Χριστιανικές Σκέψεις
xristianikesskepseis@gmail.com
Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026
Είμαι η Μαρίνα! Και είμαι 15 και όχι 21!
Φίλες και Φίλοι , διαβάστε αν θέλετε το πιό κάτω θαύμα που έγινε εδώ στο σπίτι της Αγίας Μαρίνας στο Θησείο σε ένα στενό πιό πάνω από το σπίτι Της σε μία αγνή ψυχούλα .
Έχω τύχει να βιώσω με τα ίδια μου τα μάτια δύο θαύματα στην Εκκλησία της Αγίας Μαρίνας, όταν ήμουν παιδί και ο κόσμος κατά εκατοντάδες πήγαινε απο βραδύς στη νυχτερινή Λειτουργία .
"Είμαι η Μαρίνα, γιαγιά, είμαι 15 ετών, με γνωρίζεις,έχεις έρθει πολλές φορές στο σπίτι μου στο Θησείο !" . Και "15, όχι 21 ! 15, όχι 21 ! 15, όχι 21 !!!" .
(Η θαυμαστή εμφάνιση της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Μαρίνας όπως αναφέρεται στο βίο του αγιασμένου ιεροκήρυκα Δημητρίου Παναγοπούλου και στον καθηγητή Παναγιώτη Τρεμπέλα αντιστοίχως).
Ο αείμνηστος ιεροκήρυκας, ο ευλαβέστατος Δημήτριος Παναγόπουλος κάποια χρονιά επειδή πλησίαζε η εορτή της Αγίας Μαρίνας ήθελε να γράψει κάτι για την Αγία λόγω που το περιοδικό που εξέδιδε το είχε αφιερώσει σε εκείνην.Διάβαζε λοιπόν τους Συναξαριστές και άλλα βιβλία τα οποία περιέγραφαν το Βίο και τα Μαρτύρια της Αγίας.Όλα καλά τα έβρισκε και κρατούσε τις σημειώσεις που ήθελε.Ένα σημείο όμως δεν του άρεσε,δεν συμφωνούσε,δεν το έβρισκε καθόλου σωστό.Και αυτό ήταν η ηλικία της Αγίας.Όλοι οι βιογράφοι της ανέφεραν πως η Αγία μαρτύρησε 15 ετών! Αυτό δεν το δεχόταν,δεν μπορούσε να το καταλάβει.Δεν είναι δυνατόν-έλεγε-να υποστεί ένα τόσο μεγάλο μαρτύριο ένα παιδί 15 ετών και μάλλιστα κοπελλίτσα.Και κατέληγε πως οι βιογράφοι της έκαναν λάθος ή ήταν τυπογραφικό λάθος ότι δηλαδή ήθελαν να γράψουν 25 ή 35 ετών και από απροσεξία έγραψαν 15.Έτσι σκέφτηκε να γράψει χωρίς να αναφέρει την ηλικία της Αγίας.Αλλά και πάλι δεν τον ανέπαυε αυτή η λύση,του φαινόταν μεγάλη παράληψη.Και έτσι περνούσαν οι μέρες και δεν μπορούσε να αποφασίσει τι θα κάνει τελικά.Ένα απόγευμα όμως τον επισκέφτηκε μια ηλικιωμένη κυρία πολύ πτωχή, την οποία πάντα βοηθούσε οικονομικώς ο αείμνηστος ιεροκήρυκας, την κυρά Δέσποινα όπως την αποκαλούσε.Αφού πήρε το βοήθημα, του λέει η κυρά Δέσποινα :"κύριε Δημήτρη μου θέλω να σου πω κάτι που μου συνέβη σήμερα.Εκεί στο ημιυπόγειο δωματιάκι που μου έχει χαρίσει η αγάπη του κόσμου,το πρωί που σκούπιζα βλέποντας προς το μικρό παραθυράκι που είναι ίσα με το δρόμο, βλέπω ένα κοριτσάκι με σχολική ποδιά και με κοτσίδες πολύ όμορφο και μου λέει
-" Γεια σου γιαγιά,τι κάνεις ;
- Καλά παιδί μου,ποια είσαι ;
- Είμαι η Μαρίνα γιαγιά,με γνωρίζεις,έχεις έρθει πολλές φορές στο σπίτι μου στο Θησείο ! (Στο Θησείο, ως γνωστόν, βρίσκεται ο παλαιός ιστορικός ναός της αγίας Μαρίνας, μεγάλο προσκύνημα για τους Αθηναίους).
- Δεν γνωρίζω κόρη μου καμιά Μαρίνα στο Θησείο !
- Πως! Με γνωρίζεις γιαγιά είμαι η Μαρίνα και είμαι 15 ετών και μένω στο Θησείο !
Και μόλις τα είπε αυτά την έχασε από τα μάτια της !
-Τι είναι αυτό κυρ Δημήτρη μου;Δεν καταλαβαίνω τίποτε !"
Τότε κατάλαβε ο μακαριστός Ιεροκήρυκας ότι αναγκάσθηκε η Αγία Μαρίνα να του απαντήσει για το θέμα της ηλικίας της που τον απασχολούσε μέσω της κυρά Δέσποινας.Δαγκώθηκε,δάκρυσε και συγκλονισμένος της λέει :"Μην ασχολείσαι κυρά Δέσποινα με αυτά,δεν είναι για όλους.Αυτά είναι για κάποιους άλλους ανόητους... και εννοούσε τον εαυτό του που δυσπίστησε ότι η Αγία μαρτύρησε στην ηλικία των 15 ετών.
Έκτοτε όχι μόνο δεν τολμούσε να αμφισβητήσει τα γραφόμενα των βιβλίων αλλά έλεγε ότι στα θέματα αυτά δεν έχουν καμία θέση ούτε η λογική μας,ούτε τα νομίζω τα δικά μας ούτε το εγώ το δικό μας!
Παρόμοια εμπειρία είχε και ο αείμνηστος Παναγιώτης Τρεμπέλας, καθηγητής Θεολογίας στο Κ.Π.Α..
Είχε κληθεί να μιλήσει σε Ναό την ημέρα της εορτής της. Την παραμονή το βράδυ προβληματίστηκε με το νεαρό της ηλικίας της όταν εκλήθη στο Μαρτύριο. Θα πώ : 21 και όχι 15 ετών, το 15 θα είναι υπερβολές του Συναξαριστή. Ακούει λοιπόν κτυπήματα στην μπαλκονόπορτα του δωματίου όπου εφιλοξενείτο. Βγαίνει στο μπαλκόνι και βλέπει ένα κοριτσάκι κρεμασμένο στα κάγκελα του μπαλκονιού να του λέει τρεις φορές μετ'επιτάσεως : 15, όχι 21.
Είμαι η Μαρίνα και οι δύο άλλες αδελφές μου, είναι η Παρασκευή και η Αικατερίνα που συγκατοικούν με εμένα στο Μοναστήρι!(Ι.Μονή Αγ Μαρίνας Άνδρου)
Η Ιερά Μονή της *Αγίας Μαρίνας «από τα σπουδαιότερα προσκυνήματα» με το αγίασμα και τη θαυματουργική εικόνα της αγίας, βρίσκεται στην περιοχή των «Αποικίων» βόρεια της Χώρας της «Άνδρου». Η μονή πανηγυρίζει στις (17 Ιουλίου) στην μνήμη της Αγίας Μαρίνας παρουσία χιλιάδων προσκυνητών...
Η μονή, αφιερωμένη στην Μεγαλομάρτυρα Αγία Μαρίνα χρονολογείται από το 1325, όταν στην περιοχή «παρουσιάζεται θαυματουργικά» η *Αγία Μαρίνα σε γέροντα ασκητή και του υποδεικνύει να βρει την «κεκρυμμένη εικόνα» της σε μια σχισμή ενός βράχου, όπως και έγινε. Έτσι ιδρύεται η Ιερά Μονή Αγίας Μαρίνας «Άνδρου». Η αίγλη της Ιεράς Μονής αλλά και τα περίφημα εργόχειρα των εργαστηρίων αργυροποιείας, χαρακτικής και μεταξιού της, απλώνουν τότε τη φήμη της παντού.
