Χριστιανικές Σκέψεις
xristianikesskepseis@gmail.com
Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026
Ἁγ. Ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου
Ὁ Μέγας καί κορυφαῖος Ἀπόστολος Παῦλος ὑποβάλλει σέ ὅλους μας μία ἐρώτηση, τήν ὁποία σᾶς μεταέρω: Εἴμαστε χριστιανοί, πραγματικοί χριστιανοί, ναί ἤ ὄχι; Ἐάν ἰσχυρισθοῦμε, ὅτι εἴμαστε καλοί χριστιανοί, δέν σημαίνει, ὅτι πράγματι εἴμαστε. Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης μᾶς λέει, νά μή ἀγαποῦμε τόν Θεό μέ τήν γλώσσα, μέ λόγια μόνο, ἀλλά μέ ἔργα, νά ἔχουμε ἁπτές ἀποδείξεις καί μαρτυρίες.
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἔγραφε καί ἔδειχνε στούς Γαλάτες, πού τόν ἀμφισβητοῦσαν, ὅτι δέν εἶναι γνήσιος Ἀπόστολος, ἔδειχνε τά στίγματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, τίς πληγές, πού δέχτηκε γιά τό Ὄνομά Του. Ἑρμηνεύει ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: Γιά τό τί εἶμαι ἔχω μία ἀπολογία, τά στίγματα, τά παθήματα καί τούς κινδύνους, πού ὑπομένω γιά τόν Χριστό. Αὐτά μαρτυροῦν λαπρότερα ἀπό κάθε φωνή καί σάλπιγγα, ὅτι ἐγώ τά ὑπομένω γιά τό Εὐαγγέλιο τοῦ Κυρίου. Δέν τά ἔχω ἁπλῶς, ἀλλά τά βαστάζω, σάν στεφάνι νικητικό καί σάν παράσημα καί διάδημα βασιλικό. Γι᾿ αὐτά καυχῶμαι καί μεγαλύνομαι καί παρησιάζομαι στόν Κύριο. Τά στίγματα μαρτυροῦν ὅτι εἶμαι γνήσιος δοῦλος τοῦ Θεοῦ.
Ὁ χριστιανός προσφέρει γιά τήν πίστη του, κουράζεται καί θυσιάζεται. Στό σημερινό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα (Β΄, πρός Κορ.) ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀπαριθμεῖ ὅσα ὑπέμεινε γιά τήν πίστη του καί τήν ἀγάπη του γιά τόν Χριστό: Ὑποβλήθηκα σέ κόπους περισσότερο ἀπό ὅ,τι θά περίμενε κανείς. Δέχτηκα χτυπήματα μέ ἀφάνταστη ἀγριότητα, πού μοῦ προξένησαν βαθιές πληγές. Πολλές φορές μέ ἔκλεισαν στή φυλακή. Ἀμέτρητες φορές κινδύνευσα νά θανατωθῶ. Ἀπό τούς Ἰουδαίους πέντε φορές μαστιγώθηκα. Τρεῖς φορές μέ ἐράβδισαν, μία φορά μέ λιθοβόλησαν, τρεῖς φορές ναυάγησα στή θάλασσα καί κινδύνεψα νά πνιγῶ. Κάποτε διαλύθηκε τό πλοῖο στά ἀνοιχτά τῆς θάλασσας καί πάλευα ἕνα μερόνυχτο μέ τά ἄγρια κύματα.
Ὑπηρέτησα τόν Κύριο πολλές φορές μέ κοπιαστικές ὁδοιπορίες. Διέτρεξα κινδύνους σέ ποτάμια, κινδύνεψα ἀπό ληστές, κινδύνεψα ἀπό τούς ὁμογενεῖς μου, ἀπό τό ἰουδαϊκό ἔθνος. Διέτρεξα κινδύνους ἀπό τούς εἰδωλολάτρες, κινδύνους μέσα σέ πόλεις, μέσα στή θάλασσα. Κινδύνεψα ἀπό ἀνθρώπους πού ὑποκρινόντουσαν τούς ἀδελφούς.
Ὑπηρέτησα τόν Κύριο μέ κόπο καί μόχθο, μέ ἀγρυπνίες πολλές φορές, μέ πείνα καί δίψα, μέ νηστεῖες πολλές φορές, μέ ψύχος καί γυμνότητα. Ἐκτός ἀπό πολλά ἄλλα, πού παρέλειψα νά ἀπαριθμήσω, εἶχα καί τήν καθημερινή πίεση καί ἐπίθεση τῶν διωκτῶν μου καθώς καί τήν ἀγωνιώδη φροντίδα μου γιά ὅλες τίς ἐκκλησίες.
Στή Δαμασκό φρουροῦσαν τήν πόλη, ἐπειδή ὁ διοικητής ἐκεῖ ἤθελε νά μέ συλλάβει. Μέ κατέβασαν ὅμως ἀπό ἕνα παράθυρο τοῦ τοίχους μέσα σέ δίχτυ καί ἔτσι ξέφυγα ἀπό τά χέρια τῶν διωκτῶν μου.
Καί ὅλα αὐτά συμβαίνουν, ὄχι σέ κάποιο γερό ἄνθρωπο, ἀλλά σέ ἕνα φιλάσθενο Παῦλο. Εἶχε κάποια σωματική ἀσθένεια, πού τόν ταλαιπωροῦσε. Ὁ σατανᾶς, λέει, τόν βασάνιζε, σάν νά τόν τρυποῦσε μέ μυτερό ξύλο. Καί πάλι ὅλα αὐτά τά δέχτηκε μέ χαρά γιά τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ. Αὐτή εἶναι ἡ συμπεριφορά τοῦ πραγματικοῦ χριστιανοῦ.
Στήν πρός Ἑβραίους ἐπιστολή του μᾶς ἐξιστορεῖ ὅσα ἀντιμετώπισαν οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ. Εἶναι τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς τῶν Ἁγίων Πάντων. Μέ τήν πίστη κατετρόπωσαν βασίλεια, ἔφραξαν στόματα λεόντων, δηλαδή τούς ἔρριξαν μέσα στά λεοντάρια, ἀλλά ἐκεῖνα δέν τούς ἔφαγαν. Ἔσβησαν τήν δύναμη τῆς φωτιᾶς, διέφυγαν τήν σφαγή, ἀναδείχθηκαν ἥρωες στόν πόλεμο. Ἔτρεψαν σέ φυγή ἐχθρικά στρατεύματα. Ἄλλοι βασανίσθηκαν μέχρι θανάτου, χωρίς νά δεχτοῦν τήν ἀπελευθέρωσή τους. Δηλαδή προτίμησαν νά θανατωθοῦν, παρά νά ἀρνηθοῦν τήν πίστη τους καί ἔτσι νά ἐλευθερωθοῦν. Ἄλλοι δοκίμασαν ἐξευτελισμούς καί μαστιγώσεις, ἀκόμη δεσμά καί φυλακή. Λιθοβολήθηκαν, τούς ἔκαναν κομμάτια μέ τό πριόνι, πέρασαν δοκιμασίες φοβερές, θανατώθηκαν μέ μαχαίρι. Περιπλανήθηκαν μέσα στίς ἐρημιές ντυμένοι μέ προβιές, ἔζησαν μέ στερήσεις, καταπιέστηκαν φοβερά, ὑπέμειναν θλίψεις καί κακουχίες. Περιπλανήθηκαν στά βουνά, μέσα σέ σπηλιές καί σέ τρύπες τῆς γῆς. Ὅποιος γνωρίζει ἀπό Παλαιά Διαθήκη, καταλαβαίνει πολύ εὔκολα ποιούς ὑπονοεῖ ἐδῶ ὁ ἀπόστολος.
Ἀλλά, ἄν ἀνοίξουμε τό Συναξάρι καί διαβάσουμε τούς βίους τῶν Ἁγίων, θά δοῦμε ἐκεῖ μέσα βασανιστήρια φοβερά καί πρωτάκουστα. Τί δέν ἐπεννόησε ἡ διεστραμμένη φαντασία τῶν εἰδωλολατρῶν διωκτῶν! Ὅλα αὐτά τά ὑπέμειναν μέ καρτερία καί γενναιότητα τά τάγματα τῶν Μαρτύρων, οἱ στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ.
Ἀκόμη διαβάζοντας τούς βίους τῶν Ὁσίων Ἀσκητῶν μένουμε ἔκβαμβοι ἀπό τά πνευματικά ἀγωνίσματα καί τά τιτάνια παλαίσματά τους. Ἑκούσιες στερήσεις ἀναψυχῆς καί ἀνάπαυσης, νηστεῖες αὐστηρότατες, ἐξαντλητικές ἀγρυπνίες, προσευχές ἀσταμάτητες, ἀμέτρητες μετάνοιες, ἡ ταπείνωση καί ὁ ἐξευτελισμός καί ἄλλες σωματικές κακουχίες εἶχαν τήν πρώτη θέση στή ζωή τους. Ὁ πνευματικός τους ἀγώνας ἦταν ἀσταμάτητος, γιά νά κερδίσουν τόν ποθούμενο, δηλαδή τόν Ἰησοῦ Χριστό.
Ὁ ἱστορικός τῆς Ἐκκλησίας ἀναφερόμενος στούς Πατέρες τῆς Α΄. Οἰκουμενικῆς Συνόδου λέει, ὅτι ἐκεῖ μέσα ἦταν οἱ Ἅγοι Πατέρες ἄλλοι μέ ἕνα πόδι ἤ μέ ἕνα χέρι, χωρίς μάτια, μέ κομένη τήν μύτη ἤ τά αὐτιά, μέ ξεριζωμένα τά δόντια, μέ πολλές πληγές στά πρόσωπα, μέ σακατεμένα τά ἁγιασμένα σώματά τους. Ὅλοι εἶχαν τά στίγματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ὅπως ἀκριβῶς τό λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Γιατί αὐτό εἶναι πίστις καί αὐτό σημαίνει χριστιανός. Ἄνθρωπος τῆς μαρτυρίας, τῆς ὁμολογίας καί τοῦ μαρτυρίου, τῆς θυσίας.
