Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

Παράκληση στον Αγιο Απόστολο τον νεομάρτυρα εκ Πηλίου


 

ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ ΣΤΟΝ ΟΣΙΟ ΙΩΣΗΦ ΤΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗ

 


Μπροστά στον Θεό κανείς μας δεν στέκεται ως πιστωτής. Όλοι στεκόμαστε ως οφειλέτες στους οποίους χαρίστηκε το ανεξόφλητο

 Η παραβολή του κακού δούλου[ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ ΜΑΤΘΑΙΟΥ]



Το Ευαγγέλιο της αυριανής Κυριακής αρχίζει σαν λογιστήριο.

Ένας βασιλιάς, ένας δούλος, ένα χρέος, ένας λογαριασμός που πρέπει να κλείσει. «Ἠθέλησε συνᾶραι λόγον μετά τῶν δούλων αὐτοῦ». Θα μπορούσε σχεδόν να είναι η περιγραφή ενός κόσμου απολύτως οικείου: ό,τι οφείλεται πρέπει να αποδοθεί, κάθε χρέος απαιτεί τον οφειλέτη του και κάθε λογαριασμός αναμένει την εξόφλησή του.


Μόνο που ο Χριστός εισάγει μέσα σε αυτή την άψογη οικονομία της ανταπόδοσης κάτι που την καταστρέφει εκ θεμελίων: τη χάρη. Ο δούλος χρωστά δέκα χιλιάδες τάλαντα, ένα ποσό τόσο υπερβολικό ώστε παύει ουσιαστικά να είναι ποσό και γίνεται εικόνα του ανεξόφλητου. Ζητά χρόνο. Ο κύριος δεν του δίνει χρόνο. Του χαρίζει το χρέος. Και από εκείνη τη στιγμή η παραβολή παύει να αφορά τα χρήματα. Αφορά έναν άνθρωπο που σώθηκε από τη λογική του λογαριασμού και, λίγα βήματα αργότερα, αποφάσισε να ξαναζήσει μέσα σε αυτήν.


Η υπερβολή του Χριστού είναι εσκεμμένη: «ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων».

 Τα μύρια είναι ο μεγαλύτερος συνηθισμένος αριθμητικός προσδιορισμός και το τάλαντο τεράστια χρηματική μονάδα. Ο Χριστός δεν περιγράφει ένα δυσβάστακτο χρέος. Κατασκευάζει αφηγηματικά το αδύνατον της εξόφλησης. Κι όμως ο δούλος λέει: «μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοί καί πάντα σοι ἀποδώσω». Εδώ βρίσκεται η πρώτη του πλάνη. Νομίζει ακόμη ότι χρειάζεται απλώς περισσότερο χρόνο. Δεν έχει καταλάβει ότι το πρόβλημα δεν είναι η προθεσμία αλλά η ίδια η αδυναμία της αποπληρωμής. Υπόσχεται να εξοφλήσει το ανεξόφλητο, επειδή εξακολουθεί να φαντάζεται τον εαυτό του ως υποκείμενο ικανό να αποκαταστήσει μόνο του τον λογαριασμό της υπάρξεώς του. Ο κύριος όμως δεν του δίνει παράταση. Κάνει κάτι ασύγκριτα μεγαλύτερο: «τό δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ». Δεν μεταθέτει την ημερομηνία της πληρωμής. Καταργεί το χρέος. Αυτό είναι το σκάνδαλο της χάριτος. Ο Θεός δεν προσφέρει στον άνθρωπο καλύτερους όρους αποπληρωμής της σωτηρίας του. Διαγράφει εκείνο που ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε ποτέ να εξοφλήσει. Η σωτηρία αρχίζει ακριβώς εκεί όπου καταρρέει η τελευταία μας φαντασίωση ότι μπορούμε να τη χρηματοδοτήσουμε με την αρετή μας.


Και αμέσως έρχεται το φοβερό «ἐξελθών». Ο δούλος βγαίνει από την παρουσία του κυρίου έχοντας μόλις δεχθεί το αδιανόητο και συναντά έναν σύνδουλο που του οφείλει εκατό δηνάρια. Η διαφορά των ποσών είναι σχεδόν κωμική, αν η συνέχεια δεν ήταν τόσο βίαιη. «Κρατήσας αὐτόν ἔπνιγε». Τα χέρια που πριν από λίγο ήταν απλωμένα σε ικεσία γίνονται χέρια επάνω στον λαιμό του άλλου. Και ο σύνδουλος επαναλαμβάνει σχεδόν κατά λέξη την ίδια παράκληση: «μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοί». Ο πρώτος δούλος ακούει τώρα από το στόμα του άλλου τα ίδια λόγια με τα οποία είχε ζητήσει τη δική του σωτηρία και δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα σε αυτά. Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της παραβολής. Μπορούμε να επιθυμούμε για τον εαυτό μας έναν Θεό ελέους και για τον άλλον έναν Θεό λογιστή. Να ζητούμε για εμάς επιείκεια, χρόνο, κατανόηση, μια δεύτερη αρχή, και για τον άλλον την ακρίβεια του νόμου. Το αντίθετο της συγχώρησης δεν είναι απλώς η εκδικητικότητα. Είναι η λήθη της δικής μας θέσεως. Ο άνθρωπος γίνεται αμείλικτος όταν ξεχνά ότι και ο ίδιος εξακολουθεί να υπάρχει μέσα σε μια δωρεά που ποτέ δεν μπόρεσε να απαιτήσει ως δικαίωμα.


Γι’ αυτό η συγχώρηση στο Ευαγγέλιο δεν είναι συναισθηματική συμφιλίωση ούτε η ευγενική απόφαση του ισχυρού να φανεί ανώτερος από εκείνον που τον πλήγωσε. Πολύ λιγότερο σημαίνει ότι το κακό παύει να είναι κακό, ότι η αδικία δεν πρέπει να ονομαστεί ή ότι το τραύμα εξαφανίζεται κατ’ εντολήν. Η χριστιανική συγχώρηση αρχίζει από την παραίτηση από την αξίωση να κρατώ τον άλλον αιώνια ταυτισμένο με το χρέος του απέναντί μου. Να μη θεωρώ ότι επειδή με πλήγωσε απέκτησα επάνω του ένα δικαίωμα χωρίς ημερομηνία λήξεως. Γιατί μέσα στην αδικία που έχουμε υποστεί μπορεί να εγκατασταθεί μια σκοτεινή απόλαυση: η θέση του αδικημένου μάς προσφέρει μια αθωότητα που δεν θέλουμε εύκολα να εγκαταλείψουμε. 


Κάποτε δεν επιθυμούμε πραγματικά να εξοφληθεί το χρέος του άλλου, επειδή τότε θα χάναμε μαζί με το χρέος και την ταυτότητα που οικοδομήσαμε γύρω από αυτό. Χρειαζόμαστε τον ένοχο να παραμένει ένοχος για να εξακολουθούμε εμείς να υπάρχουμε ως εκείνοι στους οποίους οφείλεται κάτι. Έτσι επαναλαμβάνουμε εσωτερικά τη δίκη, διατηρούμε τον άλλο καθηλωμένο στη στιγμή της πτώσης του και τον εαυτό μας στη θέση του δικαστή. Το «ἀφίημι», όμως, σημαίνει αφήνω, αποδεσμεύω, παύω να κρατώ. Και κάποτε το δυσκολότερο πράγμα που καλείται να αφήσει ο άνθρωπος δεν είναι το τραύμα του, αλλά το δικαίωμα που νόμισε ότι του παραχώρησε το τραύμα να κρατά για πάντα τον άλλον ένοχο.


Αυτό εξηγεί και τη σκληρότητα του τέλους: «παρέδωκεν αὐτόν τοῖς βασανισταῖς». Δεν έχουμε εδώ έναν Θεό που ξαφνικά ανακαλεί εκδικητικά τη φιλανθρωπία Του. Η παραβολή αποκαλύπτει την εσωτερική αντίφαση ενός ανθρώπου που θέλησε να κατοικήσει σε έναν κόσμο όπου το δικό του χρέος διαγράφεται, ενώ τα χρέη των άλλων παραμένουν απαράγραπτα. Ένας τέτοιος κόσμος δεν μπορεί να γίνει Βασιλεία. Γίνεται φυλακή. Και ο πρώτος φυλακισμένος είναι εκείνος που κρατά τα κλειδιά. Ο άνθρωπος που δεν συγχωρεί νομίζει ότι κρατά αιχμάλωτο τον ένοχο μέσα στην καταδίκη του, ενώ στην πραγματικότητα έχει δέσει τη δική του ζωή επάνω στην πράξη του άλλου. Περιμένει ακόμη μια εξόφληση που μπορεί να μην έρθει ποτέ, μια συγγνώμη που μπορεί να μη δοθεί, μια αποκατάσταση που ενδέχεται να είναι αδύνατη. Έτσι ο άνθρωπος που κάποτε τον πλήγωσε εξακολουθεί, ακόμη και απών, να ορίζει τον χρόνο του. Το παρελθόν δεν έχει περάσει, επειδή του παραχωρούμε διαρκώς το δικαίωμα να αποφασίζει για το παρόν. Οι «βασανισταί» δεν χρειάζεται τότε να έρθουν απ’ έξω. Είναι η ίδια η αιχμαλωσία μέσα στον ανεξόφλητο λογαριασμό της πληγής.


Και γι’ αυτό ο Χριστός τελειώνει με τις λέξεις που καθιστούν αδύνατη κάθε εύκολη ευσέβεια: «ἐάν μή ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπό τῶν καρδιῶν ὑμῶν». Από την καρδιά. Όχι επειδή η συγχώρηση απαιτεί να αισθανθούμε ξαφνικά τρυφερότητα για εκείνον που μας συνέτριψε, αλλά επειδή εκεί ακριβώς φυλάσσουμε τα μυστικά μας κατάστιχα: ποιος μας χρωστά, ποιος μας αδίκησε, ποιος δεν μας αναγνώρισε, ποιος δεν επέστρεψε όσα δώσαμε, ποιος έγινε διαφορετικός από εκείνον που περιμέναμε. Και κάθε φορά που λέμε «ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν», το Ευαγγέλιο τοποθετεί δίπλα μας το πρόσωπο του οποίου το όνομα θα προτιμούσαμε να εξαιρέσουμε από την προσευχή. Εκεί κρίνεται αν πιστεύουμε πράγματι στη χάρη ή αν τη δεχόμαστε μόνο όταν κατευθύνεται προς εμάς.


Μπροστά στον Θεό κανείς μας δεν στέκεται ως πιστωτής.

Όλοι στεκόμαστε ως οφειλέτες στους οποίους χαρίστηκε το ανεξόφλητο. Και μπορεί τελικά να μη μας χωρίζει από τον Θεό το χρέος μας, αλλά η άρνησή μας να δεχθούμε ότι ο άλλος μπορεί κάποτε να πάψει να μας χρωστά.

Manos Lambrakis

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

  Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου




Ομιλία εις την Παραβολήν του τα μύρια τάλαντα οφείλοντος και τα εκατό δηνάρια απαιτούντος




Ωσάν να έχω επιστρέψει κοντά σας από μακρινό ταξίδι έτσι αισθάνομαι σήμερα· διότι γι΄ αυτούς πού αγαπούν, όταν δεν μπορούν νά ευρίσκονται μαζί με τους αγαπωμένους δεν έχουν κανένα όφελος, έστω και αν μένουν σε γειτονική οικία. Για αυτό και εγώ, μολονότι δεν απομακρύνθηκα από την πόλη, δεν αισθάνομαι καλλίτερα από όσον εάν απουσίαζα, επειδή τον τελευταίον καιρό δεν κατέστη δυνατόν να σας ομιλήσω.




Συγχωρήστε με όμως, η σιωπή δεν ωφείλετο σε ραθυμία, αλλά σε ασθένεια. Εσείς τώρα χαίρεσθε, επειδή απαλλάχθηκα από την αρρώστια, κι εγώ επειδή απήλαυσα την αγάπη σας. Διότι και όταν ασθενούσα, οδυνηρότερον από την αρρώστια μου ήταν το ότι δεν ημπορούσα να μετέχω στην αγαπημένη αυτή σύναξη· και τώρα που έγινα καλά, πιο ποθητό μου έγινε το να απολαμβάνω άνετα την αγάπη σας. Διότι ο πυρετός του σώματος δεν κατακαίει τόσο τους ασυενείς, όσο κατακαίει τις ιδικές μας ψυχές ο αποχωρισμός από τους αγαπημένους μας· και όπως εκείνοι επιζητούν φιάλες και ποτήρια και κρύα νερά, έτσι αυτοί επιζητούν τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Αυτά τα γνωρίζουν καλά όσοι έχουν συνηθίσει να αγαπούν...




Μη δυσανασχετήσετε όμως για το μήκος αυτών που πρόκειται να λεχθούν· διότι θέλω να σας διδάξω κάποια θαυμαστή κιθαρωδία, μεταχειριζόμενος όχι λύραν άψυχον, αλλά τείνοντας αντί χορδών τις ιστορίες των Γραφών και τις εντολές του Θεού.




Και όπως στην περίπτωση της κιθάρας δεν αρκεί μόνον μια χορδή για να προκληθεί μελωδία, αλλά πρέπει όλες να κτυπηθούν με τον ρυθμό που ταιριάζει, έτσι και στην περίπτωση της ψυχικής αρετής δεν αρκεί για την σωτηρία μας μόνον ένας νόμος, αλλά πρέπει να τους τηρούμε όλους με ακρίβεια, εάν βέβαια έχομε διάθεση να επιτύχουμε πραγματική μελωδία.




Έμαθε το στόμα σου να μην ορκίζεται; έχει ασκηθεί η γλώσσα σου να λέγει σε κάθε περίσταση «ναι» και «ου»; Ας μάθη να αποφεύγει και κάθε κακολογία και να δείχνει περισσότερο ενδιαφέρον γι΄ αυτή την εντολή, επειδή χρειάζεται και περισσότερο ενδιαφέρον γι΄ αυτή την εντολή, επειδή χρειάζεται και περισσότερο κόπο εκ μέρους μας. και αυτό διότι εκεί είχε να νικήσει απλώς μία συνήθεια, ενώ στην περίπτωση της οργής χρείαζεται μεγαλύτερο αγώνα, επειδή αυτό είναι πάθος τυραννικό και πολλές φορές παρασύρει όσους δεν έχουν νίψη και τούς γκρεμίζει στο βάραθρο της απώλειας.




Πού λοιπόν ομίλησε ο Κύριος για την οργή και την μνησικακία; Και σε πολλά άλλα σημεία, αλλά ιδιαιτέρως στην παραβολή αυτή που είπε στους μαθητές, αρχίζοντας κάπως έτσι: « Δια τούτο ωμοιώθη η Βασιλεία των Ουρανών ανθρώπω βασιλεί, ός ηθέλησε συνάραι λόγον ( να λογαριασθεί) μετά των δούλων αυτού. Αρξαμένου δέ αυτού συναίρειν προσηνέχθη αυτώ είς οφειλέτης μυρίων ταλάντων...»· πρέπει όμως να πούμε για ποιό λόγο άρχισε με την αιτιολογία· πράγματι δεν είπε απλώς «ωμοιώθη η βασιλεία των ουρανών» αλλά «δια τούτο ωμοιώθη η βασιλεία των ουρανών». Για ποιό λόγο λοιπόν προηγείται η αιτία; Στους μαθητές του μιλούσε περί ανεξικακίας και τους δίδασκε ότι πρέπει να συγκρατούμε την οργή και να μην δίδουμε πολλή σημασία στις αδικίες που μας γίνονται από άλλους, λέγοντας έτσι: «εάν αμάρτη είς σε ο αδελφός σου, ύπαγε και έλεγξον αυτόν μεταξύ σου καί αυτού μόνου· εάν σου ακούση, εκέρδησας τόν αδελφόν σου».




