Τετάρτη 26 Αυγούστου 2026

«Γέρο-Πανάρετε, ακολούθησε με..»!

 Στην Μονή Παντοκράτορας υπήρχε ένας απλούστατος γέροντας, αγράμματος αλλά πολύ καλόκαρδος, ο π. Πανάρετος, τον προλάβαμε και μείς. Αυτός έκανε τον ταχυδρόμο του Μοναστηρίου.

Του είχε αναθέσει το Μοναστήρι να έρχεται εδώ στις Καρυές να παίρνει το ταχυδρομείο και να το πηγαίνει στο Μοναστήρι.

Μάλιστα, για να τον πειράξουνε λίγο, για να γελάν οι πατέρες εκεί πέρα -ο π. Ευθύμιος και άλλοι προϊστάμενοι-, του αγοράσανε μια ντουντούκα, όπως είχανε οι παλιοί ταχυδρόμοι. «Ντούουου!», φυσούσε και σφύριζε.

Του είπαν:«Όταν θα έρχεσαι πάνω στον Σταυρό, απ’ οπού φαίνεται το μοναστήρι, θα σφυρίζεις, να ακούμε ότι έρχεσαι».


Αυτός όμως είχε τέτοια παιδική ψυχή, πού έκανε τόσο μεγάλη χαρά, σαν να του είχαν δώσει το πιο πολύτιμο πράγμα, επειδή είχε πολλή απλότητα· σαν παιδί ήτανε.

Μια μέρα του λέει ένας αδελφός της Μονής, ο γέρο-Παρθένιος απ’ την Πάρο:

«Σε παρακαλώ, πάτερ Πανάρετε, τώρα πού ανεβαίνεις στις Καρυές, επειδή έχω γρίπη, πάρε μου λίγα πορτοκάλια από τον Ταλέα να φάω, γιατί με ταλαιπωρεί τώρα λίγες μέρες η ίωση αυτή· για να δυναμώσει ο οργανισμός μου.


Έφθασε στις Καρυές. Όμως, σαν άνθρωπος και αυτός, ξέχασε να πάρει τα πορτοκάλια. Πήρε το ταχυδρομείο και επέστρεψε. Όταν όμως πλησίασε στο Μοναστήρι, το θυμήθηκε, αφού όμως είχε σφυρίξει όταν έφτασε στο ύψωμα απ’ οπού φαίνεται το Μοναστήρι.


«Έρχεται ο ταχυδρόμος», είπαν οι πατέρες, αλλά αν και περνούσε η ώρα δεν φαινόταν. Μόλις θυμήθηκε τα πορτοκάλια, γύρισε πίσω στις Καρυές, -η απόσταση είναι μιάμιση ώρα ανηφόρα- ο καημένος τόση αγάπη είχε, πού αναλογίσθηκε: «Πώς θα πάω να παρουσιαστώ στον γέροντα χωρίς τα πορτοκάλια».

Γυρνάει πίσω, παρ’ ότι ήταν χειμωνιάτικη ημέρα και είχε αρχίσει να βραδιάζει. Παίρνει τα πορτοκάλια και επιστρέφει. Όμως νύχτωσε στον δρόμο και τον έπιασε και μία χιονοθύελλα ξαφνικά. Αναγκάσθηκε να καθίσει κάτω από ένα δένδρο.

«Παναγία μου», άρχισε να παρακαλεί, «σώσε με να μην παγώσω». Τότε εμφανίζεται ξαφνικά μια μαυροφόρα κυρία με ένα φαναράκι και του λέει: «Γέρο-Πανάρετε, ακολούθησε με..»!


Την ακολουθεί ο γέρο-Πανάρετος, και χωρίς να καταλάβει το πώς, βρέθηκε μέσα στον περίβολο του Μοναστηρίου. Μόλις τον είδανε, τρόμαξαν οι πατέρες.

 «Πώς; Ποιος;».. 

