Κυριακή 25 Ιουνίου 2023

Κυριακή Γ’ Ματθαίου-«Κατά καιρόν υπέρ ασεβών απέθανε».

 Αγαπητοί μου αδελφοί, δεν είναι δυνατόν ο Χριστιανός να αποτιμήσει και να καταλάβει την αγάπη και την προσφορά για την σωτηρία μας, στην απόλυτη έννοια της, από το πρόσωπο του Χριστού μας.


 Ο Απ. Παύλος σήμερα ακριβώς γι’ αυτήν την προσφορά, μάς αναφέρει: «έτι Χριστός όντων ημών υπέρ ημών ασθενών κατά καιρών υπέρ ασεβών απέθανε». Παρ’ όλο ότι είμαστε αδύναμοι να κάνουμε το καλό, πέθανε για μας τους ασεβείς ανθρώπους, μας λέγει. Ο άνθρωπος, εξ αιτίας της αμαρτωλής συμπεριφοράς του, έφυγε από τον Θεό και οδηγήθηκε σε τρομερές περιπέτειες. Έχασε το αρχαίον κάλλος, αμαυρώθηκε η εικόνα του, έχασε την αιωνιότητα και κέρδισε τον θάνατο. Πορεύθηκε χωρίς ελπίδα στην ιστορική του πορεία. Οι σχέσεις με τον Θεό διεκόπησαν.


 Όμως η αγάπη του Θεού Πατέρα διετηρήθη αμειώτως. Η μεσολάβηση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού έρχεται να αποκαταστήσει αυτήν την σχέση «δι’ ου και την προσαγωγήν τη πίστει εις την χάριν ταύτην εν η εστήκαμεν». 

 Αυτός δηλαδή μάς οδήγησε με την πίστη στον χώρο αυτής της χάρης του Θεού. Αυτός μάς έδωσε την ελπίδα, ώστε να πορευθούμε με δύναμη και υπομονή στις όποιες δοκιμασίες της ζωής, δοκιμασίες που έχουν σχέση με την πίστη και την ομολογία μας έναντι του κόσμου. Οι δοκιμασίες επίσης που έρχονται στην ζωή μας και μάς οδηγούν πολλές φορές στην απελπισία και την απογοήτευση, μας λυγίζουν και αποκάνουμε.


 Όμως έχουμε Θεό τον Κύριο μας Ιησού Χριστό, ο οποίος πέθανε για μας. Πέθανε για τους ασεβείς ανθρώπους στον συγκεκριμένο και προκαθορισμένο καιρό: «κατά καιρόν υπέρ ασεβών απέθανε». Και βέβαια θα μπορούσε να πούμε ότι δύσκολα θα μπορούσε κανείς να πεθάνει, ακόμα και για ένα καλό άνθρωπο. Όμως ο Κύριος μας και Θεός πέθανε ξεπερνώντας και τα όρια αυτά, έδειξε με την αγάπη Του σε όλους εμάς τους αμαρτωλούς με την ίδια την ζωή Του, πεθαίνοντας στον Σταυρό.


Μας έδωσε την ελπίδα ως άγκυρα: «ως άγκυρα βεβαίαν την ελπίδα κατέχομεν». Αυτή «η ελπίς ου καταισχύνει». Μας δίνει την δύναμη και την αισιοδοξία να προχωράμε με βεβαιότητα στην πορεία της ζωής μας ως Χριστιανοί και με στόχο τον Παράδεισο ως αιωνία πατρίδα, κάνοντας κάθε μέρα τον αγώνα μας για το καλό και την επικράτηση του.


Για μας τους Ορθοδόξους Χριστιανούς, σε αντιπαραβολή με τους χριστιανούς της Δύσης, Ρωμαιοκαθολικούς και Προτεστάντες, οι οποίοι προσδίδουν στον Θεό την άτεγκτη, σκληρή και απόλυτη απόδοση της δικαιοσύνης, είναι ο φίλος και αδελφός μας που πέθανε από αγάπη.


Για μας η Ορθοδοξία μας είναι η θρησκεία της νίκης πάνω στην κόλαση. Το Ευαγγέλιο είναι για μας το βιβλίο του Θεού, της ελπίδας και της χαράς. Γι’ αυτό αδελφοί, όχι απελπισία για τις αμαρτίες που κάνουμε αλλά αισιοδοξία και ελπίδα για την μετάνοια που μας προσφέρει ο Θεός ως μυστήριον της αγάπης Του.


«Ει γαρ εχθροί όντες κατηλλάγημεν τω Θεώ δια του θανάτου αυτού», παρότι είμασταν εχθροί με τον Θεό ο σταυρικός θάνατος του Χριστού μας μάς συμφιλίωσε, αδελφοί μου, με τον Θεό Πατέρα. Αυτό να γίνεται καθημερινή μας δύναμη, πίστη και ελπίδα. Αμήν!


Γραπτό κήρυγμα της Ιεράς Μητροπόλεως Κερκύρας (25-06-2023)

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ'ΜΑΤΘΑΙΟΥ-Τα δύο αφεντικά

 «Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν», λέει ὁ Χριστός. Κανένας δὲν μπορεῖ νὰ δουλεύει σὲ δυὸ ἀφέντες. Ἀναπόφευκτα, θὰ μισήσει τὸν ἕνα καὶ θὰ ἀγαπήσει τὸν ἄλλο, ἢ θὰ προσκολληθεῖ πίσω ἀπὸ τὸν ἕνα καὶ θὰ καταφρονήσει τὸν ἄλλο. Συγκεκριμένα ὁ Χριστὸς ἀναφέρεται στὸν Θεὸ καὶ στὸν μαμωνᾶ, δηλαδὴ τὰ φθαρτὰ ἀγαθά, τὸν πλοῦτο, ἰδιαίτερα σὲ αὐτὸν ποὺ προέρχεται ἀπὸ ἀδικία καὶ ἁρπαγή. Ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ καταλάβει ὁ ἄνθρωπος, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπηρετεῖ σωστὰ καὶ μὲ συνέπεια καὶ τὰ δυὸ αὐτὰ ἀφεντικά (Κυριακὴ Γ΄ Ματθαίου).


