Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Παράκληση Αγίας Φιλοθέης


 

Η άσκηση στην ουσία είναι μια κίνηση κατάδυσης στον βαθύτερο εαυτό σου

 Πολλοί αδερφοί μας μπορεί να εξομολογούνται χρόνια, να εκκλησιάζονται, να κάνουν μεγάλες νηστείες και να μελετούν εκκλησιαστικά βιβλία αλλά ενδέχεται πνευματικά να έχουν γίνει χειρότεροι.

 Γιατί άραγε; 

Πολύ απλά δεν αλλάζει μαγικά ο άνθρωπος. 

Η Θεία Χάρις εργάζεται με τον άνθρωπο. Να μην πηγαίνουμε στα Ιερά Μυστήρια παθητικά ή τυπικά, αλλά με ερωτικό πόθο και δίψα για θεραπεία. Από τον καναπέ, κανείς αθλητής δεν πήρε χρυσό μετάλλιο.


Το να βυθιστείς μέσα σου είναι απλό μεν αλλά δύσκολο, διότι δεν ξέρεις τι θα βρεις και θα φτάσεις σε σημείο να συγκρουστείς με τον ίδιο τον εαυτό. Να γκρεμίσεις κάποια πράγματα και να ανοικοδομήσεις κάποια άλλα. Θέλει κότσια, να δεις τι υπάρχει μέσα σου, να το αναγνωρίσεις και να ζητήσεις θεραπεία παραδίδοντας τον εαυτό σου στο Θεό. Μόνο ο ταπεινός μπορεί να κάνει τέτοια βουτιά. Ο υπερήφανος πάντα θα ουρλιάζει πνιγμένος σε μια κουταλιά νερό και μάλιστα κατηγορώντας το Θεό για την κατάστασή του.


Η άσκηση στην ουσία είναι μια κίνηση κατάδυσης στον βαθύτερο εαυτό σου. Όχι να δεις τι καλό υπάρχει εκεί κάτω ώστε να συγκριθείς με τους αδερφούς σου και να τους μηδενίσεις. Να διαγνώσεις τον πνευματικό καρκίνο και να τον θεραπεύσεις. Για να βγουν όμως αυτοί οι πνευματικοί όγκοι θα πάρουν μαζί τους και ένα μεγάλο κομμάτι του εαυτού σου. Θες να φύγει αυτό το κομμάτι ; Αυτό που σε διαλύει και σε σκοτώνει; Απάντησε Ναι αδερφέ και όρμα στην αγκαλιά του Χριστού.


Το να παραδοθώ στο Χριστό δεν είναι απλά μια λέξη που θα βγει από το στόμα. Είναι μια υπαρξιακή παράδοση. Συνήθως όμως δίνουμε στο Χριστό όποιο κομμάτι του εαυτού μας μας βολεύει για ικανοποιούμε μέσα μας το αίσθημα της θρησκευτικής σχέσης μαζί Του.

Το να αφεθείς στην αγκαλιά του Χριστού, είναι κάτι άλλο.

Να βλέπεις ΕΚΕΙΝΟΝ στα πάντα .

Τα θέλω σου, οι επιθυμίες σου, οι σκέψεις σου, να έχουν τη σφραγίδα ΕΚΕΙΝΟΥ.


π. Σπυρίδων Σκουτής

Είπε ο Γέροντας Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης...

 Και τώρα το Άγιο Πνεύμα θέλει να μπει στις ψυχές μας, όπως και τότε, αλλά σέβεται την ελευθερία μας, δε θέλει να την παραβιάσει.

Περιμένει να του ανοίξουμε μόνοι μας την πόρτα και τότε θα μπει στην ψυχή μας και θα την μεταμορφώσει.

Όταν έρθει και κατοικήσει σ  όλο το χώρο της ψυχής μας ο Χριστός, τότε φεύγουν όλα τα προβλήματα, όλες οι πλάνες, όλες οι στενοχώριες.


Τότε φεύγει και η αμαρτία.

Οσία Μαρία του Όλονετς

 Η Οσία Μαρία γεννήθηκε κατά τον 19ο αιώνα μ.Χ. στο χωριό Περεντίνο της επαρχίας Σταράγια του Νόβγκοροντ από ευσεβείς και φιλόθεους γονείς. Ο πατέρας της ονομαζόταν Βασίλειος Σωφρόνωφ και αξιώθηκε να αποκτήσει ακόμη τέσσερα παιδιά, δύο υιούς και δύο θυγατέρες. Από μικρή ηλικία η Μαρία διδάχθηκε το Ωρολόγιο και το Ψαλτήρι. Τα βράδια του χειμώνα καθόταν και διάβαζε τους Βίους των Αγίων, ενώ τη νύχτα σηκωνόταν κρυφά και σχεδόν αθόρυβα πήγαινε μπροστά στις ιερές εικόνες και έκανε μετάνοιες.


Τα χρόνια περνούσαν, αλλά η Μαρία δεν αποφάσιζε να κάνει τη δική της οικογένεια. Επισκεπτόταν τακτικά τα μοναστήρια και τους ασκητές που ζούσαν στα δάση πέρα από τον ποταμό Λόβατ. Κάποιος από τους άγιους εκείνους Γέροντες τη συμβούλεψε να βαδίσει προς το βορά, στη λίμνη Βέιζ, όπου ζούσε ο ερημίτης π. Ησαΐας, ο θείος της. Εκείνος θα την καθοδηγούσε στο δρόμο της σωτηρίας. Έτσι η Οσία Μαρία ξεκίνησε για το Όλονετς, για να πάρει την ευλογία του πατρός Ησαΐου. Εκεί και έμεινε, για να σκητέψει, μέσα σε μια καλύβα.


Μετά τρία χρόνια ασκήσεως και προσευχής ήλθαν νέοι πειρασμοί. Η Οσία αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την καλύβα της και να περιπλανιέται στα δάση και στην έρημο. Έτσι έφθασε μετά από πολλές ταλαιπωρίες για προσκύνημα στη Σταυρούπολη του Καυκάσου, αναζητώντας ένα ησυχαστικό καταφύγιο σε μια χαράδρα.


Μετά από πολύ άσκηση και προσευχή έφθασε ο καιρός να παραδώσει την αγία της ψυχή στον Κύριο, που τόσο αγάπησε. Η ψυχή της χωρίσθηκε από το σώμα της Αγίας το έτος 1860 μ.Χ.

Όσιος Κόνων

 Ο Ο Όσιος Κόνων έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Ιουστινιανού Α' (527 - 565 μ.Χ.) και καταγόταν από την Κιλικία της Μικράς Ασίας. Σε νεαρή ηλικία έγινε μοναχός στη μονή του Πενθουκλά, η οποία βρισκόταν κοντά στον Ιορδάνη ποταμό. Όταν ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Πέτρος (524 - 552 μ.Χ.) πληροφορήθηκε την θερμή ευσέβεια και την αρετή του Οσίου Κόνωνος, του ανέθεσε τη διακονία να βαπτίζει στον Ιορδάνη ποταμό όσους έρχονταν να δεχθούν εκεί το Άγιο Βάπτισμα. Όταν όμως επρόκειτο να βαπτίσει γυναίκα, σαν άνθρωπος σκανδαλιζόταν και σκεφτόταν να αναχωρήσει από το Κοινόβιο. Αλλά του παρουσιάστηκε ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, που του έλεγε: «Κάνε υπομονή γέροντα και εγώ θα σε ελαφρύνω από τον πόλεμο».


Κάποια μέρα όμως, ήλθε να βαπτισθεί μια πανέμορφη Περσίδα και ο Όσιος δεν μπόρεσε να τη βαπτίσει και να τη χρίσει γυμνή. Και η κόρη έμεινε αβάπτιστη. Ο Αρχιεπίσκοπος όταν το έμαθε στενοχωρήθηκε πολύ. Ο δε Κόνων πήρε το δρόμο της αναχώρησης. Αλλά του παρουσιάσθηκε και πάλι ο Τίμιος Πρόδρομος και του επανέλαβε τα βοηθητικά εκείνα λόγια. Τότε ο Κόνων του είπε ότι δεν ξαναεπιστρέφει, διότι ενώ του υποσχέθηκε ότι θα τον βοηθήσει δεν το έκανε. Ο δε Τίμιος Πρόδρομος, αφού τον σφράγισε με το σημείο του Σταυρού, του είπε να επιστρέψει και να μη αμφιβάλει πλέον. Οπότε ο Γέρων επανήλθε στο κοινόβιο και την επομένη έχρισε και βάπτισε τη νεαρή Περσίδα, χωρίς καθόλου να στοχασθεί, ότι ήταν γυναίκα.


Έζησε δε μετά από αυτά ο Όσιος άλλα 20 χρόνια και έφτασε στο μεγαλύτερο βαθμό της απάθειας, και ειρηνικά απεβίωσε σε βαθύ γήρας.

Όσιοι Ευγένιος και Μακάριος οι Ομολογητές

 Οι Όσιοι Πατέρες Ευγένιος και Μακάριος συνελήφθησαν επί αυτοκράτορα Ιουλιανού του Παραβάτου (361 - 363 μ.Χ.), ενώπιον του οποίου διεκήρυξαν με πνευματική ανδρεία ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο αληθινός Θεός και έλεγξαν τον ειδωλολάτρη αυτοκράτορα για τις δοξασίες του.


Αμέσως ο Ιουλιανός έδωσε εντολή να τους βασανίσουν. Αφού τους κρέμασαν, τους έβαλαν πάνω σε πυρακτωμένη σχάρα. Όμως οι Άγιοι με τη Χάρη του Θεού διαφυλάχθηκαν σώοι και αβλαβείς. Ύστερα από αυτό ο Ιουλιανός τους εξόρισε στην Μαυριτανία.


Εκεί έφθασαν σε ένα τόπο, όπου ασκήτευαν και ζούσαν με προσευχή και νηστεία. Οι κάτοικοι όμως της περιοχής τους συνέστησαν να φύγουν από εκεί, διότι στον τόπο εκείνο υπήρχε ένας δράκοντας. Οι Όσιοι δεν φοβήθηκαν, αλλά προσευχήθηκαν με θέρμη στον Θεό και αμέσως το θαύμα έγινε. Κεραυνός από τον ουρανό έπεσε και κατέκαψε τον δράκοντα.


Μετά από αυτό το γεγονός, οι Όσιοι μπήκαν στην σπηλιά που κατοικούσε ο δράκοντας και άρχισαν να προσεύχονται χωρίς να φάνε ή να πιουν τίποτα. Την τριακοστή μέρα, άκουσαν μια φωνή από τον ουρανό που τους πρόσταζε να πάνε σε μια πέτρα που υπήρχε εκεί κοντά. Όταν πήγαν οι Όσιοι, είδαν από την πέτρα να βγαίνει δυνατό φως και αμέσως, από θαύμα, σχίστηκε η πέτρα στα δυο και βγήκε απ' αυτήν άφθονο νερό. Αφού οι Όσιοι ήπιαν και ξεδίψασαν προσευχήθηκαν για άλλες οκτώ ημέρες και κοιμήθηκαν με ειρήνη παραδίδοντάς τις άγιες ψυχές τους στον Κύριο.

Όσιος Ραβουλάς

 Ο Όσιος Ραβουλάς γεννήθηκε στα Σαμόσατα της Συρίας και έζησε επί των αυτοκρατόρων Ζήνωνος του Ισαύρου (474 - 475, 476 - 491 μ.Χ.), Αναστασίου Α' (491 - 518 μ.Χ.) και Ιουστινιανού Α' (527 - 565 μ.Χ.). Εκπαιδεύτηκε από τον διδάσκαλο Βαρυψαβά και εκτός από την άλλη παιδεία και μόρφωση ο Όσιος έμαθε και την συριακή γλώσσα.


Στη συνέχεια έγινε μοναχός και απομονώθηκε στα όρη και τα σπήλαια, για να επιδοθεί στην προσευχή και την άσκηση και ζούσε όπως ο Ιωάννης ο Βαπτιστής και ο Προφήτης Ηλίας. Ακολούθως ήλθε στη Φοινίκη, όπου ίδρυσε κοινόβιο και αργότερα με την συνδρομή του αυτοκράτορα Ζήνωνος και του Επισκόπου Βηρυττού Ιωάννου έκτισε μονή, η οποία αναδείχθηκε, σε ιεραποστολικό κέντρο για τη διάδοση του λόγου του Θεού στους ειδωλολάτρες.


Όταν πέθανε ο αυτοκράτορας Ζήνων, διάδοχός του έγινε ο Αναστάσιος ο Δίκορος. Ο Όσιος Ραβουλάς με την βοήθεια του νέου βασιλέως έκτισε στην Κωνσταντινούπολη νέα μονή, που προσαγορεύεται μονή του Ραβουλά.


Όταν ο Όσιος υπερέβη τα ογδόντα του χρόνια, στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Ιουστινιανού, τελείωσε το βίο του με ειρήνη ψιθυρίζοντας τον λόγο του Κυρίου: «Δεῦτε πρὸς μὲ πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς».