Χριστιανικές Σκέψεις
xristianikesskepseis@gmail.com
Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026
ΜΕΓΑΛΟ ΑΠΟΔΕΙΠΝΟ
Την περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής η Εκκλησία μας, μεταξύ άλλων ακολουθιών, έχει καθιερώσει και το Μεγάλο Απόδειπνο κάθε απόγευμα. Μέσα από τους στίχους των ψαλμών συναντάμε όλη τη Θεολογία της Εκκλησίας μας.
Επικαλούμαστε και ζητάμε τη βοήθεια του Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων, ώστε το διάστημα που αρχίζει μετά το δείπνο και εννοείται ότι μέσα σε αυτό συμπεριλαμβάνεται και ο ύπνος, να μας μεταδίδουν την εκκλησιαστική συνείδηση, για να μπορέσουμε να κοιμηθούμε πιστεύοντας ότι δεν είμαστε μόνοι. Έτσι φεύγει από πάνω μας ο παράλογος φόβος που προκαλεί η νύχτα και αρχίζει πλέον μια χαρισματική επικοινωνία με τους Αγίους, την Υπεραγία Θεοτόκο και τον Κύριο μας. Ως εκ τούτου κοιμόμαστε πλέον αφημένοι στην αγκαλιά των Αγίων μας και του προστάτη μας Αγγέλου, αφού είμαστε ήσυχοι ότι δεν είμαστε μόνοι.
Μέσα από την Ακολουθία του Μεγάλου Απόδειπνου ακούμε και τον Ν΄ Ψαλμό, τον Ψαλμό της Μετανοίας, ο οποίος μπορεί να καθαρίσει τη ψυχή μας. Γράφτηκε από τον βασιλέα Δαβίδ, ο οποίος μετά από το διπλό του αμάρτημα, σε ένδειξη μετάνοιας, μεταξύ άλλων, συνέγραψε και τον Ψαλμό αυτό.
Μακάρι τα πιο πάνω να τα εφαρμόζουμε καθημερινά και συνειδητά, δηλαδή μέσα στη προσευχή μας να υπάρχει και μια μυστική προσωπική εξομολόγηση προς τον Κύριο, μιμούμενοι τον Δαβίδ. Ο Δαβίδ κάθε βράδυ έλουζε το στρώμα και το μαξιλάρι του με τα δάκρυά του και μετά από μια τέτοια μυστική εξομολόγηση των κριμάτων του, καθαριζόταν συνειδησιακά και πλέον κοιμόταν αναπαυμένος και μπορούσε τότε από εκεί και πέρα να έχει μυστικές πνευματικές αναβάσεις.
Άλλωστε ο Άγιος ο Ιωάννης ο Σιναΐτης λέει ότι δεν θα κατηγορηθούμε την ώρα του θανάτου μας, επειδή δεν κάναμε θαύματα ή επειδή δεν θεολογήσαμε ή επειδή δεν φτάσαμε στη Θεία θεωρία. Οπωσδήποτε όμως θα δώσουμε λόγο στο Θεό, επειδή δεν πενθήσαμε αδιάλειπτα, δεν παραμείναμε στη διαρκή σωτήρια λύπη για την αμαρτωλότητά μας.
Στο Μέγα Απόδειπνο ακούμε ακόμα υπέροχους ύμνους, όπως το «Μεθ΄ημών ο Θεός…», «Κύριε των Δυνάμεων….» και άλλους. Είναι υπέροχοι κατανυκτικοί ύμνοι, οι οποίοι μας καλούν σε μετάνοια και εγρήγορση, ενώ εκφράζουν τη βεβαιότητα ότι ο Θεός είναι πάντοτε μαζί μας. Το Μέγα Απόδειπνο κλείνει με τις ευχές προς την Υπεραγία Θεοτόκο, τον Κύριο μας Ιησού Χριστό και το φύλακα Άγγελο μας.
«Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου» Η προσευχή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής
του Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας κ. Μακαρίου
Ιδού καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού καιρός μετανοίας
Η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή, είναι περίοδος μεταμόρφωσης. Ο άνθρωπος αγωνίζεται καθημερινά «τον καλόν αγώνα», που αποβλέπει στην αλλαγή, στην ολοκληρωτική πνευματική αλλοίωση των αισθήσεων, των επιθυμιών των αναγκών και της σάρκας. Μέσα από μια θαυμάσια, άνετη, ειρηνική, μυσταγωγική και προσευχητική διαδικασία όλα μεταμορφώνονται κατά την περιόδο αυτή.
Γι᾽ αυτό ο καιρός του κατανυκτικού Τριωδίου, «καιρός ευπρόσδεκτος καιρός μετανοίας», είναι ξεχωριστός, γίνεται για όλους μας «ο ευλογημένος καιρός» μέσα στην τραγικότητα της ιστορίας μας, αφού αναζητούμε το άλλο, το διαφορετικό από αυτό που επαγγέλεται ο κόσμος, αφού καλλούμαστε να χορτάσουμε πνευματικά, ενώ θα πεινούμε σωματικά, αφού αισθανόμαστε το άπειρο έλεος του Θεού, ο οποίος εκουσίως πορεύεται προς τη σταύρωση, αφού τέλος, προσπαθούμε να γίνουμε κοινωνοί της χαράς της Αναστάσεως και της ωραιότητας Χριστού και Εκκλησίας. Μιας ωραιότητας μοναδικής και ανεπανάληπτης που βιώνεται μόνο όταν υπάρχει το πνεύμα και το ήθος της Σαρακοστής, το οποίο μπορεί να χαρακτηριστεί ως «πόθος ψυχής δρυμίς και αφόρητος» για το Νυμφίο της Εκκλησίας μας Ιησού Χριστό.
Η ευχή του Οσίου Εφραίμ του Σύρου που επανειλημμένα θα ακούγεται την περίοδο αυτή χαρακτηρίζεται ως η προσευχή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, γιατί ακριβώς συνοψίζει όλο το πνεύμα και το ήθος αυτής της περιόδου, που είναι ασκητικό και προσευχητικό.
Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή καθίσταται στάδιο αγώνα προσωπικού και η ευχή του Οσίου Εφραίμ αποτελεί ένα κανόνα ελέγχου, ένα μέτρο αξιολόγησης του προσωπικού μας αγώνα, ο οποίος αποβλέπει στο να μας απελευθερώσει από κάποιες βασικές πνευματικές ασθένειες, που διαμορφώνουν τη ζωή μας και μας κάνουν πραγματικά ανίσχυρους, ενώ προσδοκά να μας οδηγήσει στη μετάνοια, στην ελευθερία, στην εμπειρία των αρετών, που θα μεταμορφώσουν τελικά τη χριστιανική μας ζωή τον ίδιο μας τον εαυτό, αλλά και τον σύμπαντα κόσμο.
Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου
Η ευχή του Οσίου Εφραίμ του Σύρου ξεκινά με μια επίκληση στο Θεό, η οποία προέρχεται από τα βάθη της καρδιάς του πονεμένου και ταλαιπωρημένου ανθρώπου: «Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου». Με αυτή την επίκληση η αν θέλετε με αυτή την εσωτερική κραυγή συντριβής και αγωνίας ο άνθρωπος δηλώνει τη μηδαμηνότητά του, καταθέτει ενώπιον του «Κυρίου και Δεσπότου» της ζωής του ότι αισθάνεται την αμαρτωλότητά του και την αδυναμία του, ενώ εμμέσως πλην σαφώς αναγνωρίζει τον εαυτό του ως δούλο έναντι του Κυρίου του. Έτσι ο Χριστός για τον προσευχόμενο δεν καθίσταται απλά και μόνο ένας Θεός η ένας σπουδαίος άνθρωπος που πέρασε από την ιστορία του κόσμου η ακόμη ένας μεγάλος φιλόσοφος, ο οποίος πραγματοποίησε τεράστιες κοινωνικές τομές και μεταρρυθμίσεις, αλλά ο Χριστός γίνεται ο «Κύριος και Δεσπότης της ζωής του». Από την αρχή, επομένως, της προσευχής αυτής δίδεται το στίγμα του προσευχομένου ανθρώπου, ότι αφενός ανήκει στην Εκκλησία, αφού κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο Χριστός τον οποίο επικαλείτε, και αφετέρου ότι αποδέχετε την κυριότητα του Χριστού στη ζωή του αποκαλύπτοντας δια της επικλήσεως αυτής την πίστη και την αφοσίωση στη θεότητά Του.
Η αποδοχή του Χριστού ως «Κυρίου και Δεσπότου της ζωής μας» έχει ιδιαίτερη σημασία για όλους μας κυρίως όμως γι᾽ αυτούς οι οποίοι, έχοντας την τάση της αυτονομίας και αυτοειδωλοποιήσεως, πολλές φορές χωρίζουν την ζωή τους από το Θεό, απομονώνονται και απομακρύνονται, γεγονός που δηλώνει ότι κατ᾽ ουσίαν δεν Τον αναγνωρίζουν ως «Κύριο και Δεσπότη της ζωής τους». Είναι αλήθεια ότι ο άνθρωπος, έχοντας τη ροπή του προπατορικού αμαρτήματος, τολμά με θράσσος μέσα στην καθημερινότητά του, να αυτοανακηρύσσεται Θεός για να έχει έτσι την δυνατότητα να γνωρίσει τα πάντα και να γευτεί όλους τους καρπούς, δίχως αναστολές και ηθικούς ενδοιασμούς, αφού «χωρίς Θεό όλα επιτρέπονται».
Δεν χρειάζεται βέβαια πολύς χρόνος για να διαπιστώσει κανείς ότι αυτή η απομάκρυνση από το Θεό και η προσωπική αυτονόμηση όχι μόνο δεν προσφέρει στον άνθρωπο χαρά και εσωτερική πληρότητα αλλά καταθλιπτικά περιορίζει και συνθλίψει τη ζωή του. Γι᾽ αυτό ο αυτονομημένος και εγωιστής άνθρωπος, ο αυτοθεούμενος και αυτολατρευόμενος καταντά να ζει ανελεύθερα. Οι απολαύσεις του γίνονται πόνος. Οι ηδονές του καταλήγουν σε οδύνες. Οι χαρές του είναι άγευστες. Η ζωή του όλη είναι μια κατάθλιψη χωρίς νόημα και ενθουσιασμό.
Με άνεση κατανοούνται οι παραπάνω αλήθειες εάν προχωρήσουμε στα λόγια της ευχής του Οσίου Εφραίμ του Σύρου, τα οποία μας παρουσιάζουν ένα σύμπλεγμα παθών, αρνητικών στοιχείων της πνευματικής ζωής, που απομακρύνουν τον άνθρωπο από την οδό του Ευαγγελίου και την εργασία των αρετών του Αγίου Πνεύματος. Σημειώνει, επικαλούμενος τον «Κύριο και Δεσπότη της ζωής του», ο όσιος πατήρ: «Πνεύμα αργίας, περιεργείας, φιλαρχίας και αργολογίας μη μοι δως», δηλαδή μη μου δώσεις Κύριε πνεύμα αργίας, περιεργείας, φιλαρχίας και αργολογίας.
Όπως εύκολα διαπιστώνουμε τα πάθη αυτά: η αργία, η περιέργεια, η φιλαρχία, και η αργολογία, είναι πάθη της καρδιάς και όχι του σώματος. Κι αυτό πρέπει να το προσέξουμε ιδιαίτερα, αποδεχόμενοι ότι το κείμενο της Ευχής του Αγίου Εφραίμ του Σύρου, καθώς και ολόκληρη η παράδοση της ορθόδοξης Εκκλησίας μας, δεν δίνει πρωτεύουσα σημασία στα αμαρτήματα της σάρκας, όπως λανθασμένα νομίζουμε, αλλά στα αμαρτήματα της ανθρώπινης καρδιάς. Εκεί δίδονται οι λεπτές πνευματικές μάχες και από τη διάκριση αυτή εξαρτάται το δράμα της απώλειάς μας η η ομορφιά της σωτηρίας μας.
Πνεύμα αργίας
Η πρώτη προς αποφυγή πνευματική ασθένεια που παρουσιάζεται είναι η αργία, η οποία όπως μας διδάσκουν οι πατέρες της Εκκλησίας μας είναι η πηγή κάθε κακίας και η θύρα από την οποία μπαίνουν οι δαίμονες στην καρδιά του ανθρώπου. Γι᾽ αυτό εν επιγνώσει παρακαλούμε τον Θεό να μην μας δώσει πνεύμα αργίας, που αυτόματα σημαίνει ότι δεν επιθυμούμε να γίνομε άπρακτοι, οκνηροί, νωθροί, αδρανείς η αδιάφοροι.
Η αργία, όπως και κάθε πνευματικό παράπτωμα, μας απομακρύνει από το Θεό, κυρίως όμως συνιστά μια βασική άρνηση της κλήσεώς μας και απόρριψη της ευθύνης μας να διακονήσουμε ως συνδημιουργοί του Θεού. Γνωρίζουμε ότι ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο κατ᾽ εικόνα και καθ᾽ ομοίωσίν Του. Επομένως, ο άνθρωπος, επί τη βάσει των προδιαγραφών του, δημιουργεί και εργάζεται όπως τον Δημιουργό Θεό. Ο χριστιανός δεν ζει απλά μέσα στη δημιουργία, αλλά εργάζεται γι᾽ αυτήν, τη φροντίζει και έχει αναλάβει την διαχείρησή της, μια ευθύνη αρκετά υψηλή και επίπονη, παράλληλα όμως και τιμητική εφόσον κανένα άλλο δημιούργημα δεν έχει αυτό το ιδιαίτερο χάρισμα.
Με αυτά τα δεδομένα αντιλαμβανόμαστε ότι κάθε παθητικότητα και αδράνεια, κάθε μορφής αργία και αδιαφορία είναι φαινόμενα ξένα προς το πνεύμα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής αλλά και προς το ήθος της ορθόδοξης πνευματικότητας. Ο χριστιανός οφείλει να καταθέτει καθημερινά την μαρτυρία του, που πρέπει να είναι μαρτυρία δυναμική, έμπρακτη, δημιουργική, συμμετοχική στο δημιουργικό έργο του Θεού. Πόσο δυσάρεστο είναι το γεγονός να επιτρέπουμε η να αποδεχόμαστε ως πρόσωπα αλλά και ως κοινωνία η αργία να γίνεται τρόπος ζωής. Ως πρόσωπα, δυστυχώς, δεν επιθυμούμε να εργαζόμαστε, δεν χαιρόμαστε τη δουλειά, δεν έχουμε τον πόθο να μετέχουμε στην δημιουργία του κόσμου και στην ζωή του πλησίον. Κι αυτό συμβαίνει σε τέτοια βαθμό ώστε το μεγάλο αστικό πρόβλημα που παρουσιάζεται σήμερα είναι το τι θα κάνουμε τις ελεύθερες ώρες μας, γεγονός που δηλώνει ότι ταυτίζουμε τη ζωή μας με την ξεκούραση, την αργία και την απόλαυση.
Από την άλλη πλευρά η καταναλωτική κοινωνία μας έχει την τάση να μειώνει την εργασία, να αυξάνει την απόλαυση, να εξαφανίζει σχεδόν την δημιουργηκότητα του ανθρώπου και το χειρότερο να μεταποιεί τις εορτές της Εκκλησίας μας σε αργίες, που λειτουργούν ως ευκαιρίες ξεκούρασης, εκτόνοσης, διασκέδασης και απόλαυσης. Έτσι με πολλή λύπη διαπιστώνουμε ότι η Κυριακή και σχεδόν όλες οι εκκλησιαστικές εορτές για πολλούς από τους συνανθρώπους μας έχουν χάσει το σκοπό και το νοημά τους, αφού αργούμε αλλά δεν εορτάζουμε, ξεκουραζόμαστε σωματικά αλλά ασθενούμε πνευματικά. Και βέβαια ο άνθρωπος του Θεού εορτάζει αλλά δεν αργεί γιατί η αργία είναι σημείο απομόνωσης, εγωισμού και εσωστρέφειας ενώ η εορτή είναι κοινωνία με τη χαρά του Θεού, τη χαρά των Αγίων και της Εκκλησίας.
Πνεύμα περιεργείας
Η αργία ως απραξία αναπόφευκτα οδηγεί στην περιέργεια. Ήδη από τα αποστολικά χρόνια ο Απόστολος Παύλος καυτηριάζει την περίπτωση των γυναικών εκείνων που είχαν περιέργεια σημειώνοντας ότι «και αργαί…. ου μόνον δε αργαί, αλλά και φλύαροι και περίεργοι, λαλούσαι τα μη δέοντα». Είναι σαφές και μόνο από τους λόγους του Αποστόλου ότι η περιέργεια είναι ένα πάθος που εκφράζει την εσωτερική ακαταστασία και αταξία αυτού που το έχει. Γιατί ο περίεργος είναι συνεχώς συγχυσμένος, ανήσυχος και ταραγμένος. Διακατέχεται από επιπολαιότητα, αταξία, ανευθυνότητα, παραμονή στην επιφάνεια των πραγμάτων και των καταστάσεων. Ο περίεργος χάνει την προσοχή του, διασπά και εκδαπανά το νου και την καρδιά του σε αλλότρια και μη σπουδαία πράγματα, με αποτέλεσμα να χάνει την πορεία του προς τον ουρανό, να εκτροχιάζεται από το δρόμο του Ευαγγελίου, να ματαιοπονεί, και να εγκλωβίζει την καρδιά του σε ανούσια και ανώφελα θέματα.
Πέραν τούτων όμως η περιέργεια δηλώνει ότι ως άνθρωποι δεν έχουμε γνώση του εαυτού μας, γι᾽ αυτό με άνεση εγκαταλείπουμε τα δικά μας θέματα, τα προβλήματά μας, τα πάθη μας και τις αμαρτίες μας, τις υποχρεώσεις μας και τις εργασίες μας και με τρόπο αυθάδη και κυνικό εισερχόμαστε στη ζωή των άλλων. Έτσι, το πάθος αυτό της ψυχής μας αιχμαλωτίζει στον πειρασμό της κρίσεως και της κατακρίσεως, του χλευασμού και της γελειοποιήσεως των άλλων, αφού δεν εργαζόμαστε για τους άλλους, αλλά περιεργαζόμαστε τους άλλους.
Πνεύμα φιλαρχίας
Το να εγκαταλείπει κανείς τον εαυτό του και να ασχολείται με αλλοτρια πράγματα είναι καθαρά δείγμα εγωισμού. Για το λόγο αυτό το επόμενο πάθος που παρακαλούμε τον «Κύριο και Δεσπότη της ζωής μας» να απαλλαγούμε είναι η φιλαρχία. «Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου πνεύμα αργίας, περιεργείας, φιλαρχίας μη μοι δως».
Η φιλαρχία είναι η οίηση, η υπερηφάνεια, η φιλοδοξία για αρχηγία, η δίψα για εξουσία και η αγωνία για καταδυνάστευση. Πρόκειται για ένα πάθος που κυριεύει τον άνθρωπο όταν αυτός χάσει την αυτογνωσία του και την κυριαρχία πάνω στον εαυτό του. Μάλιστα η φιλαρχία συνιστά το αποτέλεσμα των δύο παθών που αναφέρθηκαν προηγουμένως: της αργίας και της περιεργείας, γιατί οι αργοί και οι περίεργοι επιθυμούν να καλύψουν την ένδειά τους και τα εσωτερικά τους κενά με το να θέλουν να γίνουν φίλαρχοι. Αιχμαλωτίζονται σε μια ζωή που φθείρεται στην αργία και την οκνηρία, ενώ παράλληλα εγκλωβίζονται στην περιέργειά τους για τα θέματα των άλλων κι αυτή η νοσηρή κατάσταση αναπόφευκτα οδηγεί στην απομόνωση, στην ευτέλεια, στην υπερηφάνεια, στον εγωισμό, στην φιλαυτία και στην φιλαρχία.
Η αργία, η περιέργεια και η φιλαρχία κλονίζουν τη σχέση μας με το Θεό και τον πλησίον. Κι όταν αυτή η σχέση διαστρέφεται «τότε αναγκαστικά ωθούμαστε να αναζητήσουμε αντιστάθμισμα σε μια ριζικά λανθασμένη στάση απέναντι στα πρόσωπα των άλλων και στο πρόσωπο του Θεού. Η ζωή μας χωρίς Θεό η δίχως άφθαρτα αγαθά, εκ των πραγμάτων θα γίνει εγωιστική και εγωκεντρική και αυτό σημαίνει ότι όλοι οι άλλοι θα πρέπει να γίνονται τα μέσα για τη δική μας αυτοϊκανοποίηση η φιλοδοξία. Αν ο Θεός δεν είναι ο Κύριος και Δεσπότης της ζωής μας, τότε το εγώ μας είναι αυτό που θα γίνει ο Κύριος και Δεσπότης της ζωής μας, το απόλυτο κέντρο του κόσμου μας, το μοναδικό μέτρο όλων των πραγμάτων, με βάση τις δικές μας ανάγκες, ιδέες, επιθυμίες και κρίσεις. Έτσι η επιθυμία της φιλαρχίας γίνεται η βασική μας αμαρτία στις σχέσεις μας με τους άλλους, αφού συνήθως απαιτούμε την υποταγή των άλλων σε μας».
Ωστόσο, η φιλαρχία συνιστά τελείως διαφορετική έννοια από αυτήν της αρχής. Η φιλαρχία είναι η νοθευμένη και διεστραμμένη μορφή της αρχής. Γιατί η αρχή είναι χάρισμα που προέρχεται από την κατ᾽ εικόνα και καθ᾽ ομοίωσιν δημιουργία του ανθρώπου. Κατά την Ορθόδοξη Θεολογία το να άρχουμε είναι διακονία, είναι θυσία είναι προσφορά και ευλογία. Ο άρχων χαίρεται τους καρπούς του πόνου και της θυσίας και όχι τη δόξα του αξιώματός του, ενώ επιδιώκει τη φροντίδα και τη μέριμνα για όλους τους άλλους αγνοώντας την δική του απόλαυση, άνεση και ξεκούραση. Γι᾽ αυτό πολύ σοφά θα σημειώσει ο Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: «Ουκ έστι κακόν το άρχειν, αλλ᾽ η φιλαρχία, ουδέ η δόξα αλλ᾽ η φιλοδοξία και χείρων ταύτης κενοδοξία».
Πνεύμα αργολογίας
Το τελευταίο πνευματικό εμπόδιο που αναφέρεται στην ευχή του Οσίου Εφραίμ του Σύρου είναι η αργολογία. Και αναφέρεται στο τέλος των προς αποφυγήν παθών όχι διότι είναι υποδεέστερο των άλλων αλλά ακριβώς διότι η αργολογία είναι το πιο διαδεδομένο πνευματικό νόσημα των ανρθώπων, ακόμη και των ανθρώπων της Εκκλησίας.
«Αργολογία σημαίνει να φλυαρούμε υπέρμετρα η απεριόριστα, να εκστομίζουμε λέξεις που δεν είναι λόγοι καρδιάς, να λέμε λόγους κενούς, μάταιους, μωρούς, ευτράπελους, κατακριτικούς, άσαρκους και ανεύθυνους, χωρίς επίγνωση και σεβασμό στον άνθρωπο και τη ζωή του. Ο λόγος ασφαλώς είναι από τα πιο χαρακτηριστικά θεία χαρίσματα του ανθρώπου, που μπορεί όμως να διαστραφεί και να μεταστραφεί σε τρομακτικό κίνδυνο, σε όπλο καταστροφικό, αφού μπορεί να γίνει συκοφαντία, κατάκριση, ύβρη, βλασφημία, αίρεση κι έτσι να οδηγήσει στην πτώση και την καταδίκη τον άνθρωπο. Ο λόγος όταν δεν χωρίζεται από την θεία καταγωγή και το θείο σκοπό του είναι λόγος παρακλήσεως, επικλήσεως, ικεσίας, δοξολογίας και ευχαριστίας, όταν όμως χωριστεί από το Θεό τότε μπορεί να καταντήσει λόγος αργός και να γίνει ακριβώς αργολογία».
Οι πατέρες της Εκλκησίας μας και κυρίως οι πατέρες της ασκήσεως όχι μόνο δεν αγαπούσαν την αργολογία αλλά αντιθέτως χρησιμοποιούσαν τον λόγο όταν αυτό που επρόκειτο να πουν ήταν πιο πολύτιμο από τη σιωπή. Γι᾽ αυτό εκείνο που εκφράζει την ορθόδοξη παράδοση δεν είναι η διδασκαλία των λόγων αλλά η διδασκαλία των έργων, δηλαδή η μαρτυρία της ζωής μας την οποία τόσο έχει ανάγκη η σημερινή κοινωνία μας.
Η παράκληση που απευθύνουμε στο Θεό: «Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου πνεύμα αργίας, περιεργείας, φιλαρχίας και αργολογίας μη μοι δως» προσβλέπει στο να μας εισαγάγει στην εμπειρία και στο βίωμα της Εκκλησίας και όχι στη θεωρία και στο στεγνό συναίσθημα, που δεν αναζωογονούν την ψυχή και δεν μεταμορφώνούν τον άνθρωπο. Γι᾽ αυτό στη συνέχεια της ευχής παρακαλούμε το Θεό, τον «Κύριο και Δεσπότης και Βασιλέα της ζωής μας», να μας χαρίζει «πνεύμα σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής και αγάπης», στοιχεία απαραίτητα για την εν Χριστώ μεταμόρφωση του ανθρώπου.
Πνεύμα σωφροσύνης
Η πρώτη από αυτές τις αρετές που προτείνεται είναι η σωφροσύνη που σημαίνει «να έχει κανείς σώο φρόνημα, σεμνότητα, κοσμιότητα, νηφαλιότητα, σοφία, εγκράτεια, ακεραιότητα, αγνότητα ψυχής και σώματος. Η σωφροσύνη είναι το αντίδοτο της αλογίας, της παραφροσύνης, της αθεΐας, της ακολασίας, της ρυπαρότητας και της αθλιότητας, με τα οποία είναι πλήρης ο οίκος του άφρονος ανθρώπου και δι᾽ αυτού πλήρης ο οίκος της αλόγου κοινωνίας μας».
Ο σημερινός κόσμος φαίνεται να απεχθάνεται την σωφροσύνη, γι᾽ αυτό επιδιώκει μόνο την άνεση, επικροτεί τον πολιτισμό των απολαύσεων, της ευμάρειας και της ευημερίας, επιδιώκει σκανδαλωδώς τις ηδονές της σάρκας και ανέχεται την διαστροφή του καταναλωτισμού. Λείπει παντελώς από τον κόσμο μας η εγκράτεια, η νηστεία, το μέτρο, δηλαδή η σωφροσύνη. Γι᾽ αυτό ο άνθρωπος καλείται δια της επικλήσεως: «Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου χάρισαί μοι τω δούλω πνεύμα σωφροσύνης», που σημαίνει ότι «καλείται να απαλλαγεί από ακάθαρτους και αισχρούς λογισμούς, από σαρκικές επιθυμίες και ηδονές, από κάθε μολυσμό σαρκός και πνεύματος, από κάθε απρεπές βλέμμα και άτακτο γέλιο, από κάθε ακολασία και αφροσύνη καρδιακή». Και τονίζεται ιδιαίτερα η αποχή από κάθε ακολασία και αφροσύνη καρδιακή διότι όπως προαναφέρθηκε η ευχή του Οσίου Εφραίμ του Σύρου έχει να κάνει με την καλλιέργεια του έσω ανθρώπου. Εξάλλου, σωφροσύνη δεν είναι μόνο η αποχή από την πορνεία και τα σαρκικά αμαρτήματα, αλλά η αποχή όλων των κακών επιθυμιών και παθών, όπως είναι η φιλοχρηματία, η φιλαργυρία, η πλεονεξία, η εσωστρέφεια και γενικά όλα τα πάθη που μας απομακρύνουν από το Θεό και μειώνουν την αγάπη μας για τον πλησίον.
Πνεύμα ταπεινοφροσύνης
Για να υπάρξει σωσφροσύνη πρέπει απαραίτητα να υπάρχει ως βάση η ταπεινοφροσύνη και αντίθετα δεν μπορεί να υπάρξει ταπεινοφροσύνη δίχως την προϋπόθεση της σωφροσύνης. Είναι δύο αρετές αλληλένδετες και άμεσα συνδεδεμένες όπως το φως με τη θερμότητα. Όπου υπάρχει φως υπάρχει και θερμότητα και όπου υπάρχει θερμότητα υπάρχει και φως.
Η ταπεινοφροσύνη είναι η δεύτερη στη σειρά των αρετών που επικαλούμαστε δια της ευχής του Οσίου Εφραίμ: «Πνεύμα δε σωφροσύνης και ταπεινοφροσύνης χάρισαί μοι τω σω δούλω». Πρόκειται για το αντίθετο της υπερηφανείας, της αλαζονείας, της επάρσεως, της οιήσεως, της κενοδοξίας, της αυτοδικαιώσεως, του εωσφορικού εγωισμού. Η ταπεινοφροσύνη ταυτίζεται με την επίγνωση του εαυτού μας, με το αίσθημα της αμαρτωλότητάς μας, με το ταπεινό φρόνημα, που εκφράζεται και συνοδεύεται από συντριβή και μετάνοια για τα λάθη και τις αμαρτίες μας.
Η ταπεινοφροσύνη είναι η αρετή που προσελκύει τη χάρη του Θεού αφού «ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν». Οι πατέρες της Εκκλησίας μας με σαφήνεια μας διδάσκουν ότι ταπεινοφροσύνη δεν είναι απλώς και μόνο η κακουχία του σώματος, την οποία μπορεί να έχουν κάποιοι αλλά παράλληλα να μην είναι ταπεινοί.
Ταπεινοφροσύνη δεν έχει κάποιος όταν από ανάγκη η από συμφέρον ταπεινώνεται, ακόμη δεν είναι ταπεινοφροσύνη το να μεμψημιρεί κανείς με τον εαυτό του νομίζοντας ότι είναι αμαρτωλός, ενώ την ίδια στιγμή επιμένει να είναι αμετανόητος για τις αμαρτίες του και τα λάθη του. Και βέβαια ταπεινοφροσύνη δεν είναι η ταπεινοσχημία, δηλαδή το να υποδύεται κανείς την ταπείνωση. Η ταπεινοφροσύνη είναι φρόνημα καρδιακό, που σημαίνει ότι ο ταπεινός άνθρωπος αναγνωρίζει τις αρετές του και τα χαρίσματά του και τα ανάγει στο Θεό παράλληλα όμως αντιλαβμάνεται τις αδυναμίες του και τα λάθη του τα οποία δίχως καμιά δυσκολία αποδίδει στον εαυτό του.
Πνεύμα υπομονής
Καρπός της ταπεινοφροσύνης είναι η υπομονή γιατί αν δεν έχεις ταπεινοφροσύνη δεν μπορείς να υπομείνεις, να μείνεις ατάραχος και σταθερός, να ελέγχξεις τις δυνάμεις σου αλλά και τις αδυναμίες σου. Ο υπομένων είναι αυτός που καρτερικά αφήνεται στο Θεό και αναμένει να έρθει η ώρα του Θεού για να εκπληρωθεί το θέλημά Του, που είναι προς το συμφέρον της ψυχής του. Κι η ώρα αυτή του Θεού μπορεί να καθυστερήσει και να χρειαστεί πολλή υπομονή.
Με άνεση κατανοείται αυτή η μεγάλη αλήθεια αν μάλιστα θυμηθούμε την περίπτωση του παραλύτου της Βηθεσδά, ο οποίος για τριανταοκτώ ολόκληρα χρόνια υπέμεινε το σταυρό της δοκιμασίας του. Όμως μετά από τόσα χρόνια υπομονής έφτασε η ώρα του Θεού. Η ευχή του Οσίου Εφραίμ του Σύρου παρακαλεί τον «Κύριο και Δεσπότη της ζωής μας» να μας χαρίσει, μετά από την σωφροσύνη και την ταπεινοφροσύνη, την υπομονή. Γιατί η υπομονή είναι η δύναμη που θα βοηθήσει τον καθένα από μας να αναμένει καρτερικά την ώρα του Θεού η οποία μπορεί να είναι μετά από τριανταοκτώ χρόνια όπως συναίβει στον Παράλυτο, μπορεί να είναι αύριο, μπορεί να είναι τώρα, αλλά μπορεί να είναι και πέντα λεπτά πριν σφραγίσουμε τα μάτια μας σ᾽ αυτόν τον κόσμο.
Εξάλλου όλοι γνωρίζουν από προσωπική εμπερία ότι η υπομονή δοκιμάζεται στις δύσκολες περιστάσεις της ζωής, στις ασθένειες, στον καρκίνο, στις θλίψεις και τις δοκιμασίες, σε κάθε στιγμή που καλούμαστε να σηκώσουμε το σταυρό μας και να ακολουθήσουμε το δρόμο του Θεού που είναι σταυρικός, στενός, ενδεχομένως τεθλιμένος και σίγουρα όχι άνετος.
Πνεύμα αγάπης
Η υπομονή οικοδομεί. Είναι στοιχείο καλής επικοινωνίας, συμβάλει στην προαγωγή των ανθρωπίνων σχέσεων κυρίως όμως ενισχύει το σύνδεσμο της αγάπης. Οι αρετές για τις οποίες ήδη αναφερθήκαμε κορυφώνονται και τελειώνονται με την αγάπη που είναι η τελευταία στην επίκληση του Οσίου Εφραίμ. «Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου πνεύμα σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής και αγάπης χάρισαί μοι τω σω δούλω». Η αγάπη είναι η αρχή και το τέλος της πνευματικής ζωής. Χωρίς αυτήν ο αγώνας μας είναι ατελής, δεν επιφέρει καρπούς πνευματικούς.
Η αγάπη είναι το τελευταίο χάρισμα που ζητά ο πιστός αλλά ουσιαστικά επειδή αυτή αποτελεί το επιστέγασμα των αρετών έρχεται στο τέλος για να κατανοήσουμε προσευχητικά ότι όλες οι αρετές είναι χριστιανικές και καρποφόρες ανάλογα με το βαθμό που μετέχουν και εκφράζουν την αγάπη.
Κύριο γνώρισμά της είναι η άνευ όρων θυσία του ενός για τον άλλο. Θυσία σε τέτοιο βαθμό που μόνο ο θάνατος μπορεί να περιορίσει. Ακόμη και το πρόσωπο του εχθρού πρέπει να αγαπήσουμε, αφού ο αγαπών άνθρωπος παραιτήται από κάθε δικαίωμα και κάθε διεκδίκηση και αξίωση για τον εαυτό του. Στην ασκητική φιλοσοφία η διεκδίκηση του δικαιώματος μας χωρίζει από το Θεό και μας εγκλωβίζει στον εαυτό μας γιατί αποτελεί έκφραση εγωισμού. Και βέβαια εύκολα αντιλαμβανόμαστε ότι ο κόσμος που διεκδικεί μετά μανίας τα λεγόμενα ανθρώπινα δικαιώματα, στο βάθος αγωνίζεται για την ανισότητα. Έτσι παρατηρούμε ότι οι ισχυροί της Γης σήμερα μιλούν για ισότητα, ευημερία και ειρήνη αλλά από την άλλη ανέχονται η στη χειρότερη περίπτωση οι ίδιοι δημιουργούν την ένδοια, την φτώχεια, την πείνα, το ρατσισμό, την σπατάλη, τον πόλεμο, τον καπιταλισμό και τον πλουτισμό. Μιλούν για ανθρώπινα δικαιώματα αλλά προσπαθούν να επιβάλλουν τη δικαιοσύνη με τη θυσία των άλλων αλλά όχι τη δική τους.
Τίποτε δεν υπάρχει στην Εκκλησία και στη Θεολογία που να μην πηγάζει από την αγάπη. Ο Θεός κυρίως και πρωτίστως είναι αγάπη. Η ενανθρώπιση του Υιού και Λόγου του Θεού δηλώνει την κενωτική Του αγάπη για τον άνθρωπο. Ο σταυρός είναι δείγμα θυσιαστικής αγάπης. Η ύπαρξη και η σύσταση της Εκκλησίας μας είναι δείγμα προνοητικής αγάπης. Η κάθοδος του Παναγίου Πνεύματος δηλώνει την χαρισματική αγάπη του Θεού στον κόσμο και στον άνθρωπο.
Εμείς αγιαζόμαστε και σωζόμαστε κατά χάριν μόνο όταν μετέχουμε στην αγάπη του Θεού, η οποία πρέπει να τονίσουμε δεν συνιστά ένα ιδίωμα η μια ενέργεια του Θεού αλλά το Είναι Του. Γι᾽ αυτό η Ευαγγελική αγάπη συνίσταται στο να δίνεις κυρίως τον εαυτό σου στον άλλο. «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως εαυτόν» σημειώνει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης και προσθέτει παρακάτω ότι «μείζονα ταύτης ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού». Η αγάπη δεν μπορεί να υπάρξει στην απομόνωση αλλά προϋποθέτει τον άλλο, τον πλησίον. Κι όποιος αγαπά προσλαμβάνει τον πλησίον, ενστερνίζεται τη ζωή του και δίνει αυτό που είναι και όχι αυτό που έχει.
Δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου
Για να αποκτήσει κάποιος την αγάπη πρέπει να αρχίσει να βλέπει τον εαυτό του εις βάθος και να σταματήσει να ασχολείται με τους άλλους. «Ναι Κύριε Βασιλεύ, δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου» είναι το τελευταίο μέρος των ικεσιών προς το Θεό της προσευχής της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Η αναφορά αυτή είναι μία έμεση νύξη για μετάνοια και συγχώρηση. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός ότι η ευχή του Αγίου Εφραίμ, ακούγεται για πρώτη φορά στον Κατανυκτικό Εσπερινό, την Κυριακή της Τυρινής, που είναι γνωστή σε όλους τους χριστιανιούς ως η Κυριακή της συγχώρησης.
Είναι σαφές ότι η στροφή στον εαυτό μας η οποία πραγματοποιείται με την όραση των εμών πταισμάτων, αποτελεί την αρχή της σωτηρίας, γιατί βλέποντας τον πραγματικό μας εαυτό που είναι αμαρτωλός, γεμάτος πάθη και αδυναμίες, συνειδητοποιούμε ότι το μόνο που μπορεί να μας σώσει είναι το έλεος και η φιλανθρωπία του Θεού. Όποιος αγνοεί τα δικά του σφάλματα είναι τυφλός πνευματικά. Οποιος κατακρίνει τον αδελφό του σημαίνει πως βλέπει μόνο τα σφάλματα του πλησίον και όχι τα δικά του και επομένως έχει φρόνημα φαρισαϊκό. Ακόμη κι αν διαπιστώνουμε λάθη και αδυναμίες στον άλλο, δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι ο πλησίον δεν είναι ο άγνωστος, ο ξένος, ο εχθρός, ο αντίδικος αλλά ο αδελφός μας, ο φίλος μας. Είναι η χαρά μας. Ο πλησίον είναι το μέσο για να δούμε το Θεό και να γευτούμε την τρυφή του Παραδείσου. Η κρίση και η κατάκριση εκφράζουν εωσφορικό εγωισμό και εσωτερική ακαταστασία. Είναι δείγμα αυθάδειας και ελειψης σεβασμού προς το Δημιουργό, αφού εμείς επιχειρούμε να οικειοποιηθούμε το έργο της κρίσεως που ανήκει στο Θεό, ένα έργο το οποίο γίνεται εγκληματικό όταν περιορίζεται στα όρια της ανθρώπινης δικαιοσύνης. Γιατί ο Θεός είναι μεν κριτής, αλλα στην κρίση Του υπερισχύει η αγαθότητα και όχι η δικαιοσύνη.
Κατά συνέπεια το βάρος σύμφωνα με τον συγγραφέα της ευχής πέφτει στο να βλέπουμε τα δικά μας πταίσματα και όχι του πλησίον που είναι ο αδελφός μας. Πρωταρχικό και επείγον είναι να αποκτήσουμε επίγνωση και αυτομεμψία, να αποκτήσουμε την ευλογημένη αρετή του αυτοελέγχου των αδυναμιών και αμαρτιών μας. Είναι σωτήριο να μην κατακρίνουμε. Ακόμη και αν με τα ίδια μας τα μάτια δούμε κάποιον να αμαρτάνει ας μην τον καταδικάσουμε αλλά ας καλύψουμε στοργικά και σιωπηλά το σφάλμα του αδελφού μας. Είναι χαρακτηριστική εν προκειμένω η αναφορά του Γεροντικού: «Έλεγον περί του Αββά Μακαρίου ότι γέγονε θεός επίγειος, ότι ώσπερ εστίν ο Θεός σκεπάζειν τον κόσμον, ούτω γέγονεν ο Αββάς Μακάριος, σκεπάζειν τα ελαττώματα, α έβλεπεν ως μη βλέπων και α ήκουεν ως μη ακούων».
Ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων
Η προσευχή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής θα ακούγεται καθημερινά στους Ορθόδοξους ναούς μας πολλοί δε από μας θα την ψελλίζουν με το στόμα και θα την αισθάνονται με την καρδιά τους. Η ευχή αυτή εκφράζει το ασκητικό φρόνημα που πρέπει να έχουμε αυτή την περίοδο και περικλείει το ορθόδοξο ήθος της Εκκλησίας μας. Θα πορευθούμε μέχρι τη Ανάσταση έχοντας συντροφιά αυτή την ευχή και καθημερινά θα παρακαλούμε το Θεό να μας ελεήσει με την απαλλαγή των παθών και να μας ευλογήσει με τη δωρεά των αρετών.
Η ευχή ολοκληρώνεται με την προσφορά της ευχαριστίας προς τον Θεό: «ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων». Και είναι σα να λέει ο Όσιος Εφραίμ: μετά την ικεσία μου να απαλλαγώ από τα πάθη της αργίας, της περιεργείας, της φιλαρχίας και της αργολογίας, μετά από τη θερμή μου παράκληση να βιώσω το υπόλοιπο της ζωής μου με σωφροσύνη, ταπεινοφροσύνη, υπομονή και αγάπη, και όταν τελικά καταφέρω να έλθω εις εαυτόν και αρχίσω να βλέπω τα εμά πταίσματα δίχως να κατακρίνω τον αδελφό μου, τότε θα είμαι έτοιμος εν ευγνωμοσύνη πολλή να ευχαριστήσω και να δοξολογήσω το Θεό λέγοντας «ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων».
Ο Χριστός είναι ο Κύριος και Δεσπότης και Βασιλεύς της ζωής μας, είναι όμως και «ο ευλογητός των αιώνων». Κι αυτό είναι σημαντικό διότι για να φτάσει κάποιος να χαρακτηρίζει έτσι το Θεό σημαίνει ότι έχει αρχίσει την πνευματική του εργασία και πορεύεται σταυρωαναστάσιμα, μετανοόντας για τα πλήθη των πεπραγμένων του δεινών. Αντιλαμβανόμαστε ότι η ευχή αρχίζει αλλά και τελειώνει με το όνομα του Θεού. Έτσι και ο κάθε πιστός αρχίζει την εν επιγνώσει πορεία του προς το Θεό, με το Θεό, ο οποίος αποτελεί έκφραση της βεβαιότητας και ελπίδα για τη σωτηρία του.
Τον Θεό φωνάζουμε, Αυτόν ποθούμε, επιθυμούμε να μας αποκαλυφθεί, προσβλέπουμε να γίνει ο ελευθερωτής μας, παρακαλούμε να πλουτίσει τη φτώχεια μας και να μας γεμίσει με χαρά ανεξάντλητη, όπως είναι η χαρά της Αναστάσεως, γιατί Αυτός είναι «ο ευλογητός εις τους αιώνας των αιώνων». Αμήν.
Τι προσπαθείς να στερηθείς τούτη τη Σαρακοστή;
Είναι φανερό, ότι για τους πιο πολλούς από τους πιστούς το να παρακολουθούν καθημερινά τις ακολουθίες αυτής της περιόδου είναι πέρα από κάθε συζήτηση. Εξακολουθούν, φυσικά να εκκλησιάζονται την Κυριακή, αλλά, τις Κυριακές της Σαρακοστής η Θεία Λειτουργία, τουλάχιστον εξωτερικά, δεν αντανακλά κάτι από τη Μεγάλη Σαρακοστή και έτσι δεν μπορεί κανείς να έχει ούτε καν την αίσθηση του λατρευτικού τυπικού της Σαρακοστής, δεδομένου μάλιστα ότι η λατρεία είναι το μόνο μέσο που μάς μεταφέρει στο πνεύμα της Σαρακοστής.
Και εφ’ όσον η Σαρακοστή με κανένα τρόπο δεν χρωματίζει τον πολιτισμό στον οποίο ανήκουμε, δεν είναι ν’ απορεί κανείς που αρνητικά καταλαβαίνουμε τη Σαρακοστή, δηλαδή, σαν μια περίοδο στην οποία απαγορεύονται μερικά πράγματα, όπως το κρέας, τα λίπη, οι χοροί και οι διασκεδάσεις. Η συνηθισμένη ερώτηση: «τι προσπαθείς να στερηθείς τούτη τη Σαρακοστή;» συνοψίζει τέλεια την αρνητική προσέγγιση της Σαρακοστής. Σαν θετική προσέγγιση, θεωρείται η αντίληψη ότι η Σαρακοστή είναι ο καιρός για την πραγματοποίηση της ετήσιας «υποχρέωσης» της Εξομολόγησης και της θείας Κοινωνίας («…και όχι αργότερα από την Κυριακή των Βαΐων…» έγραφε ένα φυλλαδιάκι μιας ενορίας). Και αφού εκπληρωθεί αυτή η υποχρέωση τότε το υπόλοιπο της Σαρακοστής φαίνεται να χάνει όλα τα θετικά νοήματα.
Έτσι είναι φανερό ότι έχει αναπτυχθεί μια, μάλλον βαθιά, διαφωνία ανάμεσα στο πνεύμα ή τη «θεωρία» της Σαρακοστής, που προσπαθούμε να σκιαγραφήσουμε με βάση τη λατρεία, και στην κοινή και συνηθισμένη αντίληψη που επικρατεί και υποστηρίζεται όχι μόνο από τους λαϊκούς αλλά ακόμα και από τους ίδιους τους κληρικούς. Γιατί είναι πάντοτε πολύ πιο εύκολο να περιορίσεις κάτι πνευματικό μέσα σε κάτι τυπικό παρά ν’ αναζητήσεις το πνευματικό μέσα στο τυπικό. Μπορούμε να πούμε, χωρίς καμιά υπερβολή, ότι αν και η Μεγάλη Σαρακοστή «τηρείται» ακόμα, όμως έχει χάσει την επίδρασή της στη ζωή μας, σταμάτησε να είναι το λουτρό της μετάνοιας και της ανανέωσης που είχε σαν σκοπό της, σύμφωνα με τη λειτουργική και πνευματική διδασκαλία της Εκκλησίας. Αλλά τότε, μπορούμε άραγε να ξαναβρούμε και να ξανακάνουμε τη Μεγάλη Σαρακοστή μια πνευματική δύναμη για την καθημερινή πραγματικότητα της ύπαρξής μας;
Η απάντηση σ’ αυτή την ερώτηση εξαρτάται πρώτα πρώτα – θα έλεγα και μοναδικά – από το αν επιθυμούμε να πάρουμε στα σοβαρά τη Μεγάλη Σαρακοστή ή όχι. Όσο και αν είναι νέες ή διαφορετικές οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούμε σήμερα, όσο και αν είναι πραγματικές οι δυσκολίες και τα εμπόδια που υψώνονται από το σύγχρονο κόσμο μας, τίποτε απ’ αυτά δεν αποτελεί αμετάκλητο εμπόδιο, τίποτε δεν κάνει τη Μεγάλη Σαρακοστή «αδύνατη».
Η πραγματική αιτία για την οποία βαθμιαία χάνουμε την επίδραση της Σαρακοστής στη ζωή μας βρίσκεται βαθύτερα. Είναι η δική μας συνειδητή ή ασυνείδητη μείωση της θρησκείας σε ένα επιπόλαιο τυπικισμό και συμβολισμό, πράγμα που αποτελεί ακριβώς το ξεστράτισμα και μετριάζει τη σοβαρότητα των απαιτήσεων της θρησκείας από τη ζωή μας, την αίτηση για δέσμευση και προσπάθεια. […]
Σε σχέση με τη Μεγ. Σαρακοστή, αντί να κάνουμε ουσιαστικές ερωτήσεις – «τι είναι νηστεία;» ή «τι είναι Σαρακοστή;» – εμείς ικανοποιούμαστε με τα σύμβολά της. Στα εκκλησιαστικά περιοδικά και φυλλάδια εμφανίζονται συνταγές για «ένα υπέροχο νηστήσιμο πιάτο»! Μπορεί ακόμα η ενορία και να συγκεντρώσει μερικά πάρα πάνω χρήματα οργανώνοντας ένα καλοδιαφημισμένο «σαρακοστιανό γεύμα». Είναι τόσα πολλά εκείνα που στις εκκλησίες μας εξηγούνται συμβολικά σαν ενδιαφέροντα, πολύχρωμα και διασκεδαστικά έθιμα και παραδόσεις, σαν κάτι δηλαδή που μάς δένει όχι τόσο πολύ με το Θεό και με μια νέα ζωή «εν Αυτώ», όσο με το παρελθόν και τις συνήθειες των προγόνων μας, ώστε γίνεται όλο και περισσότερο δύσκολο να διακρίνουμε πίσω απ’ αυτά τα λαϊκά έθιμα τη σοβαρότητα της θρησκείας σε όλη της την έκταση.
Θέλω να τονίσω ότι δεν υπάρχει τίποτα το άσχημο στα διάφορα έθιμα. Όταν αυτά πρωτοεμφανίστηκαν ήταν τα μέσα με τα οποία η κοινωνία μπορούσε να δείξει ότι έπαιρνε στα σοβαρά τη θρησκεία. Τότε τα έθιμα δεν ήταν σύμβολα, αλλά η ίδια η ζωή και έπαψε λίγο λίγο η θρησκεία να τη διαμορφώνει στην ολότητά της, λίγα από τα έθιμα διασώθηκαν σαν σύμβολα ενός τρόπου ζωής που δεν υπήρχε πια. Και αυτό που διασώθηκε ήταν εκείνο που, αφ’ ενός είναι έντονα ζωντανό και αφ’ ετέρου είναι λιγότερο δύσκολο. Ο πνευματικός κίνδυνος εδώ είναι ότι σιγά σιγά αρχίζει κανείς να καταλαβαίνει τη θρησκεία σαν ένα σύστημα από σύμβολα και έθιμα μάλλον παρά να ερμηνεύει όλα αυτά σαν μια πρόκληση για πνευματική ανανέωση και προσπάθεια.
Μεγαλύτερη είναι η προσπάθεια που γίνεται για να προετοιμάζονται νηστήσιμα φαγητά ή για το πασχαλινό τραπέζι, παρά για τη νηστεία και τη συμμετοχή στην πνευματική πραγματικότητα του Πάσχα. Αυτό σημαίνει ότι, όσο τα έθιμα και οι παραδόσεις δε συνδεθούν και πάλι με τη γενική θρησκευτική αντίληψη από την οποία προέρχονται, όσο δηλαδή δεν παίρνουμε στα σοβαρά τα σύμβολα, η Εκκλησία θα παραμένει χωρισμένη από τη ζωή και δεν θα την επηρεάζει καθόλου. Αντί να παριστάνουμε με σύμβολα την «πλούσια κληρονομιά» μας καιρός είναι ν’ αρχίσουμε να την ενσωματώνουμε στην καθημερινή ζωή μας.
Το να πάρουμε λοιπόν στα σοβαρά τη Μεγάλη Σαρακοστή σημαίνει ότι θα τη θεωρούμε, πρώτα απ’ όλα με την πιο βαθιά έννοια, μια πνευματική πρόκληση που απαιτεί αντίδραση, απόφαση, πρόγραμμα και συνεχή προσπάθεια. Και ακριβώς για το λόγο αυτό, όπως ξέρουμε, θεσπίστηκαν από την Εκκλησία οι εβδομάδες προετοιμασίας για τη Μεγάλη Σαρακοστή. Η περίοδος αυτή είναι καιρός για δράση, για απόφαση, για προγραμματισμό. Και ο καλύτερος και ευκολότερος τρόπος είναι ν’ ακολουθήσουμε την καθοδήγηση της Εκκλησίας που είναι η μελέτη και ο στοχασμός πάνω στα πέντε ευαγγελικά θέματα που μας προσφέρονται τις πέντε Κυριακές της περιόδου πριν από τη Μεγάλη Σαρακοστή. Τα θέματα αυτά είναι: η διακαής επιθυμία (Ζακχαίος), η ταπείνωση (Τελώνης και Φαρισαίος), επιστροφή από την εξορία (Άσωτος), η κρίση (Κυριακή της Απόκρεω) και η συγχωρητικότητα (Κυριακή της Τυροφάγου). Αυτές οι ευαγγελικές περικοπές δεν διαβάζονται μόνο και μόνο για ν’ ακουστούν στην Εκκλησία, σκοπός είναι να τις «πάρω μαζί μου στο σπίτι» και να στοχαστώ πάνω σ’ αυτές σχετίζοντάς τις μάλιστα με τη ζωή μου, την οικογενειακή μου κατάσταση, τις επαγγελματικές υποχρεώσεις μου, το ενδιαφέρον μου για τα υλικά πράγματα, τις σχέσεις μου με τους συγκεκριμένους ανθρώπους με τους οποίους ζω.
Αν σ’ αυτή την προσπάθεια περισυλλογής προσθέσει κανείς και την προσευχή αυτής της περιόδου: «της μετανοίας άνοιξόν μοι πύλαις ζωοδότα…» και τον ψαλμό 136 «επί των ποταμών της Βαβυλώνος εκεί εκαθήσαμεν…» μπορεί να καταλάβουμε τι σημαίνει να «νιώθεις ότι είσαι με την Εκκλησία», και πως μπορεί μια λειτουργική περίοδος να χρωματίσει την καθημερινή ζωή. Επίσης είναι μια πολύ καλή ευκαιρία να διαβάσει κανείς κάποιο θρησκευτικό βιβλίο. Ο σκοπός δε αυτού του διαβάσματος δεν είναι μόνο ν’ αυξήσουμε τις θρησκευτικές γνώσεις μας, είναι βασικά να καθαρίσουμε το μυαλό μας απ’ όλα όσα συνήθως το πλημμυρίζουν. Είναι πραγματικά απίστευτο πόσο στο μυαλό μας συνωστίζονται όλων των ειδών οι έννοιες, τα ενδιαφέροντα, οι αγωνίες και οι εντυπώσεις και πόσο ελάχιστο έλεγχο ασκούμε πάνω σ’ όλα αυτά. Διαβάζοντας ένα θρησκευτικό βιβλίο συγκεντρώνουμε την προσοχή μας σε κάτι εντελώς διαφορετικό από το συνηθισμένο περιεχόμενο των σκέψεών μας, δημιουργείται έτσι μια άλλη διανοητική και πνευματική ατμόσφαιρα.
Όλα αυτά, φυσικά, δεν είναι «συνταγές», ίσως να υπάρχουν άλλοι τρόποι για να προετοιμαστεί κανείς για τη Σαρακοστή. Το βασικό σημείο είναι ότι, στη διάρκεια αυτής της περιόδου βλέπουμε τη Μεγάλη Σαρακοστή σαν να βρίσκεται σε κάποια απόσταση, σαν κάτι δηλαδή που ακόμα έρχεται και που μάς το στέλνει ο ίδιος ο Θεός σαν ευκαιρία για αλλαγή, για ανανέωση, για εμβάθυνση, και ότι παίρνουμε αυτή την επερχόμενη ευκαιρία πολύ στα σοβαρά.
Από το Βιβλίο «Μεγάλη Σαρακοστή» του π. Αλέξανδρου Σμέμαν
Περὶ τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς
Eὐλόγησον Πάτερ.
Γράφει εἰς τὸν Νόμον, καθὼς ἐπρόσταξεν ὁ Θεὸς τοὺς Ἑβραίους, ὅτι κάθε χρόνον νὰ ἀποδεκατίζουν ὅλα ὅσα καὶ ἂν ἔχουν· καὶ ἔτζη κἄμνοντες, εὐλογοῦνταν ὅλα ὅσα καὶ ἂν εἶχαν. Τοῦτο ἠξεύροντες οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, ἐβουλήθησαν νὰ μᾶς παραδώσουν καὶ τὸ μεγαλήτερον καὶ ὑψηλότερον πρὸς εὐεργεσίαν καὶ βοήθειαν τῶν ψυχῶν μας, ὅτι καὶ αὐτὰς τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μας νὰ τὰς ἀποδεκατίζωμεν καὶ νὰ τὰς ἀφιερώνωμεν εἰς τὸν Θεὸν· καὶ ἔτζη νὰ εὐλογοῦνται τὰ ἔργα μας, καὶ νὰ ἐξαλείφωμεν κάθε χρόνον τὰς ἁμαρτίας μας, ὁποῦ ἁμαρτήσαμεν ἐκεῖνον τὸν χρόνον. Καὶ ἐλογαρίασαν, καὶ ἁγίασαν εἰς ἡμᾶς, ἀπὸ ταῖς τριακόσιαις ἑξῆντα πέντε ἡμέραις, ταύτας τὰς ἑπτὰ ἑβδομάδας τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, καὶ ἔτζη ἀφιέρωσαν τὰς ἑπτὰ ἑδδομάδας. Ἀλλὰ οἱ Πατέρες ὕστερα τοὺς ἐφάνη νὰ αὐγατίσουν καὶ ἄλλην μίαν ἑβδομάδα· τὸ ἕνα μὲν, διὰ νὰ προετοιμάζουνται ἐκεῖνοι ὁποῦ μέλλουν νὰ σέβουν εἰς τὸν κόπον τῆς νηστείας· καὶ τὸ ἄλλο, διὰ νὰ τιμήσουν τὸ μέτρον τῆς νηστείας ὁποῦ ἐνήστευσεν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς· διότι αἱ ὀκτὼ ἑδδομάδες, εὐγάνοντες τὰ σαββατοκυρίακα, γίνονται σαράντα ἡμέραις· ἔξω ἀπὸ τὴν νηστείαν τοῦ μεγάλου Σαββάτου, διὰ νὰ εἶναι αὕτη ἱερωτάτη καὶ ξεχωριστὴ ἀπὸ ὅλα τὰ σάββατα τοῦ χρόνου. Αἱ δὲ ἑπτὰ ἑβδομάδες, χωρὶς τὰ σαββατοκυρίακα, γίνονται τριάκοντα, πέντε ἡμέραις· βάνοντες δὲ καὶ τὴν νηστείαν τοῦ μεγάλου Σαββάτου, καὶ τὸ ἥμισυ τῆς Λαμπρᾶς καὶ φωτοποιοῦ νυκτὸς, ἕως τὸ πρόγευμα, γίνονται τριάκοντα ἕξη ἥμισυ ἡμέραις, ὁποῦ εἶναι τὸ δέκατον τῶν τριακοσίων ἑξῆντα πέντε ἡμερῶν τοῦ χρόνου μὲ πολλὴν ἀκρίβειαν· διότι τῶν τριακοσίων τὸ δέκατον εἶναι αἱ τριάκοντα, καὶ τῶν ἑξήκοντα τὸ δέκατον, εἶναι ἕξη, τῶν δὲ πέντε τὸ δέκατον, εἶναι τὸ ἥμισυ τῆς Λαμπρᾶς ἡμέρας, καθὼς εἴπαμεν. Αὕτη εἶναι ἡ δεκατία τοῦ χρόνου ὅλου, ὡσὰν νὰ εἰποῦμεν, τὴν ὁποίαν τὴν ἁγίασαν εἰς ἡμᾶς οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι εἰς μετάνοιαν, ἔστωντας νὰ εἶναι καθαρισμὸς πάντων τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ χρόνου ὅλου.
Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς
Ὅποιος λοιπὸν φυλάττει τοῦ λόγου του καλῶς, καὶ καθὼς πρέπει εἰς ταύτας τὰς ἁγίας ἡμέρας, καλότυχος εἶναι, ἀδελφοὶ, διότι, ἂν καὶ ὡς ἄνθρωπος ἔτυχε νὰ ἁμαρτήσῃ, εἴτε ἀπὸ ἀσθένειαν, εἴτε ἀπὸ ἀμέλειαν, ἰδοὺ ὁποῦ ἔδωκεν ὁ Θεὸς τὰς ἁγίας ἡμέρας ταύτας, εἰς τὰς ὁποίας, ἐὰν σπουδάσῃ τινὰς μὲ προσοχὴν καὶ ταπεινοφροσύνην, καὶ νὰ φροντίσῃ διὰ λόγου του, καὶ νὰ μετανοήσῃ διὰ τὰς ἁμαρτίας του, θέλει καθαρισθῇ ἀπὸ ὅλα τὰ ἁμαρτήματα αὐτοῦ, ὁποῦ ἔκαμεν ὅλον τὸν χρόνον ἐκεῖνον· καὶ ἀναπαύεται λοιπὸν ἡ ψυχὴ αὐτοῦ ἀπὸ τὸ βάρος, καὶ ἔτζη προσέρχεται εἰς τὴν ἁγίαν ἡμέραν τῆς Ἀναστάσεως, καὶ μεταλαμβάνει τῶν ἀχράντων Μυστηρίων ἀκατακρίτως καὶ γίνεται νέος ἄνθρωπος διὰ τὴν μετάνοιαν τῶν ἁγίων νηστειῶν τούτων, καὶ μένει εἰς τὴν μετάνοιαν μὲ εὐφροσύνην πνευματικὴν, καὶ ἑορτάζει ὅλην τὴν ἁγίαν Πεντηκοστὴν, μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ, διότι Πεντηκοστὴ εἶναι, καθὼς λέγει, ἀνάστασις ψυχῆς, διότι, τοῦτο δηλοῖ τὸ νὰ μὴν κλίνωμεν γόνυ εἰς τὴν ἐκκλησίαν, παρὰ τὴν ἁγίαν Πεντηκοστήν.
Τὸ λοιπὸν, ὅποιος θέλει νὰ καθαρισθῆ ἀπὸ ὅλας τὰς ἁμαρτίας τοῦ χρόνου εἰς τὰς ἡμέρας ταύτας, πρῶτον θέλει νὰ φυλάσσεται, ἀπὸ πολυφαγίαν, διότι ἡ πολυφαγία, καθὼς εἶπαν οἱ Πατέρες, γεννᾷ κάθε κακόν· καὶ ἀπέκει νὰ φυλάγεται ὁμοίως νὰ μὴν καταλύῃ τὴν νηστείαν, χωρὶς μεγάλης ἀνάγκης, μήτε νὰ γυρεύῃ νόστιμα φαγητὰ, καὶ νὰ μὴν παραβαρύνῃ τοῦ λόγου του ἀπὸ τὴν χόρτασιν τῶν φαγοποτίων· διότι δύο εἶναι αἱ διαφοραὶ τῆς γαστριμαργίας, μία μὲν εἶναι, ὁποῦ ζητᾷ κανεὶς νόστιμα φαγητὰ, καὶ πάντοτε δὲν θέλει νὰ φάγῃ πολλὰ, ἀλλὰ μόνον τὰ νόστιμα θέλει· καὶ τυχένει, ὅταν τρώγῃ ὁ τοιοῦτος τὸ φαγὶ, καὶ τοσοῦτον νικᾶται ἀπὸ τὴν νοστιμάδα, ὅτι τὸ βαστᾷ πολλὴν ὥραν εἰς τὸ στόμα, καὶ τὸ μασσᾷ, καὶ δὲν τὸ βαστᾷ ἡ ψυχὴ νὰ τὸ καταπίῃ ἀπὸ τὴν γλυκύτητα τῆς νοστιμάδος· αὕτη λέγεται λαιμαργία.
Ἀλλος πάλιν πολεμεῖται εἰς πολυφαγίαν, καὶ δὲν γυρεύει καλὰ φαγητὰ, οὔτε τὸν μέλλει διὰ νοστιμάδα, ἀλλὰ κἄντε καλὰ εἶναι, κἄντε ἀχαμνὰ, μόνον νὰ χορτάσῃ θέλει, καὶ δὲν τὸν μέλλει εἴτι καὶ ἂν εἶναι, μόνον νὰ γεμίσῃ τὴν κοιλίαν του θέλει· αὕτη λέγεται γαστριμαργία. Καὶ νὰ σᾶς εἰπῶ καὶ τὴν αἰτίαν τῶν ὀνομάτων τούτων· μαργαίνειν λέγουν οἱ σοφοὶ τῶν Ἑλλήνων τὴν τρελάδα, καὶ μάργος λέγεται ὁ τρελός. Ὅταν μὲν τὸ λοιπὸν γένῃ ἡ ἀσθένεια ἐκείνη, καὶ ἡ τρελάδα, διὰ νὰ γεμίσῃ τὴν γαστέρα, τότε λέγεται γαστριμαργία, ἀπὸ τοῦ μαργαίνειν, ὁποῦ εἶναι μανία, τουτέστι τρελάδα τῆς γαστρός· ὅταν δὲ γένῃ μόνον διὰ τὴν νοστιμάδα τοῦ λαιμοῦ, λέγεται λαιμαργία, παρὰ τὸ μαργαίνειν τὸν λαιμόν. Αὐτὰ λοιπὸν πρέπει νὰ τὰ φεύγωμεν μὲ πᾶσαν προσοχὴν, ἐὰν θέλωμεν νὰ καϑαρισθοῦμεν ἀπὸ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, διότι δὲν εἶναι διὰ χρείαν τοῦ σώματος, ἀλλὰ διὰ πάθος· καὶ ἐὰν τὰ συνερισθῇ κανεὶς, τοῦ γίνουνται εἰς ἁμαρτίαν. Καθὼς εἶναι ἡ νόμιμος πανδρία, καὶ ἡ πορνεία, ὅτι ἡ μὲν πρᾶξις εἶναι ὁμοία, ἀμὴ ὁ σκοπὸς εἶναι ὁποῦ κάμνει τὴν διαφορὰν τοῦ πράγματος· διότι ἐκεῖνος μὲν σμίγεται μὲ τὴν γυναῖκά του, διὰ νὰ κάμῃ παιδία, ἐκεῖνος δὲ διὰ νὰ πληρώσῃ τὴν ἐπιθυμίαν του. Ἔτζη εἶναι καὶ εἰς τὰ φαγητὰ, ὅτι ἕνα πρᾶγμα εἶναι, τὸ νὰ φάγῃ διὰ τὴν χρείαν, καὶ τὸ νὰ φάγῃ διὰ νοστιμάδα, ἀμὴ ὁ σκοπὸς εἶναι ὁποῦ κάμνει τὴν ἁμαρτίαν. Τὸ δὲ νὰ φάγῃ κατὰ χρείαν εἶναι, ὅταν δοκιμάσῃ κανεὶς πόσον ἔφαγε τὴν ἡμέραν, καὶ ἰδῇ ὅτι τοῦ ἐβάρυνεν ἐκεῖνο ὁποῦ ἔφαγε, καὶ κάμνει χρεία νὰ φάγῃ ὀλιγώτερον· καὶ τρώγει ὀλιγώτερον, καὶ δὲν τὸν βαρύνει. Καὶ πάλιν, ἂν ἀδυνατήσῃ τὸ κορμί του, αὐγατίζει, καὶ ἔτζη δοκιμάζει καλῶς τὴν χρείαν του· καὶ περιπατεῖ λοιπὸν ἀπάνω εἰς ἐκεῖνο τὸ μέτρον, ὄχι διὰ νοστιμάδα, ἀλλὰ διὰ νὰ κυβερνήσῃ τὴν ὑγείαν τοῦ κορμίου του. Καὶ ἐκεῖνο τὸ παραμικρὸν, ὁποῦ τρώγει κανεὶς, πρέπει νὰ τὸ τρώγῃ μὲ συγχώρησιν, καὶ νὰ κατακρίνῃ τοῦ λόγου τοῦ εἰς τὸν λογισμόν του, πῶς δὲν εἶναι ἄξιος διὰ καμίαν τροφὴν, ἢ παρηγορίαν· καὶ νὰ μὴν στοχάζεται ἂν τύχῃ καὶ κυβερνοῦνται μερικοὶ διὰ καμίαν χρείαν, ἢ ἀνάγκην, διὰ νὰ μὴν ζητᾷ καὶ αὖτὸς ἀνάπαυσιν.
Ἢ νομίζει, ὅτι δὲν βλάπτει τὴν ψυχὴν ἡ ἀνάπαυσις; Ὅταν ἤμουν εἰς τὸ Κοινόβιον, ἐπῆγα νὰ ἰδῶ ἕναν ἀπὸ τοὺς γέροντας, διότι ἦσαν ἐκεῖ πολλοὶ μεγάλοι γέροντες, καὶ εὑρίσκω τὸν ἀδελφὸν, ὁποῦ τὸν ὑπηρέτα, καὶ ἔτρωγε μετ᾿ αὐτοῦ. Καὶ λέγω του μυστικά· δὲν ἠξεύρεις, ἀδελφὲ, ὅτι οἱ γέροντες οὗτοι, ὁποῦ βλέπεῖς πῶς τρώγουν, καὶ χρειάζονται ὀλίγην κυβέρνησιν, ὁμοιάζουν ὡσὰν ἐκείνους, ὁποῦ ἐδούλευσαν καὶ ἐγέμισαν τὸ σεντούκι τους· καὶ ὡσὰν τὸ ἐγέμισαν καὶ τὸ ἐβούλωσαν, πάλιν ἐδούλευσαν διὰ τὰ ἔξοδά τοὺς, καὶ ἐσύναξαν ἀπὸ ἄλλα χίλια νομίσματα, ἤγουν φλουρία, διὰ νὰ ἔχουν νὰ ἐξοδιάζουν εἰς τὴν ἀνάγκην τους, καὶ νὰ φυλάγουν ἐκεῖνα ὁποῦ ἔχουν εἰς τὸ σεντούκι. Ἔτζη εἶναι καὶ τοῦτοι· ἐδούλευσαν καὶ ἐθησαύρισαν εἷς τὴν νεότητά τους· καὶ πάλιν ἐδούλευσαν καὶ ἄλλα μερικὰ, διὰ νὰ τὰ ἔχουν εἰς τὴν ἀνάγκην τους· καὶ εἰς τὰ γηρατεῖά τους, διὰ νὰ εὐγάνουν ἀπ᾿ αὐτὰ, καὶ νὰ μὴν χαλάσουν τὰ θησαυρισμένα. Ἀμὴ ἡμεῖς ἀκόμι οὔτε σεντούκι δὲν ἀποκτήσαμεν· πόθεν λοιπὸν ἐξοδιάζομεν; Διὰ τοῦτο, καθὼς εἶπα, πρέπει, κᾃν διὰ τὴν χρείαν μας νὰ τρώγωμεν, καὶ νὰ κατακρίνωμεν τοῦ λόγου μας ὡς ἀναξίους πάσης θεραπείας, καὶ αὐτῆς τῆς καλογερικῆς ζωῆς· καὶ νὰ μὴν τρώγωμεν ξεγνοιασμένοι, καὶ ἔτζη δὲν θέλει μᾶς γένῃ εἰς κατάκρισιν· καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῆς ἐγκρατείας τῆς γαστρός. Ὁμοίως δὲ χρειαζόμεσθεν ὄχι μόνον τὴν δίαιταν ταύτην νὰ φυλάττωμεν, ἀλλὰ νὰ ἀπέχωμεν καὶ ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην ἁμαρτίαν, διὰ νὰ νηστεύωμεν καὶ ἀπὸ τὴν γλῶσσαν, καθὼς νηστεύομεν καὶ ἀπὸ τὴν κοιλίαν· νὰ ἀπέχωμεν ἀπὸ καταλαλιὰς, ἀπὸ τὸ ψεῦδος, ἀπὸ ὑβρισίαις, ἀπὸ ἀργολογίαν, ἀπὸ ὀργὴν, καὶ κοντολογῆς ἀπὸ πᾶσαν ἁμαρτίαν ὁποῦ γίνεται μὲ τὴν γλῶσσαν. Ὁμοίως νὰ νηστεύωμεν καὶ μὲ τὰ ὀμμάτια, νὰ μὴν βλέπωμεν τὰ ἄπρεπα, νὰ μὴν βλέπωμεν ἀδιάντροπα καὶ χωρὶς φόβον· ὁμοίως νὰ ἐμποδίζωμεν καὶ τὰ χέρια καὶ τὰ ποδάρια ἀπὸ πᾶσαν πρᾶξιν πονηράν. Καὶ ἔτζη νηστεύοντες, καθὼς λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος, νηστείαν δεκτὴν, ἀπεχόμενοι ἀπὸ πάσης κακὴς ἐνεργείας, ὁποῦ γίνεται ἀπὸ ὅλας τὰς αἰσθήσεις ἡμῶν, νὰ προσέλθωμεν εἰς τὴν ἁγίαν ἡμέραν τῆς Ἀναστάσεως, καθὼς εἴπαμεν, νέοι, καὶ καθαροὶ, καὶ ἄξιοι τῆς Κοινωνίας τῶν ἁγίων Μυστηρίων, ἔστοντας νὰ εὐγοῦμεν προτήτερα εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ νὰ τὸν δεχθοῦμεν μὲ βαΐα καὶ κλάδους ἐλαιῶν καβαλλάρην εἰς πωλάριον, καὶ σεβαίνοντα εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν Ἱερουσαλήμ.
Τί θέλει νὰ εἶναι ἡ καβάλλα τοῦ πωλαρίου; Ἐκαβαλίκευσε, διὰ νὰ ἐπιστρέψῃ τὴν ψυχήν μας, ὁποῦ ὡμοιώθη, καθὼς λέγει ὁ Προφήτης, ὡσὰν τὰ ἄλογα καὶ ἀνόητα ζῶα, ὡς λόγος Θεοῦ, καὶ νὰ τὴν ὑποτάξῃ εἰς τὴν Θεότητα αὐτοῦ. Ἡ δὲ ἀπάντησις αὐτοῦ, ὁποῦ τὸν ἐπροϋπάντησαν μὲ βαΐα καὶ κλαδία ἐλαίας, τι εἶναι; Ὅταν εὐγένῃ κανεὶς εἰς πόλεμον τοῦ ἐχθροῦ του, καὶ τὸν νικήσῃ, ὡσὰν γυρίσῃ, εὐγένουν ὅλοι οἱ ἐδικοί του, καὶ τὸν προϋπαντοῦν, ὡς νικητὴν, διότι τὸ βαΐον σημάδι τῆς νίκης εἶναι. Πάλιν, ὅταν ἀδικῆται κανεὶς ἀπὸ τινὰ, καὶ θέλει νὰ πηγένῃ εἰς ἐκεῖνον ὁποῦ δύνεται νὰ κάμῃ τὴν ἐκδίκησιν αὐτοῦ, κλαδία ἐλαίας βαστάζει, καὶ κράζει, ζητῶντας βοήθειαν, διὰ νὰ ἐλεηθῇ, διότι ἡ ἐλαία συμάδι εἶναι τῆς ἐλεημοσύνης. Διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς ἀπαντῶμεν τῷ Δεσπότῃ ἡμῶν Χριστῷ, μετὰ βαΐα μὲν ὡς νικητῇ, διότι αὐτὸς ἐνίκησε τὸν ἐχθρόν μας· μὲ κλαδία δὲ ἐλαίας ζητοῦμεν ἀπ᾿ αὐτὸν ἔλεος, διὰ νὰ νικήσωμεν καὶ ἡμεῖς δι᾿ αὐτοῦ, καθὼς καὶ αὐτὸς ἐνίκησε διατ᾽ ἐμᾶς, ὅπως εὑρεθῶμεν βαστάζοντες τὰ νικητήρια αὐτοῦ, ὄχι μόνον διὰ τὴν νίκην ὁποῦ ἐνίκησε διατ᾽ἐμᾶς, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν νίκην ὁποῦ ἐνικήσαμεν ἡμεῖς δι᾿ αὐτοῦ. Ὅτι αὐτῷ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις εἰς τοὺς αἰῶνας, Ἀμήν.
Αββάς Δωρόθεος, Κατανυκτικοί Λόγοι, Eκδοσις της εν Αγίω Όρει Άθω σεβασμίας Μονής του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος, του Ρωσσικού, Κωνσταντινούπολη, 1871
Νηστεύσωμεν νηστείαν δεκτὴν εὐάρεστον τῷ Κυρίῳ
«Περιμέναμε πολύ, αλλά στο τέλος οι προσδοκίες μας εκπληρώθηκαν», γράφει ο Σέρβος επίσκοπος Νικόλαος της Οχρίδας, περιγράφοντας την πασχαλινή Λειτουργία στα Ιεροσόλυμα. «Όταν ο Πατριάρχης έψαλε το “Χριστὸς ανέστη», οι ψυχές αλάφρωσαν από ένα βαρύ φορτίο. Νιώσαμε σαν να είχαμε υψωθεί και εμείς πάνω από το θάνατο. Μονομιάς, από παντού, η ίδια κραυγή αντήχησε “ὡς φωνὴ ὑδάτων πολλῶν”. “Χριστὸς ἀνέστη” έψαλαν οι Έλληνες, οι Ρώσοι, οι Άραβες, οι Σέρβοι, οι Κόπτες, οι Αρμένιοι, οι Αιθίοπες – ο ένας μετά τον άλλο, ο καθένας στη δική του γλώσσα, στη δική του μελωδία… Όταν, οι Σέρβοι, οι Κόπτες, οι Αρμένιοι, οι Αιθίοπες – ο ένας μετά τον άλλο, ο καθένας στη δική του γλώσσα, στη δική του μελωδία… Όταν, κατά το πρωινό, βγήκαμε από τη Θεία Λειτουργία, τα πάντα φάνταζαν διαφορετικά κάτω από το φως της ένδοξης Ανάστασης του Χριστού, όλα έμοιαζαν ωραιότερα, περισσότερο εκφραστικά, πιο μεγαλόπρεπα. “Μόνο υπό το θάμβος της Ανάστασης βρίσκει η ζωή το νόημά της!”».[1]
Αυτή η αίσθηση της αναστάσιμης χαράς, που με τόση γλαφυρότητα περιγράφει ο επίσκοπος Νικόλαος, ορίζει τα θεμέλια όλης της λατρείας της Ορθόδοξης Εκκλησίας, είναι η μία και μοναδική βάση για την Ορθόδοξη ζωή και Ελπίδα μας. Ωστόσο, για να γευτούμε πλήρως τη δύναμη αυτής της πασχαλινής αγαλλίασης, ο καθένας από εμάς χρειάζεται να περάσει μία περίοδο προετοιμασίας. «Περιμέναμε». λέει ο επίσκοπος Νικόλαος, «και στο τέλος οι προσδοκίες μας εκπληρώθηκαν». Χωρίς αυτή την αναμονή, χωρίς αυτή τη γεμάτη προσδοκίες προετοιμασία, το βαθύτερο νόημα του πασχαλινού εορτασμού χάνεται.
Γι’ αυτό το λόγο, λοιπόν, πριν από τη γιορτή του Πάσχα, έχει καθιερωθεί μία μακρά, προπαρασκευαστική περίοδος μεταμέλειας και νηστείας, η οποία διαρκεί στη σημερινή Ορθόδοξη πρακτική πάνω από δέκα εβδομάδες. Η αρχή γίνεται με είκοσι δύο ημέρες (τέσσερις διαδοχικές Κυριακές) προκαταρκτικής τήρησης, ακολουθούν οι έξι εβδομάδες ή σαράντα ημέρες της Μεγάλης Νηστείας της Σαρακοστής και τέλος έρχεται η Μεγάλη Εβδομάδα. Για να επέλθει ισορροπία πια μετά τη Σαρακοστή και τη Μεγάλη Εβδομάδα, έπονται του Πάσχα ευχαριστίας, με αποκορύφωμα την Πεντηκοστή.
νηστείαν δεκτὴν εὐάρεστον
Ακριβώς όπως τα τέκνα έφαγαν «ἄρτον κακώσεως» (Δευτ. 16:3) ως προετοιμασία για το Πάσχα, έτσι και οι χριστιανοί προετοιμάζονται για τον εορτασμό του νέου Πάσχα ακολουθώντας μία περίοδο νηστείας. Όμως, τί άραγε να εννοούμε με τη λέξη «νηστεία»; Στο σημείο αυτό απαιτείται να επιδείξουμε ιδιαίτερη προσοχή, ώστε να διατηρήσουμε την ισορροπία που χρειάζεται ανάμεσα στην εξωτερική και την εσωτερική πτυχή της νηστείας. Το πρώτο επίπεδο, το εξωτερικό, περιλαμβάνει την αποχή από φαγητά και ποτά – χωρίς αυτό το σκέλος, μια πλήρης και αληθινή νηστεία δεν μπορεί να τηρηθεί. Βέβαια, οι σχετικοί κανόνες δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να θεωρηθούν αυτοσκοπός, διότι το άθλημα της νηστείας ανέκαθεν υπηρετούσε έναν εσώτερο και αφανή σκοπό. Ο άνθρωπος αποτελεί μία ενότητα σώματος και ψυχής, ένα πλάσμα που διαμορφώθηκε «ἐξ ἀοράτου τε καὶ ὁρατῆς φυσεως»[2] και η άσκηση της νηστείας, κατά συνέπεια, θα πρέπει να περιλαμβάνει και τις δυο αυτές φύσεις. Η τάση να αποδίδεται υπερβολική σημασία στους εξωτερικούς κανόνες, κάτω από ένα δικανικό πνεύμα, όπως επίσης και η αντίθετη, να περιφρονούνται, δηλαδή, αυτοί οι κανόνες ως αναχρονιστικοί και περιττοί, μπορούν και οι δυο να αποδοκιμαστούν ως προδοσία της αληθινής Ορθοδοξίας. Και στις δυο περιπτώσεις, η πρέπουσα ισορροπία μεταξύ του εξωτερικού και του εσωτερικού χαρακτήρα της νηστείας έχει κλονιστεί.
Η δεύτερη αυτή τάση, της περιφρόνησης, είναι δίχως αμφιβολία η πιο διαδεδομένη στις ημέρες μας – ιδιαίτερα στη Δύση. Μέχρι το δέκατο τέταρτο αιώνα, οι περισσότεροι χριστιανοί της Δύσης, από κοινού με τους αδελφούς τους της Ορθόδοξης Ανατολής, απείχαν κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής όχι μονάχα από το κρέας, αλλά και από τα ζωικά προϊόντα όπως, για παράδειγμα, τα αβγά, το γάλα, το βούτυρο και το τυρί. Τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση, η νηστεία της Σαρακοστής περιελάμβανε μία επίπονη σωματική προσπάθεια. Αλλά στη Χριστιανοσύνη της Δύσης, στη διάρκεια των τελευταίων πέντε αιώνων, οι σωματικές επιταγές της νηστείας έχουν σταθερά περιοριστεί, ώστε σήμερα μόλις και μετά βίας να υπερβαίνουν το επίπεδο του συμβολισμού. Έτσι αναρωτιέται κανείς, πόσοι άραγε από αυτούς που τρώνε τηγανίτες την Τρίτη της Τυρινής γνωρίζουν τον αυθεντικό σκοπό αυτής της συνήθειας (που είναι να χρησιμοποιούμε τα αβγά και το βούτυρο που έχουν απομείνει), προτού ξεκινήσει η νηστεία της Σαρακοστής. Ο Ορθόδοξος κόσμος καθώς είναι εκτεθειμένος, στις ημέρες μας, στη δυτική εκκοσμίκευση αρχίζει και να ακολουθεί το ίδιο μονοπάτι της ολιγωρίας.
Ένας λόγος που εγκαταλείφθηκε η νηστεία στις ημέρες μας είναι, ασφαλώς, και η αιρετική στάση έναντι της ανθρώπινης φύσης: ο εσφαλμένος «πνευματισμός» που αρνείται ή αγνοεί το σώμα, καθώς βλέπει τον άνθρωπο μόνο υπό το πρίσμα της εγκεφαλικής του νοημοσύνης. Κατά συνέπεια, πολλοί σύγχρονοι χριστιανοί έχουν απωλέσει την αυθεντική θέαση του ανθρώπου ως αδιάσπαστης ενότητας του ορατού και του αόρατου και παραγνωρίζουν τη θετική επίδραση του σώματος στην πνευματική ζωή, ξεχνώντας τη διαβεβαίωση του αγίου Παύλου ότι «τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐν ὑμῖν Ἁγίου Πνεύματος ἐστίν… δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν» (Α΄ Κοριν. 6:19-20). Ένας άλλος λόγος, που ευθύνεται για το ότι η νηστεία φθίνει στην Ορθοδοξία, είναι ο ισχυρισμός, ευρύτατα διαδεδομένος στις ημέρες μας, ότι οι παραδοσιακοί κανόνες δεν είναι πια εφαρμόσιμοι. Αυτοί οι κανόνες προϋποθέτουν, καθώς λέγουν, μια στενά οργανωμένη και μη πλουραλιστική Ορθόδοξη κοινότητα, η οποία έναν αγροτικό τρόπο ζωής, που σήμερα όλο και περισσότερο τείνει να εκλείψει, πράγμα που εν μέρει είναι αληθινό. Ωστόσο, πρέπει επίσης να ειπωθεί ότι η νηστεία, όπως παραδοσιακά ετηρείτο στην Εκκλησία, ήταν πάντα δύσκολη και συνυφασμένη με την κοπιώδη άσκηση. Πολλοί σύγχρονοί μας είναι πρόθυμοι να νηστέψουν για λόγους υγείας ή ομορφιάς – προκειμένου να χάσουν βάρος. Δεν μπορούμε και εμείς, οι χριστιανοί, να κάνουμε το ίδιο για τη χάρη της ουράνιας Βασιλείας; Γιατί η αυταπάρνηση, που με τόση χαρά αποδέχονται οι προηγούμενες γενιές χριστιανών, να αποδεικνύεται ένα τόσο ανυπέρβλητο εμπόδιο για τις σημερινές; Όταν κάποτε ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ ρωτήθηκε γιατί τα θαύματα της χάριτος, που φανερώνονταν άφθονα στο παρελθόν, δεν ήταν πλέον ορατά στις ημέρες του, απάντησε: «Μονάχα ένα πράγμα μας λείπει, μια ακλόνητη αποφασιστικότητα».[3]
Ο πρωταρχικός στόχος της νηστείας είναι να μας μεταδώσει τη συνείδηση της εξάρτησής μας από το Θεό. Αν η αποχή από το φαγητό κατά τη Μεγάλη Σαρακοστή εφαρμοσθεί σοβαρά – ιδιαίτερα τις πρώτες ημέρες-, συνοδεύεται από πραγματική πείνα, καθώς επίσης και από ένα αίσθημα κόπωσης και φυσικής εξάντλησης. Αυτό στο οποίο αποβλέπει είναι να μας οδηγήσει σε μία εσωτερικής ρήξης και μεταμέλειας, για να μας φέρει, και αυτός είναι ο σκοπός της, στο σημείο να εκτιμήσουμε την απόλυτη ισχύ της δήλωσης του Χριστού ότι «Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν»(Ιω. 15:5). Εάν πάντα είμαστε χορτάτοι από τροφές και ποτά, τότε ότι εύκολα αναπτύσσουμε μία υπερβολική εμπιστοσύνη στις δυνάμεις μας, αποκτώντας μία λανθασμένη αντίληψη αυτονομίας και αυτάρκειας. Η τήρηση μιας εξωτερικής νηστείας υποσκάπτει την εμφάνιση αυτής της ανόητης αυταρέσκειας. Απογυμνώνοντάς μας από την πλανερή αυτοπεποίθηση του Φαρισαίου -που νήστευε, είναι η αλήθεια, αλλά όχι με το ανάλογο πνεύμα-, -η αποχή της Μεγάλης Σαρακοστής μας προσφέρει τη σωτήρια αμφισβήτηση προς τον ίδιο μας τον εαυτό την οποία βίωσε ο τελώνης. Αυτή είναι η λειτουργία της πείνας και της κόπωσης: να μας μεταβάλει σε «πτωχοὺς τῷ πνεύματι», γνώστες της αδυναμίας μας και της εξάρτησής μας από τη βοήθεια του Θεού.
Ωστόσο, θα ήταν παραπλανητικό αν αναφερόμασταν αποκλειστικά στις συνιστώσες της κούρασης και της πείνας Εκτός από αυτά τα δύο, η αποχή οδηγεί επίσης και σε μία αίσθηση αποφόρτισης, εγρήγορσης, ελευθερίας και χαράς. Αν και η νηστεία αποδεικνύεται„ στην αρχή τουλάχιστον, εξουθενωτική, στη συνέχεια διαπιστώνουμε ότι μας δίνει τη δυνατότητα να κοιμόμαστε λιγότερο, να σκεφτόμαστε διαυγέστερα και να εργαζόμαστε πιο αποτελεσματικά. Όπως πολλοί γιατροί αναγνωρίζουν, η περιοδική νηστεία συμβάλλει στη σωματική υγεία. Παράλληλα με την αληθινή αυταπάρνηση, η νηστεία δεν επιδιώκει να ασκήσει βία στο σώμα μας, αλλά να το επαναφέρει σε μία κατάσταση υγείας και ισορροπίας. Οι πιο πολλοί από εμάς, τους ανθρώπους του δυτικού κόσμου, τρώμε συνήθως περισσότερο από αυτό που χρειαζόμαστε. Η νηστεία ελευθερώνει το σώμα μας από τα δεσμά του υπερβολικού σωματικού βάρους, και το καθιστά πρόθυμο συνεργάτη στο χρέος της προσευχής, της ετοιμότητας και της ανταπόκρισης προς τα καλέσματα του Αγίου Πνεύματος.
Θα πρέπει να ειπωθεί ότι στην κοινή Ορθόδοξη πρακτική οι λέξεις «νηστεία» και «αποχή» χρησιμοποιούνται εναλλακτικά. Πριν από τη δεύτερη Σύνοδο του Βατικανού, η Καθολική Εκκλησία προχώρησε σε μία σαφή διάκριση ανάμεσα στους δυο όρους: η αποχή αφορούσε τα είδη φαγητού που καταναλώνονταν, ανεξαρτήτως ποσότητας, ενώ η νηστεία υποδήλωνε έναν περιορισμό στον αριθμό των γευμάτων ή στην ποσότητα της τροφής που μπορούσε να ληφθεί. Έτσι, μερικές ημέρες, η νηστεία με την αποχή μπορεί να συνέπιπταν. Σε διαφορετική περίπτωση, μπορεί να απαιτείτο το ένα και όχι το άλλο. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, δεν υπάρχει μία ανάλογη, ξεκάθαρη διάκριση των δυο λέξεων. Κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής υπάρχει συνήθως μια περιστολή των γευμάτων κάθε ημέρας αλλά, όταν ένα γεύμα επιτρέπεται, δεν υπάρχει περιορισμός στην ποσότητα. Οι πατέρες διακηρύσσουν με απλότητα, εν είδει συμβουλευτικού κανόνα, ότι δε θα πρέπει ποτέ να τρώμε μέχρι πλησμονής, αλλά πάντα να σηκωνόμαστε από το τραπέζι νιώθοντας ότι θα μπορούσαμε να φάμε περισσότερο και ότι τώρα είμαστε έτοιμοι να προσευχηθούμε.
Αν, λοιπόν, είναι σημαντικό να μην παραβλέπουμε τις σωματικές επιταγές της νηστείας, άλλο τόσο είναι καίριο να μην αγνοήσουμε την εσωτερική της σπουδαιότητα. Η νηστεία, βέβαια, δεν είναι μονάχα ένα ζήτημα δίαιτας. Είναι ταυτόχρονα ζήτημα ηθικό και σωματικό. Η αληθινή νηστεία πρέπει, το δίχως άλλο, να επενεργεί στην καρδιά και τη θέληση του ανθρώπου· να επιστρέφει στο Θεό, να γυρίζει στο σπίτι, όπως ο άσωτος υιός στον οίκο του Πατέρα. Για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου: «νηστεία σημαίνει αποχή όχι μόνο από τις τροφές αλλά και από τις αμαρτίες. Η νηστεία», επιμένει, «θα έπρεπε να τηρείται όχι μόνο μέσω του στόματος, μα και από τα μάτια, τα αφτιά, τα πόδια, τα χέρια και όλα τα μέρη του σώματος: τα μάτια θα πρέπει να απέχουν από αισχρά θεάματα, τα αφτιά από κακόβουλες διαδόσεις, τα χέρια από άδικες πράξεις».[4] Είναι περιττό να νηστεύουμε την τροφή, διατρανώνει ο άγιος Βασίλειος, και παρ’ όλα αυτά να ενδίδουμε στη βάναυση κριτική και τις συκοφαντίες: «Μπορεί να μην τρως κρέας, αλλά κατασπαράζεις τον αδερφό σου».[5] Η ίδια παρατήρηση γίνεται και στο Τριώδιο, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της πρώτης εβδομάδας της Μεγάλης Σαρακοστής:
«Νηστεύσωμεν, ὥσπερ ἐν τοῖς βρώμασιν, ἐκ παντός πάθους…»
«Νηστεύσωμεν νηστείαν δεκτήν, εὐάρεστον τῷ Κυρίῳ…»[6]
Το βαθύτερο νόημα της νηστείας συνοψίζεται με τον καλύτερο τρόπο στην ακόλουθη τριάδα: προσευχή, νηστεία, ελεημοσύνη. Η νηστεία μας, αν διαχωριστεί από την προσευχή και τη μετοχή στα ιερά μυστήρια, αν δε συνοδεύεται από πράξεις συμπόνιας, καταλήγει φαρισαϊκή ή ακόμα και δαιμονική. Οδηγεί, όχι στη συντριβή και τη χαρά, αλλά στην περηφάνια, την εσωτερική υπερένταση και την οξυθυμία. Η σχέση ανάμεσα στην προσευχή και τη νηστεία καταδεικνύεται ορθά από τον πατέρα Αλέξανδρο Ελτσανίνωφο. Κάποιος που στέκεται κριτικά απέναντι στη νηστεία λέει: «Το εργασιακό μας περιβάλλον υποφέρει και γινόμαστε ευέξαπτοι… Δεν έχω δει ποτέ υπαλλήλους (στην προεπαναστατική Ρωσία) με πιο άσχημη συμπεριφορά απ’ όσο κατά τις τελευταίες ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας. Είναι ολοφάνερο ότι η νηστεία επιδρά αρνητικά στα νεύρα». Σε αυτά τα λόγια ο πατέρας Αλέξανδρος απαντά: «Έχεις απόλυτο δίκιο… Αν δεν ακολουθείται από προσευχή και μία πιο ζωηρή πνευματική ζωή, η νηστεία καταλήγει σε έναν άπελπι κόπο. Είναι λογικό το γεγονός ότι οι υπάλληλοι, οι οποίοι νήστεψαν αυστηρά και αναγκάστηκαν να εργαστούν σκληρά κατά τη Σαρακοστή, χωρίς να έχουν παράλληλα τη δυνατότητα να πάνε στην εκκλησία, παρουσιάζονταν θυμωμένοι και ευέξαπτοι».[7]
Επιπλέον, η νηστεία καθίσταται ανούσια ή και επιβλαβής, όταν δε συνδυάζεται με προσευχή. Στα Ευαγγέλια, ο διάβολος εξοβελίζεται όχι μόνο με τη νηστεία, αλλά «ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ» (Ματθ. 17:21, Μαρκ. 9:29), ενώ για τους πρώτους χριστιανούς λέγεται όχι απλώς ότι νήστεψαν, αλλά ότι «νηστεύσαντες καῖ προσευξάμενοι» κατέληξαν να επιλέξουν τον Βαρνάβα και τον Σαύλο για το αποστολικό έργο (Πράξεις 13:3, και σύγκρινε Πράξεις 14:23). Τόσο στην Παλαιά όσο και στην Καινή Διαθήκη, η νηστεία δε λογίζεται ως αυτοσκοπός, αλλά σαν μία συνδρομή στην πιο θερμή και ζωντανή προσευχή, σαν μία προετοιμασία για αποφασιστική δράση ή ευθεία επαφή με το Θεό. Έτσι, η επί σαράντα ημέρες νηστεία του Κυρίου μας στην έρημο αποτέλεσε την προετοιμασία για το δημόσιο έργο Του (Ματθ. 4:1-11). Όταν ο Μωυσής νήστεψε στο όρος Σινά (Έξοδ. 34:28) και ο Ηλίας στο όρος Χωρήβ (Α΄ Βασιλ. 19:8-12), η νηστεία, και στις δυο αυτές περιπτώσεις πτώσεις, συνοδεύτηκε από μία εμφάνιση του Θεού. Η ίδια συνάφεια ανάμεσα στη νηστεία και στη θέαση του Θεού παρατηρείται και στην περίπτωση του αποστόλου Πέτρου (Πράξεις 10: 9-17) : «Ἀνέβη Πέτρος ἐπὶ τὸ δῶμα προσεύξασθαι περὶ ὥραν ἕκτην. Ἐγένετο δὲ πρόσπεινος καὶ ἤθελε γεύσασθαι. Παρασκευαζόντων δὲ ἐκείνων ἐπέπεσεν ἐπ᾿ αὐτὸν ἔκστασις… καὶ ἐγένετο φωνὴ πρὸς αὐτόν…».Αυτός είναι πάντοτε ο σκοπός της νηστείας, να μας καταστήσει ικανούς, όπως το θέτει το Τριώδιο, «νηστείᾳ προβάλλοντες τῷ τῶν εὐχῶν ὅρει καὶ ἡμεῖς, καρδίᾳ καθαρᾷ, ἴδωμεν Θεόν…»[8]
Η νηστεία και η προσευχή θα έπρεπε να συνοδεύονται από ελεημοσύνη από αγάπη για τους άλλους- η οποία θα εκφράζεται με απτό τρόπο, με πράξεις ελέους και συγχώρεσης. Οκτώ ημέρες πριν από την έναρξη της Σαρακοστής, την Κυριακή της Τελικής Κρίσης, διαβάζεται απ’ το καθορισμένο Ευαγγέλιο (Ματθ. 25:31-46) η παραβολή των προβάτων και των εριφίων, η οποία μας υπενθυμίζει ότι το κριτήριο της επερχόμενης κρίσης δε θα είναι η αυστηρότητα της νηστείας μας, αλλά το πόση βοήθεια προσφέραμε σε όσους είχαν ανάγκη. Με τα λόγια του Τριωδίου: «Τὰς τοῦ Κυρίου γνόντες ἐντολάς, οὕτω πολιτευθῶμεν, πεινῶντας διαθρέψωμεν, διψῶντας ποτίσωμεν, γυμνοὺς περιβαλώμεθα, ξένους συνεισαγάγωμεν, ἀσθενοῦντας καὶ τοὺς ἐν φυλακῇ ἐπισκεψώμεθα, ἵνα εἴπῃ καὶ πρὸς ἡμᾶς ὁ μέλλων κρῖναι πᾶσαν τὴν γῆν δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, κληρονομήσατε, τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν».[9]
Ο Ποιμήν του Ερμά (Β΄ αιώνας)[10] επιμένει ότι τα χρήματα που αποταμιεύονται κατά την περίοδο της νηστείας πρέπει να δίνονται στις χήρες, τα ορφανά και τους φτωχούς. Όμως, η αρωγή προς το συνάνθρωπο δε σημαίνει μονάχα αυτό. Το ζητούμενο είναι να δώσουμε όχι μόνο τα χρήματα, μα και τον χρόνο μας, όχι μόνο αυτό που έχουμε, αλλά και αυτό που είμαστε· να προσφέρουμε κάτι από τον εαυτό μας. Όταν βλέπουμε να μιλά το Τριώδιο για προσφορά, θα πρέπει πάντα να αντιλαμβανόμαστε αυτή τη λέξη στην πιο βαθιά της έννοια. Κι αυτό, γιατί μόνη η χρηματική βοήθεια μπορεί να αποτελέσει υποκατάστατο ή πρόφαση, ένα τέχνασμα για να αποφύγουμε μια πιο ουσιαστική προσωπική ενασχόληση με όσους βιώνουν κάθε λογής αντιξοότητες. Από την άλλη πλευρά, όταν απευθυνόμαστε σε ανθρώπους που αντιμετωπίζουν επείγουσες υλικές ανάγκες με ένα λόγο απλώς καθησυχαστικό και συμβουλευτικό, τότε και πάλι ενεργούμε υπεκφεύγοντας από τις υποχρεώσεις μας (βλ. Ιακ. 2:16). Έχοντας πάντα κατά νου την ενότητα ανάμεσα στο σώμα και την ψυχή του ανθρώπου, ενότητα στην οποία δώσαμε έμφαση, ας προσπαθούμε ώστε η βοήθεια που προσφέρουμε να κινείται συγχρόνως στον υλικό και στον πνευματικό χώρο.
Η ανατολική λειτουργική παράδοση, από κοινού με την αντίστοιχη της Δύσης, θεωρεί το κείμενο του προφήτη Ησαΐα (58:3-8) βασικό για την περίοδο της Σαρακοστής. Έτσι, διαβάζουμε στο Τριώδιο: «Νηστεύοντες ἀδελφοὶ σωματικῶς, νηστεύσωμεν καὶ πνευματικῶς, λύσωμεν πάντα σύνδεσμον ἀδικίας, διαρρήξωμεν στραγγαλιᾶς βιαίων συναλλαγμάτων, πᾶσαν συγγραφήν ἄδικον διασπάσωμεν· δώσωμεν πεινῶσιν ἄρτον, καὶ πτωχοὺς ἀστέγους εἰσαγάγωμεν εἰς οἴκους, ἵνα λάβωμεν παρὰ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, τὸ μέγα ἔλεος».[11]
Πάντοτε, όταν ασκούμαστε στην εγκράτεια και την αποχή, θα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας την προειδοποίηση του αγίου Παύλου να μην κατακρίνουμε εκείνους που νηστεύουν λιγότερο αυστηρά: «ὁ μὴ ἐσθίων τὸν ἐσθίοντα μὴ κρινέτω» (Ρωμ. 14:3). Κατά παρόμοιο τρόπο καταδικάζει και ο Χριστός τη δημόσια επίδειξη της προσευχής, της νηστείας και της ελεημοσύνης. Και τα δυο αυτά αγιογραφικά χωρία συχνά εμφανίζονται μέσα στο Τριώδιο:
«Δεῦτε ἐκκαθάρωμεν ἑαυτοὺς ἐν ἐλεημοσύναις καὶ οἰκτιρμοῖς πενήτων, μὴ σαλπίζοντες, μὴ δημοσιεύοντες ἡμῶν τὴν εὐποιΐαν, μὴ ἐπιγνώτω ἡ ἀριστερά τῆς δεξιᾶς τὸ ἔργον, μὴ σκορπίσῃ ἡ κενοδοξία τὸν καρπὸν τῆς ἐλεημοσύνης, ἀλλʾ ἐν κρυπτῷ τῷ τὰ κρυπτὰ εἰδότι κράξωμεν, πάτερ, ἄφες τὰ παραπτώματα ἡμῶν, ὡς φιλάνθρωπος».[12]
Προκειμένου να κατανοήσουμε ορθά το κείμενο του Τριωδίου και την πνευματικότητα που το χαρακτηρίζει, θα πρέπει να αποφύγουμε πέντε παρανοήσεις σχετικά με τη νηστεία της Μεγάλης Σαρακοστής. Πρώτον, η νηστεία δεν προορίζεται αποκλειστικά για τους μοναχούς και τις μοναχές, αλλά επιβάλλεται σε όλους τους χριστιανούς. Πουθενά δεν αναφέρεται από τους Κανόνες είτε των Οικουμενικών είτε των Τοπικών Συνόδων ότι η νηστεία είναι μόνο για μοναχούς και όχι για τους λαϊκούς. Με τη χάρη του Βαπτίσματός τους, όλοι οι Χριστιανοί -είτε είναι παντρεμένοι είτε φέρουν το μοναχικό σχήμα- είναι φορείς του Σταυρού, ακολουθώντας το ίδιο πνευματικό μονοπάτι. Παρ’ ότι οι εξωτερικές συνθήκες εντός των οποίων πραγματώνουν την πίστη τους παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία, η ζωή, σε ό,τι άφορά την εσωτερική της φύση, παραμένει μία. Ακριβώς όπως ο μοναχός, με την εκούσια αυταπάρνησή του, αποβλέπει στο να αποδείξει την εγγενή καλοσύνη και ομορφιά της Δημιουργίας του Θεού, έτσι και κάθε παντρεμένος Χριστιανός υπηρετεί τον ίδιο ακριβώς σκοπό, όταν του ζητείται να γίνει κι αυτός, στο βαθμό που μπορεί, ένας ασκητής. Ο δρόμος της άρνησης και ο δρόμος της αποδοχής (των εγκοσμίων) είναι αλληλένδετοι, και κάθε χριστιανός καλείται να πορεύεται ταυτόχρονα και στους δυο.
Κατά δεύτερον, η νηστεία της Σαρακοστής δε θα πρέπει να παρερμηνευθεί κάτω από ένα Πελαγιανό πνεύμα. Αν τα κείμενα της Σαρακοστής κατ’ επανάληψη μας παρωθούν σε μεγαλύτερη ατομική προσπάθεια, αυτό δε θα πρέπει να θεωρηθεί ως υπαινιγμός ότι τάχα η πρόοδός μας εξαρτάται αποκλειστικά από την καλλιέργεια της δικής μας θέλησης. Αντιθέτως, καθετί που επιτυγχάνουμε κατά τη νηστεία της Σαρακοστής θα πρέπει να λογίζεται ως μία πηγαία δωρεά χάριτος από πλευράς του Θεού. Ο Μεγάλος Κανόνας του Αγίου Ανδρέα της Κρήτης δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία επ’ αυτού:»
«Οὐ δάκρυα, οὐδὲ μετάνοιαν ἔχω, οὐδὲ κατάνυξιν αὐτὸς μοὶ ταῦτα, Σωτήρ, ὡς Θεὸς δώρησαι».[13]
Το τρίτο στοιχείο είναι ότι η νηστεία μας δε θα πρέπει να είναι εγωκεντρική αλλά πειθαρχημένη. Όταν νηστεύουμε, δε χρειάζεται να επινοούμε ιδιαίτερους κανόνες για τον εαυτό μας, αλλά να ακολουθούμε όσο το δυνατόν πιο πιστά το καθιερωμένο πλαίσιο που ορίστηκε, πριν από εμάς, από την Ιερή Παράδοση. Αυτή η κοινή πρακτική, καθώς εκφράζει τη συλλογική συνείδηση των ανθρώπων του Θεού, κατέχει μία κρυμμένη σοφία και ισορροπία, στοιχεία που δεν μπορούν να βρεθούν σε καμία από τις ευφυείς μορφές στέρησης που σκαρώνει η φαντασία μας. Όταν η εφαρμογή των παραδοσιακών κανόνων φαντάζει ανέφικτη για την περίπτωσή μας, τότε καλό είναι να αναζητήσουμε την καθοδήγηση του πνευματικού μας πατέρα -όχι με σκοπό την εξασφάλιση από μέρους του μιας απαλλαγής κάτω από ένα νομικίστικο πνεύμα-, αλλά αποσκοπώντας να ανακαλύψουμε, ταπεινά και με τη βοήθειά του, ποιο είναι το θέλημα του Θεού για εμάς. Και πάνω απ’ όλα αν επιζητούμε για τον εαυτό μας μεγαλύτερη αυστηρότητα στη νηστεία, και όχι κάποια απλούστευση της προσπάθειας, να μην επιδοθούμε σε αυτό τον αγώνα, προτού λάβουμε την ευχή του πνευματικού μας. Ακριβώς τέτοια ήταν και η πρακτική της εκκλησιαστικής ζωής ήδη από τους πρώτους αιώνες:
Ο αββάς Αντώνιος έλεγε: «Γνωρίζω μοναχούς οι οποίοι έπεσαν ύστερα πολλούς κόπους και περιέπεσαν στην τρέλα, επειδή εμπιστεύθηκαν το δικό τους έργο και παραμέλησαν την εντολή που λέει : “Ἐπερώτησον τὸν πατέρα σου καὶ ἀναγγελεῖ σοι (Δευτερ. 32:7)”».
Και πάλι είπε: «Όσο είναι δυνατόν, για κάθε βήμα που κάνει ο μοναχός, για κάθε σταγόνα νερό που πίνει στο κελί του, πρέπει να συμβουλεύεται τους γέροντες, μήπως ο ίδιος κάνει κάποιο λάθος».[14]
Τα λόγια αυτά μπορούν να εφαρμοσθούν όχι μόνο από μοναχούς, μα και από ανθρώπους λαϊκούς, οι οποίοι ζουν στον «κόσμο», μολονότι αυτοί πιθανόν να οφείλουν μία λιγότερο αυστηρή υπακοή στον πνευματικό τους πατέρα. Αν η νηστεία μας γίνεται με αλαζονεία και σκόπιμη αδιαφορία, τότε αποκτά ένα διαβολικό χαρακτήρα και μας φέρνει πιο κοντά στο Σατανά παρά στον Θεό. Άλλωστε, ακριβώς επειδή μας καθιστά ευαίσθητους ως προς τις αλήθειες του πνευματικού κόσμου, η νηστεία μπορεί να μας βγάλει έξω από τον πραγματικό σκοπό μας, μια και υπάρχουν πνεύματα όχι μόνο καλά μα και διαβολικά.
Το τέταρτο σημείο που πρέπει να τονίσουμε είναι ότι, παρ’ όλο που μπορεί να φαντάζει παράδοξο, η Σαρακοστή δεν είναι μία περίοδος κατήφειας αλλά ευφροσύνης. Ασφαλώς και αληθεύει ότι η νηστεία οδηγεί τους ανθρώπους στη μεταμέλεια και τη θλίψη που πηγάζει από τη συνείδηση των αμαρτιών, όμως αυτή ακριβώς η νηστεία οδηγεί τους ανθρώπους στη μεταμέλεια και τη θλίψη που πηγάζει από τη συνείδηση των αμαρτιών, όμως αυτή ακριβώς η μελαγχολία της μετάνοιας αποτελεί, σύμφωνα με την παραστατική φράση του αγίου Ιωάννη της Κλίμακος, «μια λύπη που κυοφορεί τη χαρά».[15] Το Τριώδιο έχει τους λόγους του, όταν μιλά ταυτόχρονα για δάκρυα και ευτυχία μέσα σε μία πρόταση:
«Μετανοίας ὄμβροις μὲ καθάρας, νηστείᾳ καὶ δεήσει… ἐκλάμπρυνον…»[16]
Είναι πραγματικά αξιοσημείωτη η συχνότητα με την οποία τα θέματα της χαράς και του φωτός επανέρχονται στα κείμενα που αφορούν την πρώτη ημέρα της Σαρακοστής:
«Φαιδρῶς εἰσδεξώμεθα τῆς νηστείας τὴν εἴσοδον, πιστοὶ καὶ μὴ σκυθρωπάσωμεν…»
«Τὸν φωτεινὸν τῆς νηστείας ἐνδυθέντες χιτῶνα…»
«Τὴν πάνσεπτον ἐγκράτειαν ἐναρξώμεθα φαιδρῶς, ἀκτῖνας ἀπολάμποντες τῶν ἁγίων ἐντολῶν…»[17]
Θα πρέπει να τονιστεί ότι η περίοδος της Σαρακοστής δεν τοποθετείται χρονικά στο καταχείμωνο, όταν η φύση είναι παγωμένη και άγονη, αλλά την άνοιξη, τότε που τα πάντα επιστρέφουν στη ζωή. Η αγγλική λέξη lent είχε αρχικά τη σημασία «περίοδος της άνοιξης», ενώ σε ένα θεμελιώδες κείμενο του Τριωδίου η Μεγάλη Νηστεία περιγράφεται κατά ίδιο τρόπο ως «περίοδος της άνοιξης»:
«Ἀνέτειλε τὸ ἔαρ τῆς νηστείας, καὶ τὸ ἄνθος τῆς μετανοίας ἁγνίσωμεν οὖν ἑαυτοὺς ἀδελφοί, ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ, τῷ φωτοδότῃ ψάλλοντες εἴπωμεν δόξα Σοι, μόνε φιλάνθρωπε».[18]
Η Σαρακοστή συμβολίζει την άνοιξη και όχι το χειμώνα, το φως και όχι το σκοτάδι, την ανανεωμένη ζωντάνια και όχι το θάνατο. Ασφαλώς, περιλαμβάνει και μία πιο μελαγχολική πτυχή, με το επαναλαμβανόμενο γονάτισμα στις καθημερινές λειτουργίες, τα σκουρόχρωμα άμφια των ιερέων και τους ύμνους οι οποίοι ψάλλονται σε έναν τόνο που απηχεί για τον άνθρωπο τύψεις και εξάρτηση. Στη Χριστιανική Αυτοκρατορία του Βυζαντίου, κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής, τα θέατρα παρέμεναν κλειστά και τα δημόσια θεάματα απαγορεύονταν,[19] ενώ ακόμη και σήμερα δεν τελούνται γάμοι κατά τις επτά εβδομάδες της νηστείας.[20] Ωστόσο, αυτά τα στοιχεία αυστηρότητας δε θα πρέπει να μας απομακρύνουν από το γεγονός ότι η νηστεία δεν αποτελεί ένα φορτίο ή μία τιμωρία, αλλά ένα δώρο της χάρης του Θεού.
«Δεῦτε, λαοί, σήμερον ὑποδεξώμεθα, τῶν νηστειῶν τὸ χάρισμα, ὣς θεοδώρητον καιρὸν τῆς μετανοίας, ἐν ταύτῃ τὸν Σωτήρα ἱλεωσόμεθα».[21]
Πέμπτο και τελευταίο στοιχείο είναι ότι η εγκράτεια της Σαρακοστής σε καμιά περίπτωση δεν υποδηλώνει μία απόρριψη της Δημιουργίας του Θεού. Όπως διδάσκει ο απόστολος Παύλος, «οὐδὲν κοινὸν διʾ ἑαυτοῦ» (Ρωμ. 14:14). Όλα όσα δημιούργησε ο Θεός είναι «καλὰ λίαν», νηστεύοντας δεν αρνούμαστε αυτή την ενύπρακτη καλοσύνη, απλώς καταφάσκουμε εκ νέου σε αυτήν. «Πάντα μὲν καθαρὰ τοῖς καθαροῖς» (Τίτ. 1:15), και επομένως στο Μέγα Δείπνο, στη βασιλεία του Παραδείσου, δε θα υπάρχει καμία ανάγκη νηστείας και ασκητικής αυταπάρνησης. Όμως, ζώντας σε έναν πεπτωκότα κόσμο και υποφέροντας με τον τρόπο που υποφέρουμε από τις συνέπειες της αμαρτίας, τόσο της προπατορικής όσο και της ατομικής, δεν μπορούμε να είμαστε αγνοί, γι’ αυτό και χρειαζόμαστε τη νηστεία. Το κακό δεν κατοικεί στα κτιστά πράγματα καθεαυτά, αλλά στη στάση μας απέναντί τους, δηλαδή στη θέλησή μας. Ο σκοπός της νηστείας, συνεπώς, δεν είναι να αποκηρύξουμε τη Θεία Δημιουργία, αλλά να εξαγνίσουμε τη βούλησή μας. Κατά τη διάρκεια της νηστείας αντιστεκόμαστε στις σωματικές μας παρορμήσεις -π.χ. στην ενστικτώδη διάθεση για φαγητό και ποτό-, όχι διότι αυτές είναι από μόνες τους διαβολικές, αλλά γιατί έχουν διασαλευθεί λόγω της αμαρτίας και επιζητούν την κάθαρσή τους μέσα από την αυτοπειθαρχία Κάτω απ’ αυτό το πρίσμα, η νηστεία είναι ένας αγώνας όχι ενάντια στο αλλά υπέρ του. Σκοπός της είναι απαλλάξει το σώμα από κάθε εξωγενές μίασμα και να το καταστήσει πνευματικό. Αρνούμενοι καθετί αμαρτωλό που είναι δυνατόν να μολύνει τη θέλησή μας, δεν καταστρέφουμε το σώμα που δημιούργησε ο Θεός, αλλά το επαναφέρουμε στην αληθινή ισορροπία και ελευθερία του. Με τα λόγια του πατρός Σεργκέι «σκοτώνουμε τη σάρκα για να αποκτήσουμε ένα σώμα».
Ωστόσο, για να καταστήσουμε το σώμα μας πνευματικό, δεν απαιτείται να το εξαϋλώσουμε, να του στερήσουμε το χαρακτήρα του ως φυσικής οντότητας. Ο όρος «πνευματικό» δεν πρέπει να εξισωθεί με το μη υλικό, όπως επίσης και ο όρος «σαρκικό» δεν πρέπει να ταυτιστεί με το σωματικό. Όπως συχνά το εκφράζει ο απόστολος Παύλος, η «σάρκα» υποδηλώνει τον άνθρωπο στην ολότητά του, ψυχή και σώμα μαζί, καθώς πίπτει και χωρίζεται από τον Θεό· με τον ίδιο τρόπο, το «πνεύμα» υποδηλώνει και πάλι τον άνθρωπο καθ’ ολοκληρίαν, ψυχή και σώμα μαζί, καθώς απολυτρώνεται και θεοποιείται από τη χάρη. Συνεπώς, η ψυχή, ακριβώς όπως και το σώμα, μπορεί να καταστεί σαρκική ή πνευματική. Όταν ο απόστολος Παύλος απαριθμεί τα «ἔργα τῆς σαρκός» (Γαλ. 5:19-21), περιλαμβάνει σε αυτά πράγματα όπως η εξέγερση, η αίρεση και η ζηλοφθονία, τα οποία αφορούν περισσότερο την ψυχή παρά το σώμα. Άρα, στην προσπάθειά μας να κάνουμε το σώμα μας πνευματικό, η νηστεία της Σαρακοστής δεν έρχεται για να καταπιέσει τη σωματική πλευρά της ανθρώπινης φύσης μας, αλλά για να επαναφέρει την υλικότητά μας στον δρόμο που ο Θεός προόριζε γι’ αυτήν.
Αυτό είναι το πνεύμα, κάτω από το οποίο ερμηνεύουμε την εγκράτειά μας ως προς το φαγητό. Το ψωμί, το κρασί και οι διάφοροι καρποί της γης είναι δώρα του Θεού, τα οποία γευόμαστε με ευλάβεια και ευγνωμοσύνη. Αν η Ορθόδοξη Εκκλησία απέχει από το κρέας σε συγκεκριμένες περιστάσεις, ή κάποιες φορές εξακολουθητικά, αυτό δε σημαίνει ότι εκ πεποιθήσεως δέχεται μόνο τη χορτοφαγία ή ότι θεωρεί την κατανάλωσή του αμαρτία. Και αν κάποια στιγμή απέχουμε από το κρασί, δε σημαίνει πως τασσόμαστε εναντίον του αλκοόλ. Δε νηστεύουμε επειδή θεωρούμε τη βρώση επαίσχυντη, αλλά προκειμένου να καταστήσουμε αυτή την ενέργεια πνευματική, θυσιαστική και ευχαριστιακή – όχι πια μία παραχώρηση στην απληστία αλλά ένα μέσο κοινωνίας με τον Θεό, ο οποίος άλλωστε μας τη χαρίζει. Η νηστεία όχι απλώς δε μας κάνει να αντιλαμβανόμαστε το φαγητό ως μίασμα, αλλά έχει το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα. Κι αυτό, γιατί μόνο αυτοί που έχουν μάθει να ελέγχουν τις ορέξεις μέσα από την αποχή, μπορούν να εκτιμήσουν πλήρως τη δόξα και την ομορφιά όσων ο Θεός μας δώρισε. Σε κάποιον που παρέμεινε νηστικός για ένα εικοσιτετράωρο, μια ελιά μπορεί να φαντάζει πεντανόστιμη. Μία φέτα πλήρες τυρί ή ένα «σφιχτό» αβγό ποτέ δεν έχουν πιο ωραία γεύση απ’ ότι το πρωί του Πάσχα, μετά από επτά εβδομάδες νηστείας.
Αυτοί που νηστεύουν, δεν αποκηρύσσουν τα υλικά πράγματα, αλλά αντιθέτως συμβάλλουν στην κάθαρσή τους. Εκπληρώνουν την κλήση που επιφυλάσσει στους υιούς του Θεού ο απόστολος Παύλος: «Ἡ γὰρ ἀποκαραδοκία τῆς κτίσεως τὴν ἀποκάλυψιν τῶν υἱῶν τοῦ Θεοῦ ἀπεκδέχεται. Tῇ γὰρ ματαιότητι ἡ κτίσις ὑπετάγη οὐχ ἑκοῦσα ἀλλὰ διὰ τὸν ὑποτάξαντα, ἐπ᾿ ἐλπίδι ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ κτίσις ἐλευθερωθήσεται ἀπὸ τῆς δουλείας, τῆς φθορᾶς, εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ. Οἴδαμεν γὰρ ὅτι πᾶσα ἡ κτίσις συστενάζει καὶ συνωδίνει ἄχρι τοῦ νῦν» (Ρωμ. 8:19-22). Έχοντας ως μέσο τη νηστεία της Σαρακοστής, επιζητούμε, με τη βοήθεια του Θεού, να εξασκήσουμε αυτή την κλήση μας ως ιερέων της Δημιουργίας, αποκαθιστώντας τα πάντα στο πρωταρχικό τους μεγαλείο. Η ασκητική αυτοπειθαρχία, επομένως, συμβολίζει μία απόρριψη του κόσμου, μόνο στον βαθμό που έχει διαφθαρεί από την πτώση, και υποδηλώνει μία άρνηση του σώματος, μόνο στο μέτρο που αυτό κυριαρχείται από αμαρτωλά πάθη. Η λαγνεία εξορίζει την αγάπη: όσο «λιμπιζόμαστε» άλλα πρόσωπα και άλλα πράγματα, τόσο δε θα μπορούμε να τα αγαπήσουμε αληθινά. Η νηστεία, ελευθερώνοντάς μας από έναν τέτοιο πόθο, μας καθιστά ικανούς να γευτούμε την αληθινή αγάπη. Καθώς πια δε θα χειραγωγούμαστε από την εγωιστική επιθυμία να εξουσιάζουμε και να εκμεταλλευόμαστε, θα αρχίσουμε πια να βλέπουμε τον κόσμο με τα μάτια του Αδάμ στον Παράδεισο. Η αυταπάρνησή μας είναι το μέσο που οδηγεί στην αυτοεπιβεβαίωσή μας. Είναι ο δικός μας τρόπος για να εισέλθουμε στην κοσμική ιερουργία, δια της οποία όλα τα κτιστά, ορατά και αόρατα, δοξάζουν τον Δημιουργό τους.[22]
Κάλλιστος Ware, Καθ’ οδόν, 1η έκδ., Αθήνα, Ακρίτας, 2010