Κυριακή 26 Απριλίου 2026

ΔΟΞΑΣΤΙΚΟΝ ΑΙΝΩΝ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ


 

ΑΓΟΡΑΣΑΣ ΣΙΝΔΟΝΑ(Κυριακή Μυροφόρων)

 «Καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλησε τῇ σινδόνι καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ, ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου» (Μάρκ. 15, 46).

«᾿Εκεῖνος ἀγόρασε ἕνα σεντόνι, κατέβασε τὸν ᾿Ιησοῦ, τὸν τύλιξε μ’ αὐτὸ καὶ τὸν τοποθέτησε σ’ ἕνα μνῆμα ποὺ ἦταν λαξεμένο σὲ βράχο· μετὰ κύλησε ἕνα λιθάρι κι ἔκλεισε τὴν εἴσοδο τοῦ μνήματος».



 Δύο Κυριακές μετά από το Πάσχα και η Εκκλησία μάς υπενθυμίζει δύο άνδρες και επτά γυναίκες, που δεν δείλιασαν και δεν εγκατέλειψαν τον Χριστό μόνο στο μαρτύριο του Σταυρού και στον θάνατο. Οι Μυροφόρες γυναίκες, Μαρία η Μαγδαληνή, Μαρία η του Κλωπά, Μάρθα και Μαρία, οι αδελφές του Λαζάρου, Σαλώμη, Ιωάννα, σύζυγος του Χουζά, βασιλικού επιτρόπου του Ηρώδη, και Σωσσάνα, στάθηκαν στο πλευρό της Παναγίας αυτές τις απίστευτα δύσκολες ώρες και στιγμές. Και όλες, άλλες νωρίτερα, άλλες αργότερα έμαθαν το μήνυμα της Ανάστασης και συναντήθηκαν με τον Αναστημένο Χριστό, ο Οποίος τις προσφώνησε με τη φράση «Χαίρετε», να έχετε χαρά, διότι ο θάνατος πατήθηκε θανάτω, διότι ο πόνος και το κακό καταργούνται ως βάσανα του ανθρώπου και γίνονται πεδία άθλησης προς την αγιότητα και την ανάσταση, διότι ο Θεάνθρωπος Κύριος παίρνει μαζί Του στη βασιλεία Του όλους, όσοι πιστεύουν σ’ Εκείνον και ζούνε την Εκκλησία ως σπίτι τους. Μόνο χαρά λοιπόν ταιριάζει στην Ανάσταση!


 Υπάρχουν όμως και οι δύο άνδρες, ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, βουλευτής, ο οποίος έχει αποδεχτεί στην καρδιά του τη βασιλεία των ουρανών, και ο Νικόδημος, ο κρυφός μαθητής, ο οποίος τόλμησε να πάει ενάντια στο Μεγάλο Συνέδριο των θρησκευτικών αρχόντων των Ιουδαίων, επισκεπτόμενος νύχτα τον Χριστό και συζητώντας μαζί Του για την άνωθεν αναγέννηση εξ ύδατος και Πνεύματος, αλλά και αντιστεκόμενος στην απόρριψη και ισοπέδωση του προσώπου του Χριστού από τους θρησκευτικούς ηγέτες, όταν αυτοί δεν ήθελαν να επιτρέψουν στον Ιησού να απολογηθεί για όσα Τον κατηγορούσαν, για παραβίαση δηλαδή των διατάξεων του Μωσαϊκού Νόμου. Η παράδοση αναφέρει ότι τόσο ο Ιωσήφ, όσο και ο Νικόδημος μειοψήφησαν στην απόφαση του Συνεδρίου να καταδικάσει τον Ιησού σε θάνατο και γι’ αυτό και τόλμησαν να φροντίσουν το σώμα του νεκρού Διδασκάλου, αψηφώντας τις περαιτέρω αντιδράσεις.


 Ο ευαγγελιστής Μάρκος επισημαίνει ότι ο Ιωσήφ αγόρασε σεντόνι, όταν πήρε την άδεια από τον Πιλάτο να κατεβάσει τον Ιησού από τον Σταυρό. Το σεντόνι ήταν στα νεκρικά έθιμα των Ιουδαίων, για να τυλίγουν τους νεκρούς, πριν τους αλείψουν με αρώματα και τους καταδέσουν με τις ταινίες, τα εντάφια σπάργανα, για να τους τοποθετήσουν στον τάφο. Ο Ιωσήφ πλήρωσε ο ίδιος την αγορά του σεντονιού, δείχνοντας την αγάπη, τον σεβασμό, αλλά και την αφοσίωση προς τον Κύριο, ο Οποίος δεν είχε χρήματα, ούτε καμία ιδιοκτησία, αλλά και για την τελευταία του κατοικία δέχτηκε την ελεημοσύνη και την αγάπη των ανθρώπων. Και βρέθηκαν ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος, οι οποίοι ως άντρες μπορούσαν να αγοράσουν και να προσφέρουν στον νεκρό Ιησού τα απαραίτητα για την ταφή, χωρίς να υπολογίζουν ότι η αφή του νεκρού σώματος του καθιστούσε μολυσμένους σύμφωνα με την ιουδαϊκή παράδοση και ότι έπρεπε να περάσουν μέρες καθαρμού, κάτι που θα τους έκανε να χάσουν τη δυνατότητα να εορτάσουν το Πάσχα με τους οικείους τους. Δεν το υπολόγισαν όμως αυτό, μπροστά στην αγάπη και την αφοσίωση στον Κύριο.


 Ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, όπως και ο Νικόδημος, ο κρυφός μαθητής, αποτελούν παράδειγμα ανθρώπων, οι οποίοι μπροστά στην αγάπη νικούν την άποψη της κοινής γνώμης, νικούν την τυπολατρία, νικούν τον φόβο, νικούν τη νοοτροπία ότι «κάποιος άλλος ας κάνει κάτι για έναν ανήμπορο». Η αγάπη τούς κάνει να μην υπολογίζουν χρήματα, αποδοκιμασία, ηρεμία, τον ρυθμό της ζωής τους, αλλά τους οδηγεί στην ομολογία του Χριστού, στην φροντίδα του Χριστού, στο να κάνουν αυτό που ούτε οι μαθητές του Κυρίου δεν θέλησαν ούτε μπόρεσαν: να προσφέρουν τις τελευταίες φροντίδες που ένας άνθρωπος έχει ανάγκη, όταν πεθάνει. Αυτοί φρόντισαν το σώμα, δείχνοντας όμως ότι η ψυχή τους ήταν γεμάτη από την αγάπη που νικά τον θάνατο.


 Ο Ιωσήφ, εκτός από το σεντόνι, προσέφερε στον Ιησού και τον οικογενειακό τάφο, που είχε ο ίδιος, για να ταφεί ο Κύριος. Η αγάπη δεν είναι θεωρία, αλλά θυσία και προσφορά. Και γι’ αυτό η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του την Τρίτη Κυριακή μετά το Πάσχα, μαζί με τη μνήμη του Νικοδήμου και των επτά μυροφόρων γυναικών, για να μας παραδειγματίσει, ότι ο Χριστός την αγάπη έφερε στον κόσμο και έδειξε και όσοι Τον ακολουθούν, την αγάπη καλούνται να δείξουν και να προσφέρουν. Δύσκολος δρόμος, που θέλει τόλμη, αυταπάρνηση, πίστη, αφοσίωση στον Κύριο. Δρόμος αιωνιότητας και αγιότητας όμως, ο οποίος μάς σώζει. Ας τον ακολουθήσουμε!Χριστός Ανέστη!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Μυροφόρες υπάρξεις....

 Δίχως να έχουν τα έκδηλα χαρίσματα των μαθητών του Χριστού μα φέροντας στα στήθη μια καρδιά που αγαπούσε τον Χριστό, όχι για αυτά που έκανε αλλά για Εκείνο που είναι,άνοιξαν δρόμο και προχώρησαν εκεί όπου η λογική έβλεπε τέλος!