   Ὁ μαμωνᾶς καὶ δὴ τῆς ἀδικίας (Λουκ. 16, 9-11) ὑποκρύπτει πίσω του τὴν παρουσία τοῦ σατανᾶ. Αὐτὸς εἶναι τὸ δεύτερο ἀφεντικὸ ποὺ καταδυναστεύει τυραννικά, ὄχι μόνο μὲ τὸ χρῆμα καὶ τὴ φιλαργυρία, ἀλλὰ καὶ μὲ πολλοὺς ἄλλους τρόπους τὸν ἄνθρωπο. Ἀκόμα καὶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ θέλει νὰ ἔχει Κύριό του τὸν Θεό, μπαίνει πολὺ εὔκολα καὶ στὴν ὑπηρεσία τοῦ δεύτερου αὐτοῦ ἀφεντικοῦ, τοῦ διαβόλου! Καὶ προσπαθεῖ νὰ ἰσορροπήσει πλέοντας μὲ τὰ δυὸ πόδια σὲ δυὸ βάρκες. Ξεγελάει ἔτσι τὸν ἑαυτό του, πιστεύοντας ὅτι εἶναι ἀρκετὰ ἔξυπνος γιὰ νὰ πετύχει μὲ ἕνα σμπάρο δυὸ τρυγόνια. Συμβαίνει ὅμως αὐτό; Ἀσφαλῶς ὄχι!


  Φαινόμενο τέτοιας διπλο-υπηρεσίας, πολὺ τῆς μόδας στὴν ἐποχή μας, εἶναι ἡ ταυτόχρονη χρήση τοῦ σταυροῦ καὶ τῆς μπλὲ μαγικῆς χάντρας (ματάκι). Κυκλοφοροῦν κατὰ κόρον κοσμήματα (βραχιόλια, μενταγιόν, δαχτυλίδια), ποὺ συνδυάζουν καὶ τὰ δυό. Ἀφθονοῦν οἱ ἀσημένιες καὶ χρυσὲς παιδικὲς παραμάνες (δῆθεν φυλαχτά), φορτωμένες μὲ Χριστὸ (ἢ Παναγία), σταυρὸ καὶ ματάκι. Δίνουν καὶ παίρνουν τὰ παρόμοια (μὲ σταυρὸ καὶ ματάκι) κρεμαστὰ φυλαχτὰ γιὰ τὸ αὐτοκίνητο, τὸ σπίτι καὶ ὅπου ἀλλοῦ.


  Οἱ ἄνθρωποι δυστυχῶς δείχνουν νὰ βρίσκονται σὲ δεινὴ σύγχυση. Ἀποζητοῦν τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά, γιὰ καλὸ καὶ γιὰ κακό, δὲν ἀρνοῦνται καὶ τὴ «χάρη» τοῦ διαβόλου, μὲ τὴ σκέψη ὅτι κάποιο ἀπὸ τὰ δυὸ θὰ «πιάσει» τελικά. Ἐλπίζουν ὅτι κάποιο θὰ δράσει, «μαγικῷ τῷ τρόπῳ» βέβαια. Χωρὶς νὰ κουνήσουν αὐτοὶ τὸ δαχτυλάκι τους, χωρὶς νὰ ἀλλάξουν σὲ τίποτε τὴ ζωή τους. Αὐτὸ κι ἂν εἶναι δαιμονικὴ τοποθέτηση! Δὲν ἔμεινε ἀλώβητο ἀπὸ τὴ δαιμονικὴ μόδα οὔτε τὸ ἱερώτατο μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος Τὰ μαρτυρικά, μὲ τὰ ὁποῖα «παρασημοφοροῦνται» ὅλοι οἱ παριστάμενοι, εἶναι ἀπαραιτήτως πλέον σταυρὸς καὶ ματάκι. Τραγικὴ «μῖξις ἀμίκτων»!


  Κοντὰ στὸ δαιμονικὸ ματάκι, ἀκμάζει -γιατί ὄχι;- καὶ τὸ ξεμάτιασμα. Μὲ καθόλου εὐκαταφρόνητο ζῆλο πολλοὶ (καὶ κυρίως πολλές) ἐπιδίδονται καὶ σ’ αὐτὸ τὸ σπόρ, μιὰ καὶ κάθε ἀναποδιά, ἀτυχία, ἀδιαθεσία κ. λ. π., ἀποδίδονται ἀμέσως στὸ μάτιασμα (βασκανία). Καὶ ὑπόσχονται μὲ τὸ δραστικό τους ξεμάτιασμα σίγουρη ἀπαλλαγή. Ἂς φωνάζει τὸ Εὐαγγέλιο πὼς δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει σχέση ἀνάμεσα στὸν Χριστὸ καὶ τὸν διάβολο.

 «Τίς συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαλ;» Ποιὰ κοινωνία μπορεῖ νὰ ἔχει τὸ φῶς μὲ τὸ σκοτάδι; Καμία! Δὲν γίνεται νὰ μετέχουμε καὶ στὰ δυό. Καὶ στὸ τραπέζι τοῦ Θεοῦ καὶ στὸ τραπέζι τῶν δαιμονίων (Β΄ Κορ. 6, 14-17. Α΄ Κορ. 10, 21).


 Τὸ ξεμάτιασμα εἶναι πράξη δαιμονική. Ἂς ἀναφέρονται στὰ ξόρκια καὶ λέξεις ἀπὸ προσευχές. Εἶναι σὰν νὰ βάζουμε σταυρὸ καὶ ματάκι πλάι-πλάι. Χριστὸ καὶ διάβολο, τὰ δυὸ ἀντίθετα, μαζί. Ὅποιος τὸ κάνει αὐτό, δουλεύει στὸν διάβολο. Ἀρνεῖται τὸν Χριστό, γίνεται ἄπιστος. Καταφεύγει στὴ δύναμη τοῦ διαβόλου, ἁμαρτάνει θανάσιμα.


 Τὰ πράγματα ὅμως δὲν θὰ μείνουν ἐκεῖ. Οἱ δρόμοι θὰ ξεχωρίσουν κάποτε.

Καὶ ὁ καθένας θὰ πάει μὲ τὸ ἀφεντικὸ ποὺ διάλεξε.

π. Δημητρίου Μπόκου

«ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ ΣΤΟ ΘΕΛΗΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ»

 Ἀνάγκες ποικίλες πιέζουν τὸν ἄνθρωπο κάθε ἐποχῆς καὶ ἡ μέριμνα γιὰ τὸ αὔριο ἀποτελεῖ συνήθως τρόπο ζωῆς, ἰδιαίτερα στίς μέρες μας.


Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀγχώδη μέριμνα ζητεῖ νὰ μᾶς ἐλευθερώσει ὁ Χριστός, λέγοντας: «Μὴ μεριμνᾶτε», μὴν ἀνησυχεῖτε, μὴν ἀφήνετε νὰ σᾶς τυραννοῦν ἀγωνιώδεις σκέψεις, σπᾶστε τά δεσμά τῆς ἀνησυχίας μέ τήν ἐμπιστοσύνη πρός τόν Θεό.


«Δὲν ἀξίζει ἡ ζωὴ περισσότερο ἀπὸ τὴν τροφή, καὶ τὸ σῶμα ἀπὸ τὸ ἔνδυμα;» Ὁ Θεὸς ποὺ μᾶς ἔδωσε τὸ δῶρο τῆς ζωῆς, δὲ θὰ μεριμνήσει καὶ γιά τὴ συντήρησή του; Ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ ἐκδηλώνεται μέσα στή φύση, ἀκόμη καί στά πιό ἀσήμαντα, στά πουλιά πού πετοῦν ἐλεύθερα στόν οὐρανό, στά κρινολούλουδα πού ντυμένα μέ χαρούμενα χρώματα λικνίζονται στό ἀγέρι τοῦ κάμπου.


Ποιὰ οὐσιαστικὴ ἀλλαγὴ μπορεῖ νὰ πετύχει ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν ἐναγώ-νια φροντίδα; «Ποιὸς μπορεῖ μεριμνώντας νὰ προσθέσει ἕνα πήχυ στὸ ἀνάστημά του;», λέγει ὁ Κύριος. Στὴν οὐσία ἡ ὑπερβολικὴ μέριμνα φανερώνει ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης στὸν Θεό.


Ἡ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ δὲ σημαίνει ἀδιαφορία τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὰ βιοτικά. Τὸ «μὴ μεριμνᾶτε» τοῦ Χριστοῦ δὲ σημαίνει «μὴν ἐργάζεσθε». Ὁ Κύριος δὲ συνηγορεῖ σὲ μιὰ παθητικότητα ἀπέναντι στὴ ζωή. Δὲν περιφρονεῖ τὴ σοβαρὴ καὶ ἐπίπονη ἐργασία.


Μὲ ἄλλη ἀφορμή, τὴν παραβολὴ τῶν ταλάντων, καταδικάζει τὴ ραθυμία. Ἀπό ἐκεῖνο ποὺ θέλει νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ἀγωνιώδης μέριμνα, ποὺ ταλαιπωρεῖ τὴν ἀνθρώπινη ψυχή.


Ὁ Κύριος δὲν ἀμφισβητεῖ ὅτι ἡ τροφὴ καὶ τὸ ἔνδυμα εἶναι ἀπαραίτητα. «Ὅλα αὐτὰ θὰ σᾶς χορηγηθοῦν», μᾶς λέει. Τονίζει ὅμως μιὰ θεμελιώδη προϋπόθεση: «Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.»


Συνιστᾶ μιὰ δυναμικὴ καὶ ὑπεύθυνη τοποθέτηση μέσα στὴ ζωή, τονίζο-ντας ὅτι πρὶν ἀπ’ ὅλα εἶναι ἡ «βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ», ἡ νέα πραγματικότητα ποὺ ἐγκαινίασε Ἐκεῖνος μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο Του, ἡ βασιλεία τῆς Ἀγάπης, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ σκοπὸ τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας.


Σέ παλαιότερες ἐποχές στήν καθημερινή ἐποικοινωνία τῶν ἀνθρώπων ἄκουγε κανείς τό ‘’ἔχει ὁ Θεός’’, αὐτό μαρτυρεῖ τήν ἐμπιστοσύνη πού ἔχει ὁ ἄνθρωπος στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ.   





ΚΥΡΙΑΚΗ Γ’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

 Τήν προηγούμενη Κυριακή εἴδαμε ὅτι ὁ Χριστός μᾶς προτρέπει νά τόν ἀκολουθήσουμε ἀκόμη κι ἄν χρειαστεῖ νά ἐγκαταλείψουμε οἰκογένεια, συγγενεῖς, φίλους. Εὔλογα θά ἀναρωτιόταν ὅμως κανείς, πῶς θά μπορούσαμε νά ζήσουμε ἐάν ἀφήσουμε τά πάντα πίσω μας;


Τήν ἀπάντηση σ’ αὐτό τό ἀνθρώπινο ἐρώτημα, μᾶς τήν δίνει ὁ Κύριός μας, μέσα ἀπό τό ἀπόσπασμα τῆς ἐπί τοῦ Ὅρους ὁμιλίας Του, τό ὁποῖο μᾶς μεταφέρει ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος.


Τά μάτια τοῦ ἀνθρώπου, μᾶς λέει, εἶναι ὁ λύχνος, δηλαδή τό φῶς τοῦ σώματός του. Ἑπομένως ἄν τά μάτια του εἶναι φωτεινά, ὅλο τό σῶμα του εἶναι φωτεινό. Ἀντίθετα ὅμως ἐάν τά μάτια του εἶναι σκοτεινά, ὅλο τό σῶμα εἶναι σκοτεινό. Μέ τά λόγια αὐτά θέλει νά μᾶς τονίσει ὅτι ἄν ὄντως ἐνδιαφερόμαστε νά φωτίσουμε τήν ὕπαρξη τῆς ζωής μας, θά πρέπει νά ἀφήσουμε πίσω ὁτιδήποτε ἀντιστρατεύεται τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Συνεχίζοντας, πρέπει, μᾶς λέει, νά μεριμνήσουμε γιά τόν πνευματικό μας κόσμο, καί νά μή φορτώνουμε τή ζωή μας μέ μέριμνες περιττές καί ἀνούσιες. Ἐπιπλέον, λέει, πώς δέν μπορεῖ κανείς νά δουλεύει σέ δύο κυρίους στόν Θεό καί στόν μαμωνά, γιατί ἤ τόν ἕνα θά ἀγαπήσει καί τόν ἄλλο θά μισήσει ἤ θά ὑπακούσει στίς ἐπιταγές τοῦ ἑνός καί θά καταφρονήσει τόν ἄλλο. Μέ τόν ὄρο μαμωνά, ὑπονοεῖ ὁ Κύριος τόσο τόν ἴδιο τόν διάβολο καί τά ἔργα τοῦ σκότους, ὅσο καί τίς βιοτικές μέριμνες, οἱ ὁποῖες ἀποσποῦν τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν ἐφαρμογή τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό συνεχίζει τήν διήγηση λέγοντάς μας, μή μεριμνᾶτε τί θά φᾶτε, τί θά πιεῖτε ἤ τί θά φορέσετε ὡς ἔνδυμα, γιατί ἡ ψυχή εἶναι παραπάνω ἀπό τήν τροφή καί τό σῶμα. Δεῖτε, μᾶς λέει, τά πουλιά, δέν σπέρνουν, δέν θερίζουν, δέν ἀποθηκεύουν σέ ἀποθῆκες καί ὁ πατέρας ὁ ἐπουράνιος τά τρέφει καί τά συντηρεῖ. 


Ἐπίσης, νά μήν ἀγωνιᾶ ὁ ἄνθρωπος γιά τήν ἐνδυμασία του, ἅς δεῖ τά κρίνα τοῦ ἀγροῦ, πού δέν ὑφαίνουν οὔτε γνέθουν κι ὅμως εἶναι πιό λαμπρά ντυμένα κι ἀπ’ τόν Σολομώντα. Κι ἄν ὁ Θεός ντύνει τόσο ὄμορφα τά χόρτα καί τά ἄνθη, τά ὁποῖα ἀφοῦ ξεραθοῦν καίγονται στόν κλίβανο, πόσο μᾶλλον δέν θά ἐνδιαφερθεῖ γιά τό τελειότερο δημιούργημά του τόν ἄνθρωπο; Ὁ ἐπουράνιος πατέρας γνωρίζει τίς ἀνάγκες μας καί φροντίζει γι’ αὐτές. Οἱ ἄνθρωποι πρέπει, ὅπως μᾶς λέγει, νά ἐπιζητοῦμε πρῶτα τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τήν δικαιοσύνη Του, κι ὅλα τα ἄλλα θά μᾶς δοθοῦν.


Ὀλιγοπίστους ἀποκαλεῖ ὅλους ἐκείνους πού θέτουν ὡς προτεραιότητα στή ζωή τους τήν κάλυψη τῶν βιοτικῶν ἀναγκῶν.


Ἡ ὑπέρμετρη ἐνασχόληση τοῦ ἀνθρώπου μέ τά ὑλικά ἀγαθά, περιέχει τόν κίνδυνο τῆς ἐγκατάλειψης ἤ τῆς περιφρόνησης τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μέ τά ὅσα μᾶς εἶπε ὁ Χριστός στήν πρώτη συνάφεια τῆς σημερινῆς περικοπῆς. Δείχνει ἔλλειμμα πίστεως, ἔλλειμμα ἐμπιστοσύνης στήν ἀγάπη καί στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο. Ἐάν ὁ Θεός ἔστειλε τόν Υἱό Του τόν μονογενῆ στόν κόσμο, μέ σκοπό νά θεραπεύσει καί νά ἀναστήσει τόν ἔσω ἄνθρωπο, θά ἀφήσει ἄραγε κανέναν νά χαθεῖ ἀπό ἔλλειψη στοιχειωδῶν ἀγαθῶν;


Κι ὅμως στήν καθημερινότητά του ὁ ἄνθρωπος λησμονεῖ αὐτή τήν μεγάλη ἀλήθεια. Θεωροῦμε τούς ἑαυτούς μας χριστιανούς, καί παρόλα αὐτά ἀναλώνουμε ὅλο το χρόνο, ὅλη τή ζωή μας στό κυνήγι τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, στήν ἱκανοποίηση τῶν βιοτικῶν μας ἀναγκῶν καί μόνο. Οἱ συνθῆκες τοῦ σύγχρονου τρόπου ζωῆς καί οἱ συγκυρίες τῶν τελευταίων ἐτῶν ἐπιτείνουν αὐτή τήν μονοσήμαντη ἀγωνία μας καί μᾶς ἀπορροφοῦν κάθε ἰκμάδα σωματική καί ψυχική. Καί ὅσο ἐξαρτᾶται ἡ εὐτυχία μας ἀπό τά ὑλικά καί τά γήινα, τόσο οἱ δυσκολίες τῆς ζωῆς μᾶς ὁδηγοῦν σέ ἀπελπισία καί ἀπόγνωση.


Ἡ ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ εἶναι σαφής, ἡ διέξοδος μονόδρομος: ζητεῖτε πρώτον τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, μᾶς λέγει, μόνο ἔτσι θά ξεφύγουμε ἀπό τά δεσμά τοῦ μαμωνᾶ στόν ὁποῖο ἔχει ὑποδουλωθεῖ ἡ ὕπαρξή μας. Αὐτή εἶναι ἡ μόνη διέξοδος ἀπό κάθε ἀνθρώπινη κρίση, ἰδιαίτερα σήμερα πού ζοῦμε σέ κοινωνίες πού σκοτεινιάζουν τή ζωή μας. Ἅς στραφοῦμε στήν ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ, ἅς τόν ἐμπιστευτοῦμε καί θά φροντίσει σίγουρα ἐκεῖνος γιά τά ὑπόλοιπα πού ἀφοροῦν τή ζωή μας, καί τήν ἐφήμερη τήν ἐπί γῆς, καί τήν ἐπουράνια τήν αἰώνια.


π. Ἰωάννης Λεοντάρης


ἐφημέριος Μαρμάρων





Το φως του κόσμου

 Τις δύο προηγούμενες Κυριακές, αδελφοί χριστιανοί, μάς δίδαξε ο Χριστός την ιεράρχηση των πραγμάτων και των προσώπων στην ζωή μας, με πρωταρχική την αγάπη προς τον ίδιο, και είδαμε πώς οι πρώτοι από τους αγίους αποστόλους έκαναν πράξη αυτή την προτροπή, αφού εγκατέλειψαν τα πάντα στο κάλεσμά του και τον ακολούθησαν. Με την σημερινή περικοπή του ιερού Ευαγγελίου, η οποία αποτελεί μέρος της επί του όρους ομιλίας, ο Χριστός μάς διδάσκει ότι ο άνθρωπος που είναι προσκολλημένος στα επίγεια αγαθά δεν δύναται να έχει στην ψυχή του τον φωτισμό του Θεού.


«Το λυχνάρι του σώματος, είπε ο Κύριος, είναι ο οφθαλμός. Όταν λοιπόν ο οφθαλμός σου είναι απλός, όλο σου το σώμα είναι φωτεινό‧ όταν όμως είναι πονηρός, όλο το σώμα σου θα είναι σκοτεινό. Αν λοιπόν το εντός σου φως είναι σκοτάδι, το σκοτάδι πόσο είναι; Ουδείς δύναται να δουλεύει σε δύο κυρίους‧ γιατί ή θα μισήσει τον ένα και τον άλλο θα αγαπήσει, ή θα υπομείνει τον ένα και τον άλλο θα καταφρονήσει. Δεν δύνασθε να δουλεύετε και για τον Θεό και για τον πλούτο. Γι αυτό σάς λέω μην μεριμνάτε με την ψυχή σας τί θα φάτε και τί θα πιείτε, ούτε με τί θα ενδύσετε το σώμα σας‧ η ψυχή δεν είναι παραπάνω από την τροφή και το σώμα από το ένδυμα; ρίξτε το βλέμμα σας στα πτηνά του ουρανού, ότι δεν σπέρνουν ούτε θερίζουν ούτε συνάγουν σε αποθήκες, και ο πατέρας σας ο επουράνιος τα τρέφει‧ εσείς δεν διαφέρετε πολύ από αυτά; και ποιός από εσάς δύναται να προσθέσει στο μπόι του έναν πήχη; και για τα ενδύματα γιατί μεριμνάτε; μάθετε καλά πώς αυξάνουν τα κρίνα του αγρού‧ δεν κοπιάζουν ούτε γνέθουν, κι όμως σάς λέω ότι ούτε ο Σολομώντας στην μεγάλη του δόξα δεν ντυνόταν τόσο περίλαμπρα όπως ένα από αυτά. Αν λοιπόν το χορτάρι του αγρού, το οποίο σήμερα είναι και αύριο ρίχνεται στον κλίβανο, ο Θεός το ενδύει με τέτοιο τρόπο, πολύ περισσότερο δεν θα φροντίσει για σάς, ολιγόπιστοι; Μη λοιπόν μεριμνήσετε αναλογιζόμενοι τί θα φάμε και τί θα πιούμε ή τί θα ντυθούμε, γιατί όλα αυτά τα αναζητούν οι εθνικοί και γιατί γνωρίζει ο πατέρας σας ο ουράνιος ότι όλα αυτά τα έχετε ανάγκη. Αλλά να ζητάτε πρώτα την βασιλεία του Θεού και την δικαιοσύνη αυτού, και όλα αυτά θα σάς δοθούν επιπροσθέτως». [1]


Ο Χριστός χρησιμοποιεί το παράδειγμα του σώματος για να μιλήσει για τον εντός μας φωτισμό‧ όπως δηλαδή το φως του σώματος προέρχεται από τα μάτια, γιατί χωρίς αυτά όλη η ζωή του ανθρώπου και οι δραστηριότητές του βρίσκονται μέσα στο αισθητό σκοτάδι, κατά τον ίδιο τρόπο ο νους είναι ο λύχνος της ψυχής, ο οποίος την φωτίζει και την καθοδηγεί ώστε να λαμβάνει τις σωστές αποφάσεις. Δεν είναι δυνατόν, μάς λέει ο Χριστός, να είναι ταυτόχρονα προσκολλημένος ο νους μας στις βιοτικές μέριμνες και στον Θεό. Αν πολυπραγμονούμε για πράγματα εφήμερα και γήινα, σκοτούρες τις ονομάζει εύστοχα η λαϊκή σοφία, τότε ο νους μας θα είναι σκοτισμένος και συνακόλουθα η ψυχή μας, αφού θα παραμένει προσκολλημένη σε τούτες τις έγνοιες‧ τότε δεν θα μάς περισσεύει χρόνος για να στρέψουμε τον οφθαλμό της ψυχής, δηλαδή τον νου, προς τά επάνω, ούτε να  ασχοληθούμε με την δικαιοσύνη του Θεού. Πόσες διαμάχες, πόσοι πόλεμοι, πόσες καταστροφές δεν γίνονται και σήμερα για τον πλούτο, για το κέρδος, για την εκμετάλλευση των πόρων της φύσεως και του ιδρώτα των ανθρώπων... Αλλά και ο καθημερινός βίος σε ολόκληρο τον κόσμο δεν στρέφεται γύρω από τίποτα άλλο, παρά από την αγωνία πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων να ικανοποιήσουν τις βιοτικές τους ανάγκες προκειμένου να νικήσουν, προσωρινά, τον θάνατο που τους απειλεί, την στιγμή που άλλοι τόσοι, εξίσου απεγνωσμένα, αγωνίζονται να κορέσουν την πλεονεξία τους ικανοποιώντας περιττές και άρα ψεύτικες ανάγκες όπως η συσσώρευση πλούτου, η απόκτηση πολυτελών αντικειμένων, η επίδειξη ακριβών ενδυμάτων και λοιπά. Σε τούτο το σκηνικό ο καθένας φαντάζει εχθρός και επίβουλος της ευτυχίας ή της επιβίωσης του άλλου, ειδικά σε καιρούς εκτάκτων αναγκών ή ακόμα και στον φόβο ελλείψεως κάποιων αγαθών. Αν αυτό δεν είναι σκοτάδι, τότε τι είναι; γιατί άλλο είναι οι βιοτικές ανάγκες, άλλο οι καταναλωτικές συνήθειες και άλλο η ακόρεστη πλεονεξία στην οποία οδηγούν τόσο η ανάγκη όσο και η πολυτέλεια.


«Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν», μάς λέει ο Χριστός. Η δικαιοσύνη του Θεού δεν είναι άλλη από την άπειρη αγάπη του και από την άκρα φιλανθρωπία του. Δικαιοσύνη δεν είναι η αρπαγή, ακόμα κι αν οι ανθρώπινοι νόμοι την θεωρούν νόμιμη, αλλά η προσφορά ακόμα και από το υστέρημά μας, η ταπείνωση, η αυτοθυσία, η υπομονή, η μακροθυμία, η συγγνώμη· γιατί αποτελούν εκφράσεις γνήσιας, αληθινής αγάπης. Με αυτόν τον τρόπο δύναται ο νους να φωτιστεί και να προκόψει κατά Θεόν‧ και φως του κόσμου δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον Χριστό:      


«Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ' ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς» [2].


Ας εγκαταλείψουμε, επομένως, αδελφοί χριστιανοί, κάθε βιοτική μέριμνα, σύμφωνα με την προτροπή που μάς δίνει σήμερα ο Κύριός μας, και ας προσευχόμαστε να φωτίζει τον νου και την ζωή μας, ως εξής: «Χριστέ, τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, τὸ φωτίζον καὶ ἁγιάζον πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον, σημειωθήτω ἐφ’ ἡμᾶς τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου, ἵνα ἐν αὐτῷ ὀψώμεθα φῶς τὸ ἀπρόσιτον, καὶ κατεύθυνον τὰ διαβήματα ἡμῶν πρὸς ἐργασίαν τῶν ἐντολῶν σου· πρεσβείαις τῆς παναχράντου σου Μητρός, καὶ πάντων σου τῶν ἁγίων. Ἀμήν».


------------------


1. Ματθ. στ’ 22-33., 2. Ιω. η’ 12.





«ιδού νυν καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού νυν ημέρα σωτηρίας∙»

 Στη συγκεκριμένη αποστολική περικοπή θα σταθούμε με ιδιαιτερότητα στη διαπίστωση που κάνει ο απόστολος Παύλος, ότι δηλαδή τώρα είναι ο κατάλληλος καιρός και χρόνος που προσφέρεται για τη δική μας σωτηρία. «Ιδού νυν καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού νυν ημέρα σωτηρίας». Τονίζει ο απόστολος Παύλος ότι δεν πρέπει να χάνουμε χρόνο και τώρα είναι ο κατάλληλος καιρός να μεριμνήσουμε για τη σωτηρία της ψυχής μας.


Για να μπορέσουμε να καταλάβουμε το νόημα των λόγων αυτών του αποστόλου Παύλου πρέπει να δούμε λίγο την ιστορία της ανθρωπότητας μέσα από την Αγία Γραφή.


Ο Θεός, δημιουργός του υλικού και πνευματικού κόσμου, δημιούργησε κατά τον ιδιαίτερο εκείνο τρόπο που μας περιγράφει το βιβλίο της Γενέσεως, τον άνθρωπο, με τελικό σκοπό την πνευματική του σωτηρία, να οδηγηθεί από το κατ’ εικόνα του Θεού στο καθ’ ομοίωσιν, δηλαδή να μοιάσει στο Θεό, να μιμηθεί το Θεό και να θεωθεί με τη χάρη Του. Έχουμε όμως την πτώση του ανθρώπου στην αμαρτία άρα και την απομάκρυνσή του από το Θεό και από το σκοπό που του έθεσε ο Θεός που επαναλαμβάνουμε είναι η σωτηρία της ψυχής του.


Όταν λέμε αμαρτία εννοούμε την παρακοή του ανθρώπου στο θέλημα του Θεού, αυτός ήταν και ο λόγος της ρήξης της σχέσης του ανθρώπου με το Θεό, η υπακοή τώρα στο θέλημά του είναι αυτή που θα μας οδηγήσει στη σωτηρία και τη υπακοή την δίδαξε πρώτος ο Χριστός αφού έκανε υπακοή στο θέλημα του Πατέρα Του και οδηγήθηκε στο Σταυρό «καίπερ ων υιός, έμαθεν αφ’ ων έπαθε την υπακοήν, και τελειωθείς εγένετο τοις υπακούουσιν αυτώ πάσιν αίτιος σωτηρίας αιωνίου, προσαγορεθείς υπό του Θεού αρχιερεύς κάτα την τάξιν Μελχισεδέκ.» Έκανε πλήρη υπακοή στο θέλημα του Πατέρα του ο Ιησούς και ανακηρύχθηκε από αυτόν αρχιερέας και έγινε η αιτία να σωθούν για πάντα όσοι υπακούουν σ’ αυτόν.


Ο Θεός όμως από τη στιγμή της πτώσεως στην αμαρτία, όχι μόνο δεν εγκατέλειψε τον άνθρωπο, αλλά εισήγαγε την έννοια της σωτηρίας. Η σωτηρία είναι η ακριβώς αντίθετη πορεία από αυτή που ακολούθησε ο άνθρωπος. Ενώ δηλαδή ο άνθρωπος με την αμαρτία απομακρύνεται από τη χάρη του Θεού, με τη σωτηρία ελευθερώνεται από τα δεσμά της αμαρτίας και αποκαθιστά τη σχέση του με το Θεό. Η σωτηρία μας πραγματώνεται με την ενανθρώπηση του Υιού του Θεού, του Σωτήρα και Λυτρωτή ολόκληρου του ανθρώπινου γένους. Ο ίδιος ο απόστολος Παύλος λέει ότι «ότε δε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, εξαπέστειλεν ο Θεός τον Υιόν αυτού…… ίνα τους υπό νόμον εξαγοράση, ίνα την υιοθεσίαν απολάβωμεν». (Γαλ. 4,4-5). Ο χρόνος πριν την έλευση του Ιησού Χριστού ήταν χρόνος προετοιμασίας.


Ο απόστολος Παύλος λοιπόν τονίζει στους Κορινθίους ότι τώρα είναι πλέον ο κατάλληλος καιρός «ιδού νυν καιρός ευπρόσδεκτος». Ο Θεός όρισε αυτό τον καιρό ως καιρό σωτηρίας για τους ανθρώπους. Όπως αναφέραμε στον προ Χριστού χρόνο δεν υπήρχε δυνατότητα σωτηρίας αλλά ο Μωσαϊκός Νόμος βοηθούσε μόνο τον άνθρωπο να αποκτήσει συνείδηση των αμαρτωλών πράξεών του, η δυνατότητα σωτηρίας δόθηκε από τη στιγμή που ο Χριστός έχυσε το αίμα του πάνω στο Σταυρό. Όσοι μετανοήσουν στην παρούσα ζωή θα κληρονομήσουν την αιώνια ζωή. Επίσης ο απόστολος Παύλος τονίζει πόσο σημαντική είναι η σωτηρία μας γιατί κανείς δε γνωρίζει την ημέρα και την ώρα του θανάτου του για να είμαστε προετοιμασμένοι, άρα πρέπει πάντα να είμαστε σε πνευματική εγρήγορση και ετοιμότητα.


Κατά τον Άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο ο τωρινός καιρός είναι κατάλληλος για τη σωτηρία μας γιατί είναι καιρός της δωρεάς και της χάριτος του Θεού και δε ζητούνται ευθύνες για τα αμαρτήματά μας αν τώρα μετανοήσουμε. Δεν είναι ακόμα καιρός του δικαστηρίου, αλλά της χάριτος. Ο χρόνος από την έλευση του Χριστού μέχρι και τη Δευτέρα Παρουσία είναι ο χρόνος εκπληρώσεως της υποσχέσεως του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπινου γένους. Ο Θεός αυτή την περίοδο δέχεται όχι μόνο όσους έφταιξαν λιγότερο αλλά και εκείνους που έφταιξαν μυριάκις.


Τώρα είναι ο ευπρόσδεκτος καιρός για τη σωτηρία μας, δηλαδή από την ημέρα της σταυρικής θυσίας του Χριστού μέχρι την ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας του. Ούτε πριν Χριστού υπήρχε δυνατότητα σωτηρίας, αλλά ούτε μετά τη Δευτέρα Παρουσία θα υπάρξει δυνατότητα σωτηρίας, γιατί όσοι μετανοήσουν τώρα στην παρούσα ζωή θα κληρονομήσουν την αιώνια ζωή, ενώ όσοι παραμείνουν αμετανόητοι θα τιμωρηθούν αιωνίως.


Με αυτό τον τρόπο μας εφιστά την προσοχή ο απόστολος Παύλος και μας παροτρύνει με διάθεση επείγουσα να χρησιμοποιήσουμε δίχως καθυστέρηση, δίχως αναβολή, δίχως δισταγμό, τον κατάλληλο αυτό καιρό για τη σωτηρία μας. Ας δεχτούμε αυτή την προσφορά, αυτή τη χάρη, αυτό το δώρο από τα χέρια του Θεού, τώρα που μας το προτείνει με την πατρική του αγάπη προς όλους.





Η πρόνοια του Θεού και το άγχος της ζωής

 Το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα είναι ένα απόσπασμα από την επί του Όρους Ομιλία του Ιησού Χριστού. Κεντρική θέση στην ομιλία αυτή κατέχει η Βασιλεία του Θεού.  Ουσιαστικά αποτελεί μια παράθεση πρακτικών συμβουλών του Ιησού Χριστού για το πώς οι Χριστιανοί οφείλουν να συμπεριφέρονται μέσα στον κόσμο αυτό.  Σε τελική ανάλυση η αξία του κόσμου αυτού, των υλικών αγαθών και της βιοτικής μέριμνας ορίζεται από την προοπτική της Βασιλείας του Θεού.


Το ευαγγελικό ανάγνωσμα, λοιπόν, της ημέρας χωρίζεται σε τρεις επί μέρους ενότητες: 1. υποδείξεις του Ιησού Χριστού για το «λύχνο» του σώματος, που είναι το μάτι, 2. υποδείξεις του Ιησού Χριστού για το ότι δεν μπορεί κανείς να υπηρετεί ταυτόχρονα δύο κυρίους (Θεός – μαμωνάς) και 3. προτροπές του Ιησού Χριστού ώστε να αποφεύγεται η βιοτική μέριμνα και το άγχος για τις υλικές ανάγκες του ανθρώπου.  Κεντρικό μήνυμα του αναγνώσματος είναι η απόλυτη εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού.


Ο λύχνος του σώματος εστίν ο οφθαλμός


Ο Ιησούς Χριστός με έναν παραβολικό λόγο τονίζει την αξία που έχει το μάτι για όλο το σώμα.  Το μάτι παρομοιάζεται με το λυχνάρι του σώματος.  Είναι το μέσο με το οποίο φωτίζεται όλο το σώμα και κατεπέκταση ο όλος άνθρωπος. Η όραση είναι ίσως η σπουδαιότερη αίσθηση της ανθρώπινης φύσης.  Με την όραση κάθε άνθρωπος θαυμάζει και απολαμβάνει τα μεγαλεία της δημιουργίας του Θεού, τον υλικό κόσμο, το κάλλος της αγάπης του Θεού.  Έχει τη δυνατότητα να βλέπει το φως της ημέρας αλλά και τα προσφιλή του πρόσωπα, η θέα των  οποίων παρηγορεί και ευφραίνει την ψυχή.  Έχει τη δυνατότητα της μόρφωσης,    της εργασίας, της κοινωνικής ανέλιξης.  Η έλλειψη της όρασης δυσχεραίνει τη ζωή των ανθρώπων, αφού τους στερεί τις χαρές αυτές και πολλές ακόμα άλλες.  Την αξία της όρασης εμείς οι υγιείς άνθρωποι δεν μπορούμε πολλές φορές να την αντιληφθούμε πλήρως.  Ένας τυφλός όμως άνθρωπος μπορεί να μαρτυρήσει για την αξία της όρασης και την οδυνηρή αίσθηση της απώλειάς της.  Άλλωστε την αξία της όρασης την διαπιστώνουμε και από τα πολλά θαύματα του Ιησού Χριστού σε τυφλούς ανθρώπους. Στο σημείο αυτό είναι πρόδηλη η παραβολική χρήση της αισθητής όρασης και η μεταφορά του λόγου του Ιησού Χριστού από την αισθητή στην εσωτερική όραση, στην όραση του νου και της ψυχής.


Η καλή ή κακή ποιότητα της όρασης είναι καθοριστική για την ποιότητα του φωτός, το οποίο μεταφέρει και εκπέμπει.  Γι΄ αυτό ο Ιησούς Χριστός χρησιμοποιεί δύο αντίθετους όρους: «απλούς» και «πονηρός», χαρακτηρίζοντας έτσι το καλό και το κακό μάτι.  Με τον όρο «απλούς» γενικά μέσα στην Αγία Γραφή προσδιορίζεται ο αφοσιωμένος και υπάκουος στο Θεό άνθρωπος.  Αντίθετα με τον όρο «πονηρός» προσδιορίζεται ο εγωιστής άνθρωπος, εκείνος που αντιστρατεύεται το θέλημα του Θεού και προσπαθεί να επιβάλει το δικό του θέλημα.  Ο κατεξοχήν  πονηρός είναι ο Εωσφόρος, ο Διάβολος, ο οποίος ακολούθησε το δικό του θέλημα και έτσι έχασε το φως και ξέπεσε στο σκότος.  Επομένως εκείνος που επιθυμεί να βρίσκεται στο φως, οφείλει να στρέφει την προσοχή του προς τον Θεό, ο οποίος είναι η πηγή του φωτός.


Επιπλέον τα μάτια είναι οι πρώτοι δέκτες των διαφόρων εικόνων, οι οποίες μεταφέρονται στη συνέχεια στο νου και στην καρδία του ανθρώπου και επηρεάζουν τον ψυχικό και συναισθηματικό του κόσμο.  Αν λοιπόν ο άνθρωπος αφήσει τις σκοτεινές εικόνες να διαμορφώσουν τον χαρακτήρα και την συμπεριφορά του, τότε η ύπαρξή του δε θα εκπέμπει φως, αλλά σκότος.  Τα έργα του, οι πράξεις του, οι λόγοι του θα είναι σκοτισμένα.  Αντίθετα αν οι εικόνες που εισέρχονται μέσα του είναι εικόνες φωτός, τότε θα εκπέμπει ο ίδιος φως προς τα έξω.  Η ύπαρξή του πλέον θα γίνει φωτεινό παράδειγμα για όλους όσους θα συναναστρέφονται μαζί του.


Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν


Το δεύτερο θέμα βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με το πρώτο, γιατί όπως δεν μπορεί να συνυπάρξει το φως με το σκότος, κατά τον ίδιο τρόπο δεν μπορεί ο άνθρωπος να είναι στην υπηρεσία δύο κυρίων.  Στην περίπτωση που κάποιος επιχειρήσει να υπηρετήσει ταυτόχρονα δύο κυρίους τότε δυο πράγματα μπορεί να συμβούν: ή θα μισήσει τον ένα και θα αγαπήσει τον άλλο, ή θα προσκολληθεί στον ένα και θα περιφρονήσει τον άλλο.  Δεν μπορεί κανείς να είναι συγχρόνως και δούλος του Θεού και δούλος του χρήματος.  Ο Ιησούς Χριστός απαιτεί την απόλυτη αφοσίωση του ανθρώπου στον Θεό.  Εξάλλου όπως τονίζεται και σε άλλο σημείο της Αγίας Γραφής, ο Θεός και το χρήμα είναι ασυμβίβαστα μεταξύ τους, γιατί ο Θεός προσφέρει την ελευθερία, ενώ το χρήμα την υποδούλωση: «δυσκόλως πλούσιος εισελεύσεται εις την βασιλείαν των ουρανών» (Ματθ.19,23).


Η ζωή του ανθρώπου μέσα στον παροδικό αυτό κόσμο κρύβει πολλούς κινδύνους υποδούλωσης, είτε στην κοσμική εξουσία, είτε στο χρήμα και στις υλικές απολαύσεις.  Άλλωστε τους πειρασμούς αυτούς τους αντιμετώπισε και ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός μέσα στην έρημο και απέρριψε τόσο την κοσμική εξουσία και δόξα, όσο και τα υλικά αγαθά.  Τυχόν συγκατάθεση και υποδούλωση του ανθρώπου σε αυτές τις καταστάσεις σημαίνει την άρνηση του Θεού και οδηγεί στη δυστυχία και απελπισία. 


Η βιοτική μέριμνα


Το τρίτο και ουσιαστικότερο μέρος της περικοπής αναφέρεται στην απόλυτη εμπιστοσύνη, που πρέπει να έχει ο άνθρωπος στην πρόνοια του Θεού και να αποφεύγει την αγωνιώδη μέριμνα για τη ζωή.  Βέβαια αυτό σε καμία περίπτωση δε σημαίνει ότι ο άνθρωπος σταματά κάθε προσπάθεια, ώστε να εξασφαλίσει τα απαραίτητα για τη διαβίωσή του.  Ο Ιησούς Χριστός μας καλεί να μην πνιγόμαστε στο άγχος για το τι θα φαμε, ή τι θα πιούμε, ή πώς θα ντυθούμε.


Η ζωή και το σώμα μας είναι σπουδαιότερα από το τι θα φαμε και θα πιούμε και πώς θα ντυθούμε.  Αυτό εξάλλου το καταδεικνύει και η ίδια η φύση, αφού κατά τους λόγους του Κυρίου: «τα πετεινά του ουρανού, ότι ου σπείρουσιν ουδέ θερίζουσιν ουδέ συνάγουσιν εις αποθήκας, και ο πατήρ υμών ο ουράνιος τρέφει αυτά» και ακόμα «περί ενδύματος τι μεριμνάτε; Καταμάθετε τα κρίνα του αγρού πώς αυξάνει• ου κοπιά ουδέ νήθει• λέγω δε υμίν ουδέ Σολομών εν πάση τη δόξη αυτού περιεβάλετο ως έν τούτων».  Επιπλέον: «Τις δε εξ υμών μεριμνών δύναται προσθείναι επί την ηλικίαν αυτού πήχυν ένα;» και αφού αυτό είναι αδύνατο, τότε και οι καθημερινές φροντίδες και μέριμνες δεν προσφέρουν τίποτα στον άνθρωπο, παρά μόνο το άγχος το οποίο εκτός από την ψυχολογική κατάπτωση επιφέρει και πολλές σωματικές ασθένειες.


Το άγχος συνιστά ουσιαστικά άρνηση του Θεού και μαρτυρεί έλλειψη πίστης.  Ο αγωνιών άνθρωπος κατατρώγεται με την προσπάθεια για απόκτηση περισσοτέρων αγαθών και ξεχνά ή και αρνείται τον Θεό.  Δεν καταφεύγει πλέον στην πρόνοια του Θεού και δε ζητά τη βοήθειά του.  Στηρίζεται στη δική του δύναμη και στις ικανότητές του. Η διαγραφή του Θεού από τη ζωή μας επιφέρει την ολοκληρωτική υποδούλωση στα πάθη, τις αδυναμίες και στα υλικά πράγματα.


Αντίθετα με την κατάσταση του άγχους η απόλυτη εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού, απαλλάσσει τον άνθρωπο από κάθε είδους εξάρτηση, και του προσφέρει την «εν Χριστώ» ελευθερία.  Ασφαλώς αυτό δεν καταργεί τη νόμιμη προσπάθεια του ανθρώπου να εξασφαλίσει τα απαραίτητα της ζωής του, αλλά την τοποθετεί πάνω στη σωστή βάση της.  Το πρώτο ζητούμενο είναι η βασιλεία του Θεού: «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν».


Η προσευχή των πιστών πρέπει να είναι μια διαρκής εκζήτηση της βασιλείας του Θεού, αυτό άλλωστε ζητούμε και στην Κυριακή Προσευχή: «ελθέτω η βασιλεία Σου» και όλα τα υπόλοιπα ακολουθούν.  Ο Θεός προνοεί για όλα τα δημιουργήματά του και με ιδιαίτερο τρόπο για το τέλειο δημιούργημά του τον άνθρωπο.  Η αλήθεια αυτή είναι περισσότερο από ποτέ άλλοτε επίκαιρη, αφού σήμερα το άγχος είναι η κατεξοχήν αιτία των ψυχικών διαταραχών και άλλων ασθενειών των ανθρώπων.  Ο σύγχρονος άνθρωπος πνίγεται μέσα στην προσπάθεια και την αγωνία για την απόκτηση όλο και περισσότερων υλικών αγαθών και ανέσεων.  Βέβαια οι λόγοι του Ιησού Χριστού δεν πρέπει να παρανοηθούν.  Δεν μας προτείνει σε καμία περίπτωση την παθητική στάση και αναμονή μια θαυματουργικής επίλυσης του προβλήματος της εξασφάλισης των απαραίτητων πραγμάτων της ζωής.  Εξάλλου ακόμα και αυτά τα πουλιά καταβάλλουν τη δική τους προσπάθεια, εξέρχονται προς αναζήτηση της τροφής τους, χωρίς όμως να αγχώνονται.  Άρα ο άνθρωπος οφείλει στη ζωή του και να εργάζεται και να προσπαθεί για τα απαραίτητα στοιχεία της καλής διαβίωσής του, χωρίς όμως αυτό να γίνεται αυτοσκοπός.  Χωρίς αυτό να σημαίνει την έλλειψη εμπιστοσύνης στην πατρική πρόνοια του Θεού.  Το πρώτο και κορυφαίο μέλημα της ζωής του ανθρώπου είναι η σωτηρία της ψυχής και η κατάκτηση της βασιλείας του Θεού.