Μετά ἀπό ὅλα αὐτά, ἀγαπητοί μου, θά τολμήσουμε νά ἀπαντήσουμε στό ἐρώτημα, ἄν εἴμαστε χριστιανοί ἤ ὄχι; Πῶς καί μέ τί θά τό ἀποδείξουμε; Εἴμαστε χριστιανοί γιά νά προσφέρει σέ μᾶς ὁ Χριστός καί ἡ Ἐκκλησία, γιά νά μᾶς ἐπαινεῖ ὁ κόσμος ἤ γιά νά προσφέρουμε ἐμεῖς στόν Χριστό καί στούς ἀνθρώπους; Μᾶς ἀρέσει ὁ ἀγώνας, ἡ ἄσκηση ἤ ἡ ἀνάπαυση καί ἡ καλοπέραση; Μέχρι σήμερα τί κάναμε γιά τήν πίστη μας, γιά νά ἀποδείξουμε, ὅτι εἴμαστε χριστιανοί; Ὁ χριστιανός τῶν σαλονιῶν, τοῦ καναπέ καί τῆς τηλεόρασης, ὁ χριστιανός τοῦ καφενείου, τοῦ καφέ στή γειτονειά καί τοῦ κοτσομπολιοῦ δέν εἶναι κἄν χριστιανός.
Ἡ προσευχή ἔχει κάποιο κόπο. Ἡ νηστεία ἔχει δυσκολίες. Δέν εἶναι εὔκολο πάλι νά ἀφήσεις τόν πρωϊνό σου ὕπνο καί νά ἔρθεις στή θεία Λειτουργία. Οὔτε εἶναι τόσο εὔκολο νά ξεγυμνώσεις τά τραύματα τῆς ψυχῆς σου στόν πνευματικό. Τό νά συγχωρήσεις τόν ἐχθρόν σου, προϋποθέτει μεγαλεῖο ψυχῆς. Γιά νά βοηθήσεις τόν πάσχοντα ἀδελφό σου, πρέπει νά ἔχεις μεγάλη καρδιά. Τό νά κόψεις τό δικό σου θέλημα, γιά νά κάνεις τό θέλημα τοῦ Χριστοῦ ἤ τοῦ ἀδελφοῦ σου, εἶναι ἀρκετά ὀδυνηρό. Αὐτό πονάει, μᾶς στοιχίζει πολύ. Ὅταν αὐτά τά σχετικῶς ἁπλά καί ἐλάχιστα δέν μποροῦμε νά κάνουμε, πῶς θά φτάσουμε νά μαρτυρήσουμε καί νά πεθάνουμε γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ὅταν αὐτό μᾶς ζητηθεῖ; Γιατί θά ἔρθει πάλι τέτοιος καιρός.
Θά τελειώσω μέ κάτι πού σᾶς τό εἶπα ἀρκετά παλαιότερα. Ὅταν ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος ἐξεστράτευε ἐναντίον τῶν Περσῶν, παρατήρησε σέ μιά μάχη, ὅτι ἕνας στρατιώτης ὅλο καί κρυβόταν, τήν μιά πίσω ἀπό ἕνα βράχο, τήν ἄλλη πίσω ἀπό ἕνα δέντρο κλπ. Μετά τήν μάχη τόν κάλεσε ὁ βασιλιάς καί τόν ρώτησε, πῶς σέ λένε; Ἐκεῖνος ἀπάντησε συνεσταλμένα, ὅτι Ἀλέξανδρος εἶναι τό ὄνομά του. Ἀ, τοῦ εἶπε, ἐδῶ θά τά χαλάσουμε. Ὁ Ἀλέξανδρος εἶναι γενναῖος καί ἐσύ εἶσαι δειλός. Στό ἑξῆς ἕνα ἀπό τά δύο θά γίνει. Ἤ θά ἀλλάξεις τό ὄνομά σου ἤ θά ἀλλάξεις τακτική καί θά γίνεις κι᾿ ἐσύ γενναῖος.
Αὐτό θά πρέπει νά κάνουμε κι᾿ ἐμεῖς: Ἤ θά ἀγωνισθοῦμε νά γίνουμε πραγματικοί χριστιανοί ἤ ἄν παραμείνουμε στήν κατάσταση πού εἴμαστε τώρα, νά παύσουμε νά λεγώμαστε χριστιανοί. Τέτοιους χριστιανούς δέν τούς θέλει ὁ Χριστός. Ὁ Θεός νά μᾶς ἐλεήσει καί νά μᾶς φωτίσει νά κάνουμε τό σωστό καί νά γίνουμε ὅλοι μας ἄξιοι χριστιανοί. Ἀμήν.-
Ὁμιλία στήν ἑορτή τῶν κορυφαίων Ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου (Ἅγ. Γρηγόριος Παλαμᾶς)
Περίληψη 28ης Ομιλίας, στην περικοπή Ματθ. 16,13-19. Οι δύο απόστολοι είναι λαμπροί φωστήρες, λαμπρύνοντας την Εκκλησία με τη συνάντησή τους κατά την εορτή της 29ης Ιουνίου, η οποία δεν προκαλεί έκλειψη, αλλά έκλαμψη. Υπενθυμίζοντας τις πράξεις τους τίποτε δεν προσθέτομε στα αγαθά τους, αλλ’ αυξάνομε αντίθετα τα δικά μας αγαθά. Κεντρικό σημείο της ομιλίας είναι η περιγραφή της αντιθετικής κινήσεως του πειρασμού και της μετάνοιας. Ο πειραστής έπεισε τον Πέτρο να επιδιώκει περισσότερο ζήλο από τον αναγκαίο, αλλ’ ενώ αυτός έφθασε στο σημείο όπου αρχίζει η πτώση, νίκησε τον πειραστή με την αυτοκατάγνωση, την αυτοκριτική του. Κατέστη υπόδειγμα ειλικρινούς μετάνοιας για την πτώση του στην άρνηση του Χριστού και πατέρας του γένους των θεοσεβών. Ο Παύλος πάλι με τη μετάνοιά του για την καταδίωξη της χριστιανικής πίστεως και την μετέπειτα δραστηριότητά του κατέστη υπόδειγμα καρτερίας. Οι δύο απόστολοι είναι ισάξιοι σε λαμπρότητα, γι’ αυτό και η Εκκλησία «μίαν και την αυτήν αμφοτέροις νέμει τιμήν».
ΕΚΦΩΝΗΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΚΟΡΥΦΑΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΥ
1. Η μνήμη καθενός από τους αγίους ερχόμενη κατά την εόρτιο ημέρα αυτής, είναι κοινή αφορμή ευφροσύνης και στα πλήθη και στις πόλεις και στους πολίτες και στους πολιτάρχες και γίνεται πρόξενος μεγάλης ωφέλειας σε όλους τους εορτάζοντες. Γιατί λέγει ο σοφός Σολομών «η μνήμη του δικαίου συνοδεύεται από εγκώμια, και όταν εγκωμιάζεται ο δίκαιος ευφραίνονται οι λαοί» (Παροιμ. 10, 7). Γιατί, όπως κατά τη νύχτα, όταν αναφθεί λαμπάδα το φως φέγγει για την ανάγκη και την απόλαυση όλων των παρόντων, έτσι και ο θεάρεστος βίος κάθε αγίου και το μακάριο τέλος του και η δοσμένη χάρη σ’ αυτόν από τον Θεό λόγω της καθαρότητας του βίου, προβαλλόμενος στο μέσον με τη μνήμη σαν κάποιος ολόλαμπρος πυρσός, προσφέρει κοινή την πνευματική ευφροσύνη και την ωφέλεια στους συναθροισμένους. Και όπως ακριβώς όταν γίνει ευφορία στη γη δεν ευχαριστούνται μόνον οι γεωργοί, αλλά και όλοι οι άνθρωποι (γιατί η απόλαυση από τους καρπούς της γης είναι κοινή σε όλους), έτσι και η προς τον Θεό καρποφορία των αγίων με την αρετή δεν ευφραίνει μόνο τον γεωργό των ψυχών, αλλά και όλους εμάς, αφού βρίσκεται μπροστά μας ως κοινή τρυφή και απόλαυση των ψυχών μας. Αλλωστε και όταν είναι ακόμη παρόντες σ’ αυτόν τον βίο οι άγιοι είναι όλοι προτροπή προς την αρετή για όλους εκείνους που τους ακούουν και τους βλέπουν με σύνεση· γιατί είναι έμψυχες εικόνες της αρετής, αυτοκίνητες στήλες κάθε καλού, βιβλία ζωντανά που ομιλούν γι’ αυτά που οδηγούν στα ανωτέρα, και όταν μεταβούν από αυτόν τον βίο με τη μνήμη των καλών σε εκείνους συντηρούν για χάρη μας αθάνατη την από αυτούς ωφέλεια. Η μνήμη επίσης των αγαθών έργων εκείνων είναι εγκώμιο εκείνων, που χρεωστείται βέβαια από εμάς σε εκείνους για την προγενέστερη ωφέλεια, είναι όμως χρήσιμο σε μας και τώρα, για το όφελος που προξενείται σ’ εμάς και τώρα από αυτούς.
2. Δεν προσθέτομε βέβαια κάτι στα αγαθά εκείνων υπενθυμίζοντας τις πράξεις τους. Πώς δηλαδή θα μπορούσαμε να το κάνομε αυτό εμείς που δεν είμαστε ικανοί ούτε την αρετή τους να παραστήσομε ολόκληρη; Γιατί φιλοτιμήθηκαν παρακινούμενοι από τις πάνω από το λόγο αμοιβές που είχε υποσχεθεί ο Θεός, να δείξουν, όσο επέτρεπε η φύση, και τρόπο ζωής που υπερβαίνει κάθε λόγο. Δεν αυξάνομε λοιπόν τα προσόντα αυτών εγκωμιάζοντάς τους, μακριά μια τέτοια σκέψη! αλλά αυξάνομε τα από εκείνους προξενούμενα σε μας αγαθά ανυψώνοντας τους εαυτούς μας προς εκείνους σαν θεοφεγγείς λυχνίες και κατανοώντας και προσδεχόμενοι περισσότερο την από εκείνους προερχόμενη καλλοποιό δύναμη.
3. Αν η μνήμη κάθε αγίου τελείται, για τους λόγους που είπαμε, από εμάς με ύμνους και τα εγκώμια που ταιριάζουν σ’ αυτούς, πόσο περισσότερο πρέπει του Πέτρου και του Παύλου, της κορυφαίας ακρότητας του κορυφαίου χορού των Αποστόλων; Αυτοί είναι κοινοί πατέρες και καθοδηγητές όλων εκείνων που φέρουν το όνομα του Χριστού, αποστόλων, μαρτύρων, οσίων, ιερέων, ιεραρχών, ποιμένων και διδασκάλων, και όλων των ποιμαινομένων και διδασκομένων, ως αρχιποιμένες ή και αρχιτέκτονες της κοινής όλων ευσέβειας και αρετής, και «ως φωστήρες στον κόσμο που επέχουν θέση ζωής» (Φιλ. 2, 16), που τόσο πολύ ξεπερνούν σε λάμψη εκείνους που διέλαμψαν με την ευσέβεια και την αρετή τους, όσο υπερβαίνει τους άλλους αστέρες ο ήλιος, ή όσο οι ουρανοί τους ουρανούς, διηγούμενοι την ανώτατη δόξα του Θεού· τόσο πολύ ξεπερνούν το μέγεθος των ουρανών και το κάλλος των αστέρων και την ταχύτητα και των δύο και την τάξη και τη δύναμη, όσο αυτοί φανερώνουν και τα πάνω από την αίσθηση προς αυτά τα υπερουράνια και υπερκόσμια, και αναπέμπουν φως, «στο οποίο δεν υπάρχει παραλλαγή ή αποσκίασμα μετατροπής» (Ιακ. 1, 17), όχι μόνο εξάγοντας από το σκότος στο θαυμαστό αυτό φως, αλλά καθιστώντας με τη μετάδοση αυτούς που μετέχουν φως και γεννήματα τέλειου φωτός, ώστε και ο καθένας από αυτούς κατά τη μελλοντική ένδοξη παρουσία και επιφάνεια του αρχίφωτου και θεάνθρωπου Λόγου να λάμψει σαν ήλιος.
4. Τέτοιοι φωστήρες έχοντας ανατείλει σήμερα σε μας ο ένας μαζί με τον άλλο λαμπρύνουν την Εκκλησία· γιατί η σύνοδος αυτών δεν προκαλεί έκλειψη, αλλά περίσσεια φωτός· γιατί δεν συμβαίνει, περιπολώντας ο ένας επάνω, να είναι εδραιωμένος στα ύψη, και ο άλλος να είναι χαμηλότερα για να υποσκιάσει τον άλλο, ούτε ο ένας να ηγείται της ημέρας και ο άλλος της νύχτας, ώστε φερόμενος αντίκρυ να πέσει στη σκιά, ούτε ο ένας να εκπέμπει το φως και ο άλλος να παίρνει το φως από εκεί, ώστε να παθαίνει από αυτό αλλοίωση, δεχόμενος άλλοτε αλλιώς τον φωτισμό ανάλογα με την απόσταση, αλλά, αφού και οι δύο κατέστησαν εξίσου μέτοχοι του Χριστού, της αστείρευτης πηγής, του αιώνιου φωτός, απέκτησαν ίσο και το ύψος και τη δόξα και τη λαμπρότητα. Γι’ αυτό και είναι αλληλουχία η σύνοδος των φωστήρων αυτών, που χορηγεί διπλάσια έλλαμψη στις ψυχές των πιστών.
5. Αλλ’ ο πρώτος αποστάτης που οδήγησε σε αποστασία από τον Θεό και τον πρώτο άνθρωπο, βλέποντας ήδη εκείνον που έπλασε τον Αδάμ πατέρα του γένους των ανθρώπων, να αναπλάθει ύστερα τον Πέτρο πατέρα του γένους των αληθινά θεοσεβών, και όχι μόνο βλέποντας, αλλά και ακούοντας αυτόν να λέγει προς αυτόν, «συ είσαι Πέτρος, και πάνω σ’ αυτή την πέτρα θα οικοδομήσω την Εκκλησία μου» (Ματθ. 16, 18)· αφού έμαθε αυτό ο αρχέκακος από τη φθονερή κακία του πειράζει και τον Πέτρο τον αρχηγό του γένους των θεοσεβών, όπως άλλοτε και τον Αδάμ τον αρχηγό του γένους των ανθρώπων. Γνωρίζοντας όμως ότι αυτός ήταν στολισμένος με σύνεση και πυρωμένος από την αγάπη προς τον Χριστό, δεν τολμά βέβαια την κατά πρόσωπο επίθεση, αλλά παραπλανώντας τον με δόλο κατά κάποιο τρόπο από πλάγια, και μάλιστα από δεξιά, τον πείθει να πράττει πέρα από τα αναγκαία, και κατά τον καιρό του σωτηρίου πάθους, λέγοντας ο Κύριος προς τους μαθητές, «αύτη τη νύχτα όλοι θα χάσουν την εμπιστοσύνη τους προς εμένα» (Ματθ. 26, 31), αυτός πρόβαλε με απείθεια αντίρρηση. Και όχι μόνον αυτό, αλλά έθετε και τον εαυτό του πάνω από όλους, λέγοντας ότι, και αν όλοι σκανδαλισθούν, αλλ’ εγώ όχι. Εγκαταλείπεται λοιπόν περισσότερο από τους άλλους, επειδή κυριεύθηκε από αλαζονεία, ώστε, αφού ταπεινωθεί περισσότερο από τους άλλους, να παρουσιασθεί στον κατάλληλο καιρό λαμπρότερος, όχι όπως ο Αδάμ που πειράσθηκε και συγχρόνως νικήθηκε και καταποντίσθηκε τελείως, αλλά, αφού πειράσθηκε και παρασύρθηκε για λίγο, νίκησε τον πειράζοντα. Πώς; Με την απευθείας κατάκριση του εαυτού του και τη σφοδρή λύπη και μετάνοια, και με το δραστικό προς εξιλέωση φάρμακο, τα δάκρυα· γιατί λέγει· «καρδιά συντριμμένη και ταπεινωμένη ο Θεός δεν θα την εξουθενώσει» (Ψαλμ. 50, 12), και η αρεστή στον Θεό λύπη προκαλεί μετάνοια αμετάτρεπτη προς σωτηρία, και «αυτός που σπέρνει την παράκληση με δάκρυα, θα θερίσει με αγαλλίαση τη συγχώρηση» (Ψαλμ. 125, 5).
6. Θα μπορούσε όμως κανείς να δει εξετάζοντας αυτόν, ότι όχι μόνο θεράπευσε με τη μετάνοια και το οδυνηρό πένθος την άρνηση στην οποία παρασύρθηκε, αλλά και ότι ξερρίζωσε τελείως από την ψυχή του το πάθος εξαιτίας του οποίου εγκαταλείφθηκε περισσότερο από τους άλλους. Και αυτό θέλοντας να δείξει σε όλους ο Κύριος, μετά το σαρκικό πάθος του για χάρη μας και την από τους νεκρούς τριήμερη ανάστασή του, χρησιμοποίησε προς τον Πέτρο τα λόγια που αναγνώσθηκαν σήμερα στο ευαγγέλιο, λέγοντας προς αυτόν «Σίμων υιέ του Ιωνά, με αγαπάς περισσότερο από αυτούς», δηλαδή από τους μαθητές μου. Και πρόσεχε την προς το ταπεινότερο μεταβολή αυτού. Αυτός δηλαδή που πρωτύτερα, και χωρίς να ερωτηθεί, τοποθέτησε πάνω από τους άλλους τον εαυτό του και είπε, «και αν όλοι σε αρνηθούν, όμως όχι εγώ», τώρα ερωτώμενος, εάν τον αγαπά περισσότερο από τους άλλους, συμφωνεί βέβαια ότι τον αγαπά, το περισσότερο όμως παραλείπει να το πει, λέγοντας· «ναι, Κύριε, συ γνωρίζεις ότι σε αγαπώ».
7. Τί λέγει λοιπόν ο Κύριος; Επειδή έδειξε αυτόν ότι ούτε από την προς αυτόν αγάπη εξέπεσε και ότι απέκτησε την ταπείνωση, εκπληρώνει την από παλαιά προς αυτόν υπόσχεση και λέγει προς αυτόν, «ποίμαινε τα αρνιά μου». Πραγματικά, όταν ονομάζει οικοδομή το σύνολο αυτών που πιστεύουν σ’ αυτόν υπόσχεται ότι θα τον τοποθετήσει θεμέλιο, λέγοντας «συ είσαι Πέτρος και επάνω σ’ αυτή την πέτρα θα οικοδομήσω την Εκκλησία μου» (Ματθ. 16, 8). Όταν ο λόγος γίνεται για την αλιεία τον κάμνει αλιέα ανθρώπων, λέγοντας «από τώρα θα αλιεύεις ανθρώπους» (Λουκά 5, 10). Όταν πάλι κάνει πρόβατα τους δικούς του τοποθετεί τον Πέτρο ποιμένα, λέγοντας «ποίμαινε τα αρνιά μου, ποίμαινε τα πρόβατά μου» (Ιω. 21, 15-16). Μπορούμε όμως αδελφοί, να αντιληφθούμε και από εδώ, ότι όσο ποθεί τη σωτηρία μας ο Κύριος τόσο περισσότερο και από αυτούς που τον αγαπούν δεν ζητεί τίποτε άλλο, παρά να μας οδηγούν προς τη βοσκή και τη σωτήρια μάνδρα.
8. Ας ποθήσομε λοιπόν και εμείς τη σωτηρία μας και ας δείξομε υπακοή σ’ αυτούς που με έργο και λόγο μας οδηγούν προς αυτήν· γιατί αρκεί να θελήσει καθένας από εμάς να πορευθεί τον δρόμο που οδηγεί προς τη σωτηρία, και ο καθηγητής έφτασε ετοιμασμένος από τον κοινό Σωτήρα, και ο χορηγός της σωτηρίας είναι ετοιμότατος εξαιτίας της υπερβολικής φιλανθρωπίας του ως αυτόκλητος, ή μάλλον όντας αυτοπαράκλητος. Και ερωτά τρεις φορές, ώστε αποκρινόμενος εκείνος τρεις φορές, να δώσει την καλή ομολογία και με την τριπλή ομολογία να θεραπεύσει την τριπλή άρνηση· και τρεις φορές τον ορίζει επικεφαλής στα αρνιά και τα πρόβατά του, τοποθετώντας κάτω από τον Πέτρο και τις τρεις τάξεις των σωζομένων, τη δουλεία, την μισθοφορία και την υιότητα, ή την παρθενία, τη χηρεία με σωφροσύνη και τον τίμιο γάμο. Αλλά ο Πέτρος, ερωτώμενος πάλι και πάλι αν αγαπά τον Χριστό, στενοχωρήθηκε, λέγει, από τις επανειλημμένες ερωτήσεις επειδή νόμισε ότι δεν τον πίστευε. Γνωρίζοντας όμως τον εαυτό του, ότι τον αγαπά και μη αγνοώντας ούτε και αυτό, ότι γνωρίζεται από αυτόν που τον ερωτά περισσότερο από όσο ο ίδιος γνωρίζει τον εαυτό του, περισφιγμένος κατά κάποιο τρόπο από παντού, δεν ομολογεί μόνο ότι τον αγαπά, αλλά και κηρύττει, ότι ο αγαπώμενος από αυτόν είναι ο Θεός των όλων, λέγοντας· «συ, Κύριε, γνωρίζεις τα πάντα, συ γνωρίζεις ότι σε αγαπώ» (Ιω. 21, 17)· γιατί το να γνωρίζει τα πάντα είναι γνώρισμα του Θεού των πάντων.
9. Ο Κύριος όμως αφού αυτός έκαμε αυτή την ομολογία από την ψυχή του, όχι μόνο τον χειροτονεί ποιμένα και αρχιποιμένα όλης της Εκκλησίας του, αλλά υπόσχεται ότι θα τον περιζώσει με τόση δύναμη, ώστε να δείξει υπομονή και μέχρι θανάτου, και μάλιστα σταυρικού θανάτου, αυτός που πριν από την υπόσχεση αυτή δεν άντεξε ούτε στην ερώτηση και λαλιά ενός κοριτσιού. «Σε διαβεβαιώνω αληθινά», είπε προς αυτόν, «ότι όταν ήσουν νεώτερος» και στη σωματική και στην πνευματική ηλικία, «έζωνες τον εαυτό σου», δηλαδή χρησιμοποιούσες τη δύναμή σου και περπατούσες όπου ήθελες, όντας αυτοκίνητος και ζώντας σύμφωνα με την προαίρεση που είχες από τη φύση σου, όταν όμως θα γεράσεις φθάνοντας στο άκρο της σωματικής και της πνευματικής ηλικίας, «θα απλώσεις τα χέρια σου»· με τα λόγια αυτά προδηλώνει το δια του σταυρού τέλος του και μαρτυρεί ότι το δέσιμό του πάνω σ’ αυτόν δεν θα γίνει χωρίς τη θέληση του Πέτρου. Θα απλώσεις λοιπόν ο ίδιος τα χέρια σου και άλλος θα σε ζώσει, δηλαδή θα σε ενδυναμώσει και θα σε φέρει όπου δεν θέλεις φεύγοντας από τους ανθρώπους επειδή η φύση δεν θέλει τη διάλυσή της με το θάνατο· γιατί το υπερφυσικό μαρτύριο του Πέτρου δείχνει τη σχέση της φύσεώς μας εδώ προς τη ζωή· γιατί εκείνα, λέγει, θα υπομείνεις με καρτερία και με τη θέλησή σου για μένα και τη μαρτυρία μου παίρνοντας δύναμη από μένα, τα οποία επειδή είναι πάνω από τη φύση δεν τα θέλει ως από τη φύση της η φύση.
10. Αλλά ο Πέτρος βέβαια τέτοιος ήταν, όσο μπορούμε από αυτά τα λίγα να γνωρίσομε. Τί ήταν όμως ο Παύλος και ποιά γλώσσα, ή μάλλον ποιές και πόσες θα μπορέσουν να παραστήσουν ακόμα και μέτρια την μέχρι θανάτου καρτερία εκείνου για χάρη του Χριστού; Αυτός καθημερινά πέθαινε, ή καλύτερα ζούσε όντας παντοτινά πεθαμένος αφού δεν ζούσε αυτός πλέον, όπως ο ίδιος λέγει, αλλ’ είχε μέσα του ζώντα τον Χριστό (Γαλ. 2, 20). Για την αγάπη του Χριστού όχι μόνο θεώρησε όλα τα παρόντα σκύβαλα, αλλά και τα μέλλοντα τα τοποθετούσε δεύτερα συγκρίνοντάς τα προς αυτόν γιατί λέγει· «είμαι πεπεισμένος, ότι ούτε ο θάνατος, ούτε η ζωή, ούτε τα παρόντα, ούτε τα μέλλοντα, ούτε ύψωμα ούτε βάθος θα μπορέσει να μας χωρήσει από την αγάπη του Θεού που μας έδειξε μέσω του Ιησού Χριστού» (Ρωμ. 8, 38). Και είχε ζήλο Θεού, ώστε και να ζηλεύει εμάς με ζήλο Θεού. Και σε ποιόν άλλο θα παραχωρήσει τα ίσα, παρά μόνο στον Πέτρο; Ποιός πάλι ήταν ως προς την ταπείνωση άκουσε αυτόν πάλι να λέγει για τον εαυτό του· «εγώ είμαι ο ελάχιστος από τους Αποστόλους, τέτοιος που δεν είμαι ικανός να ονομάζομαι απόστολος» (Α’ Κορ. 15, 9).
11. Τί λοιπόν; Αφού είναι ίδιος με τον Πέτρο στην ομολογία, τον ζήλο, την ταπείνωση, την αγάπη, άραγε δεν επέτυχε και τα ίδια έπαθλα από αυτόν που τα πάντα τα χορηγεί με δικαιότατο ζυγό και μέτρο και σταθμά; Γι’ αυτό στον Πέτρο βέβαια λέγει, «συ είσαι Πέτρος, και πάνω σ’ αυτή την πέτρα θα οικοδομήσω την Εκκλησία μου», ενώ για τον Παύλο τί λέγει προς τον Ανανία; «Αυτός είναι σκεύος εκλογής μου για να μεταφέρει το όνομά μου ενώπιον εθνών και βασιλέων» (Πράξ. 9, 15). Ποιό όνομα; Οπωσδήποτε αυτό με το οποίο ονομασθήκαμε εμείς, την Εκκλησία του Χριστού, την οποία ως θεμέλιο βαστάζει ο Πέτρος. Βλέπετε πόση είναι η λαμπρότητα και η ομοτιμία του Πέτρου και του Παύλου, και ότι και από τους δύο βαστάζεται η Εκκλησία του Χριστού; Γι’ αυτό και αυτή τώρα απονέμει μία και την ίδια τιμή και στους δύο, εορτάζοντας σήμερα και τους δύο μαζί ομότιμα. Αλλά εμείς, εξετάζοντας το τέλος αυτών, ας μιμηθούμε τον τρόπο ζωής των και αν όχι τα άλλα, τουλάχιστο την από την ταπείνωση και μετάνοια διόρθωση· γιατί τα άλλα βέβαια είναι μεγάλα και υψηλά και ταιριάζουν σε μεγάλους και είναι κατάλληλα προς μίμηση από μεγάλους, μερικά ίσως είναι τελείως αμίμητα από όλους, η διόρθωση όμως από τη μετάνοια ταιριάζει σε μας περισσότερο παρά σε εκείνους, αφού και καθημερινά διαπράττομε ο καθένας πολλά πταίσματα (Ιακ. 3, 2) και από πουθενά αλλού δεν υπάρχει για μας ελπίδα σωτηρίας, αν δεν αποσπάσομε αυτήν από τη διαρκή μετάνοια.
12. Προηγείται όμως της μετάνοιας η αναγνώριση και κατανόηση των δικών μας πταισμάτων, η οποία είναι μεγάλη αφορμή προς εξιλέωση· γιατί λέγει ο Ψαλμωδός προφήτης προς τον Θεό «ελέησέ με, γιατί εγώ γνωρίζω την ανομία μου» (Ψαλμ. 50, 1-2), αποσπώντας με την επίγνωση το έλεος και με την εξαγόρευση και αυτομεψία αποκομίζοντας τέλεια τη συγχώρηση· γιατί λέγει· «είπα, θα εξαγορεύσω εναντίον μου την ανομία μου προς τον Κύριο, και συ συγχώρησες την ασέβεια της καρδιάς μου» (Ψαλμ. 31, 6)· γιατί την επίγνωση των αμαρτημάτων μας ακολουθεί η αυτοκατάκριση, και αυτήν η λύπη για τα αμαρτήματα, την οποία ο Παύλος ονόμασε «λύπη κατά Θεόν» (Β’ Κορ. 7, 10). Αυτήν πάλι την κατά Θεόν λύπη ακολουθεί η με συντριμμένη καρδιά εξομολόγηση και παράκληση προς τον Θεό, και η υπόσχεση της αποχής στο εξής από τις κακίες· και αυτό είναι η μετάνοια.
13. Και εξαιτίας αυτού ο Μανασσής εκείνος απαλλάχθηκε από την τιμωρία για τα αμαρτήματά του, αν και βέβαια περιέπεσε σε πλήθος και μέγεθος και βάθος παραπτωμάτων και κυλιόταν σ’ αυτά για περίοδο πολλών ετών (Δ’ Βασ. 21, 1-18). Του Δαβίδ πάλι όχι μόνο εξάλειψε ο Κύριος το αμάρτημα εξαιτίας της μετάνοιάς του, αλλά και δεν του αφαίρεσε την προφητική χάρη. Αυτήν χρησιμοποιώντας και ο Πέτρος, όχι μόνο σηκώθηκε από την πτώση και επέτυχε τη συγχώρηση, αλλά και του ανατέθηκε η προστασία της Εκκλησίας του Χριστού. Αυτήν την προστασία θα βρεις να έχει επιτύχει και ο Παύλος μετά την επιστροφή και την προκοπή και την παραπάνω από τους άλλους οικείωση με τον Θεό· γιατί η μετάνοια αν είναι αληθινή και βγαίνει αληθινά από την καρδιά, πείθει τον κάτοχό της να μη συνεχίζει τις αμαρτίες, να μη προσηλώνεται πια στα φθειρόμενα, να μη χάσκει πλέον στις μη καλές ηδονές, αλλά να καταφρονεί τα παρόντα, να αφοσιώνεται στα μέλλοντα, να αγωνίζεται εναντίον των παθών, να επιδιώκει τις αρετές, να δείχνει εγκράτεια σε όλα, να επαγρυπνεί με τις προς τον Θεό προσευχές, να απέχει από το κέρδος από αδικίες, να είναι συγχωρητικός προς εκείνους που πταίουν σ’ αυτόν, να είναι ευμενής προς όσους τον ικετεύουν, να είναι προθυμότατος και να κάμπτεται μέσα από την ψυχή του προς όλους εκείνους που χρειάζονται τη βοήθειά του, παρέχοντας από όσα έχει, λόγια, έργα, χρήματα, ώστε με τη φιλανθρωπία να κερδίσει τη φιλανθρωπία και αντί της προς τον πλησίον αγάπης να λάβει την εκ μέρους του Θεού αγάπη και να αποσπάσει την προς τον εαυτό του θεία ευμένεια και να επιτύχει το αιώνιο έλεος και τη θεία ευλογία και χάρη που παραμένει στον αιώνα.
14. Αυτήν εύχομαι να επιτύχομε όλοι εμείς με τη χάρη του μονογενούς Υιού του Θεού, στον οποίο πρέπει δόξα, δύναμη, τιμή και προσκύνηση μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.
(Γρηγορίου Παλαμά Έργα, ΕΠΕ, τόμος 10, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»)
«Το σκεύος της εκλογής»
Του Σεβασμωτάτου Μητροπολίτου Καστορίας κ. Σεραφείμ, Υπερτίμου και Εξάρχου Άνω Μακεδονίας
«Παύλος, δούλος Ιησού Χριστού, κλητός απόστολος»1.
«Ο του Παραδείσου πολίτης,
Ο εις τρίτον αρπαγείς ουρανόν,
Ο των απορρήτων τω Θεώ κοινωνήσας,
Ο πλέον των Αποστόλων απάντων κοπιάσας,
Το σκεύος της εκλογής,
Ο κήρυξ των εθνών,
Ο γην και θάλατταν περιδραμών και πανταχού τρόπαια στήσας της ιδίας ανδρείας»2,
Παύλος, ο Απόστολος της Ελλάδος και φωτιστής της Μακεδονίας, μαζί με τον πρωτοκορυφαίο Απόστολο Πέτρο μονοπωλούν και πάλι τη σκέψη όλων μας, μα πολύ περισσότερο την καρδιά μας, αφού αξιωνόμαστε έπειτα από πολυήμερη νηστεία σχεδόν άγνωστη στους πολλούς, να γιορτάσουμε την πάμφωτη μνήμη τους.
Είναι αδύνατο κανείς να μιλήσει για την ουρανομήκη αυτή μορφή χρησιμοποιώντας δικό του λεξιλόγιο και δικές του εκφράσεις, γιατί απλούστατα θα μειώσει κατά πολύ τη μορφή του Αποστόλου. Γι’ αυτό και πάλι θα χρησιμοποιήσουμε ως οδηγό στον άτεχνο αυτό λόγο μας τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, αφού «στόμα Χριστού Παύλος, στόμα δε Παύλου Χρυσόστομος»3.
Τι ήταν ο Απόστολος Παύλος για τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο; Άνθρωπος με πολλή αγάπη. Η αγάπη στο πρόσωπο του Χριστού τον έκανε επίγειο άγγελο και ουράνιο άνθρωπο. «Και ο Παύλος ήταν άνθρωπος έχοντας την ίδια με μας φύση και όλα τα άλλα κοινά, αλλ’ επειδή έδειξε πολλή αγάπη για το Χριστό, ξεπέρασε τους ουρανούς και στάθηκε μαζί με τους αγγέλους. Επομένως αν θελήσουμε και εμείς να εγερθούμε λίγο και ν’ ανάψουμε μέσα μας τη φωτιά εκείνη, θα μπορέσουμε να μιμηθούμε τον άγιο εκείνον. Γιατί βέβαια, αν ήταν αδύνατο αυτό, δε θα φώναζε “γίνεσθε μιμητές μου, όπως είμαι και εγώ του Χριστού”»4.
Μάλιστα, ο ιερός πατήρ προσπαθεί να βρει ένα στοιχείο με το οποίο να συγκρίνει την ψυχή του Αποστόλου, την οποία ονομάζει χρυσή και αδαμάντινη. «Και γαρ αδάμαντος ην παντός στερρωτέρα και χρυσού και λίθων τιμίων τιμιωτέρα»5. Και συμπεραίνει πως με κανένα από αυτά που υπάρχουν δεν μπορεί να συγκριθεί η ψυχή του χριστοκήρυκος Παύλου.
«Σύγκρινε όλο τον κόσμο και τότε θα δεις ότι η ψυχή του Παύλου έχει περισσότερη αξία. … Πραγματικά ήταν πιο άξιος απ’ όλους. Εάν λοιπόν ο κόσμος δεν ήταν ισάξιος του Παύλου, ποιός ήταν ισάξιός του; Μήπως ο ουρανός; Αλλά και αυτό είναι μικρό. Γιατί αφού αυτός από τον ουρανό και τα ευρισκόμενα στους ουρανούς προτίμησε την αγάπη του Κυρίου, πολύ περισσότερο ο Κύριος που είναι τόσο αγαθότερος απ’ αυτόν όσο η αγαθότητα από την πονηρία, θα τον προτιμήσει αυτόν από άπειρους ουρανούς»6.
Εκείνο όμως το οποίο μας συγκινεί ιδιαίτερα κάθε φορά που τον ακούμε να μας εκφράζει την δική του αποστολική εμπειρία μέσα από τα αποστολικά αναγνώσματα, τα οποία σαν πολύτιμη παρακαταθήκη κρατάει η αγία μας Εκκλησία, είναι τα στίγματα του Ιησού Χριστού.
«Του λοιπού κόπους μοι μηδείς παρεχέτω· εγώ γαρ τα στίγματα του Κυρίου Ιησού εν τω σώματί μου βαστάζω»7.
1. Τα στίγματα του Ιησού Χριστού
Είναι το επιχείρημα, το οποίο επιστρατεύει για να πείσει τους Γαλάτες να επιστρέψουν στο Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού. Και όπως πολλές φορές στο παρελθόν, προκειμένου να τους δείξει ότι προσέφερε αδάπανα το Ευαγγέλιο χρησιμοποιεί ως παράδειγμα την ενασχόλησή του με την τέχνη του σκηνοποιού, τώρα τους αποκαλύπτει τις πληγές και τα τραύματα από τα βασανιστήρια που υπέμεινε για το όνομα του Χριστού.
Πόσο συγκλονιστική είναι η απολογία του στους Κορινθίους της εποχής του! «Τρις ερραβδίσθην, άπαξ ελιθάσθην, τρις εναυάγησα, νυχθημερόν τν τω βυθώ πεποίηκα· οδοιπορίαις πολλάκις, κινδύνοις ποταμών, κινδύνοις ληστών, κινδύνοις εκ γένους, κινδύνοις εξ εθνών, κινδύνοις εν πόλει, κινδύνοις εν ερημία, κινδύνοις εν θαλάσση, κινδύνοις εν ψευδαδελφοίς· εν κόπω και μόχθω, εν αγρυπνίαις πολλάκις, εν λιμώ και δίψει, εν νηστείαις πολλάκις, εν ψύχει και γυμνότητι»8. Και όπως ο Χριστός, για να πείσει του Μαθητές Του, έδειξε τα χέρια Του και τους τύπους των ήλων λέγοντας : «ψηλαφήσετέ με και ίδετε»9· όπως προσκαλεί τον απιστούντα Θωμά «να βάλει την χείρα του εις την πλευράν Του»10, έτσι και ο Απόστολος, για να κάνει πιστευτό το Ευαγγέλιο, φανερώνει τις πληγές και τα στίγματά του.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος είναι αποκαλυπτικός και πάλι : «Λαμπρότερον από κάθε λόγον, από κάθε φωνήν απολογούμαι δι’ αυτών (των στιγμάτων), λέγει. Διότι αυτά εκβάλλουν φωνήν ισχυροτέραν από την φωνήν της σάλπιγγος προς εκείνους οι οποίοι αντιλέγουν και λέγουν ότι υποκρίνομαι ως προς την πίστιν και ότι λέγω κάτι δια να αρέσω στους ανθρώπους. Διότι ούτε εάν κανείς έβλεπε στρατιώτην να εξέρχεται της παρατάξεως αιματωμένος και να έχει αμέτρητα τραύματα θα ηνείχετο να κατηγορή αυτόν ως δειλόν και προδότην ενώ φέρει εις το σώμα του την απόδειξιν της ανδραγαθίας»11.
2. Τα στίγματα του Ιησού Χριστού
Τα στίγματα του Χριστού είναι η αγάπη του Αποστόλου για τον Εσταυρωμένο · Αυτόν που συνάντησε στο δρόμο της Δαμασκού και ο Οποίος, αφού τον έβγαλε από την αγνωσία και το σκότος στο οποίο βρισκόταν, τον κάλεσε να γίνει Απόστολος και κήρυκας των Εθνών, «του βαστάσαι το όνομά μου»12.
Τα στίγματα του Χριστού είναι η προσπάθεια του Αποστόλου να αντιγράψει στη ζωή του τη ζωή του Χριστού και ιδιαίτερα τη Σταύρωση αλλά και την Ανάστασή Του : «Ει γαρ σύμφυτοι γεγόναμεν τω ομοιώματι του θανάτου αυτού, αλλά και της αναστάσεως εσόμεθα»13. Για να μπορεί κανείς δηλαδή να αναστηθεί, θα πρέπει προηγουμένως να σηκώσει το δικό του σταυρό, να φθάσει στην ώρα της σταυρώσεως, να πεθάνει για τον κόσμο και την αμαρτία του κόσμου, να υπομείνει θλίψεις και δοκιμασίες για τη Βασιλεία των Ουρανών και συγχρόνως να συναναστηθεί με το Δεσπότη Χριστό.
Ο Άγιος Κλήμης Επίσκοπος Ρώμης, λίγο μετά το μαρτύριο του Αποστόλου Παύλου, περιγράφει λιτά αυτά τα στίγματα του Αποστόλου καθώς και τους πόνους του Αποστόλου Πέτρου : «δια ζήλον και φθόνον οι μέγιστοι και δικαιότατοι στύλοι εδιώχθησαν και έως θανάτου ήθλησαν. Λάβωμεν προ οφθαλμών ημών τους αγαθούς αποστόλους• Πέτρον, ός δια ζήλον άδικον ουχ ένα ουδέ δύο, αλλά πλείονας υπήνεγκεν πόνους και ούτω μαρτυρήσας επορεύθη εις τον οφειλόμενον τόπον της δόξης. Δια ζήλον και έριν Παύλος υπομονής βραβείον υπέδειξεν, επτάκις δεσμά φορέσας, φυγαδευθείς, λιθασθείς, κήρυξ γενόμενος εν τε τη ανατολή και εν τη δύσει, το γενναίον της πίστεως αυτού κλέος έλαβεν. Δικαιοσύνην διδάξας όλον τον κόσμον, και επί το τέρμα της δύσεως ελθών και μαρτυρήσας επί των ηγουμένων, ούτως απηλλάγη του κόσμου και εις τον άγιον τόπον ανελήφθη, υπομονής γενόμενος μέγιστος υπογραμμός»14. Άλλωστε «μόνο εκείνοι που είναι απολύτως πεπεισμένοι ότι αυτό που κηρύττουν και διδάσκουν είναι αλήθεια, μόνο αυτοί αποδέχονται να διωχθούν και να πάθουν δι’ αυτή»15.
3. Τα στίγματα του Ιησού Χριστού
Ο φοβερός λόγος του Αποστόλου Παύλου για τα στίγματα του Χριστού που φέρει στο σώμα του, μάς υποβάλλει συγχρόνως και πολλά ερωτήματα για την εποχή μας, κατά την οποία επικρατεί η ραθυμία, η καλοπέραση, η φιλαυτία, ο εγωισμός, το αντιπατερικό και αντιησυχαστικό πνεύμα, η παγκοσμιοποίηση και όλα εκείνα τα μέσα τα οποία χρησιμοποιεί ο κόσμος της αμαρτίας, με σκοπό να μας πείσει να εγκαταλείψουμε το ομολογιακό φρόνημα και την αγάπη στο πρόσωπο του Χριστού.
Είμαστε έτοιμοι να δεχθούμε τη λοιδορία και τις προσβολές του κόσμου και να ομολογούμε Ιησούν «Χριστόν εσταυρωμένον»16;
Είμαστε έτοιμοι να υποβληθούμε σε κόπους, προσφορές και θυσίες μέσα από το πνεύμα της ανιδιοτελούς αγάπης το οποίο διδάσκει η Εκκλησία ώστε να ανακουφίσουμε τον κουρασμένο οδοιπόρο αυτής της ζωής, χωρίς βέβαια να περιμένουμε κανέναν έπαινο, πολύ δε περισσότερο καμία ανταπόδοση;
Είμαστε έτοιμοι να ομολογήσουμε την «άπαξ παραδοθείσαν τοις αγίοις πίστιν»17, την μοναδικότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, την εμμονή μας στη ζωογόνο Παράδοσή μας, τον τρόπο ζωής και τη μέθοδο θεραπείας που προσφέρει στον πεπτωκότα και ασθενή άνθρωπο;
Είμαστε έτοιμοι να φέρουμε στο σώμα μας, μα πολύ περισσότερο στην καρδιά μας, τα στίγματα του Ιησού Χριστού;
Είμαστε έτοιμοι να θυσιάσουμε τη θέση, την οποία κατέχουμε, προκειμένου να μην προδώσουμε τις αρχές μας, τις ιδέες μας και κυρίως το Ευαγγέλιο, που είναι για τον καθένα μας γνώμονας σωτηρίας;
Αυτά τα στίγματα αποτελούν τεκμήρια αγάπης στο πρόσωπο του Χριστού, αλλά και απόδειξη της πίστεώς μας, μια πίστη που οφείλει να μην είναι πλασματική, θεωρητική, ψεύτικη και νεκρή, αλλά ζώσα, έμπρακτη και σώζουσα, ώστε να μπορούμε να εισέλθουμε θριαμβευτές στη Βασιλεία των Ουρανών και να συμβασιλεύσουμε μαζί Του. «Ει γαρ συναπεθάνομεν και συζήσομεν· ει υπομένομεν και συμβασιλεύσομεν»18. Άλλος δρόμος εκτός από αυτόν δεν υπάρχει.
Φωστήρα τρισμέγιστε της οικουμένης, Απόστολε Παύλε, συ, «ο πυρός θερμότερος, ο σιδήρου ευτονώτερος και ο αδάμαντος στερρότερος»19, ικέτευε τον Δεσπότη Χριστό να παράσχει στις ψυχές μας άφεση αμαρτιών.
Είναι το μόνο που μπορούμε να ζητήσουμε την ώρα αυτή…
Άγιοι Πέτρος και Παύλος Πρωτοκορυφαίοι Απόστολοι
Πρωτ. Τρύφωνα Παπαγιάννη, Θεολόγου – Καθηγητή Μ.Ε.
Γιορτή των δύο μεγάλων και κορυφαίων αποστόλων του Χριστού, του Πέτρου και του Παύλου. Προς αυτούς τους δυο μεγάλους άνδρες της θα αποτίσει τον οφειλόμενο φόρο της τιμής και της ευγνωμοσύνης για την ανυπολόγιστα μεγάλη συμβολή τους στο έργο της διάδοσης της χριστιανικής πίστης και της εδραίωσης της Εκκλησίας μας. Στις εικόνες τους ζωγραφίζονται οι δύο απόστολοι να κρατούν την Εκκλησία, που συμβολικά εικονίζεται με ένα μικρό βυζαντινό ναό. Γιατί και οι δυο αυτοί απόστολοι υπήρξαν πράγματι οι στύλοι και οι ακρογωνιαίοι λίθοι, επάνω στους οποίους οικοδομήθηκε το ιερό ίδρυμα της Εκκλησίας του Χριστού.
Και συνημμένοι και οι δυο σε μια γιορτή, εικονισμένοι σε μία εικόνα, συμβολίζουν την ενότητα της πίστεως, την ενότητα της Εκκλησίας, που απετελέσθη από ετερογενή στοιχεία, την περιτομή -τους Εβραίους- προς τους όποιους εστράφη το ιεραποστολικό έργο του Πέτρου, και τα έθνη-τους ειδωλολάτρες- για τον εκχριστιανισμό των οποίων κοπίασε ο απόστολος των Εθνών, ο Παύλος. Αυτός ακριβώς ήταν και ο λόγος που προκάλεσε τη σύσταση κοινής γιορτής των δυο κορυφαίων, όταν το έτος 258 στις 29 Ιουνίου ο τότε Πάπας μετακόμιζε τα οστά τους στην κατακόμβη του αγίου Σεβαστιανού της Ρώμης. Και ήταν τόσο επιτυχής η συζυγία αυτή, ώστε πολύ γρήγορα η εορτή αυτή έγινε παγκόσμιος, εορταζομένη «εν πάσαις ταις κατά τόπον αγίαις του Θεού εκκλησίαις». Οι άλλες εορτές των αποστόλων και η μνήμη του θανάτου τους επισκιάσθηκαν από τη νέα γιορτή.
Ο Πέτρος καταγόταν από τη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας και ήταν γιος του Ιωνά, αδελφός του Αποστόλου Ανδρέα του Πρωτόκλητου. Ο Πέτρος και ο Ανδρέας ήταν ψαράδες στη λίμνη Γεννησαρέτ. Είχε νυμφευθεί στην Καπερναούμ, όπου έμενε οικογενειακά μαζί με την πεθερά του. Όπως μας πληροφορεί το Ευαγγέλιο, όταν ο Ιησούς έφθασε στη λίμνη της Γεννησαρέτ συνάντησε τους δυο αδελφούς Πέτρο και Ανδρέα οι οποίοι έριχναν τα δίχτυα τους. Αμέσως μετά την κλήση τους, άφησαν τα δίχτυα και τις οικογένειές τους και τον ακολούθησαν. Ψαράς στο επάγγελμα, ήταν τύπος αυθόρμητος, ορμητικός, και τη ζωή του κοντά στο Χριστό τη μαθαίνουμε από τα τέσσερα Ευαγγέλια, ενώ την αποστολική του δράση, από τις πράξεις των Αποστόλων. Έγραψε και δύο Καθολικές Επιστολές, μέσα στις οποίες να τι προτρέπει τους χριστιανούς: «Νήψατε, γρηγορήσατε, ο αντίδικος υμών διάβολος ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη» (Α΄ Πέτρου, ε΄ 8). Δηλαδή εγκρατευθείτε, γίνετε άγρυπνοι και προσεκτικοί. Διότι ο αντίπαλος και κατήγορός σας ο διάβολος, σαν λιοντάρι που βρυχάται, περιπατεί με μανία και ζητάει ποιον να τραβήξει μακριά από την πίστη και να τον καταπιεί. Μετά την Ανάληψη του Κυρίου, ο Πέτρος, δίδαξε το Ευαγγέλιο στην Ιουδαία, στην Αντιόχεια, στον Πόντο, στην Γαλατία, στην Καππαδοκία, στην Ασία και τη Βιθυνία. Κατά την παράδοση έφτασε μέχρι την Ρώμη, όπου επί Νέρωνος (54-68μ.Χ.) υπέστη μαρτυρικό θάνατο, αφού τον σταύρωσαν χιαστί, με το κεφάλι προς τα κάτω περί το έτος 64 μ.Χ.
Ο δε Παύλος γεννήθηκε στην Ταρσό της Κιλικίας σε ένα χωρίο που ονομάζεται Γίσχαλα και στην αρχή ήταν σκληρός διώκτης του Χριστιανισμού. Το 36 μ.Χ. περίπου, όταν κάποτε μετέβαινε στη Δαμασκό για να διώξει και εκεί χριστιανούς, έγινε θαύμα στο οποίο φανερώθηκε ο Χριστός, ο οποίος τον πρόσταξε να πάει στον Ανανία ο οποίος τον κατήχησε και τον βάπτισε. Έτσι, έγινε ο μεγαλύτερος κήρυκας του Ευαγγελίου, θυσιάζοντας μάλιστα και την ζωή του γι’ αυτό. Ονομάστηκε ο πρώτος μετά τον Ένα και Απόστολος των Εθνών, λόγω των τεσσάρων μεγάλων αποστολικών περιοδειών του. Είναι ο ιδρυτής της Εκκλησίας της Ελλάδος. Συνέγραψε 14 επιστολές προς τις Εκκλησίες, τις οποίες εκείνος ίδρυσε. Τη ζωή του με τις περιπέτειές του θα τα δει κανείς, αν μελετήσει τις Πράξεις των Αποστόλων, αλλά και τις 14 Επιστολές του στην Καινή Διαθήκη. Ο Απόστολος Παύλος υπέστη μαρτυρικό θάνατο (χωρίς να είναι απόλυτα ιστορικά διασταυρωμένο) δι’ αποκεφαλισμού στη Ρώμη μεταξύ των ετών 64 – 67 μ.Χ.