Τα εμπόδια πραγματικά ήταν πολλά,το σκοτάδι του φόβου, η μανία των Εβραίων,

η κουστωδία των στρατιωτών,η βαριά πέτρα που έκλινε την είσοδο του τάφου.

Στο μυαλό τους υπήρχε όντως ο προβληματισμός

«Τίς αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου;»

(ποιός θα καταφέρει να μετακινήσει τον λίθο....).

Οι Μυροφόρες λειτουργούν με πλήρη επίγνωση της πραγματικότητας,

δεν κινούνται από συναισθηματική παρόρμηση.

Και εδώ βρίσκεται το μεγαλείο της ψυχής τους γιατί ενώ δεν καταργούν τον λογισμό τους ωστόσο δεν τον αφήνουν και να τις ακινητοποιήσει.

Δυστυχώς στην ζωή μας συμβαίνει το αντίθετο.

Εμείς συνήθως περιμένουμε να ανοίξει ο δρόμος για να προχωρήσουμε.

Θέλουμε να είναι όλα έτοιμα, ασφαλή και τακτοποιημένα για να κάνουμε το επόμενο βήμα.

Η αγάπη όμως δεν κινείται εκ του ασφαλούς κινείται εκ της αληθινής πίστης(εμπιστοσύνης).

Ξέρεις παλιά όταν είχε καιρό να βρέξει κι υπέφερε απ’ την ανομβρία σύμπασα η κτίση έκαναν λιτανείες με τις Εικόνες και τα σεπτά Λείψανα των Αγίων κι ο κόσμος έπαιρνε μαζί του τις ομπρέλες απ’ όταν ξεκινούσαν ....


Εν τω μεταξύ οι Μυροφόρες αυτό τον λογισμό τον είχαν όχι αφού ξεκίνησαν να πηγαίνουν αλλά καθώς έφταναν και αυτό γιατί είχε υπερισχύσει μέσα τους

η λαχτάρα της καρδιάς έναντι της λογικής της φυσικής.

Βλέπεις οι λογισμοί σαν τραφούν απ’ τους φόβους, τις ανασφάλειες μας

αποκτούν απίστευτη δυναμική....

Ένας λογισμός που επιμένει, μια σκέψη μονάχα μπορεί όχι απλά να προκαλέσει κατολισθήσεις και να φράξει τον δρόμο μας, μα και να ακινητοποιήσει την ζωή μας,να μας τρελάνει,να γκρεμίσει τις όποιες γέφυρες έχει απλώσει η φιλανθρωπία του Θεού προκειμένου να Τον συναντήσουμε.


Ένας σύγχρονος πατέρας συνδέει τις μυροφόρες με τον Μωυσή που βρέθηκε μπροστά στην κλειστή θάλασσα.

Είχε στην πλάτη του την ευθύνη ενός λαού αλλά και τους Αιγυπτίους να έρχονταν εχθρικά κατά πάνω τους.

Δείλιασε; κρύφτηκε; Όχι!

Ήξερε ότι δεν μπορεί να κάνει πίσω αλλά και μπροστά έβλεπε ‘’τοίχο’’

με την κλειστή Ερυθρά Θάλασσα.

Και από την στιγμή που πίσω δεν μας συμφέρει να πάμε αλλά και μπροστά δεν μπορούμε να προχωρήσουμε, τότε τι κάνουμε;

Τότε...πάμε προς τα πάνω!

Κραύγασε λοιπόν με όλη του την ψυχή στον Θεό κι ο Θεός άνοιξε εκεί που δεν υπήρχε άνοιγμα….Η πίστη του Μωυσή έγινε δρόμος σωτηρίας…

Αυτοί είναι οι άνθρωποι της αγάπης…Αυτοί που ανοίγουν θάλασσες,αυτοί που μετακινούν λίθους, άνθρωποι ελεύθεροι από κάθε φόβο γιατί αγαπάνε πραγματικά κι εμπιστεύονται αληθινά!


Ο δρόμος προς το μνημείο είναι ανοιχτός σ᾽ αυτούς που η καρδούλα τους

λαχταρά την συνάντηση, την σχέση με Εκείνον...

Τούτη η πορεία είναι πορεία έχει προς τον Θάνατο αλλά προς την Ζωή!

Και κάθε τέτοια πορεία αξίζει τον κάθε κόπο, την κάθε θυσία μας άλλωστε κανένας δεν μετάνιωσε που βρήκε την χαμένη του Αγάπη…..

π.Ιωάννης Παπαδημητρίου

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

 Κατά ἕνα παλαιό λειτουργικό ἔθιμο τῆς Ἐκκλησίας μας, τήν ἑπομένη τῶν μεγάλων ἑορτῶν τελεῖται ἡ «Σύναξις», πανηγυρική δηλαδή συνάθροισις τῶν πιστῶν, πρός τιμήν τῶν ἱερῶν προσώπων, πού διεδραμάτισαν ἕνα σπουδαῖο ρόλο στό ἑορτασθέν γεγονός. Ἔτσι τήν ἑπομένη τῶν Χριστουγέννων ἑορτάζομε τήν Σύναξι τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου καί τήν μετά τά Χριστούγεννα Κυριακή τήν μνήμη Δαυίδ τοῦ βασιλέως, Ἰωσήφ τοῦ μνήστορος καί Ἰακώβου τοῦ ἀδελφοθέου. Τήν ἑπομένη τῶν Θεοφανείων τήν Σύναξι τοῦ Προδρόμου. Τήν ἑπομένη τῆς Ὑπαπαντῆς τήν Σύναξι τοῦ δικαίου Συμεών τοῦ θεοδόχου καί τῆς προφήτιδος Ἄννης. Τήν ἑπομένη τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τήν Σύναξι τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ κλπ.


Στό ἴδιο προφανῶς αἴτιο ὀφείλεται καί ὁ ἑορτασμός τήν δευτέρα Κυριακή μετά τοῦ Πάσχα δύο ὁμάδων προσώπων πού ὑπηρέτησαν στό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ἀφ᾽ ἑνός δηλαδή τοῦ Ἰωσήφ τοῦ ἀπό Ἀριμαθαίας καί τοῦ Νικοδήμου, πού ἔθαψαν τό σῶμα τοῦ Κυρίου, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ τῶν Μυροφόρων γυναικῶν, πού ἦλθαν νά ἀλείψουν μέ μῦρα τό σῶμα καί πρῶτες ἄκουσαν τό εὐαγγέλιο τῆς Ἀναστάσεως καί πρῶτες εἶδαν τόν ἀναστάντα Κύριο.


Σύμφωνα λοιπόν πρός τά ἀνωτέρω ἡ σύναξις πρός τιμήν τῶν ἱερῶν αὐτῶν προσώπων θά ἔπρεπε νά ἑορτάζεται τήν ἑπομένη τοῦ Πάσχα, τήν Δευτέρα δηλαδή τῆς Διακαινησίμου. Ἀλλ᾽ ὅλη ἐκείνη ἡ ἑβδομάς, ἀπό τήν Δευτέρα μέχρι τό Σάββατο, κατείχετο ἀπό τό θέμα τῆς Ἀναστάσεως. «Ἐλογίζετο» ὡς μία πασχάλιος ἡμέρα. Ἡ μετά τό Πάσχα πάλι Κυριακή λόγῳ τοῦ γεγονότος πού συνέβη κατ᾽ αὐτήν, τῆς ἐμφανίσεως δηλαδή τοῦ ἀναστάντος στόν Θωμᾶ καί στούς μαθητάς, ἦταν ἤδη κατειλημμένη ἀπό τόν ἑορτασμό τοῦ περιστατικοῦ αὐτοῦ. Ὁ ἑορτασμός του διήρκεσε ὅλη τήν ἐπακολουθοῦσα ἑβδομάδα καί ἡ πρώτη μετά τό Πάσχα ἐλευθέρα ἡμέρα γιά τήν τοποθέτησι τῆς «Συνάξεως» ἔμενε ἡ δευτέρα μετά τό Πάσχα Κυριακή.


