Χριστιανικές Σκέψεις
xristianikesskepseis@gmail.com
Κυριακή 1 Μαρτίου 2026
Η πίστη των Αποστόλων(ΚΥΡΙΑΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ)
Η αναστήλωση των εικόνων δίνει την ευκαιρία στην Εκκλησία να τονίσει την πιστότητά της στην αποστολική παράδοση, δηλαδή στην μία και μοναδική πίστη που παραδόθηκε μια για πάντα από τον Θεό στους Χριστιανούς. «Τη άπαξ παραδοθείση πίστει τοις αγίοις». Στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας, μια συνοπτική έκθεση της Ορθόδοξης πίστης, διακηρύσσεται με εντόνως εμφαντικό τρόπο: «Αύτη η πίστις των Αποστόλων, αύτη η πίστις των Πατέρων, αύτη η πίστις των Ορθοδόξων, αύτη η πίστις την Οικουμένην εστήριξε» (Κυριακή της Ορθοδοξίας).
Γιατί η πίστη των Αποστόλων είναι η βάση της Εκκλησίας;
Στην Αποκάλυψη παρουσιάζεται η Άνω Ιερουσαλήμ να περικλείεται από «τείχος μέγα και υψηλόν… και το τείχος της πόλεως έχον θεμελίους δώδεκα, και επ’ αυτών δώδεκα ονόματα των δώδεκα αποστόλων του αρνίου» (Αποκ. 21, 12-14). Οι Απόστολοι είναι τα θεμέλια της Εκκλησίας. Αλλά και αυτοί εδράζονται πάνω σε ένα άλλο ατράνταχτο θεμέλιο, στον ακρογωνιαίο λίθο που λέγεται Χριστός. Είναι ο λίθος που περιφρονήθηκε από τους οικοδομούντες, αλλά παρά την απόρριψή του «εγενήθη εις κεφαλήν γωνίας». Αποδοκιμάστηκε από τους ανθρώπους, αλλά αυτός έγινε το μεγάλο αγκωνάρι, που δένει στερεά τους τοίχους της οικοδομής του Θεού, συνενώνει δηλαδή όλα τα έθνη σε μία Εκκλησία (Ματθ. 21, 42. Α΄ Πέτρ. 2, 4).
Εκπληρώνεται στο πρόσωπό του η προφητεία του Ησαΐα: «Ιδού εγώ» θα βάλω στα θεμέλια της Σιών, (δηλαδή της Εκκλησίας) «λίθον πολυτελή, εκλεκτόν, ακρογωνιαίον, έντιμον», και όποιος πιστεύει σ’ αυτόν δεν θα καταισχυνθεί (Ησ. 28, 16). Κανένας δεν μπορεί να μετακινήσει τον θεμέλιο αυτόν. Είναι άσειστος και αμετακίνητος στη βάση της οικοδομής. «Θεμέλιον γαρ άλλον ουδείς δύναται θείναι παρά τον κείμενον, ος εστίν Ιησούς Χριστός» (Α΄ Κορ. 3, 11).
Ζωντανός ακρογωνιαίος λίθος λοιπόν ο Χριστός, «εν ω πάσα η οικοδομή». Πάνω στον θεμέλιο λίθο του Χριστού στηρίζονται οι θεμέλιοι λίθοι των Αποστόλων και Προφητών. Και πάνω σ’ αυτούς «ως λίθοι ζώντες» οικοδομούνται οι πιστοί και συναρμολογείται όλη η οικοδομή, γίνεται «οίκος πνευματικός», αυξάνεται «εις ναόν άγιον εν Κυρίω». Συνοικοδομούνται οι πάντες «εις κατοικητήριον του Θεού εν Πνεύματι» (Α΄ Πέτρ. 2, 5. Εφ. 2, 20-22).
Η Εκκλησία μας λοιπόν είναι αποστολική, έχει αποστολικά θεμέλια. Πρώτος και κορυφαίος Απόστολος είναι ο Χριστός, αποστελλόμενος από τον Θεό Πατέρα στον κόσμο. Ταυτόχρονα είναι και ο μέγας Αρχιερέας που ιερουργεί αιώνια τη σωτηρία μας (Εβρ. 3, 1).
Ο Χριστός εν συνεχεία αφήνει στο πόδι του Αποστόλους και Αρχιερείς στην Εκκλησία. Όλοι τους είναι «κλήσεως επουρανίου». «Έθετο ο Θεός εν τη Εκκλησία πρώτον Αποστόλους». Τους ταυτίζει με τον εαυτό του: «Ο δεχόμενος υμάς εμέ δέχεται». Μέσω των Αποστόλων όλων εργάζεται ο ένας Κύριος Ιησούς Χριστός. Η διδαχή, η παράδοση, η πίστη των Αποστόλων, είναι το πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού (Α΄ Κορ. 12, 28. Ματθ. 10, 40).
Προέκταση των Αποστόλων αποτελούν οι άγιοι Πατέρες. Μεταξύ Αποστόλων και Πατέρων δεν υπάρχει διαφορά. Το έργο των αγίων Πατέρων είναι έργο αποστολικό. Διαφυλάττουν την πίστη των Αποστόλων, τη μία και μοναδική αλήθεια: Τον Θεάνθρωπο Χριστό.
Όσο λοιπόν η Εκκλησία κατέχει την πίστη αυτή, που μας θεοποιεί διά της εν Χριστώ ζωής, είναι αποστολική
π. Δημητρίου Μπόκου
«Κοιτώντας ψηλά, δεν φοβόμαστε»Κυριακή της Ορθοδοξίας
«Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπ᾿ ἄρτι ὄψεσθε τὸν οὐρανὸν ἀνεῳγότα, καὶ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καὶ καταβαίνοντας ἐπὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου» (Ἰωάν. 1, 52).
«Σᾶς βεβαιώνω ὅτι σύντομα θὰ δεῖτε νὰ ἔχει ἀνοίξει ὁ οὐρανός, καὶ οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ νὰ ἀνεβαίνουν καὶ νὰ κατεβαίνουν πάνω στὸν Υἱὸ τοῦ ᾿Ανθρώπου».
Είμαστε πλασμένοι να κοιτάμε προς τον ουρανό. Σε έναν κόσμο διασπασμένο, όπου τα συμφέροντα συγκρούονται, όπου οι πόλεμοι μοιάζουν συνεχείς και αναπόφευκτοι, όπου ο θάνατος είναι προαιώνιος και έσχατος εχθρός, μας έχει δοθεί ως δώρο η ελευθερία, διά της οποίας καλούμαστε είτε να κοιτάξουμε ψηλά είτε να θεοποιήσουμε τον εαυτό μας. Να διαλέξουμε την επιβίωση με κριτήριο το εγώ και την παντοδυναμία του ή τη σχέση με τον Θεό που δἰνει άλλο νόημα στη ζωή, αγάπης και ελευθερίας, αλήθειας και ανάστασης.
Κοιτώντας ψηλά, δεν φοβόμαστε. Γνωρίζουμε ότι θα χάσουμε συχνά, ακόμη και την ίδια μας τη ζωή στο τέλος. Πιστεύουμε όμως. Εμπιστευόμαστε Εκείνον που έγινε άνθρωπος και κατέβηκε από τον ουρανό, αφήνοντάς τον για πάντα ανοιχτό. Δεν είμαστε μόνοι μας. Μπορεί να παλεύουμε να διορθώσουμε τον κόσμο, αλλά, στην πραγματικότητα, γνωρίζουμε ότι αυτός ο κόσμος εν τω πονηρώ κείται και εν τω πονηρώ θα παραμείνει. Γνωρίζουμε όμως ότι ο Χριστός είναι μαζί μας. Δεν θα μας αφήσει, όσο κι αν ο θόρυβος της ζωής Τον κρύβει.
Ο Χριστός είπε στον Ναθαναήλ, όταν τον κάλεσε να Τον ακολουθήσει, ότι «θα δείτε τον ουρανό να έχει ανοίξει». Ο ουρανός δεν είναι μόνο η εικόνα που έχουμε, της φύσης, του σύμπαντος, της δημιουργίας του Θεού. Είναι και η πνευματική διάσταση. Αυτή που δεν μπορούμε να τη δούμε με τα σωματικά μας μάτια, αλλά υπάρχει. Είναι η παρουσία του Θεού. Των Αγγέλων. Των δαιμόνων. Των ψυχών που έχουν χωριστεί από τα σώματά τους, αλλά δεν έχουν χαθεί και προσδοκούν την ανάσταση των νεκρών. Των ψυχών, ακόμη, που έχουν επιλέξει τον χωρισμό από τον Θεό. Την μοναξιά των παθών και της κόλασης. Γιατί ο ουρανός ήταν, είναι και θα είναι ελευθερία. Όπως ελεύθερος είναι ο Τριαδικός Θεός, που τον δημιούργησε.
Και έχει ανοίξει ο ουρανός. Από τη στιγμή που ο Χριστός έγινε άνθρωπος, μάς δόθηκε το κλειδί να βλέπουμε πέρα από τη σωματική όραση. Να νιώθουμε την αγάπη του Θεού. Την παρουσία Του. Την αγιότητα, που είναι το μέγιστο των θαυμάτων. Την ελπίδα. Την προσδοκία της συνάντησης. Τη γαλήνη, όσα βάσανα κι αν έχει η ζωή που ζούμε. Και το κλειδί είναι να πιστεύουμε. Να εναποθέτουμε την ελπίδα μας στον Θεάνθρωπο. Και να βαδίζουμε μαζί με το εγώ σε μία πορεία πέρα από το εγώ. Διότι δεν καταργείται το πρόσωπό μας. Ο Χριστός μας ζητά να μην το αποθεώνουμε, αλλά να μοιραζόμαστε ό,τι είμαστε και ό,τι έχουμε με τον συνάνθρωπο, ώστε Εκείνος να αναπληρώνει όσα μας λείπουν και να μας παρηγορεί για όσα δεν χρειαζόμαστε, παρότι τα θέλουμε.
Γι’ αυτό και την Κυριακή της Ορθοδοξίας, στην οποία θυμόμαστε την αναστήλωση των ιερών εικόνων, εορτάζουμε τον ανοιχτό ουρανό στο πρόσωπο του Χριστού, στα πρόσωπα των Αγίων, στα πρόσωπα τα δικά μας, αν είμαστε αποφασισμένοι να ζήσουμε κατά Χριστόν.
Χαιρόμαστε που έχουμε προορισμό.
Χαιρόμαστε που έχουμε πρεσβευτές.
Χαιρόμαστε που, παρά τα βαρίδια που μας τραβάνε προς τα κάτω, παρά το ότι ο ουρανός μοιάζει «πόνος μακρινός» (Ν. Γκάτσος), εντούτοις κάπου στο βάθος της ψυχής μας «υπάρχει η αληθινή μας μέρα» (Οδ. Ελύτης), όχι παραπεταμένη, αλλά έτοιμη να μας σπρώξει να ξεκινήσουμε το ταξίδι του νοήματος, το ταξίδι προς τον ανοιχτό ουρανό. Αυτόν της αγάπης. Της πίστης. Της ανάστασης. Στην Εκκλησία, όπου κοινωνούμε, συναντιόμαστε, γιορτάζουμε, μοιραζόμαστε, προσδοκούμε.
Χρόνια πολλά, ευλογημένα!
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
ΤΙ ΞΕΡΕΙΣ ΕΣΥ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ;
Ποιά διαφορά ἔχει τό εἴδωλο ἀπό τήν εἰκόνα;
Ἡ βασική διαφορά τοῦ εἰδώλου ἀπό τήν εἰκόνα ἔγκειται σ᾿ αὐτό πού ὑπογραμμίζει ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ὅτι ἡ εἰκόνα εἶναι «ὁμοίωση» μέ τό ὑπαρκτό, ἐνῶ τό εἴδωλο εἶναι «ὁμοίωση» μέ τό ἀνύπαρκτο. Ἑπομένως εἶναι πλάσμα, φαντασία, ἀπάτης ὁμοίωμα. «…ψεύδους καί ἀπάτης ὁμοίωμα…, ψευδές τό εἴδωλον ἀνειποῦσιν μίμημα· τήν δ᾿ αὖ εἰκόνα, τοῦ ἀληθοῦς ἀφομοίωμα». Δηλαδή, μέ ἄλλα λόγια, τό ἀρχέτυπο τοῦ εἰδώλου εἶναι ἀνύπαρκτο, εἶναι φανταστικό εἴδωλο, δέν εἶναι πραγματικό πρόσωπο, ἐνῶ ἡ εἰκόνα ἔχει συγκεκριμένο ὑπαρκτό ἀρχέτυπο, εἶναι ὁμοίωμα τοῦ ἀληθινοῦ καί ὑπάρχοντας Θεοῦ. Ἡ εἰκόνα ἀπεικονίζει αὐτό πού ὑπάρχει πραγματικά, ἐνῶ τό εἴδωλο δέν ἔχει μιά τέτοια δυνατότητα, δηλαδή δέν ἀπεικονίζει μιά πραγματική Θεότητα. Ἐνῶ π.χ. ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ἀπεικονίζει τό πρωτότυπο, τόν Σαρκωμένο Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ, τό ἄγαλμα τοῦ Δία τί ἀπεικονίζει; Ἕνα ξόανο πού λατρεύεται καθεαυτό.
Γι᾿ αὐτό τό λόγο τά εἴδωλα ἀπαγορεύονται ἀπό τό Νόμο τοῦ Μωυσῆ στήν Παλαιά Διαθήκη. Μετά τή Σάρκωση ὅμως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ ἔχουμε τή δυνατότητα τῆς περιγραφῆς Του. Ἡ εἰκόνα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ δέν ἀποτελεῖ εἰδωλική κατασκευή, ἀλλά ἀπόδειξη καί ὁμολογία τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του. Ἄν ἐπιχειροῦσε νά περιγράψει κανείς σέ εἰκόνα τόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ, πρίν ἀπό τή Σάρκωσή Του, κάτι τέτοιο θά ἀποδεικνυόταν, «ὄχι μόνον φαῦλον, ἀλλά καί ἔκτοπον, τόν μή Σαρκωθέντα Λόγον σάρκα τοπάζειν». Καί αὐτό διότι ἐφόσον δέν ὑπῆρχε πρωτότυπο, θά ἐλεγχόταν ἡ πράξη του αὐτή ἀπό τό Νόμο τοῦ Θεοῦ πού λέει: «Τίνι ὁμοιώματι, ὁμοιώσατέ με»; (Ἡσ. 40, 18). Ἀλλά οἱ εἰκόνες τῆς Ἐκκλησίας μας, τῆς Θεοτόκου καί τῶν Ἁγίων, ἀποτελοῦν ἀπεικονίσεις πραγματικῶν ἱστορικῶν προσώπων, τά ὁποῖα βρίσκονται σέ ἄμεση σχέση, προσωπική καί οὐσιαστική, σχέση κοινωνίας μέ τόν Ἕνα καί Μόνο ἀληθινό Θεό.
Εἴπατε ὅτι τά εἴδωλα ἀπαγορεύονται ἀπό τό Νόμο τοῦ Μωυσῆ στήν Παλαιά Διαθήκη.
Πῶς ὅμως ὁ Θεός φαίνεται νά ἐπιτρέπει τήν κατασκευή δυό γλυπτῶν ἀνθρωπόμορφων Χερουβίμ καί τήν τοποθέτησή τους στή σκηνή τοῦ Μαρτυρίου; Δέν ἦταν αὐτά εἴδωλα;
Τά ἀνθρωπόμορφα Χερουβίμ πού κατασκευάστηκαν καί τοποθετήθηκαν ἐπάνω στή σκηνή τοῦ Μαρτυρίου δέν ἦταν εἴδωλα, δηλαδή ἀπεικονίσεις φανταστικῶν ὁμοιωμάτων μέ ἀνύπαρκτο ἀρχέτυπο, ἀλλά ἀπεικονίσεις ἀσωμάτων Ἀγγέλων, ἔτσι ὅπως εἶχαν ἐμφανιστεῖ στούς πατριάρχες τοῦ Ἰσραήλ (Γεν. 3, 24. 16, 11. 19, 1. Ἑβρ. 1, 14). Ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης καί ὅλοι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὀνομάζουν τά ὁμοιώματα αὐτά «ἐκτυπώματα» καί «μορφώματα» καί τονίζουν ὅτι ὁ Ἴδιος ὁ Θεός φαίνεται νά ἐπιτρέπει τήν κατασκευή τῶν ἱερῶν αὐτῶν συμβόλων, δηλαδή τά ὁμοιώματα τῶν Χερουβίμ ἤ τήν Κιβωτό ἤ τή σκηνή τοῦ Μαρτυρίου κ.λ.π. Διότι τά ἱερά αὐτά σύμβολα παιδαγωγοῦσαν τόν περιούσιο λαό τοῦ Ἰσραήλ ὥστε νά συνειδητοποιεῖ ἀφ᾿ ἑνός τή διαρκή παρουσία τοῦ Θεοῦ στή ζωή του καί ἀφ᾿ ἑτέρου τό χρέος του στό νά ἀποδίδει λατρεία πρός τόν Ἕνα καί Μόνο ἀληθινό Θεό. Ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ἀναφέρεται στά «ἐκτυπώματα» αὐτά καί λέει ὅτι γιά τόν παιδαγωγούμενο ἄνθρωπο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦταν ἱερά σύμβολα, τά ὁποῖα «ἤ εἰς τύπον Χριστοῦ αἰνιγματωδῶς παραλαμβάνεται» (χάλκινος ὄφις) ἤ γενικῶς ἀποτελοῦν «προχάραγμα ἐναργές… τῆς ἐν πνεύματι λατρείας». Καί σέ ἄλλο σημεῖο: «Δι᾿ ἐκτυπωμάτων καί μορφωμάτων τινων συμβολικῶς ἀνάγεσθαι τόν Ἰσραήλ, ἐπί τήν τοῦ Ἑνός Θεοῦ, ὡς ἐφικτόν θεωρίαν καί λατρείαν».
Μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι ὁ Μωσαϊκός Νόμος ἦταν ἀποτρεπτικός κάθε ἀπόπειρας ἐξεικονίσεως τοῦ Θεοῦ ὅπως ὑποστήριζαν οἱ εἰκονομάχοι;
Ναί, βέβαια, ἦταν ἀποτρεπτικός. Ὑπῆρχε ἀπόλυτος περιορισμός γιά τήν κατασκευή οἱουδήποτε ὁμοιώματος καί οἱασδήποτε ἐξεικονίσεως. «Οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον οὐδέ παντός ὁμοίωμα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καί ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω καί ὅσα ἐν τοῖς ὕδασι, ὑποκάτω τῆς γῆς. Οὐ προσκυνήσεις αὐτοῖς οὐδέ μή λατρεύσεις αὐτοῖς» (Ἐξ. 20, 1-6. Λευιτ. 26, 1. Δευτ. 4, 16-19). Παρά ταῦτα οἱ Ἰσραηλίτες ἀθέτησαν ἐπανειλημμένα τίς ἀπαγορεύσεις αὐτές τοῦ Θεοῦ, πού τούς δόθηκαν μέσω τοῦ Μωυσῆ καί «ὠλίσθησαν», γλίστρησαν πρός τήν εἰδωλολατρεία.
Δηλαδή στήν Παλαιά Διαθήκη λείπει ἐντελῶς ὁ εἰκονισμός τοῦ Θείου;
Στήν Παλαιά Διαθήκη δέν ἔχουμε πλήρη ἀπουσία τοῦ εἰκονισμοῦ τοῦ Θεοῦ, παρόλο πού οἱ Μωσαϊκοί κώδικες εἶναι γεμάτοι ἀπαγορεύσεις γιά οἱανδήποτε ἐξεικόνισή του. Ἀντίθετα, ἄν μελετήσουμε βαθύτερα, θά δοῦμε ὅτι ἡ Παλαιά Διαθήκη εἶναι γεμάτη ἀπό εἰκονολογικά στοιχεῖα, εἶναι ἕνα βιβλίο κατεξοχήν εἰκονολογικό. Ἡ ἀπαγόρευση τῆς ἐξεικονίσεως, ὅπως ἀφήσαμε νά ἐννοηθεῖ καί στήν προηγούμενη ἀπόκριση, γινόταν γιά λόγους παιδαγωγικούς πρός ἕνα λαό ἀνώριμο πνευματικά πού εἶχε ροπή πρός τήν ἀποστασία ἀπό τό Νόμο τοῦ Θεοῦ, ἕνα λαό «εὐόλισθον» πρός τήν εἰδωλολατρεία. Γιά νά προφυλάξει λοιπόν ὁ Θεός τό λαό Του ἀπό τέτοια ἀποστασία, ἀπό τό μεγάλο πειρασμό τῆς εἰδωλολατρείας, δίνει τήν ἐντολή μέσω τοῦ Μωυσῆ νά μήν ἐξεικονίζει μέ ὁποιονδήποτε τρόπο τό πρόσωπό Του.
Ἔτσι ὁ παιδαγωγούμενος λαός συνειδητοποιοῦσε σιγά-σιγά τήν ἀπόλυτη ὑπερβατικότητα τοῦ Θεοῦ. Ἄλλωστε «Τόν Θεόν οὐδείς ἑώρακε πώποτε»! Πῶς ἦταν δυνατόν νά ἐξεικονισθεῖ; Ἀφοῦ εἰσῆλθε ὅμως ὁ Χριστός στόν κόσμο καί «ἑωράκαμεν Αὐτόν καί ἐψηλαφήσαμεν», ὁ Θεός πλέον «ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ», μποροῦσε νά ἐξεικονισθεῖ. Διότι ὁ Χριστός εἶναι «ἡ ἀπαράλλακτη εἰκόνα» τοῦ Θεοῦ-Πατέρα. «Ὁ ἑωρακώς ἐμέ, ἑώρακε καί τόν Πατέρα» (Ἰωάν. 14, 9), μᾶς λέει ὁ Ἴδιος ὁ Ἰησοῦς.
Τί σημαίνει αὐτό πού εἴπατε ὅτι ἡ Παλαιά Διαθήκη εἶναι ἕνα βιβλίο κατεξοχήν εἰκονολογικό;
Ἡ Παλαιά Διαθήκη εἶναι κατάμεστη ἀπό εἰκονικές παρομοιώσεις καί προτυπώσεις, ἀλλά καί παραστατικές ἐξεικονίσεις γεγονότων τῆς θείας Οἰκονομίας, ἡ πραγματοποίηση τῶν ὁποίων ἔλαβε χώρα στήν Καινή Διαθήκη, στούς χρόνους τῆς ἐπίγειας Παρουσίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τέτοιες προτυπώσεις εἶναι: «Ἡ φλεγομένη καί μή καιομένη βάτος», πού προεικονίζει τήν ἀειπαρθενία τῆς Θεοτόκου. Ἡ τριήμερη παραμονή τοῦ Ἰωνᾶ στήν κοιλιά τοῦ κήτους, πού προεικονίζει τήν τριήμερη ταφή τοῦ Κυρίου. Ἡ κιβωτός τοῦ Νῶε ὡς προεικόνιση τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Μωσαϊκός Νόμος ὡς προεικόνιση τοῦ Εὐαγγελίου κ.λ.π. Ὁ Νόμος τοῦ Μωυσῆ προεικονίζει τό Εὐαγγέλιο, ὁ Χριστός εἶναι εἰκόνα τοῦ Πατέρα, ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, οἱ Ἅγιοι εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ναός εἶναι εἰκόνα τοῦ οὐρανοῦ, ἡ Θ. Λειτουργία τῆς οὐράνιας Λειτουργίας. Τό καθετί δηλαδή εἶναι εἰκόνα κάποιου ἄλλου; Τότε ὁ ὄρος «εἰκόνα» ἀποκτᾶ μεγάλο εὖρος καί σημασία. Ὁ Ἰάκωβος Μάινας στό ἄρθρο του «Ἡ καινή γλώσσα τῶν εἰκόνων», μᾶς ἀναλύει καίρια αὐτό τό σημεῖο: «Ἡ εἰκόνα», λέει, «γιά τήν ὀρθοδοξία, εἶναι τρόπος καί στάση ζωῆς, ἦθος καί ὕφος καί οὐσιώδης διάσταση τῆς ἀλήθειάς της, σημεῖο ἀπό τά καίρια τῆς διδασκαλίας της καί τῆς θεολογίας της καί ἴσως συνιστᾶ τό ἐνδότερο σημεῖο τοῦ εἶναι της. Αὐτό ἀποκαλύπτουν τά θέματα καί τά στοιχεῖα τῆς ζωῆς της καί τῆς σκέψεώς της: Ἡ Ἀνάσταση, ἡ Μεταμόρφωση, ὁ Χριστός ὡς εἰκόνα καί ἀπαύγασμα τοῦ Πατέρα, ὁ ἄνθρωπος ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, οἱ Ἅγιοι ὡς εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἐκκλησία ὡς εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἡ Λειτουργία, ὁ ὀρθόδοξος μοναχισμός μέ τή θεωρία τοῦ ἀκτίστου φωτός. Τό καθετί κρύβει τό θέμα τῆς εἰκόνας. Ὅλα ὑπάρχουν καί βιώνονται, ὄχι καθεαυτά, ἀλλά ὡς διάβαση, ἀναγωγή, πέρασμα, Πάσχα. Τό καθετί βρίσκει τόν ἑαυτό του μέσα στό ἄλλο, κατά τό λόγο τοῦ Κυρίου, ” ὁ ἑωρακώς ἐμέ ἑώρακε καί τόν Πατέρα” . Τό καθετί δέν ἀναπαύεται στόν ἑαυτό του, ἀλλά ὁδεύει, διαβαίνει πρός τό πρωτότυπο. Αὐτή ἡ διάβαση εἶναι ἡ οὐσία τῆς ἀλήθειας τῆς εἰκόνας ἀλλά καί τῆς ὀρθοδοξίας».
Συμπέρασμα: Μέ τόν ὅρο «εἰκόνα» στήν ὀρθοδοξία δέν ἀναφερόμαστε σ᾿ ἕνα στατικό φαινόμενο, ἀλλά σέ μιά προσωπική κλήση καί ἐνέργεια, σέ μιά διάβαση γιά ὑπαρκτική καθολική θέαση τῆς ἀλήθειας στήν ὁποία μᾶς ὁδηγεῖ ἡ εἰκόνα. Στή Χριστοποίησή μας, στήν εἰκονοποίησή μας, στήν ἀποκάλυψη τῆς ἀλήθειας.
Τότε γιατί οἱ εἰκονομάχοι μάχονται τίς εἰκόνες καί χύθηκε τόσο αἷμα στήν Ἐκκλησία;
Ἡ εἰκονομαχία (726-843) εἶναι σύνθετο ἱστορικό γεγονός, μιά αἵρεση πού δέν ἔχει μελετηθεῖ ἀρκετά. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, εἶναι κυρίως ἐκεῖνοι πού ἀσχολήθηκαν μέ τά θεολογικά θέματα τῆς εἰκονομαχίας. Οἱ ἀπαντήσεις πού ἔδωσαν στερέωσαν καί θεμελίωσαν μιά γιά πάντα τή θέση τῶν ἁγίων εἰκόνων στήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Οἱ εἰκονομάχοι ἀρχικά, ξεκινώντας ἀπό τήν ἀπαγόρευση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης γιά κάθε εἴδους ἐξεικονισμό τοῦ Θείου, κατηγοροῦσαν τούς πιστούς ὀρθόδοξους ὡς εἰδωλολάτρες, διότι λάτρευαν, καθώς ἔλεγαν, σανίδες, πέτρες καί τοίχους. Αὐτό ὅμως ἦταν μόνο πρόφαση. Τό κύριο πρόβλημα τῶν εἰκονομάχων ἦταν ὅτι δέν μποροῦσαν νά κατανοήσουν καί νά περιλάβει ὁ νοῦς τους τό γεγονός τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ-Λόγου. Τό ὅτι ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος «ἵνα τόν ἄνθρωπον Θεόν ποιήσῃ». Τό σκάνδαλο τῆς Σαρκώσεως, αὐτό τό φοβερό γεγονός, ἦταν τό πρόβλημα τῶν εἰκονομάχων. Μή μπορώντας λοιπόν νά ἀποδεχτοῦν ὅτι ὁ Θεός ἦλθε στόν κόσμο «ἐν σαρκί», ἔφτασαν σ᾿ αὐτή τήν ἀκραία εἰκονοκλαστική τοποθέτησή τους. Διότι ἡ εἰκόνα εἶναι τεκμήριο, ἀπόδειξη, τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ. Ἀρνούμενοι λοιπόν τίς εἰκόνες, ἀρνοῦνται τή Σάρκωση τοῦ δευτέρου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος. Καί ἀρνούμενοι τή σάρκωση, ἀπέρριπταν καί τό ὅλο μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας.
Γι᾿ αὐτό καί οἱ Πατέρες ἀντέταξαν σθεναρή ἀντίσταση, ἀναπτύσσοντας μιά βαθιά θεολογία καί ἀπολογητική πάνω στό θέμα τῶν ἱερῶν εἰκόνων πού καταδεικνύει ὅτι ἡ θέση καί ἡ τιμή πού ἀπονέμει ἡ ὀρθόδοξη Ἑκκλησία στήν εἰκόνα, δέν ἀποτελεῖ ὀπισθοδρόμηση στήν εἰδωλολατρεία, ἀλλά εἶναι ἀκριβῶς μιά ἔμπρακτη ὁμολογία τοῦ ὅτι «ὁ Λόγος ἐν σαρκί ἐγένετο», τοῦ ὅτι ὁ Θεός ἔγινε «τέλειος ἄνθρωπος ἐν ὅλῃ θεότητι καί τέλειος Θεός ἐν ὅλῃ ἀνθρωπότητι». «Προσέλαβε, ἐκάλλυνε καί ἔσωσε τήν ἀμαυρωθεῖσαν» στόν ἄνθρωπο «εἰκόνα τοῦ Θεοῦ» καί «τῷ θείῳ κάλλει συγκατέμιξε» (Συνοδικόν Ὀρθοδοξίας).
Μέ τό «συγκατέμιξε» ἐννοοῦν οἱ ἅγιοι Πατέρες τή θέωσή μας καί τή σωτηρία μας: «Ἀφ᾿ οὗ ἡ θεότης τῇ ἡμετέρᾳ φύσει συνεκράθη, οἷόν τι ζῳοποιόν καί σωτήριον φάρμακον, ἐδοξάσθη ἡ φύσις ἡμῶν καί πρός σωτηρίαν μετεστοιχειώθη. Δηλαδή, ἀφοῦ ἡ θεότητα ἔγινε ἕνα κράμα μέ τή δική μας ἀνθρώπινη φύση, σάν μέ κάποιο ζωοποιό καί σωτήριο φάρμακο, δοξάστηκε ἡ φύση μας καί μεταστοιχειώθηκε πρός ἀφθαρσία.
Ποιές εἶναι οἱ πηγές τῆς θεολογίας τῆς εἰκόνας;
Πηγές ἀνεξάντλητες γιά τή θεολογία τῆς εἰκόνας ἀποτελοῦν: 1) Ἡ Καινή Διαθήκη (Ἀπ. Παῦλος). 2) Οἱ Καππαδόκες Πατέρες (κυρίως ὁ Μ. Βασίλειος, στόν ὁποῖο στηρίζονται οἱ Πατέρες πού ἔζησαν τήν εἰκονομαχική περίοδο). 3) Ἡ Δ́ Οἰκουμενική Σύνοδος πού ἀσχολήθηκε κυρίως μέ τό Χριστολογικό δόγμα. 4) Ὀ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός. 5) Ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης. 6) Ἡ Ζ ́́ Οἰκουμενική Σύνοδος πού ἔγινε τό 787 μ.Χ. στή Νίκαια.
Ποῦ γίνεται μνεία στήν Καινή Διαθήκη γιά τό θέμα τῶν εἰκόνων;
Δέν γίνεται ἄμεση μνεία γιά τό θέμα τῶν εἰκόνων στήν Καινή Διαθήκη. Ἄν γινόταν ἄμεση ἀναφορά, λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, οἱ ἄνθρωποι θά θεοποιοῦσαν τίς εἰκόνες. Δέν ἀναφέρεται λοιπόν ἄμεσα τό θέμα τῶν εἰκόνων στήν Καινή Διαθήκη, ἀλλά βρίσκουμε σαφῶς χωρία στά ὁποῖα ἀναφέρεται ἡ «εἰκονική» σχέση τοῦ Χριστοῦ Υἱοῦ πρός τόν Πατέρα: «Ὁ ἑωρακώς ἐμέ ἑώρακε καί τόν Πατέρα» (Ἰωάν. 14, 9). Ὁ δέ ἀπ. Παῦλος λέει: «Χριστός ἐστι εἰκών Θεοῦ τοῦ ἀοράτου» (Κολ. 1, 15).
Ποιό ἦταν τό κύριο πρόβλημα τῶν εἰκονομάχων πού δέν τούς ἐπέτρεπε νά ἀποδεχτοῦν τίς εἰκόνες;
Ὁ ὅρος «εἰκόνα» εἶχε κατανοηθεῖ ἐντελῶς λανθασμένα ἀπό τούς εἰκονομάχους. Δηλαδή οἱ εἰκονομάχοι διατείνονταν ὅτι «μιά πραγματική εἰκόνα πρέπει νά εἶναι τῆς ἴδιας φύσης μέ τό ἀναπαριστώμενο, πρέπει νά εἶναι ὁμοούσια μέ αὐτό», διαφορετικά εἶναι εἴδωλο.
Γι᾿ αὐτό τό λόγο ὑποστήριζαν ὅτι ἀληθινή εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ εἶναι μόνο ἡ Θεία Εὐχαριστία. Γιά τούς Ὀρθόδοξους ὅμως «τά Τίμια Δῶρα δέν μποροῦν νά ἀναγνωρισθοῦν σάν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, γιατί ἀκριβῶς εἶναι ταυτόσημα μέ Αὐτόν πού εἶναι τό Πρωτότυπό τους. Ἡ μετουσίωση τῶν Τιμίων Δώρων δέν τά μεταβάλλει σέ εἰκόνα, ἀλλά σέ Τίμιον Σῶμα καί Τίμιον Αἷμα τοῦ Χριστοῦ». Οἱ θέσεις αὐτές τῶν εἰκονομάχων ἦταν ἀκατανόητες καί ἀπαράδεκτες γιά τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας.
Γι᾿ αὐτό, μέ πρωτοπόρους τούς μαχητικούς Πατέρες, ἅγιο Ἰωάννη Δαμασκηνό καί Θεόδωρο Στουδίτη, ἀγωνίστηκε γιά τό ὀρθόδοξο δόγμα. Οἱ Πατέρες αὐτοί ἄνοιξαν βαθύτατο θεολογικό διάλογο μέ τούς αἱρετικούς καί μᾶς ἔδωσαν τίς ὀρθόδοξες θέσεις στίς ὁποῖες στηρίζεται σήμερα ἡ Ὀρθοδοξία ὅσον ἀφορᾶ τό θέμα τῶν εἰκόνων.
Ποιά εἶναι ἡ θέση τῶν ὀρθοδόξων γιά τή σχέση εἰκόνας καί πρωτοτύπου;
Γιά τούς ὀρθόδοξους ἡ εἰκόνα βέβαια δέν εἶναι ταυτόσημη μέ τό πρωτότυπό της, δέν εἶναι ὁμοούσια. Ἄλλωστε ἡ ἔννοια τῆς λέξεως «εἰκών» αὐτό δείχνει. «Ἄλλο γάρ ἐστι εἰκών καί ἄλλο τό εἰκονιζόμενον», λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός. Ἐνῶ ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ὀνομάζει τό πρωτότυπο «ἀρχέτυπον», «σφραγίδα» καί ἡ εἰκόνα ἑρμηνεύεται ὡς «παράγωγον», «ἐκτύπωμα», «ἀποσφράγισμα». Ὑποστηρίζει μάλιστα ὅτι τό πρωτότυπο καί ἡ εἰκόνα δέν εἶναι δυνατόν νά ταυτίζονται, διότι πρόκειται γιά δύο παράγοντες, ὅπου ὁ ἕνας -τό πρωτότυπο-ἐπέχει λόγο αἰτίου καί ὁ ἄλλος -ἡ εἰκόνα -ἐπέχει λόγο αἰτιατοῦ. Εἶναι δύο πραγματικότητες πού διακρίνονται μεταξύ τους, ἀλλά εἶναι συγχρόνως ἀδιάσπαστα ἑνωμένες.
Ἐπίσης ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀναφέρει ὅτι ἡ φύση τῆς εἰκόνας εἶναι νά ὑπάρχει ὡς «μίμημα τοῦ πρωτοτύπου». Ἔτσι μποροῦμε πιό εὔκολα νά ἐννοήσουμε ὅτι ἡ «μίμηση» ὡς ἰδίωμα τῆς εἰκόνας, δηλώνει συγχρόνως τήν ὁμοιότητά της μέ τό πρωτότυπο ὡς πρός τή μορφή, ἀλλά καί τή διαφορά της ὡς πρός τή φύση, τήν οὐσία της, μέ τό πρωτότυπο. Ὁ δέ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης λέει: «Οὐκ ἄν μανείη ἄν τις τοσοῦτον, σκιάν τε καί ἀλήθειαν, ἀρχέτυπον καί παράγωγον, αἴτιόν τε καί αἰτιατόν, ταὐτόν ὑπολαμβάνειν κατ᾿ οὐσίαν». Δηλαδή, μέ ἁπλά λόγια, καί ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ὑποστηρίζει τήν ἴδια θέση καί λέει: Σίγουρα, θά ᾿ναι τρελλός ὅποιος ταυτίζει τή σκιά μέ τήν ἀλήθεια, τό ἀρχέτυπο μέ τό παράγωγο, τό αἴτιο μέ τό αἰτιατό.
Ἑπομένως ἄλλη εἶναι ἡ οὐσία τοῦ πρωτοτύπου, «ἀρχετύπου» καί ἄλλη τοῦ ἐκτυπώματος, τῆς εἰκόνας. Μάλιστα, γιά νά μᾶς κάνει σαφέστερη τή διάκριση μεταξύ εἰκόνας καί πρωτοτύπου, μᾶς φέρνει τό παράδειγμα τοῦ καθρέφτη. Πάνω στόν καθρέφτη διαγράφεται τό ὁμοίωμα τοῦ προσώπου πού καθρεφτίζεται. Τό ὁμοίωμα αὐτό φυσικά ἔχει ἐντελῶς διαφορετική οὐσία ἀπό τό πρωτότυπο, τό πρόσωπο δηλαδή πού καθρεφτίζεται. Δέν ἔχει κοινή τήν ὕλη καί τήν οὐσία τό πρωτότυπο μέ τό ὁμοίωμα.
Ἀπ᾿ ὅλα αὐτά βγαίνει τό συμπέρασμα ὅτι κάθε ὀρθόδοξη εἰκόνα εἶναι ὅμοια μέ τό εἰκονιζόμενο πρόσωπο ὡς πρός τά χαρακτηριστικά του ἰδιώματα, ὡς πρός τή μορφή, ἀλλά ὡς πρός τήν οὐσία, εἶναι ἀνόμοια. Δέν ἔχει ἡ εἰκόνα κοινή τήν οὐσία μέ τό ἀρχέτυπο. Γι᾿ αὐτό ἡ ὀρθόδοξη εἰκόνα ἔχει τή δυνατότητα νά λειτουργεῖ μέ δυό τρόπους: Συγχρόνως ἀποκρύπτει καί ἀποκαλύπτει τήν ἀλήθεια. Λειτουργεῖ, ὅπως λένε, καί «ὡς ἀπόκρυψη καί ὡς ἀποκάλυψη τῆς ἀλήθειας».
Εἴπατε ὅτι «ὁ Χριστός ἐστιν εἰκών τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου». Δέν ταυτίζεται σ᾿ αὐτή τήν περίπτωση «ἡ εἰκόνα», ὁ Χριστός, μέ τό πρωτότυπό της, τό ἀρχέτυπό της, τόν Θεό-Πατέρα;
Καί σ᾿ αὐτό τό θέμα ἔχουμε ἀπάντηση ἀπό τόν ἅγιο Πατέρα μας Θεόδωρο τό Στουδίτη. Ὁ ὅσιος Πατήρ κάνει ἕνα διαχωρισμό ἀνάμεσα στή «φυσική» εἰκόνα καί στήν «τεχνητή» εἰκόνα. Στή «φυσική» εἰκόνα, τό πρωτότυπο, καί ἡ εἰκόνα ταυτίζονται «οὐσιωδῶς», ὡς πρός τήν οὐσία, ἀλλά διαφέρουν ὡς πρός τήν ὑπόσταση, ἔχουν διαφορετικές ὑποστάσεις.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα «φυσικῆς» εἰκόνας προβάλλει ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης τή σχέση τοῦ Χριστοῦ πρός τόν Πατέρα Του κατά τή θεότητά Του καί τή σχέση Του πρός τή Μητέρα Του κατά τήν ἀνθρωπότητά Του. Ὁ Χριστός εἶναι ὁ Σαρκωμένος Θεός καί Λόγος, ὁ Ὁποῖος εἶναι ἡ ἀπαράλλακτη εἰκόνα τοῦ Θεοῦ-Πατέρα ὡς πρός τή θεότητα. Ἐνῶ κατά τήν ἀνθρωπότητα εἶναι φυσική εἰκόνα τῆς Μητέρας Του, τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Καί ὅσον ἀφορᾶ τή θεότητα, μέ βάση τήν τριαδικότητα, διαφέρει ὡς πρός τήν ὑπόσταση. Διότι ἄλλη εἶναι ἡ ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ-Πατέρα καί ἄλλη τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Κατά τόν ἴδιο τρόπο μπορεῖ ὁ Χριστός νά ταυτίζεται, ὡς πρός τήν ἀνθρώπινη φύση Του μέ τή Μητέρα Του, «τήν τεκοῦσαν Αὐτόν Θεοτόκον», ἀλλά νά διαφέρει ὅμως ὑποστατικῶς ἀπό αὐτήν, διότι ὁ Χριστός, ὡς ἄνθρωπος, εἶχε ὑποστατικά ἰδιώματα τά ὁποῖα διέφεραν ἀπό τῆς Μητέρας Του. Ἐνῶ ἡ «τεχνητή» εἰκόνα -τό εἰκόνισμα πού ἔχουμε στούς Ναούς καί στά σπίτια μας- ταυτίζεται μέ τό πρωτότυπό της «τῇ ὁμοιώσει», ὡς πρός τήν ὁμοιότητα τῆς μορφῆς, ἀλλά διακρίνεται ἀπό αὐτό «φυσικῶς», ὡς πρός τήν οὐσία.
Παράδειγμα: Ἡ «τεχνητή» εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ εἶναι διαφορετική ὡς πρός τήν οὐσία ἀπό τό πρωτότυπό της, τό Σαρκωμένο Λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀλλά συνδέεται μέ αὐτό γιατί ἀναπαριστᾶ τό πρόσωπο τοῦ πρωτοτύπου, φέρει τό ὄνομα του καί ἔτσι ταυτίζεται ὑποστατικά μέ αὐτό (κατά τήν ὁμοίωση). «Τό πρωτότυπον καί ἡ εἰκών ἕν μέν ἐστι τῇ ὑποστατικῇ ὁμοιώσει, δύο δέ τῇ φύσει», λέει ὁ ἅγιος Νικηφόρος. Γι᾿ αὐτό ἡ «εἰκών τοῦ Χριστοῦ Χριστός», κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τό Δαμασκηνό.
Στήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ποιά ἀπό τίς δύο φύσεις εἰκονίζεται;
Τό ἴδιο ἐρώτημα ἔθεταν καί οἱ εἰκονομάχοι. Γι᾿ αὐτό ἔλεγαν πρός τούς ὑπέρμαχους τῶν ἁγίων εἰκόνων: Τί ἀπεικονίζει ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τή θεία φύση ἤ τήν ἀνθρώπινη; Καί πῶς εἶναι δυνατόν νά περιγράφεται ὁ Θεός πού εἶναι «ἀσχημάτιστος», «ἀπερίγραπτος», καί «ἄποσος»; Ἄν πάλι, ἔλεγαν, εἰκονίζετε τήν ἀνθρώπινη φύση, πῶς εἶναι δυνατόν νά χωρίζεται ἡ θεία φύση ἀπό τήν ἀνθρώπινη στήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ; Στά ἐρωτήματα αὐτά ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἔδωσε τήν ἑξῆς ἀπάντηση: «Πάλαι μέν ὁ Θεός, ὁ ἀσώματος καί ἀσχημάτιστος οὐδαμῶς εἰκονίζετο. Νῦν δέ σαρκί ὀφθέντος Θεοῦ καί τοῖς ἀνθρώποις συναναστραφέντος, εἰκονίζω τοῦ Θεοῦ τό ὁρώμενον». Δηλαδή: Τούς χρόνους πρό τῆς ἐνανθρωπήσεως, ὁ Θεός, ὁ ἀσώματος, ὁ ἀσχημάτιστος δέν εἰκονιζόταν πουθενά. Τώρα ὅμως πού ἔλαβε σάρκα καί φανερώθηκε καί συναναστράφηκε μέ τούς ἀνθρώπους, εἰκονίζω τόν ὁρατό Θεό. Καί σέ ἄλλο σημεῖο πάλι λέει: «Διό θαρρῶν εἰκονίζω Θεόν τόν ἀόρατον, οὐχ ὡς ἀόρατον, ἀλλ᾿ ὡς ὁρατόν, δι᾿ ἡμᾶς γενόμενον μεθέξει σαρκός τε καί αἵματος. Οὐ τήν ἀόρατον εἰκονίζω θεότητα, ἀλλ᾿ εἰκονίζω τοῦ Θεοῦ τήν ὁραθεῖσαν σάρκα». Δηλαδή: Γι᾿ αὐτό παίρνω θάρρος καί εἰκονίζω Θεό τόν ἀόρατο, ὄχι ὡς ἀόρατο, ἀλλά μέ τή σωματική Του ὑπόσταση μέ τήν ὁποία ἔγινε σέ μᾶς ὁρατός, ἀφοῦ προσέλαβε γιά τή δική μας σωτηρία σάρκα καί αἷμα.
Ἡ σάρκωση τοῦ Θεοῦ, λένε οἱ ὀρθόδοξοι, μᾶς δίνει τό δικαίωμα νά Τόν ἀπεικονίζουμε, νά ζωγραφίζουμε τήν εἰκόνα Του, χωρίς αὐτό νά σημαίνει ὅτι χωρίζουμε τή σάρκα Του ἀπό τή θεότητά Του. Γιατί ἄν δέν ἀπεικονίσουμε τόν Κύριο, ἀρνούμαστε τήν ἀνθρώπινη φύση Του. Θά εἴμαστε τότε ἤ Μονοφυσίτες-διότι αὐτοί παραδέχονται μόνο τή θεία φύση Του- ἤ Δοκητές -διότι αὐτοί πιστεύουν στή φαινομενική παρουσία τοῦ Χριστοῦ ἐπί τῆς γῆς.
Ἀλλά σ᾿ αὐτό τό σημεῖο ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ἀντιμετώπισε τούς αἱρετικούς εἰκονομάχους μέ μιά πιό σαφή θεολογική τοποθέτηση καί ἔλυσε παντελῶς τό ἀκανθῶδες αὐτό πρόβλημα. Ἔκανε δηλαδή ἕνα σαφή διαχωρισμό, μιά εὔστοχη διάκριση ἀνάμεσα στή φύση καί στό πρόσωπο-ὑπόσταση. Καί μᾶς δίδαξε ὅτι ἡ εἰκόνα ἐξεικονίζει, ὄχι τή φύση, ἀλλά τήν ὑπόσταση τοῦ εἰκονιζόμενου. «Παντός», λέει «εἰκονιζομένου, οὐχ ἡ φύσις ἀλλ᾿ ἡ ὑπόστασις εἰκονίζεται». Ὁ δέ σύγχρονος εἰκονολόγος Michel Quenot λέει ὅτι «στήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι οὔτε ἡ θεότητα οὔτε ἡ ἀνθρωπότητά Του (δέν πρόκειται γιά τίς φύσεις πού παριστάνονται), ἀλλά γιά τό μοναδικό πρόσωπο πού ἑνώνει τίς δύο φύσεις».
Τί ἐννοῦμε μέ τόν ὅρο «ὑπόσταση»;
Εἶναι εὔλογο τό ἐρώτημα καί οὐσιαστικό. Πρόκειται γιά ἕνα σημαντικό θεολογικό ὅρο πού σαφῶς ἔλειπε ἀπό τήν εἰκονομαχική σκέψη. Στήν προχαλκηδόνιο περίοδο, οἱ ὅροι «φύσις», «ὑπόστασις» καί «πρόσωπο» ταυτίζονταν, ἦταν συνώνυμοι. Ἡ ταύτιση ὅμως αὐτή δημιουργοῦσε σοβαρές δυσκολίες γιά τήν κατανόηση τῆς τριαδικότητας τοῦ Θεοῦ ἀφ᾿ ἑνός, ἀλλά καί τῆς ἑνότητας Θεοῦ καί ἀνθρώπου ἐν τῷ προσώπω τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐφ᾿ ἑτέρου. Τό δόγμα τῆς Χαλκηδόνας ἔκανε αὐτή τή σαφή διάκριση ἀνάμεσα στή «φύση» καί στήν «ὑπόσταση», τό πρόσωπο.
Ἔτσι ἀποσαφηνίστηκε ὅτι ἡ «ὑπόστασις ταυτόν οὖσα πρός τό πρόσωπον», εἶναι κάτι περισσότερο ἀπό τή «φύση», διότι προϋποθέτει, περιλαμβάνει τή «φύση». Καί γιά νά τό καταλάβουμε καλύτερα, οἱ ὅροι «οὐσία» καί «φύσις» δηλώνουν ἁπλῶς τό «εἶναι», τό γενικό, τό καθολικό, τό εἶδος τό κοινό σέ ὅλους, π.χ. τή θεία φύση, τήν ἀγγελική ἤ τήν ἀνθρώπινη. Ἐνῶ ἡ «ὑπόσταση» ὑποδηλώνει τό καθεαυτό εἶναι, τό πρόσωπο, τόν ἰδιαίτερο, ἀτομικό καί προσωπικό τρόπο ὑπάρξεως. Ἡ «φύσις» εἶναι κοινή σέ ὅλους. Τό πρόσωπο προσθέτει σ᾿ αὐτή τό σύνολο τῶν ἀτομικῶν ἰδιωμάτων, τῶν ἰδιαίτερων χαρακτηριστικῶν Π.χ. ἡ ἀνθρώπινη φύση εἶναι κοινή σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους. Τά πρόσωπα ὅμως μπορεῖ νά εἶναι πολυάριθμα, ἀλλά τό καθένα ἀπ᾿ αὐτά εἶναι μοναδικό, συγκεκριμένο καί ἀναντικατάστατο, ἔχει δέ τά δικά του, τά ἀτομικά του ἰδιώματα καί χαρακτηριστικά.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός διευκρινίζει πλήρως τόν ὅρο ὑπόσταση καί λέει: «Ἐπειδή δέ πολλοί εἰσιν ἄνθρωποι, ὁ καθείς ἄνθρωπος ὑπόστασίς ἐστιν, οἷον ὁ Ἀδάμ, ὑπόστασις ἐστι, καί ἡ Εὔα ἄλλη ὑπόστασις, καί ὁ Σήθ ἑτέρα ὑπόστασις». Δηλαδή: Ὑπάρχουν πολλοί βέβαια ἄνθρωποι, ἀλλά ὁ καθένας εἶναι ξεχωριστή, ἰδιαίτερη ὑπόσταση, π.χ. ὁ Ἀδάμ εἶναι ὑπόσταση ξεχωριστή, ἡ Εὔα ἄλλη ὑπόσταση, ὁ Σήθ διαφορετική ὑπόσταση. Γιά νά καταδείξει δέ ὁ ἱερός Πατήρ τή διαφορά μεταξύ ὑποστάσεως καί οὐσίας, φύσεως ἤ εἴδους, ἀναφέρει τά παραδείγματα τῆς Ἁγίας Τριάδος, τῶν Ἀγγέλων καί τῶν ἀνθρώπων. Λέει λοιπόν: «Ὅσον ἀφορᾶ τήν Ἁγία Τριάδα ἔχουμε τρεῖς ὑποστάσεις. Εἶναι ὁ Πατήρ, ὁ Υἱός καί τό Ἅγιο Πνεῦμα. Φύση καί οὐσία εἶναι μία, ἡ ὑπερούσια καί ἀκατάληπτη Θεότητα. Στούς Ἀγγέλους ὑποστάσεις εἶναι ὁ Μιχαήλ καί ὁ Γαβριήλ καί οἱ λοιποί κατά μέρος Ἄγγελοι, ἐνῶ ἡ οὐσία, τό περιεκτικό εἶδος, εἶναι ἡ ἀγγελική φύση. Τό ἴδιο μποροῦμε νά ποῦμε καί γιά τούς ἀνθρώπους. Ἔτσι ξεχωριστές ὑποστάσεις εἶναι ὁ Πέτρος, ὁ Παῦλος, ὁ Ἰωάννης καί οἱ λοιποί κατά μέρος ἄνθρωποι. Περιεκτικό δέ εἶδος αὐτῶν, ἡ οὐσία τους, εἶναι ἡ ἀνθρωπότης».
Καί οἱ λοιποί Πατέρες ἔλεγαν: Κοινή, μία ἡ φύση τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά μυριοϋπόστατη. Μονάς ὁ Θεός, ἀλλά Τρισυπόστατος. Τρία πρόσωπα, τρεῖς ὑποστάσεις πού τό καθένα ἔχει τά δικά του προσωπικά ἰδιώματα. Ἡ εἰκόνα ἀναπαριστᾶ λοιπόν τό πρόσωπο, τήν ὑπόσταση τοῦ πρωτοτύπου της καί φέρει τό ὄνομα του.
Ἔτσι ἀκριβῶς καθίσταται δυνατή ἡ γνώση αὐτοῦ τοῦ προσώπου. Χάρη σ᾿ αὐτό τό δεσμό «ἡ τῆς εἰκόνος τιμή ἐπί τό πρωτότυπον διαβαίνει». Στό ἐρώτημα λοιπόν πού ἔθεταν οἱ εἰκονομάχοι -καί θέτουμε κι ἐμεῖς πολλές φορές- «ποιά φύση εἰκονίζεται, ἡ θεία φύση, ἤ εἰκονίζεται ὁ ἄνθρωπος Χριστός, ἡ ἀνθρώπινη φύση χωρισμένη ἀπό τή θεότητα;», ὁ ὀρθόδοξα σκεπτόμενος θά δώσει τήν ἀπάντηση πού ἔδωσε ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης: Οὔτε τή θεία φύση εἰκονίζουμε οὔτε τήν ἀνθρώπινη. Εἰκονίζουμε τήν ὑπόσταση, τό πρόσωπο. «Ὁ Χριστός εἶναι περιγραπτός καθ᾿ ὑπόστασιν, κἄν ἐν τῇ θεότητι ἀπερίγραπτος», μᾶς λέει σέ ἄλλο σημεῖο ὁ ἱερός Πατέρας.
Καί ὁ Λεωνίδας Οὐσπένσκυ, Ρῶσος θεολόγος τοῦ αἰώνα μας, θεολογεῖ μέ βάση τούς Πατέρες καί λέει: «Ἀναπαριστάνοντας τόν Κύριό μας, δέν ἀναπαριστάνουμε οὔτε τή θεία οὔτε τήν ἀνθρώπινη φύση Του, ἀλλά τήν ὑπόστασή Του, τό Πρόσωπό Του, τό ὁποῖο σύμφωνα μέ τό δόγμα τῆς Χαλκηδόνας ἑνώνει ἀσυγχύτως καί ἀδιαιρέτως τίς δύο φύσεις». Ὁ δέ VΙ. Lossky λέει τά ἑξῆς γιά τόν ὅρο ὑπόσταση: «Ἡ ὑπόστασις περιλαμβάνει ἀμφοτέρας τάς φύσεις. Ἐν Χριστῷ ὑπῆρχαν δύο διάφοροι φύσεις ἐν μιᾷ ὑποστάσει».
Ὑπῆρχαν πράγματι ἔκτροπα ἐκ μέρους τῶν εἰκονόφιλων, τήν περίοδο τῆς εἰκονομαχίας;
Ἀναφέρεται ὅτι ὑπῆρχαν πλανεμένοι τρόποι προσκύνησης τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Προσκυνοῦσαν καί λάτρευαν κατά κάποιο τρόπο τό ξύλο τῆς εἰκόνας καί ὄχι τό εἰκονιζόμενο πρόσωπο. Εἶχαν δηλαδή ἐκπέσει οἱ εἰκονολάτρες σέ ἕνα εἶδος εἰδωλολατρείας, ἀπέδιδαν μαγικές ἰδιότητες στίς εἰκόνες καί ἔφταναν πολλές φορές σέ φοβερές ὑπερβολές. Ἱερεῖς ἔξυναν τά χρώματα τῶν εἰκόνων καί τά προσέθεταν στά Τίμια Δῶρα, γιά νά τά δώσουν στή συνέχεια στούς πιστούς νά κοινωνήσουν! Ἄλλοι ἱερεῖς πάλι τελοῦσαν τή Θεία Εὐχαριστία πάνω σέ μιά εἰκόνα ἀντί στήν ἁγία Τράπεζα.
Ἔπειτα οἱ ζωγράφοι ἱστοροῦσαν εἰκόνες πού σκανδάλιζαν μέ τόν ἐκλεπτυσμένο αἰσθησιασμό τους τούς πιστούς. Οἱ εἰκόνες αὐτές δέν ἦταν δυνατόν νά ἀντικατοπτρίσουν τή δόξα τοῦ Θεοῦ καί τῶν Ἁγίων καί νά εἰσαγάγουν τούς προσευχόμενους στόν πνευματικό κόσμο, στήν ὑπερβατική ἀτμόσφαιρα πού δημιουργεῖ ἡ Βυζαντινή εἰκόνα, ὅπως διαμορφώθηκε ἀργότερα μέ τά πάγια ἐκεῖνα ἀντινατουραλιστικά χαρακτηριστικά πού ἔχουμε ἤδη περιγράψει. Ἔτσι ἦταν σχεδόν βλασφημία καί ἡ παρουσία τέτοιων εἰκόνων μέσα στίς Ἐκκλησίες, ἦταν ἕνα εἶδος προσχώρησης στήν εἰδωλολατρεία.
Δηλαδή δέν δημιουργοῦσαν προβλήματα στήν Ἐκκλησία μόνο οἱ εἰκονομάχοι, ἦταν καί οἱ εἰκονολάτρες.
Δέν ἦταν μόνο οἱ εἰκονομάχοι καί οἱ εἰκονολάτρες, ἦταν καί οἱ Δυτικοί καί οἱ Μανιχαῖοι, οἱ Ἰουδαῖοι, οἱ Εἰδωλολάτρες, ἀλλά καί ὅσοι δέν εἶχαν ἐνημερωθεῖ καί δέν εἶχαν πλήρη γνώση, οἱ ὁποῖοι ἄγονταν καί φέρονταν καί παρασύρονταν ἀπό τούς φανατικούς. Διότι τότε δέν εἶχε διαμορφωθεῖ ἀκόμη ἡ θεολογία τῆς εἰκόνας.
Οἱ Πατέρες ἔδωσαν τή μάχη γιά νά κρατήσουν τήν ὀρθόδοξη βίωση καί τό ὀρθόδοξο δόγμα. Διαγράφουν τήν ἀκαταστασία πού ἐπικρατοῦσε τήν περίοδο αὐτή ὅσα μᾶς λέει ὁ π. Βασίλειος Γοντικάκης στό βιβλίο του «Θεολογικό σχόλιο στίς τοιχογραφίες τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σταυρονικήτα», τά ὁποῖα διατρανώνουν συγχρόνως καί τήν ὀρθόδοξη πατερική ἄποψη: «Οἱ εἰκονοκλάστες», μᾶς λέει, «σπάζουν τίς εἰκόνες καί ἀρνοῦνται ἔργῳ τή σάρκωση τοῦ Λόγου. Οἱ εἰκονολάτρες λατρεύουν τήν ὕλη τῆς εἰκόνας καί χάνουν τόν Θεό. Οἱ Δυτικοί τή θεωροῦν διακοσμητικό στοιχεῖο (ἀπόφαση τῆς Συνόδου τῆς Φραγκφούρτης 794).
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὅμως μένει πιστή στόν Σαρκωθέντα Λόγο τοῦ Θεοῦ καί ἀρνεῖται ὅλες αὐτές τίς πεπλανημένες δοξασίες. Δέν ἀπορρίπτει τήν ὕλη Μανιχαϊκά, οὔτε τή λατρεύει παγανιστικά, οὔτε τή θεωρεῖ ἀδιάφορα θεολογικά, ἀλλά ὁμολογεῖ τήν πίστη της διά στόματος τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ: Λατρεύω τόν Θεό πού μέ ἔσωσε, πού ἔγινε ὕλη γιά μένα. Καί δέν θά πάψω νά σέβομαι τήν ὕλη διά τῆς ὁποίας σώθηκα καί ἡ ὁποία εἶναι ἔμπλεως τῆς θείας Χάριτος.
Γι᾿ αὐτό μέ σεβασμό κινοῦμαι μέσα στήν κτίση πού τή βλέπω νά ἀστράφτει ἀπό τό φῶς τοῦ Ἀναστάντος πού γέμισε τόν Οὐρανό, τή γῆ καί τά καταχθόνια. Προσκυνῶ πάντα Ναόν Θεοῦ ἅγιον καί πᾶν ἐφ᾿ ᾧ Θεός ὀνομάζεται, οὐ διά τήν αὐτῶν φύσιν, ἀλλ᾿ ὅτι θείας ἐνεργείας εἰσί δοχεῖα». Πού θά πεῖ: Προσκυνῶ κάθε ἅγιο Ναό τοῦ Θεοῦ καί καθετί τό ὁποῖο ἔχει ἐνεργήσει καί ἐπί τοῦ ὁποίου ἔχει φανερωθεῖ ὁ Θεός. Δέν τά προσκυνῶ ἐπειδή εἶναι θεῖα ἀπό τή φύση τους, ἀλλά ἐπειδή εἶναι δοχεῖα τῆς θείας καί ἄκτιστης ἐνέργειας.
Δηλαδή ἡ ὕλη τῆς εἰκόνας γίνεται ἔμπλεως τῆς θείας Χάριτος;
Βέβαια, ὅπως μᾶς ἀνέφερε ἤδη ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, γίνεται ἡ ὕλη τῆς εἰκόνας ἔμπλεως τῆς θείας Χάριτος διά τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν αὐτῆς τῆς θείας Χάριτος,«ὅτι θείας ἐνεργείας εἰσι δοχεῖα». Ἡ ἴδια ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀπό τήν ὁποία ἦταν πληρωμένοι οἱ Ἅγιοι κατά τήν ἐπίγεια ζωή τους διαπερνᾶ καί διαποτίζει καί τίς εἰκόνες τους. Ἡ θεία Χάρη εἶναι ἐκείνη πού ἑνώνει πρωτότυπο καί εἰκόνα (ὕλη).
Στίς εἰκόνες πρέπει νά ἀπονέμουμε προσκύνηση ἤ λατρεία; Τί εἶναι προσκύνηση καί τί λατρεία;
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἀναφέρει ὅτι ἡ προσκύνηση εἶναι σημεῖο ὑποταγῆς, ὑποβιβασμοῦ καί ταπεινώσεως «σημεῖον ὑποπτώσεως, τουτέστιν ὑποβιβασμοῦ καί ταπεινώσεως».Στήν προσευχή πού κάνουμε ἐνώπιον τῶν εἰκόνων, σάν σέ μιά ἄλλη «ἱερά πρόθεση», καταθέτουμε καί ἐναποθέτουμε τά αἰτήματά μας, διότι ἡ εἰκόνα λειτουργεῖ «ὡς μεσίτρια» στήν ἀπόλυτα προσωπική μας προσευχή.
Ἔτσι δημιουργεῖται μιά γέφυρα, ἡ εἰκόνα γίνεται ἕνα πέρασμα, μιά διάβαση μέσω τῆς ὁποίας ὑπαρξιακά προσκυνοῦμε τόν εἰκονιζόμενο Ἅγιο καί κατ᾿ ἐπέκταση τόν ἀληθινό Θεό. «Διότι δέν ἀποδίδεται λατρεία στό “σημαῖνον”, δηλαδή στήν ὕλη, ἀλλά στό “σημαινόμενον” πρόσωπο πού παριστάνεται». «Ἡ τιμή τῆς εἰκόνος ἐπί τό πρωτότυπον διαβαίνει».
Ἑπομένως ἡ θεολογία τῆς εἰκόνας καί τῆς προσκύνησης τῆς εἰκόνας γίνεται μιά θεολογία σχέσεως πρός τό εἰκονιζόμενο (εἴτε εἶναι ὁ Χριστός εἴτε ἡ Θεοτόκος εἴτε οἱ Ἅγιοι) καί σέ τελική ἀνάλυση ἡ προσκύνηση ἀπονέμεται πρός τόν Τριαδικό Θεό.
Στήν ὀρθόδοξη θεολογία ἔχει διατηρηθεῖ μέχρι σήμερα ἡ διάκριση ἀνάμεσα στή λατρεία τοῦ Θεοῦ (λατρευτική προσκύνηση) καί στήν τιμή (τιμητική προσκύνηση) τῶν εἰκόνων τῆς Θεοτόκου καί τῶν Ἁγίων. Ἡ τιμητική προσκύνηση τῆς Θεοτόκου καί τῶν Ἁγίων πηγάζει ἀπό τό γεγονός ὅτι τιμήθηκαν καί οἱ ἴδιοι ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό. Οἱ εἰκόνες μαρτυροῦν αὐτή τήν τιμή καί μᾶς παρακινοῦν καί μᾶς νά κάνουμε τήν ἴδια κίνηση. Οἱ Ἅγιοι ἄλλωστε εἶναι Χριστοποιημένες ὑπάρξεις καί χαρισματικές παρουσίες καί εἶναι παρόντες ἐκεῖ κατά χάριν. Μᾶς βλέπουν. Ἀκοῦνε τίς προσευχές μας καί μᾶς καλοῦν σέ ἀγαπητική κοινωνία καί σχέση. Καί ὅταν λέμε ὅτι οἱ Ἅγιοι εἶναι Χριστοποιημένες ὑπάρξεις, ἐννοοῦμε ὅτι ἔχουν γίνει Χριστοί-Θεοί κατά χάριν. «Ὅπου εἶναι οἱ Ἅγιοι, ἐκεῖ εἶναι καί ὅλος ὁ Κύριος καί Θεός. Ὁ Θεός ἐν Ἁγίοις ἀναπαυόμενος. Κάθε Ἅγιος εἶναι Χριστός ἐπαναλαμβανόμενος», λέει ὁ π. Ἰουστῖνος ὁ Πόποβιτς. Καί σέ ἄλλο σημεῖο: «Οἱ Ἅγιοι εἶναι οἱ πληρέστερες, οἱ ὀφθαλμοφανέστερες, οἱ τελειότερες καί γι᾿ αὐτό οἱ πειστικότερες Θεοφάνειες». Ὁ δέ ἅγιος Παχώμιος διατυπώνει τήν ἴδια ἔννοια ἀκόμη καί γιά τούς ζῶντες, στήν παροῦσα ζωή, Ἁγίους: «Ἐάν ἴδῃς», λέει, «ἄνθρωπον, ἁγνείᾳ συζῶντα καί ταπεινοφροσύνης ἐξηρτημένον, ἐλεήμονα, πρᾶον, χρηστόν, συμπαθῆ, φιλόθεον, φιλάδελφον, πάσαις ἁπλῶς κομῶντα ταῖς ἀρεταῖς, ὤ οἵου δράματος ἔτυχες! Αὐτόν γάρ τόν ἀόρατον Θεόν ἰδεῖν ἠξιώθης ἐν τῶ ὁρωμένῳ ἐκείνου ναῷ καί τῇ εἰκόνι αὐτοῦ».
Καί ἄν μιά τέτοια θέση διατυπώνεται γιά τούς ἐξαγιασμένους ἀνθρώπους, ὁ Θεάνθρωπος Χριστός ἀσφαλῶς εἶναι «ἡ παντελεία Θεοφάνεια ἐν μορφῇ ἀνθρώπου, ἡ ὁρατή εἰκών τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου». Τιμώντας λοιπόν τούς Ἁγίους καί προσκυνώντας τίς ἅγιες εἰκόνες τους, τιμοῦμε καί προσκυνοῦμε τόν ἴδιο τόν ἀληθινό Θεό. Βέβαια δέν πρέπει νά γίνεται σύγχυση ἀνάμεσα στή λατρεία καί στήν τιμή.
Ἡ λατρεία, κατά τή Ζʹ Οἰκουμενική Σύνοδο, ἀπονέμεται μόνο στόν Τριαδικό Θεό, ἐνῶ ἡ τιμή στούς Ἁγίους. Ἡ Θεοτόκος «κατέχουσα τά δευτερεῖα τῆς Τριάδος» ἔχει καί τά πρωτεῖα στήν τιμητική προσκύνηση, εἶναι ἡ Δέσποινα τοῦ Κόσμου ἡ Βασίλισσα τῶν Ἀγγέλων. Γι᾿ αὐτό ὑπερβολικά τιμᾶται ἀπό τήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἔχει ξεχωριστή θέση στή λατρεία, χαιρετίζεται δέ ὡς «τιμιωτέρα τῶν Χερουβίμ καί ἐνδοξοτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ». Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός διακρίνει διάφορους τρόπους προσκυνήσεως. Μᾶς ἀναφέρει πρῶτα-πρῶτα τό «δοξαστικό» τρόπο προσκυνήσεως πού ἀναφέρεται στόν Τριαδικό Θεό: «Δοξαστικά, εὐλογοῦμε τόν Θεό γιά τή φυσική του δόξα, διότι εἶναι ὁ μόνος δοξασμένος καί ὁ αἴτιος κάθε δόξας, κάθε ἀγαθοῦ, φῶς ἀκατάληπτο, γλυκασμός ἀσύλληπτος, κάλλος ἀπροσμέτρητο, ἄβυσσος ἀγαθότητας, σοφία ἀνεξιχνίαστη, δύναμη ἀπειροδύναμη, μόνος ἄξιος νά θαυμάζεται καί νά προσκυνεῖται καί νά δοξάζεται καί νά ποθεῖται».
Δεύτερος τρόπος προσκυνήσεως εἶναι ὁ εὐχαριστιακός ὁ ὁποῖος ἐκφράζει τήν εὐγνωμοσύνη τῆς Ἐκκλησίας γιά τά ἐλέη τοῦ Θεοῦ καί τήν ἄπειρη ἀγάπη Του, «διά τοῦ Ὁποίου ὅλα συνίστανται καί συγκροτοῦνται» καί σέ ὅλα μεταδίδει ἄφθονα τίς Δωρεές Του. Τρίτος τρόπος προσκυνήσεως εἶναι τῶν παρακλήσεων καί τῶν δεήσεων καί τέταρτος τῆς μετανοίας καί τῆς ἐξομολογήσεως. Μέ αὐτούς τούς τρόπους καί τά ἀνάλογα βιώματα πού ἀναπτύσσονται καθαρίζουμε τούς ἑαυτούς μας, μετέχουμε στή θεία ζωή καί προσκυνοῦμε πλέον ὑπαρξιακά τόν Θεό.
Ὑπάρχουν θαυματουργές εἰκόνες;
Ἀποδίδονται πολλά θαύματα στίς εἰκόνες τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας καί τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας ἀπό τούς παλαιούς χρόνους μέχρι σήμερα. Ὁ ἱστορικός Εὐσέβιος, ἐπίσκοπος Καισαρείας († 339 μ.Χ.) ἀναφέρει ὅτι στήν Πανέα (Β. Γαλιλαία) ὑπῆρχε στήν ἐποχή του ἕνας ἀνδριάντας, τόν ὁποῖο εἶχε στήσει ἡ Χαναναία τοῦ Εὐαγγελίου καί ἀπεικόνιζε τό Πρόσωπο καί τή σωματική κατάσταση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Στή βάση αὐτοῦ τοῦ ἀνδριάντα φύτρωνε ἕνα βότανο πού θεράπευε πολλά ἀνίατα νοσήματα.
Ἐπίσης καί ὁ Εὐάγριος ὁ σχολαστικός μᾶς ἀναφέρει καί αὐτός στήν ἱστορία του γιά τά θαύματα τῆς ἀχειροποιήτου εἰκόνας τοῦ “ἁγίου Μανδηλίου”, γιά τή θεραπεία τοῦ βασιλιᾶ τῆς Μεσοποταμίας Ἀβγάρου, ὁ ὁποῖος ἔπασχε ἀπό ἀνίατη ἀρρώστια, καθώς καί γιά τή σωτηρία τῆς πόλεως Ἔδεσσας ἀπό τούς εἰσδρομεῖς Πέρσες, μετά τή λιτάνευση τοῦ “ἁγίου Μανδηλίου” (615 μ.Χ.).
Ἄλλο γνωστό μας θαῦμα εἶναι ἡ διάσωση τῆς βασιλίδας τῶν πόλεων τήν ἐποχή τοῦ αὐτοκράτορα Ἡρακλείου, μέ θαῦμα τῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας τῆς Ὁδηγήτριας. Οἱ Ἄβαροι εἶχαν ἀνεβεῖ ἤδη στά τείχη τῆς Πόλεως καί οἱ ἀμυντικές δυνάμεις ἦταν ἐλάχιστες, διότι ὁ Ἡράκλειος πολεμοῦσε μακριά ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη μέ ἄλλους ἐχθρούς τῆς αὐτοκρατορίας. Τότε ὁ πατριάρχης Σέργιος πῆρε τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας, ἡ ὁποία μάλιστα ἀποδίδεται στόν Εὐαγγελιστή Λουκᾶ, τή λιτάνευσε γύρω ἀπό τά τείχη καί τότε, ὡς ἐκ θαύματος, ἄρχισαν νά ὑποχωροῦν οἱ ἐχθροί, ἡ δέ Πόλη διατηρήθηκε σώα καί ἀβλαβής. Μάλιστα σέ ἀνάμνηση αὐτοῦ τοῦ θαύματος συνετέθησαν, ὅπως ἀναφέρει ἡ Παράδοση, “ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος” καί τό Κοντάκιο “τῇ Ὑπερμάχῳ” πού ψάλλεται μέχρι σήμερα τήν κατανυκτική περίοδο τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς.
Ἀλλά καί πολλά ἁγιολογικά κείμενα, συναξάρια κ.λ.π. ἀναφέρουν πλεῖστα ὅσα θαύματα ἱερῶν εἰκόνων. Ἀναβλύσεις μύρου, δακρύων, αἵματος, εὐωδίας, τά ὁποῖα γίνονται θεραπευτικά μέσα γιά τούς πιστούς. Καί σήμερα ἔχουμε τέτοια θαύματα καί ἀπό εἰκόνες νεωτέρων Ἁγίων. Ἀκόμη καί τό λάδι ἀπό τά καντήλια πού καῖνε μπροστά σέ εἰκόνες Ἁγίων θαυματουργεῖ.
Πῶς ἐξηγεῖται τό φαινόμενο τοῦ θαύματος τῶν ἁγίων εἰκόνων;
Τό θαῦμα κυρίως εἶναι ἔργο τῆς πίστεως καί τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ. Τό θαῦμα προϋποθέτει μεγάλη καί ἀκράδαντη πίστη. Ὁ Μάρκος Σιώτης στό βιβλίο του «Ἱστορία καί θεολογία τῶν ἱερῶν εἰκόνων», λέει τά ἑξῆς: «Τό θαῦμα εἶναι μιά ἐμπειρία κατά τήν ὁποία ἡ ψυχή τοῦ προσευχομένου, ἐνώπιον μιᾶς οἱασδήποτε εἰκόνας, ἀποσπᾶ μέσω τῆς πίστεως φορτία θείας Χάριτος τόσο ἐνεργά ὥστε βιώνει τό θαῦμα τῆς δυναμικῆς καί σωστικῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ».
Φυσικά τήν ἐπενέργεια τοῦ θαύματος ἡ θεολογία τήν ἀποδίδει πάντοτε στίς ἀνεξερεύνητες βουλές τοῦ Θεοῦ. Διότι πολλοί ἀσθενεῖς καί πονεμένοι παρακαλοῦν, ἀλλά δέν τούς γίνεται τό θαῦμα ὅπως τό ζητοῦν. Στίς περισσότερες ἀπ᾽ αὐτές τίς περιπτώσεις ἐπέρχεται ἐσωτερική ἀλλοίωση, γίνεται θαῦμα ψυχικό, ὡρίμανση τῆς προσωπικότητας καί ἀποδοχή τῶν θλιβερῶν, πού θεωρεῖται καί αὐτό ἕνα ἐξίσου μεγάλο θαῦμα.
Εἶναι πολύ παράξενο! Ὑπάρχει πράγματι τέτοια θαυματουργική Χάρη καί στήν ὕλη τῶν ἱερῶν εἰκόνων;
«Χάρις δίδεται ταῖς θείαις ὕλαις διά ταῖς τῶν εἰκονιζομένων προσηγορίαις», μᾶς λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός. Δηλαδή: Παρέχεται Χάρη στίς θεῖες ὕλες (τῶν εἰκόνων), χάρη στίς πρεσβεῖες τῶν εἰκονιζομένων. Καί ἀλλοῦ: «Τά τῶν Ἁγίων εἰκονίσματα… Πνεύματος Ἁγίου εἰσί πεπληρωμένα».
Καί αὐτό δέν εἶναι παράδοξο, διότι οἱ εἰκονιζόμενοι Ἅγιοι εἶχαν καταστήσει τά σώματά τους στόν ἐπίγειο βίο τους «ναό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Καί ὅπως «”ἡ τιμή καί ἡ προσκύνησις τῆς εἰκόνος ἐπί τό πρωτότυπον διαβαίνει», τό ἴδιο «καί ἡ θαυματουργική ἐνέργεια ἐκ τοῦ πρωτοτύπου ἐκπορεύεται». Ἐπίσης ὁ Π. Εὐδοκίμωφ μᾶς δίνει μιά ἄλλη μυστικιστική διάσταση στό θέμα τῆς ἱερότητας τῆς ὕλης τῆς εἰκόνας. Λέει λοιπόν: «Ἡ εἰκόνα δέν εἶναι διόλου σάρκωση, δέν εἶναι οὔτε τύπος, ἀλλά σημεῖο ὁρατό τῆς ἀκτινοβόλας Παρουσίας». Καί σέ ἄλλο σημεῖο: «Ἡ εἰκόνα εἶναι ἕνα ἀπό τά μυστηριακά μέσα τῆς Παρουσίας. Θεωρεῖται κανάλι τῆς Χάριτος μέ ἁγιαστική δύναμη, τόπος τῶν ἐπιφανειῶν».
Ἀπ᾽ ὅλα αὐτά μπορεῖ κανείς νά συμπεράνει ὅτι ἡ ὀρθόδοξη θεολογία τή χαρισματική παρουσία τῶν εἰκονιζομένων στίς εἰκόνες τους τήν ἑρμηνεύει ὡς παρουσία τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἀναπτύξαμε καί σέ προηγούμενη ἐρώτηση, οἱ ὁποῖες εἶναι μεθεκτές γιά τόν ἄνθρωπο. Ἔτσι ἐξηγεῖται καί ἡ τιμή καί ἡ προσκύνηση πού ἀπονέμει ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στίς εἰκόνες.
Πῶς ὁδηγούμαστε στήν εἰκονοποίησή μας καί στή Χριστοποίησή μας μέσω τῆς εἰκόνας;
Ἰδιαίτερα αὐτό τό βιώνουμε μέσα στήν Ἐκκλησία καί μάλιστα στή λειτουργική ζωή, στό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, τό ὁποῖο «εἶναι εἰκόνα ὁλοκλήρου τοῦ μυστηρίου τῆς θείας οἰκονομίας, διότι εἰκονίζει καί ἀναπαριστᾶ ὅλα τά σωτήρια γεγονότα ἐν Χριστῷ». Μέσα στή θεία Λειτουργία ἔχουμε τή δυνατότητα νά γίνουμε οἱ ἴδιοι ζωντανές εἰκόνες τοῦ Θεοῦ καί τῶν Ἁγίων Του.
Καί ὄχι μόνο νά γίνουμε ζωντανές εἰκόνες, ἀλλά νά μεταμορφωθοῦμε καί νά περάσουμε ἀπό τό εἰκονικό στό πραγματικό. Μέσα στή θεία Λειτουργία ὁδεύουμε πρός τό “καθ᾽ ὁμοίωσιν”. Ὁ Θεόδ. Νικολάου στό βιβλίο του:«Ἡ σημασία τῆς εἰκόνας στό μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας», ἀναπτύσσει τήν ἄποψη αὐτή καί λέει τά ἑξῆς: «Μέσα στή Θεία Λειτουργία οἱ πιστοί τά Χερουβίμ μυστικῶς εἰκονίζοντες, ἀποθέμενοι πᾶσα βιωτική μέριμνα, ψάλλουν τόν Τρισάγιο Ὕμνο στή ζωοποιό Τριάδα. Γίνονται οἱ ἴδιοι ζωντανές εἰκόνες τῆς μόνης πραγματικότητας τοῦ Θεοῦ καί τῶν Ἁγίων Του. Στή Θεία Λειτουργία ἐν Χριστῷ ἀρχίζει ἡ πραγμάτωση τοῦ “καθ᾽ ὁμοίωσιν”. Ὁ ἄνθρωπος μεταμορφώνεται καί περνάει ἀπό τό εἰκονικό στό πραγματικό. Περιλούζεται ἀπό τή Χάρη τοῦ Θεοῦ καί γίνεται “θέσει θεός”. Ἡ δοξολογία του ἐνορχηστρώνεται μέ τή δοξολογία τῶν Ἀγγέλων καί τῶν ἐν πίστει τετελειωμένων.
Κάθε πιστός, βλέποντας τίς εἰκόνες τῶν πατριαρχῶν, τῶν Ἀποστόλων, τῶν Προφητῶν καί τῶν Ἁγίων, μέσα στή λειτουργική αὐτή συμφωνία, βιώνει σάν ἔμβρυο στήν κοιλιά τῆς Μητέρας του, ἤδη κατά τρόπο μοναδικό, τό γεγονός τῆς μέλλουσας πραγματικῆς ὑπάρξεως καί ζωῆς».
Ἀπό τό βιβλίο “ Τί ξέρεις ἐσύ γιά τίς εἰκόνες;”
Ἐκδ. «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ» Ἱ.Μ. Τιμίου Προδρόμου Καρέας 2000
Κυριακή Α΄ Νηστειών (της Ορθοδοξίας): Η Εικόνα στην Ορθόδοξη Εκκλησία
Δημήτριος Παναγόπουλος
Η Εικόνα είναι μία έκφραση της θείας οικονομίας, η οποία συνοψίζεται στη διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας που λέει: «Ο Θεός έγινε άνθρωπος, για να γίνει ο άνθρωπος Θεός».
Η Εκκλησία έδωσε τόσο μεγάλη σημασία στην Εικόνα, ώστε κήρυξε και κηρύττει ότι η νίκη κατά των Εικονομάχων υπήρξε θρίαμβος της Ορθοδοξίας, τον οποίο εορτάζουμε κατά την πρώτη εβδομάδα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Ακόμη, για την Ορθόδοξη Εκκλησία, η Εικόνα είναι μία γλώσσα που μέσω αυτής εκφράζει τα δόγματά της και τις εντολές της τόσο καλά, όσο και με τον λόγο. Είναι θεολογία που εκφράζεται με σχήματα και χρώματα που τα βλέπει το μάτι. Είναι δηλαδή σαν ένας καθρέφτης που αντανακλά την πνευματική ζωή της Εκκλησίας, και που μέσα σ’ αυτόν μπορεί να κρίνει κανείς για τους δογματικούς αγώνες κάθε εποχής.
Εικόνες δογματικές υπάρχουν σε πολλές Εκκλησίες μας και προπάντων στα χωριά και τα Μοναστήρια μας. Μόνο κατά το τέλος του ΙΘ’ αιώνα οι ειδικοί ανακάλυψαν ότι υπάρχει η Εικόνα, η Βυζαντινή δηλαδή, διότι μόνο αυτή είναι εικόνα, “εικόνισμα”. Οι άλλες είναι ζωγραφιές. Οι παλαιοί αγιογράφοι δεν ήταν μονάχα σπουδαίοι ζωγράφοι, αλλά και διδάσκαλοι της πνευματικής ζωής, που γνώριζαν να δώσουν μορφή στους λόγους του Κυρίου μας που λένε: «Η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου».
Το να μην εννοούμε πια την ουσία αυτής της τέχνης δεν προέρχεται από τη δήθεν πρόοδό μας, ούτε από το ότι έχασε η Εικόνα τη δύναμή της ή τη σημασία της, αλλά από τη βαθιά πνευματική παρακμή μας που το πνεύμα μας είναι εγκόσμιο και υλιστικό, και γι’ αυτό μέσα μας παραμορφώθηκε η ιδέα της Εκκλησίας και της Λειτουργίας.
Το δογματικό βάθος της Εικόνας, της Εκκλησίας και της Λειτουργίας κατάντησε απασχόληση αποκλειστική μερικών και θεωρείται σήμερα ως αφηρημένη Επιστήμη που δεν έχει καμία σχέση με την καθημερινή ζωή μας.
Όσο δε για τη Λειτουργία, που θα πρέπει να είναι ο αλάνθαστος οδηγός μας στον πνευματικό μας δρόμο και η ομολογία της πίστεώς μας, δεν είναι πια, τις περισσότερες φορές, παρά μονάχα μία τυπική τελετή, ένα έθιμο, μία συνήθεια ευλαβική και συγκινητική ίσως.
Η οργανική ενότητα του δόγματος και του ηθικού νόμου μέσα στη Λειτουργία κόπηκε, απογυμνώθηκε. Αυτή η απουσία της εσωτερικής ενότητας καταστρέφει τη λειτουργική πληρότητα της θείας λατρείας μας. Τα στοιχεία που τη συγκροτούν και που δεν μπορούμε πια να νιώσουμε πως όλα συντελούν σε ένα πράγμα, ο λόγος ο ορθόδοξος, η Βυζαντινή υμνωδία, η Βυζαντινή εικόνα, η Βυζαντινή αρχιτεκτονική, ο φωτισμός κλπ., τραβούν τον καθένα δυστυχώς σε δικό του τρόπο του θρησκεύειν, γι’ αυτό χρειάζεται επιστροφή στην αγία Παράδοση.
***
Σήμερα, την πρώτη Κυριακή των Νηστειών που εορτάζεται ο θρίαμβος των εικόνων μας, πρέπει ιδιαιτέρως να προσέξουμε τους ομολογητές της πίστεως, διότι αυτοί μας οδηγούν στην αναζωπύρωση και ανάπτυξη του αισθήματος της Ορθής Πίστεως, στην Ορθόδοξη Εκκλησία, και να μην ακούμε τους Προτεστάντες (σε εμάς λεγομένους Ευαγγελικούς) ή τους Μάρτυρες του Ιεχωβά, που μας λένε ειδωλολάτρες, επειδή προσέχουμε και σεβόμαστε και προσκυνούμε τις άγιες Εικόνες του Κυρίου μας, των Αγίων Του ή της Παναγίας Μητέρας Του.
Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέει: «Ζωγραφίζουμε λοιπόν τον Χριστό, τον βασιλέα και Κύριο, χωρίς να τον απογυμνώνουμε από το στράτευμά του. Διότι στρατός του Κυρίου είναι οι άγιοι… Αν δηλαδή θα είναι κληρονόμοι του Θεού και συγκληρονόμοι του Χριστού και κοινωνοί της θείας δόξας και βασιλείας, καθώς έγιναν κοινωνοί των παθημάτων του Χριστού, πώς δεν θα γίνουν και της επί γης δόξας συμμέτοχοι οι φίλοι του Χριστού;… Αυτών τα κατορθώματα και τα πάθη ζωγραφίζω, επειδή με αυτά αγιάζομαι και καλλιεργείται ο ζήλος μου να τα μιμηθώ» (Πατρολογία 94, 1252).
Και προσθέτει: «Έτσι πρέπει να σκεπτόμαστε και για τις εικόνες των αγίων, ότι ζωγραφίστηκαν και στις Εκκλησίες και στα βιβλία για να τους θυμόμαστε και να τους αγαπούμε και να διορθώνουμε τη ζωή μας, και συγχρόνως για να δείχνουμε την καλή τους μαρτυρία στους ειδωλολάτρες που έρχονται και πιστεύουν στον Ιησού Χριστό. Διότι έτσι παραλάβαμε αυτήν (την Εκκλησία) από τους αγίους Πατέρες όπως μας διδάσκουν και οι άγιες Γραφές» (Πατρολογία 95, 313).
Θέλοντας δε να καταδείξει τη ζωηρή εντύπωση και διδασκαλία που προξενείται από τις ιερές εικόνες, λέει: «Αν κάποιος από τους ειδωλολάτρες έρθει και σου πει· “Δείξε μου την πίστη σου για να πιστέψω”, τον φέρνεις στην Εκκλησία και του δείχνεις τον στολισμό που την περιβάλλει. Του παρουσιάζεις τις μορφές των αγίων εικόνων, βλέπει ο άπιστος και λέει· “Ποιος είναι αυτός που σταυρώνεται; Ποιος είναι αυτός που ανασταίνεται και καταπατά την κεφαλή αυτού του γέρου (του Άδη);”. Δεν τον διδάσκεις από την εικόνα λέγοντας· “Αυτός ο εσταυρωμένος είναι ο Υιός του Θεού…”;» (Ιωάννης Δαμασκηνός, Πατρολογία 95, 325).
Τέλος ο ιερός αυτός Πατέρας τους αγιογράφους της Εκκλησίας τους θεωρεί ίσους στην αξία προς τους Ευαγγελιστές που συνέγραψαν τα Ευαγγέλια. Λέει: «Αυτά που το Ευαγγέλιο περιγράφει με τον λόγο, αυτός (ο αγιογράφος) τα δείχνει με το έργο» (Πατρολογία 95, 316).
Συμπέρασμα λοιπόν: Ο λογογράφος έγραψε το Ευαγγέλιο, το οποίο δέχονται οι αιρετικοί και κόπτονται δήθεν γι’ αυτό. Τι έγραψε στο Ευαγγέλιο; Ολόκληρη την ένσαρκη οικονομία του Χριστού και το παρέδωσε στην Εκκλησία.
Τι έκανε ο ζωγράφος; Το ίδιο. Ζωγράφισε στον πίνακα την ευπρέπεια της Εκκλησίας, από τον πρώτο Αδάμ έως τη γέννηση του Χριστού και ολόκληρη την ένσαρκη οικονομία του Χριστού και τα μαρτύρια των Αγίων, και τα παρέδωσε και αυτός στην Εκκλησία. Δηλαδή και οι δύο μία εξήγηση έγραψαν, ο ένας στο χαρτί, ο άλλος στο σανίδι, και διδάσκουν εμάς.
Και ερωτάται τώρα ο αιρετικός, ο Ευαγγελικός ή ο Ιεχωβίτης: Γιατί την Βίβλο την προσκυνάτε και τη δέχεστε, ενώ την Εικόνα τη φτύνετε και τη βδελύσσεσθε;
Πες μου, αιρετικέ, ποια η διαφορά των δύο, αφού και τα δύο τα ίδια διδάσκουν; Πώς το ένα προσκυνείται και το άλλο φτύνεται; Γιατί τον ευαγγελιστή που με τον λόγο εξηγεί τον δέχεσαι και τον ζωγράφο που με το έργο δείχνει τον απορρίπτεις;
Πες μου, αιρετικέ· τι προσκυνάς στο Ευαγγέλιο, την ύλη ή την εξήγηση;
Θα μου απαντήσεις, την εξήγηση της οικονομίας του Χριστού, όχι την ύλη. Και εγώ θα σου απαντήσω το ίδιο, ότι δεν τιμώ την σανίδα, ούτε τον τοίχο, ούτε τα χρώματα, αλλά τον χαρακτήρα του σώματος και την οικονομία του Κυρίου, κατά το λόγιο του Μ. Βασιλείου: «Η γαρ της εικόνος τιμή προς το πρωτότυπον διαβαίνει».
Τιμή λοιπόν και προσκύνηση στις άγιες Εικόνες μας και προσοχή στην απόκτησή τους· βυζαντινές εικόνες, όχι “ζωγραφιές θρησκευτικές”. Εικόνες άγιες, σοβαρές από χέρια άγια, προσευχόμενα μπροστά από την Θεοτόκο την Οδηγήτρια, με τα οποία πραγματώνουν το «θείον έργον» με φόβο Θεού και ευλάβεια.
(Μάρτιος 1969)
(Από το περιοδικό “Όσιος Φιλόθεος της Πάρου” τ. 16, Εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, σελ. 29)
Κυριακή Α’ Νηστειών (Ορθοδοξίας)
Μια ματιά στο Συνοδικό της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου
π. Αθανάσιος Μυτιληναίος
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία που εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 3-3-1996
Σήμερα, αγαπητοί μου, πρώτη Κυριακή των Νηστειών, η Εκκλησία μας γιορτάζει την ορθοδοξότητά της. Κατόπιν πολλών κόπων και αγώνων. Γι΄ αυτό και την Κυριακή αυτή, την ονόμασε Κυριακή της Ορθοδοξίας. Βέβαια όλαι αι Σύνοδοι συνέβαλαν εις την Ορθοδοξίαν. Όμως κατ’ εξοχήν προβάλλεται η 7η Οικουμενική Σύνοδος, που έλαβε χώρα στη Νίκαια της Μικράς Ασίας, απέναντι από την Κωνσταντινούπολη, το 787, μετά Χριστόν φυσικά, από 24 Σεπτεμβρίου έως 13 Οκτωβρίου.
Το Συναξάριον της ημέρας μάς πληροφορεί: «Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Κυριακῇ πρώτῃ τῶν Νηστειῶν, ἀνάμνησιν ποιούμεθα τῆς ἀναστηλώσεως τῶν ἁγίων καὶ σεπτῶν Εἰκόνων, γενομένης παρὰ τῶν ἀειμνήστων Αὐτοκρατόρων Κωνσταντινουπόλεως, Μιχαὴλ καὶ τῆς μητρὸς αὐτοῦ Θεοδώρας, ἐπὶ τῆς Πατριαρχείας τοῦ ἁγίου καὶ Ὁμολογητοῦ Μεθοδίου».
Όμως, εκτός του κυρίου θέματος, που ήταν η προσκύνησις ή μη, των αγίων εικόνων, γιατί αυτό ήταν το κύριο θέμα της 7ης Οικουμενικής Συνόδου και μάλιστα της εικόνος του Ιησού Χριστού, διότι εκεί ήταν το επίμαχο θέμα: «Δυνάμεθα να εικονίσουμε το πρόσωπο του Χριστού;» Απάντησις πολύ απλή. Εφόσον έγινε άνθρωπος… Ο Θεός δεν εικονίζεται. Είναι ανεικόνιστος. Αλλά εφόσον ο Υιός έγινε άνθρωπος, εικονίζεται. Εθεσπίσθησαν λοιπόν εκτός από το κύριο αυτό θέμα, και άλλοι κανόνες της Εκκλησίας μας, βεβαίως εξαιρετικής σημασίας. Και τούτο γιατί προσεβλήθησαν, κατά καιρούς, κάποιες ευαγγελικές θέσεις, από μία κακή ερμηνεία. Εξάλλου, η παρερμηνεία της Αγίας Γραφής είναι εκείνη η οποία εισάγει την αίρεσιν.
Βέβαια, τα ιερά κείμενα πρέπει να κατανοηθούν. Και κατανοούνται βεβαίως με την ερμηνείαν. Αν η ερμηνεία είναι στηριγμένη στον ορθολογισμό, τότε έχομε την αίρεση. Τι είναι αίρεσις; Η λογική ερμηνεία του δόγματος. Αυτό λέγεται αίρεσις. Ο ορισμός. Η ερμηνεία πρέπει να στηρίζεται εις την αποκάλυψιν. Και βέβαια με τον φωτισμό πάντοτε του Αγίου Πνεύματος.
Και αυτό έχει γίνει και γίνεται με το Συνοδικόν Σύστημα. Όλη η Εκκλησία θα συγκεντρωθεί με τους αντιπροσώπους της, που είναι οι Επίσκοποι, αλλά όπως και μεμονωμένα από Πατέρες -μπορεί να έχουμε και εκεί την αλήθειαν- που έμειναν πιστοί και στο γράμμα και στο πνεύμα της Γραφής. Όπως έχομε Κανόνες, φερειπείν, του Μεγάλου Αθανασίου, έχομε Κανόνες του Μεγάλου Βασιλείου. Αν θέλετε, για την ακρίβειαν είχαν κανονίσει κάποια θέματα της εποχής των. Φερειπείν ο Μεγάλος Βασίλειος τα «περί μοναχισμού»· που αυτά επεκυρώθησαν από Οικουμενικάς Συνόδους. Δεν έμειναν μόνο μία ατομική, προσωπική υπόθεση. Γι΄αυτό η Εκκλησία δέχεται ως γνησίους ερμηνευτάς, τους αγίους Πατέρας και τα συμπεράσματα των Συνόδων, Οικουμενικών ή τοπικών, θεόπνευστα και ισόκυρα, ιδίου κύρους, ίσου κύρους με την Αγία Γραφήν. Διότι τι είναι εκείνα τα οποία ηρμήνευσαν; Η Αγία Γραφή. Μόνο που την πλαταίνουν, για να κατανοηθεί, αλλά και να δοθεί το σωστό στίγμα, που είναι το πνεύμα του γράμματος. Εξάλλου αν το θέλετε, αυτή είναι η λεγομένη Ιερά Παράδοσις. Δηλαδή η ορθή ερμηνεία της Αγίας Γραφής. Και είναι βεβαίως κυριότατα έγγραφη. Είναι γραμμένη η Παράδοση της Εκκλησίας.
Και αν θέλετε τώρα, επανερχόμενοι εις την 7η Οικουμενικήν Σύνοδο, σημειώνουμε ότι εκτός από τους Κανόνες που αφορούν στη σημασία της εικόνος, εθέσπισαν κι άλλους κανόνες, σπουδαίας αξίας και σημασίας, όπως θα δείτε στη συνέχεια, με την ευκαιρία της συγκροτήσεως αυτής της Συνόδου. Διότι κατά καιρούς, μην ξεχνάτε, διότι η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος που έγινε εις την Κωνσταντινούπολη στη Νίκαια της Μικράς Ασίας, στην Κωνσταντινούπολη, έγινε το 325, αρχές 4ου αιώνος και η 7η Οικουμενική Σύνοδος έγινε το 787, τέλη 8ου αιώνος. Έχομε λοιπόν ένα μακρύ χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου ανεφύησαν διάφορα θέματα, προβλήματα, προσβολές εκ μέρους των εχθρών της Εκκλησίας, με ερμηνείες κακότεχνες, κακοήθεις και δαιμονικές και έτσι η Εκκλησία καθ’ όλο αυτής το μήκος, όποτε συνεκροτείτο σε Σύνοδο, επελαμβάνετο κι αυτών των θεμάτων.
Έτσι, μπορούμε κάτι να αναφέρουμε, επιτρέψατε, για να ξεφύγουμε λίγο από το καθιερωμένο θέμα της εικόνος. Για να δούμε τι υπήρξε και τι άλλο υπήρξε η 7η Οικουμενική Σύνοδος. Θα σας διαβάσω ένα σημείον. Θα σας πω το κείμενον. Θα το εξηγήσουμε:
«Τοῖς τὴν ὕλην ἄναρχον καὶ τὰς ἰδέας ἢ συνάναρχον τῷ δημιουργῷ πάντων καὶ Θεῷ δογματίζουσι (εννοείται οι αιρετικοί δογματίζουσιν), καὶ ὅτι περ οὐρανὸς καὶ γῆ καὶ τὰ λοιπὰ τῶν κτισμάτων ἀΐδιά τε εἰσὶ καὶ ἄναρχα καὶ διαμένουσιν ἀναλλοίωτα, καὶ ἀντινομοθετοῦσι τῷ εἰπόντι· –έρχονται σε αντίθεση με Εκείνον που είπε:- «ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι» καὶ ἀπὸ γῆς κενοφωνοῦσι («κενοφωνώ»-το κε με έψιλον-που θα πει: βγάζω κούφιες, άδειες φωνές, δηλαδή λέγουν κενά λόγια. Η αίρεσις τι είναι; Ένας κενός -το κε με έψιλον πάντοτε- κούφιος λόγος, χωρίς δηλαδή την έμπνευση του Αγίου Πνεύματος, από γης, αυτό θα πει, χωρίς την έμπνευση του Αγίου Πνεύματος, αλλά υλιστικά, σαρκικά ομιλούντες) καὶ τὴν θείαν ἀρὰν ἐπὶ τὰς ἑαυτῶν ἄγουσι κεφαλάς, ἀνάθεμα –και επισωρεύουν στο κεφάλι τους την κατάρα. Ανάθεμα, έξω, μακριά-».
Αυτή η θέσις, αγαπητοί, είναι εξαιρετικά σπουδαία. Πρέπει να σας πω ότι εδώ έχομε μία θέσιν βασικά πλατωνικήν, γενικότερα δε φιλοσοφικήν. Είναι η άναρχος ύλη των φιλοσόφων. Μη νομίσετε δε ότι αυτά που θα πούμε και παρακάτω και τώρα ότι θα ήταν πράγματα τα οποία δεν θα μας ενδιέφεραν, θα είχαν απλώς μουσειακήν αξίαν, ιστορικήν αξίαν. Όχι. Πάρτε ένα σύγχρονο λεξικό, φερειπείν «Το μικρό φιλοσοφικό λεξικό» του Ρόζενταλ, είναι υλιστικόν, θα δείτε μέσα εκεί, πηγαίνετε στο λήμμα «ύλη» και θα δείτε τι γράφει. Τι; Αυτά τα οποία λέει εδώ η Σύνοδος. Εκείνο που έλεγαν και οι παλαιοί φιλόσοφοι. Ότι «η ύλη είναι άναρχος. Υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει. Χωρίς αρχή και χωρίς τέλος». Το προσέξατε;
Ή ακόμη ότι «η ύλη είναι συνάναρχος με τον Δημιουργόν. Άναρχος ο Δημιουργός, ο Θεός, άναρχος και η ύλη. Συνεπώς δύο ξεχωριστά πράγματα. Άλλο ο Δημιουργός –θα δείτε τώρα τι είναι αυτός ο Δημιουργός- και άλλο πράγμα είναι το σύμπαν, η ύλη, ή οι ιδέες». Εδώ που λέει «καί τάς ἰδέας» πρόκειται περί των ιδεών του Πλάτωνος. Ποιος δεν έχει ακούσει για τις ιδέες του Πλάτωνος; Τι ήσαν οι «ιδέες» του Πλάτωνος; Τρία σημεία. «Εδώ είναι ο Θεός. Προσέξτε, είναι επίκαιρα θέματα αυτά. Πάντοτε επίκαιρα. Εδώ είναι ο Θεός. Εδώ είναι η άναρχος ύλη, την οποία δεν εδημιούργησε ο Θεός, απλώς είναι συνάναρχος με τον Δημιουργόν και εδώ σε ένα τρίτο σημείο είναι οι ιδέες. Οι ιδέες είναι τα πρότυπα των όντων. Τα πρότυπα των όντων. Δηλαδή τι υπάρχει μέσα στη φύσιν; Το λουλουδάκι; Το κρινάκι; Έχει το πρότυπό του, την ιδέα του, στον ουρανό. Πού είναι οι ιδέες; Στον ουρανό! Ο άνθρωπος; Ο άνθρωπος έχει το πρότυπό του στον ουρανό! Ο σκύλος; Έχει το πρότυπό του στον ουρανό. Ο σκύλος; Έχει το πρότυπό του στον ουρανό». Αυτά τα πρότυπα, στη γλώσσα του Πλάτωνος λέγονται ιδέες.
Τι κάνει λοιπόν τώρα ο Θεός; «Ο Θεός αντιγράφει τις ιδέες και φτιάχνει τα όντα στη φύση. Εκ της υπαρχούσης ύλης! Αλλά τι κάνει τότε ο Θεός; Δεν είναι Δημιουργός εκ του μη όντος. Αλλά είναι… ούτε καν Δημιουργός. Αλλά είναι απλώς διακοσμητής...». Να το καταλάβετε. Πηγαίνω στην αγορά και αγοράζω ζωγραφικούς πίνακες, έπιπλα, μπιμπελό, ό,τι θέλετε. Τα φέρνω από την αγορά. Δεν τα έφτιαξα εγώ. Και στολίζω το σπίτι μου. Κατά τον Πλάτωνα, ο Θεός δεν είναι Δημιουργός. Είναι διακοσμητής.
Ακόμα, βλέπομε εδώ να αναφέρεται η αϊδιότης της ύλης. Αλλά και το αμετάβλητο της ύλης. Όλα αυτά, σας είπα, θεωρίες Πλατωνικές. Τι θα πει αϊδιότης; Είναι εκείνο που δεν έχει αρχή, ούτε τέλος. Τι θα πει αιώνιον; Αυτό που έχει αρχή, αλλά δεν έχει τέλος. Ο άνθρωπος είναι αιώνιος. Με την έννοια «ἔσχεν ἀρχήν», αλλά δεν θα έχει τέλος. Ο Θεός δεν είναι αιώνιος. Καταχρηστικώς, θα μου το πείτε αυτό, πάμπολλες φορές χρησιμοποιείται η λέξις αιώνιος, και στις ευχές της Εκκλησίας μας κτλ… Καταχρηστικώς χρησιμοποιείται η λέξις αιώνιος. Ο Θεός είναι αΐδιος. Χωρίς αρχήν και χωρίς τέλος.
Ο πλατωνισμός, πρέπει να σας πω, ότι ταλαιπώρησε την Εκκλησία. Θα έλεγα εκείνο που είπαν κάποτε στην αρχαιότητα: «Φίλος ὁ Πλάτων, φιλτάτη ἡ ἀλήθεια». Όσοι πήγαμε λίγο στο σχολειό και κάναμε κάποια έργα του Πλάτωνος, μας έμεινε συμπαθέστατος και θαυμάσιος ο Πλάτων. Έτερον εκάτερον. Είναι προ Χριστού. Είναι προ Χριστού. Κι εκείνα που είπε, πάλι καλά. Διότι δεν είχε το φως του Ευαγγελίου. Τώρα ο Χριστιανός δεν χρειάζεται παρά μόνον τη γλώσσα, αν το θέλετε, τη γλώσσα. Εξάλλου, υπάρχει ένα σημείο… που να σας τα πω όλα, το λέει στην 7η Οικουμενική Σύνοδο: Μπορούμε μόνο τη γλώσσα να χρησιμοποιούμε, τα σχήματα, όχι όμως το περιεχόμενον της φιλοσοφίας. Φίλος λοιπόν ο Πλάτων· φιλτάτη η αλήθεια. Και ποια είναι η φιλτάτη αλήθεια; Το Ευαγγέλιον. Έτσι, ταλαιπώρησε την Εκκλησία ο Πλατωνισμός, πώς; Γιατί πολλοί Χριστιανοί ασχολήθηκαν με τον Πλάτωνα και εισήγαγαν ιδέες μέσα εις το δόγμα της πίστεως. Αυτούς όλους τους κατεδίκασε ή καλύτερα, η Εκκλησία, μάλιστα ιδιαιτέρως η 7η Οικουμενική Σύνοδος, για να είμαι ακριβέστερος, επανέλαβε την καταδίκην, κατεδίκασε τις πλατωνικές θεωρίες εις το πρόσωπον του αγαπητού Ωριγένους. Τι κρίμα! Θαυμάσιος ο Ωριγένης. Παρεσύρθη.
Η απάντησις αν η ύλη, ο κόσμος είναι άνευ αρχής, απαντούμε: Από τον πρώτο στίχο της Αγίας Γραφής: «Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν». Έτσι αρχίζει η Αγία Γραφή. Εκείνο το «ἐν ἀρχῇ» είναι το θεμέλιον του χρόνου· που ύλη και χρόνος τίθενται μαζί. Δεν δύναται να εννοηθεί ο χώρος, που συνίσταται από την ύλη, δεν δύναται να εννοηθεί ο χώρος χωρίς τον χρόνον. Οι μεταβολές της ύλης, αν το θέλετε, και σε στατικές καταστάσεις, μήπως ένα άτομο της ύλης δεν είναι σε φαινομενικώς, στατικήν κατάστασιν; Κάθε άλλο παρά στατικήν κατάστασιν είναι ένα άτομο της ύλης. Είναι σε κατάσταση δυναμικοτάτη. Δυναμικοτάτη… Τι πεδία υπάρχουν εκεί ανάμεσα στον πυρήνα και στο ηλεκτρόνιο, τι… ο Θεός ξέρει. Κι εκείνα τα οποία βρίσκομε και ανακαλύπτομε στα εργαστήριά μας.
Λοιπόν, αγαπητοί, χώρος και χρόνος θεμελιώθηκαν μαζί. Άρα λοιπόν η Δημιουργία είναι ένχρονος. Δεν είναι άναρχος. Ιδού η αλήθεια. «Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.». Τι ρήμα βάζει; «Ἐποίησεν». Ο Θεός είναι άκτιστος. Ο κόσμος είναι κτιστός. Αυτόματα λοιπόν είναι κάτω από τον Θεό η Δημιουργία. Ο Θεός άκτιστος, η Δημιουργία κτιστή. Αυτή είναι η απάντηση της Εκκλησίας.
Άλλο σημείο: «Τοῖς λέγουσιν ὅτι ἐν τῇ τελευταίᾳ καὶ κοινῇ ἀναστάσει – και είναι μάλιστα αυτή η θέσις όμορφη, που είχαμε σήμερα και ένα μνημόσυνο και δίνει μία απάντηση, προσέξατέ το-· Τοῖς λέγουσιν -για ΄κείνους που λένε- ὅτι ἐν τῇ τελευταίᾳ καὶ κοινῇ ἀναστάσει -όταν θα αναστηθούμε όλοι, η κοινή ανάστασις, όλοι θα αναστηθούμε, από τον Αδάμ και την Εύα, μέχρι τον τελευταίο που θα έχει πεθάνει, εκείνοι που θα ζουν, απλώς θα αλλαχθούν, δεν θα περάσουν από τον θάνατον- μεθ’ ἑτέρων σωμάτων οἱ ἄνθρωποι ἀναστήσονται καὶ κριθήσονται, καὶ οὐχὶ μεθ’ ὧν κατὰ τὸν παρόντα βίον ἐπολιτεύσαντο, ἅτε τούτων φθειρομένων καὶ ἀπολλυμένων». Τι λένε; «Λέγουσιν». Τι λένε; Ότι «με άλλα σώματα», λέει, «θα αναστηθούν. Γιατί αυτά είναι φθειρόμενα καὶ ἀπολλύμενα. Θα αναστηθούν λοιπόν με κάποια άλλα σώματα». Κι εδώ λέει: «Ἀνάθεμα». Θα το δούμε λίγο πιο κάτω το «ανάθεμα». Θα το αναλύσουμε και αυτό λιγάκι. Ότι δηλαδή δεν είναι δεκτό αυτό το οποίο λέγουν οι αιρετικοί.
Δεν θα πάρουμε άλλα σώματα. Θα είναι τα ίδια σώματα· τα οποία θα ανακαινισθούν. Αλλά τα ίδια. Λέει ο Απόστολος Παύλος στην προς Κορινθίους επιστολή… τι να επιστρατεύσω; Ολόκληρη η Αγία Γραφή είναι γεμάτη. Ιδίως η Καινή Διαθήκη. Και η Παλαιά Διαθήκη. Και η Παλαιά. «Δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο (διότι πρέπει το θνητόν. Ποιο; Αυτό. Τούτο. Το δείχνει. Τούτο. Τούτο. Τούτο. Όχι κάποιο άλλο σώμα) ἐνδύσεσθαι ἀφθαρσίαν, καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσεται ἀθανασίαν». Αυτό το σώμα θα ντυθεί- ακούτε το ρήμα- ἐνδύσεσθαι, θα ντυθεί, λέει, και την αφθαρσίαν και την αθανασίαν. Αυτό το ίδιο.
Ακόμη λέει ο Απόστολος Παύλος στην Β΄ προς Κορινθίους επιστολή του -το πρώτο που σας είπα είναι στην Α΄προς Κορινθίους. Ολόκληρο κεφάλαιο, το 15ο κεφάλαιο αναφέρεται στα θέματα αυτά από τον Απόστολο Παύλο. «Τοὺς γὰρ πάντας ἡμᾶς φανερωθῆναι δεῖ ἔμπροσθεν τοῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ -όλοι θα σταθούμε στο βήμα του Χριστού, αφού αναστηθούμε- ἵνα κομίσηται ἕκαστος –για να πάρει ο καθένας– τὰ διὰ τοῦ σώματος πρὸς ἃ ἔπραξεν, εἴτε ἀγαθὸν εἴτε κακόν». Για να πάρει την απολαβή του. Με το σώμα του. Αυτό που έζησε. Και με το οποίον πραγμάτωσε, είτε το αγαθόν, είτε το κακόν. Λέει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων: «Στάθηκες αγνός; Θα πάρεις την αμοιβή σου. Στάθηκες πόρνος; Θα πάρεις την καταδίκη σου». Γι΄ αυτό λέει στην Α΄ προς Κορινθίους ότι: «Πᾶν ἁμάρτημα ὃ ἐὰν ποιήσῃ ἄνθρωπος ἐκτὸς τοῦ σώματός ἐστιν», λέει ο απόστολος Παύλος, «ὁ δὲ πορνεύων εἰς τὸ ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει». Και συνεπώς, λέγει, ὁ δὲ Κύριος –ο Θεός Πατήρ, δηλαδή- ἤγειρε τον Υἰόν καὶ ἡμᾶς ἐξεγερεῖ διὰ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ». «Καὶ ἡμᾶς»: ώστε θα μείνει η ουλή ανεξάλειπτος πάσης αμαρτίας επί του σώματος και δη της ανηθικότητος. Η ουλή αυτή μόνον έναν τρόπο έχει να εξαφανιστεί. Με τη μετάνοια και την εξομολόγηση. Πέρασες στην άλλη ζωή; Τελείωσε. Θα αναστηθεί το σώμα σου με τις ουλές της αμαρτίας. Και συνεπώς θα κριθείς ακατάλληλος για την βασιλείαν του Θεού.
Αγαπητοί μου είναι κάτι καταπληκτικό πράγμα. Εδώ λοιπόν τι θέλει να μας πει; Θέλει να μας πει ότι τα πράγματα έτσι έχουν. Δεν θα είναι κάποιο άλλο σώμα, αλλά θα είναι ένα, θα είναι το ίδιο που θα γίνει καινούριο, άφθαρτο και αθάνατον. Μάλιστα αγανακτεί ο απόστολος Παύλος με τους Κορινθίους που πίστευαν… να, κάτι τέτοια αιρετικά και λέγει, τους γράφει: «Ἀγνωσίαν γὰρ Θεοῦ τινες ἔχουσι· πρὸς ἐντροπὴν ὑμῖν λέγω». Μερικοί έχουν αγνωσίαν Θεού. Αγνοούν τη δύναμη του Θεού. Τι σας είπα προηγουμένως; Τι θα πει αίρεσις; Η λογική ερμηνεία του δόγματος. Εδώ με τη λογική τους λένε: «Πώς είναι δυνατόν, αυτό το σώμα που έγινε χώμα να αναστηθεί;». Είδατε; Κι αμέσως εισάγουν την θεωρίαν: «Δεν είναι δυνατόν. Κάποιο άλλο σώμα θα είναι». Αμέσως μπαίνει η αίρεσις. Και τι λέει ο Απόστολος Παύλος; «Μερικοί», λέει, «από σας, έχουν αγνωσίαν Θεού. Αγνωσίαν σε τι; Δεν ξέρουν ποιος είναι ο Θεός, ούτε τη δύναμή Του. Και το λέγω για ντροπή σας», γράφει ο Παύλος στο 15ο κεφάλαιο Α΄ Κορινθίους.
Και κάτι ακόμα. Δυστυχώς πέρασε η ώρα. Τι άλλο να πει κανείς; «Τοῖς δεχομένοις ὅτι τε προΰπαρξίς ἐστι τῶν ψυχῶν, καὶ οὐκ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος τὰ πάντα ἐγένετο, καὶ παρήχθησαν, ὅτι τέλος ἐστὶ τῆς κολάσεως ἡ ἀποκατάστασις αὖθις τῆς κτίσεως, καὶ τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων. Ἀνάθεμα!». Εκείνοι που υποστηρίζουν ότι προϋπάρχουν οι ψυχές… – και αυτό πλατωνική θεωρία. «Αφού είπαμε ότι ο Θεός δεν είναι Δημιουργός. Κάπου οι ψυχές προϋπάρχουν, άναρχες και αυτές και αΐδιες. Παίρνει λοιπόν ο Θεός μία ψυχή, από κάποια… αποθήκη Του- ας μου επιτραπεί η έκφρασις- και την βάζει μέσα σε ένα σώμα… Παίρνει άλλη και την βάζει μέσα σε ένα άλλο σώμα…». Αυτό λέγεται προΰπαρξις των ψυχών. Είναι, αν θέλετε να το επεκτείνουμε, όπως και οι Ανατολικές θρησκείες, με μετεμψυχώσεις και δεν ξέρω τι και όλα αυτά τα παραμύθια, πραγματικά παραμύθια. «Και ότι δεν είναι εκ του μη όντος· ότι «καὶ οὐκ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος τὰ πάντα ἐγένετο, καὶ παρήχθησαν»· «ὅτι τέλος ἐστὶ τῆς κολάσεως…- δυστυχώς τρέχει ο χρόνος- ότι υπάρχει τέλος στη κόλαση. Η κόλαση τελειώνει». Και ο Ωριγένης το έλεγε αυτό. Πάλι λογική: «Είναι δυνατόν ο Θεός, ο αγαθός Θεός να βασανίζει – δεν βασανίζει ο Θεός, μόνοι τους διαλέγουν την κόλαση οι άνθρωποι – εις τους αιώνας των αιώνων; Χωρίς ποτέ λήξη; Είναι δυνατόν ποτέ;».
Και μιλούν ακόμα για αποκατάσταση των πάντων. Θα πει «έχομε καινούρια πράγματα, καινούριους κόσμους και θα είναι οι κόσμοι αυτοί, όπως και οι προηγούμενοι». Πλατωνικές θέσεις, ξαναλέγω. Τα πάντα έγιναν εκ του μη όντος, δηλαδή εκ του μηδενός. Η κόλασις είναι αιώνιος. Διότι βρίσκομαι εκεί εις το 25ο κεφάλαιο στον Ματθαίο, που λέγει: «Αυτοί θά ἀπέλθουν εἰς ζωήν αἰώνιον, οἱ δέ ἁμαρτωλοί εἰς κόλασιν αἰώνιον». Εάν λοιπόν, στο ίδιο χωρίο, από τον αυτόν συγγραφέα χρησιμοποιείται η λέξις «αιώνιος» τότε, εάν η λέξις «αιώνιος» για την κόλασιν είχε σχετικόν χαρακτήρα, τότε θα πρέπει σχετικόν χαρακτήρα να έχει και η λέξις «αιώνιος» ως προς την βασιλείαν του Θεού. Αυτά είναι η αναίρεσις αυτών των αιρέσεων. Ανάθεμα λοιπόν και αυτοί.
Αγαπητοί μου, η γνώσις των θέσεων, όσα αι επτά Οικουμενικαί Σύνοδοι, όπως και αι τοπικαί Σύνοδοι αποφαίνονται, παρέχουν σε μας την ορθόδοξη διδασκαλία. Γι’ αυτό οφείλομε να γνωρίζομε όλες αυτές τις θέσεις. Γιατί; Σήμερα οι ανατολικές θρησκείες έχουν εισβάλλει στην Ευρώπη -και στην Ελλάδα φυσικά- και στην Αμερική. Δηλαδή εις την Δύσιν. Και βλέπετε, ορθόδοξοι Χριστιανοί μας να παρασύρονται σε τέτοια καμώματα. Αιρετικά πέρα για πέρα. Και φιλοσοφικών διαστάσεων. Να γιατί πρέπει να ξέρουμε όλα αυτά. Να γιατί σας είπα προηγουμένως ότι είναι όλα αυτά επικαιρότατα. Όσοι έχετε, αν όχι το Πηδάλιον, που έχει μέσα ό,τι έχει από τας Συνόδους, τοπικάς και Οικουμενικάς, τουλάχιστον το Τριώδιον αν έχετε στο σπίτι σας, ανοίξτε, παρακαλώ, στην Κυριακή των Α΄ Νηστειών, εκεί στο Παράρτημα, ένα Παράρτημα έχει στη σημερινή Κυριακή με τίτλο: «Συνοδικόν της Αγίας και Οικουμενικής Ζ΄(7ης) Συνόδου υπέρ της Ορθοδοξίας» και εκεί θα πάρετε μία μικρή γεύση. Κι εγώ από εκεί τα πήρα διά το πρόχειρον του πράγματος.
Πρέπει ακόμα να αντιληφθούμε ότι στην αίρεση δεν υπάρχει ούτε το σωστόν ήθος, ούτε η σωστή πίστις, ούτε η σωστή λατρεία του Θεού και συνεπώς δεν υπάρχει η σωτηρία. Δεν υπάρχει η σωτηρία. Η αίρεσις είναι βλασφημία κατά του Θεού. Πώς θα με σώσει λοιπόν ο Θεός; Εάν κινούμαι στην αίρεση, στον χώρο της αιρέσεως; Γι΄ αυτό και ο χαρακτηρισμός «ἀνάθεμα»· που θέλει να τονίσει ότι κάθε αιρετικός ή κάθε αίρεση είναι έξω από την Εκκλησία. Όπως και ο όρος «ἀφοριζέσθω». Κοινότατος όρος αυτό. Τι θα πει «ἀφοριζέσθω»; Ἀπό και ὀρίζω. Βγάζω από τα όρια. Αφορίζω. Και συνεπώς δεν ανήκει αυτός ή αυτή η θεωρία ή αυτή η θέσις ή αυτή η ερμηνεία δεν ανήκει στον χώρο της Εκκλησίας. Είναι έξω από τον χώρο της Εκκλησίας. Πίστευε ό,τι θέλεις, άνθρωπε. Αλλά δεν δύνασαι να λες ότι ανήκεις μέσα στην Εκκλησία. Είναι εκείνο που λέει ο απόστολος Παύλος: «Εἴ τις οὐ φιλεῖ τόν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν – όποιος δεν αγαπά τον Κύριον Ιησούν Χριστόν– ἤτω ἀνάθεμα». Χώρια. Χώρια. Ανάθεμα λοιπόν σημαίνει κάτι που είναι ή οφείλει να είναι χωριστά ως κατηραμένον. Αυτό το «κατηραμένον» θα το βρείτε εις το βιβλίο το Λευιτικόν, στην Παλαιά Διαθήκη 7,26.
Αγαπητοί. Ορθοδοξία σημαίνει γνησιότης ερμηνείας των θείων γραφών. Πρέπει όμως να συνοδεύεται και με την ορθοπραξία. Ορθώς να πράττομε. Όχι μόνον ορθώς να πιστεύομε. Αυτά τα δυο μας παρέχουν τη σωτηρία. Όσοι όμως εργάστηκαν είτε εις τας Συνόδους, είτε μες τους αιώνες για την Ορθοδοξία μας, όπως και κατ’ επανάληψιν σημειώνεται μέσα εις το Συνοδικόν, αιωνία η μνήμη.
ΠΗΓΕΣ:
Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
http://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_667.mp3
(Μεταφορά της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας σε ηλεκτρονικό κείμενο και επιμέλεια: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος)
Ἡ σημαία μὲ τὸ αἷμα καὶ τὸ στέμμα. Α΄ Κυρ. Νηστειῶν (τῆς Ὀρθοδοξίας).
(†) ἐπίσκοπος Γεώργιος Παυλίδης Μητροπολίτης Νικαίας
«Ραββί, σὺ εἶ ὁ ὑιὸς τοῦ Θεοῦ...»
Ὅταν κατὰ τὴν Ρωμαϊκὴν ἐποχή, ἀγαπητέ μου ἀναγνῶστα, ἐπέστρεφεν ἀπὸ νικηφόρον πόλεμον ὁ νικήτὴς στρατηγὸς ἤ αὐτοκράτωρ, ὁ λαὸς τῆς Ρώμης τοῦ ἐπεφύλασσε μεγαλειώδη ὑπποδοχή. Ζητωκραυγαὶ καὶ ἀλαλαγμοὶ συνώδευαν τὸν θριαμβευτὴν, ὁ ὁποῖος ἐκάθητο στεφανωμένος εἰς μεγαλοπρεπὲς ἅρμα, ποὺ τὸ ἔσυραν ὑπερήφανα ἄλογα.
Ἡ πομπὴ αὐτὴ εἶναι γνωστὴ ὡς : Θ ρ ί α μ β ο ς.
Ἡ σημερινὴ ἡμέρα εἶναι μιὰ τέτοια ἡμέρα θριάμβου. Θριαμβευτὴς ὅμως εἶναι ὄχι κάποιος βασιλεύς, ἀλλ’ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία ἐμφανίζεται σήμερον στεφανωμένη καὶ ἀκτινοβολοῦσα. Ἅρμα της εἶναι αἱ καρδίαι τῶ χριστιανῶν ὅλων τῶν ἐποχῶν. Καὶ στέφανος, τῶν ἁγίων καὶ μαρτύρων τὰ αἴματα...
Εἶναι μέγα γεγονὸς ὁ θρίαμβός της αὐτός. Καὶ διὰ νὰ μὴ τὸ λησμονοῦν οἱ πιστοί, καθιερώθη κατὰ τὴν Α΄ Κυριακὴν τῶν Νηστειῶν, ποὺ εἶναι γνωστὴ ὡς Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, νὰ ἑορτάζεται μαζὺ μὲ τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἀναστηλώσεως τῶν ἁγίων Εἰκόνων, καὶ ἡ νίκη τῆς Ἐκκλησίας γενικῶς κατὰ τῶν ἐχθρῶν της, ποὺ ἐνεφανίσθησαν διὰ μέσου τῶν αἰώνων.
Ἀλλὰ ποιά εἶναι καὶ πῶς κατεκτήθη αὐτὴ ἡ νίκη; Ἰδοὺ τὸ θέμα μας.
1.Το ξεκίνημα
Διὰ νὰ ἐκτιμήσωμεν, ἀγαπητοί μου, περισσότερον τὴν ἀξίαν τοῦ θριάμβου τῆς Ἐκκλησίας μας, πρέπει νὰ γυρίσωμεν ὀπίσω, 2000 σχεδὸν χρόνια. Εἰς τὴν ἐποχήν, ποὺ ὁ Κύριος ἀρχίζει τὸ ἔργον Του. Μὲ τὶ ἐφόδια προχωρεῖ; Ἀνθρωπίνως, σχεδὸν μὲ τὸ μηδέν. Ὁ ἴδιος εἶναι πτωχὸς καὶ ἄσημος ξυλουργός. Δὲν ἔχει διπλώματα σχολῶν. Δὲν κρατεῖ σπάθην ἐξουσίας. Οἱ μαθηταί Του ἔπειτα; Ἀσθενέστεροι τοῦ διδασκάλου. Ἀγράμματοι, πτωχοί ψαράδες. Καὶ ξεκινοῦν νὰ κάμον τί; Νὰ ἀναπλάσουν τὸν κόσμον ὅλον. Νὰ ὑψώσουν νέα σύμβολα. Νὰ κρημνίσουν τὰ εἴδωλα καὶ νὰ στήσουν στὰ ἐρείπια τὴν νέαν πίστιν. Μιὰ πίστιν, ποὺ θὰ χρειασθῇ νὰ στερεωθῇ μὲ αἱματηρὰς θυσίας.
2. Ἡ χολή, τὸ ξίφος, τὸ δηλητήριον.
Ἔτσι ἐξεκίνησαν. Χωρὶς καμμίαν ἀνθρωπίνην βοήθεια. Καί, ὅπως ἦτο ἑπόμενον, αἱ ἀντιδράσεις δὲν ἄργησαν νὰ ἐκδηλωθοῦν. Ἐφηρμόσθη καὶ ἐδῶ ἐκεῖνο, ποὺ εἶχε πεῖ ὁ Κύριος διὰ τὸ σπίτι, τὸ ὁποῖον θεμελιώνεται ἐπάνω εἰς τὴν πέτραν. Θὰ κατέβῃ ἡ βροχή, θὰ ἔλθουν οἱ ποταμοί, θὰ πνεύσουν οἱ ἄνεμοι. Ἀλλά τὸ σπίτι θὰ μείνῃ ἀσάλευτο, διότι εἶναι θεμελιωμένο εἰς τὴν ἀμετακίνητον πέτραν. Καὶ αὐτὸ τὸ σπίτι εἶναι ἡ Ἐκκλησία.
Ἦλθε στὴν ἀρχὴ ἡ βροχή. Δηλ. οἱ Γραμματεῖς, οἱ Φαρισαῖοι, οἱ Σαδδουκαῖοι, οἱ Ἡρωδιανοί, οἱ Ἀρχιερεῖς, ὁ φανατισμένος ὄχλος. Ἐχτύπησαν μὲ μανίαν τὴν Ἐκκλησίαν. Ἐσταύρωσαν τὸν Ἀρχηγόν της. Ἐδίωξαν τοὺς Ἀποστόλους. Ἐπολέμησαν τοὺς χριστιανούς. Ἔρριξαν τὴν χολὴν τῆς μανίας των ἐναντίον τῆς πίστεως.
Μετὰ τὴν βροχὴν ἦλθαν οἱ ποταμοί. Ποταμοί, ποὺ ἐγέμισαν ὄχι μὲ νερό, ἀλλὰ μὲ αἷμα μαρτύρων. Ἀπέναντι στὴν ἀγάπη τῆς νέας θρησκείας ὑψώθηκε τὸ ξίφος τῶν Ρωμαίων· οἱ τροχοὶ καὶ τὰ βασανιστήρια· οἱ σταυροὶ καὶ τὰ Κλολοσσαῖα. Αὐτοκράτορες καὶ στρατοί, δήμιοι καὶ τύραννοι, ὅλοι ἐπιτέθησαν διὰ νὰ ξερριζώσουν τὸ ἁπαλὸ φυτό, ποὺ εἶχε φυτεύψει στὴ γῆ τὸ χέρι τοῦ οὐρανίου Διδασκάλου. Ἑκατοντάδες χρόνια ἐκράτησε αὐτὸς ὁ διωγμός, ἄλλοτε σκληρότερος καὶ ἄλλοτε ἠπιώτερος. Ἑκατομμύρια ὁπαδῶν ὑπέγραψαν τὴν ἀφοσίωσίν των εἰς τὸν Χριστὸν μὲ τὴν θυσίαν τῆς ζωῆς των.
Ἔπνευσαν ἐν συνεχείᾳ οἱ ἄνεμοι. Ἦλθε τὸ δηλητήριον, ποὺ τὸ ἔρριψαν μὲ μανίαν ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ ἡ ἄπιστη σοφιστεία τῶν πολεμίων τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἀπὸ τήν ἄλλη αἱ αἱρέσεις καὶ αἱ πλάναι τῶν ἐσωτερικῶν ἐχθρῶν, ὕστερα δὲ καὶ τὰ σχίσματα. Ἀληθινὸν δηλητήριον. Ἡ ἀπιστία ἐιστρατεύει τὴν ἐπιστήμην, διὰ νὰ πολεμήσῃ τὴν πίστιν.
Ἡ πέννα χύνει τὸ ψέμα, τὸν δόλον, τὴν διαστροφήν. Ἐν ὀνόματι δῆθεν τῆς ἐπιστήμης πολεμεῖται ἡ ἀλήθεια. Κακοποιεῖται ἡ ἐπιστήμη εἰς τὰ χέρια τῶν καπήλων καὶ τῶν ἀπατεώνων. Τόννοι μελάνης καὶ χαρτιοῦ ἐχρησιμοποιήθησαν διὰ τὸ ἀνόσιον αὐτὸ ἔργον. Ἐμφανίζονται κατόπιν αἱ αἱρέσεις, ποὺ ἀπειλοῦν νὰ μολύνουν, νὰ ἀλλοιώσουν τὸ ὀρθόδοξον πνεῦμα καὶ νὰ κλονίσουν ἐκ θεμελίων τὴν Ἐκκλησίαν. Ἀκολουθοῦν μετὰ τὰ σχίματα. Σχίζεται ὁ «ἄρραφος χιτών» τοῦ Χριστοῦ σὲ κομμάτια. Καὶ «ἡ Μία, Ἁγία καὶ Ἀποστολική» Ἐκκλησία διαιρεῖται –κρῖμα!- εἰς ἀπειρίαν δογμάτων καὶ ὁμολογιῶν..... Λύκοι, λοιπόν, βαρεῖς γύρο ἀπὸ τὸ «ἀρνίον», τὴν Ἐκκλησίαν, στέκονται καὶ ἀπειλοῦν νὰ τὸ κατασπαράξουν.
3. «Νενίκηκας, Γαλιλαῖε»!
Καὶ ὅμως ἡ Ἐκκλησία δὲν ἔπεσε. «Τεθεμελίωτο ἐπὶ τὴν πέτραν. Ἡ δὲ πέτρα ἦν ὁ Χριστός». Ὁ Γαλιλαῖος, ὁ Ἐσταυρωμένος ἀρχηγὸς ἐνίκησε. Καὶ διετηρήθη τὸ ἁπαλὸν φυτόν. Καὶ ἐρρίζωσε βαθειά. Καὶ ἅπλωσε τὶς ρίζες. Καὶ ἀνέπτυξε τὰ κλωνάρια του. Καὶ ἔφερε γλυκεῖς καρπούς. Καὶ ὑψώνεται ὁ Σταυρὸς εἰς τὸ στερέωμα. Ἀκατανίκητος. Κορυφαὶ ἐπιστημονικαὶ καὶ στρατηλάται ἔνδοξοι καὶ μεγαλοουργοί ἡγέται προσέφεραν ταπεινὰ τὴν δύναμίν των ἐμπρὸς εἰς τὸν νικητὴν Χριστόν. Ἑκκατομύρια μαρτύρων ἔσπευσαν μὲ χαρὰν εἰς τὸ μαρτύριον. Ἀπειρία ἁμαρτωλῶν εὗρε τὴν ἀνάπαυσιν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Καὶ τὴν σωτηρίαν. Καὶ οἱ ἔχθροί; Διεσκορπίσθησαν ὡς καπνός. Πεταμένα στοὺς δρόμους τὰ σπασμένα των ξίφη, χυμένα στὸ χῶμα ἠ χολὴ καὶ τὸ δηλητήριον...
4. Καὶ πάλιν τὸ θηρίον ὁρμᾷ.....
Δυστυχῶς καὶ πάλιν. Ὁ διάβολος δὲν ἠνέχθη τὴν ἦτταν του. Καὶ ἐσήκωσε ἐκ νέου ταραχήν. Ἔτσι εἰς τὰς ἡμέρας μας πάλιν χύνεται αἷμα μαρτύρων εἰς διαφόρους χώρας, ποὺ πολεμεῖται ὁ Σταυρός. Πάλιν πλάναι καὶ διδασκαλίαι διαδίδονται μὲ ποικιλίαν μορφῶν, ποὺ καὶ μὲ τὴν χριστιανικὴν γενικὰ πίστιν εἶναι ἀντίθετοι, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ ὀρθόδοξο δόγμα ἀντιμέτωποι.
Πλημμύρα ἀληθινή, ἀγαπητοί μου, ἀπὸ αἱρετικὰ βιβλία, ἀπὸ προπαγανδιστικὰ φλλάδια, ἀπὸ «λύκους βαρεῖς», πράκτορας τοῦ ψεύδους καὶ τῆς ἀναισχύντου προπαγάνδας. Καὶ ὅλοι αὐτοὶ δίδουν μὲ δολιότητα τὸ δηλητήριον σὲ χρυσᾶ φιαλίδια. Καὶ μερικοὶ χριστιανοὶ ἀνύποπτοι τὰ παίρνουν. Καὶ καταπίνουν τὸ δηλητήριον. Καὶ ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὸ ψέμα, ἐγκαταλείπουν τὴν Ἐκκλησίαν μας, τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν, τὴν καθαρὰν ἀλήθειαν τοῦ Εὐαγγελίου.
Καὶ γυρίζουν σὲ ἄλλες «μάνδρες», σὲ ἄλλους τόπους, οἱ δυστυχεῖς, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἐκεῖ θὰ βροῦν τὴν ἀληθεια. Καὶ χάνονται, ἀλλοίμονον, μέσα εἰς τοὺς βάλτους τῶν θανατηφόρων πλανῶν.
5.Σημαιοφόροι, εἰς τὰς ἐπάλξεις!
Ναί, στίς ἐπάλξεις! Ἄν ἔμειναν ὀρθία ἡ Ἐκκλησία μας μέχρι τώρα, τὸ ὀφείλει, βέβαια, κυρίως εἰς τὸ αἷμα τοῦ Ἀρχηγοῦ της. Ἀλλὰ ἄς μὴ λησμονοῦμε, ὅτι καὶ αἱ θυσίαι τῶν ἁγίων καὶ μαρτύρων ἐστάθησαν πρόχωμα καὶ κυματοθραύστης. Ἔτσι ἡ Ἐκκλησία μας ἐνίκησε. Τό ἴδιο πρέπει νὰ γίνῃ καὶ τώρα. Ὅλοι μας θὰ πρέπει νὰ ἀναλάβωμεν τὸ ἔργον τοῦ ὑπερασπιστοῦ τῆς πίστεώς μας. Εἶναι π ρ ο δ ο σ ί α κ α ὶ ἔ γ κ λ η μ α, νὰ ἀφήνωμεν τοὺς διαφόρους ἐχθροὺς τῆς Ἐκκλησίας μας νὰ ἐργάζονται καταχθόνια καὶ ἀνενόχλητα, διὰ νὰ χύνουν τὸ δηλητήριον εἰς τὰς ψυχὰς τῶν πιστῶν. Θὰ κρατήσωμεν τὴν σημαίαν μας μὲ πᾶσαν θυσίαν. Δὲν πρέπει νὰ προδώσουμε τὸν ἱερὸν μας ἀγῶνα. Θὰ ὁμολογοῦμεν μὲ ὑπερηφάνειαν τὴν πίστιν μας. Θὰ προσπαθῶμεν νὰ ζῶμεν μίαν ζωὴν συνεπῆ μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τιμίαν καὶ ἐνάρετον, διὰ νὰ μὴ δίδωμεν ὅπλα εἰς τοὺς ἐχθροὺς τῆς Ἐκκλησίας. Θὰ ἀντιδράσωμεν συστηματικὰ εἰς τὸ ἔργον τους.
Καὶ πιὸ συγκεκριμένα:
Ἦλθε στὸ σπίτι σου ὁ ἀνεπιθύμητος ἐπισκέπτης; Εἶναι ὁ λύκος μὲ ἔνδυμα προβάτου; Κλεῖσε ἀμέσως τὴν πόρτα σου. Μὴ ἀνοίγῃς συζήτησιν. Διῶξ’ τον. Αὐτὸς εἶναι πληρωμένος πράκτωρ. Προδότης σὰν τὸν Ἰούδα. Ἐπρόδωσε καὶ αὐτὸς τὸν Χριστὸν διὰ τὰ ἀργύρια. Μὲ τὸν λεπρὸν μπορεῖς νὰ ἔχῃς σχέσιν. Μὲ τὸν αἱρετικὸν ὅμως ὄχι. Δὲν πρέπει νὰ τοῦ πῇς οὔτε καὶ καλημέραν». Τὸ λέγει ἡ Ἁγία Γραφή: «Εἰ τις ἔρχεται πρὸ ὑμᾶς καὶ ταύτην τὴν διδαχὴν οὐ φέρει, μὴ λαμβάνετε αὐτὸν εἰς οἰκίαν, καὶ χαίρειν αὐτῷ μὴ λέγετε» (Β΄ Ἰωάν. 10).
Ἔπεσε στὰ χέρια σου τέτοιο φυλλάδιο; Κάψε το. Κάψε καὶ ὅλα τὰ παράμοια φυλλάδια, ποὺ κυκλοφοροῦν στὴ γειτονιά. Εἶναι ἐπικίνδυνα σὰν τὶς χειρομβομβίδες. Ἀντιθέτως διάδωσε μὲ ἐνθουσιασμὸν τὰ ἔντυπα τῆς Ἐκκλησίας μας. Κατατοπίσου μὲ λεπτομέρειες στὰ θέματα τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Διάβασε τὰ κατάλληλα βιβλία, γιὰ νὰ μπορῇς νὰ διαφωτίζῃς τοὺς κλονισμένους στὴν πίστι ἀδελφούς μας. Ἔλα κοντὰ στὴν Ἐκκλησία, ποὺ εἶναι ἡ μόνη πηγὴ ἀσφαλείας καὶ ἀληθείας.
Σημαιοφόρε τοῦ Χριστοῦ, ὀρθὸς στὴν ἔπαλξι!
Ἀ γ α π η τ ο ί,
Ἀπὸ σήμερα θὰ πρέπει ὅλοι ἐμεῖς οἱ πιστοὶ νὰ ἀρχίσωμεν ἐκστρατείας καὶ ἱερὰν ἐξόρμησιν διὰ τὴν περιφρούρησιν τῆς Ὀρθοδοξίας μας, διὰ τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν ἀδελφῶν μας ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς πλάνης τῶν ἀναισχύντων προπαγαδιστῶν.
Καὶ ἡ σωτήριος αὐτὴ ἐκστρατεία ἀσφαλῶς θὰ φέρῃ τοὺς καρποὺς, ποὺ περιμένομεν ὅλοι. Ἡ Ἐκκλησία μας, ἡ ὁποία σήμερον ἑορτάζει τὸν θρίαμβόν της κατὰ τῶν εἰκονομάχων καὶ τῶν ἄλλων παλαιῶν της ἐχθρῶν, θὰ ἐπιτύχῃ καὶ νέον θρίαμβον κατὰ τῶν συγχρόνων ἐχθρῶν της.
Μέχρι τὰ ἄστρα θὰ φθάσῃ ἡ δόξα της. Ταπεινομένοι οἱ ἐχθροί της θὰ σκυψουν τὸ κεφάλι μπροστὰ στὴν ἀλήθειάν της. Αἰ ψυχαὶ τῶν μαρτύρων θὰ αἰσθανθοῦν ἀγαλλίασιν ἀπὸ τοὺς ἀγῶνας τῶν νέων βλαστῶν τῆς ἁγίας αὐτῆς καὶ εὐλογημένης Μητέρας, τῆς Ἐκκλησίας μας.
Καὶ τότε στὸ πιὸ ὑψηλότερο σημεῖον τοῦ κόσμου θὰ στηθῇ τὸ κοντάρι, ποὺ θὰ ἔχῃ τὴν νικηφόρο τῆς Ἐκκλησίας σημαία.
Τὴ σημαία μὲ τὸ αἷμα καὶ τὸ στέμμα·
τὸ αἷμα τῶν μαρτύρων της,
τὸ στέμμα τῶν θράμβων της!
Ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου
Μητροπολίτου Νικαίας
Λύχνος τοῖς ποσί μου
Λόγοι εἰς τὰ Εὐαγγέλια τῶν Κυριακῶν
(σελ.238-242)
Ἐκδόσεις Β΄
Ἀποστολική διακονία
τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος