Χριστιανικές Σκέψεις
xristianikesskepseis@gmail.com
Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026
Οι τριμερήτες μοναχοί του Αγίου Όρους – Μια ιστορία χάριτος για την Σαρακοστή!
Τα χείλη του μουδιασμένα ζητούσαν νερό. Είχε τρεις μέρες να φάει και να πιει κάτι. Ακολουθίες πολύωρες, μετάνοιες, μελέτη, ο κανόνας στο κελί του, η κατα μόνας αγρυπνία. Όλα μαζί του δίνανε μια μικρή γεύση από την άσκηση των μεγάλων ασκητών της ερήμου που ζούσανε έτσι όχι για μερικές ημέρες αλλά σχεδόν όλη τους την ζωή.
Ήταν τυπικό του μοναστηριού του να κρατούνε τριήμερη -απόλυτη- νηστεία οι πατέρες μέχρι την πρώτη Προηγιασμένη. Ήταν παράδοση να κάνουνε ένα γερό ξεκίνημα στην Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή.
Δίψα. Αυτό το αίσθημα ήταν φοβερό. Ήταν πλέον Τετάρτη απόγευμα. Η Προηγιασμένη έφτανε στο τέλος της. Έφτανε η στιγμή που μετά από σχεδόν τρεις ημέρες πλήρους νηστείας θα άνοιγε το στόμα του για να φάει. Ο ιερέας κάλεσε τους πιστούς. «Μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης προσέλθετε».
Μια μικρή ζαλάδα τον έκανε να πιάσει την κολόνα του ναού. Ένας ένας οι μοναχοί σαν πουλάκια άνοιγαν το στόμα τους περιμένοντας την μάνα τους Εκκλησία να τα ταΐσει. Ήρθε η σειρά του. Άνοιξε το στόμα του.
Ο ιερέας λέγοντας «…εις άφεσιν αμαρτιών και ζωήν την αιώνιον» τον μετάλαβε Σώμα και Αίμα Κυρίου. Το στόμα του γέμισε τροφή ουράνια. Για πρώτη φορά, εκείνη την στιγμή κατάλαβε, σαν να είχε κάποια Θεία επίσκεψη, ότι τρώει τον Θεό. Χρόνια μοναχός, εκείνη η στιγμή όμως άνοιξε ο πνευματικός κόσμος μέσα του, μπροστά του. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε. Πίστευε όμως τότε κατάλαβε. Κατάλαβε χωρίς εξηγήσεις, χωρίς ο ίδιος να μπορεί να καταλάβει πώς κατάλαβε.
Ανοιγόκλεισε τα μάτια του γεμάτος φόβο, χαρά, αγωνία, ειρήνη, πλήρη κατανόηση. Κατακλύστηκε από ευγνωμοσύνη. Απομακρυνθήκε από το Άγιο Ποτήριο. Πήγε και κάθισε και πάλι στο στασίδι του. Τα μάτια του ήταν διαφορετικά. Το κορμί του πλέον στεκόταν όπως οι αγιογραφίες του τοίχου. Ήταν και δεν ήταν πλέον εκεί. Όλα είχανε χαθεί πλέον. Η κούραση, η δίψα, η πείνα, οι λογισμοί, όλα χάθηκαν. Ένα πράγμα κυριαρχούσε πάνω στο είναι του. Αυτή η γεύση του Χριστού.
Η πρώτη Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής μόλις είχε τελειώσει. Καθώς όλοι βγαίνανε από το Καθολικό του μοναστηριού μερικοί πατέρες τον άκουσαν να μονολογεί «πώς είναι δυνατόν να έφαγα εγώ τον Θεό; τί πήρα μέσα μου; έφαγα τον Χριστό, ξεδίψασα από το Αίμα Του, χόρτασα από το Σώμα Του…». Το βήμα του γοργό, λες και βιαζόταν να πάει κάπου.
Πρόλαβε και μπήκε στο κελί του. Εκεί μέσα, μόνος του πλέον, γονάτισε. Ούτε το ράσο έβγαλε, ούτε το καλυμαύχι του, ούτε το κουκούλι. Έτσι όπως ήταν γονάτισε χάμο. Άπλωσε τα χέρια του στο ξύλινο πάτωμα, όπως ένας ζητιάνος που ζητά έλεος.Σιωπή. Είχε βραδιάσει για τα καλά. Έμεινε έτσι ώρα αρκετή. Ξάφνου ανασηκώθηκε.