Η Μονή Αγίας Μαρίνας στην Άνδρο είναι αφιερωμένη στη Μεγαλομάρτυρα του 3ου αιώνα μ.Χ. Είναι ένα από τα σπουδαιότερα προσκυνήματα στην Ελλάδα και βρίσκεται στην περιοχή του χωριού των Αποικίων. Η ίδρυση της χρονολογείται το 1325 μ.Χ όταν η Αγία Μαρίνα παρουσιάζεται θαυματουργικά σε ένα γέροντα ασκητή με οδηγίες για την θέση της κρυμένης εκόνας της στη σχισμή ενός βράχου. Ο γέροντας με την οικονομική αρωγή του αυτοκράτορα Εμμανουήλ Β΄ Κομνηνού ιδρύει την Ιερά Μονή της Αγίας Μαρίνας στην Άνδρο.
Στη διάρκεια του 16ου αιώνα η Μονή Αγίας Μαρίνας δέχεται επιδρομές πειρατών με συνέπεια να καεί 3 φορές και παρακμάσει. Το 1743 η αίγλη της έχει χαθεί και στεγάζει μόνο 5 υπερήλικες μοναχούς. Με συνεχόμενα θαύματα και οράματα ο Ιερώνυμος Σωφρόνιος φτάνει στην Μονή και την ανακαινίζει εκποιώντας όλη του την περιουσία στην Πελοπόννησο. Το 1746 μετατρέπει το μοναστήρι σε γυναικεία μονή. Το 1883 η Ιερά Μονή Αγίας Μαρίνας αναγκάζεται να κλείσει και μετατρέπεται σε στάβλο κατόπιν διατάγματος των Βαυαρών αντιβασιλέων. Η εικόνα σώζεται σε αναγκαστική δημοπρασία από της οικογένεια Εμπειρίκου. Παραμένει για 146 χρόνια στο στην Παναγία της Χώρας.
ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΑΡΙΝΑΣ ΑΝΔΡΟΥ
Η ίδρυσης της Ιεράς Μονής χρονολογείται από το 1325 στην περιοχή Λίτρες της Άνδρου, με θαυματουργικό τρόπο αφού η Αγία Μαρίνα παρουσιάσθηκε σε ένα γέροντα ασκητή της εποχής στον τόπο αυτό (σημερινά Αποίκια), που του υπέδειξε να βρει την κεκρυμένη σε μια σχισμή ενός βράχου εικόνα της.
Ο αυτοκράτωρ Εμμανουήλ Παλαιολόγος, τον ενισχύει οικονομικά και ιδρύει την Μονήν.
Κατά τον 16ον αιώνα, ύστερα από επιδρομές πειρατών κατακαίεται τρεις φορές η Μονή, και οι λιγοστοί μοναχοί που είχαν απομείνει δεν μπορούν να δώσουν την παλαιά αίγλη στην Μονή.
Το έτος 1743 η Μονή πια ευρίσκεται σε τελεία παρακμή και μόνο πέντε υπέργηροι Μοναχοί υπάρχουν στη Μονή. Όμως η Αγία Μαρίνα, με νέο θαύμα, φέρνει στη Μονή της τον Ιερομόναχο Σωφρόνιο τον Πελοππονήσιον, που με συνεχή οράματα, τον κρατά στην Μονή, και που εκποιώντας την περιουσία του στην Πελοπόννησο, ανακαινίζει τη Μονή και την μετατρέπει σε γυναικεία το έτος 1746. Πολλές αρχοντοπούλες της Άνδρου ενδύονται το αγγελικό σχήμα, και φθάνει ο αριθμός των Μοναζουσών, πλέον τας εκατόν (100). Η αίγλη της Μονής και η φήμη της, γίνεται γνωστή σ’ όλο τον τότε κόσμο, αφού το αργυροποιείο, η χαρακτική, και η βιοτεχνία του μεταξοσκώληκα, είναι το παγκόσμιο γνώρισμά της.
Όμως δεν άργησε και πάλι η Μονή, να δοκιμασθεί όσο ποτέ άλλοτε, και να κλείσει με διάταγμα του Όθωνα, διά του Βαυαρού Υπουργού Εσωτερικών Μάουερ, που εδίδετο εντολή να κλείσουν 417 Μοναστήρια –μεταξύ των οποίων ήτο και η Μονή της Αγίας Μαρίνης Άνδρου – να δημευθεί η περιουσία τους και οι Μοναχοί ή Μοναχές να μετατεθούν στα Μοναστήρια που παρέμειναν, ή να κοσμοποιηθούν. Τούτο εγένετο το έτος 1833.
Την εικόνα της Αγίας Μαρίνης την θαυματουργή, την αγόρασε σε δημοπρασία η ιστορική Οικογένεια Εμπειρίκου, και την διαφύλαττε στον κεντρικό Ναό της Χώρας, την Παναγία, επί 146 έτη. Η ιερά Μονή μετατρέπεται σε στάβλο ζώων, γκρεμίζονται και σχεδόν ισοπεδώνονται τα κτήρια, και μια όμορφη μάζα από πέτρες και ξύλα και ακαθαρσίες ζώων και ανθρώπων που περνούν από εκεί, για να σταβλίσουν τα ζώα τους (αρνιά, κατσίκια, βόδια, άλογα), είναι η εικόνα που αντικρίζει ο περαστικός.
Από εδώ και κάτω φίλοι αναγνώστες θα αφήσουμε τον Ηγούμενο π. Κυπριανό, και πρώην Αρχοντάρη της Ιεράς Μονής Κωνσταμονίτου του Αγίου Όρους να μας πει, πώς με την βοήθεια της Αγίας Μαρίνης και των Αγίων Αικατερίνης και Παρασκευής επανοικοδομήθηκε και ανασυστάθηκε η Μονή, για να ομοιάζει σήμερα με ολόλευκο Πύργο και παλάτι φιλοξενίας και αγάπης Χριστού.
Το έτος 1975 είμαι διάκονος του Σεβ/τάτου Μητροπολίτου Σύρου, Τήνου, Άνδρου κ.λ.π. κ. Δωροθέου, και προσωπικός του ακόλουθος. Με έπαιρνε πάντοτε μαζί του, σαν διάκονό του, στις ιεροτελεστίες των εορταζόντων Μονών ή Ναών.
Την 20η Ιουλίου του έτους εκείνου ενθυμούμαι ότι πήγαμε μαζί στην Ιερά Μονή του Αγίου Νικολάου της Άνδρου. Διερχόμενοι από το ερειπωμένο κάστρο και τη Μονή της Αγίας Μαρίνης κάμνει μια ευχή, όπως μου είπε αργότερα:
«Αγία μου Μαρίνα να με αξιώσεις, πριν κλείσω τα μάτια μου, να σε δω τουλάχιστον καθαρισμένη... ως πότε θα σε βλέπω να παραμένεις στάβλος».
Στη συνέχεια της ενδόμυχης ευχής του απευθύνεται σε μένα και μου λέγει : «Κυπριανέ άκουσες τι ευχή έκανα».
Όχι, του απαντώ, και μου φανερώνει την ευχή.
Του απαντά η ταπεινότης μου: «Να σε αξιώσει Δέσποτά μου η Αγία Μαρίνα, να δεις τη Μονή της όπως επιθυμείς».
Τρεις φορές κατά τη διαδρομή ο Σεβασμιότατος μου επανέλαβε, έντονα την ευχή του για τη Μονή της Αγίας Μαρίνης, και τις τρεις φορές έλαβε την ίδια απάντηση από την ταπεινότητά μου, ώσπου μετά το πέρας της λειτουργίας, επήγε ο καθένας στα ίδια. Η ελαχιστότης μου έμεινε στο πατρικό σπίτι στην Άνδρο, στο χωριό που μέχρι σήμερα εφημερεύω, και που είχα πρόγραμμα να κτίσω Ναό του Αγίου Κυπριανού. Με τη σκέψη αυτή, ξάπλωσα να ξεκουραστώ αλλά δεν πρόφτασα, διότι με πρόλαβε το τηλεφώνημα του Αρχιερατικού Επιτρόπου, που έλεγε:
«Ο Δεσπότης Κυπριανέ, προτείνει σε σένα και σε μένα να αναστηλώσουμε τη Μονή της Αγίας Μαρίνης και ο Δεσπότης μας, θα φροντίσει να γίνει, με υπουργικό διάταγμα, η ανασύσταση της Μονής».
Αρνήθηκα να δεχτώ την πρόταση του Δεσπότη μας στον Αρχιερατικό επίτροπο, αν και μου επανέλαβε επί τρεις συνεχείς ημέρες, λέγοντάς του τα σχέδιά μου, και ότι έχω υπό την προστασία μου την υπερήλικη μητέρα μου.
