Χριστιανικές Σκέψεις
xristianikesskepseis@gmail.com
Σάββατο 15 Αυγούστου 2026
Η Εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
(Ο Ν. Ζίας μας ξεναγεί στα αριστουργήματα των ελλήνων ζωγράφων με θέμα την Κοίμηση της Θεοτόκου) 1
Μέσα στον παραλογισμό της πυρπολούμενης λιτής, άλλωστε, ελληνικής χλωρίδας έρχεται γαλήνια και υπερβατική κάθε χρόνο η υπέρλογη μετάσταση εκ του θανάτου προς τη ζωή, της Μητέρας της Ζωής, της ξεχωριστά τιμημένης από τον ελληνικό λαό Παναγίας, που συναθροίζει από τα πέρατα τους διασκορπισμένους και τους ενώνει με άξονα φωτερό τον Υιόν και Θεόν της, τον Ιησού Χριστό.
Η βυζαντινή Εικόνα της Κοιμήσεως, όπως διαμορφώνεται στους μέσους βυζαντινούς χρόνους, βασισμένη στην απόκρυφη διήγηση «Περί της Κοιμήσεως της Θεοτόκου» (που ψευδεπίγραφα αποδίδεται στον Ιωάννη τον Θεολόγο) και στη λαμπρή υμνολογία της Εκκλησίας, και κορυφώνεται στις μεγαλειώδεις τοιχογραφικές συνθέσεις της εποχής των Παλαιολόγων (π.χ. Sopocani 1261, Αγ. Κλήμης Αχρίδος, Περίβλεπτος Μυστρά και Αγ. Νικόλαος Ορφανός Θεσσαλονίκης 14ος αι. Gracanica, Μονή της Χώρας κ.ά.) και ντύνει με εικαστική μορφή σύνθεση πολυπρόσωπη, σοφά οργανωμένη με άξονες τον κατακόρυφο Χριστό και την οριζόντια Παναγία, πλησμονή χρώματος αυτή την υπέρβαση των αντιθέσεων, τη συνάντηση του κτιστού με το άκτιστον, και κυρίως την αναγωγή στη θέωση κατά χάριν του κτιστού.
Δεν θα μείνουμε όμως στα μεγάλα έργα της βυζαντινής περιόδου.
Θα προσεγγίσουμε λίγα έργα της νεότερης εποχής. Αρχίζουμε από το αριστούργημα, που μας χάρισε η μεθοδικότητα και η ξεχωριστή ικανότητα ανάγνωσης δυσανάγνωστων υπογραφών του νεαρού τότε επιμελητού Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, Γιώργου Μαστορόπουλου, ο οποίος το 1983 ανακάλυψε στη Σύρο μια Εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου με την εκπληκτική υπογραφή «Δομήνικος Θεοτοκόπουλος ο δείξας». Ενα εξαιρετικό έργο της νεανικής ηλικίας του μεγάλου ζωγράφου, που δείχνει πόσο ώριμος τεχνίτης της «βυζαντινής» τεχνικής και τεχνοτροπίας (δικαιώνοντας τον Μ. Χατζηδάκη στις αποδόσεις Εικόνων «Ευαγγελιστής Λουκάς», «Προσκύνησις των Μάγων» του Μουσείου Μπενάκη) ήταν ο Θεοτοκόπουλος όταν έφευγε από την Κρήτη (1567), αλλά και κοινωνός της Ορθοδόξου πνευματικότητος.
Ετσι, δεν μοιάζει πια αβάσιμος ο συλλογισμός για τη σύνθεση της «Ταφής του κόμητος του Οργκάθ» με τη σύνθεση της Κοιμήσεως και τη σχέση επιγείου και επουρανίου κόσμου, που με αρκετές αναλογίες απαντά στο έργο αυτό. Και θα είναι πολύ σημαντικό να φανεί … η πνευματική ορθόδοξη καταγωγή του μεγάλου καλλιτέχνη, που ήδη υποστηρίζεται από κορυφαίους ξένους μελετητές (D. Devis) με έργα σαν την «Κοίμηση της Θεοτόκου» από τη Σύρο.
Αποκαλυπτική εικονογραφία
Η Εικόνα, που ο νεαρός Δομήνικος θα πρέπει να ζωγράφισε σε ηλικία κάτω των 25 ετών, ακολουθεί την παραδεδομένη, αποκαλυπτική, εικονογραφία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Εχει όμως και κάποιες μικρές παραλλαγές (αντί π.χ. της αυστηρής σύνθεσης με τους δύο άξονες σε ορθή γωνία, παρουσιάζεται εδώ μια περισσότερο δυναμική σύνθεση με την ελαφρά διαγώνια τοποθέτηση της Παναγίας και τη σχεδόν ομόλογη του Χριστού, που σκύβει προς την Παναγία. Εχει ακόμη επισημανθεί η ιταλική καταγωγή του κηροπηγίου και του περιστεριού). Οι λεπτομέρειες αυτές δίνουν το στίγμα της εποχής, του τόπου, αλλά και των αναζητήσεων του μεγαλοφυούς καλλιτέχνη.
Κάνοντας ένα άλμα δύο αιώνων, σταματούμε στο τέλος του πρώτου τετάρτου του 18ου αι., όπου βλέπουμε να παίρνουν σαφή μορφή δύο καλλιτεχνικά ρεύματα δύο πνευματικές στάσεις , που θα προσδιορίσουν με διάφορες παραλλαγές την ελληνική καλλιτεχνική και όχι μόνο ζωή ως τις ημέρες μας.
Στο Αγιον Ορος, ο ιερομόναχος Διονύσιος εκ Φουρνά της Ευρυτανίας γράφει (1728-33) την «Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης» θέλοντας να βοηθήσει, ουσιαστικά να καθοδηγήσει τους «βουλομένους μαθείν την ζωγραφικήν επιστήμην» και να τους διδάξει την τεχνική, αλλά και την εικονογραφία της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Στο πέμπτο μέρος, που το επιγράφει «Αγιογραφική», γράφει για το «Πώς ιστορίζονται αι Θεομητορικαί Εορταί» περιλαμβάνοντας και την Κοίμησιν με την ακόλουθη περιγραφή, που συνοψίζει την παλαιότερη εικονογραφία και είναι συγχρόνως οδηγία:
«Σπίτια και μέσον η Παναγία κειμένη επί κλίνης νεκρά, έχουσα έμπροσθέν της σταυρωμένα τα χέρια, και πλησίον της κλίνης ένθεν και ένθεν μανουάλια με λαμπάδας αναμμένας· και εις Εβραίος έμπροσθεν της κλίνης, έχων κομμένα τα χέρια, κρεμασμένα εις την κλίνην, και έμπροσθεν αυτού εις Άγγελος με γυμνό σπαθί· και εις τους πόδας της ο Απόστολος Πέτρος θυμιών με θυμιατόν, και εις την κεφαλήν της ο άγιος Παύλος και ο θεολόγος Ιωάννης ασπαζόμενοι αυτήν· και γύροθεν οι λοιποί Απόστολοι και οι άγιοι Ιεράρχαι, Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, Ιερόθεος και Τιμόθεος,
βαστάζοντες Ευαγγέλια και γυναίκες κλαίουσαι· επάνωθεν αυτής ο Χριστός βαστών εις τας αγκάλας Του την αγίαν Αυτής ψυχήν λευκοφόρον· και γύροθεν αυτού φως πολύ και πλήθος Αγγέλων, και άνωθεν εις τον αέρα πάλιν οι δώδεκα Απόστολοι ερχόμενοι μετά νεφελών· και εις την δεξιάν άκρην του σπιτίου ο Δαμασκηνός Ιωάννης βαστών χαρτί λέγει· “Αξίως ως έμψυχον σε ουρανόν υπεδέξαντο ουράνια” κτλ. Και εις την αριστεράν ο άγιος Κοσμάς ο ποιητής βαστών χαρτί λέγει· “Γυναίκα σε θνητήν, αλλ’ υπερφυώς και μητέρα θεού ειδότες”» κτλ. Το ανθρώπινο στοιχείο
Οι ζωγράφοι στο Αγιον Ορος αλλά και εν γένει στον Ορθόδοξο χώρο ακολουθούν αυτήν την εικονογραφική παράδοση. Ενδεικτικά, αναφέρω την τοιχογραφία του καθολικού της Μ. Γρηγορίου που οι καστοριανοί ζωγράφοι Γρηγόριος και Γαβριήλ ιστόρησαν το 1779. (Πρόσφατα, κυκλοφόρησε ογκώδης τόμος με το σύνολο των τοιχογραφιών του καθολικού).