Στο ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής ο ευαγγελιστής Ματθαίος τονίζει τη μεγάλη αξία και προσωπικότητα του Αποστόλου Πέτρου. Παρουσιάζει πρώτα το Χριστό να ρωτά τους μαθητές Του για το ποιά είναι η άποψη των ανθρώπων γι’ Αυτόν. Από την απάντηση που του δίνουν φαίνεται καθαρά ότι οι άνθρωποι δεν είχαν καταλάβει και δεν είχαν αναγνωρίσει στο πρόσωπό Του τη Θεότητα. Πίστευαν οι πιο πολλοί ότι ήταν άλλος ένας προφήτης. Η ίδια αμφισβήτηση για το Θεανθρώπινο πρόσωπο του Χριστού βλέπουμε ότι εξακολουθεί να υπάρχει κατά καιρούς μέχρι τις μέρες μας. Η απόφαση της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου που τονίζει ότι ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος δεν τους έπεισε. Μετά ο Χριστός κάνει την ερώτηση στους μαθητές Του. « Σεις ποιός λέτε ότι είμαι;» Εκ μέρους όλων, όπως συνήθιζε, λόγω χαρακτήρα και αυθορμητισμού, απάντησε ο απόστολος Πέτρος, ότι ο Χριστός είναι « ο υιός του Θεού του αιωνίου, που έχει ζωήν και δίδει ζωήν».
Απ’ αυτό φαίνεται ότι ο Πέτρος και κατ’ επέκταση το στενό περιβάλλον του Χριστού, αναγνώριζαν τη Θεότητά Του. Συνεχίζει ο Χριστός το λόγο Του προς τον Πέτρο και του αναγνωρίζει την αξία του και την αποστολή του. Δίνει επίσης σ’ αυτόν, στους άλλους αποστόλους και κατ’ επέκταση στους διαδόχους τους επισκόπους, την εξουσία να συγχωρούν αμαρτίες. Από εδώ καθιερώνεται και το μυστήριο της θείας Εξομολογήσεως.
ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΥ
Ο Άγιος Απόστολος Παύλος, του οποίου σήμερα εορτάζουμε την μνήμη του, δεν εξεκίνησε από την αρχή της ζωής του να αγαπάει τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό. Όχι μόνο δεν Τον αγαπούσε, αλλά Τον μισούσε στην αρχή. Του είχε περάσει η εξής ιδέα: Ο Χριστός είναι ένας άνθρωπος, έκανε πολύ μεγάλα πράγματα όσο ζούσε, άλλα καλά, άλλα κατεργαρίστικα, άλλα τα παραφούσκωσαν, άλλα τα παραποίησαν, και τελικά, αφού σταυρώθηκε, πέθανε και ετάφη, παρουσιάζονται μερικοί οπαδοί Του με ζεστά μυαλά, οι οποίοι κηρύττουν πανταχού το όνομά Του. Ποιο θα είναι το αποτέλεσμα; Ζημία για τον λαό μας, ζημία για το Ισραήλ.
Και έτσι ο Απόστολος Παύλος, αγαπώντας τον λαό του, άρχισε να στρέφεται εναντίον της διδασκαλίας και των μαθητών τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Και μάλιστα, με τέτοια ορμή και με τέτοιο πάθος, ώστε ήθελε, ει δυνατόν, να μην αφήσει πίσω του ούτε ένα χριστιανό. Να γίνει αφορμή, ο ίδιος, με τις ενέργειές του, να σβήσει το όνομα του Χριστού πάνω στον κόσμο.
Θυμάστε, όταν οι Εβραίοι εκτελούσαν τον Άγιο Πρωτομάρτυρα Στέφανο, ο Παύλος καθόταν εκεί με καμάρι, και φύλαγε τα ρούχα εκείνων που τον λιθοβολούσαν. Με άλλα λόγια, αυτός ήταν που τους έλεγε: «Άντε, μπρος, λιθοβολείστε τον»!
Το διαπιστώνουμε κάθε μέρα στη ζωή, ότι κάθε άνθρωπος που φανατίζεται, μέρα με την ημέρα γίνεται στον φανατισμό του αυτόν τρισχειρότερος. Και ο Απόστολος Παύλος, έτσι φανατιζόταν μέρα με την ημέρα. Και μια μέρα, πήγε στους άρχοντες των Ιουδαίων και τους παρακάλεσε να του δώσουν εντολή, να πάει να εξολοθρεύσει τους χριστιανούς στην Αντιόχεια.
Αλλά, πόσο μεγάλη είναι η χάρη, η δύναμη και η φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού! Ενώ ο απόστολος Παύλος πήγαινε γεμάτος απειλητικά αισθήματα εναντίον των χριστιανών, έξω από την Αντιόχεια κατέβηκε να τον συναντήσει ο Χριστός. Και στάθηκε μπροστά του.
Ο Χριστός είναι Φως, τέτοιο φως, που τα μάτια των ανθρώπων δεν το αντέχουν και δεν μπορούν να το βαστάξουν. Έτσι δεν μπόρεσαν να το βαστάξουν το φως του Χριστού στη Μεταμόρφωση οι άγιοι και ένδοξοι Απόστολοι, Πέτρος, Ιάκωβος και Ιωάννης. Και έπεσαν χάμω, παρότι ήταν άγιοι και φωτισμένοι και Τον αγαπούσαν. Έτσι, λοιπόν, όταν στάθηκε ο Χριστός μπροστά στον Παύλο και τον περιάστραψε το φως του Χριστού, ο Παύλος έπεσε χάμω και έμεινε τυφλός. Και άκουσε τη φωνή του Κυρίου που του έλεγε:
«Σαούλ, Σαούλ, γιατί με διώκεις;» Τι νομίζεις πως κάνεις; Τι νομίζεις πως θα καταφέρεις; Μόνο κακό του κεφαλιού σου θα κάνεις. Επάνω σου θα γυρίσει. Τον εαυτό σου καταστρέφεις. Γιατί Εγώ, του λέει ο Χριστός, είμαι ένα καρφί. Και το καρφί άμα πας να το κλωτσήσεις, κακό στο πόδι σου κάνεις. «Σκληρόν σοι προς κέντρα λακτίζειν».
Και ο Απόστολος Παύλος ρώτησε: «Κύριε ποιος είσαι;» Του απάντησε ο Χριστός: «Εγώ είμαι ο Χριστός, που εσύ καταδιώκεις».
Ο Παύλος, μέχρι εκείνη τη στιγμή, πίστευε πως ο Χριστός ήταν ένας άνθρωπος ικανός, που τα κατάφερε και έκανε μερικά πράγματα, δοξάσθηκε, τιμήθηκε και αγαπήθηκε. Αλλά τελικά δεν ήταν παρά ένας άνθρωπος τώρα πεθαμένος.
Και αυτή την στιγμή βλέπει μπροστά Του ότι ο Χριστός δεν είναι πεθαμένος αλλά είναι Παντοδύναμος! Είναι κυρίαρχος αλλά και διδάσκει, συνετίζει, προβληματίζει, αγαπάει. Και γι’ αυτό του είπε: «Πρόσεξε Παύλε! Κακό του εαυτού σου θα κάμεις. Θα καταστραφείς!»
Τι του συνέβη εκείνη τη στιγμή του Παύλου;
Εκείνη την στιγμή ο Παύλος κατάλαβε ότι όσα ενόμιζε για τον Χριστό προηγουμένως, ήταν όλα ψέματα. Κατάλαβε ότι είχε σχηματίσει για τον Χριστό μια εικόνα, εντελώς ψεύτικη. Και πάνω σ’ αυτή την ψεύτικη εικόνα, είχε θεμελιώσει τη ζωή του, η οποία είχε γεμίσει από μίσος και πάθος εναντίον του Χριστού, και από μια κακώς εννοούμενη αγάπη για τον λαό του, τον Ισραήλ. Κατάλαβε εκείνη την στιγμή ότι, όλα ανεξαιρέτως και τα αισθήματά του, και οι ιδέες του, και οι τοποθετήσεις του, τα πάντα ήταν ψέμα, πλάνη, απάτη.
Και τότε ο Απόστολος Παύλος φέρθηκε σαν λογικός άνθρωπος. Λογικός είναι εκείνος, που βλέπει την πραγματικότητα, αγαπάει την πραγματικότητα και προσαρμόζει τον εαυτό του στην πραγματικότητα.
Αντίθετα παράλογος είναι εκείνος, που δεν θέλει να δει την πραγματικότητα. Εκείνος που βλέπει την πραγματικότητα και κάνει το εντελώς αντίθετο. Ο Απόστολος Παύλος, ούτε παράλογος ήταν ούτε τρελός. Ήταν απλώς πλανεμένος. Βρέθηκε στο ψέμα από πλάνη. Και όταν βρήκε στην αλήθεια, την αγάπησε και υποτάχθηκε με όλη του την ψυχή στην αλήθεια.
Εσύ, αδελφέ χριστιανέ, που ευεργετήθηκες από τον Θεό να γνωρίσεις την αγάπη και τη δόξα του Χριστού από μικρή ηλικία, τι κάνεις για να ανταποκριθείς στη δόξα του Χριστού; Τι κάνεις για να προσαρμόσεις τον εαυτό σου στην πραγματικότητα, που λέγεται Βασιλεία του Θεού; Ο Απόστολος Παύλος κατάλαβε τη δόξα του Θεού και το μεγαλείο του Χριστού, από την ένδοξη φανέρωσή Του. Από ένα θαύμα!
Ψάχνεις εσύ να δεις τα θαύματα του Χριστού και των Αγίων; Μελετάς το Άγιο Ευαγγέλιο και τους βίους των Αγίων; Άμα δεν ιδείς την δόξα και τη δύναμη του Χριστού και των Αγίων, άμα δεν μάθεις την πραγματικότητα της δύναμης και της ενέργειας του Θεού μέσα στον κόσμο, πώς είναι δυνατόν να γνωρίσεις και να αγαπήσεις τον Θεό; Πώς είναι δυνατόν να καταλάβεις ότι, πάνω από όλα είναι ο Χριστός, η δύναμή Του, και η αγαθότητά Του; Πώς είναι δυνατόν να προσαρμόσεις και να υποτάξεις τη ζωή σου ολόκληρη στον Χριστό και στο θέλημά Του;
Να, γιατί οι άγιοι πατέρες λένε ότι πρώτο στοιχείο της πνευματικής ζωής είναι η μελέτη της δόξας του Θεού. Η μελέτη του Ευαγγελίου, των θρησκευτικών βιβλίων και των βίων των Αγίων.
Δεύτερο ποιο είναι;
Το δεύτερο είναι να έχει ο άνθρωπος μεγάλη καρδιά. Πώς γίνεται αυτή η καρδιά, μεγάλη;
Θα σας κάνω μια μικρή κλίμακα; Οι άγιοι πατέρες την έχουν κάνει. Ο άνθρωπος, λένε, βρίσκεται στην κορυφή του μεγαλείου της καρδιάς, έχει την μεγαλύτερη και την ωραιότερη καρδιά, όταν αγαπάει τον Θεό, και τότε αγαπάει και όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους.
