Κυριακή 17 Μαΐου 2026

ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ ΣΤΟΝ ΑΓ. ΑΘΑΝΑΣΙΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΠΟΛΕΩΣ


 

Δοξαστικό των Αίνων της Κυριακής του Τυφλού


 

Το βλέμμα του τυφλού και η τυφλότητα των βλεπόντων

 Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής






  Η εκτεταμένη περικοπή από το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο της θεραπείας του Τυφλού θαρρείς και θέλει να προκαλέσει με την έκτασή της για το πώς μπορείς να δεις το φως και για το πώς μπορείς να χάσεις το φως.

 Και να σημειώσω τρία σημεία μέσα από την περικοπή, τα οποία τα υπομνηματίζουν και [στα οποία] στέκονται πολύ οι ερμηνευτές Πατέρες, για να καταλάβουμε το γιατί της τόσο μεγάλης εκτάσεως και τι σημασία έχει αυτή η περικοπή για τη δική μας ζωή.


 ✔Το πρώτο σημείο είναι, στην αρχή της περικοπής, όπως ακούστηκε, η αναζήτηση των ενόχων από εκείνους που βρίσκονται γύρω από τον Χριστό. 

«Τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ;».

 Και ο Χριστός με τον δικό Του τρόπο και με τον δικό Του λόγο καταργεί την διαδικασία αναζητήσεως ενόχων. «Οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τά ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ». Αντί να ψάχνεις ενόχους για το ποιος φταίει, για το ένα ή για το άλλο πράγμα, και τότε χάνεις το φως και δεν μπορείς να το δεις και σκοτίζεται ο νου σου και ταράζεσαι πάρα πολύ, και η καρδιά σου ταράζεται και ξέρεις ότι κάποιος φταίει και δεν μπορείς να το βρεις ποιος είναι αυτός που φταίει, και η καρδιά σου ταράζεται περισσότερο, αντί να το κάνεις αυτό, το πρώτο στοιχείο είναι να δώσεις δόξα τω Θεώ και να ξέρεις πως, ας φαίνονται τα πράγματα πως είναι άσχημα γύρω, και αυτή η ευκαιρία είναι μια ευκαιρία δική σου και μοναδική ευκαιρία αγιασμού.

  Και ο Χριστός, παράλληλα με αυτή την απάντηση, που κανείς δε φταίει, δίνει και μια δεύτερη ότι «ἐμέ δεῖ ἐργάζεσθαι τά ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν». Αντί να ψάχνεις λοιπόν ενόχους, να εργάζεσαι τα έργα του φωτός. Εμείς ζώντας μέσα στην Εκκλησία, πορευόμαστε στον Χριστό και πορευόμαστε στον φως Του. Όσο πιο πολύ μπλεκόμαστε με την αναζήτηση ενόχων, μπλεκόμαστε με το σκοτάδι και τότε μπλέκουμε το σκοτάδι με το φως, και τότε και εμείς γινόμαστε σκοτάδι και δεν μπορούμε να γίνουμε φωτεινοί, και κάποια στιγμή μπορεί να δικαιωθούμε αλλά θα δικαιωθούμε μέσα στο σκοτάδι μας. Το πρώτο λοιπόν ήταν η κατάργηση της διαδικασίας της αναζητήσεως ενόχων.


  ✔ Το δεύτερο στοιχείο είναι η διαδικασία της καταργήσεως της αξίας των πραγμάτων. Ο Χριστός για να θεραπεύσει τον τυφλό παίρνει το πιο ευτελές, το πιο άσημο στοιχείο της φύσης. Εκείνο το στοιχείο το οποίο φαίνεται να μην έχει αξία, γιατί βρίσκεται σε πολύ μεγάλη ποσότητα, η προσφορά του είναι μεγάλη, καμία αξία δεν έχει. Ο Χριστός καταργεί την αξία, θεραπεύει μέσα από πράγματα που εμείς δεν τους δίνουμε αξία. Αν θέλουμε να θεραπευτούμε και να γιατρευτούμε και να δούμε την αλήθεια των πραγμάτων, και δίνουμε σημασία στα πράγματα, στην αξία τους, τη μεγάλη και τη μικρή, τότε δεν μπορούμε να θεραπευτούμε, γιατί τα πράγματα τα αξιολογούμε με μάτι κοσμικό, και ο Χριστός χρησιμοποιεί τα πράγματα αλλά καταργεί την έννοια της αξίας. Καταργεί, θα λέγαμε ολόκληρο το οικονομικό σύστημα του κόσμου, και εκεί αξίζει μια χούφτα πηλός, [που] δεν αξίζει τίποτε. Κι όμως ο Χριστός αυτή τη χούφτα τον πηλό την παίρνει και θεραπεύει τον τυφλό και μαζί με αυτό μας δηλώνει: και εμείς, που είμαστε μια χούφτα πηλός, κι όμως είμαστε κάτι πολύ μεγάλο, και, στα χέρια του Χριστού, αν αφήσουμε αυτή τη χούφτα τον πηλό, αυτός ο πηλός μπορεί να γίνει κάτι πολύ μεγάλο, μπορεί να φτάσει και να θεωθεί.