«Αυτό και αυτό», τους λέει, «μία κυρία μ’ έφερε»!

Μάλιστα παρήγγειλε σ’ έναν αγιογράφο μία εικόνα της Παναγίας. Σ’ αυτήν εικονίζεται η Παναγία να οδηγεί τον γέρο-Πανάρετο στο Μοναστήρι.

Και εγώ την είδα την εικόνα αυτή, και μου διηγήθηκαν μετά οι πατέρες το θαύμα αυτό. Αυτά επί των ημερών μας τώρα, όχι εκείνον τον καιρό..


Περιοδικό: «Ο Όσιος Γρηγόριος», Έκδ. Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, τ. 32 (2007).

Άγιος Νεκτάριος: "Γιατί ο Θεός επιτρέπει τους πειρασμούς;"

 Άγιος Νεκτάριος: Οι πειρασμοί παραχωρούνται για να φανερωθούν τα κρυμμένα πάθη, να καταπολεμηθούν κι έτσι να θεραπευθεί η ψυχή. Είναι και αυτοί δείγμα του θείου ελέους.

Γι’ αυτό εμπιστεύσου στο Θεό και ζήτησε την βοήθεια Του, ώστε να σε δυναμώσει στον αγώνα σου. Η ελπίδα στο Θεό δεν οδηγεί ποτέ στην απελπισία. Οι πειρασμοί φέρνουν ταπεινοφροσύνη.


Ο Θεός ξέρει την αντοχή του καθενός μας και παραχωρεί τους πειρασμούς κατά το μέτρο των δυνάμεων μας. Να φροντίζουμε όμως κι εμείς να είμαστε άγρυπνοι και προσεκτικοί, για να μη βάλουμε μόνοι μας τον εαυτό μας σε πειρασμό.


Εμπιστευτείτε στο Θεό τον Αγαθό, τον Ισχυρό, τον Ζώντα, και Αυτός θα σας οδηγήσει στην ανάπαυση. Μετά από τις δοκιμασίες ακολουθεί η πνευματική χαρά. Ο Κύριος παρακολουθεί όσους υπομένουν τις δοκιμασίες και τις θλίψεις για τη δική Του Αγάπη. Μη λιποψυχείτε λοιπόν και μη δειλιάζετε.


Δεν θέλω να θλίβεσαι και να συγχύζεσαι για όσα συμβαίνουν αντίθετα με τη θέληση σας, όσο δίκαιη και αν είναι αυτή. Μια τέτοια θλίψη μαρτυρεί την ύπαρξη εγωισμού. Προσέχετε τον εγωισμό που κρύβεται κάτω από την μορφή του δικαιώματος.


Προσέχετε και την άκαιρη λύπη που δημιουργείται μετά από έναν δίκαιο έλεγχο. Η υπερβολική θλίψη για όλα αυτά είναι του πειρασμού. Μία είναι η αληθινή θλίψη.


Αυτή που δημιουργείται, όταν γνωρίσουμε καλά την άθλια κατάσταση που βρίσκεται η ψυχή μας. Όλες οι άλλες θλίψεις δεν έχουν καμιά σχέση με τη χαρά του Θεού.


Φροντίζετε να περιφρουρείτε στην καρδιά σας τη χαρά του Αγ. Πνεύματος και να μην επιτρέπετε στον πονηρό να χύνει την πίκρα του. Προσέχετε! Προσέχετε μήπως ο παράδεισος που υπάρχει μέσα σας μετατραπεί σε κόλαση.


Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως

Οσία Μαρία Ιβάνοβνα του Ντιβέεβο η Δια Χριστόν Σαλή

 Η Οσία Μαρία γεννήθηκε στο χωριό Γκολέτκοβα της επαρχίας Ταμπόφ της Ρωσίας. Σε ηλικία 13 χρόνων έμεινε ορφανή και από τους δυο γονείς της Ζαχαρία και Πελαγία και πήγε να μείνει με την οικογένεια του μεγαλύτερου της αδελφού. Εκεί δεν την ήθελαν, λόγω κυρίως του γεγονότος ότι παραμελούσε τον εαυτό της και ένοιωθαν προσβεβλημένοι από το όλο παρουσιαστικό της. Ποτέ δεν χτενιζόταν και τα ρούχα της αποτελούνταν κυρίως από κουρέλια. Είχε επίσης από πολύ μικρή μια τάση να συμπεριφέρεται παράξενα.


Έτσι έφυγε και άρχισε να περιπλανιέται μεταξύ των περιοχών του Σάρωφ, του Ντιβέγεβο και του Αρντάτωφ. Πάντοτε μισόγυμνη και πεινασμένη φορώντας κατεστραμμένα παπούτσια χειμώνα-καλοκαίρι. Τα βράδια τα περνούσε στο δάσος προσευχόμενη και ήταν σχεδόν πάντοτε λασπωμένη.


Συχνά επισκεπτόταν το μοναστήρι του Ντιβέγεβο και εκεί όσες καλογριές τη λυπόντουσαν της έδιναν καθαρά ρούχα, τα οποία σε λίγες μέρες ή Μαρία απαλλασσόταν δίνοντας τα στους φτωχούς. Υπήρχαν όμως και οι μοναχές εκείνες πού την έδιωχναν κακήν κακώς. Ποτέ δεν παραπονέθηκε για κανέναν και για τίποτα.


Από κάποιο χρονικό σημείο και μετά τη δέχτηκαν στο μοναστήρι οπού εκάρη μοναχή. Εκεί συνέχισε να προσποιείται τη σαλή για να κρύβει τις αρετές της, ιδίως το προορατικό χάρισμα που ο Κύριος μας της έδωσε. Άρχισαν σιγά-σιγά να την επισκέπτονται διάφοροι που άκουσαν γι’ αυτήν και ζητούσαν συμβουλή για κάποιο πρόβλημα τους ή για να πάρουν πνευματικές νουθεσίες.


Κάποτε την επισκέφτηκε ένα μικρό αγόρι και η Μαρία είπε: «Κοίταξε, ήρθε ο ιερέας Αλέξιος». Το παιδί αργότερα έγινε ιερομόναχος με το όνομα αυτό. Όταν κάποτε την επισκέφτηκε ο πατήρ Αλέξιος η οσία του είπε: «Δεν τρώω κρέας. Άρχισα να τρώω χορταρικά και τώρα είμαι καλύτερα». Τα λόγια αυτά ήταν για εκείνον, που είχε αρχίσει να τρώει κρέας μετά από κάποια αρρώστια του. Της έβαλε μετάνοια και έκοψε το κρέας.


Άλλοτε την επισκέφτηκε μια κυρία από το Μούρομ και μόλις την είδε της είπε ότι κάπνιζε σαν φουγάρο. «Δεν μπορώ να το κόψω, καπνίζω και τη νύχτα, ακόμα και πριν τη Θεία Λειτουργία» της απάντησε. Τότε η Μαρία είπε στη συγκελλιώτισσά της να πάρει την ακριβή ταμπακέρα της και να την πετάξει στη φωτιά. Μετά από καιρό πήραν ένα γράμμα από την κυρία αύτη που έκφραζε την ευγνωμοσύνη της, αναφέροντας ότι από τότε που τους επισκέφτηκε ούτε που σκέφτεται το τσιγάρο.


Μια άλλη φορά την επισκέφτηκαν κάποιες μοναχές, εξαδέλφες του Μίσα Αρτσιμπούσεβα και τη ρώτησαν γι' αυτόν. Η οσία τους είπε ότι ο Μίσα έμπλεξε τελευταία με μια γύφτισσα. Μετά αφού συναντήθηκαν και τον ρώτησαν σχετικά, τους εξήγησε ότι ενώ ποτέ δεν κάπνιζε, τελευταία αγόρασε ένα πακέτο τσιγάρα που είχαν για μάρκα μια «γύφτισσα».