«Φτάνει Κύριε…φτάνει» είπε ξεσπώντας σε λυγμούς. «Δεν αντέχω την αγάπη Σου…αποτραβήξου γιατί η καρδιά μου δεν αντέχει».
Οι λυγμοί σιγά σιγά σταμάτησαν, έμεινε με τα σιωπηλά του δάκρυα να διασχίζουν το πρόσωπό του. Έμεινε όρθιος με τα ράσα του, το κουκούλι στραβό πάνω στο καλυμαύχι του, τα μάτια του καθάρια, τα γένια του ανακατωμένα, τα χέρια του τρεμμάμενα.
Το κελάκι του να μοσχοβολά ευωδία που πρώτη φορά οσφράνθηκε στην ζωή του. Μα εκεί στα χείλη του ήταν ακόμα αυτή η γεύση του Θεού, αυτή η γεύση που πλέον θα τον συνόδευε για όλη του την ζωή. «Γεύσασθε και ίδετε ότι Χριστός ο Κύριος» ήθελε να βροντοφωνάξει σε όλους τους ανθρώπους της γης.
«Ω, Χριστέ μου…θέλω να σε τρώω και να σε πίνω μέχρι να πάψω να υπάρχω», είπε σιγανά και σφράγισε το σώμα του με το σημείο του σταυρού.
Ακούστηκαν κάποιες πόρτες να ανοίγουν. Μετά από λίγο άνοιξε και την δική του πόρτα να δει τι γίνεται. Ξημέρωνε, αυτό είχε γίνει. Όλο το βράδυ πέρασε χωρίς να το αντιληφθεί. Δεν ένιωθε κούραση, δεν ένιωθε πείνα. Ένιωθε ταϊσμένος αιωνιότητα, αφθαρσία.
Δυο πατέρες τον συνάντησαν καθώς πήγαιναν στον ναό να τον ετοιμάσουν για την πρωινή ακολουθία.
«Τόσο νωρίς πάτερ, ξεκουράστηκες»; τον ρώτησαν πρόσχαροι.Ίσιωσε το κουκούλι του. Τους κοίταξε στα μάτια. Εκείνοι τα χάσανε, σα να βλέπανε κάποιον άλλον άνθρωπο. «Δόξα τω Θεώ, είμαι καλά», είπε και χαμήλωσε το βλέμμα του.
Οι πατέρες κοντοστάθηκαν με απορία, κοιτάχτηκαν αναζητώντας απάντηση σ’αυτό το φωτεινό αλλοιωμένο βλέμμα του αδελφού τους, αλλά δεν συνέχισαν. Πήγανε μέσα στο ναό. Άρχισαν να ανάβουν τα καντήλια. Εκείνος στάθηκε ακίνητος στο μέσο της αυλής. Σήκωσε το βλέμμα του προς τον ουρανό. Έκανε τον σταυρό του. Πήρε μια βαθιά ανάσα και μπήκε κι αυτός στο ναό για την πρωινή ακουλουθία. Άλλη μια μέρα ξεκίνησε, άλλη μια μέρα πιο κοντά προς την Ζωή, την Αγάπη. Άλλη μια μέρα πιο κοντά στο τέλος που θα’ναι η αρχή.
Καθώς ανέβαινε στο στασίδι του το σώμα του ανατρίχιασε ολάκερο σα να απεκδυόνταν όλο αυτό το βίωμα. Χαμογέλασε συγκαταβατικά. «Μέχρι την άλλη φορά λοιπόν…» ψέλισε και έβγαλε το κομποσχοίνι από την τσέπη του ζωστικού του. Το τάλανο χτύπησε, η καμπάνα ήχησε. Άρχισαν να εισέρχονται στο Καθολικό οι πατέρες με τάξη και ησυχία. Οι μοναχοί πήρανε τις θέσεις τους. Ο εφημέριος φόρεσε το πετραχήλι του και έβαλε «Ευλογητός».
