Κυριακή 28 Ιουνίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ'ΜΑΤΘΑΙΟΥ-Η επαινούμενη από τον Κύριο πίστη

  Στό γνωστό περιστατικό τῆς θεραπείας τοῦ δούλου τοῦ ἑκατοντάρχου μᾶς παραπέμπει τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς Δ´ Κυριακῆς τοῦ Ματθαίου, κατά τό ὁποῖο ὁ Κύριος ῾ἐντυπωσιασμένος᾽ ἀπό τήν πίστη ἑνός ἑκατοντάρχου, ἑνός δηλαδή εἰδωλολάτρη στήν οὐσία, τόν ἐπαινεῖ γι᾽ αὐτήν καί ἀνταποκρίνεται στό αἴτημά του: «ὡς ἐπίστευσας, γενηθήτω σοι». Ἡ προσέγγιση τῆς πίστης αὐτῆς τοῦ ρωμαίου ἀξιωματούχου λειτουργεῖ καί ἐδῶ - γιά νά χρησιμοποιήσουμε ἕνα σύγχρονο ψυχολογικό ὅρο - ἀρχετυπικά.


1. ῎Εχει ἐπισημανθεῖ ὅτι δύο φορές ὁ Κύριος ἐπαίνεσε τήν πίστη τῶν ἀνθρώπων σ᾽ ᾽Εκεῖνον ὡς τή φανέρωση τοῦ Θεοῦ: στήν περίπτωση τῆς Χαναναίας γυναίκας, πού παρακαλοῦσε τόν Κύριο γιά τή δαιμονισμένη κόρη της, καί στήν περίπτωση τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος, δηλαδή στίς περιπτώσεις δύο θεωρουμένων εἰδωλολατρῶν. ᾽Ενῶ κανονικά θά ἔπρεπε στούς «υἱούς τῆς βασιλείας», τούς ᾽Ισραηλίτες, νά ὑπάρχει ἡ πίστη αὐτή, διότι ἡ πίστη στόν Θεό εἶναι τό χαρακτηριστικό τοῦ λαοῦ πού ἐπιλέχθηκε ἀπό Αὐτόν πρός σωτηρία τοῦ κόσμου, τοῦτο δέν συμβαίνει. Τό ἀντίθετο μάλιστα. Τό σύνηθες δυστυχῶς στόν λαό αὐτό τοῦ Θεοῦ ἦταν ἡ ἀπιστία καί ἡ σκληροκαρδία, καταστάσεις, πού ἔλεγχαν διαρκῶς οἱ ἀπεσταλμένοι ἀπό τόν Θεό προφῆτες, ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ πίστη εἶναι ἕνα λουλούδι, πού φυτρώνει ὄχι ἐκεῖ, πού νομικά, θά ἔλεγε κανείς, ὑπάρχει τό ἔδαφός της, στό πλαίσιο δηλαδή ἑνός συγκεκριμένου λαοῦ, ἀλλά ἐκεῖ πού ὑπάρχει ῾καρδιά᾽, δηλαδή καλή διάθεση καί ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας, ἄρα ὁπουδήποτε στόν κόσμο καί σ᾽ ὁποιονδήποτε ἄνθρωπο.


2. Ἡ ἐπαινουμένη ἀπό τόν Κύριο μεγάλη πίστη τοῦ ἑκατοντάρχου, ὅπως καί ἡ ἀνάλογη βεβαίως τῆς Χαναναίας, δέν ἐξαντλεῖται σέ μία ἀποδοχή ἁπλῶς τοῦ Χριστοῦ, ὡς ἑνός δασκάλου καί καθοδηγητῆ. ᾽Ακόμη καί ἡ ἀποδοχή Του ὡς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ σέ ἕνα νοησιαρχικό καί ἰδεολογικό ἐπίπεδο ἀπορρίπτεται ἀπό Αὐτόν. Διότι «καί τά δαιμόνια πιστεύουσι καί φρίττουσι» (ἅγιος ᾽Ιάκωβος), ὅπως καί «οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τήν βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν, ἀλλ᾽ ὁ ποιῶν τό θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (ὁ Κύριος). ᾽Εκεῖνο πού γίνεται ἀποδεκτό ὡς πίστη εἶναι αὐτό πού ἐνεργοποιεῖ τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό μέ ἄλλα λόγια πού κάνει τόν ἄνθρωπο νά φεύγει ἀπό τήν ῾ἡσυχία᾽ του καί τήν ἄνεση τῶν παθῶν του καί νά στρέφεται μέ ἐμπιστοσύνη στόν Θεό, ἀλλάζοντας ἑπομένως τρόπο ζωῆς. Αὐτή ἡ πίστη, πού χαρακτηρίζεται μεγάλη, ῾συγκινεῖ᾽ τόν Χριστό καί Τόν κάνει νά ἀνταποκρίνεται ὁλοπρόθυμα καί ἄμεσα: «ἐγώ ἐλθών θεραπεύσω αὐτόν». Καί ναί μέν δέν ἐπῆγε τελικῶς ὁ ῎Ιδιος, ἀλλά ἡ ἀπάντησή Του ὁδήγησε στό ἴδιο ἀποτέλεσμα: «ὡς ἐπίστευσας, γενηθήτω σοι». ῎Ετσι ἡ μεγάλη πίστη εἶναι ἐκείνη πού γίνεται θεραπευτική ἐνέργεια γιά τόν ἄνθρωπο καί τούς οἰκείους του.


3. Ποιά τά γνωρίσματα τῆς μεγάλης πίστης, ὅπως αὐτά φαίνονται στήν παραπάνω περίπτωση;


(1) Ἡ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στόν Χριστό καί τά λόγια Του, ὅτι δηλαδή εἶναι ᾽Εκεῖνος στόν Ὁποῖο φανερώνεται ὁ Θεός, ᾽Εκεῖνος στόν Ὁποῖο ὑπάρχει ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ. Συνεπῶς ἡ μεγάλη πίστη ὑπερβαίνει ὁποιαδήποτε ἀμφιβολία καί δυσπιστία, πού κάνει τόν ἄνθρωπο δίψυχο καί ἄρα ἀνίκανο νά δεχθεῖ στήν ὕπαρξή του τόν Θεό. Ἡ μεγάλη πίστη εἶναι αὐτή στήν ὁποία μᾶς προσανατολίζει διαρκῶς καί ἡ ᾽Εκκλησία μας, μέ τήν προτροπή «ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στίς περιπτώσεις δύσπιστης προσέγγισης στό πρόσωπό Του, ὅπως γιά παράδειγμα τοῦ ἀρχισυναγώγου, μέ τό: «εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν», προέτρεπε στήν ὑπέρβαση καί στήν ἐμπιστοσύνη σ᾽ Ἐκεῖνον, ἄν ἤθελε κανείς νά ἔβλεπε αἰσθητά στή ζωή του τήν ἐνέργεια τῆς χάριτός Του: «εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατά τῷ πιστεύοντι».


(2) Ἡ ταπείνωση ὡς συναίσθηση τῆς μικρότητας καί τῆς ἀνεπάρκειας τοῦ ἀνθρώπου. Συγκινεῖ πράγματι ἡ περίπτωση τοῦ ρωμαίου αὐτοῦ, πού ῾ἐκτός᾽ ἀκόμη τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ εὑρισκόμενος, ἄν θά μποροῦσε νά τό πεῖ κανείς, ἀφοῦ «τό Πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ», παρουσιάζει μία ταπείνωση, τήν ὁποία ἐπισημαίνουμε μόνο στούς βίους τῶν ἁγίων τῆς ᾽Εκκλησίας. «Κύριε, οὐκ εἰμί ἱκανός, ἵνα μου ὑπό τήν στέγην εἰσέλθῃς». Καί ξέρουμε ὅτι χωρίς τήν ταπείνωση οὐσιαστικά πίστη στόν Θεό δέν ὑφίσταται. Ποῦ νά σταθεῖ ὁ Θεός, ἄν τό ἐγώ τοῦ ἀνθρώπου ἔχει γεμίσει τήν καρδιά του καί τόν κάνει νά ἐπιζητεῖ μόνον τήν ἀνθρώπινη δόξα; Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος πάλι μᾶς ἀπεκάλυψε ὅτι «πῶς δύνασθε πιστεῦσαι, δόξαν παρ᾽ ἀλλήλων λαμβάνοντες καί τήν δόξαν τήν παρά τοῦ μόνου Θεοῦ οὐκ ἐπιζητοῦντες;»


(3) Τό ἐνδιαφέρον γιά τόν συνάνθρωπο, ἐν προκειμένῳ ἕναν δοῦλο. Ὁ Κύριος πρέπει νά συγκινήθηκε ἰδιαίτερα ἀπό τήν ἀγωνία τοῦ ἀξιωματικοῦ γιά τόν δοῦλο του, γιατί ῾θύμιζε᾽ σ᾽ἕνα βαθμό τή δική Του ἐνέργεια σωτηρίας γιά τόν ἄνθρωπο: «Αὐτός Θεός ὤν ἐπτώχευσεν, ἵνα ἡμεῖς τῇ αὐτοῦ πτωχείᾳ πλουτήσωμεν». Ὁ ἴδιος ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ «κλίνει οὐρανούς» καί κατέρχεται πρός τόν ῾κατώτερο᾽ ἄνθρωπο. Προφανῶς, ἡ ἀγάπη αὐτή τοῦ ἑκατοντάρχου στόν δοῦλο του ῾λυγίζει᾽ τήν ἀπειρία τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ μας.


᾽Εμπιστοσύνη στόν Χριστό, ταπείνωση, ἐνδιαφέρον γιά τούς ἄλλους. Τά κύρια γνωρίσματα τῆς μεγάλης πίστης, πού ἐνεργοποιοῦν τή σώζουσα καί θεραπευτική ἐνέργεια τοῦ Χριστοῦ. Μήπως καί στή δική μας δύσκολη καί δεινῶς βασανιζόμενη ἐποχή, μέ συμπτώματα πνευματικῆς καί ἠθικῆς παραλυσίας, ἡ λύση θά ἔρθει ὄχι ἀπό τίς συμμαχίες καί τά προγράμματα τῶν ῾ἄσπονδων᾽ φίλων μας, Εὐρωπαίων ἤ μή, ἀλλά ἀπό τήν ἐπιθυμία καί τήν προσπάθειά μας νά ἀποκτήσουμε τή μεγάλη πίστη πού ἐπαινεῖ ὁ Χριστός; 

Ἡ ἱστορία τῆς ᾽Εκκλησίας μας αὐτό τουλάχιστον ἀποδεικνύει. 

Ὅταν πολλοί ἅγιοι βεβαιώνουν ὅτι ὁ κόσμος μας στέκεται ἀκόμη, γιατί ὑπάρχουν ἐκεῖνοι πού προσεύχονται καί ζοῦν κατά Θεόν, τότε γιατί νά πιστεύσουμε ὅτι ὑπάρχει ἄλλη ἀποτελεσματική λύση; Ποιός πιά ῾φυσιολογικός᾽ ἄνθρωπος, μέ λίγη γνώση τῆς ἱστορίας καί λίγη πίστη στόν Θεό, μπορεῖ νά ἔχει ἐμπιστοσύνη στά ἀνθρώπινα σχέδια; Μήπως δέν ἰσχύει πάντοτε αὐτό πού λέει τό γνωμικό: «ἐκεῖ πού σχεδιάζουν οἱ ἄνθρωποι, γελάει ὁ Θεός;»

π.Γεώργιος Δορμπαράκης

Είναι μυστήριο η πίστη και δώρο. Δεν είναι αρκετό να την κατέχουμε από παράδοση...(ΚΥΡΙΑΚΗ Δ'Ματθαίου)

 Συχνά στο Ευαγγέλιο βρίσκουμε παραδείγματα πίστης από ανθρώπους που δεν φαίνονται υποδείγματα ηθικής, ούτε δείχνουν ότι η καρδιά τους νοσταλγεί τον Θεό. Γι’ αυτό και ο Χριστός, απευθυνόμενος προς τους γραμματείς και τους Φαρισαίους, αλλά και όσους Ισραηλίτες θεωρούσαν τον εαυτό τους υπόδειγμα πίστης και ηθικής, αναφέρει: « οι τελώναι και αι πόρναι προάγουσιν υμάς εις την βασιλείαν του Θεού» (Ματθ. 21, 31). Αυτή τη διαπίστωση κάνει ο Κύριος, όταν Τον συναντά ένας εκατόνταρχος, ένας ειδωλολάτρης αξιωματικός, ο οποίος εκ της θέσεώς του ούτε ανθρωπιά απέναντι στους κατακτημένους επιτρεπόταν να δείξει, ενώ η πίστη του ήταν στα είδωλα, στους ψεύτικους θεούς της παράδοσής του. Κι όμως, η αγάπη του προς τους ανθρώπους που ήταν στην υπηρεσία του, τον κάνει να αναζητήσει στο πρόσωπο του Χριστού τον ιατρό, για έναν από αυτούς που είχε παραλύσει από κάποια φοβερή ασθένεια. Και στη συζήτηση με τον Χριστό, ο Κύριος διαπιστώνει ότι δεν βρήκε τόση πίστη όση είχε ο ειδωλολάτρης εκατόνταρχος ούτε ανάμεσα στους Ισραηλίτες.


 Είναι μυστήριο η πίστη και δώρο. Δεν είναι αρκετό να την κατέχουμε από παράδοση, από συνήθεια, από κληρονομιά οικογενειακή. Το δώρο έχει να κάνει με το άνοιγμα της καρδιάς μας, να νιώσουμε ότι ο Θεός είναι ο τελικός ρυθμιστής της ζωής μας και να Τον αποδεχτούμε, νικώντας τα ερωτηματικά και τις αμφιβολίες, ακόμη κι αν φαίνεται ότι χάνουμε. Διότι και μέσα από την ήττα μας θα βγει μία νέα ζωή, ακόμη και με την στέρηση, την ματαίωση, την ταπείνωση. Για να γίνει αυτό όμως χρειάζεται να έχουμε στον νου μας την κοινωνία με το πρόσωπο του Χριστού. Δεν είναι αφηρημένη δύναμη ο Θεός. Έγινε ένα με μας και εξακολουθεί να μας δίδεται στην αγάπη, στην θεία κοινωνία, στη συνύπαρξη στην Εκκλησία, στη συγχώρηση, στην ανοχή, στην υπομονή. Όμως εδώ είναι που χρειάζεται και η δική μας συνεισφορά. Να υπερβούμε τους λογισμούς μας, κυρίως την αίσθηση ότι επειδή πιστεύουμε τα δικαιούμαστε όλα, και να αφεθούμε στη χάρη Του.


  Ζούμε σε μία εποχή στην οποία η πίστη θεωρείται μαγεία ή δικαίωμα να έχουμε άποψη επί παντός του επιστητού, κυρίως όμως να κρίνουμε και να κατακρίνουμε τον κόσμο και τους ανθρώπους διότι δεν είναι «Ισραηλίτες». Όμως η χάρις του Αγίου Πνεύματος όπου θέλει πνει, όποτε θέλει πνει και αναπαύεται στους ανθρώπους που είναι δεκτικοί, ανεξαρτήτως της ηθικής τους ποιότητας. Διότι στο μικρό ή μεγάλο σκοτάδι του καθενός μας κρύβεται η μετάνοια, όπως επίσης και η αίσθηση ότι χωρίς Θεό τίποτα δεν έχει νόημα. Κι αν η καρδιά μας πει το ΝΑΙ, τότε όλα αλλάζουν. Γι’ αυτό η ζωή είναι μία συνεχής υπόμνηση σε εμάς, τους «Ισραηλίτες», ότι όσοι δεν είναι όπως τους νομίζουμε πνευματικά, είναι δυνάμει εκατόνταρχοι και χρειάζονται την προσευχή και τη στήριξή μας. Διότι μας προφυλάσσουν από τον μεγάλο κίνδυνο της υπερηφάνειας, που μας χωρίζει τελικά από τον Θεό.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Αναζήτησις και εύρεσις της πίστεως

 π. Αθανάσιος Μυτιληναίος


Απομαγνητοφωνημένη ομιλία που εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 9-7-1995


Ακούσαμε, αγαπητοί, την ωραία περικοπή του Ματθαίου σήμερα, που ένας εκατόνταρχος ζητά από τον Κύριον την θεραπεία του δεινώς βασανιζομένου δούλου του. Κι αυτός ο εκατόνταρχος βεβαίως δεν ανήκε εις τον λαόν του Θεού. Ήταν Ρωμαίος πολίτης, αξιωματούχος και ειδωλολάτρης. Η στάση του, όμως, έναντι του Κυρίου ήταν στάση αξιοθαύμαστη. Λέγει το ιερό κείμενο ότι: «Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐθαύμασε καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον».


Και είπε ο Κύριος εκείνον τον θαυμάσιον λόγον, που εξισώνει πλέον τους εθνικούς, δηλαδή τους ειδωλολάτρας, με τον λαόν του Θεού -όσοι φυσικά θα απεδέχοντο το θεανθρώπινον πρόσωπό Του: «Ἀμήν λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσι καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ ᾿Αβραὰμ καὶ ᾿Ισαὰκ καὶ ᾿Ιακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, οἱ δὲ υἱοὶ τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων». Ότι δηλαδή «από τους εθνικούς θα γίνει αποδεκτόν το θεανθρώπινον πρόσωπό Του· ενώ από τους υιούς της βασιλείας, αυτοί που κλήθηκαν πρώτοι να μπουν στην Βασιλεία του Θεού, ο λαός του Θεού, οι Εβραίοι, αυτοί», λέει, «θα εκβληθούν έξω». Και το «ἔξω» δεν είναι παρά, όπως σαφώς εδώ το λέγει ο Κύριος, η κόλασις.


Τι είναι όμως εκείνο που δίδει τόσα προνόμια; Είναι η πίστις. Σε τι πίστις; Στο θεανθρώπινον πρόσωπον του Ιησού Χριστού. Βλέπει κανείς την στάση του εκατόνταρχου, του στρατιωτικού, έναντι του Κυρίου, στάση πλήρους πίστεως. Και από την άλλη βλέπει την στάση των υιών της Βασιλείας, να λέγουν, οι Εβραίοι, να λέγουν δια τον Κύριον ότι είναι ο άρχων των δαιμονίων, ο σφετεριστής θείων ιδιοτήτων και άξιος, συνεπώς, θανάτου σταυρού και κολάσεως.


Όντως η παρουσία του Χριστού στον κόσμον εδημιούργησε κρίσιν. Κρίση στις ανθρώπινες ψυχές. Και τις χώρισε σε δύο στρατόπεδα. Σε εκείνους που θα πίστευαν και σε εκείνους που δεν θα πίστευαν. Είναι γνωστό ότι έχομε πάρα πολλά σημεία, στοιχεία που μπορούμε να λέμε ότι ο κόσμος χωρίζεται στα δυο. Λέμε: «το ανατολικό και το δυτικό μπλοκ», παράδειγμα. Λέμε: «ο ανατολικός και ο δυτικός πολιτισμός» κ.ο.κ. Αγαπητοί μου, στην πραγματικότητα μόνον ένα πράγμα χωρίζει την ανθρωπότητα. Μόνον ένα. Όλα τα άλλα είναι χωρισμοί κατ’ επίφασιν. Όπως θα χωρίζαμε ένα θέμα μας στο βιβλίο που γράφομε σε κεφάλαια, ενώ τα κεφάλαια έχουν μεταξύ των ενότητα, έτσι κι εδώ, μπορούμε να λέμε τούτο ή εκείνο· στην πραγματικότητα πρόκειται περί ανθρώπων οι οποίοι συνδέονται, ούτως ή άλλως, μεταξύ των. Διαφοροποιούνται και συνδέονται. Ένα χωρίζει τους ανθρώπους. Η πίστις και η απιστία. Η πίστις στο θεανθρώπινον πρόσωπον του Χριστού, η απιστία και η άρνησις του θεανθρώπινου προσώπου του Χριστού. Έτσι αυτή η κρίσις είναι η μεγαλύτερη μέσα στην Ιστορία των ανθρώπων. Γιατί το τέλος της Ιστορίας θα σταθεί ακριβώς πάνω εις αυτήν την κρίσιν. Όταν θα έλθει το τέλος της Ιστορίας, δεν θα σταθούν οι άνθρωποι σαν δυτικοί και ανατολικοί, σαν πολιτισμένοι και απολίτιστοι, σαν λευκοί και μαύροι, αλλά θα σταθούν σαν πιστεύσαντες και μη πιστεύσαντες.


Και εκείνοι οι οποίοι πιστεύουν, θέλουν να πιστέψουν, είναι εκείνοι που αναζητούν και βρίσκουν τον Ιησούν Χριστόν κι εκείνοι που αναζητά ο Χριστός και τους βρίσκει. Πρόκειται για μια αμοιβαία αναζήτηση και αμοιβαία εύρεση. Και αξίζει να την προσεγγίσουμε. Δεν μας ενδιαφέρει ότι υπάρχει η μερίδα των ανθρώπων που δεν πιστεύει. Γι΄ αυτό και ο Απόστολος Παύλος πολλές φορές, όταν καταπιάνεται με ένα τέτοιο θέμα, αγνοεί το τι θα γίνουν παρακάτω οι απιστούντες. Λέει: «Εμείς οι περιλειπόμενοι που θα ζούμε τότε, μαζί με εκείνους οι οποίοι πίστευσαν, ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ὑπάντησιν τοῦ Κυρίου» κ.λπ. Απόστολε Παύλε, οι αμαρτωλοί τι έχουνε γίνει; Δεν μας ενδιαφέρει. Είναι άξιοι της τύχης των. Ναι. Διότι απλούστατα, λυπούμεθα, αλλά είναι άξιοι της τύχης των, διότι απλούστατα είναι το αποτέλεσμα της κακής των προαιρέσεως.


Γι’ αυτό εδώ ας μου επιτραπεί να μείνομε ανάμεσα στον Χριστόν και τους πιστούς. Και πρόκειται, όπως σας είπα, για μια αμοιβαία αναζήτηση, αλλά και μία αμοιβαία εύρεση. Εκείνοι που δεν αναζητούν, φυσικά δεν ευρίσκουν. Δεν μας ενδιαφέρει. Κι εκείνους που αναζητά ο Χριστός, αλλά δεν ανταποκρίνονται, συνεπώς κι αυτοί δεν τον ευρίσκουν. Δεν μας ενδιαφέρει. Μη νομιστεί αυτό το «δεν μας ενδιαφέρει» ότι πρόκειται περί ασπλαχνίας. Γιατί τότε πρώτος άσπλαχνος είναι ο Χριστός που παραπέμπει στην κόλαση τους τέτοιους ανθρώπους. Ή καλύτερα, ορθότερα, παραπέμπονται από τον ίδιον τον εαυτόν τους. Ένας μαθητής, όταν μένει στην ίδια τάξη, δεν τον παραπέμπει ο σύλλογος των καθηγητών. Αυτός παραπέμπει τον εαυτόν του στο να μείνει στην ίδια τάξη.


Έτσι λοιπόν ο Θεός αναζητά και βρίσκει. Ο Θεός αναζητά τον άνθρωπο. Είναι ο μεγάλος μαγνήτης που έλκει τα αντίτυπά Του, τις εικόνες Του. Το πρωτότυπον έχει τα αντίτυπα. Και ότι «ὁ Θεός πάντας θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» δεν υπάρχει καμία αντίρρηση. Όλους θέλει ο Θεός να τους σώσει. Ο Θεός προ της πτώσεως είχε κοινωνία με τον άνθρωπο. Διεκόπη όμως η κοινωνία αυτή ένεκα της αμαρτίας των πρωτοπλάστων. Και όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος, ο Θεός έκτοτε δεν εγκατέλειψε τον άνθρωπον. Τον περιπολούσε. Προσέξτε το ρήμα. Τον περιπολούσε. Και θα πει εις τους κατοίκους των Λύστρων: «Οὐκ ἀμάρτυρον ἑαυτόν ἀφῆκεν». Ο Θεός. Αγαθοποιών. Δεν αφήκε τον εαυτόν Του χωρίς μαρτυρίαν. «Οὐκ ἀμάρτυρον». Είναι πολύ σημαντικό, πάρα πολύ σημαντικό. Να πει κανείς: «Μα, δεν ξέρω τον Θεό». Ο Θεός δίδει πάντα στην Ιστορία την μαρτυρία της υπάρξεώς Του και της προσωπικότητός Του. Έτσι: «Ἀγαθοποιῶν, οὐρανόθεν ἡμῖν ὑετούς διδούς καί καιρούς καρποφόρους (: δίδει την βροχή, δίδει τους ευκράτους καιρούς, για να καρποφορήσει η γη) ἐμπιπλῶν τροφῆς καί εὐφροσύνης τάς καρδίας ἡμῶν». «Και γεμίζει, χορταίνει», λέγει, «και δίδει και αγαλλίαση, ευφροσύνη από τα αγαθά της Γης». Και όπως λέγει ένας στίχος των Επιταφίων Εγκωμίων, είναι στο «Ἡ ζωή ἐν τάφῳ», το ψάλλομε κάθε Μεγάλη Παρασκευή: «Ἐπὶ γῆς κατῆλθες, ἴνα σώσῃς Ἀδάμ, καὶ ἐν γῇ μὴ εὐρηκώς τοῦτον Δέσποτα, μέχρις Ἅδου κατελήλυθας ζητῶν». Τι ομορφιά έχει αυτός ο στίχος! «Κατέβηκες στην Γη για να σώσεις τον Αδάμ. Δεν τον βρήκες όμως γιατί είχε πεθάνει». Είχες πει: «Ἐάν παραβῆτε τήν ἐντολή μου, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε». «Δεν τον βρήκες. Είχε πεθάνει. Δεν ησύχασες. Και κατέβηκες στον Άδη, για να πας να τον βρεις». Τι ωραίος στίχος! Αν έτσι έχομε αίσθηση του πράγματος.


Έτσι, λοιπόν, αγαπητοί, δείχνει ότι ο Χριστός φροντίζει, ζητά, ζητά να βρει και να σώσει. Η παραβολή του απολωλότος προβάτου είναι χαρακτηριστική. «Έχασε», λέει, «ένα πρόβατο, είχε εκατό, άφησε τα ενενήντα εννέα και πάει να βρει το ένα». Είναι η ανθρωπότητα. Ακόμα η παραβολή της ακάρπου συκής. «Ἦλθε», λέει, «ζητῶν -ζητῶν!- καρπόν ἐν αὐτῇ καί οὐχ εὗρεν». «Ζητάει καρπό, αλλά δεν τον βρήκε». Είναι βέβαια, αρχικά ο λαός του Ισραήλ. Ζητούσε καρπό. Αλλά δεν βρήκε. Ζητούσε όμως. Στην παραβολή της χαμένης δραχμής. «Καί ζητεῖ», λέει, «ἐπιμελῶς, ἕως ὅτου εὕρῃ». «Και ζητεί», λέει, «επιμελώς, έως ότου εύρει». Μία γυναίκα είχε δέκα δραχμές. Μία την έχασε. Κάπου στο σπίτι μέσα. Άναψε, λέει, λυχνάρι κι άρχισε να ψάχνει. Και την βρήκε την δραχμή την χαμένη. Κοιτάξτε την φρασούλα: «Καί ζητεῖ ἐπιμελῶς –ἐπιμελῶς- ἕως ὅτου εὕρῃ». Είναι ο χαμένος άνθρωπος· που ψάχνει να τον βρει ο Χριστός. Δια του Ησαΐου λέγει: «Ἐμφανής ἐγενήθην, τοῖς ἐμέ ἐπερωτῶσι (:έγινα φανερός σε εκείνους οι οποίοι δεν με ρωτούσαν) εὑρέθην τοῖς ἐμέ μή ζητοῦσιν». «Και βρέθηκα μπροστά σε εκείνους οι οποίοι δεν με ζητούσαν». Δηλαδή μία αυτεπάγγελτος πράξις.


Δηλαδή ο Χριστός ζητάει να βρει τον άνθρωπον. «Εἶπα· ἰδού εἰμί ἐν τῷ ἔθνει, οἳ οὐκ ἐκάλεσάν μου τό ὄνομα». «Είπα· Να, είμαι σε εκείνον τον λαό», στους εθνικούς συγκεκριμένα, «στους ειδωλολάτρας συγκεκριμένα πρώτοι εκ των οποίων είμεθα εμείς οι Έλληνες, εκείνοι που δεν με κάλεσαν με τ΄όνομά Μου, εκείνοι να φανερώσω». Και αντιθέτει ο Κύριος: «Ἐξεπέτασα τάς χεῖρας μου ὅλην τήν ἡμέραν πρός λαόν ἀπειθοῦντα καί ἀντιλέγοντα» -ομιλεί δια τους Εβραίους. «Άπλωσα τα χέρια μου…». Όταν ξέρετε, μιλάμε, πολλές φορές, κι έχομε αγανάκτηση, απλώνομε τα χέρια μας. Αυτό θα πει «ἐξεπέτασα τάς χεῖρας μου». Όλη την ημέρα. Κάθε μέρα. Σε έναν λαό που απειθεί και αντιλέγει. Κοιτάξτε αντιπαράθεσις. Γι΄ αυτό ο Κύριος αναζητά την πίστη στο θεανθρώπινό πρόσωπό Του, για να δώσει την Βασιλεία Του. Γι΄ αυτό εθαύμασε, αγαπητοί μου, εθαύμασε πραγματικά τον εκατόνταρχο για την συμπεριφορά του· που σας είπα, ήταν ειδωλολάτρης.


Έτσι, ερωτά ο Κύριος ως προς το θέμα της πίστεως. Γιατί οι Εβραίοι δεν πίστεψαν. Και να το μυστήριον, όπως λέει ο Απόστολος Παύλος, δύο χιλιάδες χρόνια. Δεν επίστεψαν. Ένα μέρος -αν θέλετε να ολοκληρώσω-  ένα μέρος από αυτούς, θα πιστέψουν λίγο πριν από την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Αν δείτε τους Εβραίους να αρχίσουν να πιστεύουν ομαδικά, θα πείτε: «Ήλθε το τέλος!». Είναι σημάδι των εσχάτων. Κάποτε ρωτήθηκε ο Κύριος εάν θα έλθει. «Δεν υπάρχει θέμα εκεί», είπε ο Κύριος. «Το πρόβλημα δεν είναι αν θα έλθω ή δεν θα έλθω. Βεβαίως θα έλθω». Το πρόβλημα είναι κάπου αλλού: «Πλήν, ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐλθών ἄρα εὑρήσει τήν πίστιν ἐπί τῆς Γῆς;». «Εγώ θα ‘ρθω. Αλλά θα βρω την πίστη επάνω στη Γη;». Ναι. Ο Κύριος μάς είπε ότι η πίστις… – το θέτει ερωτηματικώς δεν απαντά, αλλά γνωρίζομε από άλλα σημεία ότι δεν θα βρει την πίστιν, παρά μόνον σε έναν μικρό αριθμό χριστιανών. Όπως δεν θα βρει και την αγάπη. Παρά μόνον σε ένα μικρό αριθμό χριστιανών. Γιατί ο Κύρος μας είπε ότι και η αγάπη θα ψυγεί, θα παγώσει. Και ομιλεί φυσικά για τους Χριστιανούς.


Ο Κύριος ομιλεί ακόμα περί μεγάλου πειρασμού εφ’ όλης της γης εις τα έσχατα της Ιστορίας. Το λέγει αυτό εις τον άγγελον της Φιλαδελφείας, δηλαδή εις τον επίσκοπον, εις την Εκκλησίαν της Φιλαδελφείας, μία από τις επτά ιστορικές Εκκλησίες της Μικράς Ασίας. Και λέγει: «Κἀγώ σέ τηρήσω ἐκ τῆς ὥρας τοῦ πειρασμοῦ τῆς μελλούσης ἔρχεσθαι ἐπί τῆς οἰκουμένης ὅλης». «Θα σε φυλάξω», λέει. Ξέρετε οι επτά αυτές παραγγελίες στις επτά ιστορικές εκκλησίες, είναι επτά πτυχές της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Και προφανώς αποτείνεται εις το λείμμα, εις το υπόλοιπον. Σε εκείνο το μικρό ποίμνιον που θα σώσει, που θα μείνει σωστό. «Μή φοβοῦ, τό μικρό ποίμνιον», λέει ο Χριστός, «Μη φοβάσαι, ω μικρό ποίμνιον».  Είναι κλητική. Δεν είναι ονομαστική, είναι κλητική. «ὅτι εὐδόκησε ὁ Πατήρ δοῦναι ὑμῖν τήν βασιλείαν». «Έτσι, λοιπόν», λέγει, «επειδή ετήρησες τις εντολές μου, τις εφύλαξες, κι Εγώ θα σε φυλάξω από εκείνον τον πειρασμόν που πρόκειται να έλθει σε όλη την οικουμένη» – Προσέξτε: «οικουμένη», «οικουμένη»! – «πειρᾶσαι τούς κατοικοῦντας ἐπί τῆς Γῆς»· που αυτός ο πειρασμός θα θέσει υπό δοκιμασίαν αυτούς που κατοικούν επάνω στη γη.


Ποιος είναι αυτός ο πειρασμός; Ακούσατέ τον ποιος είναι και τρομάξατε. Γιατί έχομε μπει στην περιοχή του πειρασμού αυτού. Κι εμείς οι Έλληνες μάλιστα… Είναι ο πειρασμός ποιος; Η αμφισβήτησις της θεανθρωπίνης φύσεως του Χριστού. Αυτός είναι ο πειρασμός. Το ακούσατε; Η αμφισβήτησις της θεανθρωπίνης φύσεως του Χριστού. «Ο Χριστός δεν είναι Θεός». Αυτό είναι. Δηλαδή ο διαρκώς υπάρχων, υποβόσκων και αναδεικνυόμενος εις τα έσχατα Αρειανισμός· ο οποίος Αρειανισμός ηρνείτο βεβαίως την θείαν φύσιν του Ιησού Χριστού. Η απιστία στον Χριστό, να το πούμε έτσι απλά. Και το βλέπομε, το βλέπομε, σας είπα, να έρχεται ταχύτατα, αλματωδώς, στην εποχή μας, στην χώρα μας, στον κόσμον όλον. Η Ευρώπη; Προ πολλού, η χριστιανική Ευρώπη. Αρειανίζει. Δεν το λέω εγώ. Ο μακαριστός πατήρ Ιουστίνος Πόποβιτς, έγραψε ολόκληρο βιβλίο. Διαβάσατέ το. «Άνθρωπος και Θεάνθρωπος». Η Ευρώπη; Αρειανίζει. Η Αμερική; Η Αμερική είναι Ευρώπη. Οι ίδιοι κάτοικοι είναι. Οι Έλληνες; Ω, οι Έλληνες… Ανοίξτε, παρακαλώ, ραδιόφωνα, τηλεοράσεις, δεν ξέρω, ανοίξτε, να δείτε τι θα ακούτε κάθε φορά. Να δείτε τι θα ακούτε και να σας πιάνει αγανάκτηση… Κυριολεκτικά. Λοιπόν. Μέσα στον χρόνο στον μεταξύ των δύο παρουσιών του Χριστού, ο Κύριος συνεχώς ζητά να βρει την πίστη. Κι όπου την βρει, την επαινεί. Και την θαυμάζει. Όπως ακριβώς στάθηκε ο Κύριος μπροστά στην πίστη του εκατοντάρχου, που ακούσαμε στη σημερινή ευαγγελική περικοπή.


Είναι, όμως, αγαπητοί μου, και η πλευρά του ανθρώπου. Όταν ο άνθρωπος τώρα αναζητά τον Χριστόν και Τον βρίσκει. Όταν ο Φίλιππος λέγει εις τον Ναθαναήλ: «Ευρήκαμε τον Μεσσία!». Προφανώς εδώ υπονοείται ότι Τον ανεζήτουν. Γιατί; Πού Τον ανεζήτουν; Όχι βεβαίως εις τους δρόμους και στα βουνά. Εις τις γραφές. Κι εκεί εγνώριζαν πολύ καλά τα χαρακτηριστικά του Μεσσίου. Για διαβάστε Παλαιά Διαθήκη να δείτε. Διαβάστε τον Ησαΐα· όλους τους προφήτες· τον Ησαΐα, να δείτε πόσο κυριολεκτικά και μετά πολλών λεπτομερειών αναφέρεται ο προφήτης και οι προφήται εις τα γνωρίσματα, εις τα χαρακτηριστικά του Μεσσίου. Οι Εβραίοι δεν Τον ανεγνώρισαν. Δεν πρόσεχαν τα χαρακτηριστικά τα εξαγγελόμενα υπό των προφητών. Αλλά ο Φίλιππος και ο Ναθαναήλ, φίλοι ήσαν, μελετούσαν κατά τρόπον αμερόληπτον. Όχι μεροληπτικόν, ότι έρχεται ένας Μεσσίας που θα μας απαλλάξει από τους Ρωμαίους και θα τρώμε με χρυσά κουτάλια… Αυτά που πιστεύει σήμερα ο Σιωνισμός. Το ίδιο κλίμα, το ίδιο κλίμα… Και θα γίνομε κοσμοκράτορες, που λέει ο Σιωνισμός. Όχι, όχι, όχι. Θέλομε τον Μεσσία. Με τα χαρακτηριστικά Του εκείνα που βλέπομε στην Αγία Γραφή. Και όταν μίλησε ο Χριστός εις τον Φίλιππον, ο Φίλιππος Τον αναγνώρισε. Αμέσως.


Και πάει και λέει στον Ναθαναήλ: «Βρήκαμε τον Μεσσία». Ποιον; «Ὅν ἔγραψε Μωσής καί οἱ προφῆται». Γιατί αυτούς μελετούσαν. Έτσι λοιπόν σημαίνει ότι δηλαδή «Τον βρήκαμε» σημαίνει Τον ανεζήτουν. Τότε κανείς μόνον βρίσκει όταν αναζητά. Γι’ αυτό σημειώνει και ο Παύλος εις τους Αθηναίους – ειδωλολάτραι ήσαν οι Αθηναίοι πρόγονοί μας. «Ζητεῖ τόν Κύριον, εἰ ἄρα γέ ψηλαφήσειεν αὐτόν καί εὔροιεν». Να, ψηλάφησε. Θα τον βρεις. Είναι μέσα μας. Ψηλάφησε. Ψηλάφησε στην κτίσιν και θα τον βρεις. Είναι μέσα μας. Γιατί; Γιατί ο Θεός, δεν άφησε, όπως είπε εις τα Λύστρα, τον εαυτόν Του αμάρτυρον, χωρίς μαρτυρία. «Καί γέ οὐ μακράν ἀπό ἑνός ἑκάστου ἡμῶν ὑπάρχοντα». «Δεν υπάρχει μακριά από τον καθέναν από μας». «Ἐν αὐτῷ γάρ ζῶμεν καί κινούμεθα  καί ἐσμέν». Σ’ αυτόν υπάρχομε, σ’ Αυτόν κινούμεθα. Όχι κατά πανθεϊστικόν τρόπον.


Και θα σημειώσει: «Ὡς καί τινες τῶν καθ’ ἡμᾶς ποιητῶν εἰρήκασι». «Όπως έχουν πει και μερικοί από τους δικούς σας ποιητάς και φιλοσόφους». Και ο αρχαίος κόσμος, ο έξω από τα όρια του Ισραήλ, αναζητούσε τον Κύριον. Και ο Κύριος για να δείξει αυτήν την ανθρωπίνη αναζήτηση και εύρεση, είπε την παραβολή του πολυτίμου μαργαρίτου. «Ὅς εὑρών (εκείνος ο άνθρωπος, λέει) ἕναν πολύτιμον μαργαρίτην, ἀπελθών πέπρακε πάντα ὅσα εἶχε καί ἠγόρασε αὐτόν». «Όσα είχε τα πούλησε για να αγοράσει αυτόν τον μαργαρίτην». Τι επούλησε; Καλός είναι ο πολιτισμός αλλά εάν με απομακρύνει από τον Χριστόν… γιατί από ένα όριο και πέρα στρέφεται εναντίον του ανθρώπου ο πολιτισμός, περιττόν να σας το εξηγήσω περισσότερο, τον ξεπουλώ, για να αγοράσω τον πολύτιμον μαργαρίτη.  Και ό,τι άλλο, ό,τι άλλο… Ομοίως και η παραβολή του κρυμμένου θησαυρού. Βρήκε, λέει, έναν θησαυρό σε ένα χωράφι. Μαζεύει τις οικονομίες του, αγοράζει τον αγρόν, για να έχει τον θησαυρό. Είναι η Γραφή, είναι η Γραφή· κι εκεί μέσα θα βρεις τον θησαυρόν. Αυτές οι δυο παραβολές του πολυτίμου μαργαρίτου και του κρυμμένου θησαυρού, δείχνουν ότι είναι Αυτός ο Χριστός, ο πολύτιμος μαργαρίτης. Γι΄αυτό ο Κύριος συνιστά έντονα και λέγει: «Ζητεῖτε καί εὑρήσετε (:και θα βρείτε)». «Ὁ ζητῶν -λέει αλλού- εὑρίσκει». «Αυτός ο οποίος ζητάει, βρίσκει».


Αγαπητοί, πρόβλημα δεν υφίσταται αν θα αναζητήσομε τον Κύριον διά να Τον βρούμε. Πρόβλημα εκεί δεν υπάρχει. Το πρόβλημα υφίσταται στο αν υπάρχει η αναζήτησις. Και ερωτούμε: Σήμερα αναζητούμε τον Κύριον; Βέβαια κάποιοι άνθρωποι Τον αναζητούν και δεν θα παύσουν να Τον αναζητούν. Και βέβαια Τον βρίσκουν. Αλλά είναι οι ολίγοι. Οι πολλοί Τον αναζητούν στα υποκατάστατα. Γι΄αυτό υπάρχει και το πλήθος των αιρέσεων και των ανατολικών θρησκειών, που βρίσκουν απήχηση στους Χριστιανούς μας. Ξέρετε ποιο είναι το έσχατον υποκατάστατον αναζητήσεως του Χριστού και της μακαριότητος; Τα ναρκωτικά! Επειδή δεν βρίσκουν τον Χριστόν ή δεν θέλουν να Τον βρουν, πηγαίνουν στα υποκατάστατα. Είναι λυπηρό. Να αναζητούμε τον Χριστό εκεί που δεν υπάρχει. Γι΄ αυτό ο Ψαλμωδός με μελαγχολικό τρόπο γράφει: «Κύριος ἐκ τοῦ οὐρανοῦ διέκυψεν (: έσκυψε από τον ουρανό) ἐπί τούς υἱούς τῶν ἀνθρώπων τοῦ ἰδεῖν (: να δει) εἰ ἔστι συνιῶν ἤ ἐκζητῶν τόν Θεόν (: Ποιος είναι φρόνιμος και ποιος αναζητά τον Κύριον;)». Και συμπληρώνει μελαγχολικά: «Πάντες ἐξέκλιναν (: όλοι στραβολόξυσαν) ἅμα ἠχρειώθησαν (: έγιναν αχρείοι) οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός». Κανείς! Και δεν αναζητούμε τον αληθινόν Κύριον Ιησούν Χριστόν, επειδή εξεκλίναμε. Δηλαδή απομακρυνθήκαμε. Όπως είπαμε, λοξοδρομήσαμε. Επειδή γινήκαμε αχρείοι. Το ήθος μας έγινε αχρείον. Επειδή δεν ποιούμε χρηστότητα. Δεν ασκούμε την αρετή. Είναι η εποχή μας φοβερή εποχή. Γκρεμίζει τα πάντα. Γι΄ αυτό επιτρέπει ο Κύριος για τιμωρία μας να πλανώμεθα.


Τι χρειάζεται; Ταπείνωσις και αυτογνωσία. Όπως και ο εκατόνταρχος που είπε: «Κύριε, οὐκ εἰμί ἱκανός, ἵνα μου ὑπό τήν στέγην εἰσέλθῃς». Και προσθέτει με πίστη: «Ἀλλά μόνον εἰπέ λόγῳ καί ἰαθήσεται ὁ παῖς μου». Και όταν υπάρχει ταπείνωσις και η αυτογνωσία, τότε έρχεται και η θεολογία. Και η θεολογία είναι να ζητήσεις και να βρεις τον Θεόν Λόγον. Αφού πρώτα Εκείνος σε ανεζήτησε. Και Τον βρίσκεις και σε βρίσκει. Και Τον θαυμάζεις και σε θαυμάζει. Όπως τότε ο Κύριος εθαύμασε τον εκατόνταρχον.





Ὁ ἑκατόνταρχος ὑπόδειγμα πίστεως.

 +Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου



Ὁ ἑκατόνταρχος ὑπόδειγμα πίστεως

«Μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου» (Ματθ. 8,8)

(Ομιλία του †Επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)


Σήμερα, ἀγαπητοί μου, ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ὥρισε νὰ διαβάζεται ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου μία περικοπή, ποὺ ὁμιλεῖ γιὰ ἕναν ἄνθρωπο πίστεως. Πόσο ἀξίζει ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος! Αὐτὸς ἦταν ἑκατόνταρχος, δηλαδὴ ἀξιωματικός. Ἀξιωματικὸς ὄχι ἑνὸς μικροῦ κράτους ἀλλὰ τῆς πανισχύρου Ῥωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, ποὺ ἁπλωνόταν πρὸς Βορρᾶν,Νότον, Ἀνατολὰς καὶ Δυσμάς· τῆς αὐτοκρατορίας, ποὺ πρωτεύουσα εἶχε τὴ Ῥώμη καὶ οἱ λεγεῶνες της ἦταν ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος τῆς ἀνθρωπότητος. Ἐκπρόσωπος λοιπὸν τῆς Ῥωμαϊκῆς ἐξουσίας κάτω στὴν Ἁγία Γῆ ἦταν ὁ ἑκατόνταρχος αὐτός. Ἀλλὰ ἦταν εὐγενὴς ὕπαρξις . Δὲν ὑπερηφανευόταν οὔτε γιὰ τὸ ἔθνος του, οὔτε γιὰ τὸ ἀξίωμά του, οὔτε γιὰ τίποτε ἄλλο. Καὶ τὸ ἀπέδειξε ὅτι ἦτο εὐγενὴς ὕπαρξις. Πῶς; Εἶχε στὸ σπίτι του ἕναν ὑπηρέτη, ἕνα δοῦλο.


 Καὶ παρ᾿ ὅλο ποὺ οἱ δοῦλοι δὲν εἶχαν τότε καμμία ἀξία, ὁ ἑκατόνταρχος ἔδειξε γι᾿ αὐτὸν μεγάλο ἐνδιαφέρον. Ἀρρώστησε ὁ δοῦλος κ᾿ ἔπεσε στὸ κρεβάτι. Ὁ κύριός του καὶ γιατροὺς κάλεσε, καὶ φάρμακα ἀγόρασε, καὶ κάθε ἄλλη περιποίησι τοῦ προσέφερε. Ἀλλ᾿αὐτὸς χειροτέρευε, κι ὁ ἑκατόνταρχος ἦταν περίλυπος.Ξαφνικὰ ἀκούει, ὅτι παρουσιάστηκε κάποιος ποὺ θεραπεύει καὶ τὶς πιὸ βαρειὲς ἀσθένειες, ποὺ ἀνασταίνει καὶ νεκρούς. Εἶνε ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Τότε ὁ ἑκατόνταρχος εἶπε μέσα του· Αὐτός θὰ θεραπεύσῃ τὸ δοῦλο μου!Πῆγε στὸ Χριστὸ καὶ ταπεινώθηκε μπροστά του. Δὲν ὑπολόγισε οὔτε τὸ ἀξίωμα οὔτε τὸ βαθμό του· δὲν τὸν ἐνδιέφερε τί θὰ πῇ ὁ κόσμος. Τοῦ μίλησε γιὰ τὸν ἄρρωστο δοῦλο του. Καὶ ὁ Χριστὸς τοῦ λέει· «Θὰ ἔλθω ἐγὼ νὰ τὸν θεραπεύσω» (Ματθ. 8,7). Μόλις ὅμως ἄκουσε αὐτὸ τὸ λόγο ὁ ἑκατόνταρχος, εἶπε· Κύριε,δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ μοῦ κάνῃς ἐπίσκεψι· πὲς μόνο ἕνα λόγο, καὶ ὁ δοῦλος μου θὰ γίνῃ καλά(ἔ.ἀ. 8,8). Ἂν ἐγὼ δίνω διαταγὲς καὶ ἐκτελοῦνται, πόσῳ μᾶλλον ἐσύ; Ἐγὼ εἶμαι ἕνας μικρὸς ἀξιωματοῦχος, ἐξουσιάζω ἑκατὸ στρατιῶτες·ἐνῷ ἐσὺ ἐξουσιάζεις τὸ σύμπαν ὁλόκληρο.Δῶσε λοιπὸν μιὰ διαταγή, καὶ ὁ δοῦλος μου θὰ γίνῃ καλά.Καὶ θαύμασε, λέει, ὁ Χριστὸς τὴν πίστι του.Καὶ ἔδωσε διαταγή. Κι ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη ὁ δοῦλος θεραπεύθηκε.

Τί μεγάλα νοήματα ἔχει ἡ Ἐκκλησία! Σύ,Κύριε, λέει, ἐξουσιάζεις τὰ σύμπαντα, ποὺ πειθαρχοῦν σ᾿ ἐσένα ὅπως ὁ στρατιώτης.Τώρα καὶ στὸ στρατὸ χαλάρωσε ἡ πειθαρχία ποὺ γνωρίσαμε ἐμεῖς ἄλλοτε. Ἀλλὰ τότε,στὴ ῥωμαϊκὴ ἐποχή, εἶχαν σιδηρᾶ πειθαρχία.Ὑπακούουν, λέει, σ᾿ ἐμένα οἱ στρατιῶτες· ἀλλὰ σύ, Κύριε, εἶσαι ὁ βασιλεὺς καὶ ὁ Κύριος τοῦ παντός, σ᾽ ἐσένα ὑπακούουν τὰ σύμπαντα.

Τὸν παραδέχεται, δηλαδή, ὄχι ὡς ἄνθρωπο ἀλλ᾿ ὡς Θεό · ἔβλεπε κάτω ἀπὸ τὸ ταπεινὸσχῆμα τοῦ ἀνθρώπου νὰ κρύβεται τὸ μεγαλεῖο τῆς Θεότητος. Ἂν διατάζω ἐγώ, λέει, διατάζεις κ᾿ ἐσύ, Κύριε, ἀφοῦ εἶσαι Θεός.

.⃝ Καὶ πράγματι ὁ Κύριος ὅλα τὰ ἐξουσιάζει.Στέκουν μπροστά του τὰ σύμπαντα σὰν στρατιῶτες. Παράδειγμα ὁ ἥλιος . Τὸ σκεφτήκατε; Ποτέ στρατιώτης δὲν ἔδειξε τόση πειθαρχία ὅση ὁ ἥλιος. Εἶνε σὲ ἕνα σημεῖο, ποὺ τοῦ ὥρισε ὁ Μεγαλοδύναμος. Ἀνατέλλει στὴν ὥρα του, βασιλεύει στὴν ὥρα του, στρατιώτης πιστὸς στὰ διατάγματα τοῦ Κυρίου. Ὁ Φλαμμαριών, ὁ μεγάλος ἀστρονόμος, τὸ λέει αὐτὸ κάπου. Γιά φανταστῆτε, νὰ διατάξῃ ὁ Χριστὸς τὸν ἥλιο νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴ θέσι του καὶ ποῦ νὰ πάῃ; Πέρα, βαθειὰ μέσα στὸ ἄπειρο.

Ἂν ἀπομακρυνθῇ, θὰ τὸν δοῦμε σὰν ἕνα ἀστεράκι. Καὶ τότε, ὤ τότε, δὲν θὰ μπορέσῃ νὰ μᾶς θερμάνῃ· ἡ θερμοκρασία τῆς γῆς θὰ πέσῃ ἑκατὸ βαθμοὺς κάτω ἀπὸ τὸ μηδέν, ἡ ἐπιφάνειά της θὰ γίνῃ πάγος, Βόρειος Πόλος,καὶ ποιός τότε θὰ μπορέσῃ νὰ ζήσῃ πάνω σ᾿αὐτήν; Θὰ πεθάνουμε ἀπὸ τὸ κρύο. Ἂν πάλι δώσῃ ἄλλη ἐντολὴ ὁ Θεὸς καὶ πῇ τὸ ἀντίθετο, νὰ φύγῃ ὁ ἥλιος ἀπὸ ᾿κεῖ ποὺ βρίσκεται καὶ τί νὰ κάνῃ; Νὰ πλησιάσῃ. Τότε θὰ τὸν δοῦμε δέκα καὶ ἑκατὸ φορὲς μεγαλύτερο, ἡ θερμοκρασία μας θὰ φτάσῃ σὲ μεγάλα ὕψη πάνωἀπὸ τὸ μηδέν, καὶ ἡ γῆ θὰ γίνῃ ξηραΰλα, κάρβουνο.

.⃝ Ὦ Χριστέ! στρατιώτης σου ὁ ἥλιος, σὲ ὑπ-κούει. Καὶ μόνο ὁ ἥλιος; Καὶ ἡ γῆ εἶνε στρατιώτης. Ὁ κόκκος αὐτὸς τῆς ἄμμου –ἐν συγκρίσει μὲ τὸ ἄπειρο σύμπαν– κινεῖται. Αὐτὴ ἡὑδρόγειος σφαῖρα εἶνε ἕνα λεωφορεῖο, ποὺ τρέχει μὲ μεγάλη ταχύτητα. Καὶ τὸ λεωφορεῖο αὐτὸ μεταφέρει ὄχι 50 ἢ 60 ἐπιβάτες, ἀλλὰ –παρακαλῶ μετρῆστε– 5 δισεκατομμύρια ἀνθρώπους. Καὶ τρέχει, τρέχει μέσα στὸ ἄπειρο. Ποιός συγκρατεῖ τὴ γῆ; Ποιά τροχαίαῥυθμίζει τὴν κίνησί της.

;⃝ Ἄλλο παράδειγμα πειθαρχίας ἡ θάλασσα .Ὑπακούει. Εἶνε κτίσμα, δὲν εἶνε Θεός. Οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας εἶχαν φθάσει σὲ μεγάλα ἐπιτεύγματα, ἀλλὰ στὸ θέμα τῆς θρησκείας εἶχαν πλάνη, ὅπως ἔλεγε καὶ ὁ Κολοκοτρώνης. Παιδιά, λέει, οἱ ἀρχαῖοι ἦταν σπουδαῖοι·ἐπιστῆμες εἴχανε, Παρθενῶνες χτίσανε, ἀλλὰ ζοῦσαν σὰν τὰ ζῷα, λέει· πέτρες καὶ εἴδωλα λάτρευαν, μεταξὺ δὲ αὐτῶν καὶ τὴ θάλασσα.Ὅταν τὴ ἔβλεπαν ν᾿ ἀφρίζῃ, θαύμαζαν. Ἐμεῖς –δόξα τῷ Θεῷ– ἔχουμε τὴν ἀληθινὴ θρησκεία· καὶ γνωρίζουμε, ὅτι καὶ ἡ θάλασσα ὑπακούει στὸ Θεό. Πῶς ὑπακούει; Πρῶτα - πρῶτα τὴν ἔχει περιορίσει ὁ Θεὸς σὲ ὡρισμένη ἔκτασι. Ἀρχικὰ θάλασσα ἦταν ὅλη ἡ ὑδρόγειος.Καὶ εἶπε ὁ Θεὸς καὶ ἀπεχώρησε ἡ θάλασσα καὶ ἐμφανίσθηκε ἡ ξηρά, καὶ πάνω σ᾿ αὐτὴν ἐμφανίσθησαν οἱ πηγές, οἱ ποταμοὶ καὶ οἱ λί-μνες. Ἔπειτα, ὡς πρὸς τὴν ποσότητα τοῦ νεροῦ, ὑπάρχει μιὰ συμμετρία θαυμαστή. Ποια συμμετρία; Τὸ νερὸ τῆς θαλάσσης ἐξατμίζεται συνεχῶς· ἀλλὰ ἐξατμίζεται μὲ μιὰ ἀναλογία θαυμαστή. Ἐὰν ἐξατμιζόταν περισσότερο τοῦ δέοντος, ἡ θάλασσα θὰ ἐξαντλεῖτο καὶ θὰ ξεραινόταν· ἐὰν ἐξατμιζόταν λιγώτερο τοῦ δέοντος, ἡ στάθμη της θὰ ἀνέβαινε ἐπικίνδυνα. Τώρα ὅμως ὅσο ἐξατμίζεται τόσο καὶ ἀναπληρώνεται μὲ τὴ βροχή, ποὺ δὲν εἶνε τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ἐξάτμισι τοῦ νεροῦ τῆς θαλάσσης. Μιὰ γυναίκα στὸ χωριό μου εἶχε βάλει τὸν τέντζερη πάνω στὴ φωτιὰ γεμᾶτο νερό, ἄρχισε νὰ φλυαρῇ καὶ ξεχάστηκε, καὶ τὸνερὸ ἐξατμίσθηκε. Ἔτσι μποροῦσε νὰ ἐξατμισθῇ καὶ ἡ θάλασσα, καὶ τότε θὰ φαινόταν ὁ πυθμένας. Ἐὰν πάλι ἡ ἐξάτμισι ἦταν μικρότερη, τότε θὰ ἐκαλύπτετο ὅλη ἡ γῆ ἀπὸ τὰ νερὰ καὶ θὰ εἴχαμε παγκόσμιο κατακλυσμό. Θαυμαστὸ ἐπίσης εἶνε, ὅτι μέσα στὴ θάλασσα ὁΘεὸς ἔρριξε ἁλάτι. Ἂν δὲν ἔρριχνε τὸ ἁλάτι,θὰ βρωμοῦσε καὶ θὰ σάπιζε ὁ κόσμος. Καὶ ἄλλα ἀκόμη θαυμαστὰ ὑπάρχουν. Μὲ ἀξίωσε ὁΘεός, ὡς νησιώτη, νὰ γράψω ἕνα βιβλίο μὲ τίτλο «Ἡ θάλασσα» –400 περίπου σελίδες εἶνε–, στὸ ὁποῖο περιγράφω τὰ θαυμάσια τῆς θαλάσσης.

Φτάνει μόνο ἡ θάλασσα ν᾿ ἀποδείξῃ, ὅτι ὑπάρχει Θεός. Ὦ Θεέ μου, πόσο ἀσύνετοι εἴμαστε καὶ δὲν σκεπτόμαστε τὰ μεγαλεῖα σου, πόσο ἀχάριστοι καὶ ἀγνώμονες εἴμαστε καὶ δὲν νιώθουμε τὶς εὐεργεσίες σου! Ὁμιλοῦμε περὶ πραγμάτων φυσικῶν, ἐνῷ πί-σω ἀπ᾿ ὅλα στέκει ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ.Ὅλα λοιπὸν ὑπακούουν στὸ Θεό, καὶ εἶχεδίκιο ὁ ἑκατόνταρχος. Ὑπακούει ὁ ἥλιος, ὑπακούει ἡ γῆ καὶ ἡ σελήνη καὶ τὰ ἄστρα, ὑπακούει ἡ θάλασσα καὶ τὰ νερά, τὰ πάντα ὑπακούουν· καὶ ὁ μόνος ποὺ δὲν ὑπακούει εἶνε ὁἄνθρωπος . Τὸ σκουλήκι ὁ ἄνθρωπος πάει κόντρα μὲ τὸ Θεό. Αὐτὸς ἀποτελεῖ παραφωνίαμέσα στὸ σύμπαν.

Αὐτὰ τὰ λίγα εἶχα, ἀγαπητοί μου, νὰ πῶ ἐξἀφορμῆς τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου, καὶ ὁ Θεὸς νὰ μᾶς δώσῃ δύναμι νὰ πειθαρχοῦμε στὸ θέλημά του τὸ ἅγιο.

Ὦ Θεέ μου! σ᾿ ἐσένα ὑπακούουν τὰ πάντα. Σὲ παρακαλοῦμε, βοήθησέ μας νὰ ὑπακούσουμε κ᾿ ἐμεῖς, τὰ ἀτίθασα ὄντα.Ἐάν, ἀγαπητοί μου, ὑπακούσουμε στὸ Θεό, θὰ δοῦμε ἀκόμη μεγαλύτερα θαύματα καὶ ὡς ἄτομα καὶ ὡς ἔθνος. Τώρα μᾶς περιφρονοῦν καὶ μᾶς ἀπειλοῦν νὰ μᾶς θάψουν. Ἀλλ᾿ἐὰν μᾶς ἐλεήσῃ ὁ Θεός, θὰ δοῦμε πάλι εὐλογίες ὅπως καὶ παλαιότερα. Τὸ ᾿12, ποὺ ὡρμήσαμε ὡς λέοντες καὶ φθάσαμε μέχρι τὴν Ἄγκυρα μὲ ἐπὶ κεφαλῆς ἥρωες (μὲ Πλαστήρα καὶ Κονδύλη καὶ Κουντουριώτη), τότε ἕνας Ἕλληνας πέθαινε, καὶ ὀκτὼ γεννιόντανε. Τώρα ἕνας πεθαίνει καὶ μισὸς γεννιέται… Μόνο ἂν ἐπιστρέψουμε στὶς ἀθάνατες ῥίζες μας, ἐ-ὰν πιστέψουμε ὅπως θέλει ὁ Θεός, τότε πάλι θὰ δοῦμε καλύτερες ἡμέρες, διὰ πρεσβειῶν πάντων τῶν ἁγίων· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος-


Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ποὺ ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Γερμανοῦ Ἁγίου Γερμανοῦ - Πρεσπῶντὴν 1-7-1990.

Κυριακή Δ Ματθαίου Ἡ πίστη τοῦ ἑκατόνταρχου Anthony Bloom

 Εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.


Πόσο μεγάλη πρέπει νά ἦταν ἡ πίστη τοῦ ἑκατόνταρχου πού ἦρθε στόν Κύριο ζητώντας του νά θεραπεύσει τόν ὑπηρέτη του πού ἀγαποῦσε, πού τοῦ ἦταν πιστός. Ἄκουσε τόν Χριστό νά λέει: « Θά ἔρθω νά κάμω ἕνα θαῦμα στό σπίτι σου», καί θά μποροῦσε νά ἀπαντήσει, « Μήν ἔλθεις, ἕνας λόγος Σου εἶναι ἀρκετός γιά νά ἀποκατασταθεῖ ἡ ὑγειά τοῦ ὑπηρέτη μου!».



Αὐτό εἶναι ἕνα γεγονός ἀπό τήν ζωή τοῦ Κυρίου· ἕνα γεγονός πού ἄγγιξε ὄχι μόνο τόν Ἑκατόνταρχο, ὄχι μόνο τόν ὑπηρέτη του, ἀλλά κάθε μέλος τοῦ σπιτιοῦ. Ἦλθε χωρίς τόν Χριστό, καί ὁ ὑπηρέτης θεραπεύτηκε.


Ποιός ἀπό ἐμᾶς μπροστά σ’ ἕνα τρομερό, ἀγωνιώδη πόνο, μπορεῖ νά στραφεῖ πρός τόν Κύριο, νά παρουσιάσει τό αἴτημά του, νά Τοῦ ζητήσει ἔλεος καί νά ἐκδηλώσει τή δύναμή Του, καί ὅταν μᾶς λέει, ὅταν πληροφορεῖ τήν καρδιά μας, «Θά ἔλθω, θά κάνω σ’ ἐσένα αὐτό τό θαῦμα» - ποιός ἀπό ἐμᾶς θά εἶχε τό θάρρος νά πεῖ, «Ὄχι, Κύριε! Ἀρκεῖ ὁ λόγος Σου!»…


Ἔχουμε τό Εὐαγγέλιο, ἔχουμε τό παράδειγμα τῶν Ἁγίων πού πολλοί ἔκτισαν μιὰ ζωή ἁγιότητος, ἀπό ἕνα λόγο τοῦ Εὐαγγελίου πού πῆραν σοβαρά καί στόν ὁποῖο ἀφιέρωσαν ὅλη τους τήν ἐνέργεια, ὅλη τους τήν ζωή. Ἔχουμε τό Εὐαγγέλιο, ἕναν λόγο, ἐκεῖνον τόν λόγο πού μπορεῖ νά θεραπεύσει μιά ζωή, πού μπορεῖ νά μεταμορφώσει ἀνθρώπους, σχέσεις, ψυχές καί ζωές. Ποιός ἀπό ἐμᾶς εἶπε ποτέ στόν Κύριο, «Τό Εὐαγγέλιο μοῦ εἶναι ἀρκετό»; Καί πόσο συχνά στρεφόμαστε στόν Κύριο γιά νά ποῦμε «Ναί, Κύριε – Τό διάβασα ὅλο τό Εὐαγγέλιο, ἀλλά ἔλα ἐσύ ὁ ἴδιος, μίλησέ μου, πές μου ἕναν λόγο πού δέν εἶναι γραμμένος, πές ἕναν λόγο πού θά διαπεράσει τήν ζωή μου, τήν καρδιά μου σάν τή φωτιά καί τό σίδερο! Μίλησε, πάλι καί πάλι, Κύριε!»…Καί ἔτσι παραβλέπουμε ὅλο τό Εὐαγγέλιο, τό μήνυμα τοῦ Θεοῦ, τό παράδειγμα τοῦ Χριστοῦ, ὅ,τι βλέπουμε στούς Ἀποστόλους, καί στούς μετέπειτα Ἁγίους, ἐπειδή θέλουμε μιὰ νέα ἀποκάλυψη, ἕναν νέο λόγο.


Καί θυμάστε ἐπίσης, πώς, ὅταν ὁ Χριστός ἔδωσε τήν ἐντολή στούς μαθητές νά ρίξουν τό δίχτυ τους στήν θάλασσα καί αὐτό τό δίχτυ ἔφερε πλῆθος ἀπό ψάρια, ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, κατάλαβε ξαφνικά ποιός ἦταν ὁ Κύριος. Τά εἶχε ἀκούσει ὅλα, τήν ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλία, ἦταν ἀπό τήν ἀρχή μέ τόν Κύριο – καί ἀμυδρά μόνο εἶχε καταλάβει ποιός ἦταν. Ἐκείνη τήν στιγμή συνειδητοποίησε ποιός ἦταν στήν βάρκα του καί εἶπε, «Κύριε, φύγε ἀπό τήν βάρκα! Εἶμαι ἁμαρτωλός, εἶμαι ἀνάξιος τῆς παρουσίας Σου! »


Καί πάλι, ποιός ἀπό ἐμᾶς, σέ στιγμές πού ὁ Κύριος ἦρθε κοντά μας, σκέφτηκε νά πεῖ τέτοια λόγια, ἔχοντας ἀντιληφθεῖ, ἐξαιτίας τῆς ἁγιότητας τοῦ Χριστοῦ, τήν ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ, πόσο δέν ἀξίζουμε τήν ζωή Του, τό θάνατό Του, τήν κάθοδό Του στήν κόλαση, τό κατώτερο σημεῖο τοῦ κακοῦ. Καί αὐτή ἡ κόλαση δέν εἶναι μοναχά μία εἰκόνα· δέν ὑπάρχει μέσα μας ; Δέν ὑπάρχει μέσα μας ἕνα σκοτάδι, πού χρειάζεται κάτι παραπάνω ἀπό φώτιση – τό Φῶς τοῦ Θεοῦ, τόν Θεό, τό φῶς τοῦ κόσμου.


Ἄς σκεφτοῦμε αὐτό πού ἀκοῦμε. Μόλις ἐπέστρεψα ἀπό τή Ρωσσία, καί κάθε πού ἔρχομαι, ἔχω ἕνα δέος γιά ὅ,τι εἶδα ἐκεῖ. Ὄχι ἀπό τίς σπουδαῖες λειτουργίες, ἀλλά ἀπό τούς ἀνθρώπους πού γιά περισσότερο ἀπό μισό αἰώνα, ἔφεραν τό βάρος τοῦ Σταυροῦ, καί πόσο τρομερό – πῶς ἐμπνέει – πόσο ταπεινωτικό εἶναι γιά κάποιον νά πρέπει νά μιλήσει σέ ἀνθρώπους πού ἡ ζωή τους εἶναι ἕνα κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, ἐνῶ ἡ δική μας εἶναι ντροπή τοῦ Χριστοῦ. Ναί, εἶναι αὐτό πού λέει τό Εὐαγγέλιο ὅτι ἀπό τούς λόγους μας θά κριθοῦμε, θά σωθοῦμε ἤ θά καταδικαστοῦμε. Πόσο τρομαχτικό εἶναι νά πρέπει νά ποῦμε λόγους ἀληθείας ἀπό καθῆκον, ἀπό ἀνάγκη καί νά γνωρίζουμε ὅτι κάθε λόγος μᾶς καταδικάζει.


Καί ἔτσι ὅταν ἕνας ἱερέας ἐξέρχεται στό Ἅγιο Βῆμα, κάνει τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, μπαίνοντας κάτω ἀπό τήν προστασία τοῦ Ἐσταυρωμένου, τοῦ θανάτου, τήν θυσιαστική ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ – προσευχηθεῖτε γι’ αὐτόν πού πρόκειται νά κηρύξει τό Εὐαγγέλιο, ἴσως τό κήρυγμα αὐτό νά τόν κρίνει καί νά τόν καταδικάσει– καί γιά τή σωτηρία τῆς ψυχῆς σας. Καί τότε, ἴσως αὐτή ἡ προσευχή νά στηρίξει τόν ἱεροκήρυκα καί λέγοντας τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, μέ τήν βοήθεια τῆς Θ. Χάριτος, ἴσως νά δυναμώσει τή ζωή σας καί σᾶς βοηθήσει νά φθάσετε τόν Χριστό, ὄχι ἐκεῖνον: νά συνειδητοποιήσετε ξαφνικά ὅτι ὁ ἱεροκήρυκας δέν ὑπάρχει – ὑπάρχει μόνο ἕνα μήνυμα. Θυμηθεῖτε! Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής δέν ὀνομάστηκε κήρυκας τοῦ Θείου Λόγου· λέγεται γι’ αὐτόν ὅτι ἦταν «φωνή βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ». Δέν ἦταν ἄνθρωπος, ἀλλά μήνυμα. Λάβετε τό μήνυμα, μήν σταθεῖτε στόν ταχυδρόμο, καί λάβετε τό μήνυμα καθώς τό περιγράφει ὁ Χριστός, ὅπως ἡ γῆ ἡ καλή πού θάβει μέσα της τόν σπόρο, τόν τρέφει καί φέρνει καρπούς, καρπούς ζωῆς: ὄχι καρπούς συναισθημάτων, σκέψεων, ἀλλά μιὰ ζωή πού εἶναι αὐτή τοῦ Θεοῦ, σαρκωμένη, ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ σέ μᾶς. Ἀμήν.

Ομιλία ΜΔ’ – Για τον εκατόνταρχο

 (Αρχιεπίσκοπος Ταυρομενίου Θεοφάνης ο Κεραμεύς)


Ο πονηρός εναντιώνεται στα αγαθά έργα, επιζητώντας να βλάπτει πάντοτε τα άριστα. Γι’ αυτό, λοιπόν, και σήμερα, ξεσηκώνοντας την καταδικασμένη φιλονικία, έσπευδε να φέρει σύγχυση στη σύναξή μας και να καταργήσει τον λόγο τής διδασκαλίας, μπαίνοντας ολόκληρος μέσα σ’ εκείνον τον άτακτο και μισοβάρβαρο άνδρα. Όμως εσείς φανήκατε να έχετε γνώση των πανουργιών του και με περισσότερη σύνεση αντικρούσατε την επινόησή του. Τρέχοντας προς την εκκλησία, και αφήνοντας μόνο του να δαιμονίζεται εκείνον που άκαιρα φώναζε και φλυαρούσε, δείξατε την προσοχή σας στον διδασκαλικό λόγο.



Κατά τον καιρό εκείνο «μόλις μπήκε ο Ιησούς στην Καπερναούμ, Τον πλησίασε ένας εκατόνταρχος» (Ματθ. η’ 5). Επειδή ο Κύριος, γεμίζοντας την Ιουδαία με θαύματα, άναβε περισσότερο τον εναντίον Του φθόνο στις ψυχές των αγραμμάτων, «αυτών που θέτουν το φως για σκοτάδι, και το γλυκό για πικρό», σύμφωνα με τον λόγο του Ησαΐα (ε’ 20), μεταδίδει, λοιπόν, τη χάρη των θαυμάτων και στα έθνη. Δείχνοντας από τη μια ότι ήλθε για τη σωτηρία όλου του κόσμου, και από την άλλη ελέγχοντας ολοφάνερα την απιστία των Ιουδαίων με την πίστη που έδειξαν τα έθνη. Διότι τα έθνη είναι κάπως πιο έτοιμα και συγκατανεύουν πολύ στο να πιστέψουν στον Χριστό. Βλέπε και το διαμετρικά άνισο της απείθειας των Ιουδαίων και της προθυμίας των εθνών. Διότι, ενώ οι Ιουδαίοι Τον έδιωχναν με βρισιές, η εθνική Συροφοινίκισσα όμως ονόμαζε τον εαυτό της ανάξιο της χάριτος, και παρακαλούσε να καταταχθεί στη μοίρα των σκυλιών και να μετέχει στα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι των Ιουδαίων, το οποίο εκείνοι ολότελα απαρνούνταν (Ματθ. ιε’ 26). Αλλά κι αυτός ο εκατόνταρχος κρίνει τον εαυτό του εντελώς ανάξιο για να δεχτεί κάτω από τη στέγη του τον Κύριο. Γι’ αυτό και οι Ιουδαίοι θέρισαν την ανταμοιβή τής απιστίας τους, και οι εθνικοί δέχτηκαν τη χάρη, και σώθηκαν με την πίστη. Αλλά ας κάνουμε αμέσως την αρχή τής διηγήσεως.


Κατά τον καιρό εκείνο «μόλις μπήκε ο Ιησούς στην Καπερναούμ, τον πλησίασε ένας εκατόνταρχος και τον παρακαλούσε μ’ αυτά τα λόγια» (Ματθ. ε’ 5). Βέβαια ο θεόπνευστος Λουκάς, αφηγούμενος αυτό εδώ το θαύμα, δεν λέει πως ο εκατόνταρχος ήλθε αυτοπροσώπως, αλλά πως έστειλε Ιουδαίους πρεσβυτέρους, για να συναντήσουν γι’ αυτό τον Κύριο. Αυτό όμως δεν δείχνει καμμιά διαφωνία στους Ευαγγελιστές, για όσους προσέχουν με καλή διάθεση. Διότι και αυτοί που εστάλησαν από τον εκατόνταρχο παραβρέθηκαν αντί για τον αποστολέα και ας μη δοθεί καμμιά λαβή από αυτό σ’ αυτούς που θέλουν να βλέπουν λάθη, επειδή ο Ματθαίος λέει ότι προσήλθε ο ίδιος ο εκατόνταρχος, ο Λουκάς πάλι ότι άλλοι έγιναν οι κομιστές τής αιτήσεως. Διότι αυτό που φροντίζουν οι Ευαγγελιστές ήταν να περιγράφουν με αλήθεια το θαύμα, και όχι να ακριβολογήσουν για όσα προηγήθηκαν του θαύματος. Και τίποτε δεν μας εμποδίζει να σκεφτούμε ότι συνέβησαν και τα δύο. Διότι ο εκατόνταρχος από ευλάβεια νόμιζε πως, επειδή ήταν εθνικός και αλλογενής, δεν θα προσέξει ο Χριστός την αίτησή του. Σκέφτηκε, λοιπόν, πρώτα να στείλει χωριστή πρεσβεία. Αλλά όταν άκουσε ότι πρόθυμα ο Χριστός έδωσε υπόσχεση για τη θεραπεία, παίρνοντας θάρρος φτάνει κι αυτός ο ίδιος.


Ο Σωτήρας, λοιπόν, ήδη κάνει αρχή των προοιμίων τής αναστάσεως και πιο πριν θεράπευσε και μέλη και μέρη κακοποιημένα. Και επειδή η φύση των ανθρώπων είναι χωρισμένη σε άνδρες και γυναίκες, χαρίζει την ευεργεσία και στα δύο φύλα. Γιατί, επειδή και οι δύο, και ο άνδρας και η γυναίκα, ξέπεσαν από την εντολή τού Θεού, γι’ αυτό και οι δύο δέχτηκαν την ευεργεσία. Και θεραπεύει τον παράλυτο στα νεύρα και διαλυμένον στους αρμούς τού σώματος (Ματθ. θ’ 1 εξ.), αλλά δεν αφήνει αθεράπευτη ούτε τη σκυμμένη στη γη γυναίκα που έβλεπε το χώμα (Λουκ. ιγ’ 11). Και τους περισσότερους δαιμονόπληκτους απέσπασε από την εξουσία των δαιμόνων (Λουκ. η’ 27), αλλά θεράπευσε και τη μικρή κόρη τής Χαναναίας που την ενοχλούσαν οι δαίμονες (Ματθ. ιε’ 29). Ελευθέρωσε τον Ζακχαίο από τις αδικίες τού τελωνείου (Λουκ. ιθ’ 2), αλλά και την ακόλαστη πόρνη την καθάρισε από τη δυσώδη αμαρτία (Ιω. δ’ 7 εξ.). Ο Σίμων ο Φαρισαίος καλεί τον Κύριο σε συνεστίαση, αλλά και η Μάρθα Τον υποδέχτηκε στο σπίτι της (Λουκ. ζ’ 36, ι’ 39, 43). Θεραπεύει τον δούλο τού εκατοντάρχου, αλλά επιτιμώντας με δύναμη τον πυρετό που κατάκαιγε την πεθερά του Σίμωνα τόσο πολύ την απάλλαξε από το κακό, ώστε αυτή να μπορεί να τους υπηρετεί θεραπευμένη, ενώ πριν την περίμεναν να πεθάνει (Λουκ. 8′ 38, 59). Θα δεις τον Χριστό να ανασταίνει και τον πεθαμένο γιο τής χήρας, αλλά και τη μικρή κόρη τού Ιαείρου (Λουκ. ζ’ 11 εξ., η’ 49 εξ.). Και Τον ακολουθούσε μια ομάδα μαθητών, αλλά Τον υπηρέτησαν και μαθήτριες, που έγιναν απόστολοι της Αναστάσεως. Βλέπεις τον Δεσπότη και δημιουργό όλων να εκδηλώνει τις ευεργεσίες Του προς όλους; Επειδή μερικοί έγιναν αδιάντροποι σε τέτοιο βαθμό ώστε να λένε ότι η γυναίκα δεν είναι ολόκληρος άνθρωπος αλλά μέρος τού ανθρώπου, γιατί πλάσθηκε από την πλευρά του άνδρα, αποστομώνει με αυτά τις αχαλίνωτες ορμές των γλωσσών που κατηγορούν, δείχνοντας ότι στην αρετή και την κακία το ίδιο είναι κυρίαρχοι και ο άνδρας και η γυναίκα. Αυτά όμως τα είπαμε σαν παρένθεση, και ας επανέλθουμε στα ιερά λόγια του Ευαγγελίου.


«Κύριε, ο δούλος μου κείτεται στο σπίτι παράλυτος και υποφέρει φοβερά» (Ματθ. η’ 6). Και πρόσεξε πως ήταν κοντά στις ίδιες τις πύλες του θανάτου, διότι ήταν κατάκοιτος στο σπίτι, έτσι που να μην μπορεί να τον φέρει προς τον Κύριο. Και ο Λουκάς αυτό το δείχνει με περισσότερη έμφαση, προσθέτοντας ότι επρόκειτο να πεθάνει (Λουκ. ζ’ 2). Και μερικοί λένε πως γι’ αυτό και δεν τον έφεραν, μεταφέροντάς τον στο κρεββάτι, για να μην πεθάνει καθώς μεταφερόταν, γιατί τον περίμεναν ήδη να πεθάνει. Αλλά εγώ νομίζω πως δεν τον μετέφεραν όχι γι’ αυτήν την αιτία, αλλά γιατί είχε πεισθεί ο εκατόνταρχος πως μπορεί ο Κύριος να τον θεραπεύσει και απόντα. Και αυτό είναι φανερό από αυτά που έλεγε: «Πες μόνο ένα λόγο και θα γιατρευθεί ο δούλος μου» (Ματθ. η’ 8).


«Ο Ιησούς του λέει: Εγώ θα έλθω και θα τον θεραπεύσω» (Ματθ. η’ 7). Γιατί έτσι εύκολα τον υπάκουσε ο Κύριος και αμέσως έφερε και τη θεραπεία, αν και δεν συνήθιζε σε άλλους να το κάμνει αυτό; Γιατί τον πατέρα που γονάτιζε για το σεληνιαζόμενο παιδί του και ζητούσε τη θεραπεία του, προηγουμένως τον επιπλήττει χαρακτηρίζοντάς τον γενιά άπιστη και διεστραμμένη (Λουκ. α’ 41); Και στη Χαναναία, που με πόνο Τον αντίκρυζε για τη θυγατέρα της, της είπε: «Δεν είναι σωστό να πάρει κανείς το ψωμί των παιδιών και να το πετάξει στα σκυλιά» (Ματθ. ιε’ 26); Όμως σ’ αυτόν εδώ μόλις άκουσε ότι «ο δούλος μου κείτεται στο σπίτι παραλυτικός», αμέσως θέλει να τον θεραπεύσει. Γιατί; Επειδή Αυτός που εξετάζει τις καρδιές και φτάνει να γνωρίζει και τις σκέψεις, γνώριζε πόσο μεγάλη ήταν η πίστη τού εκατοντάρχου. Τη χάρη, λοιπόν, που δίνει, τη μετρά ανάλογα με την πίστη, και υπόσχεται γρήγορα θεραπεία, ώστε η φλογερή ευλάβεια του εθνικού να φανεί στους Ιουδαίους που Τον ακολουθούν. Συγχρόνως ο εκατόνταρχος είδε τον Σωτήρα να ξεκινάει γρήγορη την πορεία Του, και γεμίζοντας με δέος και υπερβολικό φόβο, επειδή θα υποδεχτεί στο σπίτι τον Θεό, λέει:


«Κύριε, δεν είμαι άξιος να Σε υποδεχτώ στο σπίτι μου. Πες όμως μόνον ένα λόγο, και θα γιατρευτεί ο δούλος μου. Είμαι κι εγώ άνθρωπος κάτω από εξουσία, και έχω στρατιώτες στη διοίκησή μου. Λέω στον ένα “πήγαινε” και πηγαίνει, και στον άλλον “έλα” και έρχεται, και στον δούλο μου “κάνε αυτό” και το κάνει» (Ματθ. η’ 8-9). Αυτό που λέει ο εκατόνταρχος είναι σωστό. Εάν εγώ, λέει, που είμαι στρατευμένος στον Καίσαρα και υπακούω στα προστάγματά του, τους στρατιώτες που διοικώ τους υποτάσσω με μόνο τον λόγο μου, ώστε ούτε αυτόν που στέλνω κάπου να μπορεί να μην πάει, ούτε αυτόν που προσκαλώ να μην προσέλθει, πώς Εσύ, που δεν βρίσκεσαι κάτω από εξουσία, αλλά με την αυθεντική δύναμη της θεότητας τα μετακινείς όλα με νεύμα, δεν θα διατάξεις με τη θέλησή Σου και ο δούλος μου να γιατρευθεί με το πρόσταγμά Σου; Και ότι ο λόγος τού εκατοντάρχου δεν ειπώθηκε θωπευτικά μηχανορραφώντας, ούτε νοθεύτηκε με τα δεσμά τής κολακείας, έδωσε γι’ αυτό μαρτυρία ο Σωτήρας, τοποθετώντας την πίστη του ως πιο βεβαία και από την πίστη όλων των Ισραηλιτών, και συγχρόνως προσθέτοντας: «Ας γίνει όπως το πίστεψες» (Ματθ. η’ 13). Και γνώρισε ο Σωτήρας τούς πρώτους καρπούς τής προσκλήσεως των εθνών που έγινε διά του Ευαγγελίου, και προβλέποντας να οδηγούνται από αυτόν τον εκατόνταρχο, προλέει για το μέλλον ότι «πολλοί θα έλθουν από ανατολή και δύση και θα καθίσουν μαζί με τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ στο τραπέζι τής Βασιλείας των ουρανών» (Ματθ. η’ 11). Επειδή βέβαια δεν βρήκε τόσο μεγάλη πίστη στον Ισραηλιτικό λαό, προσκαλεί, λοιπόν, τα έθνη από τις άκρες τής γης, και ο αχάριστος λαός απομακρύνθηκε από την οικειότητα προς Αυτόν, και αντί γι’ αυτόν μπήκαν τα έθνη και σώθηκαν με την πίστη. Γι’ αυτό και λέει ότι τα έθνη θα καθίσουν μαζί με τον Αβραάμ, γιατί έδειξαν ζήλο στην πίστη, όπως ο Αβραάμ. Και εκείνοι που ονομάστηκαν «γιοί», εννοώ οι Ιουδαίοι, «θα πεταχθούν στο έξω σκοτάδι. Εκεί θα είναι το κλάμα και το τρίξιμο των δοντιών» (Ματθ. η’ 12). Λέει θα πεταχτούν έξω από τη Βασιλεία, θα διωχθούν όμως και από την ιερωσύνη, και από αυτούς ακόμη τους ιερούς τόπους, και από τις θυσίες του νόμου που γίνονται σύμφωνα με το έθος. Και θα ανταλλάζουν το θείο φως με το σκοτάδι της άγνοιας και με το κλάμα τής μεταμέλειας τη χαρά να βρίσκονται κοντά στον Θεό. Και χωρίς αποτέλεσμα θα τρίζουν τα δόντια τής ψυχής, πεινώντας υπερβολικά για τη θεία τροφή. Και η μελλοντική τιμωρία των αμαρτωλών λέγεται σκοτάδι εξώτερο, επειδή πρόκειται τότε να διαιρεθεί η διπλή ενέργεια της φωτιάς, και στους δικαίους θα αποδοθεί το φως καθαρό, και χωρίς να καίει, στους φαύλους όμως θα διανεμηθεί η καυστική φωτιά που δεν θα φωτίζει. Αυτό λοιπόν το σκοτάδι λέγεται εξώτερο ή εσώτερο. Επειδή και από εδώ, όσοι κάνουν φαύλα έργα ζουν σαν σε σκοτάδι, αλλ’ όμως υπάρχει γι’ αυτούς η ελπίδα τής μετανοίας. Όμως εκεί το σκοτάδι λέγεται εξώτερο και είναι χωρίς ελπίδα.


Αλλά μου ξέφυγε ανεξέταστο το τι οπωσδήποτε πράττοντας ο εκατόνταρχος δέχτηκε τόσο μεγάλον έπαινο, ώστε να θαυμάσει ο Κύριος και να πει τα επόμενα: «Τόση πίστη ούτε ανάμεσα στους Ισραηλίτες δεν βρήκα» (Ματθ. η’ 10). Συγχωρήστε με, λοιπόν, που ήμουν απρόσεκτος. Διότι η φροντίδα των εκκλησιαστικών πραγμάτων που έχω, σαλεύει την κορυφή του λογικού μου. Αλλά δεν εμποδίζει τίποτε, με την επαναφορά του λόγου, να διορθώσουμε αυτό που ξεχάσαμε.


Ο λόγος τού εκατοντάρχου φανερώνει όπως φαίνεται κάποια διδασκαλία από τις σπουδαίες, προς την οποία αποβλέποντας ο Δεσπότης θαύμασε. Και η διδασκαλία είναι αυτή: Όταν απομακρύνθηκε ο άνθρωπος από την εντολή τού Θεού και με τη θέλησή του λιποτάκτησε πρoς τoν τύραννο-διάβολο, η αγαθότητα του Δημιουργού δεν άφησε ολοκληρωτικά αβοήθητη την ανθρώπινη φύση μας, αλλά έδωσε στον καθένα για σύμμαχο στη ζωή του έναν Άγγελο από αυτούς που έχουν ασώματη φύση. Αλλά πολεμώντας ο εχθρός για να βλάψει τον άνθρωπο, τοποθετεί κακοποιό δαίμονα. Κανένας από αυτούς δεν χρησιμοποιεί βία, για να μη βλαφτεί το αυτεξούσιο και ελεύθερο του ανθρώπου, αλλά ο καθένας υποδεικνύει και συμβουλεύει τα αντίθετα, ο ένας την ελπιζομένη απόλαυση μέσω της αρετής, και ο άλλος τη δουλοπρεπή και κολακευτική ηδονή. Στη μέση, λοιπόν, αυτών των δύο, σαν να είναι εκατόνταρχος, αφού σταθεί η ελευθερία και προαίρεσή μας, διατάζει ό,τι θέλει, σαν σε υποταγμένους στρατιώτες, τον ένα διώχνοντάς τον και προσκαλώντας τον άλλον. Το να μένουν στον ίδιο τόπο και οι δύο είναι αδύνατον, επειδή δεν έρχονται σε επικοινωνία όσα είναι μεταξύ τους αντίθετα. Διότι δεν υπάρχει «τίποτε το κοινό ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι» (Β’ Κορ. στ’ 14), αλλά είναι ανάγκη, καθώς υποχωρεί το σκοτάδι, αυτό που βλέπει κανείς να είναι το φως και, καθώς απομακρύνεται η κακία, να έρχεται, αντί γι’ αυτήν, η αρετή. Και καθώς αυτό είναι έτσι, εάν βέβαια κάποιος θέλει να ζηλέψει αυτόν τον εκατόνταρχο, θα πει σ’ αυτό: Πήγαινε, και πηγαίνει. Σε ποιο αυτό; Σ’ εκείνο για το οποίο είπε ο Κύριος: «Θα λέτε σ’ αυτό το βουνό “σήκω” και θα σηκώνεται» (Ματθ. ιζ’ 20), δείχνοντας το δαιμόνιο εκείνο που φέρνει σεληνιασμό. Και όταν αυτός υποχωρεί, θα προσκαλέσει όχι τον ίδιον, αλλά τον επιθυμητό. Διότι όταν καταδιωχθεί ο σύμμαχος της κακίας, εισέρχεται αντί γι’ αυτόν ο οπλίτης τής δικαιοσύνης, ντυμένος με τον θώρακα της δικαιοσύνης και την περικεφαλαία της σωτηρίας και τη μάχαιρα του Πνεύματος (Βλ. Εφεσ. στ’ 16-17). Και τότε ο δούλος, δηλαδή το σώμα, φοβάται τον κύριό του, δηλαδή τον νου, και κάνει την υπηρεσία που πρέπει, επειδή ποτέ πια το φρόνημα της σάρκας δεν εναντιώνεται στο πνεύμα. Διότι είναι αδύνατον όταν είναι παρών ο στρατιώτης τού εχθρού, το σώμα να υπακούσει στον σώφρονα λογισμό.


Γι’ αυτό, λοιπόν, και εμείς, αδελφοί, όσο είμαστε εκατόνταρχοι, δηλαδή υπερβάλλουμε πολλούς στην κακία, και είμαστε δούλοι στον Καίσαρα, δηλαδή στον κοσμοκράτορα διάβολο, κι αν ακόμη αποκτήσουμε την αξιέπαινη δειλία, ας ντραπούμε να δεχτούμε τη χάρη τού λόγου για τον Θεό -της θεολογίας—, ως άνθρωποι που δεν είμαστε ικανοί να τη λάβουμε. Κι αν γίνουμε αυτού του είδους, ώστε να μπορούμε να διώχνουμε τους γεμάτους πάθος λογισμούς, και αντί γι’ αυτούς να εισάγουμε στην ψυχή τις αρετές και να δουλαγωγούμε το σώμα σύμφωνα με τον τρόπο ζωής που ορίζει ο Θεός, τότε και ο καθένας από εμάς μπορεί να πει: Έχω κάτω από την εξουσία μου στρατιώτες, και λέω στον πονηρό, φύγε, και φεύγει. Και στον αγαθό, έλα, και έρχεται. Και στο σώμα μου: Κάνε την εργασία τής αρετής, και την κάνει με τη βοήθεια του Ιησού Χριστού τού Κυρίου μας, στον Οποίον ανήκει η δοξολογία και η δύναμη στους ατέλειωτους αιώνες. Αμήν.


(P.G. 132, 825-836)


(Πηγή: “Από την Πεντηκοστή στην Κοίμηση της Θεοτόκου”, Μετάφραση: Γεώργιος Μαυρομάτης, Εκδόσεις “Αρμός”)

Η μεγάλη πίστη του εκατόνταρχου

 Όταν ο άνθρωπος δεν έχει μεγάλη ταπείνωση, πραότητα, υποταγή και υπακοή στο Θεό, πώς μπορεί να σωθεί; Πώς θα μπορούσε να σωθεί ένας άπιστος κι αμαρτωλός άνθρωπος, όταν κι ο δί­καιος «μόλις σώζεται» (Α’ Πέτρ. δ' 18); Το νερό δε μαζεύεται στα ψηλά κι απόκρημνα βουνά, αλλά σε χαμηλά, επίπεδα και βαθιά μέρη. Το έλεος του Θεού δεν κατοικεί στους υπερήφανους, που κομπάζουν και αντιτίθενται στο Θεό, αλλά στους ταπεινούς και τους πράους, που η καρδιά τους είναι ταπεινωμένη κι ειρη­νική, που είναι υποταγμένοι στο μεγαλείο του Θεού κι υπάκουοι στο θέλημά Του.



Όταν κάποια αρρώστια προσβάλλει ένα κλήμα που έχει φυτέψει ο οικοδεσπότης και το φροντίζει προσεκτικά για χρόνο πολύ, το κόβει και το καίει και στη θέση του φυτεύει ένα αγριόκλημα. Όταν οι γιοι ξεχνούν την αγάπη του πατέρα τους κι επαναστατούν εναντίον του, τί θα τους κάνει; Θ’ απομακρύνει τα παιδιά από το σπίτι του και στη θέση τους θα προσλάβει μισθωτούς.


Όπως συμβαίνει στη φύση, έτσι γίνεται και με τους ανθρώπους. Λένε οι άπιστοι: Έτσι γίνεται σύμφωνα με τους νόμους της φύσης και τους νόμους των ανθρώπων. Οι πιστοί όμως δε μιλάνε έτσι. Εκείνοι τραβούν το παραπέτασμα των φυσικών και των ανθρώπινων νόμων, ατενίζουν με φλογερά μάτια το μυστήριο της αιώνιας ελευθερίας και μιλούν διαφορετικά. Λένε: Έτσι γίνεται με το θέλημα του Θεού και για το καλό μας. Ο Θεός τα γράφει αυτά με το χέρι Του. Εκείνοι που μπορούν να διαβάζουν αυτά που χαράζει ο Θεός με φωτιά και πνεύμα τόσο στη φύση όσο και στους ανθρώπους, μόνο αυτοί θα καταλάβουν τη σημασία τους. Εκείνοι που μπροστά στα μάτια τους η φύση κι η ανθρώπινη ζωή ανακατεύονται όπως ένας μεγάλος σωρός από γράμματα, χωρίς πνεύμα και νόημα, λένε πως όλα είναι «τυχαία». «Όλα όσα βλέπουμε γύρω μας, λένε, έγιναν τυχαία». Με αυτό εννοούν πως όλος αυτός ο σωρός με τα γράμματα κινείται κι ανακατεύ­εται από μόνος του, κι απ’ αυτή την ανόητη μίξη προ­κύπτει το ένα γεγονός ή το άλλο. Αν ο Θεός δεν ήταν ελεήμων και εύσπλαχνος, θα γελούσε μ’ αυτούς τους ερμηνευτές του κόσμου και της ζωής. Υπάρχει όμως και κάποιος που γελάει και χαίρεται με την ανοησία αυτού του συλλογισμού: το πονηρό πνεύμα, ο εχθρός της ανθρώπινης φύσης, που δεν έχει ούτε έλεος ούτε συμπάθεια προς τον άνθρωπο.


Όταν μια χήνα περιπλανιέται σ’ έναν πολύχρωμο τάπητα που είναι απλωμένος σε λιβάδι, ίσως σκεφτεί πως όλ’ αυτά τα σχέδια και τα χρώματα του τάπητα βρέθηκαν εκεί τυχαία, πως ο τάπητας ξεπήδησε ξαφ­νικά από τη γη, όπως το γρασίδι - κατά το σκεπτικό της χήνας. Η υφάντρα όμως, που ύφανε και έβαψε τον τάπητα, γνωρίζει πως δε βρέθηκε τυχαία εκεί. Ξέρει τι σημαίνει κάθε λεπτομέρεια του σχεδίου και των χρωμάτων, γιατί τα σχέδια και τα χρώματα παρου­σιάζονται με τον τρόπο που έχουν συνδυαστεί. Μόνο η υφάντρα μπορεί να διαβάσει και να εξηγήσει τον τάπητα, εκείνη που τον ύφανε με το χέρι της, καθώς κι εκείνοι στους οποίους το διηγείται. Το ίδιο κάνουν κι οι άπιστοι. Περιφέρονται γύρω από τον πανέμορφο τάπητα του κόσμου και λένε πως όλα έγιναν «τυχαία». Ο Θεός μόνο, που ύφανε αυτόν τον κόσμο, γνωρίζει τη σημασία που έχει κάθε κλωστή στο στημόνι και στο υφάδι, καθώς και κείνοι στους οποίους Εκείνος το αποκαλύπτει.


Ο Ησαΐας είδε και έγραψε: «Κύριος Ύψιστος εν αγίοις αναπαυόμενος και ολιγοψύχοις διδούς μακροθυμίαν και διδούς ζωήν τοις συντετριμμένοις την καρδίαν» (Ησ. νζ' 15). Ο Θεός βρίσκεται στη γη ανάμεσα σε κείνους που έχουν καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην. Ο Θεός αποκαλύπτει τα μυστήρια του κόσμου και της ζωής σ’ εκείνους στους οποίους «ενοικεί». Σ’ αυτούς εξηγεί τα πνευματικά βάθη όλων εκείνων που ο ίδιος έγραψε μέσα από τα πράγματα και τα γεγονότα. Ο Αβραάμ, ο Ισαάκ, ο Ιακώβ, ο Ιω­σήφ, ο Μωϋσής κι ο Δαβίδ είχαν συντετριμμένη καρδιά, ταπεινό πνεύμα. Γι’ αυτό κι ο Θεός κατοικούσε μέσα τους και υποσχέθηκε πως θα είναι μαζί τους και με τους απογόνους τους, εφόσον εκείνοι εξακολουθούν να έχουν συντετριμμένη καρδιά και ταπεινό πνεύμα. Όταν όμως η συχνή επαφή με το Θεό κάνει κάποιον άνθρωπο υπερήφανο, τότε εκείνος βλάπτεται περισ­σότερο απ’ αυτούς που δε γνώρισαν τον αληθινό Θεό και δεν είχαν επαφή μαζί Του.


Το καλλίτερο και σαφέστερο παράδειγμα σ’ αυτό το θέμα μας το δίνουν οι Ισραηλίτες. Ήταν απόγονοι των μεγάλων και θεαρέστων προπατόρων που προαναφέραμε. Η επαφή τους όμως με τον αληθινό Θεό τους δημιούργησε οίηση. Έτσι το έθνος αυτό άρχισε να βλέπει όλα τ’ άλλα έθνη με περιφρόνηση, σα νά ‘ταν σκύβαλα πεταμένα. Με τη συμπεριφορά τους αυτή όμως προκάλεσαν τη δική τους καταστροφή. Η υπερηφάνεια τους τύφλωσε τόσο πολύ, ώστε το μόνο που κράτησαν απ’ όλα όσα τους αποκάλυψε ο Θεός με τους προφήτες και τους άλλους δίκαιους της Παλαιάς Διαθήκης, ήταν πως αυτοί αποτελούσαν τον εκλεκτό λαό του Θεού, τον περιούσιο. Το πνεύμα και το νόημα της αρχαίας αποκάλυψης του Θεού γι’ αυτούς είχε ολότελα χαθεί. Η Αγία Γραφή χόρευε μπροστά στα μάτια τους σαν ένα συνοθύλευμα με ακατανόητα γράμματα. Όταν ο Κύριος Ιησούς εμφα­νίστηκε στον κόσμο με μια νέα αποκάλυψη, εκείνοι με την τυφλότητά τους αγνοούσαν το θέλημα του Θεού, είχαν φτάσει στο επίπεδο των ειδωλολατρών. Με τη σκοτισμένη πνευματική τους όραση και την τραχύτητα της καρδιάς τους, είχαν καταντήσει πολύ χειρότεροι κι από τους ειδωλολάτρες.


Η σημερινή ευαγγελική περικοπή μας αποδείχνει την αλήθεια αυτών που είπαμε παραπάνω. Μας περιγράφει ένα γεγονός που μας δείχνει πως κάποιοι άνθρωποι είναι υγιείς ανάμεσα στους ασθενείς κι άλλοι είναι άρρωστοι ανάμεσα στους υγιείς. Πως υπάρχει πίστη ανάμεσα στους ειδωλολάτρες και απιστία ανάμεσα σε κείνους που υπερηφανεύονται για την καθαρότητα της πίστης τους, κομπάζουν ότι είναι ο εκλεκτός λαός του Θεού. Η περικοπή αυτή γράφτηκε σαν μια διδαχή για όλες τις εποχές και για όλους τους λαούς και εφαρμόζεται και σε μας μέχρι σήμερα. Η διδαχή αυτή είναι τόσο οξεία, όσο και το ξίφος των χερουβίμ, καθαρή σαν τον ήλιο, φρέσκια κι αναπάντεχη όπως τα λουλούδια του αγρού. Κι αυτό για να μας δημιουργήσει δέος με την οξύτητά της, να μας φωτίσει με την καθαρότητά της και να μας αφυπνίσει από την πνευματική νάρκωση κι αδράνειά μας. Κυρίως όμως καταγράφηκε για να προειδοποιήσει όλους εμάς τους χριστιανούς να μην ξεχαστούμε και πέσουμε στην οίηση επειδή εκκλησιαζόμαστε, προ­σευχόμαστε στο Θεό και ομολογούμε το Χριστό. Γιατί τότε στην τελική Κρίση του Θεού θα συναντήσουμε μπροστά μας ανθρώπους που βρίσκονται έξω από την Εκκλησία, αλλ’ έχουν μεγαλύτερη πίστη και περισ­σότερα καλά έργα.


«Εισελθόντι δε αυτώ εις Καπερναούμ προσήλθεν αυτώ εκατόνταρχος παρακαλών αυτόν και λέγων Κύριε, ο παις μου βέβληται εν τη οικία παραλυτικός, δεινώς βασανιζόμενος» (Ματθ. η 5,6). Ο εκατόνταρ­χος ήταν αξιωματικός στα στρατόπεδα της Καπερνα­ούμ, που ήταν η πιο σπουδαία πόλη στα παράλια της Γαλιλαίας. Δεν ξέρουμε, αλλ’ έχει και δευτερεύουσα σημασία, αν υπαγόταν απ’ ευθείας στη Ρώμη ή βρι­σκόταν στην εξουσία του Ηρώδη Αντίπα, μάλλον όμως αναφερόταν απ’ ευθείας στη Ρώμη. Αυτό που αξίζει να επισημάνουμε είναι ότι ήταν ειδωλολάτρης, όχι Ιουδαίος. Είναι ο πρώτος Ρωμαίος αξιωματικός που αναφέρεται στο ευαγγέλιο ότι πίστεψε στο Χριστό. Δεύτερος ήταν ο εκατόνταρχος που βρισκόταν σε υπηρεσία στη σταύρωση του Χριστού, εκείνος που σαν είδε τα υπερφυσικά φαινόμενα τη στιγμή που ο Κύριος παρέδιδε το πνεύμα Του, αναφώνησε: «Αληθώς Θεού Υιός ην ούτος» (Ματθ. κζ' 54). Μετά αναφέρεται κι ο εκατόνταρχος Κορνήλιος στην Καισάρεια, εκείνος που τον βάφτισε ο απόστολος Παύλος (βλ. Πράξ. κεφ. ι'). Αν κι οι αξιωματικοί αυτοί ήταν ειδωλολάτρες, γνώρισαν την αλήθεια και τη ζωή του Χριστού και πίστεψαν σ’ Αυτόν πιο γρήγορα από τις ορδές των σοφών αλλά τυφλών Ιουδαίων γραμματέων.


Κύριε, ο παις μου βέβληται εν τη οικία παραλυ­τικός, δεινώς βασανιζόμενος. Ο «παις» του εκατό­νταρχου πρέπει να ήταν δούλος του. Κι ο υψηλόβαθ­μος αξιωματικός, ο εκατόνταρχος, μίλησε σαν απλός στρατιώτης που ζητάει βοήθεια. Η παράλυση είναι τρομερή πάθηση. Ο νεαρός στρατιώτης βρισκόταν στα πρόθυρα του θανάτου, όπως διηγείται ο ευαγγε­λιστής Λουκάς. Και φαίνεται πως ο εκατόνταρχος τον αγαπούσε πολύ. Έτσι μόλις άκουσε πως ο Χριστός έφτανε στην Καπερναούμ, ξεκίνησε να πάει να τον συναντήσει και να του ζητήσει βοήθεια για τον αγα­πημένο του δούλο.


Όποιος διαβάζει το περιστατικό αυτό στους δύο ευαγγελιστές, το Ματθαίο και το Λουκά, θα σχηματίσει την εντύπωση πως οι δυο αφηγητές διαφωνούν μεταξύ τους. Ο Ματθαίος γράφει πως ο εκατόνταρχος πλησί­ασε ο ίδιος το Χριστό και του παρουσίασε το αίτημά του. Ο Λουκάς γράφει πως ο εκατόνταρχος πρώτα έστειλε τους Ιουδαίους πρεσβυτέρους για να ζητήσουν από το Χριστό να βοηθήσει το δούλο του. Μετά, όταν ο Κύριος πλησίαζε στο σπίτι του, έστειλε τους φίλους του να τον συναντήσουν και να του ζητήσουν να μην πάει στο σπίτι του, επειδή εκείνος (ο εκατόνταρχος) ήταν αμαρτωλός. Έφτανε να πει ένα λόγο ο Κύριος κι ο δούλος του θα γινόταν καλά. «Αλλά μόνον ειπέ λόγω και ιαθήσεται ο παις μου» (Ματθ. η' 8).


Είναι αλήθεια πως ανάμεσα στις δυο διηγήσεις υπάρχει μια διαφορά, αλλ’ όχι αντίφαση. Η διαφορά συνίσταται στο ότι ο Ματθαίος παραλείπει τους δυο αγγελιαφόρους που έστειλε αρχικά ο εκατόνταρχος στον Κύριο, ενώ ο Λουκάς δεν αναφέρει το γεγονός ότι ο ίδιος ο εκατόνταρχος, παρά την ταπείνωση που ένιωθε μπροστά στο μεγαλείο του Χριστού, πήγε να τον συναντήσει. Η όμορφη και αμοιβαία αυτή φιλοφρόνηση που έχουν οι δύο ευαγγελιστές, ο ένας για τον άλλον, δημιουργεί θαυμασμό και χαρά στον πνευματικό άνθρωπο. Αν, όπως λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, όλα τα γεγονότα είχαν καταγραφεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο από τους ευαγγελιστές, ο καθένας θα σκεφτόταν πως ο ένας αντιγράφει τον άλλον. Τί χρειάζονταν τότε τέσσερις ευαγγελιστές και τέσσερα ευαγγέλια; Σε όλα τα δικαστήρια στη γη η μαρτυρία δύο μαρτύρων απαιτείται για ν’ αποδειχτεί ένα γεγονός, να γίνει πιστευτό. Ο Θεός μας έδωσε δύο φορές τη διπλή μαρτυρία με τους τέσσερις ευαγγελιστές, ώστε όσοι επιδιώκουν τη σωτηρία τους να πιστέψουν όσο το δυνατό πιο εύκολα και πιο γρήγορα, αλλά και όσοι δεν πιστέψουν και οδεύουν προς την απώλεια να είναι αναπολόγητοι. Ο Θεός μας έδωσε τους τέσσερις ευαγγελιστές αν και θα μπορούσε να δώσει όλη τη σοφία Του για τη σωτηρία μας στο ένα μόνο ευαγγέλιο. Κι αυτό για να δούμε την αμοιβαία φιλοφρόνησή τους και να μάθουμε απ’ αυτό πως πρέπει να κάνουμε κι εμείς το ίδιο στη ζωή μας, ανάλογα με τα διαφοροποιημένα πνευματικά χαρίσματα που έδωσε ο Θεός στον καθένα μας, ως μέλη του ενός Σώματος που είμαστε. Έτσι πρέπει να βοηθάμε ο ένας τον άλλον ανάλογα με τις δυνάμεις και τις ικανότητές μας.


Έχοντας μπροστά μας τις δύο διηγήσεις, μπορούμε να βγάλουμε ακριβή συμπεράσματα και να καθαρίσει η εικόνα του γεγονότος που μας απασχολεί. Ακούοντας για τη δόξα και τη δύναμη του Κυρίου Ιησού και αισθανόμενος την ανθρώπινη αμαρτωλότητα κι αναξιότητά του, ο εκατόνταρχος ζήτησε πρώτα από τους πρεσβυτέρους των Ιουδαίων να πάνε εκείνοι στον Κύριο και να τον παρακαλέσουν να πάει στο σπίτι του. Δεν ήταν καθόλου σίγουρος πως ο Κύριος θά ‘θελε να τον επισκεφτεί. Ίσως να σκεφτόταν: «Εγώ είμαι ειδωλολάτρης κι αμαρτωλός. Εκείνος είναι διορατικός. Με το που θ’ ακούσει το όνομά μου θα καταλάβει αμέσως πως είμαι αμαρτωλός. Ποιός ξέρει τότε αν θα θελήσει να έρθει στο σπίτι μου; Είναι καλύτερα να στείλω τους Ιουδαίους κι αν αρνηθεί, η άρνηση θα είναι σ’ αυτούς, αν δεχτεί...θα δούμε». Όταν διαπίστωσε πως ο Κύριος δέχτηκε, τά ‘χασε, βρέθηκε σε μεγάλη αμηχανία. Τότε έστειλε τους φίλους του να πουν στο Χριστό να μην έρθει στο σπίτι του, γιατί ήταν αμαρτωλός και ανάξιος. Έφτανε μόνο να πει ένα λόγο κι ο δούλος του θα γινόταν καλά.


Με το που έφτασαν οι δούλοι του όμως στο Χριστό και του έδωσαν το μήνυμα του εκατόνταρχου, έφτασε κι ο εκατόνταρχος. Ήταν τόσο θλιμμένος, που δεν άντεχε να μείνει στο σπίτι του. Να ερχόταν ο ίδιος ο Κύριος στο σπίτι του; Όχι, όχι. Οι φίλοι του δεν ήξεραν ακόμα ποιός ήταν ο Κύριος. Όσο για τους πρεσβυτέρους των Ιουδαίων, ο εκατόνταρχος θα είχε μάθει από πριν πως μερικοί απ’ αυτούς λειτουργούσαν ανταγωνιστικά στο Χριστό, δεν πίστευαν σ’ Αυτόν. Έτσι έτρεξε να τον συναντήσει ο ίδιος, αφού τώρα ήξερε πως δε θ’ αρνιόταν κι επομένως δε θα τον ταπείνωνε μπροστά στους ανθρώπους, επειδή ήταν και αξιωματικός.


Είναι αλήθεια πως οι Ιουδαίοι μίλησαν με καλά λόγια στο Χριστό για τον εκατόνταρχο. «Άξιός εστιν ω παρέξει τούτο, αγαπά γαρ το έθνος ημών, και την συναγωγήν αυτός ωκοδόμησεν ημίν» (Λουκ. ζ' 4-5). Όλα όσα κι αν είπαν όμως δεν αγγίζουν την ουσία του θέματος. Πρόβαλαν την καλοσύνη του εκατόνταρχου για δικό τους όφελος. Αγαπά γαρ το έθνος ημών, είπαν. Άλλοι Ρωμαίοι αξιωματικοί κι αξιωματούχοι περιφρονούσαν τους Ιουδαίους, αυτός όμως τους αγαπούσε. Και την συναγωγήν αυτός ωκοδόμησεν ημίν. Ήταν σα νά ‘λεγαν δηλαδή: Αυτός ξοδεύει τα δικά του χρήματα και μεις γλιτώνουμε τα δικά μας. Μας οικοδόμησε έναν οίκο προσευχής που τον είχαμε ανάγκη, αλλιώς θ’ αναγκαζόμασταν να τον οικοδομήσουμε και να τον πληρώσουμε μόνοι μας». Τα είπαν όλ’ αυτά σα ν’ απευθύνονταν στον Καϊάφα, όχι στο Χριστό. Ο Χριστός δεν τους έδωσε καμιά απάντηση σ’ αυτά, έμεινε σιωπηλός και επορεύετο συν αυτοίς. Τότε οι φίλοι του εκατόνταρχου πήγαν να συναντήσουν το Χριστό και στο τέλος πήγε κι ο ίδιος ο εκατόνταρχος.


Όταν ο εκατόνταρχος βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με το Χριστό, έπρεπε βέβαια να του εξηγήσει για μια ακόμα φορά όλο το πρόβλημα, αν κι ο Χριστός είχε ήδη πληροφορηθεί γι’ αυτό. «Και λέει αυτώ ο Ιησούς· εγώ ελθών θεραπεύσω αυτόν» (Ματθ. η' 5). Προσέξτε πως μιλάει εκείνος που έχει εξουσία και δύναμη! Δεν είπε «θα δούμε», ούτε τον ρώτησε όπως έκανε με άλλους: «Πιστεύεις πως μπορώ να το κάνω αυτό;» Έβλεπε ήδη στην καρδιά του εκατόνταρχου την πίστη του. Έτσι είπε αποφασιστικά, μ’ έναν τρόπο που κανένας γιατρός δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει: Εγώ ελθών θεραπεύσω αυτόν.


Ο Κύριος μίλησε σκόπιμα με τέτοια αποφασιστικότητα, για να προκαλέσει από το στόμα του εκατόνταρχου την απάντηση μπροστά στους Ιουδαίους. Όταν ο Θεός επιτελεί ένα έργο, το κάνει με τέτοιο τρόπο ώστε να μην υπηρετεί μια μόνο περιοχή, αλλά πολλές. Ο Κύριος ήθελε το γεγονός αυτό να ωφελήσει πολλούς: να θεραπεύσει τον άρρωστο, ν’ αποκαλύψει τη μεγάλη πίστη του εκατόνταρχου, να επιτιμήσει τους Ιουδαίους για την απιστία τους και να κάνει μια μεγάλη προφητεία για τη βασιλεία Του· να μιλήσει δηλαδή για κείνους που νομίζουν πως είναι άξιοι να μπουν στη βασιλεία Του, που ουδέποτε θα μπουν, καθώς και γι’ αυτούς που δεν έχουν καμιά ελπίδα, αλλά τελικά θα μπουν.


«Και αποκριθείς ο εκατόνταρχος έφη· Κύριε, ουκ ειμί ικανός ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης· αλλά μόνον ειπέ λόγω και ιαθήσεται ο παις μου» (Ματθ. η' 8). Τί τεράστια διαφορά υπάρχει ανάμεσα στη φλογερή αυτή πίστη και την ψυχρή, νομικίστικη πίστη των Φαρισαίων! Η πίστη του εκατόνταρχου μοιάζει με φωτιά που καίει, ενώ των Φαρισαίων η πίστη είναι σαν εικόνα της φωτιάς. Όταν κάποιος Φαρισαίος κάλεσε στο σπίτι του το Χριστό για δείπνο, με τη νομικίστικη νοοτροπία του σκέφτηκε πως, με το να τον καλέσει στο σπίτι του, τιμούσε πολύ το Χριστό. Δε διανοήθηκε καθόλου πως ο Χριστός τιμούσε αυτόν και το σπίτι του με την επίσκεψή Του. Με την αλαζονεία και την υπέρμετρη υπερηφάνειά του, ο Φαρισαίος αμέλησε ακόμα και τις συνηθισμένες φιλοφρονήσεις και τις πράξεις φιλοξενίας, δηλαδή δεν έφερε νερό στο φιλοξενούμενο για να πλύνει τα πόδια Του, δεν τον υποδέχτηκε με εναγκαλισμό ούτε και έχρισε το κεφάλι Του με μύρο (βλ. Λουκ. ζ' 44-46).


Προσέξτε τώρα πόσο ταπεινός ήταν ο ειδωλολάτρης αυτός, πόσο συντετριμμένος στάθηκε μπροστά στον Κύριο, αν και δεν είχε διαβάσει το νόμο του Μωυσή και τους προφήτες. Είχε μόνο τον κοινό νου, το μοναδικό φως για να διακρίνει την αλήθεια από το ψέμα, το καλό από το κακό. Ήξερε πως οποιοσδήποτε άλλος κάτοικος της Καπερναούμ θα το λογάριαζε μεγάλη τιμή να δεχτεί τον εκατόνταρχο στο σπίτι του. Στο Χριστό όμως ο εκατόνταρχος δεν έβλεπε ένα συνηθισμένο άνθρωπο, αλλά τον ίδιο το Θεό. Γι’ αυτό και είπε: ουκ ειμί ικανός ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης.


Τί μεγάλη, τί υπέροχη πίστη στο Χριστό και τη δύ­ναμή Του! Μόνον ειπέ λόγω και η αρρώστια θα ξεπεραστεί, ο δούλος μου θα γίνει καλά. Ούτε ο απόστολος Πέτρος δεν μπορούσε, για μεγάλο χρονικό διάστημα, να φτάσει σε τόσο μεγάλη πίστη. Στην παρουσία του Χριστού ο εκατόνταρχος ένιωσε την παρουσία, το πυρ και το φως του ουρανού. Γιατί έπρεπε να μπει τόσο μεγάλη φωτιά στο σπίτι του, όταν και μια σπίθα θα ήταν αρκετή; Γιατί να βάλει ολόκληρο τον ήλιο στο σπίτι του, όταν αρκούσε και μια μόνο ακτίνα του; Αν ο εκατόνταρχος γνώριζε τις Γραφές, όπως εμείς σήμερα, ίσως να έλεγε στο Χριστό: «Εσύ, που μόνο με το λόγο Σου δημιούργησες τον κόσμο και τον άνθρωπο, μπορείς μ’ ένα Σου λόγο να θεραπεύσεις τον άρρωστο. Μία μόνο λέξη Σου είναι αρκετή, γιατί είναι πιο δυνατή από τη φωτιά, πιο λαμπερή από την ακτίνα του ήλιου. Μόνον ειπέ λόγω! Πόση ντροπή πρέπει να προξενήσει σε πολλούς από μας σήμερα η μεγάλη αυτή πίστη, σε μας που γνωρίζουμε τις Γραφές, αλλά η πίστη μας είναι εκατό φορές μικρότερη!


Ο εκατόνταρχος δεν τέλειωσε με τα λόγια αυτά. Συνέχισε για να εξηγήσει πού στήριζε τόσο πολύ την πίστη του στη δύναμη του Χριστού: «Και γαρ εγώ άνθρωπός ειμι υπό εξουσίαν, έχων υπ’ εμαυτόν στρατιώτας, και λέγω τούτω, πορεύθητι, και πορεύεται, και άλλω, έρχου, και έρχεται, και τω δούλω μου, ποίησον τούτο, και ποιεί» (Ματθ. η' 9).


Τί ήταν ο εκατόνταρχος; Ένας άνθρωπος που είχε στην εξουσία του εκατό στρατιώτες και υπήρχαν άλλοι εκατό που τον εξουσίαζαν. Εκείνοι που βρίσκονταν στην εξουσία του ήταν υποχρεωμένοι να τον υπακούν. Όταν λοιπόν αυτός, που είχε και ανωτέρους να τον εξουσιάζουν, αλλά που είχε κι ο ίδιος μικρότερη εξουσία, μπορούσε να δίνει διαταγές στους στρατιώτες και τους δούλους του, πόση μεγαλύτερη εξουσία είχε ο Χριστός, που δεν εξουσιάζεται από κανέναν άνθρωπο, που είναι ο ίδιος η υπέρτατη εξουσία στη φύση και στον άνθρωπο. Όταν τόσοι άνθρωποι υποτάσσονται στην αδύναμη φωνή του εκατόνταρχου, πώς να μην υποτάσσονται τα πάντα στο λόγο του Θεού, που είναι δυνατός σαν τη ζωή, οξύς σαν ξίφος και φοβερός σαν την καταιγίδα;


Ποιοί είναι οι στρατιώτες και οι δούλοι του Χριστού; Δεν είναι κάθε λογική ύπαρξη ενταγμένη στο στρατό του Χριστού; Οι άγγελοι, μαζί με τους αγίους και τους θεοφοβούμενους ανθρώπους, δεν είναι στρατιώτες του Χριστού; Όλες οι δυνάμεις της φύσης, των ασθενειών και του θανάτου, δεν είναι δούλοι Του; Ο Κύριος διατάζει τη ζωή. Λέει: «πήγαινε σ’ αυτήν ή την άλλη ύπαρξη» και πηγαίνει. Λέει «έλα πίσω» και γυρίζει. Στέλνει ζωή, επιτρέπει την αρρώστια και το θάνατο. Θεραπεύει τους αρρώστους και ανασταίνει τους νεκρούς. Στο λόγο Του, οι αγγελικές δυνάμεις κάμπτουν όπως η φλόγα στον ισχυρό άνεμο. «Αυτός είπε και εγενήθησαν, αυτός ενετείλατο και εκτίσθησαν» (Ψαλμ. λβ' 9). Κανένας δεν μπορεί ν’ αντισταθεί στη δύναμή Του, δεν τολμά ν’ αμφισβητήσει το λόγο Του. «Ουδέποτε ούτως ελάλησεν άνθρωπος, ως ούτος ο άνθρωπος» (Ιωάν. ζ' 46). Δε μιλούσε σαν άνθρωπος που εξουσιάζεται, αλλά ως άρχοντας, «ως εξουσίαν έχων» (Ματθ. ζ' 29). Είχε τέτοιο πρόσωπο που έκανε τον εκατόνταρχο να τον ικετεύσει: ειπέ λόγω και ιαθήσεται ο παις μου. Θεραπεία παραλυτικού δεν μπορεί να κάνει κανένας θνητός άνθρωπος στη γη, για το Χριστό όμως ήταν εντελώς συνηθισμένο πράγμα. Δε χρειαζόταν να καταβάλει κάποια μεγάλη προσπάθεια για να κάνει τη θεραπεία, ούτε καν να πάει στο σπίτι του εκατόνταρχου. Δεν είχε ανάγκη ούτε καν να δει τον άρρωστο. Δε χρειαζόταν να τον πιάσει από το χέρι και να τον σηκώσει. Μόνο ειπέ λόγω και το έργο θα γίνει. Αυτό ήταν το μέτρο της πίστης του εκατόνταρχου, της από μέρους του αποδοχής του Χριστού.


«Ακούσας δε ο Ιησούς εθαύμασε και είπε τοις ακολουθούσιν· αμήν λέγω υμίν, ουδέ εν τω Ισραήλ τοσαύτην πίστιν εύρον» (Ματθ. η' 10). Γιατί θαύμασε ο Χριστός, αφού γνώριζε από πριν ποιά θα ήταν η απάντηση του εκατόνταρχου; Δεν προκάλεσε την απάντηση αυτή με τα λόγια Του, εγώ ελθών θερα­πεύσω αυτόν; Γιατί λοιπόν τώρα θαυμάζει; Απλά για να διδάξει εκείνους που ήταν μαζί Του. Θαυμάζει για να τους δείξει τί αξίζει να θαυμάζεται σ’ αυτόν τον κόσμο. Θαυμάζει τη μεγάλη πίστη του ανθρώπου αυτού, για να διδάξει τους πιστούς πως πρέπει να εκτιμούν τη μεγάλη πίστη. Και πραγματικά δεν υπάρχει τίποτα στον κόσμο που ν’ αξίζει τόσο θαυμασμό όσο η μεγάλη πίστη κάποιου ανθρώπου. Ο Χριστός δε θαύμαζε την ομορφιά της θάλασσας της Γαλιλαίας, επειδή τέτοια ομορφιά σε σύγκριση με τα κάλλη του ουρανού, που απλωνόταν μπροστά στα μάτια Του, δεν άξιζε τίποτα. Ούτε και τη μεγάλη σοφία των ανθρώπων θαύμαζε, ούτε τα πλούτη και τη δύναμή τους. Όλ’ αυτά είναι μηδαμινά μπροστά στη σοφία, τον πλούτο και τη δύναμη της βασιλείας των ουρανών, που του ήταν τόσο οικεία. Αλλ’ ούτε και τις μεγάλες εθνικές συναθροίσεις που γίνονταν στην Ιερουσαλήμ για τη γιορτή θαύμαζε. Τέτοιες συναθροίσεις ήταν εντελώς ασήμαντες σε σύγκριση με τη σύναξη των αγγέλων στον ουρανό, που γίνονταν από καταβολής κόσμου. Όταν οι άλλοι θαύμαζαν το περίφημο κάλλος του ναού του Σολομώντα, Εκείνος μιλούσε για την ισοπέδωσή του. Το μόνο που άξιζε να θαυμάζει κανείς ήταν η μεγάλη πίστη κάποιου ανθρώπου. Είναι το μέγιστο και κάλλιστο γεγονός στη γη. Με την πίστη ο σκλάβος ελευθερώνεται, ο μισθωτός γίνεται υιός Θεού, ο θνητός άνθρωπος μεταβάλλεται σε αθάνατο. Όταν ο δίκαιος Ιώβ κείτονταν πληγωμένος στις στάχτες και τα ερείπια όλης του της περιουσίας, όταν είχε χάσει και τα παιδιά του ακόμα, η πίστη του στο Θεό παρέμεινε αναλλοίωτη, ακλόνητη. Ενώ υπόφερε από τις πληγές και τους πόνους, έκραζε: «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον εις τους αιώνας» (Ιώβ α’ 21).


Σε ποιούς εκφράζει ο Κύριος Ιησούς το θαυμασμό Του; Τοις ακολουθούσιν. Οι ακολουθούντες ήταν οι άγιοι απόστολοι. Θαύμαζε, για να διδαχτούν εκείνοι. Οι άλλοι Ιουδαίοι που είχαν πάει μαζί Του στο σπίτι του εκατόνταρχου, άκουσαν τα λόγια που χρησιμοποίησε ο Κύριος για να διατυπώσει το θαυμασμό Του: ουδέ εν τω Ισραήλ τοσαύτην πίστιν εύρον. Τους είπε δηλαδή ο Κύριος πως τέτοια πίστη δε συνάντησε ούτε ανάμεσα στους Ισραηλίτες, που έπρεπε να είχαν μεγαλύτερη πίστη απ’ όλους τους άλλους λαούς στη γη, αφού ο Κύριος τους είχε αποκαλύψει από την αρχή τη δύναμη και την εξουσία Του, τη μέριμνα και την αγάπη Του με αμέτρητα σημεία και θαύματα, καθώς και με τα πύρινα λόγια των προφητών Του. Στον Ισραήλ όμως η πίστη είχε σχεδόν ολότελα αφυδατωθεί, είχε στεγνώσει. Ο εκλεκτός λαός είχε επαναστατήσει ενάντια στον Πατέρα. Τόσο η καρδιά όσο κι ο νους τους τυφλώθηκαν, πέτρωσαν. Ακόμα κι οι απόστολοί Του στην αρχή - για παράδειγμα ο Πέτρος - δεν είχαν τόση πίστη στο Χριστό όση ο Ρωμαίος αυτός αξιωματικός. Ούτε και οι αδελφές του Λάζαρου, που επισκέφτηκε ο Χριστός στο σπίτι τους, ούτε κι οι συγγενείς κι οι φίλοι Του στη Ναζαρέτ, που μεγάλωσαν μαζί.


Τώρα ο Κύριος, που βλέπει με το πνεύμα Του ως τη συντέλεια του κόσμου, προφητεύει τις δυσμενείς εξελίξεις για τους Ιουδαίους, αλλά και τις ευχάριστες ειδήσεις για τον ειδωλολατρικό κόσμο:


«Λέγω δε υμίν ότι πολλοί από ανατολών και δυσμών ήξουσι και ανακλιθήσονται μετά Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ εν τη βασιλεία των ουρανών, οι δε υιοί της βασιλείας εκβληθήσονται εις το σκότος το εξώτερον· εκεί έσται ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων» (Ματθ. η' 11,12). Η προφητεία αυτή εκπληρώθηκε και εκπληρώνεται ως τις μέρες μας στο ακέραιο.


Στα ανατολικά και τα δυτικά των Ιουδαίων ζούσαν ειδωλολατρικοί λαοί. (Ο Θεοφύλακτος λέει: «Ο Κύριος δε λέει “πολλοί ειδωλολάτρες” αλλά “πολλοί...από ανατολών και δυσμών”, αν και είναι φανερό πως εννοούσε τους ειδωλολάτρες. Γιατί δεν κατονομάζει τους ειδωλολάτρες; Για να μη σκανδαλίσει τους Ιουδαίους. Γι’ αυτό και είπε από ανατολών και δυσμών»). Πολλοί απ’ αυτούς προσήλθαν στην πίστη ως ολόκληρα έθνη, όπως οι Αρμένιοι, οι Αιθίοπες, οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι, καθώς και οι υπόλοιποι λαοί της Ευρώπης. Σε μερικές χώρες ένα μέρος του λαού ασπάστηκε την πίστη, όπως στην Αραβία, την Αίγυπτο, την Ινδία, την Περσία, την Ιαπωνία κ.ά. ενώ οι υιοί της βασιλείας (οι Ιουδαίοι), στους οποίους προσφέρθηκε πρώτα η βασιλεία του Θεού, έμειναν άκαμπτοι στην απιστία τους μέχρι σήμερα. Αυτός είναι ο λόγος που διασκορπίστηκαν σ’ ολόκληρο τον κόσμο, αποσπάστηκαν από τις εστίες τους, περιφρονήθηκαν και μισήθηκαν από τους λαούς ανάμεσα στους οποίους έζησαν ως μετανάστες. Η ζωή τους στη γη έγινε σκότος εξώτερον, κλαυθμός και βρυγμός των οδόντων. Στον άλλο κόσμο, στο αθάνατο τραπέζι των προπατόρων τους Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ, θα βρεθούν άλλοι άνθρωποι από κάθε γωνιά της γης, απ’ όλες τις φυλές και τις γλώσσες, εκτός από τους Ιουδαίους. Σ’ εκείνον τον κόσμο, για τους άπιστους υιούς της βασιλείας θα υπάρξει σκότος, κλαυθμός και βρυγμός των οδόντων.


Ο γεωργός ξεριζώνει και καίει το μαραμένο κλήμα και στη θέση του τοποθετεί βλαστάρια από παλιά κλήματα. Θα ξεχωρίσει τους επαναστατημένους γιούς του ουράνιου Πατέρα Του για πάντα, αιώνια, και θα υιοθετήσει τους μισθωτούς Του. Οι εκλεκτοί Του θα γίνουν απόβλητοι κι οι απόβλητοι εκλεκτοί. Οι πρώτοι θα γίνουν έσχατοι κι οι έσχατοι πρώτοι. Κι ο Ιησούς συνέχισε και είπε στον εκατόνταρχο:


«Και είπεν Ιησούς τω εκατοντάρχω· ύπαγε, και ως επίστευσας γενηθήτω σοι. και ιάθη ο παις αυτού εν τη ώρα εκείνη» (Ματθ. η' 13). Προφήτευσε πρώτα κι έπειτα έκανε το θαύμα, όχι μόνο για να επιβραβεύσει την πίστη του εκατόνταρχου, αλλά και για να επιβεβαιώσει την προφητεία Του. Είπε ένα λόγο κι ο δούλος θεραπεύτηκε. Όπως στην πρώτη δημιουργία ο Θεός είπε και εγενήθησαν, έτσι και τώρα στην Καινή Κτίση, ο Κύριος λέει και γίνεται. Ο παράλυτος άνθρωπος, που δεν μπορούσε να τον θεραπεύσει ολόκληρη η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, θεραπεύτηκε και σηκώθηκε αμέσως μ’ ένα θεϊκό λόγο του Σωτήρα μας. Η αρρώστια είναι υπηρέτης του Θεού. Όταν ο Κύριος λέει «πήγαινε», πηγαίνει· όταν λέει «έλα», έρχεται. Ο άρρωστος άνθρωπος έγινε καλά δίχως φάρμακα και αλοιφές, επειδή ο υπηρέτης (η αρρώστια) αναγνώρισε τη φωνή του Αφέντη του κι αναχώρησε. Τα φάρμακα κι οι αλοιφές δε θεραπεύουν. Ο Θεός θεραπεύει. Ο Θεός θεραπεύει είτε άμεσα με το λόγο Του είτε με τα φάρμακα και τις αλοιφές, ανάλογα με την πολλή ή λίγη πίστη του αρρώστου. Δεν υπάρχει σ’ ολόκληρο τον κόσμο φάρμακο για κάθε περίπτωση, που θα μπορούσε να διώξει την αρρώστια και ν’ αποκαταστήσει την υγεία χωρίς τη βοήθεια του Θεού, τη δύναμη, την παρουσία και το λόγο Του.


Ας έχει δόξα ο Θεός για τις αμέτρητες θεραπείες που κάνει στους πιστούς με το δυναμικό Του λόγο, τόσο στα αρχαία χρόνια όσο και σήμερα. Προσκυνούμε τον άγιο και παντοδύναμο λόγο Του, με τον οποίο αναδημιουργεί, θεραπεύει τους αρρώστους, ανασταίνει όσους έπεσαν, δοξάζει τους περιφρονημένους, επιβραβεύει τους πιστούς και προσηλυτίζει τους απίστους. Κι όλ’ αυτά μέσω του Ιησού Χριστού, του Μονογενούς Του Υιού, του Κυρίου και Σωτήρα μας, με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Μαζί με τις χο­ρείες των αγγέλων και των αγίων, προσκυνούμε τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.


(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ομιλίες Δ’ – Κυριακοδρόμιο, Εκδ. Πέτρου Μπότση, 2012)