Την ίδια όμως εποχή, ο Παναγιώτης Δοξαράς (1662-1729) γράφει το «Περί ζωγραφίας» (1726) μικρό βιβλίο του διδάσκοντας τους νέους να ακολουθούν την τεχνική και την τεχνοτροπία και τα μεγάλα πρότυπα (Tintoretto, Tizziano, Veronese) της ιταλικής ζωγραφικής. Ο γιος του, Νικόλαος Δοξαράς, (1700/6-1775) αναλαμβάνει το 1753-54 να ζωγραφίσει την ουρανία (σοφίτο) του Ναού της Φανερωμένης στη Ζάκυνθο, που δυστυχώς καταστράφηκε στους σεισμούς (1953) με εξαίρεση ένα μόνο διάχωρο με τη «Γέννηση της Παναγίας» (Μουσείο Ζακύνθου). Στην Εθνική Πινακοθήκη σώζονται όμως τα δείγματα εργασίας, που είχε ο Νικόλαος Δοξαράς παρουσιάσει στην επιτροπή της Φανερωμένης. Ανάμεσα σε αυτά, και η «Κοίμηση της Θεοτόκου» (προσωρινά στο Μουσείο Ζακύνθου για την ωραία έκθεση που διοργανώθηκε εκεί…). Η ζωγραφική αντίληψη είναι εντελώς διαφορετική. Μέσα σε ασαφή εσωτερικό χώρο τοποθετείται διαγώνια το σκήνωμα της γηρασμένης Παναγίας που περιβάλλεται από τους Αποστόλους, γονατιστούς με εμφατικές χειρονομίες.
Στο πρώτο επίπεδο, με τη ράχη σχεδόν γυρισμένη προς τον θεατή, ο Απόστολος Πέτρος. Ορθιοι, Ιεράρχες και διάκονοι κρατούν Ευαγγέλια και λαμπάδες.
Πάνω από την Παναγία ίπτανται δύο ευτραφή αγγελάκια.
Ο ιλουζιονιστικός χώρος, η κουρασμένη Παναγία, οι ογκώδεις απόστολοι με την έντονη έκφραση της λύπης, και κυρίως η απουσία του Χριστού, προσδίδουν στην παράσταση χαρακτήρα όχι απλώς αφηγηματικό, αλλά απλού συμβάντος της καθημερινής ζωής. Το ανθρώπινο στοιχείο επικρατεί του μυστηρίου.
Οι πλατιές φόρμες, τα ογκώδη σώματα και η τεχνική της ελαιογραφίας συντελούν στη δημιουργία αυτής της ατμόσφαιρας.
Κατά τον 19ο αι., οι παραστάσεις της Κοιμήσεως περιορίζονται δραστικά. Οι λεγόμενοι ναζαρηνοί ζωγράφοι δεν έχουν την Εικόνα αυτή στις πρώτες επιλογές τους. Ο Χατζηγιαννόπουλος ζωγραφίζει μια φορητή Εικόνα (Ν. Κοιμήσεως στο Μαρούσι), τοιχογραφίες δεν φαίνεται να ιστορούνται.
Θα κάνουμε πάλι ένα μεγάλο άλμα, περίπου, εκατόν εβδομήντα χρόνων από την «Κοίμηση» του Ν. Δοξαρά στην εποχή που η γενιά του ’30 και οι πρόδρομοί της θα ξαναφέρουν την παραδοσιακή Εικόνα της Κοίμησης στις ελληνικές Ορθόδοξες Εκκλησίες.
Το 1927, ο πολύ σημαντικός ζωγράφος Σπύρος Παπαλουκάς (1892-1957) αναλαμβάνει την ιστόρηση του Μητροπολιτικού Ναού της Αμφισσας, έχοντας ως βάση την «βυζαντινή» αντίληψη της δισδιάστατης, πνευματικής, ζωγραφικής, μπολιάζοντάς την με την εμπειρία του από τη γνώση της μοντέρνας ζωγραφικής (τη σημασία της ζωγραφικής αυτής έγκαιρα έχει επισημάνει στη διεισδυτική μελέτη της για τον Σπ. Παπαλουκά η κυρία Μαρίνα Λαμπράκη). Στον Δ. τοίχο ζωγραφίζει την Κοίμηση. Μια σύνθεση με την παραδεδομένη εικονογραφία και τη θεολογική της σημαντική, αλλά και με την ισχυρή παρουσία των προσωπικών χαρακτηριστικών του ζωγράφου: αδρότερο σχέδιο, όπου συχνά το λευκό γράφει το σχήμα, πλατιά απλοποιημένα επίπεδα, προσωπική χρωματική κλίμακα με βαθύτονα χρώματα, αραίωση της σύνθεσης χωρίς όμως αλλοίωση του βασικού της χαρακτήρα.
Η «βυζαντινή» αντίληψη
Λίγα χρόνια αργότερα, το 1936, ο Αγήνωρ Αστεριάδης (1898-1977) επωμίζεται ένα ιδιαίτερα δύσκολο έργο: να ζωγραφίσει τον αναστηλωμένο από τον Ε. Τσίλερ (1884-88) βυζαντινό ναό της Επισκοπής στην Τεγέα. Την ίδια χρονιά, ο Σπ. Βασιλείου (1902-1985) ιστορεί τον ναό του Αγ. Διονυσίου Αρεοπαγίτου στην Αθήνα. Και οι δύο νέοι τότε ζωγράφοι εκφράζονται με αφετηρία τη «βυζαντινή» τεχνοτροπία. Ο Αστεριάδης στην Επισκοπή, ζωγραφίζοντας την Κοίμηση, ακολουθεί πιστότερα από τον Παπαλουκά την Παλαιολόγεια τεχνοτροπία και εικονογραφία με σαφές και ακριβές σχέδιο, πλούσιο διάκοσμο φανταστικών αρχιτεκτονημάτων (τα «σπίτια» του Διονυσίου), αγγέλους σε μονοχρωμία μέσα στη «δόξα» (mandorla), που περιβάλλει τον Χριστό, τους Αποστόλους που θρηνούν με συγκρατημένο τρόπο. Προσωπικό στοιχείο του Αστεριάδη είναι το φωτεινό, πλακάτο χρώμα με προτίμηση στους γαλάζιους τόνους.
Η γενιά του ’30 με την πίστη της στην αξία της βυζαντινής ζωγραφικής θα προετοιμάσει τον δρόμο για την επιστροφή της βυζαντινής τεχνοτροπίας στις ελληνικές εκκλησίες, που θα πραγματοποιηθεί με πρωτεργάτη τον Φώτη Κόντογλου (1895-1965).
