Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΠΑΪΣΙΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ


 

Τι ακούει ο Θεός από εμάς! Ευτυχώς που δεν μας παίρνει τοις μετρητοίς.

 – Γέροντα, στην νέα γενιά υπάρχει αυτή η τάση να κρίνουν τους πάντες και τα πάντα ή έτσι ήταν πάντοτε;


– Όχι, παλιά δεν ήταν έτσι· αυτό είναι το πνεύμα της εποχής. Τώρα δεν φθάνει που κρίνουν λαϊκούς, όλους τους πολιτικούς και τους εκκλησιαστικούς, αλλά κρίνουν και Αγίους και φθάνουν να κρίνουν και τον Θεό.

 «Ο Θεός, λένε, στο τάδε θέμα έτσι έπρεπε να ενεργήση· δεν ενήργησε σωστά. Αυτό ο Θεός δεν έπρεπε να το κάνη»! Ακούς κουβέντα;

 «Βρε, παιδί μου, εσύ θα πης;» 

«Γιατί; Λέω την γνώμη μου», σου λέει και δεν καταλαβαίνει πόση αναίδεια έχει αυτό. Το κοσμικό πνεύμα έχει καταστρέψει πολλά καλά πράγματα.


Προχωράει το κακό σε άσχημη κατάσταση, σε βλασφημία. Κρίνουν τον Θεό και ούτε τους πειράζει ο λογισμός ότι είναι βλασφημία. Είναι και μερικοί που έχουν μπόι και, αν έχουν και λίγη λογική, αρχίζουν: «Αυτός είναι για μια χούφτα, εκείνος περπατάει στραβά, ο άλλος κάνει έτσι» και δεν υπολογίζουν κανέναν.


Ήρθε μια φορά στο Καλύβι ένας και μου λέει:

 «Ο Θεός δεν έπρεπε αυτό να το κάνη έτσι».

 «Εσύ, του λέω, μπορείς να κρατήσης μια πετρούλα στον αέρα; Αυτά τα αστέρια που βλέπεις, δεν είναι μπίλιες που γυαλίζουν. Είναι ολόκληροι όγκοι που κινούνται ιλιγγιωδώς και συγκρατούνται, χωρίς να εκτροχιάζωνται».

«Αυτό, κατά την γνώμη μου, δεν έπρεπε να γίνη έτσι», ξαναλέει. Ακούς κουβέντα! Και εμείς θα κρίνουμε τον Θεό; Μπήκε η λογική και έλειψε η εμπιστοσύνη στον Θεό. Και αν του πης τίποτε, σου λέει: «Με συγχωρής, την γνώμη μου είπα· δεν μπορώ να πω την γνώμη μου;»


Τι ακούει ο Θεός από εμάς! Ευτυχώς που δεν μας παίρνει τοις μετρητοίς.


Στην Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται ότι είπε ο Θεός στους Ισραηλίτες: 

«Διώξτε τους Χαναναίους από την χώρα τελείως». Για να το πη ο Θεός, κάτι ήξερε. Αλλά αυτοί είπαν: «Δεν είναι πολύ φιλάνθρωπο αυτό. Ας τους αφήσουμε· ας μην τους εξοντώσουμε». 

Μετά όμως παρασύρθηκαν στην ανηθικότητα, στην ειδωλολατρία, και θυσίαζαν τα παιδιά τους στα είδωλα, όπως λέει στον Ψαλμό. Ο Θεός για ό,τι κάνει κάτι ξέρει. Και λένε μερικοί με αναίδεια:

 «Γιατί να κάνη την κόλαση ο Θεός;» 

Αρχίζει η κρίση και από ‘κει και πέρα δεν έχει κανείς πνευματική κατάσταση, δεν έχει λίγη Χάρη Θεού, για να καταλάβη λίγο πιο βαθιά, να καταλάβη δηλαδή για ποιο λόγο ο Θεός έκανε κάτι. Το «γιατί;» είναι κρίση, υπερηφάνεια, εγωισμός.


– Μερικά παιδιά, Γέροντα, ρωτούν: «Γιατί έπρεπε να σταυρωθή ο Χριστός; Δεν μπορούσε να σώση ο Θεός τον κόσμο με άλλον τρόπο;»


– Εδώ τον έσωσε με τέτοιο τρόπο και δεν συγκινούνται οι άνθρωποι, πού να τον έσωζε με άλλον τρόπο! Είναι και μερικοί που λένε: «Ο Θεός δεν έπαθε τίποτε. Ο Υιός θυσιάστηκε». 

Ένας πατέρας, για μένα, θα προτιμούσε να θυσιασθή ο ίδιος, παρά να θυσιασθή το παιδί του. Πιο οδυνηρό είναι για έναν πατέρα να θυσιασθή το παιδί του παρά ο ίδιος. Αφού δεν καταλαβαίνουν τι θα πη αγάπη, τι να πης;


Απόσπασμα από το βιβλίο Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου (νυν οσίου Παϊσίου), «Πνευματική αφύπνιση», Λόγοι α’, έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκη.

Αφού η Παναγία οικονόμησε να βρεθώ εδώ, δεν θα φροντίση για το μοναστήρι της, όταν έρθη η ώρα;

 «Αφού η Παναγία οικονόμησε να βρεθώ εδώ, δεν θα φροντίση για το μοναστήρι της, όταν έρθη η ώρα;». Και πράγματι, πώς τα οικονόμησε σιγά-σιγά όλα η Παναγία!


 Θυμάμαι, όταν έρριχναν οι μάστορες το μπετόν, για να φτιάξουν την πλάκα στα κελλιά που είχαν καή, δεν έφθασαν τα τσιμέντα. Υπολειπόταν το ένα τρίτο, για να τελειώση η πλάκα. Έρχονται οι μάστορες και μου λένε: 

«Τα τσιμέντα τελειώνουν. Να αραιώσουμε το μπετόν, για να φθάση για όλη την πλάκα». «Όχι, τους λέω, συνεχίστε κανονικά». 

Να φέρουμε άλλα δεν γινόταν, γιατί τα ζώα ήταν στον κάμπο. Έπρεπε να πάνε οι μάστορες δυο ώρες ώς την Κόνιτσα και δυο ώρες ώς τον κάμπο, στα χωράφια, για να βρουν ζώα. Πότε να πάνε, πότε να γυρίσουν. Ύστερα, οι άνθρωποι είχαν τις δουλειές τους· δεν μπορούσαν να έρθουν άλλη μέρα. Βλέπω, είχαν ρίξει τα δύο τρίτα της πλάκας. Μπήκα στο εκκλησάκι και λέω:

 «Τί θα γίνη τώρα, Παναγία μου; Σε παρακαλώ, βοήθησέ μας». Μετά βγήκα έξω...

– Και τί έγινε, Γέροντα;

– Και η πλάκα τελείωσε και τα τσιμέντα περίσσεψαν!

– Οι μάστορες το κατάλαβαν;

– Πώς δεν το κατάλαβαν. Είναι μερικές φορές πολύ μεγάλη η βοήθεια του Θεού και της Παναγίας!


Αγ. Παϊσίου Αγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Β’ «Πνευματική Αφύπνιση»

Η εμπονη προσευχή, όπως την έζησε και μας την δίδαξε ο Άγιος Παΐσιος

 


Σε μια εποχή πνευματικής αποσύνθεσης, όπου ο άνθρωπος λησμονεί το βάθος της ύπαρξης του, αναζητώντας παρηγοριά σε φευγαλέες σκιές και κούφιες εντυπώσεις, η μορφή του Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου στέκει ως άστρο άσβεστο, ως σημείο εσχατολογικής αναφοράς και ταυτόχρονα ως καταφυγή πονεμένων ψυχών. Κέντρο και αποκορύφωμα του βίου του, δεν είναι παρά η εμπονη προσευχή, η μυστική, καρδιακή κραυγή αγάπης και πόνου, για όλη την οικουμένη.


 Ο Άγιος Παΐσιος δεν ησύχασε ποτέ με μια προσευχή τυπική, αποκομμένη από τον παλμό της αγάπης. Η προσευχή του ήταν εμπειρική Θεολογία· ένας τρόμος γεμάτος έλεος, μια αναχώρηση από το εγώ, για να ενδυθεί τον άλλον. Δεν προσευχόταν για να λάβει. Προσευχόταν για να δοθεί. Έγινε χωρητικός του πόνου του κόσμου. «Ο μοναχός πρέπει να κάνει προσευχή με πόνο για όλο τον κόσμο», έλεγε. Και το έπραττε. Μα όχι μόνον ο μοναχός. Κάθε ψυχή που αγαπά αληθινά, οφείλει να προσεύχεται.


 Η εμπονη προσευχή που δεν είναι απλώς συγκίνηση ή λύπη, αλλά βαθιά υπαρξιακή μέθεξη στον πόνο του άλλου, είναι εκείνη η λειτουργία της καρδιάς που αγγίζει τον Θεό όχι με λέξεις, αλλά με τους άρρητους στεναγμούς της Αγάπης. Ο Άγιος Παΐσιος την ασκούσε όχι περιστασιακά, αλλά ως μόνιμη στάση ζωής. Γι' αυτό και έπαυε να είναι απλώς "ένα άτομο". Γινόταν καθολικός άνθρωπος, παγκόσμια καρδιά. Γινόταν «πύρινη βάτος» που καιγόταν για τον άλλον, χωρίς να κατακαίγεται.


Η προσευχή αυτή, ήταν Θεανθρώπινη. Έπαιρνε μέσα της το δράμα της μάνας που χάνει το παιδί της, του φυλακισμένου, του ναρκομανή, του απελπισμένου, του αδιάφορου· ακόμα και του δαιμονισμένου. Και την ίδια στιγμή, μεταμορφωνόταν σε επίκληση φωτός: «Χριστέ μου, φώτισέ τους· ελέησέ τους· δώσε τους λίγη χαρά». Όχι επειδή τους έκρινε, αλλά επειδή τους πονούσε.

Η εμπονη προσευχή, όπως την έζησε και μας την δίδαξε ο Άγιος Παΐσιος, είναι πράξη εσχατολογική. Οικειοποιείται την πτώση του κόσμου και γίνεται σταυρική συναντίληψη. Δεν ζητά να εξαφανιστεί το κακό με τιμωρία, αλλά να μεταμορφωθεί με έλεος. Δεν προσπαθεί να διορθώσει τους άλλους, αλλά να πάρει μέσα της τη θλίψη τους, να γίνει γέφυρα σωτηρίας. Αυτή η στάση είναι η ίδια η καρδιά της Θείας Οικονομίας.

Στο πρόσωπο του Αγίου Παϊσίου, βλέπουμε πώς η ψυχολογία συναντά τη Θεολογία. Η αγάπη δεν είναι αφηρημένο συναίσθημα· είναι η δύναμη του σταυρού. Είναι η αποδοχή του πόνου του άλλου ως προσωπική αποστολή. Ο άγιος έβλεπε την ψυχή πίσω από την αμαρτία. Και την έπαιρνε επάνω του. Έκλαιγε. Νήστευε. Ξενυχτούσε. Κι αυτή η άσκηση δεν ήταν αυτοσκοπός· ήταν θυσία για τον άλλον.


Η εμπονη προσευχή είναι η άρνηση της παράλογης φιλαυτίας. Είναι η επιστροφή στην καρδιά που έπαψε να σκέφτεται και άρχισε να ζει τον πόνο του άλλου ως δικό της. Είναι η έξαρση της ευχαριστιακής ύπαρξης, το “ευχαριστώ” που γεννιέται μέσα από την αγωνία. Είναι η φλόγα που καίει τον εγωκεντρισμό και καθιστά την ψυχή εικόνα του Χριστού.

Η αγάπη, έλεγε ο Άγιος, «είναι να πονάς για τον άλλον. Όταν προσεύχεσαι μ' αγάπη και πόνο, τότε εισακούγεσαι». Όχι από μαγική αντίληψη. Αλλά επειδή αγγίζεις το βαθύτερο Είναι του Θεού, που δεν είναι παρά Αγάπη σταυρική και αθόρυβη.


Ο Άγιος Παΐσιος δεν έκανε θεολογία με όρους σχολαστικισμου. Η Θεολογία του ήταν το βίωμα. Ήταν το Ευαγγέλιο "εν σαρκί". Η εμπονη προσευχή του, μια μορφή άσκησης που εκρήγνυται σε ευσπλαχνία, μας καλεί να δούμε την προσευχή όχι ως μηχανισμό, αλλά ως κοινωνία· όχι ως μέσο, αλλά ως σκοπό· όχι ως αίτημα, αλλά ως δώρο.


Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, ο κόσμος διψά για τέτοια προσευχή. Όχι για λόγια, αλλά για καρδιές που αιμορραγούν από αγάπη. Όχι για γνώμες, αλλά για μαρτυρία. 

Ο Άγιος Παΐσιος μας έδειξε τον δρόμο: να μην ζούμε για τον εαυτό μας, αλλά να υπάρχουμε για τον άλλον. Και να προσευχόμαστε με τέτοιον τρόπο, που να μην μένει ούτε ένα δάκρυ του πλησίον, μόνο του.

Τελικά, η προσευχή δεν είναι παρά η καρδιά που πάλλεται στον ρυθμό της αγάπης. Και η αγάπη, όταν πονά, γίνεται Θεϊκή.

 Κούρος Αλέξανδρος

Γίνε αστροναύτης του Θεού..!

  Ο Άγ.Παΐσιος είχε γεμίσει τη γη με αγγέλους, είχε γεμίσει τη γη με τη χάρη του Θεού.Άναβε τενεκεδάκια και έβαζε μέσα κεράκια, ακόμα και την ώρα που κοιμότανε και άφηνε το κεράκι να καίγεται και έλεγε:


"Κύριε, αυτό είναι υπέρ των ασθενών, υπέρ των ναρκομανών, αυτό είναι υπέρ υγείας των τάδε" και προσευχόταν για όλους.

Και έκανε επισκέψεις απ'το Άγιον Όρος.

Είχε ταξιδέψει με την προσευχή όλη τη γη.

Είχε γίνει, λέει, αστροναύτης τ' ουρανού! Αγκάλιαζε όλη τη γη με την προσευχή του.


Κάν'το και συ αυτό, γίνε αστροναύτης του Θεού.

Βγες από την έλξη της γης, τη βαρυτική αυτή δύναμη και μπες στην αγάπη του Θεού.

Και αγκάλιασε, προσευχήσου για όλους, και μετά βγες....

Ήλθε στο κελί μου και μου μετέφερε ευλογία, χαρά, ειρήνη.

 Ένα πρωινό, μόλις είχε ξημερώσει κι είχα τελειώσει τον Όρθρο, άκουσα ένα διακριτικό κτύπημα στη θύρα. Πηγαίνοντας ν’ ανοίξω σκεπτόμουν ποιος να ‘ταν πρωί-πρωί. Αντίκρισα σκυφτό τον Γέροντα Παΐσιο.

-Ευλογημένε, μου λέει, πως τακτοποιήθηκες; 

Αδύνατος, κοντός, πρόχειρα ντυμένος, μ’ ένα ελαφρύ χαμόγελο. Χάρηκα έκτακτα για την απρόσμενη επίσκεψη.

Πέρασε διστακτικά μέσα. Ανέβηκε να προσκυνήσει το εκκλησάκι. Κατέβηκε στο κάτω μεγάλο δωμάτιο. Ήταν τότε σχεδόν άδειο. Δυο καρέκλες κι ένα τραπέζι. Κάτι του πρόσφερα. Στερεωμένος, μου είπε. Μου μίλησε για τους παλαιούς εδώ Γέροντες. Ήταν εργατικοί, φιλακόλουθοι, ενάρετοι.


Σήμερα, λίαν πρωί, είχα δύο κρούσματα μου ‘πε.

Ήλθε ένας μεσόκοπος να γίνει υποτακτικός μου. τον ρώτησα αν έχει οικογένεια. Έχει δυο παιδιά στο Δημοτικό, μου ‘πε. Του λέω: Θα τελειώσουν το Δημοτικό, το Γυμνάσιο, το Λύκειο, το Πανεπιστήμιο, θα τα παντρέψεις και μετά θα έλθεις να σου πω που θα μονάσεις, γιατί εγώ δεν βαστώ μοναχούς. Έτσι κάνουμε παιδιά και τα παρατάμε και πάμε για μοναχοί;…

Η δεύτερη περίπτωση χειρότερη της πρώτης. Ήλθε ένας άλλος και μου λέει: Γέροντα, βρήκα μια γυναίκα πιο πνευματική της γυναίκας μου και ήλθα να πάρω την ευλογία σου… Παλάβωσε ο κόσμος. Πήρα τα βουνά. Ήλθα να δω τι κάνεις.


Δεν κάθισε πολύ. Χάρηκα πολύ. Μετέφερε ευλογία, χαρά, ειρήνη.

Όπως τότε στη Σιμωνόπετρα, όπου έμεινε δυο μέρες και δυο νύχτες δίπλα απ’ το κελλί μου και μου δώρισε το πλεχτό σκουφάκι του, μόλις που πήγαινα να του το ζητήσω για ευλογία… Τη δεύτερη νύχτα συνταράχθηκε το κελλί από μια απρόσμενη επίσκεψη. Ήλθε μέσα στη νύχτα να κτυπήσει τη θύρα μου, να μου ζητήσει τάχα την ώρα, να με ρωτήσει σε πόση ώρα αρχίζει η ακολουθία, να με γαληνέψει.


Το πρωί μου εξήγησε. Το ταγκαλάκι δεν κοιμόταν. Πάντα θα θυμάμαι τη σύναξη, όπου μας μίλησε για γεροντάκια του Θεού, θεατές του ακτίστου φωτός, μοναχές χαρισματούχες, αγώνες μακρούς, δάκρυα και αγρυπνίες, εικόνες, άγια λείψανα και θαύματα. Κανείς δεν έφθασε στον Θεό άκοπα, όπως λέει και ο αββάς Ισαάκ. Πρέπει ν’ απομακρύνουμε το κοσμικό πνεύμα από τον μοναχισμό. Ο ιδρώτας είναι το λουτρό και το μύρο του μοναχού…


Η προσευχή είναι το κύριο έργο του μοναχού, ανώτερη και από την ιεραποστολή και τη φιλανθρωπία. Η προσευχή χαρίζει αιώνια ανάπαυση στις ψυχές των κεκοιμημένων. Πιο πολύ να προσευχόμαστε για τους αγαπητούς κεκοιμημένους αδελφούς μας, αδελφοί μου. Αιωνία η μνήμη αυτών. Εις μνημόσυνον αιώνιον έσται δίκαιος, αλληλούια.


Πηγή... Μον. Μωϋσή Αγιορείτου (†), από το βιβλίο «Αγιορείτικο Μεσονυκτικό»

Ο Άγιος Παΐσιος ἔλεγε γιά τούς Ψαλμούς

 Ο Άγιος Παΐσιος ἔλεγε γιά τούς ψαλμούς:

"Εὐλογημένη ψυχή, τίποτε δέν εἶναι ἀδύνατο στό Θεό. Ζήτα Του μέ εὐγένεια αὐτό πού θέλεις. Ἐάν δυσκολεύεσαι, διάβασε τούς ψαλμούς τοῦ Δαβίδ. Θά δῆς ἐκεῖνος μέ τί τρόπο ζητοῦσε ἀπό τό Θεό καί ἐλάμβανε αὐτό πού ποθοῦσε".


"Ὅσοι ἀπομακρύνονται ἀπό τό Χριστό, στεροῦνται τόν θεῖο φωτισμό, γιατί ἄφησαν τό προσήλιο σάν τούς ἀνοήτους καί πηγαίνουν στό ἀνήλιο....Βλέπετε τό Ψαλτήρι πού εἶναι γραμμένο μέ θεῖο φωτισμό, τί βαθειά νοήματα ἔχει! Μάζεψε, ἄν θέλης ὅλους τούς θεολόγους, ὅλους τούς φιλολόγους, καί θά δῆς ὅτι ἕναν ψαλμό μέ τέτοιο βάθος δέν μποροῦν νά φτιάξουν! Ἐνῶ ὁ Δαβίδ ἦταν ἀγράμματος, ἀλλά βλέπεις καθαρά πῶς τόν ὁδηγοῦσε τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ".


"Πῆγε κάποιος οἰκογενειάρχης στόν Γέροντα καί τοῦ εἶπε γιά τίς κτηματικές ἀδικίες πού ἔγιναν εἰς βάρος του: 

" Ἐγώ δέν στενοχωριέμαι γιά τήν ἀδικία γιατί δαβάζω τό Ψαλτήρι. Ἕνα Κάθισμα τό ἀπόγευμα καί δυό Καθίσματα πρίν ξημερώση. Σχεδόν τό ἔμαθα ἀπ' ἔξω. Κανένας Ψαλμός δέν λέει ὅτι οἱ ἄδικοι ἔκαναν προκοπή. Ἐνῶ τούς δικαίους τούς σκέφτεται ὁ Θεός. Ἐγώ Πάτερ μου δέν λυπᾶμαι τά κτήματα πού ἔχασα, ἀλλά λυπᾶμαι τά ἀδέλφια μου πού χάνουν τήν ψυχή τους".