Κυριακή 31 Μαΐου 2026

Δοξαστικό των Αίνων τής Κυριακής τής Πεντηκοστής


 

ΚΑΤΑΒΑΣΙΕΣ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ


 

Ο Άγιος Παΐσιος μιλά με την γλώσσα της Πεντηκοστής!

 Μεγαλύτερη αξία έχει ένας λόγος ταπεινού ανθρώπου με βιώματα, που βγαίνει με πόνο από τα βάθη της καρδιάς του, παρά ένας σωρός φιλολογίες εξωτερικού ανθρώπου, που βγαίνουν με ταχύτητα από την εκπαιδευμένη του γλώσσα, η οποία δεν πληροφορεί τις ψυχές, γιατί είναι σάρκα και όχι πύρινη γλώσσα της Αγίας Πεντηκοστής.


Κάποτε ένας φοιτητής της Θεολογικής Σχολής τον ρώτησε:

– Γέροντα, πως έγραψε ο Μωυσής την Πεντάτευχο;

– Ε, ευλογημένε, του τα έδειξε ο Θεός σαν τηλεόραση, και τα έγραψε, απάντησε με φυσικότητα ο Πατήρ Παΐσιος, αφού και ο ίδιος είχε πείρα της «πνευματικής τηλεοράσεως».


Μια παρέα αλλοδαπών, ένας Άγγλος, ένας Ιταλός και ένας Γάλλος, επισκέφθηκε το Γέροντα. Κάποιος Έλληνας γλωσσομαθής προσφέρθηκε να κάνει το διερμηνέα. Ό Γέροντας του είπε ότι δε χρειάζεται.

– Τους πήρε σε μια γωνιά έξω από την αυλή του και άρχισε να συνομιλεί μαζί τους. Μίλησε αρκετή ώρα. Επιστρέφοντας είπε στο «διερμηνέα».

– Τα είπαμε, τα είπαμε μ’ αυτούς! Εγώ τους μιλούσα στα Ελληνικά. Αυτοί καταλάβαιναν στη γλώσσα τους και έτσι συνεννοηθήκαμε!


Ανέστης Μαυροκέφαλος: Πάρα πολλοί αλλοδαποί ευεργετήθηκαν. Του μιλούσαν ιαπωνικά, ο γέροντας απαντούσε στα ελληνικά και ο Ιάπωνας καταλάβαινε!

«Είδα προσκυνητές να έρχονται από το Μεξικό, από την Αυστραλία, εκείνος τους μιλούσε ελληνικά και καταλάβαιναν όλοι! Απ’ όπου και αν προέρχονταν, τον καταλάβαιναν. Μέχρι και ο Δαλάι Λάμα τον επισκέφθηκε για να τον γνωρίσει, γιατί είχε ακούσει τόσα για εκείνον!»


Ο Άγιος Παΐσιος συνεννοείται με ετερογλώσσους με την γλώσσα της Πεντηκοστής!

Είναι γνωστό ότι ο Γέροντας, εκτός από τα ελληνικά, δεν γνώριζε άλλη γλώσσα. Όμως συνέβη επανειλημμένως –όταν υπήρχε λόγος- με την γλώσσα της Πεντηκοστής να συνομιλήσει και να συνεννοηθεί θαυμάσια με ετεροδόξους.


«Ήμουν παρών», διηγείται ο Ι.Ε.Κ., «κάποτε στο Κελλί του Γέροντα μαζί με άλλους τρεις επισκέπτες και ένα Γάλλο που δεν μιλούσε λέξη Ελληνικά. Όταν ήρθε η σειρά του να μιλήσει με τον Γέροντα , πήγαν πιο πέρα και για δεκαπέντε λεπτά συνομιλούσαν καθισμένοι στα κούτσουρα. Τους βλέπαμε που συζητούσαν με ενδιαφέρον. Πώς επικοινωνούσαν, αφού δεν υπήρχε κοινή γλώσσα επικοινωνίας; Ο ξένος έφυγε χαρούμενος. Η ικανοποίηση φαινόταν έκδηλη στο πρόσωπό του».


***


Γάλλος περιηγητής είχε συμφωνήσει με κάποιο μοναχό να πάνε μαζί να δούνε τον Γέροντα . Το βράδυ είχε αγρυπνία στο μοναστήρι που έμενε. Ο μοναχός μετά την αγρυπνία πήγε στο κελλί του να ξεκουραστεί. Αλλά ο αλλοδαπός από τον πόθο να δει τον Γέροντα κατέβηκε μόνος του στο Καλύβι. Συνομίλησαν θαυμάσια και από την συζήτηση σχημάτισε την εντύπωση ότι ο Γέροντας γνώριζε άπταιστα Γαλλικά.


***


Πνευματικό τέκνο του Γέροντα διηγείται: «Μια μέρα πήγα πρωί στην «Παναγούδα». Μόλις είχε φωτίσει. Χτύπησα το σιδεράκι και μου άνοιξε ο Γέροντας χαμογελώντας. Με ρώτησε:

– Τι λες εσύ, παπα-… όταν ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος επισκέφτηκε τον Μέγα Βασίλειο ,χρειάσθηκαν διερμηνέα;

-Νομίζω όχι, Γέροντα, του είπα.


»Πέρασα στο Αρχονταρίκι και βρήκα έναν αλλοδαπό επισκέπτη. Μέχρι να ετοιμάσει ο Γέροντας το κέρασμα, με τα λίγα Αγγλικά που ήξερα πιάσαμε την συζήτηση και μου είπε ότι χθες βράδυ ήρθε αργά. Καθυστέρησε, γιατί έχασε τον δρόμο, πέρασε η ώρα και ο Γέροντας τον φιλοξένησε. Στην αρχή δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν. Ο Γέροντας τον άφησε για δέκα λεπτά (φαίνεται έκανε προσευχή) και μετά συνεννοούνταν χωρίς καμιά δυσκολία. Ο Γέροντας μιλούσε Ελληνικά, ο αλλοδαπός Αγγλικά, αλλά καταλάβαινε ο ένας τον άλλο.


***


Μαρτυρία π. Π. Λ.: «Πήγα με τον Δανιήλ, έναν Ισπανό που έγινε Ορθόδοξος, στον γέροντα Παΐσιο. Ήθελε να μιλήση μαζί του και εγώ θα έκανα τον διερμηνέα. Έκανε μια ερώτηση ο Δανιήλ και πριν κάνω την μετάφραση ο Γέροντας απάντησε.

Ο Δανιήλ απόρησε και με ρώτησε δυο φορές: «Πώς γίνεται, δεν έκανες την μετάφραση». Του είπα: «Τι φταίω εγώ, σε απάντησε σωστά». Ο Γέροντας τον καθησύχασε λέγοντάς του: «Άστον αυτόν (εμένα τον μεταφραστή) και πες μου τι θέλεις».

Άρχισαν να μιλούν, εκείνος στα Ισπανικά και ο Γέροντας στα Ελληνικά. Θαύμαζα και χαμογελώντας είπα: «Τι χρειάζομαι εγώ, καλύτερα να φύγω». Ο Γέροντας με κράτησε το χέρι λέγοντας: «Κάθησε, αλλά να μη μάθη κανείς».