Μετά την μεταπολίτευση στη Ρωσία από την Κομμουνιστική Επανάσταση του 1917 μ.Χ., η Μαρία άρχισε να χρησιμοποιεί πολύ άσχημη γλώσσα, θέλοντας έτσι να υποδείξει τα νέα δεινά της Εκκλησίας από το νέο καθεστώς. Οι υπόλοιπες μοναχές σκανδαλιζόμενες τη ρώτησαν πώς ήταν δυνατόν μια καλογριά να μην μιλάει ευγενικά και η Μαρία απάντησε: «Υπό τον Τσάρο Νικόλαο αυτό ήταν εύκολο, για δοκιμάστε το και με τους Σοβιετικούς».


Η Μαρία Ιβάνοβνα κοιμήθηκε ειρηνικά το 1927 μ.Χ.

Όσιος Αδριανός εκ Ρωσίας

 Το κοσμικό του όνομα του Οσίου Ανδριανού ήταν Ανδρέας Ζαβαλίσιν. Όταν ανακάλυψε στην παγωμένη έρημο τον Όσιο Αλέξανδρο του Σβιρ , έγινε μαθητής του. Μόνασε στην περιώνυμη Μονή Βαλαάμ και ασκήθηκε σε μία χερσόνησο της Λίμνης Λαντόγκας, όπου ίδρυσε μονή. Υπήρξε πνευματικός της Πριγκίπισσας Άννας, κόρης του Τσάρου Ιβάν Δ' του Τρομερού.


Τελειώθηκε μαρτυρικά το 1549 μ.Χ., από ληστές που του επετέθηκαν, ενώ επέστρεφε από την Μόσχα. Το ασκητικό και μαρτυρικό του σώμα ενταφιάσθηκε στη Μονή του, στο Ναό του Αγίου Νικολάου.


Το Λείψανό του ανακομίσθηκε αδιάφθορο το 1551 μ.Χ. Μετά την Επανάσταση του 1917 μ.Χ., δεν υπάρχουν πληροφορίες για την τύχη του.

Άγιος Αδριανός

 Ο Άγιος Αδριανός έζησε στα χρόνια του βασιλιά Λικινίου (313 μ.Χ.). Καταγόταν από τη Ρώμη και ήταν γιος του Πρόθου βασιλιά της Ρώμης, που βασίλευσε το 276 μ.Χ. Ο Αδριανός διέμεινε, μαζί με τον αδελφό του Δομέτιο - επίσκοπο αργότερα του Βυζαντίου μετά τον Τίτο - στο Βυζάντιο. Ποθώντας να μαρτυρήσει για τον Χριστό, πήγε στη Νικομήδεια και ήλεγξε τον Λικίνιο, διότι μάταια ταλαιπωρούσε τα ρωμαϊκά στρατεύματα προφασιζόμενος ότι διώκει τους χριστιανούς. Όποτε ο Λικίνιος τον βασάνισε με διάφορους τρόπους και στο τέλος τον αποκεφάλισε. Ο δε αδελφός του Δομέτιος, πήρε το άγιο λείψανο του και το έθαψε στην Αργυρόπολη, που βρίσκεται κοντά στο Βυζάντιο. Εκεί επίσης βρίσκονταν και τα άγια λείψανα των Μαρτύρων Αδριανού και Ναταλίας, μαζί με αυτά του Αποστόλου Στάχυος, που έκανε πρώτος επίσκοπος Βυζαντίου μετά τον πρωτόκλητο Ανδρέα.

Όσιος Ιβιστίων

 Ο Όσιος Ιβιστίων απεβίωσε ειρηνικά.

Άγιοι Αττικός και Σισίνιος

 Οι Άγιοι Αττικός και Σισίνιος μαρτύρησαν δια ξίφους. Ίσως συνελήφθησαν μαζί με τον Άγιο Αδριανό στη Νικομήδεια.