Ἔτσι κατά τόν Ι’ αἰῶνα βρίσκομε στό ἑορτολόγιο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως νά ἀναγράφεται στήν Κυριακή αὐτή ἡ «μνήμη τῶν δικαίων Ἰωσήφ τοῦ ἀπό Ἀριμαθαίας καί Μαρίας τῆς Μαγδαληνῆς καί τῶν λοιπῶν μαθητριῶν τοῦ Κυρίου», γιά νά προστεθῇ ἀργότερα σ᾽ αὐτούς καί ἡ μνήμη τοῦ «νυκτερινοῦ μαθητοῦ» τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Νικοδήμου. Ἀπολυτίκιο τῆς ἡμέρας, ἐκτός ἀπό τό γνωστό «Ὁ εὐσχήμων Ἰωσήφ…», ἦταν καί τό παλαιό τροπάριο «Τῶν μαθητῶν σου ὁ χορός…», πού σήμερα, κάπως παρηλλαγμένο, ἀπαντᾷ σάν δεύτερο κάθισμα τοῦ ὄρθρου τῆς Κυριακῆς τῶν Μυροφόρων μετά τήν γ’ ᾠδή τοῦ κανόνος καί στήν Παρακλητική σάν δεύτερο καί πάλι κάθισμα μετά τήν δευτέρα στιχολογία στόν ὄρθρο τῆς Κυριακῆς τοῦ β’ ἤχου. Ἀκριβῶς δέ τό τροπάριο αὐτό, πού ἔχει εἰδικά γραφῆ καθώς φαίνεται γιά τήν παροῦσα ἑορτή, μᾶς δίδει καί τό θέμα τῆς Κυριακῆς τῶν Μυροφόρων καί τήν συνάρτησί του πρός τό θέμα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου:


«Τῶν μαθητῶν σου ὁ χορός σύν μυροφόροις γυναιξί ἀγάλλονται συμφώνως, κοινήν γάρ ἑορτήν αὐτοῖς ἑορτάζομεν εἰς δόξαν καί τιμήν τῆς σῆς ἀναστάσεως καί δι᾽ αὐτῶν δεόμεθα, φιλάνθρωπε Κύριε, τῷ λαῷ σου παράσχου τό μέγα ἔλεος».


Ἡ κοινή ἑορτή τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου, τοῦ Ἰωσήφ καί τοῦ Νικοδήμου, καί τῶν Μυροφόρων γυναικῶν ἑορτάζεται πρός δόξαν καί τιμήν τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι δηλαδή μία ἀνακίνησις, μία ἀνανέωσις τοῦ ἀναστασίμου πανηγυρισμοῦ μέ νέο κέντρο, τά πρόσωπα πού ἄμεσα συνεδέθησαν μέ αὐτόν.


Ὁ Ἰωσήφ καί ὁ Νικόδημος κατεῖχαν ὑψηλά ἀξιώματα στήν Ἰουδαϊκή κοινωνία. Ἦσαν μέλη τοῦ Μεγάλου Συνεδρίου, τῆς Βουλῆς. Ὁ πρῶτος, ὁ Ἰωσήφ ὁ ἀπό Ἀριμαθαίας, πόλεως τῶν Ἰουδαίων (Λουκ. 23, 51), «ἄνθρωπος πλούσιος» (Ματθ. 27, 57), «εὐσχήμων βουλευτής» (Μάρκ. 15, 43), «μαθητής κεκρυμμένος διά τόν φόβον τῶν Ἰουδαίων» (Ἰω. 19, 38. Ματθ. 27, 57), πού «προσεδέχετο τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. 23, 51. Μάρκ. 15, 43) καί δέν συγκατετίθετο μέ τά λοιπά μέλη τοῦ Συνεδρίου στήν κατά τοῦ Χριστοῦ βουλήν καί πρᾶξι των (Λουκ. 23, 51), κατά τίς πληροφορίες τῶν Εὐαγγελίων, ἀναλαμβάνει τόν τολμηρό ρόλο νά ζητήσῃ γιά ταφή τό σῶμα τοῦ ἐκτελεσθέντος ὡς ἐπαναστάτου κατά τῆς Ρωμαϊκῆς ἀρχῆς βασιλέως τῶν Ἰουδαίων. Προσέρχεται στόν Πιλάτο καί ζητεῖ τό σῶμα. Λαμβάνει τήν ἄδεια τῆς ταφῆς, τοῦ ἀποδίδει πρόχειρες νεκρικές τιμές καί τό θάπτει στό κενό μνημεῖο, πού εἶχε ἑτοιμάσει γιά τόν ἑαυτό του.


Στό ἔργο του αὐτό βοηθεῖται καί ἀπό ἕναν ἄλλον ἄρχοντα τῶν Ἰουδαίων, τόν Νικόδημο, φαρισαῖο (Ἰω. 3, 1), μέλος καί αὐτόν τοῦ Συνεδρίου, πού παλαιότερα εἶχε ἔλθει μία νύκτα νά συναντήσῃ τόν Χριστό καί νά ἀκούσῃ τήν διδασκαλία Του (Ἰω. 3, 1 ἑξ.) καί εἶχε ἐπιχειρήσει νά τόν ὑπερασπίσῃ ἀργότερα στό Συνέδριο (Ἰω. 7, 50). Αὐτός φέρνει καί μία μεγάλη ποσότητα ἀρωμάτων «μίγμα σμύρνης καί ἀλόης ὡσεί λίτρας ἑκατόν» γιά νά ἐνταφιάσουν τόν Χριστό κατά τά Ἰουδαϊκά ἔθιμα (Ἰω. 19, 39-40).


Τά δύο λοιπόν αὐτά σοβαρά καί εὐϋπόληπτα πρόσωπα προσάγονται ἀπό τήν Ἐκκλησία σάν δύο ἀψευδεῖς μάρτυρες τοῦ θανάτου καί τῆς ταφῆς τοῦ Χριστοῦ. Αὐτοί Τόν εἶδαν νεκρό, ζήτησαν τό σῶμα ἀπό τήν Ρωμαϊκή ἀρχή, τό κατέβασαν ἀπό τόν Σταυρό, τό ἄλειψαν μέ τά ἀρώματα καί τό τύλιξαν στά σάβανα, τό μετέφεραν καί τό ἔθαψαν καί προσεκύλησαν «λίθον μέγαν» στή θύρα τοῦ μνημείου. Εἶναι σάν μία ἔμμεσος ἀπάντησις σ᾽ ἐκείνους πού τυχόν θά ἀμφέβαλλαν γιά τόν πραγματικό θάνατο τοῦ Σταυρωθέντος. «Ἐπί στόματος δύο μαρτύρων καί ἐπί στόματος τριῶν μαρτύρων στήσεται πᾶν ρῆμα», ἔλεγε ὁ Μωσαϊκός νόμος (Δευτ. 19, 15). Καί ἐδῶ μάρτυρες τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι μόνο οἱ στρατιῶται τοῦ ἐκτελεστικοῦ ἀποσπάσματος, ὁ ἑκατόνταρχος, ὁ Πιλᾶτος, οἱ παριστάμενες γυναῖκες. Ἀλλά καί δύο ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων. Δύο κοινῶς ἀνεγνωρισμένα καί τιμώμενα πρόσωπα.


Οἱ ἐκκλησιαστικοί ποιηταί ἔβαλαν στό στόμα τῶν δύο αὐτῶν ἀνδρῶν θαυμασίους ἐπικηδείους θρήνους. Ἕνας ἀπό αὐτούς εἶναι καί ἐκεῖνος πού πλέκεται στό δοξαστικό τῶν ἀποστίχων τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ πλ. α’ ἤχου. Εἶναι ἕνας ἀπό τούς ὡραιοτέρους ὕμνους καί ψάλλεται καί κατά τήν ἡμέρα τοῦ θανάτου τοῦ Κυρίου, τήν Μεγάλη Παρασκευή, καί κατά τήν ἀκολουθία τῆς Κυριακῆς τῶν Μυροφόρων:


«Σέ τόν ἀναβαλλόμενον τό φῶς ὥσπερ ἱμάτιον, καθελών Ἰωσήφ ἀπό τοῦ ξύλου σύν Νικοδήμῳ καί θεωρήσας νεκρόν, γυμνόν, ἄταφον, εὐσυμπάθητον θρῆνον ἀναλαβών, ὀδυρόμενος ἔλεγεν· Οἴμοι, γλυκύτατε Ἰησοῦ! ὅν πρό μικροῦ ὁ ἥλιος ἐν σταυρῷ κρεμάμενον θεασάμενος ζόφον περιεβάλλετο καί ἡ γῆ τῷ φόβῳ ἐκυμαίνετο καί διερρύγνυτο ναοῦ τό καταπέτασμα· ἀλλ᾽ ἰδού νῦν βλέπω σε δι᾽ ἐμέ ἑκουσίως ὑπελθόντα θάνατον. Πῶς σέ κηδεύσω, Θεέ μου; ἤ πῶς σινδόσιν εἰλήσω; ποίαις χερσί δέ προσψαύσω τό σόν ἀκήρατον σῶμα; ἤ ποία ᾄσματα μέλψω τῇ σῇ ἐξόδῳ, οἰκτίρμον; Μεγαλύνω τά πάθη σου, ὑμνολογῶ καί τήν ταφήν σου σύν τῇ ἀναστάσει κραυγάζων· Κύριε, δόξα σοι».


Ἄν ὁ Ἰωσήφ καί ὁ Νικόδημος εἶναι οἱ μάρτυρες τοῦ θανάτου καί τῆς ταφῆς, αἱ μυροφόροι γυναῖκες εἶναι οἱ πρῶτοι μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτές πού ἐπεθύμησαν νά συμπληρώσουν τίς ἐλλείψεις τῆς ἐσπευσμένης ταφῆς, ἀλλ᾽ ἀντί νά ἀλείψουν μέ μῦρα τό νεκρό σῶμα, ἀντί νά κλαύσουν γιά τόν νεκρό, ἔγιναν οἱ πρῶτοι θεαταί τοῦ κενοῦ τάφου καί πρῶτες αὐτές ἄκουσαν ἀπό τό στόμα τοῦ λευκοφόρου ἀγγέλου τό χαρούμενο καί παράδοξο μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτές ἔγιναν ἀπό Μυροφόροι εὐαγγελίστριαι κι᾽ ἔφεραν τό εὐαγγέλιο τῆς ἐγέρσεως στούς μαθητάς καί στόν κόσμο.


Αὐτήν δέ ἀκριβῶς τήν μετάβασι τῶν Μυροφόρων στό μνῆμα καί τό ἀγγελικό μήνυμα, τό ἄγγελμα τῆς Ἀναστάσεως, ποιητικά ἐπεξεργάζεται τό δοξαστικό τῶν αἴνων τοῦ β’ ἤχου. Εἶναι ποίημα τοῦ βασιλέως Λέοντος τοῦ Σοφοῦ καί ἐμπνέεται ἀπό τήν σχετική ἀναστάσιμο περικοπή τοῦ Κατά Μάρκον Εὐαγγελίου (Μάρκ. 16, 1-8), τό Β’ ἑωθινό Εὐαγγέλιο τῶν Κυριακῶν:


«Μετά μύρων προσελθούσαις ταῖς περί τήν Μαριάμ γυναιξί καί διαπορουμέναις πῶς ἔσται αὐταῖς τυχεῖν τοῦ ἐφετοῦ ὡράθη ὁ λίθος μετῃρμένος καί θεῖος νεανίας καταστέλλων τόν θόρυβον αὐτῶν τῆς ψυχῆς· Ἠγέρθη γάρ, φησιν, Ἰησοῦς ὁ Κύριος· διό κηρύξατε τοῖς κήρυξιν αὐτοῦ μαθηταῖς εἰς τήν Γαλιλαίαν δραμεῖν καί ὄψεσθαι αὐτόν ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν, ὡς ζωοδότην καί Κύριον».


Καί πάλι λοιπόν τήν Κυριακή τῶν Μυροφόρων θά δοξολογηθῇ ὁ νικητής τοῦ θανάτου καί τοῦ Ἅδου. Ὁ νεκρός – τό βεβαιώνουν ὁ Ἰωσήφ καί ὁ Νικόδημος, πού ἔγινε ζῶν – τό βεβαιώνουν αἱ Μυροφόροι. «Ἡ ζωή ἡ ἀθάνατος» πού κατέβη στό βασίλειο τοῦ Ἅδου καί ἐνέκρωσε τόν Ἅδη μέ τό ἀνέσπερο φῶς Του, μέ τήν ἀστραπή τῆς Θεότητός Του. Αὐτός πού ἀνέστησε τούς πεθαμένους ἀπό τά σκοτεινά μνήματα. Ὁ ζωοδότης, πού μέ τήν ἀνάστασί Του σύναψε σέ ἀτελεύτητο δοξολογία τίς δυνάμεις τῶν οὐρανῶν καί τούς λαούς τῆς γῆς. Αὐτός πού ἀπέθανε καί κατέβη στόν Ἅδη, γιά νά μᾶς ἀνεβάσῃ μέ τήν ἔγερσί Του στούς οὐρανούς.


Αὐτό ἀκριβῶς ψάλλει ὁ ὑμνῳδός τοῦ ἀναστασίμου ἀπολυτικίου τοῦ β΄ ἤχου, πού θά ἀκουσθῇ τήν Κυριακή τῶν Μυροφόρων στούς ναούς μας:


«Ὅτε κατῆλθες πρός τόν θάνατον, ἡ ζωή ἡ ἀθάνατος, τότε τόν Ἅδην ἐνέκρωσας τῇ ἀστραπῇ τῆς Θεότητος· ὅτε δέ καί τούς τεθνεῶτας ἐκ τῶν καταχθονίων ἀνέστησας, πᾶσαι αἱ δυνάμεις τῶν ἐπουρανίων ἐκραύγαζον· Ζωοδότα Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν, δόξα σοι».

Ἀληθινή καί όχι ψεύτικη χαρά

 Τοῦ Φώτη Κόντογλου


“Ἀληθινὴ κι᾿ ὄχι ψεύτικη χαρὰ νοιώθει μονάχα ὅποιος ἔχει τὸν Χριστὸ μέσα του, κ᾿ εἶναι ταπεινός, πρᾶος, γεμάτος ἀγάπη. Ἀληθινὴ χαρὰ ἔχει μονάχα ἐκεῖνος ποὺ ξαναγεννήθηκε στὴν ἀληθινὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ. Κι᾿ αὐτὴ ἡ ἀληθινὴ χαρὰ βγαίνει ἀπὸ καρδιὰ ποὺ πονᾶ καὶ θλίβεται γιὰ τὸν Χριστό, καὶ βρέχεται ἀπὸ τὸ παρηγορητικὸ δάκρυο τὸ ὁποῖο δὲν τὸ γνωρίζουνε οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, κατὰ τὸν ἅγιο λόγο ποὺ εἶπε τὸ στόμα τοῦ Κυρίου: «Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται» (Ματθ. ε´ 4), «Καλότυχοι ὅσοι εἶναι λυπημένοι, γιατὶ αὐτοὶ θὰ παρηγορηθοῦνε.» Κι᾿ ἀλλοῦ λέγει:… «Καλότυχοι ὅσοι κλαῖτε τώρα, γιατὶ θὰ γελάσετε.» (Λουκ. στ´ 21).


Ὅποιος λυπᾶται καὶ ὑποφέρνει γιὰ τὸν Χριστό, πέρνει παρηγοριὰ οὐράνια καὶ εἰρήνη ἀθόλωτη. Παράκληση δὲν θὰ πεῖ παρακάλεσμα, ἀλλὰ παρηγοριά. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα λέγεται Παράκλητος, δηλαδὴ Παρηγορητής, ἐπειδὴ ὅποιος τὸ πάρει, παρηγοριέται σὲ κάθε θλίψη του καὶ βεβαιώνεται καὶ δὲν φοβᾶται τίποτα. Κι᾿ αὐτὴ ἡ βεβαιότητα ποὺ δέχεται μυστικά, τὸν κάνει νὰ χαίρεται πνευματικά. Καὶ πάλι λέγει ὁ Κύριος παρακάτω στὴν ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλία: «Μακάριοι ἐστὲ ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσι καὶ εἴπωσι πᾶν πονηρὸν ρῆμα ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ,» (Ματθ. ε´ 11). Καὶ κατὰ τὸν μυστικὸ Δεῖπνο εἶπε στοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους: «Ἀμήν, Ἀμήν λέγω ὑμῖν ὅτι κλαύσετε καὶ θρηνήσετε ὑμεῖς, ὁ δὲ κόσμος χαρήσεται· ὑμεῖς δὲ λυπηθήσεσθε, ἀλλ᾿ ἡ λύπη ὑμῶν εἰς χαρὰν γενήσεται.» (Ἰω.ιστ´ 20).


Ὅλα τὰ ἄλλα ποὺ τὰ λένε χαρὲς οἱ ἄνθρωποι, δὲν εἶναι ἀληθινὲς χαρές· μιὰ εἶναι ἡ ἀληθινὴ χαρά, τούτη ἢ ἡ πονεμένη χαρὰ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ξαγοράζεται μὲ τὴ θλίψη, γιὰ τοῦτο κι᾿ ὁ Κύριος τη λέγει «πεπληρωμένη», δηλ. τέλεια, ἀληθινή, σίγουρη. (Ἰω. ιστ´ 25). Κι᾿ ὁ ἅγιος Παῦλος στὶς Ἐπιστολές του λέγει πολλὰ γι᾿ αὐτὴ τὴ βλογημένη θλίψη ποὺ εἶναι συμπλεγμένη μὲ τὴ χαρά: «Ἡ λύπη γιὰ τὸν Θεό, λέγει, φέρνει ἀμετάνοιωτη μετάνοια γιὰ τὴ σωτηρία (δηλ. ἡ λύπη ποὺ νοιώθει ὅποιος πιστεύει στὸν Θεό, κάνει ὥστε ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος νὰ μετανοιώσει καὶ νὰ σωθεῖ, χωρὶς νὰ ἀλλάξει γνώμη καὶ νὰ γυρίσει πίσω στὴν ἁμαρτία), ἐνῶ ἡ λύπη τοῦ κόσμου φέρνει τὸν θάνατο.» (Κορινθ. Β´, ζ´ 10).


Κι᾿ ἀλλοῦ λέγει πὼς οἱ χριστιανοὶ φαίνουνται στοὺς ἀσεβεῖς πὼς εἶναι λυπημένοι, μὰ στ᾿ ἀληθινὰ χαίρουνται: «ὡς λυπούμενοι ἀεὶ δὲ χαίροντες, ὡς πτωχοὶ πολλοὺς δὲ πλουτίζοντες, ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ πάντα κατέχοντες,» (Κορινθ. Β´, στ´ 10). Ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν παντοτινὴ χαρὰ φτερωμένος ὁ ἅγιος Παῦλος, γράφει ὁλοένα στοὺς μαθητάδες του: «Χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε!» (Φιλιπ. δ´ 4). «Πάλιν χαρῆτε.» (Φιλιπ. β´ 28). «Πάντοτε χαίρετε.» (Θεσσαλ. ε´ 16).




«Λοιπόν, ἀδελφοί, χαίρετε.» (Κορινθ. Ζ΄16)

Γιατί στὶς μυροφόρες τὸ πρῶτο «Χριστὸς ἀνέστη»;

 (+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)


«Ὁ δέ λέγει αὐταῖς- Μή ἐκθαμβεῖσθε- Ἰησοῦν ζητεῖτε τόν Ναζαρηνόν τόν ἐσταυρωμένον ἠγέρθη, οὐκ ἐστίν ὧδε...» (Μάρκ. 16, 6)

Ἐξακολουθοῦμε, ἀγαπητοί μου, νά ἑορτάζουμε τό μέγα, τό κοσμοσωτήριο γεγονός τῆς ἀναστάσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Οἱ περισσότεροι ὕμνοι ποῦ ψάλλονται τήν περίοδο αὐτή ὡς θέμα ἔχουν τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ἄλλα καί αὐτή ἡ θεία λειτουργία, ποὺ γίνεται τίς Κυριακές αὐτές τοῦ Πεντηκοσταρίου, διαφέρει ἀπό τή θεία λειτουργία τοῦ ὑπολοίπου ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους• διότι ἀμέσως μετά τό «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία...» δέν λέμε ἀμέσως τά εἰρηνικά, δέν λέμε τίς αἰτήσεις «Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν...», ἄλλα ὁ ἱερεύς θυμιάζει τήν ἁγία τράπεζα ἀπ' ὅλες τίς πλευρές καθώς καί ὅλο τό ναό καί ψάλλει μαζί μέ τούς ψάλτες κατ' ἐπανάληψιν, δέκα φορές, τό «Χριστός ἀνέστη».



Τό «Χριστός ἀνέστη» ἀκούγεται ὅλες τίς Κυριακές ἀλλὰ καί ὅλες τίς ἡμέρες μέχρι τῆς Ἀναλήψεως. Τό «Χριστός ἀνέστη» εἶναι, ἀδελφοί μου ὁ γλυκύτερος χαιρετισμός, χαιρετισμός ποὺ μεταφέρει ἀπό στόμα σέ στόμα, ἀπό γενεά σέ γενεά τό μέγα μήνυμα, τήν πιό χαρμόσυνη εἴδηση, ὅτι ὁ Κύριος νίκησε τό θάνατο. Χιλιάδες φορές - ἀμέτρητες ἀκούστηκε, καί ἀκούγεται, καί θά ἐξακολούθηση ν' ἀκούγεται τό «Χριστός ἀνέστη». Ἄλλα πότε ἐλέχθη γιά πρώτη φορά; ποιά αὐτιά τό πρωτοάκουσαν; ποιός εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἄκουσε γιά πρώτη φορά τό «Χριστός ἀνέστη»;

Ὅπως τή γέννηση τοῦ Χριστοῦ δέν τήν ἔμαθαν πρῶτοι οἱ μεγάλοι καί ἰσχυροί καί πλούσιοι, ἀλλά οἱ ταπεινοί καί φτωχοί βοσκοί ποὺ ἔβοσκαν τά ποίμνια τους στά βοσκοτόπια τῆς Βηθλεέμ, ἔτσι καί τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, τό γεγονός ὅτι ὁ Ἰησοῦς σύντριψε τίς πύλες τοῦ ἅδου, δέν τό ἄκουσαν πρῶτοι οἱ ἐπιφανεῖς καί ἀξιωματοῦχοι, δέν τό ἄκουσαν οἱ ἰσχυροί ἄνδρες, δέν τό ἄκουσαν οὔτε καί αὐτοί οἱ μαθηταί τοῦ Χριστοῦ• τό μήνυμα τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου τό ἄκουσαν πρῶτες ἀπ' ὅλους οἱ γυναῖκες, οἱ μυροφόρες γυναῖκες• καί πρός τιμήν αὐτῶν τῶν γυναικῶν εἶναι ἀφιερωμένη ἡ σημερινή Κυριακή, τρίτη Κυριακή ἀπό τό Πάσχα.

