Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026

O Αγιος Άνθρωπος πατήρ Χρύσανθος της Σπιναλόγκας

 Του θεραπευτή Αγίου Παντελεήμονα σήμερα και θέλω να σας πω για έναν Άγιο Άνθρωπο (κάθε χρόνο τέτοια μέρα) έτσι σαν κεράκι στη θύμηση του.

Μέρος της " κουβέντας"που έκανε ο Νίκος ο Στρατάκης το 1967 στη μόνη Τοπλου με τον πατέρα Χρύσανθο (κατα κόσμο Ματθαίο Κατσουλογιαννακη) και έναν πρώην χανσενικο ασθενή(δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Κρητικές εικόνες" το 1984).


  "Ήμουνα λεπρός.Έζησα στη Σπιναλόγκα πολλά χρόνια.Η κατάστασή μας ήταν φρικτή.Η αρρώστια παραμόρφωνε τα πρόσωπά μας, έτρωγε τα άκρα μας.

Πολλοί λεπροί ήταν χωρίς φρύδια, χωρίς μάτια, χωρίς μύτη, χωρίς χείλη, χωρίς δάκτυλα χεριών και ποδιών.

Πολλών το σώμα σκεπαζόταν από μια φρικτή κρούστα.

Οι πληγές ξερνούσαν πολλές φορές ακαθαρσίες και έτσι κολλούσε το σώμα με τα ρούχα.Και είχαν οι πληγές μια τρομερή βρώμα από πύο!

Η ιατρική περίθαλψη ήταν ασήμαντη. Υπήρχε στο νησί ένας γιατρός και ήμαστε οι άρρωστοι περίπου εξακόσιοι!

Και δεν έφταναν αυτά.Ζούσαμε οι περισσότεροι σε σπίτια μικρά, υγρά και ανήλια.

Ο φόβος της μόλυνσης έκανε όλους τους υγιείς ανθρώπους να μην τολμούν να μας πλησιάσουν.Ήταν τούτο κάτι ανώτερο από τις δυνάμεις τους.Δεν μπορούσε η ψυχή να νικήσει τη σάρκα.


  Ο γιατρός, οι νοσοκόμες, οι άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι και οι γυναίκες, που έπλυναν τα ρούχα μας, άφηναν το νησί της φρίκης λίγο πριν τη δύση του ηλίου και πήγαιναν με βενζινάκατο στην Πλάκα, που ήταν δυτικά και απέναντι της Σπιναλόγκας.

Φεύγοντας έκλειναν την πελώρια πύλη του βενετσιάνικου τείχους, που χώριζε την αποβάθρα από το χωριό μας.

Και μέναμε οι λεπροί ολομόναχοι.Συντροφιά με τη μοίρα μας!

Η απομάκρυνσή τους βέβαια από το νησί ήταν δικαιολογημένη.

Έπρεπε να ζήσουν μερικές ώρες μακριά από το «νησί των ζωντανών νεκρών», όπως αποκαλούσαν τη Σπιναλόγκα τότε δημοσιογράφοι των αθηναϊκών εφημερίδων.



  Τις δύσκολες ώρες όλοι μας, όταν δεν μπορούμε να σταθούμε όρθιοι με τα μάτια καρφωμένα στο συνάνθρωπό μας, γονατιστοί στρέφομε τα μάτια μας προς τα άνω.

Και εμείς, βρισκόμενοι στη Σπιναλόγκα, στο Γολγοθά του ανθρώπινου πόνου, πηγαίναμε στην εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα και στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και προσευχόμαστε σιωπηλά.Νιώθαμε όλοι την ανάγκη ενός ιερέα.

Εκείνος μόνο θα μπορούσε να μας παρηγορήσει με το λόγο του Θεού, να μας συμπαρασταθεί πνευματικά.

Όμως ιερέας ερχόταν στο νησί μας από την Ελούντα μόνο δύο φορές το μήνα.

Ερχόταν Σαββατόβραδο, έκανε τον εσπερινό και έφευγε.

Ερχόταν πάλι την επόμενη μέρα, τελούσε τη Θεία Λειτουργία και έφευγε.

Ερχόταν και άλλες φορές.

Τότε όμως ερχόταν από αναπότρεπτη ανάγκη, για να κηδέψει τους νεκρούς μας!


Εδώ σταμάτησε την αφήγησή του.

Κοίταξε το δάπεδο, προσπαθώντας να συγκεντρώσει τις αναμνήσεις του.

Έπειτα συνέχισε την αφήγησή του:


  Κάποια μέρα καθόμαστε μερικοί άντρες στην αυλή του καφενείου μας, που ήταν κοντά στην πύλη.

Τότε πιο πέρα φάνηκε ένας ιερέας. Καταλάβαμε όλοι μας ότι ήρθε στο νησί, για να λειτουργήσει.

Μόλις μας είδε ήρθε κοντά μας.Μας καλημέρισε με εγκαρδιότητα.Όλοι μας όρθιοι και με ελαφρά υπόκλιση τον καλωσορίσαμε.Κανένας μας όμως δεν έτεινε το χέρι του, για να τον χαιρετήσει.Ο λεπρός δεν πρέπει να χαιρετά με χειραψία.

Κι αυτό, για να μη μεταδώσει την καταραμένη του αρρώστια.

Τότε εκείνος μας χαιρέτησε όλους με χειραψία!

Μας είπε απλά ότι θα μείνει κοντά μας, για να μας βοηθάει στην εκπλήρωση των χριστιανικών μας καθηκόντων.Η συγκίνησή μας ήταν μεγάλη.



  Την άλλη μέρα πήγαμε στην εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα.

Παρακολουθήσαμε όλοι, άντρες, γυναίκες και παιδιά, με κατάνυξη τη Θεία Λειτουργία, που τελούσε με δωρική απλότητα και απροσμέτρητη ευσέβεια.

Την Κυριακή αυτή δεν μεταλάβαμε.

Δεν είχαμε ενημερωθεί έγκαιρα για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας και δεν είχαμε νηστέψει.

Στο τέλος της Λειτουργίας πήραμε από το χέρι του αντίδωρο.

Και παίρνοντας το αντίδωρο του φιλούσαμε όλοι το χέρι!Ήταν κάτι που το επιδίωξε ο ίδιος.Καθώς έδινε το αντίδωρο, πλησίαζε το χέρι του στο στόμα μας.

Όλων μας τα μάτια βούρκωσαν από συγκίνηση.

Πριν έρθει εκείνος, το αντίδωρο το παίρναμε από ένα καλαμόπλεχτο πανέρι που τοποθετούσε ο νεωκόρος στο παγκάρι.


Ο πατέρας Χρύσανθος, που τον διέκρινε ταπεινοσύνη, θέλησε να τον διακόψει:

«Σε παρακαλώ...».


Εκείνος όμως συνέχισε την αφήγησή του.


Την επόμενη Κυριακή πήγαμε σχεδόν όλοι στην εκκλησία.

Η εκκλησία ήταν κατάμεστη, το ίδιο και το προαύλιό της.Τη μέρα αυτή μεταλάβαμε όλοι.

Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας είδαμε τον ιερέα μας να καταλύει ο,τι είχε απομείνει στο Άγιο Ποτήριο από τη μετάληψή μας!

Ανοίξαμε όλοι τα ματιά μας από έκπληξη. Νομίζαμε ότι ονειρευόμαστε.

Χοντρά και καυτά δάκρυα ανάβρυσαν από τα μάτια μας.

Ο προηγούμενος ιερέας ο,τι απέμενε από τη μετάληψή μας -ασφαλώς κατά θεία οικονομία- το έχυνε στο χωνευτήρι.


Ο ιερομόναχος Χρύσανθος έμενε κοντά μας νύκτα και μέρα.

Και έμεινε κοντά μας δέκα χρόνια!

Τα χρόνια αυτά εκδήλωσε σε όλους μας όχι μόνο την αγάπη της γλυκύτητας, αλλά και την αγάπη της ευποιίας.

Μας επισκεπτόταν στα σπίτια μας.Μας καθοδηγούσε όλους.Ενίσχυε με τα λίγα χρήματα που είχε τους φτωχούς.

Και έκανε τούτο τηρώντας το «μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου»

(Ματθ. ΣΤ´, 3).

Ευγνωμονώ, όπως και όλοι οι άρρωστοι της Σπιναλόγκας, τον πατέρα Χρύσανθο για...


Δεν ολοκλήρωσε όμως τη φράση του. Ξέσπασε σ᾽ ένα βουβό κλάμα.

-Όταν διάβαζα δημοσιεύματα για τους λεπρούς της Σπιναλόγκας, ένιωθα βαθιά συγκίνηση.

Όμως η σε κρητική διάλεκτο αφήγησή του, που έχει δωρική βαρύτητα, η περισσότερο ψυχολογική παρά λογική σύνταξή της, οι εκφράσεις του προσώπου του και οι κινήσεις των χεριών του, με τις οποίες τόνιζε τα λόγια του, οι ουλές του προσώπου του και τα φαγωμένα άκρα των δακτύλων του, φοβερά σημάδια που άφησε η λέπρα, και το βουβό κλάμα του μου προξένησαν στα σπλάχνα χαλασμό.


Ο πατήρ Χρύσανθος έχοντας το βλέμμα του καρφωμένο στο δάπεδο, είπε με ένα εσωτερικό μεγαλείο, που μόνο οι πραγματικά μεγάλοι κρύβουν στην καρδιά τους:

Πιστεύω ότι δεν είναι τόσο σπουδαίο αυτό που έκαμα.

Αυτό θα έκανε κάθε λειτουργός του Υψίστου, κάθε χριστιανός.

Βοήθησα, όσο μπορούσα, συνανθρώπους μας να σηκώσουν το σταυρό στον Γολγοθά τους.

Έπειτα η αρρώστια δε μεταδίδεται με τη Θεία Κοινωνία, με το σώμα και το αίμα του Χριστού.


Πέρασαν λίγες στιγμές σιωπής.

Έπειτα ρώτησα τον πατέρα Χρύσανθο πότε έφυγε από τη Σπιναλόγκα.

Εκείνος απάντησε:

-Η ανακάλυψη και χρήση των αντιλεπρικών φαρμάκων έδωσαν τέλος στο δράμα των χανσενικών της Σπιναλόγκας.Πολλοί θεραπευμένοι πήγαν στα σπίτια τους. Αυτοί που είχαν βαριές βλάβες μεταφέρθηκαν στο Νοσοκομείο Λοιμωδών Νόσων της Αθήνας.

Το Λεπροκομείο της Σπιναλόγκας έκλεισε. Ήταν Ιούλιος του 1957.

Όλοι, γιατροί, νοσοκόμοι, δημόσιοι υπάλληλοι, εγκατέλειψαν το νησί.

Έπρεπε να το εγκαταλείψω και εγώ.Όμως δεν το εγκατέλειψα.

Έμεινα εκεί ολομόναχος δύο ολόκληρα χρόνια.

Τρόφιμα έπαιρνα από την αποθήκη, που υπήρχε στο νησί για τους λεπρούς.

Είχα λίγα κηπευτικά.Τα καλλιεργούσα ο ίδιος σε ένα μικρό κήπο.

Στο νησί έβρισκα και λίγα άγρια χόρτα.

Οι ψαράδες μου έφερναν πολλές φορές ψωμί, λάδι και ψάρια.

Κάποτε όμως τα τρόφιμα της αποθήκης τέλειωσαν.

Και το πιο σπουδαίο, η υγεία μου κλονίστηκε. Τότε εγκατέλειψα το νησί λυπημένος.Ο επίσκοπός μου με τοποθέτησε στη Μονή τούτη(Τοπλου).


Ο Ιερομόναχος Χρύσανθος σταμάτησε την αφήγησή του.

Όμως εγώ, γεμάτος απορία, τον ρώτησα: «Γιατί έμεινες μόνος στο νησί;».

Εκείνος απάντησε:

Λόγοι σοβαροί επέβαλαν την παραμονή μου στο νησί.

Έπρεπε να λειτουργώ στην εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα και στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.

Έπρεπε να περιποιούμαι τους τάφους των χανσενικών.

Έπρεπε ακόμα, βρισκόμενος μπροστά στους τάφους τους, να ψέλνω τρισάγιο για την ανάπαυση των ψυχών τους."



Ο χανσενικος ασθενής λεγόταν και μεσκινης από το τουρκικό miskin (βρωμερός, φτωχός, άθλιος).


O Αγιος Άνθρωπος πατήρ Χρύσανθος γεννήθηκε στα Έξω Μουλιανα Σητείας το 1893 και εξεδημησε το 1972,οπου και ετάφη στη μόνη Τοπλου.


Του Αγίου Παντελεήμονα σήμερα...Και θαρρώ πως τόση ώρα, μιλάγαμε για έναν...

Του Βασίλη Λαμπόγλου

Ο ΓΈΡΟΝΤΑΣ ΔΑΝΙΉΛ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΏΤΗΣ ΜΙΛΆ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΕΓΆΛΟ ΑΣΚΗΤΉ ΣΤΟ ΦΡΙΚΑΛΈΟ ΚΑΡΟΎΛΙ

 ου τα βρήκες αυτά;» τον ρώτησαν.

«Μου τα... πούλησε ο πατήρ Φιλάρετος, εις τα Καρούλια!»

Είπε ψέματα για να δικαιολογηθεί και συνέχισε τη φρικτή συκοφαντία του:

«Αυτός είναι αρχαιοκάπηλος! Πουλάει παλαιά βιβλία!»

Οι αστυνομικοί ήλθαν εδώ στην έρημο κι έκαναν ανακρίσεις. Στη συνέχεια, έχοντας πεισθεί από τον πανούργο αυτόν άνθρωπο, μήνυσαν τον άγιον ασκητή! Κάποια μέρα έφθασαν σ’ εμάς οι κλήσεις, γιατί απ’ εδώ περνούν τα πάντα. Οι ασκηταί δεν γνωρίζουν από αυτά, αλλά και γενικότερα δεν ασχολούνται με βιοτικά πράγματα. Με τις κλήσεις εκαλείτο λοιπόν να δικασθεί! Τον ενημερώσαμε σχετικά κι εκείνος μας είπε: «Εγώ δεν γνωρίζω που να πάω. Σας παρακαλώ σεις να με οδηγήσετε». Ε, εμείς κάναμε ο,τι έπρεπε, του δώσαμε μερικά ρουχαλάκια -γιατί τα μοναδικά δικά του ήσαν ξεσχισμένα από την τραχιάν ασκητική ζωή- και είπαμε σ’ έναν γνωστό μας δικηγόρο να πάει να τον βοηθήσει. Του δώσαμε και λίγα χρήματα για να πάει στη Θεσσαλονίκη να δικασθεί. Ποιός; Εκείνος τον οποίον ούτε ο Θεός, νομίζουμε ταπεινά, δεν θα δικάσει «εν εκείνη τη ημέρα». Ένας ουράνιος άνθρωπος, ο οποίος ευωδίαζε άρωμα ασκήσεως! Παρά ταύτα ο άγιος ασκητής μας είπε: «Εγώ θα κάνω υπακοή στην Πολιτεία και θα πάω, όπως μου λένε, να δικασθώ». Έφυγε για τη Θεσσαλονίκη αυτός που είχε να βγει από το Άγιον Όρος πενήντα οκτώ ολόκληρα χρόνια! Πενήντα οκτώ χρόνια ασκητής εδώ, στο Καρούλι, τρώγοντας μόνο λίγα χορταράκια και πίνοντας το νεράκι του Θεού! Ο ευλογημένος αυτός άνθρωπος, ο οποίος είχε φθάσει σε πολύ μεγάλα μέτρα αρετής, πήγε και κάθισε στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Πως γίνονται εκεί ούτε που ξέρω. Δεν πήγα ποτέ σ’ αυτές τις πόρτες... Απλώς θυμάμαι, όπως μας τα έλεγε ο ευλογημένος αυτός Γέροντας. Τον φώναξε λοιπόν ο πρόεδρος του δικαστηρίου:

«Ο μοναχός Φιλάρετος;»

«Εγώ είμαι ο ελεεινός» απήντησε ταπεινά σκύβοντας το κεφάλι.

«Γιατί πούλησες τα βιβλία αυτά;»

«Δεν τα πούλησα, αδελφέ! Να, πέρασε ο αδελφός και τα πήρε να τα διαβάσει και ασφαλώς θα τα γύριζε. Εγώ αυτό πίστευα...»

«Πρέπει να ορκισθείς, πάτερ, για να είσαι πιστευτός. Αυτή είναι η τάξη του δικαστηρίου».

«Α, δεν ορκίζομαι γιατί στο άγιον Ευαγγέλιο λέει “μη ομώσαι όλως”!»

«Μα πρέπει, πάτερ, να ορκισθείς».

«Πως ορκίζονται;»

«Βάζοντας την παλάμη πάνω στο Ευαγγέλιο».

Ο π. Φιλάρετος τότε... έβαλε τρεις στρωτές μετάνοιες μπροστά στο ιερό Ευαγγέλιο και το ασπάσθηκε μ’ ευλάβεια, λέγοντάς τους:

«Αρκείσθε σ’ αυτό;»

«Όχι, πάτερ, πρέπει να βάλεις το χέρι σου στο Ευαγγέλιο και να πεις “ορκίζομαι...” κ.λπ.».

«Δεν μπορώ να ορκισθώ».

«Μα, αν δεν ορκισθείς, θα πας εννέα μήνες φυλακή...»

«Να πάω φυλακή χίλιες φορές! Εγώ αναμένω την αιωνία καταδίκη από τον Θεό για τις αμαρτίες μου και θα σκεφθώ τη φυλάκιση των εννέα μηνών;»

Παρών ήτο και ο ψευδοδιάκονος -φουσκώνοντας και ξεφουσκώνοντας από μεγαλοπρέπεια και ύφος- ατσαλάκωτος μέσα στα γυαλιστερά ράσα του. Είχε βάλει έναν δικηγόρο, ο οποίος είπε ένα σωρό ψεύδη. Μεταξύ άλλων ο δικηγόρος είπε:

«Πως είναι δυνατόν, κύριοι δικασταί, να κλέψει ο εκλεκτός αυτός κληρικός τα βιβλία αυτού του ρακενδύτου; Είναι δυνατόν; Μήπως τα είχε ανάγκη; Αν είναι δυνατόν...»

Εν τέλει, με αυτές τις ψευδομαρτυρίες και τη διαστρέβλωση της αληθείας, δικαιώθηκε ο απαστράπων κλέπτης και καταδικάσθηκε ο ενάρετος ασκητής, ο οποίος παρουσιάσθηκε με φτωχικά ράσα, χωρίς την τέχνη του ψεύδους και, φυσικά, δίχως να ορκισθεί. Βγήκε λοιπόν η καταδικαστική απόφαση και τον πήρε ο αστυνομικός να τον οδηγήσει στη φυλακή! Οι ιθύνοντες δεν συγκινήθηκαν και συγκινήθηκε το ακροατήριον. Έκαναν πρόχειρον έρανο μεταξύ τους και μάζεψαν το ποσό που χρειαζόταν για ν’ απαλλαγεί ο ασκητής από τη φυλάκιση. Με απλότητα τους ευχαρίστησε κι έφυγε χαρούμενος, επιστρέφοντας εδώ στα Καρούλια, χώρο της μακροχρονίου ασκήσεώς του. Ευχαριστούσε κι εμάς που τον βοηθήσαμε με τις πενιχρές δυνάμεις μας: «Ευχαριστώ, πατέρες», μας έλεγε, «εύχεσθε να λυτρωθώ και από την αιωνία φυλακή!» Μεταξύ άλλων ήταν ενθουσιασμένος με τον δικηγόρο που είχαμε στείλει για να τον υπερασπισθεί. Ο αγαθός ασκητής, κάνοντας πάντα καλούς λογισμούς, τα έβλεπε όλα υπέροχα κι έλεγε και ξανάλεγε εντυπωσιασμένος:

«Αυτός ο δικηγόρος έχει πνεύμα Θεού! Όπως ακριβώς έγιναν τα πράγματα, έτσι τα έλεγε».

«Γέροντα», του είπα, «η τέχνη του είναι αυτή...»

«Όχι, ευλόγησον, πνεύμα Θεού είναι» επέμενε ο Γέρων!

Τον ρώτησα:

«Γέροντα, πως είδες τον κόσμο ύστερ’ από πενήντα οκτώ χρόνια που είχες να βγεις από το Άγιον Όρος»;

Ο καλός άνθρωπος που τα βλέπει όλα καλά έχει, όπως είπαμε, μόνον αγαθούς λογισμούς. Είπε λοιπόν ο Γέρων Φιλάρετος:

«Τι να σας πω, πατέρες, όλοι οι άνθρωποι έξω είναι πολύ καλοί. Όλοι τρέχουν πέρα δώθε για τη σωτηρία τους, εκτός από μένα τον ράθυμο και αμαρτωλό που κάθομαι σ’ αυτά εδώ τα βράχια και δεν εργάζομαι όπως πρέπει, όπως είναι το θέλημα του Θεού!»

Αυτά είπε και μπήκε στο ασκητήριό του, δοξάζοντας τον Θεό που στα τέλη της ζωής του του έδωσε αυτή τη δοκιμασία για τη σωτηρία της ψυχής του, όπως έλεγε συνεχώς.

Όταν έφθασε σε βαθύ γήρας, μας εκάλεσε μίαν ημέρα στο ασκηταριό του. Πήγαμε με τον π. Ακάκιο. Με χαρά μας είπε:

«Καλώς τα παιδιά μου! Καλά κάνατε που ήλθατε, διότι άλλη φορά δεν θα σας δω! Εγώ απόψε θα φύγω... Θέλω όμως, πριν συμβεί αυτό, να με αναπαύσετε».

«Τι θέλεις, Γέροντα;»

«Να μου ψάλετε! Πείτε κάτι να ευφρανθεί η ψυχή μου.

Ψάλαμε διάφορα κι ο Γέροντας έκλαιγε από χαρά και σταυροκοπιόταν κατανενυγμένος. Μόλις τελειώσαμε, μας είπε:

«Τώρα, κάτι τελευταίο: Θέλω να μου ψάλετε τον “εθνικό ύμνο” της Παναγίας, το «Άξιον εστίν»! Αυτό όμως θα το ψάλουμε όρθιοι, όπως ψέλνουμε και τον εθνικό ύμνο της πατρίδος μας!»

Σηκώθηκε με κόπο. Ητο σκελετωμένος. Το δέρμα του σχεδόν διάφανο. Αφού συμψάλαμε, με δάκρυα χαράς και συγκινήσεως μας αγκάλιασε, μας ασπάσθηκε και μας είπε:

«Παιδιά μου, άλλη φορά εδώ δεν σας βλέπω! Συγχωρήσατε με, συγχωρήσατε με!»


Δακρύσαμε όλοι. Εκείνος με κόπο μας προέπεμψε. Φύγαμε κατασυγκινημένοι. Το πρωί μας ειδοποίησαν ότι εκοιμήθη! Όπως ακριβώς το είχε πει... Ανοίξαμε στα βράχια μια λακκουβίτσα και τον θάψαμε, αφού τον κηδεύσαμε όπως του άξιζε... Έσβησε -ανθρωπίνως το λέγω- στον αθωνικό ουρανό το αστέρι αυτό του αγιορειτικού μοναχισμού. Άφησε όμως μίαν αείφωτη τροχιά αγωνιστικότητος και ασκήσεως αυστηρής. Αιωνία του η μνήμη. Την πολύτιμη ευχή του να έχουμε.


Μερικές φορές ο πανάγαθος Θεός παραχωρεί και στο τέλος της ζωής μια δοκιμασία, για να γίνει ο άνθρωπος καλύτερος και να ωφεληθούν και άλλοι. Έτσι και ο π. Φιλάρετος υπέμεινε αγόγγυστα και βραβεύθηκε από τον Κύριο. Είδατε, κ. Μελινέ, πως ο διάβολος πήγε να ταλαιπωρήσει τον άνθρωπο της ασκήσεως και της αρετής, αλλ’ ο πανάγαθος Θεός τον σκέπασε με τη χάρη Του και, αντί να πάθει βλάβη η ψυχή του, δέθηκε ακόμη περισσότερο με τον Θεό; Περισσότερο αγάπησε τον Θεό και με μεγαλύτερη ζέση Τον εδόξαζε.