Αισθανόμενος, ύστερα από αυτή την άρνησή μου, άσχημα ανέβηκα στο δωμάτιό μου, για να αναπαυθώ, έκαμα την προσευχή μου, σε μια εικόνα της Αγίας Μαρίνας, λέγοντάς της τα εξής :
«Αγία μου Μαρίνα μη εκλάβεις την άρνησίν μου, σαν άρνησιν προς το Άγιον πρόσωπό σου. Εγώ σε αγαπώ, είσαι η αγαπημένη, από τις αγαπημένες μου Αγίες, και εσύ γνωρίζεις τον ιερό μου πόθο. Πεπεισμένος ότι τα είχα βρει με την Αγία Μαρίνα έπεσα ήσυχος να κοιμηθώ. Δεν ενθυμούμε τι ώρα ήτο και αν ήμουν κοιμώμενος ή έξυπνος, όταν νοιώθω σε κάποιο σημείο του δωματίου να γίνεται σεισμός και να συνταράσσεται το δωμάτιο. Σκέφθηκα ότι αν είναι σεισμός, έχω δύο σκάλες να κατέβω, οπότε δεν προλαμβάνω και θα με καταπλακώσουν τα ερείπια. Έκαμα το Σταυρό μου και είπα : «Κάθισε εδώ Κυπριανέ και σκεπάσου με την κουβέρτα και ότι πει ο Θεός».
Εκείνη τη στιγμή νοιώθω κάτι να με αρπάζει και να με τοποθετεί κάπου. Ξυπνάω λοιπόν και βλέπω ότι ευρισκόμουν στα ερείπια της Αγίας Μαρίνης – σε απόσταση οκτώ χιλιομέτρων από το σπίτι μου – και διαλογιζόμουν:
«Τι είναι αυτά που λέει ο Δεσπότης μου, είναι δυνατόν να αναστηλωθεί αυτή η Μονή που είναι πετρωμένα μπάζα, να κοπούν τα πελώρια δένδρα που είχαν γίνει δάσος κ.λ.π. εμπόδια».
Κάνοντας αυτούς τους διαλογισμούς, βλέπω να σχίζεται στα δύο το Νότιο μέρος του τοίχους, να ανοίγει σαν συρταρωτή πόρτα, και να παρουσιάζεται ένας αμαξωτός δρόμος που έφθανε στην κορυφή του βουνού, και να ξεπροβάλλουν τρεις νέες Μοναχές που μου έκαμαν νεύμα να σταματήσω εκεί που ήμουν, διότι ερχόντουσαν να με συναντήσουν.
Μέσα σε λίγα λεπτά ήλθαν μπροστά μου η μία πίσω από την άλλη – και η πρώτη παίρνει το λόγο – με χαιρετάει και μου λέγει :
«Χαίρε Κυπριανέ…».
Εγώ φοβούμενος από το παράδοξο αυτό θαύμα που βλέπω, κάμνω μια υπόκλιση σεβασμού και λέγω :
«Ευλογείτε Γερόντισσες…».
Τότε αυτή που με χαιρέτησε, επιτακτικά μου λέγει :
«Θα κτιστεί το Μοναστήρι Κυπριανέ, και να δεχθείς την εντολή του Δεσπότη σου». Άρχισα τότε εγώ να προφασίζομαι, με πολλά «πως», πω τούτο, πώς εκείνο, θέλουμε πολύ νερό και δεν υπάρχει Γερόντισσα.
Τότε με πάει σε ένα μέρος της Μονής και μου λέγει :
«Εδώ έχω νερό Κυπριανέ, για να πίνει όλη η Άνδρος».
Πράγματι ευρέθη το άφθονο νερό στο σημείο που μας υπέδειξε η Αγία Μαρίνα.
Συνεχίζω εγώ όμως την άρνησή μου και τις προφάσεις μου λέγοντάς της :
« Γερόντισσα ποιος θα πείσει τους τσοπαναραίους να πάρουν τα πρόβατά τους, τα κατσίκια τους και τα βόδια τους και τα άλογά τους; Ποίος θα πείσει τον Παπαγιάννη ότι το εκκλησάκι που λειτουργεί είναι της Μονής και θα αποχωρήσει;».
Τότε με βγάζει έξω από το τείχος, και βλέπω στη σειρά τους δύο ιερείς των Αποικίων και τους κολίγους.
Απευθύνεται πρώτα στον Πατέρα Ιωάννη (την ευχή του να έχουμε, διότι εκοιμήθη) και του λέγει :
« Εσύ Παπά Γιάννη δεν θα δώσεις το κτήμα και την εκκλησία;» και ο Παπα-Γιάννης απάντησε θετικά με μια υπόκλιση.
Έπειτα απευθύνεται στον αρχηγό των τσοπαναραίων τον Ζανή Καλαμπούκη και του λέγει :
« Εσύ Ζανή δεν θα δώσεις εντολή να πάρουν τα ζώα τους από εδώ;».
Το ίδιο και ο Ζανής με μια υπόκλιση, έδωσε θετική απάντηση.
Έπειτα αφού με πήγε μέσα από το τείχος, εγώ συνέχιζα να αρνούμαι και της λέγω : « Γερόντισσα ο Αρχιερατικός Επίτροπος θέλει να αναλάβει την αναστήλωση, αναθέσατε σ’ αυτόν».
Τότε η απάντησίς Της σε αυστηρόν τόνο ήτο :
« Εσύ θα αναλάβεις Κυπριανέ, σ’ αυτόν θα μιλήσω άλλη ώρα».
Συνεχίζοντας μου λέγει σε γλυκό ύφος και τόνο :
« Εσύ θα αναλάβεις την αναστήλωση της Μονής Κυπριανέ και δεν θα χρειαστείς να κτυπήσεις άλλη πόρτα, για βοήθεια, - γιατί ξέρω, ότι αυτό σε στεναχωρεί – θα είμαι κοντά σου, εδώ, και ότι θέλεις θα το ζητάς από εμένα».
Τότε την ερώτησα :
« Ποία είσαι εσύ και ποίες είναι οι άλλες δύο, που με τόση σιγουριά, με τέτοια βεβαιότητα, μου λέγετε αυτά;» και ευθέως μου απάντησε :
« Δεν κατάλαβες Κυπριανέ!!! Είμαι η Μαρίνα και οι δύο άλλες αδελφές μου, είναι η Παρασκευή και η Αικατερίνα που συγκατοικούν με εμένα στο Μοναστήρι. Το διάταγμα του Όθωνα μας πέταξε έξω και μένουμε λίγο πιο πάνω από το Μοναστήρι. Θα ανοίξει όμως το Μοναστήρι και θα έλθουμε πάλι εδώ να κατοικήσουμε. Εμένα δε, θα με βλέπεις κάθε μέρα. Μαζί θα αγωνιστούμε να αναστηλώσουμε το Μοναστήρι. Να δεχθείς λοιπόν, την εντολή του Δεσπότη σου τ’ άκουσες Κυπριανέ;». με χαιρέτησε και κάμνει μία στροφή προς το δρόμο και κλείνει το τείχος σαν συρταρωτή πόρτα.
Τότε νέο σεισμό νοιώθω, ενώ ταυτόχρονα, νομίζω ότι με ξαναπέταξε ο σεισμός στο κρεβάτι μου. Ξυπνώντας από την ληθαργική, ενοραμική κατάσταση, βλέπω ότι πράγματι ευρίσκομαι στο κρεβάτι μου • ανάβω το φως και κοιτάζω το ρολόι που έδειχνε 3,45’ μ. μεσονύκτιο. Κάμνω το σταυρό μου, και στρέφοντας τα μάτια μου στην εικόνα της Αγίας Μαρίνης λέγω με το λογισμό μου:
«Αγία μου ήσουν Εσύ • ήμουν κοντά Σου • Μιλούσα μαζί Σου», τότε βλέπω τα μάτια της, στην εικόνα να ανοιγοκλείνουν, σαν να μου λέγουν. Να εγώ ήμουν».
Δεν χρειαζόμουν άλλα πλέον για να βεβαιωθώ ότι η Αγία, διάλεξε την ταπεινότητα μου, για να αναστηλώσω την Μονή της, και αμέσως παίρνω εκείνη την ώρα τον Αρχιερατικό, ο οποίος ακούγοντας τη φωνή μου ετρόμαξε και του λέγω να πει στο Μητροπολίτη μας, ότι δέχομαι να αναλάβω την αναστήλωση της Μονής της Αγίας Μαρίνης και ότι τα υπόλοιπα θα του τα εξηγούσα άλλη ώρα.
