Πέμπτη 13 Αυγούστου 2026

Αγνή Παρθένε


 

Το νόημα των Παρακλήσεων προς την Παναγία μας

 α. Γιατί παρακαλοῦμε τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο

β. Πότε εἰσακούεται ἡ παράκλησή μας;

γ. Πότε δέν εἰσακούεται ἡ παράκλησή μας;

δ. Πῶς εὐχαριστοῦμε τήν Παναγία;


α. Γιατί παρακαλοῦμε τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο

Οἱ παρακλήσεις πρός τή Θεοτόκο ἀναφέρουν τίς ἐπικλήσεις τῶν πιστῶν μέ δεήσεις καί ἱκεσίες πρός τήν Παναγία γιά νά λάβουν τή βοήθειά Της στούς καιρούς τῶν πειρασμῶν, τῶν πόνων, τῶν θλίψεων καί κάθε εἴδους προστασία ἀπό τό θεῖο πρόσωπό Της. Καί τονίζεται χαρακτηριστικά: “Δέξαι παρακλήσεις ἀναξίων σῶν ἱκετῶν”.



Πρῶτον, παρακαλοῦμε τήν Παναγία μέ αἴσθημα πίστεως καί πόνου γιά νά μᾶς βοηθήσει στή ζωή μας ἀπό τούς πειρασμούς, λέγοντάς της: “Πολλοῖς συνεχόμενοις πειρασμοῖς, πρὸς Σὲ καταφεύγω, σωτηρίαν ἐπιζητῶν”. Εἶναι πολλοί οἱ πειρασμοί πού παρασύρουν τόν πιστό στό κακό, στήν ἡδονή, στήν κακία, στήν ἐχθρότητα, στήν περιφρόνηση τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ καί τόν ὁδηγοῦν στήν πράξη τῆς ἁμαρτίας. Ὁ πειρασμός εἶναι ὁ προπομπός τῆς ἁμαρτίας γιά νά κλονισθεῖ ἡ πίστη μας καί νά ἀδιαφορήσουμε γιά τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό ζητᾶμε ἀπό τό Θεό: “καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν” καί ἀπό τήν Παναγία: “Πολλοῖς συνεχόμενος πειρασμοῖς, πρὸς Σὲ καταφεύγω, σωτηρίαν ἐπιζητῶν. Ὦ Μῆτερ τοῦ Λόγου καὶ Παρθένε, τῶν δυσχερῶν καὶ δεινῶν με διάσωσον”.

Δεύτερον, ζητᾶμε ἀπό τήν Παναγία νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τά πάθη μας: “Παθῶν με ταράττουσι προσβολαί, πολλῆς ἀθυμίας ἐμπιπλῶσαί μου τὴν ψυχήν”. Ὅπως τό πάθος τῆς ὑπερηφανείας, τοῦ θυμοῦ, τῆς ζήλειας, τοῦ φθόνου, τῆς κατακρίσεως, τῆς πολυλογίας, τῆς γαστριμαργίας κ.ἄ. βασανίζουν τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καί τήν καθιστοῦν ἀκάθαρτη. Ὁ ἀγώνας τοῦ χριστιανοῦ πρέπει νά εἶναι καθημερινός γιά νά παραμένει ἥσυχος καί γαλήνιος στήν ψυχή του, χωρίς νά τόν καταδικάζει γιά τίποτα ἡ συνείδησή του. Γι’ αὐτό ζητᾶμε νά μᾶς θεραπεύσει τίς ἀσθένειες τῆς ψυχῆς μας λέγοντας: “Ἴασαι ἁγνή, τῶν παθῶν μου τὴν ἀσθένειαν”.

Τρίτον, ζητᾶμε ἀπό τήν Παναγία νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τούς κινδύνους τῆς καθημερινῆς ζωῆς μας διά τῆς θείας προστασίας Της, λέγοντάς Της: “Διάσωσον, ἀπὸ κινδύνους τοὺς δούλους Σου Θεοτόκε”. Πολλοί οἱ κίνδυνοι τοῦ ἀνθρώπου πού φέρουν εὔκολα τή συμφορά στή ζωή του. Ἀτυχήματα, ἐπαγγελματικές δυσκολίες, οἰκογενειακές ἀκαταστασίες κ.ἄ. Γι’ αὐτό παρακαλοῦμε τήν Παναγία νά μᾶς λυτρώσει ἀπό τούς κινδύνους μέ τήν προστασία Της καί νά γίνει “πύργος ἀσφαλείας”, “τεῖχος ἀπροσμάχητον”.

Τέταρτον, ζητᾶμε ἀπό τήν Παναγία μέ τίς δεήσεις μας νά μᾶς ἐνισχύσει καί νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τίς θλίψεις καί τίς ἀσθένειές μας. “Σοῦ δέομαι τῆς ἀγαθῆς ἐκ φθορᾶς νοσημάτων ἀνάστησον” καί “ἐπίβλεψον, ἐν εὐμενείᾳ πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπί τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν”. Μέσα στόν πόνο περισσότερο σκεπτώμεθα τό Θεό καί ἀναζητᾶμε τή θεία βοήθειά Του. Νιώθουμε τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία μας καί τήν Παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνος πού δέν ἐπόνεσε πολύ δέν μπορεῖ νά νιώσει τόν πόνο τοῦ ἄλλου. Χρειάζεται ὁ πόνος τῆς ἀσθένειας ἤ τῶν δυσκολιῶν τῆς ζωῆς μας γιά νά αἰσθανθοῦμε τήν ἀνάγκη τοῦ ἄλλου καί νά νιώσουμε ποιοί μᾶς ἀγαποῦν πραγματικά. Ὁ πόνος φέρει τή μετάνοια στόν ἄνθρωπο καί εἶναι ἕνας τρόπος σωτηρίας τῆς ψυχῆς του. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἐπόνεσε πάρα πολύ πάνω στό σταυρό καί ἔδειξε τό δρόμο τοῦ πόνου πού λυτρώνει καί ἁγιάζει τόν ἄνθρωπο. Ὁ πόνος νικᾶ τά πάθη τοῦ ἀνθρώπου καί φέρει ἀρετές μέσα στήν ψυχή τοῦ πιστοῦ. Ὁ ἐγωϊστής ταπεινώνεται μέσα στόν πόνο τῆς ἀσθενείας του καί ζητᾶ ή βοήθεια τοῦ Θεοῦ καί τῆς Παναγίας. Μέσα στή δυστυχία τῶν θλίψεών του κατανοεῖ τήν εὐτέλεια τῆς ζωῆς του καί ἀναζητᾶ τήν εὐτυχία κοντά στό Θεό. Ὁ πόνος θεραπεύει ἀδυναμίες καί πάθη πού φθείρουν τήν ψυχή. Ὁ πόνος φέρει τούς ἀνθρώπους πιό κοντά καί ὁ ἕνας παρηγορεῖ τόν ἄλλον καί προσφέρει τή βοήθειά του μέ ἀγάπη καί θυσία. Πολλές φορές ὁ πόνος τῆς καρδιᾶς εἶναι μεγαλύτερος ἀπό τόν πόνο τοῦ σώματος, πού φέρει σέ μεγάλη ἀμηχανία πράξεων μέσα στή θλίψη τῆς ψυχῆς καί μπορεῖ νά εἶναι ἀποτέλεσμα μοναξιᾶς, συκοφαντίας, κακίας, μίσους καί ζήλειας. Γι’ αὐτό ἔχουμε ἀνάγκη νά λέγουμε τόν πόνο μας στόν ἄλλο, γιά νά ξαλαφρώνουμε ψυχικά καί νά ἀναπαυόμαστε κοντά στήν ἀγάπη τοῦ ἄλλου. Καί ἡ Παναγία ἐπόνεσε πολύ ψυχικά γιά τήν ἄδικη κακομεταχείριση καί σταύρωση τοῦ Υἱοῦ Της. Καί γίνεται ἡ προστάτις τῶν θλιβομένων καί ἀδικουμένων, ὅταν τήν παρακαλοῦμε: “Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς”. 

Καί πέμπτον, παρακαλοῦμε τήν Παναγία διά τῆς μεσιτείας στόν Πανάγαθο νά μᾶς ἐξαλείψει τό πλῆθος τῶν ἁμαρτημάτων μας: “Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις, ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων”, δηλ. τά ἁμαρτήματά μας. Παρακαλοῦμε νά μᾶς σώσει διά τῆς θείας βοηθείας Της καί νά μᾶς ὁδηγήσει σέ μετάνοια. Μᾶς προτρέπει ὁ παρακλητικός κανόνας στήν ἀληθινή μετάνοια, στήν ἐξομολόγηση καί τή θεία Κοινωνία. Νά ζήσουμε μιά ζωή μετανοίας, γιά νά μήν μολύνεται ἡ ψυχή μας ἀπό πλῆθος ἁμαρτιῶν. Γι’ αὐτό ἡ ἁμαρτία θεωρεῖται ἔγκλημα γιά τήν ψυχή μας, διότι αὐτή ἀποστατεῖ ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ὁδηγεῖται στό σκοτάδι τοῦ θελήματος τοῦ ἁμαρτωλοῦ κόσμου. Μακρυά ἀπό τό Θεό “ἀπολλύμεθα ὑπὸ πλήθους πταισμάτων”. Ἐκεῖνος πού τιμᾶ ἀληθινά τήν Παναγία δέεται γιά τή σωτηρία τῆς ψυχῆς του καί ζεῖ διαρκῶς ἐν μετανοίᾳ παρακλητικῇ.

Ἡ Παναγία εἶχε πλήρη ἀφιέρωση στό Θεό μέ ζῆλο ὑπερανθρώπινο πού ξεπερνοῦσε τῶν ἀγγέλων τήν ἁγιότητα. Ἆραγε ὁ δικός μας ζῆλος ὁμοιάζει κατά ἕνα μέρος στή διάθεση τῆς Παναγίας; Πόσο ἐπιζητοῦμε τήν ὁμοίωση μέ τήν Παναγία; Πόσο ἑλκυόμεθα ἀπό τήν ταπεινή ζωή Της; Πόσο ἐπιζητοῦμε οἱ ἀρετές Της νά γίνουν δικές μας; Πόσο ἡ δική μας προσευχή ὁμοιάζει μέ τῆς Παναγίας;

β. Πότε εἰσακούεται ἡ παράκλησή μας;

Εἰσακούεται ἡ παράκλησή μας πρός τήν Παναγία: 

Ὅταν ἡ πίστη μας εἶναι ἀληθινή καί δέν παρασύρεται ἀπό ἀμφιβολίες καί δυσπιστίες στή θεία βοήθεια. Ὅταν δέν ἐπηρεάζεται ἀπό τίς δυσκολίες τῆς ζωῆς μας, ἀλλά μέ θέρμη ἐσωτερική καί μέ βεβαιότητα προστρέχουμε στή στοργική Μητέρα τοῦ Θεοῦ γιά τή λύτρωση τῶν δεινῶν μας. Ἐκεῖνος πού στηρίζεται ὁλοκληρωτικά στό Θεό δέν ἀμφιβάλλει γιά τή θεία βοήθειά Του. “Εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι” (Μάρκ. θ΄ 23).

Ὅταν προστρέχουμε μέ ταπείνωση στήν Παναγία, γεγονός πού κρύβει τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία μας, δείχνουμε τήν ἀγάπη μας πρός τό θεῖο πρόσωπό Της. Ὅπως ὁ Θεός εὐλόγησε ὑπέρ τό δέον τήν Παναγία, καθ’ ὅτι “ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ”. Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος δέν ὑπερηνεύεται πού κατέστη Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἀντιθέτως ταπεινώνεται συνεχῶς μέσα στήν προσευχή της καί στή ζωή διαβιώντας ταπεινά καί ἀπέριττα χωρίς τή δόξα τοῦ κόσμου. Τό φρόνημα τῆς ταπεινώσεώς Της παραμένει παράδειγμα πρός μίμηση γιά νά ἀποφεύγουμε κάθε ἐγωϊστική διάθεση τῆς ψυχῆς μας. Μόνο μιά ταπεινή προσευχή πού δείχνει τήν καθαρή ζωή μας χωρίς ἐγωϊσμό γίνεται δεκτή ἀπό τό Θεό: “ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν προσευχὴν τῶν ταπεινῶν καὶ οὐκ ἐξουδένωσε τὴν δέησιν αὐτῶν” (Ψαλμ. ρα΄ 18).

Ὅταν δείχνουμε ἀπεριόριστη ἀγάπη στό Θεό, πού φαίνεται ἀπό τήν καθαρή προσευχή μας καί τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν Του. “Ὁ ἔχων τὰς ἐντολὰς μου καὶ τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνος ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με” (Ἰωάν. ιδ΄ 21). Εἶναι σημαντικό νά ἀγαποῦμε τό Θεό μέ ὅλη μας τήν καρδιά, γιά νά εὐεργετηθοῦμε πλουσιοπάροχα μέ τίς θεῖες δωρεές Του. Ἡ καρδιά μας μᾶς φανερώνει πόσο ἀγαποῦμε τό Θεό, ἀπό τό πόσο χρόνο σκεπτόμαστε Αὐτόν. Ὅσο περισσότερο ἀγαποῦμε τό Θεό, τόσο περισσότερο ζοῦμε ἀληθινά ἐν Χριστῷ καί τιμοῦμε τήν Παναγία καί ὅλους τούς ἁγίους. Γι’ αὐτό μιά προσευχή ἀγαπητική πρός τό Θεό θά εἶναι περισσότερο εὐπρόσδεκτη, διότι θά δείχνει τήν καρδιά μας, πόσο τόν ἀγαποῦμε καί τόν τιμοῦμε μέ τή ζωή μας.

Καί τό σπουδαιότερο, ὅταν ἔχουμε ὑπομονή στίς παρακλήσεις μας. Μέσα στήν ὑπομονή μας δοκιμάζεται ἡ πίστη μας, πόσο ἀνθεκτική εἶναι στούς ἀνέμους τῆς ἀμφιβολίας καί τῆς ὀλιγοπιστίας. “Τό δοκίμιον ὑμῶν τῆς πίστεως κατεργάζεται ὑπομονήν” (Ἰακ. α΄ 2). Ἡ ὑπομονή γίνεται γέφυρα ἑνώσεως μετά τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά εἰσακουσθεῖ ἡ προσευχή μας. Χαρακτηρίζει ἀνθρώπους μέ ὑπομονή, ἐκείνους πού ἔχουν διαπεράσει ἀπό πολλές θλίψεις στή ζωή τους καί εἶναι ἀνθεκτικοί στούς ἐρχόμενους πειρασμούς, διότι ἡ πίστη μας εἶναι στήριγμα στά δεινά τῆς ζωῆς μας.

Ὅταν ὑπάρχει θερμή προσευχή πού νά συγκλονίζει τήν καρδιά μας ἀπό τήν ἀγάπη πρός τό Θεό. Μιά προσευχή πού ἔχει δείγματα ἀπόλυτης ἐμπιστοσύνης καί ἀφοσιώσεως στό Θεό γίνεται δεκτή καί εὐάρεστη. Ἡ προσευχή μᾶς βοηθεῖ νά ἐλευθερωθοῦμε ἀπό τά πάθη μας καί κάθε κακή ἐπιθυμία μας. Ἡ καθαρή προσευχή δείχνει πόσο ἀγαποῦμε τό Θεό καί πόσο εἰσακούει ὁ Θεός τήν καρδιακή προσευχή μας. Ἀναφέρεται ὅτι κάποτε ἀσκήτευε στήν ἔρημο τοῦ Σινᾶ ἕνας ἅγιος γέροντας. Μιά μέρα τόν συναντᾶ ἕνας μοναχός καί τοῦ λέγει: 

– Πάτερ μου, ταλαιπωρούμαστε πολύ ἐξ αἰτίας τῆς ἀνομβρίας. 

– Γιατί, ρώτησε ὁ γέροντας, δέν προσεύχεσθε καί δέν παρακαλεῖτε τό Θεό νά βρέξει; 

– Καί προσευχόμαστε, ἀπάντησε ὁ ἀδελφός, καί λιτανεῖες κάνουμε. Ἀλλά δέν βρέχει. 

– Ἀσφαλῶς, λέει πάλι ὁ ἀσκητής, δέν θά προσεύχεσθε ἐντατικά καί ἀπό τά βάθη τῆς ψυχῆς σας. Θέλεις, λοιπόν, νά τό διαπιστώσεις καί σύ; Ἄς προσευχηθοῦμε μαζί. 

– Τότε ὁ γέροντας ἀσκητής ὕψωσε τά χέρια του πρός τόν οὐρανό καί προσευχήθηκε. Καί ἀμέσως ἄρχισε νά βρέχει. 

Μόνο μιά θερμή προσευχή πού βγαίνει μέσα ἀπό τήν καρδιά μας εἰσακούεται ἀπό τό Θεό.

Ἀνάγκη εἶναι νά συνεργεῖ μέ τήν προσευχή καί ἡ νηστεία, διότι λέγει ὁ Κύριος: “τοῦτο δὲ τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ” (Ματθ. ιζ΄ 21). Ἡ προσευχή καί ἡ νηστεία συμπορεύονται γιά νά ταπεινώσουν τό σῶμα καί τήν ψυχή. Εἶναι ἕνας ἀγώνας πνευματικός πού διέρχεται ἀπό τήν καθολική ψυχοσωματική ἄσκηση. Ἡ νηστεία χρειάζεται γιά τήν πάλη ἐναντίον τῶν δαιμόνων καί τῶν σαρκικῶν παθῶν. Ἡ νηστεία δυναμώνει τήν ψυχή στίς ἀρετές καί ἐνισχύει κατά πολύ τήν προσευχή, μέ ἀποτέλεσμα νά ἀνυψώνεται πιό εὔκολα ὁ νοῦς μας στό Θεό.

Νά ὑπάρχει εἰλικρινής μετάνοια, πού νά φανερώνει τήν ἐσωτερική συντριβή τῆς καρδιᾶς μας καί τή μεταστροφή μας πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. “Ροήν μου τῶν δακρύων μὴ ἀποποιήσῃς”. Ἡ μετάνοια ἐκδηλώνεται στήν ταπεινή ψυχή πού διψᾶ γιά τή συγχώρεση τῶν ἁμαρτημάτων της καί δέεται γιά τή σωτηρία της. Καί συγχρόνως παρακαλεῖ γιά τή βοήθεια στά προβλήματά της. Ἡ ἐσωτερική μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου ὁδηγεῖ στό νά προκαλέσει τήν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ πρός βοήθειά Του. Ἡ μετάνοια δέν ἀνορθώνει μόνο τήν πεσμένη ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν ἁμαρτία ἀλλά καί τήν πεσμένη ζωή του ἀπό τά δεινά καί τίς θλίψεις του.

γ. Πότε δέν εἰσακούεται ἡ παράκλησή μας;


α. Ὅταν κάνουμε ἁμαρτωλή ζωή καί δέν μετανοοῦμε γιά τίς ἁμαρτίες μας. 

β. Ὅταν ὑπάρχει μέσα μας ὑπερηφάνεια καί ἔπαρση. 

γ. Ὅταν ὑπάρχει ὀλιγοπιστία. 

δ. Ὅταν ξεχνοῦμε τίς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ στή ζωή μας. 

ε. Ὅταν δεν εἶναι γιά τό συμφέρον τῆς ψυχῆς μας.

δ. Πῶς εὐχαριστοῦμε τήν Παναγία; 

Πρέπει νά εὐχαριστοῦμε τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο μέ ὕμνους καί δεήσεις δοξολογικές, γιά νά τιμοῦμε ἄξια τή θεία βοήθειά Της. Τό “Ἄξιόν ἐστι ὡς ἀληθῶς μακαρίζειν Σὲ τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον καὶ μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν…”, πρέπει νά τό λέγουμε τακτικά. Ἀκόμη καί ἄλλους ὕμνους πού δείχνουν τή δόξα τῆς Παναγίας στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί στή γῆ, πού παρουσιάζει ὁ παρακλητικός κανόνας.

Τήν Παναγία εὐχαριστοῦμε γιά ὅλες τίς δωρεές Της πού προσφέρει σέ μᾶς διά τῆς θείας εὐλογίας Της: “ἀπολαύοντες Πάναγνε, τῶν Σῶν δωρημάτων εὐχαριστήριον, ἀναμέλπομεν ἐφύμνιον, οἱ γινώκοντές σε Θεομήτορα” (Μικρός Παρακλητικός Κανών). 

Εὐχαριστοῦμε τήν Παναγία, ὅταν ἀναγνωρίζουμε τή θέση Της μέσα στήν ἐκκλησία. Εἶναι ἡ Θεοτόκος, ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ πού ἐγέννησε ἀσπόρως τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἡ Θεομήτωρ. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός γράφει: “Θεοτόκον κυρίως καὶ ἀληθῶς τὴν Ἁγίαν Παρθένον κηρύττομεν· ὡς γὰρ Θεὸς ἀληθὴς ὁ ἐξ αὐτῆς γεννηθείς, ἀληθὴς Θεοτόκος ἡ τὸν ἀληθινόν Θεὸν ἐξ αὐτῆς σεσαρκωμένον γεννήσασα”[1]. 

Εὐχαριστοῦμε τήν Παναγία διότι ἐγέννησε τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ, τόν Ἰησοῦ Χριστό. Μᾶς πρόσφερε ἕνα καί μοναδικό δῶρο, τή σάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Ἐδώρισε τό τίμιον καί ἁγνό σῶμα Της γιά τή σωτηρία μας. Ἡ προσφορά Της αὐτή εἶναι τό δῶρο πρός τό ἀνθρώπινο γένος. 

Εὐχαριστοῦμε τήν Παναγία μέ ὕμνους καί λόγους, μέ τούς ὁποίους τονίζουμε τό θεῖο ἔργο Της ἐπί τῆς γῆς. Ὕμνους δοξαστικούς πού ἔχει καθιερώσει ἡ ἐκκλησία γιά νά δοξάσει τό ὑπερύμνητο θεῖο πρόσωπό Της. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός γράφει: “Ἀληθινά δὲν ὑπάρχει γλώσσα ἀνθρώπου, μήτε ὑπερκόσμιος, ἀγγελικός νοῦς ποὺ νὰ μπορεῖ ἐπάξια νὰ ὑμνήσει Ἐκείνη, μὲ τὴν ὁποία μᾶς δόθηκε ἡ δυνατότητα νὰ θεωροῦμε καθαρὰ τὴ δόξα τοῦ Κυρίου”[2] 

Εὐχαριστοῦμε τήν Παναγία, ὅταν προσευχόμαστε γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους. Γιά ἐκείνους πού εἶναι μακρυά ἀπό τό Θεό. Μᾶς ζητᾶ νά προσευχόμαστε γιά τή μεταστροφή τῶν ἀνθρώπων στόν Υἱό Της. Νά πλησιάζουμε τόν Κύριο μέ ἀγάπη, γιά νά λάβουμε πλούσιους καρπούς. Νά προσευχόμαστε πάντοτε, καί σέ καλές στιγμές τῆς ζωῆς μας, ὅπου ὑπάρχει ἡ χαρά καί ἡ εὐτυχία. Νά τόν δοξολογοῦμε καί νά τόν ὑμνοῦμε μέ τήν καθαρή ζωή μας. Νά τηροῦμε τίς ἐντολές Του. Αὐτός νά εἶναι ὁ ὁδηγός καί ὁ φάρος τῆς ζωῆς μας. Νά εἴμαστε ὑπάκουοι στό ἅγιο θέλημά Του. Νά προοδεύουμε στήν πνευματική ζωή καί νά ἔχουμε πνευματική ἕνωση μέ τό Θεό. 

Ὅπως ἐμεῖς παρακαλοῦμε τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο γιά τή δική μας βοήθεια, τό ἴδιο παρακαλεῖ καί Αὐτή ἐμᾶς νά ἀκοῦμε τόν Υἱό Της, νά ἀκοῦμε καί νά τηροῦμε τίς θεῖες ἐντολές Του γιά τή δική μας σωτηρία. 

Ἡ Παναγία μᾶς δείχνει τό δρόμο πρός τόν οὐρανό, ἀρκεῖ νά τόν διαβοῦμε μέ τίς ἀρετές Της, ὥστε νά γίνουμε ἄξιοι τῆς ἀγάπης Της. 

(Από το βιβλίο του π.Δαμιανού Ζαφείρη "Η ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ") 

——————————————————————————– 

[1] Ἰωάννης Δαμασκηνός, ΕΠΕ, 1, 23. 

[2] Ἰωάννης Δαμασκηνός, Θεοτόκος, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, σελ. 103.

Τήν ἐν πρεσβείαις ἀκοίμητον Θεοτόκον.

 Μετά τήν ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, ἡ Παναγία πήγαινε καθημερινά στό ὄρος τῶν ἐλαιῶν καί ἐκεῖ προσευχόταν. Σήμερα στόν τόπο ἐκεῖνο ὑπάρχει μία μικρή Ἐκκλησία. Μάλιστα κάτω ἀπό τήν ἁγία Τράπεζα δείχνουν τό σημεῖο, πού στεκόταν ἡ Παναγία κατά τήν ὥρα τῆς προσευχῆς, μέ τό ἑξῆς θαυμαστό: Ἡ πέτρα πάνω στήν ὁποία στεκόταν ἡ Παναγία καί προσευχόταν φαγώθηκε ἀπό τίς πολλές μετάνοιες, πού ἔκαμνε!



Μία Παρασκευή ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ παρουσιάζεται μπροστά της καί τήν χαιρετᾶ μέ σεβασμό: Παναγία Θεοτόκε, ἑτοιμάζου τά πρός τήν ἔξοδο. Σέ τρεῖς ἡμέρες θά ἔλθει ὁ Κύριος Ἰησοῦς καί θά σέ πάρει κοντά Του. Θά ἀφήσεις αὐτόν τόν μάταιο κόσμο καί θά πορευθεῖς στήν ἄλλη ζωή, τήν ἀληθινή καί ἀδιάδοχη.


Ὅλο χαρά γύρισε στό σπίτι, πού ἔμενε κι᾿ ἦταν τό σπίτι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, ἀφοῦ λίγο πρίν πεῖ τό Τετέλεσται ὁ Χριστός, σ᾿ αὐτόν τήν παρέδωσε, γιά νά τήν προσέχει. Σ᾿ αὐτό λοιπόν τό σπίτι προσεύχεται ἡ Παναγία καί παρακαλεῖ τόν Υἱό καί Θεό της, νά στείλει τόν Ἰωάννη καί τούς λοιπούς Ἀποστόλους, γιά νά παρασταθοῦν στήν κηδεία της. Ἔτσι σύννεφα πῆραν τούς ἱερούς Ἀποστόλους καί τούς μετέφεραν στά Ἱεροσόλυμα. Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἔγιναν οἱ πρῶτοι ἀστροναῦτες.


Ἡ Παναγία, ἀγαπητοί μου, εἶναι ἡ δεομένη συνεχῶς καί προσευχομένη ἀδιαλείπτως γιά ὅλους τούς χριστιανούς καί γιά ὅλες τίς ὑποθέσεις. Εἶναι ἡ μεσίτρια τοῦ κόσμου, εἶναι ἐν πρεσβείαις ἀκοίμητος. Ποτέ δέν νυστάζει, δέν κοιμᾶται, δέν κουράζεται, πάντοτε τρέχει νά συμπαρασταθεῖ στίς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων. Γι᾿ αὐτό κι᾿ ἐμεῖς ψάλλουμε: τάχυνον εἰς πρεσβείαν καί σπεῦσον εἰς ἱκεσίαν.


Κάποτε ἕνας εὐσεβής χριστιανός πέθανε καί ὁ ἄγγελός του τόν πῆγε στόν παράδεισο. Εἶδε ὅλους τούς Ἁγίους, ἐκτός ἀπό τήν Παναγία καί τοῦ φάνηκε πολύ παράξενο. Καλά, εἶπε, στόν ἄγγελο, ὅλοι οἱ Ἅγιοι εἶναι ἐδῶ, μά πουθένά δέν βλέπω τήν Παναγία. Ἡ Παναγία δέν εἶναι ἐδῶ, τοῦ εἶπε ὁ ἄγγελος. Ὁ ἄλλος ἀπόρησε ἀκόμη πιό πολύ. Καί ποῦ εἶναι; Κάτω στόν κόσμο. Τρέχει ἀκατάπαυστα, νά βοηθήσει ὅσους ἔχουν ἀνάγκη! Νά σκουπίσει μέ τό μαντήλι της τόν ἱδρώτα τῶν κουρασμένων καί τά δάκρυα τῶν πονεμένων.


Ἄν παρακολουθήσουμε τήν ζωή τῆς Παναγίας ἀπό μικρό κοριτσάκι, θά τήν δοῦμε συνέχεια νά προσεύχεται. Σέ ἡλικία τριῶν ἐτῶν τήν ἀφιέρωσαν στό Θεό. Τήν ἔβαλαν στό Ναό, στά Ἅγια τῶν Ἁγίων, ὅπου ἔμεινε δώδεκα χρόνια. Ὅλον αὐτόν τόν καιρό προσευχόταν καί ἀπό ἄγγελο Κυρίου διδασκόταν τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ. Τήν ἑτοίμαζε ὁ Θεός γιά τήν μεγάλη ἀποστολή της, νά γίνει ἡ μητέρα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.


Στόν γάμο τῆς Κανᾶ πλησιάζει τόν Ἰησοῦ καί παρακαλεῖ, κάνε κάτι, δέν ἔχουν κρασί. Καί ὁ Κύριος, παρ᾿ ὅτι δέν σχεδίαζε νά ἀρχίσει ἀκόμη τόν δημόσιο βίο Του, ὑποχωρεῖ, ὑπακούει στήν Παναγία καί ἐκπληρώνει τήν ἐπιθυμία της. Ἔτσι ἐδῶ τό βλέπουμε καί τό διαβεβαιώνουν καί οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ὅτι ἡ Παναγία μέ τίς προσευχές της μπορεῖ, ἔχει τόν τρόπο νά ἀλλάξει τά σχέδια τοῦ Χριστοῦ. Γι᾿ αὐτό εἶναι πολύ σπουδαῖο νά τήν ἔχουμε μέ τό μέρος μας, νά δέεται γιά μᾶς.


Τό 1974, στήν ἐπιστράτευση ἔλεγε μία δαιμονισμένη, ὁ δαίμονας μέσῳ αὐτῆς: Ἐγώ ξεσήκωσα τήν Τουρκία ἐναντίον σας. Ἤθελα νά σᾶς ξεπαστρέψω, γιατί εἶστε Ὀρθόδοξοι. Βλέπετε, δέν ἐνδιαφέρει τόν διάβολο, ἄν εἴμαστε Παπικοί ἤ Προτεστάνται ἤ Χιλιασταί. Αὐτοί εἶναι δικοί του, ζοῦν μέσα στήν πλάνη καί στό ψέμα. Τήν Ὀρθοδοξία θέλει νά χτυπήσει, αὐτήν θέλει νά ἐξαφανίσει, γιατί αὐτή τόν καίει, αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Δέν τά κατάφερα ὅμως, συνέχισε ὁ διάβολος. Ἡ Μαρία σας, μέρα-νύχτα προσευχόταν γονατιστή στόν Μανώλη σας (στόν Χριστό). Μάτωσαν τά γόνατά της νά παρακαλάει γονατιστή. Ἐκείνη σᾶς ἔσωσε.


Καί τό τελευταῖο: Στήν Κρήτη κάποτε κόπηκε ἕνας θεόρατος βράχος ἀπό ἕνα βουνό καί κυλοῦσε μέ μεγάλη ὁρμή νά πέση πάνω σέ μία κωμόπολη. Θά ἔκαμνε μεγάλη ζημιά. Οἱ κάτοικοι τρομαγμένοι ἐπικαλέσθηκαν τό ὄνομα τῆς Παναγίας. Ὁ βράχος σταμάτησε, κοκκάλωσε, χωρίς νά ὑπάρχει κάποιο φυσικό ἐμπόδιο. Οἱ πιό θαρραλέοι ἀνέβηκαν στό βουνό καί εἶδαν τήν μορφή τῆς Παναγίας σκαλισμένη πάνω στό βράχο, μέ ἁπλωμένα τά χέρια νά τόν ἀγκαλιάζει καί νά συγκρατεῖ τόν βράχο. Δηλαδή νά δέεται ἡ Θεοτόκος καί νά συγκρατεῖ τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ.


Ἀγαπητοί μου,


Ἡ Παναγία εἶναι ἡ πάντοτε δεομένη καί ἀδιαλείπτως προσευχομένη. Εἶναι ἡ ἐν πρεσβείαις ἀκοίμητος. Τό ἴδιο νά κάνουμε κι᾿ ἐμεῖς. Νά προσευχώμαστε στόν Χριστό, μά καί στήν Παναγία. Νά προσευχώμαστε, ὅσο γίνεται συχνότερα καί θερμότερα. Νά τήν παρακαλοῦμε καί νά τήν ἱκετεύουμε. Στά χέρια της κράτησε τόν Χριστό. Αὐτά τά πανάγια καί πάναγνα χέρια της νά ἁπλώνει γιά ἱκεσία πρός τόν Υἱό καί Θεό της. Νά προσεύχεται καί νά παρακαλάει γιά μᾶς. Ἐν μέν τῷ παρόντι βίῳ νά εἶναι θερμή προστάτης καί βοηθός. Κατά δέ τήν ἔξοδό μας ἀπό αὐτήν τήν ζωή νά διώξει μακρυά μας τούς πονηρούς καί δαίμονες. Νά μᾶς ἀπαλλάξει ἀπό τήν φοβερή κόλαση καί νά μᾶς ὁδηγήσει στήν σωτηρία, στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν.-

«Τὸ συμφέρον τῆς αἰτήσεως»

 τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Ἰγνατίου Σαξαμπάνη, προϊσταμένου τοῦ ἱεροῦ ναοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου Ἀθηνῶν


«Οὐδεὶς προστρέχων ἐπὶ σοὶ κατῃσχυμένος ἀπὸ σοῦ ἐκπορεύεται, ἁγνὴ Παρθένε Θεοτόκε· ἀλλ’ αἰτεῖται τὴν χάριν καὶ λαμβάνει τὸ δώρημα πρὸς τὸ συμφέρον τῆς αἰτήσεως».


Κάθε στιγμὴ στὴ ζωὴ τοῦ χριστιανοῦ εἶναι στιγμὴ συνάντησης καὶ κοινωνίας μὲ τὸ ἱερὸ πρόσωπο τῆς «τιμιωτέρας τῶν Χερουβὶμ καὶ ἐνδοξοτέρας ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφὶμ» Παναγίας Μητέρας τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου.

Ἰδιαίτερα ὅμως τοῦτες οἱ προεόρτιες βραδιὲς τοῦ Δεκαπενταυγούστου «ἐκτυπώτερον» μᾶς κάνουν νὰ αἰσθανώμαστε τὴν ἀναγκαιότητα αὐτῆς τῆς συνάντησης καὶ τὸν πόθο γιὰ τὴ θαλπωρὴ καὶ τὴ γλυκύτητα αὐτῆς τῆς κοινωνίας. Ἔτσι λοιπὸν ἡ καθημερινὴ παρακλητική μας ἱκεσία συμπλέκεται μὲ τὴν οἰκειότητα πρὸς τὸ ἱερὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας μας καὶ τὴ μυστικὴ πεποίθηση ὅτι ἐκείνη «ὡς μητρικὴν παρρησίαν πρὸς Θεὸν κεκτημένη» θὰ ἐκπληρώσῃ τὸ ποθούμενο καρδιακό μας αἴτημα.


Νὰ ὅμως που τὸ ζιζάνιο τῆς ἀπιστίας ἤδη ἐμφανῶς κάπου ἐδῶ πολεμᾷ να πνίξῃ τὸ καρποφόρο καὶ μυροβόλο φυτὸ τῆς πίστεώς μας. Ἀγωνιοῦμε καὶ «θροούμεθα» καὶ ἀμφιβάλλουμε, ὅταν ἡμέρα Δευτέρα παρακαλοῦμε τὴν Παναγία γιὰ κάτι καὶ ξημερώνει τὸ πρωὶ τῆς Τρίτης χωρὶς νὰ τὸ ἔχουμε λάβει. Γιατί ἄραγε; Γιατὶ δὲν «εἰσηκούσθη ἡ προσευχή μας»; Ἀφοῦ καὶ στοὺς δύο Παρακλητικούς της Κανόνες ψάλλουμε: «Οὐδεὶς προστρέχων ἐπὶ σοὶ κατῃσχυμένος ἀπὸ σοῦ ἐκπορεύεται». Κανένας ἀπὸ ὅσους προστρέχουν στὴ μεσιτεία σου δὲν ἀποχωρεῖ ντροπιασμένος καὶ ἀπογοητευμένος. Βεβαίως· ἂς προσέξουμε ὅμως μιὰ αὐθεντικὴ ἀλήθεια που συχνότατα μᾶς διαφεύγει γιγαντώνοντας τὸ ζιζάνιο τῆς ἀπιστίας καὶ αὐξάνοντας τὸ δηλητήριο τοῦ ἐγωισμοῦ μας· ὅτι δηλαδὴ «αἰτούμεθα τὴν χάριν καὶ λαμβάνομεν τὸ δώρημα πρὸς τὸ συμφέρον τῆς αἰτήσεως» καὶ μόνον.


Ἡ Παναγία μας, ἡ προστασία καὶ σκέπη μας κρατᾷ ἕνα κόσκινο πνευματικό καὶ κοσκινίζει τὴ δέησή μας διαχωρίζοντας τὰ πρὸς τὸ συμφέρον, τὰ πρὸς σωτηρίαν δηλαδή, ἀπὸ τὰ βαρίδια τῆς φιλαυτίας καὶ τῶν παθῶν μας που πάμπολλες φορὲς καὶ τὴν αἴτησή μας ἀλλοιώνουν καὶ τὴν ἀναμονή μας διαστρέφουν.


Πλάι λοιπὸν σ’ ὅσα καλά, σὲ ὅσα ἀγαθά, σὲ ὅσα χαροποιὰ τὴν παρακαλοῦμε, ἂς ἔχουμε πάντοτε κατὰ νοῦ ὅτι ἡ μητρική της ἀγάπη θὰ μᾶς τὰ χορηγήσῃ ὄχι καθὼς ἡ πεπερασμένη, προβληματικὴ καὶ μικρόνοη λογική μας προσδοκᾷ καὶ ἐπιθυμεῖ, ἀλλὰ στὸ χρόνο καὶ μὲ τὸν τρόπο που ἡ μητρική της πρόνοια γνωρίζει.

Η Παναγία Θεοτόκος «θησαυρός σωτηρίας» και «πηγή αφθαρσίας»

 ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ 


Γράφει ο Αρχιμ. Επιφάνιος κ. Χατζηγιάγκου


ΩΔΗ Ζ΄


Γ΄ Τροπάριον


«Θησαυρόν σωτηρίας, και πηγήν αφθαρσίας,


την σε κυήσασαν, και πύργον ασφαλείας, και θύραν μετανοίας,


τοις κραυγάζουσιν έδειξας· ο των Πατέρων ημών Θεός, ευλογητός ει».


Το ρήμα της προτάσεως είναι το «έδειξας», που σημαίνει ανέδειξες, απέδειξες. Ο ποιητής του Κανόνος απευθύνεται στον Χριστό και του λέει: «έδειξας την σε κυήσασαν», δηλαδή, ανέδειξες αυτήν που σε κυοφόρησε, αυτήν που σε γέννησε, την Παναγία Μητέρα σου…, και στη συνέχεια αναφέρει τέσσερα χαρακτηριστικά:



πρώτον, «θησαυρόν σωτηρίας»· την ανέδειξες πλούτο σωτηρίας, πηγή άφθονη σωτηρίας. Διότι η Υπεραγία Θεοτόκος είναι «σωτηρίας η πρόξενος», αφού γέννησε τον σωτήρα του κόσμου, τον Χριστό. Λέμε και σ’ ένα από τα Νεκρώσιμα Ευλογητάρια:


«Χαίρε σεμνή, η Θεόν σαρκί τεκούσα εις πάντων σωτηρίαν, δι’ ης γένος των ανθρώπων εύρατο την σωτηρίαν· διά σού εύροιμεν Παράδεισον, Θεοτόκε αγνή ευλογημένη».


Η Παναγία είναι θησαυρός σωτηρίας όχι μόνο γιατί γέννησε τον σωτήρα του κόσμου, αλλά και γιατί με τις πρεσβείες και μεσιτείες της σώζει και κάθε ένα που με πίστι την επικαλείται και ζητά τη βοήθειά της. Πόσες φορές μπροστά σ’ ένα κίνδυνο δεν φωνάξαμε «Παναγία μου!» και δεν είδαμε αμέσως την άμεσι βοήθειά της;


Αλλά η Παναγία ανεδείχθη, κατά τον υμνογράφο, και «πηγή αφθαρσίας». Κι αυτό, γιατί γέννησε τον ζωοδότη Χριστό, που νίκησε τη φθορά και τον θάνατο και χάρισε με την Ανάστασί του αφθαρσία και ζωή αιώνιο.


Αυτή τη φράσι, «πηγήν αφθαρσίας», την πήρε πιθανόν ο ποιητής από τον Αναστάσιμο Κανόνα του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, και συγκεκριμένα από τον ειρμό της γ΄ ωδής που λέει:


«Δεύτε πόμα πίωμεν καινόν, ουκ εκ πέτρας αγόνου τερατουργούμενον, αλλ’ αφθαρσίας πηγήν εκ τάφου ομβρήσαντος Χριστού, εν ω στερεούμεθα».


Τρίτον, «και πύργον ασφαλείας». Ανέδειξες Χριστέ αυτήν που σε γέννησε «και πύργον ασφαλείας». Έναν πύργο στον οποίο όσοι καταφεύγουν και ζητήσουν προστασία βρίσκουν βοήθεια και ασφάλεια. Κάτω από την προστασία της Παναγίας δεν κινδυνεύουν ούτε από ορατούς ούτε από αοράτους εχθρούς. Ούτε από τους κακοποιούς ανθρώπους ούτε από τους πονηρούς δαίμονες. Η Παναγία είναι πύργος απόρθητος. Γι’ αυτό και ψάλλουμε στους Χαιρετισμούς «Χαίρε της Εκκλησίας ο ασάλευτος πύργος, χαίρε της βασιλείας το απόρθητον τείχος».


Τέλος, η Παναγία είναι και «θύρα μετανοίας». Με ποια έννοια; Όσοι αμαρτωλοί καταφεύγουν σ’ αυτήν και ζητούν να μεσιτεύσει για την άφεσι των αμαρτιών τους, η Παναγία με προθυμία μεταφέρει το αίτημά τους στον υιό και Θεό της και ζητά απ’ αυτόν τη συγχώρησι. Αυτή εγγυάται και την μετάνοια αυτών που με συντριβή και δάκρυα ζητούν τη μεσιτεία της.


Ας θυμηθούμε και το παράδειγμα της αγίας Μαρίας της Αιγυπτίας, μιάς πολύ αμαρτωλής γυναίκας, που όταν πήγε στους Αγίους Τόπους και στην προσπάθειά της να περάσει στον Πανάγιο Τάφο εμποδίστηκε, κατέφυγε σε μια εικόνα της Παναγίας και παρακάλεσε την μητέρα του Χριστού να μεσιτεύσει για τη σωτηρία της και να εγγυηθεί για την μετάνοιά της. Γι’ αυτό και η εικόνα εκείνη ονομάστηκε Παναγία η Εγγυήτρια.


Αυτό ζητάμε και στη ωραιότατη εκείνη προσευχή που λέμε κάθε βράδυ στο Απόδειπνο, το «Άσπιλε, αμόλυντε». Σε κάποιο σημείο παρακαλούμε την Παναγία: «… και τον σον Υιόν και ημών Δεσπότην και Κύριον, τη μητρική σου παρρησία χρωμένη δυσώπησον, ίνα ανοίξη καμοί τα φιλάνθρωπα σπλάχνα της αυτού αγαθότητος, και παριδών μου τα αναρίθμητα πταίσματα επιστρέψη με προς μετάνοιαν και των αυτού εντολών εργάτην δόκιμον αναδείξη με».


Ο Χριστός λοιπόν ανέδειξε την Παναγία «θησαυρόν σωτηρίας, και πηγήν αφθαρσίας, και πύργον ασφαλείας, και θύραν μετανοίας». Σε ποιους την ανέδειξε; Σ’ αυτούς που μαζί με τους Τρεις Παίδας τον υμνούν κραυγάζοντας· «ο των Πατέρων ημών Θεός, ευλογητός ει».


Ας τον υμνούμε κ’ εμείς μαζί με τους ευαγείς Παίδες ώστε να έχουμε την Παναγία θησαυρόν σωτηρίας, και πηγήν αφθαρσίας, και πύργον ασφαλείας, και θύραν μετανοίας».

Η ΑΓΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

 Του π. Συμεών Κραγιόπουλου (†)


Ο Θεός μετά την πτώση του ανθρώπου, ακριβώς διότι αγαπά τον άνθρωπο και θέλει τη σωτηρία του, αποφασίζει να σώσει τον άνθρωπο. Και για να γίνει αυτό, το δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο Υιός του Θεού, γίνεται άνθρωπος.



 Διότι, εφόσον ο άνθρωπος έσφαλε, ο άνθρωπος έγινε ανυπάκουος, ο άνθρωπος αμάρτησε, άνθρωπος πάλι –αλλά αυτή τη φορά άνθρωπος είναι ο ίδιος ο Υιός του Θεού– είναι αυτός που θα υπακούσει στο θέλημα του Θεού και θα διορθώσει το πταίσμα του Αδάμ, θα διορθώσει το σφάλμα του ανθρώπου και θα σώσει τον άνθρωπο από την αμαρτία. Χρειαζόταν όμως ο Θεός να βρει κατάλληλο πρόσωπο από μέρους των ανθρώπων, από το οποίο θα εγεννάτο ο Υιός του Θεού ως Υιός του ανθρώπου. Και το κατάλληλο αυτό πρόσωπο ήταν η Παναγία.


Η Παναγία, αυτή η ταπεινή κόρη, είχε όλα εκείνα τα οποία χρειαζόταν να έχει, για να γίνει μητέρα του Θεού, καθώς είχε όλες τις αρετές, και καθετί που θα χρειαζόταν να καταβληθεί, ας πούμε έτσι, από την ανθρώπινη πλευρά. Ήταν κατάλληλη η Παναγία να γίνει μητέρα του Θεού.


Και βέβαια θα μπορούσαμε να πούμε πάρα πολλά, να αναφερθούμε στο όλο πρόσωπο της Παναγίας και στις πολλές αρετές της. Ας προσέξουμε όμως, κυρίως δυο-τρεις αρετές που έκαναν, αν επιτρέπεται να το πούμε έτσι, τον Θεό να μπορεί να έχει εμπιστοσύνη στην κόρη αυτή και να εύρει ανάπαυση στην κόρη αυτή, για να συντελεσθεί το όλο μυστήριο της σωτηρίας.


Η Παναγία κυρίως είχε την αγνότητα, την ταπείνωση και την υπακοή. Θα έλεγε κανείς ότι ιδιαίτερα ο σημερινός άνθρωπος, ο άνθρωπος της εποχής μας, χρειάζεται να ακούσει και να προσέξει ότι η Παναγία, προκειμένου να γίνει μητέρα του Θεού και έτσι να μπορεί να συντελεσθεί το μυστήριο της σωτηρίας, έπρεπε να έχει αυτήν την αρετή και την είχε, την αρετή της αγνότητος. Ιδιαίτερα ο σημερινός άνθρωπος πρέπει να το προσέξει αυτό.



Για, να σταθούμε λοιπόν εμείς οι σημερινοί άνθρωποι, οι άνθρωποι της εποχής μας, που κάνουμε τον έξυπνο και νομίζουμε ότι εμείς τώρα βρήκαμε την αλήθεια και ότι κάποτε οι άνθρωποι δεν ενεργούσαν σωστά, για, να σταθούμε μπροστά σ’ αυτήν την πραγματικότητα. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να δούμε το θέμα αυτό, ότι αυτό ήταν απλώς για την Παναγία, για να είναι έτσι κατάλληλη να γίνει μητέρα του Θεού, εμείς όμως θα ζούμε όπως ζούμε, αλλά θα ’χουμε και την Παναγία μας, να τρέχουμε σ’ αυτήν με τις προσευχές μας, να κάνει τα θελήματά μας. Δεν είναι έτσι.


Η Παναγία εκπροσωπεί την ανθρωπότητα και συμβάλλει εκ μέρους της ανθρωπότητος. Άρα η όλη ανθρωπότητα πρέπει να είναι αγνή, η όλη ανθρωπότητα πρέπει να θελχθεί απ’ αυτήν την αρετή της Παναγίας, την αγνότητα, να μιμηθεί την Παναγία, ώστε να ανταποκριθεί, όταν έρθει η ώρα του καθενός απέναντι στον Θεό. Δεν θέλει ο Θεός λιγότερο καθαρό τον κάθε άνθρωπο.


Η Παναγία κάνει την αρχή, η Παναγία προσφέρεται από την πλευρά τής ανθρωπότητος για να συντελεσθεί το μυστήριο της σωτηρίας, με το να γίνει άνθρωπος ο Υιός του Θεού, να ζήσει ως άνθρωπος, να σταυρωθεί ως άνθρωπος, να αναστηθεί ως άνθρωπος και να αναληφθεί στους ουρανούς. Έτσι σώζεται ο κόσμος, με την προϋπόθεση ότι τελικά όλοι θα πιστέψουν στον Χριστό και όλοι θα ζήσουν, όπως η Παναγία και όλοι οι άγιοι. Διότι αυτό είναι η σωτηρία.


Τι είναι η σωτηρία; Λένε μερικοί σωτηρία, σωτηρία, αλλά να ‘ναι και μέσα στις αμαρτίες, να κάνουν και τις αμαρτίες τους. Σωτηρία θα πει ότι σώζεσαι από την αμαρτία. Μέσα στο Ευαγγέλιο διαβάζουμε ότι ήλθε ο Χριστός να σώσει «τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών» (Ματθ. 1:21). Άμα δεν σώζεσαι από την αμαρτία, άμα συνεχίζεις να κάνεις την αμαρτία, δεν ήρθε στην ψυχή σου η σωτηρία, δεν έχεις να ελπίζεις για σωτηρία.


Πώς τολμάει ο σημερινός άνθρωπος και ως προς την αρετή της αγνότητος, καθόλου-καθόλου δεν λογαριάζει την αλήθεια, την πραγματικότητα, τι έκανε ο Θεός, τι είπε ο Θεός, πώς τα θέλει ο Θεός, πώς ανταποκρίθηκε η Παναγία, πώς έζησε η Παναγία, πώς ακολούθησαν οι άγιοι! Δεν ενδιαφέρεται ο σημερινός άνθρωπος, ούτε το λαμβάνει υπόψιν. Τουλάχιστον να είχε μια συναίσθηση: «Αχ, αλλιώς έπρεπε να ζω, αλλιώς έπρεπε να φρονώ, αλλιώς έπρεπε να ενεργώ ως προς το θέμα αυτό, αλλά να, είμαι αδύναμος άνθρωπος και αμαρτάνω». Όχι μόνο δεν φρονεί έτσι, όχι απλώς γίνεται παραβάτης, αλλά φρονεί ότι, κάποτε που εγίνοντο έτσι τα πράγματα, ήταν λάθος. Ήταν καθυστερημένοι τότε οι άνθρωποι, δεν ήξεραν τι έκαναν, ήταν σε πλάνη, ήταν στο σκοτάδι. Τώρα βρήκαμε εμείς την αλήθεια, τώρα βρήκαμε το σωστό, τα πράγματα είναι όπως εμείς τα κάνουμε. Έτσι φρονούν οι άνθρωποι σήμερα.


Η Εκκλησία έκανε αγώνες να κρατήσει αδιάβλητη την αγνότητα της Παναγίας. «Άσπιλε, αμόλυντε, άχραντε». Δεν λέγονται τυχαία αυτές οι λέξεις, και πολλές άλλες. Και όσο περισσότερες λέγονται, τόσο λιγότερες φαίνονται οι λέξεις αυτές στους ύμνους, στις προσευχές. Έκανε αγώνες η Εκκλησία να παραδώσει αυτό το δόγμα, ότι η Παναγία ήταν «προ τόκου παρθένος, εν τόκω παρθένος και μετά τόκον παρθένος». Και πριν να γεννήσει ήταν παρθένος και κατά την ώρα που γεννούσε έμεινε παρθένος και μετά τη γέννηση του Υιού της, επίσης έμεινε παρθένος. Δεν είναι αυτά σχολαστικά, όπως θα έλεγαν μερικοί. Όχι. Εδώ είναι η ουσία του πράγματος. Απολύτως έπρεπε να είναι αμόλυντος η Παναγία. Ήταν η τέλεια προσφορά αυτή από την ανθρώπινη πλευρά. Δεν βρήκε ο Θεός ως τότε και δεν θα έβρισκε και μετά ο Θεός –πάλι ο Θεός ετοιμάζει τον άνθρωπο– κατάλληλη κόρη, να έχει αυτήν τη διάθεση και να θελήσει να αντέξει να έχει αυτό το αμόλυντο και να είναι έτσι στον τέλειο βαθμό αμόλυντη και άχραντη και άσπιλη.


Γι’ αυτό στην Εκκλησία του Χριστού ανέκαθεν οι αμαρτίες αυτές, που αναφέρονται στις έξω από τον γάμο σχέσεις των δύο φύλων, θεωρούνται βαρύτατες αμαρτίες, όποιες κι αν είναι, περισσότερες ή λιγότερες, μικρότερες ή μεγαλύτερες. Ο Θεός, ως Θεός εύσπλαγχνος, δημιούργησε τον γάμο, τον ευλογημένο γάμο, την ευλογημένη αυτή σύζευξη, και εκεί μέσα έβαλε την κοινωνία των δύο προσώπων, την παιδοποιία· έβαλε και την ζωή εκείνη που έχει τις ανάλογες παρηγορίες σ’ αυτόν τον άχαρο κόσμο, για να αντέξει ο άνθρωπος. Έτσι μέσα στον γάμο ο άνθρωπος διατηρείται επίσης αμόλυντος. «Τίμιος ο γάμος και η κοίτη αμίαντος» (Εβρ. 13:4). Δεν λέγονται τυχαία οι λέξεις αυτές. Όμως ο γάμος είναι τίμιος και η κοίτη του γάμου είναι αμίαντος, και δεν είναι όπως τα λένε σήμερα, που τελείως-τελείως έχουν παραποιήσει οι άνθρωποι τα πράγματα και άγονται και φέρονται από το πώς τα νιώθουν και πώς τους έρχονται. Άνθρωπέ μου, δεν έχει σημασία τι θα πεις εσύ, τι νομίζεις εσύ, δεν έχει σημασία τι θα κάνεις εσύ. Σημασία έχει τι λέει ο Θεός, κι αν εσύ ανταποκρίνεσαι σ’ αυτό που λέει ο Θεός. Αν εσύ έχεις διάθεση να ανταποκριθείς, θα σε βοηθήσει ο Θεός.


Γι’ αυτό λοιπόν, καθώς βρεθήκαμε να ζούμε στον σύγχρονο κόσμο που έχει ως προς το θέμα αυτό πειρασμούς, ο καθένας πριν φύγει απ’ αυτόν τον κόσμο, να εξετάσει καλά τον εαυτό του και καλά-καλά να τακτοποιήσει τον εαυτό του ως προς το θέμα αυτό. Αμόλυντος ο καθένας πρέπει να φύγει. Και όταν πέσεις και αμαρτήσεις, δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Εκείνο που πρέπει να κάνεις είναι να μετανοήσεις, να εξομολογηθείς καλά-καλά, να μην τα κουκουλώσεις. Να δει ο Θεός τη μετάνοιά σου και να σε συγχωρήσει, διότι, γι’ αυτό βρήκε την κατάλληλη κόρη απ’ την οποία πήρε την ανθρώπινη φύση και έγινε άνθρωπος, εσταυρώθη, ανεστήθη κλπ., για να σώσει τον άνθρωπο, ο οποίος όμως θα μετανοήσει. Να τον σώσει από την αμαρτία και τον μολυσμένο να τον κάνει αμόλυντο, τον άρρωστο από την αμαρτία να τον θεραπεύσει και γενικά αυτόν που πάει να χαθεί, να τον σώσει.


(Από το βιβλίο: «Συνάξεις Δεκαπενταυγούστου», τόμος Α΄, Πανόραμα Θεσσαλονίκης, σ. 145), Κοινωνία Ορθοδοξίας 


Άπνοο Σκήνος… Το Θεομητορικό Νεκροκρέβατο

 του Αρχιμ. Παλαμά, Ηγουμένου της Ι.Μονής Θεοτόκου Καλλίπετρας, Σκήτεως Βεροίας.


Σήμερα την Παρθένο, του μόνου Παρθένου Κυρίου Μητέρα, προπέμπει των Παρθένων ο Χορός και άπασα η στρατευομένη Εκκλησία του Χριστού, προς τα Ουράνια…


Θεοτόκε Κόρη, ἡ χαρά ἡ ἡμῶν,


Θεοτόκε τό ἡμέτερον κήρυγμα,


Θεοτόκε ποῦ ἀπαίρεις ἀφ’ἡμῶν;


(Εγκώμια Κοιμήσεως Θεοτόκου, στάση Ά)


Στη θρηνούσα πανήγυρη, στην έλλειψη της σωματικής παρουσίας της Παναγίας, το πλήθος των Χριστιανών θα αναφωνεί ανά τους αιώνες «Θεοτόκε πού απαίρεις αφ’ ημών;». Την προ ολίγου μεθ’ ημών, βλέπει των κηδευτών η πανυ-ευλαβής ομήγυρις… βλέπει την Θεομήτορα να απέρχεται προς τα ουράνια και τα αιώνια και νιώθει ορφανίας την θλίψη και αποχωρισμού την οδύνη! Κατατίθεται η Σεμνή σε τάφο και λίθος καλύπτει την ερατεινή της μορφή! Και ο σύμπας κόσμος κλαυθμηρώς κηδεύει την Θεού Λόγου Μητέρα και ορατή παρουσία του Χριστού επί της γης!



Επί χιλιετίες λογοτεχνήματα άπειρα χαράκτηκαν δια καλάμου επί χάρτου… Πόσα εντύποις εξεδόθησαν… και πόσα φωτοστοιχειωθετικώς πληκτρολογήθηκαν απανταχού της Οικουμένης, για το πανοικουμενικό γεγονός της Μεταστάσεως…


Λόγοι οσίων ψυχών… λόγοι εγγραμμάτων και αγραμμάτων… Λόγοι χωρίς λόγο και Λόγοι έλλογοι για την Παιδίσκη την ασήμαντη της Γαλιλαίας, την ηλιοψημένη εβραιοπούλα, που οι σπουδαίοι της εποχής αδιάφοροι περάσανε μπροστά της. Πόσοι Αυτάρεσκοι και Νάρκισσοι του εαυτού τους, την είδαν και την περιφρόνησαν; Πόσοι αρνήθηκαν να την κοιτάξουν, αυτήν που δεν υπάρχει άξιος στους αγγέλους να την υπηρετήσει; Αλλά τούτο ειν΄ το μυστήριο της ταπεινώσεως: οι ισχυροί της γης να μη το αναγνωρίζουν…


Κι όποιος μιλήσει για την Πανάχραντο, δακρύων και στενάζων ας μιλήσει… Άπονη καρδία λόγους ξύλινους μονάχα θα απευθύνει… Διότι η Πανύμνητος βίωσε κατατρεγμό, αδικία, κόπο να ανεχθεί την παγκακία του κόσμου… Και σε όσους πονούν γι αυτά, η Μητέρα κλίνει το ους της και εισακούει στην παράκληση «Ακουσον θύγατερ«!


Σπεύδει και ακούει των αδυνάμων τους στεναγμούς, για την ανθρώπινη δυσβάστακτη θηριωδία, όσων νομίζουν πως η εξουσία τους είναι αιώνια και δύνανται να εξουθενώνουν, να υποτιμούν, να θλίβουν τους σκαπανείς και κεκοποιακότας αυτού του αιώνος…


Εορτή της Μετάστασης κι οι κραταιοί αυτού του κόσμου λαλούν λόγους εγκωμιαστικούς… Μα ποιοι τελικά Αυτήν περιθωριοποίησαν; την ασήμαντη γυναίκα; την ανύπανδρη; την σιωπήσασα; την άνευ δημοσίων σχέσων και συμφερόντων; την στερούμενη τίτλων τρανταχτών και απαστραπτούσης εμφανίσεως;


 Σύ μετά Θεόν,


Θεοτόκε θεός ἀνεδείχθης,


δευτερεῖα τῆς Τριάδος κατέχουσα,


Καί πρωτεῖα πάσης κτίσεως Ἁγνή.


(Εγκώμια Κοίμησης Θεοτόκου, Στάση Β΄).


Πρώτη μέσα στην κτίση η πλέον Ασήμαντη. Και δεύτερη μετά την Αγία Τριάδα απαρχή γεννήματος ανθρώπων! Ο άνθρωπος της δύσης την νόμισε θεά και την Μαριολάτρεψε! Μα εκείνη άνθρωπος ήταν και αγωνίστηκε. Πικρά τα βήματά της στη γη την ερημωθείσα! Αλλά πως να μιλήσει κανείς για κάτι που δεν ξέρει; πως ο ανάσκητος να ομιλήσει για ασκητισμό; πως ο αν-άγιος την αγιότητα να περιγράψει;


Εγώ στο χώμα ζω, το χώμα προσδοκώ και για το χώμα αγωνίζομαι… Της ματαιότητας την ολόψυχη αποδοχή! Λαός και Κλήρος από του της Παρθένου κηρύγματος τον δρόμο παρεκλίναμε… Ανάμεσω μας μια Κοπέλα καθαρή που τη Μετάστασή της εορτάζουμε! Κι η εορτή είναι αυτή η αποκατάσταση της εκεί που ανήκει: στον Ουρανό!


Θες να της  μοιάσεις; πρώτος ο σύνδουλος σου άνθρωπος θα δοκιμάσει τα όρια σου! Αν θες άγιος να γίνεις την εξουθένωσή μας θα νιώσεις κατάβαθα! Δε θα σε αφήσουμε εσύ να ξεφύγεις τη χοάνη της ανθρώπινης κακομοιριάς!


Όμως τα φετινά νεκρώσιμα της Θεοτόκου μην με λουλούδια στο νεκροκρέβατό της τα γιορτάσεις! Τιμή στο πρόσωπό της δεν είναι οι φορεσιές σου οι πολυτελείς! Οταν σταθείς μπροστά της δες το Σώμα της «άπνουν μηκέτι τυρβάζων περί της ματαιότητος«. Απαθές το νεκρικό της σκήνος… Ουδε καν η απειλή του Ιεφονία να την ρίξει χαμαί δεν την ταράζει… ακίνητη, απόκοσμη, αδιάφορη για τα κάτω.


Κοίταξε όμως προς τα πάνω και δες τον Παρθένο Χριστό να έχει ανοιχτούς τους Ουρανούς… Μια πληθή Αγγέλων να κοσμεί την άνω χοροστασία! Κι αν θες να συγκρίνεις… κοίτα γύρω σου τον κόσμο! Όλα όσα θα αναγκαστείς να αφήσεις για να σε υποδεχθεί στον αληθινό Κόσμο, ο Νυμφίος της Ψυχής σου! Όλα γύρω σου σκόνη, ανούσια, πεζά… Εσύ πλάστηκες για τα Ουράνια, τα Ουράνια…


Κοίμησον Ἁγνή,


τῇ Κοιμήσει Σου πάθη καί μίση,


Παῦσον Ἐκκλησίας τά σκάνδαλα,


Καί στερέωσον αὐτήν ὡς Δυνατή.


(Εγκώμια Κοιμήσεως Θεοτόκου, Στάση Β΄).