Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

ΕΠΙ ΤΗΝ ΛΥΧΝΙΑΝ Η’ ΥΠΟ ΤΟΝ ΜΟΔΙΟΝ;[Κυριακή Πατέρων Δ’ Οικ.Συνόδου]

 «Οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη· οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασι αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ᾿ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ» (Ματθ. 5, 14-15).

«Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κρυφτεῖ πόλη, ποὺ βρίσκεται ἐπάνω σὲ ἕνα βουνό. Οὔτε ἀνάβουν λυχνάρι καὶ τὸ τοποθετοῦν κάτω ἀπὸ τὸ μόδι, ἀλλὰ ἐπάνω στὸν λυχνοστάτη καὶ ἔτσι λάμπει σέ ὅλους, ποὺ βρίσκονται στὸ σπίτι»


Οι χριστιανοί σήμερα καλούμαστε άραγε να δώσουμε μαρτυρία στη δημόσια ζωή ή καλό είναι να λειτουργούμε σιωπηρά και ταπεινά; Υπάρχουν κάποιοι που έχουν θάρρος, δυναμισμό, θεωρούν ότι ο χριστιανός δεν είναι για να κρύβεται, αλλά για να ομολογεί με παρρησία την πίστη του σε όλες τις πτυχές της δημόσιας ζωής.


Αρκετοί έχουν μία ροπή προς το απόλυτο, με επιφύλαξη αν είναι προς τον Απόλυτο. Έχοντας βάλει σε προτεραιότητα την ηθική διάσταση της χριστιανικής μαρτυρίας, βλέπουν στον κόσμο την αμαρτία, το κακό, την κυριαρχία του διαβόλου, με αποτέλεσμα να έχουν μία επικριτική διάθεση για τους πάντες και τα πάντα. Θέλουν από την πολιτική να βλέπει τον κόσμο με τη χριστιανική ματιά, με αποτέλεσμα να φτάνουμε σε τραγελαφικές καταστάσεις, όπως είναι οι πολιτικοί ηγέτες των δύο μεγάλων παγκόσμιων δυνάμεων, οι οποίοι αιματοκυλίζουν τον κόσμο για να επιβάλουν το καλό, που είναι το συμφέρον τους, και χρησιμοποιούν την χριστιανική πίστη ως άλλοθι και βοηθό στις επιδιώξεις τους. Επειδή επικαλούνται τη χριστιανική ιδιότητά τους, θεωρούν πως κάθε έργο τους είναι δικαιολογημένο, διότι ανήκουν στην πλευρά του «καλού».


Αρκετοί πάλι έχουν σχηματίσει στη νοοτροπία τους ένα δίπολο: «πίστη εναντίον κόσμου». Ο πιστός, αυτομάτως, είναι εναντίον του κόσμου, εναντίον της τεχνολογικής προόδου, ασχέτως αν τη χρησιμοποιεί, διαβλέπει κινδύνους απώλειας της προσωπικής ελευθερίας, μολονότι ελεύθερα εκφράζει τη γνώμη του. Ο πιστός θεωρεί τον εαυτό του ως αυθεντία, διότι η πίστη του δίνει αυτή τη δυνατότητα. Δεν μπορεί να δει όμως ότι ο Χριστός δεν μας θέλει να είμαστε απόκοσμοι, δεν ζήτησε από τον Πατέρα του στην αρχιερατική Του προσευχή στον κήπο της Γεθσημανή να μας πάρει από τον κόσμο, αλλά να μας προφυλάξει από τον πονηρό (Ιωάν. 17,15). Αυτό σημαίνει ότι ο Χριστός δεν ήρθε να καταργήσει τον κόσμο, την πορεία του, την πρόοδό του, δεν ήρθε καν να κρίνει τον κόσμο, αλλά να σώσει τον κόσμο (Ιωάν. 12,47). Γι’ αυτό και ο χριστιανός δεν πορεύεται με την πίστη του για να κρίνει και να κατακρίνει τον κόσμο, αλλά για να βοηθήσει τον εαυτό του και τους ανθρώπους να βρούνε την οδό της σωτηρίας, της πίστης που γίνεται σχέση με τον Χριστό, που γίνεται αγάπη και ζωή, ανάσταση και αιωνιότητα.


 Στο ευαγγελικό ανάγνωσμα από την επί του Όρους ομιλία που διαβάζουμε την Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου ο Χριστός θέτει ένα ερώτημα σε όσους Τον ακολουθούν: Είμαστε λυχνάρια που φωτίζουμε τον κόσμο; Είναι η ζωή μας και τα έργα μας τέτοια, που να δοξάζουν τον Θεό; 

Έχουμε αγάπη έμπρακτη; 

Έχουμε ταπεινότητα; 

Έχουμε πίστη σταθερή, διά της οποίας διακρίνουμε τον εαυτό μας από την αμαρτία, όχι για να περηφανευτούμε και να θεωρήσουμε ότι είμαστε αυθεντίες, αλλά διότι με χαρά πορευόμαστε την οδό του Χριστού, με χαρά αγαπάμε, με χαρά συγχωρούμε, με χαρά νιώθουμε ότι ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, νοιάζεται για τα ανθρώπινα, για να τα μεταμορφώσει και όχι να τα τσακίσει, με έπαρση και επίδειξη δύναμης; Κι όπου υπάρχει αίρεση, όπου υπάρχει παραχάραξη της αλήθειας του Ευαγγελίου, χαράζουμε τις «κόκκινες γραμμές», χωρίς όμως να επιδιδόμαστε σε κυνήγι μαγισσών ή επίδειξη ορθοφροσύνης;


 Το λυχνάρι που κρύβεται κάτω από το μόδιο, κάτω από το κιούπι που χρησιμοποιούσαν ως μονάδα μέτρησης των σιτηρών ή του λαδιού, στην πραγματικότητα είναι ο χριστιανός ο οποίος δεν χρησιμοποιεί τα χαρίσματά του προς δόξαν Θεού. Είτε θεωρεί πως ό,τι είναι και ό,τι έχει είναι προς δική του δόξα είτε λειτουργεί φοβικά απέναντι στον κόσμο, μη καταθέτοντας την αλήθεια. Για να δώσουμε όμως μαρτυρία αληθείας, χρειάζεται να γνωρίζουμε την αλήθεια. Να θέλουμε τον Απόλυτο, που είναι ο Χριστός, όχι όμως για δικαιολόγηση των δικών μας συμφερόντων και ιδεών, αλλά για να δοξάσουν οι άνθρωποι τον Πατέρα μας τον εν τοις ουρανοίς.


Θέλει τόλμη αυτός ο δρόμος. Θέλει υπέρβαση της φοβικότητας έναντι του κόσμου. Θέλει υπομονή, ταπεινότητα και σταθερότητα. Θέλει τον Χριστό να κατοικεί στις καρδιές μας. Αυτός είναι ο δρόμος της Εκκλησίας. Αν τη βιώνουμε είναι ένα δύσκολο θέμα. Διότι, τις περισσότερες φορές, τη φτιάχνουμε στα μέτρα μας, είτε της επιθετικότητας είτε του συμβιβασμού. Η αρετή μας εντός της Εκκλησίας είναι το μέτρο. Και το φως που βγάζει η καρδιά και η ζωή μας. Αυτόν τον τρόπο των Πατέρων μας ας ακολουθούμε.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κυριακή των Αγίων Πατέρων Δ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ (Τιτ.γ´8-15)

 Διονύσιος Ψαριανός (Μητροπολίτης Σερβίων και Κοζάνης (+))


17 Ιουλίου 1966


 Αγαπητοί χριστιανοί,



Τα αποστολικά και τα ευαγγελικά Αναγνώσματα δεν διαβάζονται στην Εκκλησία μας όπως τύχη. Έχουν σειρά και τάξη, ταιριάζουνε δηλαδή κάθε φορά στα εορταζόμενα γεγονότα και πρόσωπα. Σήμερα λοιπόν που η Εκκλησία μας εορτάζει και τιμά τη μνήμη των αγίων Πατέρων της τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου, διαβάζουμε Απόστολο που ταιριάζει στα εορταζόμενα ιερά πρόσωπα και το έργο τους. Ας ξανακούσουμε το σημερινό αποστολικό Ανάγνωσμα, γυρισμένο τώρα στη δική μας απλή γλώσσα.


Παιδί μου Τίτε, ο λόγος είναι αξιόπιστος κι αληθινός, γι' αυτό και θέλω να κηρύττης και να επιβεβαιώνης ετούτα τα πράγματα, για να φροντίζουν να πρωτοστατούν σε καλά έργα όσοι έχουν πιστέψει στο Θεό· αυτά είναι τα καλά και ωφέλιμα στους ανθρώπους. Όσο για τις μωρολογίες και τις γενεαλογίες και τις φαγομάρες και τους σκοτωμούς γύρω από τις διατάξεις του νόμου, αυτά να τα αποφεύγης, γιατί όχι μόνο δεν ωφελούν, μα και ζημιώνουν. Άνθρωπο που πιστεύει κατά που του αρέσει, μετά από πρώτη και δεύτερη συμβουλή, να τον παρατάς και να ξέρης πως ο τέτοιος άνθρωπος ξεστράτισε και πάει χαμένος από μόνος του. Όταν θα σου στείλω τον Αρτεμά η τον Τυχικό, φρόντισε να 'ρθης κοντά μου στη Νικόπολη, γιατί εκεί πήρα την απόφαση να περάσω το χειμώνα. Στείλε μου το Ζηνά το νομικό και τον Απολλώ κι εφοδίασέ τους με όλα τα χρειαζούμενα, για να μην τους λείπη τίποτα στο ταξίδι. Και να μαθαίνουν οι δικοί μας, για να μην είναι άκαρποι, να πρωτοστατούν σε καλά έργα, εκείνα που εξυπηρετούνε πραγματικές ανάγκες των πιστών. Σε ασπάζονται όλοι όσοι είναι μαζί μου. Ασπάσου τους πιστούς που μας αγαπούν. Η χάρη με όλους εσάς. Αμήν.


Η πίστη και ο βίος των χριστιανών, αγαπητοί μου αδελφοί, η ευσέβεια κι η αγάπη, καθώς το λέγαμε την περασμένη Κυριακή, στηρίζονται στο λόγο του Θεού. Δεν πιστεύουμε δηλαδή και δε ζούμε κατά που θέλει ο καθένας, μα κατά που μας λέγει ο Θεός. Η θρησκεία μας είναι θρησκεία θεοδίδακτη. Αυτό βλέπουμε να λέγη ο Απόστολος σήμερα, γράφοντας στο μαθητή του τον Τίτο, που τον είχε εγκαταστήσει Επίσκοπο της Εκκλησίας στην Κρήτη. Λίγο παραπάνω από τα πρώτα λόγια της σημερινής περικοπής έγραψε για την επιφάνεια του Θεού στη γη, δηλαδή για τον Ιησού Χριστό, που ήρθε και δίδαξε την ορθή πίστη και μας έβαλε στο δρόμο της σωτηρίας. Λέγει λοιπόν τώρα στον Τίτο πως αυτός ο λόγος, ο λόγος δηλαδή για τη θρησκεία μας, είναι αληθινός και πρέπει να τον πιστεύη ο καθένας. Μα για να πιστεύουν οι άνθρωποι στο λόγο του Θεού και στην αλήθεια του Ευαγγελίου, πρέπει ο Τίτος σαν Επίσκοπος κι όλοι οι ιεροί ποιμένες της Εκκλησίας να κηρύττουνε την αληθινή θρησκεία και να την επιβεβαιώνουν με το βίο τους. Έτσι θα μαθαίνουν κι οι πιστοί να πρωτοστατούν στα καλά έργα, σ\' εκείνα δηλαδή τα έργα, που είναι τωόντι καλά και ωφέλιμα στους ανθρώπους. Δύο φορές το λέγει αυτό στη σημερινή περικοπή· το λέγει στην αρχή, το λέγει και στο τέλος. Για να τονίση ακριβώς πως δεν αρκεί η πίστη, μα χρειάζονται και τα έργα, σαν καρπός της πίστεως. Η πίστη χωρίς τα καλά έργα, χωρίς δηλαδή την αγάπη, είναι, όπως το γράφει άλλος Απόστολος, νεκρή· κι ο χριστιανός που έχει τάχα πίστη, μα δεν έχει καλά έργα, δηλαδή αγάπη, είναι σαν το άκαρπο δένδρο. Μα ο χριστιανός δε μπορεί να είναι άκαρπος· πρέπει να έχη πίστη ζωντανή, κι αυτό θα πη, σαν καρπός της πίστεώς του, να έχη έργα καλά και ωφέλιμα στους ανθρώπους. Τέτοια είναι όχι όλα τα έργα που τάχα φαίνονται καλά, μα όσα εξυπηρετούνε και θεραπεύουνε πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων. Γιατί είναι πολλά έργα που φαίνονται για καλά, μα δεν είναι τωόντι καλά ούτε ωφέλιμα, και γίνονται μόνο και μόνο για να ικανοποιηθή ο εγωισμός και το συμφέρον εκείνων που τα κάνουν.


Μα από τα παληά χρόνια, αγαπητοί μου αδελφοί, στην Εκκλησία δεν φάνηκαν μόνο εκείνοι που είναι χωρίς καλά έργα σαν τα άκαρπα δένδρα, κι εκείνοι που τάχα έχουν τέτοια έργα, μα που δεν είναι τωόντι καλά· φάνηκαν κι εκείνοι που βάλθηκαν να φτιάξουν δική τους πίστη, όχι κατά πως λέγει ο Θεός στις θείες Γραφές και διδάσκει η Εκκλησία, μα κατά πως το κρίνουν και το θέλουν αυτοί. Αυτοί είναι οι αιρετικοί. Αυτοί φτιάχνουν δική τους θρησκεία και δεν έχουν πια θέση στην Εκκλησία. Κοντά μ’ αυτούς πάνε οι σχισματικοί. Αυτοί έχουνε ορθή πίστη, μα για διάφορες άλλες αιτίες χωρίζονται μόνοι τους από την Εκκλησία. Η αίρεση και το σχίσμα, χριστιανοί μου, είναι δύο μεγάλα κακά στην Εκκλησία· οι αιρετικοί και κοντά μ' αυτούς οι σχισματικοί είναι άνθρωποι διεστραμμένοι και πεισματάρηδες κι όπως το λέγει ο Απόστολος σήμερα, είναι αυτοκατάκριτοι, δηλαδή μόνοι τους, με τον τρόπο που πιστεύουν και με τον τρόπο που πράττουν, καταδικάζουνε τον εαυτό τους.


Τέτοιοι στον καιρό μας εδώ στον τόπο μας αιρετικοί είναι οι Γιεχωβάδες και σχισματικοί είναι οι Παλαιοημερολογίτες. Οι Γιεχωβάδες είναι κακόδοξοι και δεν είναι καν χριστιανοί. Οι Παλαιοημερολογίτες είναι χριστιανοί ορθόδοξοι, μα για τη στενοκεφαλιά τους και για το πείσμα τους χωρίζονται από την Εκκλησία. Γιεχωβάδες δεν θα είχαμε στον τόπο μας, αν δεν ήταν η Αμερική· εκεί ξανάζησε και φούντωσε η παληά αίρεση του χιλιασμού κι έφτασε ως εδώ, κι από εκεί έρχονται τα χρήματα με τα οποία πληρώνονται οι εδώ πράκτορες κι εξαγοράζουν τις συνειδήσεις απλών και φτωχών ανθρώπων.


Και Παλαιοημερολογίτες δεν θα είχαμε στον τόπο μας, αν δεν ήσαν κάποιοι κακοί πολιτικοί μας που θεραπεύουν για χάρη των ψήφων τις αδυναμίες του λαού, κι αν δεν ήσαν κάποιοι κακοί καλόγεροι από τ' Άγιον Όρος και κάποιοι καθαιρεμένοι κληρικοί της Εκκλησίας, που εκμεταλλεύονται την πίστη ανίδεων και αγαθών ανθρώπων. 


Άλλη πρέπει να είναι η στάση μας απέναντι στους Γιεχωβάδες κι άλλη απέναντι στους Παλαιοημερολογίτες. Τους δεύτερους, δηλαδή τους Παλαιοημερολογίτες κι αν χωρίζονται αυτοί από την Εκκλησία, εμείς πρέπει να τους θεωρούμε αδελφούς μας και τόσο πιο πολύ να τους συμπαθούμε, όσο πια το ξέρουμε πως είναι άνθρωποι με στενή αντίληψη και αδύνατη συνείδηση. Τους πρώτους, δηλαδή τους Γιεχωβάδες, έχουμε χρέος μία και δύο φορές να τους μιλήσουμε για το καλό τους κι αν δεν ακούσουν, έπειτα να τους αφήσουμε· πήραν μόνοι τους τον κακό δρόμο και πάνε χαμένοι. Οι Παλαιοημερολογίτες είναι τα πρόβατα που ξέκοψαν από το κοπάδι· πλανιώνται στο βουνό κι αν δεν ξαναγυρίσουν στη μάνδρα του Χριστού που είναι η Εκκλησία, κινδυνεύουν να πέσουν στο στόμα του λύκου. Οι Γιεχωβάδες είναι τ' αρρωστημένα πρόβατα που δεν παίρνουν πια θεραπεία, μία και δεν θέλουν να χωρισθούνε την αρρώστια τους· πρέπει λοιπόν να τα διώξουμε από τη μάνδρα για να μην κολλήσουν αρρώστια και τ' άλλα πρόβατα. Στο σώμα της Εκκλησίας οι αιρετικοί είναι τα άρρωστα και σάπια μέλη, που πρέπει να αποκόβωνται και να πετιούνται, όχι μόνο σαν άχρηστα, μα και σαν επικίνδυνα, που πάνε να μεταδώσουνε την αρρώστια τους σ' ολόκληρο το σωματικό οργανισμό.


Αγαπητοί χριστιανοί,


Η Εκκλησία του Χριστού είναι μία. Ο,τι βρίσκεται έξω από την Εκκλησία είναι ειδωλολατρία, είναι αίρεση, είναι σχίσμα. Και των ιερών Πατέρων ετούτο μαζί με τ\' άλλα είναι το μέγα έργο· αγωνίσθηκαν εναντίον των αιρέσεων και των σχισμάτων για να κρατήσουνε την πίστη και την τάξη της Εκκλησίας. Η πίστη είναι τα Δόγματα, η τάξη είναι οι Κανόνες, που διατυπώθηκαν από τους ιερούς Πατέρας σε Οικουμενικές Συνόδους. Γι\' αυτό η Εκκλησία τρεις φορές το χρόνο σε τρεις Κυριακές εορτάζει τους Ιερούς Πατέρας των Οικουμενικών Συνόδων· για να μαθαίνουμε εμείς τι πολύτιμος θησαυρός είναι η ορθόδοξη πίστη μας και να αποφεύγουμε τις αιρέσεις και τα σχίσματα. Ας μένουμε το λοιπόν στην Εκκλησία μας, ας αγαπούμε τους κανονικούς ιερείς μας κι ας υπακούωμε στους ιερούς ποιμένας μας για την ασφάλεια και τη σωτηρία των ψυχών μας. Αμήν.

Οι άνθρωποι του Θεου είναι φώς του κόσμου - ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

 Ιωήλ Φραγκάκος (Μητροπολίτης Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας)



  Η Εκκλησία μας σήμερα γιορτάζει τους Πατέρες που έλαβαν μέρος στην τετάρτη Οικουμενική Σύνοδο, η οποία ασχολήθηκε και αποφάνθηκε οριστικά για την ένωση των δύο φύσεων του Χριστού. Το ευαγγελικό ανάγνωσμα που διαβάζεται σήμερα στους Ναούς είναι αφιερωμένο σ’ αυτούς και είναι από την επί του Όρους Ομιλία του Κυρίου μας. Ο Θεάνθρωπος ονομάζει τους μαθητές Του φως του κόσμου. Ας δούμε πιο αναλυτικά τα λόγια αυτά του Χριστού.



Το παράδειγμα του φωτός τι υπονοεί;



  Ο Κύριος χρησιμοποίησε για τους μαθητές Του το παράδειγμα του αλατιού (Ματθ. 5,13) και του φωτός. Το παράδειγμα του φωτός είναι το υψηλότερο. Όταν λέγει πως η πόλη που είναι πάνω στο βουνό, δεν μπορεί να κρυφτεί, θέλει να τους τονίσει «ακρίβειαν του βίου, καθαρή ζωή», λέγει ο Χρυσόστομος. Τους διαπαιδαγωγεί να είναι εναγώνιοι στη ζωή τους, να έχουν στραφεί τα μάτια όλων των ανθρώπων πάνω τους και να αγωνίζονται ενώπιον όλης της οικουμένης.


   Ο Χριστός άναψε το φως της χάριτός Του μέσα μας. Η δική μας προσπάθεια είναι να διατηρήσουμε το φως αυτό άσβεστο. Η λαμπρότητα της ζωής μας έχει επίδραση στους άλλους. Απόλυτο φως είναι ο Χριστός που μάλιστα είπε για τον εαυτό Του, πως είναι “το φως του κόσμου” (Ιω. 8,12). Φως και φωστήρες είναι με σχετική έννοια και οι πιστοί και οι άγιοι. Ο απόστολος Παύλος γράφει: “διότι κάποτε ήσασταν στο σκοτάδι, τώρα όμως που πιστεύετε στον Κύριο, είστε στο φως· να ζείτε λοιπόν σαν άνθρωποι που ανήκουν στο φως.” (Εφ. 5,8). Ο ίδιος θα πει σε άλλη του επιστολή για τους πιστούς πως είναι “σαν λαμπερά αστέρια στον κόσμο, μένοντας σταθεροί στο ευαγγέλιο που δίνει ζωή” (Φιλιπ. 2,15-16).


Η Εκκλησία είναι το φως του κόσμου


  Πράγματι ο Κύριος είναι φως, που οδηγεί τους ανθρώπους από την πλάνη στην αλήθεια, από την αμαρτία στην αρετή, που φωτίζει το ηγεμονικό (το νου) του ανθρώπου. Επίσης το έργο του Χριστού το κάνουν κι οι πιστοί. Ένας σύγχρονος θεολόγος θα το πει αυτό χαρακτηριστικά: Η σωτηρία δεν είναι μια απλή ατομική υπόθεση, ούτε περιορίζεται σε κάποιο στενό κύκλο “εκλεκτών”, αλλά προσφέρεται σ’ όλο τον κόσμο. Η σωτηρία δεν είναι ένα είδος πνευματικότητας, αλλά είναι η αντίθεση σε κάποιο δαιμονικό κατεστημένο, στο σκοτάδι και στην αποσύνθεση.


  Η Εκκλησία είναι το φως του κόσμου. Αυτό σημαίνει την καθολική και παγκόσμια ευθύνη της, αλλά και την ευθύνη του καθενός μας. Δε ζούμε για τον εαυτό μας η για έναν ορισμένο κύκλο εθνικό, ιδεολογικό, θρησκευτικό· ζούμε για τα αδέλφια μας παντού πάνω στη γη, όσο κι αν διαφέρουν από μας κι όσο κι αν μας αντιμάχονται. Ο Χριστός είχε πει στους μαθητές του το εξής σπουδαίο παράγγελμα· “και θα γίνετε δικοί μου μάρτυρες στην Ιερουσαλήμ και σε όλη την Ιουδαία και Σαμάρεια και ως τα πέρατα της γης” (Πραξ. 1,8). Μέχρι και στο τελευταίο μέρος της γης οφείλουμε να ανάψουμε το φως του Χριστού. Ο Ησαΐας αναφέρεται στον Πατέρα που απευθύνεται στο Μεσσία και του λέγει· “Ιδού δέδωκά σε εις διαθήκην γένους, εις φως εθνών του είναι σε εις σωτηρίαν έως εσχάτου της γης” . Το φως των εθνών, που είναι ο Χριστός, οφείλει η Εκκλησία με τους πιστούς να το μεταδώσει στα πέρατα της γης. Οι πνευματικοί άνθρωποι που καθαρίζουν συνέχεια τον εαυτό τους με πόνους για την αγάπη του Θεού, που ταπεινώνουν τη σάρκα τους με διάφορες ασκήσεις, που με την προσευχή και τη μελέτη γεμίζουν το νου τους με φως, αυτοί που γνώρισαν «τους λόγους των όντων» και ξεπέρασαν κάθε αίσθηση του κόσμου, αυτοί μπορούν να κηρύξουν το Χριστό και να μεταδώσουν το φως του Ευαγγελίου, λέγει ο όσιος Νικήτας. Προς αυτούς απευθύνεται ο Κύριος, όταν λέει:” Σεις είστε το φως του κόσμου” (Ματθ. 5,14).


Το χρέος των πιστών


   Μεγάλη είναι η ευθύνη των πνευματικών ταγών της Εκκλησίας μας, αλλά και των απλών πιστών στη διάδοση του ευαγγελικού μηνύματος. Επίσκοποι, κληρικοί, λαϊκοί που γνώρισαν το φως του Ευαγγελίου και το βίωσαν, μεταδίδουν και στους άλλους το βίωμά τους. Αντίθετα, εάν αυτοί που είναι ταγμένοι να στέκονται «επί την λυχνίαν» δείχνουν αδυναμία προς την πίστη, τότε καθυστερεί ο ευαγγελισμός των ανθρώπων και γίνεται μάλιστα και σκανδαλισμός στις ψυχές τους. Οι αμαρτίες μας και η κακή προσωπική μας ζωή ενεργεί αρνητικά στους ανθρώπους που δεν γνώρισαν το Χριστό. Ας φροντίσουμε να έχουμε συνέπεια λόγων και πράξεων, ώστε να ανάπτεται συνεχώς το σωτήριο φως της διδασκαλίας του Κυρίου σ’ όλη τη γη.

Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου: Αγώνας υπέρ του Ορθοδόξου φρονήματος

 π. Αθανάσιος Μυτιληναίος


Απομαγνητοφωνημένη ομιλία που εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 19-7-1981


«Ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτω τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· ὃς δ᾿ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν».


Υπάρχει, αγαπητοί μου, μία τάσις εις τους ανθρώπους, ένεκα ακριβώς αυτής της πεσμένης των καταστάσεως, να αλλοιώνουν πάντοτε την αλήθειαν. Υπάρχει η τάσις να βάζουν πολλοί το υποκείμενό τους μέσα εις το αντικείμενον· με αποτέλεσμα να επέρχεται μία αλλοίωσις, μία φθορά. Φυσικά αυτό είναι αποτέλεσμα του εγωισμού του ανθρώπου, ο οποίος εγωισμός είναι ο πυρήνας της αμαρτίας που υπάρχει στον κάθε άνθρωπο, απόγονο του Αδάμ, που είναι πεσμένος. Περιττό να σας πω ότι αυτό υπάρχει και εις τον διάβολον. Ο διάβολος, ακριβώς κατεξοχήν υπερήφανος, δεν θα ήθελε ποτέ να δεχθεί την αλήθειαν του Θεού, όπως προσφέρεται, αλλά θα ήθελε να βάλει το υποκείμενό του μέσα. Και να διαστρέψει την αλήθειαν του Θεού.


Έτσι, όπως αντιλαμβάνεσθε, η ακεραιότης του λόγου του Θεού, είναι ένα σπουδαιότατον κεφάλαιον, που πρέπει ο κάθε πιστός, αν θα ήθελε πράγματι να σωθεί, να το προσέξει. Ο Κύριος, έχοντας ακριβώς υπόψη Του ότι Τον ακούουν άνθρωποι, όχι απλώς άνθρωποι πεπτωκότες, αλλά και ικανά διεστραμμένοι, όπως ήσαν οι άρχοντες του λαού, οι ιερείς, ο κλήρος, οι Φαρισαίοι, οι Γραμματείς και οι Νομικοί, αυτοί οι οποίοι ήσαν ταγοί του λαού, οι άνθρωποι αυτοί είχαν πολύ μεγάλον εγωισμόν και έτσι ήθελαν πάντοτε να διαστρέφουν τον λόγο του Θεού. Μόνο, αγαπητοί μου, μόνο αγαπητοί μου, αν λογαριάσει κανείς αυτήν την ραβινική τους παραγωγή που λέγεται Ταλμούδ και περιέχει μέσα έξι χιλιάδες εντολές, μόνο αυτό είναι αρκετό για να καταλάβετε…- εκ των οποίων οι πιο πολλές εντολές είναι μία διαστροφή, είναι μία διαστροφή της αληθείας, μπορείτε να καταλάβετε από κει πώς οι άνθρωποι αυτοί εκινούντο.


Ο Κύριος είπε ακριβώς γι’ αυτή την περίπτωση ότι όλα αυτά τα κατασκευάσματα είναι εντάλματα ανθρώπων. Καθίστανται τόσο βαριά, ώστε οι ίδιοι οι οποίοι εντέλλονται αυτά δεν μπορούν ούτε με το μικρό τους δακτυλάκι να τα σηκώσουν. Δηλαδή τίποτα, ούτε το πιο ελάχιστο απ’ αυτά δεν μπορούν να κρατήσουν. Και όμως οι άνθρωποι αυτοί απαιτούσαν αυτά τα πράγματα όλα να επιβληθούν στον λαό. Και μάλιστα περιέχει η Αγία Γραφή, η Καινή Διαθήκη μερικές τέτοιες περιπτώσεις. Ότι αν δεν έπλυναν τα χέρια τους – στο κάτω-κάτω της γραφής είναι θέμα καθαριότητος, όχι όμως και θέμα θρησκευτικόν- ότι ήταν αμαρτία, διότι με το να φάγουν με άπλυτα χέρια, καθίσταντο αμαρτωλοί… Και άλλα πολλά. Έχοντας λοιπόν μπροστά Του ο Κύριος ένα πλήθος ανθρώπων, που μπορούσαν να διαστρέφουν την αλήθειαν, αλλά και να έχουν μίαν εκλεκτικότητα έναντι του λόγου του Θεού, είπε αυτόν τον λόγον τον βαρυσήμαντο: ότι «Ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτω τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν».  


Γιατί ονόμασε ο Κύριος «μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων»; Ποιες είναι αυτές οι εντολές; «Τούτων». Ποιες αυτές; Ποιων «τούτων»; Εκείνα τα οποία ο Κύριος διδάσκει. Και γιατί τις λέει «ἐλάχιστες»; Διότι ελάχιστες εθεωρούντο από τους ανθρώπους, κάνοντας μίαν επιλογήν. Και λέγαν: «αυτή η εντολή είναι σπουδαία», «εκείνη δεν είναι σπουδαία, στο καλάθι των αχρήστων, δεν μας ενδιαφέρει». Σημειώσατε δε ότι αυτό υπάρχει πάντοτε μέσα στην Εκκλησίαν. Οι πιστοί πάντα το κάνουν αυτό. Ρίξτε μια ματιά, να πω, τι; Στο περιβάλλον; Αγαπητοί μου, στον εαυτό μας να ρίξομε μία ματιά, βλέπομε ότι κι εμείς επιλέγομε τον λόγον του Θεού. Όταν διαβάζομε την Γραφή ή όταν ακούμε κήρυγμα, κρατούμε εκείνο το οποίον δεν είναι οδυνηρόν εις την εφαρμογήν του· το ανώδυνον. Και εγκαταλείπομε το οδυνηρόν και το βάζομε στην άκρη. Και λέμε «Ε, αυτά είναι για κάποιους άλλους». Και έτσι υποτιμούμε τον λόγον του Θεού και έχομε μίαν διάκρισιν περί σπουδαίων και περί μη σπουδαίων εντολών του Θεού. Μπροστά ακριβώς σε αυτό το φαινόμενον ο Κύριος είπε…- ειρωνεύεται, τρόπον τινά, σαν να λέγει: «Θεωρείτε ελάχιστες τις εντολές; Ε, λοιπόν, σας λέγω εάν λύσετε, δηλαδή παραβείτε, εάν δεν εφαρμόσετε, εάν υποτιμήσετε μία απ’ αυτές τις νομιζόμενες για σας ελάχιστες εντολές, ελάχιστοι θα κληθείτε στη Βασιλεία του Θεού». Δηλαδή τιποτένιοι. Δηλαδή δεν θα μπείτε στην Βασιλεία του Θεού.


Βλέπετε λοιπόν, αγαπητοί, ότι το θέμα της τηρήσεως των εντολών είναι πολύ σπουδαίο και ότι πρέπει μετ’ ακριβείας να βλέπομε τον λόγον του Θεού και να μην τον περιτέμνομε; Και να μην τον επιλέγομε; Αλλά να τον εφαρμόζομε ολόκληρον; Γιατί; Διότι δεν σώζεσαι, αδελφέ μου, εάν όλον τον νόμον τηρήσεις, εις έναν πταίσεις. Έτσι δεν μας λέγει ο αδελφόθεος Ιάκωβος; Εάν εις έναν νόμον πταίσεις, σε μίαν εντολή δεν πας καλά, τότε είσαι παραβάτης όλου του νόμου. Για να το καταλάβετε αυτό, μπορείς να είσαι ένας καλός πολίτης, αλλά εάν έναν νόμον παραβείς, μπαίνεις στη φυλακή. Μπορείς να επικαλεστείς στο δικαστήριο ότι είσαι καλός πολίτης; Δεν αμφισβητεί το δικαστήριο ότι είσαι καλός πολίτης. Αλλά βλέπει μπροστά του την παραβαινομένην εντολήν. Και σε βάζει στη φυλακή. Αυτό ακριβώς εννοεί ο λόγος του Θεού.


Αλλά το σπουδαίον δεν είναι μόνον αυτό. Το σπουδαίον, αγαπητοί μου, είναι ότι αν διαστρέψομε την αλήθειαν του Ευαγγελίου, τότε δεν έχομε την Ορθοδοξίαν. Δεν έχομε το ορθόδοξον, που προσφέρεται από τον Θεόν ατόφιο. Αυτό θα πει ορθόδοξον. Να πιστεύω τον λόγον του Θεού, όπως ακριβώς προσφέρεται ο λόγος του Θεού, χωρίς προσθαφαιρέσεις και χωρίς περιτομές. Και το ακόμα σπουδαιότερον: Εκ της Ορθοδοξίας προκύπτει η ορθοπραξία. Πρέπει δηλαδή, αν έχω ακριβή αντίληψη περί του λόγου του Θεού, να εφαρμόσω ορθά τον λόγο του Θεού. Εάν έχω διαστρέψει την αλήθειαν, και τα βιώματά μου δεν θα είναι διεστραμμένα; Οπωσδήποτε ναι. Όπως λοιπόν αντιλαμβάνεσθε, είναι μία πάρα πολύ σπουδαία υπόθεσις, που πρέπει να την προσέξομε πολύ.


Ας δούμε λοιπόν τι πρέπει να κάνομε. Πρέπει πρώτα να γνωρίσομε το περιεχόμενο της πίστεώς μας. Όπως ερμηνεύεται από την Εκκλησία και μέσα εις την Εκκλησία. Μην ξεχνάμε ότι οι αιρέσεις γεννήθηκαν με την προσπάθεια να ερμηνευθεί ο λόγος του Θεού κατά το δοκούν. Όπως κανείς νόμιζε, όπως κανείς ήθελε. Η Εκκλησία ερμηνεύει το Ευαγγέλιον και είναι η ταμιούχος της ορθής ερμηνείας. Όταν προέκυψαν οι αιρέσεις, όπως σήμερα η Εκκλησία μας γιορτάζει την μνήμη των 630 θεοφόρων Πατέρων της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, η οποία συνήλθε στην Χαλκηδόνα, για να στερεώσει το δόγμα των δύο φύσεων του Χριστού, κατ΄ουσίαν λοιπόν να χτυπήσει τον Μονοφυσιτισμόν, ότι ο Ιησούς είναι τέλειος Θεός, είναι και τέλειος άνθρωπος, διότι στο θέμα του Αρείου χτυπήθηκε η θεότητα του Χριστού από τον Αρειανισμόν και η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος ετόνισε την τελειότητα της θείας φύσεως του Ιησού, η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος -χριστολογική η Α΄, χριστολογική και η Δ΄- έρχεται να στερεώσει την τελείαν ανθρωπίνην φύσιν του Χριστού. Δηλαδή το ακριβώς αντίθετο από εκείνο το οποίον έλεγε ο Άρειος, το λέγουν τώρα καινούριοι αιρετικοί· όπως ο Ευτυχής, ο Διόσκουρος κ.λπ.


Όπως λοιπόν αντιλαμβάνεσθε, αυτά όλα ήταν κατατεθειμένα στην Εκκλησία. Πολλοί νομίζουν ότι εξ αφορμής των Συνόδων, η Εκκλησία απέκτησε νέα δόγματα. Δεν υπάρχει πιο μεγάλη πλάνη. Αγαπητοί μου, τα δόγματα αυτά ήσαν κατατεθειμένα εις την Εκκλησίαν. Πάντοτε η Εκκλησία επίστευε, επί παραδείγματι, ο Ιησούς Χριστός είναι τέλειος άνθρωπος και τέλειος Θεός, δηλαδή τέλειος Θεάνθρωπος. Όταν προέκυψε θέμα, τότε η Εκκλησία ηναγκάσθη εν Συνόδω να κατοχυρώσει αυτήν την αλήθειαν. Αυτή η αλήθεια, αυτή η πίστις, δεν είναι καινούρια, δεν έρχεται στο φως με την παρουσία μίας Συνόδου. Απλώς είναι υπάρχουσα και κατατεθειμένη στην Εκκλησίαν. Είναι η πίστις της Εκκλησίας. Και έρχεται τώρα μία Σύνοδος να μαντρώσει και να κατοχυρώσει εκείνο το οποίον η Εκκλησία ανέκαθεν επίστευε. Δεν είναι λοιπόν καινούρια πράγματα. Πώς είναι μερικοί που λέγουν ότι «Τα δόγματα και τα δόγματα και οι Σύνοδοι…» και τ’ απορρίπτουν συλλήβδην. Πόσο φοβερό πράγμα είναι αυτό! Και νομίζουν ότι είναι ακίνητα πράγματα. Ακίνητα είναι, γιατί η αλήθεια είναι ακίνητη. Και τους φιλοσόφους αν πάρετε, αγαπητοί μου, αυτό πιστεύουν. Ότι η αλήθεια είναι ακίνητη, αμετάβλητη. Δεν είναι δυνατόν να μεταβάλλεται. Πώς, λοιπόν, εσύ θα ήθελες την αλήθειαν να μην μεταβάλλεται και τα δόγματα να τα θεωρείς, αδελφέ μου, σκουριασμένα και παρωχημένα και άχρηστα; Και ακόμη εμπόδιον δήθεν για μία επέκταση της χριστιανικής σου ζωής και πίστεως μέσα στον σύγχρονον κόσμον;


Αλλά, αγαπητοί, θα σας έλεγα, δύο πράγματα γέννησαν την αίρεσιν. Η άγνοια και ο εγωισμός. Και αν μεν κανείς είναι εγωιστής με δαιμονικόν εγωισμόν, θα γίνει αιρετικός και θα επιμείνει στην αίρεσή του. Οι πολλοί, όμως, δεν κινούνται έτσι. Οι πολλοί, οι πάρα πολλοί, οι πιστοί μας, κινούνται από άγνοια. Δεν γνωρίζουν το περιεχόμενο της πίστεως. Λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος ότι «ἡ ἄγνοια τῶν γραφῶν εἰσήγαγεν καί τήν λύμην τῶν αἱρέσεων καί τόν διεφθαρμένον βίον ἀλλά καί τά ἄνω κάτω πεποίηκεν». Τα πάντα τα αναποδογύρισε. Γιατί; Υπάρχει η άγνοια των γραφών. Δεν μελετούμε επαρκώς τον λόγον του Θεού. Δεν γνωρίζομε το περιεχόμενο της πίστεώς μας. Είναι τραγικόν. Είναι τραγικό να λεγόμαστε Χριστιανοί και να μη γνωρίζομε το περιεχόμενον της πίστεώς μας.


Θα ήθελα να σας πω ένα παράδειγμα. Πέστε μου, σας παρακαλώ, σήμερα μάλιστα που τα επαγγέλματα βγαίνουν, θα λέγαμε, σαν κατάρτιση από σχολές, λίγο πολύ. Και τα πιο μικρά επαγγέλματα και εύκολα, κι αυτά βγαίνουν από σχολές. Δεν μαθαίνομε κάποτε και την ιστορία του επαγγέλματός μας; Ή δεν θα είχαμε την περιέργεια να μάθομε την Ιστορία του επαγγέλματός μας; Η ιστορία της επιστήμης διδάσκεται πάντοτε στο Πανεπιστήμιο. Η ιστορία κάθε επιστήμης. Η ιστορία της Ιατρικής. Η ιστορία της Φυσικής κ.ο.κ. Εσύ, αδελφέ μου, δεν έχεις την περιέργεια να μάθεις την ιστορία του Χριστιανισμού; Σήμερα δεν μπορεί κανείς να ζήσει και να είναι καλός επιστήμων, να βγάλει και χρήματα και να έχει περιωπή, εάν δεν γνωρίζει καλά την δουλειά του, εάν δεν ανανεώνει την γνώση του, επειδή οι γνώσεις διαρκώς γίνονται καινούριες στο κάθε επάγγελμα. Αδελφέ μου, δεν έχεις την περιέργεια να γνωρίσεις το περιεχόμενο της πίστεώς σου; Δεν ερώτησες ποτέ, αδελφέ μου, να πεις… Πόθεν έρχομαι και πού πηγαίνω; Ποιος είμαι; Τι θα πει άνθρωπος; Γιατί υπάρχω; Πού πηγαίνω; Ποιος είναι ο προορισμός μου; Ποιος είναι ο σκοπός μου; Να παντρευτώ; Να κάνω παιδιά; Μετά θα πεθάνω. Κι ύστερα τα παιδιά μου θα κάνουν κι αυτά παιδιά κι ύστερα θα πεθάνουν». Μα αυτό πια δεν αφορά το πρόσωπό μας· αφορά το γένος. Δεν αφορά εμένα, αφορά την γενιά. «Εγώ όμως σαν πρόσωπο τι θα γίνω; Θα τελειώσω; Δηλαδή τελειώνω, κι είμαι σίγουρος ότι τελειώνω;» Δεν έχω την περιέργεια λοιπόν να το γνωρίσω; Η Γραφή θα με βοηθήσει. Η μελέτη του λόγου του Θεού. Οι Πατέρες είναι το κλειδί· γιατί είναι η ερμηνεία της Αγίας Γραφής μέσ’ την Εκκλησία και με την Εκκλησία. Γιατί αν δεν έχω το κλειδί αυτό να μελετήσω την Γραφή κι αρχίζω να μελετώ και να κατανοώ όπως εγώ θέλω, τότε αντιλαμβάνεσθε, αγαπητοί μου, ότι γρήγορα θα γίνω αιρετικός, θα διαστραφώ, θα παρεκκλίνω.


Αλλά, τι να πω; Να πω κανένα παράδειγμα; Να πω ότι πάμε σε μία κηδεία, βλέπομε έναν άνθρωπο που πέθανε, συγγενή μας ή φίλο μας, οδυρόμεθα, φεύγομε και λέμε: «Ε, αυτή είναι η ζωή. Όλοι θα πεθάνομε. Είναι η τελευταία μας κατοικία ο τάφος». Αδελφέ μου, η τελευταία σου κατοικία ο τάφος; Αλήθεια, όλοι θα πεθάνουμε; Αλήθεια αυτός είναι ο προορισμός μας, να πεθάνουμε; Δεν ήχησε στα αυτιά σου, αδελφέ μου, το «Χριστός Ἀνέστη…και τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι, ζωήν χαρισάμενος»; Αυτά δεν ήχησαν στα αυτιά σου ποτέ; Πώς ακούς την Λειτουργία; Πώς ακούς τις ακολουθίες και τις εορτές του έτους; Πώς διαβάζεις την Γραφή; Λέγει ο Κύριος: «Βλέπετε πῶς ἀκούετε». «Προσέχετε πώς ακούτε». Κι αν θέλετε, ακριβώς αυτή η γνώσις είναι η λυδία λίθος για κάθε αίρεση. Δεν είναι ανάγκη να μελετήσομε τις αιρέσεις. Είναι περιττόν. Επιτρέψατέ μου να σας πω. Είναι περιττόν. Γνωρίζεις την αλήθειαν; Ό,τι κίβδηλον, ό,τι ψεύτικον έλθει, τότε θα δοκιμάσεις το ψεύτικο στο αληθινό που κατέχεις και θα πεις: «Αυτό είναι ψεύτικον». Έμαθες να αναγνωρίζεις τον χρυσόν; Αληθινά τον χρυσόν; Αν σου ‘ρθει μπρούντζος με μείγμα χρυσού, θα πεις: «Αυτό δεν είναι χρυσός». Έτσι, αγαπητοί, η γνώσις της Γραφής είναι και η λυδία λίθος της αληθείας.


Αλλά πρέπει όμως όχι μόνον να γνωρίσομε την αλήθεια, πρέπει να γνωρίσομε και το περιεχόμενον, να ζήσομε το περιεχόμενο της αληθείας. Γιατί αλλιώτικα δημιουργούμε διανοητικούς ανθρώπους. Μην ξεχνάμε, είναι οι άνθρωποι οι οποίοι ασχολούνται με την υψηλήν γνώσιν της Γραφής, αλλά δεν βιώνουν εκείνο το οποίον πρέπει να βιώσουν. Μην ξεχνάμε ότι ο λόγος του Θεού δεν έρχεται να ικανοποιήσει τον νου. Αλλά έρχεται να σώσει ολόκληρον τον άνθρωπο. Να γίνει αίμα μας, να γίνει σώμα μας. Αυτός ο λόγος του Θεού. Πρέπει να μας θρέψει ο λόγος του Θεού. Και πρέπει να ζήσομε. Αλλά όχι απλώς να τηρήσομε τις εντολές του Θεού κατά έναν ηθικιστικόν τρόπον. Όχι. Αλλά πρέπει κάτι άλλο. Πρέπει να κάνομε, να πετύχομε αυτό που λέγει ο Απόστολος Παύλος. Να μεταμορφωθούμε. «Μεταμορφοῦσθε», λέγει, «τῇ ἀνακαινώσει τοῦ νοός ὑμῶν, εἰς τό δοκιμάζειν τί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τό εὐάρεστον καί τέλειον». «Να μεταμορφώνεσθε με την ανακαίνιση του νοός σας». Και αλλού λέγει: «Εμείς έχομε νουν Χριστού και γνωρίζομε τα νοήματα του σατανά». Τι είναι αυτός ο «νοῦς τοῦ Χριστοῦ»; Είναι το να γίνω ένας μικρός Χριστός. Να σκέπτομαι όπως σκέπτεται ο Χριστός. Σας έχουν πει καμία φορά, αγαπητοί μου, ότι σκέπτεσθε με εκείνον τον τάδε και μοιάζετε πολύ στην νοοτροπία; Σας το έχουν πει αυτό; Αν σας το έχουν πει είναι αυτό το ίδιο που λέμε τώρα. Το να αναγνωρίσει ο άλλος ότι σκέπτομαι όπως σκέπτεται ο Χριστός. Αυτό θα πει «έχω νουν Χριστού». Δεν σκέπτομαι διαφορετικά. Ενεργώ όπως θα ενήργει ο Χριστός. Δεν είναι μακρινά πράγματα αυτά. Μην πούμε ότι… «εγώ με τον Χριστό θα συγκριθώ; Εγώ με τον Χριστό θα συγκριθώ;


Αγαπητοί μου, δεν είναι θέμα συγκρίσεως. Είναι θέμα να μιμηθώ να φτάσω να γίνω σαν τον Χριστό. Όσο μπορώ, όσο φτάνω. Διαρκώς, συνεχώς. Γιατί νομίζετε ότι ενηνθρώπησε ο Λόγος του Θεού; Ας μου επιτραπεί να πω αυτήν την απλή κουβέντα: «για τα μαύρα μάτια»; Έτσι για το θεαθήναι; Έτσι να πούμε για γούστο; Ο Υιός του Θεού ενηνθρώπησε για δύο λόγους. Πρώτον για να δούμε την ζωή Του και να την μιμηθούμε. Να φέρει το Ευαγγέλιον πάνω στη γη· που σημαίνει να φέρει τον τρόπο ζωής του ουρανού πάνω στη γη και ότι είναι δυνατόν να εφαρμοστεί το Ευαγγέλιον επάνω στη γη. Το δεύτερον είναι οντολογικό. Με την ενανθρώπησή Του να σώσει την ύπαρξή μας ολόκληρη από τον θάνατο και την φθορά και να αναστηθούμε και να βρεθούμε στην Βασιλεία του Θεού και στην μακαριότητά Του. Αυτός είναι ο λόγος. Τι λέτε, λοιπόν; Πρέπει να μείνομε με την ψιλήν γνώσιν; Με την γυμνή γνώσιν; Απλώς να ικανοποιούμε τον νου μας; Απλώς να λέμε ότι μελετούμε; Και να μην εφαρμόζομε εκείνο το οποίον ο λόγος του Θεού εντέλλεται;


Αλλά και κάτι ακόμη. Σας είπα προηγουμένως ότι σήμερα η Εκκλησία μας γιορτάζει τη μνήμη των 630 θεοφόρων Πατέρων που έλαβαν μέρος στην Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο στην Χαλκηδόνα, απέναντι από την Μικρά Ασία, από την Κωνσταντινούπολη απέναντι. Γνωρίζετε, παρακαλώ, ότι οι Πατέρες όχι ορθώς φρονούσαν μόνον, όχι ορθώς ζούσαν μόνον, αλλά και ορθώς διεκήρυσσον την πίστιν. Και την διεκήρυσσον. Δηλαδή πρέπει τώρα να εκθέσομε εις τους άλλους το περιεχόμενον της πίστεώς μας. Διότι έρχονται διαρκώς καινούριοι άνθρωποι εις τον κόσμον. Και πρέπει όχι μόνο οι καινούριοι άνθρωποι -τα παιδιά σας δηλαδή- να μάθουν την αλήθειαν, αλλά θα πρέπει και να διορθώνω εκείνους που δεν πήραν καλή γνώση του περιεχομένου της πίστεώς μας. Και συνεπώς πρέπει διαρκώς να γίνομαι ένας ιεραπόστολος. Να λέγω παντού πάντα την αλήθεια. Μπήκατε καμία φορά σε κανένα ταξί; Ασφαλώς ναι. Είδατε πλάι στον σταυρό, που έχει κρεμασμένο μπροστά στο παρμπρίζ ο οδηγός, να έχει και ένα πεταλάκι με μία μπλε χάντρα; Το έχετε δει αυτό; Αυτήν είναι μία στραβή πίστη. Ο άνθρωπος αυτός δεν ξέρει ακριβώς τι πιστεύει. Πιστεύει ότι από τον σταυρό βγαίνει μία δύναμις. Αλλά και από την μπλε χάντρα και το πέταλο, βγαίνει μία κάποια άλλη δύναμη, ε, ή η μία ενεργήσει ή η άλλη ενεργήσει, δεν πειράζει, ας τα έχομε και τα δύο και όποιο πιάσει… Είπατε ποτέ αγαπητοί μου στον οδηγό, όταν είδατε αυτό το φαινόμενο, ότι αυτό που κάνει δεν είναι σωστό; Του το έχετε πει αυτό; Και πλήθος άλλα υπάρχουν, για να μην πολυπραγμονώ, πλήθος άλλα· που πρέπει πάντοτε να διορθώνομε. Προσέξτε όμως, όχι εισαγγελικά, σαν να είμαστε εισαγγελείς και δημόσιοι κατήγοροι. Και να λέμε: «Κοίταξε να ιδείς το και το και αλίμονό σου…». Όχι, αγαπητοί. Με πολλή αγάπη, με πολλή αδελφικότητα θα διορθώσομε τον άλλον να μην τον προσβάλλομε. Να τον διορθώσομε. Ακόμη να του πούμε να μας συγχωρεί που θα του πούμε αυτό το κάτι, ότι ίσως το παρέλειψε. Ξέρει ίσως πολλά αλλά αυτό του διέφυγε. Κι ερχόμαστε τώρα να του το πούμε, για να το διορθώσει και αυτό. Όταν με αγάπη του το πούμε, τότε, τι νομίζετε, ο ένας αδελφός θα διορθώνει τον άλλον.


Και τότε θα έχομε μία χριστιανική κοινωνία, δηλαδή την Εκκλησία του Χριστού, η οποία θα ορθοδοξεί αλλά και θα ορθοβιοί, θα ζει σωστά. Και δεν θα έχομε αυτό το φοβερό φαινόμενο μέσ’ την Εκκλησία, ο καθένας να ζει ή να πιστεύει κατά το δοκούν. Δεν λέμε στη Θεία Λειτουργίαν να μας δώσει ο Κύριος «τήν ἑνότητα τῆς πίστεως καί τήν κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»; Τι είναι αυτό; Εδώ ακριβώς, αγαπητοί μου, είναι όλη η προσφορά της Εκκλησίας. Η ενότης της πίστεως είναι εκείνο που πιστεύω να το πιστεύει και ο άλλος και ο άλλος. Η πίστις της Εκκλησίας. Και ποια είναι η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος; Είναι ο τελικός μας σκοπός. Να γίνομε κοινωνοί του Αγίου Πνεύματος. Να αποκτήσομε το Πνεύμα το Άγιον. Να έχομε Θεό. Για να ζήσομε από την παρούσα ζωή μέσα στην Βασιλεία του Θεού. Να καταστήσομε την Βασιλεία του Θεού πρώτα πρώτα γεγονός της υπάρξεώς μας. Θα κλείσουμε εμείς μέσα μας την Βασιλείαν του Θεού. Και όταν θα πάμε εκεί, στην Βασιλεία του Θεού, τότε Εκείνη θα μας κλείσει μέσα στον εαυτόν της.


Έτσι λοιπόν βλέπετε, αγαπητοί, η σημερινή ημέρα, που η Εκκλησία μας προβάλλει τους 630 Θεοφόρους Πατέρας, τους προβάλλει προς μίμησιν. Δεν είναι ένα γεγονός που απλώς ανήκει στο παρελθόν. Διάβαζα χθες το βράδυ τον δογματικόν Όρον της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου. Δεν είναι πάρα πολύ εκτενής. Είναι μόλις 5-6 φύλλα ενός βιβλίου. Είναι πάρα πολύ λίγο. Και εκεί είναι αποκρυσταλλωμένη όλη η απόφασις περί του προσώπου του Ιησού Χριστού. Αν, λοιπόν, όλα αυτά σιγά σιγά τα γνωρίσομε… μάλιστα αν θέλετε να ξέρετε, όταν άρχισα να διαβάζω, για μια στιγμή δεν αντελήφθηκα ότι είναι η αρχαία γλώσσα. Δεν ήμουνα καλός στα Αρχαία. Για να μην πείτε ότι ήμουνα καλός στα φιλολογικά και έτσι τα ξέρω. Όχι. Όταν συνήντησα ένα «τοίνυν», ένα «λοιπόν», α, λέω, είναι αρχαία γλώσσα. Δηλαδή, με άλλα λόγια, θέλω να σας πω, λίγο το παλιό γυμνάσιο να είχαμε τελειώσει, την γλώσσα αυτή την καταλαβαίνομε. Πιστέψτε με, την καταλαβαίνομε. Άλλο τώρα ότι είναι μία συμφορά ότι πια τα παιδιά μας δεν ξέρουν Αρχαία Ελληνικά και δηλαδή δεν ξέρουν Ελληνικά. Άλλη παράγραφος αυτό. Αλλ΄ όμως νομίζω ότι πρέπει να έχομε πάντοτε την φιλομάθειαν, να πηγαίνομε να διαβάζομε. Να ερωτούμε. Να ακούμε λόγο Θεού, λόγο Θεού άρτον· ο Οποίος θα μας φέρει εις το επίπεδο του κηρύγματος, εις το επίπεδον της προσφοράς, όλα τα κατατεθειμένα της Εκκλησίας. Μη μιλάμε μόνο και να λέμε… – θα μου πείτε αυτό είναι δικό μας θέμα· ναι· μη μιλάμε πάντα και να λέμε: «Να είμαστε καλοί άνθρωποι». Πρέπει να γνωρίσομε το περιεχόμενο της πίστεώς μας, για να γνωρίσομε τον δρόμο μας, να γνωρίσομε την πορεία μας.


Έτσι λοιπόν, η προβολή των 630 Θεοφόρων Πατέρων, δεν είναι μία ανάμνησις, μία μνήμη που ανήκει στο παρελθόν, μία μνήμη μουσειακή. Είναι μία μνήμη ζωντανή. Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας υπάρχουν και θα υπάρχουν πάντοτε. Υπάρχουν στη Βασιλεία του Θεού. Υπάρχουν με τα κηρύγματά τους. Υπάρχουν με τα θεσπίσματά τους και με τα δόγματά τους. Υπάρχουν στη ζωή μας, οδηγοί σε ένα δύσκολο δρόμο, σε μία δύσκολη εποχή, που τα πάντα διαλύονται, που τα πάντα καταρρακώνονται και που πρέπει να μείνομε όρθιοι. Οι Πατέρες λοιπόν είναι οι φωτοδόται, είναι οι στυλοβάται. Είναι η βακτηρία εκείνη, επί της οποίας θα στηριχθούμε, για να ομολογήσομε ορθήν πίστιν, ορθήν βίωσιν, για να δούμε μίαν ημέραν το πρόσωπο του Θεού.

«Ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος» (π. Αθανάσιος Μυτιληναίος)

 Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου που εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 17-7-1983.


«Ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτω τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν».


Σήμερα, αγαπητοί μου, η Εκκλησία μας γιορτάζει τη μνήμη των 630 θεοφόρων Πατέρων, που συνεκρότησαν την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο στην Χαλκηδόνα. Το θέμα της Συνόδου ήταν ότι ο Ιησούς Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος.


Βέβαια, πριν ξεκινήσουμε να δούμε το περιεχόμενο της Συνόδου αυτής, το εξαιρετικά επίκαιρο σε κάθε εποχή, θα ήθελα να έκανα μια διασάφηση γύρω από το θέμα «δόγμα», διότι όλες οι Σύνοδοι φυσικά δογμάτισαν.


Στην εποχή μας, η οποία δεν θα ήθελε να ακούσει ούτε τη λέξη, ούτε το περιεχόμενο «δόγμα»- άλλη παράγραφος ότι η πιο δογματική εποχή είναι η εποχή μας, αυτή που φιλελευθεριάζει, η πιο δογματική- θα ήθελα να κάνω μία διασάφηση το τι είναι δόγμα· το οποίο, όπως σας είπα, τόσο τρομάζει στον σύγχρονο άνθρωπο, όταν ακούει για δόγματα. Νομίζει ο σύγχρονος άνθρωπος ότι το δόγμα είναι κάτι που θες δεν θες πρέπει να το δεχτείς ή σου αρέσει ή δεν σου αρέσει, άλλο εάν αυτό σου δεσμεύει ή δεν σου δεσμεύει την ελευθερία. Ένα είδος δηλαδή πειθαναγκασμού νομίζει ότι είναι το δόγμα. Αυτή η αντίληψη υπάρχει.

Σας είπα όμως ότι η εποχή μας είναι δογματική. Είναι δογματική με αυτήν την έννοια η εποχή μας· διότι βλέπετε σαν κοπάδια, θα ξαναπώ τη λέξη, σαν κοπάδια οι άνθρωποι πηγαίνουν σε ποικίλους δογματισμούς της εποχής μας να ενταχθούν. Τι είναι παρακαλώ η μόδα; Η μόδα δεν είναι παρά ένας δογματισμός. «Τάδε ἒφη Παρίσι». «Τάδε ἒφη Νέα Υόρκη». Αυτό είπε το Παρίσι, αυτό είπε η Νέα Υόρκη, αυτό είπε η Δύσις, αυτό είπε η μόδα. Και βλέπετε, θα ξαναπώ για τρίτη φορά, τους ανθρώπους σαν κοπάδια, να πηγαίνουν να ενταχθούν σε αυτήν τη μάνδρα, με αυτήν την έννοια που λέγεται «δόγμα».


Αλλά δεν είναι, αγαπητοί μου, αυτό το πράγμα το δόγμα. Και επειδή βλέπετε τους ανθρώπους να θέλουν να είναι θρησκευτικά αχρωμάτιστοι, άλλο ότι πάλι έχουν την πιο αυστηρή πίστη στην αθεΐα τους-πίστη είναι, πίστη είναι στην αθεΐα· διότι απέδειξες ότι δεν υπάρχει ο Θεός; Το πιστεύεις ότι δεν υπάρχει ο Θεός. Ε, βλέπετε λοιπόν σήμερα τους ανθρώπους με αυτήν την έννοια, που έχουν θεοποιήσει την ελευθερία, ενώ είναι οι πιο ανελεύθεροι άνθρωποι όλων των αιώνων και όλων των εποχών, σκλαβωμένοι στα πάθη τους οι σύγχρονοι άνθρωποι, θέλοντας να αντιδράσουν, λέγουν ότι το δόγμα δεσμεύει την ανθρώπινη ελευθερία, την ανθρώπινη διάνοια να δεχθεί ό,τι θέλει.


Δεν είναι αυτό, αγαπητοί μου. Το δόγμα είναι αλήθεια αποκεκαλυμμένη και κατοχυρωμένη. Αυτό είναι. Εξηγώ. Ο ήλιος είναι μία αλήθεια. Αυτή η αλήθεια είναι ένα δόγμα. Είτε το θέλεις, είτε δεν το θέλεις, είναι μία πραγματικότητα. Θα δεχθείς λοιπόν ότι υπάρχει ο ήλιος και έχει τις ιδιότητες αυτές που έχει. Τι κάνω τώρα όταν σου πω τι είναι ο ήλιος; Μια κατοχύρωση. Όταν η επιστήμη αποκαλύπτει τι είναι ο ήλιος, ερευνά και φανερώνει τι είναι ο ήλιος, αυτό είναι μία επιστημονική αλήθεια. Αυτό θα το λέγαμε για μια στιγμή στο χώρο της θρησκείας, της πίστεως, ένα δόγμα. Αυτό λοιπόν είναι μία πραγματικότητα. Και τι κάνει τώρα η επιστήμη; Κατοχυρώνει αυτή την αλήθεια και μας την παρουσιάζει. Αυτό είναι αγαπητοί μου το δόγμα.


Έρχεται να μας πει η Εκκλησία ότι ο Θεός είναι Τριαδικός. Δεν το επινοήσαμε. Μας απεκαλύφθη. Και αφού μας απεκαλύφθη, σημαίνει ότι θα το δεχθούμε ως αποκεκαλυμμένο. Όταν έρχεται κάποιος να το αμφισβητήσει, τότε η Εκκλησία φροντίζει να περιφρουρήσει αυτήν την αλήθεια· και αυτή η περιφρούρηση αυτής της αλήθειας λέγεται «δόγμα». Γιατί όμως έρχεται η Εκκλησία να περιφρουρήσει την αλήθεια; Έρχεται διότι πιστεύει -κι έτσι είναι- ότι το δόγμα, δηλαδή αυτή η αποκεκαλυμμένη αλήθεια είναι η βάση της σωτηρίας του ανθρώπου. Συνεπώς εάν χάσει αυτήν τη βάση, τότε δεν μπορεί να έχει τη σωτηρία. Για λόγους λοιπόν αγάπης και φιλανθρωπίας, κατοχυρώνει αυτήν την αλήθεια ακριβώς για να επιτύχει ο άνθρωπος τη σωτηρία του. Όπως ακριβώς, θα λέγαμε, έρχεται η Ιατρική να μας κατοχυρώσει με μίαν αλήθεια και να μας πει ότι «θα ζήσετε έτσι κι έτσι κι έτσι, θα λάβετε τα μέτρα σας εναντίον μιας ασθένειας έτσι κι έτσι κι έτσι, για να μην αρρωστήσετε». Συνεπώς δεν κάνει τίποτε άλλο η Εκκλησία μας, αγαπητοί μου, παρά να περιφρουρεί, να περιχαρακώνει και να φανερώνει την αποκεκαλυμμένη αλήθεια. Πώς τη φανερώνει; Προσέξτε. Με μια διατύπωση. Και πώς την φανερώνει; Με το στόμα ολοκλήρου της Εκκλησίας. Αυτό ακριβώς κάνει η Εκκλησία. Αυτό είναι το δόγμα. Γιατί λοιπόν φοβόμαστε; Γιατί τρομάζουμε; Και έχουμε βγάλει και το ρήμα ότι «δογματίζεις» με αυτά που λες. Και εννοούμε ότι μιλάς αυθαίρετα. Σήμερα άμα λέμε το ρήμα «δογματίζω» σημαίνει ότι μιλάω αυθαίρετα. Η Εκκλησία δεν μιλάει αυθαίρετα. Αλλά εκείνο που απεκαλύφθη, το ξαναλέγω άλλη μία φορά, το κατοχυρώνει και το παρουσιάζει.


Κάνοντας αυτήν την διασάφηση ερχόμαστε τώρα στο κύριό μας θέμα. Αγαπητοί μου, η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος τι κατοχύρωσε; Ότι ο Ιησούς Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος σε μία υπόσταση. Αυτή είναι η διατύπωση που έκανε η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος. Αυτή η διατύπωσις είναι αναγκαιοτάτη και επικαιροτάτη, διότι δεν απασχόλησε τότε τους ανθρώπους με τις χριστολογικές εκείνες έριδες, αλλά απασχολεί και σήμερα τον άνθρωπο. Με άλλα λόγια, αυτό που διετύπωσε η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος, είναι το ερώτημα του Κυρίου στους μαθητές Του, αλλά και προς ολόκληρη την ανθρωπότητα: «τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου;» [Ματθ. 16, 13]. «Εγώ παρουσιάζομαι ως άνθρωπος· οι άνθρωποι τι λέγουν για μένα; Ποιος είμαι;». Το πρόσωπο του Χριστού, αγαπητοί μου, είναι το μέγα πρόβλημα και το μέγα ερωτηματικό σε ολόκληρη την παγκόσμια ιστορία. Δεν υπάρχει κανένα απολύτως φλέγον, θεμελιώδους σημασίας, ζωής και θανάτου θέμα, όσο το θέμα: «το πρόσωπο του Ιησού Χριστού». Ποιος είναι ο Ιησούς Χριστός.


Δεν ξέρω αν καταλαβαίνετε, αγαπητοί, τι ακριβώς είναι το πρόβλημα αυτό. Εάν υπάρχει ή δεν υπάρχει Αμερική μπορώ να ζήσω ευτυχισμένος. Εάν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν αστέρια και πόσα είναι και αν κατοικούνται ή δεν κατοικούνται, δεν με αφορά εμένα. Εάν δεν γνωρίζω τίποτε από την Επιστήμη και την Τεχνική, δεν με αφορά. Μπορώ να ζήσω πάλι ευτυχισμένος. Αν όμως ο Χριστός είναι αυτό που είναι ή δεν είναι, αφορά και την παρούσα μου ζωή και την αιώνιά μου ζωή. Γιατί το πρόσωπο του Χριστού είναι η απάντηση ποιος είμαι εγώ ο άνθρωπος και ποιος είναι ο προορισμός μου. Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν είναι θεμελιώδους σημασίας το ερώτημα: «Οι άνθρωποι τι λένε για μένα; Ποιος είμαι;». Και ναι μεν, όπως τότε απήντησαν οι σύγχρονοι του Χριστού, όπως μεταφέρουν οι μαθητές, αυτά που έλεγαν οι σύγχρονοί του: «οἱ μὲν Ἰωάννην τὸν βαπτιστήν, ἄλλοι δὲ Ἠλίαν, ἕτεροι δὲ Ἱερεμίαν ἢ ἕνα τῶν προφητῶν»: Άλλοι λένε ότι είσαι ο Ιερεμίας, άλλοι λένε ότι είσαι ο Ηλίας, άλλοι λέγουν ότι είσαι ένας διδάσκαλος, άλλοι ένας προφήτης». Δηλαδή ποικίλες απόψεις.


Οι άνθρωποι σήμερα τι λένε; Ποιος είναι ο Ιησούς Χριστός; Επικαιρότατο θέμα. Ποιος είναι ο Ιησούς Χριστός; «Είναι κοινωνιολόγος», λένε οι άνθρωποι. Είναι σοφός, λένε άλλοι. «Είναι μάγος», λένε κάποιοι τρίτοι· «που σπούδασε δεν ξέρω πού, μαγικά πράγματα και φακιρικά. Και ήρθε να τα παρουσιάσει». «Είναι ένας πολύ καλός άνθρωπος», λένε κάποιοι τέταρτοι κ.ο.κ. Και ο Κύριος θέτει το ερώτημα: «Εσείς, (ποιοι εσείς; Εσείς που ζείτε μαζί μου και –προσέξτε- έχετε την εμπειρία του προσώπου μου. Θα το πω άλλη μία φορά. Έχετε την εμπειρία του προσώπου μου. Όχι την ψιλή γνώση, αλλά την εμπειρία του προσώπου μου)·εσείς τι λέτε;». Διότι αυτό το ερώτημα τίθεται για τον κάθε πιστό της κάθε εποχής. «Εσείς τι λέτε;».


Και ο Απόστολος Πέτρος λέγει: «σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος». Σαν να του έλεγε: «είσαι Θεάνθρωπος. Τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος». Να μην το αναλύσω πιο πολύ. Διότι το «Χριστός» αναφέρεται στην ανθρώπινη φύση. «Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» αναφέρεται στην θεία φύση. Λοιπόν αυτή ήταν η απάντηση του Αποστόλου Πέτρου. Αυτή είναι η απάντηση του κάθε πιστού στο πρόσωπο του Χριστού, στο πρόβλημα αυτό· ποιος είναι ο Χριστός. Αλλά βλέπετε όμως ότι εκείνοι  που βαφτίστηκαν και ανήκουν στη μάντρα του Χριστού, πάντοτε δεν μπορούν να σκέπτονται ή να έχουν την εμπειρία του Χριστού, του προσώπου του Χριστού. Το γιατί, είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο που δεν είναι της ώρας να σας το πω. Αλλά μόνο τούτο. Ότι σαν αποτέλεσμα είναι ότι οι άνθρωποι θέτουν το ερώτημα: «Ποιος άραγε είναι ο Χριστός;» Δεν έχεις άρα εμπειρία. Τέλος πάντων ερωτάς. Τι απάντηση θα σου δώσω;


Και επειδή αρχίζεις να λέγεις εσύ κάποιες απαντήσεις, έρχεται η Εκκλησία να κατοχυρώσει και να σου πει, ο Ιησούς Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος σε ένα πρόσωπο, σε μία υπόσταση. Τι σημαίνει αυτό; Αυτή είναι μία τεράστια αλήθεια, αγαπητοί μου. Προσέξατε. Ο Άρειος, τον οποίο αντιμετώπισε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, είπε ότι ο Ιησούς Χριστός δεν είναι Θεός, αλλά είναι κτίσμα. Δηλαδή δεν έχει θεότητα. Αλλά τώρα στην Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο έγινε το αντίστροφο. Ότι είναι πραγματικά ο Θεός, αλλά ότι δεν είναι δυνατόν να πήρε ανθρώπινη φύση. Και αν πήρε ανθρώπινη φύση, αυτή ή ήταν φαινόμενη ή απερροφήθη από τη θεία φύση και δεν έχει και πάρα πολλή σημασία. Αυτό δηλαδή που έμεινε στην Ιστορία ως Μονοφυσιτισμός. Δηλαδή η πίστη ότι ο Χριστός έχει μόνο μία φύση, τη θεία, όχι την ανθρώπινη. Είναι δύο ακρότητες. Η μία θέση αρνείται τη θεία φύση του Χριστού και η άλλη αρνείται την ανθρώπινη φύση του Χριστού. Και οι δύο αυτές ακρότητες είναι θεμελιώδους σημασίας, που προσβάλλουν τη σωτηρία. Πώς την προσβάλλουν τη σωτηρία;


Ως προς την πρώτη θέση, εάν ο Χριστός δεν είναι Θεός, τότε δεν είναι δυνατόν και να σώσει· διότι όλα τα κτίσματα έχουν ανάγκη σωτηρίας. Έχουν ανάγκη και οι άγγελοι σωτηρίας. Δεν είναι της ώρας να σας το πλατύνω πολύ, γιατί δυστυχώς σε ένα λειτουργικό κήρυγμα δεν μπορεί να πει κανείς πάρα πολλά πράγματα. Γι’ αυτό θα πρέπει να παρακολουθούμε τις ομιλίες που είναι τακτές και άνετες και ωριαίες και να μελετούμε, για να διαφωτιζόμαστε. Και οι άγγελοι, σας είπα, έχουν ανάγκη σωτηρίας. Και ξέρετε πότε σώθηκαν οι άγγελοι; Όταν έγινε η Ενανθρώπησις του Υιού του Θεού και Τον ανεγνώρισαν ότι είναι ο Υιός του Θεού που ενηνθρώπησε. Διότι τον Θεό δεν Τον είδαν ούτε οι άγγελοι. Και όταν έψαλλαν το «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ» σημαίνει Τον ανεγνώρισαν τον Ιησού Χριστό ότι είναι ο Υιός του Θεού. Δεν λέγει ο Απόστολος ότι «ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων»; Και οι άγγελοι θα κάμψουν γόνυ στον Υιό του Θεού. Είναι θέμα πίστεως. Πιστεύοντας- είναι η τελευταία τους δοκιμασία των αγγέλων. Πιστεύοντας στη θεανθρωπίνη φύση του Χριστού, εστερεώθησαν και παγιώθησαν στη σωτηρία και τώρα πλέον δεν κινδυνεύουν. Όχι ότι δεν μπορούν. Δεν είναι άτρεπτοι. Αλλά δεν κινδυνεύουν να πέσουν. Όπως έπεσαν κάποιοι, ας μου επιτραπεί η έκφρασις, συνάδελφοί των άγγελοι. Είναι οι δαίμονες. Και οι άγγελοι έχουν ανάγκη της σωτηρίας. Και οι άγγελοι έχουν ανάγκη της πίστεως. Επίστεψαν οι άγγελοι και εσώθησαν. Επίστεψε και ο εκπρόσωπος του ανθρωπίνου γένους, η Θεοτόκος και εσώθημεν. Και καθένας που πιστεύει στο πρόσωπο του Χριστού, σώζεται. Αλλά δεν μπορώ να σωθώ εγώ ο άνθρωπος που φέρω ύλη και πνεύμα, είτε αν είμαι άγγελος και φέρω μόνο πνεύμα, εάν αυτόν που πιστεύω είναι μόνο κτίσμα· διότι αν ήταν κτίσμα, δεν ήταν Θεός και Εκείνος θα είχε ανάγκη σωτηρίας. Αλλά δεν μπορεί έχοντας ο ίδιος την ανάγκη της σωτηρίας να σώσει την κτίση.


Πάμε στο άλλο άκρο. Εκείνοι οι οποίοι δέχονται μόνον τη θεία φύση και όχι την ανθρώπινη. Αν μου πείτε «αυτό δεν υπάρχει σήμερα». Αρνούνται τη θεότητα του Χριστού, αλλά όχι την ανθρωπότητα. Λάθος. Ο Μονοφυσιτισμός έρπει σε ολόκληρη τη ζωή των Χριστιανών. Έρπει. Και μόνο γιατί αρνούμαι την εικόνα του Χριστού, μονοφυσίτης είμαι στην πραγματικότητα. Γιατί αρνούμαι την ανθρώπινή Του φύση. Και λέγω: «Το θείον εικονίζεται;». Βέβαια το θείον δεν εικονίζεται. Αλλά εάν ο Θεός έγινε άνθρωπος, εικονίζεται. Εάν αρνούμαι λοιπόν την εικόνα, πράγμα το οποίο κατοχύρωσε η 7η Οικουμενική Σύνοδος (Ζ΄), τότε αναμφισβήτητα πιστεύω στον Χριστό ότι είναι πραγματικός άνθρωπος.


Λοιπόν εάν αρνηθώ την ανθρώπινη φύση, τι συνέπειες έχει αυτό; Έχει φοβερές, εξίσου όπως και η πρώτη περίπτωσις, συνέπειες. Ποιες; Σημαίνει ότι ο Θεός δεν έγινε πραγματικά άνθρωπος. Σημαίνει λοιπόν ότι ο Θεός δεν προσέλαβε την κτίση. Και αφού δεν την προσέλαβε, δεν μπορεί να τη θεραπεύσει. Λέγουν οι Πατέρες: «Εκείνο που δεν προσλαμβάνεται, δεν θεραπεύεται». Ο Χριστός ανέλαβε όχι μόνο το υλικό σώμα αλλά και την ανθρώπινη ψυχή. Είναι τρία πράγματα. Είναι ο Θεός Λόγος, είναι η ανθρώπινη ψυχή Του και το ανθρώπινο σώμα Του. Όταν λέμε «έγινε άνθρωπος» σημαίνει έγινε και τα δύο αυτά. Ψυχή και σώμα. Παρά ταύτα, είναι ένα πρόσωπο. Δεν είναι δύο πρόσωπα, το θείον και το ανθρώπινο. Αλλά είναι ένα πρόσωπο.


Θα μου πείτε «μυστήριο». Μα ναι. Γι’ αυτό ακριβώς θα πει «πιστεύω». Γιατί δεν μπορώ να καταλάβω εκείνα τα οποία είναι γύρω μου. Μήπως στο χώρο της επιστήμης δεν υπάρχουν μυστήρια; Στο χώρο της φύσεως δεν υπάρχουν μυστήρια; Τι νομίζετε; Ότι κατανοούμε τα μυστήρια της κτίσεως; Ξέρουμε τι είναι κύτταρο; Ξέρουμε τι είναι ζωή; Ξέρουμε τι είναι άνθρωπος; Τι ξέρουμε; Ξέρουμε τι είναι ύλη; Ξέρουμε τι είναι ενέργεια; Δεν ξέρουμε τίποτε. Μόνο περιγράφουμε. Δε διαφέρουμε πάρα πολύ από τον Αριστοτέλη, ο οποίος έκανε περιγραφή των όντων. Τη λεγομένη «περιγραφική επιστήμη». Δε διαφέρουμε πολύ. Βέβαια εξηγήσαμε πολλά πράγματα. Αλλά δε διαφέρουμε πολύ. Γιατί στο βάθος και στην ουσία των πραγμάτων, περιγραφή των όντων κάνουμε, περιγραφή των φαινομένων κάνουμε, αλλά δεν μπήκαμε στην ουσία των πραγμάτων. Τι είναι ύλη; Ξαναλέγω άλλη μία φορά. Τι είναι ενέργεια; Τι είναι ζωή; Ουδείς απάντησε μέχρι τώρα. Γιατί λοιπόν πρέπει να λέμε ότι υπάρχουν μυστήρια στη κτίση και όχι μυστήρια στην πίστη; Πολύ περισσότερο υπάρχουν μυστήρια στον μεταφυσικό κόσμο.


Αλλά το θέμα «πίστη στον Ιησού Χριστό ότι είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος» δεν είναι επαρκές. Δεν είναι δηλαδή κάτι που θα πω «το παραδέχομαι». Όχι αγαπητοί μου, δεν είναι απλώς αυτό. Είναι κάτι παραπέρα. Αυτό θέλω να προσέξετε τώρα. Μπορεί κάποιος να πει ότι «πιστεύω ότι είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος». Αυτό όμως τι βγαίνει; Βγαίνει ότι ο Θεός ήρθε να μας επισκεφτεί. Και ήρθε να μας επισκεφθεί όχι όπως στο Σινά. Αλλά να γίνει όμοιος με εμάς και όχι μόνο να γίνει όμοιος με εμάς και να κουβεντιάσουμε αλλά να Τον πάρουμε μέσα μας και να μας πάρει μέσα Του. Δηλαδή μία ένωση ασύλληπτη, ασύλληπτη. Αυτό κάναμε σήμερα. Κοινωνήσαμε. Τι θα πει «κοινωνήσαμε»; Γινήκαμε κοινωνοί του Θεού. Του Θεού κοινωνοί; Ναι. Δια της ανθρωπίνης Του φύσεως. Και επειδή είναι ένα πρόσωπο, γινόμαστε κοινωνοί του Θεού. Αυτό είναι το μεγάλο θέμα το ανεξερεύνητο, το πολυτιμότατο. Εκείνο το οποίο και στην παρούσα ζωή και στη μέλλουσα ζωή είναι η κορυφή. Ότι ο άνθρωπος έχει κοινωνία με τον Θεό! Το καταλαβαίνετε αυτό; Είναι ασύλληπτο. Είναι ασύλληπτο. Και όμως, αγαπητοί μου, αυτή είναι η πραγματικότητα.


Το δόγμα λοιπόν της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου αυτό θέλει να κατοχυρώσει. Ότι ο Χριστός είναι τέλειος άνθρωπος και τέλειος Θεός. Ένα δόγμα που πραγματικά όχι μόνο πρέπει να το πιστεύουμε απλά, αλλά πρέπει και να το βιώσουμε. Ότι έχουμε κοινωνία μετά του Θεού. Ακούτε τον Ευαγγελιστή Ιωάννη να λέγει στο προοίμιο του Ευαγγελίου του: «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος». Εδώ αναφέρεται στη θεία φύση. «Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν». Εδώ αναφέρεται στην ανθρώπινη φύση. Είδατε; Ο Λόγος έγινε σαρξ. Δεν λέγει -προσέξτε- δεν λέγει «έγινε άνθρωπος». Αλλά λέγει «έγινε σαρξ». Διότι η λέξις «σαρξ», «σάρκα» έχει βέβαια την έννοια του ανθρώπου, έχει την έννοια, όπως σε πολλά σημεία η Αγία Γραφή λέγει τον άνθρωπο «σάρκα». Και εννοεί τον άνθρωπο. Αλλά έχει και μία ιδιαίτερη ερμηνεία η λέξη «σάρκα». Μια λεπτή ερμηνεία. Είναι η εξής: ότι όταν λέμε «σάρκα» εννοούμε ρεαλιστικά κρέας. Κρέας, κρέας, κρέας. Ρεαλιστικά. Όταν λοιπόν λέγει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο», αν θέλουμε να το ερμηνεύσουμε, να το μεταφράσουμε, θα λέγαμε: «Ο Υιός του Θεού έγινε κρέας!». Ωμό! Δεν το ακούμε καλά. Αυτό όμως κατά λέξη θα πει. Τι θα πει αυτό;


Επίτηδες το βάζει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης αυτό. Γράφει τελευταίος το Ευαγγέλιό Του και ήδη ο Απόστολος Παύλος, όταν προφητεύει για τους Γνωστικούς τι θα πουν για τον Χριστό, γνωρίζει τι είπαν, ήδη και ο Παύλος αλλά και η πραγματικότητα, οι Γνωστικοί που αρνούνταν την Ενανθρώπηση του Υιού του Θεού, και τότε βάζει τον όρο «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο». Το ίδιο πράγμα θα μας το πει, αγαπητοί μου, στην Α΄του Επιστολή, στο προοίμιο πάλι: «Εκείνο που τα μάτια μας είδαν, τα χέρια μας έπιασαν και τα αυτιά μας άκουσαν· περί του Λόγου της ζωής». Μα ο Λόγος της ζωής βλέπεται; Οράται δηλαδή; Ακούγεται; Ψηλαφάται; Θέλει με τον τρόπο αυτόν, με άλλα δηλαδή λόγια, με τρεις αισθήσεις από τις πέντε, να μας κάνει με αυτόν ρεαλιστικό τρόπο να καταλάβουμε ότι πραγματικά ο Υιός του Θεού έγινε άνθρωπος. Άρα τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Τι μεγαλειώδες είναι αυτό, αγαπητοί! Αν κάποτε αυτό περάσει από την ψιλή, δηλαδή γυμνή γνώση του μυαλού μας, κατεβεί στην ύπαρξή μας, κατεβεί στην καρδιά μας, τότε θα γίνει εμπειρία. Και τότε παντού και πάντοτε θα αισθανόμαστε τη θεανθρωπίνη φύση του Χριστού. Και μόνο ο Θεάνθρωπος Ιησούς σώζει. Αυτός που είναι τέλειος Θεός και Αυτός που είναι τέλειος άνθρωπος.


Στα κηρύγματα της εποχής μας τα ανόητα, ας κωφεύουμε, που λέγουν ό,τι λέγουν, παραμύθια, γραώδεις μύθους, για το πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Εμείς ας μελετάμε τον λόγο του Θεού και εκεί θα τον ανακαλύπτουμε. Ας ζούμε τις εντολές Του και τότε θα έρθει να μείνει μέσα μας. Ακούστε τι είπα: «Ας τηρούμε τις εντολές Του και τότε θα έρθει να μείνει μέσα μας». Δηλαδή θα έχουμε εμπειρία. Το είπε ο Ίδιος: «Αυτός που τηρεί τις εντολές μου, θα έρθουμε να μείνουμε μέσα του. Και εγώ ο Υιός και ο Πατήρ και το Πνεύμα το Άγιον». Και δεν μπορεί να μην έχεις εμπειρία. Να γιατί σας είπα ότι είναι εμπειρία το θέμα. Το μαθαίνω πρώτα λογικά, δηλαδή νοητικά, όχι λογικά, νοητικά και κατόπιν τι; Κατόπιν αυτό το κάτι γίνεται ζωή μου, γίνεται εμπειρία μου. Και τότε μπορώ να λέγω ότι και η παρούσα ζωή και η μέλλουσα δεν είναι παρά ένα πράγμα. Ο παρών κόσμος και η βασιλεία του Θεού θα γίνουν ένα πράγμα. Όλα ανήκουν στην αγάπη του Θεού, όλα μέσα στο σχέδιο του Θεού, όλα μέσα στην κοινωνία του Θεού. Είμαι ο ευτυχέστερος άνθρωπος.

«Ὑμεῖς ἐστε τὸ ἅλας τῆς γῆς…» (Ματθ. 5,13)

 Ὅσοι, ἀγαπητοί μου, ὅσοι ἐρχόμαστε στὴνἐκκλησία φέρουμε τὸ ὄνομα Xριστιανός. Tί μεγάλος τίτλος, ἀλλὰ καὶ τί ὑποχρεώσειςδημιουργεῖ! Αὐτὰ ἀκριβῶς τονίζει τὸ ἱερὸ καὶἅγιο εὐαγγέλιο σήμερα. Εἶνε μιὰ περικοπὴ ἀπὸ τὴν Ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία. Ἐκεῖ ὁ Κύριος μᾶς λέει ποιά εἶνε τὰ προσόντα τοῦ ἀληθινοῦ Xριστιανοῦ. Kαὶ σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν τὰ γνωρίσματα αὐτὰ ὁ Χριστὸς λέει· «Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου» (Ματ. 5,14), σεῖς εἶστε τὸ φῶς τοῦκόσμου· ἔτσι ἀρχίζει τὸ εὐαγγέλιο. Ἕνα στίχο πιὸ μπροστὰ ὁ Κύριος λέει ἕνα ἐπίσης σπουδαῖο λόγο· «Ὑμεῖς ἐστε τὸ ἅ λας τῆς γῆς…» (ἔ.ἀ. 5,13), σεῖς εἶστε τὸ ἁλάτι τῆς γῆς. Ἀφήνω τὸφῶς καὶ παίρνω ὡς θέμα τὸ ἁλάτι. «Ὑμεῖς ἐστε τὸ ἅλας»· σεῖς εἶστε τὸ ἁλάτι.


* * *


Ὑπάρχει, ἀγαπητοί μου, τίποτε πιὸ χρήσιμο ἀπὸ τὸ ἁλάτι; Τὸ ἁλάτι εἶνε στὸ πιάτο καὶ τοῦ φτωχοῦ καὶ τοῦ βασιλιᾶ. Τὸ ἁλάτι εἶνε κάτι ἀπαραίτητο. Εἶνε στοιχεῖο ἀναγκαῖο γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Μιὰ μικρὴ ποσότητα ἁλατιοῦνοστιμίζει ὅλο τὸ φαγητό. Τὸ ἁλάτι ἔχει ἀκόμα τὴν ἰδιότητα νὰ συντηρῇ, νὰ προλαμβάνῃ τὴ σῆψι, τὴ σαπήλα, τὴν ἀποσύνθεσι τῶν τροφῶν.


Ἔτσι πρέπει νά ᾿νε κι ὁ Χριστιανὸς μέσα στὴνκοινωνία· τὸ ἁλάτι, τὸ ἁλάτι τὸ πνευματικό.


–Kαὶ πῶς, μὲ ποιό τρόπο ὁ Χριστιανὸς θὰγίνῃ τὸ ἁλάτι τῆς κοινωνίας;


⃝ Πρῶτον μὲ τὰ λόγια του, ποὺ πρέπει νὰ εἶνε προσεκτικά. Tὸ Ψαλτήρι λέει· «Θοῦ, Κύριε,φυλακὴν τῷ στόματί μου καὶ θύραν περιοχῆς περὶ τὰ χείλη μου» (Ψαλμ. 140,3)· βάλε, Kύριε, φρουρὰ στὸ στόμα μου καὶ πόρτα ἀσφαλείας γύρωἀπὸ τὰ χείλη μου. Ὅλα τὰ σπίτια ἔχουν πόρ-τα· ἐμεῖς εἴμαστε χωρὶς «πόρτα», δὲν ἔχουμε δηλαδὴ καμμιά προσοχὴ στὰ λόγια μας. Kαὶ ὅμως θὰ δώσουμε μεγάλο λόγο γι᾿ αὐτά, γιὰκάθε ψέμα ἢ κατάκρισι ἢ κολακεία ἢ ἀπρέ-πεια ἢ πονηρία. Ὁ Χριστιανὸς εἶνε ἀληθινός. Εἶνε μαθητὴς Ἐκείνου ποὺ μπροστὰ στὸν Πιλᾶτο εἶπε· «Ἐγὼ εἰς τοῦτο γεγέννημαι καὶ εἰς τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμον, ἵνα μαρτυρή- σω τῇ ἀληθείᾳ» (Ἰω. 18,37).


Ἡ ἀλήθεια βέβαια εἶνε πικρή. Ἂν ἔχετε κά-ποια πληγὴ καὶ ῥίξετε ἐπάνω λάδι, θὰ αἰσθανθῆτε εὐχάριστα. Ἂν ὅμως ῥίξετε –κ᾿ εἶνε ἀνάγ κη νὰ ῥίξετε–, ἁλατάκι, τὸ ἁλάτι τσούζει. Ἔτσι εἶνε καὶ ἡ ἀλήθεια, ἡ ἀλήθεια τῶν προφητῶνκαὶ τῶν κηρύκων. Ὁ λόγος τους δὲν εἶνε εὐχάριστος. Ἡ ἀλήθεια τσούζει, εἶνε πικρή· ἀλλ᾿αὐτή σῴζει.


Σκεφθῆτε τὸν προφήτη Ἠλία. Τόλμησε κιἀ νέβηκε στὰ ἀνάκτορα καὶ λέει στὸ βασιλιᾶκαὶ στὴ βασίλισσα· Λίγες εἶνε οἱ μέρες σας,εἶ στε βασίλειο ἀσεβείας καὶ παρανομίας… Ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη ζητοῦσαν νὰ τὸν συλλάβουν, καὶ ἔφευγε μέσ᾿ στὶς σπηλιές. Σκεφθῆτε καὶ τὸν Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο, ποὺ ἀνέβηκε κι αὐτὸς γοργὸς στὰ ἀνάκτορα, βρῆκε ἐκεῖ τὸ παράνομο ζεῦγος τῶν αἱμομεικτῶν, ποὺζοῦσαν στὴ μοιχεία, καὶ λέει στὸν Ἡρῴδη· «Οὐκ ἔξεστί σοι ἔχειν τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ σου» (Μᾶρκ. 6,18)· δὲν σοῦ ἐπιτρέπεται, βασιλιᾶ, νὰ ζῇς παράνομα. Σκεφτῆτε τοὺς ἄλλους προφῆτες, τὸν ἀπόστολο Παῦλο· σκεφτῆτετὸν ἴδιο τὸ Xριστό, ποὺ ἐλάλησε τὴν ἀλήθειακαὶ σταυρώθηκε γι᾿ αὐτήν.


Ἡ ἀλήθεια εἶνε λόγος δριμύς, εἶνε σὰν τὸ ἁλάτι ποὺ πέφτει ἐπάνω στὶς πληγὲς καὶ κάνειτὸν ἄνθρωπο νὰ πονέσῃ. Μὰ αὐτὸς ὁ πόνος εἶνε πόνος σωτήριος· καὶ μακάριος ὁ ἄνθρωπος ποὺ αἰσθάνεται στὰ βάθη τῆς ψυχῆς του τὴνσωτήρια αὐτὴ ἐνέργεια νὰ εἰσέρχεται καὶ νὰτὸν ἀπολυμαίνῃ ἀπὸ κάθε κακία καὶ ἁμαρτία.


Ὁ Χριστιανὸς δὲν εἶνε κόλακας. Ὄχι. Θὰ πῇ τὴν ἀλήθεια. Ποῦ θὰ τὴν πῇ; Θὰ τὴν πῇ παντοῦ. Σ᾿ αὐτὸν ποὺ τὸν βλέπει καὶ κυλιέται μέσα στὸ βόρβορο, θὰ τοῦ πῇ· «Οὐκ ἔξεστί σοι…», δὲν σοῦ ἐπιτρέπεται νὰ κυλιέσαι σὰν τὸ κτῆνος μέσ᾿ στὴν ἀκαθαρσία. Σ᾿ αὐτὸν ποὺ εἶνεκενόδοξος καὶ ὑπερήφανος καὶ νομίζει ὅ τι θὰφτάσῃ τοὺς οὐρανοὺς καὶ τὰ ἄστρα, θὰ τοῦ πῇ· «Kύριος ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν» (Παρ. 3,34· Ἰακ. 4,6). Στὸν ἄλλον, ποὺ λατρεύει ὄχι τὸ Χριστὸ ἀλλὰ τὸ χρυσό, ποὺ ἔκανε τὸ χρῆμα θεὸ καὶ λατρεύει τὸ πορτο-φό λι καὶ τὸ μπεζαχτᾶ καὶ δὲν ἔχει ἱερὸ καὶ ὅσιο, θὰ πῇ· Εἶσαι εἰδωλολάτρης, ἡ πλεονεξία εἶνε «εἰδωλολατρία» (Κολ. 3,5). Στὸν ἄλ λον, ποὺ ἔχει διάφορα ἄλλα ἐλαττώματα, δὲν θὰ διστάσῃ ὁ Χριστιανὸς νὰ ὑπεν θυμίσῃ τὴν ἀλήθεια.Ἔτσι, μὲ τὰ λόγια του τὰ αὐστηρὰ ἀλλὰ ζωοποιά, τὰ λόγια τῆς Γραφῆς, θὰ γίνῃ ἁλάτι μέσ᾿στὴν κοινωνία.


.⃝ Ἀλλὰ ὁ Χριστιανὸς δὲν εἶνε ἅλας πνευματικὸ μόνο μὲ τὰ λόγια του. Εἶνε καὶ μὲ τὸ παρά δειγμά του. Ὁ τρόπος ποὺ ζῇ καὶ συμπεριφέρεται μέσα στὸ σπίτι του, στὸ γραφεῖο ἢστὸ ἐργοστάσιο εἶνε φωτεινός. Καὶ ὁ τρόπος αὐτὸς κάνει τοὺς ἄλλους νὰ σκέπτωνται, ὅτι παραπάνω ἀπὸ τὴ ματαία αὐτὴ ζωὴ τῶν αἰσθήσεων καὶ τῶν ἀπολαύσεων, ὑπάρχει ἕνας κόσμος ἀνώτερος, ἰδανικός, στὸν ὁποῖο τοὺςκαλεῖ μὲ τὸ λόγο καὶ τὸ παράδειγμά του.


* * *


Χρειάζεται ἁλάτι. Ὑπάρχει ἁλάτι; Ὑπάρχει. Ποιοί εἶνε ἁλάτι πνευματικό;


⃝ Ἀντέστε μέσα στὸ σπίτι ἐκεῖνο ποὺ πατέ-ρας καὶ μάνα προσπαθοῦν νὰ ζοῦν καὶ νὰ μιλοῦν μὲ φόβο Θεοῦ. Ὑπάρχουν μέσ᾿ στὴ σάπιακοινωνία τέτοιοι ἄνθρωποι, καὶἔτσι κρατιέταιἀκόμα ὁ κόσμος. Tέτοιοι γονεῖς προσέχουνκαὶ τὰ βλέμματα καὶ τὰ λόγια καὶ ὅλη τὴ συ-μπεριφορά τους. Mένουν στὸ ὕψος τους, εἶνεὑποδείγματα. Μπροστά τους τὸ κορίτσι καὶτὸ ἀγόρι νιώθουν σεβασμό. Tὰ παιδιὰ τοὺςβλέπουν σὰν ἱερὰπρότυπα, σὰν θεῖες εἰκόνες. Λάμπουν σὰν ἄστρα. Nά τὸ πνευματικὸἅλας. Ἂς ἔχουν τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ.


.⃝ Θέλετε νὰ δῆτε τὸ ἅλας τὸ πνευματικό; Ἀν τέστε σὲ μιὰ ἐνορία ποὺ ἐφημερεύει παπᾶς εὐλαβής. Ἂς μὴ ξέρῃ πολλὰγράμματα, ἂς μὴν πέρασε ἀπὸ σχολὲς καὶ πανεπιστήμια· πιστεύει ὅμως στὸ Χριστό, στὴν Παν αγία, στοὺς ἁγίους,κι ὅταν λειτουργῇ κλαίει. Ἐκεῖ θὰ δῇς, ὅτι δὲνβλαστημᾶνε, δὲν ὀργιάζουν, δὲν ἐγκλη ματοῦν.Γιατὶ ὑπάρχει ἁλάτι. Kαὶ τὸ ἁλάτι εἶνε ὁ ἱερεύς.




⃝ Θέλετε νὰ δῆτε τί θὰ πῇ πνευματικὸν ἅλας; Ἀντέστε σὲ μιὰ ἐπαρχία –ἂν ὑπάρχῃ– ποὺποι μαίνει ἕνας δεσπότης ἅγιος, πραγματικὸςἐπίσκοπος τῶν ψυχῶν. Ὅταν μιὰ ἐπαρχία ἔχῃποιμένα ἀνώτερο τοῦ χρήματος, τῶν ἡδονῶνκαὶ τῆς ματαίας δόξης, ἐκεῖ δὲν στέκονται οὔτε ἄθεοι οὔτε αἱρετικοί· ἐκεῖ ὑπάρχει ἁγιό-της καὶ εὐσέβεια κλήρου καὶ λαοῦ.


Θέλετε νὰ δῆτε, ἀντιστρόφως, ὅταν λείψῃτὸ ἁλάτι; Ἀντέστε στὸ σπίτι ποὺ ὁ πατέρας εἶνε ἀπρόσεκτος κ᾿ ἡ μάνα ξεπορτίζει δεξιὰ κι ἀριστερά· καταντᾷ ξενοδοχεῖο ὕπνου καὶ φαγητοῦ. Ἀντέστε στὴν ἐνορία ποὺ ὁ παπᾶς δὲν βλέπει τίποτ᾿ ἄλλο πέρα ἀπὸ τὰ τριάκοντα ἀργύρια· χέρσα γῆ οἱ ψυχές. Ἀντέστε καὶ στὴν ἐπαρχία ποὺ ὁ δεσπότης ἀποτελεῖ ἀντινομία καὶ ἀνατροπὴ τῆς θεωρίας καὶ πράξεως τοῦ Εὐαγγελίου· ἐκεῖ ἀποδιοργάνωσις καὶ ἐρείπια.


* * *


Ἀδελφοί μου! Ὅλοι λέμε, Ἡ κοινωνία σάπισε… Καὶ ὄντως ἡ σῆψις ἔχει προχωρήσει πολύ. Διαφθορά, ἐγκλήματα· ἡ ἐφημερίδα στάζει αἷμα. Αλλοτε περνοῦσαν χρόνια καὶ δὲν ἀκουγόταν οὔτε ἕνα ἔγκλημα. Τώρα λὲς κ᾿ ἔχουμε πόλεμο. Mὰ ἐμεῖς καὶ ὅλοι οἱ παλαιότεροι, ποὺ κάναμε πάνω στὰ ψηλὰ βουνὰ μαζὶ μὲ τὰ ἡρωϊκὰπαιδιά, ποὺ ἀνεβήκαμε πάνω ᾿κεῖ γιὰ νὰ φυλάξουμε τὴν πίστι τῶν πατέρων μας, ἐνῷ βρεθή καμε σὲ σκληρὲς καὶ φοβερὲς ἡμέρες, δὲνεἴδαμε τέτοιο θανατικό. Σᾶς λέω, ἀγαπητοί μου, ὅτι περνοῦσαν μέρες στὸ μέτωπο καὶ δὲν ὑπῆρχε οὔτε ἕνας νεκρός. Ἐδῶ τί μέτωπο εἶνε; τί κακὸ εἶν᾿ αὐτό! Ἄλλος μὲ τὸ τσεκούρι,ἄλλος μὲ τὶς πέτρες, ἄλλος μὲ τὸ φαρμάκι,ἄλ λος μὲ τὴν κρεμάλα, ἄλλος μὲ ἄλλο τρόπο,μὲ ὅλα τὰ μέσα, δὲν κάνουν τίποτε ἄλλο οἱἝλληνες παρὰ νὰ πετσοκόβωνται.


Ποιός φταίει γιὰ τὸ κακὸ αὐτό; Πρέπει νά᾿μαι εἰλικρινής· φταίει καὶ τὸ ῥάσο. Ὀχτὼ χιλιά δες παπᾶδες, ὀγδόντα δεσποτάδες –ποὺδὲν ἔχει ὅλη ἡ Ῥωσία καὶ ἡ Βουλγαρία καὶ ἡΣερβία καὶ τὰ Βαλκάνια ὅλα– δὲ᾿ μοῦ λέτε τίκάνουμε; Ἀλλὰ καὶ ὅλοι φέρουμε εὐθύνη· καὶγονεῖς, καὶ δάσκαλοι, καὶ ἀξιωματικοί, καὶ μικροὶ καὶ μεγάλοι, ὅλοι εὐθυνόμαστε.


Ἂς γίνουμε λοιπὸν ἀληθινοὶ Χριστιανοί. Tό τε θὰεἴμαστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου καὶτὸ ἁλάτι τῆς γῆς, ποὺ θὰ σκορπιστῇ σὲ ὅλους τοὺςἁρμοὺς τῆς οἰκογενειακῆς καὶ ἐθνικῆς ζωῆς,γιὰ νὰ δημιουργηθῇ μιὰ νέα κατάστασι. –Μά, θὰ μοῦ πῇς, εἴμαστε λίγοι…


Tί λίγοι; Ἔτσι ἦταν καὶ οἱ ἅγιοι στὴ γενεά τους. Δώδεκα ἦταν οἱ ἀπόστολοι, καὶ ἄλλαξαν τὸν κόσμο.


Δῶστε μου λίγους ἀληθινοὺς Χριστιανούς, δὲν θέλω πολλούς. Ἐμένα δῶστε μου ψυχὲς ν᾿ ἀγαποῦν τὸ Χριστό. Λίγες γυναῖκες, λίγους ἄντρες, λίγους κληρικοὺς καὶ ἱεράρχες, καὶ θ᾿ἀλλάξω τὸν κόσμο, πρὸς δόξαν τῆς ἁγίας Τριάδος, δι᾿ εὐχῶν πάντων τῶν ἁγίων· ἀμήν.

Ἡ στάσι μας ἔναντι τῶν αἱρετικῶν

 του μακαριστού Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου


«Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος» (Τίτ. 3,10-11)


Ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ὥρισε, ἀγαπητοί μου, ἡ πρώτη Κυριακὴ μετὰ τὴν 11η Ἰουλίου, ἡ σημερινὴ δηλαδή, νὰ εἶνε ἀφιερωμένη στὴ μνήμη τῶν πατέρων τῆς Τετάρτης (Δ΄) Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Σήμερα ἑορτάζουν ὄχι ἕνας ἢ δύο ἀλλὰ 630 πατέρες, 630 «ἀστέρια» ὅπως λέει τὸ δοξαστικό. Συνῆλθαν στὴ Χαλκηδόνα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας τὸ 451 μ.Χ., στερέωσαν τὴν ὀρθόδοξο πίστι, καὶ κατεδίκασαν τοὺς τότε αἱρετικοὺς, τὸν Εὐτυχῆ καὶ τὸν Διόσκουρο, ποὺ προσέβαλλαν τὸ δόγμα τῆς θεανδρικότητος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.


Ἂν θέλουμε ν᾽ ἀναλύσουμε τί δίδαξε ἡ Τετάρτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, δὲν θὰ γίνουμε καταληπτοί. Ἔπαψε πιὰ ὁ κόσμος νὰ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὰ ἐκκλησιαστικά. Ἐνῷ τότε οἱ πιστοὶ παρακολουθοῦσαν μὲ ἐνδιαφέρον.


Στὴν Τετάρτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο οἱ ἅγιοι πατέρες κατεδίκασαν τὴν αἵρεσι ποὺ προσέβαλλε τὴ θεανδρικὴ ὑπόστασι τοῦ Χριστοῦ καὶ δίδαξαν πῶς ἑνώθηκαν οἱ δύο φύσεις στὸ πρόσωπό του· ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε τέλειος ἄνθρωπος ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τέλειος Θεός· ὅτι ἐν τῷ Χριστῷ ὑπάρχουν δύο φύσεις, ἡ ἀνθρωπίνη καὶ ἡ θεία, κι αὐτὲς εἶνε ἑνωμένες «ἀχωρίστως» καὶ «ἀδιαιρέτως», «ἀτρέπτως» καὶ «ἀσυγχύτως». Ὅπως στὸν ἄνθρωπο εἶνε μυστήριο πῶς ἔχει σμίξει τὸ κορμὶ καὶ ἡ ψυχή, ἡ ὕλη καὶ τὸ ἄυλο, κατὰ παρόμοιο καὶ ἀκόμη πιὸ ἀνεξήγη το τρόπο εἶνε μυστήριο πῶς ἐν τῷ Χριστῷ ὑπάρχει Θεὸς καὶ ἄνθρωπος. Ἡ θεία καὶ ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἑνώθηκαν «ἀτρέπτως» καὶ «ἀσυγχύτως». Δηλαδή; Οἱ πατέρες χρησιμοποιοῦν ἕνα βοηθητικὸ παράδειγμα. Ἂν πάρῃς ἕνα κομμάτι σίδερο καὶ τὸ βάλῃς μέσα στὴ φωτιά, θὰ γίνῃ κατακόκκινο, θὰ πάρῃ τὴ φωτιὰ ὅλη ἐπάνω του. Τὸ σίδερο ὅμως δὲν παύει νὰ εἶνε σίδερο, οὔτε ἡ φωτιὰ παύει νὰ εἶνε φωτιά· κρατοῦν καθένα τὴν ἰδιότητά του. Κάπως ἔτσι μποροῦμε νὰ νοήσουμε πῶς στὸν Χριστὸ τὸ ἀνθρώπινο ἑνώθηκε μὲ τὸ θεῖο. Αὐτὴ τὴ μεγάλη ἀλήθεια δίδαξε ἡ Τετάρτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν.


Ὅλη ἡ ἀκολουθία σήμερα ψάλλει τὸ ἐγκώμιο τῶν πατέρων. Ἀπ᾽ ὅλα ὅμως αὐτὰ θέλω, ἀγαπητοί μου, νὰ προσέξετε τὸ θεόπνευστο ῥητὸ τοῦ ἀποστόλου «Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξ έστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος»(Τίτ. 3,10-11). Τί μᾶς συμβουλεύει; Μᾶς λέει, ποιά πρέπει νά ᾽νε ἡ συμπεριφορά μας ἀπέναντι στοὺς αἱρετικούς.


* * *


Ἂς ρωτήσουμε κατ᾽ ἀρχήν· ποιός λέγεται αἱρετικός; Αἱρετικὸς εἶνε ὅποιος δὲν συμφωνεῖ μὲ αὐτὰ ποὺ διδάσκει ἡ Ἐκκλησία· ὅποιος διαφωνεῖ μὲ τὴν Ἐκκλησία λέγεται αἱρετικός.


Ὑπάρχουν ὅμως δύο κατηγορίες αἱρετικῶν. Ἡ μιὰ κατηγορία εἶνε τὰ θύματα, οἱ ἁπλοϊκοὶ δηλαδὴ ἐκεῖνοι Χριστιανοὶ ποὺ δὲν πᾶνε ἐκκλησία, δὲν ἔχουν διαβάσει Εὐαγγέλιο καὶ πνευματικὰ βιβλία, καὶ μόλις ἀκούσουν κανένα προτεστάντη ἢ φράγκο ἢ χιλιαστὴ νὰ μιλάῃ, πιάνονται στὰ δίχτυα τους. Εἶνε ὅπως οἱ χάνοι, κάτι ψάρια ποὺ κινοῦνται μὲ τὸ στόμα ἀνοιχτὸ καὶ ὁ ψαρᾶς τὰ πιάνει ἀμέσως. Αὐτοὶ εἶνε τὰ θύματα, ποὺ εὔκολα τοὺς προσηλυτίζουν οἱ αἱρετικοί. Αὐτούς, ἂν τοὺς πλησιάσῃ ἕνας Χριστιανὸς καταρτισμένος καὶ τοὺς πῇ πέντε λόγια, ὅτι ἡ διδασκαλία τῶν αἱρετικῶν εἶνε τροφὴ δηλητηριασμένη, συχνὰ καταλαβαίνουν τὴν πλάνη τους καὶ φεύγουν ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς. Γι᾽ αὐτὸ μὴ ἀδιαφοροῦμε· νὰ διαφωτίζουμε. Ἡ Γραφὴ λέει· Ἂν βρῇς κάποιον πλανεμένο καὶ τὸν ἐπαναφέρῃς στὴν Ἐκκλησία, θὰ σώσῃς «ψυχὴν ἐκ θανάτου» καὶ θὰ καλύψῃς «πλῆθος ἁμαρτιῶν»(Ἰακ. 5,20).


Ἡ ἄλλη ὅμως κατηγορία αἱρετικῶν δὲν εἶνε θύματα· εἶνε θῦται, ὀλετῆρες ψυχῶν. Ποιοί εἶν᾽αὐτοί; Εἶνε δάσκαλοι, οἱ κράχτες τῆς πλάνης. Ἡ γλῶσσα τους στάζει μέλι, ἀλλὰ ἡ καρδιά τους εἶνε φαρμάκι. Ἀπ᾽ ἔξω τοὺς βλέπεις προβατάκια, ὅλο εὐγένεια, ἀλλὰ μέσα κρύβουν τὸ λύκο.


Ἀπ᾽ ἔξω φαί νονται ἄγγελοι, ἀλλὰ κάτω ἀπὸ τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα εἶνε σατανᾶς ὁλόκληρος. Μᾶς ἔρχονται ἀπὸ διάφορα μέρη, ἀφοῦ γίναμε ἀμπέλι ξέφραγο. Αὐτοὶ εἶνε «βαμμένοι» μέχρι τὸ κόκκαλο· τὸ μικρόβιο ἔχει μπῆ βαθειὰ μέσα τους καὶ δὲν ἀλλάζουν. Ἐνῷ οἱ πρῶτοι εἶνε θύματα, αὐτοὶ εἶνε θῦται, σφαγεῖς. Αὐτοὺς δὲν μπορεῖς νὰ τοὺς ἐπηρεάσῃς, δὲν τοὺς ἀλλάζεις τὸ μυαλό. Εἶνε σὰν τὸν Ἄρειο, ποὺ οἱ πατέρες προσπάθησαν νὰ τοῦ δείξουν τὴν Ὀρθοδοξία, μὰ αὐτὸς δὲν ἄλλαζε. Εἶνε ἀμετάπειστοι. Ἔχουν ὑποστῆ ῥιζικὴ διαστροφὴ μέσα τους κ᾽ εἶνε ἀδύνατον νὰ τοὺς μεταβάλουμε.


Ἀπέναντι λοιπὸν σ᾽ αὐτοὺς τοὺς αἱρετικούς, τῆς δευτέρας κατηγορίας, τί μποροῦμε νὰ κάνουμε; νὰ βάλουμε φωτιὰ νὰ τοὺς κάψουμε, νὰ πάρουμε ῥόπαλα νὰ τοὺς χτυπήσουμε; Τέτοια πράγματα δὲν συνιστᾷ τὸ Εὐαγγέλιο.


Ἂν εἴμαστε Χριστιανοί, ἂν νιώθουμε ὅτι ἀνήκουμε στὴν ἀληθινὴ πίστι, τὰ καθήκοντά μας εἶνε τὰ ἑξῆς.


⃝ Ἂν δῇς κανένα αἱρετικὸ ἰνστρούχτορα, ποὺ νομίζει ὅτι μπορεῖ μέσα σ᾽ ἕνα ποτήρι νὰ χωρέσῃ τὴ θάλασσα καὶ μὲ τὸ μυαλουδάκι του νὰ λύσῃ τὰ μυστήρια τῆς θρησκείας, μὴν ἀνοίγεις κουβέντα μαζί του· ἔτσι λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Εἶνε χαμένος καιρός. Καὶ ἐπὶ ὧρες νὰ μιλᾷς καὶ ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα νὰ τοὺς κατεβάσῃς, δὲν πρόκειται αὐτοὶ ν᾽ ἀλλάξουν. Πρῶτον λοιπόν, μὴ χάνεις τὸν καιρό σου μ᾽ αὐτούς.


⃝ Τὸ δεύτερο. Αὐτοὶ παίρνουν μιὰ τσάντα, τὴ γεμίζουν βιβλία αἱρετικά, καὶ πηγαίνουν ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι. Ἂν λοιπὸν κάποιος πλασιὲ ἀπὸ αὐτοὺς ἔρθῃ καὶ σοῦ χτυπήσῃ τὸ κουδούνι, μὴ τὸν δεχθῇς στὸ σπίτι σου· μὴ τὸν ἀφήσῃς ν᾽ ἀνεβῇ τὰ σκαλιά, μὴν πάρῃς κανένα ἔντυπο.


⃝ Τρίτον νὰ εἰδοποιήσῃς τὸν ἱερέα τῆς ἐνορίας ὅτι παρουσιάστηκε «λύκος», γιὰ νὰ λάβῃ μέτρα. Ἂν ὁ ἱερεὺς εἶνε πραγματικὸς ποιμένας, θὰ τὸν κυνηγήσῃ. Ἀκόμα, νὰ εἰδοποιήσῃς καὶ ἄλλους Χριστιανούς, νὰ ἔχουν τὸ νοῦ τους.


⃝ Ἀλλ᾽ αὐτὰ εἶνε τὰ εὔκολα· τὸ δύσκολο ποιό εἶνε; Αὐτὸ ποὺ λέει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο· ὅτι πρέπει κ᾽ ἐγὼ ποὺ φορῶ τὸ ῥάσο κ᾽ ἐσεῖς, κλῆρος καὶ λαός, ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς νὰ εἶ νε φῶς, ἡ ζωή του νὰ λάμπῃ· «Οὕτω λαμψάτω», λέει, «τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς»(Ματθ. 5,16).


Ἐδῶ λοιπὸν τί συμβαίνει; Μᾶς νικοῦν οἱ αἱρετικοί. Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος, αὐτοὶ τρέχουν δεξιὰ - ἀριστερά, σὲ φτωχοὺς - ἀρρώστους καὶ δίνουν βοηθήματα, ἐνῷ ἐμεῖς δὲν ἔχουμε τὴν ἀγάπη ποὺ θὰ ἔπρεπε. Κι ἀπὸ τὸ ἄλλο, ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι συχνὰ δὲν ἔχουμε ζωὴ χριστιανική· ἔτσι αὐτοὶ βρίσκουν δικά μας κακὰ παραδείγματα καὶ διαβάλλουν τὴν πίστι μας. Ἂν ἐμεῖς ἤμασταν ἐν τάξει, τηρούσα με τὸ Εὐαγγέλιο, ζούσαμε κατὰ Χριστόν, σὰν τοὺς ἀποστόλους, τοὺς πατέρας, τοὺς ἁγίους, σὰν τοὺς προγόνους καὶ τοὺς παπποῦδες μας τοὺς ἀγράμματους, ἂν ἤμασταν συνεπεῖς, κανένας αἱρετικὸς δὲν θὰ ὑπῆρχε· ἐμεῖς μὲ τὴν ἄτακτη ζωή, τὰ σκάνδαλα καὶ τὶς διαιρέσεις μας ζημιώνουμε τὴν Ὀρθοδοξία.


Ἐπιβάλλεται, ἀγαπητοί μου, νὰ κρατήσουμε μία αὐστηρὴ στάσι στὸν αἱρετικό, ὅπως συμβουλεύει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης· «Μὴ λαμβάνετε αὐτὸν εἰς οἰκίαν, καὶ χαίρειν αὐτῷ μὴ λέγετε»(Β΄ Ἰω. 10-12). Στὶς 14 Ἰουλίου ἑορτάζει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἐκ τῶν νεωτέρων ἁγίων μας. Ἂν δὲν θέλετε ν᾽ ἀκούσετε ἐμένα τὸν ἁμαρτωλό, ἀκοῦστε αὐτόν. Οἱ πρῶτοι Χριστιανοί, λέει, ὅταν ἄκουγαν αἱρετικό, ἔφευγαν μακριά, ὅπως φεύγει κανεὶς ἀπὸ τὸ φίδι. Ὅταν πήγαιναν σὲ δημόσια λουτρὰ –δὲν εἶχαν τότε λουτρὰ στὰ σπίτια– καὶ τοὺς ἔλεγε κάποιος ὅτι μέσα στὸ λουτρὸ εἶνε κάποιος αἱρετικός, ἀπ μακρύνονταν μὲ φρίκη. Ἂν ἐσὺ θέλῃς νὰ νοικιάσῃς ἕνα ὡραῖο σπίτι, ἀλλὰ μάθῃς ὅτι μέσα σ᾽ αὐτὸ πέθανε ἕνας φθισικός, πᾷς νὰ κατοικήσῃς ἐκεῖ; Ἂν σοῦ πῇ κάποιος «Μὴν πιάσῃς τὸ ποτήρι αὐτὸ νὰ πιῇς νερό, για τὶ ἀπ᾽ αὐτὸ ἤπιε ἕνας λεπρός», τὸ πλησιάζεις; Ἔ, ὅ πως προσέχεις νὰ μὴ προσβληθῇ τὸ σῶμα ἀπὸ μικρόβια, ἔτσι φυλάξου κι ἀπ᾽ τὰ μικρόβια τῆς αἱρέσεως.


Αὐτὰ διδάσκει ὁ ἅγιος Νικόδημος, αὐτὰ οἱ πατέρες, αὐτὰ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Νὰ προσέξουμε, γιατὶ σήμερα ὑπάρχουν πολλὲς αἱρέσεις. Προσοχὴ ἰδίως ἀπὸ τοὺς ἰεχωβῖτες ἢ χιλιαστάς. Εἶνε «λύκοι βαρεῖς», ὅπως λέει σήμερα ἕνα τροπάριο τῶν αἴνων. Ἤθελαν νὰ κάνουν διεθνὲς συνέδριο στὸ Μόναχο, μεγάλη πόλι τῆς Γερμανίας, καὶ τοὺς ἔδιωξαν ἀπὸ ᾽κεῖ. Ἂν ἔρθουν ἐδῶ, ἐμεῖς τί θὰ κάνουμε; Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τοὺς ποῦμε· Κύριοι, ἄλτ! πηγαίνετε ὅπου θέλετε, ἀλλὰ στὴν Ἑλλάδα ὄχι.


* * *


 Σᾶς μίλησα, ἀγαπητοί μου, μὲ ζωηρότητα, γιατὶ πονῶ γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, γιὰ τὴν Ἐκκλησία, γιὰ τὸ λαό μας. Σᾶς παρακαλῶ, προσευχηθῆτε νὰ νιώσουμε καλὰ τὸ ῥητὸ τοῦ ἀποστόλου Παύλου «Αἱρετικὸν ἄνθρωπον με τὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ…»· ἀμήν.


(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος-


Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Καλλιθέας - Ἀθηνῶν τὴν 14-7-1963