Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

«Μαιμάσσει η ψυχή μου»

 Το διάβασα σήμερα και με αιφνιδίασε! Ήξερα πως ο Δαβίδ είναι ο μέγας τραγωδός της Βίβλου αλλά και ο Ιερεμίας ξέρει από πόνο:

"Άχ! Πονούν, πονούν και συγκλονίζονται τα σπλάγχνα μου, όπως και της γυναίκας που κοιλοπονεί. Πονεί, σπαράσσεται η καρδιά μου, όλος ο εσωτερικός μου κόσμος. Η ψυχή μου συνταράσσεται από την αγωνία που την έχει κυριεύσει. Σπαράσσεται και καταξεσχίζεται η καρδιά μου από τον φόβο!


Ελεύθερη απόδοση

Απόδοση, Παναγιώτη Τρεμπέλα

Τα λόγια του προφήτη Ιερεμία (Δ' 19) πριν από 2.600 περίπου χρόνια αποτελούν μία από τις πιο συγκλονιστικές και αρχετυπικές εκφράσεις της ανθρώπινης οδύνης.

Ο πόνος δεν περιγράφεται απλώς ως ένα συναίσθημα αλλά ως μια εμπειρία που διαπερνά ολόκληρη την ύπαρξη, το σώμα, την καρδιά και την ψυχή.

Η αγωνία, ο φόβος και η εσωτερική συντριβή αποδίδονται με εικόνες τόσο έντονες ώστε ξεπερνούν τα όρια μιας προσωπικής δοκιμασίας και αγγίζουν μια πανανθρώπινη πραγματικότητα.


Είναι η κραυγή κάθε ανθρώπου που βρίσκεται αντιμέτωπος με το αβάσταχτο βάρος της απώλειας, της απειλής και της υπαρξιακής αγωνίας.

---

"τήν κοιλίαν μου, τήν κοιλίαν μου ἀλγῶ, καί τά αἰσθητήρια τῆς καρδίας μου· μαιμάσσει ἡ ψυχή μου, σπαράσσεται ἡ καρδία μου"

Μετάφραση των εβδομήκοντα

----

Οι στίχοι στην Εβραϊκή γλώσσα. (πρωτότυπο)

Διαβάζεται από δεξιά προς τα αριστερά

מֵעַי מֵעַי אוֹחִילָה קִירֹות לִבִּי הֹמֶה־לִּι לִבִּי

1. מֵעַי

• Προφορά: Μεάι

• Μετάφραση: Τα σπλάχνα μου


2. מֵעַי

• Προφορά: Μεάι

• Μετάφραση: Τα σπλάχνα μου


3. אוֹחִילָה

• Προφορά: Οχιλά

• Μετάφραση: Σπαράζω / Αγωνιώ


4. קִירֹות

• Προφορά: Κιρότ

• Μετάφραση: Τα τοιχώματα (της)


5. לִבִּי

• Προφορά: Λιμπί

• Μετάφραση: Καρδιάς μου


6. הֹמֶה־לִּι

• Προφορά: Χομέ-λι

• Μετάφραση: Χτυπάει δυνατά μέσα μου


7. לִבִּי

• Προφορά: Λιμπί

• Μετάφραση: Η καρδιά μου

Ἕνας ἅγιος ἀναρωτιέται: Ποῦ εἶναι ὁ Θεός;

 Τί ἀξία ἔχει ἀδελφοί μου, ἐὰν μιλῶ αἰώνια γιὰ τὸν Θεὸ καὶ ὁ Θεὸς αἰώνια σιωπᾶ; Μπορῶ ἄραγε νὰ ὑπερασπιστῶ τὸ δίκαιό του Θεοῦ, ἐὰν ὁ Θεὸς δὲν τὸ θέσει ὑπὸ τὴν προστασία Του; Μπορῶ νὰ ἀποδείξω τὸν Θεὸ στοὺς ἄθεους ἐὰν ὁ Θεὸς κρύβεται;

    Μπορῶ νὰ ἀγαπῶ τὰ παιδιά Του, ἐὰν Αὐτὸς εἶναι ἀδιάφορος ἀπέναντι στὰ παθήματά τους;

    Ὄχι. Τίποτα ἀπὸ ὅλα αὐτὰ δὲν μπορῶ. Οἱ λέξεις μου δὲν ἔχουν φτερὰ γιὰ νὰ μποροῦν νὰ ὑψώσουν στὸν Θεὸ ὅλους τους πεσμένους καὶ ξεπερασμένους ἀπὸ τὸν Θεὸ οὔτε ἔχουν φωτιὰ γιὰ νὰ ζεστάνουν τὶς παγωμένες καρδίες τῶν παιδιῶν ἔναντί του Πατέρα τους. Οἱ λέξεις μου δὲν εἶναι τίποτα, ἂν δὲν εἶναι ἀπήχηση καὶ ἐπανάληψη αὐτοῦ ποὺ ὁ Θεὸς μὲ τὴ δική του δυνατὴ γλώσσα λέει.

Τί εἶναι ὁ ψίθυρος στὰ βότσαλα τῆς ἀκτῆς μπροστὰ στὸ φοβερὸ βουητὸ τοῦ ὠκεανοῦ; Ἔτσι εἶναι καὶ οἱ λέξεις μου ἀπέναντι στοὺς λόγους τοῦ Θεοῦ. Πῶς μπορεῖ νὰ ἀκούσει κάποιος τὸν ψίθυρο στὰ βότσαλα, τὰ σκεπασμένα ἀπὸ τὸν ἀφρὸ τοῦ μανιώδους στοιχείου, ὅταν εἶναι κουφὸς μπροστὰ στὸ βουητὸ τοῦ ὠκεανοῦ;

Πῶς θὰ δεῖ τὸν Θεὸ στὰ λόγια μου ἐκείνος που δὲν μπορεῖ νὰ τὸν δεῖ στὴ φύση καὶ στὴ ζωή;

     Πῶς οἱ ἀδύναμες ἀνθρώπινες λέξεις μποροῦν νὰ πείσουν ἐκεῖνον ποῦ οὔτε οἱ κεραυνοὶ δὲν εἶναι σὲ θέσει νὰ πείσουν;

Πῶς θὰ ζεσταθεῖ μὲ μία σπίθα ἐκεῖνος ποῦ ἄφησε τὴ φωτιὰ πίσω του;

Δὲν σιωπᾶ ὁ Θεὸς ἀδελφοί μου, ἀλλὰ μιλᾶ δυνατότερα ἀπὸ ὅλες τὶς θύελλες καὶ τοὺς κεραυνούς. Δὲν ἐγκαταλείπει ὁ Θεὸς τὸν δίκαιο, ἀλλὰ τὸν παρακολουθεῖ στὰ παθήματά του καὶ ἁπαλὰ τὸν ὁδηγεῖ στὸν θρόνο. Δὲν ἐξαρτᾶται ὁ Θεὸς ἀπὸ ὁποιουδήποτε τὴν καλὴ θέληση, ἀλλὰ πράττει τὰ πάντα ἐξαρτώμενα ἀπὸ τὴ δική Του καλὴ θέληση. Θὰ ἦταν κακόμοιρος ὁ Θεός μας, ἐὰν ἑξαρτιόταν ἀπὸ τὶς δικανικὲς ὑπερασπίσεις ἑνὸς θνητοῦ ἀνθρώπου.

Ὁ Θεὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ εἶναι, εἴτε ἐμεῖς τὸν μεγαλύνουμε εἴτε τὸν ὑποτιμοῦμε.

Ὁ Θεὸς θὰ ὑπάρχει , φωτεινὸς καὶ μεγάλος ὅπως καὶ σήμερα, καὶ τότε ποὺ οἱ ἀκτίνες τοῦ ἡλίου μάταια θὰ ἀναζητοῦν ἕνα ἀνθρώπινο πλάσμα στὴ γῆ, καὶ ἀντὶ ζωντανῶν θὰ ζεσταίνουν μόνον τοὺς τάφους τῶν νεκρῶν…

    Τὸ ζήτημα τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Θείας του Οἰκονομίας θὰ καταστρεφόταν ἂν ἑξαρτιόταν ἀπὸ τοὺς λόγους μου καὶ ἀπὸ τὶς δικές σας συνήθειες. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦ Θεοῦ, ἀνεξάρτητα ἀπ’ ὅλους ἐμᾶς θὰ πετύχει καὶ θὰ νικήσει. Ἐκεῖνος τοῦ ὁποίου τὰ χρόνια δὲν ἔχουν ἀριθμὸ καὶ ἡ ὀντότητά του δὲν ἔχει ἀρχὴ καὶ τέλος δὲν μπορεὶ  νὰ ἀφήσει τὸ «ἐπίγειο σπίτι» του στὶς διαθέσεις μας, στὰ ἀδύναμα δημιουργήματά του, τῶν ὁποίων ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος σχεδὸν συναντιόνται σὲ ἕνα σημεῖο καὶ τῶν ὁποίων ἡ ὀντότητα εἶναι μία κουκκίδα.

Δὲν εἶναι ὁ ἄνθρωπος φερέγγυος ἀλλὰ ὁ Θεὸς καὶ πιστὸς ἐγγυητὴς τῆς Βασιλείας τῆς ἀγάπης στὴ γῆ…


Ἀπὸ τὸ βιβλίο: Ἀργὰ βαδίζει ὁ Χριστός,

Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς 

(ἔκδ.Ἐν πλῶ)

Όσιος Νικήτας ο Θηβαίος

 Ο Όσιος Νικήτας ο Θηβαίος ήταν γόνος της Επτάπυλης πόλεως των Θηβαίων. Σε ηλικία δέκα έξι ετών γίνεται μοναχός προσελκύοντας κοντά του και άλλους ασκητές οι οποίοι μαγνητίσθηκαν από την πνευματική φυσιογνωμία του και την ηθική του καθαρότητα. Αξιώθηκε του θαυματουργικού χαρίσματος ενώ ανεπαύθη εν Κυρίω πλήρης ημερών.





Ἀπολυτίκιον

Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Ἑκ παιδός τῷ Κυρίῳ ῆκολούθησας Ὃσιε, διά προσευχῆς, ἀγρυπνίας καί παντοίας ἀσκῆσεως, τηρῶν αὐτοῦ προθῦμως ἐντολάς, διό καὶ θεῖον Σχῆμα εἰληφώς, τῷ φωτί περιελούεσο αισθητῶς, Θεόδωρός σε ὡς εἶδε. Δόξα τῷ σε δοξάσαντι Χριστῷ, δόκα τῷ τε θαυμαστώσαντι, δόκα Νικήτα ἐκ Θηβῶν, τῷ σε πρέσβυν θεῖον δείξαντι.

Όσιος Δανιήλ ὁ ἐν τῷ κάστρῳ τῶν Πατρῶν

 Στο βίο του Οσίου Νικήτα εκ Θηβών αναφέρεται ότι ήλθε στην Πάτρα και συνάντησε τον Όσιο Δανιήλ τον ἐν Κάστρῳ. Ἔζησε τον ΙΑ' αιώνα μ.Χ., καταγόταν από την Πάτρα και ζούσε με μεγάλη άσκηση και πολλή προσευχή. Έλαβε από το Θεό το χάρισμα της φιλοξενίας, όπως ο Αβραάμ, δηλαδή να δέχεται, να φιλοξενεί ανθρώπους και να τους αναπαύει καθοδηγώντας τους πνευματικά.

Άγιοι Γεράσιμος Κρήτης, Νεόφυτος Κνωσσού, Ιωακείμ Χερσονήσου, Ιερόθεος Λάμπης, Ζαχαρίας Σητείας, Ιωακείμ Πέτρας, Γεράσιμος Ρεθύμνης, Καλλίνικος Κυδωνίας, Μελχισεδέκ Κισάμου, Καλλίνικος Διοπόλεως και των συν αυτοίς αθλησάντων κληρικών και λαΐκών εν έτεσιν 1821 και 1822

 Στις 23 Ιουνίου 1821 μ.Χ. έγινε Σύνοδος στη Μητρόπολη της Κρήτης, στο ναό του Αγίου Μηνά κατά την οποία ο Επίσκοπος Κρήτης άρχισε να διαβάζει ένα γράμμα απεσταλμένο από το βεζύρη. Οι εχθροί καιροφυλακτούντες, όρμησαν στο ναό και φόνευσαν τους Αρχιερείς, δεκαεπτά ιερείς και πέντε αγιορείτες πατέρες από τη μονή Βατοπαιδίου, που είχαν προσκομίσει στο Μέγα Κάστρο για προσκύνηση κατά της επιδημίας της πανώλης τίμια λείψανα και την Αγία Ζώνη της Υπεραγίας Θεοτόκου. Επίσης φόνευσαν ως τριακόσιους παρευρεθέντες Χριστιανούς. Από εκεί διασπαρέντες στην πόλη εδίωκαν τους λοιπούς Χριστιανούς φονεύοντες ανηλεώς όσους απαντούσαν στους δρόμους, όπου συνάντησαν και τον Επίσκοπο Λάμπης Ιερόθεο, τον οποίο φόνευσαν μετά του διακόνου του. Την επομένη μέρα στο χωριό Επάνω Φουρνή, όπου ήταν η έδρα της Επισκοπής Πέτρας, ετυφεκίσθηκε ο Αρχιερεύς αυτής Ιωακείμ έξω από τον ιερό ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου.


Η πρώτη επίσημη της γιορτής έγινε στις 11 Νοεμβρίου 2000 μ.Χ. στον καθεδρικό ναό του Αγίου Μηνά στο Ηράκλειο.



Ἀπολυτίκιον

Ἦχος γ´. Τὴν ὡραιότητα.

Τὴν πολυθαύμαστον, Κρήτην τιμήσωμεν, τὴν ἐξανθήσασαν, ὡς ἄνθη τίμια, τοὺς Νεομάρτυρας Χριστοῦ, πιστῶν τοὺς θεοῤῥήμονας· πλάνην γὰρ κατῄσχυναν, ὡς ποιμένες θεόφρονες, πίστιν δὲ ὀρθόδοξον, τοῖς πιστοῖς ἐστερέωσαν, Γεράσιμος ὁ πρόεδρος Κρήτης, καὶ πάντες οἱ αὐτῷ συμμαρτυρήσαντες.


Έτερον Ἀπολυτίκιον

Ἦχος α´. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Ὑπόδειγμα ὡς σχόντες, τὸν Μηνᾶν τὸν μυρίαθλον, χαίροντες ἐνταῦθα τὸν δρόμον, μαρτυρίου ἠνύσατε, μεθ᾿ οὗ καθικετεύετε ἀεί, Χριστὸν τὸν στεφανώσαντα ὑμᾶς, ὦ Γεράσιμε θεόφρον σὺν τοῖς λοιποῖς, τὴν πόλιν ταύτην φυλάττειν, χαίρετε ἀνακράζουσαν ὑμῖν, ἄνθη ζωῆς εὐωδέστατα, κλέα τῆς Κρητονήσου καὶ στεῤῥοί, αὐτῆς ὑπέρμαχοι.




Έτερον Ἀπολυτίκιον

Ἦχος γ´. Θείας Πίστεως.

Δῆμος ὤφθητε, τροπαιοφόρος, ἔχων πρόκριτον, δεδοξασμένον, τὸν τῆς Κρήτης ποιμένα Γεράσιμον, ὁμονοοῦντες γὰρ πίστει ἠθλήσατε, καὶ τῶν τυράννων τὸ θράσος ἐλύσατε. Ὅθεν πάντοτε, Χριστῷ τῷ Θεῷ πρεσβεύετε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.


Κοντάκιον

Ἦχος α´. Τὸν τάφον σου.

Ὡς φίλους τοῦ Χριστοῦ, καὶ θεράποντας θείους, γεραίρομεν ὑμᾶς, τοὺς ἐν χρόνοις δουλείας, ἀστέρας ἐκλάμψαντας, παμφαεὶς Νεομάρτυρας, Ἐπισκόπων γάρ, καὶ Ἱερέων τὰ πλήθη, σὺν Ἀζύγοις τε, ταῖς ἀλκιφρόνων πορείαις, φωτίζετε ἔκτοτε.


Έτερον Κοντάκιον

Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχάς τῆς φύσεως.

Τοὺς εὐκλεεῖς συμμάρτυρας, ὡς προσφοράν σοι Κύριε, ἡ τῶν Κρητῶν κληρουχία προσήνεγκεν, ἐν τοῖς ἐσχάτοις ἔτεσιν. Ταῖς αὐτῶν ἱκεσίαις, ἐν εἰρήνῃ βαθείᾳ, τὴν Ἐκκλησίαν σου, διὰ τῆς Θεοτόκου, συντήρησον Πολυέλεε.


Μεγαλυνάριον

Δεῦτε εὐφημήσωμεν οἱ πιστοί, Ἐπισκόπους θείους, Ἱερέας καὶ Μοναστάς, καὶ σὺν τούτοις πάντας, πιστούς τε ἰδιώτας, τοὺς ἐν ὑστέροις χρόνοις, πίστιν τρανώσαντας.


Έτερον Μεγαλυνάριον

Χαίροις Ἐπισκόπων νεοφαής, λαμπὰς μαρτυρίου, Ἱερέων πυρσοφαής, καὶ ἀζύγων χαίροις, πανέντιμος χορεία, τὴν Κρήτην ἡ κοσμοῦσα, χρόαις τοῦ αἵματος.


Ὁ Οἶκος

Ἐνισχύσας δυνάμει τῆς χάριτος, τοὺς ἐν Κρήτῃ σεπτοὺς Νεομάρτυρας, τῶν Μαρτύρων αὐτούς τε τῶν προπάλαι, εὐκλεεῖς ὁμοτρόπους ἀνέδειξας, καὶ ἐταπείνωσας τὴν ἔπαρσιν δι᾿ αὐτῶν τῶν τυράννων, Σωτήρ μου ζωοδότα. Ταῖς αὐτῶν οὖν πρεσβείαις, ἐν εἰρήνῃ τελείᾳ, τὴν Ἐκκλησίαν σου, διὰ τῆς Θεοτόκου, συντήρησον Πολυέλεε.


Κάθισμα

Ἦχος α´. Τὸν τάφον σου.

Μετὰ τὴν α´ Στιχολογίαν.

Χορείαν τὴν σεπτήν, τὸν ὑπέρτιμον δῆμον, τῶν νέων τοῦ Χριστοῦ, καλλινίκων Μαρτύρων, ἐν ὕμνοις γεραίροντες, οἱ πιστοὶ ἐκβοήσωμεν, ἱκετεύετε, ὡς παῤῥησίαν πλουτοῦντες, τὸν φιλάνθρωπον, ἡμῖν διδόναι εἰρήνην, καὶ ἔλεος ἄνωθεν.


Έτερον Κάθισμα

Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.

Μετὰ τὴν β´ Στιχολογίαν.

Λαοῦ προϊστάμενοι, τοῦ ἐν τῇ Κρήτῃ καλῶς, αὐτὸν ἐστηρίξατε, τῷ μαρτυρίῳ ὑμῶν, ἐν χρόνοις κακώσεως. Ὅθεν ὑμᾶς τιμῶμεν, εὐκλεεῖς Ἱεράρχαι, ἅμα τῶν συμμαρτύρων, τῇ ἐνδόξῳ χορεία, αἰτούμενοι ἐν πίστει, ὑμῶν τὴν ἀντίληψιν.


Έτερον Κάθισμα

Ἦχος δ’. Κατεπλάγη Ἰωσὴφ.

Μετὰ τὸν Πολυέλεον

Ὡς ἐπίσημοι κριοί, σφαγιασθέντες ἀπηνῶς, Ἱεράρχες εὐκλεεῖς, θυσία ζῶσα τῷ Θεῷ, χερσὶ τυράννων προσήχθητε ἐν ἐσχάτοις, καὶ τὴν τῶν Κρητῶν, ἐφοινίξατε, νῆσον τοῖς ὑμῶν, θείοις αἵμασι, καὶ ἐν αὐτοῖς ὀφρὺν τὴν ἐπηρμένην, τῶν δυσμενῶν ἐβυθίσατε. Διὸ ὑψόθεν, ἀθανασίας, ἐκομίσασθε στέφη.


Έτερον Κάθισμα

Ἦχος α΄. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.

Ὑπόδειγμα Μηνᾶν, τὸν μυρίαθλον σχόντες, αὐτοῦ ἐν τῷ ναῷ, μαρτυρίου τὸν δρόμον, στεῤῥῶς ἐτελέσατε, ἐν ἡμέραις τῆς θλίψεως, καὶ ηὐλίσθητε, ἐν ταῖς σκηναῖς τῶν Μαρτύρων, ἱκετεύοντες, ὑπὲρ λαοῦ τοῦ τῆς Κρήτης, ἀεὶ Νεομάρτυρες.


Ἰδιόμελον ἐκ τῆς Λιτῆς

Ἦχος α´.

Τὰ Κρητῶν φιλεόρτων συστήματα, καὶ φιλαγίων χορεῖαι, δεῦτε εὐφημήσωμεν, ἐν ᾠδαῖς πνευματικαῖς τὴν ἔνδοξον μνήμην, τῶν ἡμετέρων Νεομαρτύρων, ἐν οἷς ὡς ἀρετῆς καὶ ἀνδρείας ἀκροθίνια, δεκὰς ἱερομαρτύρων Ἐπισκόπων, Ἱερέων δέσμη ἑπτά τε καὶ δέκα, καὶ πεντὰς τοῦ ἁγιωνύμου ὄρους Μοναστῶν. Οὗτοι γὰρ θυσίαν εὐπρόσδεκτον, τὰ ἑαυτῶν προσφέροντες σώματα, καὶ τὰς ψυχὰς αὐτῶν λευκάναντες ὡς χιόνα, τοῖς οἰκείοις αἵμασι λελουσμένας, τὴν τῶν οὐρανῶν βασιλείαν ἐκληρονόμησαν, πρεσβεύουσι δὲ ἀπαύστως Χριστῷ τῷ Θεῷ, εἰρήνην τῇ οἰκουμένῃ δωρήσασθαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.


(Ποιηθέν υπό Εὐαγγέλου Ἱερέως).


Έτερον Ἰδιόμελον ἐκ τῆς Λιτῆς

Ἦχος β´.

Δεῦτε ἀγαλλιασώμεθα τῷ Κυρίῳ, ἐν τῇ μνήμῃ σήμερον, τῶν εὐκλεῶν Νεομαρτύρων ὦ φιλέορτοι· δεῦτε εὐφημήσωμεν αὐτούς, διατόρως κραυγάζοντες καὶ λέγοντες· χαίρετε Ἐπισκόπων δεκάς, Ἱερέων τε δῆμος, καὶ Μοναχῶν ἰσαγγέλων σειρά, σὺν προκρίτων καὶ ἰδιωτῶν πλήθει, οἱ ἐν ἐσχάτοις ἀθλήσαντες καιροῖς, καὶ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ τὸ πάθος, ἐν ἑαυτοῖς ἀναζωγραφήσαντες· οἱ τὴν ἐν Κρήτῃ ποίμνην στηρίξαντες, ὑπὲρ αὐτῆς προσκαίρου θανάτου, ὡς καρτερόψυχοι καταφρονήσαντες. Ἀλλ᾿ ὡς χάριν παῤῥησίας πλουτήσαντες, τῇ Ἁγίᾳ Τριάδι πρεσβεύετε, ἵνα ῥυσθῶμεν συμφορῶν, καὶ πάσης περιστάσεως.


(Ποιηθέν υπό Κυρίλλου Ἱερομονάχου).


Έτερον Ἰδιόμελον ἐκ τῆς Λιτῆς

Ἦχος γ´.

Τρισόλβιοι ποιμένες Χριστοῦ, Ἱεροάθλων οἱ πρόκριτοι, μετὰ παῤῥησίας τὸν Χριστὸν ὁμολογήσατε, καὶ μυρίαις βασάνοις ὑπομείναντες, ὡς ἥλιοι λαμπροί, διασχίσαντες σκότια νέφη δουλείας, ταῖς τῶν ὑμετέρων αἱμάτων λαμπηδόσι, τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Κρήτης κατελαμπρύνατε. Διὸ ἐν οὐρανοῖς σὺν Ἀγγέλοις, καὶ τοῖς ἀπ᾿ αἰῶνος Ἁγίοις συναγαλλόμενοι, ὑπὲρ ἡμῶν τοῦ Κυρίου μὴ παύσησθε δεόμενοι, ὡς μαρτυρικῆς εὐκλείας ἀξιωθέντες, δωρηθῆναι τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὁμόνοιαν εἰρήνην, καὶ παντὶ τῷ κόσμῳ φωτισμόν, καὶ τὸ μέγα ἔλεος.


(Ποιηθέν υπό Εὐαγγέλου Ἱερέως).


Έτερον Ἰδιόμελον ἐκ τῆς Λιτῆς

Ἦχος δ´.

Δεῦτε σήμερον οἱ πιστοί, ἐν τῷ ναῷ τοῦ κλεινοῦ μεγαλομάρτυρος, Μηνᾶ τοῦ θαυματοβρύτορος προσέλθωμεν, τοὺς ἐν αὐτῷ εὐκλεῶς μαρτυρήσαντας, ἐν ἐγκωμίοις γεραίροντες, Γεράσιμον τὸν Κρήτης πρόεδρον, Ζαχαρίαν Ἰωακείμ, Νεόφυτον καὶ Καλλίνικον, σὺν τοῖς αὐτῶν συναθληταῖς. Οὗτοι γὰρ ἀδελφὰ συμφρονήσαντες, τοῦ μαρτυρίου τὴν ὁδὸν συνεπορεύθησαν, μηδαμῶς δειλιάσαντες, τῶν τυράννων τὸ φρύαγμα· διὸ καὶ ἐν τῷ σφαγιάζεσθαι ἀπηνῶς, ὡς ἐν ἑνὶ στόματι τῷ Κυρίῳ ἔλεγον· γενέσθω δὴ Κύριε ἡ θυσία ἡμῶν, εὐπρόσδεκτος ἐνώπιόν σου, καὶ πρόσδεξαι αὐτὴν εὐμενῶς, ὡς λύτρον ὑπὲρ λαοῦ σου, βαρυαλγοῦντος τῷ τῆς δουλείας ζυγῷ. Ἀλλ᾿ ὦ Νεομάρτυρες ἔνδοξοι, τὰ τῆς Κρήτης αὐχήματα, καὶ τοῦ Γένους ἐρείσματα, ὑπὲρ ἡμῶν δυσωπεῖτε τὸν Θεόν, ἐκ πολεμίων ἐχθρῶν φυλάττειν, καὶ σώζειν ἐν τῇ πίστει ἡμᾶς, ὡς ὄντες πᾶσι συμπαθέστατοι.


(Ποιηθέν υπό Κυρίλλου Ἱερομονάχου).


Άγιοι Ευστόχιος ο Πρεσβύτερος, Γάϊος ο ανεψιός του, και τα παιδιά αυτού Λολλία, Πρόβη και Ουρβανός

 Οι Άγιοι Ευστόχιος ο Πρεσβύτερος, Γάϊος (ή Γαϊανός) ο ανεψιός του, και τα παιδιά αυτού Λολλία (ή Λουλώ), Πρόβη και Ουρβανός (ή Ουρβάσιος) κατάγονταν από την πόλη των Οϋσάδων και υπήρξαν στα χρόνια των βασιλέων Μαξιμιανού και Αγρίππα κατά το έτος 300 μ.Χ. Ο Ευστόχιος στην αρχή ήταν ιερέας ειδώλων, αλλά όταν είδε το ανδρείο φρόνημα των χριστιανών μπροστά στα μαρτύρια, προσήλθε στον επίσκοπο Αντιοχείας Ευδόξιο, βαπτίστηκε χριστιανός και χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος. Κατόπιν πήγε στα Λύστρα της Λυκαονίας, όπου βρήκε τους συγγενείς του Γάϊο με τα τρία του παιδιά Λολλία, Πρόβη και Ουρβανό, και τους βάπτισε χριστιανούς. Όταν συνελήφθη από τους ειδωλολάτρες, ομολόγησε ότι είναι χριστιανός μπροστά στον ηγεμόνα και αφού τον κρέμασαν επάνω σ' ένα ξύλο, ξέσχισαν τις σάρκες του. Κατόπιν οδηγήθηκε μαζί με τον Γάιο και τα παιδιά του, στον ηγεμόνα Άγκυρας Αγριππίνο, (κατά άλλους Αγρίππα), όπου όλοι αρνήθηκαν ν' αρνηθούν τον Χριστό. Τότε όλους τους βασάνισαν με φρικτά και βάρβαρα βασανιστήρια και επειδή έμεναν σταθεροί στην πίστη τους, τελικά τους αποκεφάλισαν και έτσι ανέβηκαν στεφανηφόροι στα ουράνια.

Άγιοι Αριστοκλής ο πρεσβύτερος, Δημητριανός διάκονος και Αθανάσιος αναγνώστης

 Και οι τρεις Άγιοι ήταν Κύπριοι και έζησαν κατά τον διωγμό της Εκκλησίας επί Μαξιμιανού και Διοκλητιανού (245-310 μ.Χ.). Το 302 μ.Χ., ο Αριστοκλής, που καταγόταν από την Ταμασό, στην αρχή δεν θέλησε να βάλει σε κίνδυνο τη ζωή του, διότι ήθελε να συνεχίσει την πνευματική οικοδομή των εν Χριστώ αδελφών του. Ανέβηκε λοιπόν σ' ένα βουνό και κρύφτηκε μέσα σε μια σπηλιά. Αλλά από 'κει μάθαινε, ότι στις πόλεις πολλοί πιστοί, έχυναν θαρραλέα το αίμα τους για την αγία πίστη του Χρίστου. Ο Αριστοκλής, έπειτα και από ένα όραμα που είδε, έκρινε ότι δεν του επιτρεπόταν, ως Ιερέας που ήταν, να βρίσκεται σε ασφάλεια, ενώ λαϊκοί, γυναίκες και παιδιά αψηφούσαν τα ξίφη και τη φωτιά, και πότιζαν με το αίμα τους το δένδρο του Ευαγγελίου. Έκανε λοιπόν τον σταυρό και κατέβηκε στη Σαλαμίνα της Κύπρου. Πήγε στο ναό της πόλης, όπου βρήκε προσευχομένους τον διάκονο Δημήτριο και τον αναγνώστη Αθανάσιο. Συμπροσευχήθηκαν, και μετά από συνεννόηση βγήκαν και οι τρεις, και στήριζαν τους διωκόμενους αδελφούς τους. Μόλις πληροφορήθηκε αυτό ο ειδωλολάτρης ηγεμόνας, τους συνέλαβε. Και αφού απέτυχε να τους νικήσει με υποσχέσεις και απειλές, μετά από πολλά βασανιστήρια τους αποκεφάλισε.