Όταν κρυώσει η αγάπη του προς τον Θεό, ο άνθρωπος στρέφεται πια μόνο γύρω από το σαρκίο του. Δίνει προτεραιότητα στο πώς θα ντυθεί, θα φάει, θα πιεί και θα γλεντήσει. Και όταν πέσει παρακάτω, τότε ο άνθρωπος γίνεται ένα γουρούνι, που δεν αγαπάει κανένα, και κοιτάζει μόνο τα πάθη του και τις εξαρτήσεις του.
Σ’ αυτό το κατρακύλισμα προς τα κάτω, όποιος αφεθεί, όλο πάει και στα χειρότερα. Κάτι χειρότερο από τη γουρουνοποίηση είναι η δαιμονοποίηση! Τότε ο άνθρωπος μισεί τον Θεό και τους άλλους ανθρώπους και θέλει να τους κάνει το κακό.
Ο Απόστολος Παύλος, αφού γνώρισε τον Χριστό και υποτάχθηκε στην αλήθεια του Χριστού, αγάπησε τον Χριστό και τους ανθρώπους τού Χριστού με όλη του την καρδιά. Και άνθρωποι του Χριστού είναι όλοι, και οι πιστοί και οι άπιστοι, γιατί είναι πλάσματά Του. Ο Θεός δεν μισεί κανέναν. Τους αγαπάει όλους, σταυρώθηκε για όλους και τους θέλει όλους να σωθούν.
Γι’ αυτό ακριβώς όποιος αγαπάει τον Χριστό, αγαπάει και εκείνους που τον βρίζουν και τον μισούν. Γι’ αυτό διαβάζουμε στα βιβλία των Αγίων ότι, πολλοί Άγιοι, λίγο πριν από το μαρτύριό τους, ευγνωμονούσαν και τους δημίους τους. Τέτοια μεγάλη καρδιά είχαν οι Άγιοι!
Ο Άγιος Απόστολος Παύλος, τι καρδιά είχε;
Ο Απόστολος Παύλος προσευχόταν στον Θεό και Τον παρακαλούσε: «Θεέ μου! Υπάρχουν τόσοι άνθρωποι που δεν γνωρίζουν το φως και την Αλήθεια και κινδυνεύουν να χωριστούν από την αγάπη Σου και να πάνε στην κόλαση. Σε παρακαλώ, κάνε μου το χατίρι, εμένα να στείλεις στην κόλαση, και όλους τους άλλους στον παράδεισο».
Αυτό σημαίνει ότι ο Απόστολος Παύλος έκανε τον πόνο τού κάθε ανθρώπου, πόνο δικό του, σε όλο του το βάθος και σε όλη του την έκταση. Και επειδή σκεφτόταν και υπολόγιζε τον πόνο που θα έχουν στην αιωνία κόλαση, παρακαλούσε τον Κύριο και έλεγε: «Να γίνω εγώ ανάθεμα υπέρ των αδελφών μου. Να πάω εγώ στην κόλαση, να σωθούνε οι άλλοι».
Τι μεγάλη αγάπη που είναι αυτή! Αυτή είναι η αγάπη, που θέλει να έχουμε μέσα μας ο Χριστός. Είπε: «Εντολήν καινήν δίδωμι υμίν, ίνα αγαπάτε αλλήλους, καθώς εγώ ηγάπησα υμάς». Αυτή είναι η εντολή μου. Να έχετε τόση αγάπη προς τους άλλους, όση έδειξα εγώ σε σας.
Όσο οι άνθρωποι καλλιεργούν στον εαυτό τους την αγάπη προς τον Θεό και προς τους άλλους ανθρώπους, τόσο περισσότερο ανεβαίνουν. Τόσο περισσότερο γίνονται άνθρωποι του Θεού.
Για να γίνει ο άνθρωπος, άνθρωπος του Θεού, πρέπει να έχει επίγνωση Θεού και αγάπη. Αλλά δεν είναι ποτέ δυνατόν να αποκτήσει ο άνθρωπος αγάπη και να προοδεύει στην αγάπη, όσο σκέφτεται συμφεροντολογικά, σαρκολατρικά, με ιδιοτέλεια.
Ο Χριστός μάς είπε: «Η αγάπη είναι καρπός της ταπείνωσης, της εγκράτειας και της θυσίας». Θέλεις να γίνεις άνθρωπος του Θεού; Πρέπει να αγωνιστείς να έχεις ταπείνωση, εγκράτεια, θυσία.
Όποιος καλλιεργεί αυτές τις μεγάλες αρετές, όποιος ακολουθεί την οδό των αγίων πατέρων, των αγίων διδασκάλων της εκκλησίας μας, αυτός θα προοδεύσει. Αυτός θα αξιωθεί να γίνει μιμητής του Αγίου Αποστόλου Παύλου και όλων των Αγίων.
Είθε, αδελφοί μου, με τις άγιες προσευχές και πρεσβείες του Αγίου Αποστόλου Παύλου, να αξιωθούμε να κατανοήσουμε σε όλο της το βάθος την αλήθεια, που μας λέγει ότι, τον Χριστό Τον γνωρίζουμε, όσο περισσότερο αποκτάμε μέσα μας αγάπη, ταπείνωση, και θυσία.
Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός να μας αξιώσει και εμείς να προκόψουμε στην πνευματική μας ζωή και να σωθούμε. Αμήν.
Oἱ Ἅγιοι ἀπόστολοι Πέτρος καί Παῦλος εἶναι οἱ κορυφές.
Oἱ Ἅγιοι ἀπόστολοι Πέτρος καὶ Παῦλος εἶναι οἱ κορυφές. Kι ἐμεῖς δεν εἴμαστε ἱκανοὶ νὰ τοὺς τιμήσομε, ἀπὸ τὴν ὥρα που ὁ Xριστὸς τὸν Πέτρο τὸν ὀνόμασε πέτρα τῆς πίστεως. Ἦταν τόσο σταθερὸς στὴ πίστη, τόσο ἀνδρεῖος, τόσο ὁμολογητής, τόσο γενναῖος, τόσο ἐκφραστικός, ποὺ μέσα στοὺς Ἀποστόλους ἦταν ὁ πρῶτος στὴν πίστη. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐκλήθηκε Πρωτοκορυφαῖος, ἀλλὰ καὶ πέτρα τῆς πίστεως.
Kι ὅταν λιγοστεύει κι ἡ δική μας πίστη, ἂς τρέχομε κι ἂς πέφτομε νοερὰ στὰ πόδια τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου καὶ νὰ τὸν παρακαλοῦμε, νὰ μᾶς προσθέτει πίστη, νὰ μᾶς αὐξάνει τὴν πίστη καὶ να μᾶς βοηθάει.
Ἦτο καὶ πατριώτης κι ἦτο πάντοτε μὲ τὸ δίκαιο. Δὲν ἀνεχόταν καμμία ἀδικία. Ἀφοῦ, ὅπως ξέρετε, σκότωσε τὸν Ἀνανία μὲ τὴ Σαπφείρα, πού ’παν ψέματα μὲ τὰ λεφτά. Πῆγε κι ἡ Ἐκκλησία νὰ κάνει ἕναν κομμουνισμό, ἀλλὰ οὔτε ἐκεῖ δὲν ἐφύτρωσε. Δὲν εὐμοίρισε. Πόσῳ μᾶλλον μὲ τὰ πολιτικά, ποὺ δὲν ἔχουμε τὴ Χάρη τοῦ Xριστοῦ. Tέλος πάντων. Συγχωροῦσε εὔκολα ἐκείνους ποὺ μετάνοιωναν. Γιατὶ πολλὲς φορὲς τὴν εἶχε πατήσει κι αὐτός. Ἦταν δὲ καὶ εὐμετάβολος. Aὐτὸ ἐμένα μ’ ἀρέσει καλύτερα. Ἀναιροῦσε εὔκολα τὴ γνώμη του. Kαὶ τὸ βλέπομε στὸν Mυστικὸ Δεῖπνο. Tοῦ ’πε ὁ Xριστὸς νὰ τοῦ πλύνει τὰ πόδια καὶ εἶπε:
«Ἐμένα τὰ πόδια; Ποτέ!» 13ο κεφάλαιο τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου.
Kι ὅταν τοῦ ’πε ὁ Xριστός, «Ἐὰν δὲν πλύνω τὰ πόδια σου, δὲν σὲ ξέρω»,
«Ἔ, τότε», λέει, «ὄχι μόνο τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια, ἀλλὰ καὶ τὴν κεφαλὴ καὶ ὅλο μου τὸ σῶμα». Δηλαδή, «Κάνε μου κι ἕνα μπάνιο!»
Ὁ ἴδιος ὁ Πέτρος, ποὺ ἔλεγε «Ποτέ! Ἐγὼ ποτέ!», μετὰ τί ἔλεγε; Ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο. Γιατί; Δὲν τὸ κάνομε ὅλοι; Γι’ αὐτὸ τὸν Πέτρο τὸν ἀγαποῦν οἱ περισσότεροι τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν Χριστιανῶν. Βεβαίως!
Καὶ τὸ λέει κι ὡραῖα ὁ Δροσίνης, ’κεῖ πό ’χει ἕνα ὡραῖο ποίημα στὸν Πέτρο, τὸν Ἀπόστολο, τὸν Πρωτοκορυφαῖο, στὰ «Φωτερὰ Σκοτάδια», μιὰ ὡραία συλλογή. «Φωτερὰ Σκοτάδια»! Tί ὀξύμωρο! Mὲ τί φῶς. Tοῦ λέει,
«Γιὰ τὴν ἀρνησιά σου ἐκείνη, ποιός μπορεῖ, Πέτρε, νὰ σὲ κρίνει; Ποιός, σὰν ἐσένα, δὲν ἐδείλιασε, κι ἕναν Θεὸ δὲν ἀπαρνήθη;»
Πόσες φορὲς κι ἐμεῖς δὲν δειλιάζομε κι ἀπαρνούμεθα τὸν Θεάνθρωπο Xριστό μας; Tὸν φιλάνθρωπο; Aὐτὸς ἦταν ὁ Πέτρος, μὲ λίγα λόγια.. Ἂς ἔχομε τὴν εὐχή του.
+Ἀρχιμανδρίτης Ἀνανίας Κουστένης, Θερινὸ Συναξάρι, Τόμος Α´.