Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

Τώρα πού έχετε δυνάμεις, κάντε ό,τι μπορείτε- όλα τα γράφει ό Θεός, και τήν τριχίτσα, τίποτε δεν πηγαίνει χαμένο

 ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΑΚΡΙΝΑ



  Μιά φορά, θυμάμαι, άνέβαινα ένα άνήφορο καί είχα τριάντα κιλά στήν πλάτη μου. Ήμασταν στίς Σταγιάτες τότε. Λοιπόν, είχα βάρος στόν ώμο, είχα καί στά χέρια. Ήταν καταμεσήμερο, ζέστη, καί νά άνεβαίνης τον άνήφορο. Αλλά έλεγα με τό νου μου ότι τώρα ό Χριστός άνεβαίνει με τον Σταυρό. Γερόντισσα Μακρίνα.

Πώς άνέβηκε ό Χριστός τον Γολγοθά; ’Έτσι καί ’γώ θά άνέβω. 


  Καί ’κείνη τήν ώρα πού ανέβαινα μέ κόπο καί μόχθο καί δέν μπορούσα καί είχε γίνει τό πρόσωπό μου σάν τό μαύρο πανί, αισθάνθηκα δυο χέρια νά μου σηκώνουν τό βάρος άπό τό πίσω μέρος. Πώς μέ σπρώχνετε καμμιά φορά στόν άνήφορο γιά νά άνέβω; Έτσι άνέβηκα, τόσο εύκολα, ούτε νά ιδρώσω ούτε τίποτε, καί μετά αισθάνθηκα τόσο έλαφρωμένη! Μετά άφησα τό βάρος αύτό καί πήγα κι έκανα τετρακόσιες μετάνοιες. Πλημμύρισα άπό χαρά. Τί ήταν αύτό;


Ήταν μιά ξεκούραση καί μιά πληρωμή άπό τον Θεό τό αισθάνθηκα στήν καρδιά μου. Δέν μπορώ νά τό ξεχάσω, αύτό μου έμεινε μέσα στήν ψυχή μου. Γι’ αυτό λοιπόν, τώρα πού έχετε δυνάμεις, κάντε ό,τι μπορείτε- όλα τα γράφει ό Θεός, όλα τά γράφει, και τήν τριχίτσα, τίποτε δεν πηγαίνει χαμένο, τίποτε.


Όπως τά είδε ή νονά τής άδελφής Εύπραξίας καί ένα κουβαράκι μικρούτσικο πού είχε δώσει γιά νά καρυκώσουν τις φτέρνες από τις κάλτσες ένός μικρού παιδιού, καί ’ κείνο τό ελάχιστο βρέθηκε στον ουρανό. Καί είπε:

-Μπά, κι αυτό βρέθηκε;

«Ναί, βρέθηκε. Είδες πού δέν πάει τίποτε χαμένο;», τής είπε ό Άγγελός της. Καί τά σπιρτάκια πού είχε δώσει, ό,τι είχε δώσει τά είδε όλα, ένα σωρό. Πήγε τίποτε χαμένο; Όλα τά είχε άποθηκευμένα ό Χριστός. Έτσι καί τά βήματα πού κάνει κανείς, όταν κοπιάζη, όλα, όλα καταγράφονται.


Τί ωραία όταν ύπάρχουν δυνάμεις! Νά σηκώνεται κανείς νά συγυρίζη, νά σκουπίζη καί νά βολεύη καί όλα νά τά φτιάχνη! Ή Χάρις τού Θεού θά τού δίνη πολλή δύναμη καί πολλή χαρά στήν ψυχή του, όταν θά έργάζεται τον Χριστό. Κι ό,τι τρώη πάλι, γιά νά μή τό στέρηση ό Θεός, νά τό σταυρώνη. Νά σταυρώνουμε καί εμείς τό φαγητό καί νά λέμε «δόξα σοι ό Θεός», διότι είναι εύλογημένο’ καί έτσι όλα θά είναι ευλογημένα.