Μανώλης Μελινός

Θεολόγος συγγραφέας,


διευθυντής Βιβλιοθήκης της Ι. Συνόδου

Άγιος Ιωάννης ο στρατιώτης

 Ο Άγιος Ιωάννης έζησε στα χρόνια του Ιουλιανού του Παραβάτη (361) και ήταν στρατιώτης «εις τα νούμερα των καλουμένων Ταϊφάλων». Αυτός λοιπόν, είχε σταλεί μαζί με άλλους στρατιώτες να καταδιώξει χριστιανούς. Φαινομενικά τους καταδίωκε, ενώ στα κρυφά τους βοηθούσε να διαφύγουν, να αντέχουν τα βασανιστήρια, να έχουν τα στοιχειώδη για την αντιμετώπιση των ασθενειών τους και άλλα. Έτσι θεάρεστα αφού πέρασε τη ζωή του ο Ιωάννης, αναπαύθηκε ειρηνικά και τάφηκε στον Πανδέκτη, τόπο που και οι ξένοι ενταφιάζονταν. Η δε σύναξη του γινόταν στον πρώτο αποστολικό ναό του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου.

Άγιοι Πατέρας, Μητέρα και τα δύο Παιδιά τους

 Οι Άγιοι Πατέρας, Μητέρα και τα δύο τους Παιδιά μαρτύρησαν δια πυρός.

Άγιος Κωνσταντίνος, Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης

 Πρόκειται για τον Πατριάρχη Κωνσταντίνο τον Α', που διαδέχτηκε τον Ιωάννη τον Ε' το έτος 674. Είχε κάνει προηγούμενα διάκονος και σκευοφύλακας. Πατριάρχευσε δύο χρόνια και τρεις μήνες. Δεν έχουμε πολλά βιογραφικά του στοιχεία. Βέβαιο είναι όμως, ότι διακρινόταν για το αυστηρά Ορθόδοξο φρόνημα του, τον ζήλο για την υπεράσπιση της Εκκλησίας κατά των κακοδόξων, των μονοθελητών, επίσης για τον άφιλοχρήματο και φιλόπτωχο χαρακτήρα του.


Ο Σ. Ευστρατιάδης όμως, έχει άλλη άποψη περί του Αγίου αυτού και εικάζει ότι πρόκειται περί του Αγίου Κωνσταντίνου Γ' του Λειχούδη, γράφοντας περί αυτού τα έξης: «Ο Νικόδημος και κατ' αυτόν και ο Γεδεών αποδέχονται ότι ούτος είναι ο Κωνσταντίνος Α' ο πατριαρχεύσας από του 674-676 ο από διακόνου και σκευοφύλακος της μεγάλης εκκλησίας εις τον πατριαρχικόν θρόνον αναβάς εις διαδοχήν Ιωάννου του Ε'. Αλλά εν τω Συναξαριστή Delehaye "μνήμη Κωνσταντίνου του νέου πατριάρχου Κωνσταντιπόλεως"· γίνεται λοιπόν διάκρισις μεταξύ παλαιοτέρου ομωνύμου πατριάρχου και νεωτέρου και ως τοιούτον θα δεχθώμεν Κωνσταντίνον τον Γ' (ο Β' ην εικονομάχος) τον Λειχούδην, Ιερατεύσαντα από του 1059-1063, τον άλλοτε πρωτοβεστιάριον και πρόεδρον της συγκλήτου, και είτα εύνούχον και μοναχόν, τον διαδεχθέντα Μιχαήλ τον Κηρουλλάριον. Υπήρξεν ενάρετος και Ιδρυτής μονής της Θεοτόκου εν Κωνσταντινοπόλει, ως μαρτυρεί ο Ψελλός εν τω προς τον πατριάρχην επιταφίω αυτού λόγω (ιδ. Σάθα, Μεσαίων. Βιβλ. Δ', σ. 445} και επομένως δικαιολογείται η μετά των οσίων κατάταξις αυτού».



Άγιος Βασιλίσκος ο γέρων

 Ο Άγιος Βασιλίσκος ο γέρων μαρτύρησε δια ξίφους.


Άγιος Μάμας

 Ο Άγιος Μάμας μαρτύρησε δια πνιγμού, αφού τον έριξαν μέσα στη θάλασσα.