Ἀλλὰ γιατί τό μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως τό ἄκουσαν πρῶτες ἀπ' ὅλους οἱ μυροφόρες; Γιατί ἡ πρώτη ἐμφάνισης τοῦ ἀναστάντος Κυρίου νά γίνει σ' αὐτές; Μήπως ὁ Χριστός στήν περίπτωση αὐτή ἐνήργησε μεροληπτικῶς;

Μεροληπτικῶς σέ καμία στιγμή τῆς ζωῆς του δέν συμπεριφέρθηκε ὁ Κύριος. Ἦταν δίκαιος• καί συνεπῶς, ἐάν τώρα ὄχι οἱ ἄντρες, ὄχι οἱ ἀπόστολοι, ὄχι ὁ Πέτρος καί ὁ Ἰωάννης, ἀλλά οἱ γυναῖκες ἄκουσαν τό χαρμόσυνο μήνυμα, ὑπάρχει λόγος• λόγος ὄχι κάποιας ἰδιαιτέρας συμπαθείας, ἀλλά λόγος δικαιοσύνης. Ὁ Χριστός ἀγαπᾶ ὅλα τά παιδιά του καί ἀμείβει τό καθένα χωρίς νά μεροληπτεῖ εἰς βάρος ἄλλου. Ἄκουσαν πρῶτες οἱ μυροφόρες γυναῖκες τό «Χριστός ἀνέστη», διότι τούς ἄξιζε πράγματι νά τό ἀκούσουν. καί τούς ἄξιζε, διότι αὐτές ἔδειξαν ἀρετές ποὺ δέν ἔδειξαν οὔτε οἱ μαθηταί τοῦ Κυρίου. Ποιές ἀρετές ἔδειξαν;

Ἀπό τήν πρώτη μέρα ποὺ γνώρισαν τόν Κύριο στή Γαλιλαία, ἔγιναν πιστές μαθήτριές του, τόν ἀκολουθοῦσαν καί δαπανοῦσαν ἀπό τά ὑπάρχοντά τους γιά τή συντήρηση ἐκείνου καθώς καί τοῦ ὁμίλου τῶν μαθητῶν του• «ὅτε ἦν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ ἠκολούθουν αὐτῷ» (Μάρκ. 15,41) καί «διηκόνουν αὐτῷ ἐκ τῶν ὑπαρχόντων αὐταῖς» (Λουκ. 8,3). καί μόνο τότε;

Τήν ὥρα τῆς θυσίας του, ἐνῶ ὅλοι εἶχαν ἐγκαταλείψει τόν Κύριο, ἐνῶ ὁ μέν Ἰούδας τόν πρόδωσε γιά τριάκοντα ἀργύρια, ἐνῶ ὁ Πέτρος τόν ἀρνήθηκε ἐμπρός σέ μία ὑπηρέτρια καί μάλιστα μέ ὅρκο, ἐνῶ οἱ ἄλλοι μαθηταί πλήν τοῦ Ἰωάννου «πάντες ἀφέντες αὐτόν ἔφυγαν» (Ματθ. 26,56), ἐνῶ ὅλοι ὅσους εἶχε εὐεργετήσει καθ' ὅλο τό διάστημα τῆς δημοσίας δράσεώς του πῆγαν καί ἑνώθηκαν μαζί μέ τούς ἐχθρούς καί φώναζαν «Ἆρον ἆρον, σταύρωσον αὐτόν» (Ἰωάν. 19,15), μέσα στή γενική αὐτή ἐγκατάλειψη οἱ μυροφόρες ἔμειναν πιστές καί ἀφοσιωμένες στόν Κύριο. Ἔμειναν κοντά στόν Διδάσκαλο, ζώντας τό δράμα ἀπό ἀπόσταση τόση ὅση τούς ἐπέτρεπαν οἱ συνθῆκες. οὔτε ἕνα λεπτό δέν ἀποχωρίσθηκαν ἀπό αὐτόν.

«Ἦσαν δέ ἐκεῖ καί γυναῖκες πολλαί ἀπό μακρόθεν θεωροῦσαι, αἵτινες ἠκολούθησαν τῷ Ἰησοῦ ἀπό τῆς Γαλιλαίας διακονοῦσαι αὐτῷ• ἐν αἷς ἦν Μαρία ἡ Μαγδαληνή, καί Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καί Ἰωσῆ μήτηρ, καί ἡ μήτηρ τῶν υἱῶν Ζεβεδαίου» (Ματθ. 27,55-56) «καί Σαλώμη, αἵ...καί διηκόνουν αὐτῷ, καί ἄλλαι πολλαί αἱ συναναβᾶσαι αὐτῷ εἰς Ἱεροσόλυμα» (Μαρκ. 15,40-41). Βρῆκαν τό ψυχικό σθένος νά μείνουν ἐκεῖ, στό Γολγοθᾶ.

Εἶδαν τό φρικτό θέαμα. Ἄκουσαν ὅλους τοὺς λόγους, ποὺ εἶπε ὁ Χριστός ἐπάνω στό σταυρό, ἄκουσαν καί τό «Τετέλεσται» (Ἰωάν. 19,30).

Ἀλλὰ καί μετά τό θάνατό του δέν ἀναχώρησαν. Ἔμειναν θρηνώντας κοντά στό σταυρό. Καί μόλις παρουσιάστηκε ὁ Ἰωσήφ ὁ ἀπό Ἀριμαθαίας καί ὁ Νικόδημος μέ τήν ἄδεια τοῦ ἐνταφιασμοῦ, αὐτές ἔτρεξαν, τούς βοήθησαν, τούς συνόδευσαν στό μνημεῖο, καί δεν ἔφυγαν ἀπό 'κεῖ παρά μόνο ὅταν ὁ ἥλιος τῆς δραματικωτέρας αὐτῆς ἡμέρας ἔριξε πάνω στή γῆ τίς τελευταῖες του ἀκτῖνες.

Τήν ἀγάπη τους ὅμως, τήν ἀνδρεία τους, τή μεγάλη ψυχή τους τήν ἔδειξαν κατ' ἐξοχήν τη νύχτα τῆς Ἀναστάσεως, «τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων» (Λουκ. 24,1). Τότε, ἐνῶ ἤξεραν ὅτι τό μνῆμα εἶναι σφραγισμένο, ὅτι λίθος μεγάλος καί βαρύς φράζει τήν εἴσοδό του, ὅτι ἔνοπλοι Ρωμαῖοι στρατιῶτες φρουροῦν τόν τάφο κ' ἔχουν ἐντολή νά χτυπήσουν καθένα ποὺ θά τολμοῦσε νά πλησίαση ἐκεῖ, ἐν τούτοις οἱ μυροφόρες γυναῖκες «λίαν πρωί» (Μάρκ. 16,2), «ὄρθρου βαθέος» (Λουκ. 24,1), πρίν ἀκόμη ἀνατείλει ὁ ἥλιος, ξεκινοῦν νά ἔρθουν στό μνῆμα φέρνοντας μαζί τους ἀρώματα, τά ὁποῖα εἶχαν ἑτοιμάσει, γιά νά μυρώσουν τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Κανένας φόβος καί καμιά δυσκολία δέν στάθηκαν ἱκανά νά τίς ἐμποδίσουν. Τό μόνο ποὺ τίς ἀπασχολοῦσε ἦταν, πῶς θ' ἀποκυλίσουν τόν τεράστιο καί ἀσήκωτο ἐκεῖνο λίθο ἀπό τό ἄνοιγμα τοῦ μνημείου.