Στεκόταν στο στασίδι του και με το βλέμμα του κοιτούσε έναν έναν τους πατέρες. «Άραγε, πόσοι αδελφοί βίωσαν κάτι τέτοιο που εγώ για πρώτη φορά βίωσα χθες…» αναρωτήθηκε. Εκείνη τη στιγμή, ένας αδελφός περνούσε από μπροστά του. Σταμάτησε. Γύρισε προς το μέρος του, του έπιασε το χέρι. «Μην τα αναλύεις πολύ…αυτά είναι πράγματα του Θεού…» είπε πραεία τη φωνή και πήγε προς το αναλόγιο για να διαβάσει το Κάθισμα του Ψαλτηρίου.
Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή μόλις είχε αρχίσει. Άλλη μια πορεία για την Ανάσταση που εφέτος ήρθε από την αρχή…
π. Παύλος Παπαδόπουλος
"Λοιδορούμενοι ευλογούμεν, διωκόμενοι ανεχόμεθα, βλασφημούμενοι παρακαλούμεν"
Του Πρώτ. Θεμιστοκλή Μουρτζανού
Μια στάση ζωής καθόλου εύκολη περιγράφει ο Απόστολος Παύλος στην Α’ προς Κορινθίους επιστολή του, αναφερόμενος στο πως αντιμετωπίζουν οι απόστολοι την εχθρική συμπεριφορά όχι μόνο των μη χριστιανών αλλα και των άλλων μελών της Εκκλησίας: «λοιδορούμενοι ευλογούμεν, διωκόμενοι ανεχόμεθα, βλασφημούμενοι παρακαλούμεν» (Α’ Κορ. 4, 12-13). Στους εμπαιγμούς απαντάμε με καλά λόγια, στους διωγμούς με υπομονή, στις συκοφαντίες με λόγια φιλικά. Μία τέτοια στάση ζωής δεν έρχεται ως αποτέλεσμα γενναιόδωρης και μακρόθυμης καρδιάς. Αποτελεί το συστατικό στοιχείο της μίμησης του Χριστού, της παρουσίας εντός της καρδιάς της χάριτος του Αγίου Πνεύματος και την ίδια στιγμή είναι σημείο μοναδικής σε έκταση και ένταση πίστης.
Ποιά είναι η φυσική στάση των ανθρώπων όταν αντιμετωπίζουν λοιδορίες, διωγμούς, βλασφημίες;
Πρώτα η λύπη. Κατόπιν η οργή. Και στη συνέχεια η αντίδραση είτε δια της ανταπόδοσης είτε δια της εκδίκησης είτε δια της καταφυγής σε εκείνους που μπορούν να μας κάνουν να βρούμε το δίκιο μας απέναντι σ’ αυτούς που μας συμπεριφέρονται κατ’ αυτόν τον τρόπο.
Ο Απόστολος των εθνών όμως επισημαίνει ότι η χριστιανική στάση δεν μπορεί να είναι αυτή, ακόμη κι αν η εσωτερική πάλη γίνεται στην καρδιά μας. Άλλωστε, συνεχώς ο εαυτός μας καλείται να παλέψει με την ελευθερία του. Η αληθινή όμως πνευματική πρόοδος έγκειται στο να γίνεται σταδιακά η καρδιά μας τόπος και τρόπος θέασης της ζωής και της συμπεριφοράς των άλλων κατά μίμησιν του Χριστού και των Αγίων της πίστης μας και αναλόγως να διαμορφώνεται η αντίδρασή μας. Η ευλογία λοιπόν, η ανοχή και η παράκληση αποτελούν τους τρόπους εκείνους που δείχνουν πως καλείται να φερθεί ο χριστιανός έναντι όσων τον απορρίπτουν η του φέρονται άσχημα.
Η λοιδορία πηγάζει από ένα αίσθημα υπεροχής, το οποίο συχνά οι άνθρωποι αναπτύσσουμε έναντί των άλλων.
Είτε εξαιτίας υπαρκτών χαρισμάτων, είτε εξαιτίας μιας φαντασιακής αίσθησης ότι είμαστε ικανότεροι, ευφυέστεροι, πιο δυνατοί από τους άλλους, τους ειρωνευόμαστε, μειώνοντάς τους έναντί των υπολοίπων ανθρώπων για να δείξουμε την δική μας υπεροχή.
