους, ἀγαπητοί. Οἱ δυστυχεῖς!  Θηρία ἀληθινά, χωρὶς ἀνθρωπισμὸν καὶ ἀξιοπρέπειαν, χωρὶς οἰκογένειαν καὶ ἠρεμίαν, ἐγύριζαν στοὺς δρόμους, ἀξιολύπητοι ἐρείπια, θλιβερὲς ἀνθρώπινες ὑπάρξεις. Τρομερόν!

Ἀλλὰ, τί κρῖμα! Δὲν λείπουν, δυστυχῶς, τέτοιες δραματικὲς εἰκόνες καὶ ἀπὸ τὴν σημερινήν μας ἐποχήν.

Ἠμπορεῖ νὰ μὴ εἶναι ὅλοι δαιμονισμένοι τῆς μορφῆς τῶν δύο Γεργεσηνῶν.  Ἐμφανίζουν ὅμως συμπτώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀπέχουν ἀπὸ τὰς ἐκδηλώσεις ἐκείνων.

Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα. Ἄς ρίψωμεν, λοιπόν, ἕνα βλέμμα:

1)Εἰς τὸν μέθυσον.


Τὸν πλησιάζομεν. Εἶναι μὲ τὰ μάτια κατακόκκινα καὶ θολά. Μὲ τὴν ὄψιν ἀλλοιωμένην καὶ ἀγρίαν. Ἡμίγυμνος, πεσμένος εἰς τὸν δρόμον καὶ τὴν λάσπην. Τὸ στόμα του εἶναι γεμᾶτον ἀπὸ ἀφρούς. Ἀσχημονεῖ καὶ βλασφημεῖ. Παρουσιάζει θέαμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπέχει τῆς εἰκόνας τῶν δαιμονισμένου. Γείτονες καὶ γνωστοί του θὰ τὸν ὁδηγήσουν εἰς τὸ σπίτι του. Διὰ νὰ ἀρχίσῃ ἐκεῖ νέα θλιβερὰ σκηνή. Ἀηδία καὶ βωμολοχίαι, σπάσιμο ἀντικειμένων καὶ τραυματισμοί.... Ἀργότερα θὰ καταληφθῇ ἀπὸ νευρικὸ κλάμα καὶ θὰ κλαίῃ ὡσὰν μικρὸ παιδί. Δυστυχὴς οἰκογένεια!  Πῶς νὰ στηριχθῆ εἰς ἕνα τέτοιο σωματικὸ καὶ ψυχικὸ ἐρείπιο;

Καὶ ἄν συμπέσῃ νὰ συναντηθοῦν δύο-τρεῖς μεθυσμένοι, ἀντιλαμβάνεσθε τότε τὸ θέαμα; Ὕβρεις καὶ βλασφημία, ἀπειλαὶ καὶ κραυγαὶ θηρίου, ὄχι δὲ σπανίως μάχαιραι καὶ τραύματα καὶ αἵματα καὶ θάνατοι.... Γίνεται ἔτσι μὲ τὴν σειράν του καὶ ὁ μέθυσος φόβητρον τῆς γειτονιᾶς. Φοβεῖσαι, ὅταν τὸν συναντάσῃς εἰς τὸν δρόμον. Ὁ μέθυσος εἶναι ἐνίοτε χειρότερος καὶ ἀπὸ τὸν τρελλόν. Πλήρης, λοιπόν, ἡ καταστροφή. Καταστροφὴ τῆς ὑγείας, τῆς περιουσίας, τῆς οἰκογενειακῆς εὐτυχίας, τῆς ἀξιοπρεπείας. Δι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀπ. Παῦλος συμβουλεύει: «Μὴ μεθύσκεσθε οἴνῳ, ἐν ᾧ ἐστιν ἀσωτία» (Ἐφεσ. ε΄ 18).

Εἶναι, λοιπόν, ἤ ὄχι ὁ μέθυσος ἕνας δαιμονισμένος μὲ τὰς ἐκδηλώσεις τῶν δύο τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου;

2)Εἰς τὸν ὀργίλον.