Αυτά και άλλα παρόμοια έλεγε ο Χριστός στους μαθητές και τους δίδασκε να φιλοσοφούν τα πράγματα, όταν ο Πέτρος, ο κορυφαίος του χορού των Αποστόλων, το στόμα των μαθητών, ο στύλος της Εκκλησίας, το στερέωμα της πίστεως, το θεμέλιο της ομολογίας, ο αλιεύς της οικουμένης, αυτός που ανέβασε το γένος μας από το βυθό της πλάνης στον ουρανό, ο πάντοτε θερμός και γεμάτος από παρρησία, ή μάλλον από αγάπη και όχι από παρρησία, ενώ όλοι σιωπούσα προσήλθε στον διδάσκαλο και λέγει: «ποσάκις αμαρτήσει εις εμέ ο αδελφός μου και αφήσω αυτώ; έως επτάκις;». Ερωτά μαζί και υπόσχεται, και πριν μάθει εκδηλώνει την φιλοτιμία του. Διότι γνωρίζοντας σαφώς την διάθεση του διδασκάλου, ότι πάντα ρέπει προς φιλανθρωπία, και μάλιστα ότι χαρίζεται πιο πολύ σ΄ αυτόν πού περισσότερο από τους άλλους παραβλέπει τα αμαρτήματα των συνανθρώπων του και δεν τα εξετάζει με κακή διάθεση, θέλοντας να αρέσει στο νομοθέτη, λέγει, «έως επτάκις;».




Έπειτα για να μάθεις τι είναι ο άνθρωπος και τι ο Θεός και πως η γενναιοδωρία του ανθρώπου, όπου και αν φθάσει, συγκρινόμενη με τον πλούτο του Θεού είναι πιο ασήμαντη από κάθε πτωχεία, και ότι όσον απέχει μία σταγόνα από το απέραντο πέλαγος, τόσον απέχει η ιδική μας αγαθότητα από την ανέκφραστο φιλανθρωπία του Θεού, όταν ο Πέτρος είπε «έως επτάκις» και νόμισε πώς έδειξε μεγάλη φιλοτιμία και γενναιοδωρία, άκουσε τι του λέγει: «ου λέγω σοι, έως επτάκις, αλλ' έως εβδομηκοντάκις επτά»· μερικοί νομίζουν ότι εννοούσε εβδομήντα επτά φορές, δεν είναι όμως τόσες, αλλά παρ' ολίγον πεντακόσιες· διότι εβδομήντα φορές το επτά είναι τετρακόσια ενενήντα.




Και μη νομίσεις ότι είναι δύσκολη η προσταγή, αγαπητέ. Επειδή εάν συγχωρήσεις μία και δύο φορές την ημέρα αυτόν πού αμάρτησε, και αν ακόμη είναι σκληρός σαν πέτρα, και αν ακόμη αυτός που σε λύπησε είναι αγριότερος από τους δαίμονες, δεν θα είναι τόσον αναίσθητος ώστε να πέσει πάλι στα ίδια, όμως από την συχνότητα της συγχωρήσεως θα συνετισθεί και θα γίνει καλύτερος και πιο επιεικής. Και συ πάλιν, εάν είσαι προετοιμασμένος να περιφρονείς τόσες φορές τα αμαρτήματα πού γίνονται εναντίον σου, αφού εξασκηθείς από την πρώτη και δεύτερη και τρίτη συγχώρηση, δεν θα σου είναι κοπιαστική πλέον αυτή η φιλοσοφία, αφού μια για πάντα εκπαιδεύθηκες από την συχνότητα της συγχωρήσεως να μη βλάπτεσαι καθόλου από τα αμαρτήματα του πλησίον σου.




Μόλις τα άκουσε αυτά ο Πέτρος έμεινε εμβρόντητος, επειδή φρόντιζε όχι μόνο για τον εαυτό του αλλά και για εκείνους που ο Κύριος επρόκειτο να του εμπιστευθεί. Για να μη κάνει λοιπόν το ίδιο πού είχε κάνει και σε άλλες εντολές, του απέκλεισε προκαταβολικώς κάθε ερώτηση. Και τι έκανε στις άλλες εντολές; Αν κάποτε πρόσταζε ο Χριστός κάτι που φαινόταν δύσκολο, έσπευδε και ρωτούσε πριν από τους άλλους να μάθει περί της εντολής. Πράγματι, όταν πλησίασε ο πλούσιος και τον ρώτησε περί της αιωνίου ζωής και έμαθε πως αποκτάται η τελειότητα, «απήλθε λυπούμενος» εξ αιτίας των χρημάτων, ο δε Χριστός είπε «ευκοπώτεροόν έστι κάμηλον διά τρυμαλιάς ραφίφος διελθείν, η πλούσιον εις τήν βασιλείαν των ουρανών εισελθείν». Τότε ο Πέτρος, αν και είχε απογυμνώσει τον εαυτό του από όλα και δεν του είχε μείνει πλέον ούτε αγκίστρι, αφού είχε εγκαταλείψει και την τέχνη και το πλοιάριό του, παρ' όλα ταύτα πλησίασε τον Χριστό και τον ρώτησε: «Και τις δύναται σωθήναι»;




Πρόσεχε την μετριοφροσύνη αλλά και τη θέρμη του μαθητού· διότι δεν είπε «αδύνατα πράγματα προστάζεις, δύσκολη η προσταγή, φοβερός ο νόμος», ούτε σιώπησε, αλλά έδειξε και τη στοργή του για τούς άλλους, και συγχρόνως απένειμε την οφειλομένη τιμή προς το διδάσκαλο, λέγοντας· «Και τίς δύναται σωθήναι»; Ενώ ακόμη δεν είχε γίνει ποιμένας, είχε ψυχή ποιμένος, και ενώ ακόμη δεν του είχε ανατεθεί η εξουσία έδειχνε την μέριμνα πού αρμόζει σε άρχοντα, φροντίζοντας για ολόκληρη την οικουμένη. Εάν ήταν πλούσιος και διέθετε πολλά χρήματα, ίσως θα έλεγε κάποιος ότι έκαμνε την ερώτηση αυτή μεριμνώντας όχι για τούς άλλους αλλά για τον εαυτόν του και φροντίζοντας για τα ιδικά του. Τώρα όμως η πενία του τον απαλλάσσει από αυτήν την υποψία, και αποδεικνύει ότι μεριμνούσε και ήθελε να μάθει την οδό της σωτηρίας από ενδιαφέρον για την σωτηρία των άλλων. Γι' αυτό και ο Χριστός ενθαρρύνοντας τον του είπε: «τα αδύνατα παρ' ανθρώποις, παρά τω Θεω δυνατά έστι». Μη νομίσεις, ότι εγκαταλείπεσθε έρημοι· εγώ συμπαρίσταμαι στην προσπάθεια σας αυτήν και κάνω τα ακατόρθωτα κατορθωτά και μάλιστα εύκολα. Όταν πάλιν ο Χριστός ομιλούσε για το γάμο και τη γυναίκα και έλεγε «ο απολύων γυναίκα παρεκτός λόγου πορνείας, ποιεί αυτήν μοιχάσθαι» και συνεβούλευε να υπομένει κανείς κάθε κακία της γυναικός εκτός μόνον από την πορνεία, ο Πέτρος, ενώ οι άλλοι σιωπούσαν, πλησίασε τον Χριστό και του είπε: «ει ούτος έστιν η αιτία (σχέσις) του ανθρώπου μετά της γυναικός, ου συμφέρει γαμήσαι (νά έλθη κανείς σέ γάμο)». Πρόσεχε και εδώ πως και τη τιμή πού αρμόζει σε διδάσκαλο απέδωσε, και για τη σωτηρία των άλλων φρόντισε, χωρίς και εδώ να μεριμνά για τον εαυτό του. Για να μην ειπεί λοιπόν και τώρα κάτι παρόμοιο, ανέτρεψε με την παραβολή εκ των προτέρων την αντίρρησή του. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίον ο Ευαγγελιστής είπε: «διά τούτο ωμοιώθη η βασιλεία των ουρανών ανθρώπω βασιλεί, ός ηθέλησε συνάραι λόγον μετά των δούλων αυτού», δείχνοντας ότι γι’ αυτό λέγει την παραβολήν αυτή, για να μάθεις ότι και αν « εβδομηκοντάκις επτά» την ημέρα συγχωρείς στον αδελφό σου τα αμαρτήματά του, δεν έκαμες ακόμη τίποτε μεγάλο, αλλά υστερείς πολύ, απερίγραπτα από την φιλανθρωπία του Κυρίου καί δέν δίδεις τόσον όσο λαμβάνεις.




Ας ακούσουμε λοιπόν με προσοχή την παραβολή· διότι αν και φαίνεται πώς από μόνη τής είναι σαφής, έχει όμως κρυμμένο μέσα της και κάποιον ανέκφραστο θησαυρό νοημάτων. « Ωμοιώθη η βασιλεία των ουρανών ανθρώπω βασλεί, όστις ηθέλησε συνάραι λόγον μετά τών δούλων αυτού». Μή προσπεράσεις επιπόλαια την φράση, αλλά ανάπτυξε παρακαλώ το δικαστήριο εκείνο και, εισερχόμενος στη συνείδησή σου, αναλογίσου όσα έχεις πράξει σε όλη σου την ζωή· και όταν ακούσης ότι λογαριάζεται με τούς δούλους του, να σκεφθείς ότι εννοεί και βασιλείς, και στρατηγούς, και επάρχους, και πλουσίους και πτωχούς, και δούλους και ελευθέρους: « Πάντας γάρ ημάς φανερωθήναι δει έμπροσθεν του βήματος του Χριστού»... Βάλε με τον νου σου πως θα είναι τότε το δικαστήριο, αναλογίσου όλα τα αμαρτήματα που έχεις κάμει. Και αν μάλιστα εσύ λησμονήσεις όσα επλημμέλησες, ο Θεός δε θα τα λησμονήσει ποτέ, αλλά θά τά στήση όλα ενώπιον των οφθαλμών μας, εάν δεν προλάβομε να τα εξαλείψομε τώρα με μετάνοια και εξομολόγηση και με το να μη μνησικακούμε ποτέ προς τους συνανθρώπους μας. Για ποιό λόγο όμως κάμει το λογοθέσιον; Όχι επειδή ο ίδιος αγνοεί (πως θα αγνοούσε αυτός πού γνωρίζει τά πάντα πρίν γίνουν;), αλλά για να πείσει εσέ τον δούλο του ότι δικαίως οφείλεις αυτό πού οφείλεις. Ή καλλίτερα όχι μόνον για να μάθεις, αλλά και για να καθαριστείς τελείως· επειδή και τον προφήτη γι’ αυτό τον πρόσταξε να λέγει τα αμαρτήματα των Ιουδαίων: Διότι λέγει «λέγε τάς ανομίας αυτών τω οίκω Ιακώβ καί τάς αμαρτίας αυτών τω οίκω Ισραήλ» όχι μόνον για να ακούσουν, αλλά για να διορθωθούν.




«Αρξαμένου δέ αυτού συναίρειν, προσηνέχθη αυτω ειε οφειλέτης μυρίων ταλάντων». Άραγε πόσα του είχε εμπιστευθεί, αφού κατέφαγε τόσα πολλά; Μεγάλος ο όγκος του χρέους· και δεν ήταν μόνον αυτό το φοβερό, αλλά το ότι τον έφεραν και πρώτο στον Κύριο του. Επειδή εάν μεν τον έφερναν ύστερα από πολλούς άλλους πού φάνηκαν ευγνώμονες, δεν θα ήταν τόσο θαυμαστό το να μη εξοργισθεί ο Κύριος, επειδή η ευγνωμοσύνη των προηγουμένων θα τον είχε κάνει ημερότερο προς τούς αγνώμονες που ηκολούθησαν· το να φανεί όμως αχάριστος αυτός πού εισήλθε πρώτος και μολονότι φάνηκε τόσο αγνώμων να αντιμετωπιστεί με τόση φιλανθρωπία από τον Κύριο τού, αυτό είναι το ιδιαιτέρως θαυμαστό και παράδοξο.




Οι άνθρωποι λοιπόν, όταν εύρουν τούς οφειλέτες τους, χαίρονται σαν να ευρήκαν κυνήγι και θήραμα και κάνουν τα πάντα για να απαιτήσουν όλο το χρέος. Και αν δε το κατορθώσουν εξ’ αιτίας της πτωχείας των οφειλετών, εκδηλώνουν την οργή τους για τα χρήματα στο ταλαίπωρο σώμα των δυστυχών εκείνων, βασανίζοντας και κτυπώντας και προξενώντας σ’ αυτό μύρια κακά. Ο Θεός όμως αντιθέτως, επενόησε και μετεχειρίσθη όλα τα μέσα για να τον απαλλάξει από τα χρέη. Διότι σε μάς, ο πλούτος είναι το να απαιτήσομε τα οφειλόμενα, ενώ για το Θεό, είναι πλούτος το να συγχωρήσει. Εμείς, όταν λάβομε τα οφειλόμενα, τότε γινόμεθα ευπορώτεροι· ενώ ο Θεός όταν συγχωρήσει τα αμαρτήματα, τότε κυρίως πλουτίζει. Επειδή πλούτος του θεού είναι η σωτηρία των ανθρώπων, όπως λέγει ο Παύλος: «ο πλουτών είς πάντας, καί επί πάντας τούς επικαλουμένους αυτόν».




Αλλά ίσως κάποιος ειπεί: και πως αυτός που θέλει να χαρίσει και να συγχωρήσει τα ανομήματα διέταξε να τον πωλήσουν; Αυτό ακριβώς είναι πού φανερώνει πάρα πολύ την φιλανθρωπία του. Όμως ας μη βιαζόμεθα, αλλά ας προχωρούμε με την σειρά στην διήγηση τής παραβολής: « Μη έχοντος δε αυτού αποδούναι» λέγει. Τι σημαίνει «μη έχοντος αυτού αποδούναι». Πάλιν επίτασιν αγνωμοσύνης· επειδή όταν λέγει ότι δεν ημπορούσε να τα επιστρέψει, δεν εννοεί τίποτε άλλο παρά ότι ήταν στερημένος κατορθωμάτων και δεν είχε κανένα έργον αγαθόν, για να λογαριασθεί στην απαλλαγή των αμαρτημάτων του. Διότι λογαριάζονται, οπωσδήποτε λογαριάζονται τα κατορθώματα για την απαλλαγή των αμαρτημάτων μας, όπως και η πίστη λογαριάζεται για δικαιοσύνη. « Τω γάρ μή εργαζομένω, πιστεύοντι δέ επί τόν (Θεόν τόν) δικαιούντα τόν ασεβή, λογίζεται η πίστις αυτού είς δικαιοσύνην». Και τι λέγω για πίστη και κατορθώματα, αφού και οι θλίψεις μας λογαριάζονται για την εξάλειψη των αμαρτημάτων; Και αυτό το φανερώνει ο Χριστός με την παραβολή του Λαζάρου, παρουσιάζοντας τον Αβραάμ να λέγει προς τον πλούσιο, ότι ο Λάζαρος απήλαυσε στην ζωή τού τα κακά και γι’ αυτό εδώ ηύρε παρηγορία. Το φανερώνει και ο Παύλος γράφοντας στους Κορινθίους για εκείνο που πόρνευσε, προς τούς οποίους λέγει τα εξής: «παράδοτε τον τοιούτον τω σατανά εις όλεθρον τής σαρκός, ίνα τό πνεύμα σωθή». Καί άλλους επίσης πού ημάρτησαν τούς παρηγορεί λέγοντας «διά τούτο εν υμίν πολλοί ασθενείς καί άρρωστοι (ελαφρά καί βαρειά) καί κοιμώνται ικανοί. Ει γάρ εαυτούς εκρίνομεν, ουκ άν εκρινόμεθα· κρινόμενοι δέ υπό Κυρίου, παιδευόμεθα, ίνα μή σύν τω κόσμω κατακριθώμεν». Εάν δηλαδή κρίναμε εμείς τους εαυτούς μας, δεν θα εκρινόμεθα· γι’αυτό κρινόμενοι από τον Κύριο παιδευόμεθα (εδώ), για να μη καταδικασθούμε μαζί με τον κόσμο. Και εάν ο πειρασμός και η νόσος και η ασθένεια και ο αφανισμός του σώματος, τα οποία υπομένουμε ακουσίως, χωρίς να τα δημιουργούμε εμείς οι ίδιοι, μας λογαριάζονται στην εξάλειψη της αμαρτίας, πολύ περισσότερο τα κατορθώματα, τα οποία πραγματοποιούμε εκουσίως και με την ιδική μας προσπάθεια.