Η λοιδορία πηγάζει και απο εμπάθεια και από πνεύμα εξουσιαστικό εναντί των άλλων και μαρτυρεί καρδιά ρυπαρή. Ο Παύλος, ζητώντας από τους χριστιανούς να απαντούν με καλά λόγια σε όσους τους λοιδορούν, περιγράφει μία καρδιά η οποία δεν διακατέχεται ούτε από πνεύμα εξουσίας, και γι’ αυτό δεν θέλει να αφήσει την θιγμένη υπερηφάνεια να λειτουργήσει ως τρόπος αντίδρασης, ούτε από εμπάθεια έναντί των άλλων, και γι’ αυτό δεν ανταποδίδει με οργή και εκδικητικότητα τις λοιδορίες που δέχεται. Με άλλα λόγια, ο Παύλος περιγράφει μία καρδιά ταπεινή και την ίδια στιγμή αγαπητική έναντί των λοιδορούντων, δηλαδή μία καρδιά στην οποία η χάρις του Θεού αναπαύεται.
Ο διωγμός πηγάζει και πάλι από ένα αίσθημα υπεροχής και εξουσίας εναντίον των άλλων, ενώ ενίοτε συνδέεται με το αίσθημα της επικράτησης κανόνων στην κοινωνία και στις διαπροσωπικές σχέσεις, στους οποίους οι διωκόμενοι δεν θέλουν να υπακούσουν η να προσαρμοστούν.
Και εδώ το πνεύμα της εξουσίας γεννά μια τέτοια δυναμική η οποία στερεί την ελευθερία από αυτούς που δεν θέλουν να το αποδεχτούν. Η στέρηση όμως της ελευθερίας εκ των πραγμάτων γεννά παραπικρασμούς. Γεννά αίσθημα αδικίας. Ο Παύλος, χωρίς να δικαιολογεί τους διώκοντες, μιλά για την ανοχή, ως υπομονή και έκφραση ταπεινής αγάπης έναντί τους. Η ανοχή δεν είναι παθητική στάση. Δεν είναι σιωπή, όπως κάποιος εύκολα θα μπορούσε να συμπεράνει.
Είναι όμως άρνηση ανταπόδοσης της κακίας και της εξουσιαστικότητας και την ίδια στιγμή προσευχή για τους διώκτες, και υπομονή στα δεινά. Είναι ένα μικρότερο η μεγαλύτερο μαρτύριο, το οποίο μπορεί να εκτείνεται χρονικά και να απαιτεί συνεχή συγχωρητικότητα, όμως φέρει μαζί του και την χάρη του Θεού. Ο ανεχόμενος καταθέτει την άρνησή του να συμμορφωθεί με τον διώκτη του, γιατί αυτή η άρνηση στηρίζεται στην πίστη στο Θεό, αλλά και στην προσπάθεια να καταδείξει τι είναι δίκαιο και τι όχι, τι αποτελεί παραβίαση της ελευθερίας. Την ίδια στιγμή όμως αρνείται να καταδιώξει τον διώκτη του, αφήνοντας τα πάντα στο έλεος του Θεού και στην δική Του δύναμη.
Η συκοφάντηση η οι υβριστικοί λόγοι εις βάρος των άλλων αποτελούν έκφραση ζήλιας και οργής.Συκοφαντούμε αυτούς που ζηλεύουμε είτε για την θέση τους στη ζωή είτε για τα χαρίσματά τους είτε γιατί μας προκαλούν ανασφάλεια οι δυνατότητές τους μέσα στις διαπροσωπικές σχέσεις, με αποτέλεσμα να γεννιέται ένα κλίμα καχυποψίας και την ίδια στιγμή επιβολής εις βάρος τους. Συκοφαντούμε για να μειώσουμε την επιρροή τους και την ίδια στιγμή για να φανούμε χρήσιμοι σε άλλους που σκέφτονται κατ’ αυτόν τρόπο η είναι επιπόλαιοι και έτοιμοι να αποδεχθούν τους λόγους μας.
Υβρίζουμε γιατί θεωρούμε ότι μ’ αυτό τον τρόπο δείχνουμε την υπεροχή μας, φαινόμαστε ως εμείς που είμαστε οι σωστοί και θέλουμε να ταπεινώσουμε εκείνους προς τους οποίους οι ύβρεις μας απευθύνονται, προκειμένου να τους ρίξουμε χαμηλά στα μάτια των άλλων. Και είναι εύκολη η ανταπόδοση κυρίως στις ύβρεις η ο σχηματισμός εμπάθειας έναντι εκείνων που μας συκοφαντούν και η καλλιέργεια εκδικητικότητας στην καρδιά εκείνου που συκοφαντείται η υβρίζεται. Όμως και πάλι ο Παύλος μιλα για την παράκληση ως απάντηση στην βλασφημία της συκοφαντίας και του υβρισμού. Παράκληση σημαίνει λόγια φιλικά, λόγια που γαληνεύουν και παρηγορούν, καταλαγιάζουν τον άλλο, λόγια δηλαδή που αποκαλύπτουν την αληθινή κατάσταση εκείνου και την ίδια στιγμή μαρτυρούν την αγάπη του χριστιανού. Αυτά τα λόγια πηγάζουν από καρδιά που έχει πραότητα, συγχωρητικότητα και αγάπη, δηλαδή από ταπεινή καρδιά.
Πόσο είναι εφικτό στη χριστιανική ζωή να αποκτήσουμε μα τέτοια καρδιά, όταν συχνά οι άνθρωποι μας προκαλούν εκνευρισμό, απογοήτευση, θυμό για την αδυναμία μας να συνεννοηθούμε η και για την εμμονή τους στην προκλητική και αντίθετη με τα όσα θα θέλαμε συμπεριφορά τους;
Η πνευματική ζωή και η εμβάθυνση σ’ αυτήν αποτελεί την αρχή.
Αν κατανοήσουμε ότι είμαστε άνθρωποι ατελείς και απέναντι στο Θεό εντελώς αδύναμοι.
Αν κατανοήσουμε ότι όσοι μας συμπεριφέρονται με τρόπο που δεν θα θέλαμε δεν χρειάζονται την καταδίκη μας αλλά την προσευχή και την αγάπη μας.
Αν έχουμε ως πρότυπά μας την στάση του Κυρίου μας, ο οποίος «λοιδορούμενος ουκ αντελοιδόρει, πάσχων ουκ ηπείλει, παρεδίδου δε τω κρίνοντι δικαίως» (Α’ Πέτρ. 2, 23), των αποστόλων και των αγίων.
Κυρίως όμως, αν λειτουργούμε με γνώμονα την εκκλησιαστικότητα, δηλαδή την ένταξή μας στο σώμα του Χριστού, η οποία προϋποθέτει την αγάπη και την υπομονή.
Την ίδια στιγμή, ο καθένας μας καλείται με την προσευχή, την νηστεία, την άσκηση, την μετάνοια να εμβαθύνει στην ανάγκη της μακροθυμίας, της ταπείνωσης, της συγχώρεσης, αφήνοντας όσο το δυνατόν έξω από την καρδιά του το πνεύμα της εξουσίας, της εμπάθειας, του φθόνου, της ανταπόδοσης έναντί των άλλων.
Ο αγώνας αυτός είναι συνεχής. Ελκύει όμως την χάρη του Θεού, η οποία δεν μας αφήνει μόνους. Ταυτόχρονα είναι αυτός που μπορεί τελικά να παραδειγματίσει και όλους εκείνους που λειτουργούν από θέση ισχύος, εμπαίζουν, διώκουν, συκοφαντούν και βλασφημούν. Κι εδώ έγκειται η ευθύνη μας ως χριστιανών. Να είμαστε αληθινοί τηρητές των λόγων και των βιωμάτων του Ευαγγελίου και της εκκλησιαστικής παράδοσης. Ακόμη κι αν τελικά αδικούμαστε.
Όσιος Ιωάννης ο Θεριστής ο εν Καλαβρία
Ο Όσιος Ιωάννης γεννήθηκε περί τις αρχές του 10ου αιώνος μ.Χ. στο Πάνορμο της Σικελίας. Η μητέρα του ήταν αιχμάλωτη Ορθόδοξη Χριστιανή στο παλάτι του τοπικού μουσουλμάνου άρχοντος, που την είχε ως σύζυγό του και ονομαζόταν Καλλίστη.
Ο Όσιος μεγάλωνε σύμφωνα με τα ήθη των Σαρακηνών. Μόνο η μητέρα του τού μιλούσε μυστικά από την παιδική του ηλικία για τον Χριστό. Όταν έφθασε σε ηλικία 14 ετών, του φανέρωσε την αληθινή του πατρίδα, την Καλαβρία και τον προέτρεψε να μεταβεί εκεί για να βαπτισθεί Ορθόδοξος. Στη συνέχεια η ευλαβής Καλλίστη ασπάσθηκε το παιδί της και του επέδωσε τον Τίμιο Σταυρό, τον οποίο φύλασσε κρυφά και ήταν η μόνη της παρηγοριά στις θλίψεις της ομηρίας. Ο Όσιος διέφυγε με θαυμαστό τρόπο την καταδίωξη των Αγαρηνών και αποβιβάσθηκε στην ακτή του Στύλου, όπου και βαπτίσθηκε υπό του Ορθοδόξου Επισκόπου Ιωάννου, ο οποίος του έδωσε το όνομά του. Στη συνέχεια ακολούθησε το μοναχικό βίο και έφθασε σε υψηλά μέτρα αρετής και αγιότητος.
Ο Ιωάννης πήγαινε τακτικά στην Εκκλησία, προσκυνούσε τον Τίμιο Σταυρό και ζητούσε εξηγήσεις για τις άγιες εικόνες που έβλεπε. Βλέποντας δίπλα στον Χριστό τον Άγιο Προφήτη και Βαπτιστή Ιωάννη, ερώτησε: «Ποιος είναι αυτός ο Άγιος που είναι ντυμένος με δέρμα καμήλας;». Του απάντησαν: «Είναι ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, ο προφήτης που έζησε στην έρημο και τρεφόταν με ακρίδες και άγριο μέλι. Είναι εκείνος που βάπτισε τον Χριστό μας στον ποταμό Ιορδάνη. Να τον μιμηθείς, γιατί έχεις το όνομά του». Ακούγοντας τον βίο του Τιμίου Προδρόμου, ο Ιωάννης γέμισε όλος από θείο πόθο και παρακάλεσε τον Επίσκοπο να του δείξει έναν ερημικό τόπο όπου θα μπορούσε να σώσει την ψυχή του. Εκείνος τότε του υπέδειξε ένα αρχαιότατο μοναστήρι σε μια δασώδη κοιλάδα, ανάμεσα στους ποταμούς Άσση και Στύλαρο. Αυτός πήγε εκεί και βρήκε δύο Αγίους μοναχούς, τον Αμβρόσιο και το Νικόλαο. Εκείνοι στην αρχή ήταν αρνητικοί και τον άφησαν έξω από την πόρτα του μοναστηριού, μέχρι που, θαυμάζοντας την σταθερότητά του και την επιμονή του, τον δέχθηκαν κοντά τους, για να αρχίσει την αγγελική ζωή και να φθάσει σε ύψη αγιότητος.
Κάποτε στο Ροβιάνο, από τη μεριά του Μοναστεράτσε, ήταν ένας ευεργέτης που κάθε χρόνο, μετά το θερισμό, έδινε λίγο στο μοναστήρι. Τον μήνα Ιούνιο ο Ιωάννης πήγε να τον βρει, παίρνοντας μαζί του κι ένα μικρό παγούρι κρασί. Καθώς διάβαινε ανάμεσα στα χωράφια, οι χωρικοί άρχισαν να τον περιπαίζουν, αλλά ο πράος Ιωάννης τους πλησίασε και έδωσε σε όλους να φάνε και να πιούνε. Όλοι έτρωγαν το ψωμί και έπιναν κρασί, αλλά το ψωμί δεν τελείωνε, ούτε άδειαζε το παγούρι. Μόλις το είδε αυτό ο Όσιος γονατιστός ευχαριστούσε τον Θεό όταν ξαφνικά σκοτείνιασε ο ουρανός, ενώ ήταν μεσημέρι και μια μπόρα έπεσε στον κάμπο. Οι θεριστές έτρεξαν να προστατευθούν. Μόνο ο Ιωάννης έμεινε εκεί προσευχόμενος. Μόλις κόπασε η βροχή, γύρισαν οι θεριστές για την δουλειά τους και βρήκαν θερισμένα όλα τα στάχυα, δεμένα στην σειρά δεμάτια και στεγνά. Γι' αυτό και ονομάσθηκε Θεριστής.