Ὅταν εἶναι ἥμερος, εἶναι ἥσυχος καὶ εὐχάριστος. Ἀλλοίμονον, ὅμως, ὅταν καταληφθῇ ἀπὸ τὴν ὀργὴν καὶ τὸν θυμόν. Τὰ μάτια ἐξαγριώνονται. Τὸ πρόσωπον κοκκινίζει. Αἱ φλέβες του ἐξογκώνονται. Τρέμουν τὰ χέρια του. Ἄναρθρες κραυγὲς ἐξέρχονται ἀπὸ τὸ στόμα του. Ἀνατρέπει τὰ ἀντικείμενα τοῦ γραφείου. Ὑβρίζει, βλασφημεῖ χωρὶς ἐντροπήν. Καὶ, συχνά, εἰς τὴν ὁρμὴν τοῦ πάθους του, ὁρμᾷ καὶ κατὰ τοῦ ἄλλου μὲ τοὺς γρόνθους προτεταμένους, μὲ τὸ μαχαῖρι ὑψωμένον, μὲ τὸ περίστροφον πλῆρες.

Πόσα δράματα καὶ ἐγκλήματα ὀφείλονται εἰς τὰς τοιαύτας ἐξάλλους στιγμὰς τοῦ θυμώδους ἀνθρώπου!

Ἔπειτα, βέβαια, θὰ συνέλθῃ. Θὰ ἀντικρύσῃ τότε μὲ συντριβὴν καὶ θρήνους τὰ ἐρείπια, τὰ αἵματα, τὸ φέρετρον, καὶ αὐτὸ τὸ κελλὶ τῆς φυλακῆς. Ἀλλὰ τότε εἶναι πλέον ἀργά. Τὸ κακὸ ἔγινε.... Δι’ αὐτὸ συνιστᾷ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ: «Πᾶσα πικρία καὶ θυμὸς καὶ ὀργή.... ἀρθήτω ἀφ’ ὑμῶν» (Ἐφεσ. δ΄31).

«Ἀρθήτω». Χωρὶς ἀναβολήν. Διότι μίαν τοιαύτη κατάστασις, συνεχιζομένη, ἀπειλεῖ νὰ μονιμοποιήσῃ μίαν ἄλλην κατάστασιν, ποὺ δὲν ἀπέχει τῶν ἐκδηλώσεως τοῦ δαιμονιζομένου, μὲ ὅλας τὰς ὀδυνηρὰς συνεπείας.

3)Εἰς τὸν ἀνήθικον.


Κοιτάξτε τον. Νομίζεις ὅτι εἶναι τρελλὸς ἀπὸ τὸ ἁμαρτωλὸν πάθος. Ἀσυγκράτητος, ἀμετάπειστος, τυφλὸς ἀπὸ ἐφαμάρτους ἐπιθυμίας, παραδίδεται εἰς μίαν ζωὴν ἀνηθικότητος, ὅπου μόνον φθορὰ τῆς ἀξιοπρεπείας, τῆς τιμῆς καὶ τῆς ὑγείας ὑπάρχει.

Δὲν χρειάζεται νὰ λεχθοῦν πολλὰ ἐπ’ αὐτοῦ. Ἡ ἐποχὴ μας εἶναι πλὺ συνηθισμένη ἀπὸ τοιαύτας περιπτώσεις. Βλέπεις τὸν νέον, τὸν ὥριμον ἄνδρα κάποτε, ὄχι σπανίως καὶ τὸν οἰκογενειάρχην μὲ παιδιά, νὰ κάνῃ σὰν τρελλός. Δὲν σκέπτεται τὰς συνεπείας.