Αυτός όμως και στερημένος από κάθε αγαθόν ήταν, και αφόρητο φορτίο αμαρτημάτων είχε· γι’ αυτό λέγει «μη έχοντος αυτού αποδούναι, εκέλευσεν αυτόν πραθήναι»· αυτό μας φανερώνει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο την φιλανθρωπία του Δεσπότου, ότι και τον κάλεσε να λογοδοτήσει και να πωληθεί διέταξε. Επειδή και τα δύο τα έκαμε ώστε αυτός να μη πωληθεί. Από πού γίνεται αυτό φανερό; Από το τέλος· διότι αν ήθελε να πωληθεί αυτός, ποίος του το απαγόρευε; ποίος τον εμπόδιζε;




Γιατί λοιπόν διέταξε να πωληθεί, αφού δεν επρόκειτο να το κάνει; Με την απειλή του αύξησε το φόβο για να τον παρακινήσει σε ικεσία· τον παρεκίνησε δε σε ικεσία, για να λάβει από αυτό αφορμή συγχωρήσεως. Βεβαίως ημπορούσε και πριν από την παράκληση να τον απαλλάξει από το χρέος, αλλά δεν το έπραξε για να μη πέσει σε χειρότερα. Ημπορούσε και πριν από το λογοθέσιο να δώσει τη συγχώρηση, αλλά για να μη γίνει απανθρωπότερος και ωμότερος προς τους συνανθρώπους του αγνοώντας το πλήθος των αμαρτημάτων του, γι’αυτό τον βοήθησε πρώτα να συνειδητοποιήσει το μέγεθος του χρέους του, και τότε του το χάρισε όλο. Διότι εάν αφού πρώτα έγινε η λογοδοσία και απεκαλύφθη το χρέος και άκουσε την απειλή, και έγινε φανερά η καταδίκη της οποίας ήταν άξιος, φάνηκε τόσον άγριος και σκληρός προς τον σύνδουλό του, σε πόση αγριότητα θα είχε φθάσει, αν τίποτε από αυτά δεν είχε συμβεί;




Γι’ αυτό τα έκαμνε όλα αυτά ο Θεός και τα επιχειρούσε, για να συγκρατήσει εκ των προτέρων εκείνη τη σκληρότητα. Εάν όμως μέ κανένα από αυτά δε διορθώθηκε, αίτιος δεν είναι ο διδάσκαλος, αλλά εκείνος πού δεν εδέχθη την διόρθωση.




Ας ιδούμε όμως πως προσπαθεί να θεραπεύσει την πληγή. «Πεσών ουν», λέγει, «παρά τούς πόδας αυτού, παρεκάλει αυτόν λέγων· μακροθύμησον επ εμοί, καί πάντα σοί αποδώσω». Και μάλιστα δεν είπε ότι δεν είχε να του τα επιστρέψει· έτσι όμως συνηθίζουν να κάνουν όσοι χρεωστούν· και αν ακόμη δεν ημπορούν να επιστρέψουν τίποτε, υπόσχονται, ώστε να απαλλαγούν από τα παρόντα δεινά. Ας ακούσομε όσοι ραθυμούμε στην προσευχή, πόση είναι η δύναμη των παρακλήσεων. Αυτός δεν επέδειξε νηστεία, ούτε ακτημοσύνη, ούτε τίποτε παρόμοιο, αλλά αν και ήταν έρημος και γυμνός από κάθε αρετή, επειδή μόνο παρεκάλεσε τον Κύριο, κατόρθωσε να το παρακινήσει σε ευσπλαχνία. Ας μην αποκάμνομε λοιπόν στις παρακλήσεις. Διότι ποίος θα ημπορούσε να γίνει αμαρτωλότερος από αυτόν, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για τόσα ανομήματα, ενώ κατόρθωμα δεν είχε κανένα, ούτε μικρόν, ούτε μεγάλο; Δεν είπε όμως μέσα του «δεν έχω παρρησία, είμαι γεμάτος εντροπή, πως ημπορώ να τον πλησιάσω; πως ημπορώ να παρακαλέσω;», πράγμα πού πολλοί επιβαρημένοι με αμαρτίες το λέγουν, πάσχοντες από διαβολική ευλάβεια. Σου λείπει η παρρησία; Γι’ αυτό πλησίασε, για να αποκτήσεις παρρησία πολλή. Μήπως είναι άνθρωπος αυτός πού πρόκειται να συμφιλιωθεί μαζί σου, για να εντραπείς και να κοκκινίσεις; Είναι ο Θεός, πού περισσότερο από εσένα θέλει να σε απαλλάξει από τα ανομήματα. Δεν επιθυμείς εσύ τόσον την ασφάλεια σου, όσον εκείνος ποθεί την σωτηρία σου. Και αυτό μας το δίδαξε με τα ίδια του τα έργα.




Δεν έχείς παρρησία; Γι’ αυτό ακριβώς θα ημπορέσεις να αποκτήσεις παρρησία, επειδή έχεις αυτήν την αίσθησι· διότι η μεγαλυτέρα παρρησία είναι το να μη νομίζεις ότι έχεις παρρησία. Όπως ακριβώς η μεγαλυτέρα καταισχύνη είναι το να δικαιώνει κανείς τον εαυτό του ενώπιον του Κυρίου· εκείνος είναι ακάθαρτος, έστω και αν είναι ο αγιώτερος από όλους τούς ανθρώπους· όπως ακριβώς δίκαιος γίνεται εκείνος πού έπεισε τον εαυτόν του ότι είναι ο τελευταίος από όλους. Και μάρτυρες για τα λεγόμενα είναι ο Φαρισαίος και ο Τελώνης. Μην απελπιζόμεθα λοιπόν για τις αμαρτίες μας, ούτε να απογοητευόμεθα, αλλά ας προσερχώμεθα στο Θεό, ας γονατίζομε ενώπιόν του, ας παρακαλούμε, καθώς έκαμε και αυτός, αφού μέχρι το σημείο αυτό έδειξε τη καλή του διάθεση. Και το ότι δεν έχασε το θάρρος του, και το ότι δεν απελπίσθηκε, και το ότι ομολόγησε τις αμαρτίες του, και το ότι ζήτησε κάποια αναβολή και παράταση, όλα αυτά είναι καλά και φανερώνουν συντριβή διανοίας και ψυχή ταπεινωμένη. Αυτά πού ακολούθησαν όμως δεν είναι όμοια με τα προηγούμενα. Διότι όσα συγκέντρωσε με την ικεσία, αυτά τα σκόρπισε όλα σε μία στιγμή με την οργή κατά του πλησίον.




Αλλά ας έλθομε πρώτα στον τρόπον της συγχωρήσεως· ας ιδούμε πως τον απήλλαξαν από το χρέος και από ποια αιτία οδηγήθηκε ο Κύριος σ’ αυτό. «Σπλαγχνισθείς ο Κύριος αυτού», λέγει, « απέλυσεν αυτόν, καί τό δάνειον αφήκεν αυτω». Εκείνος εζήτησε αναβολήν, αυτός έδωσε συγχὠρησι δηλαδή έλαβε περισσότερον από αυτό πού εζήτησε. Γι’ αυτό καί ο Παύλος λέγει: « τω δυναμένω πάντα ποιήσαι υπερεκπερισσού ων αιτούμεθα ή νοούμεν». Διότι ούτε να φανταστείς δεν ημπορείς τόσα πολλά, όσα εκείνος είναι έτοιμος να σου δώσει. Μην εντραπείς λοιπόν, μη κοκκινήσης· ή μάλλον να εντρέπεσαι για τις αμαρτίες σου, να μην απελπίζεσαι όμως, ούτε να απομακρυνθείς από την προσευχή, αλλά πλησίασε, έστω και να του δώσεις την ευκαιρία να επιδείξει την φιλανθρωπία του με την συγχώρηση των αμαρτιών σου. Εάν όμως φοβηθείς να τον πλησιάσεις, τότε εμπόδισες την αγαθότητα του, συνεκράτησες την αφθονία της καλοσύνης του, όσον βεβαίως εξαρτάται από εσένα.




Ας μη δειλιάζομε λοιπόν, ούτε να διστάζομε στις προσευχές. Επειδή, και αν ακόμη πέσομε σ’ αυτό το ίδιο το βάραθρο της κακίας, έχει τη δυνατότητα γρήγορα να μας ανασύρει από εκεί. Κανείς δεν έκαμε τόσες αμαρτίες, όσες αυτός· διότι πράγματι διέπραξε κάθε είδος πονηρίας· αυτό φανερώνουν τα μύρια τάλαντα. Κανείς δεν ήταν τόσον έρημος όσον αυτός, δεν είχε να πληρώσει το χρέος του. Αλλ’ όμως αυτόν που είχε προδοθεί από παντού, ημπόρεσε να τον σώσει η δύναμη της προσευχής. Και έχει τόσο μεγάλες δυνατότητες η προσευχή, θα ειπεί κάποιος, ώστε να απαλλάξει από την ποινή και την τιμωρία αυτόν που με έργα και με μύριους τρόπους ήλθε σε σύγκρουση με τον Κύριο; Ναι, άνθρωπε, τόσο μεγάλες δυνατότητες έχει. Διότι δεν κατορθώνει αυτή μόνη της τα πάντα, αλλ’ έχει σύμμαχο και πολύ μεγάλο βοηθό την φιλανθρωπία του δεχομένου την προσευχή Θεού, η οποία και τα κατόρθωσε όλα στην περίπτωσιν αυτήν, και κατέστησε ισχυρά την προσευχή. Αυτό λοιπόν υπονοούσε όταν έλεγε «σπλαγχνισθείς ο Κύριος αυτού απέλυσεν αυτόν, καί τό δάνειον αφήκεν αυτώ», για να μάθεις ότι μαζί με την προσευχή και πριν από την προσευχή όλα τα έκαμνε η φιλανθρωπία του Κυρίου. «Εξελθών δε εκείνος εύρε ένα των συνδούλων αυτού, ος όφειλε αυτώ εκατόν δηνάρια· και κρατήσας αυτόν έπνιγε λέγων· απόδος μοι, ει τι (ότι) οφείλεις». Άραγε τι θα ημπορούσε να υπάρξει αισχρότερο από αυτό; ενώ η ευεργεσία ηχούσε ακόμη στην ακοή του, λησμόνησε την φιλανθρωπία του Κυρίου.




Βλέπεις πόσον μεγάλο αγαθόν είναι το να ενθυμείτε κανείς τις αμαρτίες του; Διότι και αυτός, εάν τις είχε διαρκώς στη μνήμη του, δεν θα γινόταν τόσον σκληρός και απάνθρωπος. Γι’ αυτό συνεχώς λέγω, και δεν θα παύσω να το λέγω, ότι είναι πάρα πολύ χρήσιμο και αναγκαίο το να κρατούμε διαρκώς στη μνήμη μας όλα μας τα πταίσματα· διότι τίποτε δεν ημπορεί να καταστήσει την ψυχή τόσον φιλόσοφο και επιεική και ήπια, όσον η διαρκής μνήμη των αμαρτημάτων. Γι’ αυτό ο Παύλος κρατούσε στη μνήμη του όχι μόνον τα μετά το λουτρό του βαπτίσματος αμαρτήματα, αλλά και αυτά που προηγήθησαν από αυτό, μολονότι βεβαίως είχαν εξαφανισθεί ολοτελώς. Εάν δε εκείνος κρατούσε στη μνήμη του τα πριν από το βάπτισμα, πόσο μάλλον εμείς πρέπει να μη λησμονούμε τα μετά το βάπτισμα· διότι με την ανάμνηση όχι μόνον τα εξαφανίζουμε, αλλά και προς όλους τους ανθρώπους θα συμπεριφερόμεθα με περισσότερη επιείκεια, και το Θεό θα τον υπηρετήσομε με μεγαλύτερη αφοσίωση, αφού μαθαίνουμε πολύ καλά με την ανάμνηση τους την ανέκφραστο φιλανθρωπία του.




Αυτό το πράγμα όμως εκείνος δεν το έκαμε, αλλά ξεχνώντας το μέγεθος των οφειλών του λησμόνησε και την ευεργεσία. Και αφού λησμόνησε την ευεργεσία, έγινε κακός με τον σύνδουλό του και με την κακία πού έδειξε σ’ εκείνον έχασε όλα όσα κέρδισε από την φιλανθρωπία του Θεού. «Κρατήσας γάρ αυτόν έπνιγε λέγων, απόδος μοι, εί τι οφείλεις». Δεν είπε « δώσε μου πίσω τα εκατό δηνάρια», επειδή ντρεπόταν το ασήμαντον του χρέους, αλλά «ότι οφείλεις». «Ο δε πεσών επί τούς πόδας αυτού, παρεκάλει αυτόν, λέγων· μακροθύμησον επ’ εμοί καί πάντα σοι αποδώσω». Με τα ίδια λόγια, πού ηύρε και εκείνος την συγχώρηση, με τα ίδια και αυτός αξιώνει να σωθεί. Εκείνος όμως από την υπερβολική του σκληρότητα ούτε με αυτά τα λόγια κάμφθηκε, ούτε σκέφθηκε ότι ο ίδιος με τα λόγια αυτά σώθηκε. Και αν ακόμη τον συγχωρούσε, ούτε έτσι θα ήταν φιλανθρωπία αλλά οφειλή και χρέος. Διότι εάν το έκαμνε αυτό πριν γίνει η λογοδοσία και πριν ληφθεί εκείνη η απόφαση και απολαύσει τόσο μεγάλη ευεργεσία, το γεγονός θα μπορούσε να αποδοθεί στην ιδική του μεγαλοψυχία. Τώρα όμως, μετά από τόσον μεγάλη δωρεά και άφεση τόσων πολλών αμαρτημάτων, ήταν πλέον υποχρεωμένος να φερθεί στον σύνδουλό του με ανεξικακία, σαν κάποια αναγκαία οφειλή. Αλλ’ όμως ούτε αυτό έκαμε, ούτε σκέφθηκε πόση ήταν η διαφορά της αφέσεως την οποίαν και αυτός απήλαυσε και που έπρεπε να δείξει στο σύνδουλό του. Διότι όχι μόνον στο ποσό των οφειλών, ούτε στο αξίωμα των προσώπων, αλλά και σ’ αυτόν τον ίδιον τον τρόπο θα ημπορούσε κανείς να ιδεί μεγάλη διαφορά. Επειδή εκείνα μεν ήσαν μύρια τάλαντα, ενώ αυτά εκατό δηνάρια. Και αυτός μεν προσέβαλε τον Κύριο του, ενώ ο οφειλέτης τον σύνδουλό του· αυτός επομένως, αφού είχε ευεργετηθεί είχε υποχρέωση να του χαρισθεί· ενώ ο Κύριος τον είχε απαλλάξει από όλο το χρέος χωρίς να ιδεί να γίνεται εκ μέρους του κάποιο μικρό ή μεγάλο αγαθό.




Δεν έβαλε όμως τίποτε από αυτά στο νου του, αλλά εντελώς τυφλωμένος από την οργή τον έπιασε από το λαιμό και τον έκλεισε στην φυλακή. Βλέποντας όμως οι σύνδουλοί του, λέγει, αγανάκτησαν· και τον καταδικάζουν πριν από τον Κύριο οι σύνδουλοι, για να μάθεις πόσον ήμερος είναι ο Κύριος. Όταν ο Κύριος του τα άκουσε αυτά τον κάλεσε και λογαριάζεται πάλι μαζί του, καί δέν αποφασίζει έτσι απλώς την καταδίκη, αλλά προηγουμένως δικαιολογείται. Και τι λέγει «Δούλε πονηρέ, πάσαν οφειλήν εκείνην αφήκα σοι».


Ποίος θα ημπορούσε να δείξει μεγαλύτερη καλοσύνη από αυτήν του Κυρίου; Όταν του όφειλε τα μύρια τάλαντα, ούτε καν με λόγο τον ελύπησε, ούτε πονηρόν τόν απεκάλεσε, αλλά μόνον διέταξε να πωληθή· και αυτό, για να τον απαλλάξει από τα χρέη. Όταν όμως έγινε κακός στον σύνδουλό του, τότε οργίζεται και θυμώνει· για να μάθεις ότι ευκολότερα συγχωρεί τα αμαρτήματα πού έγιναν σ’ αυτόν παρά αυτά πού έγιναν στούς συνανθρώπους μας. Και δεν το κάνει μόνον εδώ αυτό αλλά και σε άλλη περίπτωση. «Εάν γαρ προσφέρεις το δώρο σου», λέγει, «επί το θυσιαστήριο, κακεί μνησθής ότι ο αδελφός σου έχει τι κατά σου, ύπαγε, πρώτον διαλλάγηθι τω αδελφώ σου, καί τότε ελθών πρόσφερε τό δώρον σου». Βλέπεις πως προτιμά παντού τα ιδικά μας από τα ιδικά του και δεν θεωρεί τίποτε ανώτερο από τήν ειρήνη και την αγάπη προς τον συνάνθρωπο; και αλλού πάλιν· «ο απολύων την γυναίκα αυτού παρεκτός λόγου πορνείας, ποιεί αυτήν μοιχευθήναι». Και με τον Παύλο νομοθέτησε έτσι· «ει τις ανήρ γυναίκα έχει άπιστον, και αυτή συνευδοκει οικείν μετ’ αυτού, μη αφιέτω αυτήν». Εάν πορνεύσει, λέγει να την διώξεις, εάν όμως είναι άπιστος, μη την διώξεις· εάν δηλαδή αμαρτήσει σε σένα, χώρισε την· εάν αμαρτήσει σε μένα, κράτησε την. Έτσι και εδώ όταν αμάρτησε τόσον πολύ σ’ αυτόν, τον συνεχώρησε· όταν αμάρτησε στον σύνδουλό του με λιγότερα και μικρότερα αμαρτήματα από αυτά πού αμάρτησε στον Κύριο του, δεν τον συγχώρησε, αλλά τον τιμώρησε αυστηρά. Και εδώ μεν τον απεκάλεσε πονηρό, ενώ εκεί ούτε καν με λόγια δεν τον λύπησε. Γι’ αυτό και εδώ προστίθεται και τούτο, ότι ωργίσθη και τον παρέδωσε στους βασανιστάς· ενώ όταν του ζητούσε να απολογηθεί για τα μύρια τάλαντα, τίποτε παρόμοιο δεν προσέθεσε, για να μάθεις ότι εκείνη μεν η απόφαση δεν ήταν αποτέλεσμα οργής, αλλά φροντίδας πού απέβλεπε στην συγχώρησιν· αυτή λοιπόν, η προς τον σύνδουλό του αμαρτία ήταν πού τον εξόργισε τόσον πολύ.




Άραγε τι θα μπορούσε να υπάρξει χειρότερο από την μνησικακία, αφού ανακαλεί και την ήδη αποφασισμένη φιλανθρωπία του Θεού, και αυτά πού δεν κατόρθωσαν να του τα προξενήσουν τα αμαρτήματα, αυτά κατορθώνει να του τα προξενήσουν τα αμαρτήματα, αυτά κατορθώνει να του τα προξενήσει η κατά του πλησίον οργή; Μολονότι έχει γραφή ότι «αμεταμέλητα τα χαρίσματα του Θεού». Πως λοιπόν εδώ μετά την ανακοίνωση της δωρεάς, μετά την εκδήλωση της φιλανθρωπίας, ανεκλήθη πάλιν η απόφαση; Εξ’ αιτίας της μνησικακίας· ώστε δε θα έσφαλλε κάποιος αν ονόμαζε αυτή πιο φοβερά από κάθε αμαρτίαν· διότι όλες οι άλλες κατέστη δυνατόν να βρουν συγχώρηση, ενώ αυτή όχι μόνον δεν μπόρεσε να επιτύχει συγγνώμη, αλλά και τις άλλες, πού είχαν αφανισθεί ολοτελώς, τίς ανανέωσε πάλι.




Ώστε η μνησικακία είναι διπλό κακό, διότι και καμία απολογία δεν έχει ενώπιον του Θεού, και τα υπόλοιπα αμαρτήματα μας, και αν ακόμη συγχωρηθούν, πάλι τα ανακαλεί και τα στρέφει εναντίον μας· πράγμα το οποίον έκαμε και εδώ. Επειδή τίποτε, τίποτε δεν μισεί και αποστρέφεται ο Θεός, όσον άνθρωπο πού είναι μνησίκακος και διατηρεί την οργή του. Αυτό μας το έδειξε εδώ ιδιαιτέρως, αλλά και στην προσευχή πού μας παρέδωσε παρήγγειλε να λέγομε έτσι: «άφες ημίν τά οφειλήματα ημών, ως καί ημείς αφίεμεν τοίς οφειλέταις ημών».




Γνωρίζοντας λοιπόν όλα αυτά, και αφού γράψουμε την παραβολή αυτή στις καρδιές μας, όταν έλθουν στον νου μας όσα έχουμε πάθει από τούς συνδούλους μας, ας αναλογισθούμε και αυτά πού έχουμε κάνει στον Κύριον· και με τον φόβο των ιδικών μας αμαρτημάτων θα μπορέσουμε να απομακρύνομε γρήγορα τον θυμό για τα ξένα παραπτώματα. Εάν πρέπει να ενθυμούμεθα αμαρτήματα, μόνον τα ιδικά μας πρέπει να ενθυμούμεθα. Διότι εάν κρατήσομε στη μνήμη τα ιδικά μας, ποτέ δεν θα δώσομε σημασία στα ξένα· όπως ακριβώς εάν λησμονήσομε τα ιδικά μας, εύκολα εκείνα θα εισχωρήσουν στους λογισμούς μας. Πράγματι, και αυτός εάν είχε κρατήσει στη μνήμην του τα μύρια τάλαντα, δε θα ενθυμείτο τα εκατό δηνάρια· επειδή όμως τα λησμόνησε εκείνα, γι’ αυτό έπιασε από το λαιμό των συνδούλων του, και θέλοντας να απαιτήσει τα ολίγα, ούτε αυτό επέτυχε, αλλά επέσυρε στην κεφαλή του και τον όγκο των μυρίων ταλάντων.


Γι’ αυτό θα τολμούσα να ειπώ ότι αυτή είναι η φοβερότερη από όλες τις αμαρτίες· η μάλλον δεν το λέγω αυτό εγώ, αλλά ο Χριστός το φανέρωσε με την παραβολή αυτή. Διότι αν δεν ήταν φοβερότερη από μύρια τάλαντα, εννοώ από τα αναρίθμητα αμαρτήματα, δε θα ανακαλούσε εξ αιτίας της και εκείνα. Τίποτε λοιπόν ας μη φροντίζομε τόσον, όσον το να καθαρεύομε από την οργή, και το να συμφιλιωνόμεθα προς εκείνους πού είναι δυσαρεστημένοι μαζί μας, γνωρίζοντας πώς ούτε η κοινωνία των μυστηρίων, ούτε τίποτε άλλο από αυτά, θα ημπορέσει να μας βοηθήσει εκείνη την ημέρα. Όπως πάλιν εάν νικήσομε αυτήν την αμαρτία, έστω και αν έχομε μύρια πλημμελήματα, θα ημπορέσομε να επιτύχομε κάποια συγγνώμη. Και δεν είναι ιδικός μας ο λόγος, αλλά του ιδίου του Θεού, ο οποίος πρόκειται να μας κρίνει. Διότι όπως είπε εδώ, ότι «ούτω ποιήσει και ο πατήρ μου, εάν μη αφήτε έκαστος τω αδελφώ αυτού από των καρδιών υμών τά παραπτώματα αυτών», έτσι και αλλού λέγει «εάν αφήτε τοις ανθρώποις τά παραπτώματα αυτών, αφήσει καί υμίν ο πατήρ υμών ο ουράνιος».




Για να έχομε λοιπόν και εδώ γαλήνια και ήρεμη ζωή και εκεί να επιτύχομε συγχώρηση και άφεση, ας προσπαθούμε και ας φροντίζομε να συμφιλιωνόμεθα με όσους εχθρούς έχουμε· διότι έτσι και τον Κύριο μας θα συμφιλιώσομε μαζί μας, και τα μέλλοντα αγαθά θα επιτύχομε, των οποίων είθε όλοι να αξιωθούμε «χάριτι καί φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω η δόξα καί τό κράτος είς τούς αιώνας των αιώνων». Αμήν.

Περί σκληροκαρδίας

  Αγ.Λουκά Κριμαίας




Ποιος άνθρωπος δεν θα θυμώσει και δεν θα δια­μαρτυρηθεί ακούγοντας την παραβολή του κάκου δού­λου στον όποιο ό κύριος του συγχώρεσε ένα μεγάλο χρέος ενώ αυτός δεν ήθελε να συγχωρέσει στον πλη­σίον του ένα μικρό;


Ταράζεται ή καρδιά μας όταν βλέπουμε τίς χειρό­τερες εκδηλώσεις των παθών καί της άμ»ρτωλότητας των ανθρώπων. Σωστά είπε ό προφήτης Δαβίδ «Καί έρρύσατο την ψυχήν μου εκ μέσον σκύμνων, έκοιμήθην τεταραγμένος υιοί ανθρώπων, οι οδόντες αυτών όπλα καί βέλη, καί ή γλώσσα αυτών μάχαιρα οξεία» (Ψαλ. 56, 5). Καί δεν το λέει για τους φονιάδες καί τους κακούργους αλλά για μας τους απλούς ανθρώ­πους. Εμάς μας αποκαλεί λιοντάρια καί λέει ότι τα δόντια μας είναι όπλα καί βέλη και ή γλώσσα - ακο­νισμένο σπαθί. Καί το σπαθί είναι όργανο του φόνου.




Αν ή γλώσσα μας είναι σαν το αιχμηρό σπαθί τό­τε μπορούμε να την χρησιμοποιήσουμε για να φο­νεύουμε τους ανθρώπους. Καί όντως πολλές φορές το κάνουμε καί δεν θεωρούμε τους εαυτούς μας δολοφό­νους. Πληγώνουμε την καρδιά του πλησίον με συκο­φαντία καί ψέμμα, προσβάλλουμε τη δική του ανθρώ­πινη αξιοπρέπεια, ταράζουμε την καρδιά του με κακο­λογία, - αυτό δεν είναι πνευματικός φόνος;


Άκούμε πώς κάποιος από τους γνωστούς ανθρώ­πους μοιχεύει καί θυμώνουμε μ' αυτόν. Δεν είναι δύ­σκολο να θυμώνεις με τους άλλους.Δύσκολο είναι να  θυμώνεις με τον εαυτό σου. "Εχουμε δικαίωμα να θυ­μώνουμε με τους άλλους ενώ οι ϊδιοι δεν έχουμε την καθαρότητα πού ζητά από μας ό Χριστός; Πόσοι από μας δεν έχουν κοιτάξει ποτέ γυναίκα ή άνδρα με πό­θο; Λίγοι, πολύ λίγοι.


Ό Κύριος "Ιησούς Χριστός κάθε ακάθαρτο βλέμ­μα πού ρίχνουμε στη γυναίκα το ονομάζει μοιχεία. Καί αν ακόμα δεν την κάναμε με το σώμα, στην καρ­διά μας την είχαμε κάνει.


Ένας μεγάλος ιεράρχης, ό άγιος Τυχών του Ζαντόνσκ, λέει το έξής:«Τις αμαρτίες πού βλέπουμε στους άλλους τις έχουμε καί εμείς». Αυτό είναι πολύ σωστό.






                                                                        


Όλες οι αμαρτίες πού βλέπουμε στους άλλους υ­πάρχουν και μέσα μας,ίσως σε βαθμό πιο μικρό, αλ­λά έχουμε το ίδιο ακάθαρτη καρδιά πού ή ακαθαρσία της φανερώνεται με τίς προσβολές του πλησίον και το μίσος εναντίον του. Τέτοια ακαθαρσία υπάρχει στην καρδιά κάθε ανθρώπου. Γι'αυτό, τον λόγο του μεγάλου Ιεράρχη πρέπει να τον θυμόμαστε καί να τον έχουμε πάντα στην καρδιά μας.


Όταν βλέπουμε την άμαρτωλότητα των άλλων πρέπει να δούμε την δική μας καρδιά και να αναρωτη­θούμε «Εγώ είμαι καθαρός από αμαρτία, δεν υπάρχει μέσα μου το ίδιο πάθος πού βλέπω στον αδελφό μου;»


Πάντα θυμόμαστε αυτά πού μας προκαλούν μεγα­λύτερη εντύπωση. Θυμόμαστε, για παράδειγμα τους σεισμούς. Καί όσο πιο συμπονετική είναι ή καρδιά μας τόσο περισσότερο χρόνο θυμόμαστε τα δυστυχή­ματα. Ενώ οι σκληρόκαρδοι άνθρωποι τα ξεχνάνε πο­λύ γρήγορα.


Δεν δουλεύουν έτσι οί σεισμολόγοι. Πάντα έχουν στο νου τους τους σεισμούς καί κάθε μέρα κάνουν τις ανάλογες μετρήσεις. Άπ' αυτούς πρέπει να παίρνουμε το παράδειγμα. Όπως οί σεισμολόγοι πάντα με προ­σοχή παρακολουθούν τίς δονήσεις στο εσωτερικό ή την επιφάνεια της γης, το ίδιο πρέπει εμείς να παρα­κολουθούμε ακούραστα τίς κινήσεις της δικής μας καρδιάς καί να διώχνουμε από μέσα της κάθε ακαθαρ­σία. Να προσέχουμε τίς σκέψεις μας, τις επιθυμίες, τα κίνητρα καί τίς πράξεις. Να τα αναλύουμε με προσο­χή εξετάζοντας μήπως υπάρχει σ' αυτά κάτι αμαρτω­λό.


"Αν μιμηθούμε τους σεισμολόγους και παρακολου­θούμε με προσοχή τίς κινήσεις της δικής μας καρ­διάς, τότε θα συνειδητοποιήσουμε την δικη μας άμαρτωλότητα καί την άναξιότητα καί δεν θα δίνουμε προ­σοχή σ' αυτά πού κάνουν οί άλλοι καί δεν θα τους κα­τακρίνουμε γι' αυτά πού κάνουν.


Προκαλεί αγανάκτηση ή συμπεριφορά του κακού δούλου πού ό ευσπλαγχνος κύριος μόλις του άφησε μεγάλο χρέος δέκα χιλιάδων ταλάντων καί εκείνος μόλις είδε κάποιον πού του οφείλε μόνο εκατό δηνά­ρια τον έπιασε καί άρχισε να τον σφίγγει. Ό φτωχός τον παρακαλούσε καί του έλεγε ίδια λόγια πού μόλις πρίν λίγο ό άσπλαγχνος δούλος έλεγε μπροστά στον κύριο «Μακροθύμησον έπ' έμοί καί αποδώσω σοι» (Μτ. 18, 29). Άλλα εκείνος δεν θέλει να περιμένει καί βάζει στην φυλακή τον οφειλέτη του.


Τί πιο άδικο μπορεί να υπάρχει;


Είναι έσχατος βαθμός σκληροκαρδίας καί άσπλαγχνίας, είναι πλήρης απουσία της ευσπλαχνίας, της θέλησης καί της ικανότητας να αφήνει κανείς στον πλησίον τα όφειλήματά του. Είναι ή λήθη εκεί­νης της αίτησης πού κάθε μέρα απευθύνουμε στον Θεό:«Καί αφες ήμίν τα όφειλήματά ημών, ως καί ήμείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών». Δεν θέλουμε να αφήνουμε στον πλησίον τα όφειλήματά του, περιμέ­νουμε όμως από τον Θεό να μας αφήσει τα δικά μας.


Την πιο σκοτεινή πλευρά της ψυχής του έδειξε αυτός ό άκαρδος άνθρωπος στον πλησίον του. Ποια ήταν ή αιτία να φερθεί τόσο σκληρά και να καταπα­τήσει το δίκαιο; Πρώτ' άπ' όλα ήταν ό εγωισμός του, ή φιλαυτία του. Λογάριαζε μόνο τον εαυτό του και δεν σκεφτόταν τους άλλους, μόνο για τον εαυτό του ή­θελε καλό. Όλες οί σκέψεις καί επιδιώξεις του ήταν στο να αποκτήσει όσο γίνεται πιο πολλά.Ηταν πολύ μεγάλος εγωιστής. Δεν του αρκούσε ότι πήρε από τον κύριο δέκα χιλιάδες τάλαντα, δεν μπορούσε να ξεχά­σει καί εκείνα τα εκατό δηνάρια πού του χρωστούσε ό φτωχός.


"Ας δούμε όμως τη δική μας καρδιά. Δεν υπάρχει μέσα μας σκληροκαρδία καί φιλαργυρία; Πόσοι από μας περιφρονούν τα λεφτά καί δεν επιδιώκουν τον πλούτο; Λίγοι, πολύ λίγοι. Φιλαργυρία είναι ή αμαρ­τία των περισσότερων ανθρώπων. Αγανακτώντας για την φιλαργυρία του κάλου δούλου, πρέπει με ταπείνω­ση να παραδεχτούμε ότι καί εμείς ευθυνόμαστε για την ΐδια αμαρτία. Στό παράδειγμα του κάκου αύτοΰ δούλου βλέπουμε την χειρότερη εκδήλωση του πά­θους του εγωισμού καί της φιλαργυρίας. Όμως δεν α­γαπάμε καί εμείς τον εαυτό μας πιο πολύ από τον πλη­σίον μας; Τηρούμε την εντολή" «Αγαπήσεις τον πλη­σίον σου ως σεαυτόν» (Μτ. 19, 19);


Αγαπάμε τον εαυτό μας καί για τους άλλους λίγο νοιαζόμαστε. Αυτό σημαίνει εγωισμός, είναι το πάθος πού σε τέτοια άσχημη μορφή εκδηλώθηκε στην περί­πτωση του κάκου δούλου.Ήταν άνθρωπος σκληρόκαρδος καί άσπλαχνος. Εμείς όμως μπορούμε να πουμε για τον εαυτό μας ότι τηρούμε την εντολή του Χρί­στου1 «Γίνεσθε ούν οικτίρμονες, καθώς καί ό πατήρ υ­μών οίκτίρμων εστί;» (Λκ. 6, 36).


Ποιος αγαπάει τον πλησίον του σαν τον εαυτό του; Ποιος τον φροντίζει όπως φροντίζει τον εαυτό του; Μόνο οι άγιοι. Εμείς δεν είμαστε άγιοι γιατί ό­λοι έχουμε τα ϊδια πάθη πού βλέπουμε στους άλλους, όπως είπε ό άγιος Τυχών του Ζαντόνσκ.


Πολλές φορές δεν δείχνουμε έλεος στους οφειλέτες μας. Άλλα ό απόστολος Ιάκωβος λέει' «Ή γαρ κρίσις άνέλεος τω μη ποιήσαντι έλεος» (Ίακ. 2, 13). Να τρο­μάζουμε ακούγοντας αυτά τα λόγια του αποστόλου για­τί θα έχουμε την ίδια μοίρα με τον άσπλαχνο δούλο, τον όποιο οργισμένος ό κύριος παρέδωσε στους βασα­νιστές, ώσπου να ξεπληρώσει όλο το χρέος.


Στό τέλος της παραβολής ό Χριστός είπε «Ούτω καί ό πατήρ μου ό επουράνιος ποιήσει ύμίν, εάν μη άφήτε έκαστος τω άδελφω αυτόν από των καρδιών υ­μών τα παραπτώματα αυτών» (Μτ. 18, 35).


Μία άλλη φορά ό Χριστός είπε «Εάν γαρ άφήτε τοις άνθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει καί ύ­μίν ό πατήρ υμών ό ουράνιος' εάν δε μη άφήτε τοις άνθρώποις τα παραπτώματα αυτών, ουδέ ό πατήρ υ­μών αφήσει τα παραπτώματα υμών» (Μτ. 6, 14-15).


Ό Κύριος μας είπε να προσευχόμαστε με την προ­σευχή πού έδωσε στους μαθητές του, ή οποία λέει «Καί άφες ήμΐν τα όφειλήματα ημών, ως καί ημείς άφίεμεν τοις όφειλέταις ημών». Αυτά τα λόγια επανα­λαμβάνουμε κάθε μέρα.


Βλέπετε ότι ή απαίτηση είναι μεγάλη. Δεν μπο­ρούμε όταν, βλέπουμε τίς κακίες πού κάνουν οί άλλοι, μόνο να αγανακτούμε, - πρέπει να θυμόμαστε τον λόγο' «πρόσεχε σεαυτόν».


Να προσέχεις πάντα την καρδιά σου, την κάθε κί­νηση της, ακόμα καί τις πιο ασήμαντες εκδηλώσεις των παθών μέσα της. "Ας θυμόμαστε πάντα τον λόγο του αποστόλου Παύλου στην επιστολή προς Έφεσίους" «Γίνεσθαι δε εις αλλήλους χρηστοί, ενσπλαγχνοι, χαριζόμενοι έαυτοίς καθώς καί ό Θεός εν Χρι­στώ έχαρίσατο υμίν» (Εφ. 4, 32). Πρέπει να συγχω­ρούμε τους άλλους έτσι όπως το είπε ό Χριστός στο τέλος της παραβολής, - με όλη την καρδιά.


"Ας μάθουμε να κάνουμε αυτό πού ζητάει από μας ό Χριστός - να είμαστε σπλαχνικοί, όπως είναι εΰσπλαχνος ό επουράνιος Πατέρας μας καί με όλη την, καρδιά να συγχωρούμε στον πλησίον τα παραπτώμα­τα του. Τότε καί εμάς θα μας συγχωρήσει ό επουρά­νιος Πατέρας μας. Αμήν.


Από το βιβλίο« Αγ.Λουκά επισκόπου Κριμαίας-Λόγοι και ομιλίες»Τόμος Γ Ορθόδοξος Κυψέλη

Το ευαγγέλιο της συγχώρησης

 Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς




(Ματθ. ιη’ 23-35)




Όταν ο Κύριος Ιησούς άφηνε την τελευταία Του πνοή στο σταυρό, ακόμα και τη στιγμή αυτή της επιθανάτιας αγωνίας Του, προσπαθούσε να κάνει καλό στους ανθρώπους. Δε σκεφτόταν τον εαυτό Του. Στους ανθρώπους ήταν ο νους Του, γι’ αυτό και παράδωσε ένα από τα μεγαλύτερα μαθήματα που έδωσε ποτέ στο ανθρώπινο γένος. Κι αυτό είναι η διδασκαλία Του για τη συγχώρηση. «Πάτερ, άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ. κγ’ 34).




Ποτέ ως τότε δεν είχαν ακουστεί τέτοια λόγια στους τόπους εκτέλεσης. Αντίθετα μάλιστα, εκείνοι που είχαν καταδικαστεί σε θάνατο με τον ίδιο τρόπο, είτε αθώοι ήταν είτε ένοχοι, συνήθως επικαλούνταν θεούς και ανθρώπους για εκδίκηση. «Εκδικηθείτε», ήταν ο λόγος που ακουγόταν συχνά μπροστά στο ικρίωμα και δυστυχώς ακούγεται ως τις μέρες μας από τους μελλοθάνατους, ακόμα κι από εκείνους που προτού θανατωθούν κάνουν το σταυρό τους.




Ο Χριστός, προτού παραδώσει την τελευταία Του πνοή, συγχώρεσε όλους εκείνους που τον βασάνισαν, τον μυκτήρισαν και τον θανάτωσαν. Προσευχήθηκε στον ουράνιο Πατέρα Του να τους συγχωρέσει, αλλά προχώρησε ακόμα παραπέρα. Τους δικαιολόγησε, βρήκε ελαφρυντικό γι’ αυτούς. Είπε, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι.




Γιατί επανέλαβε ιδιαίτερα o Κύριος τη διδαχή Του για τη συχώρεση, την ώρα που βρισκόταν πάνω στο σταυρό; Από το τεράστιο πλήθος των διδαχών που έκανε ενόσω ζούσε, γιατί διάλεξε αυτήν κι όχι κάποια άλλη να προφέρουν τα άγια χείλη Του, στο τέλος ακριβώς της επίγειας ζωής Του; Αναμφίβολα επειδή ήθελε η διδασκαλία Του αυτή να παραμείνει στη μνήμη όλων, να λειτουργήσει σαν παράδειγμα προς μίμηση. Στο πάθος Του πάνω στό σταυρό, σ’ αυτό το μεγαλειώδες πάθος που ξεπερνά κάθε μεγαλείο, που υψώνεται πάνω από τους βασιλιάδες και τους κριτές της γης, πάνω από σοφούς και διδασκάλους, από πλούσιους και φτωχούς, από κοινωνικούς αναμορφωτές κι επαναστάτες, ο Κύριος Ιησούς με το παράδειγμα της συχώρεσης έβαλε τη σφραγίδα στο ευαγγέλιό Του. Έδειξε μ’ αυτόν τον τρόπο πως χωρίς συχώρεση ούτε οι βασιλιάδες μπορούν να κυβερνούν, ούτε οι δικαστές να κρίνουν, οι σοφοί δεν μπορούν να είναι σοφοί, ούτε οι διδάσκαλοι να διδάσκουν. Δεν μπορούν οι πλούσιοι κι οι φτωχοί να ζουν ως άνθρωποι κι όχι σαν άλογα ζώα, δε γίνεται ο πυρετός των επανασταστών κι αναμορφωτών να είναι χρήσιμος. Πάνω απ’ όλα ο Χριστός ήθελε με τη διδαχή Του αυτή να δείξει πως, χωρίς συγχωρητικότητα, οι άνθρωποι δεν μπορούν ούτε να κατανοήσουν το ευαγγέλιό Του, ούτε πολύ περισσότερο να το εφαρμόσουν.




Ο Κύριος ξεκίνησε τη διδασκαλία Του με λόγια για τη μετάνοια και την τέλειωσε με λόγια για τη συχώρεση. Η μετάνοια είναι ο σπόρος, η συχώρεση είναι ο καρπός. Ο σπόρος δεν έχει καμιά αξία αν δεν καρποφορήσει. Καμιά μετάνοια δεν έχει αξία χωρίς συχώρεση. Τι θα ήταν η κοινωνία των ανθρώπων χωρίς συχώρεση; Ένα θηριοτροφείο, τοποθετημένο στη μέση του θηριοτροφείου της φύσης. Τι άλλο θα ήταν όλοι οι νόμοι των ανθρώπων στη γη παρά αλυσίδες αφόρητες, αν δεν υπήρχε η συχώρεση να τις μαλακώσει;




Θα μπορούσε μια γυναίκα ν’ αποκαλείται μητέρα αν δεν είχε συχώρεση, ή ένας αδερφός να ονομάζεται αδερφός, ο φίλος φίλος, ή ο χριστιανός χριστιανός; Όχι! Η συχώρεση είναι η καρδιά κι η ρίζα όλων αυτών των τίτλων. Αν δεν υπήρχαν οι λέξεις «συχώρεσέ με» και «νά ‘σαι συχωρεμένος», η ζωή των ανθρώπων θα ήταν αβάσταχτη, ανυπόφορη. Δεν υπάρχει σοφία στον κόσμο ικανή να δημιουργήσει τάξη και να επιβάλει την ειρήνη, χωρίς την εφαρμογή της συχώρεσης. Ούτε υπάρχουν σχολεία ή άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα ικανά να μεταδώσουν στους ανθρώπους τη μεγαλοψυχία και την ευγένεια, χωρίς να εφαρμόσουν την πρακτική της συχώρεσης.




Τι θα ωφελήσει τον άνθρωπο η κοσμική γνώση αν δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να συγχωρέσει τον πλησίον του, να του πει ένα καλό λόγο ή να του ρίξει μια γλυκιά ματιά; Τίποτα απολύτως. Τι θα χρησιμεύσουν στον άνθρωπο εκατοντάδες μπουκάλια λάδι μπροστά στο καντήλι, αν κανένα απ’ αυτά δεν έχει να μαρτυρήσει τη συχώρεση μιας τουλάχιστο ταπεινωτικής προσβολής; Τίποτα απολύτως.




Αν γνωρίζαμε πόσα μας συγχωρούνται σιωπηρά κάθε μέρα και κάθε ώρα, όχι μόνο από το Θεό αλλά κι από ανθρώπους, θα τρέχαμε με ντροπή να συγχωρέσουμε τους άλλους. Πόσα απρόσεχτα αλλά και προσβλητικά λόγια βγαίνουν από το στόμα μας, στα οποία η απάντηση που δεχτήκαμε είναι η σιωπή; Πόσα άγρια βλέμματα ρίχνουμε από δω κι από κει; Πόσες ανάρμοστες πράξεις κάνουμε, σε πόσες απαράδεκτες ενέργειες προβαίνουμε; Κι οι άνθρωποι τα προσπερνούν όλ’ αυτά, δεν εφαρμόζουν το «οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος». Και τι να πούμε για τη συχώρεση του Θεού; Δεν υπάρχουν επαρκή λόγια να την εκφράσουν. Για να περιγράψει κανείς τα αμέτρητα βάθη της αγάπης και της συγχωρητικότητας του Θεού, χρειάζεται λόγος θεϊκός. Και τέτοιος είναι ο λόγος που μας δίνει το σημερινό ευαγγέλιο. Ποιος θα μπορούσε στον ουρανό ή στη γη να μας εξηγήσει καλύτερα και να μας περιγράψει τα πράγματα του Θεού, αν όχι ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο προαιώνιος Υιός του Θεού; «Ουδείς επιγινώσκει… τον πατέρα ει μη ο υιός και ω εάν βούληται ο υιός αποκαλύψαι» (Ματθ. ια’ 27).




Ο Κύριος Ιησούς φανέρωσε την αμέτρητη συγχωρητικότητα του Θεού στην παραβολή του δούλου εκείνου που είχε μεγάλο χρέος. Πήρε αφορμή γι’ αυτό από τον απόστολο Πέτρο, όταν τον ρώτησε πόσες φορές θά ‘πρεπε να συγχωρεί τις προσβολές του αδελφού του: «έως επτάκις;» Στην ερώτηση αυτή ο Κύριος απάντησε μ’ αυτά τα πολύ σημαντικά λόγια: «ου λέγω σοι έως επτάκις, αλλ’ έως εβδομηκοντάκις επτά» (Ματθ. ιη’ 22). Προσπάθησε να συγκρίνεις τις δυο αυτές προτάσεις και θα διαπιστώσεις τη διαφορά ανάμεσα στο Θεό και τον άνθρωπο. Ο Πέτρος, όταν ρώτησε το Διδάσκαλό Του «έως επτάκις;», νόμιζε πως είχε φτάσει στα ανώτατα όρια της συγχωρητικότητας. Η απάντηση του Κυρίου όμως ήταν: έως εβδομηκοντάκις επτά! Και σα να μη του φάνηκε αρκετό ακόμα κι αυτό το μέτρο, πρόσθεσε μετά και την ακόλουθη παραβολή, για να ξεκαθαρίσει καλύτερα τα πράγματα.




***




«Διά τούτο ωμοιώθη η βασίλεια των ουρανών ανθρώπω βασιλεί, ος ηθέλησε συνάραι λόγον μετά των δούλων αυτού» (Ματθ. ιη’ 23). Η βασιλεία των ουρανών δεν προσφέρεται για περιγραφή, ούτε με λόγια ούτε με χρώματα. Η ομοιότητά της μπορεί ν’ απεικονιστεί μόνο μέσα σε περιορισμένη έκταση, με όρους αυτού του κόσμου. Ο Κύριος χρησιμοποιεί παραβολές, επειδή είναι ουσιαστικά αδύνατο να εκφράσει με άλλα μέσα πράγματα που δεν ανήκουν σ’ αυτόν τον κόσμο. Τον κόσμο αυτόν τον έχει παραμορφώσει και αμαυρώσει η αμαρτία. Δεν έχασε εντελώς όμως την ομοιότητά του με τον άλλο κόσμο, τον αληθινό. Ο κόσμος αυτός δεν είναι αντίγραφο του άλλου, σε καμιά περίπτωση. Είναι απλά μια χλωμή εικόνα και σκιά του. Επομένως ανάμεσα στους δυο κόσμους μπορούμε να κάνουμε σύγκριση όπως ανάμεσα σε κάτι αληθινό και στη σκιά του.




Κάποιος βασιλιάς αποφάσισε να κανονίσει τους λογαριασμούς του με τους δούλους του, που ήταν οφειλέτες του. Ένας βασιλιάς δεν είναι ποτέ οφειλέτης στους δούλους του, εκείνοι του χρωστάνε. «Αρξαμένου δε αυτού συναίρειν προσηνέχθη αυτώ εις οφειλέτης μυρίων ταλάντων» (Ματθ. ιη’ 24). Ένα τάλαντο ισοδυναμεί με διακόσιες σαράντα χρυσές λίρες. Δέκα χιλιάδες τάλαντα ανέρχονται σε περίπου δυόμισυ εκατομμύρια χρυσές λίρες. Αυτό ήταν ένα τεράστιο ποσό ακόμα και για μια χώρα, όχι για ένα δούλο. Τι σημασία έχει αυτό όμως; Το πλήθος των αμαρτιών μας ενώπιον του Θεού, των οφειλών μας προς Αυτόν, είναι πολύ μεγαλύτερο. Όταν ο Κύριος μιλάει για την οφειλή του δούλου προς το βασιλιά, εννοεί τις οφειλές μας στο Θεό, γι’ αυτό και επισημαίνει πόσο μεγάλο είναι το οφειλόμενο ποσό, που όμως σε καμιά περίπτωση δεν είναι μεγαλύτερο από τις αμαρτίες των ανθρώπων.




«Μη έχοντος δε αυτού αποδούναι εκέλευσεν αυτόν ο κύριος αυτού πραθήναι και την γυναίκα αυτού και τα τέκνα και πάντα όσα είχε, και αποδοθήναι» (Ματθ. ιη’ 25). Την εποχή εκείνη τόσο ο ρωμαϊκός όσο κι ο ιουδαϊκός νόμος (Έξ. κα’ 2, Λευϊτ. κε’ 39), προέβλεπαν να πουλιούνται σκλάβοι οι πτωχευμένοι οφειλέτες, μαζί με τις οικογένειές τους. Αναφέρεται στην Αγία Γραφή πως μια χήρα έκραζε στον προφήτη Ελισαίο: «Ο δούλος σου ανήρ μου απέθανε… και ο δανειστής ήλθε λαβείν τους δύο υιούς μου εαυτώ εις δούλους» (Δ’ Βασ. δ’ 1). Αυτό έκανε κι ο βασιλιάς της παραβολής κι ήταν τόσο δίκαιο όσο και νόμιμο.




Το βαθύτερο νόημα της εντολής του βασιλιά ήταν πως, όταν οι αμαρτίες ξεπερνούν τα όρια, ο Θεός μας στερεί όλες τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος που καταξιώνουν τον άνθρωπο. Η πώληση του οφειλέτη σημαίνει πως ο αμαρτωλός στερείται το πρόσωπο που του έδωσε ο Θεός. Η πώληση της γυναίκας του σημαίνει τη στέρηση των δώρων της αγάπης και του ελέους. Η πώληση των παιδιών του υποδηλώνει πως στερείται τη δυνατότητα δημιουργίας και ενός έστω αγαθού. Και πάντα όσα είχε, σημαίνει πως αποξενώνεται από κάθε χαρά πνευματικής ευλογίας. Και αποδοθήναι, σημαίνει πως όλα τα θεόσδοτα χαρίσματα επιστρέφουν από τον αμαρτωλό άνθρωπο στο Θεό, την Πηγή και τον Κύριο «παντός αγαθού». «Η ειρήνη υμών προς υμάς επιστραφήτω» από ένα σπίτι που δεν αξίζει, είπε ο Κύριος στους μαθητές Του (Ματθ. ι’ 13).




«Πεσών ουν ο δούλος προσεκύνει αυτώ λέγων· κύριε, μακροθύμησον επ’ εμοί και πάντα σοι αποδώσω. σπλαγχνισθείς δε ο κύριος του δούλου εκείνου άπέλυσεν αυτόν και το δάνειον αφήκεν αυτώ» (Ματθ. ιη’ 26, 27). Τι ξαφνική, τι απρόσμενη μεταβολή! Πόσο φτηνό αντίλυτρο του δανείου, πόσο αμέτρητο έλεος! Ο κακός δούλος, που είχε σωρεύσει ένα τεράστιο χρέος, δεν είχε που να καταφύγει, ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Δεν μπορούσε κανένας άλλος στον κόσμο να τον βοηθήσει, εκτός από το δανειστή του. Από τη μιά μεριά ήταν ο κύριός του κι από την άλλη οι σύνδουλοί του. Οι άλλοι δούλοι δεν τολμούσαν να τον βοηθήσουν, ενάντια στη θέληση του κυρίου τους. Ο μόνος που θα μπορούσε να τον βοηθήσει, ήταν ο κύριός του, ο κριτής του. Έτσι κι εκείνος έκανε το μοναδικό πράγμα που του ήταν δυνατό και λογικό: Έπεσε στα πόδια του κυρίου του κι επαιτούσε το έλεός του. Δε του ζήτησε να του χαρίσει το χρέος – ούτε να το σκεφτεί αυτό δεν τολμούσε. Του ζήτησε μόνο παράταση του χρόνου εξόφλησης. Μακροθύμησον επ’ εμοί και πάντα σοι αποδώσω, του είπε. Κι ο βασιλιάς, που ήταν αληθινός άνθρωπος και σωστός κριτής, απέλυσεν αυτόν και το δάνειον αφήκεν αυτώ. Του χάρισε μια διπλή ελευθερία: τόσο από τη σκλαβιά όσο κι από το χρέος.




Δεν είναι αυτό ένα πραγματικά βασιλικό δώρο; Αυτός όμως δεν είναι ο τρόπος που συμπεριφέρονται πολλές φορές οι επίγειοι βασιλιάδες. Τέτοιο έλεος και μάλιστα μη απαιτητό, μόνο από τον ουράνιο Βασιλιά μπορεί να έρθει. Εκείνος το κάνει αυτό και μάλιστα συχνά. Όταν κάποιος αμαρτωλός συνέρχεται και μετανοεί, ο ουράνιος Βασιλιάς είναι έτοιμος να του συγχωρέσει μύριες αμαρτίες, να επιστρέψει στον αμαρτωλό όλες τις δωρεές που αποστερήθηκε.




Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να φτάσει το μέτρο της ευεργεσίας του Θεού. Κανένας δεν μπορεί ούτε καν να την περιγράφει. «Ιδού γαρ απήλειψα ως νεφέλην τας ανομίας σου και ως γνόφον τας αμαρτίας σου· επιστράφηθι πρός με και λυτρώσομαί σε» (Ησ. μδ’ 22), είπε ο Κύριος. Εκείνος που επιστρέφει στο Θεό με ειλικρινή μετάνοια, δέχεται τη συγχώρηση του Θεού για όλες τις αμαρτίες του. Ο Θεός του χαρίζει περισσότερο χρόνο δοκιμασίας, για να δει κατά πόσο ο αμαρτωλός αυτός θα μείνει μαζί Του ή θα τον προδώσει.




Όταν ο βασιλιάς Εζεκίας βρισκόταν στο νεκρικό κρεβάτι, γύρισε προς τον τοίχο και προσευχήθηκε στον Κύριο θρηνώντας και ζητώντας Του να επιμηκύνει τη ζωή του. Ο Θεός εισάκουσε την προσευχή του και του χάρισε άλλα δεκαπέντε χρόνια ζωής. Μετά απ’ αυτό ο Εζεκίας ευχαρίστησε και δοξολόγησε το Θεό με τούτα δω τα λόγια: «Είλου γάρ μου την ψυχήν, ίνα μη απόληται, και απέρριψας οπίσω μου πάσας τας αμαρτίας» (Ησ. λη’ 17). Ευδόκησες στην ψυχή μου και την προφύλαξες από το λάκκο της φθοράς, είπε. Με λύτρωσες απ’ όλες τις αμαρτίες μου.




Κάτι ανάλογο έγινε με το δούλο που ήταν καταχρεωμένος. Ζήτησε από τον Κύριο να μακροθυμήσει, να του χαρίσει λίγο χρόνο για να μπορέσει να εξοφλήσει το χρέος του. Κι ο Κύριος του χάρισε ολόκληρο το χρέος, αλλά του έδωσε και την ελευθερία του. Περίμενε μόνο να δει όχι πώς θα κατορθώσει ο δούλος εκείνος ν’ αποπληρώσει το παλιό του χρέος, αλλά τι θα του ανταποδώσει για τη νέα ευεργεσία του. Ας παρακολουθήσουμε τι έκανε στη συνέχεια ο δούλος:




«Εξελθών δε ο δούλος εκείνος εύρεν ένα των συνδούλων αυτού, ος όφειλεν αυτώ εκατόν δηνάρια, και κρατήσας αυτόν έπνιγε λέγων· απόδος μοι ει τι οφείλεις» (Ματθ. ιη’ 28). Αφού ο κύριός του τον συγχώρεσε, του χάρισε το χρέος και τον ελευθέρωσε, ο δούλος βρήκε κάποιον σύνδουλό του που του είχε δανείσει χρήματα. Τώρα ο δούλος φέρθηκε σαν κύριος στο σύνδουλό του. Τότε όμως έγινε ένας φοβερός κύριος, δυνάστης. Ενώ ο βασιλιάς είχε φερθεί στον οφειλέτη του μ’ έναν ανθρώπινο και βασιλικό τρόπο, ο ίδιος οφειλέτης, που η ευσπλαχνία του κυρίου του τον είχε σώσει από τον όλεθρο, στο σύνδουλό του φέρθηκε σαν άγριο θηρίο. Και για τι χρέος; Μόλις για εκατό δηνάρια! Ο βασιλιάς του χάρισε το χρέος του, που ήταν δέκα χιλιάδες τάλαντα. Κι ο αχάριστος δούλος για ένα ελάχιστο ποσό άρπαξε το σύνδουλό του από το λαιμό και τον πέταξε στη φυλακή, ωσότου του πληρώσει το χρέος.




Αυτός δεν ήταν ο τρόπος που διευθετούσε ο βασιλιάς τους λογαριασμούς με τους δούλους του, αλλά εκείνος που χρησιμοποιούσαν οι δούλοι μεταξύ τους. Ο δανειστής-δούλος άρπαξε από το λαιμό το χρεώστη-σύνδουλό του και απαιτούσε την άμεση αποπληρωμή του χρέους του.




«Πεσών ουν ο σύνδουλος αυτού εις τους πόδας αυτού παρεκάλει αυτόν λέγων· μακροθύμησον επ’ εμοί και αποδώσω σοι» (Ματθ. ιη’ 29). Επαναλήφθηκε το ίδιο σενάριο που είχε εκτυλιχτεί λίγο νωρίτερα, όταν ο κακός αυτός δούλος είχε γονατίσει μπροστά στα πόδια του κυρίου του. Είχε ζητήσει κι αυτός από τον κύριό του να μακροθυμήσει, να του χαρίσει λίγο χρόνο, κι αυτός θα πλήρωνε το χρέος του. Κι ο κύριός του ένιωσε συμπάθεια και του χάρισε τα μύρια τάλαντα. Ο ίδιος όμως, όταν ήρθε η σειρά του, δεν ένιωσε καμιά συμπάθεια για το σύνδουλό του, που του χρωστούσε μόλις εκατό δηνάρια. Δεν έδειξε ούτε έλεος ούτε συγχωρητικότητα, αλλά «έβαλεν αυτόν εις φυλακήν έως ου αποδώ αυτώ το οφειλόμενον» (Ματθ. ιη’ 30).




Έτσι συμπεριφέρθηκε ο δανειστής δούλος στο χρεώστη σύνδουλό του. Έτσι συμπεριφέρεται άνθρωπος σε άνθρωπο. Και τέτοια συμπεριφορά μετατρέπει το έλεος του Θεού σε δικαιοσύνη. Όταν ο άνθρωπος παίζει με την ευσπλαχνία του Θεού, πέφτει ο ίδιος στη δικαιοσύνη Του. Κι η κρίση αυτής της δικαιοσύνης, που ακολουθεί μια περιφρονημένη ευσπλαχνία, είναι φοβερή: «Μη πλανάσθε, Θεός ου μυκτηρίζεται· ο γαρ εάν σπείρει ο άνθρωπος, τούτο και θερίσει» (Γαλ. στ’ 7), βεβαιώνει ο απόστολος Παύλος. Όταν γονατίζουμε μπροστά στο Θεό και ζητούμε το έλεός Του για τις δυσεξαρίθμητες αμαρτίες μας κι έπειτα πετάμε τον αδελφό μας στη φυλακή για μια μοναδική αμαρτία που έκανε και μας πρόσβαλε, τότε μυκτηρίζουμε το Θεό. Ας μην ξεγελιόμαστε. Ο Θεός δεν επιτρέπει να τον εμπαίζουμε, να τον μυκτηρίζουμε, να παίζουμε μαζί Του. Τα χέρια Του δεν είναι μακριά μας, και τα δυό Του χέρια. Τόσο εκείνο που μας χαϊδεύει όσο κι εκείνο που τιμωρεί. «Φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος» (Εβρ. ι’ 31). Πόσο φοβερό είναι, φαίνεται καθαρά από τη συνέχεια της παραβολής του Χριστού:




«Ιδόντες δε οι σύνδουλοι αυτού τα γενόμενα ελυπήθησαν σφόδρα, και ελθόντες διεσάφησαν τω κυρίω εαυτών πάντα τα γενόμενα» (Ματθ. ιη’ 31). Ποιοι είναι αυτοί οι σύνδουλοι που είδαν τα γενόμενα και ελυπήθησαν σφόδρα; Είναι άνθρωποι σπλαχνικοί που διαθέτουν πνευματική αντίληψη και γνωρίζουν τι θα κάνει ο Θεός στον πονηρό δούλο, εκείνοι που βλέπουν με τα ίδια τους τα μάτια την ανείπωτη κακία του πονηρού δούλου και κραυγάζουν στο Θεό. Θα μπορούσαμε να πούμε πως αυτό αναφέρεται και στους αγγέλους, που θα μπορούσαν να ονομαστούν κι αυτοί σύνδουλοι των ανθρώπων, αφού κι οι δυο βρίσκονται στην υπηρεσία του Θεού ή κι επειδή, σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου, όσοι είναι άξιοι για τον άλλο κόσμο, είναι «ισάγγελοι» (Λουκ. κ’ 36).




Περιττεύει να πούμε πως ούτε οι σπλαχνικοί άνθρωποι ούτε κι οι άγγελοι πρέπει να πληροφορήσουν το Θεό για ό,τι γίνεται στον κόσμο, για να το μάθει κι ο Θεός μ’ αυτόν τον τρόπο. Ο Ύψιστος Θεός είναι παντογνώστης και παντεπόπτης. Όλα όσα βλέπουν κι αντιλαμβάνονται άγγελοι και άνθρωποι, γίνονται με τη βοήθεια του Θεού. Γιατί αναφέρει τότε πως οι σύνδουλοι είδαν αυτό που έκανε ο άσπλαχνος δούλος και το ανέφεραν στον κύριό τους; Γιά νά δείξει τη συμπάθεια που δείχνουν οι καλοί άνθρωποι κι οι άγγελοι. Είναι θέλημα του ίδιου του Θεού ώστε όλοι οι πιστοί δούλοι Του να χαίρονται με το καλό και να θλίβονται με την αμαρτία. Οι λυπημένοι δούλοι τότε ήρθαν και πληροφόρησαν τον κύριό τους για όσα έγιναν.