Ο Όσιος προείπε την κοίμησή του, το δε τίμιο λείψανο αυτού κατέστη πηγή θαυμάτων και ιάσεων παντοδαπών, ώστε και αυτοί οι Φράγκοι κατακτητές, ανήγειραν μετά του πιστού Ορθόδοξου λαού μεγαλοπρεπή ναό προς τιμήν του. Από τότε, όμως, άρχισε ο εκλατινισμός της περιοχής και έτσι οι τελευταίοι Λατίνοι μοναχοί εγκατέλειψαν τη μονή και μετέβησαν στον Στύλο φέρνοντας εκεί μαζί τους, όπου και σώζονται μέχρι σήμερα, τα τίμια λείψανα του Οσίου και των Αγίων Αμβροσίου και Νικολάου, των διδασκάλων αυτού.
Η ιστορία δεν διέσωσε την ακριβή ημερομηνία κατά την οποία ο Όσιος κοιμήθηκε με ειρήνη και αναπαύθηκε στους κόλπους του Αβραάμ. Η παράδοση θέλει την εορτή της μνήμης του Αγίου αυτή την ημέρα, μαζί με την εορτή της ευρέσεως της Τιμίας κεφαλής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, γιατί ο Όσιος Ιωάννης ήταν ένας πρόδρομος της σωτηρίας, ένας νέος πρόδρομος της βασιλείας των ουρανών.
Ἀπολυτίκιον
Τὴν λαμπράν κατέλειψας νῆσον Σικελῶν, ἐπαρχίαν ὄλβιον πατρός, καὶ ταῖς μητρὸς πιστῆς παραινέσεσι, τὴν Καλαβρίαν δὲ ἁγίαν κατέλαβες, Ἰωάννη Πάτερ ἡμῶν, διὸ ὑπὲρ ἡμῶν δυσώπει τὸν Κύριον.
Κάθισμα
Ἐν σκηναῖς οὐρανίαις ἡ καθαρὰ καιὶ ἄμωμος, ψυχή σου χοροβατεῖ, σὺν Ἀγγέλοις Ὅσιε, καὶ σὺν πᾶσι Ἁγίοις, καὶ ἐπὶ γῆς καὶ πάντιμος, σορὸς τῶν λειψάνων σου, ἐκτελεῖ παράδοξα, τοῖς πίστει προστρέχουσι, δόξαν ἐκομίσω, παρὰ τοῦ στεφοδότου, ἀξίαν τῶν πόνων σου, εἰληφὼς τὴν ἀντάμειψιν, Ἰωάννη μακάριε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν τὴν ἄφεσιν.
Όσιος Έρασμος εκ Ρωσίας
Ο Όσιος Έρασμος γεννήθηκε στη Ρωσία από πλούσιους και επιφανείς γονείς. Όταν, μια μέρα, κατά την διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, άκουσε τον διάκονο να προσεύχεται για εκείνους που αγαπούν την ευπρέπεια του οίκου του Κυρίου, διέθεσε ολόκληρη την περιουσία του για την ευπρέπιση του ναού της Υπεραγίας Θεοτόκου των Σπηλαίων της Λαύρας του Κιέβου. Έπειτα έγινε και ο ίδιος μοναχός εκεί και άρχιζε να στολίζει τον εαυτό του με τις αρετές του Αγίου Πνεύματος.