Από την επομένη, η ταπεινότης μου ευρίσκετο, με έναν κασμά, ένα φτυάρι και ένα καρότσι στο ερειπωμένο Μοναστήρι. Πέντε ολόκληρα χρόνια αγωνιζόμουν να ξεμπαζώσω το ερειπωμένο Μοναστήρι. Όμως η παρουσία παρουσία της Αγίας που μου υποσχέθηκε ήτο πάντοτε έντονη. Έγινε δε ακόμη πιο έντονη με την Εικόνα Της Ένας γέροντας, επίτροπος του ναού της Παναγίας στη Χώρα μου λέγει μια μέρα :
« Έμαθα πατέρα Κυπριανέ ότι άνοιξες το Μοναστήρι, έχε υπ’ όψιν σου, ότι η Εικόνα της Αγίας Μαρίνης που είναι σ’ αυτό το προσκυνητάρι είναι της Μονής, που την αγόρασαν η οικογένεια Εμπειρίκου και την τοποθέτησαν εδώ. Να μπορούσες να την πάρεις και να την πας στο Μοναστήρι, το Μοναστήρι θα σωζότατε».
Τότε θυμήθηκα την υπόσχεση της Αγίας Μαρίνας, ότι θα είναι παντού και πάντοτε μαζί μου, και αμέσως πηγαίνω στον εφημέριο του ναού της Παναγίας τον π. Νικόλαο και με παρακλητικό τρόπο, του ζητώ, αν είναι δυνατόν να μου δώσει την εικόνα που ανήκε άλλοτε στο Μοναστήρι. Το πώς δεν με έδειρε είναι απορίας άξιον, και με το δίκαιό του ο π. Νικόλαος, αφού όπως μου εξήγησε η εικόνα της Αγίας ετοποθετήθη, πριν τόσα και τόσα χρόνια, από τους ιδιοκτήτες της στο Ναό της Παναγίας. Η ταπεινότης μου του απαντά:
«Πατέρα Νικόλαε η Αγία Μαρίνα σε με τον ελάχιστον είπε, ότι θα είναι κοντά μου, θα είναι πάντοτε παρούσα και θα με βοηθάει στο έργο της Μονής της. Να κατέβει από τον Ουρανό είναι αδύνατο, μήπως εννοούσε ότι θα είναι κοντά μου, με την Ιερά και θαυματόβρυτο αυτή εικόνα Της;».
Δεν άντεξε και με έβγαλε έξω και δεν δέχτηκε καμιά άλλη συζήτηση. Μετά όμως από τρεις ημέρες δέχομαι ένα σημείωμα από τον πατέρα Νικόλαο, που μου έγραφε να κατέβω να τον συναντήσω στον Ναό της Παναγίας.
Κατέβηκα λοιπόν στη χώρα, και στο Γραφείο του Ναού , με περίμεναν συγκεντρωμένοι, ο π. Νικόλαος και οι τέσσερις Επίτροποι του Ναού, οι οποίοι μου υποδεικνύουν να υπογράψω ένα πρακτικό, το οποίο διαβάζοντάς το, έγραφε ότι μου παραχωρούν την Εικόνα της Αγίας Μαρίνης. Με ρίγη συγκινήσεως το υπέγραψα, λέγοντάς του :
« Τι ήτο αυτό που σας έκαμε να αλλάξετε την αρνητική σας στάση για την Εικόνα της Αγίας;». η απάντησή τους ήτο: « μη μας ρωτάς».
Μου ενεχείρησαν δε και έναν φάκελο με τρεις χιλιάδες, λέγοντάς μου, ότι αυτά είναι για τη μεταφορά της εικόνος στο Μοναστήρι. Δάκρυα χαράς και ευγνωμοσύνης τρέχουν εκείνη τη στιγμή από τα μάτια μου προς τη Αγία, βλέποντας την έντονη παρουσίαν της και την ταχύτατην βοήθειά της. Με αναμμένα κεράκια με θυμιάματα και με συνοδεία πιστών, μεταφέραμε την εικόνα στη Μονή το έτος 1976.
Έκτοτε η Μονή απέκτησε την Κυρά της, απέκτησε Έφορο, απέκτησε Οικονόμο, απέκτησε Γερόντισσα. Από τότε, ότι και αν έβαζα στη σκέψη μου, για ανέγερση κτιριακών συγκροτημάτων στη Μονή, ξεκινούσα με απειροελάχιστες οικονομικές δυνατότητες και όταν βρισκόμουν σε οικονομικό αδιέξοδο, για την εξόφλησή του, έτρεχα στην εικόνα της Αγίας και την παρακαλούσα θερμά, να βρει τον τρόπο να εξοφλήσω το χρέος. Και Εκείνη, ω Εκείνη, έτρεχε να μου φέρει το ποσό που χρεωστούσα, και παραπάνω απ’ αυτά.
Έτσι χτίστηκε και πάλι η Μονή της Αγίας Μαρίνης, από την Αγία Μαρίνα και τους προσκυνητές της, που έφερνε και φέρνει, με θεία της νεύση, για να προσφέρουν το κεράκι τους, και να πάρουν το δώρο τους από την Αγία Μαρίνα, με τα θαύματά της και την αγάπη της.
Η ταπεινότης μου δεν αισθάνεται ευεργετημένη από την Αγία Μαρίνα, δι’ αυτό και έχω δοθεί ολόκληρος στην Αγίαν μας, και δεν με ενδιαφέρει τίποτε εκτός από το πώς θα τελειοποιηθούν οι ναοί της Μονής, ο ξενώνας της, και ότι άλλο που θα κοσμεί την Μονή της Αγίας. Κάποτε είχα αγαπήσει το Άγιον Όρος, και έλεγα να πεθάνω στο Άγιο Όρος • τώρα η προσευχή μου έχει αλλάξει, και λέγω να πεθάνω Αγία μου Μαρίνα κοντά σου, διότι ξέρω, ότι συ θα με βοηθήσεις να ανέβω την Ουρανόδρομο κλίμακα.
Αδελφοί μου αγαπητοί, δεν με ενδιαφέρουν τα υλικά και τα εγκόσμια αλλά η υγεία, η ψυχική και σωματική για να συνεχίσω την τελειοποίηση του έργου της Μονής της Αγία Μαρίνης, και με την του Χριστού αγάπη και της Αγίας Μαρίνης, το της φιλοξενίας των προσκυνητών της, που με εντολή της Αγίας Μαρίνης, πραγματοποιείται και θα πραγματοποιείται. Ο κάθε προσκυνητής, ή όσοι και αν είναι, θα πρέπει να φάει, να κοιμηθεί δωρεάν, και εφόσον το επιθυμεί κάθε προσκυνητής, θα προσφέρει το κεράκι του στην Αγία Μαρίνα.
Αν έρθει όπως είναι και παρουσιαστεί η Μαρίνα, αυτός ο ήλιος θα χάσει την ομορφιά του...
Ξέρετε, παιδιά μου, αν έρθει όπως είναι και παρουσιαστεί η Μαρίνα, αυτός ο ήλιος θα χάσει την ομορφιά του. Τόση χάρη έχει αυτή η Αγία, τόση δύναμη.
Γέροντας Αμβρόσιος Λάζαρης
Aπό το βιβλίο: ''Γέρων Αμβρόσιος Λάζαρης ~ ο Πνευματικός της Μονής Δαδίου'' ~ τόμος Β'
Ὅταν ἡ Ἁγία Μαρίνα ἔσωσε τήν Νικήσιανη
Ἀνηφορίζοντας τόν κεντρικό δρόμο τῆς Νικήσιανης, πού ὁδηγεῖ στήν κεντρική πλατεία τοῦ Δημαρχείου, δίπλα στό Ἀγροτικό ἰατρεῖο τοῦ χωριοῦ, βρίσκεται ἕνα κόσμημα ἐκκλησιαστικῆς τέχνης, τό ἱερό παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Μεγαλομάρτυρος καί Θαυματουργοῦ Μαρίνης.
Ἕνα μικρό παρεκκλήσι, βυζαντινοῦ ρυθμοῦ, μέ τό σκαλιστό του τέμπλο καί τίς ὑπέροχες ἁγιογραφίες του.
Μπαίνοντας στό μικρό Ναό, ἀνάμεσα στίς εἰκόνες τοῦ τέμπλου, ὑπάρχει καί μία φορητή εἰκόνα τῆς Ἁγίας, ἀγνώστου χρονολογίας ἀλλά σίγουρα ξεπερνᾶ τούς δύο αἰῶνες, καθώς ὁ χρόνος ἔχει ἀφήσει ἔντονα τά ἀποτυπώματά του στό ἱερό εἰκόνισμα.
Θαυματουργός καλεῖται ἡ Ἁγία Μαρίνα κι αὐτό οἱ πιστοί κάτοικοι τῆς Νικήσιανης τό γνωρίζουν πολύ καλά, ἀφοῦ σύμφωνα μέ τήν τοπική παράδοση ἡ Ἁγία Μαρίνα ἐμπόδισε τήν καταστροφή τοῦ χωριοῦ κατά τά δύσκολα χρόνια τῆς πρώτης Βουλγαρικῆς κατοχῆς.
Κατά τά μαῦρα χρόνια τοῦ Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1914 – 1918 ) ὅταν μετά τόν Αὔγουστο τοῦ 1916 καί τό Κίνημα Ἐθνικῆς Ἀμύνης τοῦ Βενιζέλου στή Θεσσαλονίκη ἡ Ἑλλάδα εἶχε ἀνεπίσημα μπεῖ στόν πόλεμο, στίς περιοχές τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας καί τῆς Θράκης εἶχαν εἰσβάλει Βουλγαρικά στρατεύματα.
Ἔτσι καί ἡ εὐρύτερη περιοχή μας λίγα μόλις χρόνια μετά τήν ἀπελευθέρωσή της ἀπό τούς Τούρκους πέφτει πάλι στόν ζυγό τῶν Βουλγάρων αὐτή τή φορά.
Τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1916 (καί σύμφωνα μέ μαρτυρία τοῦ προέδρου κ. Γ. Ράλλη κατά τήν 16η Σεπτεμβρίου) ὁ Βούλγαρος ὑπολοχαγός Ζβέτκωφ, διοικητής τῆς Ἐλευθερούπολης, θέλησε νά κάψει τήν κωμόπολη τῆς Νικήσιανης κατηγορώντας τούς κατοίκους της γιά περίθαλψη Ἑλλήνων ἀνταρτῶν.
Μόλις οἱ κάτοικοι καί οἱ τοπικοί ἄρχοντες ἔμαθαν γιά τίς προθέσεις τῶν Βουλγάρων θέλησαν νά προφυλάξουν τό χωριό καί νά μήν ἐπιτρέψουν νά συμβοῦν ἀνάλογες καταστροφές μέ αὐτές πού συνέβαιναν σέ πολλά χωριά τῆς περιοχῆς τά ὁποία κάηκαν καί λεηλατήθηκαν, ἐνῶ οἱ κάτοικοί τους σφαγιάσθηκαν.
Ἐφημέριος τῆς ἐνορίας τῆς Νικήσιανης τότε ἦταν ὁ γνωστός γιά τήν φιλοπατρία καί τήν ἀγωνιστικότητα, ὁ ἁπλός καί ἀνδρεῖος παπούλης, πού φάνηκε πραγματικός ποιμένας στίς δύσκολες στιγμές τοῦ ποιμνίου του δίνοντας ἐν τέλει καί τήν ἴδια τή ζωή του, ὁ σεβαστός πάπα-Παράσχος Κυρκούδης.
Πληροφορούμενος λοιπόν ὁ ἅγιος ἱερεύς τίς ἐχθρικές διαθέσεις τῶν κατακτητῶν, μάζεψε μία ἐπιτροπή μέ τούς πρόκριτους τοῦ χωριοῦ καί τούς ὁδήγησε λίγο ἔξω ἀπό τό χωριό νά περιμένουν ἐκεῖ τούς κατακτητές μήπως καί καταφέρουν νά σώσουν τό χωριό.
Τότε στάθηκαν μπροστά στό τότε μικρό εἰκονοστάσι τῆς Ἁγίας Μαρίνας τό ὁποῖο βρισκόταν σ’ ἕνα περίβολο μέ δέντρα καί μέσα στό ὁποῖο βρισκόταν ἡ εἰκόνα τῆς Ἁγίας.
Νά σημειώσουμε πώς στίς ἀρχές τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα τά σπίτια τοῦ χωριοῦ ἔφταναν ὡς ἐκεῖ καθώς τό χωριό παλαιότερα βρισκόταν πιό ψηλά ἀπό ὅτι βρίσκεται σήμερα.
Κι ἐκεῖ ἐμπρός στήν εἴσοδο τοῦ χωριοῦ οἱ πρόκριτοι κι ὁ λεοντόκαρδος πάπα-Παράσχος περίμεναν τά Βουλγαρικά στρατεύματα. Τό χωριό κινδύνευε νά γράψει τήν πιό θλιβερή σελίδα στήν ἱστορία του.
Νά καταχωρηθεῖ κι αὐτό στόν κατάλογο τῶν αἱματοβαμένων ἀπό τούς κατακτητές χωριῶν τοῦ τόπου μας. Μόνο ἕνα θαῦμα ἐξ οὐρανοῦ θά τούς ἔσωζε. Ἕνα θαῦμα πού ἐν τέλει ἔγινε πραγατικότητα.
Φτάνοντας οἱ Βούλγαροι στό σημεῖο πού βρισκόταν τό εἰκονοστάσι, σταμάτισαν ἀπότομα γιατί σύμφωνα μέ αὐτά πού εἶπαν ἀργότερα στόν παπά, ἄκουσαν μία δυνατή βοή νά βγαίνει ἀπό τό εἰκονοστάσι πράγμα τό ὁποῖο τούς προκάλεσε μεγάλη ταραχή καί φόβο.
Ὁ ὑπολοχαγός τότε πού ἡγοῦνταν τοῦ τάγματος ὅταν ἀντίκρυσε τούς προκρίτους κατέβηκε καί ρώτησε τί βρήσκεται σ’ ἐκεῖνο τό σημεῖο πού εἶχαν σταματήσει.
Ὡς ἐκεῖ ἐρχόταν μέ πολύ ἄγριες διαθέσεις γιά τή Νικήσιανη ἀλλά μέ τό πού ἔφτασε στό σημεῖο πού βρισκόταν οἱ πρόκριτοι καί ἄκουσε τή βοή ὅλα μέσα του ἄλλαξαν.
Κι ὅταν ἄκουσαν τόν συμβάν οἱ κάτοικοι κατάλαβαν πώς ἡ σωτηρία τοῦ τόπου τους ὀφείλονταν στήν Ἁγία Μαρίνα καί στό θαῦμα πού ἐπιτέλεσε ἡ εἰκόνα της.
Ἀρκετά χρόνια ἀργότερα τό μικρό ἐκεῖνο εἰκονοστάσι ἡ εὐσέβεια καί ἡ εὐλάβεια τῶν κατοίκων τῆς Νικήσιανης τό μετέτρεψε σέ ἕνα γραφικό καί περικαλέστατο παρεκκλήσιο, ἐνῶ ἀπό τόν περίβολο τοῦ εἰκονοστασίου σώζονται μόνο δύο ψηλά κυππαρίσσια πίσω ἀπό τήν κόγχη τοῦ ἱεροῦ βήματος, γιά νά θυμίζουν τό θαῦμα τῆς Μεγαλομάρτυρος Μαρίνης πού ἔσωσε τήν Νικήσιανη!
Μπορεῖ ἡ Νικήσιανη καί οἱ κάτοικοί της νά πέρασαν πολύ δύσκολα τά χρόνια ἐκεῖνα τῆς πρώτης Βουλγαρίας, ὅπως τήν ἀποκαλοῦν, ἀλλά γιά τό ὅτι δέν ὑπέστησαν ὁλική καταστροφή τοῦ χωριοῦ τό ὀφείλουν στήν Ἁγία Μαρίνα.
Ἄς δοξάσουμε τόν Θεό γιά τό ὅτι μέ τίς πρεσβεῖες τῆς Παναγίας του Μητρός πού εἶναι ἡ ἔφορος καί προστάτιδα τῆς Νικήσιανης ἀλλά καί τῆς Ἁγίας Μαρίνης δέν ἐπέτρεψε νά θρηνήσουμε κι ἐμεῖς θύματα τῆς ἀγριότητος τῶν κατακτητῶν μας, τήν ὁποία ἡ πολύπαθη πατρίδα μας γεύθηκε καθ’ ὅλη τήν διάρκεια τῆς ἔνδοξης ἱστορίας της.
Ἄς εὐχηθοῦμε ποτέ ξανά νά μήν χρειαστοῦμε τήν βοήθεια τῆς Ἁγίας μας γιά παρόμοιο κίνδυνο καί πάντοτε νά ζοῦμε εἰρηνικά καί ἥσυχα μέ τούς γείτονές μας.
Ἄμβων Παγγαίου.Ὑπό τοῦ Ἀθανασίου Ἀθ. Καφαλῆ,φοιτητοῦ Θεολογίας
Τριμηνιαῖο περιοδικό τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἐλευθερουπόλεως
Ἔτος 7ο – τεῦχος 35ο – Ἰούλιος Σεπτέμβριος 2012
Το θαύμα της Αγίας Μαρίνας και το ψευδοβάπτισμα των παπικών
«Ἦταν ἡμέρα Σάββατον, τήν 15ην Αὐγούστου τοῦ 2020, ἡμέρα τοῦ Πανορθοδόξου ἑορτασμοῦ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Εὑρισκόμεθα εἰς τήν νῆσον Κυρά Παναγία, Μετόχι τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεγίστης Λαύρας τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἀπό τό ἔτος 993, στίς Βόρειες Σποράδες, βορείως τῆς νήσου Ἁλοννήσου, 3 ὧρες διαδρομή μέ τό ψαροκάϊκο, ἀπό τό Πατητήρι ‒πρωτεύουσα τῆς Ἁλοννήσου‒ ἕως τήν Ἱεράν Μονήν Γενεσίου τῆς Θεοτόκου, στά ἀνατολικά τῆς νήσου Κυρά Παναγιά.
Τό νησί Κυρά Παναγιά εἶναι ἀκατοίκητον ἀπό λαϊκούς, εἶναι ἕνα ἀμιγές «Καλογερονήσι» ἐδῶ καί 1030 ἔτη! Ὅμως τήν ἡμέρα αὐτῆς τῆς ἑορτῆς, τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, προσέρχονται ἀρκετοί προσκυνηταί μέ τά ἰδιωτικά των σκάφη, ἱστιοφόρα καί ταχύπλοα, καί ἄλλα καΐκια, διά νά προσκυνήσουν στήν Ἱερά Μονή τήν «Κυρά Παναγιά», τήν ἐφέστιον εἰκόνα της καί νά προσευχηθοῦν.
Αὐτή δέ τή χρονιά, στό μικρό προαύλιο τῆς Μονῆς εἶχαν συγκεντρωθῆ περίπου 110 προσκυνηταί. Μετά τήν ὑπαίθριο ψαλμωδία τοῦ Παρακλητικοῦ Κανόνος, τήν παράθεσιν τοῦ παραδοσιακοῦ κεράσματος τῆς Μονῆς καί τήν σύντομον ξενάγησιν, ἕνα ζευγάρι μοῦ ζήτησε νά μέ ἀπασχολήση, εἰ δυνατόν, ἰδιαιτέρως. Ἔτσι ἀπομακρυνθήκαμε καί οἱ τρεῖς ὀλίγον ἀπό τό ὑπόλοιπον πλῆθος, διά νά τούς ἀκούσω. Ἐκεῖ, λοιπόν, μοῦ λέγει ἡ Ἰωάννα:
‒«Πάτερ, ἐγώ καί ὁ Ἰωάννης εἴμεθα μαζί ‒ζευγάρι‒ καί θέλουμε νά παντρευθοῦμε, ἀλλά ὁ Ἰωάννης εἶναι ἀβάπτιστος. Θέλουμε νά βαπτισθῇ ἐδῶ στήν Ἱ. Μονή, διά νά κάνουμε μετά τόν γάμο μας. Μπορεῖτε, εἶναι δυνατόν;»
Ἐγώ, βλέποντας τόν Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος ἦταν ψηλός καί εὔσωμος, ἐσχημάτησα τήν ἐντύπωσιν περί τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας του, τόν «ἔκοψα» διά «45άρη», κατόπιν, εἶδα στήν ταυτότητα, ὅτι ἦτο 46 ἐτῶν, καί μέ ἔκπληξη τόν ἐρώτησα:
‒Καλά, Ἰωάννη, σ’ αὐτήν τήν ἡλικία εἶσαι ἀκόμη ἀβάπτιστος;
Μοῦ ἀπαντᾶ:
‒Ὄχι πάτερ, εἶμαι βαπτισμένος, ἀλλά Καθολικός.
Καί ἐγώ μέ ἀπορία καί ἐνδιαφέρον τόν ἐρωτῶ:
‒Καί πῶς τώρα, διά ποιόν λόγο θέλης νά γίνῃς Ὀρθόδοξος;
‒Συνέβη ἕνα πολύ σημαντικό γεγονός στήν οἰκογένειά μας καί εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔχει τήν Χάρι καί τήν ἀλήθεια καί διά τοῦτο ἀπεφάσισα νά βαπτισθῶ.
‒Ποιό γεγονός Ἰωάννη;
Τόν ἐρώτησα μέ ἐνδιαφέρον καί περιέργεια, καί μοῦ διηγήθη τά ἑξῆς θαυμαστά καί πρωτάκουστα!
‒Ἐμεῖς, Πάτερ, καταγόμεθα ἀπό τήν νῆσο Τῆνο, ἀλλά μετακομίσαμε στήν Ἡλιούπολι Ἀθηνῶν ἀπό μικρή ἡλικία καί ἐκεῖ μεγαλώσαμε. Ἔχω δέ μία ἀδελφή, τήν ὁποία λένε Χριστίνα, παντρεμένη μέ δύο παιδιά. Προσεβλήθη ἀπό τόν καρκῖνον τοῦ μαστοῦ. Ἐάν ὑπάρχουν 100 διαβαθμίσεις σ’ αὐτήν τήν ἀρρώστια, αὐτή εἶχε τήν 99η, μέ συνεχεῖς χημιοθεραπεῖες, μεταστάσεις κ.λπ. Ἔφθασε πλέον σ’ ὁριακά σημεῖα, ἦτο πολύ ἀδύναμη καί ἐξηντηλημμένη. Ὁ Ὀγκολόγος θεραπευτής της ἐδήλωνε, ὅτι δέν μποροῦμε νά κάνουμε κάτι ἄλλο καί νά ἑτοιμαζώμεθα νά ἀντιμετωπίσωμε τόν θάνατόν της!
Ὅμως, ἕνα βράδυ, ἐκεῖ πού κοιμόταν στό σπίτι της, τῆς παρουσιάζεται μία νεαρή κοπέλλα καί τῆς λέγει:
‒Χριστίνα, μή φοβᾶσαι, ἐγώ θά σέ κάνω καλά! Ὅμως θά πᾶς πρῶτα στήν Ἄνδρο, στό σπίτι μου, νά βαπτισθῇς.
Ἡ Χριστίνα, ὡς Καθολική, τῆς ἀπαντᾶ:
‒Μά, εἶμαι βαπτισμένη!
Τῆς λέγει ἡ νεαρή κοπέλλα, τείνοντας μέ ἔμφασι τό δάκτυλο.
‒Ὄχι, δέν εἶσαι βαπτισμένη. Πήγαινε στό σπίτι μου, στήν Ἄνδρο, νά βαπτισθῇς καί ’γώ θά σέ κάνω καλά!
Ἐρωτᾶ ἡ Χριστίνα:
‒Πῶς σᾶς λένε;
Τῆς ἀπαντᾶ:
‒Μαρίνα!
Καί ἐξηφανίσθη, ἔγινε ἄφαντος!
Ἡ Χριστίνα ξύπνησε ἔντρομος καί ταραγμένη! Μοῦ τηλεφωνεῖ καί μοῦ ἀφηγεῖται ὅλα ὅσα τῆς συνέβησαν, λεπτομερῶς. Ἔχουμε πολύ στενή καί ἐγκάρδια σχέσι μεταξύ μας. Τήν μητέρα μας τήν ἔχουμε χάσει ἐδῶ καί 12-13 χρόνια. Μοῦ λέγει ἡ Χριστίνα:
‒Γιάννη, ἐγώ δέν ἔχω πάει ποτέ στή Ἄνδρο, δέν γνωρίζω κανέναν ἀπ’ ἐκεῖ, οὔτε ἄνδρα, οὔτε γυναίκα, ποιά νά ’ναι αὐτή πού μοῦ λέγει νά πάω στό σπίτι της νά βαπτισθῶ;
Καί ἐγώ τῆς λέγω:
‒Χριστίνα, μήν εἶσαι ἀφελής. Ποιά γυναῖκα θά σοῦ ’λεγε νά πᾶς στό σπίτι της νά βαπτισθῆς; Σίγουρα, πρέπει νά πρόκειται διά ἱερό πρόσωπο. Ἄφησε, θά ψάξω νά ’δῶ περί τίνος πρόκειται.
Ὁπότε, διαδικτυακά βρῆκα, ὅτι στήν Ἄνδρο ὑπάρχει παλαιά Ἀνδρῶα Ἱ. Μονή τῆς Ἁγίας Μαρίνης. Ἐπικοινωνῶ μέ τούς Πατέρες τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, τούς ἀφηγοῦμε τά συμβάντα καί ἀπεφασίσαμε νά πᾶμε στήν Ἄνδρο, στήν Ἱερά Μονή τῆς Ἁγίας Μαρίνης διά νά βαπτισθῇ ἡ καρκινοπαθής ἀδελφή μου Χριστίνα.
Πήγαμε ἡμέρα Κυριακή. Μόλις φθάσαμε στό νησί, τήν Χριστίνα τήν κατέλαβε πυρετός καί ρῖγος, ἔτρεμε ὁλόκληρη. Ἐπικοινωνήσαμε μέ τόν Ὀγκολόγο ἰατρό της καί μᾶς εἶπε ὅτι πρέπει ὁπωσδήποτε νά ἐπιστρέψῃ ἀμέσως στήν Ἀθήνα, διότι κινδυνεύει νά πεθάνη! Ὅμως ἡ Χριστίνα μέ ἀποφασιστικότητα μοῦ λέγει:
‒Ἐγώ ἀπ’ ἐδῶ δέν φεύγω πρίν νά βαπτισθῶ, καί ἄς κινδυνεύω νά πεθάνω!
Ὁπότε, οἱ Πατέρες τῆς Ἱερᾶς Μονῆς ἑτοίμασαν ὡς κολυμβήθρα ἕνα ψυγεῖον-μπαοῦλο καί ἡ βάπτισίς της ἔγινε τήν Τετάρτη. Σημειωθήτω δέ, ὅτι τήν Κυριακή πού ἐφθάσαμε στήν Ἱερά Μονή μέχρι τήν Τετάρτη, ὁ πυρετός καί τό ρῖγος δέν ὑπεχώρησαν. Μέ πυρετό καί ρῖγος εἰσῆλθε στό νερό τῆς κολυμβήθρας! Καί ἔτσι, ἀφοῦ ἔγινε ἡ βάπτισις, ἄρχισε νά πέφτη ὁ πυρετός. Τήν ἀφήσαμε νά κοιμηθῇ, νά ξεκουρασθῇ καί τήν ἑπομένη ἐπιστρέψαμε στήν Ἀθήνα.
Ἔκτοτε, πέρασαν τέσσαρα ἔτη, καί ἡ Χριστίνα δέν χρειάσθηκε φάρμακα, χημειοθεραπεῖες καί ὅτι ἄλλο σχετικό. Ὁ Ὀγκολόγος ἰατρός της μᾶς εἶπε:
‒Καί ἐγώ πιστεύω στόν Θεό, ἀλλά τέτοιο περιστατικό πρώτη φορά συναντῶ!
Μετά τήν παρέλευσιν 4-5 ἐτῶν, ἡ Χριστίνα θά εἶναι θωρακισμένη ἀπό τόν καρκῖνο τοῦ μαστοῦ καί δέν θά κινδυνεύῃ ἀπ’ αὐτόν. Ἀπό κάτι ἄλλο μπορεῖ νά πεθάνῃ, πάντως ἀπ’ αὐτό ὄχι!
Πέρασαν τά 4-5 χρόνια καί ἡ ἑτοιμοθάνατη καρκινοπαθὴς ἀδελφή μου εἶναι ὑγιαίστατη. Ἡ Ἁγία Μαρίνα τήν θεράπευσε, ὅπως τῆς ὑπεσχέθη καί τῆς ὑπέδειξε ὅτι τό μυστήριον τοῦ «Βαπτίσματός» της, ὡς Ρωμαιοκαθολική, εἶναι ἄκυρον-ἀνυπόστατον.
Ἡ ἁγία Μαρίνα μαρτύρησε τό 270 μ.Χ., ἐπί αὐτοκράτορος Δεκίου, εἶναι κοινή ἁγία ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν, πρό τοῦ Σχίσματος μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν τό 1054 μ.Χ. Τό ὅτι εἶναι ἀβάπτιστοι οἱ Καθολικοί, τώρα σ’ αὐτήν τήν περίπτωσιν, δέν τό λέγουν οἱ Ὀρθόδοξοι Θεολόγοι, καί Ἀρχιερεῖς, ἀλλά τό λέγει μία ἁγία, ἡ ἁγία Μαρίνα, καί τό ἐπιβεβαιώνει μέ τό θαῦμα τῆς θεραπείας πού ἐπετέλεσε. Εἶναι λοιπόν ἀδιαμφησβήτητον αὐτό πού τῆς εἶπε, ὅτι δέν εἶναι βαπτισμένη καί νά πάη στό «σπίτι» της, τήν Ὀρθόδοξη Ἱερά Μονή νά βαπτισθῇ καί ἀφοῦ τό κάνει αὐτό, θά τήν θεραπεύση!
Ὁ κ. Ἰωάννης Ἁρμός, αὐτό εἶναι τό ἐπώνυμό του, μοῦ λέγει:
‒Ὅλα αὐτά, Πάτερ, μέ πληροφόρησαν ἐσωτερικά καί μέ ἔπεισαν, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει τήν χάρι καί τήν ἀλήθεια καί διά τοῦτο ἦλθα, νά σᾶς ζητήσω νά μέ βαπτίσετε ἐδῶ στήν Κυρά Παναγιά. Μπορεῖτε; ἔχω ἐπαγγελματικές ὑποχρεώσεις καί θά παραμείνω στήν Ἁλόννησο μέχρι τήν Τετάρτη.
Ἐγώ, ἀκούοντας ὅλα αὐτά τά θαυμαστά καί ἐξαίσια, τοῦ λέγω:
‒Σιγά, Ἰωάννη, σιγά, μ’ ἔχουν συνεπάρει, μ’ ἔχουν ζαλίσει αὐτά πού ἄκουσα! Σήμερα, τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, εἶναι Σάββατον. Αὔριο, Κυριακή, μετά τό πέρας τῆς Θείας Λειτουργίας, θά σοῦ τηλεφωνήσω.
Ἀνταλλάξαμε καί τά νούμερα τηλεφώνου μας. Κάθησα καί τό σκέφθηκα ἀπό διάφορες πλευρές τό θέμα καί τήν ἑπομένη, κατά τίς 11.00 π.μ. τοῦ τηλεφώνησα:
‒Ἰωάννη, μπορεῖς σήμερα τό ἀπόγευμα, κατά τίς 7.00 μ.μ. νά ἔλθῃς στήν Κυρά Παναγιά, νά γίνῃ ἡ βάπτισίς σου στήν θάλασσα ‒ἦταν ψηλός καί εὔσωμος‒ στήν προβλῆτα τοῦ ὅρμου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς;
‒Μπορῶ, πάτερ. (Εἶχε δικό του ταχύπλοον σκάφος).
‒Ὡραῖα, Ἰωάννη. Ἀνάδοχο ἔχεις;
‒Ὄχι, πάτερ.
Τότε ἀπευθύνομαι σ’ ἕνα ἀπό τούς προσκυνητάς τῆς Μονῆς, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐδω ἀρκετό χρονικό διάστημα καί μᾶς βοηθοῦσαν σέ διάφορες ἐργασίες.
‒Κύριε Ἀθανάσιε, (ὁ κ. Ἀθανάσιος Λιόλιος ἀπό τό Τρίλοφο Χαλκιδικῆς), δέχεσαι νά γίνῃς ἀνάδοχος τοῦ κ. Ἰωάννη;
‒Καί βεβαίως, εὐχαρίστως, μοῦ ἀπαντᾶ.
