Τρίτη 18 Αυγούστου 2026

“Όταν έχουμε δίκιο σε κάτι, μια φορά μόνο θα μιλήσουμε γι΄αυτό.

 “Όταν έχουμε δίκιο σε κάτι, μια φορά μόνο θα μιλήσουμε γι΄αυτό.

Αν εισακουστούμε έχει καλώς. Αν όχι, σωπαίνουμε και προσευχόμαστε να φωτιστούν οι νόες των άλλων, για το θέμα αυτό. Δεν επιμένουμε, γιατί αυτό δεν έχει ταπείνωση.”


Γέροντας Εφραίμ της Σκήτης του Αγίου Ανδρέα+

Η εμφάνιση της Παναγίας στο κελί του Γέροντος Παϊσίου

 Κάποτε, ενώ ο Γέροντας (Παΐσιος της Παναγούδας) ευχόταν κατά τη συνήθειά του κάνοντας κομποσχοίνι, είχε θεία επίσκεψη.  Ενώ βρισκόταν στο κελλί του κι ευχόταν, ξαφνικά άκουσε στο διάδρομο κάτι σαν πατήματα.  Πήγε στην πόρτα του κελλιού του και κοίταξε στο διάδρομο  που βλέπει προς την Εκκλησία.  Αντικρυσε τότε την Παναγία μας, «η Οποία περπατούσε σαν Βασίλισσα», όπως έλεγε ο Γέροντας, «και όλα επάνω Της είχαν ανείπωτη βασιλική αρχοντιά.  Όταν Εκείνη έφθασε μπροστά στην πόρτα της εκκλησίας, έστριψε και κατευθύνθηκε προς τα μέσα.  Πίσω Της ακολουθούσε ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος.  Αφού μπήκαν και οι δυό στο εκκλησάκι, χάθηκαν, αφήνοντας εκεί μέσα ένα γαλαζόλευκο φως, το οποίον έμεινε για λίγη ώρα και μετά σιγά-σιγά διαλύθηκε».  Η ψυχή του Γέροντα πλημμύρισε τότε από ευγνωμοσύνη και ταπείνοφροσυνη.  Έκλαιγε, που η Παναγία μας τον επισκέφτηκε, αν και ο ίδιος αισθανόταν, και έλεγε, ότι «ήταν ο πιο αμαρτωλός άνθρωπος στον κόσμο».


Από το βιβλίο «Γεροντικό της Παναγίας»

Αρχ. Θεοφύλακτος Μαρινάκης

Όσιοι Αγάπιος και Πορφύριος οι Κολλυβάδες οι ασκητές

 Οι ιδρυτές του απόκρημνου Ασκηταριού στα άκρα του Μέσα Βουνού, ανάμεσα από τους όρμους Περίσσιας και Καμαρίου Θήρας, είναι οι όσιοι κολλυβάδες Αγάπιος και Πορφύριος.


Το 1822 μ.Χ. έφτασε στην Σαντορίνη ο ρακένδυτος μοναχός από το Άγιο Όρος, όσιος Αγάπιος Μεταξάς, ο οποίος καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη. Κατέστη ευαγγελιστής του νησιού με το αγνό και άδολο κήρυγμά του. Αρχικά ασκήτευε σε ένα σπήλαιο στο Μονόλιθο. Το Ασκητήριο αμέσως μετετράπη σε πνευματική πηγή για τους διψώντες για αληθινό Λόγο και προσευχή. Στο μοναστήρι του Προφήτου Ηλία την εποχή αυτή εγκαταβίωνε ο ενάρετος ιερομόναχος Πορφύριος Μηνδρινός από τη Γωνιά της Θήρας, ο οποίος επιθυμούσε να ζήση ερημικά. Ως μοναδικό τόπο ησυχίας στο νησί σκέφτηκε το απόμερο και απόκρημνο μέρος πέρα της Αρχαίας Θήρας. Το λογισμό του αυτό εμπιστεύτηκε στον καθηγούμενο της Μονής του, Γεράσιμο Μαυρομμάτη, ο οποίος όμως αρνήθηκε να φύγει από τη Μονή λόγω της λειψανδρίας, που τη μάστιζε.


