Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2017

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός


Ανακομιδή Ιερών Λειψάνων του Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως

Ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος εκοιμήθη από εξάντληση στις 14 Σεπτεμβρίου του 407 μ.Χ. κατά τη διάρκεια της τρίτης του εξορίας από την αυτοκράτειρα Ευδοξία και τάφηκε στα Κόμανα του Πόντου. Το σεπτό λείψανό του περίμενε επί τριάντα έτη, θαμμένο στον τόπο της εξορίας και του μαρτυρίου του.

Όταν όμως το 434 μ.Χ. πατριάρχης εξελέγη ο μαθητής του Άγιος Πρόκλος , παρεκάλεσε τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο να ενεργήσει τα δέοντα, ώστε το λείψανο του μεγάλου αυτού πατέρα της Εκκλησίας να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη. Και πράγματι, τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 27 Ιανουαρίου του 438 μ.Χ. έγινε η Ανακομιδή των Ιεωρών Λειψάνων του Αγίου.

Η μεταφορά των ιερών λειψάνων από τα Κόμανα συνοδεύτηκε από μια επιστολή - διαταγή του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β’, υιού του Αρκαδίου και της Ευδοξίας, η οποία έγραφε:

«Ἐπιστολὴ τοῦ βασιλέως Θεοδοσίου.

Εἰς τὸν οἰκουμενικὸν Πατριάρχην καὶ Διδάσκαλον καὶ πνευματικὸν Πατέρα Ἰωάννην τὸν Χρυσόστομον, τὴν προσκύνησιν προσφέρω ἐγὼ ὁ βασιλεὺς Θεοδόσιος. Ἡμεῖς, Πάτερ τίμιε, νομίζοντες, πῶς εἶναι τὸ σῶμά σου νεκρόν, καθὼς εἶναι καὶ τὰ ἄλλα σώματα τῶν ἀποθανόντων, ἠθελήσαμεν να μεταφέρωμεν αὐτὸ ἁπλῶς εἰς ἡμᾶς. Διὰ τοῦτο καὶ τοῦ ποθουμένου δικαίως ὑστερήθημεν. Ἀλλὰ σύ, Πάτερ τιμιώτατε, συγχώρησον εἰς ἡμᾶς, ὀποῦ μετανοοῦμεν. Σὺ γὰρ ἐδίδαξες εἰς ὅλους τὴν μετάνοιαν. Καὶ δὸς τὸν ἑαυτόν σου, ὣς πατὴρ φιλοπαῖς, εἰς ἡμᾶς τοὺς φιλοπάτορας υἱούς σου, καὶ τοὺς σὲ ποθούντας εὔφρανον διὰ τῆς παρουσίας σου».

Αυτή την επιστολή του αυτοκράτορα την πήγαν στον Άγιο και την τοποθέτησαν πάνω στην λάρνακά του. Τότε ο Άγιος έδωσε τον εαυτό του στους απεσταλμένους του αυτοκράτορα και έτσι αυτοί μετέφεραν την λάρνακα που περιείχε το άγιο λείψανο στην Κωνσταντινούπολη, χωρίς να κοπιάσουν καθόλου. Η υποδοχή των ιερών λειψάνων του Αγίου υπήρξε παλλαϊκή. Σύσσωμος λαός, κλήρος και μοναχοί, με επικεφαλής τον αυτοκράτορα, τους αυλικούς, τη σύγκλητο και όλους τους άρχοντες, υποδέχθηκαν και προσκύνησαν με σεβασμό τα λείψανά του. Με πολύ ευλάβεια μετέφεραν αρχικά τη λάρνακα στο ναό του Αποστόλου Θωμά, στα Αμαντίου, έπειτα δε στο ναό της Αγίας Ειρήνης. Εκεί έβαλαν το άγιο λείψανο πάνω στο σύνθρονο και άπαντες εβόησαν: «Ἀπόλαβε τὸν θρόνον σου, Ἅγιε». Στη συνέχεια η λάρνακα τοποθετήθηκε σε αυτοκρατορική άμαξα και μεταφέρθηκε στο περιώνυμο ναό των Αγίων Αποστόλων. Εκεί έβαλαν το άγιο λείψανο πάνω στην ιερή καθέδρα και έγινε το θαύμα: ο Άγιος επεφώνησε προς τον λαό το «Εἰρήνη πάσι». Έπειτα το εναπέθεσαν μέσα στο Άγιο Βήμα, κάτω από την Αγία Τράπεζα.

Η Σύναξη του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου ετελείτο στο πάνσεπτο ναό των Αγίων Αποστόλων. Ιερά λείψανα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου αφιέρωσε διά χρυσοβούλλου στη Μονή Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους ο αυτοκράτορας Ιωάννης Τσιμισκής (969 - 976 μ.Χ.) και τεμάχιο της αριστεράς χειρός ο Ανδρόνικος ο Παλαιολόγος (1282 - 1328 μ.Χ.), διά χρυσοβούλλου, τον Ιούλιο του έτους 1284 μ.Χ., στη Μονή Φιλοθέου του Αγίου Όρους. Επίσης, τμήματα του ιερού λειψάνου φυλάσσονται στις μονές Βατοπαιδίου, Ιβήρων, Αγίου Διονυσίου και Δοχειαρίου.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Ἡ τοῦ στόματός σου καθάπερ πυρσός ἐκλάμψασα χάρις, τήν οἰκουμένην ἐφώτισεν, ἀφιλαργυρίας τῷ κόσμῳ θησαυρούς ἐναπέθετο, τό ὕψος ἡμῖν τῆς ταπεινοφροσύνης ὑπέδειξεν. Ἀλλά σοῖς λόγοις παιδεύων, Πάτερ, Ἰωάννη Χρυσόστομε, πρέσβευε τῷ Λόγῳ Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος α’. Χορός Ἄγγελικός.
Εὐφράνθη μυστικῶς, ἡ σεπτή Ἐκκλησία, τῇ Ἀνακομιδῇ, τοῦ σεπτοῦ σου Λειψάνου· καί τοῦτο κατακρύψασα, ὡς χρυσίον πολύτιμον, τοῖς ὑμνοῦσί σε, ἀδιαλείπτως παρέχει, ταῖς πρεσβείαις σου, τῶν ἰαμάτων τήν χάριν, Ἰωάννη Χρυσόστομε.

Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Τὴν σοφίαν ἐξ ὕψους καταμαθών, καὶ τὴν χάριν τῶν λόγων παρὰ Θεοῦ, τοῖς πᾶσιν ἐξέλαμψας, ὡς χρυσὸς ἐν καμίνῳ, καὶ τὴν Ἁγίαν Τριάδα, Μονάδα ἐκήρυξας, τήν φιλάργυρον πλάνην, τοξεύσας τοῖς λόγοις σου∙ ὅθεν καὶ πρὸς ζῆλον, βασιλίδα ἐλέγξας, ἀδίκως τῆς ποίμνης σου, ἀπελάθης Μακάριε, Ἰωάννη Χρυσόστομε, πρέσβευε Χριστῷ τῶ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθω, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.

Ὁ Οἶκος
Ἡ λαμπάς, ἡ τῶν ἔργων μου στυγνὴ πέφυκεν, Ἰωάννη Χρυσόστομε, καὶ δειλιῶ πρὸς ὑπάντησιν τοῦ ἱεροῦ σου σκήνους∙ ἀλλ᾿ αὐτὸς με ὁδήγησον, καὶ τὰς τρίβους μου εὔθυνον, μετανοίας παρέχων μοι καιρὸν πανάγιε, ὡς αὐτῆς κήρυξ ἔνθεος, καὶ τῶν παθῶν μου τῶν πολυτρόπων κατεύνασον ζάλην∙ καὶ παγίδων τοῦ Βελίαρ ἀφαρπάσας με, εἰς τέλος σῶσόν με, ὅπως ὑμνῶ σου ἀξίως τὴν θείαν ἐπάνοδον, ὡς πρὶν καὶ τὴν κοίμησιν τολμήσας ἐδόξασα, Ἰωάννη Χρυσοστομε.


Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2017

Η αντιμετώπιση των ασθενειών!

Άγιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος


Όλα δίνονται από το Θεό. Και όλα δίνονται για τη σωτηρία μας. Μ’ αυτή τη σκέψη να δεχθείς κι εσύ την ασθένειά σου, ευχαριστώντας το Θεό, που φροντίζει για τη σωτηρία σου.

Τώρα, το πως συντελεί στη σωτηρία μας οτιδήποτε παραχωρεί ο Κύριος, μόνο Εκείνος το γνωρίζει. Εμείς συνήθως δεν μπορούμε να το αντιληφθούμε.

Στέλνει λ.χ. μία συμφορά άλλοτε για να μας παιδαγωγήσει, άλλοτε για να μας αφυπνίσει πνευματικά, άλλοτε για να μας γλυτώσει από ένα μεγαλύτερο κακό, άλλοτε για να μας αυξήσει τον ουράνιο μισθό, άλλοτε για να μας απαλλάξει από κάποιο πάθος κ.ο.κ.

Εσύ, λοιπόν, ν’ αναλογίζεσαι τις αμαρτίες σου και να λες: «Δόξα σ’ Εσένα, Κύριε, που με τιμωρείς δίκαια!». Να συλλογίζεσαι ότι πρωτύτερα είχες ξεχάσει το Θεό και να λες: «Δόξα σ’ Εσένα, Κύριε, που μου έδωσες αφορμή και γνώση για να Σε θυμάμαι συχνά!». Να σκέφτεσαι ότι, αν ήσουν υγιής, πιθανότατα δεν θα έκανες το καλό, και να λες: «Δόξα σ’ Εσένα, Κύριε, που μ’ εμπόδισες από την αμαρτία!». Αν αντιμετωπίζεις μ’ αυτόν τον τρόπο και μ’ αυτές τις σκέψεις την ασθένειά σου, το φορτίο σου θα γίνει πολύ ελαφρό.

Από το άλλο μέρος, μολονότι οι ασθένειες παραχωρούνται από το Θεό, η φροντίδα για τη θεραπεία δεν είναι αμαρτία. Γιατί τόσο η ιατρική επιστήμη όσο και τα φάρμακα είναι δώρα κι αυτά του Θεού στο ανθρώπινο γένος. Καταφεύγοντας, λοιπόν, στους γιατρούς, πάλι στο Θεό καταφεύγουμε.

Μέσ’ από την αρρώστια ας μαθαίνουμε και ας αποκτούμε την ταπείνωση, την υπομονή, τη γενναιοψυχία, το αίσθημα της ευγνωμοσύνης προς το Θεό. Ανθρώπινη, βέβαια, είναι η ανυπομονησία, η λιποψυχία. Μόλις, όμως, εμφανιστεί, πρέπει να τη διώχνουμε.

Όλες οι δύσκολες καταστάσεις έχουν ένα βάρος, αυτό που πρέπει να σηκώσουμε, αυτό που πρέπει να υπομείνουμε. Χωρίς βάρος, δεν μπορούμε να μιλάμε για υπομονή. Πάντως, η επιθυμία απαλλαγής από το βάρος δεν είναι εφάμαρτη. Είναι φυσική ανάγκη της ψυχής. Αμαρτία διαπράττουμε, όταν, από τη φυσική αυτή ανάγκη, οδηγούμαστε στην αδημονία και τον γογγυσμό. Αν νιώσεις μέσα σου κάτι τέτοιο, απομάκρυνέ το αμέσως, ευχαριστώντας τον Θεό.

Αν αρρωστήσατε από υπαιτιότητά σας, μετανοήστε ενώπιον του Θεού και ζητήστε Του συγχώρηση, επειδή δεν φυλάξατε το δώρο της υγείας, το δώρο που Εκείνος σας πρόσφερε. Αν πάλι η αρρώστια σας παραχωρήθηκε από τον Κύριο -γιατί τυχαία τίποτα δεν γίνεται-, ευχαριστήστε Τον εγκάρδια. Και η αρρώστια, βλέπετε, είναι θείο δώρο, γιατί ταπεινώνει, μαλακώνει την ψυχή και απαλλάσσει από τις πολλές μέριμνες.

Πως να προσευχόμαστε, όταν είμαστε άρρωστοι;

Δεν αμαρτάνουμε, όταν ζητάμε από το Θεό να μας θεραπεύσει. Κάθε φορά που το ζητάμε, όμως, ας προσθέτουμε και τη φράση: «αν είναι θέλημά Σου, Κύριε!». Όταν υποτασσόμαστε ολοκληρωτικά στο θείο θέλημα και δεχόμαστε το καθετί ως θεία ευεργεσία, τότε και η ψυχή μας παραμένει ειρηνική και ο Θεός γίνεται πιο ελεητικός απέναντί μας. Έτσι μας χαρίζει είτε την υγεία είτε, τουλάχιστον, παρηγοριά και παράκληση μέσα στον πόνο.

Προσοχή στον εαυτό μας , όχι στις πράξεις των άλλων...

Σε κάθε ψυχή ανάβει η σπίθα της θείας αγάπης, σε κάθε ψυχή μπορείς να βρεις το καλό και το αγαθό, αλλά εμείς έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στους άλλους μόνο ελαττώματα. Αυτό συμ βαίνει γιατί δεν προσέχουμε τον εαυτό μας. Αν παρατηρήσουμε προσεκτικά τον εαυτό μας, την εσωτερική μας ζωή,  τότε ποτέ δεν θα προσέχουμε τις ξένες αμαρτίες. Οι υπόνοιες για τους άλλους δεν είναι χριστιανικό ιδίωμα. Γι’ αυτό μη εξοικειώνεστε μ’ αυτές. Η κατάκριση προσέρχεται βασικά από την υπερηφάνεια. Τον εαυτό σας να κοιτάτε περισσότερο και για τον εαυτό σας να διαβάζετε πνευματικά βιβλία και όλα να τα εφαρμόζετε στον εαυτό σας. Τον εαυτό σας να διορθώνετε πριν απ’ όλα. Εκείνος που κρίνει τους άλλους ποτέ δεν θα είναι ταπεινός και σε τέτοιον άνθρωπο δεν δίνεται η προσευχή του Ιησού. Η προσευχή είναι δώρο του Θεού και δίνεται για την ενάρετη ζωή. Εμείς βλέπομε τους ανθρώπους μόνο αμαρτάνοντας, δεν τους βλέπουμε όμως μετανοούντας. Χάριν της μετάνοιάς τους ο Κύριος από παλιά έχει ήδη συγχωρέσει τις αμαρτίες τους, αλλά οι άνθρωποι τους τιμωρούν με την κατάκρισή τους. Ποτέ μην κάθεσθε στον θρόνο της Κρίσεως και μην προσβάλλετε τον Κύριο. Να θεωρείτε τον εαυτό σας χειρότερο όλων.
  Ο στάρετς χρησιμοποιούσε όλες τις μεθόδους επιρροής για να καθαρίσει τους ανθρώπους από τα πάθη και τις αμαρτίες. Κάποτε μας έστειλε το ποίημα «Η Γλώσσα». Εμείς το διαβάσαμε με ενδιαφέρον, συζητήσαμε όλο ενθουσιασμό το πόσο πιστά απεικονίζει  την αλήθεια. Σύντομα ύστερα απ’ αυτό ξέσπασε μεταξύ μας φιλονεικία. Ξεχνώντας το ποίημα, δώσαμε τη θέλησή μας στη γλώσσα και όταν μαυρίσαμε την ψυχή μας με αμαρτίες , τότε μόνο καταλάβαμε ότι ο στάρετς μας προειδοποιούσε για τον επικείμενο πειρασμό και ήθελε να περιφράξει το στόμα μας με τη σιωπή. Αλλά εμείς οι ανόητοι μόνο μετά το θυμηθήκαμε και αποκτήσαμε την πείρα πόσα κακά συμβαίνουν με τη γλώσσα.
  Ο στάρετς έλεγε συχνά: «Δεν πρέπει να εκπλήττεσθε και να οργίζεσθε καθώς παρατηρείτε ότι υπάρχει αδικία στη γη. Όπως λέγει ο Απόστολος «καινούς ουρανούς και γην καινήν …προσδοκώμεν, εν οις δικαιοσύνη κατοικεί.» ( Β  Πέτρ. 3,13 ). Δηλαδή στη γη μας, ανάμεσά μας, δεν υπάρχει αλήθεια και γι’ αυτό πρέπει να φερόμαστε με σοφία έναντί της γήινης αδικίας και ποτέ και για τίποτε να μη  συγχυζόμαστε.
  Συνεχώς συμβούλευε ο στάρετς να φυλάμε την καρδιά μας από την οκνηρία, τον φθόνο , την κενοδοξία και τα σαρκικά πάθη. Έλεγε: «Πρέπει να αγαπούμε την εργασία και να την εκτιμούμε. Τα γήινα αγαθά αντιστοιχούν στα ουράνια. Κι από τη διάθεση της καρδιάς μας στην εργασία, ο ίδιος ο Κύριος θα κρίνει την προσπάθειά μας. Πρέπει να φοβόμαστε την αμέλεια σε κάθε έργο. Κάθε έργο πρέπει να το εκπληρώνουμε με τιμιότητα και αγάπη. Όλα να τα κάνουμε προς δόξαν Θεού και όχι για να μας τιμήσουν. Κάθε έργο πρέπει να το αρχίζουμε με προσευχή, ζητώντας την ευλογία του Θεού για την εργασία μας και τελειώνοντας να Τον ευχαριστούμε για τη βοήθειά Του. Μόνο να μη υπάρχει καθόλου κενοδοξία. Η κενοδοξία είναι φοβερώτερο πάθος από την υπερηφάνεια. Είναι τόσο εκλεπτυσμένο , κρυμμένο ολέθριο πάθος! Εξ αιτίας της κενοδοξίας αναχωρεί η χάρις.
Ο στάρετς Παρθένιος έλεγε: « Η τιμή που προέρχεται από τους ανθρώπους πρέπει να είναι μισητή στην ψυχή η οποία αναζητεί τη σωτηρία και αναγνωρίζει την αδυναμία της».
  Σε πολλούς ο στάρετς έδινε ένα χαρτί που είχε τυπωμένο το εξής διδακτικό απόσπασμα: «Πολλά είναι τα καλά αισθήματα, αλλά το αίσθημα της αναξιότητάς μου είναι το βασικώτερο» και την προσευχή του αγίου Ιωάννου της Κροστάνδης: «Κύριε, μη μ’ αφήσεις να έχω υψηλή ιδέα για τον εαυτό μου, να φαντάζομαι ότι είμαι ο καλύτερος από τους ανθρώπους, αλλά να σκέπτομαι ότι είμαι ο χειρότερος. Και να μην κρίνω κανέναν, αλλά τον εαυτό μου να κρίνω αυστηρά. Αμήν».
- Προσέξτε το φθόνο, έλεγε ο στάρετς. Ο φθονερός άνθρωπος ποτέ δεν λαμβάνει τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Αν φθονείτε κάποιον τότε στην πραγματικότητα κρίνετε τον ίδιο τον Κύριο, επειδή σας έδωσε εκείνα τα αγαθά, τα οποία χάρισε σε κάποιους από τους πλησίον σας.


Από το βιβλίο: « ΣΤΑΡΕΤΣ ΣΑΒΒΑΣ Ο ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΗΣ»
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΘΩΣ

Όσιος Κλήμης ο εν τω Όρει Σαγματίω άσκησας

Ο Όσιος Κλήμης υπήρξε γόνος ευσεβών Χριστιανών που κατάγονταν από την Αθήνα. Ανατράφηκε με παιδεία και νουθεσία Κυρίου και από μικρή ηλικία εκκλησιαζόταν και μαθήτευε στο λόγο του Θεού και τις ψαλμωδίες.

Σε ηλικία τριάντα ετών εγκατέλειψε την ματαιότητα του κόσμου αυτού και ακολούθησε την οδό της μοναχικής πολιτείας, ασκητεύοντας στη μονή του Οσίου Μελετίου στον Κιθαιρώνα κοντά σε αυτό το μεγάλο Ασκητή. Εκεί διέλαμψε στη σιωπή, την υπακοή, την άσκηση και την προσευχή. Έλεγε την καρδιακή προσευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» και η καρδία του γέμιζε από παρηγοριά και χάρη. Μέσα στις λίγες αυτές λέξεις συμπύκνωσε ολόκληρη τη θεώρηση του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας. Όταν έβγαινε από τις Ακολουθίες που γίνονταν στο ναό, ήταν μεταμορφωμένος.

Ένας αδελφός της μονής, ο μοναχός Ιάκωβος, κάποιο βράδυ, είδε τον Όσιο να προσεύχεται και να στέκεται υψούμενος στον αέρα. Ολόκληρος ήταν λουσμένος στο φως. Ο Ιάκωβος κοίταζε και δεν χόρταινε να βλέπει το θείο θέαμα. Ένιωσε τέτοια συγκίνηση, που γύρισε πίσω στη μονή και μίλησε στους άλλους μοναχούς για την εμπειρία του και γι’ αυτό που είδε. Έτσι ο ισάγγελος Κλήμης, για να αποφύγει την δόξα και τον έπαινο των ανθρώπων, έφυγε από εκεί και ήρθε στο όρος του Σαγματά, που είναι κοντά στην πόλη των Θηβών και συνέχισε την άσκησή του σε ένα απόκρημνο σπήλαιο.

Μόλις ο Όσιος μπήκε στο σπήλαιο, έκανε το σημείο του Σταυρού και ευχαρίστησε τον Θεό που του χάρισε ένα αχειροποίητο κελί. Ο τόπος αυτός έγινε η γη των ασκητικών παλαισμάτων αυτού, δηλαδή των δακρύων, της ευχής, της νηστείας και της αυστηρής ασκήσεως. Εκεί έμεινε πολλά χρόνια και συγκέντρωσε γύρω του πλήθος μοναχών, τους οποίους καθοδηγούσε θεοφιλώς.

Έτσι, αφού έζησε κατά Θεόν, ο Όσιος Κλήμης κοιμήθηκε το έτος 1111 μ.Χ. με ειρήνη. Λίγο πριν παραδώσει την αγία του ψυχή στον Θεό, κάλεσε τους συμμοναστές του και τους είπε: «Σας χαιρετώ, αδελφοί μου. Σας αφήνω την ευλογία μου. Θα προσεύχομαι για τον καθένα από εσάς. Και ελπίζω σύντομα να συναντηθούμε. Συγχωρείστε με για ότι σας λύπησα. Προσευχηθείτε να δεχθεί ο Κύριος την ψυχή μου. Και να με αξιώσει να συναντήσω τον Όσιο Γέροντά μου, τον Μελέτιο και να του δώσω το φίλημα της αγάπης». Δεν μπορούσε να πει περισσότερα. Σήκωσε το χέρι και έκανε το σημείο του Τιμίου Σταυρού και βρέθηκε στην ανέσπερη λαμπρότητα της Βασιλείας του Θεού.

Η τίμια κάρα του Οσίου Κλήμεντος, αναβλύζουσα τη Χάρη και την ευωδία του Αγίου Πνεύματος, φυλάσσεται με ευλάβεια στην ιερά μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σαγματά Βοιωτίας.


Ἀπολυτίκιον
Ήχος α'.
Τον πλούτον και την δόξαν του ματαίου αιώνος εμίσησας θεόφρων, οσιώτατε Κλήμης, και όρος κατέλαβες τραχύ, εν ω προσομίλεις τω Θεώ, διά τούτο συνελθόντες, επαξίως ευφημούμεν σε: δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω ενεργούντι διά σου πάσι ιάματα.

Κοντάκιον
Ήχος πλ. δ'. Την Υπερμάχω Στρατηγώ
Τους εν ασκήσει φαεινούς και ουρανόφρονας, και του Χριστού ως αληθώς θείους θεράποντας, Κλήμεντα και Γερμανόν ανευφημήσωμεν, ούτοι γαρ ως ποταμούς ιάματα βρύουσι, τοις θερμώς τοις λειψάνοις αυτών πελάζουσι, και κραυγάζουσι, χαίρε ζεύγος αγιόλεκτον.

Ὁ Οἶκος
Άγγελοι τη ασκήσει, Θεοφόροι δειχθέντες, πορεύετε ημίν τας ελλάμψεις θεόθεν, και τας γε αειφώτους μαρμαρυγάς της αρετής, και του θείου φωτός την καλλονήν` διό και κραυγάζομεν, τοιαύτα μεγαλοφώνως:

Χαίρε Κλήμης, ασκητών καλλονή
Χαίρε Γερμανέ, φυτόν αειθαλές
Χαίρε μοναζόντων το εγκαλλώπισμα
Χαίρε Βοιωτίας το αγαλλίαμα
Χαίρετε φωσφόροι και λαμπτήρες αείφωτοι
Χαίρετε καλλονής Παραδείσου επόπται
Χαίρετε κρουνοί των θαυμάτων αέναοι
Χαίρετε φαιδροί μαργαρίται θείοι
Χαίρετε των εν βίω ακέστορες
Χαίρε ζεύγος αγιόλεκτον.

Όσιος Αμμωνάς

Ο Όσιος Αμμωνάς έζησε κατά τους χρόνους του Μεγάλου Αντωνίου , τον 4ο αιώνα μ.Χ., ο οποίος έτρεφε προς αυτόν μεγάλη αγάπη και υπόληψη, και υπήρξε διάδοχός του στην πνευματική καθοδήγηση των μοναχών του μοναστικού κέντρου Πισπίρ , που βρισκόταν στην αριστερή όχθη του Νείλου.

Σπάνια άνθρωπος έγινε τόσο κύριος του εαυτού του, ώστε να είναι ανώτερος από ύβρεις, ευλογώντας και ευεργετώντας τους υβριστές του. Ιδιαίτερο δε πνευματικό αγώνα κατέβαλε ο Αγιος για τον φωτισμό και την επιστροφή στην αρετή δυστυχών γυναικών, που είχαν ακολουθήσει το δρόμο της αμαρτίας. Κι ενώ ο κόσμος των κακολογούσε, αυτός συμβούλευε, παρακαλούσε και προσευχόταν. Έτσι πολλές από αυτές ήλθαν σε μετάνοια και έζησαν με ευσέβεια και σωφροσύνη.

Ο Όσιος Αμμωνάς κοιμήθηκε με ειρήνη προ του έτους 403 μ.Χ. Το συγγραφικό του έργο φανερώνει ασκητή πολύ πεπειραμένο περί τις μυστικές αναβάσεις προς τον Θεό.

Ρώτησαν κάποτε τον Αγιο Αμμωνά, ποια είναι η στενή και τεθλιμμένη οδός. Και εκείνος απάντησε: «Στενὴ καὶ τεθλιμμένη ὁδὸς εἶναι νὰ πολεμᾶ κανεὶς τοὺς λογισμούς του καὶ νὰ κόβει γιὰ χάρη τοῦ Θεοῦ τὸ θέλημά του».

Τέλος, σύμφωνα με μερικές πηγές, ο εν λόγω Όσιος είναι ο Όσιος Αμμωνάς που αναφέρεται στο Λαυσαϊκό και ήταν ιερέας. Αυτός, μια φορά είδε έναν Άγγελο στα δεξία του Βήματος ο οποίος έγραφε σε ένα βιβλίο τα ονόματα των αδελφών που πήγαν στην Ιερά Λειτουργία. Τα ονόματα αυτών που δεν πήγαν, τα έσβηνε και μετά από τρείς μέρες πέθαναν.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός