Σάββατο 22 Αυγούστου 2026

Εὐαγγέλιον Κυριακής

 38 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ πορεύεσθαι αὐτοὺς καὶ αὐτὸς εἰσῆλθεν εἰς κώμην τινά. γυνὴ δέ τις ὀνόματι Μάρθα ὑπεδέξατο αὐτὸν εἰς τὸν οἴκον αὐτῆς. 39 καὶ τῇδε ἦν ἀδελφὴ καλουμένη Μαρία, ἣ καὶ παρακαθίσασα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ ἤκουε τὸν λόγον αὐτοῦ. 40 ἡ δὲ Μάρθα περιεσπᾶτο περὶ πολλὴν διακονίαν· ἐπιστᾶσα δὲ εἶπε· Κύριε, οὐ μέλει σοι ὅτι ἡ ἀδελφή μου μόνην με κατέλιπε διακονεῖν; εἰπὲ οὖν αὐτῇ ἵνα μοι συναντιλάβηται. 41 ἀποκριθεὶς δὲ εἶπεν αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· 42 ἑνὸς δέ ἐστι χρεία· Μαρία δὲ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ’ αὐτῆς.


ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΙΑ´ 27 - 28



27 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ λέγειν αὐτὸν ταῦτα ἐπάρασά τις γυνὴ φωνὴν ἐκ τοῦ ὄχλου εἶπεν αὐτῷ· Μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε καὶ μαστοὶ οὓς ἐθήλασας. 28 αὐτὸς δὲ εἶπε· Μενοῦνγε μακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσοντες αὐτόν.




Ερμηνευτική απόδοση


 Ἐνῷ δὲ οἱ μαθηταὶ καὶ οἱ ἀκολουθοῦντες τὸν Ἰησοῦν ἐπήγαιναν ἔχοντες κατεύθυνσιν τὴν Ἱερουσαλήμ, συνέβη νὰ ἔμβῃ ὁ Ἰησοῦς εἰς κάποιο χωρίον· καὶ μία γυναῖκα, ποὺ ὠνομάζετο Μάρθα, τὸν ὑπεδέχθη εἰς τὸ σπίτι της. 39 Καὶ εἶχεν αὐτὴ ἀδελφήν, ποὺ ἐλέγετο Μαρία, ἡ ὁποία ὄχι μόνον ὑπεδέχθη τὸν Ἰησοῦν ὡς ἡ Μάρθα, ἀλλὰ καὶ ἐκάθησε κοντὰ εἰς τοὺς πόδας του ὡς ταπεινὴ μαθήτρια καὶ ἤκουε μὲ προσοχὴν ἀπερίσπαστον τὴν διδασκαλίαν του. 40 Ἡ δὲ Μάρθα ἦταν ἀπασχολημένη καὶ πνιγμένη εἰς πολλὴν ἐργασίαν, φροντίζουσα νὰ ἑτοιμάσῃ τὸ φαγητὸν καὶ νὰ περιποιηθῇ τὸν Διδάσκαλον. Ἀφοῦ δὲ ἐστάθη πλησίον τοῦ Χριστοῦ, εἶπε· Κύριε, δὲν σὲ μέλει, ποὺ ἡ ἀδελφή μου μὲ ἀφῆκε μοναχὴν νὰ ὑπηρετῶ καὶ νὰ ἑτοιμάζω τὸ τραπέζι; Πές της λοιπὸν νὰ μὲ βοηθήσῃ. 41 Ἀπεκρίθη δὲ ὁ Ἰησοῦς καὶ τῆς εἶπε· Μάρθα, Μάρθα, ἀσχολεῖται ἡ διάνοιά σου ἀπὸ ἀνησύχους φροντίδας καὶ κουράζεται τὸ σῶμα σου διὰ νὰ προετοιμάσῃς πολλά. 42 Ἕνα δὲ εἶναι χρήσιμον καὶ ἀναγκαῖον, ἡ ἀκρόασις τῆς διδασκαλίας μου, ποὺ εἶναι τροφὴ πνευματική, ἀναγκαία διὰ τὴν ψυχήν. Ἡ Μαρία δὲ ἐξέλεξε τὴν καλὴν καὶ ὠφέλιμον μερίδα, ἡ ὁποία δὲν θὰ τῆς ἀφαιρεθῇ ποτέ. Διότι αἱ ὠφέλειαι τῆς μερίδος αὐτῆς τοῦ πνευματικοῦ φαγητοῦ δὲν εἶναι προσωριναὶ καὶ φθαρταί, ἄλλα πνευματικαὶ καὶ αἰώνιοι.





27 Ἐνῷ δὲ ὁ Ἰησοῦς ἔλεγε ταῦτα, κάποια γυναῖκα ἀπὸ τὸ πλῆθος, ἐνθουσιασθεῖσα ἀπὸ τὴν διδασκαλίαν του, ἔβγαλε φωνὴν μεγάλην καὶ εἶπε· Μακαρία ἡ κοιλία, ποὺ σὲ ἐβάστασε, καὶ οἱ μαστοὶ τοὺς ὁποίους ἐθήλασες. Μακαρία δηλαδὴ ἡ μητέρα, ποὺ σὲ ἐγέννησε καὶ σὲ ἔθρεψεν. 28 Αὐτὸς δὲ εἶπεν· Ἀληθῶς, μακαρία εἶναι ἡ μητέρα μου· ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε, ὅτι μακάριοι κυρίως εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ ἀκούουν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσουν αὐτόν. Εἰς τρόπον ὥστε καὶ αὐτή, ποὺ μὲ ἐγέννησε καὶ μὲ ἐθήλασεν, ἠξιώθη τῆς τιμῆς αὐτῆς, διότι ἐφύλαξε πάντοτε τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ.


Ἀπόστολος Κυριακής

 ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ Β´ 5 - 11



5 τοῦτο φρονείσθω ἐν ὑμῖν ὃ καὶ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, 6 ὃς ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ, 7 ἀλλ’ ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος, 8 καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ. 9 διὸ καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα, 10 ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων, 11 καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσηται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ πατρός.




Ερμηνευτική απόδοση



Διότι ἐφ’ ὅσον εἶσθε μαθηταὶ καὶ ἀκόλουθοι καὶ δοῦλοι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, πρέπει νὰ μιμηθῆτε τὴν ταπείνωσιν καὶ αὐταπάρνησίν του. Ἂς ὑπάρχῃ λοιπὸν μέσα σας αὐτὸ τὸ φρόνημα τῆς ταπεινώσεως καὶ αὐταπαρνήσεως, ποὺ ὑπῆρχε καὶ εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστόν. 6 Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δηλαδή, καίτοι εἶχε τὴν αὐτὴν οὐσίαν καὶ φύσιν πρὸς τὸν Θεόν καὶ ὡς ἀπαράλλακτος καὶ ζωντανὴ εἰκὼν τοῦ Θεοῦ ὑπῆρχεν ἐν μορφὴ Θεοῦ, δὲν ἐθεώρησεν ὅτι εἶχεν ἐξ ἁρπαγῆς τὴν ἰσότητά του πρὸς τὸν Θεόν ὥστε νὰ μὴ τολμᾷς νὰ ἀποθέσῃ τὸ ἀρπαγέν, ἐκ φόβου μήπως τὸ χάσῃ· 7 ἀλλ’ ἐκένωσε τὸν ἑαυτόν του, διότι ἐμίκρυνε μόνος του πρὸς καιρὸν τὴν δόξαν καὶ τὸ μεγαλεῖον τῆς θεότητός του καὶ ἔλαβε μορφὴν δούλου, γενόμενος ὅμοιος πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. 8 Καὶ κατὰ τὸ ἐξωτερικὸν φαινόμενον εὑρέθη σὰν ἄνθρωπος, ἐνῶ πραγματικῶς δὲν ἦτο μόνον ἄνθρωπος, ὅπως ἐφαίνετο, ἀλλ’ ἦτο συγχρόνως καὶ Θεός. Καὶ ἐταπείνωσε τὸν ἑαυτόν του γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, καὶ μάλιστα θανάτου σταυρικοῦ, ποὺ εἶναι ὁ πλέον ὀδυνηρὸς καὶ ἐπονείδιστος θάνατος. 9 Διὰ τὴν ταπείνωσιν δὲ καὶ ὑπακοὴν αὐτὴν ὁ Θεὸς ὑπερύψωσεν αὐτὸν καὶ ὡς ἄνθρωπον καὶ τοῦ ἐχάρισεν ὄνομα, τὸ ὄνομα Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ποὺ εἶναι παραπάνω ἀπὸ κάθε ἄλλο ὄνομα. 10 Τὸν ὑπερύψωσεν, ἵνα εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ καμφθῇ ταπεινῶς κάθε γόνατον καὶ προσκυνήσουν λατρευτικὰ τὸν Ἰησοῦν καὶ οἰ ἐν οὐρανοῖς ἄγγελοι κα οἰ ἐπὶ τῆς γῆς ἄνθρωποι, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὸ ὄντα ποὺ εἶναι εἰς τὰ καταχθόνια, ὅπως οἱ δαίμονες, μετὰ τρόμου νὰ ὑποκλιθοῦν πρὸ τοῦ μεγαλείου του. 11 Καὶ ἔτσι κάθε γλῶσσα νὰ ὁμολογήσῃ δυνατὰ καὶ καθαρά, ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι Κύριος. Καὶ ἡ ὁμολογία αὐτὴ καὶ ἀναγνώρισις τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὡς Κυρίου καταλήγει εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός.

Εύρεση της Αγίας κάρας του Οσίου Συμεών του ηγούμενου της Ιεράς μονής Φιλοθέου Αγίου Όρους του Μονοχίτων και Ανυπόδητου

 Στις 19 Απριλίου του 1594 μ.Χ. ο Όσιος Συμεών παρέδωσε το πνεύμα του, σε ηλικία υπεράνω των 100 ετών. Ο Πατριάρχης Ιερεμίας ο Β' (1586 - 1595 μ.Χ.), κλήρος και λαός, τον κήδευσαν στον ναό της Θεοτόκου της Χάλκης και ο τάφος του έγινε πηγή θαυμάτων.


Δύο χρόνια μετά τον θάνατό του, μοναχοί από το μοναστήρι του Οσίου επισκέφτηκαν την Κωνσταντινούπολη για να κάνουν εκταφή και να μεταφέρουν τα ιερά του λείψανα στον τόπο της ασκήσεώς του. Τα κόκκαλά του ευωδίαζαν. Τα έπλυναν με κρασί και τα έβαλαν σε λάρνακα ενώ την αγία του κάρα την έθεσαν σε ειδικό πολύτιμο κουβούκλιο. Μετέφεραν τα λείψανα στο μοναστήρι, όπου και έγιναν μεγάλο προσκύνημα από τους σκλαβωμένους Έλληνες.


Κατά την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου (1945 - 1949 μ.Χ.), δύο αντάρτες έκλεψαν το πολύτιμο κουβούκλιο με την κάρα του Οσίου καθώς και πολύτιμα κειμήλια. Τα έκρυψαν προσωρινά μέσα σε ένα βαρέλι κοντά στο μοναστήρι.


Τον Αύγουστο του 1952 μ.Χ., οι δυο αντάρτες-κλέφτες, πήγαν να πάρουν τα κλοπιμαία. Για κακή τους τύχη, ένα σμήνος από σφήκες, που είχε μπει στο βαρέλι και έκανε φωλιά, όρμησε πάνω τους, τους τσίμπησε και τους δηλητηρίασε. Ο ένας κλέφτης, πέθανε σχεδόν ακαριαία. Ο άλλος μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο αλλά δεν βρήκε γιατρειά και πέθανε και αυτός. Λίγο πριν πεθάνει όμως, εξομολογήθηκε στον ηγούμενο του μοναστηριού, ιερομόναχο Δοσίθεο Μαχαιρίτσα, αναφέροντας και το σχετικό περιστατικο.


Στις 22 Αυγούστου του 1952 μ.Χ., ημέρα Τρίτη, η κάρα του Οσίου, ξανατοποθετήθηκε στο μοναστήρι.


Η μέρα αυτή τιμάται ιδιαιτέρως στην μονή.


Τα θαύματα του Αγίου είναι πάμπολλα. Ενδεικτικά αναφέρουμε δύο.


Στην Κωνσταντινούπολη, κατά την εκταφή του, ένας σχοινοποιός, έπασχε από βαρειά ασθένεια. Ένεκα της ασθένείας του, καθε φορά που έβηχε, έβγαζε φλέγματα που βρώμιζε ο τόπος. Έτρεξε και προσκύνησε την κάρα του Οσίου και ευθύς γιατρεύθηκε. Ο πρώην άρρωστος, εις ένδειξη ευχαριστίας του προς τον Όσιο, δώρησε το πολύτιμο κουβούκλιο που έθεσαν την κάρα του θαυματουργού Οσίου.


Μια άλλη φορά, οι πατέρες της μονής, πήραν το δάκτυλο του Αγίου και επισκέφτηκαν την Εύβοια. Πήγαν και στην κωμόπολη Ωρεών, όπου ήταν ένας βαρειά άρρωστος που δεν μπορούσε να χωνέψει το φαγητό που έτρωγε. Και φούσκωσε, πρήσθηκε ολόκληρος· πρόσωπο, κοιλιά, χέρια, πόδια. Δεν φαινόταν αν ήταν άνθρωπος. Με όλες του τις δυνάμεις έτρεξε και προσκύνησε το λείψανο του Αγίου, ικετεύοντας τους πατέρες της μονής, να πάνε με το άγιο λείψανο στο φτωχικό του και να του κάνουν αγιασμό. Οι πατέρες του έκαναν την χάρη. Στο νερό του αγιασμού έβαλαν και το λείψανο. Ο άρρωστος ήπιε αγιασμό και προσκύνησε το λείψανο. Και ευθύς έγινε το θαύμα. Από το σώμα του αρρώστου έτρεχε νερό ποτάμι, που μύριζε ανυπόφορα. Το πρόσωπό του, η κοιλιά του, τα πόδια του ξεφούσκωσαν, ξαναποκτώντας την κανονική τους όψη. Ο θεραπευμένος, έδωσε, όχι μόνο όλη του την περιουσία στο μοναστήρι, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό γενόμενος μοναχός στο μοναστήρι. Εις ανάμνηση του θαύματος αυτού, ιδρύθηκε στην πόλη Ωρεών, μετόχι της Ιεράς Μονής Φλαμουρίου που σώζεται μέχρι σήμερα.

Άγιοι Ειρηναίος, Ωρ και Ορόψις

 Ο Ειρηναίος διέπρεπε μεταξύ των ιερέων της Εκκλησίας του Χριστού. Δεν στήριζε μόνο με την διδασκαλία του και το παράδειγμά του τους πιστούς, αλλά άπλωνε τα πνευματικά του δίχτυα και στους άπιστους και πολλούς απ' αυτούς έφερνε στην κιβωτό της σωτηρίας, δηλαδή στην Εκκλησία του Χρίστου. Για τη δραστηριότητά του αυτή, συνελήφθη και υπέστη φρικτά μαρτύρια. Οι δύο άλλοι όμως, ο Ωρ και Ορόψις, είχαν το θάρρος και έκαναν δριμύτατη παρατήρηση στον έπαρχο, που ήταν θεατής των βασανιστηρίων. Τότε και αυτοί είχαν την ίδια τύχη. Βασανίστηκαν μαζί με τον ιερέα, και οι τρεις κατόπιν ρίχτηκαν μέσα στη φωτιά. Αλλά ξαφνικά, ραγδαία βροχή έσβησε τη φωτιά και οι τρεις μάρτυρες βγήκαν ανέγγιχτοι από το καμίνι. Πανικόβλητος τότε ο έπαρχος έδωσε διαταγή και τους αποκεφάλισαν.

Αγία Αριάδνη η Βασίλισσα

 Η Αγία Αριάδνη η Βασίλισσα είναι άγνωστη στους Συναξαριστές. Αναφέρεται στον Συναξαριστή του Delehaye κατά τον Κωδ. του Οξονίου Τ. III. 16 και τον Παρισινό Κωδ. 1617 .

Οσία Ανθούσα και Αθανάσιος ο ιερομάρτυρας που βάπτισε αυτήν, και οι δύο υπηρέτες της Χαρίσιμος και Νεόφυτος

 Η Οσία Ανθούσα έζησε στα χρόνια του βασιλιά Ουαλεριανού (253-259) και καταγόταν από την Σελεύκεια της Συρίας. Ήταν κόρη πλούσιων ειδωλολατρών γονέων, του Αντωνίνου και της Μαρτυρίας (Μαρίας). Επιθυμώντας να δει τον διδάσκοντα επίσκοπο Αθανάσιο στην Ταρσό της Κιλικίας, έπεισε τη μητέρα της να μεταβεί εκεί μαζί με δύο υπηρέτες της, τον Χαρίσιμο και τον Νεόφυτο, με την πρόφαση ότι θα δει την τροφό της. Όταν βρήκε τον Αθανάσιο, βαπτίσθηκε απ' αυτόν και εκάρη μοναχή. Κατόπιν αποσύρθηκε στην έρημο και εκεί, αφού για 23 ολόκληρα χρόνια έζησε ασκητικά, απεβίωσε ειρηνικά.


Ο δε Άγιος Αθανάσιος, οδηγήθηκε στον Ουαλεριανό και επειδή δεν δέχτηκε να θυσιάσει στα είδωλα, αποκεφαλίστηκε. Το ίδιο και οι υπηρέτες της Ανθούσας, Χαρίσιμος και Νεόφυτος, ομολόγησαν με θάρρος τον Χριστό μπροστά στον βασιλιά και αποκεφαλίστηκαν.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός