Χριστιανικές Σκέψεις
xristianikesskepseis@gmail.com
Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026
«τέκνον μου, ἅ ἤκουσας παρ’ ἐμοῦ διά πολλῶν μαρτύρων, ταῦτα παράθου πιστοῖς ἀνθρώποις»
Κουρασμένοι οἱ νεοέλληνες ἀπό ἄλλους τρόπους ζωῆς, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἀπογοητευμένοι ἀπό τίς ἱδεολογίες καί τόν τρόπο ζωῆς, πού μαστίζουν τίς σύγχρονες κοινωνίες καί ἀπονεκρώνουν κάθε διαπροσωπική σχέση, ἀναζητοῦν μέ πολύ πόθο τήν παράδοση, πού βιώθηκε χρόνια τώρα στόν τόπο αὐτό. Πιστεύουν πολλοί πώς βρίσκοντας τήν αὐτοσυνειδησία τους θά συναντήσουν τήν ἐσωτερική εἰρήνη καί τήν ἠρεμία. Ἀλλά αὐτή ἡ παράδοση πού βιώθηκε στόν χῶρο αὐτό, εἶναι ζυμωμένη καί συνδέεται στενά μέ τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση. Γι’αὐτό ἀπό διαφόρους ἀναζητητές γίνεται μεγάλη προσπάθεια, γιά νά βρεθεῖ αὐτή ἡ Ὀρθόδοξη αὐτοσυνειδησία, πού ἐπηρέασε στό παρελθόν τήν ζωή τῶν πατέρων μας.
Παρατηρώντας τό χωρίο πού προτάξαμε τῆς σημερινῆς ὁμιλίας βλέπουμε ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος Τιμόθεος προτρέπεται ἀπό τόν Ἀπόστολο Παῦλο, τόν Πνευματικό του Πατέρα, νά παραδώσει σέ πιστούς ἀνθρώπους αὐτά πού ἄκουσε ἀπό τόν ἴδιο τόν Ἀπόστολο καί τά ὁποῖα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τά παρέλαβε ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση δέν εἶναι ἀνθρώπινος λόγος καί στοχασμός, ἀλλά ἀποκάλυψη τοῦ Θεανθρώπου, πού δόθηκε στούς Ἁγίους σύμφωνα μέ τόν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Ἰούδα:«...ἐπαγωνίζεσθαι τῇ ἅπαξ παραδοθείσῃ τοῖς ἁγίοις πίστει» (Ἰούδα, 3) καί παραμένει στήν Ἐκκλησία, ὡς ἀτίμητος θησαυρός. Ἀκόμη, ὅτι αὐτή ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση παραδίδεται ἀπό τούς ἁγίους σέ πιστούς ἀνθρώπους. Αὐτή, ὅμως, ἡ παράδοση καί παραλαβή δέν εἶναι μηχανική κάι διδασκαλική, ἀλλά μυστηριακή. Δηλ. προϋποθέτει μιά γέννηση. Ὁ Τιμόθεος ἐγεννήθη ὑπό τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ἔγινε «τέκνον» πνευματικό καί παρέλαβε τήν ζωή. Στή Χειροτονία τοῦ Πρεσβυτέρου ὁ Ἐπίσκοπος παραδίδει στόν χειροτονηθέντα ὄχι ἁπλῶς διδασκαλία, ἀλλά τόν Χριστόν, λέγοντας «λάβε τήν παρακαταθήκην ταύτην». Ἔτσι, εἴτε λέμε Ὀρθόδοξη Παράδοση εἴτε παραδεδομένη πίστη, εἴτε ἡ παράδοση χαρακτηρίζεται ὡς ἀποστολική, πατερική, ἐκκλησιαστική εἶναι ἕνα καί τό αὐτό.
Μέ ὅλα ὅσα ἐλέχθησαν γίνεται φανερό ὅτι φορεύς τῆς Παραδόσεως εἶναι ἡ Ἐκκλησία καί ὅτι οἱ ἅγιοι, ὡς πραγματικά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι φορεῖς αὐτῆς τῆς ζωντανῆς παραδόσεως. Αὐτοί παραλαμβάνουν σωστά καί ἔπειτα παραδίδουν σωστά αὐτή τήν θεολογία.
Τά ἱερά λόγια, μέ τά ὁποῖα μᾶς παραδίδεται ἀπό τούς ἁγίους ἡ Παράδοση εἶναι ἡ Ἁγία Γραφή, τά ἔργα τῶν ἁγίων Πατέρων, οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων, τά Μυστήρια, ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας. Ἔργα ἀκόμη τῆς Παραδόσεως ἤ ἐκφράσεις της εἶναι οἱ λειτουργικές τέχνες, ἡ ἁγιογραφία, ἡ Βυζαντινή μουσική κ.λ.π. Γι’ αὐτό ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι σεβόμαστε αὐτές τίς ἐκφράσεις τῆς Παραδόσεως, γιατί παραδόθηκαν ἀπό τούς ἁγίους. Ὅμως, δέν αὐτονομοῦνται, δέν ξεχωρίζονται ἀπό τήν Ἐκκλησία, οὔτε ἀπολυτοποιοῦνται.
Μέ ὅλα αὐτά δέν ξεχνοῦμε, ὅτι σήμερα ἑορτάζει ὁ Ἅγιος Χαράλαμπος, ὁ δέ ἀπόστολος πού διαβάστηκε στήν θεία Λειτουργία εἶναι τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς ἑορτῆς του. Πράγματι, ὁ Ἅγιος Χαράλαμπος ἦταν φορεύς τῆς Παραδόσεως. Ἡ γνησιότητά του φαίνεται στήν μεγάλη του ἀγάπη πρός τόν Χριστό, πού τήν φανερώνει μέ τήν ζωή του καί τήν ἀγάπη πρός τούς ἐχθρούς του, οἱ ὁποῖοι ὡς ἄνθρωποι δέν παύουν νά εἶναι εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ. Ἀκριβῶς αὐτό δείχνει ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση παραδίδεται μέ αἷμα, μέ μαρτύριο καί ἀκόμη ἐκφράζεται καί μεταδίδεται μέ τήν ἀγάπη. Ἔξω ἀπό τό αἷμα καί τήν ἀγάπη δέν ὑπάρχει Ὀρθόδοξη Παράδοση, ἀλλά ἀνθρώπινη ἀλύτρωτη «παράδοση», ἐντάλματα ἀνθρώπων πού δέν βοηθοῦν, οὔτε σώζουν.
Ἄς ἐργαζώμεθα, λοιπόν, μέσα στήν Ἐκκλησία μας γιά νά γίνωμε συνειδητοί πιστοί, γνήσιοι φορεῖς τῆς ὀρθόδοξης Παράδοσής μας. ΑΜΗΝ!
Η θαυματουργική πίστις του +Σεβασμιωτάτου πρώην Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου
Σ' αυτό το κήρυγμα, αγαπητοί, θα μιλήσουμε για κάποιο μεγάλο μάρτυρα της πίστεως μας, πού φέρνει στη μνήμη μας τα αγιασμένα -μέρη της Μικράς Ασίας, έχει οπού επί αιώνες μέχρι το 1922 υπήρχε ένας ολόκληρος χριστιανικός κόσμος.
Μικρά Ασία, αλησμόνητη χώρα! Όπου κι αν σκάψη κανείς, θα βρη κόκκαλα ηρώων, λείψανα αγίων, σταυρούς και εικονίσματα και ερείπια από εκκλησιές και μοναστήρια. Όλα τώρα έχουν χαθή και όσοι κατάγονται από τα μέρη αυτά κι ήρθαν στην Ελλάδα, με συγκίνησι θυμούνται τις χαμένες πατρίδες, πού γέννησαν τόσους ήρωες και μάρτυρες όσους καμμιά άλλη χριστιανική χώρα. Ένας από τους μάρτυρες αυτούς είναι κι ο άγιος Χαράλαμπος, που τον γιορτάζουμε στις 10 Φεβρουαρίου. Γι΄ αυτόν θα μιλήσουμε, γιατί ο βίος του δείχνει, πόσο μεγάλη είναι η δύναμις της πίστεως που διδάσκει το Ευαγγέλιο.
* * *
Ο άγιος Χαράλαμπος έζησε τον 2ο μΧ αιώνα. Γεννήθηκε σε μια πόλι της Μικοάς Ασίας, την Μαγνησία, που δεν απέχει πολύ απ' την πολύκλαυστη Σμύρνη. Οι χριστιανοί της πόλεως εκτίμησαν τον άγιο Χαράλαμπο για τον αγνό του χαρακτήρα και τη μεγάλη του πίστι και τον εξέλεξαν ιερέα. Ο κόσμος σήμερα ακούει τη λέξι «ιερεύς» και δεν δίνει καμμιά σημασία. «Παπάς», σου λέει ο άλλος. Και τα παιδιά ακούγοντας τους μεγάλους να μιλούν περιφρονητικά για τους ιερείς δεν θέλουν να γίνουν ιερείς όταν μεγαλώσουν, και ο ιερεύς υστέρα από μερικά χρόνια θα είναι κάτι σπάνιο. Γι΄ αύτη την περιφρόνησι προς την ιερωσύνη φταίνε βέβαια και μερικοί ανάξιοι ιερείς, πού δεν τιμούν την ιερή τους αποστολή. Άλλ' ο άγιος Χαράλαμπος δεν ήταν ένας από τους συνηθισμένους παπάδες, ήταν ιερεύς πού είχε συναίσθησι της αποστολής του. Λειτουργούσε και έκλαιγε από συγκίνησι. Κήρυττε το λόγο του Θεού και έκανε τις πιο ψυχρές καρδιές να συγκινούνται και ν' αγαπούν το Χριστό. Αγαπούσε τους φτωχούς και τους αρρώστους και επισκεπτόταν τα σπίτια των χριστιανών και συμβούλευε όλους, μικρούς και μεγάλους, να μένουν πιστοί στο Χριστό.
Τον ιερέα Χαράλαμπο τον αγαπούσαν και τον εκτιμούσαν όλοι. Ήταν με τα λόγια του και με τη ζωή του ένα δυνατό φως, πού φώτιζε όχι μονάχα τους χριστιανούς της πόλεως της Μαγνησίας, αλλά η λάμψις του έφθανε ακόμα μακρύτερα. Άλλα το φως αυτό δεν ήταν ευχάριστο στους ανθρώπους πού ζούσαν μέσ' στην αισχρή ειδωλολατρία. Και οι ειδωλολάτρες δεν ήταν λίγοι, ήταν πολλοί τότε, κι είχαν μαζί τους και το κράτος.
Την εποχή εκείνη αυτοκράτορας έγινε ένας, πού μισούσε τους χριστιανούς και αποφάσισε να τους καταδίωξη με όλη τη δύναμι πού είχε. Ωνομαζόταν Σεπτίμιος Σεβήρος. Αντιπρόσωπος του αυτοκράτορα στα μέρη της Μικράς Ασίας, σαν να πούμε νομάρχης, ήταν ένας πού λεγόταν Λουκιανός. Ήταν κι' αυτός άγριος διώκτης των χριστιανών, όπως και ο αυτοκράτορας. Αυτός έδωσε διαταγή να συλλάβουν τον άγιο και να τον φέρουν μπροστά του. Ο άγιος Χαράλαμπος ήταν πια πολύ γέρος. Ήταν 113 χρονών. Κι όμως, παρά τα βαθειά γεράματα, δεν έπαυε να λειτουργή και να εξυπηρετή το λαό. Δεν ίσχυε, βλέπετε, στην Εκκλησία τότε ο σημερινός νόμος του κράτους, πού υποχρεώνει τον παπά να φεύγη από την υπηρεσία του στα 75 χρόνια. Αυτό δεν είναι σύμφωνο με τους ιερούς Κανόνας. Ο ιερεύς, εφ' όσον αισθάνεται τον εαυτό του καλά, πρέπει να μένη στη θέσι του και στα βαθειά γεράματα του. Ένας γέρος παπάς με άσπρα μαλλιά είναι στην ενορία του πολύ σεβαστός και τα λόγια του ακούγονται με μεγάλη προσοχή, σαν μια φωνή πού προέρχεται από την αιωνιότητα.
Γέρος 113 χρονών ήταν ο άγιος Χαράλαμπος, αλλά μέσα στο γεροντικό αυτό κορμί υπήρχε μια καρδιά πού δεν γερνούσε από το χρόνο, μια καρδιά που ήταν πάντα νέα. Έτσι είναι αυτός πού πιστεύει, στο Χριστό, και όταν ακόμη γεράση, δεν χάνει τον ενθουσιασμό του' είναι πάντα νέος.
Ο τύραννος Λουκιανός νόμιζε πώς ένα γέρο άνθρωπο ήταν εύκολο να τον κάμη να λυγίση, ν' αρνηθή το Χριστό και να προσκύνηση τα είδωλα. Οι γέροι αγαπούν πολύ τη ζωή και τρέμουν το θάνατο και κάνουν τα πάντα για να προσθέσουν στη ζωή τους μερικές μέρες. Μα ο άγιος Χαράλαμπος δεν φοβόταν το θάνατο. Ήταν στην πίστι βράχος. Τίποτα δεν μπορούσε να τον κλονίση. Τα λόγια, που του έλεγε ο τύραννος για ν' αρνηθή το Χριστό, έκαναν τον άγιο Χαράλαμπο πιο αποφασιστικό και θαρραλέο. Η ανησυχία μέσα του μεγάλωνε. Απαντούσε με παρρησία. Εγώ, έλεγε στον τύραννο, τόσα χρόνια υπηρετώ το Χριστό και δεν τον αρνήθηκα ποτέ, και τώρα στα γεράματα μου, πού από ώρα σε ώρα περιμένω το θάνατο, να τον αρνηθώ ; Ποτέ! Ο θάνατος θα με φέρη κοντά στο Χριστό.
Ο τύραννος εξωργίστηκε απ' την ηρωική αντίστασι του αγίου και διέταξε φοβερό μαρτύριο' διέταξε να γδάρουν τον άγιο Χαράλαμπο ζωντανό. Ανατριχιάζει κανείς ακούγοντας ένα τέτοιο μαρτύριο. Αλλ' ο άγιος δεν τρόμαζε. Η καρδιά του ήταν δοσμένη στο Χριστό και ο Χριστός του έδωσε δύναμι να νικήση τον πειρασμό αυτό και να θριάμβευση. Μόλις οι στρατιώτες άρχισαν το φοβερό μαρτύριο, ο άγιος με τη θερμή του προσευχή έκαμε θαύμα και τα χέρια των στρατιωτών σταμάτησαν, και ο τύραννος φοβήθηκε, και ο άγιος απ' το μαρτύριο αυτό βγήκε πιο λαμπρός και με μεγαλύτερη δύναμι κήρυττε το Χριστό. Η φήμη του ξάπλωσε παντού. Ω τί μπορεί να κάμη ένας άγιος ιερεύς, σαν τον άγιο Χαράλαμπο!
Η φήμη του αγίου έφθασε μέχρι τα ανάκτορα, και όταν ο αυτοκράτορας περιώδευε την Ανατολή και πήγε στην Αντιόχεια, διέταξε να φέρουν μπροστά του τον άγιο. Για δεύτερη φορά ο άγιος Χαράλαμπος ανακρίνεται' ανακρίνεται απ' τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Αλλά και για δεύτερη φορά ομολογεί την πίστι του. Ο αυτοκράτορας αγρίεψε και διέταξε να τον βασανίσουν και τέλος να τον αποκεφαλίσουν. Ο άγιος έδειξε τόση καρτερία στο μαρτύριο του, ώστε τρεις στρατιώτες απ' τους δήμιους του, άπιστοι μέχρι την ώρα εκείνη, αρνήθηκαν να εκτελέσουν τη διαταγή του βασιλιά και φώναξαν: Είμαστε κι' εμείς χριστιανοί. Άλλα και αύτη η κόρη του, Γαλήνη, βλέποντας τα θαύματα του αγίου πίστεψε στο Χριστό. Και άλλοι ακόμα, ειδωλολάτρες, άνδρες και γυναίκες, μαζί με την κόρη του βασιλιά ομολόγησαν την πίστι τους και μαρτύρησαν μαζί με τον άγιο.
Αγαπητοί μου! Όσοι διαβάζουν τους βίους των αγίων και βλέπουν τι μαρτύρια υπέφεραν για το Χριστό, απορούνε που εύρισκαν τη δύναμι αύτη. Άλλα στην απορία αύτη άπαντα το Ευαγγέλιο. Μας διηγείται ότι μια κόρη, πού ήταν δαιμονισμένη και καμμιά δύναμις δεν μπορούσε να την θεραπεύση, ξαφνικά έγινε καλά. Πώς; Η μάνα της παρακάλεσε το Χριστό να κάμη καλά την κόρη της, τον παρακάλεσε με πίστι μεγάλη, και ο Χριστός άκουσε την παράκλησι της μάνας και μια δύναμις αόρατη, η δύναμις του Χριστού, έδιωξε απ' την ψυχή της κόρης όλα τα δαιμόνια. Αυτή η πίστις στο Χριστό είναι εκείνη που έδωσε δύναμι στον άγιο Χαράλαμπο να διώχνη δαιμόνια, να γιατρεύη άρρωστους, να κάνη θαύματα και, το πιο σπουδαίο, να υποφέρη όλα τα φοβερά μαρτύρια και μέχρι την τελευταία του αναπνοή να ομολογή την πίστι του. Αυτή η πίστις μέχρι σήμερα δίνει δύναμι σ' όσους πιστεύουν να νικούν τους πειρασμούς, τους διωγμούς και τα μαρτύρια και με παρρησία παντού να ομολογούν την Ορθοδοξία. Στον καθένα απ' αυτούς, παλαιούς και νέους μάρτυρες, ταιριάζει ο λόγος που είπε ο Χριστός στη γυναίκα: «Ω γύναι, μεγάλη σου η πίστις! γενηθήτω σοι ως θέλεις» (Ματθ. 15, 2θ). Ω μάρτυρες, μεγάλη η πίστις σας! Σας παρακαλούμε δεηθήτε στον Κύριο για να δώση και σ' εμάς την πίστι τη δική σας.
Τα της Πίστεως κατορθώματα
Όταν μελετάμε τις διηγήσεις των μαρτυρίων που με καρτερικότητα υπέμειναν οι άγιοι Μάρτυρες της Αγίας μας Εκκλησίας δύο κυρίως πράγματα μας προξενούν την μεγαλύτερη έκπληξη: η ακράδαντη πίστη τους στον Θεό και η άκαμπτη γενναιότητα απέναντι στα ποικίλα βασανιστήρια που μηχανεύονταν τα πολυμήχανα μυαλά των διωκτών του Χριστιανισμού. Ίσως κανείς προτάξει την νεότητα και το ενθουσιώδες του χαρακτήρα που την διακρίνει, ως αιτία αυτής της σθεναρής στάσεως των, νέων συνήθως, Μαρτύρων. Όμως το παράδειγμα αγίων όπως του Αγίου Χαραλάμπους, που τιμάμε την μνήμη του στις 10 Φεβρουαρίου, διαψεύδει κάθε τέτοια θεωρία.
Ο έπαρχος της Μαγνησίας (της Μ. Ασίας) Λουκιανός, όταν κήρυξε τον διωγμό του κατά των Χριστιανών το 202 μ.Χ., θέλησε στο πρόσωπο του Ιερέα Χαραλάμπους να καταφέρει ένα καίριο όσο και εύκολο –όπως τουλάχιστον νόμιζε- πλήγμα στους πιστούς της περιοχής. Εύκολο, διότι ο υπεραιωνόβιος πρεσβύτης, που έφερε πάνω του το βάρος εκατόν δέκα τριών ετών, στη δύση πλέον του βίου του δεν θα παρουσίαζε μεγάλη αντίσταση καίριο δε επειδή η υποχώρηση του ηγέτη της τοπικής εκκλησίας θα εξασθενούσε και τις αντιστάσεις όλων των μελών της. Η αλήθεια είναι πως ένας νέος άνθρωπος αψηφά πολύ εύκολα τη ζωή του, αντίθετα ο ηλικιωμένος αισθανόμενος το τέρμα της επιγείου ζωής επιθυμεί κάθε δυνατή παράταση.
Αυτά σκεπτόμενος ο Λουκιανός, και σε εφαρμογή σχετικού αυτοκρατορικού διατάγματος διωγμού των Χριστιανών, κάλεσε τον Γέροντα Ιερέα ενώπιόν του και του ζήτησε να αρνηθεί τον Θεό που επί τόσα πολλά χρόνια υπηρετούσε. Η άρνηση του Αγίου σηματοδοτεί και την έναρξη των βασανιστηρίων. Η απόφαση είναι σκληρή: δύο πανίσχυροι δήμιοι με σιδερένιες χειράγρες που καταλήγουν σε σουβλερά νύχια αναλαμβάνουν να γδάρουν ζωντανό τον Άγιο. Του γδέρνουν πρώτα το κεφάλι και συνεχίζουν στο μεγαλύτερο μέρος του σώματός του. Η υπομονή όμως και η καρτερικότητα του Αγίου Χαραλάμπους μεταστρέφει τις σκληρές καρδιές τους και τους κάνει να ομολογήσουν τον αληθινό Θεό. Ο Βάπτος και ο Πορφύριος (οι δήμιοι) και τρεις ακόμα χριστιανές αποκεφαλίστηκαν, και το έργο του βασανισμού ανέλαβε ο δούκας Λούκιος. Μόλις όμως επεχείρησε κατά του μάρτυρος, κοπήκανε τα χέρια του από τους αγκώνες κι έμειναν κρεμασμένα πάνω στο καταματωμένο κορμί του Αγίου. Ο Λουκιανός, ύστερα από αυτό το θαυμαστό γεγονός και από τον προσωπικό του συνετισμό –διότι όταν έφτυσε περιφρονητικά τον Άγιο στράφηκε το κεφάλι του ανάποδα και παρέμεινε κοιτώντας προς την πλάτη- αναγκάστηκε να αφήσει ελεύθερο τον Άγιο, ο οποίος παρά τους ιατρικούς όρους, αφού το περισσότερο δέρμα του είχε εκδαρεί, συνέχισε να ζει.
Νέος όμως γύρος μαρτυρίων αναμένει τον Άγιο Χαράλαμπο. Αυτή την φορά ενώπιον του ίδιου του αυτοκράτορα Σεβήρου, που περιοδεύοντας την αυτοκρατορία είχε σταθμεύσει στην γειτονική Αντιόχεια της Πισιδίας. Του καρφώνουν καρφιά στα πλευρά, τον σουβλίζουν στο στήθος, τον ρίχνουν στην πυρά, τον λιθοβολούν, κι όμως ο Μάρτυς δεν λυγίζει! Συνεχίζει με το μαρτύριό του να προσελκύει όλο και περισσότερες ψυχές στον Χριστό, μέχρι και την κόρη του αυτοκράτορα, Γαλήνη. Τελικά καταδικάζεται σε αποκεφαλισμό, παραδίδει όμως την αγία ψυχή του στον Κύριο πριν την εκτέλεση αυτής της τελευταίας αποφάσεως.
Πολλοί, ακόμα και σήμερα, αδυνατούν να κατανοήσουν την τόσο πεισματική εμμονή των μαρτύρων και την ανυποχώρητη στάση τους μπροστά στα βασανιστήρια, φτάνουν δε στο ακρότατο σημείο να θεωρούν αυτήν την κατάσταση ως μια έκφραση ακραίου μαζοχισμού, μίσους και περιφρόνησης προς το ανθρώπινο σώμα. Ακόμα όμως και αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, δεν δικαιολογείται η τόσο μεγάλη καρτερικότητα στον πόνο, ούτε βέβαια οι θαυματουργικές οπωσδήποτε διασώσεις και επιβιώσεις από αυτά τα φρικτά, θανατηφόρα βασανιστήρια.
Το θέμα όμως, αν θέλετε, δεν είναι πώς θα αντέξει κανείς στο μαρτύριο, αλλά αν παίρνει ολόψυχα την γενναία απόφαση να μαρτυρήσει για τον Χριστό, αν έχει μέσα του αυτή την μεγάλη Πίστη, την μικρή «ως κόκκον σινάπεως», που του επιβάλλει να μην εγκαταλείψει ούτε για μια στιγμή τον Κύριο και Θεό, αν έχει γευτεί έστω και για λίγο την γλυκύτητα της ζωής και της εν Χριστώ κοινωνίας που του υπαγορεύει την αναζήτηση της αληθινής ευφροσύνης κι ευτυχίας. Διότι όταν υπάρχει η πίστη, ως βίωμα φυσικά, ως τρόπος ζωής και όχι ως θεωρητικό σχήμα ή συναισθηματική κατάσταση, τότε αυτή υπερισχύει πάνω από κάθε αίσθηση και συναίσθημα, πέρα από την πεπερασμένη λογική του ανθρώπινου πνεύματος, έξω από τη σφαίρα των φυσικών νόμων και της συνήθους πραγματικότητας. Έτσι δεν υφίσταται για τον Χριστιανό το ψευδοδίλλημα Χριστός ή επίγεια ζωή, όπως άλλωστε το διατυπώνει και ο Απόστολος Παύλος: «εμοί το ζην Χριστός και το αποθανείν κέρδος εστί». Κάτω από αυτό το πρίσμα το μαρτύριο αποτελεί οδό σωτηρίας και κατά Θεόν τελειώσεως, πρόσκαιρο βάσανο μη συγκρινόμενο με την αιώνια χαρά, γι αυτό και δεν αποφεύγεται.
Το γεγονός ότι δεν υπάρχει σήμερα η απειλή των διωγμών δεν σημαίνει πως έχει εκλείψει και η ανάγκη για μαρτυρία της Πίστεως στον Κύριο Ιησού Χριστό και την Αγία Του Εκκλησία. Απεναντίας, ο κατακλυσμός των ιδεών και των διαφόρων θρησκευτικοκοινωνικών ρευμάτων επιβάλλουν μια τέτοια στάση και έκφραση. Επιπλέον δε, η διάθεση να δώσουμε την δική μας, την Ορθόδοξη μαρτυρία στον κόσμο και η σθεναρότητα με την οποία υπερασπιζόμαστε τα πιστεύω μας, αποτελούν και απόδειξη της γνησιότητας και του βάθους της Πίστεώς μας. Αλίμονο αν αισθήματα ντροπής, φοβίας, κατωτερότητας, βίας αν θέλετε, μας ωθήσουν σε μια παθητική στάση ανεκτικότητας και ηττοπάθειας: αυτόματα θα σημαίνει έλλειμμα Πίστεως, απουσία βιώματος εν Χριστώ, συμβατική άνευ νοήματος θρησκεία, πνευματικό θάνατο…
«Παραμύθιον ασφαλές»
Του Σεβ. Μητροπολίτου Καστορίας κ.κ. Σεραφείμ
Η μνήμη του Αγίου ενδόξου Ιερομάρτυρος Χαραλάμπους του θαυματουργού, του οποίου η πάντιμος κάρα φυλάσσεται ως δώρον ουράνιον και θησαυρός πολύτιμος «υπέρ χρυσίον και τοπάζιον» στην Ιερά Μονή Αγίου Στεφάνου Μετεώρων, μας παρέχει μία ἐξαιρετική ευκαιρία να ανατρέξουμε στα πολύτιμα συγγράμματα των θεοφόρων Πατέρων και απλανών διδασκάλων της πίστεώς μας, προκειμένου να πληροφορηθούμε για την παρουσία των ιερών λειψάνων στην Oρθόδοξη Εκκλησία μας.
Μάλιστα, στα έντυπα Μηναία, η Ακολουθία του Αγίου Χαραλάμπους, η οποία είναι ποίημα του Γεωργίου Χρυσογόνου του Τραπεζουντίου 1, αναφέρεται κυρίως στην παρουσία της τιμίας κάρας του Αγίου Χαραλάμπους η οποία βρύει «τα των ιάσεων ρείθρα εκδιώκουσα την λοιμικήν νόσον της πανώλους». Ψάλλει δε χαρακτηριστικά ο ιερός υμνογράφος : «Αβρύνεται σήμερον Ελλάς, πάσα η χριστεπώνυμος· κάραν την σην γαρ εκτήσατο, ως κρήνην βρύουσαν, ιαμάτων ρείθρα, και πλούτον αδάπανον, και χάριν κενουμένην μηδέποτε, νόσους τ’ ελαύνουσαν, λοιμικήν τε την πολύφθορον, εξ ανθρώπων των μακαριζόντων σε» 2.
Α. Τι είναι τα Ιερά Λείψανα των Αγίων μας;
Είναι μια μεγάλη ευλογία κι ένα ουράνιο δώρο που χάρισε ο Θεός στο ανθρώπινο γένος. Όπως οι Άγιοι έδωσαν στο Θεό την ψυχή τους προκειμένου να γίνει κατοικητήριο του Παναγίου Πνεύματος, αλλά και το σώμα τους εν συνεχεία ώστε να γίνει και αυτό «ναός του εν υμίν Αγίου Πνεύματος»3 , έτσι και ο Θεός χαρίζει στον περιούσιο λαό Του ως ενίσχυση και μέγιστη παρηγορία τα σώματα των Αγίων για να διεγείρουν το φρόνημα του ανθρώπου, ώστε αγαπητικά να στρέφεται προς το Θεό και να μιμείται τις μορφές των Αγίων. Λέγει χαρακτηριστικά ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος στο λόγο του στον μακάριο Βαβύλα, Επίσκοπο Αντιοχείας : «Μετά τη δύναμη του θείου λόγου, τη δεύτερη θέση έχουν οι τάφοι των αγίων στο να διεγείρουν σε ίσο ζήλο προς αυτούς τις ψυχές εκείνων που τους βλέπουν… Έπειτα αυτός που δέχεται την επίδραση, φεύγει από εκεί γεμάτος από μεγάλο ζήλο και μεταμορφωμένος εσωτερικά σε άλλο άνθρωπο… Πολλές φορές η θέα μόνον ενός ενδύματος αυτών που έφυγαν απ’ αυτόν τον κόσμο και η ανάμνηση ενός λόγου τους, είναι ικανά να διεγείρουν την ψυχή και να ξυπνήσουν το μνημονικό, που έχει απορροφηθεί από άλλες έννοιες»4 .
Πλέκοντας, ακόμη, το εγκώμιο στον Άγιο Μάρτυρα Ιουλιανό συμπληρώνει πως τα Λείψανα των Αγίων είναι θησαυρός μυρίων αγαθών για τον άνθρωπο : «…μας έδωσε αυτήν την αγία κιβωτό, το σώμα του μάρτυρα, και αυτήν την έχομε μέχρι τη σημερινή ημέρα ως θησαυρό μυρίων αγαθών… Εάν κάποιος βλέποντας αιματοβαμμένα όπλα αγωνιστή… κι αν ακόμα είναι ο νωθρότερος από όλους, αμέσως κυριεύεται από ενθουσιασμό και γίνεται θερμότερος και ορμά προς τον πόλεμο… Γι’ αυτό μας εμπιστεύτηκε ο Θεός τα σώματα των αγίων μέχρι τον καιρό της αναστάσεως, για να έχομε αφορμή μεγίστης αρετής»5 . Αναφερόμενος, επίσης, στη θαυματουργική και ιαματική δύναμη των χαριτοβρύτων Ιερών Λειψάνων και στη μεγάλη ευλογία που παρέχουν σ’ εκείνους που με ευλάβεια και πίστη προστρέχουν στην πρεσβεία των Αγίων, λέγει χαρακτηριστικά : «Πόσοι λοιπόν, από τότε που φυτεύτηκε το σώμα αυτό (του Αγίου Μάρτυρος Ιουλιανού) στη γη, τρύγησαν άπειρες θεραπείες από την αγία αυτή λειψανοθήκη και δεν τελείωσε ο καρπός… Και δεν κάνει μόνο θαύματα, αλλά μας πείθει και να φιλοσοφούμε. Διότι, αν είσαι πλούσιος και μεγαλοφρονείς και έχεις την ψυχή σου φλογισμένη και ταραγμένη, ερχόμενος εδώ και βλέποντας τον μάρτυρα, και αναλογισάμενος τη διαφορά μεταξύ του δικού σου πλούτου και της περιουσίας αυτού, θα μειώσεις αμέσως την υπερηφάνεια και, αποβάλλοντας τη φλεγμονή, θα φύγεις έχοντας πολλή υγεία στην ψυχή σου. Αν πάλι νομίζεις ότι είσαι φτωχός και καταφρονημένος, ερχόμενος εδώ και βλέποντας τον πλούτο του μάρτυρα, αφού καταγελάσεις τα υλικά χρήματα, θα φύγεις από εδώ έτσι γεμάτος από φιλοσοφία, είτε σου έχουν συμβεί βλάβες, είτε ζημιές, είτε άλλα πλήγματα, και διαπιστώνοντας ότι ποτέ δεν έπαθες τόσα πολλά, όσα αυτός ο άγιος μάρτυρας, θα λάβεις μεγάλη παρηγοριά από εδώ»6 .
Β. Γιατί τιμούμε τα Ιερά Λείψανα;
Οι θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας με την αγιοπνευματική τους εμπειρία μάς παρέδωσαν ότι η άκτιστη ενέργεια του Θεού δεν αγιάζει μόνο τις ψυχές των φίλων του Θεού, αλλά συγχρόνως και τα σώματά τους. Γι’ αυτό και θαυματουργούν, εκδιώκουν δαιμόνια και χαρίζουν ευλογία πνευματική και χάρη πολλή. Πολλά μάλιστα παραμένουν και άφθαρτα, όπως του Αγίου Γερασίμου, του Αγίου Διονυσίου, του Αγίου Ιωάννου του Ρώσου, του Αγίου Σάββα του Ηγιασμένου και τόσων άλλων Αγίων της πίστεώς μας. Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης μας αναφέρει χαρακτηριστικά στο περίφημο βιβλίο του «Εορτοδρόμιο», «η άπαξ ενοικήσασα εις τα σώματα αυτών χάρις του Αγίου Πνεύματος δεν χωρίζεται από αυτά μετά θάνατον, αλλά μένει μετ΄αυτών· όθεν τας μεν ψυχάς των Αγίων ποιεί μακαρίας εν Ουρανοίς· τα δε σώματα αυτών αποδεικνύει πηγήν ευωδίας και θαυμάτων παραδόξων και ιαμάτων· και καθώς η χάρις είναι ζωοποιός, ούτω ζωοποιά και τα λείψανα των Αγίων αποτελεί»7 .
