Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

Σώμα Χριστού


 

Ὢ θείας! ὢ φίλης


 

Ἀναστάσεως ἡμέρα


 

Ἀλαλάξατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ... (Πασχαλινὴ ἀθιβολή)

 Ἡ νεανικὴ συντροφιὰ ἀποφάσισε νὰ κάνει Πάσχα σὲ κανένα ἀπόμακρο χωριό. Ἡ νύχτα τοῦ Μεγάλου Σαββάτου τοὺς βρῆκε νὰ περιπλανῶνται σὲ κορφοβούνια ἄγνωστα. Εἶχαν χάσει ὁριστικὰ τὸ δρόμο.
































































Ξαφνικὰ ἀκούστηκε ἀπὸ πέρα τὸ χτύπημα καμπάνας τῆς ἀναστάσιμης λειτουργίας καὶ τότε κατάλαβαν πὼς κινδύνευαν νὰ μὴ κάνουν Ἀνάσταση τὴ χρονιὰ αὐτή.
































































- Βρὲ παιδιά, βλέπω φῶς ἐκεῖ στὴ διπλανὴ κορφή, φώναξε κάποιος.
































































Ξεκίνησαν ὅλοι μαζὶ κατὰ ῾κεῖ, πλησίασαν, μὰ σταμάτησαν ἀπότομα ὅταν ἕνας μαντρόσκυλος οὔρλιαξε ἄγρια. Ἔτσι σκαρφαλωμένοι σ᾿ ἐκείνη τὴν κορφή, εἶδαν ἀπὸ μικρὴ ἀπόσταση τὴ σκηνὴ τὴν ἀλησμόνητη: Ὁ βοσκὸς ἀνάμεσα στὰ πρόβατα, μ᾿ ἕνα κερὶ στὸ χέρι, ἔκανε μονάχος του τὴν Ἀνάσταση. Ἀκουγότανε καθαρὰ κομμάτια ἀπὸ τροπάρια ποὺ ἔψαλλε μὲ τὴν χοντρὴ φωνή του καὶ ἄλλοτε ἀπάγγελλε σὲ ἐκκλησιαστικὸ τόνο. Κάπου - κάπου διέκοπτε τὸ ψαλτικό του γιὰ νὰ ἐπιβάλει σιωπὴ στὰ γρυλίσματα τοῦ μαντρόσκυλου, ποὺ καθὼς μᾶς ἔνοιωθε κοντὰ οὔρλιαζε καὶ στὸ τέλος γιὰ νὰ μείνει ἥσυχος τὸν ἔδεσε σὲ κάποιο δεντράκι ἐκεῖ κοντά.
































































«Τὴν Ἀνάστασή σου Χριστὲ Σωτήρ, ...ἀγγέλοι κουνοῦσιν ἐν οὐρανοί..., Ἀναστάσης ὁ Χριστὸς ἀπὸ τοῦ τάφου...», (καὶ διέκοπτε γιὰ νὰ ἐπιβάλει σιωπὴ στοὺς γρυλλισμοὺς τοῦ σκυλιοῦ): Σώπα, μωρέ, ἄδικο νὰ σοῦ δώσει, καταραμένε καὶ λειτουργιὰ γίνεται! (καὶ συνέχιζε): «Ἀνάσταση Χριστοῦ περασάμενος... Ἰησοῦς ὁ μόνος ἀναμάρτητος.», «Τὸν Σταυρόν του προσκουνοῦμεν Δέσποτα...» (μπέε, ἔκαμε ἄξαφνα ὁ διπλανός του τράγος). «Εἴντα ῾χεις ἐδὰ κι ἡ ἀφεδιά σου τέθοια ὥρα; Κεδιὰ (σιωπή) νὰ σὲ κόψει, δὲ θωρεῖς πὼς λειτουργῶ;»
































































Καθὼς εἴχαμε πλησιάσει τὰ μάτια μας εἴχανε συνηθίσει στὸ λίγο φῶς τῆς ἀστροφεγγιᾶς κι βλέπαμε πιὰ καθαρὰ ὅλες τὶς λεπτομέρειες τοῦ προσευχόμενου.
































































Μὲ τὸ ἕνα χέρι κρατοῦσε μία μεγάλη λαμπάδα ἀναμμένη, ποὺ τὴν εἶχε βέβαια φέρει ἀπὸ τὸ χωριό, καὶ μὲ τὸ δεξὶ κουνοῦσε ἕνα θυμιατήρι δικῆς του κατασκευῆς: εἶχε δέσει μὲ σπάγκο τὸν πάτο μίας σπασμένης στάμνας καὶ μέσα εἶχε τὰ κάρβουνα καὶ τὸ λιβάνι.
































































Καθὼς λοιπὸν ἀπάγγελνε ἢ ἔψαλλε τὶς προσευχές του, θυμιάτιζε συγχρόνως συνεχῶς, καθὼς κάνει ὁ διάκος στὴν ἐκκλησία. Καὶ ἡ ἀκολουθία συνεχιζόταν:
































































»Κύματι θαλάσσης τὸν πρήξαντα πάλι διώχτη τύραννε...» σφεντονίζοντας τὴν τελευταία λέξη μὲ μίσος καὶ ἀγανάκτηση.
































































