Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026

Ήταν μια καλή συνέχεια του παπα- Πλανά....

 Κι ένας άλλος αββάς μαρτυρούσε εκείνες τις μέρες του Χριστού τα Πάθη και την Ανάσταση: ο πατήρ Αθανάσιος Χαμακιώτης στον ναό της Παναγίας Νεραντζιώτισσας στο Μαρούσι της Αττικής.

Κράτησε την ευσέβεια των Αθηναίων, και μάλιστα των υψηλών τάξεων, μισό αιώνα.

Ήταν γερή κουτσούρα ο παπα- Θανάσης, που την περιέλουζαν τα νάματα της Χάριτος και βλάσταινε συνεχώς αγιοπατερική θεολογία.

Αυτοί οι πατέρες δεν έκαναν ούτε τους προορατικούς ούτε τους θαυματουργούς.

Είχαν κατέβη στον στίβο και πάλευαν μαζί με τον κόσμο και έστηναν τρόπαιο νίκης κατά της κακουργίας των δαιμόνων.

Έμειναν στην παράδοση των παλαιών παπάδων, ακούρευτοι, αναρωμάτιστοι, ταπεινοφορούντες, πενιχρά διαβιούντες.

Στο έργο της Εκκλησίας δεν τους ξέφυγε κανένα «νομίζω, έχω την γνώμη, εγώ αυτό έτσι θα το ‘κανα».

Έτσι, ήταν μια καλή συνέχεια του παπα- Πλανά.

Ούτε έκοβαν ούτε έρραβαν συνέχισαν όπως παρέλαβαν.

Τον παπα – Θανάση τον γνώρισα στο μονύδριο Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Μπάλα Αττικής.


Αρχιμ. Γρηγόριος της Μονής Δοχειαρίου Αγίου Όρους

Από το βιβλίο: «Μορφές που γνώρισα να ασκούνται στο σκάμμα της Εκκλησίας» Ιερά Μονή Δοχειαρίου , Άγιον Όρος Γραφικές Τέχνες – Εκδόσεις: «Το Παλίμψηστον»

Η εξομολόγηση ενός μοναχού…

  «Από την αρχή της μοναχικής μου ζωής ζούσα μια ήσυχη, καλή ζωή.

Οι ακολουθίες στο Μοναστήρι και η Μυστηριακή ζωή με θέρμαιναν, με ανέπαυαν.

Αυτό μέχρι την ώρα που γεννήθηκε μέσα μου κάτι άλλο, μέχρι την ώρα που αναπτύχθηκε η εσωτερική ζωή.

Ξαφνικά αισθάνθηκα ένα κάψιμο εσωτερικό, ένα κάψιμο θείας αγάπης.

Η φυσική και καλή ζωή που ζούσα μέχρι τότε, φαινόταν τώρα πολυ σκοτεινή, χωρίς νόημα και περιεχόμενο. Άρχισα να βρίσκω τον χώρο της καρδιάς, το κέντρο της υπάρξεως, τον ευλογημένο εκείνο χώρο που ανακαλύπτεται με την εν Χάριτι άσκηση και μέσα στον οποίο αποκαλύπτεται ο Ίδιος ο Θεός.

Αυτή η καρδιά είναι το πρόσωπο, γιατί πρόσωπο είναι «ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος εν τω αφθάρτω του πνεύματος… ο εστίν ενώπιόν του Θεού πολυτελές» (Α’ Πέτρου γ’ 4).

Μέχρι τότε διάβαζα αυτά στα βιβλία, τώρα τα έβλεπα στην πραγματικότητα.

Ένοιωθα αυτό που λέγει ο Αββάς Παμβώ «ει έχεις καρδίαν δύνασαι σωθήναι», αυτό που λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος «Θεός θεοίς ενούμενος τε και γνωριζόμενος εν καρδία» και ο Απόστολος Παύλος «ος έλαμψεν εν ταις καρδίαις ημών».

