Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

Ερχόμενος ο Κύριος


 

Τον νυμφώνα Σου βλέπω


 

Ιδού ο Νυμφίος έρχεται


 

Μεγάλη Δευτέρα βράδυ

 Νευράκης Νικόλαος


Ο ανίκητος στρατός της Εκκλησίας, αγαπητοί, σαλπίζει απόψε για δεύτερη φορά πνευματικό συναγερμό και καλεί τους στρατιώτες του παμβασιλέως Ιησού να βρίσκονται σε επιφυλακή.


Χθες η Εκκλησία τίμησε τη μνήμη του Ιωσήφ του παγκάλου και υπενθύμισε το θαύμα της καταρασθείσης και ξηρανθείσης ακάρπου συκής. Σήμερα με τους επίσης βαθυστόχαστους ύμνους της μας υπενθυμίζει τις αριστουργηματικές παραβολές των δέκα παρθένων και των ταλάντων. Ας φέρουμε στη μνήμη μας τις διδακτικότατες και σωτήριες αυτές ιστορίες. Έχουν κάτι μεγάλο και ωφέλιμο να μας πουν.


Η παραβολή των δέκα παρθένων (Ματθ. κεφ. 25) μας πληροφορεί πώς γινόταν στα χρόνια του Κυρίου ένας Ισραηλιτικός γάμος. Σύμφωνα με την ωραιότατη αυτή διήγηση, ο νυμφίος πήγαινε με τους φίλους του στο σπίτι της νύμφης και απ’ εκεί όλοι μαζί γύριζαν στο σπίτι του νυμφίου. Σε κάποια απόσταση από το σπίτι του γαμπρού κοπέλες αγνές οδηγούσαν με πολλή φωταγωγία την όλη πομπή και μετά άρχιζε το γλέντι του ευτυχούς γεγονότος.


Μεγάλη Δευτέρα βράδυ


Η υπέροχη παραβολή έχει ως εξής: Δέκα παρθένες πήραν ισάριθμα φανάρια και ετοιμάστηκαν να υποδεχθούν ένα βράδυ το νυμφίο. Οι πέντε φρόνιμες παρθένες πήραν μαζί τους και δοχεία με λάδι, γιατί δεν ήξεραν την ακριβή ώρα του ερχομού του νυμφίου. Οι άλλες πέντε, οι μωρές, δεν πήραν μαζί τους ιδιαίτερα δοχεία με λάδι. Επειδή καθυστερούσε να έλθει ο νυμφίος όλες έπεσαν και κοιμήθηκαν. Κατά το μεσονύκτιο όμως ακούστηκε μια φωνή: «Ἰδοὺ ὁ νυμφίος ἔρχεται». Τότε όλες αμέσως ξύπνησαν και τακτοποίησαν τα φανάρια τους. Επειδή όμως είδαν οι μωρές παρθένες ότι τα φανάρια τους ετρεμόσβηναν από το λιγοστό λάδι, ζήτησαν από τις φρόνιμες. Εκείνες αρνήθηκαν με τη λογική δικαιολογία ότι υπήρχε κίνδυνος μήπως όλων σβήσουν οι λαμπάδες. Γι’ αυτό συνέστησαν σ’ αυτές να πάνε εκείνη την ώρα ν’ αγοράσουν. Φεύγοντας για την αγορά οι μωρές ήλθε ο νυμφίος, οπότε οι έτοιμες και φρόνιμες οδήγησαν τη συνοδεία του γάμου στο σπίτι του γαμβρού και έκλεισε η πόρτα, για ν’ αρχίσει η χαρά. Μετά από ώρα επέστρεψαν οι άλλες και έκρουσαν τη θύρα, η οποία όμως δεν άνοιξε και έτσι δεν αξιώθηκαν να χαρούν το συμπόσιο της ωραίας εκείνης τελετής. Το βαθύτερο νόημα αυτής της εξαιρετικής παραβολής είναι ότι ο Νυμφίος Χριστός ήλθε στη γη, για να συνάψει γάμους πνευματικούς με κάθε ανθρώπινη ψυχή. Ο Κύριος θα έλθει και πάλι στη γη κατά τη δεύτερη και ένδοξη παρουσία Του. Θα έλθει την εποχή, που κανείς δεν ξέρει, θα έλθει ξαφνικά. Ο αριθμός 10 συμβολίζει όλους τους ανθρώπους. Οι πέντε φρόνιμες παριστούν τους πιστούς και ενάρετους ανθρώπους.


Οι λαμπάδες συμβολίζουν την πίστη και το λάδι τα καλά έργα. Οι πέντε μωρές παρθένες σημαίνουν τους ανθρώπους, που δεν έχουν έργα καλά. Ο ύπνος συμβολίζει το θάνατο και ο γάμος την αιώνια βασιλεία του Θεού. Αυτή είναι με κάθε συντομία η παραβολή των δέκα παρθένων με το βαθύτερο συμβολισμό της.


Σήμερα οι υπέροχοι ύμνοι μας θυμίζουν και την επίσης ωραιότατη παραβολή των ταλάντων (Ματθ. κεφ. 25). Όπως στην προηγούμενη παραβολή δρώντα πρόσωπα ήταν γυναίκες, εδώ δρώντα πρόσωπα είναι άνδρες.


Κάποιος πλούσιος θα ταξίδευε για μακρυνή χώρα, πράγμα συνηθισμένο στα παλιά χρόνια και εμπιστεύθηκε την περιουσία του στους δούλους του. Έδωσε λοιπόν στον πρώτο πέντε τάλαντα, δηλ. περίπου 1.000.000 δρχ., στο δεύτερο δύο τάλαντα, δηλ. 400.000 δρχ. και στον τρίτο ένα τάλαντο, δηλ περίπου 200.000 δρχ. Οι δύο πρώτοι, εργατικοί καθώς ήσαν, κατόρθωσαν σε λίγο διάστημα να διπλασιάσουν τα τάλαντα. Ο τρίτος, ο οκνηρός, το έθαψε κάπου, για να το δώσει όπως το παρέλαβε. Μετά από πολύ καιρό γύρισε πίσω ο πλούσιος εκείνος άνθρωπος και ζήτησε να κάνει έλεγχο της διαχειρίσεως της περιουσίας του. Έτσι οι δύο πρώτοι πήραν έπαινο για την αξιοποίηση των αγαθών. Ο τρίτος όμως ελέγχθηκε σκληρά, που ούτε σε τράπεζα δε φρόντισε ν’ ασφαλίσει το τάλαντο, ώστε να έφερνε κάποιο μικρό κέρδος.


Όλοι μας πρέπει να καταλάβουμε, ότι η μόνη τέλεια θρησκεία μας ζητεί δυο πράγματα: πίστη και καλά έργα. Γι’ αυτό επαινέθηκαν οι φρόνιμες παρθένες και οι λαβόντες τα πέντε και τα δύο τάλαντα. Για έλλειψη καλών έργων ελέγχθηκαν οι μωρές παρθένες και ο κρύψας το τάλαντο δούλος.


Ένα ωραίο παράδειγμα από τα νεότερα χρόνια, που δείχνει τη μεγάλη αξία των καλών έργων, είναι η εξής ιστορία που έλεγε ο λαϊκός ιεροκήρυκας του περασμένου αιώνα Παπουλάκος: Κάποτε εκινδύνευε ένας άνθρωπος να καταδικασθεί από ένα δικαστήριο. Από τους τρεις φίλους του, την ημέρα της δίκης, ο πρώτος έμεινε ψυχρός και αδιάφορος, ο δεύτερος συνόδευσε τον υπόδικο μέχρι το δικαστήριο, χωρίς όμως να μπει μέσα, και ο τρίτος μπήκε στην αίθουσα του ακροατηρίου, αγόρευσε για τον φίλο του και κατόρθωσε να τον αθωώσει. Ο υπόδικος είναι κάθε άνθρωπος, που σαν μελλοθάνατος είναι υπόδικος στο παγκόσμιο δικαστήριο κατά τη μέλλουσα κρίση. Ο πρώτος φίλος είναι τα χρήματα και γενικά η περιουσία του ανθρώπου, που μένει αδιάφορη στο θάνατο του ανθρώπου. Ο δεύτερος φίλος είναι οι γνωστοί, συγγενείς και φίλοι, που συνοδεύουν το νεκρό ως τον τάφο. Δεν μπορούν να προχωρήσουν περισσότερο. Και ο τρίτος φίλος είναι τα καλά έργα του ανθρώπου, δηλ. η αρετή, η αγάπη και η αγιότητα, που τον κάνουν ευτυχισμένο στην αιώνια ζωή. Η Αποκάλυψις του Ιωάννου γράφει: «Τὰ ἔργα αὐτῶν (ἐν Κυρίῳ ἀποθνηκόντων) ἀκολουθεῖ μετʾ αὐτῶν». (14, 13).


Με πίστη και ευσέβεια, με μυστηριακή ζωή και μετάνοια και με έργα αγάπης και ελεημοσύνης, θα είμαστε για πάντα χαρούμενοι, αληθινοί Χριστιανοί, πρίγκιπες της βασιλείας των ουρανών.


Είθε ν’ αξιωθούμε με καθαρή καρδιά να υποδεχθούμε τον Εσταυρωμένο και Αναστάντα Κύριό μας, που είναι ο Νυμφίος της Εκκλησίας μας και ο βασιλιάς του κόσμου και να του λέμε πάντα τα χρυσά λόγια της Εκκλησίας μας:


«Τὸν Νυμφίον, ἀδελφοί, ἀγαπήσωμεν, τὰς λαμπάδας ἑαυτῶν εὐτρεπίσωμεν ἐν ἀρεταῖς ἐκλάμποντες καὶ πίστει ὀρθῇ, ἵνα ὡς αἱ φρόνιμοι, τοῦ Κυρίου Παρθένοι ἕτοιμοι εἰσέλθωμεν σὺν αὐτῷ εἰς τοὺς γάμους· ὁ γὰρ Νυμφίος δῶρον ὡς Θεὸς πᾶσι παρέχει τὸν ἄφθαρτον στέφανον».




Νευράκης Νικόλαος, Το κατανυκτικό Τριώδιο, Αθήνα, 1995

Δευτέρα

 Δέλτα Πηνελόπη


Την επαύριο το πρωί, βγαίνοντας από τη Βηθανία για να πάγει πάλι να διδάξει στην Ιερουσαλήμ, ο Ιησούς πείνασε, και, βλέποντας από μακριά μια συκιά φυλλωμένη, τη ζύγωσε.


Οι Εβραίοι συνήθιζαν να φυτεύουν συκιές πλάγι στους μεγάλους δρόμους, γιατί είχαν την ιδέα πως η σκόνη τις ωφελεί. Ο καρπός ήταν κοινό κτήμα, και κάθε διαβάτης είχε δικαίωμα να τον κόψει.


Στην Παλαιστίνη υπάρχουν διαφόρων ειδών σύκα, άλλα φθινοπωριάτικα και άλλα πρώιμα, όπου πριν βγουν τα φύλλα ωριμάζει ο καρπός.[1] Ώστε δέκα μήνες του χρόνου υπάρχουν ώριμα σύκα.


Όταν λοιπόν είδε ο Ιησούς από μακριά την ολοπράσινη συκιά, πλησίασε μήπως βρει κανένα σύκο στα κλαδιά της· μα, όταν έφθασε κοντά της, δε βρήκε παρά φύλλα, γιατί δεν ήταν ακόμα ο καιρός των καρπών της.


Και της είπε:


– Ποτέ πια από σένα, στον αιώνα, κανένας να μη φάγει καρπό.


Και τράβηξε πάλι το δρόμο του με τους μαθητές του.


Δευτέρα


Και ευθύς άρχισαν τα φύλλα της συκιάς να μαραίνονται, ώσπου ξεράθηκε όλο το δέντρο ως τη ρίζα.


Πήγαν στην Ιερουσαλήμ, και μπήκαν στο ναό, όπου άρχισε πάλι ο Ιησούς να διδάσκει, περπατώντας κάτω από τις στοές του ναού, ανάμεσα στους προσκυνητές, που σπρώχνουνταν γύρω του ν’ ακούσουν.


Ωστόσο, οι αρχιερείς που είχαν δει το θρίαμβο του Ιησού την παραμονή, και που είχαν παραβρεθεί στο δεύτερο καθάρισμα του ναού, κατάλαβαν τον κίνδυνο που απειλούσε την αυθαίρετη εξουσία τους, αν ο Ιησούς εξακολουθούσε να έχει τόσην επιρροή στα πλήθη. Και τρόμαξαν.


Μαζεύτηκαν πάλι σε συμβούλιο, για να σκεφθούν με τι τρόπο μπορούσαν να τον βγάλουν από τη μέση.


Να τον πιάσουν από μέσα από το ναό ήταν αδύνατο, γιατί κόσμος πολύς ήταν πάντα γύρω του, και οι προσκυνητές, που, προπάντων ύστερα από την ανάσταση του Λαζάρου, είχαν φανατιστεί, θα σήκωναν επανάσταση εναντίον τους, και ήταν φόβος μην έλθουν τότε οι Ρωμαίοι και πιάσουν πρώτα πρώτα αυτούς τους αρχιερείς και τους άρχοντες, ως στοιχεία αντιδραστικά, που θύμωναν και ερέθιζαν το λαό, και τότε και η ζωή τους ακόμα θα ήταν σε κίνδυνο. Να τον δολοφονήσουν ήταν δύσκολο, γιατί πολλοί ήταν οι πιστοί γύρω του. Ο μόνος κατάλληλος τρόπος να τον εκμηδενίσουν στα μάτια του λαού, ήταν να καταστρέψουν το γόητρο του. Στοχάστηκαν λοιπόν, εμπρός στο μαζεμένο λαό, να του κάνουν ένα δυο ερωτήματα που θα τον μπέρδευαν και θα έδειχναν την ψευτοαποστολή του, ή θα τον υποχρέωναν να πει πράματα που θα έβαζαν εναντίον του τους Ρωμαίους.


Εκεί λοιπόν που δίδασκε ο Ιησούς στο ναό, σούσουρο ακούστηκε, και ο λαός παραμέρισε βιαστικά.


Μεγάλη και επιβλητική συνοδεία προχωρούσε και έμπαινε στο ναό.


Ήταν επιτροπή από ό,τι ανώτερο και πνευματικότερο είχε να δείξει η εβραίικη αριστοκρατία. Δημογέροντες, αρχιερείς, νομοδιαβασμένοι, πρεσβύτεροι, Φαρισαίοι κατάφθαναν με αργό αρχοντικό βήμα, ντυμένοι στις πλούσιες ιερατικές τους φορεσιές, στολισμένοι με βαριά μακριά κρόσια, φορτωμένοι φυλαχτά.[2] Ήλθαν και τριγύρισαν τον Ιησού εμπρός στο λαό, που οι περισσότεροι ήταν ακόλουθοι του, και τον ρώτησαν επισήμως:


– Πες μας, με ποια εξουσία τα κάνεις αυτά, και ποιος σου έδωσε την εξουσία αυτή;


Αντί να τους αποκριθεί όσα είχαν ακούσει κιόλα πολλές φορές, και που ήξεραν επίσης καλά όπως και οι πιστοί, ο Ιησούς τους έκανε άλλο ερώτημα:


– Θα σας ρωτήσω και εγώ ένα λόγο, που αν μου τον πείτε, θα σας πω και εγώ με ποια εξουσία κάνω όσα κάνω. Το βάπτισμα του Ιωάννη από πού είναι, από τον ουρανό ή από τους ανθρώπους;


Οι αρχιερείς και οι σύντροφοι τους κοντοστάθηκαν.


– Αποκριθείτε μου! πρόσταξε ο Ιησούς.


Ο λαός γύρω περίμενε, περίεργος ν’ ακούσει· αυτοί όμως σώπαιναν.


Τον Ιωάννη τον είχαν αποκηρύξει ως ψευτοπροφήτη και είχαν αρνηθεί το βάπτισμά του· ώστε θα διέψευδαν όλη τους τη διδασκαλία αν έλεγαν τώρα πως ήταν από τον ουρανό. Να πουν όμως από τους ανθρώπους, φοβούνταν το λαό, που λάτρευε τον Ιωάννη σα μεγάλο προφήτη.


Αναμεταξύ τους συζητούσαν και έλεγαν σιγά:


– Αν πούμε πως είναι από το Θεό, θα μας πει: «Γιατί λοιπόν δεν πιστέψατε;» Και αν πούμε από τους ανθρώπους, τότε όλος ο λαός θα μας λιθοβολήσει.


Και, στενοχωρημένοι πολύ, είπαν:


– Δεν ξέρομε.


Ήταν μεγάλη ταπείνωση για τους σοφούς αυτούς του Ισραήλ, που είχαν την απαίτηση να εξηγούν τις μυστικότερες και κρυφότερες έννοιες της Γραφής, να ομολογήσουν εμπρός στον Ιησού πως δεν μπορούσαν ν’ αποκριθούν στο ερώτημά του.


Και τους είπε ο Ιησούς, με περιφρόνηση για την υποκρισία, όσο και για τη δειλία τους:


– Ούτε εγώ δε σας λέγω με ποια εξουσία τα κάνω αυτά.


Και γυρνώντας σε όλους, στο λαό που διψασμένος τον άκουε, καθώς και στους μεγαλουσιάνους, ρώτησε:


– Τι συμπεραίνετε;


Και είπε μια παραβολή:


– Ένας άνθρωπος είχε δυο παιδιά ήλθε στο πρώτο και είπε: «Παιδί μου, πήγαινε σήμερα να δουλέψεις στο αμπέλι μου.» Αλλ’ αυτός αποκρίθηκε και είπε: «Δε θέλω.» Ύστερα όμως μετάνιωσε και πήγε. Ήλθε ο πατέρας και στο δεύτερο, και είπε το ίδιο. Εκείνος αποκρίθηκε: «Ναι, Κύριε», και δεν πήγε. Ποιος από τους δυο έκανε το θέλημα του πατέρα του;


Του αποκρίθηκαν:


– Ο πρώτος.


Τους λέγει τότε ο Ιησούς, αποτείνοντας το λόγο μάλλον στη φάρα των μεγαλουσιάνων, που με την υποκρισία τους επιβάλλουνταν στο λαό:


– Αλήθεια σας λέγω πως οι τελώνες και οι αμαρτωλές θα σας προσπεράσουν στη Βασιλεία του Θεού. Γιατί ήλθε σε σας ο Ιωάννης, περπατώντας στο δρόμο της αρετής, και δεν τον πιστέψατε, ενώ οι τελώνες και οι αμαρτωλές τον πίστεψαν. Σεις όμως, αν και τον είδατε, δε μετανιώσατε ύστερα, ώστε να τον πιστέψετε.


Οι τελώνες και οι αμαρτωλές παρέβηκαν στην αρχή τις εντολές του Θεού, αλλά εξαγόρασαν ύστερα τις αμαρτίες τους με την πίστη τους. Οι Φαρισαίοι όμως, σαν το δεύτερο παιδί της παραβολής, μόνο φαινομενικά τηρούν το νόμο, και αρνούνται ν’ ακούσουν το λόγο του Θεού, που τους τον δίδαξε ο Ιωάννης πρώτα, και ύστερα ο Ιησούς. Δάγκαναν τα χείλια τους οι μεγαλουσιάνοι, μα δεν τολμούσαν ν’ αγριέψουν, γιατί το πλήθος με λαχτάρα κοίταζε τον Ιησού, πίνοντας τα λόγια του, και λατρεύοντάς τον σαν προφήτη.


Και τους είπε ο Ιησούς άλλη παραβολή, όπου ακόμα πιο σκληρά στιγματίζει την κακία και το φθόνο τους.


– Ένας άνθρωπος φύτεψε αμπέλι, το περιτριγύρισε με φράχτη, έσκαψε ένα ληνό, έχτισε πύργο, το νοίκιασε σε γεωργούς και έφυγε. Σαν ήλθε ο καιρός, έστειλε ένα δούλο να παραλάβει από τους γεωργούς καρπό του αμπελιού του μα αυτοί έπιασαν το δούλο, τον έδειραν και τον ξαπέστειλαν με αδειανά τα χέρια· πάλι τους έστειλε άλλο δούλο, και τον πετροβόλησαν, του έσπασαν το κεφάλι, και τον έστειλαν πίσω ντροπιασμένο και τρίτο έστειλε, και τον σκότωσαν, και πολλούς άλλους, και, απ’ αυτούς, άλλους έδειραν και άλλους σκότωσαν. Και είπε ο Κύριος του αμπελιού: «Τι να κάνω;» Είχε και ένα γιο που τον αγαπούσε πολύ. «Θα στείλω το γιο μου τον αγαπητό, ίσως, σαν τον δουν, να ντραπούν.» Μα σαν τον είδαν, συσκέφθηκαν οι γεωργοί αναμεταξύ τους, λέγοντας: «Αυτός είναι ο κληρονόμος ελάτε να τον σκοτώσουμε για να μας μείνει η κληρονομιά.» Και τον σκότωσαν και τον πέταξαν έξω από το αμπέλι.


Τον άκουσαν οι αρχιερείς και οι ιερείς, και ο θυμός έβραζε μέσα τους, γιατί χωρίς δυσκολία ερμήνευαν την παραβολή: το αμπέλι με το φράχτη του, το ληνό και τον πύργο του, δηλαδή ο Ισραήλ, ο διαλεγμένος του Θεού λαός με το νόμο που τον φυλάγει, το ναό και τη θρησκεία· οι γεωργοί, δηλαδή ο κλήρος, που σ’ αυτόν έλαχε να φυλάγει και να καλλιεργεί το λόγο του Θεού, έτσι που να παράγει καρπό· οι δούλοι, που είναι οι προφήτες, σταλμένοι τόσες φορές να συνάξουν τον καρπό, αλλά που τους έδειραν, τους εβασάνισαν και τους σκότωσαν οι Ιουδαίοι και, τέλος, ο αγαπημένος γιος, ο ίδιος ο Ιησούς, που τον είχαν καταδικάσει και θα τον σκότωναν, για να τους μείνει αυτωνών η θρησκεία, να την κάνουν όπως ήθελαν αυτοί, κτήμα τους, με τις στενοκέφαλές τους παραδόσεις και τον εγωιστικό τους δεσποτισμό. Η οργή τους ήταν μεγάλη· είχαν έλθει να τον στενοχωρέσουν και να τον εκθέσουν, και αυτοί βρίσκουνταν αποστομωμένοι.