Πολλά αγιογραφικά χωρία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης αναφέρονται στην τιμή των Αγίων Λειψάνων :
1. και έλαβε Μωυσής τα οστά Ιωσήφ μεθ᾿ εαυτού· όρκω γαρ ώρκισε τους υιούς Ισραήλ λέγων· επισκοπή επισκέψεται υμάς Κύριος και συνανοίσετέ μου τα οστά εντεύθεν μεθ᾿ υμών 8.
2. και απέθανεν Ελισαιέ, και έθαψαν αυτόν. και μονόζωνοι Μωάβ ήλθον εν τη γη ελθόντος του ενιαυτού· και εγένετο αυτών θαπτόντων τον άνδρα, και ιδού είδον τον μονόζωνον και έρριψαν τον άνδρα εν τω τάφω Ελισαιέ, και επορεύθη και ήψατο των οστέων Ελισαιέ και έζησε και ανέστη επί τους πόδας αυτού 9.
3. Και ιδού γυνή, αιμορροούσα δώδεκα έτη, προσελθούσα όπισθεν ήψατο του κρασπέδου του ιματίου αυτού· έλεγε γαρ εν εαυτή, εάν μόνον άψωμαι του ιματίου αυτού, σωθήσομαι. ο δε Ιησούς επιστραφείς και ιδών αυτήν είπε· θάρσει, θύγατερ· η πίστις σου σέσωκέ σε. και εσώθη η γυνή από της ώρας εκείνης 10.
4. Δυνάμεις τε ου τας τυχούσας εποίει ο Θεός διά των χειρών Παύλου, ώστε και επί τους ασθενούντας επιφέρεσθαι από του χρωτός αυτού σουδάρια ή σιμικίνθια και απαλλάσσεσθαι απ᾿ αυτών τας νόσους, τα τε πνεύματα τα πονηρά εξέρχεσθαι απ᾿ αυτών 11.
«Σύμφωνα με την πίστη της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, η Θεία χάρη μεταδίδεται σε καθετί που βρίσκεται σε επαφή με τους Αγίους. «Ακόμη και τα ενδύματα των αγίων είναι σεβαστά σε όλη την κτίση», αναφέρει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και μνημονεύει τη μηλωτή του Ηλία, τα υποδήματα των τριών παίδων, που κατανίκησαν τη φωτιά, τη ράβδο του Μωϋσή που έκανε τόσα θαύματα, τα ενδύματα του Παύλου, τη σκιά του Πέτρου κ.ά.
Ο άγιος Βασίλειος μας πληροφορεί πως το τίμιο λείψανο της αγίας Ιουλίττας αγιάζει την πόλη και όσους προσέρχονται στον ναό, «η δε γη, η όποια με την εκδημία της μακάριας εδέχθη τας ευλογίας, ανέβλυσεν από τα σπλάγχνα της άγιασμα» που είναι «εις τους υγιείς φυλακτήριον και χορηγία τέρψεως» και στους άρρωστους «παρηγοριά».»12
Χαρακτηριστικός είναι ο λόγος του μεγάλου αυτού Καππαδόκου Ιεράρχου στους Αγίους Τεσσαράκοντα Μάρτυρες : «Ποίος κορεσμός θα ημπορούσε να υπάρξει από την μνήμην των μαρτύρων δι’ αυτόν ο οποίος αγαπά τους μάρτυρας; Διότι η τιμή προς τους ανδρείους από μέρους των συνδούλων των αποδεικνύει την εύνοιαν προς τον κοινόν Κύριον. Είναι άλλωστε ολοφάνερο ότι αυτός ο οποίος παραδέχεται τους γενναίους άνδρας δε θα υστερήσει κατά την μίμησιν, όταν ευρεθή εις παρομοίας περιστάσεις. Να μακαρίσεις αληθινά αυτόν που εμαρτύρησε, δια να γίνεις μάρτυς κατά την διάθεσιν και θα καταλήξεις να αξιωθείς τους ιδίους μισθούς με εκείνους, χωρίς να διωχθείς, χωρίς να καείς εις την φωτιάν, χωρίς να μαστιγωθείς. Ημείς δε δεν πρόκειται να θαυμάσωμεν ένα, ούτε μόνο δύο, ούτε ο αρθμός των μακαριζομένων φθάνει μέχρι του αριθμού του δέκα. Αλλά σαράντα άνδρες, που ωσάν να είχαν μίαν ψυχήν εις ξεχωριστά σώματα, με μίαν σύμπνοιαν και ομόνοιαν της πίστεως, μίαν επέδειξαν και την καρτερίαν εις τα βάσανα και την αντίστασιν χάριν της αληθείας. Όλοι υπήρξαν ένας και ένας ίσοι εις την διάθεσιν και ίσοι εις τον αγώνα. Δια τούτο και με την ιδίαν τιμήν κατηξιώθησαν να λάβουν τα στεφάνια της δόξης. Ποίος λόγος θα ημπορούσε να περιγράψει την αξίαν των; Δε θα επαρκούσαν ούτε σαράντα γλώσσαι να εξυμνήσουν την αρετήν τόσο μεγάλων ανδρών. Και όμως, κι αν ακόμη ήταν ένας ο τιμώμενος, θα εξαρκούσε να νικήσει την δύναμιν των λόγων μου, πολύ δε περισσότερο τώρα που είναι τόσο μεγάλο πλήθος, στρατιωτική φάλαγγα, παράταξις δυσκολοκαταγώνιστος, εξίσου ανίκητος εις τους πολέμους και άφθαστος εις τους επαίνους» 13.
Γράφει ακόμη ο θαυματοβρύτης Άγιος Νεκτάριος στη μελέτη του περί των Αγίων του Θεού :
«Τα τίμια των αγίων Μαρτύρων λείψανα θεωρούμενα παρά των χριστιανικών κοινοτήτων τιμιότερα λίθων πολυτελών κατετίθεντο εντός των Ιερών Ναών και εξησφαλίζοντο ως θησαυρός πολύτιμος· κατά δε την επέτειον μνήμην της αθλήσεως αυτών οι πιστοί ήγον εορτήν και πανήγυριν εις τιμήν του αθλητού και Μάρτυρος του Κυρίου, ανεγινώσκοντο τα άθλα των μαρτύρων, λόγοι δε πανηγυρικοί και εγκωμιαστικοί εξεφωνούντο παρά των εκκλησιαστικών ρητόρων των χριστιανικών κοινοτήτων.
Πολλάκις επί των τάφων των μαρτύρων ηγείροντο Ιεροί Ναοί Μαρτύρια καλούμενοι, οις εδίδετο το όνομα του Μάρτυρος προς τιμήν αυτού· κατά δε την επέτειον της εορτής Μάρτυρος συνέτρεχαν πάντες οι πιστοί εν τω Ναώ προς δόξαν Θεού και τιμήν του Μάρτυρος του δοξασθέντος υπό του Θεού.
Οι χριστιανοί ησπάζοντο την ιεράν λάρνακα του τιμίου λειψάνου του Μάρτυρος και ελάμβαναν έλαιον εκ της κανδήλας του αγίου προς καθαρισμόν και θεραπείαν από των ασθενειών αυτών…».
Σ’ αυτήν την αναφορά περί των τιμίων Λειψάνων θα προσθέσουμε και τέσσερα χαρακτηριστικά παραδείγματα :
1. Διαβάζουμε για το μαρτύριο του Αγίου Πολυκάρπου Επισκόπου Σμύρνης : «Όταν, λοιπόν, είδε ο εκατόνταρχος την κακή διάθεσι των Ιουδαίων, έβαλε το λείψανο στη μέση και κατά την συνήθεια των ειδωλολατρών το έκαψε. Έτσι εμείς κατόπιν μαζέψαμε τα ακριβώτερα από πέτρες πολύτιμες και καθαρώτερα από χρυσάφι οστά του και τα αποθέσαμε σε κατάλληλο τόπο. Εκεί θα συναζόμαστε μ’ αγαλλίασι και χαρά και θα γιορτάζουμε τη γενέθλια ημέρα του μαρτυρίου του, με τη χάρι του Θεού, γιορτάζοντας τη μνήμη εκείνων που άθλησαν και δυναμώνοντας τις ψυχές μας για νέα μαρτύρια»14.
2. Στο μαρτύριο του Αγίου Γεωργίου του εν Ιωαννίνοις αναφέρεται : «μία γυναίκα την τελευταία ημέρα, εκμεταλλεύθηκε το σκοτάδι και την απουσία άλλων και πλησίασε το κρεμασμένο σκήνωμα του Αγίου. Άρπαξε την μία κάλτσα του και την έφερε ως πολύτιμον θησαυρόν στο σπίτι της» 15.
3. Ο κυρ-Φώτης Κόντογλου με γλαφυρό τρόπο αναπαριστά τις εκδηλώσεις τιμής των Χριστιανών της εποχής προς το άγιο λείψανο του Αγίου Γεωργίου του Χιοπολίτου : «Τότε ούλος κείνος ο κόσμος χύθηκε έξω φρενών απάνου στο ζεστό κορμί. Και άλλος σφούγγιζε το αίμα, άλλος ασπαζόταν τ’ άγιο λείψανο ή την πλάκα, άλλος ξέσκιζε ένα κομμάτι απ’ το ρούχο του, άλλος δόξαζε τον Θεό. Μάταια τα τουρκιά τους χτυπούσανε με τα ραβδιά και τους κλωτσούσανε. Ο αγάς πρόσταξε να τους βαρέσουνε στα καλά, κι οι τούρκοι βάνανε τις φωνές και πέσανε με γυμνά σπαθιά απάνου στους χριστιανούς. Οι κακόμοιροι οι χριστιανοί σκορπίσανε φωνάζοντας «Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον» κι άλλος έχασε το φανάρι του, άλλος το ραβδί του, άλλος τα παπούτσια του, άλλος το καλπάκι του…» 16.
4. Τέλος, το 1680 μαρτύρησε στην Κωνσταντινούπολη ο άγιος νεομάρτυρας Αγγελής. «Ίνα μη δοθή το άγιον αυτού λείψανον εις τους Χριστιανούς και τον τιμήσουν ως Άγιον, εδόθη διαταγή υπό των κρατούντων να ριφθή εις την θάλασσαν. Εδωροδόκησαν τότε (οι γουναράδες της Κωνσταντινούπολης με πρωτεργάτη τον Μανωλάκη Καστοριανό) με τριακόσια γρόσια τον Μουσούρ αγάν και αγόρασαν το ιερόν λείψανον… Οι γουναράδες τότε, φέροντες τον ατίμητον θησαυρόν εις το πλοίον, απέπλευσαν, έφθασαν τις την νήσον Πρώτην και το έθαψαν εν τιμή εις το Μοναστήριον της Μεταμορφώσεως» 17.
Να γιατί οι υποστηρικτές της καύσης των νεκρών έρχονται σε αντίθεση με την Παράδοση της Εκκλησίας και τη χριστιανική πίστη. Δεν έχουν καμιά σχέση με την Εκκλησία, αλλά μάλλον την υποσκάπτουν ή και την πολεμούν. Η κίνηση για την καύση των νεκρών εντάσσεται στα πλαίσια της περιθωριοποίησης της Εκκλησίας. Υποκρύπτει απιστία και αθεΐα. Υποκρίνεται ευσέβεια και ενδιαφέρον, ενώ αρνείται στην πράξη και τα δύο… Η καύση των νεκρών συνιστά περιφρόνηση του ανθρωπίνου σώματος… Η τιμή και ο σεβασμός στο ανθρώπινο σώμα – είτε στη ζωή είτε στο θάνατο – αποτελεί την αιώνια δόξα του Θεού18.
Έχοντας λοιπόν αυτόν τον μεγάλο θησαυρό ιδιαιτέρως στην πατρίδα μας, ο οποίος φυλάσσεται τόσο στα Ιερά Μοναστήρια μας και μάλιστα στο Άγιον Όρος, αλλά και σε διαφόρους Ιερούς Ναούς, δεν έχουμε παρά να τα ασπαζόμαστε τιμητικά και ευλαβικά, σύμφωνα με την προτροπή του μεγάλου δογματολόγου της Εκκλησίας μας Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού : «Ο Δεσπότης Χριστός εχάρισεν εις ημάς ως σωστικάς πηγάς τα λείψανα των αγίων, που πηγάζουν με πολλούς τρόπους τας ευεργεσίας, που αναβρύουν μύρον ευωδίας· και κανείς να μη απιστή. Διότι, αν από απόκρημνον και σκληρόν βράχον επήγασε νερό εις την έρημον, επειδή ηθέλησεν ο Θεός, και από την σιαγόνα όνου, όταν εδίψασε ο Σαμψών, είναι απίστευτον, να αναβλύζη ευωδιαστόν μύρον από λείψανα μαρτύρων; Καθόλου, εις αυτούς που γνωρίζουν την δύναμιν του Θεού, και την τιμήν που έχουν οι άγιοι από αυτόν» 19.
Ας είναι και για μας τα Ιερά Λείψανα των Αγίων της πίστεώς μας, κατά την έκφραση του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, «παραμύθιον ασφαλές των αεί καταλαμβανόντων ημάς κακών» 20.
Άγιος Πορφύριος: «Θα’ ρθούν δύσκολοι καιροί και ο κόσμος θα χρειασθεί φροντίδα από τα Μοναστήρια»
«Την άνοιξη του 1985, ευρισκόμενη (αφηγείται η Γερόντισσα Θεοδοσία) εις την Μονήν των αγίων Θεοδώρων Καλαβρύτων, μία νύχτα περίπου 2.30′ πρωϊνή, άκουσα λίγο πιο πέρα από το παράθυρο του κελλιού μου, στην αυλή της Μονής, κάποιον να σκάβει.Για να βεβαιωθώ, έσβησα το φως του κελλιού μου και κοίταξα από το παράθυρο. Είδα ότι αναβόσβηνε ένας φακός. Τότε έκανα μία προσευχή στους θαυματουργούς Αγίους μας να μας προστατεύσουν. Ήλεγξα τα παράθυρα και τις σαθρές πόρτες προς την αυλή της ερειπωμένης Μονής, μήπως εισχωρήσουν στο εσωτερικό της, και αφού διεπίστωσα ότι επικρατούσε ησυχία στο χώρο αυτό, επέστρεψα στο κελλί μου.
Το πρωΐ είχαμε μία ιδιωτική λειτουργία. Την ώρα πού ετοιμαζόμουν να πάω στην Εκκλησία, ώρα 5.55′ πρωϊνή, χτύπησε το τηλέφωνο. Σκέφτηκα μήπως κάποια πονεμένη ψυχή έχει κάποιο πρόβλημα – κάτι άλλωστε πού συνέβαινε συχνά – και σήκωσα το τηλέφωνο. Προς μεγάλη μου έκπληξη άκουσα:
– «Άκου παιδάκι μου, είμαι ο Γέροντας Πορφύριος. Μη βγεις έξω που ακούς και σκάβουν, θα σε χτυπήσουν. Διαβολεμένοι άνθρωποι γυρίζουν στο Μοναστήρι σου».
– Τον ερωτώ: «Γέροντα, γιατί σκάβουν; Βρήκαν τίποτα;»
– Απαντά: «Όχι παιδάκι μου, τα έχουν πάρει άλλοι νωρίτερα».
– Τον ερωτώ πάλι: «Γέροντα έχετε έλθει στο Μοναστήρι μας;»
– Μου απαντά: «Όχι παιδάκι μου, αλλά τώρα είμαι εκεί. Ρώτα με ότι θες». Παίρνοντας λοιπόν αφορμή από το λόγο του αυτό, τον ρώτησα για την ιστορικής σημασίας σπηλιά του Μοναστηριού μας…
… – Με ερωτά: «Ποια σπηλιά; Γιατί είναι δύο σπηλιές κοντά σας. Αυτή πού κάθισαν οι πρώτοι μοναχοί;»
– Του απαντώ: «Ναι Γέροντα». Μου λέει: «Καλό είναι, παιδάκι μου, να το κάνης αυτό, γιατί η σπηλιά είναι αγιασμένη. Αλλά θα σε αφήσουν οι χωρικοί; Θα αντιδράσουν».
Έμεινα με το ακουστικό στο χέρι, χωρίς να μιλάω από την έκπληξη μου, γιατί μου μιλούσε για γεγονότα.
Ας σημειωθεί ότι όντως υπάρχουν δύο σπηλιές, αλλά εμείς δεν την είχαμε δει τη δεύτερη σπηλιά, καίτοι είχαμε εγκατασταθεί στη Μονή περισσότερο από ένα χρόνο. Μας το είχαν πει όμως οι βοσκοί της περιοχής, ότι υπάρχει και δεύτερη σπηλιά.
Την ώρα λοιπόν που είχα μείνει αμίλητη με το ακουστικό στο χέρι, ακούω το Γέροντα να μου λέει:
«Ψάρια, Γερόντισσα, Ψάρια!».
– Τον ερωτώ: «Τι ψάρια, Γέροντα;»
– «Παιδάκι μου», μου λέει, «το νερό από τους κούτουλες δεν είναι κατάλληλο για ψάρια; Βάλε λοιπόν ψάρια να φάει ο κόσμος. Θα ‘ρθούν δύσκολοι καιροί!».
Και όντως, όταν είχαμε εγκατασταθεί στο Μοναστήρι, εξήτασα στο Χημείο των Πατρών το νερό, που τρέχει άφθονο από τους δύο κούτουλες (πηγή) στην αυλή της Μονής, αν είναι πόσιμο και παράλληλα αν είναι κατάλληλο για ψάρια, ώστε να καλύπτει τις ανάγκες της Μονής και των φιλοξενουμένων προσκυνητών της. Όντως το νερό απεδείχθη καθαρό και κατάλληλο για ιχθυοτροφείο…
Την παρουσία του Γέροντα (Πορφύριου) την αισθανόμεθα έντονα, γιατί σε κάθε δίλημμα μας εκείνος επικοινωνούσε μαζί μας και μας έδινε λύση. Μια φορά, μου είχε πει τηλεφωνικώς:
– «Παιδάκι μου, έχεις μεγάλο αγώνα, αλλά μη φοβάσαι, εγώ κάθε βράδυ κάνω μαζί σας προσευχή».
Ας σημειωθεί ότι με τον Γέροντα δεν είχαμε συναντηθεί ποτέ, ούτε τον είχα δει ποτέ, μόνον είχα ακούσει για το προορατικό του χάρισμα από άλλους, ούτε ποτέ είχα τηλεφωνικώς επικοινωνήσει μαζί του. Απόρησα λοιπόν. Πώς ήξερε εμάς και τα προβλήματα μας; Πού βρήκε το τηλέφωνο μας;
Για το λόγο αυτό πήρα τηλέφωνο μία ηγουμένη άλλου Μοναστηριού, πού γνώριζε τον Γέροντα, και την ρώτησα:
«Μήπως, Γερόντισσα, δώσατε τον αριθμό του τηλεφώνου μας στον Γέροντα Πορφύριο;»
Μου απαντά: «Είναι ανάγκη να του τον δώσω; Το μυαλό του πατρός Πορφυρίου είναι τηλεόραση».
Κάποτε επεσκέφθην με μερικές αδελφές της Μονής μας ένα άλλο Μοναστήρι. Ο Γέροντας Πορφύριος, επειδή υπήρχε ένα επείγον και σημαντικό θέμα, πήρε εκεί τηλέφωνο, με ζήτησε και μου είπε: «Παιδί μου, τους πέντε ανθρώπους πού θέλουν να καταθέσουν ως μάρτυρες για τα όρια της Μονής σας, να τους αφήσεις να προσέλθουν στο δικαστήριο. Πρέπει να ακουστεί η αλήθεια και να υπερασπισθείς ό, τι ανήκει στη Μονή, γιατί θα’ ρθούν δύσκολοι καιροί και ο κόσμος θα χρειασθεί φροντίδα από τα Μοναστήρια».
Πραγματικά, πέντε γηραιοί άνθρωποι, πού ήσαν ευγνώμονες στο Μοναστήρι, μου ζητούσαν επιμόνως να πουν την αλήθεια σε μια αδικία πού είχε γίνει εις βάρος της Μονής. Έτσι κι έγινε και η Μονή δικαιώθηκε.
από : «Ο ΓΕΡΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ, Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ» Γεωργίου Σ. Κρουσταλάκη Καθηγητού της Παιδαγωγικής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών – ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΙΧΝΗΛΑΣΙΑ», 1997
Ανάμνηση Θαύματος απαλλαγής νήσου Ζακύνθου εκ της πανώλης
Όταν το έτος 1728 μ.Χ. ενέσκυψε στη νήσο της Ζακύνθου πανούκλα, οι Χριστιανοί εστράφησαν στον Άγιο Χαράλαμπο και ζήτησαν την μεσιτεία του. Αποφάσισαν μάλιστα να οικοδομήσουν ναό προς τιμή του ως ικεσία και υπέρ της απαλλαγής αυτών από την συμφορά.