«Τότε προσκαλεσάμενος αυτόν ο κύριος αυτού λέγει αυτώ· δούλε πονηρέ, πάσαν την οφειλήν εκείνην αφήκα σοι, επεί παρεκάλεσάς με. ουκ έδει και σε ελεήσαι τον σύνδουλόν σου, ως και εγώ σε ηλέησα;» (Ματθ. ιη’ 32, 33). Ο βασιλιάς δε θα τιμωρήσει τον πονηρό δούλο προτού καταγγείλει μπροστά του την κακία του. Μ’ αυτόν τον τρόπο θα ενεργήσει ο Κύριος και στην Τελική Κρίση. Θα στραφεί σ’ εκείνους που στέκονται στα δεξιά Του, θα τους καλέσει στην αιώνια μακαριότητα και θα τους εξηγήσει γιατί κρίθηκαν άξιοι. Μετά θα στραφεί σ’ εκείνους που στέκονται αριστερά Του, θα τους οδηγήσει στην αιώνια κόλαση και θα τους εξηγήσει επίσης γιατί καταδικάστηκαν να πάνε εκεί. Ο Κύριος θέλει να γνωρίζουν όλοι γιατί κρίθηκαν άξιοι για ανταπόδοση ή για τιμωρία, ώστε κανένας να μη σκεφτεί πως ο Θεός τους μεταχειρίστηκε άδικα.




Ο Θεός καλεί πρώτα τον πονηρό δούλο και τον απομακρύνει για πάντα από κοντά Του. Το πονηρό δεν μπορεί να έχει κάτι κοινό με το καλό. Αμέσως μετά αποδείχνεται γιατί ο Θεός αποκάλεσε τον δούλο αυτόν πονηρό: πάσαν την οφειλήν εκείνην αφήκα σοι. Ο Θεός δεν μπαίνει σε λεπτομέρειες. Δε λέει: «σου χάρισα το δάνειο δέκα χιλιάδων ταλάντων και συ δε χάρισες στο σύνδουλό σου το δικό του χρέος, τα εκατό δηνάρια». Λέει απλά: πάσαν την οφειλήν. Ελπίζει έτσι να διεγείρει στον αμαρτωλό τη συναίσθηση του μεγάλου χρέους του. Επεί παρεκάλεσάς με.




Ο Κύριος δεν μπαίνει και δω σε λεπτομέρειες. Αποσιωπά όσα προηγήθηκαν της παράκλησης του δούλου, το ότι έπεσε στα πόδια Του γονατιστός και τον παρακάλεσε. Οι δυο αυτές πράξεις σημαίνουν μετάνοια. Και της μετάνοιας προηγήθηκε η προσευχή. Η προσευχή χωρίς μετάνοια είναι χωρίς νόημα, ανενεργή. Από τη στιγμή όμως που η προσευχή θα συνδεθεί με τη μετάνοια, ο Θεός την εισακούει. Ο δούλος με το υπέρογκο χρέος στην αρχή έδειξε πραγματική μετάνοια κι έτσι ζήτησε από τον κύριό του να μακροθυμήσει. Η προσευχή του εισακούστηκε αμέσως κι ο κύριος του έδωσε περισσότερα απ’ όσα ζητούσε. Του χάρισε ολόκληρο το χρέος. Ο κύριος συνέχισε χαρακτηρίζοντας την κακία του δούλου αυτού προς το σύνδουλό του κι αυτό το έκανε με ερώτηση. Για ποιο λόγο; Γιατί δεν του είπε: «Εγώ σου έδειξα έλεος, εσύ όμως φέρθηκες άσπλαχνα στο σύνδουλό σου», αλλά ουκ έδει και σε ελεήσαι τον σύνδουλόν σου, ως και εγώ σε ηλέησα; Τό ‘κανε αυτό ώστε ο πονηρός δούλος να συνειδητοποιήσει πως δεν είχε τι ν’ απαντήσει, ώστε ο κύριος να τον φέρει σε αμηχανία, ανίκανο να μιλήσει και να πει κάτι. Του έδωσε την ευκαιρία να μιλήσει για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αν είχε κάτι να πει. Όταν ο υπηρέτης του αρχιερέα χτύπησε τον Κύριο στο μάγουλο και τον ρώτησε: «Ούτως συ αποκρίνη τω αρχιερεί;», ο Κύριος Ιησούς του απάντησε: «Ει κακώς ελάλησα, μαρτύρησον περί του κακού· ει δε καλώς, τι με δέρεις;» (Ιωάν. ιη’ 22-23). Παρόμοια απάντηση με του Χριστού έπρεπε να δώσει κι ο δούλος, αντί της ένοχης σιωπής του. Τέτοια απάντηση όμως θα ήταν σα νά ‘ρίχνε κάρβουνα αναμμένα στο κεφάλι του και κάτω από τα πόδια του. Ο τρόπος αυτός του να εκθέτει κανείς την ενοχή του άλλου χρησιμοποιείται κι από το βασιλιά της σημερινής ευαγγελικής περικοπής: ουκ έδει και σε ελεήσαι τον σύνδουλόν σου;




Στην αρχή είχαμε τον τρόμο της σιωπής κι ύστερα ακολούθησε ο τρόμος της καταδίκης: «Και οργισθείς ο κύριος αυτού παρέδωκεν αυτόν τοις βασανισταίς έως ου αποδώ παν το οφειλόμενον αυτώ» (Ματθ. ιη’ 34). Όταν το έλεος αντιστρέφεται και γίνεται δίκαιη καταδίκη, τότε ο Θεός γίνεται φοβερός. Ο μακάριος Δαβίδ λέει στο Θεό: «Συ φοβερός ει, και τις αντιστήσεταί σοι; από τότε η οργή σου» (Ψαλμ. οε’ 8). Κι ο προφήτης Ησαΐας: «Ιδού το όνομα Κυρίου έρχεται διά χρόνου πολλού, καιόμενος ο θυμός» (λ’ 27).




Ο βασιλιάς τότε οργίστηκε πολύ εναντίον του άσπλαχνου δούλου και τον παράδωσε στους βασανιστές – στα πονηρά πνεύματα, αφού εκείνα είναι που βασανίζουν πραγματικά το ανθρώπινο γένος. Σε ποιον θα μπορούσε να παραδοθεί εκείνος που είχε απομακρυνθεί από το Θεό για την ασπλαχνία του, αυτός που ο Θεός τον αποκαλεί πονηρό δούλο, αν όχι σ’ εκείνον που προκαλεί το μεγαλύτερο κακό, στο διάβολο; Γιατί λέει: έως ου αποδώ παν το οφειλόμενον αυτώ; Για να δείξει πως είχε ήδη καταδικαστεί στα αιώνια βάσανα. Πρώτα πρώτα είναι εντελώς απίθανο για έναν άνθρωπο με τέτοιο χρέος να μπορέσει ποτέ να το εξοφλήσει. Και δεύτερο, επειδή ο Θεός δεν απαγγέλει ποτέ τέτοια τελική καταδίκη στον άνθρωπο σ’ αυτή τη ζωή, παρά μόνο μετά το θάνατο, οπότε δεν υπάρχει πια δυνατότητα για μετάνοια, ούτε και για την εξόφληση του χρέους των αμαρτιών που έκανε σ’ αυτή τη ζωή.




«Ούτω και ο πατήρ μου ο επουράνιος ποιήσει υμίν, εάν μη αφήτε έκαστος τω αδελφώ αυτού από των καρδιών υμών τα παραπτώματα αυτών» (Ματθ. ιη’ 35). Αυτό είναι το τέλος της παραβολής κι αυτή είναι η ουσία του θέματος. Δεν υπάρχει επιφύλαξη ή κάποιο διφορούμενο στα λόγια αυτά. Ο Θεός θα συμπεριφερθεί απέναντί μας με τον τρόπο που εμείς συμπεριφερόμαστε στον αδελφό μας. Ο Κύριος Ιησούς μας το ξεκαθάρισε αυτό και μαζί Του δεν υπάρχει πιθανότητα λάθους ή έλλειψη γνώσης. Σ’ αυτήν την περίπτωση ο Χριστός δεν είπε ο Πατέρας σου, αλλά ο πατήρ μου ο επουράνιος. Ήθελε μ’ αυτόν τον τρόπο να δείξει πως αν δε συγχωρήσουμε τον αδελφό μας για τις αμαρτίες του, χάνουμε το δικαίωμα να ονομάσουμε Πατέρα μας το Θεό. Ο Κύριος επισημαίνει επίσης με ποιόν τρόπο πρέπει να γίνει η συχώρεση: από των καρδιών υμών. Ο βασιλιάς συγχώρεσε το χρέος του δούλου του με την καρδιά του, γι’ αυτό και λέει, σπλαγχνισθείς δε ο κύριος… Κι η ευσπλαχνία, το έλεος, προέρχεται από την καρδιά.




Αν δε συγχωρήσουμε τον αδελφό μας κι αν δεν το κάνουμε αυτό από την καρδιά μας, με συμπάθεια κι αγάπη, τότε κι ο Θεός, ο κοινός Δημιουργός μας, θα φερθεί σ’ εμάς όπως κι ο βασιλιάς εκείνος της παραβολής στον ανελεήμονα δούλο. Θα παραδοθούμε στους βασανιστές – στα πονηρά πνεύματα – που θα μας βασανίζουν αιώνια στο βασίλειο του σκότους, εκεί όπου ο κλαυθμός κι ο βρυγμός των οδόντων είναι ατελεύτητος. Αν δεν ήταν έτσι, δε θα μας το είχε πει ο Κύριος. Δεν το είπε μόνο στο κείμενο της παραβολής του άσπλαχνου δούλου αυτό, αλλά και σε αρκετές άλλες περιπτώσεις: «Εν ω γάρ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε, και εν ω μέτρω μετρείτε μετρηθήσεται υμίν» (Ματθ. ζ’ 2).




***




Η διδαχή αυτή είναι ακριβώς ίδια μ’ εκείνην της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, χωρίς κανένα διφορούμενο, χωρίς καμιά επιφύλαξη. Την ίδια ακριβώς διδαχή μας έκανε ο Κύριος και με τη μεγαλύτερη προσευχή που μας παρέδωσε, την Κυριακή προσευχή: «Και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών» (Ματθ. στ’ 12); Όταν λέμε από τότε το Πάτερ ημών, ανανεώνουμε τη συμφωνία μας με το Θεό. Του λέμε να μας φερθεί όπως φερόμαστε κι εμείς στους δικούς μας ανθρώπους. Να μας ελεήσει, όπως ελεούμε κι εμείς, να μας συγχωρήσει, όπως συγχωρούμε κι εμείς αυτούς που μας προσβάλλουν.




Πόσο εύκολα δίνουμε εντολές στο Θεό, τι φοβερή ευθύνη αναλαμβάνουμε για τον εαυτό μας! Στο Θεό είναι εύκολο να μας συγχωρέσει, στο μέτρο που συγχωρούμε κι εμείς τους άλλους. Του είναι εύκολο να συγχωρέσει σε όλους μας κάποιο χρέος από δέκα χιλιάδες τάλαντα. Εμείς είμαστε έτοιμοι να συγχωρέσουμε με τέτοια θεϊκή ευκολία χρέος εκατό δηναρίων που μας οφείλει ο άδελφός μας; Πιστέψτε με, όσο μεγάλο κι αν είναι το χρέος κάποιου ανθρώπου προς το συνάνθρωπό του, όσο κι να αμάρτησε ένας άνθρωπος στον αδελφό ή το φίλο του, το χρέος αυτό δε θα ξεπερνά τα εκατό δηνάρια, σε σύγκριση με το τεράστιο χρέος που οφείλει ο καθένας μας στο Θεό. Όλοι μας, χωρίς εξαίρεση, είμαστε καταχρεωμένοι στο Θεό. Οποτεδήποτε σκεφτούμε να οδηγήσουμε τους συνανθρώπους μας στο δικαστήριο για τα χρέη του, πρέπει να σκεφτούμε πως εμείς χρωστάμε στο Θεό απείρως περισσότερα. Εκείνος όμως μακροθυμεί, περιμένει, υπομένει και μας συγχωρεί. Πρέπει να θυμόμαστε πως με όποιο μέτρο μετράμε τους άλλους, θα μετρηθούμε κι εμείς. Πάνω απ’ όλα πρέπει να θυμόμαστε τα λόγια που είπε ο Χριστός πάνω στο σταυρό: «Πάτερ, άφες αυτοίς!» (Λουκ. κγ’ 24). Όποιος έχει έστω και λίγη συνείδηση, θα ντραπεί όταν τα θυμηθεί αυτά και θα τραβήξει το χέρι του, δε θα συνεχίσει να καταδιώκει εκείνους που του οφείλουν κάποιο μικρό χρέος.




Αδελφοί μου! Ας βιαστούμε να συγχωρήσουμε όλες τις αμαρτίες και τις προσβολές που μας κάνουν, ώστε κι ο Θεός να συγχωρέσει όλες τις δικές μας αμαρτίες και προσβολές. Ας κάνουμε γρήγορα, προτού μας κρούσει την πόρτα ο θάνατος και μας πει: «Είναι πολύ αργά!» Πίσω από την πόρτα του θανάτου δε θα μπορέσουμε ούτε να συγχωρέσουμε ούτε να συγχωρεθούμε. Δόξα στο έλεος του Θεού και στη δικαιοσύνη Του. Δόξα και ύμνος στο θείο μας Διδάσκαλο και Κύριο Ιησού Χριστό, μαζί με τον άναρχο Πατέρα και το Πανάγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.




(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ομιλίες Δ’ – Κυριακοδρόμιο, Εκδ. Πέτρου Μπότση, 2012)

Δύο ἀριθμοὶ

 Συγχώρησις, ἀγαπητοί μου, εἶνε τὸ θέμα τοῦ κηρύγματός μας. —Ὤχ, ἀδερφέ, θέμα ποὺ διάλεξες! θὰ πῇ κάποιος. Σήμερα, ποὺ τὰ πάντα φωνάζουν ἐκδίκησι, ἐσὺ ἔρχεσαι καὶ μὲ καλεῖς νὰ συγχωρήσω; Ποιόν, τὸν ἐχθρό μου;


Ἀλλ᾽ αὐτὸς δὲν εἶνε ἄνθρωπος. Μὲ ἔκλεψε, μοῦ ξερρίζωσε τὰ δέντρα, μοῦ ἔκαψε τὸ σπίτι, μοῦ σκότωσε ἄνθρωπο, μὲ πέταξε στὸ δρόμο… Κ᾽ ἐσὺ μοῦ λὲς «συγχώρησι»; Πάψε νὰ τὸ λές.




Καὶ ὅμως, ἀδελφέ, παρὰ τὸν πόνο σου, κάνε ὑπομονὴ καὶ ἄκουσέ με. Ἡ συγχώρησις δὲν εἶνε δική μου ἐφεύρεσι· εἶνε δίδαγμα τοῦ Θεανθρώπου, ποὺ καὶ δίδαξε καὶ ἐφήρμοσε ὅσο κανείς ἄλλος τὴ συγχώρησι, καὶ πάνω ἀπ᾽ τὸ σταυρὸ παρακάλεσε γιὰ τοὺς ἐχθρούς του· «Πάτερ,ἄ φες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λουκ. 23,34) .Στὸ ἐρώτημα τοῦ ἀποστόλου Πέτρου «Κύριε, ποσάκις ἁμαρτήσει εἰς ἐμὲ ὁ ἀδελφός μου  καὶ ἀφήσω αὐτῷ; ἕως ἑπτάκις;» ὁ Κύριος ἀπήντησε· «Οὐ λέγω σοι ἕως ἑπτάκις, ἀλλ᾿ ἕως ἑβδομηκοντάκις ἑπτά» (Ματθ. 18,21-22), ποτέ δηλαδὴ μὴν παύσῃς νὰ συγχωρῇς. Λόγος ἰλιγγιώδης. Καὶὁ Κύριος, γιὰ νὰ δώσῃ μία ἑρμηνεία του, διηγεῖ ται τὴν παραβολὴ τοῦ ἀσπλάχνου δούλου .Δὲν θὰ κάνουμε ἀνάλυσι τῆς παραβολῆς. Ἂς προσέξουμε μόνο τοὺς δύο ἀριθμούς της.