  ✔Και τρίτο στοιχείο και πολύ σπουδαίο που έχει κάποια εξωτερική σχέση με το πρώτο, είναι η μεγάλη και εκτεταμένη ανακριτική διαδικασία. Η περικοπή εξηντλήθη στη μεγάλη αυτή ανακριτική διαδικασία. Έρχονται μάρτυρες, φεύγουνε μάρτυρες, έρχονται οι γονείς, φεύγουν οι γονείς και κανείς δεν πείθεται. Η ανακριτική διαδικασία για να βρεις την αλήθεια είναι μια γελοιοποίηση δική σου, γιατί μπροστά σε αυτούς ήταν η Αλήθεια. Όσο την ψάχνεις ανακρίνοντας, η καρδιά σου σκοτίζεται και πάλι, και μπροστά σου είναι ο Χριστός· και ο τυφλός βλέπει πια τον Χριστό, με τη δική του μοναδικότητα, και προσκυνεί αυτό.


 Και θυμάμαι εκείνη την αγιογραφία του καθολικού μιας Μονής του Αγίου Όρους που έχει τον Χριστό να θεραπεύει τον τυφλό και γύρω του όλοι οι τυφλοί – που είναι ουσιαστικά με ανοιχτά μάτια ενώ έχουν κλειστά τα μάτια – και ο μόνος που έχει ανοιχτά τα μάτια είναι ο τυφλός που θεραπεύεται. Γιατί αυτός δεν έκανε ανακριτική διαδικασία, δεν ζήτησε ενόχους, έχει τα μάτια ανοιχτά, βλέπει τον Χριστό, είναι φωτισμένος. Και εμείς συνέχεια αναλωνόμεθα σε κρίσεις, κατακρίσεις, αναλύσεις των πραγμάτων, σχολιασμούς των πραγμάτων, και δεν πέφτουμε κάτω, να βάλουμε κάτω τα μάτια μας, το πρόσωπό μας, τα γόνατά μας, να δούμε τον Χριστό, όπως είναι, και τότε θα ανοίξουνε τα μάτια μας. Και όποιος μπορεί να κάνει αυτό το πράγμα, δεν θέλει κάτι άλλο, και είναι κοντά στον Χριστό πια και φωτίζεται, και τότε πια ποτέ δεν μπορεί να είναι τυφλός. «Καί πεσών προσεκύνησεν αὐτῷ»: η κατάληξη της διηγήσεως του τυφλού, η κατάληξη της διηγήσεως του κάθε τυφλού, η κατάληξη της πορείας της δικής μας της καθημερινής.


 Εκτεταμένη, είπαμε στην αρχή, η διήγηση, αλλά πραγματικά αποκαλυπτική. Αν θέλετε πραγματικά να δείτε το φως του Χριστού – και πόσοι δεν το θέλουν; και πολλοί το θέλουνε – ακολουθήστε αυτή την πορεία. Αυτή η πορεία πραγματικά θα σας ελευθερώσει και θα σας κάνει, το ξαναλέω, να ασχοληθείτε με το φως και όχι με το σκοτάδι του κόσμου. Και τότε πραγματικά «πεσόντες θα προσκυνήσετε» Αυτόν και θα πείτε και εσείς ότι αυτός είναι ο Κύριός σας και ο Θεός σας.


Φιλολογική επιμέλεια κειμένου

Ελένη Κονδύλη

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΥΦΛΟΥ-...και ο τυφλός υπακούει χωρίς ακόμη να βλέπει...

 Αύριο η Εκκλησία μάς φέρνει ενώπιον ενός ανθρώπου που δεν έχασε ποτέ το φως, γιατί δεν το γνώρισε ποτέ. Κι αυτή είναι ίσως η πιο φοβερή μορφή σκοταδιού. Ο εκ γενετής τυφλός του κατά Ιωάννην δεν νοσταλγεί πρόσωπα, ουρανούς, χρώματα, θάλασσες, ήλιο μεσημεριού επάνω σε ξερολιθιές και ασβέστη.

Δεν έχει μέσα του μνήμη φωτός. Ζει μέσα σε μία νύχτα χωρίς εικόνες.

Κι όμως, η Εκκλησία τοποθετεί αυτή την περικοπή μέσα στην αναστάσιμη περίοδο, σαν να θέλει να μας πει ότι η Ανάσταση δεν είναι μονάχα νίκη κατά του θανάτου, αλλά η επάνοδος του φωτός εκεί όπου ο άνθρωπος είχε πλέον συνηθίσει να κατοικεί μέσα στο σκοτάδι.


Και ο άνθρωπος περίμενε.Οι μαθητές αντικρίζουν τον τυφλό και αμέσως αναζητούν ένοχο. «Τίς ἥμαρτεν;».

Ποιος φταίει;Εκείνος ή οι γονείς του;

Έτσι λειτουργεί πάντοτε ο άνθρωπος όταν φοβάται το μυστήριο της υπάρξεως: μετατρέπει τον πόνο σε εξίσωση, την πληγή σε ηθική κατηγορία, το τραύμα σε λογιστικό βιβλίο ενοχών.

Ο Χριστός, όμως, συντρίβει αυτή τη μικρή μεταφυσική της τιμωρίας: «οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ».