Η Εικόνα της Κοιμήσεως ξαναβρήκε τη θεολογούσα εικονογραφία της και τη θέση της στο εικονογραφικό πρόγραμμα των σύγχρονων Ορθοδόξων Ναών, στέλνοντας τα μηνύματα για τη μετάβαση εκ του θανάτου στη Ζωή, με τον όρο να είναι πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής…
Πηγή κειμένου: Το ΒΗΜΑ, 16/08/1998
Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ – ΙΣΤΟΡΙΑ, ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΑ
Μητροπολίτη Κωνσταντίας – Αμμοχώστου Βασιλείου
Η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και το νόημά της συνοψίζονται με αυτό που ο Ψαλμωδός λέγει και οι Πατέρες της Εκκλησίας εφαρμόζουν στο πρόσωπο της Μητέρας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού: «Παρέστη η βασίλισσα εκ δεξιών σου εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη πεποικιλμένη» (Ψαλμ. 44:10). Με την εορτή της Κοιμήσεως εορτάζουμε δύο γεγονότα: αφ’ ενός μεν το θάνατο και την ταφή της Θεοτόκου, αφ’ ετέρου δε την ανάσταση και μετάσταση του σώματός της στους ουρανούς. Αυτά τα δύο θέματα επικρατούν και αναπτύσσονται στην υμνολογία της εορτής.
Σε όλο τον Ορθόδοξο κόσμο τιμάται με ιδιαίτερη λαμπρότητα η Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας. Η τιμή γενικότερα της Πανάγιας Μητέρας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού έχει τις απαρχές, τις καταβολές της στην Αποστολική περίοδο της ιστορίας της Εκκλησίας, γι’ αυτό και μαρτυρείται ήδη από τα ιερά ευαγγέλια. Έτσι πρέπει να κατανοήσουμε τους λόγους της ωδής της Θεοτόκου, όπως μας τους διασώζει ο ευαγγελιστής Λουκάς: «Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί» (Λκ. 1:48). Αυτός ο μακαρισμός αποτελεί συγχρόνως και μία μαρτυρία της τιμής του προσώπου της Θεοτόκου ήδη από την αποστολική εποχή.
Το πρόσωπο της Θεοτόκου εκτιμήθηκε ιδιαίτερα και γι’ αυτό το λόγο καθιερώθηκαν από πολύ νωρίς οι διάφορες εορτές, όπως: η Γέννηση της Θεοτόκου, η Είσοδος στον Ναό, ο Ευαγγελισμός, η Κοίμηση. Όσον αφορά ιδιαίτερα την εορτή της Κοιμήσεως έχουμε μαρτυρίες, ότι αυτή εορταζόταν με κάθε λαμπρότητα ήδη από τον πέμπτο αιώνα. Η καθιέρωση της εορτής στις 15 Αυγούστου έγινε από τον αυτοκράτορα Μαυρίκιο το τέλος του 6ου αιώνα. Η μαρτυρία για τον εορτασμό της Κοιμήσεως μας παρέχεται από ένα λόγο στην Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου που έχει αποδοθεί ψευδεπιγράφως στον ευαγγελιστή Ιωάννη, χωρίς βέβαια να είναι ο πραγματικός συγγραφέας του λόγου αυτού. Ο λόγος αυτός έχει γραφεί μεταξύ των αρχών και του τέλους του πέμπτου αιώνα, δηλαδή από το 400 – 500 μ.Χ. και αποτελεί συμπερίληψη της Θεολογίας της Εκκλησίας περί της Θεοτόκου, της Παραδόσεως και των λειτουργικών τιμών προς το πρόσωπο της Μητέρας του Ιησού Χριστού. Υπάρχει και μία άλλη σειρά κειμένων που μαρτυρούν για τον εορτασμό της Κοιμήσεως και των παραδόσεων πέριξ της εορτής αυτής[1][1], μερικά από τα οποία αναπαράγουν το περιεχόμενο του απόκρυφου κειμένου του Ιωάννη[2][2].
Το απόκρυφο αυτό κείμενο έχει αποτελέσει και τη βάση της υμνολογίας της σημερινής εορτής, αλλά και του εικονογραφικού κύκλου της Κοιμήσεως. Αν φέρουμε κατά νου την εικόνα της Κοιμήσεως, παρατηρούμε, ότι, στο κάτω μέρος της εικόνας, η Υπεραγία Θεοτόκος είναι τοποθετημένη πάνω σε κρεβάτι και περιστοιχίζεται από τους δώδεκα Αποστόλους. Αυτό είναι το πρώτο επίπεδο. Στο δεύτερο μέσο επίπεδο εικονογραφείται ο Χριστό μέσα σε ωοειδή κύκλο φωτός, όπως δηλαδή αυτόν της Μεταμορφώσεως και της Αναστάσεως. Είναι ο Υιός του Ανθρώπου με τη δόξα του και περιστοιχίζεται από Αγγέλους. Στο τρίτο ανώτερο εικονογραφικό επίπεδο ζωγραφίζεται παραστατικά ο ουρανός, απ’ όπου κατήλθε ο Χριστός και οι Άγγελοι για να παραλάβει τη ψυχή της Μητέρας του και όπου θα εισέλθει και ψυχικά και σωματικά η Θεοτόκος Μαρία. Η εικονογραφική αυτή θεματική της Κοιμήσεως αποτελεί το κεντρικό θέμα του λόγου περί της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ο οποίος περιέχει και πολλά άλλα παρεμφερή στοιχεία, όπως, αποκάλυψη προς την Παναγία του τέλους της επίγειας ζωής της από Άγγελο, προσευχές της Παναγίας, έλευση των Δώδεκα Αποστόλων πάνω σε φωτεινές νεφέλες από τα διάφορα μέρη του κόσμου όπου ασκούσαν το αποστολικό τους έργο κ.λ.π.
Η τιμή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, κατά το λόγο αυτό, είχε ως επίκεντρο τη Βηθλεέμ και την Ιερουσαλήμ. Η τιμή της Θεοτόκου γενικότερα και ειδικά της Κοιμήσεως δεν οφείλεται σε μία απλή ευσέβεια και ευλάβεια προς το πρόσωπο της Μητέρας του Χριστού, αλλά έχει βαθύτερη θεολογική θεμελίωση.
Ο ευαγγελιστής Λουκάς διασώζει τον μακαρισμό της «ανώνυμης» γυναίκας, που απηύθυνε προς τον Χριστό όταν το άκουε να διδάσκει: «Μακαρία η κοιλία η βαστάσασά σε και μαστοί ους εθήλασας» (Λκ. 10:38–42 και 10:27–28). Αυτοί οι λόγοι μπορούν να λεχθούν και από κάθε γυναίκα και από κάθε άνδρα. Είναι, όμως κατ’ εξοχήν λόγος της Εκκλησίας, αυτός μπορεί να είναι και ο συμβολισμός της γυναίκας που είπε το μακαρισμό αυτό, γιατί η Εκκλησία τιμά και μακαρίζει την Υπεραγία Θεοτόκο, η οποία γέννησε τον Χριστό. Όπως έχει λεχθεί, πολύ ορθά, ο Θεός είχε τη δύναμη και την ελευθερία να δημιουργήσει, όπως στην αρχική δημιουργία, το σώμα μέσα στο οποίο θα σαρκωνόταν ο Λόγος του Θεού. Παρά ταύτα επέλεξε τη δημιουργία αυτού του σώματος μέσα στη μήτρα της Παρθένου Μαρίας.
Για να επιτευχθεί αυτό, όμως, χρειάσθηκε η προπαρασκευή του σκεύους της εκλογής του Θεού. Κατά τον άγιο Νικόλαο τον Καβάσιλα, ο Θεός επέλεξε την Υπεραγία Θεοτόκο για να σαρκωθεί ο Λόγος του Θεού, γιατί αυτή έκανε κατορθωτό εκείνο που δεν κατόρθωσαν ο Αδάμ και η Εύα. Δηλαδή, η Παναγία οδήγησε την ανθρώπινη φύση στην τελειότητα και στον αγιασμό, ενώ ο Αδάμ και η Εύα οδήγησαν την ανθρωπότητα στην πτώση και στην αμαρτία. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, στο δεύτερο λόγο του για την Κοίμηση, με τρόπο παραστατικό, περιγράφει την παρέμβαση των Πρωτοπλάστων Αδάμ και Εύας, οι οποίοι απευθύνονται στην Παναγία κατά την ώρα της εκδημίας της με τους ακόλουθους λόγους: «Τότε δη, τότε Αδάμ και Εύα, οι του γένους προπάτορες, αγαλλομένοις τοις χείλεσι διαπρυσίως ανακεκράγασι· Συ μακαρία, θύγατερ, της παραβάσεως ημίν τα επιτίμια λέλυκας. Συ το φθαρτόν εξ ημών σώμα κληρονομήσασα, , αφθαρσίας ημίν εκυοφόρησας ένδυμα. Συ το είναι εξ ημετέρας οσφύος αρπάσασα, το ευ είναι ημίν ανταπέδωκας· τας ωδίνας έλυσας, τα του θανάτου διέρρηξας σπάργανα· το αρχαίον ημίν αποκατέστησας ενδιαίτημα. Ημείς εκλείσαμεν τον παράδεισον, συ του της ζωής ξύλου την είσοδον ανεπέτασας. Εκ των χρηστών δι’ ημών ήλθε τα λυπηρά, διά σου εκ των λυπηρών επανήλθεν ημίν τα χρηστότερα. Και πως θανάτου γεύση η άχραντος; Σοι προς την ζωήν γέφυρα, και κλίμαξ προς ουρανόν, και προς αθανασίαν ο θάνατος πορθμείον γενήσεται. Όντως μακαρία συ, παμμακάριστε. Τις γαρ, ει μήτιγε ο Λόγος η, προσενήνεκται τούτο πάσχων ό πράττειν υπείληπται;»[3][3].
Η Θεοτόκος Μαρία έγινε ο χώρος και το όργανο δημιουργίας του σώματος του Θεανθρώπου Χριστού, του Νέου Αδάμ. Και πάλιν, ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας εξετάζει τη σχέση Χριστού – Θεοτόκου, σχέση Μητέρας και Υιού, και για να μας κάνει να αντιληφθούμε καλύτερα καταφεύγει στο οντολογικό γεγονός της δικής μας ενώσεως με το Χριστό όταν κοινωνούμε το σώμα και το αίμα του Κυρίου. Η Υπεραγία Θεοτόκος είχε ενωθεί, πράγματι, οντολογικά με το Χριστό, αφού έγινε το όργανο της δημιουργίας της ανθρώπινης φύσεως του Χριστού.
Η Εκκλησία μας τιμά την Κοίμηση, δηλαδή το φυσικό της θάνατο, την ανάσταση και την εκδημία της Θεοτόκου στους ουρανούς, ή όπως διαφορετικά ονομάζεται, της μεταστάσεώς της στους ουρανούς. Το ζήτημα αυτό δημιούργησε συζητήσεις και διχογνωμίες. Όμως, θεολογικά βασίζεται και αποδεικνύεται ως η λογική συνέπεια, αφ’ ενός μεν, της οντολογικής σχέσεως της Θεοτόκου με τον Θεάνθρωπο Χριστό, αφ’ ετέρου δε, της Αναστάσεως του Ιησού Χριστού. Το άγιο σώμα της δεν ήταν δυνατό να δεχθεί τη φθορά, γι’ αυτό και, κατά το ως άνω απόκρυφο κείμενο για την Κοίμηση, μετά την έξοδο της ψυχής από το σώμα, τόσο το σώμα, όσο και ο τάφος που είχε τοποθετηθεί στη Γεσθημανή εξέπεμπε μύρον ευωδίας. Έτσι, τρεις μέρες μετά το θάνατο, ή την Κοίμησή της, και το σώμα της Υπεραγίας Θεοτόκου μετατίθεται στον Παράδεισο. Με άλλα λόγια, η Μετάσταση της Θεοτόκου, όπως την εορτάζει και την θεολογεί η Εκκλησία, είναι η ανάσταση της Θεοτόκου που προκαταλαμβάνει την ανάσταση όλων των ανθρώπων. Αυτή είναι και η θεολογική θέση του αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού στους τρεις Λόγους του για την Κοίμηση της Θεοτόκου. Στον Πρώτο Λόγο του γράφει: «Εντεύθεν ου θάνατον την ιεράν σου μετάστασιν λέξομαι, αλλά κοίμησιν ή εκδημίαν ή ενδημίαν ειπείν οικειότερον. Εκδημούσα γαρ των του σώματος, ενδημείς προς τα κρείττονα»[4][4].
Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, επιπρόσθετα, αναπύσσει και την εσχατολογική πτυχή του γεγονότος της Κοιμήσεως και της Μεταστάσεως της Θεοτόκου. Το γεγονός του θανάτου και της αναστάσεως της Θεοτόκου, το γεγονός της συναθροίσεως των Αποστόλων, το γεγονός της παρουσίας του Ιησού Χριστού με δόξα και λαμπρότητα, δορυφορούμενος από τους αγγέλους, είναι στοιχεία που συνθέτουν και την εικόνα της δευτέρας Παρουσίας του Χριστού. «’Όπου’ γαρ ‘το πτώμα’, Χριστός η αλήθεια έφησε τους αετούς συναχθήσεσθαι. Ει γαρ και περί της αυτού του ταύτα λέξαντος δευτέρας μεγάλης και επιφανούς παρουσίας και ουρανόθεν καταφοιτήσεως, η ρήσις ήδε προλέλεκται, αλλ’ ουκ ατόπως ωσπερ ηδύσματι του λόγου κανταύθα παραληφθήσεται[5][5]». Ο Χριστός, με την ανάστασή του, έγινε, κατά τον απόστολο Παύλο, «πρωτότοκος εκ των νεκρών». Η ανάσταση του ανθρώπινου γένους θα γίνει κατά τους έσχατους χρόνους, όταν ο Χριστός θα φανερωθεί και πάλιν. Ο θάνατος και η ανάσταση της Θεοτόκου είναι, με τα δεδομένα αυτά, θα λέγαμε, ενδιάμεσος ανάσταση της Θεοτόκου, και παρουσία του Χριστού, γιατί προηγείται της παγγενούς αναστάσεως και κρίσεως. Στα διάφορα κείμενα, στα οποία αναφερθήκαμε πριν, υπάρχουν ευχές και παρακλήσεις της Θεοτόκου για να μη κριθεί και να μη διέλθει από τη δοκιμασία του διαβόλου, πράγμα που μπορεί να θεωρηθεί ως η κρίση, όπως αυτή αναμένεται κατά τους έσχατους χρόνους.
Στο απόκρυφο κείμενο του Ιωάννη περί της Κοιμήσεως έχουμε και μία άλλη σημαντική όψη της θεολογίας της Εκκλησίας για τη θέση και το ρόλο που διαδραματίζει η Θεοτόκος μεταξύ του Υιού και Θεού της Ιησού Χριστού και των ανθρώπων. Πριν παραδώσει την αγία ψυχή της και εν είδη προσευχής παρακαλεί τον Χριστό ώστε: «πάντα άνθρωπον επικαλούμενον ή δεόμενον ή ονομάζοντα το όνομά της δούλης σου, χορήγησον αυτώ την βοήθειάν σου» (41). Δηλαδή η Παναγία Θεοτόκος αποδεικνύεται πρεσβευτής μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Πράγματι, η Θεοτόκος συνέχισε την παράκλησή της προς τον Χριστό: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο πάντα δυνάμενος εν ουρανώ και επί γης, ταύτην την παράκλησιν δυσωπώ το όνομά σου το άγιον˙ εν εκάστω καιρώ και τόπω όπου γίνεται η μνήμη του ονόματός μου, αγίασον τον τόπον εκείνον, και δόξασον τους δοξάζοντάς σε δια του εμού ονόματος, προσδεχόμενος των τοιούτων πάσαν προσφοράν και πάσαν ικεσίαν και πάσαν ευχήν» (42).
Δίκαια η Εκκλησία μας τιμά την Υπεραγία Θεοτόκο, ως τιμιωτέραν των Χερουβίμ και ενδοξοτέραν των Σεραφείμ, όχι ανωτέρα μόνο των ανθρώπων. Έτσι, και εμείς τιμούμε και εορτάζουμε την Κοίμηση της Θεοτόκου, γιατί η Κοίμηση και η Μετάστασή της στους ουρανούς, καθώς και η δόξα της από τον Θεό αποτελεί τη βεβαιότητα και της δικής μας εισόδου στη βασιλεία του Θεού με τις ευχές και πρεσβείες της Παναγίας Μητέρας του Ιησού Χριστού, που είναι και δική μας Μητέρα.
Η Θεοτόκος Μαρία έγινε Μητέρα του Ιησού Χριστού επειδή στη Μήτρα της δημιουργήθηκε με την έλευση και τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, το σώμα, η ανθρώπινη φύση του Χριστού. Είναι, όμως, και δική μας Μητέρα, γιατί όταν κοινωνούμε το σώμα και το αίμα του Κυρίου γινόμαστε αδέλφια του Χριστού και άρα και παιδιά της Υπεραγίας Θεοτόκου. Έτσι, και ως δική μας Μητέρα, πρεσβεύει για όλους εμάς που σεβόμεθα και επικαλούμεθα το άγιο όνομά της.
Ιερά Μητρόπολη Κωνσταντίας – Αμμοχώστου
15 Αυγούστου 2008
Πατερικά άνθη στην Kοίμηση της Θεοτόκου
Ο Αύγουστος είναι ο μήνας της Παναγίας μας. Όλοι οι πιστοί καταφεύγουμε με τις θαυμάσιες «Παρακλήσεις» στη Χάρη της και νοιώθουμε, ανάλογα με την πίστη μας, τη βοήθειά της και την παρουσία της στη ζωή μας.
Η φράση του Απολυτικίου της εορτής της «Κοιμήσεως της Θεοτόκου» «ἐν τῇ κοιμήσει τόν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε» επαληθεύεται διαρκώς στη ζωή της Εκκλησίας και επιβεβαιώνεται καθημερινά από την προσωπική εμπειρία μας. Δεν μας εγκατέλειψε αναχωρώντας με τον θάνατο από τον κόσμο. Είναι μαζί μας, με τα θαύματα που επιτελεί με τη μεσολάβησή της στον Υιό και Θεό της χάριν εκείνων οι οποίοι ζητούν ταπεινά και με πίστη τις πανίσχυρες πρεσβείες της.
Ως έκφραση θερμής ευγνωμοσύνης για την πολυποίκιλη βοήθειά της στον καθένα μας προσωπικά, και γενικότερα στον φιλόχριστο και θεοτοκόφιλο λαό μας, παραθέτουμε λίγα πνευματικά άνθη από θαυμάσιες ομιλίες στην εορτή της κοιμήσεως ορισμένων αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας.
«Ὤ πῶς ἡ πηγή τῆς ζωῆς πρός τήν ζωήν διά μέσου θανάτου μετάγεται», αναφωνεί ο ιερός Δαμασκηνός…
«Τί τοίνυν τό περί σέ τοῦτο μυστήριον ὀνομάσωμεν· θάνατον; ἀλλά καί φυσικῶς ἡ πανίερος καί μακαρία σου ψυχή τοῦ πανολβίου καί ἀκηράτου σου χωρίζεται σώματος, ὅμως οὐκ ἐναπομένει τῷ θανάτῳ οὐδ’ ὑπό τῆς φθορᾶς διαλύεται. Ἧς γάρ τικτούσης ἀλώβητος ἡ παρθενία μεμένηκε, ταύτης μεθισταμένης ἀδιάλυτον τό σῶμα πεφύλακται καί πρός κρείττονα καί θειοτέραν σκηνήν μετατίθεται».
Ω πώς εκείνη που γέννησε την Πηγή της ζωής μεταφέρεται διά μέσου του θανάτου προς την ζωή! Να ονομάσουμε θάνατο αυτό το μυστήριο που συμβαίνει με σε; Αλλ’ εάν και εχωρίσθη η παναγία και μακαρία ψυχή σου από το πανευτυχές και αμόλυντο σώμα σου, όπως συμβαίνει με τον θάνατο κάθε ανθρώπου, όμως το σώμα σου δεν παραμένει μόνιμα στον θάνατο, ούτε διαλύεται από την φθορά. Διότι αυτής της οποίας η παρθενία έμεινε άθικτη, όταν γεννούσε τον θεάνθρωπο, αυτής και το σώμα, όταν ήλθε η ώρα να αναχωρήσει από τον παρόντα κόσμο, φυλάχθηκε αδιάλυτο και μετετέθη προς καλυτέρα και θειοτέρα ζωή (PG 96, 713-716).
«Σέ τάφος ἔχειν οὐ δύναται», προσθέτει ο άγιος Ανδρέας Κρήτης …
«Ἅδης κρατεῖν οὐκ ἰσχύει σου… Ἄπιθι τοίνυν, ἄπιθι σύν εἰρήνῃ. Μεταναστεύου τῶν ἐν τῇ κτίσει μονῶν· ἐξιλάσκου τόν Κύριον ὑπέρ τοῦ κοινοῦ πλάσματος».
Δεν μπορεί να σε κρατήσει ο τάφος. Δεν έχει δύναμη να σε έχει φυλακισμένη ο Άδης… Φύγε λοιπόν, φύγε ειρηνική. Αναχώρησε από τις γήινες διαμονές και ικέτευε και εξιλέωνε τον Κύριο για όλους εμάς τους συνανθρώπους σου. (PG 97, 1100).
«Ὅν τρόπον καί ὁ σός Υἱός καί πάντων Θεός», συμπληρώνει ο άγιος Γερμανός, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, «… τοῦ ὁμοίου σαρκικῶς ἀπεγεύσατο θανάτου· παραδοξάσας δηλαδή, κατά τόν ἴδιον αὐτοῦ καί ζωοποιόν τάφον καί τό σόν τῆς κοιμήσεως ζωοπαράδεκτον μνῆμα· ὥστε ἀμφοτέρων σώματα μέν ἀφαντάστως ὑποδεξαμένων, διαφθοράν δέ μηδαμῶς ἐνεργησάντων. Οὐδέ γάρ ἐνεδέχετό σε θεοχώρητον οὖσαν ἀγγεῖον, τῆς ἀναλύσεως νεκροφθόρῳ διαρρυῆναι χοΐ: Ἐπειδή γάρ ὁ κενωθείς ἐν σοί, Θεός ἦν ἀπ’ ἀρχῆς, καί ζωή προαιώνιος, καί τήν Μητέρα τῆς Ζωῆς σύνοικον ἔδει τῆς Ζωῆς γεγονέναι…».