Σὲ λίγο οἱ καμπάνες τῶν γύρω χωριῶν χτυποῦσαν χαρμόσυνα καὶ ἀπόμακροι κρότοι τουφεκοβολισμῶν ἔφτασαν καὶ ἐκεῖ πάνω. «Ὁ Χριστὸς εἶχε ἀναστηθεῖ». Στὸ ἄκουσμα αὐτὸ ὁ βοσκὸς ἄφησε τὸ θυμιατήρι καὶ παίζοντας ἕνα πήδημα, ὅπως θὰ ἔκανε καὶ στὸ χορό, ἄρχισε μὲ ὅλη τὴ δύναμη τοῦ στήθους του νὰ ψέλνει τὸ «Χριστὸς ἀνέστη», κουνώντας τὸ κερί του, καὶ πετώντας διάφορα σπασμένα πήλινα ἀγγεῖα ποὺ εἶχε συσσωρεύσει γύρω του ἐδῶ κι ἐκεῖ, ποὺ καθὼς σποῦσαν ἔκαναν ἕνα τρομερὸ κρότο ποὺ ἀντιλαλιόταν στὴν ἡσυχία τῆς ἐρημιᾶς. Μ᾿ αὐτὸ τὸν τρόπο ἀντικαθιστοῦσε τὰ βαρελότα καὶ τὶς γιορταστικὲς τουφεκιές. Τὰ πρόβατα μὲ τοὺς ἀπροσδόκητους αὐτοὺς θορύβους σκόρπισαν καὶ τὸ μαντρόσκυλο οὔρλιαξε ἀγριεμένο, κοιτάζοντας κατὰ τὸ μέρος ποὺ εἴμαστε...
































































»Ἀναστήτω ὁ Θεὸς καὶ σκορπιστεῖτε καὶ σεῖς μωρέ, καὶ τοῦ Θεοῦ πλάσματα εἴσαστε...». Καὶ δῶσ᾿ του καὶ πετοῦσε τὶς σπασμένες γλάστρες σὲ ὅλα τὰ σημεῖα... Ἤτανε τόση ἡ χαρά του, τόσος ὁ ἐνθουσιασμός του γιὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, ποὺ δὲ θυμούμαστε νὰ εἴχαμε ἰδεῖ ποτὲ μεγαλύτερη θρησκευτικὴ χαρά...
































































Ἀποφασίσαμε τώρα νὰ παρουσιαστοῦμε καὶ ὅλοι μαζὶ τοῦ φωνάξαμε
































































- Χριστὸς Ἀνέστη, κουμπάρε.
































































- Ἀληθῶς ἀνέστη ὁ Κύριος, εἶπε κι ἔτρεξε κοντά μας.
































































Ἤτανε ἕνας θεόψηλος ἄντρας, ὡς 25 χρονῶ, πλατύστερνος, μὲ τεράστιες πλάτες, ποὺ ἡ φωνή του καθὼς μᾶς μιλοῦσε ἀντιβοοῦσε στὶς γύρω λαγκαδιές.
































































- Ἐχάσαμε τὴ στράτα, καὶ δὲν προφτάξαμε νὰ πᾶμε στὸ χωριὸ νὰ κάμουμε ἐκειὰ Ἀνάσταση.
































































- Ὁ Θεὸς τά ῾φερε «δεξά», εἶπε ὁ βοσκὸς γελώντας νά ῾ρθετε κατὰ τὸ κονάκι μου ἀπόψε νὰ κάμω κι ἐγὼ Λαμπρὴ μαζί σας, ἀλλιῶς ἤθελε νά ῾μαι μονάχος.
































































- Καλῶς ἤρθετε, καλῶς ἐκοπιάζετε. Πᾶμε στὸ μητᾶτο παρακάτω καὶ πρᾶμα δὲ θὰ μᾶς-ε λείψει.
































































Καὶ ἀληθινὰ τίποτε δὲν ἔλειψε ἀπὸ τὸ πλούσιο τραπέζι ποὺ μᾶς ἔστρωσε, ἀπὸ τὰ κόκκινα αὐγὰ καὶ τὸν ὀβελία ποὺ ψήσαμε ὅλοι μαζί, ὡς τὰ παχύτατα γαλακτερά, ποὺ ἄφθονα, ἀκατάπαυστα, μᾶς κουβανοῦσε.

Πάσχα τῆς εὐημερίας ἢ τῆς ἀγάπης;

 Φώτιος Πετρόπουλος - (2011)
































































Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος βρίσκεται μπροστὰ στὸ δίλημμα: ἐλευθερία καὶ γνήσια ἀγάπη ἢ εὐτυχία καὶ πρόσκαιρη εὐημερία τῆς ζωῆς; Γοητεύεται ἀπὸ μία σφαλερὴ ἀθεϊστικὴ ἀγάπη γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, ἀπὸ μία ἀπαίτηση γιὰ τὴν ἐξασφάλιση τῆς ζωῆς πάνω στὴ γῆ χωρὶς Θεό. Στὸν ἀγωνιώδη αὐτὸ προβληματισμὸ συμβάλλει ἐξάλλου καὶ ἡ οἰκονομικὴ κρίση ποὺ βιώνουμε, ἡ ὁποία δὲν εἶναι τίποτα περισσότερο παρὰ ἕνα παραπροϊὸν μιᾶς βαθύτερης κρίσης ἀξιῶν ποὺ ἔχει ἀρχίσει ἀπὸ χρόνια. Ὅμως δὲν μπορεῖ ἡ ἀνθρώπινη ψυχὴ νὰ βρεῖ ἀνάπαυση στὴ μοναξιά, τὴν ὑλιστικὴ οἰκοδόμηση τῆς ζωῆς, ὅταν λησμονεῖ ὅτι αὐτὰ ποὺ δὲ μετρῶνται ἔχουν μεγαλύτερη ἀξία ἀπὸ αὐτὰ ποὺ μετρῶνται.
































































Ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου ἔχει νόημα ἐφόσον ἀπεργάζεται τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου ἐν Χριστῷ. Ὁ συνειδητοποιημένος χριστιανὸς ἀντιπαρατάσσει τόσο στὶς αὐταρχικὲς καὶ ὁλοκληρωτικὲς συνθῆκες διαβίωσης, ὅσο καὶ στὶς συνθῆκες τῆς ἄμετρης ἐλευθερίας, τὴ θεραπευτικὴ δύναμη τῆς ἀγάπης. Ἡ ἀγάπη ἐμπεριέχει τὶς ἀξίες τοῦ σεβασμοῦ καὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἀγάπη δὲν ἐκφράζεται μόνο ἀπὸ τὸ συναίσθημα. Εἶναι κυρίως δυναμικὴ κατάσταση ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ἀναγέννηση, ἀπὸ τὴ μετοχὴ στὴν «καινὴ κτίση».
































