Σκεφτόμουν πόσο μεγάλος Άγιος είναι ο Γέροντας. Παρακολούθησα όλη την συζήτηση αλλά μετά δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τίποτε παρά μόνο το τελευταίο: «Αυτή την αμαρτία πρέπει να την εξομολογηθής», του είπε ο Γέροντας».


***


Ο π. Βασίλειος Γρηγοριάτης μαρτυρεί: «Είχα πάει στο Κελλί του Γέροντα καταμεσήμερο. Η πόρτα ήταν κλειστή. Ένας νεαρός περίμενε ξαπλωμένος στο χώμα. Ήταν Ελληνοαμερικανός και ήξερε μόνο Αγγλικά.

«Πώς θα συνεννοηθείς με τον Γέροντα;», τον ρώτησα. «Κάποιον θα στείλει ο Θεός», απάντησε. «Να, εσένα», συμπλήρωσε. Τελικά βρέθηκα και εγώ μαζί τους τάχα για να κάνω τον δραγουμάνο με τα σπασμένα λιγοστά Αγγλικά, που και κείνα τα είχα ξεχάσει.

Παρατήρησα όμως, με μεγάλη μου έκπληξη, πως ο π. Παΐσιος καταλάβαινε όλα όσα του έλεγε το παιδί, καλύτερα από μένα, και του απαντούσε Ελληνικά βέβαια, που μετέφραζα εγώ, με πολλά απλά και σοφά παραδείγματα.

Εκείνο που θα μου μείνει αλησμόνητο είναι η λύση που έδωσε σ’ ένα πρόβλημα που του εξέθεσε ο νέος, στο οποίο φανερωνόταν η μεγάλη πίστη και εμπιστοσύνη του στην πρόνοια του Θεού.

«Η μητέρα μου», παραπονέθηκε ο νεαρός, «μου ζητά συνεχώς χρήματα, και όσα και αν της δώσω από τις λίγες οικονομίες μου, τα σπαταλά άσκοπα. Δεν ξέρω τι να κάνω». «Άκου, παιδί μου», του απαντά ο π. Παΐσιος.

«Τα χρήματα που θάδινες στην μητέρα σου να τα δίνης ελεημοσύνη σ’ ένα φτωχό και κείνη την ώρα να κάνης μια προσευχή. Να λες: Θεέ μου, αυτά τα δίνω για την μητέρα μου, εσύ φρόντισέ την. Τότε ο Θεός θα την αναλάβει από μόνος Του, θα βρει τρόπους»».


Από το βιβλίο: Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου του ιερομονάχου Ισαάκ Από το Κεφάλαιο: «Συνεννόηση με ετερογλώσσους» σ. 618-621

- Άχραντε, αμίαντε, άναρχε, αόρατε, ακατάληπτε, ανεξιχνίαστε, αναλλοίωτε, ανυπέρβλητε, αμέτρητε, ανεξίκακε...

 - Άχραντε, αμίαντε, άναρχε, αόρατε, ακατάληπτε, ανεξιχνίαστε, αναλλοίωτε, ανυπέρβλητε, αμέτρητε, ανεξίκακε είναι οι λέξεις με τις οποίες αρχίζει σήμερα η πρώτη ευχή της γονυκλισίας της Πεντηκοστής.

- Επίσης το σημερινό Ευαγγέλιο αρχίζει με την κραυγή του Ιησού “Ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός μέ καί πινέτω.”


Με βάση τα παραπάνω φτιάξαμε το πρόχειρο παραμιλητό που ακολουθεί ...

Άχραντε Κύριε, εσύ που παραμένεις ανέγγιχτος από τη φθορά, επίβλεψε σε εμένα τον μολυσμένο από τον εγωκεντρισμό, τις αποτυχίες και τις προκλήσεις του κόσμου, και δρόσισε την ξεραμένη μου καρδιά με το καθαρό νερό της συγχώρεσης και της λύτρωσης.


Αμίαντε Θεέ, μπροστά στην απόλυτη καθαρότητά σου στέκομαι εγώ που κουβαλώ τα στίγματα της προδοσίας και της εγκατάλειψης, ζητώντας να μεταγγίσεις μια σταγόνα από τη Χάρη σου στην πληγωμένη μου ζωή για να βρω τη δύναμη να συνεχίσω.


Άναρχε Δημιουργέ, Εσύ που δεν έχεις αρχή και τέλος, στρέψε το βλέμμα σου σε εμένα τον πεπερασμένο όταν καταρρέω, κάτω από το βάρος της πραγματικότητας, και δώσε μου το ποτήρι της ελπίδας που νικά την ανασφάλεια και τον φόβο.


Αόρατε Πατέρα, που κρύβεσαι από τα μάτια αλλά φανερώνεσαι στην Αγάπη, εισάκουσε την κραυγή της μοναξιάς μου καθώς βαδίζω στο σκοτάδι της κατάθλιψης, και γέμισε το κενό της ύπαρξής μου με τη ζωντανή σου παρουσία, η οποία αποτελεί το αιώνιο και αδιάλειπτο στήριγμά μου.


Ακατάληπτε Κύριε, εσύ που υπερβαίνεις κάθε ανθρώπινη λογική, δέξου τον πόνο μου για τις αδικίες που υπομένω και για τα αναπάντητα ερωτήματα της μοίρας μου, ξεδιψώντας τον κλονισμένο μου νου με την ειρήνη της σοφίας σου.


Ανεξιχνίαστε Θεέ, τα σχέδιά σου είναι απύθμενα για την πεπερασμένη μου σκέψη, ανάλαβε την οδύνη μου καθώς θαλασσοδέρνομαι στις τρικυμίες των καθημερινών αναγκών και του άγχους για την επιβίωση, και πρόσφερέ μου το ύδωρ της εμπιστοσύνης στην πρόνοια σου.


Αναλλοίωτε Σωτήρα, που παραμένεις αιώνια τέλειος, βοήθησέ με να διαχειριστώ την οδύνη των συνεχών απωλειών, του πένθους και των βίαιων αλλαγών στη ζωή μου, και στήριξε την κλονισμένη μου ψυχή πάνω στην ακλόνητη σταθερότητά σου.


Ανυπέρβλητε Άρχοντα του σύμπαντος κόσμου, που καμία επίγεια δύναμη δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί αου, ελέησέ με τον αδύναμο την ώρα που λυγίζω κάτω από την εξουσία των ισχυρών και την αδιαφορία των πολλών, χαρίζοντάς μου το πνευματικό νερό της δικαιοσύνης σου.


Αμέτρητε Θεέ, που το μέγεθος του ελέους σου δεν έχει όρια, κοίταξε την εξαθλίωση και την πνευματική μου ένδεια, και ξεδίψασέ με, με τον απέραντο πλούτο της αγάπης σου.


Ανεξίκακε Κύριε, που υπομένεις τις αμαρτίες μου με απέραντη μακροθυμία, πρόσβλεψε στο πλάσμα σου καθώς ταλαιπωρούμαι καθημερινά από τις αδυναμίες και τα σφάλματά μου, και δώσε μου να πιω από την πηγή ανεξάντλητης υπομονής σου ώστε να υπομένω ευχαριστιακά τον προσωπικό μου σταυρό.

«Πεντηκοστήν ἑορτάζομεν…»

 Γεώργιος Δορμπαράκης


Δέκα ημέρες μετά την Ανάληψη του Κυρίου η Εκκλησία μας εορτάζει το γεγονός της Πεντηκοστής, τότε που το Πνεύμα το Άγιον κατήλθε και επιφοίτησε στις κεφαλές όλων των μαθητών του Χριστού, στα Ιεροσόλυμα. Με την επιφοίτηση αυτή αρχίζει η ιστορία της Εκκλησίας, γι’ αυτό και η Πεντηκοστή θεωρείται η γενέθλια ημέρα της. Η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος αποτελεί την εκπλήρωση της υποσχέσεως του Κυρίου ότι θα έλθει άλλος Παράκλητος μετά τη δική Του Ανάληψη, ο Οποίος θα μείνει μαζί με τους μαθητές Του και θα τους διδάξει και οδηγήσει «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» (Ιωάν. 16, 13).


Έτσι το Άγιον Πνεύμα ερχόμενο στον κόσμο «ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμόν τῆς Ἐκκλησίας» και παραμένει σ’ αυτήν ως η ψυχή της Εκκλησίας, κατά συνέπεια η Εκκλησία με τη διηνεκή παρουσία του Αγίου Πνεύματος ζει μία διαρκή Πεντηκοστή. Ζωή λοιπόν στην Εκκλησία σημαίνει ζωή εν Αγίω Πνεύματι, κάτι που διαπιστώνεται και στη διδασκαλία της Εκκλησίας και στη λατρεία της και στην ασκητική της ζωή και που δεν έχει καμία σχέση με το νομικό-τυπικό πνεύμα του Ιουδαϊσμού ή με την καπηλεία του Πνεύματος από τις διάφορες προτεσταντικές ομάδες, αλλά είναι ελευθερία και αγάπη και παράκληση.


Από την άποψη αυτή η εμπειρία του Αγίου Πνεύματος και η μετοχή στις δωρεές Του (πρέπει να) αποτελούν στοιχεία ζωής όλων των μελών της Εκκλησίας, δηλαδή στην πραγματικότητα το κάθε μέλος της, αν ορθά είναι μέλος, πρέπει να βρίσκεται σε μία συνεχή κατάσταση εκπλήξεως, σε μία πορεία πνευματικής αυξήσεως, «ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν». Διότι ακριβώς είναι μέτοχος του απείρου Θεού – Αγίου Πνεύματος. Με τον τρόπο αυτό, ο πιστός γίνεται ως μέλος της Εκκλησίας πνευματικός. Πνευματικός δεν είναι αυτός που θεωρείται έτσι από τον πολύ κόσμο: ο άνθρωπος των γραμμάτων και των τεχνών, ο επιστήμονας, ο ποιητής, ο ηθοποιός. Μάλλον μπορεί να θεωρηθεί κι αυτός πνευματικός, αλλά όχι με τη χριστιανική κατανόηση του όρου: ασχολείται με το ανθρώπινο πνεύμα και όχι με το Άγιον Πνεύμα. Για τους χριστιανούς λοιπόν ο πνευματικός είναι αυτός που έχει εμπειρία του Αγίου Πνεύματος, που το Πνεύμα του Θεού κατοικεί σε αυτόν. «Ὑμεῖς δὲ οὐκ ἐστέ ἐν σαρκί, ἀλλ᾽ ἐν Πνεύματι, εἴπερ Πνεῦμα Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν» λέγει ο απόστολος Παύλος, για να συνεχίσει: «Εἰ δέ τις Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει, οὗτος οὔκ ἐστιν αὐτοῦ» (Ρωμ. 8,9). Κι ο άγιος Χρυσόστομος παρατηρεί επ’ αυτού ότι ο άνθρωπος λέγεται πνευματικός «ἀπὸ τῆς τοῦ Πνεύματος ἐνεργείας».


Μιλώντας όμως για μετοχή στο Άγιον Πνεύμα στον χώρο της Εκκλησίας, μιλάμε για ένα γεγονός που παραπέμπει κατ’ ευθείαν στον ίδιο τον Χριστό. Η εν Αγίω Πνεύματι ζωή δηλαδή είναι η εν Χριστώ ζωή. Αυτό συμβαίνει διότι τον Χριστό Τον γνωρίζουμε, στο βαθμό που το Άγιον Πνεύμα μέσα στην Εκκλησία Τον φανερώνει στις καρδιές μας. Αν το Πνεύμα του Θεού δεν ενεργούσε μέσα μας, αν Εκείνο δεν μας φώτιζε, ο Χριστός μπορεί να είχε επιτελέσει το απολυτρωτικό Του έργο για τη σωτηρία του κόσμου, αλλά θα παρέμενε ένας ξένος για εμάς. Εκείνος που το γενικό έργο σωτηρίας του Χριστού το έκανε και το κάνει οικείο, δικό μας, είναι το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, το Παράκλητον Πνεύμα, το Οποίο ο Κύριος έστειλε στον κόσμο μετά την άνοδό Του στους Ουρανούς, ενεργοποιώντας έτσι την ίδρυση της Εκκλησίας ως ζωντανού σώματός Του από τον Ίδιο. Όπως το είπε, άλλωστε, παρηγορώντας τους μαθητές Του: «Ἐὰν ἐγὼ μὴ ἀπέλθω, ὁ Παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρὸς ὑμᾶς» (Ιωάν. 16, 7).


Έτσι ο άνθρωπος εισέρχεται στην Εκκλησία, καλούμενος ουσιαστικά από τον Ίδιο τον Θεό -«οὐδεὶς δύναται ἐλθεῖν πρὸς με, ἐὰν μὴ ὁ πατήρ μου ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν» (Ιωάν. 6, 44)- και εισερχόμενος διά του αγίου βαπτίσματος και του αγίου χρίσματος μετέχει των ακτίστων ενεργειών του Θεού, οι οποίες διακονούμενες από το Παράκλητον Πνεύμα μετά πια την Ανάληψη του Χριστού, Του αποκαλύπτουν Αυτόν στην καρδιά του, με την έννοια ότι τον ενσωματώνουν μέσα στον Ίδιο κάνοντάς τον μέλος Χριστού. Και γενόμενος ο άνθρωπος μέλος Χριστού, μετά την προσωπική αυτή Πεντηκοστή του, οδηγείται κατά φυσικό τρόπο ενώπιον του Θεού Πατέρα. Γι’ αυτό και ο απόστολος Παύλος σημειώνει ότι «οὐδεὶς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν, εἰ μὴ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» (Α΄ Κορ. 12, 3), όπως και ο Κύριος αποκάλυψε ότι «οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν Πατέρα, εἰ μὴ δι᾽ ἐμοῦ» (Ιωάν. 14, 6). Από την άποψη αυτή κατανοούμε ότι ο Θεός μας είναι Θεός τάξεως και όχι ακαταστασίας, όπως κι ότι η σωτηρία του ανθρώπου έχει χαρακτήρα Τριαδικό κι αυτό σημαίνει ότι Θεολογία, Χριστολογία, Πνευματολογία, Εκκλησιολογία, Σωτηριολογία πάνε μαζί στην ορθόδοξη πίστη και οποιαδήποτε διάσπασή τους αποκαλύπτει την αίρεση ή οδηγεί σ’ αυτήν, άρα στην έκπτωση από τη ζωή και τη σωτηρία. Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς εύκολα τώρα, γιατί ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ τόνιζε ότι «σκοπός της πνευματικής ζωής είναι η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος». Γιατί όποιος έχει το Άγιον Πνεύμα έχει τον Ίδιο τον Τριαδικό Θεό.


Το ερώτημα λοιπόν το οποίο τίθεται είναι: πως κανείς αποκτά το Άγιον Πνεύμα; Βεβαίως αμέσως η σκέψη μας, όπως υπονοήθηκε παραπάνω, πηγαίνει στα μυστήρια. Γιατί αυτά αποτελούν τους κρουνούς από τους οποίους προχέεται η χάρη του Θεού στους πιστούς. Αλλά τα μυστήρια δεν επενεργούν θετικά κατά τρόπο μαγικό στους ανθρώπους. Απαιτείται η προσωπική τους συμμετοχή και προσπάθεια. Κι εδώ εισέρχεται κανείς σ’ αυτό που ονομάζουμε ασκητική καθαρή πνευματική ζωή. Η ασκητική ζωή, ως προσωπικός αγώνας του ανθρώπου, αποτελεί την προϋπόθεση για να ενεργοποιούνται τα μυστήρια προς σωτηρία του ανθρώπου και να μην καταντούν «εἰς κρίμα ἢ εἰς κατάκριμα». Με την παρατήρηση βεβαίως ότι και ο αγώνας αυτός δεν γίνεται ερήμην του αγίου Πνεύματος. Η χάρη Αυτού δίνει τη δυνατότητα και της ασκητικής ζωής. «Οὐ τοῦ θέλοντος οὐδὲ τοῦ τρέχοντος, ἀλλὰ τοῦ ἐλεοῦντος Θεοῦ» (Ρωμ. 9, 16).


Τι μας διδάσκει λοιπόν η βιβλικο-πατερική παράδοση της Εκκλησίας μας, πάνω στο θέμα της αποκτήσεως του Αγίου Πνεύματος και των μυστικών της ασκητικής ζωής; Ότι κανείς δεν μπορεί να αποκτήσει τη χάρη αυτή της παρουσίας Του, να έχει συνεπώς κανείς τον Θεό μέσα του, αν δεν αγωνιστεί νομίμως. Και νομίμως σημαίνει να αρχίσει με τη χάρη του θεού τον αγώνα καθάρσεως του εαυτού του από τα ψεκτά λεγόμενα πάθη, ιδίως κατά του κεντρικού πάθους του ανθρώπου, της φιλαυτίας (ή εγωισμού), με τα παρακλάδια της, της φιληδονίας, της φιλαργυρίας και της φιλοδοξίας. Έτσι ο πνευματικός ασκητικός αγώνας είναι στοχευμένος: ο πιστός καλείται να μεταστρέψει τη φιλαυτία σε φιλοθεΐα και φιλανθρωπία, σε αγάπη αληθινή δηλαδή, γι’ αυτό και στη θέση των τέκνων της φιλαυτίας θέτει την εγκράτεια, την ελεημοσύνη και προσφορά, την ταπείνωση. Στο βαθμό που ο εκκλησιαστικός πνευματικός αυτός αγώνας γίνεται με σωστό τρόπο, με την καθοδήγηση δηλαδή των αγίων μας και των εμπειροτέρων από εμάς χριστιανών, κυρίως δε του πνευματικού μας πατέρα, η φιλαυτία εξαλείφεται, καθαρίζεται δηλ. η καρδιά μας και τη θέση της παίρνει η χάρη της αγάπης του Θεού. Όπου αγάπη όμως, εκεί και ο Θεός, ο άνθρωπος δηλαδή φτάνει στο σημείο να είναι κατοικητήριον Εκείνου.


Την κατάσταση αυτή που ακολουθεί την κάθαρση της καρδιάς του ανθρώπου, όπου η χάρη του Θεού αρχίζει και κυριαρχεί μέσα του, οι άγιοί μας έχουν ονοματίσει φωτισμό και στη συνέχεια θέωση. Γι’ αυτό και συχνά ακούμε για τα στάδια της πνευματικής ζωής: την κάθαρση, το φωτισμό, τη θέωση. Είναι φανερό ότι από τα τρία αυτά στάδια μόνο το πρώτο σχετίζεται ιδιαιτέρως με την ασκητική προσωπική προσπάθεια, εκεί που ο πιστός φανερώνει την αγαθή του προαίρεση για προαγωγή της σχέσης του με τον Θεό. Μολονότι και το στάδιο αυτό πραγματοποιείται με την ενίσχυση του Θεού, το δεύτερο και το τρίτο θεωρούνται καθαρά δώρα του Θεού, για τα οποία ο πιστός δεν πρέπει να ανησυχεί καθόλου ούτε και να τα θέτει ως όραμα και προορισμό του. Ο πιστός ως όραμά του έχει τη σχέση με τον Θεό, αγωνίζεται στη βασική εντολή του Χριστού, την αγάπη, με την οποία καθαρίζει την καρδιά του, και αφήνει τον Θεό «ελεύθερο» να προσφέρει, όσο θέλει και όποτε θέλει, τα δώρα της παρουσίας Του, τον φωτισμό και τη θέωση.


Γι’ αυτό και το ουσιαστικότερο στοιχείο τελικώς της πνευματικής ζωής είναι η υπομονή. Άνθρωπος που ξεκινά την πνευματική ζωή και απαιτεί γρήγορα την απόκτηση των χαρισμάτων του Θεού, ήδη έχει βάλει «νάρκη» στην προσπάθειά του. Ο Θεός δεν είναι παιχνίδι ώστε εμείς να Τον «κανονίζουμε» στις ενέργειές Του, αλλά ο παντοδύναμος και πανάγαθος Θεός που έχει τον απόλυτο έλεγχο των πάντων, γνωρίζοντας τα πάντα στο απόλυτο βάθος τους. Έτσι η ανυπομονησία αποτελεί σημάδι τελικώς ταραγμένης ψυχής, άρα στην πραγματικότητα φανερώνει την απιστία του ανθρώπου και την παρουσία του πονηρού. Δεν είναι τυχαίο ότι ο μέγας Ισαάκ ο Σύρος, στα ασκητικά του έργα, μνημονεύει ένα σπουδαίο Γέροντα, ο οποίος καθοδηγώντας έναν άπειρο νεαρό μοναχό, που «βιαζόταν» ν’ αποκτήσει τα χαρίσματα του Θεού, του αποκάλυψε ότι ο ίδιος άρχισε να νιώθει τα χαρίσματα αυτά μετά τα τριάντα πρώτα χρόνια της έντονης ασκητικής του ζωής.


Η εορτή λοιπόν της Πεντηκοστής μας αποκαλύπτει για μία ακόμη φορά το μεγαλείο της πίστεώς μας, αφού είμαστε κλημένοι σε άπειρη αύξηση μετοχής στο Πνεύμα του Θεού, αλλά και συγχρόνως μας δείχνει τις δυσκολίες που υπάρχουν λόγω των δικών μας αμαρτιών και αδυναμιών. Είναι στη δική μας όμως την ευθύνη να ανταποκριθούμε στην κλήση αυτή, που συνιστά και την υψηλότερη κλήση που υπάρχει στον κόσμο: να είμαστε και να γίνουμε «συγκληρονόμοι Χριστοῦ» (Ρωμ. 8, 17).




Γεώργιος Δορμπαράκης, Του Πάθους και της Ανάστασης, 1η έκδ., Αθήνα, Αρχονταρίκι, 2014.

Η Πεντηκοστή

 π. Λεβ Ζιλέ


«Πεντηκοστὴν ἑορτάζομεν καὶ Πνεύματος ἐπιδημίαν καὶ προθεσμίαν ἐπαγγελίας καὶ ἐλπίδος συμπλήρωσιν…» Με αυτά τα λόγια η Εκκλησία, στον Εσπερινό της Πεντηκοστής, μας καλεί να εισέλθουμε στην ατμόσφαιρα αυτής της μεγάλης εορτής, που συμπίπτει με την έβδομη Κυριακή μετά την Ανάσταση και που δεν είναι καθόλου κατώτερη από αυτή.


Στον Όρθρο της εορτής διαβάζεται το ένατο Εωθινό Ευαγγέλιο το οποίο περιγράφει τις εμφανίσεις του Αναστημένου Ιησού. Στο κείμενο αυτό (Ιω. 20: 19-31) βλέπουμε μια πρώτη έλευση του Αγίου Πνεύματος επί των μαθητών: Ο Ιησούς «ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς, λάβετε Πνεύμα Ἅγιον…». Αυτή η πρώτη έλευση του Πνεύματος δεν είναι λιγότερο πραγματική από εκείνη της Πεντηκοστής. Η διαφορά είναι ότι, κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, το πνεύμα κατέβηκε στους μαθητές «ἐν δυνάμει». Είναι η ίδια διαφορά ανάμεσα στην έλευση του Αγίου Πνεύματος σε κάθε βαπτισμένο χριστιανό, από τη στιγμή που δέχεται το Μυστήριο του Χρίσματος, και σ’ εκείνο το βάπτισμα του Πνεύματος, για το οποίο θα μιλήσουμε πιο κάτω και το οποίο κάποιοι χριστιανοί επιτυγχάνουν σε προχωρημένα στάδια της πνευματικής τους ζωής.


Στη Λειτουργία της Κυριακής, αντί Επιστολής, διαβάζουμε την περιγραφή των γεγονότων της Πεντηκοστής, όπως αναφέρονται στο Βιβλίο των Πράξεων (2: 1-11). Κάποιες πτυχές της περιγραφής τραβούν την προσοχή μας.


«Ἐν τῷ συμπληροῦσθαι τὴν ἡμέραν τῆς Πεντηκοστῆς…» Η Πεντηκοστή είναι ταυτόχρονα ένα τέλος και μια αρχή. Μπροστά στους μαθητές ανοίγεται ένας καινούργιος δρόμος, τώρα όμως είναι προετοιμασμένοι. Δεν μπορούμε να εισχωρήσουμε στην Πεντηκοστή χωρίς προετοιμασία. Πρέπει πρώτα-πρώτα να έχουμε αφομοιώσει όλο το πνευματικό υλικό που μας προσφέρουν οι πενήντα μέρες που ακολούθησαν την Ανάσταση. Πρέπει να έχουμε γευθεί την εμπειρία του Αναστάντος. Πρέπει να έχουμε διανύσει τις μέρες του Πάθους. Με λίγα λόγια πρέπει να έχουμε ωριμάσει.


«Ἦσαν ἅπαντες οἱ ἀπόστολοι ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τῷ αὐτῷ…» Κάποιοι άλλοι στίχοι των Πράξεων μας περιγράφουν τους Ένδεκα, συναγμένους στο Υπερώον, μαζί με τη Μαρία -τη Μητέρα του Ιησού- και τις άλλες γυναίκες. Εκεί γεννήθηκε η Εκκλησία. Προσεύχονταν όλοι μαζί. Υπήρχαν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την υποδοχή του Αγίου Πνεύματος. Κι εμείς έχουμε ανάγκη, κάποιες στιγμές, να αποτραβιόμαστε από τον κόσμο και να κλεινόμαστε στο Υπερώο της ψυχής μας. Εκεί ας προσευχόμαστε και ας ενωνόμαστε με την προσευχή και την Πίστη όλης της Εκκλησίας. Πρέπει να είμαστε «μαζί» με τους αποστόλους και τη Θεοτόκο. Όποιος αγνοεί την αυθεντία των αποστόλων και μπορεί να προσπερνά τη μητρική παρουσία της Παναγίας, δεν μπορεί να λάβει το Άγιο Πνεύμα.


«Καὶ ἐγένετο ἄφνω ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἦχος, ὥσπερ φερομένης πνοῆς βιαίας…». Το Άγιο Πνεύμα είναι μια πνοή, ένας άνεμος. Αυτό που έχει σημασία για μας δεν είναι να γεμίζουμε κατάπληξη μπροστά στη δύναμη αυτής της πνοής, αλλά να αφηνόμαστε σ’ αυτή και να επιτρέπουμε στο Πνεύμα να μας πηγαίνει όπου Αυτό θέλει, όπως έκανε ο Ιησούς κατά την επίγεια ζωή Του. Ας μην ξεχνάμε ακόμη ότι και αυτή η πνοή «καθοδηγείται». Δεν είναι μια ανεξάρτητη και ασυνάρτητη δύναμη. Ο Ιησούς ενεφύσησε το Πνεύμα στους μαθητές Του. Αλλά αυτή η πνοή εκπορεύεται καταρχάς από το στόμα του Πατρός. Είναι μια υπακοή στον Θεό. Υπακούοντας στις εμπνεύσεις του Πνεύματος (ο βίαιος άνεμος δεν είναι παρά ένα εξωτερικό και σπάνιο σημείο, η εσωτερική νεύση Του είναι η πραγματικότητα), μετέχουμε στην υπακοή του Πνεύματος που εκπορεύεται από τον Πατέρα και αποστέλλεται διά του Υιού.


«Καὶ ὤφθησαν αὐτοῖς διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεὶ πυρός, ἐκάθισέ τε ἐφ’ ἕνα ἕκαστον αὐτῶν». Το Άγιο Πνεύμα εμφανίζεται υπό τη μορφή γλωσσών πυρός. Η Πεντηκοστή θεραπεύει τη διάσπαση και τη σύγχυση των γλωσσών, οι οποίες ήταν το αποτέλεσμα της εγωιστικής προσπάθειας στη Βαβέλ. Αποκαθιστά την ενότητα του ανθρώπινοι; λόγου. Οι μαθητές θα γίνουν κατανοητοί από όλους τους ξένους που παρεπιδημούσαν στην Ιερουσαλήμ -Πάρθους, Μήδους και Καππαδόκες-, και αυτοί πάλι θα εκπλαγούν ακούγοντας τα λόγια των Γαλιλαίων στη δική τους γλώσσα. Η γλώσσα του Πνεύματος -τουλάχιστον το εσωτερικό της περιεχόμενο- είναι σήμερα ακόμη προσιτή σε όλους τους ανθρώπους, σε όλες τις φυλές, σε όλες τις εθνικότητες. Το ίδιο Πνεύμα εκπέμπει ένα πανανθρώπινο μήνυμα, το οποίο όμως κάθε ψυχή αναγνωρίζει ως κατάδικο της. Αφετέρου, ακόμη και στις ημέρες μας, εκείνος στον οποίο αναπαύεται το Άγιο Πνεύμα γίνεται ικανός, αν όχι να εκφραστεί σε ξένες γλώσσες, τουλάχιστον να βρίσκει την «ψυχολογική γλώσσα» που θα έχει απήχηση στον καθένα και θα ανοίξει την καρδιά του. Γίνεται έτσι εφικτός ο διάλογος. Γλώσσες πυρός φάνηκαν πάνω από κάθε μαθητή. Αυτές οι γλώσσες υπονοούν μια φλογερή αγάπη. Ο λόγος μοιάζει να ρυθμίζεται από τη φλόγα. Τέλος, οι γλώσσες μοιράζονται εξίσου. Δεν αποτελούν προνόμιο του Πέτρου ή της Μαρίας ή των Ένδεκα. Εμφανίζονται σε όλους όσοι ήταν παρόντες στο Υπερώο· και όμως, οι γλώσσες του πυρός ήταν ένα και μόνο πυρ. Έτσι, λύνεται μέσα στην Εκκλησία το πρόβλημα της ενότητας και των προσώπων, χωρίς να θυσιάζεται ούτε το ένα ούτε το άλλο.


«Καὶ ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου…» Όταν ολόκληρη η καρδιά γεμίζει ξαφνικά από το Άγιο Πνεύμα, και μαζί από μια καινούργια εκπληκτική δύναμη, αυτό είναι το «βάπτισμα του Πνεύματος», διαφορετικό από το βάπτισμα του ύδατος και το χρίσμα διά του οποίου η Εκκλησία επιδαψιλεύει το Πνεύμα στους πιστούς. Υπάρχει εδώ μια πραγματικότητα που έχει σε πολύ μεγάλο βαθμό απομακρυνθεί από την οπτική μας, στην οποία όμως η Αγία Γραφή επιμένει και προς την οποία θα πρέπει να στραφεί η προσοχή μας.


«Καὶ ἤρξαντο λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις, καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι…» Έχουμε ήδη αναφερθεί στη σημασία αυτού του λόγου που «δίδεται» από το Άγιο Πνεύμα. Αλλά τίθεται εδώ, γενικότερα, το ζήτημα των χαρισμάτων. Ο ένας κίνδυνος θα ήταν να τα επιθυμούμε κατά τρόπο άτακτο. Ο άλλος κίνδυνος θα ήταν να τα παραμελήσουμε, να τα ξεχάσουμε, να σκεφτούμε ότι αυτά είναι πράγματα του παρελθόντος που δόθηκαν στην Εκκλησία, ή μάλλον που δίδονται μια για πάντα.


Αμέσως μετά τη Λειτουργία αρχίζει ο Εσπερινός της Γονυκλισίας με την εντελώς ιδιαίτερη δομή του. Κατά τη διάρκεια αυτής της ακολουθίας, το εκκλησίασμα, γονατισμένο, ψάλλει επισήμως το τροπάριο «Βασιλεῦ Οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρών…». Γνωρίζουμε όλοι ότι αυτό το τροπάριο λέγεται στην αρχή κάθε λειτουργίας και στις περισσότερες ακολουθίες του βυζαντινού τυπικού· και φαίνεται ότι είναι η μόνη προσευχή του τυπικού αυτού που αναπέμπεται απευθείας στο Άγιο Πνεύμα. Η προσευχή αυτή, το πρωί της Κυριακής της Πεντηκοστής, έχει τεράστια σημασία: η στιγμή που την ψάλλουμε είναι η στιγμή που η Εκκλησία επικεντρώνει όλους τους πόθους της προς το Άγιο Πνεύμα και το ικετεύει να κατέλθει. Εκείνη την ώρα, κάθε πιστός, γονατισμένος, μπορεί, αν ζητήσει Εκείνον που είναι το κατ’ εξοχήν δώρο, να λάβει στην ψυχή του την ανανέωση της Χάρης της Πεντηκοστής, την κάθοδο της Περιστεράς.


Το εκκλησίασμα, γονατισμένο ακόμη, ακούει τον ιερέα να αναπέμπει εφτά μεγάλες ευχές: δύο από αυτές απευθύνονται στον Θεό -χωρίς να γίνεται διάκριση μεταξύ των τριών Προσώπων της Τριάδος- δύο απευθύνονται στον Πατέρα και τρεις στον Υιό. Μπορεί στην αρχή να φαίνονται λίγο ασαφείς, αν όμως τις αναλύσουμε προσεκτικά, θα αναγνωρίσουμε ότι αποτελούν επιτομή του ορθόδοξου δόγματος. Ανακεφαλαιώνουν όλη τη θεία οικονομία της σωτηρίας μας. Παρότι γίνονται αναφορές στο Άγιο Πνεύμα, παρατηρούμε ότι διολισθαίνουν από το Μυστήριο του Πνεύματος στο Μυστήριο της Αγίας Τριάδος. Μία φράση από την πέμπτη ευχή λέει: «Ὁ καὶ ἐν ταύτη τῇ ἐσχάτῃ καὶ μεγάλῃ καὶ σωτηρίῳ ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς τὸ μυστήριον τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου καὶ Ἀδιαιρέτου καὶ Ἀσυγχύτου Τριάδος ὑποδείξας ἡμῖν…». Αυτή η «Τριαδική» διάσταση της Εορτής της Πεντηκοστής εξηγεί γιατί αυτή η Κυριακή ονομάζεται συχνά από τους Ορθοδόξους Κυριακή της Αγίας Τριάδος. Εξηγεί επίσης γιατί οι Εκκλησίες που ακολουθούν το Βυζαντινό τυπικό έκριναν καλό να αφιερώσουν ιδιαιτέρως τη Δευτέρα της Πεντηκοστής στο Πρόσωπο του Αγίου Πνεύματος: η Λειτουργία και το μεγαλύτερο μέρος του Εσπερινού -πλην των Ευχών- επαναλαμβάνονται και την ημέρα αυτή.


Είναι αλήθεια ότι το να αφιερώνεται η Δευτέρα της Πεντηκοστής στο Άγιο Πνεύμα είναι κάπως παράξενο, αφού η αληθινή εορτή Του είναι η ημέρα της Πεντηκοστής, και θα ήταν ευχής έργο, αυτή την ίδια ημέρα, η ευλάβεια των πιστών να εστιάζεται στο τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, του οποίου η ύπαρξη και η δράση παραμένουν για πολλούς από τους πιστούς τόσο λίγο γνωστές. Αφετέρου, είναι ωραίο το γεγονός ότι η Εκκλησία μάς υπενθυμίζει το Μυστήριο της Αγίας Τριάδος. Θα ήταν μεγάλο λάθος να θεωρούμε το Μυστήριο αυτό ως θεωρία απόμακρη, αόριστη, χωρίς καμιά σχέση με το πρακτικό κομμάτι της ζωής μας. Η ζώσα και αμοιβαία αγάπη των Τριών θείων Προσώπων είναι το αιώνιο γεγονός, το πιο μεγάλο, απείρως μεγαλύτερο και σημαντικότερο από όλα όσα μας αφορούν προσωπικά. Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε ακριβώς επειδή τα Τρία θεία Πρόσωπα ήθελαν να τον κάνουν μέτοχο, μέχρις ενός βαθμού, της δικής Τους ζωής. Ήδη, από εδώ κάτω, η ζωή της χάριτος είναι μία μετοχή στη ζωή της Τριάδος. Η ψυχή τού εν Χριστώ αποθνήσκοντος καλείται να εισέλθει στην αέναη κίνηση της αγάπης των Τριών Προσώπων. Η αγαπητική αυτή σχέση τους συνιστά το υπέρτατο πρότυπο, αν και πάντοτε υπερβατικό, αυτού που θα έπρεπε να είναι οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Η Πεντηκοστή, καταληκτικό γεγονός του ιστορικού της σωτηρίας μας, μάς εισάγει στην καρδιά του μυστηρίου της Τριάδος, ενός ωκεανού από τον οποίο ξεκινά και στον οποίο καταλήγει ο ποταμός της θείας αγάπης που στρέφει τους ανθρώπους προς τον Θεό.




Lev Gillet (ενός Μοναχού της Ανατολικής Εκκλησίας), Πασχαλινή κατάνυξη, 1η έκδοση, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα, 2009

Πεντηκοστή

 Ιωάννου Μ. Φουντούλη


«Πεντηκοστὴν εορτάζομεν


καὶ Πνεύματος επιδημίαν


καὶ προθεσμίαν επαγγελίας


καὶ ελπίδος συμπλήρωσιν·


καὶ τὸ μυστήριον όσον;


Ὡς μέγα τε καὶ σεβάσμιον.


Διὸ βοώμέν σοί·


Δημιουργὲ τοῦ παντός,


Κύριε, δόξα σοί».


Αυτόν τον θαυμάσιο ύμνο θέτει η Εκκλησία μας σαν προπύλαιο στην εορτή της Πεντηκοστής. Και σ’ αυτόν ανακεφαλαιώνει το «μέγα και σεβάσμιον» μυστήριον, το οποίον πανηγυρίζει: Την συμπλήρωση της ελπίδος, την προθεσμία της επαγγελίας, την επιδημία του Πνεύματος του αγίου. Γιατί πράγματι το εορταζόμενο γεγονός, η επιφοίτησις του αγίου Πνεύματος στους αποστόλους του Χριστού, αποτελεί το τέλος και το επιστέγασμα όλου του έργου της σωτηρίας. Όλο το έργο του Χριστού, η έλευσις, η διδασκαλία, το πάθος, η ανάστασις, η ανάληψις απέβλεπαν σ’ αυτό· στην έλευση του αγίου Πνεύματος στον κόσμο, στην νέα δημιουργία. Ακριβώς για το λόγο αυτό στο τροπάριο που ακούσαμε και σε όλη την υμνογραφία της Πεντηκοστής ανυμνείται ο δημιουργός του παντός, ο Πατήρ, που δια του Λόγου, του Υιού της αγάπης Του, εν αγίω Πνεύματι δημιουργεί τον κόσμο, αναδημιουργεί, ξανακτίζει την κτίση και την μεταβάλλει σε νέα, την ανακαινίζει.


Έτσι η ημέρα αυτή συνδέει την ανάμνηση της γενεθλίου ημέρας του νέου κόσμου με την ανάμνηση της γενεθλίου ημέρας του παλαιού. Τις δύο γεννήσεις, την φυσική και την υπερφυσική. Στην πρώτη μας μεταφέρουν οι πρώτες γραμμές της Βίβλου: «Ἡ δὲ γῆ ἦν ἀόρατος καὶ ἀκατασκεύαστος καὶ σκότος ἐπάνω τῆς ἀβύσσου καὶ πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος. Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· Γενηθήτω φῶς. Καὶ ἐγένετο φῶς. Καὶ εἶδεν ὁ Θεός τό φῶς ὅτι καλόν»[1] Στην δευτέρα συμβαίνει το ίδιο. Επάνω στην άμορφο ύλη των εθνών και το σκότος της πλάνης εκχύνεται η βιαία πνοή του Πνεύματος του Θεού. Ο λόγος Του ανακαινίζει την παλαιωθείσα κτίσι. «Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ Ἐλαμῖται καὶοἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, Ἰουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ τὴν Ἀσίαν, Φρυγίαν τε καὶ Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λυβίης τῆς κατὰ Κυρήνην… Ρωμαῖοι, Ἰουδαῖοι τε καὶ προσήλυτοι, Κρῆτες καὶ Ἄραβες»[2] είναι η νέα άβυσσος, το γέννημα της διασποράς, της κατατμήσεως και της αποσυνθέσεως του κόσμου. Επάνω από αυτούς τώρα επιφέρεται το Πνεύμα του Θεού και ο Λόγος Του καλεί όλους εις συμφωνίαν, εις ενότητα Πνεύματος αγίου, εις το φως. «Ὁ εἰπών ἐκ σκότους φῶς λάμψαι»[3] τους καλεί να επιστρέψουν «ἀπὸ σκότους εἰς φῶς»[4], να γίνουν «φῶς ἐν Κυρίῳ».[5] Και η αναχώνευσις γίνεται με τας πυριμόρφους γλώσσας του αγίου Πνεύματος, που διεμερίσθησαν στους αποστόλους. «Καὶ ὤφθησαν αὐτοῖς διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεὶ πυρός».[6] Η γλώσσα, το σύμβολο, το αποτέλεσμα και το αίτιο του χωρισμού, γίνεται τώρα σύμβολο ενότητος, της εν αγίω Πνεύματι ενότητος του νέου λαού του Θεού. Ο εγκαινισμός του Πνεύματος συμβολίζεται με την καινουργία των γλωσσών. Διά του Χριστού εν αγίω Πνεύματι λαλείται τώρα το μυστήριο της αιωνίου σωτηρίας. Αυτό ακριβώς υπογραμμίζει το δεύτερο στιχηρό του εσπερινού της Πεντηκοστής του α΄ ήχου:


«Γλώσσαις ἀλλογενῶν


ἐκαινούργησας, Χριστέ, τοὺς σοὺς μαθητάς,


ἵνα δι᾿ αὐτῶν σε κηρύξωσι


τὸν ἀθάνατον Λόγον καὶ Θεόν,


τὸν παρέχοντα ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος».


Ο λαός λοιπόν του Θεού, η Εκκλησία εορτάζει κατά την Πεντηκοστή την γέννησή της. Την γενέθλιο ημέρα της, αλλά και αυτό το μυστήριο της ιδίας της ζωής της. Γιατί η Εκκλησία του Χριστού δεν έζησε το μυστήριο της Πεντηκοστής σε μία στιγμή χρόνου κατά το μακάριο εκείνο έτος και την ιστορική εκείνη ημέρα, που «ἐπλήσθησαν» οι μαθητές «Πνεύματος ἁγίου». Αλλά το ζει καθημερινώς, διαρκώς, σε κάθε στιγμή χρόνου, από την ημέρα εκείνη την γενέθλιο μέχρι της συντελείας του αιώνος. Γιατί το Πνεύμα το άγιον ήλθε τότε και έκτοτε μένει και θα μένει εις τον αιώνα στον κόσμο για να συγκροτεί την Εκκλησία. Πνεύμα και Εκκλησία είναι αδιασπάστως ενωμένα. Το άγιον Πνεύμα είναι η ψυχή, η ζωή, η ύπαρξις της Εκκλησίας, της εν αγίω Πνεύματι καινής ζωής. Σ’ αυτό οφείλεται η ενότης, η αγιότης, η καθολικότης της Εκκλησίας. Από αυτό πηγάζουν τα χαρίσματα, οι θεσμοί, η πίστις και η θεολογία της Εκκλησίας. Την βιαία Του πνοή και την πυρίμορφο δρόσο Του αισθάνεται σε κάθε βήμα, σε κάθε εκδήλωση, σε κάθε κίνησή της. Από αυτό πηγάζουν οι υπερφυσικές ενέργειες των μυστηρίων, που ζωογονούν, που τροφοδοτούν και αγιάζουν το σώμα της. Αυτό θεολογεί και ο ποιητής του τρίτου στιχηρού του εσπερινού:


«Πάντα χορηγεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον·


βρύει προφητείας,


ἱερέας τελειοῖ,


ἀγραμμάτους σοφίαν ἐδίδαξεν,


ἁλιεῖς θεολόγους ἀνέδειξεν,


ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας.


Ὁμοούσιε καὶ ὁμόθρονε


τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ,


Παράκλητε, δόξα σοι».


Στην ιστορική λοιπόν Πεντηκοστή, αλλά και στην διαρκή Πεντηκοστή, στην οποία ζει η Εκκλησία, θα μας μεταφέρει κατά την επέτειο του γεγονότος αυτού. Θα μας καλέσει να κλίνουμε τα γόνατα στις αυλές του Κυρίου και να προσκυνήσουμε την αήττητο δύναμή Του, να δοξολογήσουμε την αγία Τριάδα, που φωτίζει και αγιάζει τις ψυχές μας. Και στην στάση αυτή της ταπεινώσεως, της κλίσεως των γονάτων και του αυχένος, να υποδεχθούμε την χάρη του Παρακλήτου. Να ανανεώσουμε και να αναρριπίσουμε την φλόγα του αγίου Πνεύματος. Να συνειδητοποιήσουμε την θέση μας και την υπόστασή μας σαν μελών της Εκκλησίας, σαν ναών του αγίου Πνεύματος. Ναών και σκευών καθαρών, δοχείων του Παρακλήτου, των οποίων κάθε σκέψις θα υπαγορεύεται από το Πνεύμα της σοφίας, κάθε ενέργεια από το Πνεύμα της συνέσεως, το αγαθόν, το ευθές, το νοερόν, το ηγεμονεύον, το καθαίρον τα πταίσματα. Το Πνεύμα το άγιον, το Κύριον και ζωοποιόν, το θείον που θεοποιεί τους ανθρώπους, που δια της χάριτός Του μας μεταβάλλει σε «Θεοὺς κατὰ μέθεξιν».


Αυτό το υπερφυές γεγονός της επιφοιτήσεως του Παρακλήτου περιγράφουν τα τρία θαυμάσια τροπάρια των αίνων και του εσπερινού του δ´ ήχου. Αυτό το Πνεύμα εγκωμιάζουν και αυτού την χάρη επικαλούνται μαζί με το δοξαστικό του πλ. β´ ήχου, με το οποίο κατακλείουμε την εκπομπή μας:


«Παράδοξα σήμερον


εἶδον τὰ ἔθνη πάντα ἐν πόλει Δαυΐδ,


ὅτε τὸ Πνεῦμα κατῆλθε τὸ ἅγιον


ἐν πυρίναις γλώσσαις,


καθὼς ὁ θεηγόρος Λουκᾶς ἀπεφθέγξατο.


Φησὶ γάρ· Συνηγμένων τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ,


ἐγένετο ἦχος, καθάπερ φερομένης βιαίας πνοῆς,


καὶ ἐπλήρωσε τὸν οἶκον, οὗ ἦσαν καθήμενοι·


καὶ πάντες ἤρξαντο φθέγγεσθαι


ξένοις ῥήμασι, ξένοις δόγμασι,


ξένοις διδάγμασι, τῆς ἁγίας Τριάδος».




 «Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον,


ἦν μὲν ἀεί, καὶ ἔστι, καὶ ἔσται


οὔτε ἀρξάμενον οὔτε παυσόμενον,


ἀλλ᾿ ἀεὶ Πατρὶ καὶ Υἱῷ συντεταγμένον


καὶ συναριθμούμενον.


Ζωή καὶ ζωοποιοῦν·


φῶς, καὶ φωτὸς χορηγόν·


αὐτάγαθον, καὶ πηγὴ ἀγαθότητος·


δι᾿ οὗ Πατὴρ γνωρίζεται


καὶ Υἱὸς δοξάζεται


καὶ παρὰ πάντων γινώσκεται,


μία δύναμις, μία σύνταξις,


μία προσκύνησις, τῆς ἁγίας Τριάδος».




Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον,


φῶς καὶ ζωή καὶ ζῶσα πηγὴ νοερά,


Πνεῦμα σοφίας, Πνεῦμα συνέσεως·


ἀγαθόν, εὐθές, νοερόν,


ἡγεμονεῦον, καθαῖρον τὰ πταίσματα.


Θεός, καὶ θεοποιοῦν·


πῦρ, ἐκ πυρὸς προϊόν·


λαλοῦν, ἐνεργοῦν,


διαιροῦν τὰ χαρίσματα·


δι᾿ οὗ Προφῆται ἅπαντες


καὶ Θεοῦ ἀπόστολοι


μετὰ μαρτύρων ἐστέφθησαν.


Ξένον ἄκουσμα, ξένον θέαμα,


πῦρ διαιρούμενον, εἰς νομὰς χαρισμάτων».




«Βασιλεῦ οὐράνιε,


Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας,


ὁ πανταχοῦ παρών, καὶ τὰ πάντα πληρῶν,


ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν καὶ ζωῆς χορηγός·


ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν


καὶ καθάρισον ἡμᾶς ἀπὸ πάσης κηλῖδος


καὶ σῶσον, ἀγαθὲ τὰς ψυχὰς ἡμῶν».




(13 Ιουνίου 1970)




Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Λογική Λατρεία, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα, 1997