Χριστιανικές Σκέψεις
xristianikesskepseis@gmail.com
Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026
«Το τάμα που δεν κρεμάστηκε ποτέ»
Μια ηλικιωμένη γυναίκα πήγαινε κάθε Αύγουστο στις Παρακλήσεις.
Πάντα στην ίδια θέση.Πάντα με ένα μικρό κερί στο χέρι.
Κάποια μέρα μια νεότερη γυναίκα που στεκόταν δίπλα της παρατήρησε πως, όταν ο ιερέας έψαλλε το «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς», εκείνη έκλεινε τα μάτια και δάκρυζε.
Μετά την ακολουθία τη ρώτησε:
- Γιαγιά, τόσα χρόνια έρχεσαι στην Παναγία. Έχεις κάποιο τάμα;
Η ηλικιωμένη χαμογέλασε.
- Είχα…
- Και εκπληρώθηκε;
Έμεινε για λίγο σιωπηλή.
- Όχι όπως το ζήτησα.
Η νεότερη γυναίκα την κοίταξε απορημένη.
Κι εκείνη συνέχισε:
- Πριν πολλά χρόνια, το παιδί μου αρρώστησε βαριά. Ερχόμουν εδώ κάθε βράδυ και παρακαλούσα την Παναγία να το κάνει καλά.
Η φωνή της έσπασε.
- Το παιδί μου τελικά έφυγε…
Η κοπέλα κατέβασε τα μάτια. Δεν ήξερε τι να πει.
Τότε η ηλικιωμένη τής έπιασε το χέρι.
- Μη λυπάσαι. Για πολλά χρόνια θύμωνα. Έλεγα: «Γιατί, Παναγία μου; Αφού Σε παρακάλεσα τόσο…»
Και μια μέρα κατάλαβα κάτι.
Το τάμα μου δεν ήταν να μου δώσει ο Θεός ό,τι Του ζήτησα.
Το τάμα μου ήταν να μην Τον εγκαταλείψω όταν δεν μου το έδωσε.
Η κοπέλα δάκρυσε.
- Και γι’ αυτό έρχεσαι ακόμη;
Η ηλικιωμένη κοίταξε την εικόνα της Παναγίας.
- Γι’ αυτό έρχομαι περισσότερο τώρα.
Για να Της πω:
«Δεν κατάλαβα το θέλημα του Θεού…αλλά βοήθησέ με να συνεχίσω να Τον αγαπώ.»
Ίσως αυτή να είναι μία από τις δυσκολότερες μορφές πίστης.Όχι να πιστεύεις μόνο όταν γίνεται το θαύμα που περίμενες.Αλλά να μπορείς, ακόμη και με δάκρυα, να ψιθυρίζεις:
«Θεέ μου, δεν καταλαβαίνω…αλλά δεν θα φύγω από κοντά Σου.»
Θεὸς προνοεῖ καὶ ἐνδιαφέρεται ὡς Πατέρας, ἀλλὰ σέβεται καὶ τὴν ἐλευθερία μᾶς (Γέροντας Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης)
“Ο Θεὸς εἶναι ἀγάπη, δὲν εἶναι ἁπλὸς θεατὴς τῆς ζωῆς μας. Προνοεῖ καὶ ἐνδιαφέρεται ὡς Πατέρας μας ποὺ εἶναι, ἀλλὰ σέβεται καὶ τὴν ἐλευθερία μας. Δὲν μᾶς πιέζει. Ἐμεῖς νὰ ἔχουμε τὴν ἐλπίδα μας στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ καί, ἐφόσον πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς παρακολουθεῖ, νὰ ἔχουμε θάρρος, νὰ ριχνόμαστε στὴν ἀγάπη Του καὶ τότε θὰ Τὸν βλέπουμε διαρκῶς κοντά μας.
Δὲν θὰ φοβόμαστε μήπως παραπατήσουμε.
Τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, τόσο τέλειο! Μεγάλο ἐργοστάσιο, πίνει νερό, πηγαίνει στὸ στομάχι, στὰ νεφρά, καθαρίζει τὸ αἷμα.
Ἡ λειτουργία τῆς καρδιᾶς, ὁλόκληρη ἀντλία, οἱ πνεύμονες, τὸ συκώτι, ἡ χολή, τὸ πάγκρεας, ὁ ἐγκέφαλος, τὸ νευρικὸ σύστημα, οἱ αἰσθήσεις, ἡ ὅραση, ἡ ἀκοή.
Τί νὰ ποῦμε γιὰ τὶς πνευματικὲς δυνάμεις καὶ πῶς συλλειτουργοῦν ὂλ΄αὐτὰ συγχρόνως ἁρμονικὰ κάτω ἀπὸ τὴν προστασία καὶ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ!
Ὅλα εἶναι στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Βλέπετε τὰ πεῦκα;
Πόσες βελόνες ἔχει τὸ κάθε πεῦκο; Μπορεῖτε νὰ τὶς μετρήσετε;
Ὁ Θεός, ὅμως, τὶς γνωρίζει καὶ χωρὶς τὴ δική Του θέληση οὔτε μιὰ δὲν πέφτει κάτω. Ὅπως καὶ τὶς τρίχες τῆς κεφαλῆς μας καὶ αὐτὲς ὅλες εἶναι ἠριθμημένες. Ἐκεῖνος φροντίζει καὶ γιὰ τὶς πιὸ μικρὲς λεπτομέρειες τῆς ζωῆς μας, μᾶς ἀγαπάει, μᾶς προστατεύει.
Ἐμεῖς ζοῦμε σὰν νὰ μὴν αἰσθανόμαστε τὸ μεγαλεῖο της Θείας πρόνοιας. Ὁ Θεὸς εἶναι πολὺ μυστικός. Δὲν μποροῦμε νὰ καταλάβουμε τὶς ἐνέργειές Του.
Μὴ νομίζετε ὅτι ὁ Θεὸς τὸ ἔκανε ἔτσι καὶ μετὰ τὸ διόρθωσε. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀλάθητος. Δὲν διορθώνει τίποτε. Ποιὸς εἶναι, ὅμως, ὁ Θεὸς στὸ βάθος, στὴν οὐσία, ἐμεῖς δὲν τὸ γνωρίζουμε. Τὶς βουλὲς τοῦ Θεοῦ δὲν μποροῦμε νὰ τὶς ἐξιχνιάσουμε.
“Ού γὰρ εἰσὶν αἳ βουλαί μου, ὥσπερ αἳ βουλαὶ ὑμῶν, οὒδ΄ὥσπερ αἳ ὁδοὶ ὑμῶν αἳ ὁδοί μου, λέγει Κύριος, ἂλλ΄ὡς ἀπέχει ὁ οὐρανὸς ἀπὸ τῆς γῆς, οὕτως ἀπέχει ἢ ὁδός μου ἀπὸ τῶν ὁδῶν ὑμῶν καὶ τὰ διανοήματα ὑμῶν ἀπὸ τῆς διανοίας μού”.
Ὅταν ὁ Θεὸς μᾶς δωρίσει τὸ χάρισμα τῆς ταπεινώσεως, τότε ὅλα τα βλέπουμε, ὅλα τα αἰσθανόμαστε, τότε Τὸν ζοῦμε τὸν Θεὸ πολὺ φανερά. Ὅταν δὲν ἔχουμε τὴν ταπείνωση, δὲν βλέπουμε τίποτε. Τὸ ἀντίθετο, ὅταν ἀξιωθοῦμε τῆς ἁγίας ταπεινώσεως, τὰ βλέπουμε ὅλα, τὰ χαιρόμαστε ὅλα. Ζοῦμε τὸν Θεό, ζοῦμε τὸν Παράδεισο μέσα μας, ποῦ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Θὰ σᾶς διηγηθῶ κάτι -δὲν ξέρω ἂν τὸ ἔχετε διαβάσει στὸ Γεροντικὸ- ποὺ δείχνει τὴν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ δύναμη τῆς προσευχῆς τοῦ γέροντα.
Ἕνας Γέροντας ἔστειλε τὸν ὑποτακτικό του, τὸν Παϊσιο, νὰ πάει σὲ μιὰ δουλειὰ κάπου μακριὰ ἂπ΄τὴν ἀσκητική του καλύβα. Ἐκεῖνος βάδιζε, βάδιζε ὧρες. Ἦταν μεσημέρι. Ὁ ἥλιος ἔκαιγε. Εἶδε ἕνα μεγάλο βράχο ποὺ εἶχε σκιὰ καὶ πῆγε καὶ ξαπλώθηκε κάτω ἂπ΄τὴ σκιὰ τοῦ βράχου νὰ ξεκουραστεῖ καὶ ἐκεῖ ἀποκοιμήθηκε. Ἐκεῖ ποὺ κοιμόταν -ἢ κοιμόταν ἢ ἦταν ἔτσι σὲ μιὰ κατάσταση χαλαρώσεως- βλέπει τὸν Γέροντά του νὰ τοῦ λέει:
- Παϊσιε, Παϊσιε, σήκω πάνω καὶ φεύγα ἂπ΄αὐτοῦ!
Κι ὅπως τὸν ἄκουσε τὸν Γέροντά του νὰ τοῦ φωνάζει δυνατά, σηκώθηκε πάνω κι ἔκανε πέρα. Μόλις πῆγε λίγο πέρα, πέντε-ἕξι βήματα, “γουώωπ!”, εἶδε τὸ βράχο ποὺ ἔπεφτε. Θὰ τὸν πλάκωνε σὰν τὸ πουλὶ στὴν παγίδα. Δὲν θὰ τοῦ ἄφηνε οὔτε κοκκαλάκι, δηλαδή. Ἦταν πολὺ μακριὰ ὁ Γέροντας ἂπ΄τὸν Παϊσιο κι ὅμως τὸν εἶδε.
Αὐτὴ εἶναι ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Τὰ λόγια τοῦ Κυρίου ἐπαληθεύονται:
“Σημεία δὲ τοῖς πιστεύσασι ταῦτα παρακολουθήσει, ἓν τῷ ὀνόματί μου δαιμόνια ἐκβαλούσι, γλώσσαις λαλήσουσι καιναῖς, ὄφεις ἄρουσι, κὰν θανάσιμον τί πίωσιν, οὗ μὴ αὐτοὺς βλάψει, ἐπὶ ἀρρώστους χείρας ἐπιθήσουσι καὶ καλῶς ἔξουσιν”.
Μποροῦμε νὰ σκεπτόμαστε καὶ νὰ λέμε:
- Θεέ μου, εἶσαι πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ βλέπεις ὅλα, ὅπου κι ἂν εἶμαι. Παρακολουθεῖς μὲ στοργὴ τὸ κάθε μου βῆμα.
Νὰ ἐπαναλαμβάνουμε μὲ τὸν Δαβίδ:
“Πού πορευθῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός Σου καὶ ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου ποῦ φύγω; Ἐὰν ἀνεβῶ εἷς τὸν οὐρανόν, Σὺ ἐκεῖ εἰ, ἐὰν καταβῶ εἷς τὸν Ἄδην, πάρει, ἐὰν ἀναλάβοιμι τὰς πτέρυγάς μου κὰτ΄ὄρθρον καὶ κατασκηνώσω εἷς τα ἔσχατά της θαλάσσης, καὶ γὰρ ἐκεῖ ἡ χείρ Σου ὁδηγήσει μὲ κᾶ καθέξει μὲ ἡ δεξιὰ Σού”.
Αὐτὸ βέβαια δὲν ἀρκεῖ ποὺ τὸ γνωρίζουμε, ἀλλὰ εἶναι μεγάλη ἐνίσχυση καὶ παρηγοριά, ὅταν τὸ πιστεύουμε, ὅταν τὸ ζοῦμε, ὅταν τὸ ἐνστερνιζόμαστε”.
Όσιος Αριστοκλής ο Αθωνίτης
Ο κατά κόσμον Αλέξιος του Αλεξίου Αμβρόσιφ γεννήθηκε το 1846 μ.Χ. στο Ορενμπούργκ των Ουραλίων. Μετά τον θάνατο της συζύγου του, το 1876 μ.Χ., αναχώρησε για το Άγιον Όρος του Άθω, και εισήλθε στη μονή του Αγίου Παντελεήμονος.
Στις 12 Μαρτίου 1880 μ.Χ. εκάρη μοναχός κι έλαβε τ' όνομα Αριστοκλής. Το 1884 μ.Χ. χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος και το 1886 μ.Χ. εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός. Το 1887 μ.Χ. απεστάλη στο μετόχι της μονής του στη Μόσχα, όπου εφάνη νέος κτήτορας και υπήρξε πνευματικός πατέρας πολλών ψυχών. Η παραμονή του στο μετόχι από το 1891 - 1894 μ.Χ. δημιούργησε γύρω του ένα σπουδαίο πνευματικό έργο. Από το 1895 - 1909 μ.Χ. επέστρεψε στη μονή του. Από το 1909 - 1918 μ.Χ. μετέβη και παρέμεινε πάλι στο μετόχι της Μόσχας.
Τον κοσμούσαν τα χαρίσματα της προοράσεως και της θαυματουργίας, με τα οποία βοήθησε πολλές ψυχές. Η θυσιαστική του αγάπη και η ελεήμων καρδία μαλάκωνε και τις πιο πέτρινες καρδιές. Πλήθος αναγκεμένου κόσμου βρήκε πλησίον του τη σωτηρία του. Δίκαια ονομάσθηκε ο Γέροντας της Μόσχας.
Η μακαρία κοίμησή του συνέβη στις 24 Αυγούστου 1918 μ.Χ. στο κελλί του, του μετοχίου του Αγίου Παντελεήμονος. Έκανε τρεις φορές τον σταυρό του, βλέποντας την εικόνα της Γοργοϋπηκόου, την οποία ιδιαίτερα είχε σε ευλάβεια και στην οποία είχε κτίσει ναό, και παρέδωσε ήσυχα το πνεύμα του στον Πλάστη του. Το σώμα του ετάφη κάτω από τον ναό της Γοργοϋπηκόου. Το 1923 μ.Χ., για να μη βεβηλωθεί από τους άθεους, μεταφέρθηκε στη μονή του Οσίου Δανιήλ, όπως το είχε προείπει ο όσιος Αριστοκλής. Το 2001 μ.Χ. το Πατριαρχείο Μόσχας τον κατέταξε στο Ρωσικό Αγιολόγιο. Το 2004 μ.Χ. έγινε η ανακομιδή των τιμίων λειψάνων του και μεταφέρθηκαν στο ναό του μετοχίου, όπου συνεχίζουν να θαυματουργούν και να ευωδιάζουν.
Ανακομιδή Ιερών Λειψάνων του Αγίου Διονυσίου του Ζακυνθινού
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τοῦ παντίμου Λειψάνου σου τὴν μετάθεσιν, ἀπὸ Στροφάδων εἰς Ζάκυνθον ἐορτάζοντας, Διονύσιε σοφὲ ἀνευφημοῦμεν σέ, σὺ γὰρ παρέχεις δι' αὐτοῦ, χάριν ἄφθονον ἀεί, τοὶς πίστει προσερχομένοις, τὴ θεϊκὴ χορηγία, ὡς τοῦ Χριστοῦ θεράπων γνήσιος.
Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τοῦ σεπτοῦ Λειψάνου σου τῇ μεταθέσει, ἑορτὴν κροτοῦμέν σοι, πᾶς ὁ λαὸς ὁ τοῦ Θεοῦ, πανευσεβῶς εὐφημοῦντές σε, θαυματοφόρε σοφὲ Διονύσιε.
Μεγαλυνάριον
Ἦκεν ἐκ Στροφάδων ὡς θησαυρός, τῇ πόλει Ζακύνθου, τὸν σὸν Λείψανον τὸ σεπτόν, καὶ καταπλουτίζει, θαυμάτων ἐνεργείαις, τῶν εὐσεβῶν τὰ στίφη, ὦ Διονύσιε.
Άγιος Ευτυχής Ιερομάρτυρας μαθητής του Αγίου Ιωάννη Θεολόγου
Ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής, θέλοντας να δείξει τον άνθρωπο που έχει αληθινά πνεύμα Θεού, είπε: «Παν πνεύμα ό ομολογεί Ιησούν Χριστόν εν σαρκί έληλυθότα, εκ του Θεού εστί» (Α' επιστολή Ιωάννου, δ' - 2). Δηλαδή, κάθε άνθρωπος που παρουσιάζεται με χάρισμα Πνεύματος, αν ομολογεί όχι μόνο με λόγια αλλά και με έργα ότι ο Ιησούς Χριστός πράγματι σαρκώθηκε και έζησε σαν άνθρωπος φέροντας την ανθρώπινη φύση, αυτός ο άνθρωπος είναι από το Θεό. Ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν και ο Άγιος Ευτυχής. Σαν γνήσιος μαθητής του Αγίου Ιωάννη του Ευαγγελιστή, απέδειξε περίτρανα στη ζωή του ότι είναι πραγματικά άνθρωπος του Θεού. Κήρυξε με ανδρεία το Ευαγγέλιο, γκρέμισε πολλούς ναούς ειδώλων, υπέμεινε δαρμούς και κακοπάθησε πολλά χρόνια δέσμιος μέσα στη φυλακή. Κατόπιν τον έριξαν στη φωτιά και μετά στα πεινασμένα θηρία. Επειδή, όμως, ένα από τα θηρία μίλησε με ανθρώπινη φωνή, αλλά και επειδή στη συνέχεια έμεινε αβλαβής από τα υπόλοιπα μαρτύρια, όλοι εξεπλάγησαν. Εξαιτίας, λοιπόν, αυτών των θαυμάτων, τον άφησαν ελεύθερο να γυρίσει στην πατρίδα του Σεβαστή, όπου ειρηνικά παρέδωσε στον Κύριο το πνεύμα του. (Η μνήμη του Αγίου Ευτύχη, επαναλαμβάνεται και στις 30 Μαΐου).
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς φοιτητὴς τῶν ἱερῶν Ἀποστόλων, τῆς εὐσέβειας ὑποφήτης ἐδείχθης, καὶ τὴν τοῦ Λόγου σάρκωσιν ἐκήρυξας τρανῶς, ὅθεν ἐνδιέπρεψας, μαρτυρίου τοὶς πόνοις, θαύμασι τῆς πίστεως, βεβαιώσας τὸν λόγον. Ἱερομάρτυς Πάτερ Εὐτυχές, Χριστὸν δυσώπει, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἠμῶν.
Έτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
Καὶ τρόπων μέτοχος, καὶ θρόνων διάδοχος, τῶν Ἀποστόλων γενόμενος, τὴν πρᾶξιν εὗρες θεόπνευστε, εἰς θεωρίας ἐπίβασιν· διὰ τοῦτο τὸν λόγον τῆς ἀληθείας ὀρθοτομῶν, καὶ τῇ πίστει ἐνήθλησας μέχρις αἵματος, Ἱερομάρτυς Εὐτυχές· Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.