Η φήμη του οσίου Αγαπίου είχε φτάσει και στη Μονή του Προφήτου Ηλιού. Ήρθε η στιγμή που ο Πορφύριος τον συνάντησε και εν τέλει τον ακολούθησε. Οι δύο τους αργότερα κατέφυγαν στην κολλυβάδικη Μονή Προφήτου Ηλιού Ύδρας, όπου ο Πορφύριος έγινε μύστης του κολλυβαδικού πνεύματος. Από εκεί με την ευχή του Καθηγουμένου της Μονής επιστρέφουν στη Θήρα στο Ασκηταριό του Μονόλιθου.


Οι πιστοί κατέκλυζαν το μέρος για να αναπαυθούν πνευματικά. Αργότερα μεταφέρονται στη Γωνιά και τελούν τις ακολουθίες τους στο Ναό της Μεταμορφώσεως. Την εποχή αυτή άρχισαν να κατασκευάζουν το άβατο και κρημνώδες - πάνω από τον ορμίσκο «Κιόνι» - Ασκητήριό τους στα άκρα του Μέσα Βουνού. Στη Γωνιά το Ασκητήριο το διαμόρφωσαν μοναστική παλαίστρα για γυναίκες. Το έτος του 1844 μ.Χ. κοιμήθηκε ο όσιος Αγάπιος, ο οποίος αναπαύεται στο Ασκητήριο και ο λαός έδωσε εντολή στον αγιογράφο Μερκούριο Σιγάλα να κατασκευάσει δύο εικόνες του Οσίου. Τη μια την τοποθέτησαν στον τάφο του και την άλλη στο Ναό του Αγίου Νικολάου στην παραλία στό Καμάρι. Τρία χρόνια μετά την κοίμησή του τελέσθηκε η ανακομιδή του σκηνώματός του από τον αντιπρόσωπο της Μονής Προφήτου Ηλιού Ύδρας, γέροντα Κυπριανό Ντακουτρό, ο οποίος κατέφτασε στη Θήρα για αυτό το σκοπό. Μετέφερε τα λείψανα του Αγαπίου στη Μονή της μετανοίας του στην Ύδρα.


Μετά την κοίμηση του Αγαπίου δόθηκε εντολή στον Πορφύριο να εφημερεύει στον ιστορικό Ναό του Τιμίου Σταυρού στην Περίσσα Θήρας. Το 1845 μ.Χ. μετέβη στη Θήρα ο αρχιεπίσκοπος Κυκλάδων Δανιήλ, ο οποίος ήταν πολέμιος του αναγεννησιακού κολλυβαδικού κινήματος. Όταν πληροφορήθηκε για τον πνευματικό αγώνα των Κολλυβάδων και ιδιαίτερα ότι δεν προσκυνούσαν τις «νέες δυτικές θρησκευτικές αντιλήψεις» της ξενοκίνητης εξουσίας της βαυαροκρατίας, ζήτησε από τον ομολογητή Πορφύριο να αρνηθεί τον αγώνα του, αλλά εκείνος έμεινε ανυποχώρητος. Μετά από αυτή την άρνηση ο Δανιήλ υπέβαλε αναφορά στην αποδυναμωμένη και ελεγχόμενη από τα γρανάζια της κοσμικής εξουσίας, Ιερά Σύνοδο του Βασιλείου της Ελλάδος. Δικάστηκε ερήμην χωρίς απολογία και καταδικάστηκε σε εξορία στη Μονή Ευαγγελιστρίας της Σκιάθου, όπου και κοιμήθηκε στις 26 Μαρτίου 1852 μ.Χ.


Και οι δύο κολλυβάδες Όσιοι, Αγάπιος και Πορφύριος, τιμώνται μαζί στις 18 Αυγούστου.

Άγιος Αγάπιος ο εκ Γαλατίστης o Ιερομάρτυς

 Ο Άγιος Ιερομάρτυς Αγάπιος ο εκ Γαλατίστης γεννήθηκε στην κωμόπολη Γαλάτιστα της Χαλκιδικής περί το 1710 μ.Χ. Η Γαλάτιστα την εποχή εκείνη ήταν έδρα επισκοπής. Στην πατρίδα του έλαβε την εγκύκλια μόρφωση. Την περίοδο αυτή στη Γαλάτιστα, όπως και σε άλλα μέρη της Χαλκιδικής, «έχουσι σχολεία αρκετά καλά κατηρτισμένα και προσωπικόν διδασκάλων εις την διδασκαλίαν αυτών». Αξίζει να αναφερθεί πως από την Γαλάτιστα την ίδια εποχή ήταν οι σπουδαίοι συγγενείς αγιογράφοι λεγόμενοι Γαλατσάνοι, οι οποίοι αγιογράφησαν πολλές εικόνες και τοιχογραφίες στό Άγιον Όρος, και πολλά έργα τους σώζονται στη μονή Βατοπαιδίου.


Νέος μεταβαίνει για προσκύνηση των Αγίων Τόπων στα Ιεροσόλυμα, όπου παραμένει, κείρεται μοναχός και γίνεται μέλος της Αγιοταφικής Αδελφότητος. Από τον πατριάρχη Ιεροσολύμων Παρθένιο (1737 - 1766 μ.Χ.), χειροτονείται ιερεύς του Παναγίου Τάφου.


Κατόπιν αποστέλλεται οικονόμος του μετοχίου του Παναγίου Τάφου στη Θεσσαλονίκη, που ήταν ο ναός της Νέας Παναγίας κοντά στον Λευκό Πύργο, όπου υπάρχει και σήμερα. Κατά την εκεί παραμονή του δίδασκε στην Αστική Σχολή Θεσσαλονίκης.


Το 1743 μ.Χ. ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Παρθένιος έστειλε τον αρχιμανδρίτη Αγάπιο στη Μόσχα για συλλογή εράνων προς εξόφληση του μεγάλου χρέους του Παναγίου Τάφου προς τους δανειστές του Πατριαρχείου. Ο Αγάπιος λόγω πολλών και διαφόρων προβλημάτων παρέμεινε στη Ρωσία ως το 1747 μ.Χ. και επέστρεψε με ένα ικανό ποσό πρός εξόφληση του χρέους.


Όταν επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη συνέχισε το διδακτικό του έργο στην εκεί σχολή. Κατόπιν δίδαξε ως καθηγητής στην Αθωνιάδα Ακαδημία, κοντά στη μονή Βατοπαιδίου. Με υπόδειξη του σοφού διδασκάλου Ευγένιου Βούλγαρη ο Άγιος διορίστηκε από το σεπτό Οικουμενικό Πατριαρχείο Σχολάρχης της Αθωνιάδος: «Το ενδιαφέρον της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας ηυξήθη έτι περισσότερον εν τοις πρώτοις χρόνοις διά του διορισμού Εφορίας εν Κωνσταντινουπόλει και Άθωνι, επιτρόπων εν τη Ευρώπη και Σχολαρχών, ως τού Νεοφύτου Καυσοκαλυβίτου, του εναρέτου και σοφού Αρχιμ. Αγαπίου Αγιοταφίτου του και μαρτυρικώς τελειωθέντος κατά την 18ην Αυγούστου τού 1752 εν τη Θέρμη της Θεσσαλονίκης και εν συνεχεία του θαυμασίου και σοφωτάτου Ιεροδιακόνου Ευγενίου τού Βουλγάρεως».


Ο πολύς Ευγένιος Βούλγαρης σε επιστολή του της 10 Απριλίου 1752 μ.Χ. από τα Ιωάννινα προς τον Αγάπιο τον συγχαίρει για την ανάληψη των καθηκόντων του στην Αθωνιάδα. Την επιστολή αυτή είχε στο αρχείο του ο λόγιος επίσκοπος Καμπανίας Θεόφιλος (1749 - 1795 μ.Χ.), που υπήρξε μαθητής του Βούλγαρη στα Ιωάννινα. Από τα Ιωάννινα ήταν ο Θεόφιλος, και έδρα της επισκοπής του ήταν η Κουλακιά Θεσσαλονίκης, όπου σημειώνει ο ίδιος: « Η επιστολή αύτη επέμφθη τω σοφωτάτω αρχιμανδρίτη τού Παναγίου Τάφου Κυρίω Αγαπίω, ον περ απέκτειναν έξω της Θεσσαλονίκης, κακοποιοί φονείς Γενίτζαροι, επανακάμπτοντα από Γαλατίστης της πατρίδος αυτού κατά τδ ,αψνβ΄ Αυγούστου ιη΄! Φεύ τω δυστυχεί γένει ημών διά την στέρησιν τοιούτου σοφωτάτου ανδρός. Όντως τα κρίματα τού Θεού άβυσσος πολλή».


Στις 18 Αυγούστου 1752 μ.Χ. ο ενάρετος και σοφός «Αρχιμανδρίτης τού Παναγίου Τάφου, ο Μεγάλος Διδάσκαλος τού Γένους, ο σοφώτατος Σχολάρχης της Αθωνιάδος Αγάπιος ο Αγιοταφίτης φονεύεται μαρτυρικώς έξω από την Θεσσαλονίκη, πλησίον της Θέρμης, από κακοποιούς Γενιτσάρους καθώς ερχόταν από την Γαλάτιστα προς την Θεσσαλονίκην».


Γνωρίζουμε ότι την εποχή αυτή το στράτευμα των βίαιων Γενιτσάρων στην περιοχή αυτή προέβαινε σε λεηλασίες, αρπαγές και αιματοχυσίες σε βάρος του Ορθοδόξου λαού. Μας είναι άγνωστο τι συνέβη κατά τη σύλληψη και το μαρτύριο του Αγαπίου. Όπως επίσης δεν γνωρίζουμε που ενταφιάσθηκε και τι απέγιναν τα τίμια λείψανα του.


Η πρώτη εκδήλωση πρός τιμή τού αγίου Αγαπίου έγινε το 1977 μ.Χ. στη γενέτειρα του από τον σεβασμιώτατο μητροπολίτη Ιερισσού, Αγίου Όρους και Αρδαμερίου κ.κ. Νικόδημο, με ενέργειες του πρωτοσυγκέλλου αυτής αρχιμ. Χρυσοστόμου Μαϊδώνη. Η εικόνα του Αγίου αγιογραφήθηκε από τον Αγιορείτη ιερομόναχο Βενέδικτο Νεοσκητιώτη το 1997 μ.Χ. και τοποθετήθηκε στον ιερό ναό Παναγίας Γαλάτιστας. Ανεγείρεται ναός πρός τιμή του στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Την ιερά ακολουθία του συνέθεσε ο υμνογράφος Χαραλάμπης Μπούσιας.


Η μνήμη του είναι άγνωστη στους συναξαριστές. Τιμάται στις 18 Αυγούστου.

Άγιος Ματθαίος ο Νεομάρτυς

 Ο Ματθαίος γεννήθηκε περί το 1670 μ.Χ. στο Γερακάρι Αμαρίου της Επισκοπής Λάμπης και Σφακίων. Η Κρήτη την εποχή εκείνη είχε υποδουλωθεί στους Τούρκους κατακτητές, οι οποίοι διώκαν και βασάνιζαν τους χριστιανούς. Ο πατέρας του Ματθαίου ήταν ιερέας, κι αυτό βοήθησε τον νεαρό Άγιο να ανατραφεί με τις χριστιανικές αξίες και αρετές.


Αυτό ήταν αιτία, και ο φθονερός διάβολος μίσησε τις αρετές του Ματθαίου και τον οδήγησε στην ασέβεια. Έτσι οι αλλόθρησκοι τον επιλέγουν να νυμφευθεί την Οθωμανή Αϊσέ για να ασπασθεί τον Μωαμεθανισμό.


Μετά από λίγο όμως χρόνο κατάλαβε το φοβερό του λάθος, μετανόησε βαθιά και ξαναγύρισε στην πίστη και στην Εκκλησία του, ως κρυπτοχριστιανός.


Επειδή όμως ο Ματθαίος δεν μπορούσε να κρύψει την πίστη του, και πρωί – βράδυ έκανε τον σταυρό του, αυτό ήταν αφορμή η Οθωμανίδα σύζυγός του να εξοργιστεί, και να καταγγείλει τον σύζυγό της στον τούρκο κριτή της πόλεως του Ρεθύμνου. Ο Τούρκος κριτής τότε τον κάλεσε να απολογηθεί ενώπιόν του.


Ο Άγιος στέκεται με παρρησία μπροστά στους βάρβαρους κριτές και ομολογεί ευθαρσώς την αγάπη του για τον Χριστό. Το Δικαστήριο αποφασίζει την θανατική του ποινή δι’ αποκεφαλισμού. Ο Άγιος εξεδήμησε προς Κύριον την 18η Αυγούστου του έτους 1697 μ.Χ. Η μέρα αυτή έκτοτε αποτελεί και την ημέρα μνήμης και τιμής του Αγίου Ματθαίου.


Το μαρτυρικό του σκήνωμα μετέφεραν στην γενέτειρά του το Γερακάρι, ευσεβείς χριστιανοί οι οποίοι το κήδευσαν με τιμές σε τόπο που μέχρι σήμερα ονομάζεται «του Μαθιού το μνήμα». Στον ίδιο χώρο ανηγέρθη ναός προς τιμήν του μάρτυρος.


Αποτελεί καύχημα για την Κρήτη ο Άγιος Ματθαίος ο οποίος αν και είχε αλλάξει πίστη, μεταμεληθείς επανήλθε στην ορθόδοξη πίστη. Στην Ορθοδοξία μας και στην Κρήτη μας θα γίνει ο Άγιος της συμπάθειας και της αγάπης του λαού μας, πράγμα που καλλιεργείται και σμιλεύεται ήδη στις καρδιές και ψυχές των Γερακαριανών.



Ἀπολυτίκιον

Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Θεῖον βλάστημα, Γερακαρίου, καί ἀγλάϊσμα, τῆς Κρητονήσου, ἀνεδείχθης Ματθαῖε μακάριε, ἐν τῇ Ρεθύμνῃ Μαρτύρων τό στάδιον, ἀκαταπλήκτω τελέσας φρονήματι. Ὅθεν πρέσβευε, Χριστῷ τῷ Θεῷ δεόμεθα, δωρήσασθαι ἠμιν τό μέγα ἔλεος.


Έτερον Ἀπολυτίκιον

Ἦχος α'. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Τοῦ Σταυροῦ τῷ σημείῳ εὐσεβῶς σφραγιζόμενος κατ’ Ἀγαρηνὼν τῆς ἀπάτης, ὧ Ματθαῖε ἐχώρησας, καὶ ᾔσχυνας αὐτὴν σφαγιασθείς, τῷ ξίφει ὥσπερ ἄκακος ἀμνός διὰ τοῦτο τῶν Μαρτύρων ἐν οὐρανοῖς, ἠξίωσαι εὐκληρίας. Δόξα τῷ σὲ ἰσχύσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ δωρησαμένῳ σὲ ἡμῖν, πρέσβυν ἀκοίμητον.


Κοντάκιον

Ἦχος πλ. δ. Τῇ Ὑπερμάχῳ.

Γερακαρίου τὸν βλαστὸν τὸν εὐθαλέστατον, τὸν ἐν Ῥεθύμνῃ κραταιῶς ἀνδραγαθήσαντα, εὐφημήσωμεν Ματθαῖον ἐν κατανύξει• ἐν ὑψίστοις γὰρ Κυρίῳ παριστάμενος, τὰ τῆς χάριτος πηγάζει ῥεῖθρα ἅπασι, τοῖς κραυγάζουσι• χαίροις Μάρτυς μακάριε.


Μεγαλυνάριον

Χαίροις ὁ οὐρανὸς ἀθλητής ὁ ἐν τῇ Ῥεθύμνῃ, μαρτυρήσας διὰ Χριστόν• χαίροις ὁ τὸ κέρας, συντρίψας τῶν ἀπίστων, τῇ σῇ ὁμολογίᾳ, Ματθαῖε ἔνδοξε.


Έτερον Μεγαλυνάριον

Τοῦ Γερακαρίου ἄνθος τερπνόν, κλέος τῆς Ῥεθύμνης, καὶ τῆς Κρήτης πάσης πυρσός, ὤφθης ὦ Ματθαῖε, σῇ κραταιᾷ ἀθλήσει, δι’ ἧς ἐχθρὸν καθεῖλες, τὸν πολυμήχανον.


Ὁ Οἶκος

Τὸν Σταυρὸν ὥσπερ ὅπλον, περιφέρων Ματθαῖε, ἐχώρησας στεῤῥῶς κατὰ πλάνης, τῶν ἀσεβῶν Ἀγαρηνών, καὶ τὰ ὑψώματα τούτων κατέβαλες• διὸ ὡς Μάρτυς ἄριστος, ἀκούεις παρ’ ἡμῶν τοιαῦτα•


Χαῖρε τὸ σκεῦος τῆς εὐψυχίας•

χαῖρε ὁ οἶκος τῆς εὐσθενείας.

Χαῖρε εὐσεβοῦς ῥιζουχίας ἐκβλάστημα•

χαῖρε κραταιὰς παῤῥησίας ἐκπύρσευμα.

Χαῖρε μάχαιρα ἀμφίστομος κατ’ ἐχθρῶν τῶν ἀσεβῶν•

χαῖρε σθένος ἀκατάπληκτον χριστωνύμων εὐσεβῶν.

Χαῖρε Γερακαρίου τὸ ἀμάραντον ἄνθος•

χαῖρε τῆς Κρητονήσου ἀναφαίρετον κλέος.

Χαῖρε Χριστοῦ ὁπλίτης ἀχείρωτος•

χαῖρε ἡμῶν προστάτης ἀκοίμητος.

Χαῖρε Σταυροῦ τῇ δυνάμει ἀθλήσας•

χαῖρε ἐχθροῦ τάς παγίδας πατήσας.


Χαῖρε Μάρτυς μακάριε.


Κάθισμα

Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Παγίαν ἐδέξατο, ἐν τῇ καρδίᾳ σαφῶς, ῥομφαῖαν σὴν ἄθλησιν, ὁ παλαμναῖος ἐχθρός, ὁ πρῴην πτερνίσας σέ• σῦ γὰρ τῆς ἀσεβείας, καταλείψας τὰς τρίβους, χαίρων ἐσφαγιάσθης, ὡς ἀμνὸς διὰ ξίφους, Ματθαῖε θεομάκαρ, τῆς Κρήτης ἀγλάϊσμα.

Όσιος Σωφρόνιος ο Αγιορείτης

 Ο Όσιος Σωφρόνιος ο Αγιορείτης γεννήθηκε στην Ήπειρο από γονείς ευσεβείς το 18ο αιώνα μ.Χ. Από μικρός διακρινόταν για την σεμνή ζωή του και τον σεβασμό του στα θεία.


Όταν ήλθε σε ηλικία γάμου, οι γονείς του τον πάντρεψαν παρά τη θέληση του με μια σεμνή γυναίκα. Αλλά τη νύχτα του γάμου, έφυγε στο Άγιον Όρος.


Εκεί, στη σκήτη της Αγίας Άννας δοκιμάστηκε και εκάρη μοναχός. Αργότερα χειροτονήθηκε Ιερέας και έφτασε σε μεγάλα ύψη αγιότητας. Η ζωή του υπήρξε ενάρετη και αγγελική. Η πνευματική του τελειότητα ήταν παράδειγμα όχι μόνο στους αδελφούς της Σκήτης της Αγίας Άννας, αλλά και σ' όλο το Άγιον Όρος. Έτσι οσιακά αφού έζησε, απεβίωσε ειρηνικά.



Ἀπολυτίκιον

Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Τῶν Ὁσίων τὸν βίον ἀκριβῶς μιμησάμενος, μέτοχος αὐτῶν ἀνεδείχθης, θεοφόρε Σωφρόνιε, ὁσίως γὰρ βιώσας ἐπὶ γῆς, τῶν θείων δωρεῶν ἐν οὐρανοίς, ἠξιώθης καὶ παρέχεις πάσιν ἠμιν, τὴν χάριν σου τοὶς κράζουσι. Δόξα τῷ δεδωκότι σοὶ ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐκπληρούντι διὰ σοῦ, ἠμῶν τὰ αἰτήματα.


Όσιοι Βαρνάβας, Σωφρόνιος και Χριστόφορος

 Δεν έχουμε σαφή βιογραφικά τους στοιχεία. Μόνο από το «Νέον Λειμωνάριον» μαθαίνουμε ότι απεβίωσαν ειρηνικά κατά το έτος 412 μ.Χ.


Απ' αυτούς ο Βαρνάβας ήταν ιδρυτής της Μονής Σουμελά, ο Σωφρόνιος ήταν ανεψιός του, και οι δύο ήταν στην καταγωγή Αθηναίοι. Ο δε Χριστόφορος καταγόταν από την Τραπεζούντα και υπήρξε νέος Ιδρυτής της Μονής Σουμελά, μετά την ερήμωση της.





Ἀπολυτίκιον

Ἦχος πλ. δ΄. Ταῖς τῶν δακρύων σου ῥοαῖς.

Τῶ τῆς Θεόπαιδος χρησμῷ, τοῖς τοῦ βίου ἀποταξάμενοι, καὶ τοῖς ἑκάστοτε αὐτῆς, φωτοφανίαις ξένω ς μυσταγωγούμενοι, ὡς φοίνιξ ἐν αὐλαῖς ταῖς τοῦ Κυρίου ὄντως ἠνθήσατε, Βαρνάβα, Σωφρόνιε καὶ Χριστοφόρε, πρεσβεύσατε Χριστῷ τῷ Θεῷ, Πατέρες ἡμῶν τρισόλβιοι, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.


Κοντάκιον

Ὁ Βαρνάβας σήμερον, καὶ ὁ Σωφρόνιος ἅμα, οἱ Χριστοῦ θεράποντες, σὺν τῷ κλεινῷ Χριστοφόρῳ, ἅπαντας συγκαλοῦσιν εύσεβοφρόνως, αἴνεσιν ἀναπέμπεψαι, Θεῷ τῷ ζῶντι, τῷ ἐν θαύμασι τοὺς τοῦτον, ἐν γῇ δοξάσαντας μεγαλύναντι.


Ὁ Οἶκος

Τοὺς τῆς Τριάδος τῆς σεπτῆς, τρεῖς θεοφόρους μύστας, τὸν Ὅσιον Βαρνάβαν, Σωφρόνιον τὸν πάνυ, καὶ Χριστοφόρον τὸν κλεινόν, συνελθόντες οἱ πιστοί, ἐν ὕμνοις εὐφημήσωμεν, τοὺς μονοτρόπους ὁμοῦ διαπρέψαντας, καὶ ἐν ἀσκήσει ὡς φοίνιξ ἀνθήσαντας, τοὺς χρησμοδόχους τῆς Θεοτόκου, καὶ θείους ἱερουργοὺς τοῦ Χριστοῦ, τοὺς ἐν ᾗ ἐπόλισαν ἐρήμῳ,ὡσεὶ κέρδος ἡ ἐν τῷ Λιβάνῳ πληθυνθέντας, καὶ τὴν οὐ τίκτουσαν στείραν, ἐπὶ πολυτεκνίᾳ εὐφραινομένην ἀναδείξαντας, κᾀντεῦθεν εἰς Χριστὸν ἀναλύσαντας, ἐνθα πάντων εὐφραινομένων ἐστὶν ἡ κατοικία. Ἐφ’ οἷς καὶ εὐχαρίστως αἶνον βοῶμεν τῷ Θεῷ, τῷ ἐν θαύμασι τούτον ἐν γῇ δοξάσαντας μεγαλύναντι.