Πέμπτη 24 Αυγούστου 2017

Όσιος Αριστοκλής ο Αθωνίτης

Ο κατά κόσμον Αλέξιος του Αλεξίου Αμβρόσιφ γεννήθηκε το 1846 μ.Χ. στο Ορενμπούργκ των Ουραλίων. Μετά τον θάνατο της συζύγου του, το 1876 μ.Χ., αναχώρησε για το Άγιον Όρος του Άθω, και εισήλθε στη μονή του Αγίου Παντελεήμονος.

Στις 12 Μαρτίου 1880 μ.Χ. εκάρη μοναχός κι έλαβε τ' όνομα Αριστοκλής. Το 1884 μ.Χ. χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος και το 1886 μ.Χ. εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός. Το 1887 μ.Χ. απεστάλη στο μετόχι της μονής του στη Μόσχα, όπου εφάνη νέος κτήτορας και υπήρξε πνευματικός πατέρας πολλών ψυχών. Η παραμονή του στο μετόχι από το 1891 - 1894 μ.Χ. δημιούργησε γύρω του ένα σπουδαίο πνευματικό έργο. Από το 1895 - 1909 μ.Χ. επέστρεψε στη μονή του. Από το 1909 - 1918 μ.Χ. μετέβη και παρέμεινε πάλι στο μετόχι της Μόσχας.

Τον κοσμούσαν τα χαρίσματα της προοράσεως και της θαυματουργίας, με τα οποία βοήθησε πολλές ψυχές. Η θυσιαστική του αγάπη και η ελεήμων καρδία μαλάκωνε και τις πιο πέτρινες καρδιές. Πλήθος αναγκεμένου κόσμου βρήκε πλησίον του τη σωτηρία του. Δίκαια ονομάσθηκε ο Γέροντας της Μόσχας.

Η μακαρία κοίμησή του συνέβη στις 24 Αυγούστου 1918 μ.Χ. στο κελλί του, του μετοχίου του Αγίου Παντελεήμονος. Έκανε τρεις φορές τον σταυρό του, βλέποντας την εικόνα της Γοργοϋπηκόου, την οποία ιδιαίτερα είχε σε ευλάβεια και στην οποία είχε κτίσει ναό, και παρέδωσε ήσυχα το πνεύμα του στον Πλάστη του. Το σώμα του ετάφη κάτω από τον ναό της Γοργοϋπηκόου. Το 1923 μ.Χ., για να μη βεβηλωθεί από τους άθεους, μεταφέρθηκε στη μονή του Οσίου Δανιήλ, όπως το είχε προείπει ο όσιος Αριστοκλής. Το 2001 μ.Χ. το Πατριαρχείο Μόσχας τον κατέταξε στο Ρωσικό Αγιολόγιο. Το 2004 μ.Χ. έγινε η ανακομιδή των τιμίων λειψάνων του και μεταφέρθηκαν στο ναό του μετοχίου, όπου συνεχίζουν να θαυματουργούν και να ευωδιάζουν.

Ανακομιδή Ιερών Λειψάνων του Αγίου Διονυσίου του Ζακυνθινού

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τοῦ παντίμου Λειψάνου σου τὴν μετάθεσιν, ἀπὸ Στροφάδων εἰς Ζάκυνθον ἐορτάζοντας, Διονύσιε σοφὲ ἀνευφημοῦμεν σέ, σὺ γὰρ παρέχεις δι' αὐτοῦ, χάριν ἄφθονον ἀεί, τοὶς πίστει προσερχομένοις, τὴ θεϊκὴ χορηγία, ὡς τοῦ Χριστοῦ θεράπων γνήσιος.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τοῦ σεπτοῦ Λειψάνου σου τῇ μεταθέσει, ἑορτὴν κροτοῦμέν σοι, πᾶς ὁ λαὸς ὁ τοῦ Θεοῦ, πανευσεβῶς εὐφημοῦντές σε, θαυματοφόρε σοφὲ Διονύσιε.

Μεγαλυνάριον
Ἦκεν ἐκ Στροφάδων ὡς θησαυρός, τῇ πόλει Ζακύνθου, τὸν σὸν Λείψανον τὸ σεπτόν, καὶ καταπλουτίζει, θαυμάτων ἐνεργείαις, τῶν εὐσεβῶν τὰ στίφη, ὦ Διονύσιε.

Άγιος Ευτυχής Ιερομάρτυρας μαθητής του Αγίου Ιωάννη Θεολόγου

Ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής, θέλοντας να δείξει τον άνθρωπο που έχει αληθινά πνεύμα Θεού, είπε: «Παν πνεύμα ό ομολογεί Ιησούν Χριστόν εν σαρκί έληλυθότα, εκ του Θεού εστί» (Α' επιστολή Ιωάννου, δ' - 2). Δηλαδή, κάθε άνθρωπος που παρουσιάζεται με χάρισμα Πνεύματος, αν ομολογεί όχι μόνο με λόγια αλλά και με έργα ότι ο Ιησούς Χριστός πράγματι σαρκώθηκε και έζησε σαν άνθρωπος φέροντας την ανθρώπινη φύση, αυτός ο άνθρωπος είναι από το Θεό. Ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν και ο Άγιος Ευτυχής. Σαν γνήσιος μαθητής του Αγίου Ιωάννη του Ευαγγελιστή, απέδειξε περίτρανα στη ζωή του ότι είναι πραγματικά άνθρωπος του Θεού. Κήρυξε με ανδρεία το Ευαγγέλιο, γκρέμισε πολλούς ναούς ειδώλων, υπέμεινε δαρμούς και κακοπάθησε πολλά χρόνια δέσμιος μέσα στη φυλακή. Κατόπιν τον έριξαν στη φωτιά και μετά στα πεινασμένα θηρία. Επειδή, όμως, ένα από τα θηρία μίλησε με ανθρώπινη φωνή, αλλά και επειδή στη συνέχεια έμεινε αβλαβής από τα υπόλοιπα μαρτύρια, όλοι εξεπλάγησαν. Εξαιτίας, λοιπόν, αυτών των θαυμάτων, τον άφησαν ελεύθερο να γυρίσει στην πατρίδα του Σεβαστή, όπου ειρηνικά παρέδωσε στον Κύριο το πνεύμα του. (Η μνήμη του Αγίου Ευτύχη, επαναλαμβάνεται και στις 30 Μαΐου).


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς φοιτητὴς τῶν ἱερῶν Ἀποστόλων, τῆς εὐσέβειας ὑποφήτης ἐδείχθης, καὶ τὴν τοῦ Λόγου σάρκωσιν ἐκήρυξας τρανῶς, ὅθεν ἐνδιέπρεψας, μαρτυρίου τοὶς πόνοις, θαύμασι τῆς πίστεως, βεβαιώσας τὸν λόγον. Ἱερομάρτυς Πάτερ Εὐτυχές, Χριστὸν δυσώπει, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἠμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
Καὶ τρόπων μέτοχος, καὶ θρόνων διάδοχος, τῶν Ἀποστόλων γενόμενος, τὴν πρᾶξιν εὗρες θεόπνευστε, εἰς θεωρίας ἐπίβασιν· διὰ τοῦτο τὸν λόγον τῆς ἀληθείας ὀρθοτομῶν, καὶ τῇ πίστει ἐνήθλησας μέχρις αἵματος, Ἱερομάρτυς Εὐτυχές· Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.


Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός


Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός

Ο Άγιος Κοσμάς υπήρξε φωτοφόρος απόστολος του Ευαγγελίου, στα μαύρα χρόνια της τουρκικής σκλαβιάς. Η Εκκλησία του Χριστού, για να τιμήσει τον αγώνα και την προσφορά του, τον ονόμασε Ισαπόστολο.

Ο Άγιος Κοσμάς γεννήθηκε στο χωριό Ταξιάρχης της επαρχίας Αποκούρου που βρίσκεται κοντά στο χωριό Μεγάλο Δένδρο Ναυπακτίας, το 1714 μ.Χ., από γονείς ευσεβείς, που τον ανέθρεψαν εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Είκοσι χρονών μετέβη στο Άγιο Όρος, για να σπουδάσει στο εκεί νεοσύστατο σχολείο του Βατοπεδίου. Ο Ο Άγιος Κοσμάς, ονομαζόταν αρχικά Κωνσταντίνος και μετά την αποφοίτηση του, πήγε στη Μονή Φιλόθεου, όπου έγινε μοναχός (1759 μ.Χ.) και κατόπιν Ιερομόναχος και έλαβε το όνομα Κοσμάς.

Ο Άγιος γνωρίζοντας ότι το Έθνος κινδύνευε, δεν ησύχαζε και φλεγόταν νύχτα-μέρα από τον πόθο να βγει και να διδάξει στους σκλαβωμένους Έλληνες τα Άγια Γράμματα. Όμως, θεωρούσε τον εαυτό του ταπεινό και αδύνατο να επωμισθεί τέτοιο φορτίο. Με θεία αποκάλυψη, πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου συνάντησε τον αδελφό του Χρύσανθο, που ήταν δάσκαλος. Αυτός του έκανε μερικά μαθήματα ρητορικής, που θα βοηθούσαν τον Κοσμά στο κήρυγμα. Έπειτα, αφού πήρε την άδεια του Πατριάρχη Σεραφείμ, όργωσε στην κυριολεξία την Ελλάδα, διδάσκοντας στους «ραγιάδες» το λόγο του Θεού.

Έτσι, ο Άγιος Κοσμάς, αρχικά κήρυξε στην Κωνσταντινούπολη και στην συνέχεια μετέβη στην Αιτωλοακαρνανία. Με νέα άδεια περιήλθε τα Δωδεκάνησα και το Άγιο Όρος. Ακολούθως περιόδευσε στην Θεσσαλονίκη, Βέροια, σε ολόκληρη την Μακεδονία, έφθασε στην Χειμάρα, επέστρεψε στην Νότιο Ήπειρο και από εκεί κατέληξε στη Λευκάδα και την Κεφαλληνία. Πήγε ακόμη στη Ζάκυνθο, Κέρκυρα και ξανά στην Βόρειο Ήπειρο.

Απ' οπού περνούσε, έκτιζε σχολεία, εκκλησίες, και πλήθος λαού συνέρεε και «ρουφούσε» το «νέκταρ» της αγίας διδασκαλίας του.

Τελικά, ο φθόνος των Εβραίων, σε συνεργασία με τους Τούρκους, είχε σαν αποτέλεσμα τον απαγχονισμό του Αγίου στο Κολικόντασι, στα χώματα της Βορείου Ηπείρου το 1779 μ.Χ. Το λείψανο του το έριξαν στα νερά του πόταμου Άψου. Παρά την πέτρα που του είχαν δέσει στον λαιμό, το λείψανο επέπλεε. Βρέθηκε από τον ιερέα Μάρκο κι ενταφιάσθηκε στη μονή της Θεοτόκου Αρδονίτσας Β. Ηπείρου, όπου και ανευρέθη.

Η κανονική πράξη της αναγνωρίσεως του ως αγίου έγινε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στις 20 Απριλίου 1961 μ.Χ. Ακολουθία και βίο του έγραψαν ο Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο Σαπφείριος Χριστοδουλίδης, ο Θωμάς Πασχίδης και ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης. Πολλοί νεώτεροι συγγραφείς ασχολήθηκαν με τον βίο και το έργο του μεγάλoυ αγίου. Πλήθος εικόνων, χαλκογραφιών, ζωγραφιών και σχεδίων φανερώνουν την τιμή και την ευγνωμοσύνη του Γένους για τον λαμπρό αστέρα του Αγίου Όρους.

Τα λόγια του ήταν προφητικά, γεμάτα θεία χάρη και απλότητα. Κάποτε είπε στους κατοίκους κάποιου χωριού: «Ήρθα στο χωριό σας και σας κήρυξα. Δίκαιο είναι λοιπόν να με πληρώσετε για τον κόπο μου. Με χρήματα μήπως; Τι να τα κάνω; Η πληρωμή η δική μου είναι να βάλετε τα λόγια του Θεού στην καρδιά σας, για να κερδίσετε την αιώνια ζωή».


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τὸν ταφον σου Σωτὴρ.
Τὸν μέγαν ἀθλητήν, ὀρθοδόξων τὸ κλέος, Χριστοῦ τὸν μιμητὴν καὶ διδάσκαλον θεῖον, Κοσμᾶν τὸν ἰσαπόστολον, Αἰτωλίας ἀγλάϊσμα, τὸν παιδεύσαντα τὸ δοῦλον Γένος ἐνθέως καὶ συντρέξαντα εἰς τὴν ἀνάστασιν τούτου ἐν ὕμνοις τιμήσωμεν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Μέγαν εὔρατο ὲν τοῖς κινδύνοις.
Κόσμον ηὔγασας Πνεύματι θείῳ, κόσμον ἤνεγκας τῇ ᾿Εκκλησίᾳ, κόσμημα θεῖον, πιστῶν τὸ προπύργιον, ταῖς διδαχαῖς σὺ τὸ Γένος ἐφώτισας καί τῆς δουλείας τὰ σκότη διέλυσας, Κοσμᾶ ῞Αγιε· τῶν ᾿Αποστόλων ὁμότροπε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε κοσμῆσαι τὰς ψυχὰς τῶν ἀνυμνούντων σε.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Μέγαν εὔρατο ὲν τοῖς κινδύνοις.
Θεῖον κόσμημα ᾿Ορθοδοξίας καὶ ἀγλάϊσμα τῆς ᾿Εκκλησίας ἀνεδείχθης, Κοσμᾶ ἰσαπόστολε· διὰ πυρὸς διελθών τε καὶ ὕδατος, ἀναψυχὴν σὺ ἐκτήσω δι’ αἵματος. Εὐκοσμώτατε, διδάχων τοῦ Γένους κόσμημα, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε κοσμῆσαι ἀρεταῖς καὶ τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τὴν εὔηχον σάλπιγγα Εὐαγγελίου Χριστοῦ, Προφήτην τὸν πύρινον καὶ μιμητὴν ᾿Ηλιοῦ, Κοσμᾶν τὸν ᾿Ισαπόστολον, πάντων τῶν ὀρθοδόξων ὁδηγὸν καὶ προστάτην, δήμων τῆς Αἰτωλίας καὶ τυράννου τὸ σέβας, ὕμνοις καὶ ἐγκωμίοις ἀθρόως τιμήσωμεν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, διδασκαλία, κατεκόσμησας, τὴν Ἐκκλησία, ζηλωτὴς τῶν Ἀποστόλων γενόμενος καὶ κατασπείρας τὰ θεία διδάγματα, μαρτυρικῶς τὸν ἀγῶνα ἐτέλεσας. Κοσμᾶ ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμιν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς φωστὴρ νεόφωτος τὴν Ἐκκλησίαν, καταυγάζεις ἅπασαν, Εὐαγγελίου διδαχαῖς, Κοσμᾶ Χριστοῦ Ἰσαπόστολε· διὸ ἀξίως γεραίρει τὴν μνήμην σου.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις Ἀποστόλων ὁ μιμητής, Κοσμᾶ Θεοφόρε, εὐσεβείας ὑφηγητά, τοῦ Εὐαγγελίου ὁ θεηγόρος κῆρυξ, καὶ τῶν πιστῶν ἁπάντων, θεῖον ἀγλάϊσμα.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Κόσμον φέρων θεῖον τῶν ἀρετῶν καὶ τοῦ μαρτυρίου τὸ διάδημα τὸ σεπτόν, κόσμησον εὐχαῖς σου ἀεὶ τὴν ᾿Εκκλησίαν καὶ σὺν παντὶ τῷ κόσμῳ, Κοσμᾶ μέγιστε.



Τετάρτη 23 Αυγούστου 2017

Τι είναι η ύψωση της Παναγίας;

Όσοι έτυχε να παρευρεθείτε σε τράπεζα μίας Αγιορείτικης Μονής θα παρακολουθήσατε τη λεγομένη Ύψωση (του άρτου) της Παναγίας. Θα δώσουμε μια εξήγηση αυτής της ακολουθίας.

Ο άρτος της Παναγίας είναι μια τριγωνική μερίδα άρτου που κόβεται από ένα πρόσφορο και υψώνεται προς τιμή της Θεοτόκου. Ποιός κάνει την ύψωση; Σύμφωνα με τη λειτουργική παράδοση κατά το τέλος της τράπεζας ο τραπεζάρης της μονής. Τα παλαιά τυπικά και Ωρολόγια γράφουν ότι την ύψωση κάνει ο «ταχθείς αδελφός» η ο «ταχθείς μοναχός» η ο «μέλλων υψώσαι την Παναγίαν» η «παρά του εις τούτο τεταγμένου μοναχού» (Άγιος Μάρκος Εφέσου). Ο Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης αναφέρει ότι την ύψωση κάνει «ο αναγνούς και τα πνευματικά διακονήσας τοις αδελφοίς», δηλ. ο αναγνώστης του λόγου προς πνευματική οικοδομή των μοναχών και προσκυνητών. Σε καμιά περίπτωση δεν αναφέρεται ότι την κάνει ο ηγούμενος η ο εφημέριος της Μονής. Αυτοί παρακολουθούν.

Όταν γίνεται η ύψωση λέγεται το «Μέγα το όνομα της αγίας Τριάδος»,το «Παναγία Θεοτόκε, βοήθει ημίν», «Μακαρίζομεν σε πάσαι αι γενεαί…»και «Άξιον εστίν…». Προσφέρεται θυμίαμα και ο παρευρισκόμενοι παίρνουν από αυτό τον άρτο προς αγιασμό τους αλλά και προς δόξα ιδιαίτερη (εξαιρέτως) της Θεομήτορος, η οποία γέννησε τον ουράνιο άρτο της ζωής, δηλ. τον Κύριο Ιησού Χριστό, που διατρέφει τις ψυχές μας.

Το εκκλησιαστικό έθιμο της υψώσεως είναι πολύ παλιό. Το «Ωρολόγιο το Μέγα» το ανάγει στους αποστόλους, και συνδέεται με την ευλάβεια των χριστιανών ιδιαίτερα δε των μοναχών προς την Θεοτόκο που αναζητούσε και για την Παναγία κάτι παράλληλο προς την προσφερόμενη στον Κύριο Θεία Ευχαριστία. Όπως η Θεία Ευχαριστία προσφέρεται σε ανάμνηση του Κυρίου έτσι και η ύψωση του άρτου γίνεται προς ανάμνηση της Παναγίας.

Από τα λειτουργικά βιβλία, από πληροφορίες που μας δίνει ο Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης και άλλοι συγγραφείς, φαίνεται ότι η ύψωση της Παναγίας γινόταν καθημερινά στην τράπεζα των μοναχών. Κατά την εποχή του Αγίου Συμεών γινόταν η ύψωση της Παναγίας στην ακολουθία του Όρθρου, η σε οποιαδήποτε άλλη περίσταση όταν το ζητούσαν οι πιστοί η τακτικά από πολλούς ιερείς.Το έθιμο αυτό το δέχεται και το επιδοκιμάζει.

Πάντοτε δε κατά τη διάρκεια της Θ. Λειτουργίας μετά το «Εξαιρέτως…» όταν ψαλλόταν ο ύμνος προς την Θεοτόκο ( το «Άξιον εστίν ως αληθώς…» η η θ ὠδὴ της Καταβασίας της εορτής) γινόταν η ύψωση της Παναγίας. Αυτό γίνεται από το μεγάλο πόθο του ιερέα και των πιστών «επικαλείσθαι και ανυμνείν την πανύμνητον» και «ως αν μείζονός της παρά ταύτης επιτύχοιμεν βοηθείας» δηλ. για να επιτύχουμε μεγαλύτερη βοήθεια από τη Θεοτόκο. Και συνεχίζοντας ο Άγιος Συμεών λέει, ότι η ύψωση έχει σκοπό να έχομε την Παναγία βεβαία βοηθό σε όλες τις ανάγκες και τις περιστάσεις. Αναφέρει δε ότι έχει προσωπική πείρα αυτής της βοήθειας αλλά καταθέτει και την μαρτυρία άλλων αξιοπίστων προσώπων.( Διάλογος κεφ. 357) («εν πάσαις ημών χρείαις και περιστάσεσι βοηθόν αυτήν και φρουρόν ούσαν ασφαλεστάτην… και πλείστης τυγχάνομεν εκ του ανυψούσθαι τον άρτον τούτον βοηθείας, ως και ημείς πείρα πολλάκις έγνωμεν και παρά πολλών άλλων αξιοπίστων εμάθομεν»).

Η προσφορά του αντιδώρου προς ύψωση, που γίνεται σήμερα από τον ιερέα μετά τον καθαγιασμό των τιμίων δώρων παραπέμπει στη συνήθεια της υψώσεως της Παναγίας. Είναι γνωστό ότι το αντίδωρο συμβολίζει το «σώμα της Θεοτόκου» επειδή από τον άρτο της προθέσεως είχε αφαιρεθεί ο «Αμνός», ( τετράγωνο κομμάτι του προσφόρου με τη σφραγίδα ΙΣ- ΧΡ- ΝΙ-ΚΑ), όπως ο Χριστός γεννήθηκε από την Παναγία.Η σταυροειδής ύψωση του αντιδώρου γίνεται όπως θα γινόταν και η ύψωση της Παναγίας.
  

Η Παναγία μητέρα μας

Όλα τα κτίσματα έχουν προσφέρει, το κάθε ένα με τη σειρά του, τον τρόπο της εξυπηρετήσεώς τους στο θέμα της σαρκώσεως του Θεού Λόγου. Εκείνο δε που προσφέρουμε εμείς, ανθρώπινη φύση, ως αντιπροσφορά για το μέγιστο δώρο της θείας κενώσεως του Ιησού μας, το κατ’ εξοχήν τελειότατον των δώρων, είναι η Παναγία μητέρα Του και μητέρα όλων μας.
Έτσι εδώ έγινε κάτι το απερίγραπτο. Πως ευρέθη η ικανότητα σε αυτήν την Κόρη, ούτως ώστε να μπορέσει να εξυπηρετήσει έναν τέτοιο σκοπό, όπου όλα τα υπόλοιπα κτίσματα δεν ήσαν πλέον ικανά να προσφέρουν αυτό που έλειπε; Εάν ο άνθρωπος δεν είχε την δυνατότητα να προσφέρει την Παναγία ως δώρο, τότε θα μπορούσε να πει κανείς ότι εματαιώνετο το θέμα της θείας οικονομίας. Έτσι η σωτηρία του ανθρώπου, η επιστροφή και επαναφορά των κτισμάτων στην θέση τους και η αποκατάσταση στην ισορροπία της διεφθαρμένης κτίσεως δεν θα εγίνετο.
Αυτό το επίτευγμα που η ανθρώπινη φύση κατόρθωσε, είναι το μεγαλύτερο που έγινε και δεν πρόκειται ποτέ να επαναληφθεί. Διαθέσαμε αυτό το μεγάλο δώρο στο να κολακεύσουμε, τρόπον τινά, την θείαν αγάπη και να μας πλησιάσει.
Άπαξ δοθείσα η χαριτωμένη αυτή Κόρη, η οποία τώρα είναι η Θεοτόκος, μένει πλέον στο διηνεκές να έχει ιδιαιτέραν θέση έναντι στον Θεό και σε μας. Μέσω της δικής της μεσολαβήσεως ο Υιός του Θεού απέκτησε την ανθρώπινη φύση και έγινε ταυτοχρόνως Θεάνθρωπος. Ο,τι είχε, αυτή του το έδωσε όλο αφού του πρόσφερε ολόκληρη την ανθρώπινη φύση της. Έτσι και Αυτός με τη σειρά Του της μετέδωσε την θέωση, όσο μπορεί βέβαια να χωρέσει η ανθρώπινη φύση. Διότι να την μεταβάλλει σε κατά φύσιν Θεόν ήταν αδύνατο. Κατά Χάριν όμως την εθέωσε στο σημείο εκείνο που κατά τους θεολόγους της Εκκλησίας, να μην της λείπει τίποτα.
Με την προσφορά μας αυτή κατορθώσαμε και ανεβήκαμε και εμείς και πλησιάσαμε τον Θεό. διότι έχομε από την δική μας φύση πλέον, τέτοιας μορφής συγγένεια, μέσω αυτής της Κόρης, που αποκτήσαμε τον θεανθρωπισμό σε τέτοιο αναφαίρετο και πλούσιο σημείο, ώστε να είμεθα όντως «κληρονόμοι του Θεού και συγκληρονόμοι του Υιού Αυτού».

Για αυτό και η εκκλησία μας μετά τα Χριστούγεννα που εορτάζει την εξ αυτής άσπορο Γέννηση του Θεού Λόγου, εορτάζει την Σύναξή της. Την παρουσιάζει στη θέση της μητρότητος πλέον και τιμά την προσφορά της, που συνήργησε σαν κανένας άλλος στο υπέρτατον αυτό μυστήριο.

Και κοιτάξτε με ποιά σοφία η Θεία Πρόνοια αναμόρφωσε την «παλαιωθείσαν» εικόνα! Ο διάβολος κατόρθωσε να πλανέση το ένα εκ των δύο όντων που εδημιούργησε ο Θεός. Επλάνεσε την γυναίκα και την έκανε όργανο απάτης και αφορμή καταστροφής. Η Θεία Πρόνοια οικονόμησε να συγκεντρωθεί σ’ αυτή την αγνή Κόρη ολόκληρη η αρετή της ανθρώπινης τελειότητος, ούτως ώστε το όργανο της απώλειας και της απάτης να γίνει τώρα όργανο σωτηρίας και επιστροφής. Και όχι μόνο να γίνει, αλλά να παραμείνει στον αιώνα. Στην θέση που ευρίσκεται τώρα η Δέσποινά μας Θεοτόκος, θεωθείσα πλέον απέκτησε και ολόκληρη την μητρότητα, διότι είναι η πηγή της πραγματικής και αδιαφθόρου μητρότητος. Η πρώτη Εύα, σαν πρώτη μητέρα, απώλεσε την αξία της μητρότητος, εφ’ όσον μαζί με μας γέννησε και τον θάνατο και μαζί του την έχθρα, το μίσος, την φθορά, την καταστροφή. Δεν είχε πλέον προσωπικότητα μητρότητος. Η Δέσποινά μας Θεοτόκος με το αδιάφθορον της αγνότητός της ολοκλήρωσε την μητρότητα στην εντέλεια. Όπως στον Θεό Πατέρα ευρίσκεται ολόκληρος η πατρική στοργή, ώστε «ουδέ του ιδίου Υιού να φεισθή», αλλά υπέρ πάντων υμών να παραδώσει Αυτόν, έτσι και τώρα στα σπλάχνα της Δέσποινάς μας Θεοτόκου, της Θεωθείσης αυτής Κόρης, ευρίσκεται η θέση της τελείας μητρότητος.

Και τώρα μετά παρρησίας προσερχόμεθα σ’ αυτόν τον θρόνον της χάριτος της μητρότητος και σαν υιοί προς την μανούλα μας την ικετεύουμε και είναι αδύνατο να μη μας ακούσει. Είναι αδύνατον. Διότι πως γίνεται στην τελειότητα της μητρότητος να κλείσουν τα σπλάχνα, όταν φωνάζουν και ζητούν τα παιδιά;
Δεν είναι δύσκολο να δανεισθούμε από την οικογενειακή μας πείρα, ζωντανά παραδείγματα της μητρικής ιδιότητος. Αντικρίσαμε κάποτε να μεταβάλλεται η στοργή και η αγάπη της μητέρας εξ αιτίας της αταξίας και σκληρότητος του παιδιού, ώστε να πάρη την θέση της αγάπης η απειλή. Όταν όμως το παιδί πόνεσε, ταπεινώθηκε και έκλαψε, μεταβλήθη αμέσως η οργή της μητέρας σε συμπάθεια και φίλτρο και όλο το δυσάρεστο το αντικατέστησε η μητρική αγκάλη. Εάν αυτά υπάρχουν μέσα στην ευτελή, την ατελή, την διαβεβλημένη, την ασθενή ανθρώπινη φύση, σε πόση έκταση ευρίσκονται αυτά μέσα στην τελειότητα της πνευματικής, της θεοπρεπούς μητρότητας;
Έχοντες αυτήν την μητέρα σαν εχέγγυο και ισταμένην μεταξύ ημών και του Θεού, έχουμε την τελεία ελπίδα ότι καμμιά προσδοκία μας, καμμιά επιθυμία μας εν Θεώ, κανένα αίτημά μας, αλλά και καμμιά ανάγκη τωρινή και μέλλουσα είναι δυνατόν να μην ικανοποιηθούν. Διότι όταν τρέχουμε στην μητρικήν της αγάπη, δεν μπορεί να αρνηθή δεν θέλει να το κάνει. Αρκεί φυσικά από μέρους μας να γίνεται η ελάχιστη προσπάθεια, να στεκώμεθα σαν λογικά όντα πάνω στην βάση του προορισμού μας. Και έτσι έχοντας την Δέσποινά μας Θεοτόκο σαν εγγύηση, καθ’ ο,τι έγινε αφορμή της σωτηρίας μας, λύνουμε κάθε πρόβλημά μας και στο παρόν και στο μέλλον.
Άρα λοιπόν τι απόκειται σε μας; Να ερευνήσουμε βαθύτερα την υική μας πλέον κατάσταση απέναντί της, να την αγαπήσουμε ειλικρινέστερα, πιστότερα, υπολογίζοντες την πραγματική της θέση και να είμεθα βέβαιοι ότι το θέμα όλων μας των προβλημάτων είναι ήδη λελυμένο. Διότι είναι μεσίτης μεταξύ ημών και του Υιού της, διότι πλέον γι’ αυτήν ο Θεός, ο Σωτήρ του κόσμου, ο Χριστός, δεν είναι Κύριος και Θεός μόνον, αλλά είναι και ο κατά φύσιν Υιός της. Και δεν είναι δυνατόν, όπως έχουμε πείρα, να πλησιάσει η ιδανική μητέρα τον ιδανικόν υιόν ζητώντας του κάποια χάρη και αυτός να της αρνηθή. Αυτό δεν γίνεται.

Εκείνο το οποίο απομένει σε μας είναι να ερεθίσουμε μέσα μας οτιδήποτε υπάρχει έναντι της μητρικής της αγάπης και οτιδήποτε αφορά αυτό στην υμνολογία της, στην ευχαριστία της, στην δοξολογία της, στην παράκλησή της, στην επίκλησή της, ακόμα και σε κάθε άλλο το οποίον ευρίσκεται και αρμόζει στον θεοπρεπή χαρακτήρα της.

 Αυτή είναι κατάφορτη με όλες τις αρετές. Ιδιαίτερα όμως περισσεύει η ταπεινοφροσύνη και η αγνότης, γι’ αυτό λέγεται Αειπάρθενος. Δεν είναι μόνο Αειπάρθενος στο ότι πράγματι ήταν Παρθένος και δεν εγνώρισε ούτε καν την έννοια του ανδρός. Αλλά και μέσα στην αγνοτάτη της ύπαρξη δεν συνελήφθη η αμαρτία ούτε κατά διάνοιαν. Ούτε στον αγνό ψυχικό της κόσμο εισήλθε η φθορά και η αμαρτία. Και έτσι ακριβώς είναι και μένει Παναγία και Αειπάρθενος.
Στους νέους, στους αγάμους, στους μοναχούς, που το κέντρο της ιδιότητός τους είναι η παρθενία απευθύνομαι. Όποιος θέλει να την τιμήσει, ας κάνει περισσότερη προσφορά κρατώντας την αγνότητά του. Να πως δοξάζεται αυτή.
Το δεύτερο στοιχείο που την χαρακτηρίζει – αν και είναι πλήρης από αρετές - είναι ειδικά η ταπεινοφροσύνη. Όταν ήλθε ο Αρχάγγελος και της είπε καθαρά: «Χαίρε, Μαρία, ευρήκες χάριν από τον Θεό και συ θα γίνεις μητέρα του Θεού», δεν υπερηφανεύθη και να σκεφθή «ώστε λοιπόν εγώ θα είμαι πλέον μητέρα του Θεού;» Αλλά απάντησε ταπεινά «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου». Αρπάζει την πρακτική ταπείνωση, ονομάζοντας τον εαυτό της «δούλην Κυρίου» και προσφέρει την απόλυτη υποταγή, «γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου». Αμέσως τώρα, τι προστάζεις, Κύριέ μου; Έτοιμη είμαι».
Βλέπετε με πιο χειρισμό; Με δύο απλές λέξεις, με δύο απλές κινήσεις αυτό το τρυφερό κοριτσάκι, όπως ήτο τότε, προσέφερε όλη τη δύναμη της τελειότητας της αρετής. Ταπείνωση και υποταγή.
Όποιος λοιπόν θέλει να τιμήσει την Πανάχραντό μας Δέσποινα και να την προκαλέσει να σκορπίσει πάνω του την μητρική της στοργή, θα καλλιεργήσει αυτές τις αρετές, την ταπείνωση και την υποταγή.
Και σεις λοιπόν εκεί που βρίσκεστε, μπορείτε να πείτε ένα δικό της ύμνο. Ψάλλετε ένα τροπάριο δικό της φέρτε στα χείλη σας την ευωδία του ονόματός της.
Είδατε τι είπε μόνη της; Μόλις επλήσθη Πνεύματος Αγίου, άρχισε να προφητεύει για τον εαυτό της ότι: «Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί». Αυτό της φανέρωσε η Χάρις του Αγίου Πνεύματος που κατοίκησε μέσα της μόνιμα. Την ανάγκασε να το πει. Εδανείσθη τα χείλη της η ενοικούσα σε αυτήν Χάρις του Αγίου Πνεύματος, σαν ένα μουσουργός που κινεί τις χορδές για να παραγάγη μέλος. Και άρχισε να λέει μέσα της ταπεινά: «Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί· ότι εποίησέ μοι μεγαλεία ο δυνατός».
Βέβαια μεγαλεία! Εφ όσον κατοίκησε μέσα της ολόκληρο το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς, τι άλλο μπορούσε να γίνει; Μια ακτίνα Χάριτος, μια μόνον ακτίνα εάν επιλάμψη σε ολόκληρη την κτίση, είναι ικανή αυτή και μόνη να την μεταφέρει σε θέση θεότητος, κατά Χάριν. Εδώ όμως, σ’ αυτήν δεν πήγε απλώς ακτίνα Χάριτος. Κατοίκησε μέσα της ολόκληρο το πλήρωμα της Θεότητος σωματικώς.
Αυτό ήθελα να ενθυμίσω στην αγάπη σας για να σας κάνω θερμούς και φλογερούς απέναντι στη δική της αγάπη. Διότι έχουμε και ένα ζωντανό παράδειγμα, του αείμνήστου μας Γέροντα, που τόσο πολύ τον αγαπούσε, γιατί και αυτός την αγάπησε. Μόνο που άκουγε το όνομά της σκιρτούσε σα μωρό! Αλλά του έδειξε τόσες φορές την αγάπη της αισθητά και τον αξίωσε να φύγη την ημέρα που και αυτή έφυγε από τον κόσμο αυτό.

Η Χάρις της και οι πρεσβείες της και πάντων των αγίων να ενισχύουν και μας. Αμήν.