Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

Μη αποστρέψεις το πρόσωπόν σου


 

Δοξαστικό Αίνων Κυριακής της Τυρινής


 

Ο πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ...(ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΥΡΙΝΗΣ)

 «Σὺ δὲ νηστεύων ἄλειψαί σου τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ πρόσωπόν σου νίψαι, ὅπως μὴ φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων, ἀλλὰ τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ» (Ματθ. 6,17-18)


«᾿Εσύ, ἀντίθετα, ὅταν νηστεύεις, περιποιήσου τὰ μαλλιά σου καὶ νίψε τὸ πρόσωπό σου, γιὰ νὰ μὴ φανεῖ στοὺς ἀνθρώπους ἡ νηστεία σου, ἀλλὰ στὸν Πατέρα σου, ποὺ βλέπει τὶς κρυφὲς πράξεις· καὶ ὁ Πατέρας σου, ποὺ βλέπει τὶς κρυφὲς πράξεις, θὰ σοῦ τὸ ἀνταποδώσει φανερά». 


  Η νηστεία είναι μια ευλογημένη συνήθεια στην παράδοση της Εκκλησίας. Είναι εντολή του Θεού από την Παλαιά Διαθήκη. Νηστεία έπρεπε να κάνει ο πρώτος άνθρωπος στον Παράδεισο. Δεν θέλησε. Νηστεία έκαναν οι Εβραίοι στην έρημο πριν λάβουν στο Σινά τις Δέκα Εντολές. Νηστεία γινόταν και γίνεται σε εορτές, σε εβδομαδιαία βάση (δύο φορές, όπως έλεγε ο Φαρισαίος στη γνωστή παραβολή). Νηστεία έκανε ο Χριστός επί 40 ημέρες μετά τη Βάπτισή Του. Νηστεία έχει ορίσει η Εκκλησία την Τετάρτη και την Παρασκευή, καθώς και σε περιόδους προετοιμασίας μας για μεγάλες γιορτές, όπως το Πάσχα, τα Χριστούγεννα, η Κοίμηση της Θεοτόκου, η εορτή των Αγίων Αποστόλων. 


  Η νηστεία είναι μία απόφαση στέρησης από ό,τι μας ευχαριστεί, αλλά και περίοδος πένθιμη, με την έννοια της επίγνωσης των αμαρτιών μας, δηλαδή της αποτυχίας μας να είμαστε κοντά στον Θεό, εξαιτίας λαθών μας, που ξεκινούν από την παράβαση των εντολών του Θεού. Πένθος διότι δεν αγαπούμε όσο μπορούμε, ούτε συνειδητοποιούμε την έλλειψη. Γι’ αυτό και η νηστεία είναι μία περίοδος στην οποία τα πολλά γίνονται λίγα, για να γίνουν τα λίγα πολλά στη χαρά της γιορτής, της σχέσης με τον Θεό, της πνευματικής μας ανάστασης.


 Ο Χριστός, στην επί του Όρους ομιλία Του, μας υπενθυμίζει μία εικόνα: αυτή των υπερευσεβών Ιουδαίων, οι οποίοι, στη νηστεία, κυκλοφορούσαν αχτένιστοι, άπλυτοι και άνιφτοι, ώστε να τους βλέπουν και να τους επαινούν διότι νήστευαν. Ο Χριστός μάς προτρέπει το πένθος να είναι χαροποιό. Να συνεχίζουμε τη ζωή μας χωρίς επίδειξη της πίστης ή της ευσέβειας ή της απόφασής μας να νηστεύουμε, διότι η σχέση με τον Θεό δεν είναι επίδειξη, αλλά εργασία καρδιακή. Όποιος νηστεύει προσεύχεται. Αποκτά επίγνωση των όσων των χωρίζουν από τον Θεό, αποφασίζει να παλέψει, για να τα υπερβεί, επικαλείται την χάρη του Αγίου Πνεύματος στην καρδιά του και περιμένει. Ανταπόδοση γι’ αυτόν είναι να νιώθει ότι η υπακοή στην εντολή του Θεού είναι ευλογία, χαρά, ζωή. Και η χαρά αυτή μεταμορφώνει την καρδιά και σ’ αυτή και στην άλλη ζωή.


 Θέλουμε ανταπόδοση οι άνθρωποι για τα έργα μας. Να ενισχυθεί το αίσθημα εμπιστοσύνης του Θεού προς εμάς και ημών προς τον εαυτό μας, ότι αυτό που κάνουμε είναι καλό, ότι ο Θεός το βλέπει και θα μας δώσει ανταμοιβή είτε στην προσωπική και οικογενειακή μας ζωή είτε στη βασιλεία Του. Ο Θεός δεν αφήνει τον άνθρωπο απαράκλητο, απαρηγόρητο. Όντως του ανταποδίδει τον αγώνα, όχι όμως πάντοτε με τον τρόπο που ο άνθρωπος επιθυμεί, αλλά με τη στήριξη στις δοκιμασίες, με την αίσθηση ότι δεν θα τον εγκαταλείψει, ακόμη κι αν δείχνει ότι τον εγκαταλείπει, κάποτε και με μικρότερες ή μεγαλύτερες ευλογίες στην καθημερινότητά του. Κυρίως όμως η αίσθηση ότι ο άνθρωπος είναι παιδί του Θεού, ότι έχει Πατέρα εν ουρανοίς, ότι έχει φίλο και αδελφό τον Υιό και Λόγο του Θεού που έγινε άνθρωπος δι’ ημάς, είναι μία αίσθηση οικειότητας, που νικά και τον θάνατο.


 Τα παραπάνω μοιάζουν λόγια νεκρά για τους καιρούς μας. Κάποτε και για μας τους ίδιους, που περιοριζόμαστε στη νηστεία των τροφών και θεωρούμε τον δρόμο αυτό επαρκή. Ζητούμε μάλιστα ανταπόδοση για το ελάχιστο. Κι όμως, σ’ αυτόν τον σκληρόκαρδο κόσμο, δεν παύει ο Θεός διά της Εκκλησίας να μιλά στις καρδιές μας, ζητώντας να στραφούμε περισσότερο προς τον μέσα κόσμο μας, να αγαπήσουμε, να συγχωρήσουμε, να ελεήσουμε, να μοιραστούμε και νηστεύοντας από τα πάθη να αφεθούμε στη χάρη Του. Όποιος θέλει, μπορεί! Και δεν θα είναι μόνος του!

Καλή Σαρακοστή!

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΟΥΡΑΝΟΥ(Κυριακή Τυρινής)

 Η παλινόστηση ήταν πάντα το μεγάλο ποθούμενο για όσους βρίσκονταν μακριά από την πατρική τους εστία. Το νόστιμον ήμαρ, η μέρα του νόστου, της επιστροφής στην πατρίδα, ήταν μια μέρα ευτυχισμένη. Μέχρι να συντελεσθεί ο πολυπόθητος γυρισμός στο σπίτι των παιδικών ονείρων, ο χρόνος γέμιζε νοσταλγία, πόνο, λύπη και στεναγμό. Η επιστροφή στην Ιθάκη ήταν στόχος ζωής για τον Οδυσσέα.Εκκρεμεί όμως για όλους μας και μια πνευματική παλινόστηση. 

 Γι’ αυτό και την τελευταία Κυριακή προ της Σαρακοστής θυμούμαστε τον αδαμιαίο θρήνο, τα δάκρυα και την ασίγαστη νοσταλγία των Πρωτοπλάστων για τον απολεσθέντα Παράδεισο. «Εκάθισεν Αδάμ απέναντι του Παραδείσου και την ιδίαν γύμνωσιν θρηνών ωδύρετο» (Κυριακή της Τυρινής).



Πόσο πικρός ήταν ο θρήνος αυτός; Πόσο δυνατή η επιθυμία επιστροφής στον Παράδεισο;


 Μια εικόνα μας δίνει η αιχμαλωσία και εξορία των Εβραίων,600 σχεδόν χρόνια π. Χ., στη Βαβυλώνα. Η Ιερουσαλήμ έχει πέσει στα χέρια του Ναβουχοδονόσορα, βασιλιά των Βαβυλωνίων. Τα τείχη της κατεδαφίστηκαν, ο περίφημος ναός του Σολομώντα λεηλατήθηκε και πυρπολήθηκε, τα χρυσά και αργυρά του σκεύη και όλα τα πολύτιμα υλικά του λαφυραγωγήθηκαν. Οι κάτοικοι εσφάγησαν και μεγάλο μέρος του πληθυσμού οδηγήθηκε στην πικρή βαβυλώνια αιχμαλωσία.


 Ένας θαυμάσιος ψαλμός περιγράφει τον βαθύ πόνο των εξορίστων Ιουδαίων: «Επί των ποταμών Βαβυλώνος εκεί εκαθίσαμεν και εκλαύσαμεν εν τω μνησθήναι ημάς της Σιών». Στις ιτιές τους κρεμάσαμε τα μουσικά μας όργανα, γιατί εκεί μας ζήτησαν οι απαγωγείς μας να τραγουδήσουμε, να ψάλουμε από τα άσματα της Σιών. Μα πώς να ψάλουμε «την ωδήν Κυρίου» σε ξένη χώρα; Αν σε λησμονήσω, Ιερουσαλήμ, να παραλύσει το δεξί μου χέρι. Να κολλήσει η γλώσσα μου στον λάρυγγά μου, αν σε ξεχάσω, αν δεν προτάξω την Ιερουσαλήμ ως κορυφαία μου χαρά (Ψαλμ. 136).


Την ίδια και μεγαλύτερη νοσταλγία ένιωθε ο εξόριστος Αδάμ για τον Παράδεισο.


Μα το μεγάλο ερώτημα είναι, τί μένει τώρα από την επιθυμία εκείνη; Όντως με τους αιώνες κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι. Ο άνθρωπος συμβιβάστηκε τελικά με τη γη. Ατόνησε βαθμηδόν ο ουράνιος πόθος του, εξανεμίστηκε, έσβησε. Πατρίδα του έγινε πλέον η γη, την αγάπησε. Θέλει να ζει αιώνια σ’ αυτήν. Δεν θυμάται σχεδόν την πρώτη πατρίδα του, μα ούτε και πιστεύει πια πολύ σ’ αυτήν. Η επιδίωξη μιας καλής ζωής επί της γης, μιας επίγειας παντοδυναμίας και αθανασίας, είναι το απόλυτο όνειρό του.


Γι’ αυτό έρχεται ο Χριστός και προειδοποιεί: «Προσέχετε, μήποτε βαρηθώσιν υμών αι καρδίαι εν κραιπάλη και μέθη και μερίμναις βιωτικαίς» (Λουκ. 21, 34).

Είναι κορυφαία χαρά για μας η ανάμνηση της ποθεινής ουράνιας πατρίδας μας;

Αν σβήσει μέσα μας η νοσταλγία μας γι’ αυτήν, μια μέρα θα χάσουμε και τα εδώ και τα εκεί ξαφνικά.

π. Δημητρίου Μπόκου

Κυριακή της Τυρινής Η γνήσια πνευματικότητα

 Του Ιωάννη Καραβιδόπουλου


Το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα προέρχεται από την «Έπί του όρους ομιλία» του Χριστού- είναι η περικοπή Ματθ. 6, 14-21 που ακολουθεί ευθύς μετά την Κυριακή Προσευχή. Έτσι, οι πρώτοι στίχοι της, που αποτελούν σχόλιο στο πέμπτο αίτημα της προσευχής: («Και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών...»), είναι σε μετάφραση οι εξής: «Άν συγχωρήσετε τους ανθρώπους για τα παραπτώματά τους, θα σας συγχωρήσει κι εσάς ο ουράνιος Πατέρας σας. Άν όμως δε συγχωρήσετε στους ανθρώπους τα παραπτώματά τους, ούτε ο Πατέρας σας θα συγχωρήσει τα δικά σας παραπτώματα».


Η εμπειρία της συγγνώμης, που προσφέρει ο Θεός στον άνθρωπο, δημιουργεί μέσα του την αυτονόητη υποχρέωση να φέρεται και αυτός με την ίδια επιείκεια στον συνάνθρωπό του. Όταν η προς τον Θεό σωστή τοποθέτηση του χριστιανού δεν αντανακλάται στις σωστές σχέσεις του με τον άλλον άνθρωπο, όταν δηλ. η θεία αγάπη που εκφράζεται σαν άφεση αμαρτιών δεν γεμίζει με ευγνωμοσύνη τον άνθρωπο και δεν τον οδηγεί στην ίδια συγχωρητικότητα έναντι του αδελφού, τότε ή έχει εσφαλμένη περί Θεού αντίληψη ή η θρησκευτικότητά του είναι υποκριτική. Στην περίπτωση αυτή το σφάλμα του συνίσταται στο ότι θεωρεί την προς τον Θεό σχέση του σαν κάτι ανεξάρτητο από την κοινωνία και τα καθήκοντά του μέσα σ’ αυτή, σαν κάτι ιδιαίτερο που δεν ρυθμίζει και δεν προσδιορίζει τις άλλες εκδηλώσεις της ζωής του. Πολύ εύκολα όμως μπορεί αυτό να οδηγήσει στην υποκρισία- γιατί έτσι νομίζει κανείς ή μάλλον θέλει να νομίζει ότι βρίσκεται σε αρμονία με το θείο θέλημα, ενώ στην πραγματικότητα το περιφρονεί, εφόσον το εντοπίζει μόνο στις προσωπικές σχέσεις του με τον Θεό και δεν το επεκτείνει σ’ ολόκληρη τη ζωή του με τις πολλές εκδηλώσεις της μέσα στην κοινωνία των ανθρώπων.

Στο θέμα της υποκρισίας αναφέρονται και οι επόμενοι στίχοι του αναγνώσματος που είναι οι εξής: «Όταν νηστεύετε, να μη γίνεστε σκυθρωποί, όπως οι υποκριτές που παραμορφώνουν την όψη τους για να δείξουν στους άνθρώπους πως νηστεύουν. Σας διαβεβαιώνω πως έτσι έχουν κιόλας λάβει την ανταμοιβή τους. Εσύ, αντίθετα, όταν νηστεύεις, περιποιήσου τα μαλλιά σου και νίψε το πρόσωπό σου, για να μη φανεί στους ανθρώπους η νηστεία σου, αλλά στον Πατέρα σου, που βλέπει τις κρυφές  πράξεις• και ο Πατέρας σου, που βλέπει τις κρυφές πράξεις, θα σου το ανταποδώσει φανερά» (16, 18).

Τά λόγια αυτά υπογραμμίζουν την ακόλουθη αλήθεια: Όταν η νηστεία από παιδαγωγικό μέσο πνευματικής προόδου του χριστιανοΰ γίνεται σκοπός της θρησκευτικής ζωής, ή όταν αποβλέπει στην ικανοποίηση της συνειδήσεως, ή αποβαίνει πιστοποιητικό για την καλή γνώμη των άλλων για μας, τότε πλέον δεν έχει καμμιά σχέση με τη γνήσια πνευματική ζωή• είναι τύπος χωρίς περιεχόμενο, είναι απαλλαγή από ορισμένες τροφές απλώς, χωρίς βαθύτερο πνευματικό νόημα. Γι’ αυτό και οι Πατέρες της Εκκλησίας ερμηνεύοντας τη σχετική διδασκαλία της Κ. Διαθήκης τονίζουν επανειλημμένως ότι η αληθινή και ευάρεστη στον Θεό νηστεία δεν είναι η αποφυγή ορισμένου είδους τροφών -που στην εποχή μας άλλωστε αποβλέπει και σε άλλες σωματικές σκοπιμότητες- αλλ’ η απαλλαγή από πάθη και φιλοδοξίες, από κακότητες και πονηριές, στα οποία είναι υπόδουλο το εγώ και με τα οποία αμύνεται ή και επιτίθεται έναντι των άλλων. Γιατί τελικά εκείνο που μολύνει τον άνθρωπο δεν είναι ό,τι μπαίνει μέσα στο στόμα του και χωνεύεται στο στομάχι αλλά ό,τι βγαίνει από το στόμα σαν έκφραση του περιεχομένου της καρδιάς του.Ο Ιησούς με άλλα λόγια προτρέπει, η φαινομενική κατάσταση του ανθρώπου να υπολείπεται της πραγματικότητας, γιατί το αντίθετο (το να φαίνεται ο άνθρωπος καλύτερος από ό,τι είναι) συνιστά υποκρισία.

Και το ανάγνωσμα τελειώνει μ’ ένα τρίτο θέμα: τη στροφή της προσοχής του ανθρώπου στη συγκέντρωση θησαυρών αιώνιων και άφθαρτων και όχι επίγειων που φθείρονται και κινδυνεύουν να κλαπούν, να υποτιμηθούν, να χαθούν: «Μη συγκεντρώνετε θησαυρούς πάνω στη γη, όπου τους αφανίζει ο σκόρος και η σκουριά, κι όπου οι κλέφτες κάνουν διαρρήξεις και τους κλέβουν. Αντίθετα, να συγκεντρώνετε θησαυρούς στον ουρανό, όπου δεν τους αφανίζουν ούτε ο σκόρος ούτε η σκουριά, κι όπου οι κλέφτες δεν κάνουν διαρρήξεις και δεν τους κλέβουν. Γιατί όπου είναι ο θησαυρός σας εκεί θα είναι και η καρδιά σας» (19- 21).

Βέβαια, τα λόγια αυτά ως προς τις χρησιμοποιούμενες εικόνες απηχούν συνθήκες ανασφάλειας της εποχής εκείνης, μένει όμως αναλλοίωτη από το πέρασμα των αιώνων η τελική παρατήρηση του Κυρίου ότι η καρδιά του ανθρώπου προσκολλάται εκεί όπου βρίσκεται ο θησαυρός, είτε στη γη. και τότε παγιδεύεται μέσα στα άγχώδη οικονομικά προβλήματα των καιρών, είτε στον Θεό και τότε σκέπτεται τους μελλοντικούς θησαυρούς της βασιλείας του.

Ένα μήνυμα, λοιπόν, αληθινής και γνήσιας πνευματικότητας περιέχει το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα. Χαρακτηριστικά αυτής της πνευματικότητας είναι: 

α) Η επιείκεια και συγχωρητικότητα έναντι των συνανθρώπων μας σαν έκφραση ευγνωμοσύνης για την αγάπη του Θεού προς τον κόσμο, 

β) Η αποφυγή της υποκριτικής προβολής των αρετών και εν προκειμένω της νηστείας, προς ψευδή ικανοποίηση της συνειδήσεως και προς εξασφάλιση της καλής γνώμης των άλλων για μας, 

καί γ) η στροφή της καρδιάς μας προς τους μόνιμους και άφθαρτους θησαυρούς του ουρανοϋ

Ἡρωισμός. Κυριακή τῆς Τυρινῆς.

 (†) ἐπίσκοπος Γεώργιος Παυλίδης Μητροπολίτης Νικαίας


(Ματθ. στ΄ 14-21)


Ἡρωισμός


«Ἐάν αφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν...»


Ἡ σημερινή Εὐαγγελική περικοπή, ἀγαπητοί ἀδελφοί, ἔχει μίαν ξεχωριστὴν σημασίαν. Μᾶς δίδει ἕνα σύνθημα σωτήριο. Μᾶς ἀνοίγει τὸν δρόμον διὰ τὴν ἁρμονικὴν συνεργασίαν τῶν ἀνθρώπων μέσα εἰς τὴν κοινωνίαν. Μᾶς ὑποδεικνύει καὶ τὸ μέσον διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν συγγνώμην ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ διὰ τὰ καθημερινά μας λάθη. Εἶναι ἁπλοῦν καὶ σύντομον τὸ σύνθημα αὐτό. Εἶναι ὅμως καταπληκτικῆς δυνάμεως. Ἀξίζει νὰ τὸ μελετήσωμεν μὲ προσοχήν.



1.Λάθη καὶ συγκρούσεις.


Μέσα εἰς τήν κοινωνία ζοῦν διάφοροι ἄνθρωποι, μέ ποικιλίαν χαρακτήρων, μέ ἰδιαίτερα γνωρίσματα. Ὅλοι ἀγωνίζονται εἰς τὴν ζωήν. Ὅλοι προσπαθοῦν νὰ ἐξοικονομήσουν τὰ μέσα τῆς συντηρήσεώς των. Ὁ ἕνας κατευθύνεται πρὸς τὴν ἐπιστήμην. Ὁ ἄλλος πρὸς τὸ ἐμπόριον. Ὁ τρίτος πρὸς ἄλλην ἐργασίαν.

Φυσικὸν εἶναι, λοιπόν, στὸ δρόμο τῆς ζωῆς νὰ εὑρεθοῦν οἱ ἄνθρωποι κοντὰ-κοντά, γείτονες, συνεργάται, ἀντίθετοι, συναγωνιζόμενοι.

Ὁ καθένας πάλιν ἔχει τὸν χαρακτήρα του. Ἐσύ ἠμπορεῖ νὰ εἶσαι ἐκ φύσεως πρᾷος. Ὁ ἄλλος ὅμως δυνατὸν νὰ εἶναι ὀξύθυμος.

Θὰ πῇ μιὰ μέρα κάτι ὁ ἕνας. Θά κάμῃ τὴν ἄλλην κάτι ὁ ἄλλος. Ἄθρωποι εἴμεθα. Ἐλαττώματα ἔχομεν.

Δὲν εἶναι δύσκολον νὰ πέσωμεν σὲ λάθη.

Πολλὲς φορὲς χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ κακὴ διάθεσις, γίνεται τοῦτο ἤ ἐκεῖνο ποὺ πικραίνει τὸν γείτονα, τὸν γνωστόν, τὸν σύντροφον. Ἄλλοτε πάλιν διαδίδονται πράγματα, ποὺ δὲν ἔγιναν, ποὺ δὲν ἐλέχθησαν ἔτσι. Κάτι εἶπεν ὁ α, ἀλλοιῶς τὸ ἀντιλήφθη ὁ β, διαφορετικὰ τό ἔμαθεν ὁ δ.


Εἶναι ἐνδεχόμενον, βέβαια, νὰ μὴ ἔγινεν ἡ διάδοσις ἀπὸ κακὴ πρόθεσι. Πιθανὸν ὅμως νὰ εἶναι καὶ δάκτυλος κακῶν ἀνθρώπων, ποὺ θέλουν νὰ χωρίσουν φίλους, νὰ ἀνάψουν φωτιές, νὰ σωρεύσουν ἐρείπια.... Δὲν λείπουν, δυστυχῶς, καὶ τέτοια παραδείγματα. Ἔτσι ἀπὸ στόμα σὲ στόμα ἔρχονται καὶ στὰ αὐτιὰ μας. Καὶ πικρανόμεθα. Καὶ ἐξειγειρόμεθα. Καὶ ταρασσόμεθα ἐσωτερικά. Καὶ διακόπτονται δεσμοί ἐτῶν. Καὶ ἀρχίζει ὁ διάβολος τὸ ἔργον τῆς φθορᾶς... Βέβαια ὑπάρχουν καὶ περιπτώσεις, ποὺ ὁ ἄλλος μᾶς κάμει συγκεκριμένον κακόν, ποὺ μᾶς συγκλονίζει, ποὺ μᾶς πληγώνει κατάβαθα. Εἶναι αἰ περιπτώσεις τῆς φανερῆς ἐχθρότητος, ποὺ ἔχουν ὡς ἐλατήριον τὴν κακίαν, τὴν μοχθηρίαν τοῦ ἄλλου..

2. Ἡ ἀντιμετώπισις.


Εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτὰς δυὸ τρόποι ἀντιμετωπίσεως ὑπάρχουν: α) «Ὀφθαλμὸς ἀντὶ ὀφθαλμοῦ...» Εἶναι ὁ τρόπος τῆς ἀνταποδόσεως. Μοῦ κάνει κακό; Θὰ σου τὸ πληρώσω μὲ τὸ ἴδιο νόμισμα. Θὰ σὲ κυνηγησω ἀμείλικτα. Θὰ σὲ χτυπήσω ὅπου μπορῶ. Μὲ ὅποιον τρόπον μπορῶ. Θὰ φθείρω τὴν ὑπόληψι τῆς οἰκογενείας σου.

Θὰ προσπαθήσω νὰ σὲ βλάψω εἰς τὴν ἐργασία σου. Θὰ χαίρω στὶς περιπτώσεις ἀτυχημάτων σου. Θὰ ἔχω διαρκῶς στὸ νοῦ μου πῶς νὰ βάζω φωτιὰ στὴν εὐτυχία σου. Χαρά μου θὰ εἶναι ἡ ἰδική σου συντριβή. Τρομερή ἡ ἐκδίκησις, ἀγαπητοί μου.

Καὶ αὐτὰ ποὺ ἐσημειώθηκαν, δυστυχῶς, συμβαίνουν πολὺ συχνὰ στὴν κοινωνία μας.  Καὶ γράφονται δράματα συγκλονιστικὰ ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν αὐτῶν τῶν αἰσθημάων. Καὶ τὸ σοβαρώτερον εἶναι, ὅτι πολλὲς φορὲς κάνομε κακὸ σὲ ἀνθρώπους, ποὺ δὲν φταῖνε, ποὺ δὲν μᾶς ἔκαναν κανένα κακό. Στηριζόμεθα σὲ διαδόσεις ψευδεῖς καὶ ἀρχίζομεν ἕνα ἀγῶνα ἄδικον, ἀδικαιολόγητον, ἀντιχριστιανικόν...

Καῖ πικραίνονται ψυχές.  Καὶ ἀνοίγονται πληγές. Καὶ δημιουργοῦνται ψυχικὰ χάσματα... Κρῖμα! Ἄς ποῦμε ὅτι ὅλα ὅσα λέγεις εἶναι ἀληθινά. Ἐσὺ ἆρά γε ποτέ σου δὲν ἡμάρτησες; Εἰς τὸν Θεὸν ποτέ σου δὲν ἐνεφανίσθης χρεώστης;

Καὶ πῶς θὰ ζητήσῃς αὔριον ἀπὸ τὸν Θεὸν ἔλεος καὶ συγγνώμην, ὅταν σήμερα ἀρνῆσαι νὰ δώσῃς τὴν συγγνώμην εἰς τοὺς συναθρώπους σου; Δὲν ἄκουσες τὶ λέγει σήμερα τὸ Εὐαγγέλιον; «Ἐὰν μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν» (Ματθ. στ΄ 15). Δὲν μᾶς τρομάζει αὐτὴ ἡ ἀπειλή;

Καὶ πῶς τότε τολμῶμεν καὶ ἀπαγγέλλομεν κάθε ἡμέραν τὴν φράσιν: «Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὠς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν;» Δὲν ψευδόμεθα κατὰ τοῦ Θεοῦ;  Ἤ νομίζομεν ὅτι ὁ Θεὸς ἀγνοεῖ τὰ πραγματικὰ μας αἰσθήματα; Θεὲ μου!  Γιατί εἴμεθα τόσον κακοί!

β) «....Ἐὰν ἀφῆτε...»

Ὅπως ὑπάρχει εὐτυχῶς,καὶ ἡ ἄλλη τακτική: Ἡ συγγνώμη.  Μοῦ ἔκαμες κακὸ εἶτε μὲ τὰ λόγια σου, εἶτε μὲ τὰς ἐνεργείας σου; Ἔστω. Καλὸν θὰ ἦτο νὰ μὴ μοῦ τὸ ἔκαμνες. Ἔπρεπε καὶ σύ, ἀδελφέ, νὰ εἶσαι καλύτερος, προσεκτικώτερος.

Ἔπρεπε καὶ σύ νὰ ἔχῃς περισσοτέραν ἀγάπην στὴν καρδιά σου. Νὰ μὴ κρατᾷς  στὸ χέρι σου στιλέττο. Ἐν πάσῃ περιπτώσει. Ἔγινε τώρα. Ἐγὼ δὲν θὰ ἀκολουθήσω τὴν ἰδίαν τακτικὴν μὲ σένα. Ἐγὼ θὰ σὲ συγχωρήσω. Ἐγὼ θὰ τὰ λησμονήσω ὅλα. Ἠμπορεῖ ἡ καρδιά μου νὰ πονῇ ἀκόμη ἀπὸ τὴν πληγήν, ποὺ τῆς ἐπροξένησεν ἡ ἄδικος καὶ κακὴ συμπεριφορά σου.

Ὅμως ὁ Θεὸς μοῦ λέγει ὅτι ἀπένταντι στὸ μῖσος, πρέπει νὰ προσφέρω ἀγάπην. Ἀπέναντι στὴ χολή, νεράκι δροσερό. «Ἐὰν οὖν πεινᾷ ὁ ἐχθρός σου ψώμιζε αὐτὸν, ἐὰν διψᾷ πότιζε αὐτόν... Μὴ νικῷ ὑπὸ τοῦ κακοῦ, ἀλλὰ νίκα ἐν τῷ ἀγαθῷ τὸ κακόν» (Ρωμ. ιβ΄, 20,21).

Ναί!  Θὰ νικήσω μὲ τὴν ἀγάπην, ὄχι μὲ τὸ μῖσος. «Μηδενὶ κακὸν ἀντὶ κακοῦ ἀποδιδόντες» (Ρωμ. ιβ΄17). Ὄχι, δὲν θὰ σου κάμω κακόν. Θὰ σὲ συγχωρήσω. Ὅπως συμεχώρησε ὁ Κύριος τοὺς σταυρωτάς του. Ὅπως συνεχώρησεν ὁ Στέφανος τοὺς δημίους του. Ὅπως συνεχώρησαν ὅλοι οἱ ἅγιοι τοὺς διώκτας των.

Ἔτσι θὰ διατηρῶ τὴν γαλήνην στὴν καρδιά μου Δὲν θὰ μὲ κατατρώγῃ ἡ κακία, ἡ ἐκδίκητικὴ διάθεσις.  Δὲν θὰ μὲ συνταράσσῃ καὶ στὸν ὕπνο μου ἡ ὁρμή μου νὰ ἀνταποδώσω μαχαιριὰ στὴ μαχαιριά σου. Ἐγώ, ἀδελφέ, θὰ κρατάω βαμβάκι· ὄχι στιλέττο... Βαμβάκι... Καὶ ἐλπίζω μὲ τὴν τακτικήν μου αὐτὴν νὰ σὲ κερδίσω καλύτερα.

Δὲν μπορεῖ. Ἄν εἶσαι ἄνθρωπος καὶ μὲ ὁλίγην συνείδησιν, θὰ σὲ συγκινήσῃ ἡ ἀγάπη μου. Θὰ λυγίσῃς. Θὰ ἔλθῃς κοντά μου.  Νικημένος ἀπὸ τὴν ἀγάπην μου αὐτήν.... Ἔπειτα, ἀδελφέ, ἔχω καὶ ἐγὼ τὰ λάθη μου πρὸς τὸν Θεόν. Μόνον ἔτσι ἐλπίζω νὰ μοῦ συγχωρηθοῦν. Μόνον ἔτσι θὰ τολμήσω νὰ σηκώσω τὰ μάτια μου πρὸς τὸν οὐρανὸν νὰ πῶ ἱκετευτικά: «Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν....» . Ἔτσι, χριστιανοί μου, ὁμιλοῦν καὶ σκέπτονται οἱ πραγματικοὶ πιστοί.

3. Σάλπισμα! 


Σάλπισμα  εἶναι τὸ σημερινὸν Εὐαγγελικὸν ἀνάγνωσμα. Σάλπισμα εἰρήνης καὶ ὁμονοίας μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Κύριος ζητεῖ νὰ δεικνύωμεν συγκατάβασιν καὶ συγχωρητικότητα, ὥστε νὰ ἀποφεύγωνται αἱ συγκρούσεις ἀναμεταξύ μας εἰς τὴν κοινωνίαν. Πολλαὶ ἀφορμαὶ δίδονται, διὰ νὰ δημιουργηθοῦν μεταξύ μας ἀντιπάθεσι. Διατί νὰ μαλώνωμεν, νὰ ζημιωνώμεθα, νὰ κρατᾶμε κακίαν, νὰ ἐκδικούμεθα, νὰ καταφεύγωμεν εἰς τὰ δικαστήρια, νὰ χωριζώμεθα ψυχικά;

Πρέπει νὰ μάθωμεν νὰ συγχωροῦμε ὁ ἕνας  τὸν ἄλλον, ὅσον καὶ ἄν μᾶς ἔπταισε. Εἶναι δύσκολον εἰς τὴν ἀνθρωπίνην ἀδυναμίαν, ἀλλ’ εἶναι ὡραῖον ἔργον, ὑψηλόν καὶ θεῖον. Εἶναι πραγματικὸς ἡρωϊσμός.  Ἔτσι ὅμως μόνον θεμελιώνονται ἁρμονιακαὶ κοινωνίαι. Ἔτσι δημιουργοῦνται εὐτυχισμένοι πολῖται. Ὅταν σκορπᾶμε τὴν συγγνώμην γύρω μας. Σπάταλα.  Χωρὶς κρατούμενα.  Γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Γιὰ τὴ δική μας σωτηρία.

Ἀγαπητοί,

Ὅταν ἔθρονίστηκε ὁ αὐτοκράτωρ τοῦ Βυζαντίου Ἀλέξιος Κομνηνός, ἐζήτησε νὰ τοὺ φέρουν τὸν κατάλογο τῶν αὐλικῶν, ποὺ εἶχαν ὑπηρετήσει ἐπὶ τοῦ προκατόχου του. Πλάϊ δὲ στὰ ὀνόματα ἐκείνων ποὺ εἶχαν σταθῆ ἐχθροί του, ἐσημείωσεν ἕνα σταυρόν. Ὅταν αὐτοὶ τὸ ἔμαθαν, ἐφοβήθηκαν καὶ ἑτοιμάσθηκαν νὰ φύγουν σὲ ἄλλες χῶρες. Ἀλλ’ ὁ αὐτοκράτωρ τοὺς ἐκάλεσε καὶ τοὺς εἶπε: -Κάνετε λάθος. Ὁ σταυρός, ποὺ ἔβαλα δίπλα στὸ ὄνομα τοῦ καθενός σας, ἔχει τὸ ἴδιο νόημα ποὺ ἔχει καὶ ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ.  Σημαίνει ὅτι σᾶς συγχωρῶ.

Ἀδελφοί, Ἄς μάθωμεν νὰ συγχωροῦμεν. Εἶναι ὁ μεγαλύτερος ἡρωϊσμός. Ἡ λαμπροτέρα νίκη στὴ ζωή μας.....


Ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου

Μητροπολίτου Νικαίας

Λύχνος τοῖς ποσί μου

Λόγοι εἰς τὰ Εὐαγγέλια τῶν Κυριακῶν

(σελ.232-237)

Ἐκδόσεις Β΄

Ἀποστολική διακονία

τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος 

Ἡ ἀνάγκη τῆς συγγνώμης καί ἀνανεώσεως μέσα στήν Ἐκκλησία

 π. Δημήτριος Στανιλοάε


Ὁ Κύριός μας συνέδεσε ἀναπόσπαστα τή συγχώρεση μας ἀπό τόν Θεό μέ τή συγχώρεση πού ὀφείλουμε νά δίνουμε στούς ἀνθρώπους, πού μᾶς ἔβλαψαν. (Κυριακή προσευχή, Ματθ. στ’ , 12 καί ἡ παραβολή τῶν δύο ὀφειλετῶν, Ματθ. κη’, 21-35).


Στήν πραγματικότητα καί στίς περισσότερες περιπτώσεις τά ἁμαρτήματα γιά τά ὁποῖα ζητᾶμε τή συγγνώμη τοῦ Θεοῦ, εἶναι οἱ ἀδικίες πού κάναμε στούς ἄλλους. Ἑπομένως, ὀφείλουμε νά ζητᾶμε συγχώρεση ὄχι μόνο ἀπό τόν Θεό, ἀλλά κι ἀπό κείνους πού πληγώθηκαν ἀπ᾽ αὐτά τά ἁμαρτήματα: ἀλλοιῶς ὁ Θεός δέν μᾶς συγχωρεῖ (Ματθ. ε’, 23-26). Πίσω ἀπό τούς ἀνθρώπους στούς ὁποίους κάναμε κακό, βρίσκουμε τόν Θεό κι ὅταν ἁμαρτήσουμε στόν Θεό, πάντοτε πίσω Του βλέπουμε τούς ἀνθρώπους.


Περιφρονώντας τόν Θεό, θραύουμε ἕνα ἠθικό ἐλατήριο στούς ἄλλους, δίνοντάς τους ἕνα κακό παράδειγμα. Ὁ ἄνθρωπος πού δέν συμπεριφέρεται μέ λεπτότητα πρός τόν Θεό, δέν τήν ἔχει οὔτε πρός τούς ἀνθρώπους καί συμβάλλει στό νά μεγαλώνη ἡ ἀναισθησία τους ἀπέναντι στόν Θεό.


Ἐπίσης ὁ Θεός θέτει ὑπό ὅρους τή συγχώρεση πού δίνει γιά τά ἁμαρτήματα πρός τό πρόσωπό Του, ἀνάλογα μέ τό ἄν ζητᾶμε συγγνώμη ἀπό τούς ὁμοίους μας.


Ἀλλά, ἄν γιά νά πάρουμε τή συγγνώμη τοῦ Θεοῦ ἔχουμε ἀνάγκη τή συγχώρηση τῶν ἄλλων κι ἐκεῖνοι ἔχουν ἀνάγκη τή δική μας συγγνώμη, γιά νά συγχωρεθοῦν ἀπό τόν Θεό.


Ἄρα γιά νά πάρουμε συγχώρεση ἀπό τόν Θεό, πρέπει συνάμα νά συγχωρέσουμε καί τούς ἄλλους πού μᾶς πρόσβαλαν καί νά ζητήσουμε συγγνώμη ἀπό κείνους πού ἀδικήσαμε. Καί τό ἕνα καί τό ἄλλο, εἶναι πολύ δύσκολα. Μᾶς εἶναι εὐκολώτερο νά ζητᾶμε συγγνώμη ἀπό τόν Θεό, γιατί κατά κάποιο τρόπο μᾶς τό ἐπιβάλλει τό μεγαλεῖο του καί χωρίς θεωρητική δυσκολία ἀναγνωρίζουμε τήν ἐξάρτησή μας ἀπ᾽ Αὐτόν ‒ δέν μιλῶ γιά τούς ἄπιστους, ἀλλά γιά τούς πιστούς. Ἀντίθετα, εἶναι πολύ δύσκολο, ἀκόμα καί γιά τούς πιστούς, νά ἀποφύγουμε νά περιφρονήσουμε τούς ἀνθρώπους πού δέν μᾶς ἐπιβάλλονται μέ τό ὁρατό μεγαλεῖο τους.


Ἀκόμη, ἀνάμεσα στή συγχώρεση πού ὀφείλουμε νά δώσουμε στούς ἄλλους καί στήν ἀνάγκη νά ζητήσουμε συγχώρεση, ἡ δεύτερη στάση εἶναι ἡ δυσκολώτερη. Ὅταν μᾶς ζητᾶνε συγνώμη, οἱ ἄλλοι φαίνονται νά μπαίνουν σ᾽ ἕνα ἐπίπεδο κατώτερο κι αὐτό ἀγγίζει τήν καρδιά μας, γιατί κολακεύει τήν ὑπερηφάνειά μας. Ὅταν ζητᾶμε συγγνώμη γιά τούς ἑαυτούς μας, ὑπονοεῖται ὅτι κατεβαίνουμε ἀπό τό βάθρο τῆς φαινομενικῆς μας ἀνωτερότητας ὅτι ἀναγνωρίζουμε τήν ἐξάρτησή μας ἀπό τούς ἄλλους.


Ἡ ἴδια ἀλαζονεία κρύβεται κάτω ἀπό τήν ἄρνησή μας νά συγχωρέσουμε καί τή δυσκολία μας νά ζητήσουμε συγγνώμη. Ἀλλά ὅταν συγχωροῦμε, δέν ἀρνούμεθα ἀναγκαστικά ὅλη τήν ὑπερηφάνειά μας, ἐνῶ ἄν προχωρήσουμε παραπέρα, ἄν ζητήσουμε συγγνώμη, ἔχουμε καταρρίψει τό τελευταῖο ὑπόλοιπο τῆς ὑπερηφάνειάς μας. Μόνο σ᾽ αὐτή τήν περίπτωση ἡ καρδιά μας κινεῖται μέ εἰλικρίνεια καί καθαρότητα, χωρίς κανένα ἀμφίβολο κίνητρο.


Ἡ ἄρνηση τῆς συγχωρήσεως ἤ τῆς αἰτήσεως γιά συγγνώμη, κρατάει σκληρή τήν ψυχή. Τό κακό πού μᾶς ἔκανε ὁ ἄλλος, ὅταν διατηρῆται μέσα στή συνείδησή μας, εἶναι μιά ἀκαθαρσία, πού παραμένει μέσα μας, μᾶς δηλητηριάζει συνέχεια κι ἐξαπλώνει τήν ἀηδιαστική ὀσμή της σ᾽ ὅλο τό εἶναι μας. Οἱ ἀναλαμπές ἤ τό σκοτάδι αὐτοῦ τοῦ δηλητηρίου, ἐνοχλοῦν τά μάτια μας καί δέν μποροῦμε ν᾽ ἀγαπήσουμε τόν Θεό καί ὁ ἄλλος δέν μπορεῖ ν᾽ ἀγαπήση ἐμᾶς.


Μόνο ἡ εἰλικρινής συγγνώμη διαλύει μέσα στήν ψυχή μας αὐτό τό ξένο σῶμα κι ἐλευθερώνει τά μάτια μας ἀπ᾽ αὐτό τό δοκάρι. Μόνο τότε μπορεῖ νά μᾶς συγχωρέση ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἀββᾶς Ἡσαΐας λέει: «Μή κολληθῇς τινι τοιούτῳ, ἵνα μή σπιλωθῇς ἐκ τοῦ ἰοῦ αὐτοῦ τοῦ μεμιασμένου· περιπάτησον μετά τῶν ἀκάκων, ἵνα κοινωνός γένῃ τῆς δόξης αὐτῶν καί τῆς ἁγνείας· μή σχῇς πονηρίαν εἰς ἄνθρωπον, ἵνα μή τούς κόπους σου ἀργούς ποιήσῃς· ἅγνισόν σου τήν καρδίαν μετά πάντων, ἵνα θεωρήσῃς τήν εἰρήνην τοῦ Θεοῦ ἐν σοί. Ὥσπερ γάρ ἐάν τις κρουσθῇ ὑπό σκορπίου ὁ ἰός αὐτοῦ εἰσέρχεται εἰς ὅλον τό σῶμα αὐτοῦ καί βλάπτει τήν καρδίαν αὐτοῦ, τοιαύτη ἐστίν ἡ πρός τόν πλησίον κακία ἐν τῇ καρδίᾳ· ὁ γάρ ἰός αὐτῆς κεντεῖ τήν ψυχήν καί κινδυνεύει ἀπό τῆς πονηρίας. Ὅστις οὖν φείδεται τῶν κόπων αὐτοῦ, ἵνα μή ταχέως ἀπόλωνται, ἐκτινάσσει ἀπ᾽ αὐτοῦ τόν σκορπιόν τοῦτον, τοὐτέστιν τήν πονηρίαν καί τήν κακίαν» (Ἀββᾶ Ἡσαΐου, Λόγοι ΚΘ’, Βόλος 1962: Λόγος στ’, σ. 69).


Τό κακό πού κάναμε σέ κάποιον, ταράζει καί τήν ψυχή μας. Εἴμαστε ἀνήσυχοι. Τό βλέμμα μας δέν εἶναι πιά εὐθές καί καθαρό. Σέ κάθε συνάντηση μέ τόν ἄλλο εἴμαστε ἐνοχλημένοι, γιατί ὑποπτευόμαστε, πώς μέσα στήν καρδιά του διατηρεῖ τήν ἀνάμνηση τοῦ κακοῦ πού τοῦ ἔχουμε κάνει. Ἡ ὑπερηφάνειά μου, μ᾽ ἐμποδίζει νά ἔχω καθαρές σχέσεις μαζί του. Μόνο ἄν ζητήσω συγχώρεση, μπορεῖ νά ὁδηγηθοῦμε κι οἱ δυό σέ ἀνοικτές σχέσεις, ἄμεσες, ἐλεύθερες. Ἐάν μείνω στήν ὑπερηφάνειά μου, χωρίς νά ζητήσω συγγνώμη, δέν μπορῶ νά σταθῶ μπροστά στόν Θεό μέ ἀνοικτό πρόσωπο καί μέ καρδιά τρυφερή. Πίσω ἀπ᾽ αὐτό τό αἴτημα τῆς συγγνώμης πρέπει νά ζῆ ἕνα αἴσθημα ἀληθινῆς μετάνοιας. Ἡ μετάνοια καθρεφτίζεται μέ μιά θλίψη στά μάτια, ἀλλ᾽ ὅσοι ἀποκαλύπτουν αὐτή τή θλίψη τῆς μετάνοιας, ἔχουν ἕνα βλέμμα εὐθές καί καθαρό. Μέ αὐτή τήν εὐθύτητα τῆς εἰλικρινοῦς μετάνοιας πρέπει νά ἐμφανίζομαι μπροστά στόν Θεό, γιά νά ζητήσω τή συγχώρεσή του, ἀφοῦ πρῶτα ἔχω συγχωρεθῆ ἀπό τούς ὁμοίους μου.


Τά ἁμαρτήματά μου πρός τόν Θεό εἶναι ἀναρίθμητα καί ἀτελεύτητα. Ὅλα ὅσα ἔχω, προέρχονται ἀπό τόν Θεό καί θά ἔπρεπε νά τά δωρήσω σ᾽ Ἐκεῖνον καί τούς ἄλλους. Θά ἔπρεπε, μέ τά λόγια καί τίς πράξεις μου νά Τόν ἐγκωμιάζω συνεχῶς γιά τίς εὐεργεσίες Του, ἀλλά δέν τό κάνω. Γι᾽ αὐτό ἡ μετάνοιά μου πρέπει νά εἶναι ἀδιάκοπη, καθώς καί ἡ ἀναζήτηση τῆς συγγνώμης καί τοῦ ἐλέους Του. Νά γιατί, ὁ μοναχός τῆς Ἀνατολῆς ἐπικαλεῖται τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ σέ μιά ἀκατάπαυστη προσευχή. Ἔτσι κι ὁ μέγας Ἀντώνιος τήν ὥρα τοῦ θανάτου του, ζητάει κι ἄλλο καιρό, γιά νά μετανοήση. Κι ἐπειδή τ᾽ ἁμαρτήματα πρός τόν Θεό εἶναι συνάμα κι ἁμαρτήματα πρός τούς ἄλλους καί τ᾽ ἁμαρτήματα πρός τούς ἄλλους εἶναι κι αὐτά συνεχῆ, ὀφείλουμε νά τούς ζητᾶμε ἀκατάπαυστα συγγνώμη.


Παρ᾽ ὅλα αὐτά, μοῦ εἶναι δύσκολο νά πῶ ὅτι, σέ κάθε στιγμή τῶν σχέσεων μου μέ τόν ἄλλο, συμπεριφέρθηκα ἄμεμπτα ἤ ὅτι ἔκανα κάθε καλό πού θά ὄφειλα καί θά μποροῦσα γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους πού συνάντησα. Ἄρα, ὅταν κάποιος μέ ἐλέγξη γιά μιά ἄσχημη στάση μου πού δέν ἀντιλήφθηκα, δέν πρέπει ν᾽ ἀπορρίψω αὐτό τόν ἔλεγχο, ἀλλά ν᾽ ἀναγνωρίσω τήν ἐνοχή μου. Ἔκανα τό λάθος νά δώσω τουλάχιστον τήν ἐντύπωση ὅτι εἶμαι ἔνοχος γι᾽ αὐτό πού μέ κατηγοροῦν. Ὁ ἀββᾶς Ἡσαΐας λέει: «Ἐάν, ἀπό μικροψυχίας ἀποκριθῇ σοι ὁ ἀδελφός σου λόγον, βάσταξον αὐτόν μετά χαρᾶς, καί, ἐάν ἀναζητήσῃς τόν λογισμόν σου ἐν κρίματι Θεοῦ, εὑρήσεις σεαυτόν ἁμαρτήσαντα». (Ἐνθ᾽ ἀνωτ., Λόγος ε’, σ. 62-63). Μοῦ εἶναι δύσκολο νά βεβαιώσω ὅτι δέν συμμετέχω καθόλου στήν πρόκληση τῶν ἀναπόφευκτων καί τόσο ἐπιμόνων δυσαρεσκειῶν, πού ἀναφύονται μεταξύ τῶν ἀνθρώπων κι ἀγγίζουν καί μένα. Μοῦ εἶναι δύσκολο νά βεβαιώσω ὅτι ὅλα εἶναι καλά στή συμπεριφορά μου, τίς σκέψεις καί τά λόγια μου πρός τούς ἄλλους· ὅτι ἔδωσα στούς ἄλλους ἀρκετή προσοχή γιά νά μή τούς ἀφήσω τήν ἐντύπωση ὅτι ἀδιαφορῶ πρός αὐτούς. Ὅλοι ἁμαρτάνουμε πρός ὅλους.


Ὀφείλουμε ἀκόμη νά μετανοοῦμε γιά τή συμπεριφορά μας πρός τόν καθένα. Γι᾽ αὐτό συνιστοῦμε πάντοτε στούς ἱερεῖς νά μᾶς μνημονεύουν στήν Προσκομιδή κατά τή Θεία Λειτουργία καί ζητᾶμε ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους πού συναντᾶμε νά προσεύχονται γιά μᾶς, ὅπως ἐπίσης ἔχουμε ὑποχρέωση νά μνημονεύουμε στίς προσευχές μας αὐτούς πού γνωρίζουμε καί γενικά ὅλους τούς ἀνθρώπους, ὅσο μποροῦμε. Μέσα στήν προσευχή μας γιά τούς ἄλλους κρύβεται ἡ συγχώρεσή μας πρός αὐτούς, μέσα στή παράκληση πού τούς ἀπευθύνουμε νά προσεύχονται γιά μᾶς, κρύβεται ἡ συγχώρησή μας ἀπ᾽ αὐτούς.


Προσευχόμαστε γιά τούς νεκρούς, πού εἴχαμε γνωρίσει κι ἔτσι τούς συγχωροῦμε καί θέλουμε νά ἐξασφαλίσουμε μετά τόν θάνατό μας, τίς προσευχές αὐτῶν πού θά παραμείνουν στή ζωή καί τίς προσευχές τῆς Ἐκκλησίας, γενικά. Τούς ζητᾶμε μ᾽ αὐτό τόν τρόπο, νά μᾶς συγχωρέσουν ὄχι μόνο μιά φορά μετά τόν θάνατό μας, ἀλλά γιά ὅλη τή διάρκεια τῆς ζωῆς τους. Προσευχόμαστε γιά τούς προγόνους μας, γιά κάθε νεκρό, καί συνάμα θέλουμε νά ἔχουμε κι ἐμεῖς ἕνα μέρος ἀπ᾽ αὐτή τήν προσευχή, ὅσο θά ὑπάρχη ὁ κόσμος. Ἡ ἀδιαφορία γιά τούς νεκρούς εἶναι ἐπίσης ἁμάρτημα καί πρέπει νά μᾶς ἀνησυχῆ.


Οἱ ἄμεσες ἤ ἔμμεσες σχέσεις ἀνάμεσα σ᾽ ὅλους τούς ἀνθρώπους, κουβαλᾶνε μέσα τους τίς ἀτέλειες ὅλων. Θέλουμε, τουλάχιστο μέσα στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, αὐτές οἱ σχέσεις πού διαρκοῦν ἀκόμη καί μετά τόν θάνατο, νά ἔχουν μέσα τους ἀναγκαῖα, τήν ἀμοιβαία ἀναζήτηση καί τήν δωρεά τῆς συγχωρήσεως, τήν προσευχή ὅλων γιά ὅλους, γιά νά συγχωρέση ὁ Θεός ὅλους.


Ἐδῶ ἐνυπάρχει μιά οὐσιαστική ἄποψη τῆς καθολικότητας τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία συνέχεια καθαίρεται μέσα σ᾽ αὐτή τήν προσευχή ὅλων γιά ὅλους, μέσα σ᾽ αὐτή τή μετάνοια, πού πάντοτε ὅλοι προσφέρουν σ᾽ ὅλους. Ἡ καθαρότητα καί ἡ ἁγιότητα τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελοῦν μιά δυναμική ἄποψη τῆς ζωῆς της. Οἱ ἁμαρτωλοί δέν ζοῦν χωρισμένοι ἀπό τήν Ἐκκλησία· δέν ὑπάρχουν ἀναμάρτητα μέλη τῆς Ἐκκλησίας: ὅλοι τείνουν νά καθαρθοῦν διά τῆς μετανοίας, μέ τήν ἀμοιβαία συγχώρεση, πού ζητεῖται καί δίνεται, μέ τήν προσευχή ὅλων γιά ὅλους, πού ἀπευθύνεται πρός τόν Θεό, γιά νά λάβουμε τή συγχώρεσή Του. Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι μιά κοινωνία ἀποτελματωμένη, ἀκίνητη, ἀλλά μιά κοινωνία «ἐν κινήσει» πού ἀποτελεῖται ἀπό ἁμαρτωλούς ἀνθρώπους, πού ταυτόχρονα καθαίρονται μέ τήν προσευχή τῶν μέν γιά τούς δέ ‒ ὄχι γι᾽ ἁμαρτήματα ἀφηρημένα, ἀλλά γιά τά ἁμαρτήματα, τίς ἀτελεῖς πράξεις καί γιά τήν ἀδιαφορία πού ἐκδηλώνεται συγκεκριμένα.


Μέσα σ᾽ αὐτή τήν ζωντανή οἰκογένεια, παρουσιάζονται κάθε στιγμή στενοχώριες, ἀλλά ξεπερνιῶνται, πλένονται μέσα στή θάλασσα τῆς ἀγάπης, τῆς ἀμοιβαίας ἀγάπης τῶν μελῶν της. Ὅλοι ἁμαρτάνουν, ἀλλά καί ὅλοι συμβάλλουν στή κάθαρση: μέ τήν αἴτηση συγγνώμης, μέ τήν προσφορά τῆς συγγνώμης τους, μέ τήν κοινή καί ἀμοιβαία γιά τή συγγνώμη προσευχή. Ἡ κατάσταση τῆς ἁμαρτίας δέν γίνεται μόνιμη. Αὐτοί πού ἔχουν ἁμαρτήσει δέν μποροῦν νά μείνουν ἀδιάφοροι, ὠθοῦνται νά ζητήσουν συγχώρεση. Ἡ συνείδησή τους κινημένη ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, τούς ὁδηγεῖ σ᾽ αὐτό τό αἴτημα. Μά κι ἀπό τή στιγμή πού θά ἐμφανισθῆ τό ἁμάρτημα, ἀρχίζει νά διαλύεται μέ τή μετάνοια. Διαλύεται ἀπό τά συνεχῆ κύματα τῆς συγγνώμης, τῆς προσευχῆς, τῆς ἀγάπης, πού κινητοποιεῖ τό Ἅγιο Πνεῦμα.


Γι᾽ αὐτό κι ὅλοι φαίνονται νά κινοῦνται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα πού τούς ἑνώνει. Τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι τό ὄργανο αὐτῆς τῆς διαπροσωπικῆς ζωῆς, πού κατευθύνεται πρός τήν καθαρότητα καί δέν συμβιβάζεται μέ τή σκληρότητα ἤ τήν ἀκαμψία τῶν σχέσεων, μέσα στήν Ἐκκλησία. Εἶναι τό Πνεῦμα τῆς ἐλευθερίας, τῆς σχέσεως μέσα στήν ἐλευθερία τῆς ἀγάπης· ἔπειτα, δέν μπορεῖ νά συμβιβαστῆ μέ τήν σκληρότητα, τήν τελματωμένη στάση τῆς δυσπιστίας ἤ τῆς ἀποστάσεως, πού προκαλοῦνται καί διατηροῦνται μέ τήν ὑπερηφάνεια, ἡ ὁποία οὔτε ζητάει, οὔτε δίνει συγχώρεση. Ἐκεῖ πού βασιλεύουν τά πάθη, παρά τήν φαινομενική κινητικότητά τους, κυριαρχεῖ ἡ σκληρότητα, ἡ ἀκαμψία, ἡ ἔλλειψη ἐλευθερίας, πού μόνο τό Ἅγιο Πνεῦμα μπορεῖ νά ἐπαναφέρη ὅταν δίνη στόν ἄνθρωπο τή δύναμη νά συγχωρῆ καί νά ζητάει συγχώρεση, νά ὑψώνεται πάνω ἀπό τήν ὑπερηφάνειά του καί τά ἄλλα ἐγωϊστικά πάθη.


Αὐτή ἡ ἀμοιβαία συγχώρεση καί ἡ προσευχή ὅλων γιά ὅλους δέν ἔχουν μόνο ἀρνητική ὄψη. Ἀντιπροσωπεύουν τή θετική πνοή τῆς ἀγάπης. Ἐννοοῦμε ὅτι τό Πνεῦμα πνέει, ὅτι ὁδηγεῖ στήν ἀγάπη, στή ζωή, στήν ἐλευθερία. Ἡ ἀληθινή ἐλευθερία συνδέεται μέ τήν ἀγάπη· κι ὅπου ἀγάπη, ἐκεῖ τό κατ᾽ ἐξοχήν ἀγαθό, ἡ πηγή κάθε ἀγαθῆς σκέψεως, λόγου καί πράξεως. Ἐδῶ ὑπάρχει ἡ ζωή, πού εἶναι κινητικότητα, διάθεση τοῦ ἑαυτοῦ μας στούς ἄλλους, ἐλεύθερη ἀπό κάθε στασιμότητα τῆς περηφάνειας καί τῶν ἐγωϊστικῶν παθῶν.


Μέ τήν ἀμοιβαία συγχώρεση καί προσευχή καί χάρη στό Ἅγιο Πνεῦμα, ἡ Ἐκκλησία συνεχῶς ἀνανεώνεται. Ἀνανεώνεται καί συσφίγγει τούς ἐσωτερικούς δεσμούς τῆς ἀγάπης, ἀνάμεσα στά μέλη της. Μ᾽ ἄλλα λόγια, ἀναπλάθει τήν ἐσωτερική της ἑνότητα, τήν ἁρμονία καί τήν καθολικότητά της.


Ἡ ἀνικανότητα τῶν χριστιανικῶν ψυχῶν νά ὑποφέρουν τήν ἁμαρτία καί τό κακό πού προξενεῖται στούς ἄλλους, ἡ ἀνάγκη νά ζητοῦν καί νά δίνουν συγχώρηση, φανερώνουν μιά ἀπό τίς δυνάμεις τῆς Ἐκκλησίας γιά κάθαρση, ἀνανέωση, συνεχῆ ἀνάπλαση τῆς ἑνότητας καί τῶν ἐσωτερικῶν δεσμῶν της, γιά νά βρίσκεται σέ συμφωνία ἐν Χριστῷ. Ἔτσι φανερώνεται τό μυστήριο τῆς διατηρήσεως καί τῆς ἀέναης ἀνανεώσεώς της.