Και τους είπε ο Ιησούς:


– Τι θα κάνει τότε ο νοικοκύρης του αμπελιού; Θα έλθει και θα καταστρέψει τους γεωργούς αυτούς, και θα δώσει το αμπέλι του σε άλλους.


Το άκουσαν αυτοί και φώναξαν:


– Μη γένοιτο!


Τους αναστάτωνε η σκέψη μονάχη, πως ήταν δυνατό να πέσει η Ιουδαία σε άλλα χέρια από τα δικά τους.


Ο Ιησούς έριξε πάνω τους μια ματιά, και τους είπε:


– Τι θα πει λοιπόν ο λόγος της Γραφής: «Η πέτρα που απόρριψαν οι χτίστες, αυτή έγινε αγκωνάρι· από τον Κύριο έγινε και είναι θαυμαστή στα μάτια μας»; Γι’ αυτό σας λέγω ότι θα αφαιρεθεί από σας η Βασιλεία του Θεού, και θα δοθεί σε έθνη που δίνουν τους καρπούς της. Και όποιος πέσει στην πέτρα αυτήν θα κομματιαστεί· και σε όποιον απάνω πέσει θα τον κομματιάσει.


Και πάλι εννόησαν οι αρχιερείς πως γι’ αυτούς έλεγε· πως η πέτρα, το αγκωνάρι, ήταν ο εαυτός του, που τους είχε σταλεί για να τους φωτίσει και που αυτοί τον απέκρουσαν, και πως απάνω του θα κτιστεί η νέα θρησκεία και όποιος πέσει απάνω του και ζητήσει να τον καταστρέψει, θα καταστραφεί, και σ’ όποιον πέσει η καταδίκη του, αυτός θα χαθεί στον αιώνα τον άπαντα.


Αγριεμένοι τον κοίταζαν οι άρχοντες και οι Φαρισαίοι, και λαχταρούσαν να τον αρπάξουν και να τον θανατώσουν μα δεν τόλμησαν, βλέποντας το σεβασμό και τη λατρεία του λαού που τον άκουε· και, σιωπηλά, ανίκανοι να εκδικηθούν, έτριζαν τα δόντια τους και έσφιγγαν τους γρόθους των.


Και ακόμα μια παραβολή τους είπε ο Ιησούς:


– Μοιάζει η Βασιλεία των Ουρανών με βασιλέα που πάντρευε το γιο του· και έστειλε τους δούλους του να καλέσει για τους γάμους, μα οι καλεσμένοι δεν ήθελαν να έλθουν πάλι στέλνει άλλους δούλους λέγοντας: «Πείτε στους καλεσμένους πως το πρόγευμά μου το ετοίμασα, οι ταύροι και τα θρεφτά μου είναι σφαγμένα, όλα είναι έτοιμα, ελάτε στους γάμους.» Μα οι καλεσμένοι, αδιαφορώντας, πήγαν άλλος στο χωράφι του, άλλος στο εμπόριο του, και οι υπόλοιποι έπιασαν τους δούλους, τους έβρισαν και τους εσκότωσαν. Το άκουσε ο βασιλέας και οργίστηκε. Έστειλε τα στρατεύματά του, εξολόθρευσε τους φονιάδες αυτούς, και έκαψε τη χώρα τους. Τότε λέγει στους δούλους του: «Ο γάμος είναι έτοιμος, μα οι καλεσμένοι δεν ήταν άξιοι· πηγαίνετε λοιπόν στων δρόμων τα σταυροδρόμια, και όσους και αν βρείτε καλέσετέ τους στους γάμους.» Βγήκαν οι δούλοι στους δρόμους, και μάζεψαν όλους όσους βρήκαν, κακούς και καλούς, και γέμισε η αίθουσα του γάμου από καλεσμένους. Μπήκε ο βασιλέας να δει τους καλεσμένους, και παρατήρησε εκεί έναν άνθρωπο που δε φορούσε φόρεμα γάμου. Και του λέγει: «Φίλε, πως μπήκες εδώ χωρίς φόρεμα γάμου;» Αυτός αποστομώθηκε. Τότε είπε ο βασιλέας στους υπηρέτες: «Αφού τον δέσετε χειροπόδαρα, σηκώσετέ τον και βγάλετέ τον έξω στο σκοτάδι· εκεί είναι το κλάψιμο, και το τρίξιμο των δοντιών.»