Μία τέτοια ἀγάπη, μία τέτοια ἀφοσίωση, μία τέτοια ἀνδρεία ἦταν δυνατόν νά μή δεῖ, νά μήν ἐκτιμήσει, νά μή βραβεύσει ὁ Κύριος; Ἀμοιβή λοιπόν τῆς ἀγάπης τους ἦταν τό ὅτι πρῶτες αὐτές ἄκουσαν τή μεγάλη εἴδηση, τό ἄγγελμα τῆς Ἀναστάσεως, τό «Χριστός ἀνέστη», ἀπό ἄγγελο Κυρίου. Καί ἐν συνεχείᾳ, ὅτι πρῶτες αὐτές βλέπουν τόν ἀναστάντα Κύριο καί παίρνουν ἐντολή, νά μεταδώσουν τό μήνυμα αὐτό στούς μαθητὰς καί στίς ἄλλες μαθήτριες.

Κ' ἐμεῖς σήμερα, ἀγαπητοί μου, ποὺ ἑορτάζουμε τή μνήμη τῶν ἁγίων μυροφόρων γυναικῶν, ἄντρες καί γυναῖκες ἄς μιμηθοῦμε τῶν μυροφόρων τίς ἀρετές, ἰδίως τήν ἀγάπη ποὺ εἶχαν στόν Κύριο.

Εἶναι ἀλήθεια, ὅτι καί μέχρι σήμερα οἱ γυναῖκες ἀγαποῦν τό Θεό περισσότερο ἀπό τούς ἄντρες. Αὐτές ἐκκλησιάζονται περισσότερο. Αὐτές ἔρχονται στούς ναούς «ὄρθρου βαθέος». Αὐτές μελετοῦν τό Εὐαγγέλιο καί ἄλλα ἐκκλησιαστικά βιβλία. Αὐτές τρέχουν στό κήρυγμα, ὅπου ἀκούγεται λόγος Θεοῦ. Αὐτές εἶναι προθυμότερες στήν ἄσκηση τῆς φιλανθρωπίας καί ἐλεημοσύνης. Αὐτές... Ὦ, πόσα δέν ὀφείλει ἤ Ἐκκλησία στίς γυναῖκες τίς θερμές!

Σήμερα ὅμως, στούς χρόνους αὐτούς τῆς ἀπιστίας καί τῆς διαφθορᾶς, καί οἱ γυναῖκες ἀρχίζουν νά κλονίζονται, νά χάνουν τό ἄρωμα τῆς πίστεως καί τῆς εὐσεβείας. Οἱ πειρασμοί εἶναι μεγάλοι. Τά κακά παραδείγματα, τά θέατρα, οἱ κινηματογράφοι, τά αἰσχρά περιοδικά, ἡ μόδα, ὅλα μαζί σπρώχνουν τή γυναίκα νά λησμονήσει τόν προορισμό της, τήν ἀποστολή της, νά προδώσει τήν πίστη καί τήν ἠθική.

Ἄλλ' ὄχι! Οἱ γυναῖκες, ὅσες τουλάχιστον κατοικοῦν στή γωνία αὐτή τῆς γῆς, ἄς μή παρασύρονται ἀπό τά ἀπατηλά συνθήματα, ἄς μή θαμπώνονται ἀπό φανταχτερές εἰκόνες καί ἄλλα εἴδωλα, ἄς κλείσουν τά αὐτιά στίς εἰσηγήσεις τοῦ ὄφεως. Ἄς μή μιμηθοῦν τήν Εὔα, ποὺ ἄκουσε τή συμβουλή τοῦ ἑωσφόρου καί ἀπολεσθεῖ• ἄς μιμηθοῦν τίς μυροφόρες, τίς ἅγιες ποὺ ἀγάπησαν τόν Κύριον. Νά εἶσθε δέ βέβαιοι, ὅτι τότε θά ἔχουν καί στήν παροῦσα ζωή τήν εὐλογία τοῦ Κυρίου καί θ' ἀξιωθοῦν καί αὐτές ὡς μυροφόρες τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος-


Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ζωοδόχου Πηγῆς Δάφνης - Ἀθηνῶν τὴν 5-5-1957.

Μέτρο τῆς πιστότητας-῾Η στιγμή τῆς ἥττας

 METR. ΑΝΤΗΟΝΥ ΒLΟΟΜ


Αὐτοί πού ἑορτάζουν σήμερα ἦσαν φίλοι καί ἀκόλουθοι τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά σπάνια τούς φέρνουμε στόν νοῦ μας, ἐπειδή πολύ λίγο ἀναφέρονται στίς Γραφές. Καθένας τους ὅμως θά μποροῦσε νά γίνει ἕνα μάθημα γιά μᾶς.


῾Ο ῞Αγιος ᾿Ιωσήφ ὁ ἀπό ᾿Αριμαθαίας ἦταν ἕνας πλούσιος ἄνθρωπος πού ἄκουγε τόν Χριστό μέ ἀνοιχτό μυαλό, δέν δεσμεύτηκε ὅμως ποτέ. Δέν δεσμεύθηκε οὔτε ὁ Νικόδημος, ὁ ὁποῖος ἦταν ἕνας μορφωμένος καί μέλος τοῦ Συνεδρίου. Παρακολουθοῦσε τόν Χριστό, Τοῦ ἔθετε ἐρωτήματα, ἤθελε νά καταλάβει, ἤθελε νά βεβαιωθεῖ. Κανείς ὅμως ἀπό τούς δύο δέν δεσμεύθηκε ὅτι θά ἀκολουθεῖ τόν Χριστό, κανείς ἀπ’ τούς δύο δέν θεώρησε τόν ἑαυτό του μαθητή Του.


῾Ωστόσο ὅμως, τή στιγμή πού ὁ Χριστός στά μάτια ὅλων ἦταν ὁ ἡττημένος, τότε πού ἡ νίκη ἦταν μέ τό μέρος τῶν ἐχθρῶν Του, ὅταν ἦταν νεκρός καί ἐπρόκειτο νά ταφεῖ, τότε ἦρθε στήν ἐπιφάνεια ἡ ἀφοσίωση αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων πού ἀπό τό στόμα Του εἶχαν ἀκούσει ρήματα Ζωῆς. ᾿Αποκαθήλωσαν λοιπόν τό σῶμα Του μαζί μέ τή Θεοτόκο γιά νά τό ἐνταφιάσουν. Μέ τόλμη προσῆλθαν στόν Πόντιο Πιλάτο καί ζήτησαν τήν ἄδεια νά πάρουν τό σῶμα ὥστε νά τό ἐνταφιάσουν μέ τήν προσήκουσα τιμή. Στήν πορεία τῆς ζωῆς Του, Τόν ἄκουγαν μέ διστακτικό ἀλλά ἀνοιχτό μυαλό. Μέ τόν θάνατό Του, ἦρθε στό προσκήνιο ἡ πιστότητά τους. Καί βλέποντας τόν πόνο τῆς Μητέρας Του καί τοῦ ᾿Ιωάννη, δέν τούς ἔμεινε καμιά ἀμφιβολία· Πρέπει νά πάρουν θέση· πῶς εἶναι δυνατόν νά ἀνεχθοῦν νά πεταχτεῖ περιφρονημένος Αὐτός πού στάθηκε δάσκαλος, ὁδηγός καί φίλος τους;


῎Εχουμε καί τήν ἄλλη ὁμάδα, αὐτή τῶν Μυροφόρων γυναικῶν, οἱ ὁποῖες ἀκολουθοῦσαν τόν Χριστό καί φρόντιζαν γιά τίς ἀνάγκες τίς δικές Του καί τῶν μαθητῶν Του. ῞Οταν ὁ Χριστός σταυρώθηκε, ὅλοι οἱ ἀπόστολοι σκορπίστηκαν, ἐκτός ἀπό τόν ᾿Ιωάννη καί ἀπό αὐτές τίς γυναῖκες. ῾Η ἀφοσίωση πού τίς κρατοῦσε κοντά Του δέν εἶχε νά κάνει μέ τή διανοητική βεβαιότητά τους γι’ Αὐτόν· μᾶλλον ἔκλεινε μέσα της κάτι ἀπό τά λόγια τῶν μαθητῶν πού πορεύονταν πρός ᾿Εμμαούς· «Οὐχί ἡ καρδία ἡμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν, ὡς ἐλάλει ἡμῖν ἐν τῇ ὁδῷ;» (Λουκ. 24, 32).