‒Ἰωάννη, ἐντάξει, σοῦ βρῆκα ἀνάδοχο. Πές στήν κοπελλιά σου νά βρῆτε ἄσπρο ὕφασμα, νά φτιάξουμε, ἔτσι πρόχειρα, τόν χιτῶνα τοῦ βαπτίσματος.
‒Πάτερ μου, ἐδῶ στήν Ἁλόννησο, πολύ δύσκολα θά ’βρῶ καί σήμερα Κυριακή, ἄσπρο ὕφασμα.
‒Μισό λεπτό, Ἰωάννη.
‒Πάτερ Χαρίτων, ὁ κ. Παναγιώτης Δακτυλίδης, ὁ Ξενοδόχος, μᾶς χάρισε 100 λευκά σενδόνια μονά, διά τήν πανήγυρι τῆς Μονῆς. Δές, σέ παρακαλῶ, ἐάν ὑπάρχη ἀκόμη κανένα ἀχρησιμοποίητο, (σφραγισμένο μέσα στό νάϋλον).
Πῆγε ὁ π. Χαρίτων Μοναχός καί κοίταξε καί μοῦ εἶπε ὅτι ἔχουμε.
‒Ἰωάννη, ἔχουμε σινδόνι, ἀλλά πές στήν κοπελλιά σου νά φέρῃ μαζί σας βελόνη καί κλωστή καί κορδέλλα, λεπτή, κόκκινη, ὥστε νά ράψουμε δύο σταυρούς, μπροστά στό στῆθος καί πίσω στήν πλάτη, στόν χιτῶνα τοῦ βαπτίσματος.
‒Ἐντάξει, πάτερ.
‒Καί μήν ξεχάσης, Ἰωάννη, τοῦ εἶπα πειρακτικά, τά κεράσματα, καί γέλασε!
Ἐμεῖς, μετά τόν ἑσπερινό, κατεβήκαμε στήν προβλῆτα μ’ ὅλα τά ἀπαραίτητα ἐκκλησιαστικά σκεύη καί στίς 7.00 μ.μ. ἄρχισε ἡ τέλεσις τοῦ βαπτίσματος, ἡ ὁποία διήρκησε περισσότερον τῆς μίας ὥρας. Εἴπαμε πρός τόν νεοφώτιστο καί δύο λόγια παραινετικά, μᾶς κέρασαν καί ἀνεχώρησαν πανευτυχεῖς διά τήν Ἁλόννησον.
Τήν ἑπομένην ἡμέραν ἦλθε εἰς τήν Ἱερά Μονήν, ὁ μόνιμος ἐργάτης-φύλακας τοῦ Κάμπου τῆς νήσου Κυρᾶς Παναγιᾶς, ὁ κ. Λούης Μέντη, ἀπό τό Ντακάρ, (πρωτεύουσα τῆς Σενεγάλης), Χριστιανός Ρωμαιοκαθολικός στό Θρήσκευμα, ὁ ὁποῖος ἐργάζεται στήν νῆσο ἀπό τό 2009. Τοῦ διηγήθηκα τό περιστατικό τῆς βαπτίσεως τοῦ ὁμοδόξου του κ. Ἰωάννου Ἁρμοῦ καί τοῦ τόνισα ὅτι ἡ ἁγία Μαρίνα ἡ μάρτυς ἀμφισβήτησε-ἀρνήθηκε τήν ἐγκυρότητα τοῦ βαπτίσματος τῶν ρωμαιοκαθολικῶν. Ὁπότε μοῦ λέγει αὐθόρμητα καί μέ ἔμφασι:
‒Ὤου! Ἔχουμε πρόβλημα, ἔχουμε πρόβλημα!…»
Απόσπασμα από το βιβλίο: «Θαῦμα τῆς Ἁγίας Μεγαλομάρτυρος Μαρίνης καί ἡ ὑπ’ αὐτῆς ἀμφισβήτηση τοῦ Βαπτίσματος τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν», εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 2024, σελ. 1-5.
Χρυσή Δαμουλάκη: «Το θαύμα της Αγίας Μαρίνας που βίωσα ως παιδί»
«Δεν θα ξεχάσω ποτέ το θαύμα της και δεν θα παύσω να ευχαριστώ τη Χάρη της Αγίας»:
Παραμονή της εορτής της Αγίας Μαρίνας που τιμάται 17 Ιουλίου, ανατρέχουμε στην μαρτυρία της κας Χρυσής Δαμουλάκη, η οποία είχε μιλήσει στο "Διαsosτε", για «το θαύμα»που, όπως λέει, βίωσε η ίδια:
«Ήμουν δεν ήμουν 6 ετών το έτος 1997, όταν ξαφνικά όλο το πρόσωπο και τα χέρια μου γέμισαν ακροχόνδρονες, επώδυνες καλοήθεις βλάβες της επιδερμίδας- «μυρμηγκιές»,όπως τις λέει ο λαός.
Σαν τώρα θυμάμαι τη θλίψη των γονιών μου, τα δάκρυα της μάνας μου και το μπαμπά μου να λέει σιγανά «Και αν μείνουν για πάντα;».
Και που δε με πήγαν! Έψαχναν με μανία να βρουν τη θεραπεία που θα έφερνε και πάλι τη λάμψη στο πρόσωπο μου!
«Να το πάμε να του διαβάσουν τη "γητειά"».
«Είναι καλός αυτός και εκείνος και ο άλλος».
Και πέρα- δώθε απογοητευμένοι, σκορπούσαν τα χρήματα τους. Χρήματα και ματζούνια για τη λίγωση του φεγγαριού.
Τα αεροπορικά εισιτήρια κοβόταν από τη μια στιγμή στη άλλη. Ιατρικές γνωματεύσεις, πειράματα και απόψεις έδιναν και έπαιρναν.
«Το παιδί είναι μικρό, θα κάνουμε κρυοπηξία. Θα μείνουν σημάδια αλλά δεν υπάρχει άλλη λύση».
Ήταν πολλές οι βλάβες και απ’ όλο μου το πρόσωπο το μόνο καθαρό ηταν τα δυο πράσινα ματάκια μου!
«Όχι! Δε γίνεται να μείνουν σημάδια στο παιδί», είπαν οι δικοί μου και μου έπιασαν το χέρι και με πήραν από εκεί.Μια βόλτα στην Αθήνα, πολλά δάκρυα στα μάτια και η επιστροφή παρέα με την αποδοχή της κατάστασης είχε ξεκινήσει. «Έχει Ο Θεός!», τολμούσε να ψελίσει ο ένας στον άλλον.
Έξι ολόκληρα χρόνια κράτησε αυτό το μαρτύριο. Φωτογραφίες από μακριά, και μια που έχω κοντινή κανείς ποτέ δε την έχει δει.
Παραμονή της Αγίας Μαρίνας, 16 Ιουλίου του 2002:
Η κατάσταση ήταν πια δεδομένη, μα η μάνα μου δε το αποδέχτηκε ποτέ.Θυμάμαι πήγαμε στον εσπερινό. Η γιαγιά μου τη συμβούλεψε να ζητήσει αυτό που λαχταρά απ’ Την Αγία. Ως Μάνα παρέδωσε το παιδί της σε Εκείνη, προσευχήθηκε και ζήτησε η Χάρη της να βοηθήσει το παιδί της.
Δεν ήθελε τίποτα άλλο, αλλά να χαθούν για πάντα από το πρόσωπο μου. Να χαθούν χωρίς πόνο, χωρίς σημάδια και να μην ξανά εμφανιστούν.
Έτσι και έγινε!
17 Ιουλίου 2002: Ανήμερα της εορτής της Αγίας Μαρίνας και ξυπνώντας το πρωί, η έκπληξη ήταν μεγάλη!
Δεν υπήρχε τίποτα! Πουθενά στο πρόσωπο ούτε σημάδι!
Είχαν φύγει όλα με Θείο τρόπο και το μόνο που είχε μείνει για να θυμάμαι ήταν ένα μικρό σημάδι στο δάκτυλο ενός χεριού. Για να μη ξεχάσω ποτέ το θαύμα που δέχτηκε το σώμα μου και να ευχαριστώ τη Χάρη της Αγίας Μαρίνας. Στο Θεό δείχνουμε πάντα την αδυναμία μας και εκείνος μας δίνει τη δύναμη που χρειαζόμαστε. Δεν υποσχέθηκε ποτέ σε κανένα ότι όλα θα πηγαίνουν καλά αλλά ότι θα είναι πάντα δίπλα μας! Η Χάρη Της Αγίας να μας προστατεύει!».