Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

Το «Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους» δεν προηγείται χρονικά του «Πιστεύω». Το γεννά.

 Καταλαβαίνουμε πραγματικά, όσοι στεκόμαστε μέσα στον ναό εκείνη τη στιγμή, τι ζητά ο λειτουργός όταν εκφωνεί :«Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους, ἵνα ἐν ὁμονοίᾳ ὁμολογήσωμεν»; 

 Καταλαβαίνουμε ότι η Εκκλησία, λίγο πριν από το Σύμβολον της Πίστεως, μας εισάγει στο ίδιο το μυστήριο της εκκλησιαστικής υπάρξεως; Ότι εδώ η ομολογία της πίστεως δεν νοείται ως ατομική διανοητική κατάφαση σε δογματικές αλήθειες;

Δεν λέγεται το «Πιστεύω» από μεμονωμένες συνειδήσεις που απλώς συμπίπτουν ιδεολογικά. Η Εκκλησία απαιτεί πρώτα την ειρήνη, πρώτα τη συμφιλίωση, πρώτα την κοινωνία των προσώπων. Και μόνο τότε επιτρέπει την κοινή ομολογία του Τριαδικού Θεού.

Το «Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους» δεν προηγείται χρονικά του «Πιστεύω».Το γεννά.

Γι’ αυτό και στη λειτουργική παράδοση της αρχαίας Εκκλησίας η στιγμή αυτή δεν ήταν αφηρημένη ή συμβολική. 

Στη Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου διασώζεται η εκφώνηση: «Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους, ἵνα ἐν ὁμονοίᾳ ὁμολογήσωμεν». 

Στη Θεία Λειτουργία όμως του Αγίου Μάρκου, στην Αλεξανδρινή παράδοση, διασώζεται ακόμη πιο καθαρά η πράξη που αντιστοιχεί σε αυτή την προτροπή: ο ασπασμός της ειρήνης, το «ἀσπασώμεθα ἀλλήλους ἐν φιλήματι ἁγίῳ, μή ἐν δόλῳ, μή ἐν ὑποκρίσει… ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης καί τῆς ἀγάπης».


Εδώ η Εκκλησία φανερώνει μια ολόκληρη ανθρωπολογία.Η αγάπη δεν είναι εσωτερικό συναίσθημα.Είναι σωματική πράξη.Η ειρήνη είναι εκκλησιαστικό γεγονός.Το σώμα εισέρχεται στην ομολογία πριν ακόμη μιλήσει το στόμα.


Πριν από περίπου τριάντα χρόνια, στην Οξφόρδη, σε Θεία Λειτουργία με προεξάρχοντα τον Κάλλιστο Γουέαρ, έζησα αυτή τη στιγμή ως ζώσα εμπειρία της Εκκλησίας. Λίγο πριν από το «Πιστεύω» υπήρξε ο κανονικός ασπασμός της ειρήνης. Φίλημα. Οι άνδρες με τους άνδρες, οι γυναίκες με τις γυναίκες. Και τότε κατάλαβα ξαφνικά πως ακόμη και πράγματα που σήμερα αντιμετωπίζουμε απλουστευτικά ή ειρωνικά όπως ο παραδοσιακός χωρισμός των θέσεων ανδρών και γυναικών μέσα στον ναό, δεν γεννήθηκαν γιατί συνδέονταν οργανικά και με αυτή τη λειτουργική πράξη.

Ο ναός είχε χωρική μνήμη του ασπασμού.

Η Εκκλησία οργάνωνε τον χώρο της ώστε η ειρήνη να μπορεί να δοθεί πραγματικά, χωρίς αμηχανία, χωρίς σύγχυση, χωρίς να εκκοσμικεύεται το φίλημα σε κοινωνική οικειότητα.

Υπήρχε μια λεπτή ασκητική της εγγύτητας.


Μετά τη Λειτουργία, σε μια μικρή σύναξη φοιτητών, ο Κάλλιστος μίλησε γι’ αυτή την απώλεια όχι με τη νοσταλγία ενός λογίου που αγαπά τα παλαιά λειτουργικά έθη, αλλά με βαθιά εκκλησιολογική αγωνία.

«Χάθηκε κάτι από τη σωματικότητα της ίδιας της εκκλησιαστικής συνειδήσεως».

Σήμερα ο ασπασμός της Ειρήνης έχει σχεδόν αποσυρθεί αποκλειστικά μέσα στο Ιερό Βήμα. Τον ανταλλάσσουν οι ιερείς μεταξύ τους και, όταν λειτουργεί επίσκοπος, με τον επίσκοπο. Δηλαδή η πράξη επιβιώνει ακόμη, αλλά αποκομμένη σχεδόν από το πλήρωμα του λαού. Ο λαός ακούει το «Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους», αλλά δεν το ενεργεί. Παρακολουθεί την πρόσκληση προς ενότητα χωρίς να μετέχει σωματικά σε αυτήν.


Η Εκκλησία κινδυνεύει να παραμείνει μια κοινότητα ορθών διατυπώσεων χωρίς την ορατή πράξη της συμφιλιώσεως που καθιστά δυνατή την ομολογία.

Ενώ η Ορθοδοξία δεν είναι μόνο ορθή ομολογία.

Είναι ορθή σχέση, ορθή ειρήνη, ορθό σώμα ενώπιον του Θεού και του αδελφού.

Το «ἵνα ἐν ὁμονοίᾳ ὁμολογήσωμεν» σημαίνει ακριβώς ότι δεν υπάρχει αληθινή δογματική ομολογία χωρίς προηγούμενη αποκατάσταση της κοινωνίας.

Η Εκκλησία δεν είναι σύναξη ατόμων που σκέφτονται τα ίδια περί Θεού. Είναι σώμα που προσπαθεί να εξέλθει από τον δόλο, την υποκρισία, τη διάσπαση και τη μυστική εχθρότητα. Γι’ αυτό και ο ασπασμός της ειρήνης είχε πάντοτε χαρακτήρα ασκητικό. Δεν ήταν εκδήλωση συναισθηματισμού.

Ήταν υπέρβαση της αποστάσεως.

Ήταν η στιγμή όπου το πρόσωπο δεχόταν να εκτεθεί στο πρόσωπο του άλλου πριν από την κοινή προσέλευση στο Άγιο Ποτήριο.

Μιλάμε αδιάκοπα για αγάπη, για ενότητα, για εκκλησιαστικό ήθος, αλλά συχνά φοβόμαστε ακόμη και τις στοιχειώδεις σωματικές μορφές με τις οποίες η Εκκλησία εξέφραζε αυτή την ενότητα. Φοβόμαστε την εγγύτητα, φοβόμαστε την πράξη, φοβόμαστε το φίλημα της ειρήνης, σαν να αρκεί πλέον μια εσωτερική ψυχολογική διάθεση εκεί όπου κάποτε υπήρχε εκκλησιαστικό γεγονός.

Όμως η χριστιανική πίστη είναι πάντοτε ενανθρώπιση.Και η ενανθρώπιση ζητά σώμα.


Γι’ αυτό ο ασπασμός της ειρήνης πρέπει κάποτε να επιστρέψει ξανά στον λαό.

Με διάκριση, με λειτουργική σοβαρότητα, με τον αρχαίο του τρόπο(άνδρες με άνδρες και γυναίκες με γυναίκες), όχι ως αναπαράσταση του παρελθόντος, αλλά ως αποκατάσταση μιας λησμονημένης αλήθειας.


Πριν πούμε «Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν», πρέπει να έχουμε στραφεί προς τον αδελφό χωρίς δόλο και χωρίς υποκρισία.

Πρέπει το στόμα που θα ομολογήσει την Αγία Τριάδα να έχει προηγουμένως ασπασθεί την ειρήνη.

Αλλιώς υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος να διαφυλάσσουμε με ακρίβεια το Σύμβολο της Πίστεως, αλλά να χάνουμε αργά, σχεδόν ανεπαίσθητα, τη σωματική πράξη που μας καθιστά ικανούς να το εκφέρουμε αληθινά ως Εκκλησία.

Manos Lambrakis

Η επιστήμη της συγχώρεσης από τον Γέροντα Ιάκωβο Τσαλίκη…

 Μορφωμένος άνθρωπος ο κ. Σταύρος. Με πτυχίο πανεπιστημίου και ξένες γλώσσες και πείρα ζωής. Δυσκολευόταν, όμως, στα πνευματικά. Δεν μπορούσε να καταλάβει και τα πιο απλά πράγματα. Όλα τα εξέταζε και τα πλησίαζε ορθολογιστικά. Είχε αναπτύξει το νου και όχι την καρδιά. Δεν ήταν πρόθυμος να συγχωρήσει εύκολά τους άλλους. Ειδικά αυτούς που έβλεπε κατώτερους και εμπαθείς. Καθόταν τώρα απέναντι από τον Γέροντα Ιάκωβο, έναν ασκητικό ιερομόναχο, με ροζιασμένα χέρια και ένοιωθε σαν μαθητούδι μπροστά στον δάσκαλο. Ερωτήσεις πολλές. Αντιρρήσεις περισσότερες. Αλλά και οι απαντήσεις σοφές και αποκαλυπτικές.


  Ρώτησε τον Γέροντα για το σοβαρό (το σοβαρότερο;) θέμα της συγχωρήσεως των άλλων ανθρώπων, που δυσκολευόταν να το κατανοήσει:


— Αφού βλέπω καθαρά και ολοφάνερα τον άλλον να αμαρτάνει, πως να τον συγχωρήσω; Δεν έχω δίκιο;

— Όλους μας βλέπει ο Θεός αδιάκοπα και ξέρει καθαρά και ολοφάνερα ότι αμαρτάνουμε. Γιατί μας συγχωρεί και μας ανέχεται και μας περιμένει να μετανοήσουμε και να ζητήσουμε άφεση αμαρτιών;

— Πάλι δεν σας καταλαβαίνω, πάτερ μου. Τι πρέπει να κάνουμε; Να πούμε στην αμαρτία μπράβο; Να την επαινέσουμε σιωπώντας;

— Ποτέ δεν πρέπει να επαινούμε την αμαρτία, είπε ο π. Ιάκωβος. Συγχωρούμε τον αμαρτωλό και όχι την αμαρτία. Εάν δεν κάνουμε αυτήν την διάκριση, αυτό το διαχωρισμό μεταξύ αμαρτίας και αμαρτωλού, θα βρισκόμαστε πάντοτε σε λάθος δρόμο.

— Τότε, τι πρέπει να κάνουμε; Πως να αντιμετωπίζουμε αυτό το θέμα;

— Έχεις δει τους σιδεράδες, που μαστορεύουν τα σίδερα; Δεν τα πιάνουν τα αναμμένα σίδερα με τα χέρια τους, γιατί θα καούν, εξήγησε ο Γέροντας. Έχουν ειδικές τσιμπίδες και δαγκάνες και έτσι τα πλησιάζουν και τα μαστορεύουν. Το ίδιο πρέπει να κάνουμε και για κάθε πρόβλημα και για κάθε θέμα, που πλησιάζουμε. Να έχουμε τα κατάλληλα εργαλεία και στα πνευματικά θέματα τις κατάλληλες προϋποθέσεις. Αυτό ισχύει και για το θέμα της συγχωρήσεως των άλλων.

— Μα, πάτερ μου, εγώ έθεσα ένα συγκεκριμένο ζήτημα. Πως μπορούμε να συγχωρήσουμε κάποιον, που αμάρτησε φανερά και χωρίς καμία δικαιολογία; Εγώ θέλω να μάθω τι πρέπει να κάνω στην περίπτωση αυτή.

— Το «χωρίς καμιά δικαιολογία» πρέπει να το αφήσουμε στην άκρη, γιατί δεν μπορούμε να ξέρουμε, είπε ο π. Ιάκωβος. Μόνον ο Θεός γνωρίζει τα βάθη της ψυχής του κάθε ανθρώπου. Μόνον Εκείνος ξέρει τι συμβαίνει. Εμείς βλέπουμε απ’ έξω. Εκείνος βλέπει το από μέσα. Ας θυμηθούμε και την διδασκαλία του Χριστού για τα ποτήρια, όταν μιλούσε για την υποκρισία των Γραμματέων και των Φαρισαίων. Απ’ έξω φαίνονται καθαρά. Μέσα, όμως, είναι γεμάτα από βρωμιά και αδικία και αρπαγή. Να το πω και με ένα άλλο παράδειγμα. Όταν πηγαίνουμε στο γιατρό να μας θεραπεύσει, δεν του λέμε εμείς τι να κάνει. Εκείνος ξέρει τη δουλειά του. Εμείς απλώς του λέμε ότι πονάμε και σε ποιό μέρος υποφέρουμε. Τη στιγμή, που λέμε «εγώ θέλω» σταματούμε την διαδικασία της γνώσεως, για το θέμα, που πρέπει να μάθουμε. Η αλήθεια μας δίδεται όταν τη ζητήσουμε ταπεινά, όπως ζητούμε την υγεία μας από τον γιατρό. Δεν μπορούμε να διατάξουμε την αλήθεια, άλλα να την παρακαλέσουμε να μας δοθεί, να μας αποκαλυφθεί. Γιατί η αλήθεια είναι ο Θεός, που δεν μπορούμε να τον διατάξουμε, άλλα μόνον να τον παρακαλέσουμε και να τον αγαπήσουμε.

— Ναι, πάτερ μου, αλλά τότε τι γίνεται; Αν δεν πω στο γιατρό εγώ τι θέλω πως θα με εξετάσει και πως θα με θεραπεύσει;

— Όχι, όχι, όχι, παιδί μου, αυτό είναι λάθος, ξανάπε ο Γέροντας. Ο γιατρός ξέρει τι θέλεις, όταν τον επισκέπτεσαι. Εσύ το μόνο, που μπορείς να πεις είναι ότι πονάς και σε ποιό σημείο νιώθεις τον πόνο σου. Τα υπόλοιπα είναι δική του δουλειά. Γι’ αυτό και οι Άγιοι Πατέρες μας συμβουλεύουν να προσευχόμαστε σαν τα μικρά παιδιά, που κλαίνε όταν πονούνε. Και δείχνουνε το μέρος όπου πονάνε.

— Πάλι δεν το καταλαβαίνω, πάτερ μου, το νόημα των λόγων, που μου λέτε, απάντησε ο κ. Σταύρος. Δεν πονώ εγώ, αλλά θέλω να ξέρω τι στάση, να κρατήσω σε κάποιον, που αμάρτησε φανερά. Θα τον συγχωρήσω η όχι;

— Τη συγχώρηση πρέπει να τη δίνουμε σε όλους, όπως κάνει και ο ίδιος ο Θεός. «Βρέχει επί δικαίους και αδίκους», λέγει το Ευαγγέλιον. Διότι όλοι είμαστε αμαρτωλοί και όλοι θα έπρεπε να καταδικασθούμε, για τις αμαρτίες μας, λίγες η πολλές. Για αυτό πρέπει να συγχωρούμε και να ευχόμαστε στον Θεό να συγχωρήσει και τον αμαρτωλό και εμάς, που αμαρτάνουμε και πολύ συχνά δεν καταλαβαίνουμε τι κάνουμε η τι δεν κάνουμε.

Αν, όμως, είμαστε αδύναμοι πνευματικώς και η συμπεριφορά του άλλου μας επηρεάζει αρνητικά, τότε πρέπει να μη τον κατηγορούμε, αλλά να τον αποφεύγουμε και να μην έχουμε μαζί του συναναστροφές και συνέπειες. Και αν είναι αιρετικός τότε να τον αποφεύγουμε τελείως και να μη τον δεχόμαστε. Γιατί η συντροφιά με τους αιρετικούς είναι επικίνδυνη, μπορεί να μας δηλητηριάσει και να μας θανατώσει πνευματικά. Γενικώς για τους αμαρτωλούς πρέπει να θυμόμαστε τα λόγια του Μ. Βασιλείου: «Φθείρουν ήθη χρηστά ομιλίαι κακαί». Δηλαδή η συντροφιά με τους αμαρτωλούς μπορεί να φθείρει και τους καλούς χαρακτήρες.

— Αυτό το γνωρίζω, συνέχισε ο κ. Σταύρος, που επέμενε στην γνώμη του. Αυτό, που δεν ξέρω είναι το πως και το γιατί της συγχωρήσεως των άλλων ανθρώπων.

— Το πως μας το είπε ο Χριστός: «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιω. ίε’ 5).

Χρειάζεται η δική του βοήθεια, είπε ο Γέροντας. Για αυτό και πρέπει να ζητούμε συνεχώς την βοήθειά του. Αν εκείνος δεν βοηθήσει, τίποτε καλό δεν μπορούμε να κάνουμε. Όσον για το «γιατί», αυτό μας το λέγει το Ευαγγέλιο: «Εάν γαρ αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο Πατήρ υμών ο ουράνιος• εάν δε μη αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, ουδέ ο πατήρ υμών αφήσει τα παραπτώματα υμών» (Ματθ. στ’ 14-15). Να γιατί πρέπει να συγχωρούμε τους άλλους, όσον και αν αμάρτησαν. Από την συγχώρηση, αγαπητέ μου, αρχίζει η αγάπη. Διάβασε το ιγ’ Κεφάλαιο της Α’ Επιστολής του Αποστόλου Παύλου προς Κορινθίους και τότε θα καταλάβεις το γιατί πρέπει να συγχωρούμε.

— Την έχω διαβάσει, πάτερ μου, αλλά πάλι αδυνατώ να κατανοήσω τι θέλετε να πείτε με το πως και το γιατί…

— Τότε θα σου μιλήσω, φίλτατε, με άλλο παράδειγμα, για να γίνω πιο σαφής, ξανάπε ο π. Ιάκωβος. Άνοιξε την δεξιά σου παλάμη από το μέσα μέρος και τέντωσε την όσον μπορείς.

Ο κ. Σταύρος τέντωσε την παλάμη του δεξιού του χεριού και περίμενε. Τότε ο Γέροντας πήρε το ποτήρι με το νερό, που βρισκόταν πάνω στο τραπέζι και έριξε λίγο πάνω στην παλάμη του επισκέπτη του. Το νερό, καθώς ήταν φυσικό, κύλησε από το χέρι και χύθηκε κάτω και δεν έμεινε στην ανοιχτή παλάμη ούτε σταγόνα.

— Τώρα κάνε κούρμπα την παλάμη σου, είπε ο Γέροντας.

— Τι θα πει κούρμπα, πάτερ μου; Δεν ξέρω την λέξη…

— Κούρμπα στο χωριό μου λένε την καμπύλη, εξήγησε ο π. Ιάκωβος. Κάνε, λοιπόν, την παλάμη σου κυρτή, σαν λακκούβα, όπως παίρνεις το νερό, για να πλυθείς.

Υπάκουσε ο κ. Σταύρος και ο Γέροντας έριξε πάλι στην χούφτα του λίγο νερό από το ποτήρι και έμεινε το νερό στο χέρι του κ. Σταύρου.

— Αυτό είναι, που πρέπει να κάνουμε όταν θέλουμε να μάθουμε μίαν αλήθεια και πιο πολύ όταν θέλουμε να συγχωρήσουμε κάποιον αμαρτωλό, εξήγησε ο π. Ιάκωβος. Σκύβουμε το κεφάλι της λογικής μας μπροστά στην αλήθεια, ταπεινώνουμε τον εαυτό μας, που νομίζει ότι όλα τα ξέρει και όλα μπορεί να τα καταλάβει, ομολογούμε την αδυναμία μας και τότε ο Θεός μας δίνει άφθονη την χάρη του και για να καταλάβουμε και για να ενεργήσουμε σωστά.

Αυτό κάνουμε και όταν θέλουμε να συγχωρήσουμε και να πλησιάσουμε τον Χριστό της αγάπης, που συγχωρεί και βοήθα όσους ζητούν ταπεινά την βοήθειά του. Χωρίς ταπείνωση, ούτε τον εαυτόν μας μπορούμε να συγχωρήσουμε και να τον αγαπήσουμε πραγματικά.