Όμως ο διάβολος έστησε μια ολέθρια παγίδα στον Όσιο. Όταν πια όλα τα πλούτη του είχαν χρησιμοποιηθεί για την Εκκλησία της Παναγίας, ο μακάριος Έρασμος σκέφθηκε ότι μάταια τα ξόδεψε γι' αυτό τον σκοπό και ότι έπρεπε να τα μοιράσει στους πτωχούς. Ο Όσιος δεν κατάλαβε πως οι λογισμοί αυτοί ήταν πειρασμικοί. Έπεσε σε αθυμία και απόγνωση. Ούτε οι προσπάθειες του ηγουμένου, ούτε η συμπαράσταση και οι συμβουλές των αδελφών στάθηκαν ικανές να τον βοηθήσουν και να τον παρηγορήσουν. Άρχισε να ζει απρόσεκτα για μοναχό. Σπαταλούσε τον χρόνο του μοναχικού βίου του άσκοπα, χωρίς πνευματικό αγώνα, χωρίς προσευχή, χωρίς υπακοή, βυθισμένος στην ψυχόλεθρη ακηδία και την αμέλεια.
Όταν είδαν οι πατέρες ότι τα λόγια τους όχι μόνο δεν τον ωφελούσαν, αλλά τον ερέθιζαν κιόλας, σταμάτησαν πια να του μιλούν και άρχισαν αν προσεύχονται. Ο φιλάνθρωπος Κύριος δεν άφησε να πάνε χαμένοι οι προηγούμενοι κόποι και οι αρετές του δούλου Του. Παρεχώρησε, λοιπόν, να ασθενήσει. Ο Όσιος έφθασε στα πρόθυρα του θανάτου. Για επτά ημέρες ήταν αναίσθητος, μην μπορώντας να πάρει τροφή ή να επικοινωνήσει με κανένα. Την όγδοη ημέρα ο ηγούμενος κάλεσε όλη την αδελφότητα γύρω στην κλίνη του. Εκείνη την στιγμή όμως, ο ετοιμοθάνατος Έρασμος, συνήλθε, ανασηκώθηκε, κάθισε στο κρεβάτι και είπε προς τους πατέρες: «Αδελφοί, είμαι αμαρτωλός και έζησα ράθυμα. Ο θάνατος με βρήκε αμετανόητο. Ενώ όμως ο διάβολος με χαρά περίμενε το τέλος μου, παρουσιάσθηκαν οι Όσιοι Πατέρες μας Αντώνιος και Θεοδόσιος και μου είπαν ότι προσευχήθηκαν για μένα στον Κύριο. Και Εκείνος, σαν πολυεύσπλαχνος, μου χάρισε καιρό μετανοίας. Μετά είδα και την Κυρία Θεοτόκο, η οποία μου είπε ότι, επειδή στόλισα την Εκκλησία της και την πλούτισα με ωραίες εικόνες και πολύτιμα σκεύη, μεσολάβησε για μένα στον Υιό της και σε τρεις ημέρες θα με πάρει κοντά της, επειδή αγάπησα την ευπρέπεια του οίκου αυτής».
Έτσι, μετά τρεις ημέρες ο Όσιος Έρασμος, το έτος 1160 μ.Χ., κοιμήθηκε ειρηνικά.
Άγιος Ethelbert βασιλιάς της Αγγλίας
Ο Άγιος Ethelbert ήταν Αγγλοσάξονας βασιλεύς του Κεντ με έδρα το Καντέρμπουρυ. Η σύζυγός του Μπέρθα, ήταν Χριστιανή καταγόμενη από τη Γαλλία. Επί των ημερών της βασιλείας του έφθασαν από τη Ρώμη οι Χριστιανοί Ιεραπόστολοι υπό τον μοναχό Αυγουστίνο. Ο βασιλέας τους υποδέχθηκε και τους παρέσχε κάθε διευκόλυνση στην επιτέλεση του έργου της διαδόσεως του Θείου Λόγου. Τελικά και ο ίδιος βαπτίσθηκε Χριστιανός. Ίδρυσε την Εκκλησία του Αποστόλου Ανδρέου στο Ρότσεστερ, του Αποστόλου Παύλου στο Λονδίνο και την περίφημη μονή των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου στο Καντέρμπουρυ. Επίσης, συνετέλεσε τα μέγιστα στον εκχριστιανισμό των Ανατολικών Σαξόνων που είχαν βασιλέα τον Σέμπερτ.
Ο Άγιος Ethelbert κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 616 μ.Χ.