Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

Πριν απ’ όλα, ας πάρουμε μια μικρή ευχή, μια μικρή σκέπη από τη Χάρη της.

 Μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, το καντήλι καίει ήσυχα, καθημερινά και για χιλιάδες μερόνυχτα. Μια μικρή φλόγα, και όμως πόση παρηγοριά κρύβει μέσα της. Στέκεσαι για λίγο, χωρίς πολλά λόγια, και νιώθεις ότι δεν είσαι μόνος.


Η Παναγία δεν φωνάζει, δεν επιβάλλεται. Στέκει σιωπηλά, με τα χέρια ανοιχτά, σαν μάνα που περιμένει το παιδί της να πλησιάσει. Και μέσα σε αυτή τη σιωπή βρίσκει ο άνθρωπος καταφύγιο, μια σκέπη, μια προστασία που δεν φαίνεται με τα μάτια αλλά τη νιώθει η καρδιά.


Πόσες φορές δεν σταθήκαμε μπροστά σε μια εικόνα της και δεν της είπαμε τίποτα, μόνο την κοιτάξαμε. Κι όμως, Εκείνη καταλαβαίνει. Τους φόβους, τις αγωνίες, τις μικρές και μεγάλες δυσκολίες της ζωής μας.


Η μέρα αρχίζει, οι δουλειές περιμένουν, ο κόσμος τρέχει. Μα πριν απ’ όλα, ας πάρουμε μια μικρή ευχή, μια μικρή σκέπη από τη Χάρη της. Για να πορευτούμε με ειρήνη, με δύναμη, και με ελπίδα.

Καλημέρα, με τη Χάρη και τη σκέπη της Παναγίας.


Μέγας Βασίλειος: Δεχθείτε τη νηστεία με χαρά!

 Πολύτιμο δώρο του Θεού είναι η νηστεία, θεσμός πανάρχαιος, που διατηρήθηκε σαν πατρική κληρονομιά κι έφτασε μέχρι τις μέρες μας.


Δεχθείτε τη λοιπόν με χαρά. Δεχθείτε οι φτωχοί τη σύντροφό σας. Δεχθείτε οι υπηρέτες την ανάπαυσή σας. Δεχθείτε οι πλούσιοι αυτή που σας σώζει από τον κίνδυνο του κορεσμού και νοστιμίζει όσα η συνεχής απόλαυση ανοσταίνει.


Οι άρρωστοι δεχθείτε τη μητέρα της υγείας. Οι υγιείς την εξασφάλιση της ευεξίας.

Ρωτήστε τους γιατρούς, και θα σας πουν πως τίποτα δεν είναι τόσο αμφίβολο κι αβέβαιο όσο η υγεία.

Γι’ αυτό οι συνετοί με τη νηστεία προσπαθούν να διατηρήσουν την υγεία τους και να γλυτώσουν από το συντριπτικό φορτίο της παχυσαρκίας.


Μην ισχυρίζεσαι πως δεν μπορείς να νηστέψεις, φέρνοντας σαν πρόφαση αρρώστια ή σωματική αδυναμία, αφού, από την άλλη μεριά, σ’ όλη σου τη ζωή ταλαιπωρείς το σώμα σου με την πολυφαγία. Γνωρίζω πολύ καλά πως οι γιατροί επιβάλλουν στους αρρώστους μάλλον λιτή δίαιτα και νηστεία παρά ποικιλία και αφθονία φαγητών.


Άλλωστε, τι είναι ευκολότερο για το σώμα, να περάσει τη νύχτα μ’ ένα ελαφρό δείπνο ή να πέσει στο κρεβάτι βαρύ από την πολυφαγία; Μπορεί ν’ αναπαυθεί έτσι ή θα στριφογυρίζει παραφορτωμένο και ταλαίπωρο;

Ποιο πλοίο μπορεί να κυβερνήσει ευκολότερα ένας καπετάνιος και να το σώσει σε μια θαλασσοταραχή, το βαρυφορτωμένο ή εκείνο που έχει το κανονικό του φορτίο; Το βαρυφορτωμένο δεν θα το βυθίσει μια μικρή τρικυμία;

Έτσι και τα σώματα, όταν ταλαιπωρούνται με την πολλή τροφή, εύκολα υποκύπτουν στις αρρώστιες. Ενώ όταν τρέφονται ελαφρά, διατηρούν την καλή τους υγεία.


Αγίου Βασιλείου Του Μεγάλου Η “Νηστεία”, Απόσπασμα Σε Ελεύθερη Απόδοση. Από Τη Σειρά “Η Φωνή Των Πατέρων”, Τεύχος 10, Της Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής.

Άγιοι Χρίστος ο Ιερέας και Πανάγος οι Νεομάρτυρες

 Οι δύο Ηλείοι Άγιοι Νεομάρτυρες Χρίστος και Πανάγος, που κατά την περίοδο της δεύτερης Τουρκοκρατίας και μέσα σ’ αυτή τη ζοφερή ατμόσφαιρα για τους υπόδουλους Έλληνες της Πελοποννήσου μαρτύρησαν, γεννήθηκαν «ο μεν άγιος και ιερός Πανάγιος (Πανάγος) εις μίαν χώραν της Αρχαίας Ήλιδας ονομαζόμενην κατά το παλαιόν, κατά δε την βαρβαρικήν συνήθειαν Γαστούνην», «ο δε θαυμάσιος Χριστός (Χρίστος) εις ένα χωριόν της αυτής πόλεως Ανδραβίδα κατά κοινόν λόγον».


Και οι δύο προέρχονταν από γονείς που είχαν αλλαξοπιστήσει, δυστυχώς, λόγω πιέσεων και διωγμών των κατακτητών Τούρκων. Σε αντίθεση με τους γονείς τους, αμφότεροι οι Άγιοι μας αυτοί, επρόκοπταν στην αρετή και τρέφονταν με φόβο Θεού και με τις εντολές του Ευαγγελίου. Διακρινόντουσαν δε μεταξύ των συμπατριωτών τους, που τους έδειχναν μεγάλη εκτίμηση. Ο Πανάγος μάλιστα ψηφίστηκε επανειλημμένως, επί Ενετοκρατίας, συνοδικός της Γαστούνης. Διαφορετικού χαρακτήρα ο Χρίστος, αποστρέφονταν τα πολιτικά και πόθο ζωηρό είχε «να γένει ιερεύς υπανδρός και να μη θολώνεται το νοερόν της ψυχής του από ταις απάταις του κόσμου και ματαιότητες». Γι’ αυτό αργότερα χειροτονήθηκε ιερεύς στην Πάτρα.


Κατά το έτος 1715 μ.Χ. η Πελοπόννησος, μετά τριάντα χρόνια κυριαρχίας των Βενετών, περιήλθε και πάλι υπό τον ζυγό των Τούρκων, οι οποίοι επιδόθηκαν σε λεηλασίες και σφαγές εκείνων που δεν δέχονταν να προσκυνήσουν τον Αλλάχ. Ερήμωσε τότε ο τόπος και όλοι αναζητούσαν οδό διαφυγής. Όσοι παρέμειναν στο τόπο τους έγιναν «υπήκοοι ραγιάδες, καθώς τους έλεγαν οι βάρβαροι».


Κάποια μέρα ο Πανάγος κλήθηκε από τον διοικητή της περιοχής Τούρκο Οσμάν «να αρνηθή την ευσέβειαν». Ο άγιος μας του απάντησε χωρίς φόβο, «λέγοντας, πως, και ετράφη χριστιανός και ο Χριστός ήταν η πνοή του, καύχημα και αγαλλίασις». Γι’ αυτό ήταν αδύνατο να κάνει ό, τι του έλεγε. «Ο πασάς δεν τον επείραξεν περισότερον» και «τον εσυμβούλευεν, ως ηγαπημένον του, να αναχωρήση εις άλλον τόπον δια να φυλαχθή έως ότου παύση ο διωγμός της πίστεως η να ακολουθήση αυτόν τον ίδιον εις Κέρκυραν, δια να φύγη τον κίνδυνον». Ο Πανάγος «έβαλεν κατά νούν να υπάγη εις Κέρκυραν», αλλά ασθένησε βαριά. Όταν ανέλαβε δυνάμεις και πάλι προσκλήθηκε «να παρρησιάσθη έμπροσθεν και αποκριθή, η να αρνηθή την ευσέβειαν» και να αποδεχθεί τον Μωαμεθανισμό, άλλως τον περιμένουν στερήσεις και παιδέματα, δήμευση της περιουσίας του και τέλος ο δια ξίφους θάνατος.


Οδεύοντας με συνοδεία, προσεύχεται ενδόμυχα και φτάνει ακολούθως προ του Μουράτ αγά, ομολογώντας απερίφραστα και με δύναμη ψυχής την πίστη του στον Χριστό, ενώ «εκαταγέλα τα παραθύθια του Μωάμεθ και τα φλυαρίσματα». Τότε ο «δικαστής», εξέδωσε την απόφαση να τον αποκεφαλίσουν. «Και ευθύς ο άγιος αυτοθελήτως με πολλήν χαράν» ακολουθεί τον δήμιο στον τόπο της εκτελέσεως της αποφάσεως. «Απετμήθη την πρώτην του Μαρτίου μηνός κατά το 1716». Επί δύο ημέρες το «άγιον αυτού λείψανων έμεινεν εκεί εις τον ίδιον τόπον, ερριμένον δια να το φάγουν τα σκυλιά και τα όρνεα, δια να μην το πάρουν και το θάψουν οι ευσεβείς». Το σώμα του αγίου, κατά θεία ευδοκία δεν έπαθε τίποτα. Το σεβάστηκαν και τα ζώα. Εξαγριωμένοι τότε ο δήμιοι του αποκόπτουν το κεφάλι, το ψήνουν και το πετούν εκεί κοντά για να το φάνε τα σκυλιά. «Εκείνα ουδέ ούτω την επείραξαν ολοτελώς». Τότε και οι ενάντιοι θαύμασαν και επέτρεψαν στους Χριστιανούς, την τετάρτη πλέον ημέρα, «και επήραν το άγιον λείψανον και το ενταφίασαν μέσα εις τον ναόν του εν αγίοις πατρός ημών Νικολάου της αυτής πόλεως» (Γαστούνης).


Ο έτερος των νεομαρτύρων, «ο θαυμάσιος Χρίστος», συνελήφθη και αυτός και παρέμενε σιδηροδέσμιος στη φυλακή, μέχρις ότου ο τύραννος δικαστής τον κάλεσε και τον προέτρεπε να μην χάσει τούτη την γλυκύτατη ζωή και «τα δύο άκακα βρέφη» (τα παιδία του) «και την γυναίκα» του. Ο μετ’ ολίγον μάρτυς δεν ενδίδει ούτε και πτοείται απ’ τις απειλές. Παραμένει αμετακίνητος στην πίστη του, με αποτέλεσμα «ο τύραννος με θυμόν πολύν επρόσταξεν να δείρουν τον άγιον δια να σωφρονισθή και να μη μιλή με τόσην αυθάδειαν». Τον ξαναρίχνουν στην φυλακή, ελπίζοντας ότι θα καμφθεί, αλλά εκείνος, συνεχώς προσευχόμενος παραμένει ακλινής. Επιστρατεύεται ακόμη και η γυναίκα του, που τον επισκέπτεται στη φυλακή και με παρακάλια θερμά και ασταμάτητα, προσπαθεί να μεταπείσει τον ιερέα άνδρα της, που τελικά υπεχώρησε και της υποσχέθηκε, ότι, την επόμενη μέρα, θα πράξει κατά τη συμβουλή της. Η απροσδόκητη αυτή απάντηση διαδόθηκε σ’ όλη την πόλη, γεμίζοντας χαρά τους αλλόπιστους και στεναχωρώντας τους χριστιανούς.


Ο Μουράτ, επιδεικνύοντας τη δύναμη του, προστάζει όλους τους ιερείς της πόλεως να καταθέσουν αν υπάρχουν ακόμη αρνητές της πίστεως κάτοικοι της περιοχής. Κι’ εκείνοι απάντησαν ότι δεν ξέρουν κανένα. Θύμωσε τότε ο τύραννος και πρόσταξε να εγκλεισθούν όλοι τους στη φυλακή, όπου υπήρχε και ο Χρίστος, τον οποίον «εις επήκοον πάντων, ο προεστότερος» (των κληρικών συγκρατουμένων του) στιγμάτισε με σκληρά λόγια για την απόφαση του. Ο ιερέας Χρίστος αναστέναξε από βάθους καρδιάς και ευθύς μετεμελήθη, προς χαρά όλων των συμπρεσβυτέρων του, που δόξαζαν τον Αρχηγό της Πίστεως Ιησού και ενίσχυσαν τον συνάδελφο τους να προχωρήσει προς το μαρτύριο. Ο Χρίστος «όλην εκείνειν την νύκτα επέρασε με ευχάς, ψαλμωδίας και δάκρυα». Το πρωί «οι βάρβαροι εκαρτερούσαν με μεγάλην χαράν, δια να ασεβήση» ο δέσμιος Ιερέας.


Όμως, προς μεγάλη λύπη τους, ο Χρίστος, προ του Μουράτ, μεταξύ άλλων, είπε: «Ευχαριστώ τον Χριστόν μου και βασιλέα της κτίσεως, όπου δεν με άφησε να πέσω εις την απώλειαν, αλλά μου έστειλε οδηγούς σωτήριους και με εχειραγώγησαν πάλιν εις την ευσέβειαν». Και κοιτάζοντας εις τους ουρανούς έλεγε∙ «Μη γένοιτο, Χριστέ μου, να σε αρνηθώ ποτέ, αλλά θέλω αποθάνει δια το ονομάσού το άγιον». Στρεφόμενος δε προς τους δήμιους του λέει: «Χριστιανός ήμουν και είμαι και τον Χριστόν σέβομαι συν τω Πατρί και αγίω Πνεύματι». Οι λόγοι του αγίου μας «ετάραξαν δυνατά τους ασεβείς και επρόσταξαν παρευθύς χωρίς αργητά να τον αποκεφαλίσουν». Ο γνήσιος ιερεύς του Κυρίου έκλινε γόνυ και φονεύθηκε δια ξίφους, έμεινε δε άταφος επί τέσσερες ημέρες. Με έγκριση των φονιάδων του ετάφη «εις την ίδια εκκλησίαν του εν αγίοις πατρός ημών Νικολάου, εις τον τάφον όπου ενταφίασαν και τον άγιον μάρτυρα Πανάγον… Ετελειώθη δε ο θαυμάσιος Χρίστος εις τας εννέα του Μαρτίου μηνός, τον ίδιον χρόνον όπου εμαρτύρησεν και ο ιερός Πανάγιος (1716), εις καύχημα της Ορθοδοξίας και έπαινον».


Οι άγιοι τιμώνται στις 9 Μαρτίου και η ακολουθία τους συμψάλλεται με την ακολουθία των τεσσαράκοντα μαρτύρων .

Όσιος Κλεόπας εκ Ρωσίας

 Ο Όσιος Κλεόπας ήταν μαθητής του Οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ  και κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 1778 μ.Χ.


Όσιος Βιτάλιος εκ Σικελίας

 Ο Όσιος Βιτάλιος γεννήθηκε στην πόλη Καστρόνοβο της Σικελίας κατά τον 10ο αιώνα μ.Χ. από γονείς εύπορους και ευσεβείς, τον Σέργιο και την Χρυσονίκη, οι οποίοι φρόντισαν για την κατά Θεόν ανατροφή του και την παιδεία του.


Ο Όσιος από νεαρή ηλικία αγάπησε τον Χριστό και την μοναχική πολιτεία, γι' αυτό και έφυγε στη μονή του Αγίου Φιλίππου στην Άγκυρα. Εκεί εκάρη μοναχός και έλαβε το αγγελικό σχήμα ζώντας με άσκηση και προκόπτοντας στην αρετή επί δεκαπέντε χρόνια.


Κατά την διάρκεια των χρόνων αυτών επισκέφθηκε για προσκύνημα την Ρώμη, την Καλαβρία και άλλους ιερούς τόπους. Τελικά επέστρεψε στην Καλαβρία και ασκήτεψε στο όρος του Λιποράχου. Εκεί συνάντησε τον ασκητή Αντώνιο και έζησε μαζί του για λίγο χρόνο. Στην συνέχεια μετακινείται από όρος σε όρος, για να καταλήξει στη μονή του Αγίου Ηλία.


Μετά την πάροδο αρκετού χρόνου, πηγαίνει σε ένα σπήλαιο μεταξύ των ορέων Τούρρι και Αρμέντο. Ο Όσιος αγωνίζεται μέρα και νύκτα προσευχόμενος και φθάνει σε πνευματικά ύψη. Ακόμη και τα άγρια θηρία του βουνού τον πλησιάζουν ήρεμα, για να λάβουν την ευλογία του.


Εκεί τον επισκέπτεται και ο Όσιος Λουκάς του Ντέμενα της Σικελίας , μαζί με τον οποίο συζητούν πνευματικά θέματα και προσεύχονται.


Αργότερα ο Όσιος μεταβαίνει στο Μπάρι και μαζί με τον ανεψιό του Ηλία καταλήγει στο όρος Τούρρι, όπου κτίζει μία εκκλησία. Τελικός σταθμός του Οσίου Βιταλίου είναι η περιοχή της Ράπολλα, στην οποία ανήγειρε μονή. Σε αυτήν διήλθε το υπόλοιπο του ασκητικού βίου του, συγκεντρώνοντας γύρω του πλήθος μοναχών.


Ο Όσιος Βιτάλιος κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 994 μ.Χ.

Άγιος Κωνσταντίνος της Κορνουάλλης ο Μάρτυρας

 Ο Άγιος Μάρτυς Κωνσταντίνος γεννήθηκε περί το 520 μ.Χ. και ήταν βασιλέας της Δουμνονίας στην Αγγλία. Μαρτύρησε το έτος 576 μ.Χ.


Άγιος Πασιανός Επίσκοπος Βαρκελώνης της Ισπανίας

 Ο Άγιος Πασιανός έζησε κατά τον 4ο αιώνα μ.Χ. στην πόλη της Καταλανίας, στη Βαρκελώνη της Ισπανίας. Ήταν έγγαμος. Όμως ο Θεός πήρε κοντά του τη σύντροφό του. Ο Πασιανός αφιέρωσε τη ζωή του στην Εκκλησία. Άνθρωπος με πλατιά μόρφωση, με μεγάλη ικανότητα στον χειρισμό του λόγου, προσήλωση και ακρίβεια στην εκκλησιαστική ζωή και παράδοση, προσέφερε τα δώρα που του χάρισε ο Θεός στην υπηρεσία της τοπικής Εκκλησίας. Χειροτονήθηκε Επίσκοπος της Βαρκελώνης περί το 363 μ.Χ.


Από την θέση αυτή ο Επίσκοπος Πασιανός διπλασιάζοντας τον ζήλο του και αυξάνοντας τα τάλαντα που του εμπιστεύθηκε ο Κύριός του, αναλώθηκε στην διαποίμανση των λογικών προβάτων του. Σε μια εποχή κατά την οποία η αιρέσεις λυμαίνονταν στον αγρό του Χριστού έγραψε θεολογικά αντιαιρετικά και απολογητικά έργα και δίδαξε τους πιστούς να κρατήσουν την πατρώα ευσέβεια και να μην μολυνθούν από την επαφή με τους αιρετικούς, ιδιαίτερα με τους Αρειανούς και τους Νοβατιανούς, αλλά να μείνουν στερεά προσκολλημένοι στην Ορθόδοξη δογματική παράδοση της Αγίας Εκκλησίας.


Ο Άγιος Πασιανός κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 390 μ.Χ.