Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΕΣΠΕΡΙΝΟΥ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΟΥ ΓΕΝΕΣΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ


 

Δοξαστικό Αποστίχων Γενεσίου της Θεοτόκου


 

Η Γέννηση της Θεοτόκου

 Η ευλάβεια που δείχνει η Εκκλησία στην Παναγία ριζώνει στην υπακοή της στον Θεό, στην εκούσια επιλογή της να δεχθεί μια πρόσκληση αδύνατη στα ανθρώπινα μέτρα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία ανέκαθεν τόνιζε τη σύνδεση της Παναγίας με τον άνθρωπο και χαίρεται γι’ αυτήν και τη θεωρεί ως τον καλύτερο, καθαρότερο και πιο υπέροχο καρπό της ανθρώπινης ιστορίας και της αναζητήσεως του Θεού από τον άνθρωπο, της αναζητήσεως του έσχατου νοήματος, του έσχατου περιεχομένου της ζωής του ανθρώπου. Αν στη Δυτική Χριστιανοσύνη η ευλάβεια προς την Παναγία περιστράφηκε γύρω από την αειπαρθενία της, η καρδιά της ευλάβειας, της σκέψεως και της αγάπης της Ορθόδοξης Ανατολής προς την Παναγία, υπήρξε πάντοτε η Μητρότητά της, η σχέση σαρκός και αίματος που είχε με τον Ιησού Χριστό. Η Ανατολή χαίρεται που ο ρόλος του ανθρώπου είναι βασικός στο θείο σχέδιο. Ο Υιός του Θεού έρχεται στη γη, ο Θεός εμφανίζεται για να λυτρώσει τον κόσμο, γίνεται άνθρωπος για να ενσωματώσει τον άνθρωπο στη θεϊκή του κλήση, και σ’ αυτό συμμετέχει ολόκληρη η ανθρωπότητα. Αν αντιληφθούμε πως η κοινή φύση του Χριστού με τη δική μας είναι η μεγαλύτερη χαρά και το μεγαλύτερο βάθος του Χριστιανισμού, ότι ο Χριστός είναι γνήσιος άνθρωπος κι όχι κάποιο φάντασμα ή κάποιο ασώματο φαινόμενο, ότι είναι κάποιος από μας και παραμένει αιωνίως ενωμένος μαζί μας μέσω της ανθρώπινης φύσεώς Του, τότε η ευλάβεια προς την Παναγία γίνεται κατανοητή, επειδή αυτή του προσέφερε την ανθρώπινη φύση, τη σάρκα και το αίμα Του. Αυτή δίνει τη δυνατότητα στον Χριστό να ονομάζεται πάντοτε «Υιός του Ανθρώπου».
















Η Γέννηση της Θεοτόκου
















Υιός του Θεού, Υιός του Ανθρώπου… ο Θεός που κατήλθε κι έγινε άνθρωπος, ώστε να μπορέσει ο άνθρωπος να εξαγιαστεί, να μπορέσει να γίνει κοινωνός «θείας φύσεως» (Β΄ Πέτρου 1, 4), ή, σύμφωνα με την έκφραση των διδασκάλων της Εκκλησίας, να «θεωθεί». Ακριβώς εδώ, σ’ αυτή την εξαιρετική αποκάλυψη της αυθεντικής φύσεως και κλήσεως του ανθρώπου, βρίσκεται η πηγή αυτής της ευγνωμοσύνης και τρυφεράδας που περιβάλλει τη Θεοτόκο, ως σύνδεσμό μας με τον Χριστό, και μέσω Αυτού με τον Θεό. Πουθενά δε άλλου δεν αντικατοπτρίζεται αυτό καλύτερα απ’ ότι στη γέννηση της Θεοτόκου. Σε κανένα όμως σημείο της αγίας Γραφής δεν αναφέρεται τίποτε γι’ αυτό το γεγονός. Γιατί όμως θα έπρεπε να αναφέρεται; Υπάρχει κάτι το αξιόλογο, κάτι το ιδιαίτερα μοναδικό στη συνηθισμένη γέννηση ενός παιδιού, σε μία γέννα όπως όλες οι άλλες; Αν όμως η Εκκλησία άρχισε να μνημονεύει το γεγονός με μια ιδιαίτερη εορτή, αυτό δεν έγινε επειδή η γέννα καθαυτή ήταν κάτι το μοναδικό ή θαυματουργικό ή ασυνήθιστο γεγονός. Το αντίθετο, μάλιστα.
















Το ότι είναι τόσο συνηθισμένο γεγονός αποκαλύπτει μια φρεσκάδα και μια λάμψη όσον αφορά το καθετί που αποκαλούμε «ρουτίνα» και συνηθισμένο, και δίνει νέο βάθος στις «ασήμαντες» λεπτομέρειες της ζωής του ανθρώπου. Τι παρατηρούμε στην εικόνα της εορτής, όταν την αντικρίζουμε με τα πνευματικά μας μάτια; Πάνω σ’ ένα κρεβάτι είναι ξαπλωμένη μια γυναίκα, η Άννα, σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, που μόλις έχει γεννήσει μία κόρη. Δίπλα της είναι ο πατέρας του παιδιού, ο Ιωακείμ, σύμφωνα πάλι με την ίδια παράδοση. Λίγες γυναίκες στέκονται εκεί κοντά, που πλένουν το νεογέννητο για πρώτη φορά. Το πιο συνηθισμένο, δηλαδή, και απαρατήρητο γεγονός. Ή δεν είναι έτσι; Μήπως η Εκκλησία θέλει, μέσα απ’ αυτή την εικόνα, να μας πεί πως η κάθε γέννα, η είσοδος κάθε νέου ανθρώπου στον κόσμο και στη ζωή, δεν είναι παρά ένα μέγιστο θαύμα, ένα θαύμα που διαρρηγνύει κάθε ρουτίνα, επειδή σημαδεύει την αρχή κάποιου γεγονότος δίχως τέλος, την αρχή μιας μοναδικής και ανεπανάληπτης ζωής, την αρχή ενός νέου προσώπου; Με κάθε γέννα ο κόσμος δημιουργείται, κατά μία έννοια, εξ αρχής, και προσφέρεται ως δώρο σ’ αυτόν το νέο άνθρωπο για να είναι η ζωή του, ο δρόμος του, η δημιουργία του.
















Κατ’ αρχάς, αυτή η γιορτή δεν είναι παρά ένας γενικός εορτασμός της γεννήσεως του ανθρώπου, και, όπως λέει το Ευαγγέλιο, δεν θυμόμαστε πλέον την αγωνία «διὰ τὴν χαρὰν ὅτι ἐγεννήθη ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσμον» (Ιωαν. 16,21). Δεύτερον, τώρα γνωρίζουμε αυτόν του οποίου την ιδιαίτερη γέννηση και τον ερχομό εορτάζουμε: την Παναγία. Γνωρίζουμε τη μοναδικότητα, την ομορφιά, τη χάρη ακριβώς αυτού του παιδιού, τον προορισμό του, τη σημασία του για μας και για ολόκληρο τον κόσμο. Και τρίτον, γιορτάζουμε όλους όσοι προετοίμασαν τον δρόμο της Παναγίας, που συνέβαλαν στο να κληρονομήσει τη χάρη και την ομορφιά. Σήμερα πολλοί άνθρωποι μιλούν για κληρονομικότητα, αλλά μόνο με μία αρνητική, υποδουλωτική και αιτιοκρατική έννοια. Η Εκκλησία πιστεύει σε μία θετική και πνευματική κληρονομικότητα. Πόση πίστη, πόση καλοσύνη, πόσες γενιές ανθρώπων που αγωνίστηκαν να ζήσουν την αγιότητα, δεν χρειάστηκαν πριν το δένδρο της ιστορίας μπορέσει να βγάλει ένα τέτοιο υπέροχο και ευωδιαστό λουλούδι -την Παρθένο Παναγία! Γι’ αυτό η εορτή της Γεννήσεώς της είναι ένας εορτασμός της ανθρώπινης ιστορίας, εορτασμός της πίστεως στον άνθρωπο, ένας εορτασμός του ανθρώπου. Δυστυχώς όμως, η κληρονομιά του κακού είναι πολύ πιο ορατή και γνωστή σήμερα. Υπάρχει τόσο κακό γύρω μας, ώστε αυτή η πίστη στον άνθρωπο, στην ελευθερία του, στη δυνατότητά του να παραδίδει στις μελλοντικές γενιές μία φωτεινή κληρονομιά καλοσύνης έχει σχεδόν εξατμιστεί κι έχει αντικατασταθεί από τον κυνισμό και την υποψία… Αυτός ο εχθρικός κυνισμός και η αποθαρρυντική υποψία είναι ακριβώς ότι μας κάνει ν’ απομακρυνόμαστε από την Εκκλησία, τη στιγμή που αυτή γιορτάζει, με τέτοια χαρά και πίστη, τη γέννηση ενός κοριτσιού, στο οποίο συγκεντρώνεται όλη η καλοσύνη, η πνευματική ομορφιά, η αρμονία και η τελειότητα, που είναι στοιχεία της γνήσιας ανθρώπινης φύσεως. Μέσα απ’ αυτό το νεογέννητο κορίτσι, ο Χριστός -το δώρο του Θεού, η συνάντηση μαζί Του- έρχεται ν’ αγκαλιάσει τον κόσμο. Εορτάζοντας έτσι τη γέννηση της Παναγίας, βρισκόμαστε ήδη στον δρόμο προς τη Βηθλεέμ, κινούμενοι προς το χαρμόσυνο μυστήριο της Παναγίας ως Θεοτόκου.
















Αλέξανδρος Σμέμαν, Η Παναγία: Βίωση της πίστης, μετάφραση Ιωσήφ Ροηλίδης, 1η έκδ. Αθήνα, Ακρίτας, 2000.

Η Γέννηση της Θεοτόκου κατά τους Αγίους Πατέρες

  Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στὴν ὁμιλία του στὸ «Γενέσιο τῆς Θεοτόκου» ἀναφέρει: «Σήμερα ἡ προφητευμένη ράβδος ἐβλάστησε ἀπὸ τὴν ρίζα τοῦ Ἰεσσαί, ἀπὸ τὴν ὁποία “ἐβγῆκε ἀνθὸς”, ποὺ δὲν δέχεται μαρασμό, ἀλλὰ καὶ ἀνακαλεῖ τὴν φύση μας, ποὺ ἐμαράθηκε καὶ γι’ αὐτὸ ἐξέπεσε ἀπὸ τὸν ἀμάραντο τόπο τῆς τρυφῆς καὶ τὴν ἐπαναφέρει στὸ εὐθαλὲς καὶ τῆς χαρίζει τὸ ἀειθαλές, τὴν ἀνεβάζει πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ τὴν εἰσάγει στὸν παράδεισο.








Εἶναι ἡ ράβδος μὲ τὴν ὁποίαν ὁ μέγας ποιμὴν μετέφερε τὸ λογικὸ ποίμνιο πρὸς τὶς αἰώνιες βοσκές· ἡ ράβδος, στὴν ὁποία στηριγμένη ἡ φύσις μας ἀπέθεσε τὴν παλαιότητα καὶ τὴν γεροντικὴ ἀδράνεια καὶ βαδίζει εὔκολα πρὸς τὸν οὐρανό, ἀφήνοντας τὴν γῆ κάτω σὲ αὐτοὺς ποὺ φέρονται πρὸς τὰ κάτω, διότι δὲν ἔχουν στήριγμα».1
















Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς σὲ ἀντίστοιχη ὁμιλία του θὰ μᾶς πεῖ: «Ὅταν ἦταν ὁ ἄνθρωπος νὰ ἔρθει στὴ ζωὴ ἀπὸ τὸ μὴ εἶναι ἀπὸ ἄπειρη ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, πρῶτα ἁπλώνεται ὁ οὐρανός, ἔπειτα στρώνεται κάτω ἡ γῆ, ὁρίζεται ἡ περιοχὴ τῆς θάλασσας καὶ συγχρόνως γίνονται ὅσα συμπληρώνουν τὴν ὅλη διακόσμηση καὶ τῶν δύο αὐτῶν.








Ὕστερα τοποθετεῖται ὁ ἄνθρωπος μέσα στὸν παράδεισο σὰν βασιλιάς, γιὰ νὰ ἀσκεῖ τὴν ἀρετή. Λόγῳ τῆς παράβασης ὅλα τὰ εἶχε κυριέψει ἡ φθορὰ καὶ γεμάτος εὐσπλαγχνία ὁ Θεὸς φοβόταν μήπως βαδίσει στὴν ἀνυπαρξία τὸ πλάσμα τῶν χεριῶν του, ἀποφασίζει ἀπὸ πολλὴ καλωσύνη νὰ δημιουργήσει ἄλλο οὐρανὸ καὶ γῆ καὶ θάλασσα, ὅπου θὰ εὕρισκε θέση ὁ ἀχώρητος σὲ ὅλα γιὰ τὴν ἀνάπλαση τοῦ γένους μας.








Κι᾽ αὐτὰ εἶναι ἡ μακαρία καὶ πολυύμνητη Παρθένος. Ὢ θαῦμα μέγα! Εἶναι αὐτὴ οὐρανός, γιατί ἀπὸ τὰ ἀπάτητα θησαυροφυλάκιά της ἀνέτειλε τὸν ἥλιο τῆς δικαιοσύνης, εἶναι γῆ, γιατί ἀπὸ τὶς ἁγνὲς λαγόνες τῆς ἀφθαρσίας βλάστησε τὸν στάχυ τῆς ζωῆς, καὶ εἶναι θάλασσα, γιατί ἀπὸ τοὺς κόρφους της ἄφησε νὰ προβάλει τὸν νοητὸ μαργαρίτη».2
















Στὴν ὁμιλία στὴν “Γέννησιν τῆς Θεοτόκου” ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας σημειώνει: «Ἡ Πανάμωμος δὲν ἐδημιούργησε τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ τὸν βρῆκε συντετριμμένο· οὔτε πάλι μᾶς ἔδωσε τὴ φύση, ἀλλὰ τὴν συνετήρησε· οὔτε μᾶς ἔπλασε αὐτή, ἀλλὰ προσέφερε ἐκεῖνα μὲ τὰ ὁποῖα ἀναπλασθήκαμε. Ἔγινε ἔτσι βοηθὸς τοῦ πλάστη, τὸ ἄγαλμα συνεργάσθη- κε μὲ τὸν τεχνίτη.








Αὐτὴ ξανάδωκε στὸ ἄγαλμα ὅ,τι εἶχε προηγουμένως κι ἐκεῖνος πρόσθεσε αὐτὸ ποὺ δὲν εἶχε. Καὶ δὲν θὰ πρόσθετε βέβαια ἐκεῖνος αὐτὸ ποὺ ἔλειπε, ἂν δὲν εὕρισκε αὐτὸ ποὺ ὑπῆρχε, πάνω στὸ ὁποῖο ἔπρεπε νὰ προσθέσει τὸ δεύτερο (δηλαδὴ αὐτὸ ποὺ ἔλειπε).








Στὸν Ἀδὰμ ἀπὸ ὅλα τὰ ζῶα τοῦ Παραδείσου μόνη βοηθὸς ἦταν ἡ Εὔα. Καὶ τὸν Θεό, γιὰ νὰ φανερώσει τὴν χρηστότητά Του, μόνη ἡ Παρθένος ἀπὸ ὅλα τὰ ὄντα τὸν ἐβοήθησε.








Γιατί τίποτε ἄλλο δὲν μετεῖχε στὴν φύση τοῦ Ἀδὰμ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Εὔα, καὶ τίποτε ἑπομένως δὲν μποροῦσε νὰ λάβει μέρος στὶς πράξεις του.








Ἀλλὰ καὶ καμμία ἀπὸ τὶς ὑπόλοιπες ὑπάρξεις δὲν συμμετεῖχε τόσο στὴν χρηστότητα τοῦ Θεοῦ, ὅσο ἡ Παρθένος· ἔτσι κανεὶς ἄλλος δὲν μποροῦσε νὰ τὸν βοηθήσει. Γιατί βέβαια καὶ ὁ καλύτερος τεχνίτης φθάνει στὸ σκοπό του καὶ γίνεται φανερός, ὅτι εἶναι ἄριστος, ἂν βρεῖ τὸ κατάλληλο ὄργανο ποὺ τὸν ἐξυπηρετεῖ στὴν πραγματοποίηση τῆς τέχνης του».3








Καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο θὰ σημειώσει «Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι ἐκεῖνο ποὺ βρίσκεται πέρα ἀπὸ κάθε θαῦμα καὶ προξενεῖ ἔκπληξη ὄχι μόνο στοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ σὲ αὐτοὺς τοὺς Ἀγγέλους καὶ ξεπερνάει κάθε ρητορικὴ ὑπερβολή: τὸ πῶς, ἐνῶ ἡ Παρθένος ἦταν μόνο ἄνθρωπος καὶ δὲν εἶχε τίποτε περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, μπόρεσε νὰ διαφύγει, μόνη αὐτή, τὴν κοινὴ ἀρρώστια.








Πῶς τὸ μπόρεσε; Ποιοὺς λογισμοὺς χρησιμοποίησε; Ἀκόμη περισσότερο, πῶς τῆς δημιουργήθηκε ἀρχικὰ αὐτὴ ἡ ἐπιθυμία καὶ θέλησε νὰ ριχθεῖ σὲ αὐτὸν τὸν ἀγώνα, τὸν ὁποῖο κανεὶς ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους της δὲν ἀκούσθηκε ὅτι εἶχε ποτὲ κερδίσει;








Ποιοὺς ὁδηγοὺς εἶχε μπροστά της; Ποιὸς τῆς ἔδωκε ἐλπίδες ὅτι θὰ νικήσει; Ἀπὸ ποῦ ἄντλησε τὸ ἀπαιτούμενο θάρρος;








Γιατί ἡ ἀνθρώπινη φύση ἦταν πεσμένη, εἶναι δὲ ἀπερίγραπτη ἡ φαυλότης μέσα στὴν ὁποία ζοῦσε τὸ μεγαλύτερο μέρος τῶν ἀνθρώπων. Λίγοι ἦσαν οἱ καλοὶ κι εἶχαν κι αὐτοὶ ἀνάγκη ἀπὸ ἐκείνους ποὺ θὰ τοὺς στηρίξουν. Τόσο πολὺ ἀπεῖχαν ἀπὸ τὸ νὰ εἶναι χρήσιμοι στοὺς ἄλλους».4








1. Γρηγ. Παλαμᾶ Ε.Π.Ε. τόμ. 10 σελ. 589
















2. Ἰ. Δαμασκηνοῦ Ε.Π.Ε. τόμ. 9 σελ. 213








3. Νικολάου Καβάσιλα Ἡ Θεομήτωρ Ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας σελ. 109 4.Ὅ.π. σελ. 69








 Ὀρθόδοξος Τύπος ἀρ. φύλ. 1988  6 Σεπτεμβρίου 2013

Άγιος Σώζων ο Κύπριος

 Ο Άγιος Σώζων είναι ένας τοπικός Άγιος της Πάφου και μάρτυρας της Κυπριακής Εκκλησίας, που όμως αγνοείται από τους συναξαριστές. Τον αναφέρει ο μεσαιωνικός χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιράς που γράφει:


«... Ομοίως ο Άγιος Σώζοντας εις του Πλακουντουδίου, παιδίν βοσκαρίδιν, και ετρέξαν το οι Σαρακηνοί όταν εκάψαν την εικόναν της Θεοτόκου εις την Μονήν και ετυπώθην η εικόνα εις τας πλάκας και είναι μέχρι την σήμμερον. Και ετρέξαν το, και εκράτεν το γαλευτήριν με το γάλαν και εσκοντύλισεν και ετζακίστην το γαλευτήριν και εχενώθην το γάλαν, και φαίνεται ως την σήμερον. Και ενέβην εις το σπήλαιον με τα άλλα παιδιά, και εβάλαν λαμπρόν και εκάψαν τα. Και έκτισαν ναόν και εβάλαν τα αγιάσματα (τα άγια λείψανα), και θεραπεύουν πάσαν νόσον».


Κατά τον Λεόντιο Μαχαιρά, λοιπόν, όταν ήρθαν οι Σαρακηνοί στην Κύπρο κατά την διάρκεια του 7ου μ.Χ. αιώνα, έκαψαν την εικόνα της Παναγίας στην Μονή (πιθανότατα είναι το κοντινό μοναστήρι της Παναγίας Χρυσορροϊάτισσας, ή η Μονή των Ιερέων) και η μορφή της Παναγίας, από θαύμα τυπώθηκε πάνω στις πλάκες εκεί, και υπήρχε μέχρι τον καιρό του Μαχαιρά δηλαδή τον 14ο αιώνα μ.Χ. Ο Άγιος Σώζων ήταν ένας νεαρός βοσκός από το Πλακουντούδιν, μεσαιωνικό οικισμό κοντά στο χωριό Ασπρογιά της Πάφου. Ο νεαρός αυτός βοσκός καταδιώχθηκε από τους Σαρακηνούς και κατά την καταδίωξη έσπασε το δοχείο με το γάλα που κρατούσε, και εφαίνοντο τα αποτυπώματα του χυμένου γάλακτος στις πέτρες. Ο Άγιος Σώζων κατέφυγε σε ένα σπήλαιο, όπου είχαν κρυφτεί και άλλα παιδιά και όταν έφθασαν οι Σαρακηνοί έβαλαν φωτιά στο σπήλαιο και τα έκαψαν.


Το σπήλαιο αυτό βρίσκεται κοντά στο χωριό Ασπρογιά της επαρχίας Πάφου και φέρει το όνομα «σπήλιος τ΄αή Σώζοντα». Το σπήλαιο είναι πολύ μεγάλο, αλλά μέσα σήμερα δεν υπάρχει τίποτα αφού έχει σταματήσει να είναι λατρευτικός χώρος. Λέγεται ότι στα παλιά χρόνια μέσα από το σπήλαιο πήγαζε νερό το οποίο εξέρχετο από το στόμιο του και εθεωρείτο αγίασμα. Κατά την επιτόπια παράδοση το αγίασμα του Αγίου Σώζοντος θεραπεύει τα μιμίθκια (εξανθήματα). Όμως σήμερα δεν υπάρχει καμιά ένδειξη νερού εκεί. Νερό πηγάζει από πολύ μικρότερο σπήλαιο το οποίο βρίσκεται μέσα στην κοίτη του ποταμού, πιο κάτω από το μεγάλο σπήλαιο. Κατά τα παλιά χρόνια επίσης, οι πιστοί κρέμμαζαν ρούχα στους άγριους θάμνους κοντά στο σπήλαιο.


Στην περιοχή που μαρτύρησε ο Άγιος, απέναντι από το σπήλαιο και το ποτάμι, κτίστηκε αργότερα εκκλησία όπου εφυλάγοντο τα οστά του μάρτυρα που εθεωρείτο θαυματουργός. Τα ερείπια της εκκλησίας του Αγίου Σώζοντος στην Ασπρογιά υπάρχουν μέχρι σήμερα. Η εικόνα του Αγίου σώζεται στη Μονή Χρυσορρογιάτισσας. Λείψανα του Αγίου σώζονται στην Μονή Μαχαιρά και στη Μονή Χρυσορρογιάτισσας.

Άγιος Ιωάννης ο Θαυματουργός Αρχιεπίσκοπος Νοβογορδίας

 Ο Άγιος Ιωάννης ο Θαυματουργός έγινε Αρχιεπίσκοπος Νοβογορδίας το 1162 μ.Χ. Κοιμήθηκε το έτος 1186 μ.Χ. Δεν έχουμε άλλες λεπτομέρειες για τον βίο του Ρώσου Αγίου.


Όσιος Λουκάς από την επαρχία Λυκαόνων

 Ο Όσιος Λουκάς έγινε μοναχός και στη συνέχεια ηγούμενος, τρίτος στη σειρά από της ιδρύσεως της Μονής Βαθέος Ρύακος, που βρίσκεται στην Τρίγλια και ήταν αφιερωμένη στο όνομα του Σωτήρος Χριστού.


Πρώτος ηγούμενος και κτήτορας της μονής ήταν ο Όσιος Βασίλειος  ενώ δεύτερος ηγούμενος ήταν ο Όσιος Ιγνάντιος .