Δὲν ὑπολογίζει τὰ σχόλια τοῦ κόσμου. Γυρίζει στοὺς δρόμους τὰ μεσάνυχτα, μὲ παρέες, ποὺ προδίδουν κακοήθειαν καὶ ἠθικὴν σαπίλαν, τραγουδᾷ τραγούδια τοῦ ὑποκόσμου, ἐξοδεύει ἀσκόπως τὸν ἱδρῶτα ὁλοκλήρου τῆς ἑβδομάδας. Ἀφήνει γέροντες γονεῖς ἐγκαταλελειμμένους. Στερεῖ -τρομερόν! -ἀπὸ τὰ παιδιὰ του ἀκόμη καὶ τὸ ψωμί, διὰ νὰ ἠμπορῇ, ὁ ταλαίπωρος, νὰ διαθέσῃ τὰ χρήματά του εἰς τόπους ἁμαρτωλούς, μὲ πρόσωπα ἁμαρτίας, μὲ τρόπους, ποὺ δὲν τιμοῦν τὸν ἄνθρωπον.

Ἔτσι τὸ πάθος, ποὺ κατώρθωσε νὰ δεσπόσῃ εἰς τὴν θέλησίν του, θὰ τὸν διαφθείρῃ, θὰ τὸν ἀποφυλλίσῃ, θὰ τὸν ἐξευτελίσῃ καὶ τέλος θὰ τὸν ρίψῃ ρακένδυτον εἰς τὸν δρόμον.

Καὶ αὐτά, ποὺ γράφονται διὰ τὸν ἄνδρα, ἰσχύουν, δυστυχῶς, καὶ διὰ τὴν γυναῖκα, ποὺ προδίδει ἀσύστολα τὸν ἠθικόν της κόσμον καὶ δένεται εἰς τὸ ἐξευτελιστικὸν ἅρμα τῆς ἁμαρτίας. Ἀναιδής, προκλητική, ἡμίγυμνος, «μοιραία», κυκλοφορεῖ εἰς τοὺς δρόμους, ἡμέραν καὶ νύκτα, κάθεται εἰς τὰ κέντρα καὶ ἄλλα κακόφημα μέρη διασκεδάσεων, χορεύει ἀπρόσεκτα καὶ ἐκδηλώνει ὅλην της τὴν ψυχικὴν γυμνότητα.

Τί διαφορετικὶν ἔκαμαν οἱ δύο δαιμονισμένοι τῶν Γεργεσηνῶν ἀπὸ τοὺς σημερινούς, ἄνδρας καὶ γυναῖκας, ποὺ χωρὶς χαλινὸν περιφέρονται εἰς τοὺς δρόμους, ἀσχημονοῦντες καὶ ἁμαρτάνοντες; Τί διαφορετικό; Καί, δυστυχῶς, δὲν εἶναι μόνο αὐτοί. Πολλοὶ ἄλλοι ὑπάρχουν, ποὺ ἀντιγράφουν εἰς τὴν ζωὴν των τὰς ἐκδηλώσεις τῶν δύο δυστυχισμένων ὑπάρξεων, ποὺ ἀναφέρει τὸ Ἱ. Εὐαγγέλιον. Πολλοὶ, δυστυχῶς.

Ἡ  θ ε ρ α π ε ί α.


Εὐτυχῶς, ὅμως, διὰ τοὺς δύο Γεργεσηνούς. Ἡ ἔλευσις τοῦ Χριστοῦ τοὺς ἔσωσε. Κάτω ἀπὸ τὴν θεϊκὴν ἐπιβολὴν τοῦ Κυρίου, οἰ δαίμονες συνετρίβησαν. Ἠναγκάσθησαν μετὰ σπουδῆς νὰ ἐγκαλείψουν τὰ  θύματά των.

