Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

Δοξαστικό Εσπερινού Μεταμορφώσεως


 

Απόστιχα εσπερινού της Μεταμορφώσεως.


 

Εσπερινός Μεταμορφώσεως. Α΄ Σιχηρά ιδιόμελα,


 

Λόγος στὴν Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ

 ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ


Ὁ φιλάνθρωπος Ἰησοῦς, ὅταν φανερώθηκε στὸν κόσμο ὡς διδάσκαλος ἀγαθός, ἐπειδὴ ἦταν καὶ Θεός, εἶπε στοὺς μαθητές του: «Ὅποιος θέλει νὰ μὲ ἀκολουθήσει, ἂς ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του, ἂς σηκώσει τὸν σταυρό του κι ἂς μὲ ἀκολουθεῖ. Διότι ὅποιος θέλει νὰ σώσει τὴν ζωή του θὰ τὴν χάσει· ὅποιος ὅμως ἐξαιτίας μου χάσει τὴν ζωή του θὰ τὴν εὕρει. Διότι τί ὠφελεῖται ὁ ἄνθρωπος, ἂν κερδίσει ὁλόκληρο τὸν κόσμο, χάσει ὅμως τὴν ζωή του; Ἡ τί μπορεῖ νὰ δώσει ὁ ἄνθρωπος ὡς ἀντάλλαγμα γιὰ τὴν ζωή του; Ὁ Υἱός τοῦ Ἀνθρώπου θὰ ἔλθει μέσα στὴν δόξα τοῦ Πατέρα Του μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους ἀγγέλους Του, καὶ τότε θὰ ἀποδώσει στὸν καθένα κατὰ τὰ ἔργα του».


«Ὅποιος θέλει, λοιπόν, νὰ μὲ ἀκολουθήσει, ἂς ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του», τουτέστι κάθε ἀνθρώπινο φρόνημα. Κι ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ καὶ «ὅμοια μ’ ἐμένα ἂς σηκώσει τὸν σταυρό του κι ἂς μὲ ἀκολουθεῖ».


Αὐτὸ λοιπὸν τὸ κατόρθωσε ὁ Παῦλος, ἂν κρίνουμε ἀπὸ τοὺς λόγους πού μᾶς παρέδωσε. Διότι ὄχι μόνο σταυρώθηκε γιὰ τὸν κόσμο, ἀλλά καὶ τὸν κόσμο σταύρωσε γιὰ τὸν ἑαυτὸ του. Ἀλλά καὶ αὐτὴν ἀκόμα τὴν ζωὴ του μετάλλαξε, ἀφοῦ δὲν ζοῦσε πλέον ὁ ἴδιος, κίνηση καὶ ἐνέργεια δὲν ἦταν δικά του. Ἀλλ’ ἡ ζωὴ του ἦταν ὁ Χριστός, πού ἐντός του ἐνεργοῦσε. Πράγματι, παρέδωσε ὁλοκληρωτικὰ τὸν ἑαυτό του κι ἀφοῦ νέκρωσε τὸ ἴδιον θέλημα, ταύτισε ὅλο του τὸ εἶναι μὲ τὸ θεῖο θέλημα. Ὥστε —τολμῶ νὰ ὀνοματοθετήσω— μᾶλλον Χριστὸς ἦταν τὸ ὄνομα πού ταιίριαζε στὸν Παῦλο παρὰ ζῶσα ὕπαρξη, ἀφοῦ ἡ ζωὴ του ἦταν ὁ Χριστός. Ἔτσι πρέπει νὰ πορεύονται πίσω ἀπὸ Αὐτὸν καὶ νὰ Τὸν ἀκολουθοῦν ὅσοι θέλουν νὰ εἶναι δικοί Του.


Ὑπάρχουν, βλέπετε, δύο συνήθως ἀντιτιθέμενα θελήματα, τὸ θεῖο καὶ τὸ ἀνθρώπινο. Καὶ χωρὶς αὐτὰ ἡ χωρὶς τὸ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ δὲν εἶναι ἀναμενόμενο νὰ ζεῖκάποιος. Αὐτὸς πού προσηλώνεται στὸ ἕνα, ἀποστατεῖ ἀπὸ τὸ ἄλλο, καὶ ἀντιστρόφως. Αὐτὸς λοιπὸν πού θέλει νὰ ἀκολουθεῖ τὸν Κύριο θὰ μισήσει κάθε ἀνθρώπινο θέλημα. Καὶ μεταβάλλοντας τὸν προηγούμενο βίο, ἔτσι θὰ ἀκολουθεῖ, ἐγκαταλείποντας τρόπον τινὰ τὸν ἑαυτό του καὶ μεταμορφώνοντας ὅλες τὶς ψυχικὲς δυνάμεις.


Αὐτὸς πού θέλει εἰλικρινὰ νὰ βρεῖ τὴν ψυχή του, πού περιπλανᾶται στὰ μάταια πράγματα τοῦ βίου καὶ στὶς ὀνειρώδεις φαντασίες του, πρῶτα θὰ τὴν «χάσει» ἀπὸ τὴν ζωὴ πού ὑπῆρχε ἐντός της. Καὶ τότε θὰ τὴν βρεῖ ἀληθινά. Ὅσο ὅμως εἶναι ἐναγωνίως προσκολλημένος στὰ πράγματα τοῦ κόσμου, δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ διαγνώσει τὴν κατάσταση ἀπώλειας, στὴν ὁποία βρίσκεται ἡ ψυχή του. Κατὰ συνέπεια δὲν θὰ ζητήσει τὴν χαμένη ψυχὴ του οὔτε θὰ τὴν βρεῖ.


Καθὼς ὑπάρχουν δύο ζωές, ὑπάρχουν καὶ δύο θάνατοι· ὁ κατὰ Θεὸν καὶ ὁ κατὰ κόσμον. Αὐτὸ ἄλλωστε καὶ ὁ Παῦλος δήλωσε σαφῶς μὲ τὴν φράση «ἁμαρτία καὶ δικαιοσύνη ζῆν». Ἔτσι ὑπάρχουν δύο ἀπώλειες ψυχῆς, ἡ μία κατακριτέα, ἡ ἄλλη ἐπαινετή. Καὶ ὅπως ἀκριβῶς αὐτὸς πού ζεῖ ὡς πρὸς τὴν ἁμαρτία ἔχει νεκρωθεῖ ὡς πρὸς τὴν δικαιοσύνη καί, ἀντιθέτως, ἐκεῖνος πού ζεῖὡς πρὸς τὴν δικαιοσύνη εἶναι νεκρὸς γιὰ τὴν ἁμαρτία, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, ὅποιος ἀκολουθεῖ τὰ θελήματα τῆς σάρκας, πορεύεται πίσω ἀπὸ τὴν σάρκα κι ἔχει χάσει τὴν πορεία πού ἀκολουθεῖ τὸν Κύριο.


Αὐτὸς ὅμως πού μίσησε τὸ σαρκικὸ φρόνημα, τὴν δῆθεν ζωὴ ἀλλά στὴν οὐσία ἀπώλεια, καὶ λέει ἀποφασιστικὰ «πίσω ἀπὸ τὸν Θεό μου θὰ πορευθῶ», ἀντάλλαξε τὴν ἀπώλεια, ἀποκτώντας τὴν ἐπαινετὴ ἀντί τῆς κατακριτέας. Διότι τὸ νὰ χαθεῖ κανεὶς γιὰ τὸν κόσμο, σημαίνει νὰ βρεθεῖ γιὰ τὸν Θεό. Καὶ τὸ νὰ βρεθεῖ κανεὶς γιὰ τὸν κόσμο σημαίνει νὰ χαθεῖ γιὰ τὸν Θεό. Καὶ ποιὰ σκέψη εἶναι πιὸ ἀνόητη ἀπὸ τὸ νὰ βρεῖ κανεὶς ὅλο τὸν κόσμο καὶ νὰ τὸν κερδίσει καὶ νὰ τὸν λάβει ὡς ἰδιοκτησία, τὴν δὲ ψυχή του νὰ ζημιώσει καὶ νὰ χάσει; Ποιὸ εἶναι τὸ ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς; Τί λίτρο θὰ δώσει κανεὶς γι’ αὐτήν; Τίποτε ἀπὸ τὰ ὑλικὰ δὲν εἶναι ἰσότιμο μὲ τὴν ψυχή. Μόνη αὐτὴ μπορεῖ νὰ ἀνταλλαγεῖ μὲ τὸν ἑαυτό της, μὲ τίποτε ἄλλο. Διότι μέλλει ὁ Υἱός, παίρνοντας τὴν ἐξουσία τῆς κρίσεως ἀπὸ τὸν Πατέρα, νὰ ἔλθει καὶ νὰ ἀποδώσει στὸν καθένα κατὰ τὰ ἔργα του.


Ὅταν κανεὶς ἀπό τούς γύρω μας δὲν θὰ μπορεῖ νὰ μᾶς ὠφελήσει. Ὅλοι δὲ γυμνοὶ καὶ ἔρημοι ἀπὸ τὰ ἀλλότρια (καὶ ἀλλότρια λέγω ὅλα αὐτά πού μᾶς περιβάλλουν) θὰ παρασταθοῦμε στὸ βῆμα τῆς κρίσεως. Καὶ βίβλοι θὰ ἀνοιχθοῦν γιὰ νὰ μᾶς ἐλέγξουν, φανερώνοντας μὲ αὐτὰ πού εἶναι στὴν συνείδηση μας ἐντυπωμένα τί ἀκολούθησε ὁ καθένας: τὴν σάρκα ἤ τὸ πνεῦμα, τὸν Χριστὸ ἤ τὸν κόσμο, καὶ ποιὸ εἶδος ἀπώλειας τῆς ψυχῆς προτίμησε, τὴν ἀπώλεια ἀπὸ τὸν Θεὸ ἤ τὴν ἀπώλεια ἀπὸ τὸν κόσμο; Καὶ μὲ αὐτὴ τὴν φοβερὴ καὶ λεπτομερῆ ἐξέταση, Αὐτὸς πού «ἔλαβε τὴν ἐξουσία νὰ κρίνει, διότι εἶναι Υἱός ἀνθρώπου» θὰ ἀποδώσει στὸν καθένα κατὰ τὴν ἀξία του. Διότι «ἔρχεται στὴν δόξα τοῦ Πατρός Του μὲ τοὺς ἁγίους ἀγγέλους», τὰ λειτουργικά του πνεύματα, ὄχι πλέον ἄμορφος καὶ ἄδοξος, ὅπως τώρα φανερώθηκε στὸν κόσμο, ἀλλ’ ἔχοντας «κάλλος ἀπαράμιλλο ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους» ἐφόσον τὸ σῶμα του ἔκαμε ἄφθαρτο καὶ μὲ τὴν ἀνάσταση μεταστοιχειώθηκε σὲ πνευματικὸ καὶ οὐράνιο —αὐτὸ τὸ ὁποῖο κι ἐμεῖς ἔχουμε ὡς ἀρραβώνα τῆς δικῆς μας μεταστοιχειώσεως καὶ τῶν σωμάτων μεταμορφώσεως.


Προκειμένου λοιπὸν νὰ ἔχουμε βέβαιη τὴν ἀθέατη αὐτὴ ἐλπίδα, θέλει ἀπὸ τώρα νὰ ὑποδείξει στοὺς ἐγκρίτους ἀπό τούς μαθητὲς του τὴν μελλοντικὴ ἐκείνη ἀλλοίωση. «Σὲ μιὰ στιγμή», λέει ὁ Παῦλος, «ὅσο θέλει τὸ μάτι νὰ ἀνοιγοκλείσει». Γι’ αὐτὸ λέει: «Ἀλήθεια σᾶς λέγω, ὑπάρχουν κάποιοι ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς πού βρίσκονται ἐδῶ, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ γευθοῦν θάνατο, μέχρι νὰ δοῦν τὸν Υἱό τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἔρχεται στὴν βασιλεία Του».


Πῶς πραγματοποιήθηκε τοῦτο, μαθαίνουμε ἀπὸ ὅσα ἀκολούθησαν. «Μετὰ ἀπὸ ἔξι ἡμέρες, παίρνει ὁ Ἰησοῦς μαζί Του τὸν Πέτρο, τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη, τὸν ἀδελφό του καὶ τοὺς ἀνεβάζει σ’ ἕνα ψηλὸ βουνό. Ἐκεῖ μεταμορφώθηκε μπροστά τους· ἔλαμψε τὸ πρόσωπό Του σὰν τὸν ἥλιο καὶ τὰ ροῦχα του ἔγιναν λευκὰ σὰν τὸ φῶς. Τότε ἐμφανίστηκε σ’ αὐτοὺς ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας καὶ συνομιλοῦσαν μαζί Του». Αὐτὰ δὲν πρέπει νὰ ἀκούγονται ἐπιπόλαια. Οὔτε νὰ νομίζουμε ὅτι ἡ ἱστορία σταματᾶ στὶς λέξεις, δηλώνοντας μόνο ὅσα οἱ λέξεις σημαίνουν. Ἀλλά μᾶλλον δηλώνεται κάποια διάφανη μυσταγωγία καὶ τῶν μελλόντων ἀγαθῶν ἡ ἀπόλαυση, πού θὰ ὑπάρξει γιά μᾶς μετὰ ἀπὸ αὐτή τὴν ζωὴ —ἤ μᾶλλον γιὰ τοὺς ἅγιους, ὄχι γιά μᾶς.


Ἔτσι, μετὰ ἀπὸ ἔξι ἥμερες ἐκπληρώνει ὁ Ἰησοῦς τὴν ὑπόσχεσή του πρὸς τοὺς μαθητές. Ἡ δὲ ὑπόσχεση ἦταν ὅτι «κάποιοι ἀνάμεσα στοὺς ἐδῶ εὐρισκομένους δὲν θὰ γευθοῦν θάνατο πρὶν δοῦν τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ», ἡ ὁποία θὰ φανερωθεῖ μετὰ τὴν συντέλεια τοῦ ὑλικοῦ κόσμου. Γι’ αὐτὸ μετὰ ἀπὸ ἔξι ἡμέρες παρέλαβε ἐκείνους πού ἔπρεπε νὰ γνωρίσουν τὰ θειότερα μυστήρια τῆς βασιλείας πρὶν γευθοῦν θάνατο. Μετὰ δὲ τὶς ἔξι ἡ ἕβδομη ἀκολουθεῖ, ἡ κατάπαυση ἡ ἁγία, κατὰ τὴν ὁποία δὲν γίνεται ἐργασία. Ἐπειδὴ σὲ ἔξι ἥμερες δημιούργησε ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸ καὶ τὴν γῆ, καὶ τὴν ἑβδόμη κατέπαυσε καὶ τὴν ὀνόμασε ἅγια. Ὥστε τὴν πρώτη ἡμέρα δόθηκε ἡ ὑπόσχεση, ἡ πρώτη πάλι ὑπῆρξε ἡ πλήρωση τῆς ὑποσχέσεως. Λοιπόν, ὁ ἀριθμὸς ἔξι ἀναλογεῖ στὸν ὑλικὸ αὐτὸ κόσμο, ὁ ὁποῖος συμπληρώνεται ἀπὸ τὰ ἐπὶ μέρους στοιχεῖα του.


Σύμβολο γενέσεως, ἔχει μέσα τὸ ἄρρεν καὶ τὸ θῆλυ, ἡ ἕνωση τῶν ὁποίων προκαλεῖ τὴν σωματικὴ γέννηση. Μετὰ τὴν δημιουργία αὐτῶν ἀκολουθεῖ ἡ ἕβδομη, «κατὰ τὴν ὁποία οὔτε θὰ παντρεύονται οὔτε θὰ παντρεύουν, ἀλλά θὰ εἶναι ὡς ἄγγελοι Θεοῦ στὸν οὐρανό». Γι’ αὐτὸ καὶ παρθένος λέγεται ὁ ἀριθμὸς ἑπτά, ὅπως καὶ ἁγία ἡ ἕβδομη, ὅταν καταπαύεται κάθε ἔργο λατρείας καὶ ὁ καθένας ἐγκαθίσταται στὸν δικό του τόπο.


Μετὰ ἀπὸ αὐτήν, λοιπόν, παραλαμβάνει τοὺς τρεῖς ἐξαίρετους μαθητές. Διότι βέβαια δὲν ἦταν δυνατὸν ὁ Ἰούδας νὰ γίνει θεατὴς τέτοιων μυστηρίων, οὔτε πάλι μόνος αὐτὸς νὰ ἀποκλεισθεῖ ἀπὸ τὴν θεωρία αὐτή, ὥστε νὰ μὴν ἀποτελέσει πρόφαση προδοσίας ἡ προτίμηση τῶν ἄλλων εἰς βάρος του. Γι’ αὐτὸ μόνο τοὺς τρεῖς παραλαμβάνει ὁ Ἰησοῦς «καὶ τοὺς ἀνεβάζει σὲ ψηλὸ βουνὸ (καὶ τί εἶναι ὑψηλότερο ἀπὸ τὴν δόξα Του;) καὶ κατιδίαν», διότι ἡ ἄϋλη ζωὴ εἶναι μονήρης. Τοὺς ἀνεβάζει ἀπὸ κάτω ἐπάνω· ὄχι τόσο ὡς πρὸς τὸν τόπο, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν θεότητα· τουτέστι, τοὺς καθιστᾶ χωρητικοὺς τῶν ἐξαίσιων ἐλλάμψεών Του. Τότε «μεταμορφώθηκε μπροστά τους». Καὶ παλαιότερα μεταμορφώθηκε ὁ Ἰησοῦς Σωτήρας, ὄχι ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων ἀλλ’ ἐνώπιον αὐτοῦ του Πατρός Του, ὅταν «δὲν θεώρησε τὴν ἰσότητά Του πρὸς τὸν Πατέρα ἀποτέλεσμα σφετερισμοῦ, ἀλλά κένωσε τὸν ἑαυτὸ Του λαμβάνοντας μορφὴ δούλου, αὐτὸς πού ἦταν Θεός». Τότε λοιπὸν τὴν θεία μορφὴ κάλυψε, ἀφοῦ μεταμορφώθηκε σὲ δοῦλο. Τώρα τὴν μορφὴ τοῦ δούλου ἀποκαθιστᾶ στὴν φυσική Του μορφή. Χωρὶς νὰ ἀπορρίπτει τὴν ἀνθρώπινη οὐσία, τὴν πλουτίζει μὲ τὰ θεϊκὰ ἰδιώματα.


«Μεταμορφώθηκε, λοιπόν, μπροστά τους», δείχνοντάς τους ὅτι ἔτσι «θὰ μετασχηματίσει κάποτε τὸ ταπεινὸ σῶμα μας, καθιστώντας το σύμμορφο μὲ τὸ ἔνδοξο σῶμα Του». «Καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπό Του σὰν τὸν ἥλιο καὶ τὰ ροῦχα Του ἔγιναν λευκὰ σὰν τὸ χιόνι». Ὄχι ὅτι τὰ παραβάλλει μὲ τὸν ἥλιο ἤ τὸ χιόνι (πῶς μπορεῖ νὰ τεθεῖ σὲ σύγκριση τὸ ἀσύγκριτο;), ἀλλ’ ἐπειδὴ στὰ ὑλικὰ πράγματα δὲν ὑπάρχει λαμπρότερο τοῦ ἥλιου καὶ λευκότερο τοῦ χιονιοῦ, θέλοντας ἀναλογικὰ νὰ παραστήσει τὴν ὑπερβολὴ τοῦ φωτὸς καὶ τῆς λαμπρότητας, μὲ πράγματα οἰκεῖα σὲ μᾶς σχηματίζει τὴν εἰκόνα. Ἥ δὲ ἔλλαμψη τῶν ἐνδυμάτων Του δηλώνει τὴν μεταλλαγὴ τῶν σωμάτων μας.


Πράγματι, ἐμεῖς γίναμε γι’ Αὐτὸν ἔνδυμα, ἐφόσον περιεβλήθη τὴν σάρκα μας. Ἴσως μάλιστα τὸ μὲν πρόσωπό Του, πού ἔλαμψε σὰν τὸν ἥλιο, συμβολικῶς ὑπαινίσσεται τὸ δικό Του σῶμα, τὰ δὲ ἐνδύματά Του, λευκὰ σὰν χιόνι, συμβολίζουν ὅσους δι’ Αὐτοῦ καθαίρονται μὲ τὴν μεταμορφωτικὴ καὶ ἀλλοιώτικη δύναμή Του. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς καὶ παρομοιάζεται μὲ χιόνι τὸ ἔνδυμα, ἐπειδὴ καὶ αὐτὸ μεταποιούμενο καὶ ἐξαερούμενο ἔγινε ἀπὸ νερὸ χιόνι. Καὶ ὅσον ἀφορᾶ στὸ ὅτι ἔνδυμά Του ἔγινε αὐτὴ ἡ φύση μας, δίχως νὰ χάσει τὰ ἰδιώματά της, ἂς ἀκούσουμε τὸν Ἠσαΐα πού παρουσιάζει τὸν Θεὸ νὰ τοῦ λέει: «Ζῶ ἐγώ, λέγει ὁ Κύριος, καὶ ὅλους αὐτοὺς θὰ ἐνδύσει καὶ θὰ τοὺς στολίσει, ὅπως στολίζεται ἡ νύφη».


Μεταμορφώθηκε, λοιπόν, καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπό Του ὅπως ὁ ἥλιος καὶ τὰ ροῦχα Του ἔγιναν λευκὰ σὰν τὸ χιόνι. Καὶ φανερώθηκαν ἐνώπιόν τους ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας νὰ συνόμιλοῦν μὲ Αὐτόν. Ἔγιναν διορατικώτεροι οἱ ἀπόστολοι, ἀφοῦ συνυψώθηκαν μὲ τὸν Ἰησοῦ στὸ ὄρος καὶ μὲ δυσκολία κατάλαβαν τότε ὅτι ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Ἠλίας συνόμιλοῦν μὲ τὸν Ἰησοῦ, ἀφοῦ μεταμορφώθηκαν μαζί Του. Διότι, ἂν δὲν συμμεταμορφώνονταν, δὲν θὰ συνομιλοῦσαν. Μάλιστα κατὰ τὸν Λουκᾶ «συνομιλοῦσαν με τὸν Ἰησοῦ περὶ τῆς ἐξόδου πού ἔπρεπε νὰ πραγματοποιηθεῖ στὴν Ἱερουσαλήμ». Ἔτσι οἱ μαθητὲς ἄκουγαν ἀπὸ αὐτούς, ὅσα τοὺς εἶχε πεῖ κάποτε ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς δίχως τότε νὰ τὰ κατανοήσουν τότε πού καὶ ὁ Πέτρος φρονώντας τὰ τοῦ  κόσμου εἶχε ἐπιτιμήσει τὸν Ἰησοῦ, ὅταν εἶπε πώς ἔμελλε νὰ θανατωθεῖ ἀπό τούς ἀνθρώπους καὶ νὰ ἐγερθεῖ ἀπό τούς νεκροὺς μετὰ τρεῖς ἡμέρες. Συζητοῦν, λοιπόν, μὲ τὸν Ἰησοῦ ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας τουτέστι ὁ Νόμος καὶ οἱ Προφῆτες. Ὅταν μεταμορφωθοῦν οἱ λόγοι τους καὶ παραμεριστοῦν οἱ σκιὲς τοῦ νόμου, τότε θὰ πιστευθεῖ ὁ Μωϋσῆς, ὁ πιστὸς δοῦλος, πού τὰ πάντα ἔγραψε γιὰ τὸν Χριστὸ· καὶ ὁλοφάνερα θὰ παραστήσει μὲ τοὺς λόγους του τὴν ἔξοδό Του, πού ἔμελλε νὰ πραγματοποιηθεῖ στὴν Ἱερουσαλήμ. Προσωπικὰ δὲν μοῦ φαίνεται εὐφυὲς ἐρώτημα καὶ ἄξιο ἐξετάσεως τὸ ἀπὸ ποῦ καὶ πῶς καὶ ἀπὸ ποιὰ σημεῖα γνώρισαν οἱ μαθητὲς τοὺς Προφῆτες. Ἐφόσον εἶχαν φθάσει σὲ τόσο ὕψος, ὥστε νὰ ἀξιωθοῦν τέτοιας θεωρίας, τὴν ὁποία ὀνόμασε βασιλεία οὐρανῶν Αὐτὸς πού τοὺς ἀποκάλυψε τὸν ἑαυτὸ Του μαζὶ μέ τους Προφῆτες, πῶς ἦταν δυνατὸν νὰ ἀγνοοῦν τοὺς συμμύστες; Ὁπωσδήποτε και ἄν οἱ ἀπόστολοι ἦσαν προφῆτες καὶ προφῆτες πού συναντοῦν προφῆτες, ἔχουν μία καὶ τὴν αὐτὴ γνώση. Καὶ μάλιστα παρόντος τοῦ Ἰησοῦ, ὁ Ὁποῖος φώτιζε τὸ ἡγεμονικὸ καὶ μορφοποιοῦσε τὸν νοῦ σύμφωνα μὲ τὴν θεϊκή Του μορφή.


Προφήτης δὲν εἶναι μόνο αὐτὸς πού βλέπει τὰ μέλλοντα, ἀλλά καὶ αὐτός, πού μυεῖται στὴν ἀλήθεια τῶν παρόντων καὶ ἀποκτᾶ τὴν ἀληθινὴ γνώση. Ἡ γνώση εἶναι ἡ κάθαρση καὶ ὁ φωτισμὸς τοῦ ἡγεμονικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς, τοῦ νοῦ, πού γίνεται νοῦς Χριστοῦ μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἅγιου Πνεύματος.


«Τότε ἀποκρίθηκε ὁ Πέτρος καὶ εἶπε στὸν Ἰησοῦ· ‘Κύριε, εἶναι ὡραῖα νὰ μείνουμε ἐδῶ· ἐὰν θέλεις, νὰ φτιάξουμε τρεῖς σκηνὲς, μία γιὰ Σένα, μία γιὰ τὸν Μωϋσῆ καὶ μία γιὰ τὸν Ἠλία». Κατανοοῦσε ὁ Πέτρος τὴν διαφορὰ τῶν νοητῶν ἀπὸ τὰ αἰσθητὰ καὶ προτιμᾶ τὰ καλύτερα. Πλὴν ὅμως δὲν εἶναι ἀκόμη τέλεια ἡ γνώση του, καθόσον δὲν θὰ φρόντιζε γιὰ σκηνὲς στὸν χῶρο τῶν νοουμένων. Ἴσως ὅμως ἀγωνιοῦσε ἀκόμη γιὰ τὸν διδάσκαλο, γιὰ τὸν Ὁποῖον προελέχθη ὁ θάνατος. Γι’ αὐτὸν τὸν θάνατο, συζητοῦσαν καὶ οἱ φανερωθέντες μὲ τὸν Ἰησοῦ, καὶ ἀπὸ κοινοῦ ἔλεγαν ὅτι στὴν Ἱερουσαλὴμ θὰ γινόταν αὐτὴ ἡ ἔξοδος. Ἴσως γι’ αὐτὸ παρακαλοῦσε τὸν διδάσκαλο νὰ μείνει καλύτερα ἐκεῖ καὶ νὰ μὴ παραδώσει τὸν ἑαυτό Του στοὺς Φαρισαίους καὶ Γραμματεῖς, πού τὸν φθονοῦσαν. Τάχα νόμιζε ὅτι στὸ βουνὸ κανεὶς ἐπίβουλος δὲν θὰ ἔφθανε. Καὶ διαφορετικὰ δὲν μποροῦσε νὰ γίνει, τὸ νὰ βρίσκεται δηλαδὴ ταυτόχρονα στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ σὲ ἄλλο τόπο. Καλό, λοιπόν, εἶναι νὰ εἴμαστε ἐδῶ μὲ τὸν Μωϋσῆ καὶ τὸν Ἠλία, παρὰ νὰ πᾶμε πρὸς τοὺς ἀνίερους καὶ θεοκτὸνους ἱερεῖς. Στοχάσου καὶ τὸ λεγόμενο «ἂς φτιάξουμε ἐδῶ τρεῖς σκηνὲς· μία γιὰ σένα, μία γιὰ τὸν Μωϋσῆ καὶ μία γιὰ τὸν Ἠλία». Ὁ Λουκᾶς μάλιστα σχολιάζει: «Δίχως νὰ ξέρει τί λέει». Ἀγνοοῦσε δηλαδή, ἐνδιαφερόμενος τάχα γιὰ τὸν διδάσκαλο, ὅτι γινόταν ἐμπόδιο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου. Ὁ δὲ Μάρκος λέει: «Δὲν ἤξερε τί νὰ πεῖ» οὔτε τί νὰ σκεφθεῖ. Ἂς σταθοῦν ψηλότερα αὐτοὶ πού ἀνέβηκαν μὲ τὸν Ἰησοῦ σ’ ἕναν τέτοιο τόπο.


«Ἐνῶ ἀκόμη μιλοῦσε, νεφέλη φωτεινή τούς ἐπισκίασε· καὶ φωνὴ ἀκούσθηκε μέσ’ ἀπὸ τὴν νεφέλη νὰ λέει: «Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ὁ ἐκλεκτός μου, Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε». Σὰν ἄκουσαν οἱ μαθητές, ἔπεσαν μὲ τὸ πρόσωπο στὴν γῆ, γιατί φοβήθηκαν πάρα πολύ. Τότε τοὺς πλησίασε ὁ Ἰησοῦς, τοὺς ἄγγιξε καὶ εἶπε: «Σηκωθεῖτε καὶ μὴν φοβᾶσθε». Κι ἀφοῦ ἀνασήκωσαν τὰ μάτια, δὲν εἶδαν κανέναν ἄλλο παρὰ τὸν Ἰησοῦ μόνο Του». Ἐνῶ ὁ Πέτρος ἀκόμη ἔλεγε λόγους ἀγωνίας γιὰ τὸν διδάσκαλο, κατέβηκε φωτεινὸ σύννεφο καὶ τοὺς ἐπισκίασε. Καὶ φωνὴ ἀκούσθηκε μέσ’ ἀπὸ τὸ σύννεφο νὰ διορθώνει τὸν Πέτρο, ἴσως καὶ τοὺς συναδέλφους του, διότι κι αὐτοὶ μπορεῖ νὰ συμμερίζονταν τὴν γνώμη του καὶ νὰ ἤθελαν νὰ μείνουν στὸ βουνό.


Ὥστε δὲν πρέπει νὰ φρονοῦν τίποτε ἀντίθετο πρὸς τὸν ἀγαπητὸ Υἱό, ἀλλά νὰ Τὸν ἀκοῦν καὶ νὰ ἀκολουθοῦν τὸ θέλημά Του. Διότι αὐτὸ σώζει ὅλους τούς ἀνθρώπους. Τὴν δὲ ἑρμηνεία τῆς νεφέλης θὰ τὴν ἀναζητήσουμε σὲ ὅμοια ἀναφερόμενα στὴν Γραφὴ συμβάντα. Εἴδαμε καὶ τὸν Μωϋσῆ νὰ εἰσέρχεται στὴν νεφέλη, ὅταν αὐτὴ κάλυψε τὸ ὅρος στὴν ἔρημο Χωρήβ. Ἐκεῖ βεβαιώθηκε μὲ θεία φωνὴ ὅτι εἰσῆλθε στὸν γνόφο, ὅπου ἦταν ὁ Θεός. Κατόπιν, ὅταν τὴν σκηνὴ τοῦ μαρτυρίου διαφορετικὰ κάλυψε ἡ νεφέλη, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἀκουγόταν ὁ Θεὸς νὰ μιλᾶ στὸν Μωϋςῆ. Στῦλος πάλι νεφέλης προπορευόταν τοῦ λαὸῦ, δροσίζοντας τὴν ἡμέρα, φωτίζοντας τὴν νύχτα. Ἀλλά καὶ ὁ Ἠσαΐας προλέγει ὅτι ὁ Κύριος θὰ ἔλθει σὲ ἀνάλαφρη νεφέλη στὴν Αἴγυπτο. Ἀκόμη καὶ γιὰ τὸν Σολομώντα ἀκοῦμε ὅτι, ὅταν οἰκοδόμησε καὶ καθιέρωσε τὸν ναό, γέμισε τὸ κτίριο ἡ νεφέλη καὶ δὲν μποροῦσαν οἱ ἱερεῖς νὰ εἰσέλθουν καὶ νὰ ἱερουργήσουν μέσα σ’ αὐτήν. Αὐτὰ καὶ περισσότερα μποροῦμε νὰ συγκεντρώσουμε ἀπὸ ὅλη τὴν Γραφὴ γιὰ τὴν φανέρωση καὶ διασάφηση τοῦ ζητουμένου νοήματος, ὥστε νὰ δοῦμε τί ἦταν ἡ νεφέλη πού σκέπασε τὰ πρόσωπα πού φανερώθηκαν, κι αὐτὰ πού θεωροῦσαν, ἀπὸ ὅπου ἀκούσθηκε καὶ ἡ φωνή: «Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ὁ ἐκλεκτός μου. Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε».


Τὶς νεφέλες πού προαναφέραμε πρέπει νὰ θεωρήσουμε συγγενεῖς μεταξύ τους ἤ μᾶλλον δὲν θὰ διστάσουμε νὰ ποῦμε ὅτι πρόκειται περὶ μίας νεφέλης. Δὲν πρέπει νὰ νομίσουμε ὅτι εἶναι ἀναθυμίαση ἀπὸ τὴν γῆ ἡ ἐξαέρωση ὕδατος ἡ πύκνωση ἀέρος καὶ σὲ καμμιὰ περίπτωση ἀέριο τῦς σωματικῆς οὐσίας, ἀλλά ἐφικτὴ γνώση τῆς θείας φύσεως, πού φθάνει σέ μᾶς, τὴν ὁποία οἰκειότερα ἀποκαλοῦμε μεγαλοπρέπεια, καθὼς καὶ ὁ Δαβὶδ τὴν ὀνομάζει.


Ἐπειδὴ λοιπὸν εἶναι ἀνέφικτη ἡ κατανόηση τῆς θείας οὐσίας ἀπὸ αὐτοὺς πού ὑπόκεινται σὲ γέννηση καὶ φθορά, φανερώνεται σὲ μᾶς μὲ ὅλους τούς δυνατοὺς τρόπους, καὶ σ’ αὐτοὺς πού μετὰ ἀπὸ Αὐτὸν ἔμειναν κοντά Του, καθὼς βέβαια καὶ μὲ τοὺς Προφῆτες μᾶς μίλησε. Ἔτσι, ἀκούγοντας ἄνθρωπο νὰ λέει· «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Κύριος καὶ Θεός σας», δὲν πιστεύουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ὁ Ἠσαΐας στὴν προκειμένη περίπτωση, εἶναι ὁ Θεός, ἀλλά πιστεύουμε στὸν Θεὸ πού μιλᾶ ἐντός του. Ἔτσι, ἂν καὶ ἀπὸ τὴν νεφέλη ἐρχόταν ἡ φωνή, εἶναι φανερὸ πώς προερχόταν ἀπὸ τὸν Πατέρα, ὁ ὁποῖος ἐβρόντησε μέσω λογικῆς φύσεως πλησίον αὐτοῦ, μαρτυρώντας τοῦ Ἰησοῦ τὴν υἱότητα. Διότι ὑπάρχουν καὶ ὑποδεέστερες νεφέλες, πού δίνουν φωνὴ καὶ ἑρμηνεύουν μὲ λόγο κατὰ τὸ «φωνὴ ἔδωσαν οἱ νεφέλες», καὶ διατάζουν νὰ μὴ πέσει βροχὴ στὸν ἀκανθοφόρο ἀμπελώνα, τὸν σωματικὸ οἶκο τοῦ Ἰσραήλ. Λέω πώς αὐτοὶ εἶναι Προφῆτες, πού ρίχνουν σὰν βροχὴ τὸν λόγο καὶ ἀρδεύουν αὐτοὺς πού χρειάζονται πότισμα. Αὐτὴ ὅμως ἡ νεφέλη ξεπερνᾶ ὅλες τὶς ἄλλες καὶ ἐπισκιάζει ὅλους. Δηλαδὴ προνοεῖ γιὰ ὅλους. «Αὐτὸς λοιπόν, λέει, εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ὁ ἐκλεκτός μου. Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε». Δὲν ὀνομάζει τὸν Υἱὸ ἀγαπημένο, ἀλλά μᾶλλον ἀγαπητό. Ὁ ἀγαπώμενος δὲν εἶναι κατ’ ἀνάγκη καὶ ἀγαπητός. Ὁ ἀγαπητὸς ὅμως εἶναι καὶ ἀγαπώμενος. Διότι τὸ ἀγαπητὸ εἶναι πάντοτε ἀπὸ τὴν φύση τοῦ ἀγαπητὸ· τὸ δὲ ἀγαπώμενο ὁπωσδήποτε δὲν εἶναι ἀπὸ τὴν φύση του, ἀλλ’ ἡ ἀγάπη ὑπάρχει ὡς ἀποτέλεσμα ἀγαθῆς πρὸς αὐτὸ διαθέσεως.


Ὁ Υἱὸς λοιπόν, ἕνας, εἶναι καὶ τὰ δύο, καὶ ἀγαπητὸς καί, ἂς τὸ ποῦμε ἔτσι, ἐκλεκτός. Ἐπειδὴ προσέλαβε κάτι ἑτερούσιο ἀπ’ Αὐτόν, καὶ προσλήφθηκε τὸ ὄχι ὁμοούσιο μὲ τὴν ἀνάδειξη μιᾶς ὑποστάσεως. Καὶ ὑπέδειξε σὲ μᾶς ὁ Πατὴρ μὲ τὴν μαρτυρία Του τὴν ἑτερότητα ὄχι χωρίζοντας τὰ ἑνωμένα (τὸν Λόγο καὶ τὸν ἄνθρωπο) —πῶς νὰ χωρισθοῦν αὐτὰ πού ὁ Θεὸς ἕνωσε;— ἀλλά διδάσκοντας τὴν ἕνωση τῶν ἑτεροφυῶν καὶ Αὐτὸν πού προῆλθε ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἕνωση, τὸν ἕνα Υἱό, Χριστό, Κύριο, ἕναν Υἱὸ ἀγαπητό, τὸν Ὁποῖο εὐδόκησε ὁ Πατὴρ νὰ ἀκούει καὶ νὰ λατρεύει ὅλη ἡ κτίση.


Αὐτή, λοιπόν, τὴν μεγαλοπρεπῆ φωνὴ ἀκούγοντας οἱ ἀπόστολοι ἔπεσαν μὲ τὸ πρόσωπο στὴν γῆ, ὑποτασσόμενοι στὴν φωνὴ πού ἔφθασε ἀπὸ ψηλὰ καὶ «φοβήθηκαν πάρα πολύ». Φοβήθηκαν ἴσως γιὰ τὴν προηγούμενη ἀπείθεια, ἀφοῦ ἔμαθαν ὅτι φρονοῦσαν ἐνάντια στὴν εὐδοκία τοῦ Πατρὸς αἰσθανόμενοι ἀποτροπιασμὸ γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Υἱοῦ, μὲ τὸν ὁποῖο θάνατο προταμιευόταν γιὰ ὅλους τούς ἀνθρώπους ἡ σωτηρία, κατὰ τὴν ἀρχαία ἀπόφαση τοῦ Πατρός.


Κι ἐνῶ κείτονταν στὴν γῆ ἔντρομοι, «πλησιάζοντας ὁ Ἰησοῦς τοὺς ἄγγιξε καὶ εἶπε: σηκωθεῖτε καὶ μὴ φοβᾶσθε». Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ διώξει τὸν φόβο καὶ τὴν δειλία ἐκείνη παρὰ μόνο ὁ Υἱός, πού παραγγέλλει σὲ ὅσους τὸν πλησιάζουν νὰ ἔχουν πάντοτε θάρρος.


Αὐτοὶ ὑπάκουσαν καὶ ὕψωσαν τὰ μάτια σκοτεινιασμένα, ἴσως ἀπὸ τὸν φόβο. «Καὶ ἀφοῦ σήκωσαν τὰ μάτια, εἶδαν τὸν Ἰησοῦ μόνο». Μέχρι ἐδῶ ἦταν ἡ αἰνιγματώδης φανέρωση τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. «Καὶ ἐνῶ κατέβαιναν ἀπὸ τὸ βουνό, τοὺς διέταξε ὁ Ἰησοῦς λέγοντας: «Σὲ κανένα νὰ μὴν ἀποκαλύψετε τὸ ὅραμα, ἕως ὅτου ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἀναστηθεῖ». Γιατί ἄραγε τοὺς ἐμπόδισε νὰ διηγηθοῦν ὅσα εἶδαν καὶ νὰ φανερώσουν τὸ μυστήριο τῆς ἀναστάσεως; Διότι πρῶτα ἔπρεπε ὁ ἐκ νεκρῶν πρωτότοκος νὰ ἀναστηθεῖ πιστοποιώντας ἐμπράκτως τὴν ἀνάσταση, καὶ τότε νὰ γνωρισθεῖ μὲ τὴν μαρτυρία αὐτὴ ἡ κοινὴ ἀνάσταση ὅλων.


Πράγματι, ποιὸς θὰ πίστευε αὐτά, τὰ ὁποῖα δὲν πίστευσαν οἱ ἔγκριτοι τῶν ἀποστόλων; Ὁ Πέτρος μάλιστα καὶ βλάσφημο θεώρησε τὸν λόγο περὶ τοῦ θανάτου τοῦ Σωτήρα, ἕως ὅτου ἄκουσαν ἀπὸ ψηλὰ τὴν φωνὴ νὰ μαρτυρεῖ τὸν ἀγαπητὸ Υἱὸ καὶ νὰ προστάζει τὴν ὑπακοὴ σὲ Αὐτόν. «Αὐτὸν ἀκοῦτε», λέει, καὶ νὰ θεωρεῖτε νόμο ἀπαρασάλευτο ὅ,τι λέγεται ἀπὸ Αὐτόν. Κατ’ ἀνάγκη, λοιπόν, ζήτησε ἀπό τούς μαθητὲς νὰ σιωπήσουν, μέχρις ὅτου ὁ Ἴδιος στὸ τέλος νικήσει τὸν θάνατο, ὥστε νὰ μὴ συνηθίσουν νὰ ἄπιστοῦν οἱ ἀκροατὲς τῶν λόγων τους. Πράγματι, μετὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ Πρωτότοκου μὲ παρρησία διατράνωσαν τὴν κοινὴ ἀνάσταση καὶ τὴν μεταβολὴ ἀπὸ τὰ ὑλικὰ στὰ πνευματικὰ σώματα, κηρύττοντας σὲ ὅλους ὅτι, καθὼς «ὁ Χριστός, ἀφοῦ ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς, δὲν πεθαίνει πιὰ καὶ ὁ θάνατος δὲν κυριαρχεῖ ἐπάνω Του», ἔτσι καὶ ἐμᾶς θὰ κάμει συμμόρφους τῆς δόξας Του καὶ θὰ μετασχηματίσει τὰ σώματά μας σὲ πνευματικὰ καὶ ἄφθαρτα. Καὶ ἂν βαδίσουμε τὴν ὁδό της νέας ζωής, θὰ ἁρπαγοῦμε σὲ νεφέλες γιὰ νὰ ἀπαντήσουμε τὸν Κύριο στὸν ἀέρα καὶ ἔτσι πάντοτε θὰ εἴμαστε μαζὶ μὲ τὸν Κύριο.


 Σ’ Αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη στοὺς ἀτελεύτητους αἰῶνες. Ἀμήν.

Λόγος στὴν Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ

 ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΣΕΛΕΥΚΕΙΑΣ


Ὁ ἥλιος, σὰν ἁπλώνει στὴν γῆ τὶς ἀκτίνες του, καλύπτει τοὺς χοροὺς τῶν ἄστρων καὶ σκοτίζει τὸ φέγγος τῆς σελήνης, ἀφαιρώντας τὴν θέα τῶν φωτεινῶν σωμάτων μὲ τὴν ἀσύγκριτη λαμπρότητά του. Σταματᾶ τὴν νύχτα διαλύοντας μὲ τὸ φῶς τὸ σκοτάδι, ἐνδύει τὰ πάντα μὲ τὴν χάρη τοῦ φωτὸς ἀφαιρώντας τὸ μαῦρο τους ἔνδυμα καὶ δείχνει τὶς μεγάλες πεδιάδες στεφανωμένες μὲ ἄνθη, πορφυρὴ τὴν θάλασσα, καὶ αὐτὸς μόνος του καταυγάζει τὸ πρόσωπο τῆς ὁρατῆς κτίσεως.


Ὡστόσο, ἂν καὶ εἶναι τόσο μεγάλος, δὲν ἔφθασε ἀκόμη στὴν ἀκρότητα τοῦ φέγγους. Διότι ὀφθαλμοὶ θνητοὶ τολμοῦν καὶ τὸν βλέπουν, καὶ πολλὲς φορὲς ὁ δρόμος τοῦ σύννεφου ἀναχαίτισε τὶς μαρμαρυγές του, καὶ ὁ βαθὺς ἴσκιος τῶν δένδρων κάλυψε τὴν αὐγή, κι ἡ νύχτα, παίρνοντας θάρρος ἀπὸ τὸν νόμο τοῦ Δημιουργοῦ, μοιράζεται ἴσα τὸν χρόνο μαζί του. Ἐπειδὴ ἀκριβῶς ὁ ἀνθρώπινος βίος εἶναι πλήρης κόπων καὶ πόνων, γι’ αὐτὸ ὁ Κτίστης ἅπλωσε τὴν ἡμέρα πρὸς ἐργασίαν, ἡ δὲ νύχτα, ὅταν ἔλθει καὶ βρεῖ τὸν κουρασμένο, δίνει μὲ τὸ πλάγιασμα τὴν ξεκούραση, χαλαρώνει μὲ τὸν ὕπνο τὰ μέλη τοῦ σώματος, παρέχει χρόνο στὴν φύση νὰ συγκεντρώσει λίγο-λίγο τὴν δύναμή της.


Μέγα λοιπὸν καὶ λαμπρὸ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου καὶ σύμμετρο πρὸς τὶς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων. Ἄλλα δὲν εἶναι τέτοιας λογῆς τὸ φῶς τοῦ Δεσπότου —καὶ δὲν εἶναι βεβαίως σωστὸ νὰ παραβάλλεται τὸ κτίσμα πρὸς τὸν Κτίστη— οὔτε ἐκτιμᾶται μὲ σύγκριση πρὸς τὶς ἡλιακὲς ἀκτίνες τὸ φῶς πού δὲν καλύπτεται ἀπὸ τὶς διαδοχὲς τῆς νύχτας, ἀλλά εἶναι ἐκθαμβωτικὸ στοὺς ἀνθρώπους καὶ ἀπρόσιτο στοὺς ἀγγέλους. Μὲ αὐτὸ τὸ φῶς περιβαλλόμενος ὁ Δεσπότης Χριστός, ὡς νικητὴς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ θὰ ἔλθει κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία του πρὸς τοὺς ἀνθρώπους.


Τότε μεταβάλλοντας τὸ πολεμικὸ σχῆμα θὰ περιβληθεῖ τὴν στολὴ τοῦ νικητή. Καθὼς ὁ προφήτης λέει· «γιατί εἶναι κόκκινα τὰ ἱμάτιά σου;». Διότι τὸ ποτὸ τοῦ πολέμου κοκκίνησε τὸ ροῦχο τοῦ πολεμιστῆ. Ἐπειδὴ γιὰ τὸν Θεὸ σκοπὸς ὅλης της οἰκονομίας εἶναι τὸ ὄφελος τοῦ ἀνθρώπου, ποικιλοτρόπως ἀπεργάζεται τὸ σχέδιό Του καὶ ἐνδύεται σχήματα ταπεινὰ ἀναλόγως μὲ τὴν περίσταση. Ἔτσι, ὅταν κρύβεται ὁ πρωτόπλαστος, περπατώντας στὸν παράδεισο τὸν καλεῖ σὲ συζήτηση. Καὶ πάλι μιλᾶ στοὺς ἀνθρώπους μέσα ἀπὸ νεφέλη. Ἀλλά στοὺς ἔσχατους καιροὺς προσλαμβάνει τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ ἐμφανίζεται ἀκολουθώντας τοὺς σταθεροὺς νόμους τῆς φύσεως, πιστοποιώντας μὲ τὰ παθήματα τὴν γέννηση: τόκος καὶ φάτνη καὶ σπάργανα, περιτομὴ καὶ καθαρμὸς καὶ ἀντίδοση νομίμων λύτρων. Καὶ μαζὶ μὲ αὐτὰ σταυρὸς καὶ πάθος καὶ θάνατος. Αὐτὸ ἦταν τὸ ταπεινὸ σχῆμα τοῦ πρώτου μέρους τῆς οἰκονομίας, ὥστε ἡ ἐμφάνιση νὰ ἐξυπηρετεῖ τὴν ἀνάγκη. Ἀλλά στὸν καιρὸ τῆς δεύτερης ἐπιφάνειας τὸ σχῆμα ἀλλάζει. Δὲν εἶναι πιὰ ταπεινό, ὅπως ἄλλοτε, ἀλλά φοβερὸ καὶ λαμπρότατο.


Ἐκείνης λοιπὸν τῆς παρουσίας τὴν δόξα θέλοντας νὰ ἀποκαλύψει στοὺς μαθητές, εἶπε: «Εἶναι κάποιοι ἀπό σᾶς, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ γευθοῦν θάνατο, ἕως νὰ δοῦν τὸν Υιό τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἔρχεται μέσα στὴν δόξα τοῦ Πατρός Του». Ἐσεῖς μὲν βλέποντας τὴν ταπεινότητα τοῦ σχήματος μὲ τὴν ἄγνοιά σας, δὲν θεωρεῖτε τὸ βάθος τῆς κρυμμένης σοφίας, καὶ μέτρο τῆς γνώσεως γιὰ σᾶς γίνεται τὸ μέτρο τῆς ὄψεως. «Τόσον καιρὸ ἔχω κοντά σας καὶ δὲν μὲ γνωρίσατε;». Ε! αὐτὸ λοιπὸν ἀποκαλύπτω σὲ σᾶς μέρος τῆς ἀθέατης θέας καὶ βεβαιώνω μὲ τὴν θεωρία αὐτὴ τὶς μελλοντικὲς ἐλπίδες. Σᾶς μίλησα γιὰ τὸ πάθος καὶ ἡ ψυχὴ σας ναρκώθηκε. Εἶπα ὅτι πρέπει νὰ σταυρωθῶ καὶ ὁ λογισμὸς σας κατέρρευσε ἀπ’ τὸν τρόμο. Εἶπα: «ἐὰν θέλει κανεὶς νὰ ἔλθει μαζί μου, ἂς ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του, ἂς σηκώσει τὸν σταυρό του καὶ ἂς μὲ ἀκολουθήσει». Ἀλλά μὲ τὴν μνήμη τοῦ πάθους καὶ ἡ σταθερότητα χανόταν.


Εἶπα: «τί ὠφελεῖται ὁ ἄνθρωπος, ἐὰν κερδίσει τὸν κόσμο ὅλο καὶ ζημιώσει τὴν ψυχή του;». Πλὴν ὅμως μὲ τοὺς λόγους δὲν ἐκρίζωνα τὸν φόβο σας· μόνο ἔμενε τὸ πάθος ἀκίνητο. Εἰσήγαγα ἀδωροδόκητο κριτή, πού δὲν ἐξαργυρώνει μὲ δῶρα τὰ πταίσματα, λέγοντας «τί θὰ δώσει ὁ ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς του;» κι ἦταν ὁ λόγος ἀνάμεσά σας ἀμφίβολος. Εἶπα: «θὰ ἔλθει ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου στὴν δόξα Του» καὶ νομίσατε ὅτι μυθολογῶ. Ἐπειδὴ λοιπὸν εἶναι ἀνεπαρκὴς ὁ λόγος, θὰ διδάξουν τὰ πράγματα: «Εἶναι κάποιοι ἀπό σᾶς ἐδῶ, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ γευθοῦν θάνατο, ἕως νὰ δοῦν τὸν Υἱό τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἔρχεται στὴν δόξα τοῦ Πατρός του». Δὲν εἶναι ἀκόμη ὁ χρόνος τῆς μέλλουσας παρουσίας. Πρέπει νὰ στηθεῖ ὁ σταυρός, νὰ δεθεῖ ὁ ἅδης, νὰ δοθεῖ στοὺς νεκροὺς τὸ μήνυμα τῆς ἐλευθερίας, ὁ ἐκ νεκρῶν ἀναστάς νὰ ἀνέλθει στούς οὐρανούς, νὰ γίνει παντοῦ ὁ ἀγώνας τοῦ κηρύγματος, πρέπει μὲ τὸ κήρυγμα νὰ διαδοθεῖ καὶ νὰ ἐπικρατήσει τὸ εὐαγγέλιο καὶ τότε νὰ φανεῖ ὁ εὐαγγελιζόμενος. Ἀλλά σὲ σᾶς, τοὺς μαθητές μου σπεύδω νὰ χαρίσω ἀπὸ τώρα μιὰ εἰκόνα τῆς παρουσίας, ὥστε, ἔχοντας τρυγήσει πρόωρη θέα, νὰ ἔχετε τὰ τωρινὰ πιστοποίηση τῶν μελλόντων. Εἶναι κάποιοι ἀπ’ αὐτοὺς πού βρίσκονται ἐδῶ —κάποιοι, ὄχι ὅλοι. Ὁπωσδήποτε δὲν κάνω φανερὴ σὲ ὅλους τὴν θέα· αὐτὸ πού ἔγινε ὁρατὸ ἂς μείνει καὶ μετὰ τὴν θέα μυστήριο.


Αὐτὰ ἀφοῦ εἶπε, «παραλαμβάνει τρεῖς μαθητές του, τὸν Πέτρο, τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη». Αὐτοὺς κατέστησε θεατές, τοὺς ἄλλους ἄφησε ἀκροατές. Καὶ «τοὺς ἀνέβασε σὲ ὄρος ὑψηλό». Καλῶς λέει «ὑψηλό», ὥστε καὶ τὸ ὄρος νὰ γειτνιάζει μὲ τὸν οὐρανό, καθὼς ὁ Παῦλος κήρυττε «θὰ ἁρπαγοῦμε σὲ νεφέλες, γιὰ νὰ ἀπαντήσουμε τὸν Κύριο στὸν ἀέρα». Καὶ τώρα ἀναζητᾶ τόπο νὰ συνυψώνεται μὲ τὰ σύννεφα. Οἱ μὲν θεατές, λοιπόν, εὐπρεπεῖς. οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ μὲ τὶς ἐλπίδες ἀναπτερώνονταν καὶ ἡ ψυχὴ μὲ δέος τῆς θέας ἔτεκε τὸν πόθο. Ἔτσι ἐνῶ ἀπέβλεπαν πρὸς τὸ μέλλον, ξαφνικὰ μεταμορφώνεται ὁ Χριστὸς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν, τὴν μορφὴ μεταβάλλει καὶ ἐνδυόμενος χιτώνα φωτὸς δείχνει θέαμα ἀπαστράπτον.


Ὢ τοῦ θαύματος! Ἀπὸ ἀνθρώπινη μορφὴ ἐκτοξεύονταν ἀκτίνες, πού ἀποστέλλονταν μὲ θεϊκὲς ἐνέργειες. Εἶδε ὁ ἥλιος αὐτὸ πού δὲν εἶχε γνωρίσει προηγουμένως καί, ἀφοῦ διδάχθηκε ἀπὸ τὸ φέγγος ἄλλου φωτός, κρύβεται. «Σταμάτησες κάποτε, ἥλιε, ἀναμένοντας τὴν νίκη τῶν Ἑβραίων. Σεβάστηκες διαταγὴ τοῦ στρατηγοῦ Ἰησοῦ, τιμώντας τὸ δεσποτικὸ ὄνομα τοῦ ὁμοδούλου. Τώρα εἶδες φῶς, πού δὲν εἶχες δεῖ ποτέ». Αὐτὴ τὴν θεωρία διηγούμενοι οἱ συγγραφεῖς τῶν εὐαγγελίων χρησιμοποιοῦν διαφορετικὲς ἐκφράσεις, μὴ δυνάμενοι νὰ παραστήσουν μὲ λόγους τὸ ὅραμα. Ὁ ἕνας λέει: «ἔλαμψε τὸ πρόσωπό Του σὰν τὸν ἥλιο», μὴ ἔχοντας ἄλλη λαμπρότερη εἰκόνα. Ὁ ἄλλος: «ἔλαμψαν τὰ ἱμάτιά Του ὅπως τὸ φῶς». Προβαίνουμε δηλαδὴ σὲ συγκρίσεις μὲ μέτρο αὐτὰ πού βλέπουμε. Ἀδυνατεῖ μαζὶ καὶ ἡ κτίση νὰ προσφέρει εἰκόνα, γιὰ νὰ παραβληθεῖ τὸ θέαμα. Ἂς βεβαιώσουν τὰ μάτια. Ἡ γλώσσα δὲν ἔμαθε γι’ αὐτὰ νὰ μιλάει.


Ἡ θέα λοιπὸν περιβάλλοντας τοὺς θεατὲς μὲ τὴν λαμπρότητα αὐτῶν πού ἔβλεπαν, ὑποδήλωσε τὸν μέλλοντα κριτὴ τῆς οἰκουμένης. Ἐμφανίσθηκαν δὲ ἀνάμεσά σας οἱ κορυφαῖοι στὴν ἀρετὴ μεταξὺ τῶν ζώντων καὶ τῶν νεκρῶν, γιὰ νὰ κηρύξουν στοὺς παρόντες τὸν Δεσπότη δικαστὴ ζώντων καὶ νεκρῶν. Ὁ Μωυσῆς, ἀφοῦ ἔγινε ἀρχηγέτης καὶ ἐργάτης τῆς ἀρετῆς καὶ νομοθέτης, πεθαίνει καὶ ἀποχωρίζεται τὴν ζωή. Κι ὁ Ἠλίας πυρακτωμένος ἀπὸ θεῖο ζῆλο ἔγινε ἡνίοχος πυρὸς καὶ ἱππεύοντας στὸν ἀέρα ὑπερπήδησε τοὺς νόμους τῆς φύσεως, βρίσκοντας ὁδό ἀνώτερη τοῦ θανάτου.


Σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο θυμήσου τὶς ἐρωτήσεις τοῦ Δεσπότη καὶ τὶς ἀποκρίσεις τῶν μαθητῶν, πού τὸν ὀνόμαζαν ἄλλοι Ἠλία κι ἄλλοι ἕναν ἀπό τους προφῆτες. Βλέποντάς Τον ὅμως τώρα προσκυνούμενο ἀπό τούς προφῆτες… Ὁ Μωυσῆς ἱκετεύει, ὁ Ἠλίας ὑποκλίνεται δίνοντας μαρτυρία ὅτι ὁ παρὼν εἶναι Δεσπότης καὶ ὄχι δοῦλος. Ἀλλ’ ὁ Πέτρος μολονότι βλέπει αὐτὰ δὲν διδάσκεται. Στέκει σὰν κατακεραυνωμένος ἐνώπιον πρωτοφανῶν θαυμάτων. Ἀπὸ τὴν εὐχαρίστηση γιὰ ὅσα βλέπει, ξεχνᾶ τὰ πάντα. Δένεται στὸν τόπο ἀπὸ χαρὰ μεγάλη διακατεχόμενος. «Ἂς κάνουμε, λέει, τρεῖς σκηνές, μία γιὰ σένα, μία γιὰ τὸν Μωυσῆ καὶ μία γιὰ τὸν Ἠλία». Ἀποδεικνύει τὴν ἄγνοιά του, συναριθμώντας τὸν Δεσπότη στοὺς δούλους, θεωρώντας ὁμότιμους Δεσπότη καὶ ὑπηκόους. Ὡστόσο δὲν παρέμεινε στῆς ἄγνοιας τὸ πάθος ὁ Πέτρος. Βροντὴ ἦλθε ἀπ’ τὸν οὐρανὸ καὶ θεραπεύει μὲ τὸν φόβο τὴν ἄγνοια, σὰν νὰ φώναζε μὲ τὸν ἦχο τὰ ἀκόλουθα: Γιατί συναριθμεῖτε μὲ τοὺς δούλους τὸν Δεσπότη; Θέλετε νὰ μάθετε τὴν διαφορά; Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός. Ἐκείνους δημιούργησα δούλους, Αὐτὸν τὸν γέννησα Υἱὸ ἐκ τῆς οὐσίας μου. Δικός μου Υἱὸς εἶναι, κι ἂς ἔχει περιβληθεῖ μορφὴ δούλου γιὰ χάρη σας. Ἀπρόσιτο ἔχει τὸ φῶς, ἀκόμα κι ἂν ἔκανε ὁρατὲς γιὰ σᾶς τὶς ἀκτίνες.


Μακάρια τὰ μάτια ἐκεῖνα  πού εἶδαν τὸν Χριστὸ στολισμένο ὡς νυμφίο. Μακάρια τὰ μάτια πού εἶδαν σὲ ἤπιο σχῆμα τὴν φοβερὴ ἡμέρα της κρίσεως. Διότι ἔβλεπαν μὲ χαρὰ αὐτὰ πού ἄλλοι θὰ δοῦν μὲ τρόμο. Ἀλήθεια, ποιὰ μάτια θὰ μπορέσουν νὰ ἀντέξουν τὴν φοβερὴ ἡμέρα τῆς κρίσεως, ὅταν ἡ γῆ θὰ κλονίζεται καὶ ἡ θάλασσα, βγάζοντας στὴν ἐπιφάνεια τὰ ἀπὸ τὸν ‘Ἀδὰμ ἀνθρώπινα σώματα, καὶ οἱ ἄνθρωποι μαζὶ μὲ τὶς οὐράνιες δυνάμεις θὰ τρέμουν μὴ ὑποφέροντας τὸν φόβο; Τυλίγεται σὰν εἰλητάρι ὁ οὐρανὸς στὴν παρουσία τοῦ Βασιλιά. Ξαφνικὰ οἱ δορυφόροι ἀφαιροῦν τὰ καταπετάσματα τῶν θυρῶν. Καὶ μὲ τὸ ἄνοιγμα τ’ οὐρανοῦ παρουσιάζονται προτρέχοντας μὲ λαμπρότητα οἱ τάξεις τῶν ἀγγελικῶν δυνάμεων, χίλιες χιλιάδων ἀγγέλων καὶ μύριες μυριάδες. Φαίνεται δὲ κατερχόμενος ὁ Δεσπότης ἀκτινοβολώντας ἄπλετο φῶς στὰ σύμπαντα. Ποιὸς λοιπὸν θὰ ὑπομείνει αὐτὴ τὴν θέα; Ποιὸς θὰ μετρήσει τὸν φόβο; Ἐὰν τὶς συνεχεῖς λάμψεις τῆς ἀστραπῆς δὲν ὑπομένουμε, ἀλλά πολλὲς φορὲς ἡ λάμψη μᾶς ρίχνει στὸ ἔδαφος, τί θὰ συμβεῖ σ’ αὐτὸν πού ἀντικρύζει τὴν ἀνατολὴ Ἐκείνου πού προκαλεῖ τὴν ἀστραπή; Ὅταν ἦχοι σαλπίγγων καλοῦν τοὺς νεκροὺς ἀπό τούς τάφους, ὅταν σπάζουν τὰ μνήματα ἀπελευθερώνοντας τοὺς δεσμῶτες, ὅταν κρίνονται προθέσεις καὶ πράξεις καὶ σκέψεις, ὅταν προσάγεται δεσμώτης ὁ διάβολος καὶ εἰσπράττει τὴν τιμωρία του γιὰ τοὺς τυραννικοὺς λογισμοὺς (τοὺς ὁποίους ὑπέβαλλε στοὺς ἀνθρώπους), ὅταν χωρίζονται οἱ ὁμάδες τῶν ἀνθρώπων, ποιὸς καὶ σὲ ποιὰ μερίδα θὰ ἔχει τὸν κλῆρο του;


Ὅταν ζῶντες μαζὶ καὶ πεθαμένοι συρρέουν, ποιὸς θὰ εἶναι τοῦ δικαστὴ Χριστοῦ καὶ ποιὸς τοῦ κατάκριτου ληστή; Κοινὴ ἀπὸ ὅλους ἡ προσκύνηση. Ἐπειδὴ ἡ ταχύτητα τῆς ἀναστάσεως φέρνει τοὺς νεκροὺς μαζὶ μὲ τοὺς ζωντανούς, σύμφωνα μὲ τὸν μακάριο Παῦλο, πού λέει ὅτι «ἐμεῖς οἱ ζῶντες, πού θὰ ἔχουμε ἀπομείνει, δὲν θὰ προηγηθοῦμε αὐτῶν πού θὰ ἔχουν κοιμηθεῖ». Ἔτσι κανεὶς νεκρὸς δὲν θὰ ἀργοπορήσει ἐξ αἰτίας τοῦ τάφου. Ὅλοι λοιπὸν τὴν ἀπόφασή Του ἀναμένουν ἔμφοβοι, μὴ γνωρίζοντας ἂν θὰ ἀκούσουν τὸ «ἐλᾶτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου» ἤ «πηγαίνετε ἔξω στὸ σκοτάδι, πού ἔχει ἑτοιμασθεῖ γιὰ τὸν διάβολο καὶ τοὺς ἀγγέλους του».


Ἔτσι ζυγίζοντας τὰ ἔργα δίνει στὰ πράγματα τὸ πρόσφορο τέλος τους. Εἰκόνες αὐτῆς τῆς στιγμῆς ἔδωσε ὁ Δεσπότης στοὺς ἀποστόλους. Ὥστε ἐμεῖς ἀναλογιζόμενοι τὸν φόβο ἐκεῖνο, νὰ μεταβάλουμε ὅσο εἶναι καιρὸς τὸν βίο μας, μὲ ἀγαθὰ ἔργα νὰ κερδίσουμε τὴν παρρησία καί, προτοῦ φθάσει ἡ Κρίση, νὰ προετοιμάσουμε τὴν ἀπολογία μας. Ἂς μὴ συγκατακριθοῦμε μὲ τὸν κρινόμενο ἐχθρό, ἀλλά μαζὶ μὲ τὸν Χριστό, πού μᾶς ἀγαπᾶ, ἂς ἀνέβουμε στὸν οὐρανό, γενόμενοι κληρονόμοι Θεοῦ καὶ συγκληρονόμοι Χριστοῦ.


Διότι σ’ Αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ προσκύνηση, μαζὶ καὶ στὸν ἄναρχο Πατέρα καὶ στὸ Πανάγαθο καὶ Ζωοποιὸ καὶ ὁμοούσιο Πνεῦμα τώρα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΘΕΙΑ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ

 ΑΓ. ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ


Αὐτοί πού καλά γνωρίζουν νά ἀγωνίζονται γιά ἕνα βραβεῖο κατά τούς ἀθλητικούς ἀγῶνες, εὐχαριστιοῦνται ἀπό τά χειροκροτήματα τῶν θεατῶν καί μέ τῶν ἐπάθλων τήν ἐλπίδα ἔντονα παρακινοῦνται πρός τήν νίκη, πού ἁρμόζει σ᾽ αὐτά. Ἀσφαλῶς ὅμως καί ὅσοι ἔχουν σφοδρή ἐπιθυμία νά ἐπιτύχουν τά θεῖα χαρίσματα καί διψοῦν νά γίνουν μέτοχοι τῆς ἐλπίδας πού ἔχει ἑτοιμαστεῖ γιά τούς ἁγίους, ἀφενός ἀναλαμβάνουν μετά χαρᾶς τούς ἀγῶνες χάριν τῆς εὐσέβειας πρός τόν Χριστό.


Ἀφετέρου τήν τιμημένη καί ἔνδοξη ζωή κατορθώνουν ὄχι μέ τό νά προτιμοῦν τήν τεμπελιά, πού εἶναι στερημένη ἀπό μισθό, οὔτε βέβαια ἀγαπώντας τήν ἄνανδρη δειλία, ἀλλά πιό πολύ κινούμενοι μέ ἀνδρεία ἐναντίον κάθε πειρασμοῦ καί συνεπῶς μέ τό νά κρίνουν σχεδόν ὡς ἀνάξεις λόγου τίς ἐπιθέσεις πού προέρχονται ἀπό τούς διωγμούς. Ἔτσι θεωροῦν πλοῦτο τό νά ὑποστοῦν παθήματα γιά χάρη Του. Διότι ἀνακαλοῦν στήν μνήμη τους τόν μακάριο Παῦλο, πού ἔγραφε ὅτι δέν ἔχουν ἀξία τά παθήματα τῆς ἐδῶ ζωῆς ἐμπρός στήν δόξα πού πρόκειται νά φανερωθεῖ σ᾽ ἐμᾶς.


Πρόσεχε, λοιπόν, οἰκονομία ἐξαίρετη πού χρησιμοποιεῖ καί τώρα ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, πρός ὠφέλειαν καί οἰκοδομή τῶν ἁγίων ἀποστόλων. Εἶπε σ᾽ αὐτούς: «Ἄν κανείς θέλει νά μέ ἀκολουθήσει, ἄς ἀπαρνηθεῖ τόν ἑαυτό του καί ἄς σηκώσει τόν δικό του σταυρό καί ἄς μέ ἀκολουθεῖ. Διότι αὐτός πού θέλει νά σώσει τήν ζωή του θά τήν χάσει· αὐτός ὅμως πού θά χάσει τήν ζωή του γιά χάρη μου, θά τήν βρεῖ» (Ματθ. 16, 24-25).


Σωτήριο βέβαια τό παράγγελμα καί ταιριαστό σέ ἁγίους. Καί γίνεται τοῦτο πρόξενος τῆς δόξας, γιά τήν ὁποία κάναμε λόγο παραπάνω, καί τήν χαρά γιά ὅ,τι θά γευθεῖ στό τέλος ὁ ἄνθρωπος δημιουργεῖ ἐντός του. Διότι τό νά ἐπιλέξει κανείς τά πάθη γιά τόν Χριστό δέν μένει χωρίς ἀμοιβή, ἀλλά μᾶλλον προσπορίζει ὡς διαρκές καί ἀναφαίρετο ἀπόκτημα τήν μετοχή στήν αἰώνια ζωή καί δόξα. Ὡστόσο, ἐπειδή ἀκόμη δέν εἶχαν τήν ἐξ ὕψους δύναμη οἱ μαθητές, φυσικό ἦταν νά πέσουν ἴσως κάπου θύματα ἀνθρώπινης ἀσθένειας, ὁπότε νά βάλουν μέ τόν νοῦ τους καί νά ποῦν μέσα τους: πῶς μπορεῖ νά ἀπαρνηθεῖ κάποιος τόν ἑαυτό του; Ἤ πῶς γίνεται, ἀφοῦ χάσει κάποιος τήν ζωή του, νά τήν βρεῖ πάλι; Καί ποιό γιά ὅσους τοῦτο πάθουν τό ἰσάξιο θά εἶναι βραβεῖο; Ἤ, ἐπίσης, τί λογῆς χαρισμάτων θά εἶναι μέτοχος; Γιά νά τούς ἀφήσει, λοιπόν, μακρυά ἀπό τέτοιες σκέψεις καί τέτοιους λόγους καί, ὅπως μέ τήν κατεργασία κανείς ἀλλάζει τό σχῆμα στά μέταλλα, νά τούς ἀναμορφώσει γενναίους, κάμνοντας νά γεννηθεῖ μέσα τους ἡ ἐπιθυμία τῆς ὡραίας αὐτῆς δόξας, «Λέγω σέ σᾶς», λέει, «εἶναι κάποιοι ἀπ᾽ αὐτούς πού βρίσκονται ἐδῶ, οἱ ὁποῖοι δέν θά γευθοῦν θάνατο, ἕως ὅτου δοῦν τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ» (Ματθ. 16, 28). Μήπως τόσο πολύ θά ἐκταθεῖ γι᾽ αὐτούς τό ὅριο τῆς ζωῆς τους, ὥστε σ᾽ ἐκεῖνα νά φτάσουν τά χρόνια, ὕστερα ἀπό τά ὁποῖα, στήν συντέλεια τοῦ αἰῶνος, θά κατεβεῖ ἀπ᾽ τούς οὐρανούς καί θά ἀποκαταστήσει τούς ἁγίους στήν ἑτοιμασμένη γιά χάρη τους βασιλεία; Βέβαια καί μέχρι τοῦτο μποροῦσε νά φτάσει ἡ δύναμή του. Διότι ὅλα μπορεῖ καί τίποτα δέν εἶναι ἀδύνατο ἤ ἀκατόρθωτο γιά τήν ἄκρα παντοδυναμία τοῦ νεύματός Του. Βασιλεία ὅμως λέει τήν ἴδια τήν θέα τῆς δόξας, πού μέσα της καί ὁ ἴδιος θά ἐμφανιστεῖ ἐκεῖνο τόν καιρό, ὅταν θά λάμψει πάνω ἀπ᾽ ὅσους βρίσκονται στήν γῆ. Διότι θά ἔρθει μέσα στήν δόξα τοῦ Θεοῦ καί Πατρός καί ὄχι φυσικά μέ τήν εὐτέλεια πού χαρακτηρίζει ἐμᾶς.


Πῶς, λοιπόν, ἤθελε νά καταστήσει θεατές τοῦ θαύματος αὐτούς πού δέχθηκαν τήν ὑπόσχεση; Ἀνεβαίνει στό ὄρος ἔχοντας τρεῖς ἀπ᾽ αὐτούς, τούς ὁποίους ἐπέλεξε. Ἔπειτα μεταβάλλεται σέ μιά ἀσυνήθιστη καί στόν Θεό ταιριαστή λαμπρότητα, ἔτσι πού καί ὁ ρουχισμός Του, καθώς δέχεται τό φῶς, νά δίνει τήν ἐντύπωση τοῦ ἄκρως φωτεινοῦ. Μετά ὁ Μωυσῆς καί ὁ Ἠλίας, πού μόλις εἶχαν ἔρθει καί στάθηκαν γύρω ἀπ᾽ τόν Ἰησοῦ, συζητοῦσαν γιά τήν ἔξοδό Του, τήν ὁποία ἐπρόκειτο νά ὁλοκληρώσει στήν Ἱερουσαλήμ, δηλαδή γιά τό μυστήριο τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας καί τό σωτήριο πάθος, λέω, πού ἐπιτελέστηκε πάνω στόν τίμιο Σταυρό. Ἀφοῦ μάλιστα ἀληθεύει ὅτι ὁ νόμος πού δόθηκε μέ μεσάζοντα τόν Μωυσῆ, καθώς καί ὁ λόγος τῶν ἁγίων Προφητῶν, τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ προανήγγειλαν: ὁ πρῶτος μέ τύπους καί σκιές ζωγραφίζοντάς το σχεδόν ὅπως στό σανίδι· οἱ ἄλλοι ἔχοντας προείπει μέ πολλούς τρόπους ὅτι θά γίνει ὁρατός σέ καιρούς ὁρισμένους μέ τήν μορφή τήν δική μας καί ὅτι γιά τήν σωτηρία καί τήν ζωή ὅλων τῶν ἀνθρώπων δέν θά ἀποφύγει τό πάθημα τοῦ θανάτου πάνω σέ ξύλο. Λοιπόν, ἡ ἐμφάνιση δίπλα σ᾽ Αὐτόν τοῦ Μωυσῆ καί τοῦ Ἠλία καί ἡ προσομιλία τῶν ἴδιων μεταξύ τους ἦταν κάποια οἰκονομία, ἡ ὁποία πολύ καλά, ὁλοφάνερα παρουσίαζε νά περιστοιχίζεται ἀπό ἐπίσημους ὑπηρέτες τόν Νόμο καί τούς Προφῆτες ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός. Ἐπειδή καί τοῦ Νόμου καί τῶν Προφητῶν ἐξουσιαστή τόν παρουσίασαν, πρίν φανεῖ, μέ ὅσα οἱ ἴδιοι προεκήρυξαν μεταξύ τους σύμφωνα. Δέν εἶναι δηλαδή ἀσυμβίβαστα τά προφητικά λόγια πρός αὐτά πού γνωστοποιήθηκαν μέ τόν Νόμο. Καί αὐτό τό νόημα ἔχει, νομίζω, τό νά ἀπευθύνουν ὁ ἕνας στόν ἄλλο τόν λόγο, ὁ ἱερότατος Μωϋσῆς καί ὁ πανάριστος ἀπ᾽ τους Προφῆτες. Αὐτός ἦταν ὁ Ἠλίας.


Ὑπάρχει ὅμως καί κάτι ἄλλο νά ἐξετάσουμε. Ἐπειδή τά πλήθη ἔλεγαν, ἄλλοι πώς εἶναι ὁ Ἠλίας, ἄλλοι ὁ Ἱερεμίας, ἄλλοι ἕνας ἀπ᾽ τούς Προφῆτες, τούς κορυφαίους παίρνει, γιά νά δοῦν κι ἀπ᾽ ἐδῶ τήν διαφορά τοῦ δούλου καί τοῦ κυρίου.


Ἀλλά ὕστερα ἀπ᾽ αὐτό μποροῦμε νά μιλήσουμε καί γιά ἕνα ἄλλο νόημα. Ἐπειδή δηλαδή συνεχῶς τοῦ προσῆπταν τήν κατηγορία τῆς παραβάσεως τοῦ Νόμου καί τόν θεωροῦσαν βλάσφημο, γιατί, καθώς πίστευαν, σφετερίζεται δόξα πού δέν τοῦ ἁρμόζει, τήν δόξα τοῦ Πατρός, καί ἔλεγαν: «Αὐτός δέν εἶναι ἀπό τόν Θεό, διότι δέν τηρεῖ τήν ἀργία τοῦ Σαββάτου» (Ἰω. 9, 16)· καί πάλι: «Γιά καλό ἔργο δέν θέλουμε νά σέ λιθοβολήσουμε, ἀλλά γιά βλασφημία καί ἐπειδή, ἄν καί εἶσαι ἄνθρωπος, κάμνεις τόν ἑαυτό σου Θεό» (Ἰω. 10, 33). Γιά νά ἀποδειχθεῖ ὅτι καί οἱ δύο κατηγορίες γεννήθηκαν ἀπό φθόνο καί ὅτι δέν τόν βαρύνει ἐνοχή γιά κανένα ἀπό αὐτά τά δύο καί πώς οὔτε τοῦ Νόμου παράβαση εἶναι αὐτό πού συμβαίνει, οὔτε αὐθαίρετη οἰκειοποίηση δόξας ἀταίριαστης στό πρόσωπό Του, δηλαδή τό νά αὐτοχαρακτηρίζεται ἴσος μέ τόν Πατέρα, γι᾽ αὐτό ἐμφανίζει αὐτούς πού ἔλαμψαν στόν καθένα ἀπό τούς δύο αὐτούς πνευματικούς τομεῖς. Ἀσφαλῶς ὁ Μωυσῆς τόν Νόμο ἔδωσε καί, συνεπῶς, μποροῦσαν νά ἐννοήσουν οἱ Ἰουδαῖοι ὅτι δέν θά ἀνεχόταν νά καταπατεῖται ὁ Νόμος, ὅπως νόμιζαν· οὔτε τοῦ Νόμου τόν παραβάτη, αὐτόν πού κατεπάτησε τόν Νόμο ἐχθρό θά ὑπηρετοῦσε. Καί ὁ Ἠλίας, ὅμως, γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ ἔγινε ζηλωτής. Ἔτσι, ἄν ἦταν ἀντίθεος καί Θεό τόν ἑαυτό του ὅριζε, ἴσο μέ τόν Πατέρα, δίχως νά εἶναι αὐτό γιά τό ὁποῖο ἔκανε ἀπρεπῶς λόγο, δέν θά παρευρισκόταν ὁ ἴδιος ὁ Ἠλίας καί δέν θά ὑπάκουε.


Εἶναι ὅμως δυνατόν καί γιά μιάν ἄλλη αἰτία νά μιλήσουμε, μαζί μέ αὐτά πού ἔχουν ἤδη ἐκτεθεῖ. Γιά ποιά λοιπόν; Γιά νά μάθουν ὅτι πάνω καί στήν ζωή καί στόν θάνατο ἔχει ἐξουσία, καί στά ἄνω καί στά κάτω κυριαρχεῖ. Γι᾽ αὐτό καί ἐκεῖνον πού ζεῖ καί ἐκεῖνον πού ἔχει πεθάνει ἐμφανίζει. Μάλιστα, ὅσο διήρκεσε ἡ ἐμφάνισή τους δέν ἔμεναν σιωπηλοί, ἀλλά ἔλεγαν γιά τήν δόξα, τήν ὁποία ἐπρόκειτο πλήρη νά λάβει στήν Ἱερουσαλήμ – πράγμα πού δηλώνει καί τό Πάθος καί τόν Σταυρό καί μεταξύ αὐτῶν καί τήν Ἀνάσταση.


Ἀλλά, βέβαια, τούς μακάριους μαθητές γιά λίγο τούς παίρνει κάπως ὁ ὕπνος, ἐπειδή καταγινόταν ἀκούραστα στήν προσευχή ὁ Χριστός. Σημειώνονταν δηλαδή ἀπαράλλακτες οἱ ἀνθρώπινες καταστάσεις μέσα στά πλαίσια μιᾶς οἰκονομίας. Ἔπειτα, σάν ξύπνησαν, βλέπουν τήν τόσο σεβάσμια καί παράδοξη μεταβολή. Ὅμως, καθώς ἴσως νόμισε ὁ θαυμάσιος Πέτρος ὅτι μπορεῖ καί νά εἶχε φτάσει ὁ καιρός τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἀποδέχεται βέβαια τήν διαμονή στό ὄρος, ἀλλά ζητᾶ νά γίνουν τρεῖς σκηνές δίχως νά ξέρει τί λέει. Διότι δέν ἦταν καιρός τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος, οὔτε βέβαια ἀνῆκε στόν παρόντα χρόνο τό νά μετάσχουν οἱ πιστοί σ᾽ αὐτό πού ἤλπισαν σύμφωνα μέ τήν θεία ὑπόσχεση. Διότι ὁ Παῦλος λέει: «Αὐτός θά μεταμορφώσει τό σῶμα τῆς μικρότητάς μας, γιά ν᾽ ἀποκτήσει αὐτό τό ἴδιο ὁμοιότητα μέ τό ἔνδοξο σῶμα Του» (Φιλιπ. 3, 21), τοῦ Χριστοῦ δηλαδή. Ἀφοῦ λοιπόν, ἦταν στίς ἀρχές ἀκόμη τό σωτήριο σχέδιο καί, τέλος πάντων, ὄχι τελειωμένο, πῶς ἦταν φυσικό νά τό περατώσει ὁ Χριστός ἐξαιτίας τῆς ἀγάπης Του γιά τόν κόσμο, ἔχοντας ἐγκαταλείψει τό θέλημά Του νά πάθει γιά χάρη του; Διότι ἔχει σώσει τήν κτίση πού βρίσκεται κάτω ἀπ᾽ τόν οὐρανό, ὄχι μόνο ὑπομένοντας τόν ἴδιο τόν σωματικό θάνατο, ἀλλά καί καταργώντας τον μέ τήν Ἀνάσταση ἀπό τούς νεκρούς. Γι αὐτό λοιπόν σίγουρα δέν ἤξερε ὀ Πέτρος τί ἔλεγε.


Ὡστόσο, ἐκτός ἀπό τήν παράδοξη καί ἄρρητη θέα τῆς δόξας τοῦ Χριστοῦ ἔχει πραγματοποιηθεῖ καί κάτι ἄλλο, χρήσιμο καί ἀναγκαῖο, γιά νά βεβαιωθεῖ ἡ πίστη σ᾽ Αὐτόν. Καί ὄχι μόνο γιά τούς μαθητές, ἀλλά βέβαια καί γιά ἐμᾶς τούς ἴδιους. Ἀπό νεφέλη, ἀπό ψηλά, ἀπό τόν Θεό καί Πατέρα ἦρθε κάτω φωνή. Καί Ἐκεῖνος ἔλεγε: «Αὐτός εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ὁ ἐκλεκτός, αὐτόν νά ἀκοῦτε». Καί τήν ὥρα πού ἀκούστηκε ἡ φωνή, λέει ὁ Εὐαγγελιστής, βρέθηκε μόνος ὁ Ἰησοῦς (Ματθ. 17, 5-8). Ἐνάντια σ᾽ αὐτά τί μπορεῖ νά πεῖ ὁ σκληροτράχηλος Ἰουδαῖος, ὁ ἀνεπίδεκτος ἀγωγῆς, ὁ ἀπειθής καί μέ καρδιά ἀσυμμόρφωτη σέ νουθεσία; Νά, πού εἶναι παρών ὁ Μωυσῆς, καί ὁ Πατήρ δίνει ἐντολή στούς ἁγίους Ἀποστόλους νά ἀκοῦν Αὐτόν. Ἐάν βέβαια ἤθελεν τοῦ Μωυσῆ τίς ἐντολές αὐτοί ν᾽ ἀκολουθοῦν, θά εἶχε πεῖ: «Ὑπακοῦτε στόν Μωυσῆ, φυλάγετε τόν Νόμο». Ὅμως τώρα ἀκριβῶς οὔτε αὐτό λέει ὁ Θεός καί Πατήρ, ἀλλά ὅση ὥρα παρευρίσκονται ὁ Μωυσῆς καί ὁ Προφήτης Του Ἠλίας, Αὐτόν περισσότερο τούς προστάζει νά ἀκοῦνε. Ἀλλά γιά νά μή διαβάλλεται ἀπό μερικούς ἡ ἀλήθεια, πού λένε ὅτι τόν Μωυσῆ πιό πολύ νά ἀκοῦνε τούς ἔχει προστάξει ὁ Πατήρ, καί ὄχι τόν Σωτήρα ὅλων μας Χριστό, ἀναγκάστηκε ὁ Εὐαγγελιστής ἐπιπροσθέτως νά σημειώσει ὅτι στό ἄκουσμα τῆς φωνῆς βρέθηκε ὁ Ἰησοῦς μόνος. Ἑπομένως, ὅταν στούς ἁγίους Ἀποστόλους ὁ Θεός καί Πατήρ, σάν ἀπό πάνω ἀπό νεφέλες, ἔδινε τήν ἐντολή «νά ἀκοῦτε Αὐτόν», ὁ Μωυσῆς ἀπουσίαζε, ὁ Ἠλίας δέν ἦταν παρών, ἐνῶ ἦταν μόνος ὁ Χριστός.


Γι᾽ αὐτό λοιπόν σίγουρα Αὐτόν νά ἀκοῦνε ἔχει προστάξει. Ἀφοῦ μάλιστα εἶναι ὁ ἴδιος κατάληξη καί σκοπός τοῦ Νόμου καί τῶν Προφητῶν. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος, πού καί πρός τά πλήθη τῶν Ἰουδαίων μίλησε μέ τά ἑξῆς: «Ἄν δίνατε πίστη στόν Μωυσῆ, θά πιστεύατε σ᾽ ἐμένα, διότι γιά μένα ἐκεῖνος ἔγραψε». Καί ἐπειδή δέν ἔχουν πάψει ὅλες τίς ἐποχές νά καταφρονοῦν τήν ἐντολή πού παραδόθηκε διαμέσου τοῦ πάνσοφου Μωυσῆ, καί νά μή δίνουν σημασία στόν λόγο πού ἀποκαλύφθηκε μέ τούς ἁγίους Προφῆτες, δικαίως ἀποξενώθηκαν καί ἀπομακρύνθηκαν ἀπό τά ἀγαθά, γιά τά ὁποῖα δόθηκε ὑπόσχεση στούς πατέρες τους. Διότι «ἡ ὑπακοή εἶναι πιό καλή ἀπό θυσία καί ἡ ἀκρόαση πού γίνεται μέ προσοχή εἶναι ἀνώτερη ἀπ᾽ τήν προσφορά ἀρνίσιου λίπους». Καί αὐτά γιά τά καμώματα τῶν Ἰουδαίων.


Γιά ἐμᾶς ὅμως, πού ἔχουμε ἀποκτήσει πλήρη γνώση τῆς φανερώσεώς Του, χωρίς ἄλλο τά πάντα θά εἶναι καλά. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός θά εἶναι γιά τήν χορήγησή τους καί τό μέσο καί ἡ πηγή. Δι᾽ Αὐτοῦ καί μαζί μ᾽ Αὐτόν καί τό Ἅγιον Πνεῦμα ἄς δοξάζεται ὁ Θεός καί Πατήρ, καί ἄς φανερώνεται καί ἀναγνωρίζεται ἡ δύναμή Του στούς ἀτελείωτους αἰῶνες. Ἀμήν.

Στή Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ

 Θεολήπτου Φιλαδελφείας


1. – Ἡ σημερινή λαμπρή ἡμέρα τῆς Μεταμόρφωσης, ἀπαιτεῖ νά ἐξηγήσω στήν ἀγάπη σας -ἀνάλογα μέ τή Χάρη πού μοῦ δόθηκε ἀπό τόν Χριστό πού μεταμορφώθηκε- τό μυστήριο τῆς ἑορτῆς. Καί ἔτσι, ἀφοῦ μάθουμε τή δύναμη τοῦ μυστηρίου πού κρύβεται μέσα της, νά ἑορτάζουμε ἀπό δῶ καί πέρα ὄχι μόνο ψάλλοντας ἱερούς ὕμνους, ἀλλά καί μέ σωστή ζωή. Ἐπειδή αὐτό ἀκριβῶς, δηλαδή ἡ προκοπή μας στά καλά ἔργα, ἀποδεικνύει καί ὅτι ἔχουμε ἐπίγνωση τῆς δωρεᾶς πού ἀξιωθήκαμε καί ὅτι ἔχουμε ἀνακαλύψει τό θησαυρό της, τιμώντας ἔτσι σεβαστικά τήν ἑορτή καί μέ τά λόγια καί μέ τά ἔργα μας.


2. – Ἐκεῖνος πού βαδίζει σέ πεδιάδα περπατάει εὔκολα, ἐπειδή ὁ τόπος εἶναι ὁμαλός καί διευκολύνει τήν ὁδοιπορία. Ὅποιος ὅμως ἀνεβαίνει σέ βουνό κοπιάζει καί λούζεται στόν ἱδρώτα, ἐξαιτίας τῆς ἀνηφοριᾶς, τῆς σωματικῆς πίεσης καί τῆς κόπωσης πού ἐκείνη προκαλεῖ.


Μέ ἴσια, ὁμαλή καί εὐκολοπερπάτητη γῆ, παρομοίασε τό βίο μέσα στίς ἡδονές, τήν ἄνεση καί τήν τρυφή τῆς “κατά σάρκαν” ζωῆς. ᾿Eπειδή ἡ ζωή αὐτή περνάει μέσα στήν ἄνεση καί τήν εὐκολία τῶν μάταιων ἡδονῶν.


Μέ βουνό πάλι, παρομοίασε τήν ἐνάρετη ζωή, ἐξαιτίας τῆς ἐγκράτειας σέ ὅλα, τῆς ἀγριάδας τῆς ἄσκησης καί τοῦ πόνου πού ὑποφέρουμε ἀπ’ ὅσα θλιβερά μᾶς ἀπαντοῦν στή ζωή.


3. – Ὅποιος συζεῖ μέ τήν ἐγκράτεια καί πορεύεται σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ καί ὅποιος καταμαραίνει τίς σωματικές ἡδονές, ἐκεῖνος ἀποδεικνύεται, σάν τόν ἀπόστολο Πέτρο, πιστός καί θερμός μαθητής τοῦ Κυρίου. Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος, θανατώνει τό κοσμικό φρόνημα, καταργεῖ τούς σαρκικούς λογισμούς, ἑτοιμάζεται γιά τήν κακοπάθεια πού συνεπάγεται τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, ἐλέγχει ἐκείνους πού ζοῦν ἄσχημη καί ἁμαρτωλή ζωή καί ὑπομένει γιά χάρη τῆς ἀλήθειας τίς κακώσεις πού αὐτοί τοῦ προκαλοῦν, ἐπιδεικνύοντας ἔτσι τό ζῆλο τοῦ ἀποστόλου Ἰακώβου.


Ὅποιος πάλι ἔχει κάνει ἀπόλαυση καί τροφή τῆς διανοίας του τά ἱερά λόγια, ὅποιος φλέγεται ἀπό τήν ἐπιθυμία τῆς μελέτης καί ἀσχολεῖται ἐπίμονα καί εὐχάριστα μέ τούς λόγους τῆς φύσεως καί τήν κατανόηση τῆς ἀλήθειας, αὐτός μιμεῖται τόν τρόπο σκέψεως καί ζωῆς τοῦ εὐαγγελιστή Ἰωάννη τοῦ Θεολόγου. Αὐτός μέ τό σῶμα, τήν ψυχή καί τή διάνοια ἀκολουθεῖ κατά βῆμα τόν Κύριο. Αὐτός πάντα τρέχει τό θλιβερό δρόμο τῆς ἀρετῆς, ἀνεβαίνει στό νοητό ὄρος καί προσεύχεται ἀπερίσπαστα. Ἐπειδή ἐκεῖ ἐκτελεῖται ἡ καθαρή προσευχή, πού διώχνει μακριά κάθε ἔννοια αὐτοῦ τοῦ κόσμου καί φωτίζει ὁλόκληρο τό νοῦ, αὐξάνοντάς τον μέ τό λάδι τῆς θείας ἀγάπης καί καταυγάζοντάς τον μέ θεῖες φωτοχυσίες.


4. – Ὅταν ὁ νοῦς φωτίζεται μέ τή μνήμη τοῦ Θεοῦ καί ὅταν, μέ τήν ἀπερίσπαστη προσευχή, λάμπει καί ἀκτινοβολεῖ ἀπό τή θεία γνώση, ὅταν ἐπίσης διατηρεῖ καθαρά ὅλα τά κινήματα τοῦ σώματός του, τότε ἀπό τό στόμα βγαίνουν λόγια γεμάτα σύνεση καί σοφία. Τότε τά αἰσθητήριά του καλύπτονται ἀπό τή ὀμορφιά τῆς σεμνότητας καί τά σωματικά μέλη του κοπιάζουν στή διακονία τῶν καλῶν πράξεων. Τότε ὅλος ὁ ἄνθρωπος γίνεται φῶς, γιατί ἡ ψυχή γίνεται λυχνάρι του φωτεινό, πού φέγγει ‘τό φῶς τό ἀληθινό, ἐκεῖνο πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπο πού ἔρχεται στόν κόσμο” τῶν ἀρετῶν. (Ἰωάν. 1,19).


5. – Αὐτός πού ζεῖ καί πορεύεται μ’ αὐτό τόν τρόπο «δέν συμμορφώνει τή ζωή του μέ τό φρόνημα αὐτοῦ τοῦ κόσμου» (Ρωμ. 12,2 & Γαλ. 1,4) πού φθείρεται καί πεθαίνει. Αὐτός, ἀκούγοντας τόν ἀπόστολο Παῦλο -ὁ ὁποῖος βλέποντας τά ἀθέατα, λέει ὅτι ‘ὁ Θεός θά ἀφανίσει τή μορφή αὐτοῦ τοῦ κόσμου” (Α΄ Κορ. 7, 31)- δέν γυρίζει πίσω στά ἐπίγεια πράγματα. Αὐτός ξεπερνάει ὅσα φθείρονται καί χάνονται, ὅσα ἔχουν μόνο σχῆμα καί ὄχι ὕπαρξη. Γιατί, ὅπως τό σχῆμα ἐμφανίζεται γιά λίγο καί μετά ἀφανίζεται, ἔτσι καί τά πράγματα τῆς ζωῆς αὐτῆς δέν ἔχουν τίποτα σίγουρο καί σταθερό. Γι’ αὐτό λοιπόν, αὐτός ὁ ἄνθρωπος, καί τό λογισμό του ἀπομακρύνει ἀπό τήν ἐπιθυμία τῶν ὁρατῶν πραγμάτων καί τά εὐχάριστα αὐτῆς τῆς ζωῆς, τά περιφρονεῖ ὡς κάτι οὐσιαστικά ἀνύπαρκτο. Αὐτός ἀγκαλιάζει μ’ ὅλη του τήν ὕπαρξη τά ἀθάνατα πράγματα τῆς μέλλουσας ζωῆς. Αὐτός μεταμορφώνεται συνεχῶς, μέ τό νά ἐπιστρέφει καθημερινά στόν ἑαυτό του καί μέ τό νά ἀναμορφώνει κάθε ὥρα καί στιγμή τόν τρόπο τῆς σκέψης του, ἔτσι ὥστε, μέ τήν ἐπίδοση καί τήν ἄσκηση τῶν ἀρετῶν, νά ἀποχωρίζεται τά κακά καί νά ἐγκολπώνεται τά ἀγαθά.


6. – Ὅταν ὁ ἀγωνιστής τῆς εὐσέβειας καλλιεργεῖ τόν ἑαυτό του καί προκόβει ἀνεβαίνοντας σέ τέτοια πνευματικά ὕψη -ἐπειδή ἀκριβῶς οἰκοδομεῖται σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ἐπειδή λάμπει σάν φωτεινό ἀστέρι- παρακινεῖ καί ἀνάβει καί τῶν ἄλλων τόν ζῆλο, γιά τή μίμηση τοῦ καλοῦ. Ἔτσι τιμάει τή Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ μέ ὅλο του τό σῶμα καί μέ ὅλο του τό πνεῦμα, γνωρίζοντας βαθιά καί οὐσιαστικά τό μυστήριο τῆς ἑορτῆς καί ἑρμηνεύοντάς το ἔμπρακτα στό περιβάλλον του. Γιατί ὁ Χριστός μέ τήν θεία Του Μεταμόρφωση, προμήνυσε ταυτόχρονα καί τήν ἄρρητη δόξα, μέ τήν ὁποία θά ἔρθει νά κρίνει τόν σύμπαντα κόσμο. Ἔκανε ἀκόμα ὁλοφάνερη τήν λαμπρότητα τῆς ὁποίας θά γίνουν μέτοχοι ἐκεῖνοι πού θά εὐαρεστήσουν στόν Θεό. Τέλος δίδαξε κάθε πιστό νά προετοιμάζει πάντα τόν ἑαυτό του, ὥστε νά εἶναι κάθε στιγμή δοχεῖο κατάλληλο καί χωρητικό τῆς θείας ζωῆς καί τῆς μέλλουσας μακαριότητας, ὄντας σάν τό κερί πάντα σέ θέση νά δεχθεῖ τό θεῖο φῶς.


7. – Συμβαίνει μέ τόν πιστό ὅ,τι ἀκριβῶς συμβαίνει καί μέ τό κερί. Αὐτό καθώς λυώνει μέ τήν πύρωση τῆς φωτιᾶς, λόγῳ τῆς λιπώδους του φύσεως, τρέφει καί συντηρεῖ τή φωτιά, διατηρώντας ἔτσι τό φῶς καί καταφωτίζοντας ὅσους τό πλησιάζουν. Ὁ πιστός ἄνθρωπος, ἔχοντας συμπήξει μέσα του τά κεριά τῆς θείας γνώσεως -πού εἶναι ἀκριβῶς τά ἄνθη τῆς ἀρετῆς- καί ἔχοντας ξεκόψει, μέ τή βοήθεια καί τή θέρμη τοῦ θείου ἔρωτος, ἀπό κάθε γήινη ἐπιθυμία, ἔχει οὐσιαστικά προετοιμάσει ἀπό ἐδῶ κιόλας τόν ἑαυτό του, γιά νά γίνει ἐκεῖνο τό κατάλληλο λυχνάρι. Βασισμένος στό νόμο τῆς θείας ἀγάπης, περιμένει κι αὐτός μέ λαχτάρα νά ὑποδεχθεῖ, ὅταν ἔρθει ἡ μέλλουσα ζωή, τό θεῖο καί ἄρρητο ἐκεῖνο Φῶς καί νά ἀπολαύσει τήν συνεχή καί ἀτελεύτητη λαμπρότητα, πού πηγάζει ἀπό ἐκεῖ.


8. – Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ καί ὁ κόπος πού καταβάλλεται γιά τήν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν, γίνονται τροφοδότες τῆς θείας δόξας. Ὁ Κύριος, καθώς γράφει ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, ἔχει πεῖ: ‘Θά ἀγαπήσω αὐτόν πού τηρεῖ τίς ἐντολές μου καί θά τοῦ φανερώσω τόν ἑαυτό μου” (Ἰωάν. 14,21). Ὅπως ἀκριβῶς λοιπόν, τό αἰσθητό φῶς καταναλώνει τό κερί γιά νά συντηρηθεῖ, ἔτσι καί ἡ δόξα τοῦ Θείου φωτός, τροφοδοτεῖται ἀπό τίς ἀρετές τῆς ψυχῆς καί καταλάμπει ἐκείνους, πού τή δέχονται μέσα τους.


Ὁ Χριστός ἔχει πεῖ: ‘Τροφή μου εἶναι τό νά κάνω τό θέλημα τοῦ οὐράνιου Πατέρα μου, πού μέ ἔχει στείλει καί νά τελειώσω τό ἔργο Του” (Ἰωάν. 4,34). Καί ὁ προφήτης Δαυίδ λέει: ‘Μέσα στό θέλημά Του εἶναι κρυμμένη αἰώνια ζωή” (Ψαλμ. 29,6).


9. – Κατά συνέπεια, ὁ ἐργάτης τοῦ ἀγαθοῦ καί θά ζήσει καί θά θερίσει τούς καρπούς τῶν κόπων του, μέ τή Χάρη τοῦ Καθηγητή τῆς σωτηρίας μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος δοξάζει αὐτούς πού Τόν δοξάζουν.


Σ’ Αὐτόν πρέπει κάθε δόξα, τιμή καί προσκύνηση, μαζί μέ τόν Ἄναρχο Πατέρα Του καί τό Πανάγιο καί ζωοποιό Πνεῦμα Του, τώρα καί πάντοτε καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.