Η καρδιά που είναι τα άγια των αγίων «της μυστικής ενώσεως Θεού και ανθρώπου, αυτής της ενυποστάτου δι’ Αγίου Πνεύματος ελλάμψεως» ανακαλύφθηκε. Αισθανόμουν την καρδιά σαν Ναό μέσα στον οποίο λειτουργούσε ο αληθινός Ιερεύς της θείας Χάριτος. Παράλληλα με τον κτύπο του σαρκικού οργάνου της καρδιάς ακουγόταν και ένας άλλος κτύπος βαθύτερος και γρηγορότερος. Αυτός ο κτύπος συντονιζόταν με την ευχή του Ιησού. Η μάλλον η ίδια η καρδιά έλεγε την ευχή. Όλη αυτή η κατάσταση συνδεόταν με μερικά χαρακτηριστικά.

Αναπτύχθηκε μια ερωτική κοινωνία με τον Θεό. Τότε καταλάβαινα γιατί οι Πατέρες ονόμαζαν τον Θεό έρωτα.«Ο Θεός έρως εστι και εραστόν» (Μάξιμος ο Ομολογητής) και «ο εμός έρως εσταύρωται» (αγ. Ιγνάτιος Θεοφόρος). Κάθε μέρα αισθανόμουν την περίπτυξη του Θεού. Αυτή η αγάπη εκείνο τον καιρό με είχε τρελλάνει. Ο Θεός βιωνόταν ως ελεήμων, ως γλύκα και γλυκασμός. Άναψε μέσα στην καρδιά μου το ευλογημένο πυρ, που έκαιγε τα πάθη και δημιουργούσε ανέκφραστη πνευματική ηδονή.

Αναζητούσα ησυχία, σκοτάδι, ηρεμία εξωτερική. Τα μικρά κελλιά, οι τρύπες των βράχων, ο ανοιχτός ορίζοντας της φύσεως, τα σκοτεινά μέρη με δέχονταν σαν φιλοξενούμενο.

Την νύκτα έβγαινα στις ερημιές του Άθωνα. Μαγεία! Ευλογία! Μέθη! Στην μοναξιά και στην πολυκοσμία, στην έρημο και στα κοινόβια ζούσα την παρουσία του Θεού, την θεία περίπτυξη. Αναπτύχθηκαν τότε άλλες αισθήσεις, αισθήσεις πνευματικές, η νοερά αίσθηση, η νοερά δράση και ακοή. Όλος ο νους ήταν συγκεντρωμένος μέσα στο βάθος της καρδιάς και άκουγε εν ακορέστω γλυκασμώ την ευχή που λεγόταν μέσα εκεί. Όλος ο εσωτερικός κόσμος ενοποιημένος. Όλα έδειχναν ότι γεννήθηκε ένας καινούργιος άνθρωπος, ένας καινούργιος κόσμος και μια καινή ζωή. Μια θερμότητα έκαιγε τα πάντα.

«Ουχί η καρδία ημών καιομένη ην εν ημίν ως ελάλει ημίν εν τη οδώ…» Η αίσθηση των μαθητών αυτών υπήρξε δική μου βίωση. Αισθανόμουν καλά τον λόγο του Χριστού: «πυρ ήλθον βαλείν επί την γην και τι θέλω ει ήδη ανήφθη;» Και τον λόγον ότι ο Θεός «πυρ εστί καταναλίσκον». Άλλοτε αυτή η θέρμη και αυτή η φωτιά μετατρεπόταν σε πληγή βαθειά. Αισθανόμουν ότι αυτή η θερμότητα αναγεννούσε την ύπαρξή μου, πρώτα την ψυχή και μετά επεκτεινόταν και στο σώμα. Η αίσθηση ότι τώρα γεννήθηκα σε άλλον κόσμο ήταν διαρκής. Χοροπηδούσα σαν μικρό παιδί. Ακόμη υπήρξαν μερικές φορές που ένοιωσα και την σάρκα μου σαν μικρού παιδιού, που μόλις βγήκε από την μήτρα της μάνας του.

Αυτό δημιουργούσε βαθύτατη ειρήνη λογισμών. Ο νους καθαριζόμενος διαρκώς απέβαλε όλα τα ξένα στοιχεία τα οποία σαν λέπια τον εκάλυπταν. Γινόταν έτσι ελαφρός και πάντοτε εύρισκε καταφύγιο στην καρδιά. Εκεί παρέμεινε και ευφραινόταν πνευματικά. Εκεί μερικές φορές άκουγε και την φωνή του Θεού, που ήταν πολύ συνταρακτική και δημιουργούσε πηγές δακρύων. Η γνωριμία με τον Θεό ήταν προσωπική. Η γνώση του Θεού πραγματικό γεγονός.

Μερικές φορές βυθιζόμουν σε βαθειά μετάνοια. Ο νους μπαίνοντας στην καρδιά εν Χάριτι έβλεπε το σκοτάδι, την βρωμιά της ψυχής και όλη η ύπαρξη ξεχυνόταν σε καυτά δάκρυα. Έκλαιγε η καρδιά. Τα δάκρυα της καρδιάς ξεχύνονταν επάνω της και την ξεπλεναν από την αμαρτία. Παράλληλα άνοιγαν και τα μάτια και γίνονταν πηγές δακρύων. Άλλοτε έκλαιγε μόνον η καρδιά και άλλοτε και το σώμα. Θρήνος βαθύς από την αποκάλυψη της ασωτίας… Κλάμα πολύ, αλλά όχι με απελπισία.

Ήταν συνδεδεμένο με την αίσθηση της αγάπης του Θεού.

Εκείνο τον καιρό όλα ήταν ωραία. Η λέξη ωραία δεν έχει σχέση με την αισθητική, αλλά με την οντολογική πραγματικότητα. Έβλεπα τους λόγους των όντων σε όλη την δημιουργία. Και αυτό προξενούσε άρρητη ευφροσύνη. Όλα εξέφραζαν την αγάπη του Θεού. Η ανάγνωση της Γραφής έτρεφε την καρδιά. Οι λέξεις δεν πήγαιναν στην λογική, αλλά εισχωρούσαν στην καρδιά και την ζωογονούσαν. Όπως το μωρό ρουφά το γάλα από τον μαστό της μάνας του και τρέφεται, έτσι αισθανόταν η καρδιά τρεφόταν από το λόγο του Θεού. Γινόταν μετάγγιση αίματος. Τα βιβλία των Πατέρων τα διάβαζα με άλλο πρίσμα. Γνωστά κείμενα τότε τα έβλεπα διαφορετικά. Σαν να είχα αποκτήσει καινούργια μάτια και σαν να είχα μάθει καινούργια γλώσσα. Αισθανόμουν συγγενής πνευματικά με τους Πατέρας.

Όμως τις πιο πολλές φορές δεν ήθελα να διαβάζω ακόμη και βιβλία πατερικά. Σαν να σταματούσαν την προσωπική επικοινωνία με τον εράσμιο Νυμφίο, σαν να διέκοπταν τη ζωντανή επικοινωνία με τον Δημιουργό του παντός.

Τα πάθη δεν ενεργούσαν τότε. Ένοιωθα όχι ηθικές αναστολές, αλλά την αναγέννησή μου. Ήμουν τόσο μεθυσμένος, ώστε δεν με ενδιέφερε απολύτως τίποτε. Υπήρχε μέσα μου μια ακατάσχετη αναζήτηση και επιθυμία να μη με αγαπούν οι άνθρωποι και μάλιστα να με περιφρονούν. Αφού είχα την αγάπη του Θεού, δεν με ενδιέφερε τίποτε άλλο. Ζούσα μια ερωτική ζωή, ζωή δακρύων… Η μόνη απασχόληση εγώ και ο Θεός. Ζητούσα την μοναξιά που ήταν κοινωνία. «Ενώπιος Ενωπίω», «πρόσωπον προς Πρόσωπον». Αλλά και όταν ευρισκόμουν σε πολυκοσμία η εσωτερική φωνή ήταν ισχυρότερη. Και όταν κατά την διάρκεια ακολουθίας ο Γέροντας με έβαζε να ψάλλω, εγώ συγχρόνως άκουγα και αυτήν την εσωτερική φωνή της καρδιάς να επαναλαμβάνει την ευχή που έγινε το εντρύφημά μου.

Αυτή η κατάσταση κράτησε περίπου τέσσερα χρόνια. Μέρα-νύχτα έλεγα την ευχή. Και την ώρα που κοιμόμουν η καρδιά προσευχόταν. Την άκουγα καθαρά να αδολεσχεί με τον Θεό.

Όποιος θέλει να διαπιστώσει αν υπάρχη Θεός, ας δοκιμάσει. Θα συναντήσει ένα ζωντανό Θεό! Η Χάρη του Θεού με αξίωσε εμένα το έκτρωμα όλου του κόσμου να αποκτήσω μια μικρή σταγόνα γνώσεως Θεού».


Απόσπασμα από το βιβλίο του Μητρ. Ιεροθέου Βλάχου 

«Το μυστήριο της Παιδείας του Θεού»

Άγιος Οσγουΐνος

 Ο Άγιος Οσγουΐνος (Oswin) ήταν βασιλιάς της περιοχής Deira στην βόρεια Αγγλία και μαρτύρησε στο Gilling του Yorkshire της Αγγλίας, στις 20 Αυγούστου, 651 μ.Χ.


Το 633 μ.Χ., όταν ο πατέρας του Αγίου Οσγουΐνου, βασιλιάς Osric, σκοτώθηκε από τον ειδωλολάτρη Ουαλό βασιλιά Cadwallon, κατέφυγε στο Wessex και εκεί βαφτίστηκε και εκπαιδεύτηκε από τον Άγιο Αϊδανό . Ο Άγιος Βεδέας  μας πληροφορεί ότι ο Άγιος Οσγουΐνος ήταν όμορφος στην εμφάνιση, ευχάριστος στην ομιλία, με ευγενικούς τρόπους και γενναιόδωρος και σύντομα κέρδισε την αγάπη του κόσμου.


Ο Άγιος Οσγουΐνος βασίλεψε με επιτυχία για περίπου εννέα χρόνια μέχρι που ο βασιλιάς Oswy του κήρυξε τον πόλεμο. Ο Άγιος Οσγουΐνος αντί να προκαλέσει μια αιματηρή μάχη αμφιβόλου κατάληξης, αφού ο στρατός του ήταν πολύ μικρότερος, αποφάσισε να διαφύγει και κρύφτηκε στην οικία του καλύτερου του φίλου, κόμη Hunwald στο Gilling. Ο κόμης Hunwald όμως τον πρόδωσε και έτσι ο Άγιος Οσγουΐνος δολοφονήθηκε.


Ο Άγιος Οσγουΐνος κηδεύτηκε στο Tynemouth όπου λατρευόταν σαν μάρτυρας.


Ο βασιλιάς Oswy, όταν συνειδητοποίησε το έγκλημα του, για να εξιλεωθεί έκτισε ένα μοναστήρι στο Gilling, αλλά τα λείψανα του Αγίου Οσγουΐνου παρέμειναν στο Tynemouth. Όταν άρχισαν οι βαρβαρικές επιδρομές των Viking, ο τάφος του Αγίου Oswin ξεχάστηκε έως ότου βρέθηκε ξανά το 1065 μ.Χ.

Άγιος Στέφανος Α' Βασιλεύς Ουγγαρίας

 Ο Άγιος Στέφανος έζησε στις αρχές του 11ου μ.Χ. αιώνα και είναι ο ιδρυτής του κράτους της Ουγγαρίας.


Η διακήρυξη της αγιότητάς του έγινε το καλοκαίρι του 2000 μ.Χ. από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.





Ἀπολυτίκιον

Ἦχος α’.

Βασιλείας τό σκῆπτρον, τῷ Θεῷ ἀναθέμενος, πρᾷος βασιλεύς ἐγνωρίσθης, εὐσεβής καί φιλάγαθος· αὐτῷ δέ Οὑγγαρίας τόν λαόν, τῷ ὅπλῳ ὑποτάξας τοῦ Σταυροῦ, θριαμβεύεις νῦν ἐνδόξος ἐν οὐρανοῖς, ὦ Στέφανε σύν Ἀγγέλοις. Δόξα τῷ σέ ἐκλέξαντι Χριστῷ, δόξα τῷ ἐνισχύσαντι, δόξα τῷ χρίσαντί σε μυστικῶς, ἐλαίῳ τῆς χρίσεως.

Άγιος Ιερόθεος Α' Επίσκοπος Ουγγαρίας

 Ο Άγιος Ιερόθεος υπήρξε ο πρώτος Ορθόδοξος επίσκοπος της Ουγγαρίας ο οποίος στάλθηκε από την Κωνσταντινούπολη στις αρχές του 11ου μ.Χ. αιώνα.


Η διακήρυξης της αγιότητάς του έγινε το καλοκαίρι του 2000 μ.Χ. από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.





Ἀπολυτίκιον

Ἦχος α’.

Ἀποστόλων τόν ζῆλον, ἐν ψυχῇ σου δεξάμενος, ἐν τῇ Οὑγγαρίᾳ ἐπέστης, τῆς εἰρήνης ὡς ἄγγελος, και ηὔγασας πρός γνῶσιν θεϊκήν, αὐτήν τῶν διδαχῶν σου ἀστραπαῖς, Ἱερόθεε θεόφρον· διό πιστῶς σοι κραυγάζομεν· δόξα τῷ σέ ἐκλέξαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σοί συνεργήσαντι, δόξα τῷ χορηγοῦντι διά σοῦ, πᾶσι τά κρείττονα.


Άγιος Λούκιος ο βουλευτής

 Ο Άγιος Λούκιος ο βουλευτής φόρεσε το στεφάνι του μαρτυρίου στα χρόνια του αυτοκράτορα Διοκλητιανού (299 μ.Χ.). Καταγόταν από την Κυρήνη της Λιβύης, και ήταν ένας από τους βουλευτές της. Αν και ειδωλολάτρης, ακολουθούσε το νόμο της συνείδησης και διακρινόταν για την επιεική και φιλάνθρωπη συμπεριφορά του.


Όταν λοιπόν ο επίσκοπος Κυρήνης Ιερομάρτυρας Θεόδωρος  φανέρωσε στο μαρτύριο του τους θαυμάσιους θησαυρούς της χριστιανικώτατης ψυχής του, ο Λούκιος ελκύστηκε και δέχτηκε το άγιο βάπτισμα. Αφού άναψε μέσα του η χριστιανική φλόγα, μπόρεσε να φέρει στην αλήθεια του Ευαγγελίου και τον έπαρχο Διγνιανό. Και οι δύο κατόπιν πήγαν στην Κύπρο, όπου εργάστηκαν για τη διάδοση της πίστης.


Αλλά και εκεί ο διωγμός κατά των χριστιανών ήταν στο αποκορύφωμα του. Εκεί λοιπόν και ο Λούκιος, αφού συνελήφθη, πήρε το μαρτυρικό στεφάνι με αποκεφαλισμό.

Άγιοι Σέβηρος και Μέμνων ο Κεντυρίων

 Ο Άγιος Σεβήρος ήταν από την Σίδη της Παμφυλίας, γιος του Θρακιώτη Πετρωνίου και της Μυγδονίας. Αυτός λοιπόν, όταν ήλθε στη Φιλιππούπολη και είδε τους Τριανταεπτά Αγίους Μάρτυρες  να αγωνίζονται γενναία για τον Χριστό, με θάρρος ομολόγησε και αυτός τον ένα και αληθινό Θεό. Αμέσως τότε ξέσχισαν τις σάρκες του με σιδερένια πυρακτωμένα νύχια, κατόπιν τον πριόνισαν, έπειτα του φόρεσαν σιδερένια πυρακτωμένη ζώνη και στο τέλος τον αποκεφάλισαν.


Παρόμοια βασανιστήρια υπέστη και ο Μέμνων, που και αυτός με τόλμη ομολόγησε τον Χριστό. Τελικά αυτόν, τον έκαψαν ζωντανό μέσα σε αναμμένο καμίνι.