Υπάρχουν νύχτες που δεν εξηγούνται.

Υπάρχουν άνθρωποι που δεν ζητούν ερμηνεία αλλά φως.

Κι εδώ αρχίζει το μεγάλο δράμα του νεοέλληνα: ότι έμαθε να εξηγεί τα πάντα και να βλέπει όλο και λιγότερο.

Να μιλά ακατάπαυστα για την Ελλάδα χωρίς να αντέχει πλέον να αντικρίσει το πρόσωπό της.

Και ο άνθρωπος περίμενε.


 Ο Χριστός τότε πτύει χαμαί, δημιουργεί πηλό, αγγίζει τα μάτια του τυφλού.

Η θεία ενέργεια εμφανίζεται ως ύλη, σώμα, χώμα, σάλιο, αφή. Σαν να ξαναπλάθεται ο άνθρωπος από την αρχή, όπως τότε στον κήπο της Γενέσεως.

Και ο τυφλός υπακούει χωρίς ακόμη να βλέπει.

Περπατά προς το Σιλωάμ μέσα στη νύχτα του, κουβαλώντας επάνω στα μάτια του έναν πηλό που μοιάζει περισσότερο με ταπείνωση παρά με θαύμα.

Έτσι έρχεται πάντοτε η χάρις: όχι ως βεβαιότητα, αλλά ως πορεία μέσα στο μισοσκόταδο.

Αυτό είναι που δεν αντέχει ο σύγχρονος άνθρωπος. Ότι το φως δεν δίδεται ως κατανάλωση εικόνων, αλλά ως αργή μεταμόρφωση υπάρξεως.

Και ο άνθρωπος περίμενε.«Καί ἦλθε βλέπων».


Αυτή η μία φράση θα έπρεπε να είναι σήμερα η μεγαλύτερη εορτή του νεοέλληνα.

Όχι εθνική με σημαίες και παρελάσεις, αλλά υπαρξιακή. Γιατί ο τόπος αυτός μοιάζει όλο και περισσότερο με κοινωνία ανθρώπων που περπατούν μέσα σε εκτυφλωτικό φως χωρίς να βλέπουν τίποτε.

Πόλεις πλημμυρισμένες οθόνες και πληροφορία, πρόσωπα που κοιτάζουν αδιάκοπα και δεν αντικρίζουν κανέναν, μία χώρα που γεννήθηκε μέσα στο αιγαιοπελαγίτικο φως και κατοικεί σαν να έχει ξεχάσει τον ήλιο της.

Σαν να περιμένει πάντοτε κάτι να συμβεί: μία ανάσταση πολιτική, μία σωτηρία ιστορική, έναν άνθρωπο, μία στιγμή, ένα θαύμα που θα ανοίξει ξανά τα μάτια της ψυχής της.

Και όμως, το πιο τρομακτικό δεν είναι ότι χάσαμε το φως, αλλά ότι αρχίζουμε να φοβόμαστε την επιστροφή του. Γιατί το αληθινό φως αποκαλύπτει. Και ο άνθρωπος περίμενε.


Οι Φαρισαίοι δεν μπορούν να αντέξουν το θαύμα.

Ο άνθρωπος βλέπει, αλλά εκείνοι εξετάζουν τη διαδικασία.

Ο κόσμος αλλάζει, αλλά εκείνοι προστατεύουν τον κανονισμό. Πάντοτε έτσι λειτουργεί κάθε εξουσία όταν χάνει την επαφή με τη ζωή: προτιμά έναν τυφλό πειθαρχημένο παρά έναν άνθρωπο που βλέπει ελεύθερα.

Και όταν ο θεραπευμένος αρχίζει να αποκτά φωνή, όταν δεν φοβάται πλέον να πει «ἓν οἶδα, ὅτι τυφλός ὢν ἄρτι βλέπω», τότε τον «ἐξέβαλον ἔξω».

Το φως έχει πάντοτε κόστος.

Όποιος βλέπει πραγματικά δεν μπορεί να επιστρέψει ήσυχα στην οργανωμένη τύφλωση του πλήθους.

Εδώ συναντά κανείς σήμερα τη βαθύτερη αστοχία της κοινωνίας μας: δεν στερείται πληροφορίας, αλλά οράσεως κι ούτε στερείται εικόνων, αλλά αλήθειας.

Και ο άνθρωπος περίμενε.


Και τότε συμβαίνει η πιο τρυφερή στιγμή του Ευαγγελίου: «εὑρών αὐτόν».

Ο Χριστός αναζητεί εκείνον που όλοι απέβαλαν.Δεν τον εγκαταλείπει αφού τον θεράπευσε.Τον βρίσκει ξανά μέσα στη μοναξιά του.Και εκεί ολοκληρώνεται το αληθινό θαύμα.Όχι όταν ανοίγουν τα μάτια, αλλά όταν ο άνθρωπος αναγνωρίζει το πρόσωπο που τον είδε πριν ακόμη μπορέσει ο ίδιος να δει.

«Πιστεύω, Κύριε».


Ίσως τελικά αυτό να περιμένει ακόμη αυτή η χώρα κάτω από τον κουρασμένο ουρανό της: όχι απλώς ανάπτυξη, δύναμη ή επιτυχία, αλλά το θαύμα της οράσεως.

Να ξαναδεί το φως που κάποτε γέννησε.

Να ξαναδεί τον άνθρωπο.

Να ξαναδεί τον Θεό.

Χριστός Ανέστη!

ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΑΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΚΡΙΣΗ (ΚΥΡΙΑΚΉ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΎ) I.KAΡΑΒΙΔΟΠΟΥΛΟΣ

 Μοναδική στην Κ. Διαθήκη θεραπεία τυφλού από γεννησιμιού του είναι αυτή που μας αφηγείται ο ευαγγελιστής Ιωάννης στην περικοπή 9, 1 – 38· Αρκετές άλλες περιπτώσεις θεραπείας τυφλών μας διασώζουν και οι υπόλοιποί ευαγγελιστές όχι τόσο γιατί η τυφλότητα ήταν ασθένεια ευρύτατα διαδεδομένη στην Παλαιστίνη και στην αρχαία Ανατολή γενικότερα ή γιατί η συμπάθεια του Ιησού προς το είδος αυτό των ασθενών ήταν μεγάλη, αλλά γιατί τα θαύματα αυτά αποδεικνύουν την μεσσιανικότητά του και συγχρόνως αποτελούν σημεία μιας νέας πραγματικότητας που φέρνει στον κόσμο ο Χριστός. Οι προφήτες της Π. Διαθήκης, περιγράφοντας το έργο του αναμενόμενου Μεσσία, αναφέρουν ανάμεσα στις διάφορες πτυχές του και την ανάβλεψη τυφλών. Αυτός λοιπόν που έχει την εξουσία να ξαναδίνει το φως στους τυφλούς δεν είναι άλλος από τον Μεσσία.



Η απόδοση όμως του φωτός στους τυφλούς, πέραν της αποδεικτικής σημασίας της για την μεσσιανική ιδιότητα του Ιησού, έχει και ένα άλλο βαθύτερο νόημα: Είναι σημάδι μιας νέας καταστάσεως πραγμάτων που εισβάλλει μέσα στον κόσμο του σκότους και της τυφλότητας. Ο Χριστός ανοίγει τα μάτια των ανθρώπων για να μπορέσουν να διαπιστώσουν τη νέα ζωή που αυτός προσφέρει σαν δώρο στον κόσμο. Πολλοί άνθρωποι μολονότι έχουν το σωματικό φως δεν αναγνωρίζουν στο πρόσωπο του Χριστού τον αποκαλυπτόμενο θεό που εισέρχεται μέσα στην ανθρώπινη ιστορία για να την σώσει από την καταστροφή, ενώ από την άλλη μεριά οι ευαγγελιστές μας διασώζουν περιπτώσεις τυφλών που αναγνωρίζουν στον Ιησού τον Μεσσία και μετά την σωματική θεραπεία τους διακηρύσσουν σ’ όλους την πίστη τους. Έτσι δικαιώνεται η φράση του Ιησού που ακολουθεί στο ευαγγέλιο του Ιωάννου ευθύς μετά την περικοπή που διαβάζεται σήμερα: «Εις κρίμα εγώ εις τον κόσμον ήλθον, ίνα οι μη βλέποντες βλέπωσι και οι βλέποντες τυφλοί γένωνται».


Η παρουσία του Χριστού ως Φωτός του κόσμου και εν συνεχεία του Ευαγγελίου του που διακηρύσσει η Εκκλησία δημιουργούν κρίση μέσα στον κόσμο βέβαια όχι με την έννοια της κατακρίσεως των ανθρώπων αλλά με την έννοια της υποχρεώσεως που δημιουργείται μέσα στον κάθε άνθρωπο να λάβει θέση απέναντι αυτού του φωτός. Από την στάση δε που παίρνει ο καθένας απέναντι στο φως κρίνεται ήδη και προδικάζεται το μέλλον του. Χρειάζεται τόλμη για να δει κανείς κατάματα το φως, να αντικρύσει τη γύμνια του χωρίς να την επενδύει με ψεύτικα και συμβατικά ρούχα, χρειάζεται θάρρος για να συνειδητοποιήσει δυσάρεστες πλευρές του εαυτού του που η ύπαρξή τους τον πληγώνει, να πει το όχι σε πολλές διεφθαρμένες επιθυμίες του που τον συνδέουν με προσωπική ωφέλεια στη ζωή, και παράλληλα να πει το ναι στην πρόσκληση του Θεού. Και την τόλμη αυτή την προσφέρει το φως το ερχόμενο στον κόσμο «διά τού Ιησού Χρίστου».


Το φως αυτό έρχεται σαν μια νέα δημιουργία και ανάπλαση του κόσμου. Είναι χαρακτηριστικό στη διήγηση της θεραπείας ότι ο Ιησούς πλάθει πηλό και επιχρίει τα κλειστά μάτια του τυφλού στέλνοντάς τον μετά να πλυθεί στη δεξαμενή τού Σιλωάμ. Όπως ο θεός, κατά την αρχική δημιουργία του κόσμου (σύμφωνα με τήν σχετική διήγηση της Π. Δια­θήκης) πλάθει με χώμα τον άνθρωπο, έτσι και ο Ιησούς με τον ίδιο τρόπο αναδημιουργεί το καταστραμμένο από την φθορά της αμαρτίας πλάσμα. Και όπως ο Θεός προστάζει το «γεννηθήτω φως», έτσι και ο Υιός του Θεού με την ίδια δημιουργική δύναμη δίνει το φώς στον τυφλό και ανοίγει τα μάτια των ανθρώπων να δουν την αλήθεια που αυτός αποκαλύπτει για να σώσει τον κόσμο.


Ωστόσο διαφορετικά αντιδρούν οι άνθρωποι μπροστά στο αποκαλυπτόμενο φως του Χριστού. Ενώ ο θεραπευμένος  τυφλός ομολογεί και διακηρύσσει χωρίς φόβο σ’ όλους την πίστη του στο Χριστό, οι φαρισαίοι με κάθε τρόπο και μέσο, ακόμη και με εκφοβισμό των γονέων του θεραπευθέντος, προσπαθούν να αρνηθούν την πραγματικότητα του θαύματος. Αρνούνται το φως και εξακολουθούν να παραμένουν στο σκότος. Δεν τολμούν να κοιτάξουν προς το φως, γιατί προτιμούν το σκοτάδι που κρύβει και σκεπάζει τα έργα τους. Ο έλεγχος του φωτός δεν είναι αρεστός στους ανθρώπους, των οποίων τα έργα είναι σκοτεινά και φθοροποιά.


Η σημερινή ευαγγελική διήγηση μάς παρουσιάζει το κατ’ εξοχήν και αυθεντικό φως των πολλών αμυδρών φώτων που διεκδικούν σε κάθε εποχή τον φωτισμό και την καθοδήγηση των ανθρώπων, Προβάλλει τον Χριστό σαν φως και σωτήρα του κόσμου που φέγγει μέσα στο σκοτάδι και καλεί τους ανθρώπους να τον ακολουθήσουν. Η στάση απέναντι σ’ αυτό το φως είναι αποφασιστική για την τύχη του κάθε ανθρώπου. Όποιος απορρίπτει το φως του Χριστού και παραμένει στο σκοτάδι, γιατί αυτό το σκοτάδι καλύπτει τα πονηρά του έργα, είναι κατ’ ουσίαν τυφλός έστω και αν έχει τα σωματικά του μάτια. Όσοι αναγνωρίζουν την πνευματική τυφλότητά τους και προστρέχουν προς το φως του Χριστού, αποκτούν την απαιτουμένη όραση για να δουν την αλήθεια σχετικά με τον εαυτό τους, με τον πλησίον τους, με την δωρεά του Θεού γι’ αυτούς. Στη στάση του θεραπευμένου τυφλού και των φαρισαίων της διηγήσεως απηχούνται οι δύο διαμετρικά αντίθετες στάσεις των ανθρώπων έναντι του θείου φωτός. Ο κάθε άνθρωπος κρίνεται από το αν θελήσει να αντικρύσει με θάρρος το φως ή από το αν προτιμήσει το εύκολο σκοτάδι.


(Ι.Δ.Καραβιδόπουλου, Καθηγ. Παν/μίου, «Οδός ελπίδας»)

Η Κυριακή τού τυφλού

 † Μητροπολίτης Σουρόζ Αντώνιος Bloom


Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Στὸ τέλος τοῦ σημερινοῦ ἀναγνώσματος, ὑπάρχουν λέξεις ποὺ τὶς προσπερνᾶμε πολὺ συχνά. Ὁ τυφλός λέει στὸν Χριστό, «Καὶ ποιὸς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ;» κι ὁ Χριστὸς ἀπαντᾶ «Τὸν ἔχεις δεῖ, εἶναι ἐκεῖνος ποὺ μιλάει μαζὶ σου». Γιὰ μᾶς, οἱ πρῶτες αὐτὲς λέξεις εἶναι τόσο φυσικές· τὸ πρῶτο γεγονὸς στὴν ζωή μας, τὸ πρῶτο γεγονὸς σὲ μιὰ συνάντηση εἶναι ὅταν δοῦμε ἕνα πρόσωπο, ἀλλά τὶ θαῦμα ἦταν γι’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο ποὺ δὲν εἶχε ξαναδεῖ τίποτα στὸν κόσμο καὶ ὁ ὁποῖος μὲ τὸ ἄγγιγμα τοῦ ζωοδότη Χριστοῦ, ξαφνικὰ βλέπει! Κι τὸ πρῶτο πρόσωπο ποὺ εἶδε ἦταν ὁ Κύριος καὶ Θεός Του, ὁ Χριστὸς, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ.


Θυμᾶμαι ἕναν Ρουμάνο συγγραφέα νὰ λέει στὴν βιογραφία του, πόσο καθοριστική, πόσο βαθειὰ ἐντύπωση τοῦ ἔκανε τὸ πρόσωπο τοῦ πρώτου ἀνθρώπου ποὺ θυμᾶται. Θυμᾶται τὸν ἑαυτό του σὰν παιδί, καὶ ἐπάνω του τὸ ἀνείπωτα ὄμορφο πρόσωπο τοῦ πατέρα του ὁ ὁποῖος ἦταν ἱερέας, νὰ τὸν κοιτάζει, μὲ ὅλη τὴν ἀνθρώπινη ἀγάπη, μ’ ὅλη τὴν τρυφερότητα, ὅλο τὸ βάθος μιᾶς ἀνθρώπινης ματιᾶς. Καὶ λέει ὅτι αὐτὴ ἦταν ἡ πρώτη εἰκόνα του, ἡ εἰκόνα ποὺ ἕνα ἀνθρώπινο πρόσωπο μπορεῖ νὰ ἔχει ὅταν φωτίζεται ἀπὸ μιὰν ἐσωτερικὴ ἀγάπη, μιὰ κατανόηση, ἕνα βάθος καὶ τὴν αἰωνιότητα, μιὰ εἰκόνα Θεοῦ. Ἐδῶ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶδε τὸν Θεὸ μὲ τὰ χαρακτηριστικά Ἐκείνου ποὺ ἦταν Θεὸς καὶ ποὺ εἶχε γίνει Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου.


Θὰ ἤθελα νὰ ἑστιάσω τὴν προσοχή σας σὲ κάτι διαφορετικό. Σὲ μιὰ ἄλλη περίπτωση ποὺ διαβάζουμε στὴν ἱστορία τοῦ παραλυτικοῦ ποὺ θεραπεύτηκε ἀπὸ τὸν Χριστό· καὶ ἡ Ἐκκλησία, ψάλλοντας ὕμνους στὸν Θεὸ γι αὐτή τὴν περίπτωση λέει, «Καθὼς αὐτὸς ὁ ἄνδρας δὲν βρῆκε κανέναν νὰ δείξει ἔλεος, συμπόνια, ἐνδιαφέρον, ὁ Υἱὸς τῆς Μαρίας, ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ἔσκυψε νὰ τὸν συναντήσει στὴν ἀνάγκη του» Ἐπειδὴ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν βρῆκε ἄλλον ἄνθρωπο νὰ τοῦ δείξει εὐσπλαχνία, νὰ δείξει συμπόνια, νὰ τὸν νοιαστεῖ, ὁ Θεὸς ἦλθε σ’ αὐτόν. Τώρα ζοῦμε σ’ ἄλλη ἐποχή, ζοῦμε σὲ καιροὺς ποὺ ὁ Θεὸς ἔχει πράγματι γίνει ἄνθρωπος καὶ ζεῖ ἀνάμεσα μας, κι ἀκόμα περισσότερο: μᾶς ἔκανε ζωντανὰ μέλη τοῦ σώματος Του, μιὰ σαρκωμένη, συγκεκριμένη παρουσία τῆς Ἐνσάρκωσης Του, ναοὺς τοῦ Πνεύματος, τόπο τῆς Παρουσίας Του. Τώρα κάθε ἄνθρωπος ποὺ βρίσκεται σὲ ἀνάγκη μπορεῖ τὴν ἴδια στιγμὴ νὰ βρεῖ στὸν καθένα ἀπὸ μᾶς κάποιον ποὺ κινεῖται ἀπὸ συμπόνια, ποὺ ἔχει μάθει τὸ ἔλεος καὶ κατάλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸ ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος, καὶ τὴν ἴδια στιγμή, ταυτόχρονα, καθὼς μᾶς συναντᾶ, θὰ μποροῦσε νὰ δεῖ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ στὰ μάτια μας, καὶ νὰ ἀντιληφθεῖ, τὴν ἐνεργή, ἐφευρετική, δημιουργικὴ ἐνέργεια τῆς θεϊκῆς εὐεργεσίας στὰ λόγια μας καὶ τὶς πράξεις μας.


Ἀπὸ τότε ποὺ ἦρθε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο, ἦλθε καὶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο ὁ καιρός· ἀλλὰ ὄχι γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀποκόπηκε ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ χωρίστηκε ἀπὸ Αὐτόν, ἔγινε ξένος γι’ Αὐτόν, ἀλλὰ μία ὑπέροχη περίοδος ὅπου στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, σ’ ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἀνακαλύψει τὸν Χριστό, ποὺ πίστεψαν σ’ Αὐτόν, ποὺ ἔγιναν ἕνα μὲ Ἐκεῖνον – ἐκεῖνοι στοὺς ὁποίους ἔχει ἐμπιστευθεῖ τὴν φροντίδα τοῦ κόσμου Του – οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νὰ δεχτοῦν μαζὶ τὴν θεία καὶ τὴν ἀνθρώπινη εὐσπλαχνία καὶ νὰ γνωρίσουν τὴν ἀνθρώπινη συμπόνια, τὴν ἀγάπη, τὴν χαρά.