Και, τελευταία φορά, τους λέγει ο Ιησούς εκείνο που τόσες φορές τους είχε πει:


– Γιατί πολλοί είναι οι καλεσμένοι και λίγοι οι εκλεκτοί – δηλαδή εκείνοι που θα έχουν ετοιμαστεί για την ημέρα της Κρίσεως, και θα φορούν στολή γάμου, δηλαδή θα έχουν ψυχή καθαρή.


Και αυτή η παραβολή πλήγωσε βαθιά τους ιερείς και μεγαλουσιάνους, γιατί ήξεραν πως γι’ αυτούς την είχε πει ο Ιησούς. Ήθελαν να τον πιάσουν, μα και πάλι φοβήθηκαν το λαό, γιατί όλοι απορούσαν και θαύμαζαν με τη διδαχή του.


Και, φουρκισμένοι, με το μίσος στην καρδιά, τον άφησαν και έφυγαν.


Και όταν βράδιασε, βγήκε ο Ιησούς από το ναό, και αποτραβήχθηκε με τους μαθητές του έξω από την πόλη.


Δέλτα Πηνελόπη, Η ζωή του Χριστού, 4η έκδ., Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2000.



Η εξουσία της πίστεως

 Μπλάθρας Κωνσταντίνος


Όλοι, ακόμα κι όσοι ζούμε σε πόλεις, ξέρουμε τι θα πει συκιά, και μάλιστα η άγρια και άκαρπη συκιά. Φυτρώνει παντού, μέχρι και τις στέγες των σπιτιών. Είναι τόσο δύσκολο να την ξεκάνει κανείς. Κόβεις και πάλι βγαίνει και πολλαπλασιάζεται. Σκεφτείτε, λοιπόν, την έκπληξη των μαθητών όταν «ἐξηράνθη παραχρῆμα ἡ συκῆ» (Ματθ. 21, 19), σαν ξεράθηκε αμέσως η συκιά. Οι μαθητές «ἐθαύμασαν», σημειώνει ο Ματθαίος.


Η εξουσία της πίστεως


Αμέσως μπαίνει το θέμα της δύναμης, της εξουσίας: πώς το έκανες αυτό; ρωτούν οι μαθητές· με ποια εξουσία κάνεις τέτοια πράγματα; ρωτούν οι Φαρισαίοι. Οι πρώτοι ρωτούν με θαυμασμό, εκστατικοί· οι δεύτεροι ρωτούν εκ του πονηρού, καθώς υπονοούν σφετερισμό της εξουσίας, την οποία νομίζουν ότι έχουν. Ο Χριστός προτιμά ν’ απαντήσει μόνο στους πρώτους. Στους Φαρισαίους δεν απαντά. Τους επιφυλάσσει τα «οὐαί». Συκιά, άλλωστε, ονομάζεται από τον συναξαριστή η συναγωγή των Εβραίων, η «ἄμοιρος καρπῶν», την οποία ξεραίνει σήμερα ο Χριστός.


Το ζητούμενο για τη σωτηρία του ανθρώπου δεν είναι η εξουσία και η διεκδίκησή της, αλλά η πίστη και η δύναμή της. «Αν έχετε πίστη χωρίς κρατούμενα, […] κι αν πείτε σ’ αυτό το βουνό “σήκω και πέσε στη θάλασσα”, θα γίνει» (Ματθ. 21, 21).


Πίστη χωρίς κρατούμενα είναι η αγάπη, η άνευ όρων παράδοση στην αγκαλιά του Αγαπημένου, του Χριστού, που από σήμερα βρίσκεται στο μέσον της Εκκλησίας, ως ο Νυμφίος. Αυτή η αγάπη δεν είναι αναγκαστική, γιατί «η αυθαιρεσία δεν είναι νόμος δικός μου, μα των τυράννων», όπως μας λέει απόψε ο υμνωδός.[1]


Αυτός ο Νυμφίος Ιησούς είναι η ένσαρκη Αγάπη, που θα θυσιάσει τις μέρες που έρχονται τη ζωή του για χάρη των φίλων.


Η συκιά, λένε οι Πατέρες μας, είναι η αμαρτία, η αστοχία, η αποτυχία, δηλαδή. Ένας μικρός καθημερινός θάνατος, που μας οδηγεί στον τελικό μας θάνατο και το μηδέν. Και η αμαρτία είναι από τη φύση της άκαρπη και στέρφα. Με μια ωραία εικόνα, ο άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης περιγράφει ότι η συκιά αυτή είναι το δένδρο της παρακοής των Πρωτοπλάστων, που, αφού γυμνώθηκαν από τ’ αγαθά του παραδείσου, χρησιμοποίησαν τα φύλλα της για να κρύψουν τη γύμνια τους.


Ο Χριστός, λίγο πριν το πάθος του, ξεραίνει άπαξ δια παντός την αμαρτία, προκειμένου να καταργήσει και το θάνατο, τον έσχατο τύραννο και δυνάστη…




Μπλάθρας Κωνσταντίνος, Δέκα σκαλιά για την Ανάσταση, 1η έκδ., Αθήνα, Μαΐστρος, 2008.





Η δικαίωση της σωφροσύνης

 Μπλάθρας Κωνσταντίνος


Απέναντι στους Φαρισαίους, η Εκκλησία σήμερα μας δίνει το μέτρο ενός αληθινού άρχοντα, του Ιωσήφ του πάγκαλου, που στέκεται, στην αρχαία ιστορία του Ισραήλ, ως τύπος του Χριστού. Πράος και ανεξίκακος, ο γιος του πατριάρχη Ιακώβ, όχι μόνο συγχώρεσε τους αδελφούς του, που τον είχαν πουλήσει σκλάβο στην Αίγυπτο, αλλά τους έθρεψε κιόλας με το δικό του σιτάρι, όταν εκείνους τους θέριζε η πείνα.


Η δικαίωση της σωφροσύνης


Μάλιστα, ο Ιωσήφ δεν υπέκυψε στην αμαρτία, καθώς ξέφυγε από την πρόκληση της Αιγύπτιας κυρίας του, εγκαταλείποντας στα χέρια της το χιτώνα του. Έμεινε γυμνός, μα δεν ντρεπόταν, σαν τον Αδάμ στον παράδεισο πριν από την πτώση. Γυμνός θα μείνει και ο Ιησούς απάνω στον Σταυρό, ξαναγυρίζοντας τους ανθρώπους στην παραδείσια εκείνη κατάσταση της αφελούς γυμνότητας.


Ίδιος Χριστός ο Ιωσήφ, φυλακίζεται όντας αθώος, και χωρίς να μνησικακήσει θα γίνει ο τροφέας και ο σιτοδότης του λαού του. Μα και ο «ἄρτος ὁ καταβὰς ἐκ τοῦ ουρανοῦ» (Ιωάν. 6, 41), ο Χριστός, θα γίνει το ψωμί και το κρασί για το λαό του, την πνευματική γενεά του Αβραάμ, την Εκκλησία.


«Σώφρων» και «δίκαιος κράτωρ» ονομάζεται ο Ιωσήφ από τον συναξαριστή. Είναι σώφρων, αντιστέκεται, δηλαδή, στη (δια)φθορά και την αμαρτία, μένει ακέραιος, ώστε να είναι δίκαιος άρχων και όχι τύραννος. Η διαφθορά και η παρεκτροπή είναι η μήτρα της ανομίας και της τυραννίας. Ο δίκαιος, ο αληθινός άρχοντας, όμως, δεν ανταποδίδει τα ίσα μα φροντίζει το λαό, τον εκτρέφει, τον περιθάλπει, Είναι «πάντων διάκονος», πλένει τα πόδια των μαθητών.


Πολύ συχνά, μέσα σε μια ναρκισσιστική και ακατάσχετη ηθικολογία, μας διαφεύγει ο βαθιά κοινωνικός και πολιτικός, εντέλει, με την αρχέγονη σημασία του όρου, χαρακτήρας της πίστης των χριστιανών. Εννοούμε, συνήθως, σαν πνευματικότητα την εσωστρέφεια και την αποκοπή από τα καθημερινά προβλήματα των ανθρώπων. Κι όμως, ενώ «το δικό μου ψωμί είναι ζήτημα υλικό, το ψωμί του άλλου είναι ζήτημα πνευματικό», όπως έλεγε ένας μεγάλος ορθόδοξος διανοητής, ο Νικολάι Μπερντιάεφ.


Ο Ιωσήφ ο πάγκαλος σήμερα μας το θυμίζει: το μέτρο της δικαιοσύνης δεν είναι η ανταπόδοση της βίας και η τιμωρία όσων έσφαλαν. Δίκαιος είναι εκείνος που μιμείται τον Χριστό. Συγχωρεί και δίνει και τη ζωή του για τους φίλους του, ακόμα και για τους εχθρούς.




Μπλάθρας Κωνσταντίνος, Δέκα σκαλιά για την Ανάσταση, 1η έκδ., Αθήνα, Μαΐστρος, 2008.