Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Δοξαστικό της Κυριακής του Θωμά


 

Καθώς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγώ πέμπω ὑμᾶς

 Εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς πάλιν· εἰρήνη ὑμῖν. Καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς” (Ιωάν. 20, 21)Ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε καὶ πάλι, «Εἰρήνη νὰ εἶναι μαζί σας. Καθὼς ἔστειλε ἐμὲνα ὁ Πατέρας καὶ ἐγὼ στέλνω ἐσᾶς».


  Η Κυριακή του Θωμά, η πρώτη μετά το Πάσχα, με αφόρμηση το ευαγγέλιο της ψηλάφησης του Κυρίου από τον Θωμά, είναι μία υπενθύμιση σε όλους μας της αναστάσιμης αποστολής μας. 


 Ο Χριστός εμφανίζεται στους δέκα μαθητές Του (πλην του Θωμά που έλειπε και του Ιούδα που έδωσε ο ίδιος τέλος στη ζωή του, μη μπορώντας να μετανοήσει και να ταπεινωθεί μετά την προδοσία), τους λέει να έχουν ειρήνη, τους λέει ότι όπως έστειλε ο Πατέρας Του τον Ίδιο στον κόσμο να νικήσει για λογαριασμό όλων μας τον θάνατο και να μας δώσει την ανάσταση και τη ζωή, έτσι κι Εκείνος μάς στέλνει στον κόσμο, για να διακηρύξουμε τη νίκη κατά του θανάτου, την συγχώρεση των αμαρτιών και την ανάσταση στο πρόσωπο του Χριστού.


 Αυτή είναι η αποστολή μας. Να ειρηνεύσουμε, όντας βέβαιοι ότι ο Θεός στον Οποίο πιστεύουμε δεν μας εγκαταλείπει. Είναι Θεός ζωής και όχι θανάτου, Θεός ζώντων και όχι νεκρών. Είναι Θεός ο Οποίος στέκεται δίπλα μας και μας προτρέπει η καρδιά μας να μην ταράζεται ούτε από τη δειλία για το εξουσιαστικό πνεύμα του κόσμου τούτου, ούτε από την απόγνωση διότι είμαστε λίγοι, κάποτε και κεκρυμμένοι διά τον φόβον των αντιθέων δυνάμεων. Εκείνος είναι μαζί μας. Εκείνος μάς στηρίζει σε κάθε δοκιμασία μας. Γνωρίζει τι είναι ωφέλιμο για μας και μας το δίνει. Γνωρίζει να μας παρηγορεί στις θλίψεις μας. Και μας μεταδίδει την προσδοκία και την εμπειρία της ανάστασης, δηλαδή της δύναμης της αγάπης, η οποία νικά τον θάνατο.


 Να νιώσουμε ότι οι αμαρτίες μας συγχωρούνται, όχι διότι εμείς έχουμε τη δύναμη να το πράξουμε, αλλά διότι το Άγιο Πνεύμα, το Οποίο κατοικεί στην Εκκλησία και την αγιάζει, δίνει τη χάρη, ώστε όχι να ακυρώνονται τα λάθη μας, αλλά να μην είναι αυτά που δεσμεύουν τη ζωή μας. Να μην είναι αυτά που μας εμποδίζουν να προχωρούμε, διότι όποιος πιστεύει στον Χριστό, ζει στην Εκκλησία τη χάρη και τη χαρά της μετάνοιας ως εμπιστοσύνης στον Θεό και στο θέλημά Του και ως αναγνώρισης ότι υπάρχουμε διότι ο Χριστός υπάρχει εν ημίν και το θέλουμε αυτό. Ουδέποτε θα πάψουμε να αμαρτάνουμε, διότι όλη η ζωή μας είναι μία συνεχής ρήξη ανάμεσα στο θέλημά μας και στο θέλημα του Θεού. Το θέλημά μας μάς κάνει να νομίζουμε ότι η εκπλήρωση των επιθυμιών μας, ακόμη κι αν αυτές μοιάζουν εύλογες, θα μας κάνει ευτυχισμένους. Ευτυχία όμως είναι η αγάπη. Είναι η σχέση με τον Χριστό. Είναι η πίστη ότι το “αγαπάτε αλλήλους” και το “Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή” είναι ο τρόπος που μας δίνει νόημα όχι εφήμερο, αλλά παντοτινό.


 Και η αποστολή μας προχωρά, ακόμη κι αν έχουμε λογισμούς αμφιβολίας. Ακόμη κι αν οι σκέψεις μας και οι αισθήσεις μας απαιτούν αποδείξεις, ο Χριστός συγκαταβαίνει. Όποιος αγαπά, δεν απαιτεί. Όποιος αγαπά, δίδεται. Και ο Χριστός ήδη προσφέρεται εις βρώσιν τοις πιστοίς, διά του Σώματος και του Αίματός Του. Ο Χριστός είναι έτοιμος να αφεθεί στην ψηλάφησή μας, να ανεχτεί την άρνησή μας, να μας δώσει την ευκαιρία “μεθ' ημέρας οκτώ” στη ζωή μας γενικότερα και όχι “εδώ και τώρα” να Τον βρούμε. Και βρίσκουμε την αγάπη Του και τη σπουδάζουμε. Βρίσκουμε τη χάρη της αγιότητας.


 Ακούμε τη φωνή Του στην καρδιά μας να μας ψιθυρίζει “βάλε την χείρα σου”. 

Ζητά όμως από εμάς όχι την απιστία του εξυπνακισμού και της υπερηφάνειας, αλλά την αμφιβολία που πηγάζει από τη δίψα για την αλήθεια και Εκείνος θα μας φανερωθεί.

Όσοι από εμάς αισθανόμαστε ότι στην Εκκλησία βρίσκουμε τον Αναστάντα Χριστό, ότι η καρδιά μας ειρηνεύει, ότι και στους κλονισμούς μας την αλήθεια θέλουμε και όχι την αυτοδικαίωσή μας ή την αίσθηση ότι πρέπει με κάθε τρόπο να αποδείξουμε ότι δεν υπάρχει Θεός για να κάνουμε θεό τον εαυτό μας ή το τίποτα, ότι τελικά οι αμαρτίες μας δεν είναι το τέλος ή η απόγνωσή μας, μπορούμε να κάνουμε την Ανάστασή Του ανάστασή μας. Και να παλέψουμε, νιώθοντας ότι έχουμε την αποστολή να διακηρύξουμε Χριστόν Αναστάντα στον κόσμο μας, τον μικρό και τον μεγάλο, σ’ αυτόν που ακούει και σ’ αυτόν που προσπερνάει, άλλοτε με τον λόγο, άλλοτε με την προσευχή, πάντοτε όμως με την αγάπη που φωτίζει!

Χριστός Ανέστη!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Ο Απόστολος Θωμάς δεν κρατά την εμπειρία,γίνεται ο ίδιος μαρτυρία.

 Αύριο η ψηλάφηση του αποστόλου Θωμά....

Χρειάζεται μία διευκρίνηση με την λαχτάρα του Θωμά να αγγίξει τις ανοιχτές πληγές του Χριστού μας....

Θέλει να δει τον Αναστημένο Χριστό όχι γιατί δεν πιστεύει στην Ανάσταση αλλά θέλει η εμπειρία της ψηλάφησης να γίνει και δική του ομολογία, μαρτυρία της Αναστάσεως.

Δείτε σε μας τι γίνεται όταν συμβαίνει κάτι θαυμαστό στην ζωή μας,μάς δημιουργείται ένας πειρασμός να το ιδιοποιηθούμε.

Πόσο εύκολα λέμε ο τάδε Άγιος;.......‘’φίλος’’ μου!

Ξέρεις, υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο ότι κουβαλώ μια εμπειρία ως λάφυρο

και στο ότι γίνομαι μάρτυρας μιας συνάντησης.

Το λάφυρο ουσιαστικά δείχνει τον αποδέκτη ενώ η μαρτυρία αποκαλύπτει

την εύσπλαχνη παρουσία του Θεού μέσα στην ιστορία του ανθρώπου.


Για αυτό και πολλές φορές αντί να αφήσουμε την χάρη να καλλιεργήσει την ζωντανή σχέση μας με τον Θεό,μετατρέπουμε εκείνο το θαυμαστό γεγονός

σε μια στεγνή, απλή ανάμνηση.

Την οποία μάλιστα για χρόνια αφηγούμαστε,την ανακυκλώνουμε,την προβάλλουμε

σχεδόν ως πνευματικό μας κατόρθωμα αλλά στην ουσία μια ακόμα κρυψώνα μας είναι,ένα ακόμα άλλοθι για να αναβάλλουμε τον αγώνα της ζωής.


Αρκεί να αναρωτηθούμε πόσοι από τους ευεργετημένους με θαυμαστό τρόπο

μετανοήσαν αληθινά κι άλλαξαν πραγματικά τρόπο ζωής.....

Ο απόστολος Θωμάς δεν κρατά την εμπειρία,γίνεται ο ίδιος μαρτυρία.

Και αυτό φαίνεται από την παράδοση της Εκκλησίας, φεύγει, κηρύττει,φτάνει μέχρι τα πέρατα της οικουμένης....

Η αληθινή εμπειρία της Αναστάσεως δεν είναι για να αποθηκευτεί στο εκκλησιαστικό βιογραφικό μας(όπως κάνουμε προβάλλοντας την γνωριμία μας

με τον τάδε πνευματικό-γέροντα ή πόσες φορές πήγαμε στους Αγ. Τόπους, στον Άγιο Όρος κ.ο.κ)αλλά για να εκφραστεί προς δόξαν Θεού ως μαρτυρία

(και δεν είναι μακριά μας, που η μαρτυρία αυτή γράφεται και με χρώμα πορφυρό!).

Προσέγγιση τοῦ Κυρίου μὲ τίμια πάλη καὶ περίλυπη ἀγάπη

 ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ


«Μνημόνευε Ἰησοῦν Χριστὸν ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν»[1]


Ἀναφέρεται στὸ Εὐαγγέλιο ὅτι, οἱ μαθητὲς «ἦσαν συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων»[2]. Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ διαβλέψει ὅτι ὁ φόβος δὲν ἦταν τὸ μόνο κίνητρο ποὺ τοὺς συγκέντρωσε. Ἴσως μάλιστα νὰ ἦταν λιγότερο ἐκτεθειμένοι ἂν εἶχαν παραμείνει διασκορπισμένοι. Μᾶλλον συναντήθηκαν, διότι ἡ καρδιὰ ὅλων τους φλεγόταν μὲ τὴν ἴδια ἀγάπη γιὰ τὸν Διδάσκαλο, ποὺ δροῦσε ὡς καταλύτης ἑνότητας. Εἶχαν γίνει μάρτυρες τοῦ θανάτου τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη τοὺς γι’ Αὐτὸν Τὸν κρατοῦσε ζωντανὸ ἐντός τους. Ὁ Κύριος ἄκουσε τοὺς στεναγμοὺς αὐτῆς τῆς φοβισμένης ἀγάπης καὶ κόλλησε σὲ αὐτοὺς τὴ δική Του ἀγάπη. Τοὺς φανερώθηκε καὶ τοὺς ἔδωσε τὴν εἰρήνη Του.


Ἀπὸ τὶς ἀναστάσιμες ἐμφανίσεις τοῦ Κυρίου συνάγεται τὸ συμπέρασμα ὅτι ἔλαβαν χώρα, ὅταν ὁ Κύριος διέβλεπε στὴν καρδιὰ τῶν μαθητῶν Του τὴ ζωντανὴ αἴσθηση τῆς περίλυπης ἀγάπης. Ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ πῆγε «λίαν πρωὶ» στὸ μνῆμα τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ προσκομίσει τὰ μύρα κατώδυνου πόθου της καὶ νὰ ἀποτίσει στὸν Κύριο τιμὲς ποὺ ἔπρεπαν σὲ νεκρό. Δὲν γνώριζε γιὰ τὴν Ἀνάσταση, ἐντούτοις ὁ Χριστὸς παρέμενε ζωντανὸς στὴν καρδιά της, λόγω τῆς θερμῆς ἀγάπης γιὰ τὸν Εὐεργέτη της, Αὐτὸν ποὺ τὴν ἐλευθέρωσε ἀπὸ τὴν τυραννία ἑπτὰ δαιμόνων. Ὁ Ἀναστάς Κύριος ποὺ «καρδίας πάντων γινώσκει»[3], ἕνωσε τὸ πνεῦμα Του στὸ πνεῦμα τῆς Μαγδαληνῆς καὶ τῆς ἐμφανίσθηκε γιὰ νὰ «ἐξαλείψη πᾶν δάκρυον ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῆς»[4] καὶ νὰ τῆς μεταδώσει, σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεσή Του, τὴ χαρὰ τὴν «ἀναφαίρετη»[5].


Οἱ μαθητὲς πρὶν τὰ συνταρακτικὰ γεγονότα τοῦ Πάθους τοῦ Κυρίου ζοῦσαν σὲ ἁγία ἀτμόσφαιρα συνεχοῦς ἐκστάσεως, ἐκπλήξεως καὶ ἐξάρσεως χαρᾶς. Θεωροῦσαν, ἄλλοτε λιγότερο καὶ ἄλλοτε περισσότερο ἐναργῶς, «τὴν δόξαν Αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ Πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας»[6]. Γίνονταν διαρκῶς μάρτυρες, ἀφενὸς τῶν ὑπερφυσικῶν σημείων καὶ θαυμάτων ποὺ ἐπιτελοῦσε ὁ Κύριος, καὶ ἀφετέρου τοῦ ἐνθουσιασμοῦ τῶν ἀνθρώπων ποὺ Τὸν εὐφημοῦσαν καὶ προσέβλεπαν σὲ Αὐτὸν ὡς τὸν ποθούμενο Μεσσία. Ἀκόμη καὶ στοὺς ἴδιους εἶχε δοθεῖ «ἐξουσία πνευμάτων ἀκαθάρτων ὥστε ἐκβάλλειν αὐτὰ καὶ θεραπεύειν πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν»[7]. Ἀπὸ τὴ δοξασμένη χαρὰ καταποντίστηκαν σὲ ἄβυσσο θλίψεως. Ὅσο ἀτέρμονη ἦταν ἡ ἀγαλλίαση ποὺ τοὺς διακατεῖχε «ἐφ’ ὅσον χρόνον μετ’ αὐτῶν ἦν ὁ νυμφίος»[8] καὶ ὅσο ἄφθαρτη ἦταν ἡ παρηγοριὰ ποὺ ξεχείλιζε ἀπὸ τὴν καρδιά τους στὴν παρουσία Του, τόσο ἀπύθμενη ἦταν ἡ θλίψη τοὺς τώρα, ποὺ ὁ Κύριος εἶχε θανατωθεῖ «πρὸς ὥραν». Ὡστόσο, τὴν ἐνέργεια τοῦ φόβου καὶ τῆς ἀγωνίας, τὴ μετέτρεψαν σὲ ἐνέργεια προσευχῆς καὶ τὴ λύπη ποὺ κατέκλυζε τὴν καρδιὰ τους τὴν ἐξέχυσαν ὡς χείμαρρο ἱκεσίας ἐνώπιόν τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὁ Παράκλητος Κύριος «εἰσήκουσε τὸν στεναγμὸν αὐτῶν»[9] καὶ ἀπάντησε στὴν προσευχή τους μὲ τὴν παρουσία Του. Εἰσῆλθε ἀνάμεσά τους γιὰ νὰ τοὺς δώσει τὴ δική Του εἰρήνη, τὴν «πάντα νοῦν ὑπερέχουσαν»[10], «οὐ καθὼς ὁ κόσμος δίδωσι»[11], καὶ νὰ μετατρέψει τὴ λύπη τους σὲ χαρά, διότι κάθε ἐπαφὴ μὲ τὴ θεικὴ παρουσία ἀλλοιώνει ριζικὰ τὸν ἄνθρωπο. Φωτίζει τὸν νοῦ καὶ γαληνεύει τὴν καρδιά. Ἀντιθέτως, ἡ ἐπαφὴ μὲ τὸ πνεῦμα τῆς πονηρίας, ἔστω καὶ ἂν πλησιάζει ὡς προβατόσχημος λύκος, μεταδίδει ταραχή.


Ὁ ἴδιος πνευματικὸς νόμος ποὺ ἴσχυε τότε γιὰ τοὺς μαθητές, ἰσχύει μέχρι σήμερα στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεῖ κάποιος τὸν Κύριο καὶ νὰ φέρει στὴν καρδιὰ τοῦ τὴ χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως, ἂν δὲν αἰσθανθεῖ πρῶτα στὰ βάθη τοῦ εἶναι του τὴν ὀδύνη τῶν παθημάτων καὶ τὴ θλίψη τῆς Σταυρώσεως. Ἕνα εἶδος σταυρώσεως γιὰ τὸν πιστὸ εἶναι ἡ συνειδητοποήση τῆς πενίας του, ἡ θεωρία τῆς βδελυρότητάς του. Ἂν ὁ πιστὸς φέρει πάντοτε περίλυπη ἀγάπη στὴν καρδιά του γιὰ τὰ ὑστερήματα καὶ κυρίως γιὰ τὴν ἀδυναμία του νὰ ἀποδώσει σὲ ἕνα τέτοιο Θεὸ καὶ Σωτήρα ὅπως ὁ Χριστὸς ἄξια εὐχαριστία, τότε σίγουρα δὲν θὰ παραβλέψει ὁ Κύριος καὶ τὴ δική του λύπη. Θὰ φανερώσει στὸν δοῦλο του τὴ δύναμη τῆς Ἀναστάσεώς Του, μὲ ἕνα τρόπο πνευματικό. Θὰ ἐμφανίσει δηλαδὴ τὸν Ἑαυτό Του, ἀοράτως, ἀλλὰ αἰσθητῶς στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου.


Οἱ Μαθητὲς «ἐχάρησαν ἰδόντες τὸν Κύριον»[12]. Ἡ χαρὰ τους ὅμως δὲν ἦταν ψυχολογική, ἀλλὰ πνευματικὴ καὶ ἀνύψωσε τὸ πνεῦμα τους στὸν Οὐρανό. Τοὺς ἐνέπλησε μὲ τὴν εἰρήνη Του, μὲ ἀγαλλίαση, ἀλλὰ ἀκόμη περισσότερο μὲ τὴν ἴδια τὴ ζωή Του, καθὼς «ἐνεφύσησε καὶ εἶπεν αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον»[13]. Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ πράξη τοῦ Κυρίου φέρνει στὸ νοῦ τὴ μεγαλειώδη στιγμὴ τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν «ἐπλασεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν»[14]. Ὅπως τότε ὁ Θεὸς μὲ τὴν πνοὴ Του μετέδωσε ζωὴ στὸ «κατ’ εἰκόναν καὶ καθ’ ὁμοίωσιν Αὐτοῦ» κτίσμα, ἔτσι καὶ τώρα ὁ Χριστὸς ἐμφυσώντας στὰ πρόσωπα τῶν μαθητῶν, τοὺς ἀναδημιούργησε καὶ τοὺς μετέδωσε τὸ Πνεῦμα τῆς ζωῆς τῆς αἰωνίου.


Μὲ τὸν λόγο, «λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον» ἐγκαινιάσθηκε καινούργια δημιουργία. Ἡ πνοὴ ποὺ τοὺς μετέδωσε ἦταν φορέας τῆς προκαταρκτικῆς δόσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ θὰ θεράπευε καὶ θὰ δυνάμωνε τὴ φύση τους, ὥστε νὰ μπορέσει νὰ βαστάσει τὴ χάρη τοῦ Παρακλήτου τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, τὸ πλήρωμα δηλαδὴ τῆς θείας ἀγάπης. Διότι, ἂν δὲν ἐνισχυθεῖ ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου, δὲν μπορεῖ νὰ βαστάξει τίποτε τὸ Οὐράνιο. «Ψυχικὸς ἄνθρωπος οὐ δέχεται τὰ τοῦ Πνεύματος»[15]. Οἱ Μαθητὲς κατὰ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου ἔλαβαν τὸ χρίσμα τῆς χάριτος. Οἱ καρδιὲς τους δέχθηκαν τὸν ἀρραβώνα τοῦ Πνεύματος[16], ποὺ θὰ τὶς ἀνάπλαθε στὶς ἀποστολικὲς καρδιές, οἱ ὁποῖες θὰ «σαγήνευαν τὴν οἰκουμένην»[17]. Τὸ «μικρὸ ποίμνιο»[18], τὸ συνηγμένο «διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων», μεταμορφώθηκε στὴν κρυμμένη ζύμη, ποὺ ἔμελλε νὰ ζυμώσει ὅλο το φύραμα, ὅλο τὸν κόσμο στὴ διάρκεια τῶν αἰώνων.


Ὁ ἀπόστολος Θωμὰς ὑπέπεσε σὲ πειρασμό, ὄντας χωρισμένος ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς του καὶ βρέθηκε ἀντιμέτωπος μὲ τὸν κίνδυνο τῆς αἰώνιας ἀπώλειας, ἐκφράζοντας λόγους δυσπιστίας καὶ ἀμφιβολίας. Ὁ Θεὸς ὅμως δὲν ὀργίζεται μὲ τὸν ἄνθρωπο ἂν ἐπιδείξει ἀπιστία, φθάνει νὰ εἶναι εἰλικρινής. Ἡ ἐπιθυμία Του εἶναι νὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος ἑκούσια το πείραμά του, νὰ γευθεῖ καὶ νὰ δεῖ «ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος»[19] καὶ ἔτσι ἐλεύθερα νὰ Τοῦ παραδοθεῖ, ἀσπαζόμενος τὸ θέλημά Του ὡς τὸν μοναδικὸ νόμο τῆς ὑπάρξεώς του, ἔστω καὶ ἂν ἀντιτίθεται στὸν ψυχισμό του.


Στὴ ζωὴ κάθε πιστοῦ θὰ ἔλθει στιγμή, κατὰ τὴν ὁποία θὰ παλέψει μὲ τὸν Θεό. Ὡστόσο, ὑπάρχει τίμια πάλη καὶ πάλη ἀπὸ ὑπερηφάνεια, ὑπάρχει ἐπιθυμία γιὰ μεγαλύτερο πλήρωμα γνώσεως καὶ νοσηρὴ ἀμφιβολία. Ἡ τίμια πάλη, ἀργὰ ἡ γρήγορα, ὁδηγεῖ στὴ βεβαιότητα τῆς ἀκράδαντης πίστεως καὶ στὴ φλογερὴ ἀγάπη γιὰ τὸν Κύριο, γι’ αὐτὸ εἶναι πολυτιμότερη ἀπὸ τὴ χλιαρὴ πίστη[20]. Ὁ ἄνθρωπος θέλει καὶ παλεύει νὰ μάθει, ὥστε νὰ δεχθεῖ πληροφορία στὴν καρδιά του γιὰ τὴν ἀλήθεια. Ἡ εἰδοποιὸς διαφορὰ μεταξὺ τίμιας καὶ νόθου πάλης ἔγκειται στὴν προαίρεση τοῦ πιστοῦ. Φανερώνεται μὲ τὴ στάση ποὺ θὰ υἱοθετήσει, ὅταν τοῦ ἀποκαλυφθεῖ ἡ ἀλήθεια, κατὰ πόσο δηλαδὴ θὰ παραδοθεῖ, ὅπως ὁ Θωμᾶς, στὴ λατρεία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ μὲ ὅλη του τὴν καρδιά, ζωντας στὸ ἑξῆς ὄχι γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ «τῷ ὑπὲρ αὐτοῦ ἀποθανόντι καὶ ἐγερθέντι»[21]. Ὅλοι οἱ Ἅγιοι στὴν πάλη τους μὲ τὸν Θεὸ χάρηκαν ὅταν ἡττήθηκαν καὶ γνώρισαν τὴν ἀδικία τοὺς μπροστὰ στὴν ἄμωμη ἀγάπη Του.


Ὁ Θωμᾶς δὲν ἀρκέστηκε στὴν ἄμεση διαβεβαίωση τῶν ἄλλων Ἀποστόλων γιὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ ἀπαίτησε νὰ βάλει τὸ δάχτυλό του «εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων καὶ τὴν χείρα αὐτοῦ εἰς τὴν πλευρὰν τοῦ Κυρίου»[22]. Πράγματι, ὁ Χριστὸς ἐμφανίσθηκε χάριν τῆς σωτηρίας του καὶ τοῦ ἔδειξε τοὺς τύπους τῶν ἥλων καὶ τὴν πλευρά Του, κατακλείοντας μὲ τὴν παραίνεση: «Μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστὸς»[23].Τότε ζωοποιήθηκε ἡ καρδιὰ τοῦ Θωμᾶ, καὶ ἀκλόνητη πλέον, ὁμολόγησε τὸν Ἀναστάντα Κύριο. Ἡ πρόσληψη τῆς χάριτος, ποὺ ἀναζωογονεῖ τὴν καρδιά, ἐνισχύει τὴν πίστη καὶ μεταβιβάζει «ἐκ σκότους εἰς τὸ θαυμαστὸν Αὐτοῦ φῶς»[24], συνιστᾶ τὴν ἐμπειρία τῆς Ἀναστάσεως. Ἡ πίστη ὅμως δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ὅραση πνευματική, ποὺ διαρκῶς ἐνορᾶ καὶ μνημονεύει τὸν Ἀναστάντα Κύριο καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο δίνει ὑπόσταση στὰ μὴ βλεπόμενα, στὰ ἀναμενόμενα ἀγαθά της Βασιλείας τοῦ Θεοῦ[25]. Ὡς ἐκ τούτου, στὴν ἐκστατικὴ ὁμολογία τοῦ Θωμᾶ, ἡ ἀπόκριση τοῦ Κυρίου ἦταν «μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες»[26].


Εἶναι βεβαίως, μακάριο καὶ τρισμακάριο νὰ δεῖ κάποιος τὸν Κύριο ὅπως ὁ ἅγιος Σιλουανός, ἀλλὰ ἴσως εἶναι μακαριότερο, ὅταν ὁ πιστὸς βρίσκεται διαρκῶς στὴν παρουσία Του καὶ Τὸν βλέπει μὲ τὰ μάτια τῆς πίστεως ζωντανὸ στὴν καρδιά του. Τέτοιου εἴδους ὅραση εἶναι ἀσφαλὲς τεκμήριο τῆς ἐνοικήσεως τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν ἄνθρωπο καὶ τὸ τέλος αὐτῆς τῆς πίστεως, σύμφωνα μὲ τὸν ἀπόστολο Πέτρο, εἶναι «σωτηρία ψυχῶν»[27]. Ὁ μέγας αὐτὸς μάρτυρας τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μιλάει μὲ πειθὼ γιὰ τὴν «ἀνεκλάλητη καὶ δεδοξασμένη χαρὰ» μὲ τὴν ὁποία θὰ ἀγάλλονται ὅσοι ἀγαποῦν τὸν Κύριο Ἰησοῦ, χωρὶς νὰ Τὸν ἔχουν γνωρίσει κατὰ σάρκα, καὶ πιστεύουν σὲ Αὐτόν, χωρὶς νὰ Τὸν βλέπουν αἰσθητὰ[28].


Ὅταν ἡ Ἐκκλησία ψάλλει, «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι προσκυνήσωμεν ἅγιον Κύριον Ἰησοῦν τὸν μόνον ἀναμάρτητον», ἀσφαλῶς δὲν ψεύδεται, ἀλλὰ ἐκφράζει τὴν ἐμπειρία τῶν ἁγιασμένων καὶ τελείων μελῶν της. Στοὺς κόλπους τῆς συνυπάρχουν, ἀφενὸς ἡ τέλεια ὀντολογικὴ γνώση τοῦ Κυρίου ἀπὸ τοὺς Ἁγίους της καὶ ἀφετέρου ἡ ἀτελής, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ μακάρια, γνώση τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ διὰ τῆς πίστεως ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα μέλη της. Ὅποιος πιστεύει σὲ Αὐτόν, ἀγωνίζεται νὰ ἐκπληρώσει τὶς ἐντολές Του. Ὡστόσο, σύμφωνα μὲ τὸν ἅγιο Σωφρόνιο: «Οἱ ἐντολὲς Τοῦ εἶναι τὸ ἄκτιστο Φῶς, μέσα στὸ ὁποῖο Αὐτὸς μας ἀποκαλύπτεται ἰδιαίτερα “καθὼς ἐστιν”»[29]. Ἑπομένως, ὅποιος ἀγωνίζεται νὰ τηρήσει τὶς ἐντολές, σταδιακὰ Τὸν ἀνακαλύπτει ὁλοένα καὶ ἐναργέστερα.


Ὁ Κύριος ἐμφανίζεται μὲ τρόπο ἀμυδρό, ὄχι ἐναργῆ, στὴ δημιουργία Του. Ἡ ὀμορφιὰ τῆς φύσεως καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ὅλα λειτουργοῦν μὲ τέτοια τελειότητα, μαρτυροῦν ὅτι εἶναι ἔργο τῶν χειρῶν Του, ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ Δημιουργὸς καὶ Συντηρητὴς τῆς κτίσεως. Ὡστόσο, ὁ Κύριος μὲ τοὺς παραπάνω λόγους ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ ἐμφανίσει τὸν Ἑαυτό Του μὲ ἕνα ἄλλο τρόπο, προσωπικό, ἐκ τῶν ἔσω. Ὁ Θωμᾶς ἀπαιτοῦσε τεκμήρια γιὰ νὰ πιστέψει στὴν Ἀνάσταση. Ὅταν ὅμως ἡ δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὸν ἐπεσκίασε, γνώριζε, χωρὶς νὰ ψηλαφήσει, ὅτι ὁ Κύριος εἶναι ὁλοζώντανος μέσα στὴν καρδιά του.


Ὁ ἀπόστολος Παῦλος προτρέπει τὸν μαθητὴ τοῦ Τιμόθεο, νὰ μνημονεύει τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ «ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν»[30], ὥστε νὰ μὴ χάνει ἀπὸ τὴν καρδιὰ τοῦ τὴ ζῶσα αἴσθηση τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου. Τὸ ἀδιάσειστο τεκμήριο τῆς Ἀναστάσεως εἶναι ἡ ζέουσα ἀγάπη στὰ ἐνδόμυχά της καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου. «Μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες»[31].




Ἀρχιμ. Ζαχαρίας Ζάχαρου

Ἕνα σπουδαιότατο εὐαγγέλιο

 (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης


Σήμερα, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡ Κυριακὴ τοῦ Ἀντίπασχα ἢ τοῦ Θωμᾶ. Σχετικὴ εἶνε καὶ ἡ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ποὺ ἀκούστηκε (Ἰω. 20,19-31). Τὸ εὐαγγέλιο αὐτὸ εἶνε σπουδαιότατο. Τὰ λόγια ποὺ εἶπε ὁ ἀναστὰς Κύριος κατὰ τὴν ἐμφάνισί του μὲ τὸ Θωμᾶ ἀφοροῦν ὄχι μόνο τοὺς μαθητάς, ἀλλὰ κάθε ἄνθρωπο, σὲ ὁποιοδήποτε χρόνο καὶ τόπο καὶ ἂν ζῇ.

Διότι ὅσο κι ἂν προοδεύσῃ τεχνικῶς καὶ ἐπιστημονικῶς, μέσα στὰ βάθη τῆς ὑπάρξεώς του ἔχει κάποιο δρᾶμα. Ζῇ τὸ αἴσθημα τῆς ἐνοχῆς ποὺ δημιουργεῖ ἡ ἁμαρτία. Θά ᾿πρεπε τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο νὰ τ᾿ ἀκούσῃ ὅλος ὁ κόσμος.


 * * *


Τί λέει; Ὅτι οἱ μαθηταὶ ἦταν κλεισμένοι μέσα σ᾽ ἕνα σπίτι καὶ δὲν τολμοῦσαν νὰ βγοῦν ἀπὸ ᾿κεῖ, οὔτε κἂν τὰ παράθυρα ν᾿ ἀνοίξουν, «διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων», γιατὶ φοβοῦνταν τοὺς Ἰουδαίους (ἔ.ἀ. 20,19). Ἀλλ᾿ αὐτὸ δὲν συμβαίνει καὶ σήμερα; Τὰ ἔθνη, μικρὰ καὶ μεγάλα, εἶνε κλεισμένα στὸν χῶρο τους καὶ φοβοῦνται τὸ ἕνα τὸ ἄλλο.

Φόβος κυριαρχεῖ. Ἀγωνία καὶ ἄγχος πνίγει τὸν κόσμο, μήπως ἀπὸ κάποιο διαβολικὸ λάθος πέσῃ φωτιὰ πυρηνικῆς ἐνεργείας. Πόσο εὐτυχὴς θὰ ἦταν ὁ ταραγμένος κόσμος, ἐὰν μέσα στὰ διεθνῆ συνέδρια, ποὺ μαζεύονται οἱ μεγάλοι καὶ σπάζουν τὰ κεφάλια τους νὰ βροῦν λύσι στὰ προβλήματα Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, καλοῦσαν τὸ Χριστό!

Ὅπως τότε «ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον» τῶν φοβισμένων μαθητῶν (ἔ.ἀ.), ἔτσι θὰ ἐρχόταν πάλι, γιὰ νὰ πῇ τὴ λέξι ποὺ ἀκούσαμε σήμερα, «Εἰρήνη ὑμῖν» (ἔ.ἀ.), καὶ νὰ προσφέρῃ τὸ πολυτιμότερο δῶρο, τὴν εἰρήνη. Διότι ὁ Χριστὸς εἶνε ἡ εἰρήνη καὶ δίδει τὴν εἰρήνη.

Πρέπει ὅμως ὁ καθένας καὶ ὅλοι νὰ εἴμαστε ἄξιοι γιὰ νὰ λάβουμε τὸ ἀνεκτίμητο αὐτὸ δῶρο. Μέσα στὸν ταραγμένο κόσμο, τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο θά ᾿πρεπε νὰ τ᾿ ἀκούσουν ἰδίως ὅλοι οἱ ἄπιστοι καὶ ὀλιγόπιστοι, οἱ διανοούμενοι καὶ ἐπιστήμονες τῆς ἐποχῆς μας, αὐτοὶ ποὺ ζητοῦν πειστήρια καὶ ἀποδείξεις σὰν τὸ Θωμᾶ. Τέτοιος ἦταν καὶ αὐτός.

Ἐπὶ μία ἑβδομάδα εἶχε μεγάλα ἐρωτηματικά, ἐκυμαίνετο μεταξὺ πίστεως καὶ ἀπιστίας. Ἀμφέβαλλε ἂν ἀναστήθηκε ὁ Χριστός. Ἀλλ᾿ ὁ Κύριος δὲν τὸν ἔδιωξε, δὲν τὸν ἀπεδοκίμασε, δὲν ἀπέκλεισε τὴν ἔρευνα. Εἰδικῶς γι᾿ αὐτὸν ἐμφανίσθηκε, τὸν κάλεσε καὶ τοῦ εἶπε· Παιδί μου, ἀμφιβάλλεις; ἔλα νὰ ἐρευνήσῃς· ἄγγιξε μὲ τὸ δάχτυλό σου στὶς πληγές μου καὶ θὰ πεισθῇς ὅτι εἶμαι ἐγώ.

Καὶ πράγματι ὁ Θωμᾶς, ποὺ ἔ λεγε «Δὲν θὰ πιστέψω ποτέ ἂν δὲν τὸν δῶ», μετὰ τὴν αὐτοψία ποὺ ἔκανε ὁ ἴδιος, ὡμολόγησε τὴν πίστι του· μιὰ πίστι ὄχι τυφλή, ἀλλὰ τεκμηριωμένη μὲ ντοκουμέντα καὶ ἀποδείξεις. Καὶ τώρα ὑπάρχουν Θωμᾶδες.

Αὐτοὶ ἑορτάζουν σήμερα. Ἡ σημερινὴ Κυριακὴ εἶνε ἡμέρα τῶν Θωμάδων, τῶν δυσπίστων καὶ ἀπίστων. Αὐτοὺς καλεῖ σήμερα ὁ Χριστὸς καὶ τοὺς λέει· Ἐλᾶτε, παιδιά μου, ἐσεῖς ποὺ ἀμφιβάλλετε γιὰ μένα· ἐλᾶτε κοντά μου, ψηλα φῆστε με, ψάξτε, ἐρευνῆστε τὸ Εὐαγγέλιο καὶ μιὰ καὶ δυὸ καὶ τρεῖς καὶ πολλὲς φορές· καὶ μετὰ τὴν ἔρευνα θὰ πεισθῆτε.

Θά ᾿πρεπε ἀκόμη τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο νὰ τ᾿ ἀκούσουν – ποιοί; Νὰ τ᾿ ἀκούσῃ ὁ Ἄρειος. Μὰ πέθανε, θὰ πῆτε. Δυστυχῶς ὁ Ἄρειος δὲν πέθανε· στὶς μέρες μας παρουσιάστηκαν τὰ ἐγγόνια καὶ τρισέγγονά του, οἱ πράκτορες τοῦ Μπρούκλιν, μὲ ἄλλα λόγια οἱ χιλιασταί, ποὺ συγγενεύουν μὲ τὸν Ἄρειο· γιατὶ ὅ,τι ἔ λεγε ἐκεῖνος λένε κι αὐτοί.

 Αὐτοὶ παίρνουν μιὰ γομμολάστιχα καὶ σβήνουν μέσα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε Θεός. Ἂς ἀκούσουν ὅμως σήμερα τὸ Θωμᾶ, ποὺ ἦταν κοντὰ στὸ Χριστό, τὸν εἶδε, τὸν ἄγγιξε, τὸν ψηλάφησε, καὶ λέει· «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου» (ἔ.ἀ. 20,28).

 Κι ὅταν ἕνας ἄπιστος Θωμᾶς ὁμολογῇ σήμερα μὲ ὅλη του τὴν πεποίθησι «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου», ποιός εἶσαι σύ, κύριε χιλιαστά, ποὺ ἀρνεῖσαι τὸ δόγμα τῆς θεότητος τοῦ Χριστοῦ;  Τέλος τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο θά ᾿πρεπε νὰ τ᾿ ἀκούσουν καὶ κάποιοι ἄλλοι αἱρετικοί, οἱ προτεστάντες ἢ εὐαγγελικοί.

 Αὐτοὶ παίρνουν ἄλλη γομμολάστιχα τοῦ διαβόλου καὶ σβήνουν τὴν ἱερωσύνη. Οὔτε ἱερατεῖο, οὔτε παπᾶ, οὔτε μυστήρια, τίποτε δὲν παραδέχονται. Καθένας τους θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του παπᾶ. Ἀλλὰ κοντὰ σ᾿ αὐτοὺς ἂς τ᾿ ἀκούσουν καὶ ὡρισμένοι ὀρθόδοξοι πού, ἐνῷ παραδέχονται ἱερωσύνη, ἐν τούτοις στὸ ἱερατεῖο δὲν δείχνουν τὸν πρέποντα σεβασμό.

Ὅλοι αὐτοὶ ἂς ἀκούσουν τί λέει τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο. Ἀπ᾿ ὅλα τὰ λόγια του τὰ σπουδαιότερα εἶνε αὐτά· «Λάβετε Πνεῦμα ἅγιον· ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται» (ἔ.ἀ. 20, 23). Τί σημαίνουν αὐτά; Ὅτι σήμερα, πρὶν φύγῃ στοὺς οὐρανούς, ὁ Χριστὸς παραδίδει τὴν ἐξουσία του.

Ποῦ τὴν παραδίδει; Σὲ ὅλους; Ὄχι. Σὲ ποιούς; Στοὺς μαθητάς. Κι ὅταν πεθάνουν αὐτοί, ποῦ; Στοὺς διαδόχους των. Καὶ οἱ διάδοχοι στοὺς διαδόχους των. Αὐτὴ εἶνε ἡ λεγομένη ἀποστολικὴ διαδοχή. Καὶ ἔτσι μιὰ χρυσῆ ἁλυσίδα, ἡ ἱερατικὴ ἐξουσία, ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεὰ φθάνει μέχρι σ᾽ ἐμᾶς, μέχρι τὸν τελευταῖο σημερινὸ ἱερέα. «Λάβετε Πνεῦμα ἅγιον…»· ἐπάνω σ᾿ αὐτὰ τὰ λόγια στηρίζεται ἡ ἱερατικὴ ἐξουσία.

Ναί, ἀγαπητοί μου· αὐτὸς ὁ παπᾶς μὲ τὸ σχισμένο ῥάσο, αὐτὸς ὁ ἀγράμματος ποὺ τὸν κοροϊδεύουν οἱ δῆθεν ἐπιστήμονες, αὐτός, ὅταν φορῇ τὸ πετραχήλι καὶ ἱερουργῇ, δὲν εἶνε πλέον ὁ ἄλφα ἢ ὁ βῆτα ἄνθρωπος, ὁ Ἀντώνης, ὁ Κώστας, ὁ Γιάννης. Τὴν ὥρα ἐκείνη κρατάει τὰ κλειδιὰ τοῦ οὐρανοῦ, ποὺ δὲν τὰ ἔχει κανένας ἄλλος. «Λάβετε Πνεῦμα ἅγιον· ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς…»· ὅποιους συγχωρεῖτε ἐσεῖς, συγχωρῶ κ᾿ ἐγώ.

Τὴν ἐξουσία αὐτὴ ὁ ἀναστὰς Χριστὸς δὲν τὴν ἔδωσε οὔτε σὲ ἀγγέλους καὶ ἀρχαγγέλους. Τὴν ἔδωσε στοὺς ἱερεῖς. Καὶ οἱ ἱερεῖς τὴν ἀσκοῦν ἐν ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ. Ναί· τὴν ὥρα ποὺ ὁ ἁμαρτωλὸς γονατίζει μὲ δάκρυα μπροστὰ στὸν πνευματικὸ πατέρα, εἶνε τότε μπροστὰ στὸ Χριστό, καὶ ὁ ἱερεὺς ἐν ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ τοῦ λέει· «Τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου» (Ματθ. 9,2. Μᾶρκ. 2,5).

Ἀλλὰ δὲν εἶπα τίποτα. Τὸ ὕψος τῆς ἱερωσύνης φαίνεται στὴ θεία λειτουργία. Ἔχετε πίστι; Τί εἶνε πάνω στὴν ἁγία τράπεζα; Ψωμὶ καὶ κρασί.

Ποιός θὰ κάνῃ τὸ ψωμὶ σῶμα Χριστοῦ καὶ τὸ κρασὶ αἷμα Χριστοῦ; Χιλιάδες λαϊκοὶ νὰ μαζευτοῦν, ὅλος ὁ κόσμος, ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ ἄγγελοι νὰ μαζευτοῦν, δὲν μποροῦν νὰ κάνουν τὸ μυστήριο αὐτό. Ἕνας παπᾶς ἔχει αὐτὸ τὸ χάρισμα – ὤ θαῦμα τῶν θαυμάτων!

Γι᾿ αὐτὸ κάποιος ἅγιος εἶπε· Ἂν συναντήσῃς ἕναν ἄγγελο καὶ ἕνα παπᾶ, νὰ χαιρετίσῃς πρῶτα τὸν παπᾶ· νὰ φιλήσῃς πρῶτα τὸ χέρι τοῦ παπᾶ, κ᾿ ἔπειτα τὸ χέρι τοῦ ἀγγέλου. Γιατὶ στὸν ἱερέα ἔδωσε ἐξουσία μεγαλύτερη ὁ Χριστὸς ἀπ᾿ ὅ,τι ἔδωσε στοὺς ἀγγέλους.

* * *


–Ὥστε ὁ ῥασοφόρος εἶνε ἄγγελος; θὰ πῇς. Τότε πρέπει καὶ νὰ ζῇ σὰν ἄγγελος. Ὅμως ὁ ἄλφα παπᾶς κάνει τοῦτο, ὁ βῆτα δεσπότης κάνει ἐκεῖνο… Νά γιατί ἐγὼ δὲν πατάω στὴν ἐκκλησία… Ἀδελφέ μου, δὲν εἶμαι ὀπαδὸς τῆς συγκαλύψεως τῶν σφαλμάτων τοῦ κλήρου.

Ἀντιθέτως· ζητῶ, ἡ ἐκκλησία νὰ καθαριστῇ ἀπὸ ὅ,τι σαπρὸ καὶ νὰ ἐπανέλθῃ στὴν παλαιά της δόξα, τῶν πατέρων. Ἀλλ᾿ ἀπὸ τὸ σημεῖο αὐτὸ μέχρι τὸ σημεῖο νὰ λές, Ἐγὼ δὲν πατάω στὴν ἐκκλησία γιατὶ τάχα ὁ παπᾶς εἶνε ἁμαρτωλὸς –κ᾿ ἐσὺ εἶσαι ἅγιος–, ὑπάρχει τεραστία ἀπόστασις. Ἄνθρωπέ μου· ἡ λειτουργία, ἢ τὴν κάνει ὁ πιὸ ἅγιος παπᾶς ἢ τὴν κάνει ὁ πιὸ ἁμαρτωλός, ἐφ᾿ ὅσον εἶνε κανονικῶς χειροτονημένος, ἔχει τὴν ἴδια δύναμι.

Μὴν ἔχεις καμμιά ἀμφιβολία. Ἕνας Χριστιανὸς ζύγιζε τοὺς παπᾶδες καὶ τοὺς εὕρισκε ὅλους σκάρτους. Κανένας δὲν ἦταν ἄξιος νὰ τὸν ἐξομολογήσῃ καὶ νὰ τὸν κοινωνήσῃ αὐτόν. Περίμενε νὰ βρῇ παπᾶ ποὺ νά ᾿νε ἄγγελος καὶ ἀρχάγγελος.

Μιὰ μέρα λοιπὸν βρέθηκε σ᾿ ἕνα ἔρημο μέρος καὶ δίψασε. Βλέποντας ἐκεῖ ἕνα ῥυάκι ἔσκυψε καὶ ἤπιε. –Τί ὡραῖο νερό! εἶπε· ἀπὸ ποῦ βγαίνει ἆραγε; Προχώρησε κ᾿ ἔφθασε στὴν πηγή. Ἀλλ᾿ ἐκεῖ τί νὰ δῇ· βρώμα καὶ δυσωδία. Μέσα στὴν πηγὴ ἦταν ἕνα ψόφιο σκυλὶ καὶ μέσα ἀπὸ τὰ σπλάχνα του περνοῦσε τὸ νερό.

–Τί ἔπαθα! εἶπε. Τότε παρουσιάστηκε ἄγγελος καὶ τοῦ λέει·

–Τὸ νεράκι ποὺ σὲ δρόσισε εἶνε ἡ Ὀρθοδοξία μας. Τὸ ψόφιο σκυλὶ εἶνε ὁ παπᾶς ὁ ἁμαρτωλός. Ἀλλὰ καὶ ψόφιο σκυλὶ νά ᾿νε, ὁ ποταμὸς τῆς θείας χάριτος φθάνει σ᾿ ἐσένα δι᾿ αὐτοῦ. Ἀγαπητοί μου! Νὰ τιμοῦμε τὴν ἱερωσύνη. Τιμώντας τὸν ἱερέα τιμοῦμε τὸ Χριστό· ὅν, παῖδες, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

 (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Οι Σύγχρονοι Θωμάδες.

 (+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)


«Καὶ ἀπεκρίθη Θωμᾶς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου» (Ἰω. 20,28)


Ἑορτὴ σήμερα, ἀγαπητοί μου·  «αὕτη ἡ ἡ μέρα, ἣν ἐποίησεν ὁ Κύριος· ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ» (Ψαλμ. 117,24).

Τριπλῆ ἑορτή. Εἶνε πρῶτον  Κυριακή . Δεύτερον εἶνε ὄχι ἁπλῶς Κυριακὴ ἀλλὰ ἡ πρώτη Κυριακὴ μετὰ τὸ Πάσχα·γι᾿ αὐτὸ στὴ γλῶσσα τῆς Ἐκκλησίας μας ὀνομάζεται  Κυριακὴ τοῦ Ἀντίπασχα , τῆς πρώτης δηλαδὴ ἐπαναλήψεως τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα,ποὺ θ᾽ ἀκολουθῇ ἐν συνεχείᾳ κάθε ὀκτὼ ἡμέρες. Καὶ τρίτον τὴν Κυριακὴ αὐτὴ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τιμᾷ τὸν ἅγιο ἀπόστολο Θωμᾶ. Ἀνοίγονται λοιπὸν πολλὰ θέματα. Ἐδῶ θὰ περιορισθοῦμε στὸν ἀπόστολο Θωμᾶ .



Ὁ Θωμᾶς, ἀγαπητοί μου, ἦταν  ἕνας ἁπλὸς Γαλιλαῖος . Δὲν καταγόταν ἀπὸ τὶς μεγάλες οἰκογένειες, δὲν ἔζησε σὲ αὐλὲς βασιλέων, δὲν φοίτησε σὲ στοὲς φιλοσόφων καὶ ῥητόρων. Ἦταν ἕνας ἀπὸ ἐκείνους  ποὺ κάλεσε ὁ Χριστός. Δέχθηκε τὴν πρόσκλησι  «Δεῦτε ὀπίσω μου καὶ  ποιήσω  ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων» (Ματθ. 4,20) , ἐγκατέλειψε τὰ  πάντα, συγγενεῖς καὶ φίλους, καὶ ἀνῆκε πλέον  στὴ χορεία τῶν δώδεκα ἀποστόλων. Ἦταν εὐγενὴς ὕπαρξι, ἀλλὰ  εἶχε ἕνα ἐλάττωμα . Ὑπάρχει ἄνθρωπος χωρὶς ἐλάττωμα;Καὶ ὁ ἁγιώτερος θὰ ἔχῃ κάποιο ἐ λάττωμα, ὅπως πάλι καὶ ὁ μεγαλύτερος κακοῦργος θὰ ἔχῃ κι αὐτὸς κάποιο προτέρημα. Μεῖγμα εἶνε ὁ ἄνθρωπος κακίας καὶ ἀρετῆς.

Ποιό λοιπὸν ἦταν τὸ ἐλάττωμα τοῦ Θωμᾶ;

Ἦταν μελάγχολος. Ὁ μελάγχολος χαρακτήρας τὰ βλέπει ὅλα μαῦρα (τὸ ἀντίθετο τοῦ αἰσιοδόξου, ποὺ καὶ τὰ μαῦρα τὰ βλέπει ἄσπρα). Ὁ Θωμᾶς τὰ ἔβλεπε ὅλα σκοτεινά. Κατ᾿ ἐπανά-ληψιν ἐκφράσθηκε ἀπαισιόδοξα ὡς πρὸς τὴν πορεία τοῦ Κυρίου. Ἀλλὰ ἡ μελαγχολία του ἔφτασε στὸ ζενὶθ ἢ μᾶλλον στὸ ναδὶρ –πότε;Ὅταν εἶδε ὅτι τὰ ὄνειρα κ᾽ οἱ ἐλπίδες του διαψεύσθηκαν. Ἤλπιζε, ὅτι μιὰ μέρα ὁ Ναζωραῖος θὰ  νικοῦσε τοὺς ἐχθρούς, θὰ ἔδιωχνε τὶς λεγεῶνες τῶν Ῥωμαίων κατακτητῶν, καὶ θὰ ἵδρυε παγκόσμιο βασίλειο. Ὅταν ὅμως εἶδε τὸ Διδάσκαλό του νὰ συλλαμβάνεται, νὰ ὁδηγῆται στὰ πραιτώρια, νὰ ῥαπίζεται, νὰ μαστιγώνεται, νὰ σταυρώνεται, εἶπε· Πάει, ὄνειρο ἦταν καὶ διαλύθηκε. Ἐπέστρεψε λοιπὸν στὶς προηγούμενες ἀσχολίες του, ἀκόμη πιὸ μελάγχολος τώρα.

Ἀλλὰ ξαφνικὰ μέσ᾿ στὸ σκοτάδι ἔπεσε φωτοβολίδα. Ὄχι ἁπλῶς φωτοβολίδα ἀλλὰ ἥλιος ἦταν τὸ μεγάλο ἄγγελμα, τὸ μήνυμα τὸ ὑπὲρ πᾶν μήνυμα, ὅτι  ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε . Τὴν πρώτη κιόλας ἡ μέρα ἐμφανίσθηκε στοὺς συναθροισμένους μαθητὰς καὶ εἶπε τὸ θεσπέσιο ἐκεῖνο  «Εἰρήνη ὑμῖν» (Ἰω. 20,19-20) . Αὐτὸ ποὺ ζητάει σήμερα ὁ κόσμος εἶνε ἡ ἐπιφανειακὴ εἰρήνη. Ἄλλη εἰρήνη παρέχει ὁ Χριστός, τὴν εἰρήνη τοῦ βάθους.

Ἡ εἰρήνη ποὺ δίνει ὁ Χριστὸς εἶνετριπλῆ· εἰ ρήνη μὲ τὸ Θεό, εἰρήνη μὲ τὸν πλησίον, εἰρήνη μὲ τὸν ἑαυτό μας. Αὐτὸ εἶνε τὸ βάθος τῆς εἰρήνης τοῦ ἀναστάντος Χριστοῦ.

Τότε οἱ μαθηταὶ πείσθηκαν ὅτι ὁ Κύριος ἀναστήθηκε. Ὁ Θωμᾶς ὅμως ἀπουσίαζε ἀπὸ τὴν ἱερὰ σύναξι. Ὅταν κατόπιν τὸν εἶδαν οἱ συμμαθηταὶ τοῦ ἔλεγαν· – «Ἑωράκαμεν τὸν Κύριον»(Ἰω. 20,25) , ἀναστήθηκε! –Μπᾶ, τοὺς ἀπαντᾷ,  δὲν πιστεύω . –Ἀναστήθηκε! ἐπέμεναν ἐκεῖνοι. Αὐτὸς ὅμως δὲν ἤθελε νὰ τὸ πιστέψῃ. Σὰ ν᾽ ἀκούω τὸ διάλογό τους. –Μὰ δὲ μᾶς πιστεύεις λοιπόν; ψέματα σοῦ λέμε;  μᾶς ξέρεις γιὰ ψεῦτες, ἀπατεῶνες; –Ὄχι, δὲν πιστεύω· μόνο ἂν τὸν δῶ μὲ τὰ μάτια μου, τὸν ἀκούσω μὲ τ᾽ αὐτιά μου, τὸν ψηλαφήσω μὲ τὰ χέρια μου, τότε θὰ πεισθῶ.

Μετὰ ἀπὸ ὀκτὼ ἡμέρες στὴ σύναξί τους ἦταν καὶ ὁ Θωμᾶς. Ἔρχεται πάλι ὁ Χριστὸς  «τῶν  θυρῶν κεκλεισμένων» (ἔ.ἀ. 20,26) .Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἀνοίγω μία παρένθεσι. Ἐ ρωτοῦν οἱ ἄπιστοι· Πῶς εἶνε δυνατὸν νὰ ἐμφανισθῇ  «κεκλεισμένων τῶν θυρῶν»;… Ὅταν  ἤμασταν μικροὶ στὸ σχολεῖο ἕνας δάσκαλος μᾶς ἔθετε τὸ αἴνιγμα· «Κλείνω τὸ σπιτάκι μου  κι ὁ κλέφτης εἶνε μέσα· τί εἶνε;». Ἐμεῖς δὲν μπορούσαμε νὰ τὸ βροῦμε· κ᾽ ἐκεῖνος, ἀφοῦ γιὰ λίγο μᾶς βασάνιζε, ἔλεγε· Εἶνε ὁ ἥλιος, ποὺ περνάει τὰ τζάμια καὶ μπαίνει! Στὶς μέρες μας ἔχουμε κι ἄλλα παραδείγματα. Εἶσαι κλεισμένος στὸ σπίτι, ἀνοίγεις τὸ ῥαδιόφωνο  κι ἀκοῦς φωνὲς ποὺ ἔρχονται ἀπὸ τὰ ἄκρα τῆς γῆς. Κλειστὸ εἶνε τὸ σπίτι, ἀνοίγεις τὴν τηλεόρασι καὶ βλέπεις μέσα στὸ δωμάτιό σου ποικίλα πρόσωπα, σὰν νὰ τά ᾿χῃς μπροστά σου. Πῶς γίνονται αὐτά; Δὲν εἶνε θαῦμα, εἶνε ἑρτζιανὰ κύματα ποὺ λέει ἡ φυσική. Αὐτὸς λοιπὸν ποὺ ἔκανε τὸν ἥλιο ὥστε νὰ διαπερνᾷ τὰ τζάμια, ποὺ ἔκανε τὰ ἑρτζιανὰ κύματα ὥσ τε νὰ φτάνουν μέσα στὸ σαλόνι σου, δὲν μποροῦσε νὰ ἐμφανισθῇ  «κεκλεισμένων τῶν θυρῶν» ;

Εἶνε ὁ Κύριος τοῦ παντός. Εἰσῆλθε λοιπὸν  «κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον» . Καλεῖ τότε τὸν Θωμᾶ καὶ τοῦ λέει· Γιατί ἀπιστεῖς; Ἔλα, πλησίασέ με· «φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖράς  μου, καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου, καὶ μὴ γίνου ἄπιστος ἀλλὰ πιστός» (ἔ.ἀ. 20,27) . Ὁ Θωμᾶς κατάπληκτος φωνάζει· «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου» (ἔ.ἀ. 20,28) . Ἔτσι  ἔσβησε κάθε ἀμφιβολία ποὺ ὑπῆρχε μέσα του. «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου» . Σὲ κάποιο ἄλλο κήρυγμα ἐπέστησα τὴν προσοχὴ στὴ ση μασία ποὺ ἔχει ἐκεῖνο τὸ  «μου» .

Ὅταν μιλᾶμε σὲ ἕνα γιατρό, τὸν προσφωνοῦμε «γιατρέ»· ἂν ὅμως ὁ γιατρὸς αὐτὸς σὲ θεραπεύσῃ καὶ σὲ σώσῃ, τότε  πλέον δὲν λὲς «γιατρέ», ἀλλὰ λὲς«γιατρέ μου» καὶ στοὺς ἄλλους λὲς «Αὐτὸς  εἶνε ὁ γιατρός μου». Αὐτὸ τὸ «μου» λείπει σήμερα.

Ζήτημα μέσ᾿ στοὺς χίλιους ἀνθρώπους ἕνας νὰ λέῃ «ὁ Χριστός μου», «ὁ Σωτήρας μου», «ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου» , μὲ τρόπο δηλαδὴ ποὺ δείχνει ὄχι τυπικὴ ἀλλὰ στενὴ οὐσιαστικὴ σχέσι μὲ τὸν Θεάνθρωπο.

Ἀπὸ τότε, ἀγαπητοί μου, πέρασαν εἴκοσι αἰῶνες. Τί στάσι τηροῦν σήμερα οἱ ἄνθρωποι ἀπέναντι στὸν ἀναστάντα Χριστό; Ἂν ῥίξουμε μιὰ ματιά, θὰ διακρίνουμε  τρεῖς κατηγορίες.

⃝ Ὑπάρχουν οἱ  ἄπιστοι . Πέρα ἀπ᾿ τὸ φαΐ, τὴ δι ασκέδασι, τὸ αὐτοκίνητο, τὸ θέαμα, τὸ σέξ, τίποτε ἄλλο δὲν τοὺς ἐνδιαφέρει. Ἡ ζωή τους  εἶνε  «Φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνῄσκομεν» (Ἠσ. 22,13 = Α´ Κορ. 15,32) .Δὲν τοὺς συγκινοῦν οὔτε θαύματα οὔτε διδασκαλίες. Ὅ,τι κι ἂν δοῦν,μένουν ἄ πιστοι. Αὐτοὶ εἶνε ἡ πλειονότης.

⃝ Ἐκτὸς αὐτῶν ὑπάρχει μία μειονότης, ποὺ ὅσο πάει γίνεται καὶ πιὸ μικρή. Εἶνε οἱ  πιστοί  , αὐτοὶ ποὺ λένε  «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου».

⃝ Τέλος ὑπάρχουν καὶ οἱ ἀμφιταλαντευόμενοι μεταξὺ πίστεως καὶ ἀπιστίας. Αὐτοὶ εἶνε οἱ  δύσπιστοι ὅπως ὁ Θωμᾶς. Κυμαίνονται, προβληματίζονται. Ἀκοῦνε, διαβάζουν, μὰ πάλι λένε· Ἐμεῖς δὲν πιστεύουμε. Τί ἔχουμε νὰ ποῦμε σ᾿ αὐτούς;

Σύγχρονοι Θωμᾶδες! κανείς μὴ νομίζει ὅτι ὁ Χριστὸς εἶπε «πίστευε καὶ μὴ ἐρεύνα». Πουθενὰ στὸ Εὐαγγέλιο δὲν ὑπάρχει αὐτό (εἶνε δόγμα τῶν παπικῶν ἰησουϊτῶν). Ἀντιθέτως ὁ Χριστὸς μᾶς εἶπε  «Ἐρευνᾶτε…» (Ἰω. 5,39) . Ἔλα, λέει, ψηλάφησέ με. Δέχεται νὰ γίνῃ ἀντικείμενο ἐρεύνης. Κι ὅσο τὸν ἐρευνοῦμε καὶ τὸν δοκιμάζουμε, τόσο περισσότερο τὸν θαυμάζουμε.Ὕστερα ἀπὸ ἔρευνα ὁ Ντοσκογιέφσκυ, ὅπως καὶ ἄλλοι διανοούμενοι, πίστεψαν καὶ φώναξαν κι αὐτοὶ  «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου» .Τὸ δικό μου  «ὡσαννά» , εἶπε ὁ Ντοστογιέφσκυ, δὲν βγῆκε μέσα ἀπὸ θεωρίες, βγῆκε μέσα ἀπὸ τὸ πυρωμένο καμίνι τῆς δοκιμασίας.Σήμερα οἱ ἄνθρωποι, ἐνῷ δυσπιστοῦν στὴν χιλιομαρτυρημένη ἀλήθεια ὅτι ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε, παραδόξως εἶνε πολὺ  εὔπιστοι , ἕτοιμοι νὰ δεχθοῦν παραμύθια ἀπάτης.Στὴ Φλώρινα ὑπῆρχε ἕνας λαϊκὸς φιλόσοφος, ὁ  Δάντης . Στὴν ἀρχὴ ἦταν ἄπιστος. Πῶς πίστεψε; Τοῦ συνέβη κάτι συγκλονιστικό. Σὲ καιρὸ χειμῶνος μὲ χιόνι, περπατώντας στὸ δάσος νομίζω στὴν Κλαδορράχη, βρέθηκε μπροστὰ σὲ λύκους. Σκαρφάλωσε σ᾿ ἕνα δέντρο, ἀλλὰ οἱ λύκοι δὲν ἔφευγαν· περίμεναν ὅλη τὴ νύχτα ἀπὸ κάτω, νὰ πέσῃ νὰ τὸν φᾶνε. Ἄρχισε τότε νὰ παρακαλῇ τὸ Θεὸ νὰ τὸν γλυτώσῃ. Ἐπὶτέλους βγῆκε ὁ ἥλιος, ἔφυγαν οἱ λύκοι καὶ κατέβηκε, ἀλλὰ τελείως ἀλλαγμένος· ἄπιστος

ἀνέβηκε στὸ δέντρο, πιστὸς κατέβηκε. Καὶ συνέθεσε ἕναν ὕμνο, τὸν ὁποῖο ἔψαλλε·

«Ὁ Κύριος καὶ Θεός μου, / μεγάλο τὸ ὄνομά σου…

Μιὰ ἀκτίνα ἀπὸ τὸ Πνεῦμα σου / στεῖλε καὶ φώτισέ με…».

Βλέπετε; Πρέπει λοιπὸν νὰ μᾶς συμβοῦν συνταρακτικὰ γεγονότα γιὰ νὰ πιστέψουμε; Τώρα, ὅσο ἔχουμε καιρό, νὰ πιστέψουμε . Νὰ ποῦμε κ᾽ ἐμεῖς  «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου» .

Ὁ Χριστὸς οὕτως ἢ ἄλλως εἶνε Κύριος· κι ἂν ἐμεῖς τὸν ἀρνηθοῦμε,  «καὶ οἱ λίθοι κεκράξονται» (Λουκ. 19,40) . Ὅλη ἡ κτίσις ὁμολογεῖ ὅτι  «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός· ἀμήν» (Φιλ. 2,11 καὶ θ. Λειτ.) . Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσουμε, νὰ λύσουμε τὸ πρόβλημα αὐτό· ν᾽ ἀπαντήσουμε κ᾽ ἐμεῖς μαζὶ μὲ τὸν ποιητή·

«Χριστὲ σὲ τοῦτα τ᾽ ἄπιστα καταραμένα χρόνια

ποὺ δὲν πιστεύουν τίποτα οὔτ᾽ ἀγαποῦν κανένα,

ἐγὼ πιστεύω κι ἀγαπῶ ὁλόψυχα Ἐσένα.

Πιστεύω σὰν τὴ μάνα μου, πιστεύω σὰν παιδάκι,

πίνω τὸ ἀθάνατο νερὸ κι ἀφήνω τὸ φαρμάκι».

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος-

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνηςτὴν 22-4-1990.

Ἀπιστία καὶ θεία συγκατάβαση

 π.Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης


α) Ἡ θεία συγκατάβαση ὡς συνέχεια τοῦ μυστηρίου τῆς θείας κένωσης δὲν περιορίζεται στὸν Σταυρὸ καὶ τὴν ταφή. Συνεχίζεται καὶ μετὰ τὴν Ἀνάσταση. Ὁ ἀναστάς Κύριος δὲν ἦλθε νὰ ἐπιβάλει βιαίως τὸ χαρμόσυνο μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως στοὺς ἀνθρώπους. Οὔτε τοὺς ὑποχρὲσε νὰ τὸ ἀσπασθοῦν ἀπροϋπόθετα. Ἀποδέχεται καὶ ὡς δοξασμένος Κύριος νὰ γίνει ἀντικείμενο ἔρευνας. Ἀναγνωρίζει στὸν Θωμᾶ τὴ λογικὴ ἀδυναμία νὰ πιστέψει καὶ συγκαταβαίνει γιὰ μία ἀκόμη φορά στὴν ἀνθρώπινη ἀμφισβήτηση.


β) Ἂς δοῦμε ὅμως συνοπτικὰ τὸ περιεχόμενο τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου, ὅπως περιγράφεται ἀπὸ τὸν εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη (Ἰωάν. 20.19-29). Μετὰ τὴ σταύρωση καὶ τὴν ταφὴ τοῦ Ἰησοῦ οἱ μαθητὲς σκορπίστηκαν καὶ φόβος κατέλαβε τὶς ψυχές τους. Ὁ διδάσκαλός τους εἶχε θανατωθεῖ μὲ ἀτιμωτικὸ θάνατο. Καὶ οἱ ἴδιοι κινδύνευαν ἀπὸ τὴ μήνη τῶν γραμματέων καὶ Φαρισαίων. Συγχρόνως μὲ δυσπιστία ἄκουγαν τὶς διαβεβαιώσεις τῶν μυροφόρων γυναικῶν, ὅτι εἶδαν τὸν ἀναστημένο Κύριο.


γ) Κι ἐνῶ οἱ μαθητὲς τὸ ἑσπέρας τῆς Κυριακῆς ἦταν συναγμένοι στὸ ὑπερῶο «διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων», καὶ παρότι οἱ πόρτες ἦταν κλειστές, παρουσιάστηκε ὁ Κύριος καὶ τοὺς λέγει: «Ἡ εἰρήνη νὰ εἶναι μαζί σας». Ταυτόχρονα τούς ἔδειξε τὰ χέρια καὶ τὴν πλευρά του. Οἱ μαθητὲς χάρηκαν ποὺ εἶδαν τὸν Κύριο. Στὴ συνέχεια φὺσηξε στὰ πρόσωπά τους λέγοντας: «Λάβετε Πνεῦμα ἅγιον, ἐὰν συγχωρήσετε τὶς ἁμαρτίες κάποιου τοῦ εἶναι συγχωρημένες· ἂν δὲν τὶς συγχωρήσετε, θὰ μείνουν ἀσυγχώρητες». Ὁ Θωμᾶς δὲν ἦταν μαζί τους ὅταν ἦλθε ὁ Ἰησοῦς. Τοῦ εἶπαν οἱ ἄλλοι μαθητές: «Εἴδαμε τὸν Κύριο». Ἐκεῖνος ἀπαντᾶ: «Ἐὰν δὲν δῶ στὰ χέρια του τὸ σημάδι ἀπὸ τὰ καρφιὰ καὶ δὲν βάλω τὸ δάκτυλό μου σὲ αὐτὰ καὶ δὲν βάλω τὸ χέρι μου στὴν πλευρά του, δὲν θὰ πιστέψω».


δ) Ὕστερα ἀπὸ ὀκτὼ ἡμέρες ἦταν πάλι οἱ μαθητὲς συναγμένοι στὸ σπίτι καὶ ὁ Θωμᾶς μαζί τους. Ἔρχεται ὁ Χριστός, κι ἐνῶ οἱ πόρτες ἦταν κλειστές, στάθηκε στὸ μέσον καὶ τοὺς εἶπε: «Ἡ εἰρήνη νὰ εἶναι μαζί σας». Ἔπειτα λέγει στὸν Θωμᾶ: «Φέρε τὸ δάκτυλό σου ἐδῶ καὶ κοίταξε τὰ χέρια μου καὶ φέρε τὸ χέρι σου καὶ βάλε το στὴν πλευρά μου καὶ μὴ γίνου ἄπιστος ἀλλὰ πιστός». Ὁ Θωμᾶς ἀποκρίθηκε: «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου».


ε) Τὸ πρῶτο μέρος τοῦ εὐαγγελίου, ποὺ ἀναφέρεται στὴν ἐμφάνιση στοὺς μαθητὲς ἐκτός του Θωμᾶ, ἀναγινώσκεται σὲ διάφορες γλῶσσες στὸν ἑσπερινό τῆς Ἀγάπης τοῦ Πάσχα. Ὅταν κάποιος ζεῖ τὸ μυστήριο τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καὶ ἡ καρδιὰ του γεύεται τὴ σταυροαναστάσιμη ἐμπειρία αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη νὰ τὴν ἐκφράσει καὶ πρὸς τοὺς ἔξω. Ἔτσι τὸ φῶς τῆς λαμπρῆς ἐκχέεται καὶ σὲ ἄλλους λαούς, φυλὲς καὶ γλῶσσες. Τηρεῖται, ἔστω συμβολικὰ μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ἡ ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ πρὸς τοὺς μαθητὲς νὰ κηρύξουν τὴν Ἀνάσταση «εἰς πάντα τὰ ἔθνη». Ἡ βεβαιότητα γιὰ τὴν ἀλήθεια καθιστᾶ ἀναγκαία τὴ μαρτυρία της πρὸς κάθε ἄνθρωπο καλῆς προαίρεσης. Στὰ λειτουργικὰ βιβλία περιλαμβάνεται τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο καὶ στὰ τουρκικὰ καὶ ἀπαγγέλλονταν ἐμμελῶς στὰ μέρη τῆς Μ. Ἀσίας, ὅπου προφανῶς ἔρχονταν καὶ τὸ ἄκουγαν Τοῦρκοι ἀλλὰ καὶ κρυπτοχριστιανοί.


στ) Ὁ ἀπόστολος Θωμᾶς ἀποτέλεσε στὸ διάβα τῶν αἰώνων τὸ σύμβολο τοῦ «ἀπίστου». Ὅμως, ὁ Θωμᾶς δὲν ἦταν ἄπιστος. Ἦταν εἰλικρινὴς ἀναζητητὴς τῆς ἀλήθειας. Ἡ ἀμφισβήτησή του ἦταν γνήσια. Δὲν εἶχε ἰδεολογικὸ ὑπόβαθρο καὶ ἀντιχριστιανικὸ πνεῦμα. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς ἀνταποκρίνεται καὶ διαλύει τὶς ἀμφιβολίες του. Φανερώνεται καὶ δὲν ἀρνεῖται νὰ ψηλαφηθεῖ ἀπὸ τὸν «ἄπιστο» μαθητή του. Τὰ λειτουργικὰ κείμενα κάνουν λόγο γιὰ «καλὴ ἀπιστία» τοῦ Θωμᾶ, διότι αὐτὴ γέννησε τὴ βέβαιη πίστη. Στὸ τέλος τοῦ εὐαγγελίου φαίνεται ὁ Κύριος νὰ ἐπιτιμᾶ τὸν Θωμᾶ. «Ἐπειδὴ μὲ εἶδες, πίστεψες», τοῦ λέει. «Μακάριοι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν μὲ εἶδαν καὶ ὅμως πίστεψαν». Ἔτσι μακαρίζονται οἱ χριστιανοὶ ὅλων τῶν αἰώνων, ποὺ ἀποδέχονται καὶ βιώνουν τὸ κήρυγμα τῆς Ἀναστάσεως.


ζ) Ἴσως κάποιος ἀναρωτηθεῖ: Γιατί ὁ ἀναστημένος Χριστὸς ἐπέλεξε νὰ ἐμφανισθεῖ στοὺς μαθητές, τὸν Θωμᾶ καὶ τὶς μυροφόρες καὶ δὲν παρουσιάσθηκε κατευθείαν στοὺς σταυρωτές του, γιὰ νὰ πιστέψουν καὶ ἐκεῖνοι; Στὸ ἐρώτημα αὐτὸ ἀπαντᾶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος: «Ἂν ὑπῆρχε ἐλπίδα νὰ τοὺς ἑλκύσει στὴν πίστη, δὲν θὰ ἀμελοῦσε νὰ φανερωθεῖ σὲ ὅλους. Κι αὐτὸ τὸ ἀπέδειξε ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου, ποὺ ἦταν τέσσερις μέρες νεκρὸς καὶ τὸν ἀνέστησε μπροστὰ στὰ μάτια ὅλων. Παρὰ ταῦτα, ὄχι μόνο δὲν ἑλκύσθηκαν στὴν πίστη, μὰ ἐξαγριώθηκαν ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ, ὥστε ἤθελαν νὰ σκοτώσουν καὶ αὐτὸν καὶ τὸν Λάζαρο». Τέλος, τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ «ἄπιστος» μαθητὴς θυσίασε μαρτυρικὰ τὴ ζωή του, γιὰ νὰ μεταφέρει τὸ ἐλπιδοφόρο ἀναστάσιμο μήνυμα στὰ βάθη τῆς Ἀνατολῆς, ἀποτελεῖ μία ἀκόμη μαρτυρία τῆς Ἀνάστασης καὶ δικαιώνει τὴ θεία συγκατάβαση.