Δὲν εἶναι αὐτὸ ἕνα σπουδαῖο κάλεσμα, δὲν εἶναι κάτι ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς κάνει ἱκανούς γιὰ μεγάλα πράγματα; Ὁ χρόνος τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ χρόνος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἕνας, ὄχι μόνο μέσα ἀπὸ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ μέσα ἀπὸ τὴν μυστηριακὴ σαρκωμένη παρουσία ποὺ ὁ καθένας μας συμβολίζει, ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ στὴν σάρκα, στὴν ἀνθρώπινη συμπόνια, στὴν ἀνθρώπινη ἀγάπη, κι αὐτό εἶναι μιὰ σοβαρὴ ἀξίωση καὶ μιὰ πρόκληση ποὺ τὸ Εὐαγγέλιο μᾶς παρουσιάζει. Ἔχουμε γιὰ τὸν πλησίον μας καὶ γιὰ ὅσους βρίσκονται πιὸ μακριὰ, αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς ἀνθρωπιᾶς; Νέα ἀνθρωπιά, νέα πλάσματα, νέοι ἄνθρωποι μὲ μιὰ φρεσκάδα μιᾶς ζωῆς ἀνακαινισμένης, τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ καλούμαστε να γίνουμε.


Ἄς προβληματιστοῦμε πάνω σ’ αὐτό, ἄς πάρουμε μιὰ ἀπόφαση, ἄς κάνουμε μιὰ κίνηση κι ἄς γίνουμε μιὰ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὄχι μόνο μὲ τὴν ἀγάπη νὰ λάμπει στὰ μάτια μας, ὄχι μόνο μὲ τὰ λόγια ποὺ θὰ ποῦμε, ἀλλὰ ἐπίσης σὲ κάθε ἐνέργεια καὶ πράξη, τότε ὁ ἀνθρώπινος χρόνος θὰ γίνει ἡ ἡμέρα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου. Ἀμήν


Χριστός Ἀνέστη!


Ἀληθῶς Ἀνέστη!

Κυριακή του Τυφλού: Ο εκ γενετής τυφλός

 † Μητροπολίτης Σουρόζ Αντώνιος Bloom


(Iωαν. θ΄1-35)


Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.


Ὁ τυφλὸς πρὶν τὴν συνάντησή του μὲ τὸν Χριστὸ δὲν εἶχε δεῖ ποτέ. Παντοῦ σκοτάδι· ἔπρεπε νὰ μαντεύει ἐξερευνώντας μὲ τὴν ἁφή τὰ πράγματα, νὰ χρησιμοποιεῖ τὴν φαντασία του. Δὲν εἶχε καθαρὴ εἰκόνα τῶν πραγμάτων.


Τότε συνάντησε τὸν Χριστό, καὶ Ἐκεῖνος τοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια. Καὶ ποιὸ ἦταν τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ εἶδε αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος; Τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἡ ματιά Του· τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ ποὺ γίνεται ἄνθρωπος, γεμάτο προσοχή, συμπονετικὴ ἀγάπη νὰ στέκει ἐπάνω σ’ ἐκεῖνον μοναχά, ξέχωρα ἀπὸ τὸ πλῆθος. Ἦρθε πρόσωπο μὲ πρόσωπο μὲ τὸν Ζωντανό Θεὸ καὶ ἀντιμετώπισε τὸ θαῦμα ποὺ τόσο πολὺ μᾶς ἐκπλήσσει: Ὄτι ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ ἐπικεντώσει τὴν προσοχή Του στὸν καθένα μας – ὅπως ὁ Καλός Ποιμὴν στὸ χαμένο πρόβατο – καὶ δὲν βλέπει τὸ πλῆθος ἀλλὰ τὸ ἕνα καὶ μοναδικὸ πρόσωπο.


Μετὰ ἀπὸ ὅ,τι ἔγινε, πιθανὸν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἐρεύνησε τὰ πάντα γύρω του, καὶ ὅ,τι γνώριζε μόνο ἀπὸ περιγραφὲς, ἀπὸ φῆμες, ἔγινε πραγματικότητα – «τώρα βλέπω».


Συμβαίνει καὶ τώρα· μπορεῖ νὰ συμβεῖ στὸν καθένα μας.


Ὅπως ὁ ἐκ γενετῆς τυφλὸς, ζοῦμε κι ἐμεῖς τὸν περισσότερο χρόνο ἀπὸ τὴ ζωή μας ἀπὸ ἐλεημοσύνη, καθόμαστε σὰν ζητιάνοι στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου τείνοντας ἕνα χέρι, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι κάποιος θὰ τὸ προσέξει, ἄν ὄχι ἐμᾶς, τουλάχιστον τὸ χέρι μας, καὶ νὰ μᾶς δώσει κάτι γιὰ νὰ μᾶς κρατήσει ἔστω γιὰ λίγες ὧρες. Μιὰ τέτοια στήριξη παίρνουμε μέσα ἀπὸ ἕνα φιλικὸ βλέμμα ποὺ ἀκουμπᾶ ἐπάνω μας, ἕνα λόγο ποὺ μᾶς ἀπευθύνουν, μιὰ καλωσύνη ποὺ μᾶς γίνεται. Ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ μᾶς ἀφήνουν νὰ παραμένουμε στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου τυφλοὶ καὶ ἱκετεύοντας γιὰ βοήθεια.


Ὅταν περνοῦσε ὁ Χριστὸς κάποιος ἄλλος τυφλὸς, ὁ Βαρτίμαιος, δὲν περίμενε τὸν Λυτρωτὴ νὰ ἔρθει σ’ ἐκεῖνον καὶ νὰ τὸν ρωτήσει ἄν ἤθελε νὰ σωθεῖ, ἄν ἤθελε νὰ δεῖ. Μόλις ἔνοιωσε ὅτι κάτι παράξενο γινόταν μέσα στὸ θορυβώδες πλῆθος, καὶ ὅταν σὲ ἀπάντηση τῆς ἐρώτησης του τοῦ εἶπαν ποιὸς περνοῦσε, ἄρχισε νὰ κραυγάζει γιὰ βοήθεια. Ἀλήθεια, οἱ ἄνθρωποι προσπάθησαν νὰ τὸν σταματήσουν· μιὰ μικρή ἀμφιβολία θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ εἶχε τρυπώσει μέσα του, ἄξιζε τὸν κόπο νὰ φωνάζει καλώντας σὲ βοήθεια, θὰ τὸν ἄκουγε ὁ Κύριος, θὰ ἀνταποκρινόταν σὲ μιὰ ἀσήμαντη ἀνάγκη, ὅπως ἦταν ἡ δική του; Συνέχισε νὰ κραυγάζει γιὰ βοήθεια, ἐπειδὴ ὁ πόνος του ἦταν τόσο μεγάλος, ἦταν τόσο ἀπελπισμένος. Ἦταν ἕτοιμος νὰ σπρώξει τοὺς ἀνθρώπους, νὰ παλέψει γιὰ ν’ ἀνοίξει δρόμο ἀνάμεσα στὸ πλῆθος προκειμένου νὰ φθάσει τὸν Θεὸ γιὰ νὰ τὸν ἀκούσει.


Ἄν μοναχὰ συνειδητοποιούσαμε πόσο τυφλοὶ εἴμαστε! Ἄν μόνο μπορούσαμε νὰ ἀντιληφθοῦμε ὅτι ἡ γνώση μας γιὰ τὴ ζωή, ὄχι μόνον γιὰ τὴν αἰώνια, θεϊκὴ ζωή, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἐπίγεια, ἐξαρτᾶται ἐντελῶς ἀπὸ διαδόσεις, ὅτι ἡ ζωή ποὺ μᾶς περιβάλλει εἶναι ἀμυδρὴ καὶ στοιχειωμένη καὶ ἐπειδὴ εἴμαστε τυφλοί, ἤ (ὅπως ὁ ἄλλος τυφλὸς τοῦ Εὐαγγελίου ποὺ δὲν θεραπεύτηκε ἀμέσως ἀπὸ τὸν Χριστό) βλέπουμε πράγματα μέσα σὲ ὁμίχλη. Ἄν μόνον μπορούσαμε νὰ θυμηθοῦμε τὶ μᾶς λέει ὁ Λυτρωτὴς γιὰ τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν δόξα τῆς ἐπίγειας συνάμα καὶ τῆς ἐπουράνιας ζωῆς, καὶ νὰ μὴν εἴμαστε ἱκανοποιημένοι μὲ τὴν τυφλότητα μας, μὲ πόση θὲρμη θὰ προσπαθούσαμε νὰ κρατήσουμε κοντὰ μας τὸν Χριστὸ, ὥστε νὰ μᾶς διαπερνοῦσε μὲ τὸ βλέμμα Του, καὶ νὰ μᾶς μιλοῦσε μὲ τὸν κυρίαρχο, θεραπευτικό, ζωοδότη λόγο Του. Τότε πράγματι ἴσως νὰ δοῦμε τὴν ἐκπληκτικὴ ὀμορφιὰ τοῦ προσώπου Του, τὴν ἀπύθμενη ὀμορφιὰ τοῦ θεϊκοῦ βλέμματος ποὺ ἀκουμπᾶ ἐπάνω μας μὲ ἔλεος, συμπόνοια, καὶ τρυφερότητα.


Χρησιμοποιοῦμε τὰ μάτια μας τόσο ἁπλά, ἀλλὰ βλέπουμε λίγα καὶ αὐτὰ εἶναι ἐπιφανειακά. Ἄς ἀναζητήσουμε τὸ ὅραμα ποὺ μπορεῖ νὰ εἶναι μόνο δικό μας, ὅταν οἱ καρδιὲς μας θὰ ἔχουν γίνει φωτεινὲς καὶ ἁγνές. «Εὐλογημένοι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν καθαρὴ καρδιὰ, ἐπειδὴ αὐτοὶ θὰ δοῦν τὸν Θεό»· καὶ μέσα στὴν λαμπρότητα τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, ἴσως νὰ δοῦμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, εἴτε λουσμένοι στὸ φῶς τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν λάμψη τῆς αἰώνιας ζωῆς, ἤ, διαφορετικὰ, πληγωμένοι, σκοτεινοί, περιμένοντας ὄχι ἁπλὰ ἐλεημοσὺνη, ἀλλὰ νὰ παραδόσουμε ὅλη μας τὴ ζωὴ στὴν ἀγάπη, ἔτσι ποὺ νὰ ἔβλεπε ὅτι θὰ μποροῦσε ἤδη ἀπὸ τὼρα ν’ ἀποκαλυφθεῖ στὴ γῆ ἡ Οὐράνια Βασιλεία. Ἀμήν.