 Καὶ οἱ σημερινοὶ αἰχμάλωτοι τῆς ἁμαρτίας δὲν θὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὰ δεσμὰ καὶ τὰς συνεπείας τῆς ἀνωμάλου ζωῆς των, ἄν δὲν πλησιάσουν τὸν Χριστόν, τὸν μέγαν Ἀνακαινιστὴν τῆς ψυχῆς. Ἄν δὲν γίνῃ τὸ μεγάλο βῆμα, τὸ βῆμα τῆς μετανοίας καὶ τῆς ἐπιστροφῆς, δὲν θὰ τοὺς  ἴδῃ ἡ κοινωνία ποτὲ «ἱματισμένους καὶ σωφρονοῦντας», ὅπως συνέβη μὲ τοὺς δύο Γεργεσηνούς. Θὰ εἶναι πάντα δυστυχισμένοι. Ἀξιοδάκρυτα ἐρείπια. Καὶ αἱ οἰκογένειά των, πικραμέναι καὶ πληγωμέναι. Καὶ ἡ κοινωνία θὰ παρουσιάζῃ τότε εἰς τὸν ὀργανισμόν της κακαοήθεις ὄγκους καὶ ἐστίας μολύνσεως.

Δὲν εἶναι κρῖμα ὅμως νὰ βλέπῃ κανεὶς γύρω του λιμνάζοντα καὶ νοσογόνα νερά, ἐνῷ μπορεῖ νὰ ζῇ μέσα στὶς γάργαρες πηγὲς καὶ τοὺ ἀνθῶνες;

Δὲν εἶναι κρίμα;


Ἀγαπητοί,

Κάποτε κάποιος θηριοδαμαστὴς εἶχεν ἀγοράσει ἕνα μικρὸ φίδι καὶ τὸ χρησιμοποιοῦσε στὶς παραστάσεις του. Μετὰ ἀπὸ 25 χρόνια ἔδινε σ’ ἕνα «τσίρκο» παραστάσεις μὲ λιοντάρια, τίγρεις, λεοπαρδάλεις καὶ στὸ τέλος μὲ ἔνα τεράστιο βόα. Τὸ ἄλλοτε μικρὸ φίδι ἦταν ὁ σημερινὸς βόας, ποὺ τώρα, μπροστὰ στοὺς θεατάς, εἶχε τυλχθῆ στὸ σῶμα τοῦ θηριοδαμαστοῦ. Σὲ μιὰ στιγμὴ ἀκούστηκε μιὰ κραυγή. Οἱ θεαταὶ ἐνόμισαν, ὅτι ἦτο κι’ αὐτὸ στὸ πρόγραμμα. Μὰ ξαφνικὰ εἶδαν τὸν ἄνθρωπο νὰ σωριάζετα κάτω νεκρός. Ὁ βόας ἐκείνη τὴ βραδυὰ εἶχεν ἀποφασίσει νὰ τὸν θανατῴσῃ. Καὶ τὸ ἔκαμε.  Τὸν ἔσφιξε δυνατὰ εἰς τὸν λαιμὸν καὶ τὸν ἔπνιξε.

Τὸ ἴδιο κάνει, ἀδελφέ μου, καὶ ἡ ἁμαρτία. Παίζει σὰν τὸ φίδι τοῦ θηριοδαμαστοῦ. Ἀρκετὸ ἴσως καιρὸ. Ἀλλὰ μιὰ ἡμέρα δίνει ὕπουλα τὸ θανάσιμο χτύπημα. Καὶ νεκρώνει τὸν ἁμαρτωλὸν ἄνθρωπο.

Γεμάτη ἡ ζωὴ ἀπὸ τέτοια παραδείγματα.

Ἡ Ἐκκλησία, ποὺ θέλει νὰ προφυλάξῃ τὰ παιδιὰ της ἀπὸ τὸν κίνδυνον αὐτόν, μᾶς λέγει σήμερα:

Ἡ ἁμαρτία κρύβει τὸν θάνατον.

Μὴ παίζετε μαζύ της ποτέ!


Ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου

Μητροπολίτου Νικαίας

Λύχνος τοῖς ποσί μου

Λόγοι εἰς τὰ Εὐαγγέλια τῶν Κυριακῶν

(σελ.68-72)

Ἐκδόσεις Β΄

Ἀποστολική διακονία

τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος