Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΣΤΟΝ ΟΣΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ


 

Οι πρώτες εικόνες της Παναγίας είναι οι αχειροποίητες, δηλαδή χωρίς ανθρώπινο χέρι.

 Πολλοί έχουν τη γνώμη ότι οι πρώτες εικόνες της Παναγίας είναι του Αποστόλου Λουκά. Δεν είναι σωστό αυτό. Οι πρώτες εικόνες της Παναγίας είναι οι αχειροποίητες, δηλαδή χωρίς ανθρώπινο χέρι.



Η παράδοση λέει ότι όταν ζούσε η Παναγία, ο απόστολος Πέτρος και ο Ιωάννης έφτιαξαν μια εκκλησία για τη Παναγία χωρίς η ίδια να το γνωρίζει, στη Λήδα – απέξω από το Τελ Αβίβ – που είναι η πατρίδα του Αγίου Γεωργίου και υπάρχει ο τάφος του. Παρακάλεσαν τότε τη Παναγία να πάει εκεί και να ευλογήσει την Εκκλησία. Εκείνη τους είπε πηγαίνετε και θα με βρείτε εκεί. Οι Απόστολοι νόμισαν πως θα πήγαινε εκεί με κάποιο άλλο μέσο και από ευγένεια και ευσέβεια έσπευσαν γρηγορότερα για να την προλάβουν και να την υποδεχθούν. Όμως όταν μπήκαν μέσα παραδόξως είδαν σε μιά κολόνα στο Ιερό μια εικόνα της Παναγίας με το πρόσωπό της και το σώμα της ολόκληρο.Αυτή ήταν η πρώτη και αχειροποίητη εικόνα της. 


Παρόμοια αχειροποίητη εικόνα ήταν και εκείνη του Ιερού Μανδηλίου με τη μορφή του προσώπου του Κυρίου που αποτυπωθηκε από τον ιδρώτα του Χριστού και θεράπευσε το βασιλιά της Εδέσσης Αύγαρο, όταν εκείνος είχε στείλει απεσταλμένους να τον βρούν για να προσευχηθεί γι’ αυτόν.


Υπήρξε και δεύτερη αχειροποίητη εικόνα της Παναγίας: Οι πρώτοι χριστιανοί έφτιαξαν ένα πολύ ωραίο Ναό, αλλά κάποια στιγμή οι Εβραίοι ήθελαν να τον πάρουν. Μετά από διαμάχη τελικά το θέμα έφθασε στα δικαστήρια και επειδή ήταν δύσκολη απόφαση, ο δικαστής ζήτησε να σφραγίσουν τον Ναό και να περιμένουν όλοι κάποιο σημάδι εξ ουρανού. Όταν αργότερα άνοιξαν τον Ναό, είδαν παραδόξως στο αριστερό πάνω μέρος του Ιερού την εικόνα της Παναγίας. Ο δικαστής τότε ρώτησε τι είναι αυτό που βλέπει, και του απάντησαν οι χριστιανοί ότι είναι η μορφή της Παναγίας, της Μαρίας μητρός του Χριστού και Θεού μας και έτσι αποφάσισε να τη δώσουν στους χριστιανούς.


Μετά τις παραπάνω δύο εικόνες που αναφέραμε έρχονται οι εικόνες του Ευαγγελιστού Λουκά. Όμως μόνο τρείς εικόνες που υπάρχουν μέχρι σήμερα είναι του Ευαγγελιστού.

Η μία βρίσκεται στα Καλάβρυτα στο Μέγα Σπήλαιο και είναι από κερί και λιβάνι (κηρομαστίχα) ανάγλυφος, η δεύτερη είναι της Σουμελά κοντά στη Βέροια, είναι με χρώμα και η Τρίτη είναι στη Κύπρο της Παναγίας του Κύκκου και είναι φτιαγμένη με ψηφίδα. Όλες οι άλλες εικόνες που υπάρχουν είναι σύμφωνα με αυτές του Ευαγγελιστού Λουκά και όχι του ίδίου του Λουκά.

Από αυτές τις τρείς έχουν ξεσηκώσει οι αγιογράφοι, ο καθένας με τη τέχνη του, όλες τις άλλες που ανέρχονται κατ’ άλλους σε πενήντα και κατ’ άλλους σε εκατόν είκοσι ή και εκατό πενήντα.


Στη συνέχεια θα αναφέρουμε πως δημιουργήθηκαν αυτές εικόνες.

Ο Ευαγγελιστής Λουκάς ήταν ερασιτέχης ζωγράφος και από ευχαρίστηση και σεβασμό ήθελε να φτιάσει σε μια εικόνα ένα πορτραίτο της Παναγίας. Πήγε μιά μέρα και ρώτησε τη Παναγία να της φτιάξει μια εικόνα και έλαβε την θετική της απάντηση.

Τότε εμφανίσθηκε ο αρχάγγελος Μιχαήλ μεταφέροντας τρία σανίδια και του τα έδωσε. Εκείνος από σεβασμό δεν τον ρώτησε γιατί του έδωσε τρία σανίδια, αφού μιά εικόνα ήθελε να φτιάξει.


Σε λίγο καιρό έφτιαξε μια εικόνα και αμέσως την παρουσίασε στη Παναγία μας.

Εκείνη όταν την είδε του είπε ότι ήταν ωραία, αλλά, πρόσθεσε ότι κάτι λείπει. «Μόνη μου είμαι; Δεν έχω γυιό;» Ο Λουκάς την είχε φτιάσει δεομένη, μόνη της.

Αυτή η εικόνα είναι στα Σουμελά στο συνοικισμό των Ποντίων. Κατόπιν έφτιασε άλλη μία με το Χριστό μαζί, είναι η σημερινή ευρισκόμενη στο Μέγα σπήλαιο στα Καλάβρυτα. Την αποκάλυψε και αυτή στη Παναγία. Εκείνη τον ενεθάρρυνε πως είναι πολύ καλή αλλά.. είχε βάλει το Χριστό μας δεξιά γι’ αυτό λέγεται δεξιοκρατούσα. Όπότε έφτιαξε τη τρίτη εικόνα που είχε βάλει το Χριστό στο άλλο κανονικό χέρι, την ευρισκομένη σήμερα στη Κύπρο και είναι που απεικονίζεται με κεκαλυμμένο το πρόσωπό της. Να λοιπόν τα τρία σανίδια που έφερε στον Ευαγγελιστή Λουκά ο αρχάγγελος που προαναφέραμε.


Τις τρείς αυτές εικόνες τις ευλόγησε η Παναγία μας με το πανάγιό της χέρι και είπε: «Η χάρις του εξ’ εμού γεννηθέντος Κύριού μου και Θεού μου, να είναι μετ’ αυτών» Αυτή η ευλογία, τις διασώζει μέχρι σήμερα μετά από τόση κακία είκοσι αιώνων, διότι είναι αλήθεια ότι δεν είναι τόσο εύκολο οι εικόνες αυτές να παραμένουν τόσους αιώνες, αν δεν υπάρχει η από άνωθεν βοήθειά της.


Με βάση αυτές τις εικόνες έχουμε τις άλλες αντίγραφες εικόνες και από διάφορα ιστορικά περιστατικά έχουμε επίσης πολλές άλλες εικόνες με εξακόσιες περίπου προσωνυμίες κάτω από διάφορα περιστατικά όπως είναι η Παναγία η Τριχερούσα, η Φανερωμένη, του Άξιον Εστί, η Πορταϊτισσα, της Τήνου, η Κανάλα, η Ελευθερώτρια και άλλες.

Συμπερασματικά, οι παραπάνω τρείς αχειροποίητες είκονες, μιά του Κυρίου και δύο της Παναγίας μας, και οι τρείς του Ευαγγελιστού Λουκά, απαντούν στους ασεβείς που δεν δέχονται τις εικόνες.

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του μακαριστού Δ. Παναγόπουλου.

Ο Κόσμος των Αγγέλων...

 Στην Αγία γραφή γίνεται συχνά λόγος για τους Αγγέλους. Αναφέρονται μάλιστα και τα ονόματα των Μιχαήλ, Γαβριήλ και Ραφαήλ.

Ο Ταξιάρχης των ουρανίων δυνάμεων Μιχαήλ παρουσιάζεται ως ευεργέτης και φιλόστοργος προστάτης των τέκνων του Θεού, σε πολλά σημεία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης.

Αυτός πρωτοφανερώθηκε στον πατριάρχη Αβραάμ. Ύστερα στον Λωτ, όταν τον γλίτωσε αυτόν και τις θυγατέρες του, απ’ την θεόσταλτη φωτιά και την καταστροφή των Σοδόμων. Φάνηκε ύστερα στον πατριάρχη Ιακώβ, όταν τον γλίτωσε απ’ τον Ησαύ. Αυτός ήταν που προπορεύονταν όταν οι γιοι του Ισραήλ ελευθερώθηκαν απ’ την σκλαβιά των Αιγυπτίων. Αυτός και στον μάντη Βαλαάμ, όταν εκείνος πήγαινε να καταρασθεί τον ισραηλιτικό λαό. Αυτός θαυματούργησε στις Χώνες, κοντά στην εκκλησία και στο αγίασμα του, μ’ εκείνο το χώνεμα τόσων νερών των δύο ποταμών, που έκανε τους ειδωλολάτρες να φρενιάσουν.

Και μέχρι σήμερα φαίνεται εκεί ο τόπος, όπου πέφτει το νερό, περνά κάτω απ’ την εκκλησία και βγαίνει λίγο πιο κάτω.

Ο συναξαριστής αναφέρει στο υπόμνημα της γιορτής, πως με την ταπείνωση του ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, συγκράτησε τα ουράνια τάγματα, μετά την πτώση των υπερηφάνων δαιμόνων και πως έψαλε μαζί με όλους τους Αγγέλους το «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης σου…». Αυτό το γεγονός γιορτάζει και η Εκκλησία που, και γι’ αυτό – την ομόνοια και την ένωση των αγγέλων – την ονομάζει «σύναξη των Αρχαγγέλων και πασών των επουρανίων δυνάμεων». Μαζί με τον Μιχαήλ τιμούμε και τον Αρχάγγελο Γαβριήλ, που τόσες ευεργεσίες έκανε στο ανθρώπινο γένος, στην περίοδο της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Παρουσιάζεται στον προφήτη Δανιήλ. Στην γυναίκα του Μανωέ, και της αναγγέλλει πως θα γεννήσει τον Σαμψών. Στον Ιωακείμ και την Άννα, και τους αναγγέλλει πως θα γεννήσουν την Παναγία. Στον ιερέα Ζαχαρία, πως θα γεννήσει τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο. Αυτός ήταν που έτρεφε με ουράνιο άρτο την Παναγία, μέσα στα Άγια των Αγίων. Αυτός παρουσιάστηκε στην Θεοτόκο και της ανάγγειλε πως θα γεννήσει «εκ Πνεύματος Αγίου, το Υιόν και Λόγον του Θεού». Αυτός καθησύχασε τους φόβους του Ιωσήφ. Αυτός παρουσιάστηκε στους αγραυλούντας ποιμένας. Αυτός είπε στον Ιωσήφ, να πάρει την Μαρία και το βρέφος και να φύγει στην Αίγυπτο και ύστερα από καιρό, να επιστρέψει στη γη του Ισραήλ. Αυτός υπηρέτησε μέχρι τέλους το μυστήριο της ενσάρκου οικονομίας του Θεού Λόγου. Γι’ αυτό και τιμούμε μαζί με τον αρχάγγελο Μιχαήλ και ζητούμε την βοήθεια και τη χάρη του.

Οι Άγγελοι είναι οι σύντροφοι μας στην αγιότητα, όπως είναι οι δαίμονες στην αμαρτωλότητά μας. Τους τιμούμε κατά την διδασκαλία των της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου και των αγίων Πατέρων αποδίδοντας τους τιμητική προσκύνηση κι επίκληση. Αυτή η τιμητική προσκύνηση τους πρέπει να μας κάνει μιμητάς της υπακοής των αγγέλων, που ενεργούν πάντοτε κατά το θέλημα του Θεού Λέγει ο αγ. Μακάριος ο Αιγύπτιος: «εφ’ όσον μέντοι ευρίσκεται εν ημίν έργα άξια της φρουράς, περιϊστανται κύκλω ημών οι άγγελοι, πανταχόθεν ημάς φρουρούντες. Ει δε μη, αποστραφέντες αποχωρούσι». Κλαίνε για τις αμαρτίες μας και την έπαρση μας, όταν εμείς δεν καταλαβαίνουμε την αγάπη των δακρύων, συνεπαρμένοι απ’ την ψεύτικη χαρά και ηδονή της αμαρτίας. Και, με στοργή και αγάπη αδερφική, περιμένουν να φύγουν οι δαίμονες από πάνω μας, για να γυρίσουν πάλι κοντά μας και μας δείχνουν, όπως έδειξαν στον Μέγα Αντώνιο, πως πρέπει να ζούμε, αν θέλουμε να σωθούμε από τον δαίμονα της αμαρτίας.

Εκείνο που μας κάνει να πλησιάζουμε περισσότερο προς τους Αγγέλους είναι η σωφροσύνη, κατά τον άγιο Κασσιανό το Ρωμαίο. Και η προσευχή με την ψαλμωδία, κατά τον άγιο Κάλλιστο. Γι’ αυτό όταν ψάλλουμε ή όταν προσευχόμαστε με καθαρή καρδιά, αισθανόμαστε μια κατανυκτική γαλήνη να σκεπάζει την ψυχή μας. Εκείνη την ώρα, αν η διάθεση μας είναι γνήσια, ο άγγελος μας οπωσδήποτε θα χαίρεται. «αγάπης μεν και ειρήνης, λέγει ο άγιος Θεόδωρος ο Σαββαϊτης, οι άγγελοι θεράποντες όντες, χαίρουσιν επί τη ημετέρα μετανοία και προκοπή τη προς αρετήν. Εντεύθεν σπουδάζουσι πνευματικών ημάς εμπιπλάν θεωριών και συνεργούσιν προς παν αγαθόν». Αυτό όμως ο πιστός δεν μπορεί να το οικειωθεί, παρά μονάχα μέσα στην Εκκλησία.


Οι άγγελοι μας φέρνουν στην εκκλησία.

Οι δαίμονες μας απομακρύνουν από την εκκλησία..


Κανείς δεν μπορεί να μας περιγράψει πόσες αλλαγές γίνονται μέσα στην ψυχή μας, όταν ακούμε τον Εσπερινό, τη Θεία Λειτουργία, ή άλλες ακολουθίες της Εκκλησίας μας. Μόνο οι άγγελοι βλέπουν τις αλλοιώσεις μας και χαίρονται, ενώ οι δαίμονες καταισχύνονται κι απομακρύνονται. Είναι πολύ χαρακτηριστικό το γεγονός, που αναφέρει το «Γεροντικό», στο βίο του αββά Παύλου του απλού. Πήγε να προσκυνήσει σ’ ένα μοναστήρι, γειτονικό στη σκήτη του.

Όταν οι μοναχοί έμπαιναν για την ακολουθία στο ναό, ο Παύλος, έχοντας το χάρισμα να βλέπει στο βάθος της ψυχής του ανθρώπου, τους κοιτούσε έναν-έναν. Τους έβλεπε να μπαίνουν με λαμπερά πρόσωπα και τον άγγελο τους δίπλα χαρούμενον. Ένας όμως ήταν κατάμαυρος και σκοτεινός, και πολλοί δαίμονες τον έσερναν μ’ ένα καπίστρι, περασμένο απ’ τη μύτη, ενώ ο άγγελος του ακολουθούσε από μακρυά, σκυθρωπός και καταλυπημένος. Ο Παύλος άρχισε να χτυπά το στήθος του και να κλαίει, για τον δυστυχισμένο αμαρτωλό που είδε. Μάταια οι μοναχοί τον ρωτούσαν για την αιτία των δακρύων του. Σαν τέλειωσε η ακολουθία, ύστερα από αρκετή ώρα, έβγαιναν, έβγαιναν πάλι ένα-ένας οι αδελφοί της Μονής. Αλλά με πολλή χαρά βλέπει κι εκείνον που ήταν κατάμαυρος, να βγαίνει τώρα λαμπερός στο πρόσωπο και λευκός στο σώμα, με τον άγγελο δίπλα του ιλαρό και χαρούμενο, ενώ οι δαίμονες τον ακολουθούσαν σκυθρωποί και λυπημένοι από μακρυά. Με κραυγές χαράς ο αββάς Παύλος ευλογούσε το όνομα του Θεού.

Ύστερα διηγήθηκε ο, τι είδε εκεί στην είσοδο της εκκλησίας. Με πολλή επιμονή του Παύλου και των αδελφών, ο άνθρωπος εκείνος άνοιξε το στόμα του και τους εξήγησε αυτά που είδε ο άγιος ασκητής. «Εγώ είμαι ένας αμαρτωλός άνθρωπος, και από πολλά χρόνια ζούσα μέσα στην πορνεία. Μπαίνοντας στην εκκλησία, άκουσα τον λόγο του Θεού, απ’ το στόμα του προφήτου Ησαϊου, να μου λέει: «λούσασθε, καθαροί γένεσθε, αφέλετε τας πονηρίας από των καρδιών υμών, απέναντι των οφθαλμών μου, μάθετε καλόν ποιείν και εάν ώσιν αι αμαρτίαι υμών ως φοινικούν, ως χιόνα λευκανώ».

Τότε στέναξα με κατάνυξη και είπα: ο Θεός να κάνει και εμένα τον αμαρτωλό, ο, τι είπε με το στόμα του προφήτου. Κι αποφάσισα να μην κάνω καμία αμαρτία πια και καμία παρανομία. Και μ’ αυτή την συντριβή της μετανοίας και την απόφαση «ουδέν φαύλον πράξαι απέναντι του Θεού», βγήκα απ’ την εκκλησία»

Μπορείς και συ αδελφέ μου, να προστρέχεις και να ζητάς την βοήθεια των αγγέλων μπρος σε όλες τις δυσκολίες και όλες τις κακίες, με τις οποίες σε πολεμούν οι εχθροί σου. Εκείνοι, με την χάρη που έχουν λάβει από τον Θεό, θα σε φυλάξουν την ώρα του πειρασμού, και περνώντας σε άφθορο απ’ την μεγάλη δοκιμασία του θανάτου, θα σε βοηθήσουν ν’ αποκτήσεις την τελειότητα, μαζί με την ψυχική σωτηρία σου.

«ΕΡΩΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ»Π. Β. ΠΑΣΧΟΥ

Ανακομιδή Ιερών Λειψάνων της Αγίας Γλυκερίας του Νόβγκοροντ

 Το αδιάφθορο Λείψανό της Αγίας βρέθηκε το 1572 μ.Χ., κοντά τον Ναό των Αγίων Φλώρου και Λαύρου, επί αρχιερατείας Αρχιεπισκόπου Λεωνίδα, ο οποίος το κατέθεσε σ' αυτό τον Ναό. Μετά την Επανάσταση του 1917 μ.Χ., δεν υπάρχουν πληροφορίες για την τύχη του Λειψάνου της.

Άγιος Ηράκλειος

 Ο Άγιος Ηράκλειος μαρτύρησε, αφού τον χτύπησαν και τον θανάτωσαν με ρόπαλα.

Άγιος Πέτρος επίσκοπος Γορτύνης ο νέος Ιερομάρτυς

 Ο Άγιος Πέτρος επίσκοπος Γορτύνης ο νέος Ιερομάρτυς έζησε στις αρχές του 4ου μ.Χ. αιώνος, κατά τους επί Διοκλητιανού τελευταίους μεγάλους διωγμούς. Θα πρέπει να ήταν διάδοχος του Αγίου Κυρίλλου του Ιερομάρτυρα  και προκάτοχος του Παύλου , δηλαδή από το 304 - 311/12 μ.Χ., που τελειώνουν οι διωγμοί, διότι το 312 μ.Χ., είναι ήδη Επίσκοπος Γορτύνης ο Παύλος. Μαρτύρησε «τοὺς πόδας ἐκκοπείς». Άλλα στοιχεία για το βίο του δεν υπάρχουν και η ανέκδοτη Ακολουθία του δεν παρέχει καμία άλλη μαρτυρία.


Πολλά γράφτηκαν για την προσωνυμία του «Νέος Ἱερομάρτυς» που προκάλεσαν σύγχυση ως αστήρικτα. Κατά την άποψη του Πανοσιολ. Αρχιμ. Χρυσοστόμου Παπαδάκη, Πρωτοσυγκέλου της Ιεράς Μητροπόλεως Γορτύνης και Αρκαδίας, η προσωνυμία αυτή την οποία η Εκκλησιαστική Παράδοση πέρασε σε όλα τα Μηνολόγια, τους Συναξαριστές και τα Μηναία, οφείλεται στο γεγονός ότι, Ιερομάρτυρας ο ίδιος και διάδοχος του επίσης Ιερομάρτυρα Κυρίλλου, Επίσκοποι και οι δύο της αυτής Επισκοπής Γορτύνης (Αρχιεπισκοπής) έπρεπε να διακρίνονται.


Ακολουθίες του Αγίου πλήρεις υπάρχουν και ο πρώτος Ναός του κτίσθηκε με πρόταση του Πανοσιολ. Αρχιμ. Χρυσοστόμου Παπαδάκη, Πρωτοσυγκέλου της Ιεράς Μητροπόλεως Γορτύνης και Αρκαδίας στην Ενορία Παρανύμφων της Ιεράς Μητρόπολης Γορτύνης και Αρκαδίας στα τέλη της δεκαετίας 1990 μ.Χ. και εγκαινιάσθηκε από τον αοίδιμο Μητροπολίτη Κύριλλο Κυπριωτάκη.

Όσιος Αρσένιος ο Αγιοφαραγγίτης

 Ο Όσιος Αρσένιος, μύησε τον Όσιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη στην νηπτική εσωτερική εργασία της εμπειρικής νοεράς προσευχής, όπως πληροφορούμαστε από δημοσιευμένα ελληνικά και σλαβικά χειρόγραφα. Μετά από συναναστροφή του Οσίου Γρηγορίου με τον Όσιο Αρσένιο, «…τόν θεῖον ἐκεῖνον ἄνδρα…» μεταξύ άλλων πληροφορούμαστε ότι ο Όσιος Αρσένιος τον δίδαξε «…περί τέ φυλακῆς νοός, περί νήψεως εἰλικρινοῦς καί καθαρᾶς προσευχῆς, ὅπως διά τῆς τῶν ἐντολῶν ἐργασίας ὁ νοῦς καθαίρεται καντεῦθεν ὁ οὕτω θεοφιλῶς μεριμνῶν καί μελετῶν ἄνθρωπος ἐλλαμπόμενος ὅλος φωτοειδής γίνεται…». Η νοερά προσευχή από τον Όσιο Αρσένιο διά του Οσίου Γρηγορίου, μεταφέρθηκε στο Άγιο Όρος.


Ο διάλογος του Οσίου Γρηγορίου του Σιναΐτου με τον Όσιο Αρσένιο (από τον βίο του Οσίου Γρηγορίου του Σιναΐτου, κατά τους κώδικες Μόσχας GIM Sin. 239 καί ΑΘΩΝ. ΛΑΥΡΑΣ Ι 117) - Ἀπόσπασμα στή δημοτική*


{…} καί ἀφοῦ ἦλθαν στά Ἱεροσόλυμα, (ὁ Ὅσ. Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης καί ὁ μαθητής του Ὅσ. Γεράσιμος, πού κατάγονταν ἀπό τήν Eὔβοια), γιά νά προσκυνήσουν τόν Ζωοδόχο Τάφο καί νά περιέλθουν προσκυνῶντας πάντας τούς Ἁγίους Τόπους.


Ἀμέσως μετά ἀπέπλευσαν γιά τή Νῆσο Κρήτη φθάσαντες σ᾽ ἕνα μέρος πού τό ἔλεγαν Καλοί Λιμένες, ὅπου παρέμειναν γιά λίγο, ἕνεκα τοῦ σάλου καί τῆς τρικυμίας τῆς θάλασσας, χωρίς νά χάσουν τό θάρρος τους.


Ὅμως στόν Ὅσιο, (Γρηγόριο), δέν θά ἦταν ἀνεκτό νά παραμείνει καί νά περνᾶ μάταια τόν καιρό του, σάν ἐλάφι πού καταδιψᾶ τήν ὥρα τοῦ θέρους καί τρέχει καί δέν παύει ποτέ νά τρέχει μέ ὅλη τή δύναμη τῶν ποδιῶν του, πρός τίς πηγές πού ἐκβλύζουν ψυχρό καί πόσιμο νερό. Ἤ, (πάλι), ὅπως (τό ἐλάφι), πού τρέχει γιά ν’ ἀνακαλύψει τήν ὁμόζυγο καί σύντροφό του, χωρίς καθόλου ν᾽ ἀνέχεται νά τή στερηθεῖ καί δέν ἡρεμεῖ μέχρι νά τή βρεῖ.


Κατά τόν ἴδιο τρόπο λοιπόν καί ὁ Ὅσιος, (Γρηγόριος), ἐκεῖνος ο σπουδαῖος θεῖος ἄνδρας κατόπτευσε τούς ἐκεῖ χώρους, κάνοντάς το μέ σπουδή, ὥστε νά καταστεῖ τοῦτο κατοικητήριο τοῦ ἑαυτοῦ του, ἀπαλ- λαγμένος ὁλοκληρωτικά ἀπό τήν ταραχή, τόν θόρυβο καί τίς βιοτικές μέριμνες, συμβάλλοντας ἔτσι στήν ἡσυχία, (του).


Καί βέβαια, ἀφοῦ ἐρεύνησαν καί ἐξέτασαν μέ κόπο πολλά, (μέρη), ἀνακάλυψαν μερικά σπήλαια.


Ἐκεῖ ἐγκατοίκησαν μ’ εὐχαρίστηση, σύμφωνα μέ τήν ἐπιθυμία τους. Ἀλλά τί ἔγινε; Ἐκεῖνος ὁ καλός καί ἀληθινά ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, πού διατηροῦσε τή ζωή του πρός τίς μέλλουσες ἐλπίδες, πάραυτα δέ, πρόσθεσε κόπο προσπαθῶντας νά φανεῖ ἀνώτερος γιά τόν ἑαυτό του, στούς κόπους καί στούς πόνους, (του).


Γιατί ἡ μέν τροφή ἦταν μία φορά τήν ἡμέρα, ἡ δέ ἀπόλαυση τοῦ ἄρτου μαζί μέ λίγο νερό ἦταν βραχεῖα, ζῶντας μέ δυσκολία, χωρίς τίποτε νά εἶναι ὑπερβολικό, ὅπως φθάσαμε νά λέμε παραπάνω.


Ἄν καί, σύμφωνα μέ τόν ἄλυτο ἐκεῖνο ὅρο καί θεσμό πού εἶχε βάλει, τό νά πεθάνει ἐξαρτῶνταν ἀπό τή δίψα. Σ᾽ ἐκεῖνα μποροῦσες νά δεῖς, μέ ἔκπληξη μαζί καί θαῦμα, ἐκείνη τήν ἐπίμονη προθυμία, πού, (κατ᾽ οὐσία), ἀνταγωνίζονταν τούς ἀγγέλους καί τήν κά- λλιστη ἀνάβαση, (του), πρός τόν Θεό.


Καί τά μέν πρόσωπα ἦταν χωρίς ἰκμάδα, ὠχρά ἀπό τήν ξηρότητα, ἕνεκα τῆς ἐγκράτειας. Τά δέ μέλη τοῦ σώματος, (ἦταν), λεπτοφυῆ καί καταπονημένα ἀπό τούς συνεχεῖς κόπους καί παράλυτα ἀπό τή φυσική τους δύναμη, ὥστε θά ἦταν ἐντελῶς ἀδύνατο τό νά βαδίζεις ἤ νά κάνεις κάποια ἄλλη ἐνέργεια.


Ὁ μακάριος, (ὁ Ὅσ. Γρηγόριος), ἐκτός ἀπ’ ὅσα σχολαστικά εἰπώθηκαν, πάντοτε εἶχε καί αὐτό, τήν ἐπιμελῆ ἀναζήτηση, ὥστε ν’ ἀναζητήσει κάποιον ὡς ὁδηγό πρός ἐκεῖνο, πού ἀκόμη δέν εἶχε προφθάσει ν’ ἀνακαλύψει.


Ἀφοῦ ὅμως εἶδε ὅσα ἀναφέρονται στή Γραφή ἤ σέ ἐκεῖνο πού δέν ἔτυχε νά διδαχθεῖ ἀπό τούς πνευματοφόρους, θείους πατέρες καί διδασκάλους. Διαλογιζόμενος λοιπόν θεωροῦσε ὅτι ὅπως ἀκριβῶς διδάχτηκε τήν πράξη ἔτσι, (καί), ἔπρεπε νά μετέλθει καί τή θεωρία, δηλαδή τήν ἡσυχία καί τήν προσευχή.


Ἀλλά ἐνῶ ἔτσι εἶχε τό πρᾶγμα ἀπό ψηλά ἐπένευσε ὁ Θεός τούς διαλογισμούς του. Ἀποκαλύφθηκε δέ ἀπό θειότερη ὄψη κάτι πού ἦταν κόσμημα ὅλων τῶν ἀρετῶν, στήν πράξη καί στή θεωρία. Ὁ Ἀρσένιος, (τῆς περιοχῆς μας), ἦταν ἐκεῖνος πού εἶχε τήν πρόσκληση, (ἀπό τόν Θεό), καί ἀσπαζόταν περισσότερο ἀπό τούς ἄλλους τήν ἡσυχία.


Ἐκεῖνος τότε ἀφοῦ παρακινήθηκε ἀπό τό θεῖο πνεῦμα προσῆλθε, ὅπως ἦταν, γρήγορα στό κελλί τοῦ Ὁσίου, (τοῦ Ὁσ. Ἀρσενίου), καί, (ἐκεῖνος), τόν εἰσήγαγε σ᾽ αὐτό, ἀφοῦ κτύπησε μέ χαρά τήν πόρτα. Ἐκεῖ, ἀφοῦ μεταξύ τους συνωμίλησαν τά πνευματικά, ἀσπάστηκαν κι ἀνέπεμψαν τή συνήθη εὐχή στόν Θεό.


Ἀμέσως κάθησαν ἀφότου ἡ εὐχή τελείωσε. Μετά, ὁ θεωρητικός ἐκεῖνος, (ὁ Ὅσ. Ἀρσένιος), ὥριμος καί κατάλευκος ἄνδρας καί σεμνός, ἄρχισε, ἀπό κάποια θεία καί ἱερά βίβλο νά ὁμιλεῖ περί τῆς φυλακῆς τοῦ νοῦ, περί τῆς εἰλικρινοῦς νήψης καί τῆς καθαρῆς προσευχῆς.


Ὅπως ἡ ἐργασία πού καθαρίζεται μέ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, ὁ νοῦς καί μετά ὁ ἄνθρωπος ἀπό ἕνα σημεῖο, ὁ ὁποῖος ζωηρά φωτισμένος μεριμνᾶ καί μελετᾶ θεοφιλῶς, γίνεται ὁλόκληρος φωτοειδής. Ἀφοῦ εἶπε καί ἄλλα πολλά, περί αὐτῶν πού προειπώθηκαν γιά τήν κατά Θεόν βιωτή, ἡ ὁποία τόν ἔφερε νά λέγει περισσότερα, σταμάτησε γιά λίγο χωρίς νά μιλᾶ.


Ὕστερα στρέφοντας τόν λόγο πρός αὐτόν, (τόν Ὅσ. Γρηγόριο), εἶπε: «ἐσύ λοιπόν, τέκνο μου, ποιά ἐργασία διαχειρίζεσαι, φυσικά μέ τήν ὁδηγία τοῦ Θεοῦ, πού ὅπως εἴπαμε οἰκονομεῖ;».


Συνολικά, λοιπόν, καί αὐτός, (ὁ Ὅσ. Γρηγόριος), ἄρχισε νά διηγεῖται ἄνωθεν ὅλα πού τόν ἀφοροῦσαν, (ὅπως), γιά τήν ἀναχώρησή του ἀπό τόν κοσμικό βίο, γιά τή φίλη του τήν ἐρημία, γιά τούς πολλούς πόνους καί κόπους τούς ὁποίους ἐπέλεξε νά ὑπομένει κατά Χριστόν, θέτοντας σέ δεύτερη μοῖρα ὅλα τά ὑπόλοιπα.


Ὁ θεσπέσιος ἐκεῖνος, (ὁ Ὅσ. Ἀρσένιος), λαμβάνοντας τόν λόγο, κατέχοντας πνευματική δύναμη καί τό ὕψος τῆς ἀρετῆς, ἀφοῦ χαμογέλασε ἐλαφρά, εἶπε σ᾽ αὐτόν: «Τέκνο μου ὅλα αὐτά πού μέ λεπτομέρεια διηγήθηκες, ἀναφέρονται ἀπό τούς θεοφόρους πατέρες καί διδασκάλους μας, ὡς πράξη, οὐδέποτε ὅμως ὡς θεωρία».


Ὁ μακάριος ἐκεῖνος, (ὁ Ὅσ. Γρηγόριος), ὄντας ἀληθινή στέγη πνεύματος, ἀφοῦ ἄκουσε αὐτά, πάραυτα πέφτει στά πόδια του, (τοῦ Ὁσ. Ἀρσενίου), θερμά παρακαλῶντας καί ἱκετεύοντας νά διδαχθεῖ ξανά στό ὄνομα τοῦ Θεοῦ, τί εἶναι προσευχή καί ἡσυχία ἤ προσήλωση τοῦ νοῦ.


Ἐκεῖνος ὁ θεῖος πατέρας, (ὁ Ὅσ. Ἀρσένιος), ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, συνέλαβε ὡς θεόπεμπτο εὕρημα τή δέηση, χωρίς ν’ ἀμελήσει μήτε ν᾽ ἀναβάλει, παρευθύς τά εἶπε ὅλα καί τά δίδαξε χωρίς νά παραλείψει, ὅσα ἀπό τή χάρη ἀναδέχθηκε καί προικίστηκε πλούσια.


Ὄχι μόνο αὐτά, ἀλλά καί γιά ὅσα συμβαίνουν σ᾽ αὐτούς πού ὁπλίζονται μέ ἀγάπη στό στάδιο τῆς ἀρετῆς, ἀγωνιζόμενοι τούς ἄθλους ὑπέρ αὐτῆς, ἐναντίον τῶν βάσκανων δαιμόνων, δεξιά καί ἀριστερά, τῶν δυστρόπων καί φθονερῶν ἀνθρώπων, τούς ὁποίους ὁ πονηρός χρησιμοποιεῖ ὡς ὄργανά του. Αὐτά, (σ᾽ αὐτόν), τά εἶπε κατά μέρος χωρίς νά παραλείψει τίποτε.


Μόλις λοιπόν ἄκουσε αὐτά ἀπό ἐκεῖνον τόν θεῖο ἄνδρα, (τόν Ὅσ. Ἀρσένιο), ἀμέσως σηκώθηκε, ἀφοῦ εἰσῆλθε στό πλοῖο, κατέφθασε στό Ὄρος τοῦ Ἄθωνα.


Ἀφοῦ ἐκεῖνος ἐρεύνησε μέ ἀκρίβεια, (ὁ Ὅσ. Γρηγόριος), ὅλα τά τοπικά Μοναστήρια, ἀνακάλυψε ὄχι μόνο ὅσους ἔτυχε νά κάθονται ἥσυχοι, ἀλλά καί ὅσους διέμεναν μακριά σέ ἄβατους τόπους σέ ἡσυχία. Σκέφθηκε ὅμως ὅτι δέν ἔπρεπε νά παραλείψει νά δεῖ κανένα {…}


* Το χειρόγραφο στην αρχαία ελληνική γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε εδώ είναιαπό το βιβλίο: «Άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης. Η δράση και η συμβολή του στη διάδοση του Ησυχασμού στα Βαλκάνια – Η σλαβική μετάφραση του Βίου του κατά το αρχαιότερο χειρόγραφο», (Θεσ/νίκη 2004). τῆς κ. Ἀγγελικῆς Δεληκάρη, Καθηγήτριας τοῦ Α.Π.Θ..


Η απόδοση του αποσπάσματος του παρόντος κειμένου έγινε στην νέα ελληνική γλώσσα από τον κ. Εμμανουήλ Ανδουλιδάκη, Δρ Κλασικής Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Σύμβουλο – Καθηγητή του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου, με τη συνδρομή του Σεβ. Μητροπολίτου Γορτύνης και Αρκαδίας κ. Μακαρίου.