Σάββατο 25 Απριλίου 2026

Δόξα εσπερινού Κυριακής των Μυροφόρων


 

Εὐαγγέλιον ΚΥΡΙΑΚΗΣ Γ΄ ΑΠΟ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ

 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΙΕ´ 43 - 47



43 ἐλθὼν Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἁριμαθαίας, εὐσχήμων βουλευτής, ὃς καὶ αὐτὸς ἦν προσδεχόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. 44 ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐθαύμασεν εἰ ἤδη τέθνηκε, καὶ προσκαλεσάμενος τὸν κεντυρίωνα ἐπηρώτησεν αὐτὸν εἰ πάλαι ἀπέθανε· 45 καὶ γνοὺς ἀπὸ τοῦ κεντυρίωνος ἐδωρήσατο τὸ σῶμα τῷ Ἰωσήφ. 46 καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλησε τῇ σινδόνι καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου. 47 ἡ δὲ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία Ἰωσῆ ἐθεώρουν ποῦ τίθεται.


ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΙϚ´ 1 - 8



1 Καὶ διαγενομένου τοῦ σαββάτου Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν. 2 καὶ λίαν πρωῒ τς μιᾶς σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. 3 καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς· Τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; 4 καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος· ἦν γὰρ μέγας σφόδρα. 5 καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολὴν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν. 6 ὁ δὲ λέγει αὐταῖς· Μὴ ἐκθαμβεῖσθε· Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν. 7 ἀλλ’ ὑπάγετε εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν. 8 καὶ ἐξελθοῦσαι ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου· εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον· ἐφοβοῦντο γάρ.



Ερμηνευτική απόδοση


 ἦλθεν ὁ Ἰωσήφ, ποὺ κατήγετο ἀπὸ τὴν πόλιν Ἀριμαθαίαν, σεβαστὸν καὶ ἐπίσημον μέλος τοῦ ἰουδαϊκοῦ συνεδρίου, ποὺ καὶ αὐτὸς εἶχε πιστεύσει εἰς τὸ περὶ βασιλείας τοῦ Θεοῦ κήρυγμα τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἐπερίμενε τὴν βασιλείαν αὐτήν, χωρὶς νὰ κλονισθῇ ἡ ἐλπίς του αὐτὴ ἀπὸ τὸν θάνατον τοῦ Ἰησοῦ. Καὶ ἔλαβε τὴν τόλμην καὶ παρουσιάσθη εἰς τὸν Πιλᾶτον καὶ ἐζήτησε τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. 44 Ὁ Πιλᾶτος δὲ ἐξεπλάγη καὶ ἠπόρησεν, ἐὰν τόσον γρήγορα ἀπέθανεν ὁ Ἰησοῦς. Καὶ ἀφοῦ ἐπροσκάλεσε τὸν ἑκατόνταρχον, τὸν ἠρώτησεν, ἐὰν εἶχεν ὤραν πολλὴν ποὺ ἀπέθανε. 45 Καὶ ὅταν ἔμαθεν ἀπὸ τὸν ἑκατόνταρχον, ὅτι πράγματι ἀπέθανεν, ἐχάρισεν εἰς τὸν Ἰωσὴφ τὸ σῶμα. 46 Καὶ ἐκεῖνος ἀφοῦ ἠγόρασε σινδόνα καινουργῆ καὶ ἀμεταχείριστον καὶ τὸν ἐκατέβασεν ἀπὸ τὸν σταυρόν, ἐτύλιξε τὸ σῶμα εἰς τὴν σινδόνα καὶ τὸν ἔβαλε χάμω εἰς μνημεῖον, ποὺ ἦτο σκαλισμένον μέσα εἰς τὸν βράχον· καὶ ἐκύλισε λίθον βαρὺν ἐπάνω εἰς τὸ στόμιον τοῦ μνημείου. 47 Ἡ Μαγδαληνὴ δὲ Μαρία καὶ ἡ Μαρία τοῦ Ἰωσῆ παρετήρουν προσεκτικὰ καὶ μὲ πολὺ ἐνδιαφέρον ποὺ ἐτέθη τὸ σῶμα.





1 Καὶ ἀφοῦ ἐπέρασε τὸ Σάββατον, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καὶ ἡ Σαλώμη ἠγόρασαν τὸ βράδυ τοῦ Σαββάτου ἀρώματα, διὰ νὰ ἔλθουν τὸ πρωῒ εἰς τὸν τάφον καὶ ἀλείψουν τὸν Ἰησοῦν. 2 Καὶ πολὺ πρωῒ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος ἔρχονται εἰς τὸ μνημεῖον τὴν ὥραν, ποὺ ὁ ὑποκάτω ἀπὸ τὸν ὁρίζοντα ἀνατέλλων ἥλιος ἤρχισε νὰ διαλύῃ τὸ πρωϊνὸ σκοτάδι. 3 Καὶ ἔλεγαν ἀναμεταξύ τους· Ποῖος θὰ μᾶς ἀποκυλίσῃ τὴν μεγάλην πέτραν ἀπὸ τὴν εἴσοδον τοῦ μνημείου; 4 Καὶ μόλις ἐσήκωσαν τὰ μάτια τους, εἶδαν, ὅτι εἶχε κυλισθῆ μακρὰν ἀπὸ τὸ μνημεῖον ἡ πέτρα. Καὶ ἔλεγαν μεταξύ τους αὐτά, διότι ἡ πέτρα αὐτὴ ἦτο πολὺ μεγάλη καὶ δὲν ἦτο εὔκολον νὰ ἀποκυλισθῇ. 5 Καὶ μόλις ἐσήκωσαν τὰ μάτια τους, εἶδαν, ὅτι εἶχε κυλισθῆ μακρὰν ἀπὸ τὸ μνημεῖον ἡ πέτρα. Καὶ ἔλεγαν μεταξύ τους αὐτά, διότι ἡ πέτρα αὐτὴ ἦτο πολὺ μεγάλη καὶ δὲν ἦτο εὔκολον νὰ ἀποκυλισθῇ. 6 Αὐτὸς δὲ τοὺς εἶπε· Μὴ ἐκπλήττεσθε καὶ μὴ φοβεῖσθε. Ἠξεύρω ποῖον ζητάτε. Ζητᾶτε τὸν Ἰησοῦν τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον. Ἀνεστήθη. Δὲν εἶναι ἐδῶ. Ἰδού, εἶναι ἀδειανὸ τὸ μέρος, ὅπου τὸν ἔβαλαν. 7 Ἀλλὰ πηγαίνετε, εἴπατε εἰς τοὺς μαθητάς του καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὸν Πέτρον, ποὺ ἔχει ἀνάγκην παρηγορίας καὶ βεβαιώσεως ὅτι συνεχωρήθη διὰ τὴν ἄρνησίν του, ὅτι πηγαίνει προτήτερα ἀπὸ σᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν. Ἐκεῖ θὰ τὸν ἰδῆτε, καθὼς σᾶς εἶπε, προτοῦ νὰ σταυρωθῇ. 8 Καὶ ἐκεῖναι, ἀφοῦ ἐβγῆκαν, ἔφυγαν ἀπὸ τὸ μνημεῖον. Τὰς κατεῖχε δὲ τρόμος καὶ ἦσαν ἐκστατικαί. Καὶ δὲν εἶπαν τίποτε εἰς κανένα, διότι ἐφοβοῦντο.

Ἀπόστολος Κυριακής

 ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ Ϛ´ 1 - 7



1 Ἐν δὲ ταῖς ἡμέραις ταύταις πληθυνόντων τῶν μαθητῶν ἐγένετο γογγυσμὸς τῶν Ἑλληνιστῶν πρὸς τοὺς Ἑβραίους, ὅτι παρεθεωροῦντο ἐν τῇ διακονίᾳ τῇ καθημερινῇ αἱ χῆραι αὐτῶν. 2 προσκαλεσάμενοι δὲ οἱ δώδεκα τὸ πλῆθος τῶν μαθητῶν εἶπον· Οὐκ ἀρεστόν ἐστιν ἡμᾶς καταλείψαντας τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ διακονεῖν τραπέζαις. 3 ἐπισκέψασθε οὖν, ἀδελφοί, ἄνδρας ἐξ ὑμῶν μαρτυρουμένους ἑπτὰ, πλήρεις Πνεύματος ἁγίου καὶ σοφίας, οὓς καταστήσομεν ἐπὶ τῆς χρείας ταύτης· 4 ἡμεῖς δὲ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ διακονίᾳ τοῦ λόγου προσκαρτερήσομεν. 5 καὶ ἤρεσεν ὁ λόγος ἐνώπιον παντὸς τοῦ πλήθους· καὶ ἐξελέξαντο Στέφανον, ἄνδρα πλήρη πίστεως καὶ Πνεύματος ἁγίου, καὶ Φίλιππον καὶ Πρόχορον καὶ Νικάνορα καὶ Τίμωνα καὶ Παρμενᾶν καὶ Νικόλαον προσήλυτον Ἀντιοχέα, 6 οὓς ἔστησαν ἐνώπιον τῶν ἀποστόλων, καὶ προσευξάμενοι ἐπέθηκαν αὐτοῖς τὰς χεῖρας. 7 καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ηὔξανε, καὶ ἐπληθύνετο ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν ἐν Ἱερουσαλὴμ σφόδρα, πολύς τε ὄχλος τῶν ἱερέων ὑπήκουον τῇ πίστει.



Ερμηνευτική απόδοση


Κατὰ τὰς ἡμέρας δὲ ταύτας, ἐνῷ ηὔξανε ὁ ἀριθμὸς τῶν πιστῶν, οἱ Ἑβραῖοι Χριστιανοί, ποὺ ἦσαν ἀπὸ ξένα μέρη καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶχον ὡς γλῶσσαν των τὴν ἑλληνικήν, ἤρχισαν νὰ γογγύζουν ἐναντίον τῶν ἐντοπίων Ἑβραίων Χριστιανῶν, ποὺ ὡμίλουν τὴν ἀραμαϊκὴν γλῶσσαν. Καὶ ἠγέρθησαν τὰ παράπονα αὐτά, διότι αἱ χῆραι τῶν Ἑλληνιστῶν καὶ μὴ ἐντοπίων Χριστιανῶν παρημελοῦντο κατὰ τὴν καθημερινὴν περίθαλψιν καὶ ὑπηρεσίαν τῆς διανομῆς τροφῶν καὶ ἐλεημοσυνῶν. 2 Κατόπιν τούτου λοιπὸν οἱ δώδεκα ἀπόστολοι, ἀφοῦ συνεκάλεσαν τὸ πλῆθος τῶν πιστευόντων εἰς Χριστὸν μαθητῶν, εἶπον· Δεν μᾶς φαίνεται σωστὸν νὰ ἀφήσωμεν ἡμεῖς τὸ κήρυγμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ὑπηρετῶμεν εἰς τραπέζας φαγητοῦ. 3 Ἐξετάσατε λοιπὸν προσεκτικά, ἀδελφοί, καὶ ἐκλέξατε ἀπὸ σᾶς τοὺς ἰδίους ἑπτὰ ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι νὰ ἔχουν καλὴν ἀπὸ ὅλους μαρτυρίαν, γεμᾶτους ἀπὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ σύνεσιν, τοὺς ὁποίους θὰ ἐγκαταστήσωμεν διὰ νὰ διεξάγουν τὴν ἀναγκαίαν ταύτην ὑπηρεσίαν. 4 Ἡμεῖς δὲ θὰ ἀφοσιωθῶμεν καὶ θὰ ἀσχοληθῶμεν ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν προσευχὴν καὶ εἰς τὴν διακονίαν τοῦ κηρύγματος. 5 Καὶ ἡ πρότασις αὐτὴ τῶν ἀποστόλων ἐφάνη ἀρεστὴ εἰς ὁλόκληρον τὸ πλῆθος τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ ἐξέλεξαν τὸν Στέφανον, ἄνδρα γεμᾶτον ἀπὸ πίστιν εἰς τὸν Χριστὸν καὶ ἀπὸ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ τὸν Φίλιππον καὶ τὸν Πρόχορον καὶ τὸν Νικάνορα καὶ τὸν Τίμωνα καὶ τὸν Παρμενᾶν καὶ τὸν Νικόλαον, ὅστις ὑπῆρξεν εἰδωλολάτρης ἐξ Ἀντιοχείας καὶ προτοῦ νὰ πιστεύσῃ εἰς τὸν Χριστὸν εἶχε προσελκυσθῆ εἰς τὸν Ἰουδαϊσμόν. 6 Αὐτοὺς τοὺς ἑπτὰ παρουσίασαν ἐνώπιον τῶν ἀποστόλων, καὶ οἱ ἀπόστολοι, ἀφοῦ προσηυχήθησαν, ἔθεσαν ἐπ’ αὐτῶν τὰς χεῖρας, διὰ νὰ τοὺς μεταδοθῇ ἡ θεία χάρις, ἡ ἀναγκαία διὰ τὴν ἐπιτυχῆ διεξαγωγὴν τῆς διακονίας των. 7 Καὶ τὸ κήρυγμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ προώδευε καὶ διεδίδετο καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα ἐπληθύνετο πάρα πολύ, καὶ πλῆθος πολὺ ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς τῶν Ἰουδαίων ἀπεδέχοντο τὰς ἀληθείας τῆς πίστεως καὶ ὑπετάσσοντο εἰς αὐτάς.

Όσιος Βασίλειος ο Ησυχαστής

 Ο Όσιος Βασίλειος, ο Ησυχαστής, γεννήθηκε το έτος 1692 στη Ρουμανία. Ασκήτεψε θεοφιλώς στο Άγιον Όρος και στην περιοχή Ποϊάνα Μαρουλούι της Ρουμανίας. Υπήρξε διδάσκαλος του Οσίου Παϊσίου (Βελιτσκόφσκιυ) και κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 1767.


Όσιος Σιλβέστρος της Ομπνόρα

 Ο Όσιος Σιλβέστρος της Ομπνόρα, γεννήθηκε τον 15ο αιώνα μ.Χ. στη Ρωσία. Από νεαρή ηλικία είχε εσωτερικά τον πόθο να μονάσει. Έτσι εγκατέλειψε τον κόσμο και κατάφυγε στη μονή της Αγίας Τριάδος, όπου υπήρξε δόκιμος και υποτακτικός του Αγίου Σεργίου του Ραντονέζ (τιμάται 5 Ιουλίου). Αφού παρέμεινε εκεί για ένα χρονικό διάστημα και πρόκοψε στην υπακοή, ο Όσιος Σιλβέστρος έλαβε την ευλογία για να μείνει μόνος στην έρημο και να συνεχίσει εκεί τον ασκητικό του αγώνα.


Μέσα στο πυκνό δάσος, δίπλα στον ποταμό Ομπνόρα ο οποίος συνεχίζει την ροή του στον ποταμό Κοστρομά, έστησε ένα σταυρό στο σημείο όπου διάλεξε και ξεκίνησε από εκεί τον πνευματικό του αγώνα. Για μια μεγάλη χρονική περίοδο κανείς δεν ήξερε τίποτα για τον Άγιο ερημίτη. Το κελλί του αποκαλύφθηκε τυχαία από έναν χωρικό, ο οποίος είχε χάσει τον δρόμο του. Αυτός είπε στον ενοχλημένο ερημίτη ότι οι άνθρωποι είχαν δει λαμπρές ακτίνες και ένα στρώμα νεφέλης επάνω από την κατοικία του. Ο Όσιος Σιλβέστρος ξέσπασε τότε σε δάκρυα πικρίας, επειδή το μέρος της απομονώσεώς του είχε ανακαλυφθεί. Ο προσκυνητής παρακάλεσε επίμονα τον Όσιο να του μιλήσει για τον εαυτό του. Ο Όσιος Σιλβέστρος είπε ότι εκεί έμενε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, τρώγοντας φλοιούς δένδρων και ρίζες. Στην αρχή ήταν αδύναμος χωρίς ψωμί και μια φορά έπεσε στο έδαφος από την αδυναμία του. Τότε, ένας Άγγελος με τη μορφή ενός θαυμάσιου άνδρα εμφανίσθηκε μπροστά του και τον άγγιξε στο χέρι. Από εκείνη την στιγμή ο Όσιος δεν ένιωσε ξανά αδυναμία.


Άλλη μια φορά ο χωρικός πήγε πάλι στον Όσιο και του έφερε ψωμί και αλεύρι, για να έχει προμήθειες. Αυτή η μοναδική συνάντηση ήταν αρκετή, ώστε να μαθευτούν σε πολλούς τα πνευματικά κατορθώματα του Οσίου. Σύντομα, χωρικοί ξεκίνησαν να έρχονται σε αυτόν από τους γύρω οικισμούς. Ο Όσιος Σιλβέστρος τους επέτρεψε να χτίσουν κελλιά κοντά στο δικό του κελλί.


Όταν πλέον είχαν συγκεντρωθεί αρκετοί αδελφοί στη σκήτη, ο Όσιος Σιλβέστρος πήγε στη Μόσχα και ζήτησε την ευλογία του Αγίου Αλεξίου (τιμάται 12 Φεβρουαρίου), για να κατασκευάσει ένα ναό αφιερωμένο στην Ανάσταση του Χριστού. Ο Άγιος Ιεράρχης έδωσε στον Όσιο Σιλβέστρο ένα αντιμήνσιο για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας και τον έκανε ηγούμενο της νέας μονής.


Με την κατασκευή της εκκλησίας ο αριθμός των αδελφών αυξήθηκε γρήγορα και ο Όσιος πολύ συχνά αποσυρόταν στο κοντινό δάσος, ώστε να απομονώνεται και να προσεύχεται. Αυτός ο τόπος έλαβε το όνομα «απαγορευμένο άλσος», επειδή ο Όσιος Σιλβέστρος διέταξε να μην κοπεί από εκεί κανένα δένδρο. Σε αυτό το άλσος ο Όσιος έσκαψε τρία πηγάδια, ενώ ένα τέταρτο πηγάδι έσκαψε στην πλευρά ενός λόφου στον ποταμό Ομπνόρα. Όταν ο Όσιος επέστρεφε από την απομόνωσή του, τον περίμεναν πολλοί άνθρωποι στο μοναστήρι και ο καθένας ήθελε να λάβει την ευλογία του και να ακούσει τις συμβουλές του.


Κάποια ημέρα ο Όσιος αρρώστησε από μια ανίατη ασθένεια και οι αδελφοί της μονής, που στεναχωρούνταν όταν έφευγε από το μοναστήρι για απομόνωση, τώρα ήταν ακόμη πιο θλιμμένοι αναλογιζόμενοι τον επικείμενο θάνατό του. «Μη στενοχωρείσθε με αυτό, αδελφοί», έλεγε ο Όσιος για να τους παρηγορήσει, «γιατί τα πάντα είναι σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Ακολουθήστε τα εντολές του Κυρίου και μη φοβηθείτε να υποφέρετε από δοκιμασίες σε αυτή τη ζωή. Έτσι θα λάβετε ανταμοιβή στον Ουρανό. Εάν εύρω παρρησία ενώπιον του Κυρίου και αν η ζωή μου Τον ευχαρίστησε, τότε αυτός ο άγιος τόπος δεν θα διαλυθεί μετά την αποχώρησή μου. Προσευχηθείτε στον φιλάνθρωπο Θεό και στην πάναγνη Μητέρα Του, ώστε να ελευθερωθείτε από τον πειρασμό».


Ο Όσιος Σιλβέστρος κοιμήθηκε το έτος 1479 και ενταφιάσθηκε στην δεξιά πλευρά του ναού της Αναστάσεως.

Άγιος Αννιανός Επίσκοπος Αλεξανδρείας

 Ο Άγιος Αννιανός, μαθητής του Αγίου Μάρκου του Ευαγγελιστή, Επίσκοπος και διάδοχός του στον επισκοπικό θρόνο της Αλεξάνδρειας, υπήρξε κατά τον ιστορικό Ευσέβιο Καισαρείας «ανήρ θεοφιλής και κατά πάντα θαυμάσιος». Σύμφωνα με τις αγιολογικές ειδήσεις εξασκούσε ως ειδωλολάτρης το επάγγελμα του υποδηματοποιού στην Αλεξάνδρεια. Όταν ο Άγιος Μάρκος αποβιβάσθηκε από το πλοίο στην πόλη αυτή, απευθύνθηκε στην Αννιανό για να του επιδιορθώσει τα χαλασμένα του υποδήματα. Ο τελευταίος, επάνω στην εργασία του, τραυμάτισε με το εργαλείο το αριστερό του χέρι. Μετά από αυτό το συμβάν ο Απόστολος Μάρκος του ζήτησε να πιστέψει στον Θεό για να θεραπευθεί. Και αμέσως έκανε πηλό από το πτύσμα του και με αυτό επάλειψε το χέρι του Αννιανού, επικαλούμενος το Όνομα του Κυρίου και το χέρι του υποδηματοποιού έγινε καλά. Ο Αννιανός μετά το θαύμα, βαπτίσθηκε από τον Απόστολο Μάρκο και τον διαδέχθηκε στον Αλεξανδρινό θρόνο. Κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 82 μ.Χ. Κατά άλλη μαρτυρία τελεύτησε κατά την εποχή του αυτοκράτορα Δομετιανού, δηλαδή το έτος 85 μ.Χ. Άλλη όμως παράδοση Ανατολικής προελεύσεως αναφέρει ότι ποίμανε την Εκκλησία της Αλεξάνδρειας επί δέκα οκτώ έτη και κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 86 μ.Χ.

Άγιος Maughald (Ιρλανδός)

 Ο Άγιος Maughald (Μαουγάλδιος) καταγόταν από την Ιρλανδία και ήταν στον πρότερό του βίο, ληστής. Στην ορθόδοξη πίστη τον οδήγησε ο Άγιος Πατρίκιος. Διά του βαπτίσματος έγινε νέος άνθρωπος εν Χριστώ και για να αποφύγει τους κινδύνους από τις κακές συναναστροφές και τους πειρασμούς, εγκατέλειψε τα εγκόσμια και εγκαταστάθηκε στη νήσο του Ανθρώπου. Στο νησί αυτό ο Άγιος Πατρίκιος είχε αποστείλει τον Άγιο Γερμανό, όταν τον χειροτόνησε Επίσκοπο. Ο Άγιος Maughald έφθασε στο νησί μετά την κοίμηση του Αγίου Γερμανού. Το έτος 498 μ.Χ. εξελέγη από τους Χριστιανούς, Επίσκοπος της εκεί τοπικής Εκκλησίας και ανάλωσε τον εαυτό του στο ιεραποστολικό έργο της διαδόσεως της πίστεως. Ο Άγιος Μαουγάλδιος κοιμήθηκε με ειρήνη.