Γιατί νὰ πληγώνουμε αὐτοὺς ποῦ κατὰ βάθος ἀγαπᾶμε; Ἡ ἀγάπη δὲ μειώνει, ἀλλὰ ἐξυψώνει! Δὲν θὰ ἦταν ὡραῖο νὰ προσπαθήσουμε νὰ σταματήσουμε νὰ πικραίνουμε φίλους, συγγενεῖς, συνεργάτες, μιλώντας τοὺς εἰρωνικά, πικρά, περιφρονητικά; Κι ἀντὶ γι' αὐτὴ τὴ στάση, ἂς προσπαθήσουμε, τὸ δύσκολο, μὰ ἀληθινό: νὰ βροῦμε μέσα τοὺς κάτι καλό, κάτι θεϊκό, ὥστε νὰ τοὺς δοῦμε μὲ ἄλλο βλέμμα, πιὸ ἀνθρώπινο, πιὸ ταπεινό, μὲ ἀγάπη. Κι ἀντὶ νὰ ἀπομακρυνόμαστε, νὰ νιώσουμε καὶ νὰ ζήσουμε λίγο τὴν ἑνότητα, τὰ κοινὰ ποὺ μᾶς ἑνώνουν ὅλους: τὸν πόνο, τὴν ἀγωνία, τὸ φόβο, τὸ ἄγχος γιὰ τὸν ἐρχόμενο σὲ ὅλους μας θάνατο...
































































Ἀναμφισβήτητα ὅλους ἐμᾶς, κι αὐτοὺς ποὺ δὲ χωνεύουμε, μία μέρα θὰ μᾶς «χωνέψει» ἡ γῆ. Οἱ μόνοι «ἀχώνευτοι» τῆς γῆς, εἶναι ὅσοι ἔμαθαν νὰ ἀγαποῦν, καὶ ξέρουν νὰ ζοῦν τό, «Χριστὸς ἀνέστη», ἤδη πολὺ πρὶν τὸ Πάσχα.
































































Εἶναι σημαντικὸ πὼς στὸ ὀρθόδοξο βίωμα ἡ ζωὴ δὲν μπορεῖ νὰ ὁρισθεῖ παρὰ μόνο μέσα ἀπὸ τὴν ἀποδοχὴ τοῦ θανάτου. Ἡ παροῦσα ζωὴ μπορεῖ ποικιλοτρόπως νὰ ξεφεύγει ἀπὸ τοὺς νόμους τῆς φθορᾶς καὶ νὰ μετέχει στὴν ἀφθαρσία. Τὸ παρὸν δὲν ὁρίζεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ παρελθὸν ἢ μὲ τὸ μέλλον. Γιὰ τὸν πιστό, τὰ ὑπεσχημένα εἶναι παρόντα, ἰδιαίτερα μέσα ἀπὸ τὰ βιώματα τοῦ λειτουργικοῦ χρόνου. Μέσα ἀπὸ τὴν ἀναφορὰ τοῦ δημιουργήματος στὸν Δημιουργὸ τοῦ παντὸς ἀπαθανατίζεται τὸ ἔργο του, ἐνῶ ὁ ἴδιος ξαναβρίσκει τὶς συντεταγμένες τῆς βιωτῆς του. Ὅταν ἔτσι ἀνατρέφεται ὁ ἄνθρωπος δὲ ζεῖ λατρεύων τὸ παρόν, ἀλλὰ οὔτε καὶ τὸ περιφρονεῖ. Δὲν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ γίνει «μάρτυρας τῆς Ἀναστάσεως» (ποὺ εἶναι τὸ ἰδανικὸ τοῦ ὀρθόδοξου χριστιανοῦ) ἂν δὲν πορευθεῖ στὴ Βηθλεὲμ καὶ ἂν δὲν ἀνεβεῖ στὸ Γολγοθᾶ.
































































Ἡ ἐμπειρία, προπάντων, πολλῶν ἐσωτερικῶν θανάτων, (ὁ θάνατος δὲν μπορεῖ νὰ νοηθεῖ ἔξω ἀπὸ τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως) δίνει στὴν ἀγάπη μία διαχρονικὴ διάσταση. Μία διάσταση ποὺ λαμβάνει σάρκα καὶ ὀστᾶ μέσα ἀπὸ τὸ πρίσμα τῆς ἐλευθερίας καὶ κυρίως μέσα ἀπὸ τὴν πεποίθηση ὅτι ὁ ἄλλος ὡς «Σὺ» ἀποτελεῖ προέκταση τοῦ «ἐγὼ» ποὺ μποροῦν νὰ ἐπιβιώσουν συμπορευόμενοι στὰ πλαίσια μίας δύσκολης ἀλλὰ ἀναγκαίας σχεσιακῆς συνθήκης. Τοῦ μετανοημένου πλέον ἀνθρώπου, τοῦ «πτωχοῦ τὴ καρδία» φωτίζεται ὁ νοῦς ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος γίνεται μορφὴ Χριστοῦ, μορφωμένος».
































































Στὴν ἐθελούσια Σταύρωση ὡς ἀποτέλεσμα τῆς «λογικῆς τῆς Κενώσεως» βρίσκεται ἡ ἀληθινὴ σχέση τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο. Μέσα ἀπὸ τὴ λογικὴ τοῦ Σταυροῦ γίνεται κατορθωτὸ τὸ ἅλμα ἀπὸ τὸ βασίλειο τῆς ἀναγκαιότητας στὸ βασίλειο τῆς ἐλευθερίας.
































































Στὴν Ἀναστάσιμη ἔγερση ἀποκαλύπτεται ὑπερβατικῶς τὸ μυστήριον τοῦ Θεοῦ «ἐν σαρκί». Τὸ μυστήριο αὐτὸ ἐξασφαλίζει τὴ συνεχῆ παρουσία του ὡς ἐγγύηση σωτηρίας στὸ πνευματικὸ ἀδιέξοδο καὶ τὶς ψυχικὲς ἀνάγκες τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου μέσα ἀπὸ τὴ λατρευτικὴ ζωή.
































































Μέσα ἀπὸ τὴν ἄρνηση τῆς ἐφήμερης γιορτινῆς εὐημερίας καὶ τὴν ἀναζήτηση τῆς ἐσωτερικῆς ἐλευθερίας, ὁ ἀληθινὸς ἀνθρωπισμὸς δὲν τονίζει τὴν κυριαρχία τοῦ ἀτόμου πάνω στὸ σύνολο, οὔτε τὸν ἀφανισμὸ τοῦ προσώπου ἀπὸ τὸ σύνολο. Ὁ ἀναστηθεὶς Θεάνθρωπος Ἰησοῦς, ὑψώνεται σὲ ὁδοδείκτη γιὰ τὴν ἀνθρωποποίηση συνόλων καὶ κοινωνιῶν. Τοῦτο γίνεται κατορθωτὸ μέσα ἀπὸ τὴν Σταύρωση καὶ τὴν Ἀνάσταση ποὺ ἀκολούθησε.
































































Γίνεται μέσα ἀπὸ τὸ δόλιχο τῆς ὀδυνηρῆς περιπέτειας, ἀτόμων καὶ συνόλων, ὥστε νὰ φτάσουν -μὲ τὴν ἐξέλιξη τοῦ κοινωνικοῦ γίγνεσθαι- στὴν ἀπέκδυση τῶν ἐγωκεντρικῶν διεκδικήσεων καὶ τὴν ἀναγνώριση μίας κοινωνίας δικαίου καὶ ἀνθρωπιᾶς. Μίας κοινωνίας ποὺ θὰ στηρίζει τὴν ἀνάπτυξή της στὴν αἴσθηση καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς μισαλλοδοξίας καὶ τοῦ θανάτου. Τὸ Πάσχα ἄλλωστε ἀποτελεῖ τὴ νίκη τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ζωῆς. Εἶναι ἡ συντριβὴ τοῦ ἐσχάτου ἐχθροῦ της ἀνθρώπινης φύσης, τοῦ θανάτου ποὺ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μετατρέπει σὲ ζωοποιὸ καὶ νικηφόρο θάνατο: «θανάτω θάνατον πατήσας!...»
































































«Πάσχα ἱερόν, ἅγιον, μέγα ἀνέτειλε καὶ θάλπει,
































φωτίζει καὶ λαμπρύνει τὸν κόσμον!»

Οἱ συνέπειες τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ στὴν καθημερινὴ ζωή

 π. Ἰωνᾶς Μοῦρτος
































Ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ πιὸ σημαντικὸ μήνυμα στὴ ζωή μας. Ἂς προσπαθήσουμε νὰ τὸ δοῦμε ὄχι μόνο ἀπὸ τὴν θεολογικὴ - θρησκευτική του πλευρά, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ὀπτικὴ γωνία τοῦ κοινοῦ, τοῦ καθημερινοῦ ἀνθρώπου.
































Ὅπου καὶ νὰ κοιτάξω στὴν ζωή μου βλέπω τὸν θάνατο νὰ παραμονεύει. Πρῶτα-πρῶτα ὅλοι ξέρουμε ὅτι εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔχει τὸν τελευταῖο λόγο, ὁ τελικὸς νικητής. Τὸ ξέρει καὶ τὸ ξέρουμε ὅτι δὲν θὰ τοῦ ξεφύγουμε στὸ τέλος.
































Στὸ διάβα στῆς ζωῆς μου βιώνω πολλοὺς θανάτους πρὶν ἀπὸ τὸν τελικό. Τὸ θάνατο τῶν ἐλπίδων μου καὶ τῶν προσδοκιῶν μου γιὰ μιὰ καλλίτερη ζωή. Τὴν ἀποτυχία πολλῶν σχεδίων. Ἡ ζωή μας εἶναι τόσα ὄνειρα, τόσες ὡραῖες προσδοκίες, ἀλλὰ οἱ πιὸ πολλὲς πεθαίνουν, δὲν πραγματοποιοῦνται, καὶ τελικὰ ἀφήνουν τὴν πίκρα, ἢ τὴν δικαιολογία τῆς συνθηκολόγησης, ὅτι ἔτσι εἶναι ἡ ζωή.
































Τὸν διακρίνω νὰ ἀρχίζει νὰ ροκανίζει τὴν δύναμή μου, τὴν νιότη μου, πιὸ πολὺ τὴν διανοητική μου ἱκανότητα. Προσπαθεῖ νὰ σβήσει τὴ μνήμη μου. Ἀσπρίζει τὰ μαλλιά μου. Δὲν μὲ ἀφήνει νὰ βλέπω τὸν κόσμο.
































































Πολλὰ θὰ μποροῦσα νὰ πῶ ἀλλὰ ἴσως δὲν χρειάζεται, ὅλοι μας ξέρουμε πῶς εἶναι τὸ ἄσχημο πρόσωπο τοῦ θανάτου (Χεμινγουέι). Καὶ ἂν πεῖ κανείς, δὲν μὲ νοιάζει μπορῶ νὰ τὸν κοιτάζω κατάματα, μὲ περιφρόνηση καὶ εἰρωνεία, καὶ νὰ τὸν φτύσω καταπρόσωπο τὴν ὥρα ποὺ θὰ μοῦ παίρνει τὴ ζωή, θὰ τὸ καταλάβαινα, ξέρω τί θὰ πεῖ νὰ πεθαίνεις μὲ ἀξιοπρέπεια τουλάχιστον, ὁ Ἀλμπὲρ Καμὺ τὸ ἐξέφρασε τόσο ὄμορφα, ὅμως καὶ πάλι μὲ νικᾶ.
































Ὁ θάνατος αὐτῶν ποὺ ἀγαπῶ εἶναι πιὸ ὀδυνηρός. Πῶς θὰ ἀντέξω νὰ πεθαίνει ὅτι ἀγάπησα; Πόσο ὀδυνηρὸ εἶναι νὰ πεθαίνουν τὰ λουλούδια, νὰ πεθαίνει κάθε ὀμορφιά! Πολὺ περισσότερο εἶναι τρομερὸ νὰ πεθαίνει τὸ πρόσωπο ἢ τὰ πρόσωπα ποὺ ἀγαπῶ. Ὅτι ἀγαπῶ εἶναι αὐτὸ ποὺ στοιχειοθετεῖ τὴν ζωή μου. Εἶναι αὐτὸ ποὺ τῆς δίνει νόημα. Ἡ ζωή μου εἶναι μιὰ σχέση. Τελικὰ ὁ ἄλλος ἢ ἡ ἄλλη εἶναι ἡ ζωή μου. Ἡ φιλοσοφία τὸ λέει τόσο ὡραία. Ἡ ζωή μου εἶναι μιὰ σχέση ἕνας διαρκὴς διάλογος μὲ τὸν ἄλλο. Ἀκόμα καὶ ἡ σκέψη δὲν εἶναι παρὰ ἕνας διάλογος. Πεθαίνοντας ὁ ἄλλος πεθαίνω καὶ ἐγὼ σιγὰ-σιγά. Γιατὶ σταματοῦν πιὰ οἱ σχέσεις μου. Ἡ μοναξιὰ μὲ κυριεύει.
































Ἡ ὀσμὴ τοῦ θανάτου κρύβεται παντοῦ καὶ ἀναδύεται τὴ νύχτα ποὺ κι αὐτὴ εἶναι ἕνας θάνατος. Ὁ Χεμινγουέι τὴν περιγράφει μὲ ἄφθαστο τρόπο στὰ λόγια τῆς Πίλαρ...
































Τώρα μπορῶ νὰ δῶ γιατί ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι τόσο σημαντικὴ γιὰ τὴ ζωή μου. Ἐπειδὴ Αὐτὸς ἀναστήθηκε θὰ ἀναστηθῶ καὶ ἐγώ. Μὰ τί λέγω; Θὰ ἀναστηθεῖ τὸ πρόσωπο ἢ τὰ πρόσωπα ποὺ ἀγάπησα. Θὰ ἀναστηθεῖ γιατὶ ἀνέστη ὁ Χριστός. Θὰ ἀναστηθεῖ καὶ θὰ γίνει τέλειο, θὰ μοιάζει μὲ τὸν Χριστό.
































Ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε σωματικά, ἡ ἀνθρώπινη φύση εἶναι γιὰ πάντα ἑνωμένη μὲ τὸν Θεό, καὶ ποτὲ πιὰ δὲν θὰ χωρίσει. Ἡ πτώση μου, δὲν μπορεῖ νὰ ἀλλάξει τὸ γεγονὸς αὐτὸ μὲ τίποτα. Αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ βαθιὰ σημασία τοῦ δόγματος τῆς Χαλκηδόνος, τῆς 4ης Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση, ἡ ἀνθρώπινη φύση δὲν ἦταν ἑνωμένη μὲ τὸ Θεό, καὶ μὲ τὴν πτώση εἰσῆλθε ἡ κατεύθυνση πρὸς τὸ μηδέν, τὸ εἶναι πρὸς θάνατον. Μὲ τὴν ἀνάσταση καὶ τὴν ἀνάληψη, ἡ φύση μας εἶναι ἑνωμένη μὲ τὸν Θεό, ἀτρέπτως ἀδιαιρέτως, ἀσυγχύτως καὶ ἀχωρίστως. Ὁ Χριστὸς δὲν μᾶς σώζει μόνο ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μας, θὰ ἀρκοῦσε ἡ ἁπλὴ συγνώμη του γιὰ αὐτό. Μὰ ἦρθε καὶ νίκησε τὸ θάνατο. Γιατί αὐτὸ εἶναι τελικὰ τὸ πιὸ σημαντικό.
































Μερικοὶ σὰν γνήσιοι ὀπαδοὶ τοῦ Πλάτωνα λένε ὅταν πεθαίνει κανείς: «Πρέπει νὰ χαίρεσαι γιατί ἡ ψυχή του εἶναι κοντὰ στὸ Θεό». Ὅμως τότε τί νόημα ἔχει ἡ ἀνάσταση; Ὄχι! Ὁ θάνατος εἶναι κάτι ποὺ πρέπει νὰ κλάψουμε, μᾶς καλεῖ νὰ κλάψουμε ἡ νεκρώσιμη ἀκολουθία τῆς Ἐκκλησίας.
































Ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ὄχι μόνο εἶναι ἡ ἐγγύηση τῆς ἀνάστασης αὐτῶν ποὺ ἀγαπῶ ἀλλὰ καὶ μιᾶς ἄλλης ποιότητας ζωῆς. Γιατὶ τώρα ἡ ἀνθρώπινη φύση εἶναι γιὰ πάντα ἑνωμένη μὲ τὸν Θεό, ἀχώριστα καὶ ἀσύγχυτα. Εἶναι τὸ ἔσχατο μυστήριο, τὸ μυστήριο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἄλλο νὰ ἀγαπᾶς κάτι, πχ. τὸ σκύλο σου καὶ ἄλλο νὰ γίνεσαι σκύλος. Ἄλλο τὸ συναίσθημα καὶ ἄλλο τὸ νὰ γίνεσαι ἕνα μὲ κάτι. Τὸ ἴδιο ἔκανε ὁ Θεὸς γιὰ μᾶς. Γιατὶ μᾶς ἀγαπᾶ. Μᾶς ἀγαπᾶ χωρὶς κανένα λόγο, καμία ἀναγκαιότητα, οὔτε γιατί τὸ ἀξίζουμε ἡ ὄχι.
































* * *
































Τὸ σῶμα τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ μέλλοντος αὐτῶν ποὺ ἀγαπῶ καὶ τοῦ δικοῦ μου βέβαια. Τέλειο, πέρα ἀπὸ κάθε ἀνάγκη, πάνω ἀπὸ τοὺς νόμους τῆς φύσης, τῆς βαρύτητας τῆς ἀνάγκης κτλ. Ἔτσι θὰ εἶναι καὶ τὸ σῶμα μας, μιὰ τέλεια ὀμορφιὰ μέσα στὸ φῶς τοῦ Θεοῦ.
































Θὰ μοῦ ἔλεγε ὁ φίλος μου ἀπὸ τὴν Κίνα, ὅτι γιὰ μένα δὲν ἔχει σημασία ὁ θάνατος, ἀφοῦ ἐγὼ πιστεύω στὴν μετεμψύχωση. Ὅμως τελικὰ μήπως ἡ μετεμψύχωση δὲν εἶναι ὁ χειρότερος, θάνατος; Γιατὶ μὲ τὴν μετεμψύχωση δὲν μπορῶ νὰ ἀγαπήσω γιὰ πάντα. Πῶς μπορῶ νὰ πῶ σὲ αὐτὴν ποῦ ἀγαπῶ, σὲ ἀγαπῶ γιὰ πάντα; Δὲν μπορῶ νὰ πῶ γιὰ πάντα, γιατὶ σὲ αὐτὴ τὴ ζωὴ σὲ ἀγαπῶ, ἀλλὰ στὴν ἄλλη μετεμψύχωση θὰ ἀγαπῶ μιὰ ἄλλη, ἄλλοτε θὰ εἶμαι ἄνδρας γυναίκα, ζῶο. Συνεπῶς ἡ ποιότητα τῶν σχέσεών μου εἶναι πολὺ χαμηλή.
































Θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι δὲν πειράζει αὐξάνονται οἱ ἐμπειρίες μου, ὡριμάζω μέσα σὲ τόσες μετεμψυχώσεις. Ὅμως ἀκόμα κι ἂν παρακάμψουμε τὸ πρόβλημα τοῦ ποιὸς εἶμαι τελικὰ ἐγώ, τί εἶναι αὐτὸ ποὺ λέει ὅτι εἶμαι ἐγὼ σὲ κάθε μετεμψύχωση, πάλι δὲν παύει νὰ εἶναι φανερὴ ἡ ἔλλειψη τῆς τέλειας ἀγάπης, ἀφοῦ χρησιμοποιῶ τὸν ἄλλο ἔστω γιὰ τὴν τελείωσή μου, ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ ἑνωθῶ μαζί του τελικά. Κι ἂν ἑνωθῶ θὰ ἑνωθῶ περιστασιακά. Πόσο νιώθουν ὅλοι αὐτὸ τὸ βαρὺ καὶ βουβὸ θάνατο στὴν ἀνατολικὴ φιλοσοφία... Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ προσπάθεια γιὰ τὸ σπάσιμο τοῦ ὀδυνηροῦ κύκλου τῆς μετεμψύχωσης. Τὸ σταμάτημα τῶν ζωῶν ποὺ εἶναι θάνατοι. Εἶναι φοβερὸ νὰ ξέρεις ὅτι ἡ ζωὴ εἶναι τελικὰ ἕνας θάνατος. Ὁ Σὰρτρ εἶπε, μᾶς ἔδειξε, πὼς ὁ ἄλλος εἶναι ἡ κόλασή μου, γιατὶ βλέπω σὲ αὐτὸν τὸν περιορισμό μου, ἡ μετεμψύχωσή μου δείχνει πὼς ἡ ἴδια ἡ ζωὴ εἶναι ὁ θάνατος ἀφοῦ τελικὰ δὲν μπορῶ νὰ ἀγαπῶ γιὰ πάντα. Ὅμως ὅταν σπάσει ὁ κύκλος τῶν μετεμψυχώσεων, τί γίνεται; Ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει τὸ πρόσωπο ὑπάρχει μόνο μιὰ γενικὴ κατάσταση ποὺ ὀνομάζεται εὐτυχία. Ὅμως δὲν εἶναι ἀγάπη. Πρῶτα γιατί δὲν ὑπάρχει σάρκα, καὶ ἐγὼ ξέρω ὅτι ἀγαπῶ ἀνθρώπους μὲ σάρκα καὶ μετὰ γιατί δὲν ὑπάρχει Θεὸς συνεπῶς δὲν ὑπάρχει προσωπικὴ ὕπαρξη τέλεια καὶ γιὰ πάντα.
































Ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη, ὄχι μόνο ἔχει ἀγάπη ἀλλὰ εἶναι ἀγάπη. Ἐγὼ μπορεῖ νὰ ἔχω λίγη ἀγάπη ἀλλὰ δὲν εἶμαι ἀγάπη. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη γιατὶ εἶναι κοινωνία τριῶν προσώπων, Πατὴρ Υἱὸς Ἅγιο Πνεῦμα. Ἂν ἕνα πρόσωπο ἀπὸ αὐτὰ δὲν ὑπάρχει δὲν ὑπάρχει Θεός, δὲν ὑπάρχουν καὶ τὰ ἄλλα δύο. Ὅμως ἂν δὲν ὑπάρχει ὁ φίλος μου, ἢ ἂν δὲ μὲ ἀγαπᾶ κάποιος, ἐγὼ θὰ ὑπάρχω. Ὁ Θεὸς μᾶς καλεῖ σὲ αὐτὸ τὸν τρόπο τῆς ὕπαρξης. Τὸ νὰ ὑπάρχουμε στὴν νιρβάνα, εἶναι ἀκόμα τὸ νὰ ὑπάρχουμε μέσα στὸν κτιστὸ κόσμο, χωρὶς τὴν δυνατότητά του νὰ ὑπάρχουμε ἐπειδὴ συνυπάρχουμε ὅπως ὑπάρχει ὁ Θεὸς καὶ ὅπως μᾶς κάνει δῶρο αὐτὸ τὸν μοναδικὸ τρόπο ζωῆς.
































Καὶ ἐπειδὴ δέχομαι αὐτὸ τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ μπορῶ νὰ ἀγαπῶ κάποιον γιὰ πάντα.
































Ὅταν λοιπὸν θὰ στολίζω μὲ λουλούδια τὸν ἐπιτάφιο, τὸ φέρετρο τοῦ Χριστοῦ, καταλαβαίνω ὅτι τὰ λουλούδια δὲν ἔχουν πιὰ τὴν ὀσμὴ τοῦ θανάτου ἀλλὰ τὴν εὐωδία τοῦ παράδεισου. Γιατὶ ἀκόμα κι αὐτά, ὁλόκληρη ἡ κτίση θὰ ζήσει, ἀφοῦ τελικὰ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ φέρει ὅλη τὴν κτίση, ζεῖ μέσα στὴν τελειότητα τοῦ Θεοῦ. Τώρα πιὰ ἀκόμα καὶ ὁλόκληρη ἡ κτίση μπορεῖ νὰ ἐλπίζει. Ὁ Παῦλος ποὺ ἄκουσε τὸ κρυφὸ κλάμα καὶ τὸ στεναγμὸ τῆς κτίσης ὅλης, ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ μεγάλοι δάσκαλοι τῆς Ἀνατολῆς, ποὺ ἀναζητοῦν τὴν τελειότητα στὸ δρόμο τῆς ἁρμονίας τῆς φύσης, - ἁρμονίας ποὺ πρὶν δὲν ὑπῆρχε γιατί πίσω ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ κρύβεται ὁ θάνατος- μόνο τώρα μποροῦν νὰ μοῦ ποῦν γιατὶ τὰ ἄνθη τῆς κερασιᾶς εἶναι ὄμορφα.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!

 Metr. Anthony Bloom
















Ἂν ὑπάρχει ἕνα γεγονὸς τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ τὸ ὁποῖο νὰ χωρεῖ στὴν ἐμπειρία μας αὐτὸ εἶναι ἡ Ἀνάσταση. Ὁλόκληρη ἡ πίστη μας ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση διότι, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, κενὸν ἄρα τὸ κήρυγμα ἡμῶν, κενὴ δὲ καὶ ἡ πίστις ὑμῶν», καὶ τότε «ἐλεεινότεροι πάντων ἀνθρώπων ἐσμὲν» (A΄ Κορ. 15. 14, 19). Ἂν ὁ Χριστὸς δὲν ἔχει ἀναστηθεῖ τότε δὲν εἶναι ὁ Μεσσίας τοῦ κηρύγματός μας, οὔτε Αὐτὸς ποὺ ὁ ἴδιος διακήρυξε τὸν Ἑαυτό Του νὰ εἶναι· στὴν περίπτωση αὐτὴ πιστεύουμε σὲ ἕνα ψέμα καὶ ἡ ζωὴ στὴν ὁποία ἀποβλέπουμε, ἡ ζωὴ ἐκείνη τὴν ὁποία γνωρίζουμε ἐμπειρικὰ μέσα στὶς ψυχές, τὰ σώματα, τὴν ἐκκλησιαστική μας ζωή, δὲν εἶναι παρὰ μία ἀπάτη καὶ ἕνα ψέμα.
















Ἐμεῖς ὅμως γνωρίζουμε ὅτι ἡ Ἀνάσταση εἶναι ἕνα ἀληθινὸ γεγονὸς διότι γνωρίζουμε τὸν ἀναστημένο Χριστό. Δὲν Τὸν γνωρίζουμε ὅπως Τὸν γνώρισαν οἱ ἀπόστολοι, μέσα στὴ σάρκα. Δὲν Τὸν εἴδαμε στὰ χωριὰ τῆς Γαλιλαίας οὔτε στοὺς δρόμους τῆς Ἁγίας Γῆς. Μὲ τὸ πνεῦμα μας ὅμως Τὸν γνωρίζουμε ἀναστημένο καὶ γνωρίζοντάς Τον μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο μποροῦμε νὰ ποῦμε μὲ βεβαιότητα ὅτι Αὐτὸς ὁ ὁποῖος σήμερα ζεῖ ἔχει πράγματι ἀναστηθεῖ ἀπὸ τοὺς νεκρούς.
















Πρὸς τὸ παρὸν ἐξακολουθοῦμε νὰ φωτιζόμαστε ἀπὸ τὴ χαρὰ τοῦ Πάσχα, ὅμως οἱ μέρες περνοῦν: μὲ ποιὸ τρόπο νὰ διατηρήσουμε αὐτὸ τὸ φῶς; Μποροῦμε νὰ τὸ διατηρήσουμε μόνο ἂν δὲ στρεφόμαστε ὁλοένα πρὸς τὰ πίσω γιὰ νὰ ξαναζήσουμε μὲ τὴ σκέψη μας τὴ φωτεινὴ ἐκείνη βραδιὰ ἡ ὁποία ἀποκάλυψε τὴ δόξα τῆς Ἀνάστασης, μποροῦμε νὰ τὸ διατηρήσουμε μόνο ἂν πᾶμε μπροστά, ὄχι μόνοι τώρα ἀλλὰ μαζὶ μὲ τὸν ἀναστημένο Κύριο. Ἔχετε ἀκούσει τὸ Χριστὸ νὰ καλεῖ τοὺς μαθητές Του νὰ ἐπιστρέψουν στὴ Γαλιλαία, ἐκεῖ ὅπου ἄρχισε ἡ Ἄνοιξη τῆς πνευματικῆς τους ζωῆς, ὅπου εἶχαν βρεῖ καὶ ἀναγνωρίσει τὸν Χριστό, ὅπου γιὰ ἐκείνους ἄρχισε ἡ Ζωή. Δὲν εἶναι ὅμως ἀποκλειστικὰ στὴ Γαλιλαία, στὰ βάθη ἐκεῖνα τῆς ψυχῆς τὰ ὁποῖα διατηροῦν τὴ δροσιὰ τῆς πρώτης γνωριμίας καὶ τὴν πρώτη μας ἀγάπη γιὰ τὸν Κύριο ποὺ θὰ Τὸν βροῦμε, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλα μονοπάτια.
















Ὁ Χριστὸς ἔκανε μιᾶς ἡμέρας πορεία πρὸς τὴν Ἐμμαοὺς μαζὶ μὲ δύο μαθητὲς κι ἐκεῖ ἀποκάλυψε τὸν Ἑαυτὸ Του ὄχι μὲ τὸ νὰ ἐμφανιστεῖ ἐξωτερικὰ μπροστὰ σ’ ἐκείνους ποὺ δὲν Τὸν εἶχαν ἀναγνωρίσει· ἀποκάλυψε τὸν Ἑαυτό Του μὲ τὴν κλάση τοῦ ἄρτου, μέσα στὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας καὶ ταυτόχρονα μέσα στὸ μυστήριο τῆς ἀδελφοσύνης ποὺ γεννιέται ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους μὲ τὸ μοίρασμα τοῦ ψωμιοῦ στὸ ἴδιο τραπέζι. Τοὺς ἀποκάλυψε μέσα σὲ μία σύντομη στιγμὴ ὅτι Ἐκεῖνος, ὄντας Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, εἶχε ἐξισώσει τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὸν Ἑαυτό Του μὲ τὸ νὰ γίνει ἄνθρωπος καὶ νὰ ὑψώσει τὸ ἀνθρώπινο γένος μέσα στὸ ἀναστημένο σῶμα Του μέχρι τὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ.
















Εἶναι κι ἄλλα μονοπάτια στὰ ὁποῖα θὰ συναντήσουμε τὸν Χριστό, ὄχι μόνο τὸ μονοπάτι τῆς ἀβεβαιότητας σὰν κι ἐκεῖνο τῶν μαθητῶν τῆς Ἐμμαούς, ὄχι μόνο τὸ μονοπάτι τῆς ἐλπίδας καὶ τῆς ἀναμονῆς τῶν ἕντεκα ποὺ εἶχαν ἐπιστρέψει στὴ Γαλιλαία, ἀλλὰ καὶ τὸ μονοπάτι τῆς ἀντίστασης, τοῦ ἀνταγωνισμοῦ, τῆς ἀνταρσίας, σὰν κι ἐκεῖνο τοῦ ἀποστόλου Παύλου ποὺ βρῆκε τὸν Χριστὸ στὸ δρόμο του πρὸς τὴ Δαμασκὸ ὅπου πήγαινε σὰν διώκτης γιὰ νὰ φέρει θάνατο καὶ καταστροφὴ στοὺς ὀπαδοὺς τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι λοιπὸν δυνατὸ νὰ συναντήσουμε τὸν Χριστὸ ὁποιοδήποτε δρόμο καὶ ἂν ἀκολουθήσουμε. Ὅπου καὶ ἂν ὁδηγήσει ὁ δρόμος μας ἂς κοιτάξουμε προσεκτικὰ τὸ πρόσωπο ποὺ περπατεῖ πλάι μας· μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ Χριστὸς σὲ κρυμμένη μορφή, ἕτοιμος νὰ μᾶς ἀποκαλύψει τὸ μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπινού μας πεπρωμένου μὲ τὴν ἀδελφικὴ καὶ ἁπλὴ ἀγάπη.
















Ἂς μὴν κοιτάζουμε λοιπὸν συνεχῶς πίσω σ’ ἐκείνη τὴ φεγγοβόλα, θριαμβευτική, χαρούμενη νύχτα κατὰ τὴν ὁποία μᾶς φανερώθηκε ἡ ἀλήθεια τῆς Ἀνάστασης. Ἡ ἀλήθεια αὐτὴ ἐξακολουθεῖ νὰ ζεῖ ἀνάμεσά μας, τὸ φῶς δὲν ἔχει σβηστεῖ, δὲν ἔχει λιγοστέψει, μόνο ποὺ τώρα ἀντὶ νὰ φέγγει μὲ τὴ λάμψη τῆς νύχτας τοῦ Πάσχα φέγγει σὰν τὸ «ἱλαρὸν φῶς», «τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὅ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον» (Ἰω. 1, 9). Ἂς περπατήσουμε μέσα σ’ αὐτὸ τὸ φῶς, ἂς ζήσουμε μὲ τὴν καθοδήγησή του, ἂς εἴμαστε «τέκνα φωτός», καὶ τότε ὁ Χριστὸς ποτὲ δὲν θὰ φύγει μακριά μας, ἡ Ἀνάσταση θὰ ζεῖ στὶς ψυχές μας καὶ ἡ αἰώνια εὐφροσύνη σ’ ὁλόκληρο τὸ εἶναι μας.
















Ἀπό τό βιβλίο: «Ἡμέρα Κυρίου»,
















Ἐκδόσεις Ἀκρίτας