  Ή Χάρις τού Θεού ενισχύει καί δυναμώνει τον άνθρωπο καί έρχεται πνευματική χαρά καί άγαλλίαση μέσα στήν ψυχή του. Όσο κοπιάζει κανείς, τόσο ό Θεός τον άνταμείβει. Οι μετάνοιες πού θά κάνουμε, τά σταυρωτά πού θά κάνουμε, πού θά σταθούμε όρθιες στις Ακολουθίες, όλα γράφονται. Τήν ώρα πού μιλάμε, πού συζητάμε, τήν ώρα πού άναφέρουμε τό όνομα τού Θεού είναι συνέχεια μπροστά μας, «πανταχού παρών καί τά πάντα πληρών». Όλα τά βλέπει, και τά καλά τά σημειώνει καί τά κακά τά σημειώνει, όλα.


Προσέχετε καί τά μικρά ακόμα παραπτώματά!

 Όποιος δέν αγωνίστηκε, δέν γνώρισε τόν εαυτό του.

Προσέχετε καί τά μικρά ακόμα παραπτώματα.


Άν σάς συμβεί από απροσεξία κάποια αμαρτία, μήν απελπιστείτε, αλλά σηκωθείτε γρήγορα καί προσπέστε στό Θεό, πού έχει τή δύναμη νά σάς ανορθώσει.


Μέσα μας έχουμε αδυναμίες καί πάθη καί ελαττώματα βαθιά ριζωμένα, πολλά είναι καί κληρονομικά.


Όλα αυτά δέν κόβονται μέ μία σπασμωδική κίνηση ούτε μέ τήν αδημονία καί τή βαρειά θλίψη, αλλά μέ υπομονή και επιμονή, μέ καρτερία, μέ φροντίδα καί προσοχή.


Ή υπερβολική λύπη κρύβει μέσα της υπερηφάνεια.


🌿Άγιος Νεκτάριος🌿

Όσιος Σισώης

 Ο Όσιος Σισώης ήταν Ρώσος μοναχός και κοιμήθηκε εν ειρήνη τον 18ο αιώνα μ.Χ.

Εύρεσις των τιμίων λειψάνων της Αγίας Ιουλιανής της Παρθένου

 Σήμερα η εκκλησία μας τιμά την εύρεση των τιμίων λειψάνων της Ρωσίδας Αγίας Ιουλιανής της Παρθένου, αναπαυομένης εν τη Λαύρα του εν Κιέβω Σπηλαίου.

Άγιος Βασίλειος

 Ο Άγιος Βασίλειος μαρτύρησε στη Σκυθούπολη μαζί με άλλους 69 χριστιανούς 

Άγιος Palladius απόστολος της Σκωτίας

 Ο Άγιος Palladius (Παλλάδιος) ήταν κελτικής καταγωγής και υπηρετούσε ως διάκονος στη Ρώμη. Ο πάπας Κελεστίνος Α' , εκτιμώντας τις ικανότητές του, τον προσέλαβε ως αρχιδιάκονό του.


Ο αιρετικός Αγρικόλας, ένας από τούς κορυφαίους πελαγιανιστές, είχε αναστατώσει τότε με τα ψυχοφθόρα κηρύγματά του την Εκκλησία των Βρετανικών Νήσων. Ο Άγιος Παλλάδιος έπεισε τον πάπα να στείλει εκεί, το 429 μ.Χ., τους αγίους επισκόπους Γερμανό της Ωξέρ και Λούπο της Τρουά, οι οποίοι κατόρθωσαν να εξαφανίσουν την αίρεση με τη συστηματική και επίμονη ιεραποστολή τους.


Το 431 μ.Χ., δύο χρόνια μετά την άνοδο του Λόουνγκαιρ στο θρόνο του «υπέρτατου βασιλιά» της Ιρλανδίας -που λεγόταν τότε Σκότια- ο πάπας έστειλε τον Άγιο Παλλάδιο στην όμορφη νησιωτική αυτή χώρα της Β. Ευρώπης ως πρώτο επίσκοπο της, για να κηρύξει το ευαγγέλιο και να θεμελιώσει την τοπική Εκκλησία. Ο άγιος αποβιβάσθηκε στο Λάινστερ με δώδεκα συνοδούς, που θα τον βοηθούσαν στο ιεραποστολικό του έργο. Δυστυχώς όμως, δεν μπόρεσε να μείνει εκεί για πολύ. Στα τέλη του ίδιου χρόνου αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το νησί, διωγμένος από τον ηγεμόνα Ντάθι. Πρόλαβε ωστόσο, να βαπτίσει ευάριθμους Σκώτους (Ιρλανδούς) και να κατασκευάσει με τους συνεργάτες του τρεις ξύλινους ναούς. Φεύγοντας, άφησε πίσω του τέσσερις από τούς δώδεκα συντρόφους του (Αυγουστίνο, Βενέδικτο, Σίλβεστρο και Σολίνο), τα χειρόγραφά του, καθώς και τεμάχια αγίων λειψάνων. Τον ευαγγελισμό της χώρας πραγματοποίησε αργότερα, κάτω από ευνοϊκές συνθήκες, ο κατεξοχήν απόστολος της Ιρλανδίας άγιος Πατρίκιος (+ 461 μ.Χ.) (βλέπε 17 Μαρτίου).


Ο Άγιος Παλλάδιος στράφηκε προς τις βόρειες επαρχίες της Βρετανίας, όπου ζούσαν πολλοί Σκώτοι (Ιρλανδοί) μετανάστες και η ημιάγρια φυλή των Πικτών. Στην περιοχή αυτή, τη γνωστή και σήμερα ως Σκωτία, κήρυξε την ευαγγελική αλήθεια για δεκαεννέα ολόκληρα χρόνια. Και ήταν τέτοια η επιτυχία του, ώστε, μολονότι ο χριστιανισμός είχε φτάσει εκεί από τον 2ο αιώνα μ.Χ., η τοπική παράδοση θεωρεί ως απόστολο και πρώτο επίσκοπο Σκωτίας τον άγιο Παλλάδιο.


Ο Άγιος Παλλάδιος απεβίωσε ειρηνικά το 450 μ.Χ.

Άγιος Κύριλλος ο οσιομάρτυρας από τη θεσσαλονίκη

 Μοναδική πηγή που διασώζει το Μαρτύριο και την ακολουθία του Οσιομάρτυρος Κυρίλλου είναι το αθωνικό χειρόγραφο 347 της μονής Διονυσίου. Πρόκειται για ένα κείμενο γραμμένο σε λόγια γλώσσα και κατά πάσα πιθανότητα αυτόγραφο έργο του ανωνύμου συντάκτη του Μαρτυρίου, χρονολογούμενο μεταξύ του τέλους του 17ου και των αρχών του 18ου μ.Χ. αιώνος.


Σύμφωνα με το Μαρτύριό του ο Κύριλλος , το κοσμικό όνομα του οποίου ήταν Κυριακός, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το έτος 1544 μ.Χ., κατά την περίοδο της βασιλείας του σουλτάνου Σουλεϊμάν. Ο πατέρας του ονομαζόταν Πέιος, καταγόταν από την επαρχία Πελαγονίας και διέμενε με την οικογένεια του στην περιοχή της ακροπόλεως της Θεσσαλονίκης.


Σε ηλικία δέκα ετών ο Κυριακός έμεινε ορφανός, με αποτέλεσμα να αναλάβουν την κηδεμονία του δύο θειοι του, συγγενείς της μητέρας του, εκ των οποίων ο ένας ήταν μωαμεθανός. Τελικά ο μωαμεθανός θειος του, ανέλαβε αποκλειστικά την κηδεμονία του και τον έστειλε σε κάποιον επίσης μωαμεθανό βυρσοδέψη για να μάθει κοντά του να εξασκεί αυτό το επάγγελμα.


Ωστόσο ο Κυριακός, ακλουθώντας τις συμβουλές του άλλου θείου του, ο οποίος ήταν ευσεβής χριστιανός, αποφάσισε να εγκαταλείψει κρυφά το μωαμεθανό κηδεμόνα του και να ακολουθήσει κάποιους αγιορείτες μοναχούς, που κατά αγαθή συγκυρία βρίσκονταν εκείνη την εποχή στη Θεσσαλονίκη. Σε ηλικία 14 ετών ο Κυριακός έφθασε στο Άγιο Όρος και εκάρη μοναχός στη μονή Χελανδαρίου, λαμβάνοντας το μοναχικό όνομα Κύριλλος.


Ο Κύριλλος, επειδή ήταν μικρός στην ηλικία και δεν επιτρεπόταν η διαμονή του στη Μονή, ασκήτευσε επί οκτώ έτη σε κάποιο χελανδαρινό μετόχι και σε ηλικία 22 ετών ταξίδεψε μαζί με άλλους δύο χελανδαρινούς μοναχούς στη Θεσσαλονίκη, όπου συνάντησε το χριστιανό θειο του. Κατερχόμενος από την περιοχή της Ακροπόλεως προς το λιμάνι της Θεσσαλονίκης μαζί με τον εξάδελφό του - γιο του χριστιανού θείου του -, συνάντησε τυχαία το μωαμεθανό κηδεμόνα του, ο οποίος παρά την παρέλευση πολλών ετών, αναγνώρισε τον Κύριλλο. Φώναξε αμέσως και άλλους μουσουλμάνους για να συλλάβουν τον Κύριλλο με την κατηγορία ότι, ενώ πριν είχε ασπαστεί το μωαμεθανισμό, στη συνέχεια τον αρνήθηκε και εξόμωσε.


Ο Κύριλλος οδηγήθηκε αμέσως στον Τούρκο δικαστή της Θεσσαλονίκης, ο οποίος επιχείρησε να τον πείσει να εγκαταλείψει τη χριστιανική πίστη και να ασπαστεί το μωαμεθανισμό. Όταν διαπίστωσε πως η προσπάθειά του δεν επέφερε κανένα αποτέλεσμα, διέταξε να τον οδηγήσουν στη φυλακή σκοπεύοντας να εκφέρει την απόφαση του την επόμενη μέρα.


Την άλλη ημέρα ο Κύριλλος οδηγήθηκε και πάλι στο δικαστή, ο οποίος προσπάθησε για δεύτερη φορά να τον μεταπείσει με υποσχέσεις η με απειλές, αλλά όταν διαπίστωσε ότι η προσπάθειά του ήταν μάταιη, τον καταδίκασε σε θάνατο δια πυρός. Ο Κύριλλος οδηγήθηκε από το εξαγριωμένο πλήθος των φανατισμένων τούρκων και των δημίων του στον τόπο της καταδίκης του, στο παλαιό βυζαντινό Ιπποδρόμιο της πόλεως, κοντά στο ναό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, ο οποίος μνημονεύεται στο συναξάριο της Ακολουθίας του Οσιομάρτυρος Κυρίλλου για πρώτη φορά.


Ο Τούρκος ύπαρχος επιχείρησε για τελευταία φορά, όπως συνηθιζόταν, να μεταπείσει τον Κύριλλο, προσφέροντάς του υλικές ανέσεις και απολαύσεις, αλλά ο Κύριλλος της αρνήθηκε, λέγοντας πως για αυτόν μοναδικός πλούτος ήταν ο Χριστός. Κατόπιν τούτων ο έπαρχος έδωσε εντολή στους δημίους να ρίψουν τον Κύριλλο στην πυρά, η οποία αποτέφρωσε το σώμα του στις 6 Ιουλίου του 1566 μ.Χ.


Ιδιαίτερα αξιόλογη είναι η τελευταία πληροφορία που παρέχει το συναξάριο του Οσιομάρτυρος Κυρίλλου:


«Επεί γαρ ήμελλε τη φλογί δαπανηθήναι το σύνολον, κυνών οστά τεθνηκότων εγείραντες, έστι δε και ους θνησιμαίους, τη πυρά εναπέρριψαν ένθεν τοι το μεν του μάρτυρος σώμα τω πυρί καταναλωθέν, ωσεί σποδός εγένετο...».


Τη μαρτυρία αυτή επιβεβαίωσε η ανακάλυψη μίας πήλινης λάρνακας, η οποία περιείχε υπολείμματα οστών και υφάσματος αναμειγμένα με τέφρα, και βρέθηκε στα θεμέλια του παλαιού ναού των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης της Πλατείας Ιπποδρομίου το 1972 μ.Χ., μετά την κατεδάφισή του για την ανέγερση του νέου ναού στη θέση του. Ο συνδυασμός του σημαντικού αυτού ευρήματος με τη μαρτυρία του Συναξαρίου, συγκλίνει καθοριστικά στην απόδοσή του στον Οσιομάρτυρα Κύριλλο το Θεσσαλονικέα.



Ἀπολυτίκιον

'Ηχος γ'. Θείας πίστεως.

Θείον βλάστηµα, Θεσσαλονίκης, ώφθης Κύριλλε Όσιοµάρτυς, δια πυρός τον αγώνα τελέσας σου· όθεν εύρέσει των θείων λειψάνων σου, καθαγιάζεις τους πόθω τιµώντας σε. Αλλά πρέσβευε, Χριστώ τω Θεώ µακάριε, δωρήσασθαι ηµίν το µέγα έλεος.