Σ’ ὅλη τήν πορεία, ἀπό τή Γαλιλαία ἕως τήν ῾Ιερουσαλήμ, ἀπό τό εἰρηνικό τοπίο μέχρι τόν τόπο τῆς τραγωδίας, ὅλο αὐτό τό διάστημα Τόν ἄκουγαν καί οἱ καρδιές τους ζωντάνευαν -ὄχι ἀπό προσωπική ἀγάπη πρός Αὐτόν ἀλλά ἀπό μιά βαθιά αἴσθηση αἰώνιας ζωῆς. Εἶναι αὐτό ἀκριβῶς πού ἀντανακλοῦσαν καί τά λόγια τοῦ ἀποστόλου Πέτρου ἐνωρίτερα· ὅταν Τόν ἐγκατέλειψαν ὅλοι ὅσοι Τόν ἀκολουθοῦσαν, ὁ ᾿Ιησοῦς ρώτησε τούς μαθητές, «Μή καί ὑμεῖς θέλετε ὑπάγειν;». Τότε ὁ Πέτρος ἀπάντησε· «Κύριε, πρός τίνα ἀπελευσόμεθα; ῥήματα ζωῆς αἰωνίου ἔχεις» (᾿Ιωάν. 6, 67-68). Καί δέν ἦταν αὐτά τά λόγια, λόγια πού προέκυπταν ἀπό συλλογισμούς ἤ ἀποδείξεις. ῞Οταν ὁ Κύριος τούς μιλοῦσε, ξυπνοῦσε μέσα τους ἡ αἰώνια ζωή, ἄνοιγε γι’ αὐτούς ἡ πύλη τῆς αἰωνιότητας. Καί ἤξεραν ὅτι ἦταν λόγια ἀληθινά ἐπειδή ὑπῆρχε μέσα τους νέα ζωή. Αὐτό συνέβη καί μέ αὐτές τίς γυναῖκες.


Σήμερα λοιπόν τιμοῦμε τούς ἀνθρώπους πού ἀποδείχθηκαν πιστοί, ἐκείνους πού ἐνῶ ἦσαν ἀδύναμοι δέν τό ἔβαλαν στά πόδια καί ἐκείνους πού μπροστά στήν ἥττα καί τήν τραγωδία ἀναδείχθηκαν πιστοί μαθητές. ῎Ας τούς θυμόμαστε, ὄχι μόνο ὅταν βλέπουμε πόσο δοξάστηκαν, ὅπως σήμερα στή Θεία Λειτουργία, ἀλλά καί γιά νά ρωτοῦμε τόν ἑαυτό μας· Μοιάζουμε, σέ κάποιο βαθμό, μέ ὁποιονδήποτε ἀπό αὐτούς; ῞Οταν ὁ Χριστός μοιάζει ἡττημένος, ἔχω τή δύναμη νά κάνω ἕνα βῆμα μπροστά καί νά πῶ «εἶμαι κι ἐγώ μαθητής Του», τή στιγμή πού σέ ἀνέφελους καιρούς ἤμουν συγκρατημένος, ἀβέβαιος, διστακτικός καί ἔθετα στόν ἑαυτό μου, ἤ μᾶλλον ἔθετα στόν Κύριο, ἕνα σωρό ἐρωτήματα;


Κι ἀκόμα, ἄς τό σκεφθοῦμε· Εἶναι εὔκολο νά εἴμαστε μαθητές τοῦ Χριστοῦ ὅταν εἴμαστε στήν κορυφή τοῦ ἀφρισμένου κύματος, στήν ἀσφάλεια τῶν χωρῶν πού δέν ὑπάρχει διωγμός, οὔτε κίνδυνος ἀπόρριψης, οὔτε ἡ προδοσία μπορεῖ νά ὁδηγήσει στό μαρτύριο, οὔτε κἄν τό ἐνδεχόμενο νά πέσουμε θύματα γελοιοποίησης ἤ κοροϊδίας. ῎Ας σκεφθοῦμε τούς ἑαυτούς μας ὄχι σέ σχέση μέ τόν Χριστό μόνο ἀλλά καί σέ σχέση μέ τούς ἀδελφούς μας, ἐπειδή ὁ Χριστός εἶπε ὅτι ὅ,τι κάνουμε στόν ἐλάχιστο, τόν πιό ἀσήμαντο ἀπό αὐτούς, τό ἔχουμε κάνει στόν ῎Ιδιον. ῎Ας ἀναρωτηθοῦμε πῶς συμπεριφερόμαστε ὅταν κάποιος παραμερίζεται, λοιδωρεῖται, ἀποδιώχνεται ἤ καταδικάζεται ἀπό τήν κοινή γνώμη ἤ ἀπό τή γνώμη ὅσων μετροῦν γιά μᾶς· βρίσκουμε τή στιγμή ἐκείνη τό θάρρος νά ποῦμε, «ἦταν καί παραμένει φίλος μου, εἴτε τόν ἀποδέχεστε εἴτε ὄχι»;  Δέν ὑπάρχει πιό ἀξιόπιστο μέτρο πιστότητας ἀπό ἐκείνη τήν πιστότητα πού ἐκδηλώνεται τή στιγμή τῆς ἥττας.


῎Ας τό σκεφθοῦμε αὐτό, γιατί ὅλοι ὑφιστάμεθα τήν ἥττα, καί μέ τόσους πολλούς τρόπους! ῞Ολοι ἀγωνιζόμαστε, μέ ὅση δύναμη ἔχουμε -λίγη ἤ πολλή- γιά νά εἴμαστε αὐτό πού πρέπει, καί παρόλα αὐτά ὑπολειπόμαστε ὅλη τήν ὥρα. Δέν θά ’πρεπε ἄραγε νά βλέπουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον ὄχι μόνο μέ συμπάθεια, ἀλλά καί μέ τήν πιστότητα τοῦ φίλου πού εἶναι διατεθειμένος νά σταθεῖ κοντά σ’ ἐκεῖνον πού πέφτει, πού ἐκπίπτει τῆς χάριτος, πού ἀποτυγχάνει νά φθάσει στό δικό του ἰδανικό, πού διαψεύδει τίς ἐλπίδες καί τίς προσδοκίες πού εἴχαμε ἐναποθέσει ἐπάνω του; Στίς ὧρες αὐτές, ἄς στεκόμαστε δίπλα του, ἄς εἴμαστε πιστοί καί ἄς ἀποδεικνύουμε ὅτι ἡ ἀγάπη μας δέν ἐξαρτᾶτο ἀπό τήν ἐλπίδα τῆς νίκης ἀλλά ἦταν ἕνα δῶρο ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς μας, δῶρο «δωρεάν», δῶρο χαρούμενο καί ὑπέροχο.


Εἶναι κανείς ἀπό μᾶς ᾿Ιωσήφ ἀπό ᾿Αριμαθαίας, εἶναι κανείς ἀπό μᾶς Νικόδημος, καί μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι μοιάζουμε στίς Μυροφόρες, τίς ὁποῖες οὔτε οἱ ἀνάγκες, οὔτε ἡ ἥττα, οὔτε ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ μπόρεσε νά τίς χωρίσει ἀπό Αὐτόν; Κανείς μας δέν μοιάζει ἀπόλυτα μέ ὅλους αὐτούς. ῎Ας διδαχτοῦμε ὅμως ἀπό αὐτούς καί ἄς προσπαθήσουμε νά αὐξηθοῦμε σέ πιστότητα, μιμούμενοι ἐκείνους· ἐκείνους πού Τόν διακόνησαν, ἐκείνους πού στάθηκαν δίπλα Του τήν ὥρα τῆς ἥττας.




Στό φῶς τῆς Κρίσης τοῦ Θεοῦ ᾿Εκδόσεις  “ἐν πλῷ”