Όπως δηλαδή ο Υιός σου και Θεός των όλων εγεύθη κατά την σάρκα του τον ίδιο θάνατο και όπως δόξασε τον δικό του ζωοποιό τάφο, έτσι δόξασε και το δικό σου μνήμα, που εδέχθη κατά την κοίμησή σου Σε την Μητέρα της ζωής. Και οι δύο τάφοι δέχθηκαν μεν, χωρίς να φαντάζονται, κάτι ξεχωριστό, τα σώματα και των δύο, αλλά δεν ενήργησαν καμιά διαφθορά σ’ αυτά. Διότι δεν ήταν δυνατόν συ που ήσουν δοχείο που εχώρησε τον Θεό να διαλυθείς στο χώμα της νεκρώσεως. Επειδή Αυτός που εταπεινώθη και εκυοφορήθη μέσα σου ήταν εξ αρχής Θεός και ζωή προαιώνιος, έπρεπε και συ, η Μητέρα της Ζωής, να γίνεις σύνοικος με την Ζωή, με τον Υιό σου, στα ουράνια (PG 98, 345-8).
Το σώμα της υπεραγίας Θεοτόκου, σημειώνει και ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, «μικρόν παραμεῖναν τῇ γῇ καί αὐτό συναπῆλθε… Καί τοίνυν ἐδέξατο μέν ὁ τάφος ἐπί μικρόν, ἐξεδέχετο δέ καί ὁ οὐρανός τήν καινήν γῆν ἐκείνην, τό πνευματικόν σῶμα… τό ἁγιώτερον ἀρχαγγέλων».
Το ιερό σώμα της, αφού παρέμεινε για λίγο στη γη, έφυγε κατόπιν κι αυτό στους ουρανούς με την ψυχή της. Δέχθηκε λοιπόν το σώμα της ο τάφος για μικρό χρονικό διάστημα, δέχθηκε δε τελικώς και ο ουρανός το σώμα της, την καινή εκείνη γη, που ανεκαινίσθη από τον Υιό και Θεό της που κατοίκησε μέσα της, το πνευματικό και άγιο εκείνο σώμα… που είναι αγιότερο από τους αρχαγγέλους («Η Θεομήτωρ», έκδοση Ιερού Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου, Αθήναι 1968, σελ. 214-216).
«Μόνη αὕτη νῦν μετά τοῦ θεοδοξάστου σώματος σύν τῷ Υἱῷ τόν οὐράνιον ἔχει χῶρον», τονίζει και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς· «οὐ γάρ εἶχε κατέχειν εἰς τέλος γῆ καί τάφος καί θάνατος ζωαρχικόν σῶμα καί θεοδόχον».
Μόνη η Θεοτόκος τώρα, προ της Δευτέρας δηλαδή Παρουσίας, βρίσκεται με το θεοδόξαστο σώμα της μαζί με τον Υιό της στον ουράνιο Παράδεισο. Διότι δεν μπορούσαν να κρατούν παντοτινά η γη, ο τάφος και ο θάνατος το σώμα εκείνο, που έγινε δοχείο του Θεού και πηγή της Ζωής (PG 151, 465).
Ας την ικετεύουμε να ενθυμείται και εμάς εκεί στη δόξα της την ανέκφραστη και να πρεσβεύει και υπέρ ημών στον παντοκράτορα Υιό της.
Η Δράσις μας, 440
Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως και Κριμαίας: «Η Υπεραγία Παρθένος Μαρία υπήρξε άχραντος ναός του Σωτήρος και σ' αυτήν κατοίκησε το Άγιο Πνεύμα και από την αγιότατη μήτρα της έλαβε το ανθρώπινο σώμα ο Υιός του Θεού, ο Οποίος κατέβηκε από τους Ουρανούς. Γι' αυτό ο σωματικός της θάνατος δεν ήταν θάνατος αλλά Κοίμηση, δηλαδή ένα άμεσο πέρασμα από τη Βασιλεία του Θεού εντός της στη Βασιλεία των Ουρανών και την αιώνια ζωή.
Μού ήρθε τώρα στο μυαλό και κάτι καινούριο. Σ' ένα από τα προηγούμενα κηρύγματα μου σάς έλεγα, ότι έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε, ότι και το σώμα της Υπεραγίας Θεοτόκου με τη δύναμη του Θεού έγινε άφθαρτο και ανελήφθη στους ουρανούς. Αυτό μας λέει και το κοντάκιο της μεγάλης γιορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου: «Τὴν ἐν πρεσβείαις ἀκοίμητον Θεοτόκον, καὶ προστασίαις ἀμετάθετον ἐλπίδα, τάφος καὶ νέκρωσις οὐκ ἐκράτησεν, ὡς γὰρ ζωῆς Μητέρα, πρὸς τὴν ζωὴν μετέστησεν, ὁ μήτραν οἰκήσας ἀειπάρθενον».
Προσέξτε: «τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν». Το σώμα της Υπεραγίας Θεοτόκου, με τη δύναμη του Θεού, έμεινε άφθαρτο».
Όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης: «Αληθινά, η Παναγία είναι η βοήθειά μας ενώπιον του Θεού και μόνο τ' όνομά της χαροποιεί την ψυχή. Αλλά κι' όλος ο ουρανός κι' όλη η γη χαίρονται με την αγάπη της. Αξιοθαύμαστο κι' ακατανόητο πράγμα. Ζει στους ουρανούς και βλέπει αδιάκοπα τη δόξα του Θεού, αλλά δεν λησμονεί κι εμάς τους φτωχούς κι' αγκαλιάζει με την ευσπλαγχνία της όλη τη γη κι' όλους τους λαούς».
επιμέλεια: Sophia-Siglitiki/Αέναη επΑνάσταση
Κοίμησις, Ταφή, Ανάστασις, Ανάληψις της Θεοτόκου.
Απομαγνωτοφωνημένη ομιλία του αρχιμ Αθανασίου Μυτιληναίου η οποία εκφωνήθη στις 14/08/1980 σε αγρυπνία της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Η θέσις, αγαπητοί μου, της Υπεραγίας Θεοτόκου, μέσα εις την ιστορία της σωτηρίας μας, είναι σημαντικοτάτη. Και τούτο διότι εστάθη το όργανον της σωτηρίας μας. Είναι εκείνη η οποία έδωσε τον εαυτόν της, να γίνει κλίμακα για να κατέλθει ο Θεός στη γη, και ταυτοχρόνως γίνεται κλίμακα για να ανέλθει ολόκληρη η ανθρωπότητα στον ουρανό.
Έτσι ο Θεός δια της Θεοτόκου, γίνεται άνθρωπος και οι άνθρωποι δια της Θεοτόκου γίνονται θεοί. Να λοιπόν ότι η θέσις της υπεραγίας Θεοτόκου, είναι σημαντικοτάτη εις την ιστορία της σωτηρίας. Εις εκείνο το θαυμαστό όραμα του Ιακώβ με την κλίμακα που εστηρίζετο ο Θεός εις την κορυφήν, η κλίμακα αυτή δεν προϋποθέτει μόνον, την κάθοδον του Θεού, αλλά και την άνοδο του Ιακώβ, δηλαδή την άνοδο των ανθρώπων.
Έτσι αγαπητοί μου, η Θεοτόκος κατέχει κεντρικοτάτη θέση μέσα στην σωτηρίαν μας και συνεπως και στην λατρεία μας. Ολόκληρος ο Άυγουστος είναι αφιερωμένος εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον. Σημειώσατε ότι δεν έχουμε λίγες Θεομητορικές εορτές μέσα εις τον λειτουργικόν χρόνον.
Αλλά την κορυφή των Θεομητορικών εορτών την κατέχει εορτή της Κοίμησις της Θεοτόκου, αυτή που εορτάζουμε στις 15 Αυγούστου. Είναι μια εορτή κατά την οποία εορτάζουμε την Κοίμηση, την ταφή, την Ανάσταση και την Μετάσταση της Υπεραγίας Θεοτόκου.
Αυτά τα τέσσερα χαρακτηριστικά στοιχεία. Όταν ρίξουμε μια ματιά στην ορθόδοξο εικονογραφία μας, θα δούμε κατά έναν θαυμαστό τρόπο να ιστορούνται αυτά τα τέσσερα χαρακτηριστικά. Βεβαίως αφότου άρχισαν οι αιρέσεις, πότε να στρέφονται εναντίον του προσώπου του Κυρίου μας Ιησού, πότε εναντίον της Θεοτόκου, η Εκκλησίας μας επαγίωσε πλέον μέσα στις εικόνες, που μας προσφέρει για να διδαχθούμε το δόγμα όσο και για να τιμήσουμε τα πρόσωπα αυτά, τον Κύριον Ιησούν και την Υπεραγία Θεοτόκο, οι εικόνες εφεξής έχουν πλέον όχι μόνον ιστορικόν χαρακτήρα, ιστορική διάσταση αλλά και δογματική διάσταση.
Έτσι βλέποντας την εικόνα της Κοιμήσεως, βλέπουμε τα εξής: Την Υπεραγίαν Θεοτόκον νεκράν επάνω εις ένα κρεβάτι. Γύρω της είναι οι Απόστολοι. Σε μια θεία δόξα που δεν ανήκει στον παρόντα κόσμο, γι' αυτό και οι αγιογράφοι, αγιογραφούν αυτό το σημείον κατά έναν τρόπο που να δίδεται η εντύπωσις ότι πρόκειται για κάτι το εξωκοσμικόν, βρίσκεται ο Ιησούς Χριστός. Κρατάει στα χέρια του την ψυχή της μητέρας Του, της Υπεραγίας Θεοτόκου, την οποία οι αγιογράφοι πάρουσιάζουν ως ένα νήπιο.
Με αυτό το νήπιο θέλουν να δείξουν την ψυχή της Παναγίας. Άγγελοι δορυφορούν τον Χριστόν μέσα στην θεία Του δόξα, που κρατά στα χέρια του την ψυχή της μητέρας Του. Αυτό αποτελεί τον ουρανόν.
Κάτω εις την γην οι Απόστολοι, κλαίουν, αλλά το κλάμα τους είναι συγκρατημένο. Είναι ένα κλάμα λύπης, γιατί έχασαν την μητέρα του Κυρίου τους, αλλά και χαράς διότι είναι ο πρώτος άνθρωπος, αληθινά άνθρωπος, όχι θεάνθρωπος ο οποίος ανέρχεται δεδοξασμένος στον ουρανό.
Αυτά βλέπουμε αγαπητοί μου την εικονογραφία της Κοιμήσεως. Αλλά πώς έχουν τα πράγματα έτσι, και πως βρέθηκαν οι Απόστολοι στα Ιεροσόλυμα, αφού κατά την παράδοση η Θεοτόκος εκεί εκοιμήθη.
Έλαβε ειδοποίησιν από τον Υιόν της, ότι θα απέλθει μέσα εις τρεις ημέρες. Σημειώσατε ότι αυτά που σας λέγω, δεν τα αναφέρει η Αγία Γραφή, αλλά τα αναφέρουν Πατέρες της Εκκλησίας μας, όπως ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο άγιος Μόδεστος Ιεροσολύμων, ο άγιος Ανδρέας Κρήτης, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο άγιος Γερμανός αρχιεπίσκοπος Κων/πολεως, και άλλοι οι οποίοι όχι απλώς τα σημείωνουν αλλά πλέκουν και το εγκώμιον εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον.
Εγκώμια αγαπητοί, τα οποία είναι με βάθος μεγάλο θεολογικό. Εκοιμήθη η Θεοτόκος την τρίτη ημέραν και τότε το Πνεύμα του Θεού ήρπασε τους Αποστόλους, που ευρίσκοντο στα διάφορα σημεία της οικουμένης κηρύσσοντες τον λόγο του Θεού και ευρέθησαν όλοι εις τα Ιεροσόλυμα.
Μέσα εις την παράκλησιν τι λέμε; Ειδικά εις εκείνο το εξαποστειλάριο το οποίο ψάλλουμε ειδικά τον δεκαπενταύγουστο: «Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε», δηλαδή, ω! Απόστολοι που ήρθατε από τα πέρατα της οικουμένης και ήρθατε εδώ εις τα Ιεροσόλυμα, «κηδεύσατέ μου το σώμα, εν χωρίω Γεθσημανή», δηλαδή, εις τον τόπον της Γεθσημανής, κηδεύσατέ μου το σώμα. Πλην του Θωμά.
Ο Θεός οικονομησε ο Θωμάς να μην είναι παρών, ο οποίος έφτασε τρεις ημέρες μετά την Κοίμηση της Θεοτόκου. Αλλά όταν ο Θωμάς έφτασε, ελυπήθη πάρα πολύ, διότι δεν ήταν παρών δια να ίδει δια τελευταία φορά την μητέρα του Κυρίου Του και διδασκάλου Του. Γι' αυτό επήγαν εις τον τάφον, να τον ανοίξουν και να Την προσκυνήσει.
Αλλά τότε παρατηρήθη το εξής: ο μεν τάφος δεν είχε το σώμα αλλά είχε μόνο τα άμφια, τον ιματισμόν δηλαδή της Θεοτόκου και επίσης ήταν γεμάτος από ευωδία καταπληκτική. Τότε κατενόησαν οι απόστολοι ότι η Υπεραγία Θεοτόκος ανεστήθη και ανελήφθη εις τον ουρανόν.
Πράγματι έχουμε την Κοίμησιν, την Ταφήν, την Ανάστασιν και την Μετάστασιν δηλ. την Ανάληψιν εις τους ουρανούς. Αυτό έχει πάρα πολύ σημασία και θεολογική αξία διότι η Υπεραγία Θεοτόκος είναι ο πρώτος άνθρωπος, όπως λέγει σε ένα εγκώμιό του ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο οποίος μετά του σώματος θεούται και ανέρχεται στην βασιλεία του Θεού, προ της τελικής κρίσεως.
Διότι ουδείς έχει εισέλθει ακόμη εις την βασιλεία του Θεού παρά μόνο ο ενανθρωπήσας Υιός του Θεού. Κανένας άνθρωπος δεν υπάρχει εις την βασιλεία του Θεού. Ούτε ο ληστής. Ο ληστής βρίσκεται στον παράδεισον. Και ο παράδεισος είναι ο τόπος των ψυχών που αναμένουν την ανάστασιν των νεκρών.
Δεν είναι λοιπόν ούτε ο ληστής, δεν είναι ούτε ο απόστολος Πέτρος, ούτε ο απόστολος Παύλος, ούτε ο προφήτης Ηλίας, ο οποίος δεν εδοκίμασε θάνατον και θα επανέλθει εις την γην. Κανείς δεν έχει εισέλθει εις την βασιλείαν του Θεού, πλην της Θεοτόκου. Και εισήλθε με το σώμα της, όπως ακριβώς εισήλθε και ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός της.
Ήταν δυνατό ποτέ η Μητέρα της Ζωής να ίδει φθοράν, να ίδει διαφθοράν; Όπως ο Ιησούς Χριστός, ο ενανθρωπήσας Υιός του Θεού απέθανεν και ετάφη αλλά δεν είδε διαφθοράν, δηλ. δεν έλιωσε μέσα εις τον τάφον, αλλά ανεστήθη, έτσι έδωσε και την ανάσταση εις την μητέρα Του, από την οποία εδανείσθη την ανθρωπίνη φύση, όλη την ανθρωπίνη φύση, και το σώμα και την ψυχήν, και αυτά τα εθέωσε και τα ανέβασε εις αυτήν την Βασιλεία του Θεού. Αυτό για μας λέει πολλά πράγματα.
Η Θεοτόκος είναι ο πρώτος άνθρωπος που ανέρχεται εις την βασιλεία του Θεού και συνεπώς αποτελεί το πιο χαρούμενο γεγονός μετά από το Πάσχα. Και γι' αυτό θεωρείται δεύτερο Πάσχα,κατά το οποίος εορτάζουμε, όχι απλώς την Κοίμηση, όπως θα εορτάζαμε την επέτειο του θανάτου ενός προσώπου, αφαλώς όχι με χαρά, αλλά το προβάδισμα ενός ανθρώπου στη Βασιλεία του Θεού.
Και γι' αυτό, για μας είναι ένα Πάσχα, όχι κενόν περιεχομένου, αλλά ένα Πάσχα που έρχεται να μας δώσει την εγγύησιν, ότι πέρασε ένας άνθρωπος εκείνον τον χώρον που δεν θα μπορούσε ποτέ ανθρωπίνη φύσις να τον περάσει.
Γιατί Πάσχα σημαίνει διάβασις, κι όταν οι Εβραίοι πέρασαν την Ερυθρά θάλασσα, γιόρταζαν τυπικώς το αληθές Πάσχα, το οποίο είναι εκ του θανάτου εις την ζωήν, εκ του φθαρτού κόσμου εις την αφθαρσίαν και εκ του κτιστού κόσμου εις την βασιλείαν του Θεού. Ποιος θα μπορούσε να περάσει;
Βεβαίως ο Χριστός. Αλλά από πίσω του έρχεται ο πρώτος άνθρωπος. Έτσι, δεν είναι υπερβολή να πούμε, ό,τι θα λέγαμε για τον Ιησούν Χριστόν το ίδιο θα λέγαμε και για την Υπεραγίαν Θεοτόκον.
Αγαπητοί μου για μας είναι μεγάλη ελπίδα η Υπεραγία Θεοτόκος. Είναι πολύ μεγάλη ελπίδα. Γι' αυτό ο λαός μας την αγαπά πολύ. Βλέπετε ότι δεν υπάρχει σπίτι που να μην έχει την εικόνα της Παναγίας.
Δεν υπάρχει χωριό, πόλη που να μην έχει έστω ένα εκκλησάκι ή παρεκκλησι αφιερωμένο στην Υπεραγία Θεοτόκο. Αν θα 'πρεπε να καταγράψομε πόσες εκκλησιές της Παναγίας υπάρχουν σ' όλη την Ελλάδα, για να μιλήσουμε μόνο για τον ελληνικόν χώρον και όχι για όλον τον ορθόδοξον χώρον, θα βλέπαμε ότι οι εκκλησίες που υπάρχουν προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου είναι πάρα πολλές.
Σε μια ανάγκη μας, την Παναγία φωνάζουμε. Είναι δε τόσο ζυμωμένο αυτό με την ύπαρξή μας, με το κύτταρο μας, έτσι ώστε όπως λέμε «μάνα μου» σ' έναν κίνδυνο, έτσι φωνάζουμε αυθορμήτως, χωρίς να δουλέψει το μυαλό μας, θα έλεγα από μέσα από τα έγκατά μας, φωνάζουμε «Παναγιά μου». Μέσα μας, μέσα στα βιώματά μας, υπάρχει το πρόσωπό της.
Κι αυτό δείχνει ότι ο ορθόδοξος κόσμος αγαπά και τιμά, την Υπεραγία Θεοτόκο. Την θεωρούμε ότι είναι το εργαστήριο της σωτηρίας μας. Την θεωρούμε ότι είναι η πόλις του μεγάλου βασιλέως. Δεν είναι απλώς η επίγειος Ιερουσαλήμ αλλά είναι η αιωνία Ιερουσαλήμ.
Είναι η δωδεκάτειχος πόλις που έχει τα δώδεκα τείχη, που είναι οι Απόστολοι, και αυτή είναι η πόλις που έχει κάτοικό της τον Υιόν της, τον Ιησούν Χριστόν. Ο πρώτος πολίτης, αλλά και εμείς αγαπητοί, καλούμεθα να γίνουμε πολίτες αυτής της πόλης.
Αλλά κατοικώ την πόλιν, κατοικώ την Θεοτόκον. Μπαίνω μέσα εις την ζωήν της Θεοτόκου και αυτό μέσα εις ένα εγκώμιόν του ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγει τα εξής: Ελάτε όλοι νοερά να συνεκδημήσουμε μ' εκείνη η οποία έχει συνεκδημήσει. Ελάτε όλοι να φύγουμε μαζί μ' εκείνη η οποία έφυγε από τον κόσμον αυτόν.
Όπως λέμε εις τους Χαιρετισμούς: «Ξένον τόκον ιδόντες ξενωθώμεν του κόσμου», δηλαδή, αφού είδαμε έναν παράξενον τόκον, τον Ιησούν Χριστόν, που Τον εγέννησε η Θεοτόκος, ότι δηλαδή είναι ο Εμμανουήλ, ο «μαζί μας ο Θεός», ας αποξενωθούμε από τον κόσμο, από τον αμαρτωλόν κόσμον, από την αμαρτίαν. Για να μπορέσουμε να βρεθούμε με τον τόκον της Υπεραγίας Θεοτόκου.
Ήρθε, υπηρέτησε το έργο του Θεού, το μέγα σχέδιο του Θεού, υπηρέτησε το «σεσιγημένον μυστήριον χρόνοις αιωνίοις» κατά έναν θαυμαστόν τρόπον, και έγινεν η Κυρία των Ουρανών. Μαζί της λοιπόν, ας ανέβουμε νοερά. Ακόμα η ώρα μας δεν έχει έλθει να φύγουμε. Θα φύγωμε όμως.
Επειδή όταν θα φύγουμε θα ζητούν οι δαίμονες την ψυχήν μας, γι' αυτός ας φύγωμε από τώρα, νοερώς. Κι εκείνος ο οποίος θα φύγει νοερώς μαζί της, όταν θα έρθει η ώρα της οριστικής αναχωρήσεως, τότε η Υπεραγία Θεοτόκος θα τον αναμένει στον ουρανόν και θα ίδει το πρόσωπό της.
Εκείνο το πρόσωπο το οποίο ευλαβούνται τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ και υποκλίνονται μπροστά στης. Είναι εκείνη η οποία φοράει τον ήλιο, οπως μας αποκαλύπτει το βιβλίο της Αποκαλύψεως, και έχει κάτω από τα πόδια της την Σελήνη.
Που σημαίνει ότι φοράει την μονιμότητα, γιατί ο δίσκος του ηλίου είναι πάντοτε στρογγυλός, και έχει κάτω από τα πόδια της την διαρκώς αλλοιουμένη με τις φάσεις της σελήνη, σύμβολο του κόσμου που περνά, που ρέει, του κόσμου του μεταβαλλομένου.
Έτσι κι εμείς αγαπητοί, ας βάλουμε κάτω από τα πόδια μας την σελήνη του κόσμου τούτου, τον μεταβαλλόμενον κόσμον και ας μένουμε μέσα εις την μονιμότητα του θείου φωτός, της θείας δόξης, μέσα εις την οποία εισήλθε η Υπεραγία Θεοτόκος και μας αναμένει.