Ὁ πρῶτος ἀριθμὸς εἶνε «μύρια» (Ματθ. 18,24), δηλαδὴ 10.000. Τί; 10.000 τάλαντα , 2.310.000 λίρες στερλῖνες δηλαδή. Ὑπολογίστε τώρα μὲ σημερινὴ ἀξία τῆς λίρας· ἕνα πόσο ἀστρονομικό. 10.000 τάλαντα! Γιὰ νὰ καταλάβετε τὸ μέγεθος, σᾶς ὑπενθυμίζω, ὅτι ὁ Δαρεῖος προσέφερε 10.000 τάλαντα στὸν Μέγα Ἀλέξανδρο ,γιὰ ν᾽ ἀποσύρῃ τὰ στρατεύματά του ἀπὸ τὴ χώρα του, ἐκεῖνος ὅμως δὲν δέχθηκε τὴν προσφορά· δὲν ἔκανε τὸν πόλεμο γιὰ χρυσὸ καὶ ἄργυρο, ἀλλὰ γιὰ κάτι βαθύτερο, γιὰ ν᾽ ἀπαλλάξῃ τὴν Ἀσία ἀπὸ ἕνα τυραννικὸ καθεστώς, ποὺ δύο φορὲς ἀπείλησε τὴν ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος.


10.000 τάλαντα! Αὐτὸ τὸ μεγάλο ποσὸ ἐξέλεξε ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ παραστήσῃ συμβολικὰ τὸ χρέος μας ἀπέναντι στὸ Θεό . Ναί, τὸ δικό μας χρέος. Διότι στὸ πρόσωπο τοῦ ὀφειλέτου τῶν μυρίων ταλάντων εἰκονίζεται κάθε ἄνθρωπος, ποὺ καθὼς ἔρχεται στὴ ζωὴ εἶνε βεβαρημένος μὲ ἕνα χρέος, τὸ ὁποῖο συνεχῶς αὐξάνει.


Ἀλλὰ ποιό εἶνε τὸ χρέος μας; Ὦ Κύριε, πρὶν τὸ πῶ, δός μας συναίσθησι, κέντησε τὴν ἀναίσθητη καρδιά μας, δός μας δάκρυα, κίνησε τὴ γλῶσσα μας νὰ ποῦμε τὴν προσευχὴ τῆς εἰλικρινοῦς μετανοίας· «Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ  τὸ μέγα ἔλεός σου καὶ κατὰ τὸ πλῆ θος τῶν οἰ κτιρμῶν σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου…» (Ψαλμ. 50,3).


Τ᾿ ἀνομήματά μας, τ᾿ ἁμαρτήματά μας ·νά τὸ χρέος μας, νά τὰ 10.000 τάλαντα!Καὶ εἶνε τόσο πολλά; Ὑποθέτουν μερικοί,ὅτι ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων θά ᾽νε κάποιος μεγάλος ἐγκληματίας, κανένας Νέρων…Ἀλλ᾿ ὄχι. Κατὰ τὴν ἑρμηνεία τῶν πατέρων εἶνε κάθε ἁμαρτωλός . Κάθε ἁμαρτωλός! Καὶ ἄν,ἀγαπητέ, βλέποντας τὴ φωτογραφία του δὲν πῇς «Ἐγὼ εἶμαι ὁ ὀφειλέτης τῶν μυρίων ταλάντων», τότε ὁ Κύριος ματαίως εἶπε γιὰ σένα τὴν παραβολὴ αὐτή. Δὲν κατάλαβες ἀκόμη πόσο μεγάλη συμφορὰ εἶνε ἡ ἁμαρτία.Μετρᾷς τοὺς κόκκους τῆς ἄμμου καὶ τὰ φύλλα τῶν δέντρων; ἄλλο τόσο μπορεῖς νὰ μετρήσῃς καὶ τ᾽ ἁμαρτήματά σου. Ἁμαρτάνειςμὲ τὴ γλῶσσα, μὲ τὰ μάτια, μὲ τ᾿ αὐτιά, μὲ τὰχέρια, μὲ ὅλα τὰ μέλη· ἁμαρτάνεις μὲ τὴ σκέψι, μὲ τὴν κακὴ ἐπιθυμία· ἁμαρτάνεις ἡμέρα καὶ νύχτα· ἁμαρτάνεις στὴν πόλι, στὸ ὕπαιθρο, ἀκόμη καὶ μέσα στὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ.


Τὰ πάντα μολύνει ἡ ἁμαρτία . Ὅπως ἡ λεπτὴ ἄμμος στὴν ἔρημο βρίσκει τρόπο νὰ εἰσχωρῇ ἀπὸ τὰτζάμια τοῦ τραίνου, ἔτσι καὶ ἡ ἁμαρτία εἰσχωρεῖ στὶς καρδιές. Κατὰ τὸν Ἰὼβ κανείς δὲν εἶνε καθαρὸς ἀπὸ τὸ ῥύπο της, ἔστω κι ἂν ζήσῃ μία ἡμέρα (Ἰὼβ14,4) . Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος σχολιάζοντας τὸν ἀριθμὸ μύρια τάλαντα τονίζει,ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐπάγγελμα, τάξις, ἡλικία, φῦλο, ποὺ νὰ   μὴν ἔχῃ τ᾽ ἁμαρτήματά του. Ἀπαριθμεῖ  ὅσα διέπρατταν οἱ σύγχρονοί του, στρατιωτικοί, τεχνῖτες, κτηματίες, ἔμποροι, τραπεζῖτες, ἐργάτες,γυναῖκες, ἄντρες, γέροι, νέοι, νέες, παιδιά, καὶ μένει ἔκπληκτος. Καὶ ἑνώνοντας τὴ φωνή του μὲ τοῦ προφήτου Ἰερεμίου (βλ. Ἰερ. 2,12) λέει· «Ἔκστηθι,οὐρανέ, καὶ φρῖξον, γῆ· εἰς ὅσην θηριωδίαν τὸ τῶν ἀνθρώπων γένος  ἐξεβακχεύθη» (Migne58,592) .


Ὅλοι εἴμαστε ὀφειλέτες. Πῶς, τώρα, θὰ ἐξοφληθῇ τὸ ὑπέρογκο χρέος μας; Ἡ ἐξάλειψις τῆς ἐνοχῆς, ἡ συγχώρησις τῶν ἁμαρτιῶν, ξεπερνᾷ τὶς ἀνθρώπινες δυνατότητες. Ὅλα τὰ διαμάντια τῆς γῆς δὲν μποροῦν νὰ ἐξοφλήσουν, ὄχι ἕνα φρικτὸ κακούργημα, ἀλλ᾽ οὔτε ἕνα ψέμα.


Καὶ ποιά διαμάντια; ἐδῶ καὶ οἱ ἀρετὲς τοῦ ἀνθρώπου, ἐν συγκρίσει μὲ τὴν ἄπειρη ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ, φαίνονται σὰν ἀκάθαρτα ῥάκη. Κι ὁ μεγαλύτερος ἅγιος, ζώντας ἑκατὸ χρόνια σὲ μιὰ σπηλιὰ καὶ τρώγοντας ῥίζες, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἐπιτύχῃ τὴ συγχώρησι οὔτε μιᾶς ἐλαχίστης ἁμαρτίας, ἂν δὲν μεσολαβοῦσε ὑπὲρ αὐτοῦ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, τὸ ἔλεος ποὺ ἐξεχύθη ὡς ἀστείρευτος ποταμὸς ἀπὸ τὸ Γολγοθᾶ.


Ἐκεῖ, στὸν «κρανίου τόπον» (Ματθ. 27,33 κ.ἀ.) , σχίστηκε τὸ χειρόγραφο τῶν ἁμαρτιῶν, ἐκεῖ ἐξωφλήθηκαν τὰ μύρια τάλαντα, ἐκεῖ ὁ ἁμαρτωλὸςλούστηκε καὶ ἔγινε πιὸ λευκὸς κι ἀπὸ τὸ χιόνι τοῦ Ὀλύμπου. Εἶνε δόγμα καὶ ἀξίωμα κάθεπιστῆς ψυχῆς· « τὸ αἷμα Ἰησοῦ Χριστοῦ  καθαρίζει ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας» (Α΄ Ἰω. 1,7).


Ἀλλὰ στὴν παραβολὴ ὑπάρχει καὶ ἄλλος συμβολικὸς ἀριθμός, ὁ ἀριθμὸς «ἑκατόν» (Ματθ. 18,28) . 100δηνάρια , δηλαδὴ 75 χρυσὲς δραχμές. Ποσὸ σχετικὰ μικρό, ἀριθμὸς τὸν ὁποῖο ἐξέλεξε ὁΚύριος γιὰ νὰ παραστήσῃ τὴν ὀφειλὴ τοῦ πλησίον σ᾽ ἐμᾶς . Ναί, ἀδελφέ, μὴ παραξενεύεσαι, τόσο εἶνε τὸ χρέος ἐκείνου ποὺ σὲ ἀδίκησε. Θὰ προβάλῃς βέβαια ἀντιρρήσεις. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ὅμως, ποὺ ζυγίζει ὅλα μὲ ἀκρίβεια, αὐτὸ τὸν ἀριθμὸ δίνει. Καὶ σὲ καλεῖ νὰ συγχωρήσῃς ἀπ᾽τὴν καρδιά σου, ὅταν μάλιστα ὁ ἄλλος ἀναγνωρίζει τὸ ἀδίκημα καὶ σοῦ λέει «Ἀδελφέ, συγχώρεσέ με». Κ᾽ ἐσύ; «Ὄχι», ἀπαντᾷς! Ἀλλ᾿ἐὰν αὐτὸ τὸ ὄχι τὸ ἐπαναλάβῃ καὶ σ᾽ἐσένα ὁ Θεὸς ὅταν τοῦ λὲς «Πάτερ ἡμῶν…,ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν» (Ματθ. 6,9-12), τότετί θὰ γίνῃς; Χωρὶς τὴν ἀγάπη του δὲν μπορεῖςνὰ ζήσῃς οὔτε ἕνα δευτερόλεπτο πάνω στὴγῆ. Ταλαίπωρε! ποὺ δὲν ἐννοεῖς νὰ γίνῃς μιμητὴς τοῦ οὐρανίου Πατρὸς καὶ νὰ δώσῃς μιὰ σταγόνα ἐλέους στὸ διπλανό σου. Αὐτὴ τὴ σταγόνα τῆς ἀγάπης σου διψᾷ ἡ κατάξερη γῆ.


Ἂς τὸ καταλάβουμε ἐπὶ τέλους· ἡ φωτιὰ δὲ σβήνει μὲ φωτιά , τὸ μῖσος δὲν τελειώνει μὲ μῖ σος, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀγάπη, μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἐπεκτείνεται καὶ μέχρι τῶν ἐχθρῶν.


Ναί, νὰ συγχωρήσω, θὰ μοῦ πῇς, ἀλλ᾿ ἔχωἀκόμη μία ἀντίρρησι. Μὲ τὰ χριστιανικὰ αὐτὰδιδάγματα ὑπάρχει φόβος τὸ κακὸ νὰ ἐνισχυθῇ · οἱ ἐγκληματίες, γνωρίζοντας ὅτι θὰ συγχωροῦνται, θ᾽ ἀποθρασυνθοῦν καὶ ἡ ζωὴ τῶν ἀκάκων ἀνθρώπων θὰ γίνῃ μαρτυρική…


Ἀπαντοῦμε. Ἀδελφέ, παρεξηγεῖς. Ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶπε ὅτι τὸ ἔγκλημα πρέπει νὰ μένῃ ἀτιμώρητο. Διάβασε ἀπὸ τὴν πρὸς ῾Ρωμαίους Ἐπιστολὴ τὴν περικοπὴ κεφ. 13,στίχ. 1-7.Ἐκεῖ θὰ δῇς ὅτι ἡ πολιτεία ἔχει ὑποχρέωσι νὰ κρατῇ ξίφος καὶ νὰ τιμωρῇ τοὺς κακοποιούς. Ἀλλὰ τὸ ξίφος τῆς ἐξουσίας δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ τὸ ἁρπάζῃ ὁ κάθε πολίτης ποὺ ἀδικεῖται καὶ νὰ ἐκδικῆται ὁ ἴδιος.


Ἡ τιμωρία εἶνε ἔργο τοῦ κράτους . Ἀδικεῖσαι λοιπόν; ἰδοὺ οἱ νόμοικαὶ τὰ δικαστήρια. Ἀλλὰ καὶ ἂν βρεθῇς στὴνἀνάγκη νὰ πᾷς σὲ δικαστήριο, μὴ μισεῖς, μὴ τρέφεις ἐκδίκησι· ἀγωνιζόμενος νὰ λάμψῃ τὸ δίκαιο, νὰ εἶσαι πάντοτε φιλειρηνικός , ἕτοιμοςνὰ δώσῃς τὸ χέρι καὶ στὸ μεγαλύτερο ἐχθρόσου, γιὰ τὸν ὁποῖο κατὰ τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου πρέπει διαρκῶς νὰ προσεύχεσαι νὰ καταπραϋνθῇ ἡ καρδιά του καὶ νὰ παύσῃ νὰ ἀδικῇ.


Νὰ συγχωροῦμε τοὺς ἐχθρούς , ἀγαπητοί μου, σαλπίζει τὸ εὐαγγέλιο. Ὡς ἔθνος ἔχουμε ὑποστῆ πολλά, ἡ χώρα μας εἶνε σταυρωμένη.Ἀλλὰ παρ᾿ ὅλο τὸν πόνο της ἡ Ἑλλάς, στὰ βάθη της κρατεῖ τὴ συγγνώμη, τὴν ἀνεξικακία, τὸ ἔλεος. Δὲν εἶνε ἐκδικητική. Εἶνε γενναία καὶ εὐγενής. Ἡ ἑλληνικὴ ψυχὴ μισεῖ τὴ βαρβαρότητα καὶ τὴν ἐκδίκησι· πλάστηκε νὰ ἀγαπᾷ καὶνὰ ἐλεῇ. Ὅταν κάποτε ἐπὶ τῆς ῾Ρωμαϊκῆς ἐ-ποχῆς ἐπρόκειτο νὰ εἰσαχθοῦν στὴν Ἀθήνα βάρβαρα θεάματα, Ἕλληνας φιλόσοφος εἶπε,ὅτι προηγουμένως θὰ ἔπρεπε οἱ Ἕλληνες νὰ γκρεμίσουν τὸ βωμὸ τῆς εὐσπλαγχνίας.Δόξα τῷ Θεῷ ἡ ἀρετὴ τῆς εὐσπλαγχνίας ,τὴν ὁποία ἐξύψωσε σὲ ἄφθαστα ὕψη ἡ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου, ἐξακολουθεῖ νὰ ζῇστὶς καρδιὲς τῶν Ἑλλήνων. Οἱ Ἕλληνες μι-σοῦν τὸ κακὸ καὶ τὸ ἔγκλημα, καὶ συγχρόνως εἶνε εὔσπλαχνοι καὶ φιλειρηνικοί. Ὡς πρὸςτοὺς ἐχθρούς τους,, πιστεύουν στὸν θεῖο λόγο «Ἐμοὶ ἐκδίκησις, ἐγὼ ἀνταποδώσω, λέγει Κύριος» (῾Ρωμ. 12,19) . Ὁ Τζὼν Μίλτων ἔλεγε· «Ἐκδικήσου, Κύριε, τοὺς ἁγίους σου ποὺ ἐσφάγησαν καὶ τὰ ὀστᾶ τους εἶνε σπαρμένα στὰ βουνὰ καὶ τὶς κοιλάδες τῆς μαρτυρικῆς μας γῆς»


(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος


Ραδιοφωνικὴ ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε ἀπὸ τὸν Σταθμὸ Λαρίσσης τὸ 1949.