Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026

Εὐαγγέλιον Κυριακής

 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Η´ 34 - 38



34 Καὶ προσκαλεσάμενος τὸν ὄχλον σὺν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ εἶπεν αὐτοῖς· Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι. 35 ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ’ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν. 36 τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; 37 ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ; 38 ὃς γὰρ ἐὰν ἐπαισχυνθῇ με καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτὸν ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων τῶν ἁγίων.


ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Θ´ 1 - 1



1 Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἰσί τινες ὧδε τῶν ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει.



Ερμηνευτική απόδοση


Καὶ ἀφοῦ προσεκάλεσε τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ μαζὶ μὲ τοὺς μαθητάς του, εἶπεν εἰς αὐτούς· Ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ γίνῃ ὀπαδός μου καὶ νὰ μὲ ἀκολουθῇ ὡς μαθητής μου, ἂς διακόψῃ κάθε φιλίαν καὶ σχέσιν πρὸς τὸν διεφθαρμένον ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας ἑαυτόν του καὶ ἀς λάβῃ τὴν σταθερὰν ἀπόφασιν νὰ ὑποστῇ δ’ ἐμὲ ὄχι μόνον πᾶσαν θλῖψιν καὶ δοκιμασίαν, ἀλλὰ καὶ θάνατον σταυρικὸν ἀκόμη, καὶ τότε ἂς μὲ ἀκολουθῇ μιμούμενος τὸ παράδειγμά μου. 35 Μὴ διστάσῃ δὲ κανεὶς νὰ κάμῃ τὰς θυσίας αὐτάς. Διότι, ὅποιος θέλει νὰ σώσῃ τὴν ζωήν του, θὰ χάσῃ τὴν πνευματικὴν καὶ μακαρίαν καὶ αἰωνίαν ζωήν. Ὅποιος ὅμως χάσῃ καὶ θυσιάσῃ τὴν ζωήν του διὰ τὴν ὁμολογίαν καὶ ὑπακοήν του εἰς ἐμὲ καὶ τὸ εὐαγγέλιόν μου, αὐτὸς θὰ σώσῃ τὴν ψυχήν του ἐν τῷ μέλλοντι βίῳ, ὅπου θὰ κερδήσῃ τὴν αἰωνίαν μακαριότητα. 36 Ἐκείνη δὲ ἡ σωτηρία εἶναι τὸ πᾶν. Διότι τί θὰ ὠφελήσῃ τὸν ἄνθρωπον, ἐὰν κερδήσῃ ὅλον αὐτὸν τὸν ὑλικὸν κόσμον, καὶ εἰς τὸ τέλος χάσῃ τὴν ψυχήν του, ἡ ὁποία ὡς πνευματικὴ καὶ αἰώνια δὲν συγκρίνεται μὲ κανὲν ἀπὸ τὰ ὑλικὰ τοῦ φθαρτοῦ κόσμου ἀγαθά; 37 Ἢ ἐὰν ἕνας ἄνθρωπος χάσῃ τὴν ψυχήν του, τί θὰ δώσῃ ὡς ἀντάλλαγμα, μὲ τὸ ὁποῖον θὰ ἑξαγοράσῃ αὐτὴν ἀπὸ τὴν αἰωνίαν ἀπώλειαν; 38 Ὁρισμένως δὲ θὰ χάσῃ τὴν ψυχήν του ἐκεῖνος, ποὺ δὲν θὰ ὑποστῇ δ’ ἐμὲ τὰς θυσίας αὐτάς. Διότι ὁποιοσδήποτε ἐντραπῇ ἐμὲ καὶ τοὺς λόγους μου ἐπηρεαζόμενος ἀπὸ τὰς περιφρονήσεις καὶ τοὺς χλευασμοὺς τῶν ἀνθρώπων τῆς γενεᾶς αὐτῆς, ποὺ ἀπεστάτησεν ἀπὸ τὸν πνευματικόν της νυμφίον καὶ εἶναι ἁμαρτωλός, αὐτὸν θὰ τὸν ἐντραπῇ καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου καὶ θὰ τὸν ἀποκηρύξῃ ὡς μὴ ἰδικόν του, ὅταν θὰ ἔλθῃ μὲ τοὺς ἁγίους ἀγγέλους περιβεβλημένος τὴν δόξαν τοῦ Πατρός του.





1 Καὶ ἔλεγεν εἰς αὐτούς· Σᾶς λέγω ἀληθινά, ὅτι ὑπάρχουν μερικοὶ ἀπὸ αὐτούς, ποὺ στέκονται ἔδω, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ δοκιμάσουν θάνατον, προτοῦ νὰ ἴδουν, μετὰ τὴν κάθοδον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νὰ καταλύεται, μὲ τὴν καταστροφὴν τῶν Ἱεροσολύμων καὶ τοῦ ναοῦ των καὶ μὲ τὸν διασκορπισμὸν τοῦ Ἰσραήλ, ἡ Παλαιὰ θεία τάξις καὶ διαθήκη διὰ νὰ θεμελιωθῇ μὲ δύναμιν ἀκαταγώνιστον καὶ ὑπερφυσικὴν ἡ Νέα θεία τάξις ἐν τῷ κόσμῳ, τὴν ὁποίαν θὰ ἐκπροσωπῇ ἡ Ἐκκλησία ὡς ἄλλη βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς.


Ἀπόστολος Κυριακής

 ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ Β´ 16 - 20



16 εἰδότες δὲ ὅτι οὐ δικαιοῦται ἄνθρωπος ἐξ ἔργων νόμου ἐὰν μὴ διὰ πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡμεῖς εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν ἐπιστεύσαμεν, ἵνα δικαιωθῶμεν ἐκ πίστεως Χριστοῦ καὶ οὐκ ἐξ ἔργων νόμου, διότι οὐ δικαιωθήσεται ἐξ ἔργων νόμου πᾶσα σάρξ. 17 Εἰ δὲ ζητοῦντες δικαιωθῆναι ἐν Χριστῷ εὑρέθημεν καὶ αὐτοὶ ἁμαρτωλοί, ἆρα Χριστὸς ἁμαρτίας διάκονος; μὴ γένοιτο. 18 εἰ γὰρ ἃ κατέλυσα ταῦτα πάλιν οἰκοδομῶ, παραβάτην ἐμαυτὸν συνίστημι. 19 ἐγὼ γὰρ διὰ νόμου νόμῳ ἀπέθανον, ἵνα Θεῷ ζήσω. 20 Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός· ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ.



Ερμηνευτική απόδοση


Ἐπειδὴ ὅμως ἐμάθαμεν ἀπὸ τὴν προσωπικήν μας πεῖραν, ὅτι δὲν γίνεται δίκαιος ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν τήρησιν τῶν τυπικῶν διατάξεων τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου, ἀλλὰ μόνον διὰ μέσου τῆς πίστεως εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ ἡμεῖς ἐπιστεύσαμεν εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστόν, διὰ νὰ γίνωμεν δίκαιοι ἀπὸ τὴν πίστιν εἰς τὸν Χριστὸν καὶ ὄχι ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου. Διότι, καθὼς ἀναφέρεται καὶ εἰς τοὺς ψαλμούς, διὰ τῶν ἔργων τοῦ νόμου δὲν θὰ δικαιωθῇ κανένας ἄνθρωπος. 17 Ἀλλ’ ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ τήρησις τοῦ νόμου εἶναι ἐπιβεβλημένη καὶ συνεπῶς ἠμεῖς ποὺ ἀφήκαμεν τὸν νόμον, ἡμαρτήσαμεν καὶ εὑρέθημεν ἁμαρτωλοί, μόνον καὶ μόνον διότι ἐζητοῦμεν νὰ δικαιωθῶμεν διὰ τῆς πίστεως καὶ κοινωνίας μας μὲ τὸν Χριστόν, τότε γεννᾶται τὸ ἄτοπον ἐρώτημα: Ἀραγε ὁ Χριστὸς εἶναι ὑπηρέτης ἁμαρτίας, ἀφοῦ αὐτὸς συνετέλεσε νὰ ἀφήσωμεν τὸν νόμον; Μὴ γένοιτο νὰ εἴπωμεν μίαν τέτοιαν βλασφημίαν. 18 Καταλήγομεν δὲ ὠρισμένως εἰς τὴν βλασφημίαν αὐτήν, ἐὰν δεχθῶμεν ὡς ἀληθῆ τὴν ὑπόθεσιν, ποὺ ἐκάμαμεν. Διότι, ἐὰν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατήργησα καὶ ἠθέτησα ὡς ἀνωφελῆ, δηλαδὴ τὰς τυπικὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ταῦτα πάλιν τηρῶ ὡς ἀναγκαῖα καὶ ἀπαραίτητα διὰ τὴν σωτηρίαν, μὲ τὴν ἐπάνοδόν μου αὐτὴν εἰς τὴν τήρησιν τοῦ νόμου ἀποδεικνύω παραβάτην τὸν ἑαυτόν μου, διότι βεβαιῶ ἐμπράκτως, ὅτι κακῶς προτήτερα ἠθέτησα τὸν νόμον, καὶ ἡμάρτησα, ὅταν ἐπροτίμησα τὴν διὰ τοῦ Χριστοῦ σωτηρίαν. 19 Ἀλλ’ ὄχι· δὲν ἡμάρτησα, οὔτε εἶμαι παραβάτης. Διότι ἐγὼ διὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον κατέλυσα καὶ ὁ ὁποῖος τιμωρεῖ μὲ θάνατον κάθε παραβάτην του, ἀπέθανον ὡς πρὸς τὸν νόμον, διὰ νὰ ζήσω πρὸς δόξαν Θεοῦ. 20 Διὰ τοῦ βαπτίσματος ἔχω σταυρωθῆ καὶ ἀποθάνει μαζὶ μὲ τὸν Χριστόν, καὶ ἀφοῦ εἶμαι πεθαμένος, δὲν ἔχει πλέον καμμίαν ἰσχὺν δι' ἐμὲ ὁ νόμος. Ναί· ἔγινα κοινωνὸς τοῦ σταυρικοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ καὶ εἶμαι πεθαμένος, δὲν ζῶ δὲ πλέον ἑγώ, ὁ παλαιὸς δηλαδὴ ἄνθρωπος, ἀλλὰ ζῇ μέσα μου ὁ Χριστός. Τὴν φυσικὴν δὲ ζωὴν ποὺ ζῶ μέσα εἰς τὸ σῶμα μου τώρα, ποὺ ἐπέστρεψα εἰς τὸν Χριστόν, ζῶ ἐμπνεόμενος καὶ κυριαρχούμενος ἀπὸ τὴν πίστιν εἰς τὸν Υἱόν τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μὲ ἠγάπησε καὶ παρέδωκε τὸν ἑαυτόν του διὰ τὴν σωτηρίαν μου.

Άγιος Θεόδωρος εκ Ταρσού Αρχιεπίσκοπος Καντουαρίας

 Ο Άγιος Theothore καταγόταν από την Ταρσό και έγινε Αρχιεπίσκοπος Canterbury (Αγγλία) το 668 μ.Χ. Κοιμήθηκε το 690 μ.Χ.


Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός

 


Άγιοι Τρόφιμος, Σαββάτιος και Δορυμέδων

 Και οι τρεις, μαρτύρησαν επί βασιλέως Πρόβου και διοικητού Αντιοχείας Ηλιοδώρου (278 μ.Χ.). Όταν λοιπόν ο Τρόφιμος με το Σαββάτιο βρέθηκαν στην Αντιόχεια και είδαν τα πολυποίκιλα αμαρτωλά όργια που γίνονταν προς τιμήν του Απόλλωνα, δε συγκρατήθηκαν και αποδοκίμασαν δημόσια την αμαρτωλή αυτή παραφροσύνη. Βέβαια, γρήγορα συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στο δικαστήριο. Θαρραλέα δήλωσαν πως είναι χριστιανοί. Τότε ο ηγεμόνας Ηλιόδωρος διέταξε και τους μαστίγωσαν ανελέητα. Τόσο, που οι σάρκες τους κόβονταν κομμάτια. Εκεί ο Σαββάτιος άφησε την τελευταία του πνοή. Ο δε Τρόφιμος οδηγήθηκε σε άλλο σκληρότερο ηγεμόνα, το Διονύσιο Περώννιο. Αυτός, αφού τον έγδαρε με σιδερένια νύχια, μισοπεθαμένο τον έριξε στη φυλακή. Εκεί τον επισκέφθηκε κάποιος, βουλευτής, ο Δορυμέδων, που είδε το μαρτύριό του και στερεώθηκε στην πίστη του Χριστού. Όταν το έμαθε αυτό ο ηγεμόνας, βασάνισε σκληρά το Δορυμέδοντα. Έπειτα, έριξε και τους δύο τροφή στα θηρία, μέσα στο αμφιθέατρο. Αλλά η πεινασμένη αρκούδα και η αιμοβόρα λεοπάρδαλη στάθηκαν στα πόδια τους σαν ήμερα αρνιά. Το ίδιο και το αγριεμένο λιοντάρι που ελευθέρωσαν αργότερα. Όταν λοιπόν είδαν ότι δεν τους άγγιξαν τα θηρία, αμέσως οι δήμιοι τους αποκεφάλισαν.



Ἀπολυτίκιον  

Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.

Τὴν ἀκαθαίρετον, Τριάδος δύναμιν, ἀνθηφορήσαντες, Μάρτυρες ἔνδοξοι, ἐναπετέματε στερρῶς, τὴν ἄκανθαν τῆς ἀπάτης, Τρόφιμε μακάριε, Ἐκκλησίας ἐντρύφημα, Σαββάτιε πάνσοφε, Ἀθλητῶν ἐγκαλλώπισμα, καὶ δόξα εὐσεβῶν Δορυμέδων ὅθεν ὑμᾶς ἀνευφημοῦμεν.


Κοντάκιον

Ἦχος δ’. Ὡς ἀπαρχὰς.

Ὡς ἀθλητῶν ἑδραίωμα, καὶ εὐσεβείας ἔρεισμα, ἡ Ἐκκλησία τιμᾷ καὶ γεραίρει σου, τὴν φωτοφόρον ἄθλησιν· παναοίδιμε μάκαρ, ἀθλητὰ γενναιόφρον, ἔνδοξε Τρόφιμε, σὺν τοῖς συνάθλοις σου, ἱλασμὸν τοῖς ὑμνοῦσί σε αἴτησαι, ὡς ἀήττητος.


Ὁ Οἶκος

Τῶν Ἁγίων Μαρτυρων τὰ ἔπαθλα, οὐρανῶν αἱ Δυνάμεις ἐθαύμασαν, ὅτι σῶμα θνητὸν περικείμενοι, ἀσωμάτους ἐχθροὺς ἐτροπώσαντο, Σταυροῦ τῇ ἰσχὺϊ κρατυνόμενοι· ὅθεν μακαρίζονται εἰς αἰῶνας, ἱλασμὸν τῶν πταισμάτων αἰτούμενοι ὑπὲρ πάντων ἡμῶν· καὶ γὰρ τιμῶνται αὐτοί, ὡς ἀήττητοι.


Κάθισμα

Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.

Βασάνων ἀνδρικῶς, ὑπομείναντες πόνους, τὴν ἄπονον ζωήν, ἐκομίσασθε ἅμα, Δορυμέδον καὶ Τρόφιμε, καὶ Σαββάτιε πάνσοφε· ὅθεν σήμερον, ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, ἑορτάζουσα, τὴν ἱερὰν ὑμῶν μνήμην, ἐνθέως ἀγάλλεται.

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2026

Θαυμαστά γεγονότα από τον βίο της Λαμπρινής Βέτσιου,της ασκήτριας της Άρτας

 Τις παλιές εποχές οι άνθρωποι στα χωριά ήταν απλοί, αγράμματοι αλλά με άδολες καθαρές ψυχές. Σιγά - σιγά όμως η διαφθορά και η πνευματική σήψη έφτασαν παντού.

Οι ψυχές απομακρύνθηκαν, ο φθόνος, η κακεντρέχεια, η αδιαλλαξία γέμισαν τις καρδιές και η κυρίαρχη στάση ζωής προσδιορίστηκε από τον ατομικισμό και την σύγχυση.

Ευτυχώς, υπάρχουν ακόμα αγνές ψυχές, κοντά στον Θεό και οι προσευχές τους κρατούν τον κόσμο…


Όταν η μικρή Λαμπρινή ήταν 5,5 ετών, δεν είχε κλείσει τα 6 της χρόνια, εκκλησιαζόταν αδιαλείπτως στον Ιερό Ναό του χωριού Αγία Παρασκευή Άρτας και ο Ιερέας είχε προσέξει τα ιδιαίτερα πνευματικά χαρίσματα του μικρού κοριτσιού. Επειδή η ευλαβεστάτη μητέρα της Λαμπρινής, Θεοδώρα Δρίβα κατασκεύαζε κεριά από καθαρό κερί στο σπίτι, από τα μελίσσια τους, συνήθιζε να πηγαίνει δέσμες από αυτά στο Ναό, οπότε δεν αγόραζε κερί, χρησιμοποιούσε τα δικά της. Το γεγονός αυτό γινόταν αιτία ανησυχίας για την μικρή Λαμπρινή.

–Μητερούλα, της έλεγε, όταν πάς κάπου, στον κινηματογράφο ή σε κάποιο χώρο, δεν πληρώνεις εισιτήριο; Εδώ στην Οικία του Θεού, στο παλάτι Του, πώς μπαίνεις με αυτό τον τρόπο; Πρέπει να αφήνουμε χρήματα και να παίρνουμε κερί, όπως επιτάσσει η Εκκλησία, αυτό το τυπικό έχει οριστεί για το Ναό…


 Σιωπηλή μα ευγνώμων η κυρία Θεοδώρα, αντιλαμβανόταν με τις επίσης πνευματικές της δυνάμεις πως το παιδί της ηύξανε εν Πνεύματι Αγίω… 

Μία από αυτές τις Κυριακές, ο Ιερέας περίμενε την Λαμπρινή να κοινωνήσει, μα εκείνη αργούσε. Την πήρε κατά μόνας και προσπάθησε να την «ανακρίνει»…

Τι έχεις Λαμπρούλα μου; Τι σου συμβαίνει; ρωτούσε επανειλημμένα. Κάτω από την πίεση το παιδί του απάντησε: 

Σε είδα Παππούλη, σε είδα μέσα στο Φως. Σε σκέπασε ολόκληρο. Ολόκληρος Ήλιος ήταν. Είδα μικρά πανέμορφα παιδάκια να πετούν κυκλικά γύρω σου. Ήταν πολύ ωραία… Εσύ όμως, δεν τα έκανες όλα καλά! Δεν τα έκανες καλά! Πήρες το φωτεινό μωράκι και το μάτωσες! Το έκοψες και το πίεζες με τα χέρια σου και έτρεχε αίμα! Δεν τα έκανες καλά, Παππούλη! Γιατί το έκανες αυτό;;

Ο Ιερέας άφωνος, συγκλονισμένος, με δάκρυα στα μάτια, κοιτούσε μια την Λαμπρούλα και μια το Αρνίον μέσα στο Αρτοφόριο…


 Πολλά χρόνια αργότερα, επισκέφθηκε το σπίτι της Γιαγιάς πια Λαμπρινής Βέτσιου στα Καλομόδια της Άρτας, μια γειτόνισσά της. Η Γιαγιά έλειπε. Οι πόρτες τότε στα χωριά δεν κλείδωναν, δεν υπήρχε φόβος, όπως τώρα. Μπαίνοντας λοιπόν η γειτόνισσα στο σπίτι είδε πάνω στο τραπεζάκι της κουζίνας ένα ταψί με αχνιστό ψωμί –την λεγόμενη «κουλούρα»- από καλαμποκίσιο αλεύρι… τότε ήταν στην καθημερινότητα των σπιτιών η κατασκευή του πυκνού χορταστικού ψωμιού που έθρεψε γενιές. Η κουλούρα δεν ήταν σκεπασμένη, προφανώς για να κρυώσει. Η γειτόνισσα πήρε μια πετσέτα και σκέπασε το ψωμί για προστασία. Γυρίζοντας να φύγει, έμεινε εμβρόντητη...

Πάνω στο κρεβατάκι της Γιαγιάς βρισκόταν ένα μικρό λευκό Αρνάκι που αναπαυόταν ήρεμο και την κοίταζε… ακριβώς κάτω από την μεγάλη Εικόνα του ΧΡΙΣΤΟΥ!

Η γειτόνισσα προβληματίστηκε. 

- Μα, καλά αναρωτήθηκε, έχει αρνιά μέσα στο σπίτι η Λαμπρινή;… Βρε, θα φάει το ψωμί! Τι να κάνω; Θα το βάλω στο ντουλαπάκι, σκέφτηκε και μετά θα φωνάξω την Γιαγιά…

Αμέσως παίρνει το ψωμί και το βάζει στο ντουλάπι. Καθησυχασμένη αλλά απορημένη, γυρίζει να δει το αρνάκι… άφαντο αυτό! η πόρτα πίσω της ήταν κλειστή…

-Τι έγινε τώρα; Απόρησε… έψαξε παντού, τίποτα.


Αναστατωμένη βγαίνει από το σπιτάκι και προχωρά προς την πίσω αυλή, όπου υπέθεσε πως θα καθόταν η Γιαγιά με παρέα. Πράγματι, είδε την ομήγυρη και ρωτάει αμέσως: - Λαμπρινή, από πότε βάζεις αρνάκια μέσα στο σπίτι;; Έχεις και την κουλούρα ξέσκεπη και ζεστή πάνω στο τραπέζι, θα σου την φάνε! Την έβαλα στο ντουλάπι. Γιατί βάζεις αρνάκια μέσα; Φοβάσαι μην φύγουν; Αφού έχεις χώρο έξω…


Η Γιαγιά δεν μίλησε. Μία συγγενής της είπε, «για ποια αρνάκια μιλάς; Δεν έχουμε ζώα πουθενά εδώ, δίπλα ζεις, δεν το ξέρεις»;

Η γειτόνισσα μέσα στην αθωότητά της, επέμενε: Αφού το είδα με τα μάτια μου… από πού βγήκε έξω; Είδατε εδώ κανένα λευκό αρνάκι;;…

«Ίδε ο Αμνός του Θεού, ο αίρων τας αμαρτίας του κόσμου»…

Ευχαριστούμε τους αγαπημένους της, Αποστόλη και Μαρία…

Ἄρχ. Αἰμιλιανοῦ Σιμωνοπετρίτου: « Ποτὲ δὲν τονίζουμε σὲ κάποιον τὴν ἀδυναμία του».

 Σὲ στέλνει ὁ Γέροντάς σου σὲ κάποιους ἐπισκέπτες καὶ σοὺ ξεφεύγει μιὰ κουβέντα. Ἀργότερά σου λέγει ἕνας ἀδελφός σου:

«Πῶς σου ξέφυγε αὐτὴ ἡ κουβέντα; Ἀλλὰ τέτοιος εἶσαι πάντα».

Καλύτερα νὰ φᾶς τὴν γλώσσα σου, παρὰ νὰ τοῦ μιλήσεις ἔτσι. Οὐδέποτε προσβάλλομε ἢ λυποῦμε ἄνθρωπο, οὐδέποτε τὸν κάνομε νὰ νοιώση στερημένος, ἐλαττωμένος, νὰ νοιώση κατωτερότητα, διότι τοῦ σκοτώνομε τὴν ψυχή.

Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος θὰ τραυματισθῆ καὶ δὲν θὰ μπορῆ νὰ ἐπιτύχη στὴν ζωή του.

Ἀναθέτεις σὲ κάποιον νὰ ψάλη, καὶ ἐκεῖνος κάνει λάθος τὸν ἦχο, καὶ τότε τοῦ λές: «Πάλι πῆρες στραβά το τροπάριο».

Κάθε φορᾶ ποῦ θὰ πηγαίνη νὰ ψάλη, θὰ τὸ θυμᾶται καὶ θὰ λέη: Πρέπει νὰ προσέξω μὴν τὸ πάρω στραβά. Καὶ θὰ τὸ παίρνη πάλι στραβά. Ποιὸς θὰ φταίη; Αὐτὸς ποῦ τοῦ ἔκανε τὴν παρατήρησι.

Ποτὲ δὲν τονίζουμε σὲ κάποιον τὴν ἀδυναμία του, τὸ πρόβλημά του. Ποτὲ δὲν τοῦ ὑπενθυμίζουμε τὴν κακία του, τὴν ἁμαρτία του. Μόνον τὸν ἔπαινο χρησιμοποιοῦμε, ἀλλὰ τὸν εὐγενῆ ἔπαινο, ὄχι τὸν ἀφελῆ.

Διότι ὁ ἄνθρωπος οὐδέποτε διορθώνεται μὲ ὀνειδισμό, ὅπως καὶ μὲ παρατήρηση.Πρέπει νὰ εἶναι πολὺ ἅγιος, γιὰ νὰ δεχθῆ νὰ διορθωθῆ μὲ τὸν ὀνειδισμό, τὴν ὑπόδειξι ἢ τὴν παρατήρησί σου. Ἀλλά, ἐὰν ἦταν τόσο ἅγιος, δὲν θὰ εἶχε αὐτὸ τὸ ἐλάττωμα, γιὰ τὸ ὁποῖο χρειάσθηκε νὰ τοῦ κάνης παρατήρησι ἐσύ. Ἀφοῦ λοιπὸν τὸ ἔχει, τὸ μόνο ποῦ χρειάζεται, εἶναι ὁ ἄκρος σεβασμός σου, γιὰ νὰ μπορέση κάποτε νὰ ταπεινωθῆ καὶ νὰ διορθωθῆ, βλέποντας τὴν δική σου εἰρήνη, πραότητα, ταπείνωσι, ἀγάπη, μακροθυμία, χρηστότητα, ἐπιείκεια, γλυκύτητα… Μόνον ὅποιος ἔχει αὐτὲς τὶς ἀρετὲς μπορεῖ νὰ διορθώση κάποιον ἄλλον….

ἄρχ. Αἰμιλιανοῦ Σιμωνοπετρίτου



 «Νηπτικὴ ζωὴ καὶ ἀσκητικοὶ κανόνες», ἑρμηνεία κανόνων Μ.Ἀντωνίου,