Αυτό μας δίδαξε ο Χριστός και με την ζωήν και με τον λόγον του. Και αυτό πρέπει να κάνουμε κι εμείς, αν θέλουμε να δούμε «Θεού πρόσωπον». Να ταπεινωθούμε πρώτα μπροστά στον Θεόν, ως αμαρτωλοί που είμαστε και Εκείνος θα μας βοηθήσει να ταπεινωθούμε και μπροστά στους ανθρώπους, να τους συγχωρήσουμε και να καταλάβουμε ότι αλλιώς δεν γίνεται τίποτα.

Ο κ. Σταύρος φαίνεται ότι κατάλαβε αυτήν τη φορά και έσκυψε το κεφάλι του μπροστά στον Γέροντα, σαν να ζητούσε συγχώρηση για την διανοητική του έπαρση και την ψυχική του αλαζονεία. Γιατί αυτό το νόσημα της έπαρσης και της αλαζονείας τυφλώνει και ξεστρατίζει την ψυχή του ανθρώπου. Τότε ο π. Ιάκωβος, που είδε διακριτικά την μεταστροφή του επισκέπτη του, θέλησε να βάλει, ωσάν περισπωμένη στο ρήμα «αγαπώ» τον επίλογο της κουβέντας τους, είπε:


— Ο Χριστός μας έδωσε τον λεγόμενον «χρυσόν κανόνα» ζωής ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους: «Πάντα ουν όσα αν θέλητε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, ούτω και υμείς ποιείτε αυτοίς ούτος γαρ εστίν ο νόμος και οι προφήται» (Ματθ. ζ’ 12). Δηλονότι, αν θέλεις να σε συγχωρούν οι άλλοι, συγχώρησε τους άλλους πρώτος εσύ. Αμήν. 

Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου εν Ιαροσλάβλ

 Η ιερή εικόνα της Θεοτόκου του Ιαροσλάβλ (Πετσέρκ) υπήρχε στην ομώνυμη πόλη. Η Αλεξάνδρα Ντομπίτσκινα, που υπέφερε τρομακτικά για δεκαεπτά χρόνια από ψυχική και σωματική ασθένεια, είδε το 1823 μ.Χ. σε όραμα μία εκκλησία με την εικόνα της Θεοτόκου. Αποφάσισε να ψάξει για ο ναό του Ιαροσλάβλ και την εικόνα που είχε δει στο όραμα. Όταν εισήλθε στο ναό, η λυπημένη Αλεξάνδρα είδε στον τοίχο την απεικόνιση της Θεοτόκου των Σπηλαίων. Ξαφνικά είχε μία ισχυρή κρίση πυρετού, μετά την οποία ήλθε η ανακούφιση και η πλήρης θεραπεία από την πολύχρονη ασθένεια. Από τότε η εικόνα επιτελεί πολλά θαύματα σε εκείνους που προστρέχουν με πίστη και ευλάβεια προς την Υπεραγία Θεοτόκο.

Άγιος Ισίδωρος ο Θαυματουργός ο διά Χριστόν σαλός

 Ο Άγιος Ισίδωρος Τβερντίσλοβ (= πιστός του Λόγου), γεννήθηκε στην Γερμανία από πλούσιους γονείς. Μεγαλωμένος σε Ρωμαιοκαθολικό περιβάλλον, μεταστράφηκε αργότερα στην Ορθόδοξη πίστη. Από τη νεότητά του έζησε ασκητικό βίο και είχε στην καρδιά του μεγάλη ευσπλαχνία για τους ανθρώπους. Επιθυμώντας τη Βασιλεία του Θεού ο Άγιος εγκατέλειψε την πατρική οικία, διαμοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς και άρχισε να ζει περιπλανώμενος. Τελικά έφθασε στη Ρωσία και αποφάσισε να ζήσει στο Ροστώβ. Εδώ ο Άγιος Ισίδωρος ζούσε μέσα στο χιόνι και στο κρύο, υπομένοντας κάθε προσβολή. Εγκαταστάθηκε σε μία σαθρή ξύλινη καλύβα, την οποία έφτιαξε ο ίδιος. Επέλεξε ένα ακατανόητο τρόπο ζωής για το Όνομα του Χριστού, τον οποίο ο Απόστολος Παύλος περιγράφει στην Α' Επιστολή του προς Κορινθίους.


Ο Άγιος Ισίδωρος περνούσε τον καιρό του με αδιάλειπτη προσευχή, μη επιτρέποντας στον εαυτό του πολύ ύπνο ή ξεκούραση. Στεκόταν όλη τη νύχτα άγρυπνος και δοξολογούσε τον Θεό.


Την ημέρα ο Άγιος έκανε τους γύρους της πόλεως, ενεργώντας ως σαλός. Όπως ο Ιώβ ο παλαιός στην υπομονή του, έτσι και ο Άγιος Ισίδωρος, ενώ ήταν ακόμα ζωντανός, ήταν μαζί επίγειος Άγγελος και ουράνιος άνθρωπος, μια φιλεύσπλαχνη ψυχή, αγνός στη σκέψη, με άγρυπνη καρδιά, πίστη ακαταίσχυντη και αληθινή αγάπη χωρίς υποκρισία. Κατά την διάρκεια του βίου του αξιώθηκε από τον Θεό να επιτελεί θαύματα.


Ο Άγιος Ισίδωρος κοιμήθηκε με ειρήνη το 1474 μ.Χ. Οι Χριστιανοί πληροφορήθηκαν την κοίμησή του μόνο όταν περνώντας έξω από την καλύβα του ένιωσαν την ευωδία, που ανέδιδε το ιερό λείψανό του. Στον τόπο του ενταφιασμού του Αγίου, κτίσθηκε ο ναός της Αναλήψεως του Κυρίου, στον οποίο φυλάσσονται τα λείψανά του.


Ο Άγιος Ισίδωρος ονομάζεται Τβερντίσλοβ (πιστός του Λόγου), επειδή ομιλούσε συνεχώς για τον Ιησού Χριστό.

Όσιος Νικήτας εκ Κιέβου

 Ο Όσιος Νικήτας καταγόταν από την Ρωσία και ήταν κατά σάρκα αδελφός του Οσίου Νίκωνος , ηγουμένου της Λαύρας του Κιέβου. Μόνασε στη μονή των Σπηλαίων του Κιέβου, αλλά το ανυπάκουο του χαρακτήρα του τον οδήγησε στο να εγκαταλείψει την κοινοβιακή ζωή και τους Πατέρες και να ζήσει, ως μοναχός, απομονωμένος σε ένα κελί που έφτιαξε για τον εαυτό του. Ο Όσιος Νίκων, που δεν έδωσε την ευλογία του για την απομάκρυνση του μοναχού Νικήτα είδε με θλίψη την πράξη του και περίμενε με φόβο την τιμωρία της παρακοής του. Πράγματι, η δοκιμασία δεν άργησε να έλθει. Μια μέρα και ενώ ο Όσιος Νικήτας προσευχόταν, ο διάβολος μεταμορφωμένος σε Άγγελο Κυρίου, παρουσιάσθηκε μπροστά του και του είπε να μην προσεύχεται πλέον, αλλά να μελετά τις Αγίες Γραφές. Το έργο της προσευχής θα αναλάμβανε αντί του Οσίου ο ψευτοάγγελος. Ο Όσιος υπέκυψε στον πειρασμό. Νόμισε ότι κατά θεία παραχώρηση και λόγω των ασκητικών του αγώνων ο Θεός του χάρισε αυτή τη μεγάλη δωρεά. Έτσι σταμάτησε την προσευχή και άρχισε τη μελέτη. Μελέτη όμως του λόγου του Θεού χωρίς προσευχή δεν γίνεται. Έτσι η καρδιά του περιέπεσε σε ακηδία και πνευματικό λήθαργο, γι’ αυτό δεν κατάφερε να τελειώσει ούτε τη μελέτη της Αγίας Γραφής.


Ο Όσιος άρχισε ξαφνικά να προφητεύει μόνο τα μέλλοντα κακά: κλοπές, εγκλήματα, κακές ενέργειες και πράξεις, όλα δηλαδή εκείνα που κατεργάζεται ο διάβολος, ο πατέρας του ψεύδους και της κακίας. Η φήμη του απλώθηκε παντού και όλοι τον θαύμαζαν για την ακριβή εκπλήρωση των προφητικών του λόγων. Οι Πατέρες της μονής άρχισαν να καταλαβαίνουν ότι ο Όσιος Νικήτας είχε πέσει σε πλάνη και είχε οδηγηθεί από τον σατανά σε οδό απωλείας. Έτσι ξεκίνησαν θερμή προσευχή για να φωτισθεί ο νους του Οσίου και να σωθεί. Χάρη στην προσευχή των συνασκητών του, των Αγίων εκείνων Πατέρων, που από αγάπη για τον άνθρωπο προσεύχονταν και για τον αδελφό τους, ο νους του Οσίου φωτίσθηκε και άρχισε πάλι να προσεύχεται και να βιώνει τους αληθινούς καρπούς της μοναχικής πολιτείας, της αρετής και της ασκήσεως. Ο Θεός όχι μόνο έκανε δεκτή τη μετάνοιά του, αλλά και τον αξίωσε του χαρίσματος της θαυματουργίας.


Λόγω της οσιακής ζωής του ο Άγιος Νικήτας, το έτος 1096 μ.Χ., εξελέγη Επίσκοπος Νόβγκοροντ. Αφού ποίμανε αξίως και θεοφιλώς το ποίμνιό του, κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 1109 μ.Χ. και το ιερό λείψανό του ενταφιάσθηκε στον ιερό ναό των Αγίων και Δικαίων Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης του Νόβγκοροντ.

Άγιος Cartage Επίσκοπος Λίσμορ

 Ο Άγιος Cartage (Καρτέγιος) καταγόταν από την Ιρλανδία και ήταν ιδρυτής της περίφημης μονής του Ραθανόφφαλυ, που είχε περί τους οκτακόσιους εξήντα μοναχούς. Το 635 μ.Χ. αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει τη μονή και να εγκατασταθεί στο Λίσμορ, όπου εξελέγη Επίσκοπος. Αφού έζησε και ποίμανε το ποίμνιό του θεοφιλώς, κοιμήθηκε με ειρήνη το 637 μ.Χ.

Άγιος Ιωάννης ο Νεομάρτυρας ο Βούλγαρος ο χρυσοχόος

 Ο Νεομάρτυρας αυτός καταγόταν από την πόλη Σούμνα της Βουλγαρίας και έκανε το επάγγελμα του Χρυσοχόου. Ήταν ωραίος στην όψη και ενάρετος.


Απέναντι όμως από το εργαστήριο του, κατοικούσε μια τούρκικη οικογένεια, που είχε μια νεαρή κόρη, η οποία προσπαθούσε να ελκύσει τον 18χρονο Ιωάννη. Επειδή όμως δεν τον κατάφερε, συκοφάντησε τον Ιωάννη ότι δήθεν αποπειράθηκε να τη βιάσει. Τότε ο μάρτυρας οδηγήθηκε στον κριτή και σύμφωνα με την εκδοθείσα απόφαση, έπρεπε ή να τουρκέψει και να παντρευτεί την τουρκοπούλα ή να δαρεί μέχρι θανάτου. Ο Ιωάννης απάντησε ότι, προτίμα να πεθάνει παρά να αρνηθεί τον Χριστό. Τότε τα βασανιστήρια που ακολούθησαν ήταν φρικτά και βάρβαρα. Τον έδειραν ανελέητα, έσχισαν το σώμα του, έκαψαν τις πληγές του με αναμμένες λαμπάδες και τελικά τον αποκεφάλισαν στις 14 Μαΐου 1802 μ.Χ.


Μαρτύριο του Άγιου συνέγραψε ο Ιερομόναχος Νικηφόρος ο Χίος.