Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΙ ΣΤΑΥΡΟΙ(Κυριακή μετά την Ύψωση).

 Όταν ο Χριστός αποκάλυψε στους μαθητές του ότι επρόκειτο «πολλά παθείν από των πρεσβυτέρων και αρχιερέων και γραμματέων» και ότι θα φονευόταν από αυτούς, αλλά και θα ανασταινόταν «τη τρίτη ημέρα», ο Πέτρος αναστατώθηκε πολύ. Πήρε τον Χριστό ιδιαιτέρως και τον παρακινούσε με έντονο ύφος να το αποφύγει αυτό. Ήταν αδιανόητο κατά τη γνώμη του, σκάνδαλο μέγα, να συμβεί κάτι τέτοιο στον Μεσσία.

   Τότε ο Χριστός είπε, ότι όποιος τον αποτρέπει από τον σταυρικό θάνατο δεν έχει θεϊκό φρόνημα, αλλά σατανικό. Φρονεί αυτά που αρέσουν στους ανθρώπους. Όχι μόνο ο Χριστός θα σήκωνε τον σταυρό του, αλλά και κάθε αληθινός ακόλουθός του θα έπρεπε στο εξής να σηκώνει καθημερινά τον σταυρό του (Κυριακή μετά την Ύψωσιν).


 Καθημερινή άρση του σταυρού σημαίνει να ενεργούμε τηρώντας επακριβώς τις θείες εντολές, πράγμα που προϋποθέτει συνεχή συμμόρφωση στο θέλημα του Θεού και σταύρωμα των δικών μας θελημάτων, αλλά και όλων των κακών εσωτερικών μας κινήσεων. Πράγμα πολύ δύσκολο, έως και ακατόρθωτο. Σκεφθήκαμε π. χ. πόσο εύκολα και πόσες φορές γκρινιάζουμε για κάτι; Για σοβαρά, αλλά, το συνηθέστερο, για εντελώς ασήμαντα πράγματα; Πόση ζημιά όμως γίνεται από αυτό μεταξύ μας; Και ιδίως στις ψυχές των παιδιών;


Λέει ο π. Εφραίμ Παναούσης:

«Η γκρίνια φέρνει πολύ κακό, πάρα πολλά πράγματα που δημιουργούνται στην οικογένειά μας. Γινόμαστε μαγνήτες, δεν θα σας πω αρνητικής ενέργειας (γιατί είναι της νέας εσοδείας λέξεις αυτές και δεν μου αρέσουν, κάτι θετικές ενέργειες κ λ. π., δεν υπάρχουν θετικές ενέργειες, υπάρχει χάρη Θεού και όλα αυτά). Οι γκρίνιες και αυτά που δημιουργούμε χωρίς λόγο, με κάποιο τρόπο μαγνητίζουν όλη αυτήν την ασθένεια μέσα στο σπίτι και τη μεταποιούν σε κακό, σε πράγματα που βρίσκουν κυρίως τα μωρά, τα οποία είναι τόσο ευάλωτα»!


Αλλά και εσωτερικές μας κινήσεις, σχεδόν ανεπίγνωστες και από μας ακόμα, χρειάζονται πολλή προσοχή και σταύρωση.


Διηγείται ο π. Χριστόδουλος Χατζηθανάσης, οφθαλμίατρος, ότι του ήρθε κάποτε στα εξωτερικά ιατρεία ένα ζευγάρι. Η γυναίκα φαινόταν αναμαλλιασμένη, με σκισμένα ρούχα, μελανιασμένη κ. λ. π., προφανώς είχαν μαλώσει. Της ζητήθηκε κατά την τάξη το όνομά της για να εξετασθεί, αλλά ο συνοδός της, φοβούμενος ίσως μην του γίνει καμμιά καταγγελία, εξαγριώθηκε, σήκωσε το χέρι να χτυπήσει τον γιατρό και φώναξε: «Ρε γιατρέ, γιατί δεν κάνεις τη δουλειά σου και ρωτάς τέτοια πράγματα;» Ευτυχώς ο νοσοκόμος πρόλαβε, του άρπαξε το χέρι, αποσόβησε το χτύπημα. Εκείνος βούτηξε τη γυναίκα και έφυγαν.


Δύο-τρεις μέρες μετά, ο γιατρός-ιερέας ανέφερε στον άγιο Πορφύριο το γεγονός, ότι παρά λίγο να φάει ξύλο τζάμπα και άδικα. Προς μεγάλη του έκπληξη ο άγιος του είπε: «Εσύ έφταιγες»! Και του εξήγησε: «Εσύ, όταν τους είδες, κατάλαβες τί είχε γίνει, και μέσα σου τον αντιπάθησες. Αυτός κατάλαβε, ένιωσε την αντιπάθειά σου και γι’ αυτό σου επιτέθηκε».


Αυτό λοιπόν που νιώθουμε μέσα μας για τον άλλον έχει πολύ μεγάλη σημασία. Πόσο πρέπει να ελέγχουμε τα κινήματα της ψυχής μας!


Ας σταυρώνουμε μέσα μας το κακό προτού βλάψουμε κανέναν. Ας εκπέμπουμε μόνο καλό, καλή διάθεση, χάρη Θεού και όχι δαιμονική ενέργεια, σε οποιονδήποτε μας πλησιάζει.

π. Δημητρίου Μπόκου.

ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΩ ΔΙΟΤΙ ΟΙ ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΕΙΝΑΙ ΑΜΑΡΤΩΛΟΙ(Κυριακή μετά την Ύψωση)

 «Εἰ δὲ ζητοῦντες δικαιωθῆναι ἐν Χριστῷ εὑρέθημεν καὶ αὐτοὶ ἁμαρτωλοί, ἆρα Χριστὸς ἁμαρτίας διάκονος; Μὴ γένοιτο» (Γαλ. 2,17)


«῍Αν ὅμως, ζητώντας νὰ σωθοῦμε ἀπὸ τὸν Χριστό, βρεθήκαμε νὰ εἴμαστε κι ἐμεῖς ἁμαρτωλοὶ ὅπως οἱ ἐθνικοί, σημαίνει τάχα πὼς ὁ Χριστὸς ὁδηγεῖ στὴν ἁμαρτία; ῎Οχι βέβαια!»


   Πολλοί άνθρωποι, θέλοντας να δικαιολογήσουν την αδιαφορία τους ή την άρνησή τους απέναντι στην πίστη, επικαλούνται ως επιχείρημα το ότι οι χριστιανοί είμαστε αμαρτωλοί. Δεν τηρούμε τις εντολές του Χριστού και του Ευαγγελίου. Δίνουμε συχνά ένα κάκιστο παράδειγμα στον κόσμο. Επομένως, ισχυρίζονται, γιατί να πιστέψουμε σε μια θρησκεία, οι πιστοί της οποίας δείχνουν ότι δεν τους αλλάζει καθόλου εντός τους, ούτε αυτή η αλλαγή φαίνεται στη συμπεριφορά τους;


  Το επιχείρημα έρχεται να συναντήσει την πρώτη Εκκλησία, αυτή της Γαλατίας στην Μικρά Ασία, και το αντιμετωπίζει ο απόστολος Παύλος. Κάνει διάκριση ανάμεσα στον Χριστό και στους ανθρώπους. Αυτός που θέλει να πιστέψει στον Χριστό, δεν μένει στο ανθρώπινο παράδειγμα, το οποίο μπορεί να σκανδαλίζει. Όμως δεν πιστεύουμε σε ανθρώπους, αλλά στον Θεό. Οι άνθρωποι φέρουμε την ευθύνη για όσα πράττουμε. Για το ότι είμαστε ανακόλουθοι έναντι της πίστης μας. Για το ότι δεν προσπαθούμε να αγαπήσουμε τον Χριστό, αλλά βολευόμαστε με την ιδέα ότι είμαστε χριστιανοί, άρα δικαιωμένοι. Δεν φτάνει όμως η ιδιότητα ή η διαβεβαίωση ότι πιστεύουμε, διότι η πίστη είναι σχέση με τον Χριστό και η σχέση έρωτας και ο έρωτας μεταμόρφωση της ζωής μας.


   Σκανδαλίζουμε οι χριστιανοί με τη στάση μας, ιδίως στους καιρούς μας, οπότε η συμπεριφορά μας είναι ευδιάκριτη. Και δίνουμε δικαίωμα στον διάβολο να πειράζει τους αδύναμους ως προς την αναζήτηση και την πίστη ανθρώπους, για να έχουν δικαιολογία στη συνείδησή τους για την άρνησή τους. Φέρουμε λοιπόν μεγάλη ευθύνη. Όμως αυτό δεν αναιρεί την ευθύνη και των άλλων ανθρώπων να διακρίνουν ότι ο Χριστός δεν οδηγεί στην αμαρτία, αλλά στην όντως ζωή. Να παλέψουν με την ύπαρξή τους και τα ερωτήματα της ζωής. Να εστιάσουν στην πνευματική υγεία των αγίων. Πρωτίστως, στην μετάνοια που είναι ο δρόμος όλων.


  Και κάτι ακόμη. Άλλοι χριστιανοί αγκιστρώνονται σε αγίους, σε γεροντάδες, σε ξεχωριστά πρόσωπα, τα οποία φημίζονται για την πνευματικότητά τους. Δεν είναι όμως άλλοθι αυτό, να είναι του Πέτρου, του Κηφά, του Απολλώ, του Παύλου. Αν δεν κινητοποιηθούν οι ίδιοι, δεν μπορούν να ζήσουν την αλήθεια. Και ουδείς εκ των Πέτρου, Κηφά, Απολλώ, Παύλου είναι αλάνθαστος και μάλιστα σε γνώμες που δεν έχουν να κάνουν με την πίστη, αλλά με τον κόσμο και τους φόβους μας έναντί του.


  Η μόνη αλήθεια είναι ο Σταυρός και στον κόσμο θλίψη θα έχουμε. Όμως Εκείνος που μας αγάπησε και έδωσε τη ζωή Του για εμάς μάς λυτρώνει. Όχι οι άνθρωποι. Ο Εσταυρωμένος και Αναστάς. Ο Χριστός της Εκκλησίας και όχι ο δικός μου ή ο δικός σου, στο όνομα του οποίου δοξάζουμε την απολυτότητα και τη δική μας υπερηφάνεια ή το δικό μας βόλεμα, σκανδαλίζοντας τελικά με την ψευτοτελειότητά μας εκείνους που ζητούνε αγάπη και παλεύουν για την μετάνοιά τους. Θέλουν έναν Θεό του ελέους και όχι της δίκης. Και στην δική μας έπαρση ή αυτάρκεια δεν Τον βρίσκουν.

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κυριακὴ μετὰ τὴν Ὕψωση τοῦ Σταυροῦ

 Anthony Bloom


Στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος


Τὴν ἡμέρα ποὺ θυμόμαστε τὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου, πρέπει νὰ δίνουμε ἰδιαίτερη προσοχὴ σ’ ὅ,τι εἶναι ἡ Θεϊκὴ ἀγάπη. Τόσο πολὺ ἀγάπησε ὁ Θεὸς τὸν κόσμο ποὺ θυσίασε τὸν Μονογενῆ του Υἱό, ὥστε κανεὶς ἄνθρωπος δὲν θὰ πρέπει νὰ λησμονηθεῖ καὶ ν’ ἀγνοηθεῖ.



Ἂν εἶναι ἀλήθεια αὐτό, πῶς θὰ πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον; Ἂν ὁ κάθε ἕνας ἀπὸ ἐμᾶς σημαίνει τόσα πολλὰ γιὰ τὸν Θεό, ἐὰν Ἐκεῖνος ἀγαπάει τὸν ἄνθρωπο σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε νὰ θυσιάσει τὴν ζωή Του, ὁ θάνατός Του εἶναι εὐπρόσδεκτος- πῶς θὰ πρέπει λοιπὸν νὰ φερόμαστε στὸν πλησίον μας;


Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ ἀγαπᾶμε ἐκ φύσεως, ποὺ μὲ τόσους πολλοὺς τρόπους μοιάζουν μὲ μᾶς στὸ μυαλό, τὸ συναίσθημα – ἀλλὰ εἶναι αὐτὸ ἀγάπη; Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἀγαπᾶμε αὐτὸ τὸ πρόσωπο σὰν τὸ πιὸ πολύτιμο πρόσωπο στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ δικά μου, ἐπειδὴ λαχταρῶ νὰ εἶμαι μὲ τὸν Θεό, νὰ μοιράζομαι τὶς σκέψεις Του, τὴ στάση Του ἀπέναντι στὴ ζωή.


Καὶ πόσοι ἄνθρωποι ὑπάρχουν ποὺ τοὺς φερόμαστε μὲ ἀδιαφορία, δὲν εὐχόμαστε κάτι κακὸ γι’ αὐτοὺς – δὲν ὑπάρχουν γιὰ μᾶς! Ἂς ρίξουμε μιὰ ματιὰ γύρω μας σὲ τούτη τὴ συνάθροιση καὶ γιὰ μῆνες ἂς ἀναρωτηθοῦμε: «τί σημαίνει αὐτὸ τὸ πρόσωπο γιὰ μένα;» - Τίποτα· ἁπλὰ κάποιος ποὺ παρευρίσκεται στὴν ἴδια ἐκκλησία, ποὺ πιστεύει στὸν ἴδιο Θεό, ποὺ λαμβάνει τὴν ἴδια κοινωνία- καὶ λησμονοῦμε ὅτι ἐκεῖνοι ποὺ λαμβάνουν τὴν ἴδια κοινωνία, ἔχουν γίνει μέρος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ζεῖ μέσα τους, ὅτι θὰ πρέπει νὰ στραφοῦμε σ’ αὐτούς, νὰ τοὺς κοιτάξουμε, καὶ νὰ δοῦμε ὅτι ἀποτελοῦν ναὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μιὰ συνέχεια τῆς Ἐνσάρκωσης.


Ἂς θέσουμε στὸν ἑαυτὸ μας σοβαρὰ καὶ κρίσιμα ἐρωτήματα γιὰ τὸ πῶς φερόμαστε καὶ πῶς βλέπουμε τὸν διπλανό μας. Ἂς ἀφιερώσουμε ὅλη τὴν ἑβδομάδα γιὰ νὰ σκεφτοῦμε τὸ ἕνα πρόσωπο μετὰ τὸ ἄλλο καὶ ἂς ἀναρωτηθοῦμε: «ὑπάρχει ἀγάπη στὴν καρδιά μου; » Ὄχι μιὰ συναισθηματικὴ ἀγάπη, ἀλλὰ μιὰ ἀγάπη ποὺ μέσα στὸ φῶς τοῦ Θεοῦ κάνει ἕναν ἄνθρωπο πολύτιμο, - πολύτιμο στὸ βαθμὸ ποὺ θὰ πρέπει νὰ εἶμαι προετοιμασμένος νὰ δώσω τὴν ζωή μου γι’αὐτὸ τὸ πρόσωπο. Καὶ ὅταν τὴν ἑπόμενη ἑβδομάδα προσέλθουμε στὸ μυστήριο τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως, ἀνάμεσα στὰ ἄλλα, ἂς φέρουμε, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, αὐτὸ τὸ ἐρώτημα: «Ὑπάρχει γιὰ μένα ὁ πλησίον; Τί σημαίνει γιὰ μένα; » Γιὰ τὸν Θεὸ εἶναι τὰ πάντα· ἐὰν γιὰ μένα δὲν εἶναι τίποτα, ποιὰ εἶναι ἡ θέση μου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ; Ἀμήν.

Εις την Κυριακήν μετά την Ύψωσιν του Τιμίου Σταυρού († Αρχ. Γεώργιος Καψάνης)

 Ομιλία του μακαριστού π. Γεωργίου Καψάνη, στην τράπεζα της Ιεράς Μονής Γρηγορίου Αγίου Όρους, το 1985.


Αχούσαμε και πάλι σήμερα, αδελφοί μου, στο Ιερό Ευαγγέλιο τον λόγο του Κυρίου· «ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» (Ματθ. ιστ’ 24). Αυτή είναι η Κυριακή μετά την Ύψωσι του Τιμίου Σταυρού. Προχθές είχαμε την εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού. Και γι’ αυτό η Εκκλησία σήμερα πάλι για τον Σταυρό μιλάει. Τον Σταυρό του Κυρίου, που πρέπει να γίνη και δικός μας σταυρός. Διότι αν και εμείς δεν σηκώσουμε τον σταυρό τον δικό μας, αν δεν συμμετέχουμε στον Σταυρό του Χριστού, τι Χριστιανοί είμαστε; Διότι Χριστιανός είναι εκείνος ο οποίος μιμείται τον Χριστό, εξ ου και Χριστιανός. Και μιμείται τον Χριστό σε όλη του την ζωή, ακόμα και στον σταυρικό Του θάνατο. Και συσταυρούται με τον Χριστό, για να συναναστηθή μαζί Του και να περιπατήση «εν καινότητι ζωής» (Ρωμ. στ’ 4), καθώς λέγει ο θείος Απόστολος Παύλος.



Χριστιανός χωρίς σταυρό και αγώνα δεν νοείται. Χριστιανός που ακολουθεί ένα εύκολο δρόμο δεν νοείται. Ενόμισαν και νομίζουν μερικοί, ότι Χριστιανός είναι να τηρή κανείς μερικές ηθικές εντολές και να καλοπερνάει στην ζωή του, να έχη ανέσεις, να έχη μία ευημερία ανθρώπινη και να έχη μία ζωή ανθρωπίνως εξασφαλισμένη. Αλλά δεν είναι αυτός ο Χριστιανός. Χριστιανός είναι εκείνος ο οποίος κάθε ημέρα αγωνίζεται. Αγωνίζεται για να αγαπήση τον Θεό. Αγωνίζεται για να αγαπήση τον αδελφό του. Επειδή δε ο εγωϊσμός είναι που εμποδίζει τον άνθρωπο να αγαπήση τον Θεό και να αγαπήση τον αδελφό του, αγωνίζεται για να ξερριζώση από μέσα του τον εγωισμό. Αγωνίζεται για να ξερριζώση τα πάθη, τα οποία σκοτίζουν τον νου του ανθρώπου και αιχμαλωτίζουν την καρδιά του. Αγωνίζεται να ευαρεστήση τον Θεό. Γνωρίζει τις εντολές του Θεού και θέλει αυτές τις εντολές να τις τηρήση στην ζωή του με ακρίβεια. Όχι για να δικαιωθή απέναντι του Θεού εγωϊστικά, αλλά για να ευαρεστήση τον Κύριο από αγάπη. Και ο αγώνας που κάνει ο Χριστιανός γι’ αυτό γίνεται. Όχι για να πη στον Θεό· “εγώ είμαι εντάξει· δικαιούμαι την σωτηρία” -γιατί τότε θα ήταν ένας Φαρισαίος- αλλά για να πη στον Θεό· “Κύριε, παρ’ όλη την αδυναμία μου και την αμαρτωλότητά μου, εγώ σε αγαπώ. Και σαν έκφρασι της αγάπης μου, προσπαθώ να κάνω τις εντολές Σου και το άγιό Σου θέλημα. Και από Εσένα εξαρτάται, αν θα μου δώσης την σωτηρία και αν θα μου δώσης την Χάρι Σου”.


Θα ήθελα, αδελφοί μου, να σας παρακαλέσω να το προσέξουμε το θέμα αυτό, το θέμα του αγώνος του πνευματικού. Διότι είναι μέσα στην παράδοσι της Ορθοδοξίας, του Ευαγγελίου του Χριστού μας, ότι δεν νοείται Χριστιανός που να μη αγωνίζεται. Και γι’ αυτό η Ορθοδοξία μας, η Αγία μας Εκκλησία, έχει όλη αυτή την ευλογημένη ασκητική οδό, την άσκησι, η οποία δεν είναι μόνον για τους Μοναχούς άλλά είναι και για τους Χριστιανούς στον κόσμο. Με την άσκησι τήν καθημερινή ο Χριστιανός αγωνίζεται να κόψη τα πάθη του, να περιστείλη τα πάθη του και να ευαρεστήση τον Θεό.


Παλαιότερα επειδή οι Χριστιανοί μας ήσαν πιο κοντά στην Εκκλησία και ζούσαν περισσότερο εκκλησιαστική ζωή, αγαπούσαν την άσκησι, αγαπούσαν τις νηστείες, τις ορθοστασίες στην Εκκλησία, τις μακρές ακολουθίες της Εκκλησίας, τις προσευχές, τις αγρυπνίες. Σήμερα όμως που μας έχει επηρεάσει και εμάς τους Χριστιανούς το κοσμικό πνεύμα, που είναι ένα πνεύμα να καλοπερνούμε, να θεραπεύουμε τα πάθη μας και την σάρκα μας και την φιλαυτία μας, και εμείς οι Χριστιανοί έχουμε αρχίσει και χάνουμε αυτό το ασκητικό πνεύμα. Δεν μας αρέσουν πια αυτές οι ωραίες νηστείες, οι σαρακοστές, οι αγρυπνίες, οι προσευχές, η εγκράτεια. Αλλά βλέπετε σήμερα -με πολύ πόνο βέβαια το βλέπουμε- και την Μεγάλη Εβδομάδα ακόμα άνθρωποι Χριστιανοί να καταλύουν και να μη τους πειράζη ο λογισμός, ότι θα έπρεπε τέτοιες μεγάλες και πάνσεπτες εορτές του Πάθους του Κυρίου και αυτοί να συμμετέχουν στο Πάθος του Κυρίου και να κάνουν μία νηστεία και μία εγκράτεια.


Τώρα λοιπόν, εσείς που ήρθατε στο Άγιον Όρος και είδατε ότι με την Χάρι του Θεού γίνεται αγώνας πνευματικός εδώ -βέβαια και εσείς είσθε καλοί Χριστιανοί και αγωνίζεσθε- αλλά τώρα ακόμα περισσότερο και εσείς να φιλοτιμηθήτε κάθε ημέρα α κάνετε ένα αγώνα για την αγάπη του Χριστού και την σωτηρία των ψυχών σας. Να αφιερώνετε λίγο περισσότερο χρόνο στην προσευχή. Γιατί μπορεί κανείς να είναι Χριστιανός, άμα δεν ξεκινήση την ημέρα του με προσευχή; Ας θυσιάσουμε λίγο από τον ύπνο· να σηκωθούμε λίγο νωρίτερα να κάνουμε την προσευχή μας, δέκα λεπτά – ένα τέταρτο – μισή ώρα, και μετά να ξεκινήσουμε για την εργασία μας. Όχι με ένα σταυρό. Κάνουμε τον σταυρό μας και ξεκινάμε. Αυτό δεν είναι θυσία για τον Θεό. Βέβαια καλό είναι να κάνης και τον σταυρό σου και να ξεκινήσης, παρά να μη κάνης τίποτα, αλλά ο Θεός θέλει κάτι περισσότερο από εμάς. Θέλει να προσευχηθούμε, θέλει να κοπιάσουμε λίγο στην προσευχή. Το βραδάκι που γυρίζουμε από την εργασία μας λίγο κουρασμένοι, πάλι να αφιερώσουμε λίγη ώρα στην προσευχή, έστω και αν νυστάζουμε, έστω και αν είμαστε κουρασμένοι. Να κοπιάσουμε λίγο για την αγάπη του Θεού, και με τον κόπο να δείξουμε την αγάπη μας προς τον Θεό. Να νηστεύουμε Τετάρτες και Παρασκευές. Δεν είναι τίποτα δύσκολο πράγμα να τρώμε λαδερό φαγητό- είναι καί υγιεινό πράγμα. Αλλά εμείς να μη το κάνουμε επειδή είναι υγιεινό· να το κάνουμε για την αγάπη του Χριστού. Να θυσιάσουμε κάτι από την καλοπέρασι της κοιλιάς χάριν της αγάπης του Χριστού. Και μακάρι να νηστεύαμε και να τρώγαμε και νερόβραστα, όπως είναι και λένε οι κανόνες της Εκκλησίας. Αλλά εσείς βέβαια, επειδή είσθε μέσα στον κόσμο και αναπνέετε και τα καυσαέρια και τόσα μικρόβια, άμα έχετε εξάντλησι, ας τρώτε και λίγο λάδι Τετάρτη και Παρασκευή. Οι δυνάμενοι ας τρώνε και αλάδωτο. Ευλογία θα έχουν από τον Θεό.


Και να διδάσκουμε και τα παιδιά μας έτσι, διότι επειδή εμείς οι μεγαλύτεροι δεν εγκρατευόμεθα και δεν νηστεύουμε και δεν κοπιάζουμε για την αγάπη του Θεού, δεν διδάσκουμε και τα παιδιά μας σωστά. Και τα παιδιά μας γίνονται άνθρωποι φίλαυτοι, γίνονται εγωϊσταί, και δεν θέλουν τον Θεό, αλλά την κοιλιά τους θέλουν και τις απολαύσεις τις σαρκικές. Και μετά, αφού περιφρονούν τις εντολές του Θεού και τον ίδιο τον Θεό, δεν θα περιφρονήσουν μετά και τους γονείς τους στην ζωή τους; Όταν όμως το παιδί μάθη από μικρό, βλέποντας τον πατέρα του και την μητέρα του να αγωνίζεται και να εγκρατεύεται και να προσεύχεται, δεν θα μάθη και αυτό να αγωνίζεται και να εγκρατεύεται και να προσεύχεται για την αγάπη του Χριστού; Δεν θα μάθη να δοξάζη τον Θεό με την ζωή του, αλλά να τιμά και τους γονείς του, όπως είναι και το θέλημα του Θεού;


Εύχομαι ο υψωθείς εν τω Σταυρώ Κύριος να βοηθήση όλους μας να κάνουμε αυτόν τον αγώνα, και η Χάρις του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού να είναι πάντοτε βοηθός στην ζωή μας.




[“ΟΜΙΛΙΕΣ ΣΕ ΑΚΙΝΗΤΕΣ ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ (ΤΩΝ ΕΤΩΝ 1981-1991) Α’ Έκδοσις 2015 Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου]

Τὸ διάγγελμα

 Κυριακὴ μετὰ τὴν Ὕψωσιν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. (Μάρκ. η΄34-θ΄1)


(†) ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου Μητροπολίτου Νικαίας


«Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι».


Ἀπὸ βήματα κυβερνητικὰ καὶ καθέδρας ἐπισήμους καὶ ραδιοφωνικοὺς σταθμοὺς ἀκούομεν ἄρχοντας καὶ κυβερνήτας κρατῶν νὰ ὁμιλοῦν καὶ νὰ καλοῦν τοὺς λαοὺς νὰ τοὺς ἀκολουθήσουν. Ὑπόσχονται τὴν εὐδαιμονίαν. Ζωγραφίζουν μὲ ἑλκυστικὰ χρώματα τὴν εὐτυχίαν τοῦ μέλλοντος.

Παρουσιάζουν ἐπιμελῶς τὴν εὐχάριστον μόνον πλευράν. Ἀποσιωποῦν συνήθως τὰς δυσκολίας καὶ τὰ δυσάρεστα.

Ὅλως ἀντιθέτως ἀκούομεν σήμερον νὰ ὁμιλῇ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησίας μας. Χωρὶς περιστροφὲς, μὲ γλῶσσαν ἀπολύτου εἰλικρινείας, μὲ κῦρος βασιλικὸν διατυπώνει τοὺς ὅρους τοῦ διαγγέλματός Του. Ὅσοι θέλουν νὰ εἶναι ὀπαδοί Του γνήσιοι, πρέπει νὰ τηρήσουν ἀπαρειτήτως τὰς προϋποθέσεις αὐτὰς ποὺ θέτει.

Θέλομεν, λοιπόν, καὶ ἡμεῖς νὰ ἀνήκωμεν εἰς τὴν παράταξίν Του καὶ νὰ βαδίζωμεν ὑπὸ τὴν σημαίαν Του; Ἄς προσέξωμεν τοὺς ὅρους καὶ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ Κυρίου.


Α΄. «Ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν».



Ἰδοὺ ὁ πρῶτος ὅρος. Ἡ ἀπάρνησις τοῦ ἑαυτοῦ μας.

Περίεργον, ἴσως, θὰ φανῆ εἰς μερικούς. Τί λοιπόν; Νὰ παύσωμε νὰ ζῶμεν; Νὰ καταδικάσωμεν τὸν ἑαυτόν μας εἰς μαρασμὸν καὶ εἰς νέκρωσιν; Αὐτὸ ζητεῖ ὁ Κύριος; Ὄχι βέβαια. Τότε, ποιός εἶναι ὁ ἑαυτός μας, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἀπαρνηθῶμεν; Εἶναι ὁ διεστραμμένος ἑαυτός μας.

Ὁ ἁμαρτωλός. Δυστυχῶς ἡ ἁμαρτία ἔχει ζυμωθῇ μὲ τὴν ψυχὴ μας, ὥστε εἰς τὰ βάθη τῆς ὑπάρξεώς μας νὰ φωλιάζη διαρκῶς ἕνα ἄλλο «ἐγώ», ἤ ὅπως τὸ ὀνομάζει ὁ Ἀπ. Παῦλος, «ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος». Αὐτὸς μᾶς ὠθεῖ πρὸς τὸ κακόν. «Ἀκαθαρσία, ἀσέλγεια, εἰδωλολατρία, ἔχθραι, ἔρεις, θυμοὶ ἐριθεῖα, διχοστασίαι, αἱρέσεις, φθόνοι, φόνοι, μέθαι, κῶμοι καὶ τὰ ὅμοια τούτοις», κατὰ τὴν παραστατικὴν ἔκφρασιν τοῦ Ἀπ. Παύλου (Γαλ. ε΄, 19-21), εἶναι ἐκδηλώσεις τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἑαυτοῦ μας. Ὁ μεγαλύτερος ἑπομένως ἐχρθὸς εἶναι μέσα μας.

Καὶ κανεὶς δὲν θὰ κατορθώσῃ νὰ τελειοποιηθῇ, ἄν προηγουμένως δὲν ἀπαλλαγῇ, ἀπὸ τὰς ἐπιδράσεις τοῦ παλαιοῦ αὐτοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι, λοιπόν, ἀνάγκη νὰ καυτηριάσωμεν, ὡς ἄλλοι Ἠρακλεῖς, τὰς κεφαλᾶς τῆς Λερναίας Ὕδρας, τῆς πολυκεφάλου ἁμαρτίας μὲ τὸ δαυλὸν τῆς θείας χάριτος, μὲ τὰ ὅπλα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Κύριος ζητεῖ πλήρη ἐσωτερικὴν ἀνακαίνισιν καὶ ἀναγέννησιν. Ψυχικὸ ξεκαινούργιωμα. Δὲν ἀνέχεται συμβιβασμούς. Εἰς τὴν παράταξίν Του δὲν ἔχουν θέσιν οἱ πονηροί, οἱ ὑλόφρονες, οἱ ἀνειλικρινεῖς, οἱ καιροσκόποι, οἱ δίψυχοι, οἱ ἄνθρωποι τῶν ὑποχωρήσεων καὶ τῶν ἐνόχων ἐλιγμῶν. Θέλει ἀκεραίους ὀπαδοὺς καὶ τιμίους ἀγωνιστάς.

Βέβαια δὲν εἶναι εὔκολος αὐτὸς ὁ ἀγών. Τὸ «ἐγώ» μας ἀντιδρᾷ καὶ μάχεται κατὰ τῆς ἀληθείας. Ἡ νέκρωσις ἀπαιτεῖ σκληρὰν καὶ ἰσόβιον πάλην. Ὅλοι τὸ γνωρίζομεν ἀπὸ τὴν προσωπικὴν μας πεῖραν. Θέλομεν τὸ καλόν. Τὸ ἀναγνωρίζομεν. Ἀλλ’ ὅταν πᾶμα νὰ τὸ πραγματοποιήσωμεν, κάποια δύναμις ἀπὸ μέσα μᾶς ἐμποδίζει. Καί, ὅπως σημειώνει ὁ Ἀπ. Παῦλος, «οὐ γὰρ ὅ θέλω ποιῶ ἀγαθόν, ἀλλ’ ὅ οὐ θέλω κακόν, τοῦτο πράσσω» (Ρωμ. ζ΄ 19).

Καὶ αἰχμαλωτιζόμεθα ἔτσι εἰς τὸ κακόν. Καὶ γινόμεθα κάποτε ἀληθινοὶ εἴλωτες. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του ὁ Ἀπόστολος, ὅταν ἀναφωνοῦσε τὸ πένθιμον ἐκεῖνο: «Ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος! τίς με ρύσεται ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου τούτου;» (Ρωμ. ζ΄24).

Ἀληθινὸν ὄρνεον ὁ κακὸς ἑαυτός μας, ποὺ κατατρώγει σιγὰ-σιγὰ τὰ σπλάχνα τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος, σὰν ἄλλος Προμηθεὺς δεσμώτης, καθηλώνεται εἰς τὸν βράχον τῆς ἁμαρτωλῆς ζωῆς. Ποιὸς λοιπὸν θὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τὸ μαρτύριον αὐτό;

Ἀλλὰ ὅ,τι φαίνεται ἀνθρωπίνως ἀκατόρθωτον, κάτω ἀπὸ τὴν ἀναπλαστικὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ γίνεται δυνατόν. «Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντι με Χριστῷ» (Φιλιπ. δ΄13), ἀναφωνεῖ πανηγυρικὰ ὁ Ἀπ. Παῦλος. Πάντα! Ἔτσι, ἀτελείωτη παράταξις ἁγίων ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, ἠγωνίσθησαν καὶ μὲ τὴν δύναμιν τοῦ Λυτρωτοῦ, ἐνίκησαν καὶ ἐνέκρωσαν τὸν ἁμαρτωλὸν ἑαυτόν των, ἐγκαταστήσαντες εἰς τὴν ψυχήν των τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. «Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γαλ. γ΄20).

Ἡμεῖς, ἀδελφέ, ἀπηρνήθημεν τὸν ἁμαρτωλὸν ἑαυτόν μας; Ἐὰν ὄχι ἀκόμη, μὴ ἀναβάλλωμεν! Εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ στηθοῦν καινούργιοι κόσμοι μέσα μας. Καθαροί. Φωτεινοί. Αὐτὸς εἶναι ὁ πρῶτος ὅρος. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ. «Κύριε τί ἔτι ὑστερῶ;».


Β΄. «Καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ».


Σκληρὸς, θὰ εἴπουν μερικοί, ὁ λόγος. Μᾶς ἑτοιμάζει, λοιπὸν ὁ Κύριος Γολγοθᾶν, σταυρὸν, λόγχη καὶ θάνατον! Βεβαίως ὄχι. Μιὰ φορὰ ἐστήθη ὁ Σταυρὸς στὸν Γολογθᾶ. Ἀπὸ τότε ἐκερδήθη ἡ νίκη. Δὲν χρειάζεται ἄλλος τέτοιος σταυρός.

Ἐδῶ, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ σταυροῦ ποὺ καλεῖται νὰ σηκώση ὁ ὁπαδὸς τοῦ Χριστοῦ, εἶναι αἱ πικρίαι τῆς ζωῆς. Ὅλος μας ὁ βίος εἶναι ἕνας δρόμος γεμᾶτος ἀπὸ σταυρούς. Σταυροὺς μικρούς, μεγάλους, ξυλίνους, μαρμαρίνους. Φτώχεια καὶ στέρησις καὶ ταλαιπωρία ἀτομικὴ καὶ οἰκογενειακή. Εἰρωνεῖαι καὶ πικρὰ σχόλια καὶ ἀντιδράσεις διὰ τὴν χριστιανικὴν ζωήν, ποὺ ἀκολοθοῦμεν.

Ἐγκατάλειψις καὶ περιφρόνησις καὶ διωγμὸς ἀπὸ ἀνθρώπους τοῦ στενοῦ περιβάλλοντός μας. Ἀσθένειαι ὀδυνηραὶ καὶ ἀνίατοι, ποὺ κατατρώγουν τὸ σῶμα μας. Θάνατοι προσώπων προσφιλῶν, ποὺ ἐστηρίξαμεν ἐλπίδας καὶ προσδοκίας, ἀπρόβλεπτοι δοκιμασίαι εἰς τὸ ἔργον μας, τὴν ἐργασίαν μας, ποὺ κλονίζουν τὸ θάρρος μας.

Ἀδικίαι καὶ κατατρεγμοὶ καὶ παραγνωρίσεις ποὺ τραυματίζουν καὶ ψαλιδίζουν τὰ φτερά μας. Πειρασμοὶ καὶ σκάνδαλα, ποὺ ὑψώνουν κύματα συγκλονιστικὰ μέσα μας. Δάκρυα καὶ στεναγμοὶ καὶ κλονισμοί.

Ὅλα αὐτὰ εἶναι σταυροί, ποὺ καλούμεθα νὰ σηκώσωμεν κάθε ἡμέραν, κάποτε ἰσοβίως, καρτερικά, ὑπομονητικά, χωρὶς παράπονον. Σταυροφόροι καὶ ἡμεῖς, λοιπόν, πιστὰ ἀντίγραφα τοῦ Πρώτου Σταυροφόρου Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου ὁλόκληρος ἡ ζωὴ ὑπῆρξεν ἕνας συνεχὴς σταυρός, ποὺ συνεπληρώθη μὲ τὸ μαρτύριον τοῦ Γολγοθᾶ.

Εἴμεθα ἑπομένως, ἀναγκασμένοι νὰ ἄρωμεν κάποιον σταυρὸν ὀσοδνήποτε βαρὺς καὶ ἄν εἶναι, δὲν θὰ καμφθῶμεν.

Ἅς κοιτάξωμεν τὸν Ἐσταυρωμένον Κύριον. Αἱματωμένος, ὀδυνώμενος, ἐγκαταλελειμμένος ἀπὸ ὅλους, ὑβριζόμενος, ραπιζόμενος, ὀνειδιζόμενος, μὲ τῆς ἀγνωμοσύνης τὸν ἀκάνθινον στέφανον εἰς τὴν ἁγίαν κεφαλήν Του, μὲ τὰ τρυπημένα Του χέρια, ποὺ στάζουν αἷμα, μᾶς καλεῖ, μᾶς διδάσκει, μᾶς παρηγορεῖ.

Ναί! Ὁ ἰδικὸς μας σταυρός, ἀδελφέ, ὠχριᾲ ἐμπρὸς εἰς τὸν σταυρόν τοῦ Κυρίου μας, ὁσονδήποτε καὶ ἄν μᾶς φαίνεται σκληρὸς καὶ βαρύς. «Οὐκ ἐάσει ὑμᾶς πειρασθῆναι ὑπὲρ ὅ δύνασθε» (Α΄ Κορ. ι΄13)· δὲν θὰ ἀφήσῃ ὁ Θεὸς νὰ δοκιμασθῆτε περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι ἀντέχετε, ὑπογραμμίζει ὁ μέγας ἀγωνιστὴς Ἀπ. Παῦλος εἰς τοὺς Κορινθίους. Κανένας σταυρὸς δὲν εἶναι βαρύτερος ἀπὸ τὴν δύναμίν μας.

Καὶ εἰς τὴν πορείαν μας πρὸς τὸν ἰδικόν μας Γολγοθᾶν δὲν μᾶς ἀφήνει ὁ Χριστὸς ποτὲ μόνους. Ἔρχεται κοντά μας. Συμβαδίζει καὶ παίρνει Αὐτὸς τὸ μεγαλύτερον μέρον τοῦ σταυροῦ. Καὶ ὅταν βλέπῃ ὅτι λιποψυχοῦμε, μᾶς ἐνθραρρύνει μὲ τὴν ὑπόμνησιν τῆς ἀληθείας, ὅτι «στενὴ ἡ πύλη καὶ τεθλιμμένη ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ζωήν» (Ματθ. ζ΄14). Αὐτὸ εἶναι. Ἡ πορεία τοῦ χριστιανοῦ εἶναι πορεία σταυροφόρου πρὸς τὴν ζωὴν καὶ τὴν νίκην.

Ἀλλὰ εἰς τὴν ζωὴν αὐτὴν καὶ τὴν νίκην δὲν φθάνει κανείς, παρὰ ἄν τηρήσῃ καὶ ἕνα ἄλλον ἀκόμη ὅρον:


Γ΄. «Καὶ ἀκολουθείτω μοι».


Εἶναι ἡ Τρίτη ἀπαίτησις τοῦ Κυρίου. Στέκεται εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νέου δρόμου, ποὺ ἄνοιξεν ὁ ἴδιος μὲ τὸ Αἷμα Του, τὸ ὁποῖον ἔρρευσεν ἀπὸ τὸν Σταυρὸν τοῦ Γολγοθᾶ. Δὲν εἶναι τώρα πλέον ὁ Ἐσταυρωμένος κατάδικος. Εἶναι ὁ Νικητής, ὁ Ἀρχηγός, ὁ Ὁποῖος ἀναφωνεῖ πρὸς τὸ πλῆθος. «Ἀκολούθει μοι».

Τὸν ἠκολούθησαν μέχρι σήμερα ἡ ἀτελεύτητος παράταξις τῶν ἁγίων καὶ τὸ πυκνότατον νέφος τῶν μαρτύρων. Ἀντέγραψαν εἰς τὴν ζωήν των τὴν ζωήν Του. Νὰ τὸν ἀκολουθήσωμε καὶ ἡμεῖς. Εἰς τί ὅμως; Εἰς τὴν διδασκαλίαν Του πρῶτον. «Χριστὸς ἔπαθεν ὑπὲρ ὑμῶν, ὑμῖν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμόν, ἵνα ἐπακολουθήσετε τοῖς ἴχνεσιν Αὐτοῦ» (Α΄ Πέτρου β΄ 21) . Εἶναι ὁ μοναδικὸς διδάσκαλος τοῦ κόσμου.

Ὁ μοναδικὸς ὁδηγός. Κατὰ καιροὺς ἐνεφανίσθησαν καὶ ἄλλοι, ποὺ ὠνειρεύθησαν νὰ γίνουν ποδηγέται τῆς ἀνθρωπότητος. Πολλοί, ἀπατηθέντες, τοὺς ἠκολούθησαν. Ἀποκαρδίωσις! Ἦσαν τυφλοὶ ὁδηγοὶ τῶν τυφλῶν. «Ἐὰν δὲ τυφλὸς ὁδηγῇ τυφλόν, θὰ πέσουν καὶ οἱ δύο εἰς λάκκον βαθύν», βεβαιώνει ὁ Κύριος (Ματθ. ιε΄, 14). Καλεῖ καὶ ὁ Χριστὸς τὸν ἄνθρωπον. Ἀλλὰ τὸν καλεῖ εἰς τὸ Φῶς. Χωρὶς νὰ τὸν ἐξεναγκάζῃ. Χωρὶς νὰ τὸν ἐξαπατᾷ μὲ φαντασίες καὶ ψεύδη. Ἡ διδασκαλία Του εἶναι καθαρά, ὅπως ὁ ἥλιος, ἀναλλοίωτος, ὅπως ἀμετάβλητος εἶναι ὁ Ἴδιος. Καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἐπιτρέπει καμμίαν μεταβολὴν καὶ παραφθορὰν τῆς διδασκαλίας Του. Εἶναι αἰωνία καὶ πανανθρωπίνη.

Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς μᾶς καλεῖ νὰ Τὸν ἀκολουθήσωμεν καὶ εἰς τὴν ζωήν Του. Ἐκεῖνος ἦτο ἅγιος. «Ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ», βεβαιώνει ἡ Ἁγ. Γραφή. Ἦτο ὅλος ἀγάπη. «Διῆλθε τὸν βίον αὐτοῦ εὐεργετῶν». Ἡμεῖς εἴμεθα ἅγιοι; Ἐνδιαφερόμεθα διὰ τοὺς πονεμένους ἀδελφούς μας; Ἐκεῖνος ἐθυσιάσθη διὰ τὸ καθῆκον. Ἡμεῖς εἴμεθα σταθεροὶ σημαιοφόροι τῆς ἀληθείας καὶ τοῦ δικαίου; Ὁ Κύριος ἀπευθύνει καὶ σήμερα τὴν πρόσκλησίν Του πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα. «Ἀκολούθει μοι»! Θὰ θελήσῃ ἆρα γε νὰ τὸν ἀκολουθήση; Ἤ θὰ μείνῃ ἀποστάτις καὶ προδότις;


Ἀγαπητοί!

Κατὰ τὸν πρῶτον παγκόσμιον πόλεμον ἕνα λόχος γερμανικὸς περιεκυκλώθη ἀπὸ ὁλόκληρον ρωσικὴν μεραρχίαν. Ἐκλήθησαν οἱ Γερμανοὶ νὰ παραδοθοῦν. Ἠρνήθησαν ὅμως. Ὠχυρώθησαν εἰς μίαν μεγάλη καλύβην καὶ ἤνοιξαν πῦρ. Οἱ Ρῶσοι ἀπήντησαν μὲ ὁμοβροντίας. Μετ’ ὀλίγον ὅλοι οἱ Γερμανοὶ εἶχαν σκοτωθῆ.

Ὁ Ρῶσος Μέραρχος παρεβίασε τὴν καλύβην. Τὸ θέαμα ἦτο τρομερόν. Ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται ἦσαν νεκροὶ, μέσα εἰς λίμνην αἵματος. Ὁ μόνος, ποὺ ἀκόμη δὲν εἶχεν ἀποθάνει, ἦτο ὁ διοικητής, λοχαγὸς Γκρισχάϊμ, τὸν ἐπλησίασε μὲ κατάπληξι ὁ Ρῶσος καὶ τοῦ εἶπε: «Ἀφοῦ ἐγνωρίζατε ὅτι εἴμεθα τόσοι πολλοί, διατὶ δὲν παρεδόθητε;».

Ὁ Γερμανὸς ἔκαμεν μίαν προσπάθειαν νὰ ἀνασηκωθῇ ὀλίγον. Μὲ τὸ δεξί του χέρι ἔδειξε πρὸς τὸ μέρος τῆς καρδιᾶς ἕνα σημάδι. Ἦτο ἕνας μικρὸς σιδηροῦς σταυρός. Καὶ εἶπε σιγανά: «Ὅσοι ἔχουν αὐτὸ τὸ γνώρισμα, δὲν παραδίδονται. Ἀποθνήκουν». Καὶ ἐξεψύχησε.

Ἀδελφέ,

Δὲν παραδίδονται. Οὔτε προδίδουν τὸν ἀγῶνα των οἱ χριστιανοὶ ποὺ ἔχουν εἰς τὴν καρδίαν των τὸν σταυρόν...

Τί συμβολίζει ὁ Σταυρός

 (Ομιλία του †Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)


Ο σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ, ἀγαπητοί μου, εἶνε τὸ σύμβολο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο. Συνάπτει τὰ διεστῶτα, ἑνώνει Θεὸ καὶ ἄνθρωπο. Ἀλλ᾽ ἐνῷ ἑνώνει, συγχρόνως καὶ χωρίζει. Χωρίζει; Μάλιστα, χωρίζει. Τί χωρίζει; Προσέξτε, ἀγαπητοί μου, τὴ συνέχεια.

Ἡ ἐσταυρωμένη ἀγάπη, ὁ Χριστός, ἐπιβάλλει ὑποχρεώσεις·θέλει ν᾿ ἀνταποκριθοῦμε στὴν ἀγάπη του, νὰ τὸν ἀγαπήσουμε φλογερά. «Ἡμεῖς», λέει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, «ἀγαπῶμεν αὐτόν, ὅτι αὐτὸς πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς» (Α΄ Ἰω. 4,19). Καὶ πρώτη ἐκδήλωσις ἀγάπης πρὸς αὐτὸν εἶνε, νὰ μισήσουμε ἐκεῖνο ποὺ ὠδήγησε τὸν Κύριο στὸ σταυρό, δηλαδὴ τὴν ἁμαρτία. Ἡ ἁμαρτία μὲ τὶς ποικίλες μορφὲς καὶ διακλαδώσεις της, μὲ ἀγκυροβόλιο καὶ ὁρμητήριο τὴν καρδιὰ κάθε ἁμαρτωλοῦ, ξεκινᾷ κ᾽ ἐξαπλώνεται στὸ περιβάλλον, ἀποκτᾷ κι ἄλλους ὀπαδοὺς καὶ συνεργάτες, καὶ δημιουργεῖ αἰσχρὴ παράταξι, δικό της κόσμο ἄκοσμο, μέσα στὸν ὁποῖο κυρίαρχο στοιχεῖο εἶνε ἡ ἴδια. Αὐτὴ ἡ ἁμαρτία, ποὺ εἰσώρμησε ἀπὸ τὸν Ἀδὰμστὴν ἀνθρωπότητα,ἀφοῦ ὠργανώθηκε ἐπιτελικά, ἐσταύρωσε «τὸν Κύριον τῆς δόξης» (Α΄ Κορ.2,8).

Ἡ ἁμαρτία, νά ὁ σταυρωτὴς τοῦ Κυρίου. Συνεπῶς,τὴν ἁμαρτία πρέπει νὰ μισήσουμε, γιατὶ εἶνε ὑπαίτιος γιὰ ὅλα τὰ κακά, καὶ νὰ ποῦμε·Θάνατος στὴν ἁμαρτία, θάνατος στὶς κα-κίες καὶ τὰ πάθη, ποὺ ἀποτελοῦν τὸν«παλα ὸν ἄνθρωπον»! (῾Ρωμ. 6,6. Ἐφ. 4,22. Κολ. 3,9) . Αὐτὸν πρέπει νὰ πολεμήσουμε, νὰ βιάσουμε, νὰ νεκρώσουμε,νὰ σταυρώσουμε , καὶ νὰ κάνουμε τὸν ἑαυτόμας ἀκίνητο καὶ ἀνενέργητο γιὰ τὸ κακό.

Ἡ νέκρωσις τῆς κακίας μέσα μας εἶνε ὁ πρῶτος σταυρὸς ποὺ πρέπει νὰ σηκώσουμε καὶνὰ σηκώνουμε μέχρι τὴν τελευταία μας πνοή(βλ. Λουκ. 9,23) . Καὶ ἂν τὸ κακὸ ἀπ᾽ ἔξω ὀργανωθῇ καὶ ἐπιτεθῇ μὲ ὁρμὴ θηρίου, ὁ πιστὸς δὲν πρέπεινὰ ὑποχωρήσῃ οὔτε σπιθαμή, ἀλλὰ ν᾽ ἀντιτάξῃ γενναία ἀντίστασι,καὶ νά ᾽νε πρόθυμος γιὰ τὴν τήρησι τοῦ θείου θελήματος νὰ ὑποστῇ καὶ αὐτὸς σὲ μικρογραφία ὅσα ὑπέστη ὁ Κύριος γιὰ τὴ δική μας σωτηρία· νὰ ἐμπαιχθῇ, νὰἐμπτυσθῇ,νὰ μαστιγωθῇ, νὰ φορέσῃ ἀκάνθινο στεφάνι καὶ κόκκινη χλαμύδα, δηλαδὴ νὰ συνεχίσῃ στὴ σύγχρονη γενεὰ τὰ πάθη τοῦΚυρίου, γιὰ νὰ ἔχῃ καὶ σ᾽ αὐτὸν ἐφαρμογὴ τὸ ῥητὸ τοῦ ἀποστόλου Παύλου· «περισσεύει τὰ παθήματα τοῦ Χριστοῦ εἰς ἡμᾶς» (Β΄ Κορ. 1,5).

Χριστὸς καὶ κόσμος εἶνε δύο κύριοι ἀσυμβίβαστοι·καὶ «οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν» (Ματθ. 6,24) . Ὁ κόσμος π.χ., ποὺ θεὸ ἔχει τὸ μαμωνᾶ, λέει· Καλὸ εἶνε τὸ λαμβάνειν, μὲ ὁποιοδήποτε μέσο καὶ τρόπο. Δόγμα του «Ἅρπαξε νὰ φᾶς καὶ κλέψε νά ᾿χῃς». Ἀντιθέτως ὁ Χριστὸς λέει· Μακάριον τὸ διδόναι , τὸ νὰ ἐλεῇς, νὰ συμμετέχῃς στὶς θλίψεις τῶν ἄλλων, νὰτοὺς ἀνακουφίζῃς καὶ νὰ τοὺς βοηθᾷς(βλ. Πράξ. 20,35).Μεταξὺ Χριστοῦ καὶ κόσμου, ἀγάπης καὶ μί-σους, μεταδοτικότητος καὶ πλεονεξίας, ἐλεημοσύνης καὶ ἁρπαγῆς, τί σχέσι ὑπάρχει;Ὁ Χριστιανὸς πρέπει νὰ βαδίζῃ δρόμο ὄχι παράλληλο ἀλλὰ κάθετο πρὸς ἐκεῖνον ποὺ χαράζει γιὰ τοὺς ὀπαδούς του ὁ κόσμος· καὶ ἡ τομή, τὸ σημεῖο δηλαδὴ ἐκεῖνο τῆς ζωῆς στὸ ὁποῖο γί-νεται ἡ σύγκρουσις τοῦ θεϊκοῦ μὲ τὸ ἀντίθεοφρόνημα,σχηματίζει ἀκριβῶς σταυρό.

Ὅπου τομή, ἐκεῖ σταυρός. Ὅσες συγκρούσεις,τόσοι καὶ σταυροί. Οἱ Χριστιανοὶ ἀνακρίνουν, τέμνουν ψυχικὰ τὸν κόσμο, ἀλλὰ καὶ τέ- μνονται ἀπ᾿ αὐτὸν σωματικά. Ὁ πιστὸς δὲν πορεύεται σύμφωνα μὲ τὸ ῥεῦμα τοῦ κόσμου,ἀλλ᾿ ἐναντίον του, καὶ λέει στὸν ἀντίθεο κόσμο·Δὲν θὰ περάσῃς, δὲν θὰ μολύνῃς τὰ ὅσια καὶ τὰ ἱερὰ τῆς ψυχῆς μου! Πέφτω νεκρὸς ἀλλ᾿οὔτε σπιθαμὴ χριστιανικοῦ ἐδάφους δὲν σοῦπαραδίδω. Ἐδῶ εἶνε ἡ τομή, ἐδῶ εἶνε ὁ σταυρός μου,καὶ θὰ σταυρωθῶ γιὰ τὴν ἀλήθεια καὶτὴ δικαιοσύνη.

Κόσμε, μὲ ὅλα τὰ θέλγητρα καὶ τὰ φόβητρα ποὺ διαθέτεις, ὡς πρὸς ἐμένα εἶσαι νεκρός . Καμμία ἐπίδρασι δὲν ἔχεις πάνω μου. Τί μπορεῖ νὰ μοῦ κάνῃ ἕνας νεκρός;

Ἀλλὰ καὶ ἐγώ –τὸ ἁμαρτωλὸ ἐγώ, ὁ «παλαιὸς ἄνθρωπος»ποὺ φέρουμε μέσα μας (ἔ.ἀ.) –, ὡς πρὸς τὸν κόσμο εἶμαι νεκρός . Νεκρὰ εἶνε τὰμέλη μου· ἡ γλῶσσα μου δὲν λέει τὶς ματαιό-τητες τῶν ἀνθρώπων, τὰ μάτια μου δὲν βλέ-πουν τὰ πονηρά, τὰ αὐτιά μου δὲν ἀκοῦνε τὶςσειρῆνες τῆς ἁμαρτίας, τὰ χέρια μου δὲνἁρπάζουν τὰ ξένα ἀγαθά, τὰ πόδια μου δὲν τρέχουν στοὺς διεστραμμένους δρόμους, ἡ καρδιά μου πρὸ παντὸς δὲν πάλλει γιὰ τὶςἡδονὲς τοῦ κόσμου. Κόσμε, εἶμαι νεκρός. Βάλε ἕνα νεκρὸ μέσα σὲ χρυσάφι, ἐμπρὸς σὲγαργαλιστικὰ φαγητὰ καὶ ποτά, σὲ θεάματα ἁμαρτωλῶν γυναικῶν·θὰ μείνῃ ἀκίνητος,ἀναίσθητος σὰν τὸ μάρμαρο. Κόσμε, τί ζητᾷςἀπὸ μένα; Ἐγὼ εἶμαι νεκρὸς ὡς πρὸς ἐσένα.

Ἔτσι μιλάει ὁ Παῦλος· «Ζῶ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γαλ. 2,20) . Ἔτσι μιλοῦν οἱ πιστοὶποὺ ζοῦν τὴν ἐσταυρωμένη ζωή. «Οἱ τοῦ Χριστοῦ τὴν σάρκα ἐσταύρωσαν σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις» (ἔ.ἀ. 5,24) . Ἀλλ᾿ ἐμεῖς;

Πόσο μακριὰ εἴμαστε ἀπὸ τὴν ἐν Χριστῷ ζωή!Ὁ Κύριος εἶπε ἕνα τρομερὸ λόγο· «Ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀ πίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος» (Ματθ. 10,38) . Ἑρμηνεύοντας τὸν λόγο αὐτὸν ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς , ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης τὸν 14ο αἰῶνα,λέει σ᾽ ἕνα κήρυγμά του πρὸς τὸν λαό· «Ὅταν μὲν εἶνε καιρὸς εἰρήνης τῆς κατ᾿ εὐσέβειαν, νεκρώνοντας διὰ τῆς ἀρετῆς ὁ ἄνθρωπος τὰ πονηρὰ πάθη καὶ τὶς ἐπιθυμίες σηκώνει ἔτσι τὸ σταυρό του καὶ ἀκολουθεῖ τὸν Κύριο. Ὅταν πάλι εἶνε καιρὸς διωγμοῦ, περιφρονώντας καὶ τὴ ζωή του καὶ θυσιάζοντάς την ὑπὲρ τῆςεὐσεβείας,σηκώνει ἔτσι τὸ σταυρό του καὶ ἀκολουθεῖ πίσω ἀπὸ τὸν Κύριο. Νὰ εἶσαι ἕτοιμος,χάριν τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ἀληθείας τῶν δογμάτων νὰ δεχθῇς τὸν ἀτιμωτικὸ θάνατο».Σταυρός! Ἕνωσις μὲ τὸ Χριστό, χωρισμὸς ἀπὸ τὸν κόσμο ὄχι τοπικῶς ἀλλὰ τροπικῶς.Διότι μπορεῖ νὰ μένῃς στὴν ἔρημο, καὶ νὰ ἔ-χῃς στὴν καρδιά σου τὸν κόσμο· καὶ ἀντιθέ-τως, νὰ μένῃς στὴν πιὸ πολυθόρυβη πόλι, καὶ νὰ ἔχῃς στὴν καρδιά σου τὸν Χριστό.

Σύμβολο νεκρώσεως τῶν παθῶν ὁ σταυρός. Ἀλλὰ καὶ ζυγαριὰ ὁ σταυρὸς ποὺ μᾶς ζυγίζει. Ὅταν σταθοῦμε κάτω ἀπὸ τὸ σταυρὸ τοῦΚυρίου καὶ σκεφθοῦμε σοβαρὰ τί ὑπέφερε ἐκεῖνος γιὰ τὴν σωτηρία μας, τί σταυρὸ σήκωσε, ὅταν ῥίξουμε ἕνα βλέμμα στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας καὶ δοῦμε τί ὑπέφεραν οἱ πιστοὶ δοῦλοι τοῦ Χριστοῦ, τί σταυροὺς σήκωσαν,τότε αἰσθανόμαστε τὸν ἑαυτό μας πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὸ ἰδανικὸ τοῦ σταυροῦ.Τί ζῇ μέσα μας, ὁ Χριστός;Ἀλλὰ να «ἡ ἐπιθυμία τῆς σαρκὸς καὶ ἡ ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν καὶ ἡ ἀλαζονεία τοῦ βίου» (Α΄ Ἰω. 2,16) κυριαρχοῦν στὰ πρόσωπα, τὶς οἰκογένειες καὶ τὴν κοινωνία μας. Ἡ ἀγάπη τοῦ κόσμου κυριαρχεῖ στὶς διάνοιες καὶ τὶς καρδιές. Ἡ ἡδονὴ ἔγινε θεότης. Μιὰ ἐπιπόλαιη ζωή.Σωστὰ ἔγραψε ἕνα περιοδικό· «Τὸ χριστιανικὸ κήρυγμα τεί-νει νὰ συμβιβάσῃ τὸ φιλόκοσμο πνεῦμα τῶν χριστιανῶν μὲ τὶς ἀξιώσεις καὶ ἐπιταγὲς τῆς ἁγίας μας θρησκείας. Ὁ σταυρός, ποὺ ἀποτελεῖ σύμβολο διαρκοῦς θυσίας, παραμένει ὑψωμένος καὶ καθορᾶται σὰν ἁπλὸ σημεῖο Χριστιανισμοῦ ποὺ ἔχασε τὸ θεῖο περιεχόμενό του»(βλ. «Ἁγιορειτικὴ Βιβλιοθήκη», Βόλος 1952, σελ. 195-196 μτγλτ.).

Στὴν ἐποχή μας ἡ διαχωριστικὴ γραμμὴ μεταξὺ Χριστοῦ καὶ κόσμου τείνει νὰ ἐξαλειφθῇ. Ὅλα τὰ συγχωροῦμε, ὅλα τὰ ἀμνηστεύουμε,ὅλα ζητοῦμε νὰ τὰ συμβιβάσουμε μὲ τὴ συνείδησί μας. Τὴ θρησκεία τοῦ σταυροῦ ἔρχεται ν᾿ ἀντικαταστήσῃ ἡ «ἐθελοθρησκεία» (Κολ. 2,23), ἡ θρησκεία χωρὶς σταυρό, ἡ νέα κοσμικὴ θρη-σκεία, ἡ ὁποία διὰ ἱερέων καὶ πνευματικῶν της ἐκπροσώπων θὰ χαλαρώνῃ διαρκῶς τὰ ἡνία, καὶ τὸ ἀνθρώπινο κτῆνος ὑπὸ τὶς εὐλογίες τυφλῶν ὁδηγῶν θὰ γιγαντώνεται καθημερινῶς.

Δυστυχῶς, ἄξιαθρήνων πολλῶν τὰ καθ᾿ ἡμᾶς! Τὸν χριστιανισμὸ ἄλλοι μὲν ἀπὸ τοὺς βαπτισμένους Χριστιανοὺς τὸν ἀσκοῦν σὰν μία συνήθεια,σὰν ἕνα τύπο χωρὶς καμμία γνῶσι καὶἐπίγνωσι τοῦ μεγαλείου του, ἄλλοι τὸν ἔχουν κάνει ὑπόθεσι ἐμπορίου (βλ. Β΄ Πέτρ. 2,3) , ὑπάρχουν δὲ καὶ πολλοὶ ποὺ ὑβρίζουν τὸν σταυρὸ τοῦ Κυρίου.

Ἐχθροὶ τοῦ σταυροῦ, τοὺς ὁποίους ἔκλαιγε ὁ Παῦλος γράφοντας· «Πολλοὶ γὰρ περιπατοῦσιν, οὓς πολλάκις ἔλεγον ὑμῖν, νῦν δὲ καὶ κλαίων λέγω, τοὺς ἐχθροὺς τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, ὧν τὸ τέλος ἀπώλεια, ὧν ὁ Θεὸς ἡ κοιλία καὶ ἡ δόξα ἐν τῇ αἰσχύνῃ αὐτῶν, οἱ τὰ ἐπίγεια φρονοῦντες!» (Φιλιπ. 3,18-19).

Σταυρός, ἀγαπητοί μου, σημαίνει· ἕνωσις μὲ τὸ Χριστό, χωρισμὸς ἀπὸ τὸν κόσμο, νέκρωσις μελῶν, σταύρωσις παθῶν, ἄθλησις ὑπὲρ ἀληθείας καὶ δικαιοσύνης, ζωὴ θυσίας καὶ αὐταπαρνήσεως.

Χριστιανὸς χωρὶς σταυρὸ δὲν νοεῖται.Κύριε, στὸ ἔλεός σου ἐλπίζουμε, μὴ μᾶς καταισχύνῃς! Διὰ τοῦ σταυροῦ καὶ τῆς ἀναστάσεώς σου «ἐγνώρισάς μοι ὁδοὺς ζωῆς· πληρώσεις με εὐφροσύνης μετὰ τοῦ προσώπου σου, τερπνότητες ἐν τῇ δεξιᾷ σου εἰς τέλος» (Ψαλμ. 15,11)

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Β΄ μέρος ἄρθρου ποὺ δημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ «Σταυρός» (φ.1/Ἰαν. 1953).

Ἡ ὑψίστη ἀξία τοῦ ἀνθρώπου

 +Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου


«Τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;» (Μᾶρκ. 8,37)


Ὁ ἄνθρωπος! Εἶνε θέμα, ἀγαπητοί μου, ποὺ ἀπησχόλησε θεολόγους, φιλοσόφους ,ποιητάς, λογοτέχνας, ζωγράφους, ἰατρούς, βιολόγους, χημικούς. Γιὰ τὸν ἄνθρωπο δημιουργήθηκε πολιτισμός, ἀναπτύχθηκαν ἐπιστῆμες, κτίσθηκαν οἰκισμοί, ἱδρύθηκαν πόλεις· γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἔγιναν πόλεμοι ποὺ συνετάραξαν τὴν ὑφήλιο. «Πολλὰ τὰ ἐκπληκτικὰκαὶ φοβερά, μὰ τίποτε φοβερώτερο ἀπὸ τὸνἄνθρωπο», ἔψαλλε ὁ Σοφοκλῆς (Ἀντιγ. 332-333).



Ποιά, λοιπόν, ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου;

Χαριτωμένο πλάσμα ἀλήθεια ὁ ἄνθρω-πος», ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας (Μένανδρος) ,«ὅταν εἶνε ἄνθρωπος ». Αὐτὸς ὁ λόγος μαζὶ μ᾿ἐκεῖνο ποὺ εἶπε ὁ παράλυτος τοῦ Εὐαγγελίου «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω» (Ἰω. 5,7) , δικαιώνουν τὸνΔιογένη, ποὺ χαρακτηρίστηκε ὡς τρελλὸς ὅταν, μέρα μεσημέρι καὶ μέσα σὲ πλῆθος κό-σμου, μὲ τὸ φανάρι ἀναμμένο φώναζε· «Ἄνθρωπον ζητῶ». Δὲν ἔζησε ὁ δυστυχὴς Διογένης ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Πιλάτου, γιὰ νὰ τὸν ἀκούσῃ νὰ λέῃ «Ἴδε ὁ ἄνθρωπος» (Ἰω. 19,5) καὶ νὰ δείχνῃ σὲ ὅλους τὸν Θεάνθρωπο Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν.Πολλοὶ ὅμως δὲν ἄκουσαν οὔτε τὸν Πιλᾶ-το· στράφηκαν ἀλλοῦ νὰ βροῦν τὸν ἄνθρωπο. Εἶπαν πὼς βρῆκαν νὰ κατάγεται ἀπὸ τὰ ἄλογα κτήνη καὶ διεκήρυξαν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶνε ἐξευγενισμένο παιδὶ τοῦ πιθήκου. Ἀρνήθηκαν δηλαδὴ κάθε πνευματικὴ ἀξία καὶ ἀνωτερότητα στὸν ἑαυτό τους. Σ᾿ αὐτοὺς ὁ Σωκράτης θὰ ἔλεγε· «Γνῶθι σαυτόν» , μάθε τὸν ἑαυτό σου.Ὁ Πασκὰλ εἶπε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶνε συγχρόνως «μεγαλεῖο καὶ ἀθλιότης»

. Ὁ Καρρὲλ ἔγραψε βιβλίο μὲ τίτλο «Ὁ ἄνθρωπος, αὐτὸς ὁ ἄγνωστος », κ᾿ ἕνας ἄλλος «Ὁ ἄνθρωπος,αὐτὸ τὸ κτῆνος». Ὁ μέγας ὅμως πατὴρ τῆςἘκκλησίας μας ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης ἔλεγε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶνε ἡ σμικρογραφίατοῦ σύμπαντος, ἕνας μικρόκοσμος ποὺ περιέχει μέσα του τὸ σύμπαν ὁλόκληρο· καὶ τὴγνώμη αὐτὴ ἀσπάσθηκε καὶ ἀνέπτυξε ἀργότερα ἕνας μεγάλος παιδαγωγός.Γλύπτες, ζωγράφοι καὶ ἄλλοι καλλιτέχνες θέλησαν ν᾿ ἀντιγράψουν τὸν ἄνθρωπο στὰ δη-μιουργήματά τους· δὲν τὸ κατώρθωσαν.Τὸν ἄνθρωπο ἐρεύνησε καὶ ἡ ἐπιστήμη τῆς χημείας· ἀνέλυσε τὸ σῶμα του στὸ ἐργαστήριο καὶ βρῆκε, ὅτι ἀπὸ αὐτὸ μποροῦμε νὰ κατα-σκευάσουμε ἑπτὰ σαπούνια μὲ τὸ λίπος του, ἀρκετὰ μολύβια μὲ τὸν ἄνθρακά του, ἑπτὰ κουτάκια σπίρτα μὲ τὸν φωσφόρο του, ἕνα καρφὶ μὲ τὸ σίδερό του, καὶ νὰ γεμίσουμε ἕνα κουβᾶ ἀσβέστη μὲ τὸ ἀσβέστιό του. Ἰδοὺ ὁ ἄνθρω-πος ἀναλυόμενος στὸ χημικὸ ἐργαστήριο.Γεννᾶται ὅμως τὸ ἐρώτημα· ὁ ἄνθρωποςεἶ νε μόνο ὕλη; εἶνε ἕνα ἐξευγενισμένο κτῆνος; Τότε λοιπὸν δὲν ἔχει ἀξία. Ποιός λογικὸς νοῦς μπορεῖ νὰ δεχθῇ κάτι τέτοιο; Αὐτὰ τὰ ὑλιστικὰ συμπεράσματα ὡδήγησαν στὴ δημιουργία τῶν στρατοπέδων τοῦ Ἄουσβιτς, ὅπουχιλιάδες ἄνθρωποι μεταβλήθηκαν σὲ σαπούνι.

Ἀλλὰ πάνω ἀπ᾿ τὶς ἀνθρώπινες γνῶμες, ἀδελφοί μου, ἀσάλευτη πυξίδα, στέκει ἡ διδασκαλία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ κατευθύνει στὴν ἀλήθεια καὶ τὴ σωτηρία. Κατ᾿ αὐτὴν ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶνε κτῆνος, μόνο ὀστᾶ καὶ σάρκες, εὐτελῆ χημικὰ στοιχεῖα. Γιὰὅλα τὰ δημιουργήματα ὁ Θεὸς «εἶπε, καὶ ἐγενήθησαν» (Ψαλμ. 148,5) · τὸν ἄνθρωπο ὅμως τὸν ἔπλασε ἰδιαιτέρως, «κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾽ ὁμοίωσιν» Θεοῦ (Γέν. 1,26) . Ὁ ἄνθρωπος ἔχει μέσα τουψυχὴ ἀθάνατη . Αὐτὸ εἶνε τὸ μεγάλο προνό-μιο ποὺ δόθηκε ἀποκλειστικὰ σ᾿ αὐτόν. –Πῶς νὰ δεχθῶ, ἔλεγε κάποτε ἕνας για-τρὸς στὸν ἱεροκήρυκα τῆς πόλεώς του, τὴν ὕπαρξι ψυχῆς; οὔτε τὴν εἶδα, οὔτε τὴν ἄκουσα, οὔτε τὴ γεύθηκα, οὔτε τὴν ὠσφράνθηκα, οὔτε τὴν ἔπιασα;

Καμμία ἀπὸ τὶς αἰσθήσειςδὲν μὲ πληροφορεῖ γι᾿ αὐτήν . Οἱ ἀγῶνες σαςγιὰ σωτηρία ψυχῶν εἶνε οὐτοπία, ἀπάτη… Ὁ ἱεροκήρυκας ἀπήντησε· –Γιατρέ μου, εἴδατε ποτὲ πόνο; ἀκούσατε, γευθήκατε, ὠσφρανθήκατε, πιάσατε ποτὲ πόνο; –Ὄχι, ἀπήντησε ὁ γιατρός. –Τότε ν᾿ ἀλλάξετε ἐπάγγελμα· ἡ ἐρ-γασία σας εἶνε μιὰ οὐτοπία, μιὰ ἀπάτη. Ὁ γιατρὸς θύμωσε· –Μὴ μὲ βρίζετε· μπορεῖ ὁ πόνος νὰ μὴ ὑποπίπτῃ σὲ μία ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις,πλὴν ὅμως τὸν αἰσθάνομαι καὶ μάλιστα πολλὲς φορὲς μὲ συντρίβει… Καὶ ὁ ἱεροκήρυκας προσέθεσε· –Ἔτσι κ᾿ ἐγώ, γιατρέ μου, αἰσθάνομαι τὴν ψυχή· καὶ πολλὲς φορὲς μὲ γεμίζει ἀγαλλίασι καὶ εὐφροσύνη…Οὐδείς λογικὸς ἄνθρωπος ἀμφισβητεῖ τὴν ὕπαρξι τῆς ψυχῆς, ὅπως δὲν ἀρνεῖται τὴν ὕπαρξι τοῦ πόνου. Ἐὰν τολμήσῃ, χιλιάδες πονεμένοι, μὲ ἕνα στόμα, θὰ διαμαρτυρηθοῦν.Τὸ ὑλικὸ μέρος τοῦ ἀνθρώπου ἀλλάζει συνεχῶς. Τὰ κύτταρα ποὺ συνθέτουν τὸ σῶμα,ἀπὸ τὶς τρίχες τῆς κεφαλῆς μέχρι τὰ νύχια, διαρκῶς μεταβάλλονται, λέει ἡ ἐπιστήμη. Ποιό ὅμως εἶνε ἐκεῖνο ποὺ μᾶς βεβαιώνει ὅτι εἴμαστε οἱ ἴδιοι, ἐκεῖνοι ἀκριβῶς ποὺ ἤμασταν πρὸ 5, 10, 15, 20 ἐτῶν; Ἡ ψυχή! Αὐτὴ ἀποτελεῖ τὸ ἀναλλοίωτο «ἐγὼ» τοῦ κάθε προσώπου.

Ἔχει λοιπὸν ψυχὴ ὁ ἄνθρωπος. Αὐτὴ τὸν κοσμεῖ, τὸν ἐμψυχώνει, τὸν ζωντανεύει. Στὴνψυχὴ ἔγκειται ἡ ὑψίστη ἀξία τοῦ ἀνθρώπου .Τίποτε πολυτιμότερο καὶ ἀκριβότερο ἀπὸ αὐ-τήν, γιὰ τὴν ὁποία ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπε· «Τί ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;» (Μᾶρκ. 8,36-37).

Ἂς φανταστοῦμε μία θεόρατη ζυγαριὰ κρεμασμένη ἀπὸ τὸ θόλο τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἡ ὁ-ποία μπορεῖ νὰ ζυγίζῃ ἀξίες. Δηλαδή, ἂν βά-λουμε στὸ ἕνα μέρος λίγο χρυσὸ καὶ στὸ ἄλ-λο πολὺ σίδερο ἰσότιμο πρὸς τὴν ἀξία τοῦ χρυσοῦ, ἡ ζυγαριὰ θὰ ἰσοσταθμίζῃ. Στὸ ἕναμέρος λοιπὸν τῆς ζυγαριᾶς νὰ βάλουμε ὅλατὰ πλούτη τοῦ κόσμου· τὰ χρυσᾶ νομίσματα τῆς Ἀμερικῆς καὶ τῆς Ἀγγλίας, τὰ πολύτιμα πετράδια, ῥουμπίνια καὶ μαργαριτάρια τῶν Ἰν-διῶν· ὅλους τοὺς θησαυροὺς ἀπὸ τὰ ἔγκατατῆς γῆς καὶ τὰ βάθη τῆς θαλάσσης καὶ τὰ πλή-θη τῶν ἀστέρων. Νὰ ἔρθουν ἐν συνεχείᾳ ὅλοιοἱ στρατηλάτες καὶ αὐτοκράτορες καὶ νὰ καταθέσουν τὰ σκῆπτρα καὶ τὰ παράσημά τους·νὰ ἔρθουν οἱ σοφοὶ καὶ πανεπιστήμονες καὶνὰ καταθέσουν τὰ συγγράμματα, τὰ διπλώμα-τα καὶ τὰ βραβεῖα τους… Καὶ στὸ ἄλλο μέροςτῆς ζυγαριᾶς νὰ βάλουμε τὴν ψυχὴ ἑνὸς ἀσή-μου, φτωχοῦ καὶ περιφρονημένου ἀνθρώπου.Θὰ δοῦμε τότε τὸ καταπληκτικὸ φαινόμενο ,ἡ ζυγαριὰ νὰ κλίνῃ ἀμέσως καὶ μὲ ὁρμὴ πρὸςτὸ μέρος τῆς ψυχῆς! «Τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;» (Μᾶρκ. 8,37) . Ἀνυπολόγιστη ὄντως ἡ ἀ-ξία τῆς ψυχῆς, ποὺ δίνει καὶ στὸν ἄνθρωποτὴν ὑψίστη ἀξία. Ἕνα μόνο ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς ἐμφανίστηκε στὴ σκηνὴ τοῦ κόσμου· τὸ αἷμα τοῦ Θεανθρώπου , ποὺ χύθηκε στὸΓολγοθᾶ, γιὰ νὰ ξεπλύνῃ ὅλους ἀπὸ τὸ ῥύποτῆς ἁμαρτίας, νὰ τοὺς ἐλευθερώσῃ ἀπὸ τὴ σκλαβιά, καὶ νὰ τοὺς ἐξυψώσῃ στοὺς αἰθέρες ποὺ ἁρμόζουν στὴν ἀξία τους. Δικαίως ἕνας ἅγιος ἔλεγε· «Εἶμαι πρόθυμος νὰ βαδίσω μὲτὰ γόνατα ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι ἕως τὸΔυρράχιο (τὸ τέρμα τῆς ἀρχαίας Ἐγνατίας ὁδοῦ), ἀρκεῖ νὰ σώσω μία ψυχή». Γιὰ μία ψυχὴὁ Ἰησοῦς Χριστὸς πῆγε περπατώντας στὴ Σαμάρεια σὲ ὥρα καύσωνος.

Δυστυχῶς ὁ ἄνθρωπος, καὶ μάλιστα σήμερα, δὲν σκέπτεται τὴν ἀξία τῆς ψυχῆς του. Ἐνῷ ἀγωνίζεται μέρα - νύχτα γιὰ τὸ σῶμα του, γιὰ τὴν ψυχή του δείχνει ἐγκληματικὴ ἀδιαφορία .Φανταστῆτε ἕνα πατέρα νὰ περιποιῆται ἕνα ἄγαλμα ποὺ ἔστησε στὸ δωμάτιό του, νὰ φέρνῃ συχνὰ τὸ γλύπτη γιὰ νὰ τὸ συντηρῇ, καὶ ν᾿ἀδιαφορῆ γιὰ τὸ μονάκριβο γυιό του ποὺ εἶνε δίπλα ἐκεῖ κατάκοιτος καὶ πεινασμένος. Ἢ ἕ-ναν ἄλλο νὰ δουλεύῃ, νὰ κουράζεται συνε-χῶς, κ᾿ ἐκεῖνα ποὺ κερδίζει νὰ τὰ διαθέτῃ γιὰτὸν ἐξωραϊσμὸ καὶ τὸ σιδέρωμα τῆς στολῆςτου, καὶ νὰ μὴ δίνῃ οὔτε δεκάρα γιὰ τὴν τροφή του. Μ᾿ αὐτοὺς μοιάζουν οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι τοῦ αἰῶνος μας· πού, ἐνῷ δείχνουν τόσο ἐνδιαφέρον γιὰ τὸ σῶμα, ἀδιαφοροῦνγιὰ τὴν τροφὴ καὶ τὴν ὑγεία τῆς ψυχῆς τους.Δὲν εἶνε αὐτὸ παραφροσύνη;

Καιρὸς νὰ ξυπνήσουμε , νὰ συναισθανθοῦμε τὸ ἔγκλημα ποὺ διαπράττουμε, καὶ νὰ στραφοῦμε πρὸς τὸν ἐξαγνισμὸ καὶ τὸν καταρτισμὸ τῆς ψυχῆς μας· διότι ἡ ἀξία της αὐξήθηκε περισσότερο ἕνεκα τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ ποὺ χύθηκε χάριν αὐτῆς.Θὰ κλείσω μὲ τὰ λόγια τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ· « Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζονται  . Αὐτὰ τὰ δύο ὅλος ὁ κόσμος νὰ πέσῃ,δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρῃ, ἐκτὸς καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε, νὰ μὴ τὰ χάσετε» (ἡμέτ. ἔργ. Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, σ. 193).

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος-


Κείμενο ραδιοφωνικής ἐκπομπῆς τῆς 1-10-1955.