Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016

«Ἀσθενὴς καὶ ὁδοιπόρος ἁμαρτίαν οὐκ ἔχει»: Ἡ πιὸ παρεξηγημένη ἱερὴ παροιμία.

«Σὲ ποιὲς περιπτώσεις μποροῦμε θεμιτὰ καὶ νόμιμα νὰ καταλύσουμε τὴν νηστεία;» εἶναι ἕνα σύνηθες ἐρώτημα πιστῶν πρὸς τοὺς ἱερεῖς καὶ ἰδιαίτερα πρὸς τοὺς πνευματικοὺς – ἐξομολόγους. «Ἀσθενὴς καὶ ὁδοιπόρος ἁμαρτίαν οὐκ ἔχει», εἶναι μιὰ ἐξίσου συνηθισμένη ἀπάντηση.
Πρόκειται ὅμως γιὰ μιὰ παρεξήγηση. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι οἱ παροιμίες ἀποτελοῦν καταστάλλαγμα τῆς μακρόχρονης ἐμπειρίας τῶν ἀνθρώπων. Καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἀναγνωρίστηκαν παντοῦ καὶ πάντοτε ὡς ἀναμφισβήτητες ἀλήθειες. Μία ἀπὸ τὶς παροιμίες αὐτὲς εἶναι καὶ ἡ «ἀσθενὴς καὶ ὠδιπόρος (ἢ ὠδειπόρος) ἁμαρτίαν οὐκ ἔχει». Μὲ ἁπλούστερα λόγια: «Ὁ ἄρρωστος καὶ ἡ ἔγκυος γυναίκα δὲν ἁμαρτάνει ἐὰν δὲν νηστέψει».
Σήμερα ὅμως, οἱ περισσότεροι παρανοοῦν τὴν ἔννοια τῆς παραπάνω ρήσης, εἴτε ἀπὸ ἄγνοια τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσας, εἴτε ἀπὸ τὴν ἀνορθόγραφη καταγραφὴ τῆς λέξης ὠδιπόρος (καὶ ὄχι ὁδοιπόρος = ταξιδιώτης).Ἔτσι, ἡ ρήση μετατράπηκε σὲ «ἀσθενὴς καὶ ὁδοιπόρος ἁμαρτίαν οὐκ ἔχει» δηλαδή: «Ὁ ἄρρωστος καὶ ὁ ταξιδιώτης δὲν ἔχει ἁμαρτάνει ἐὰν δὲν νηστέψει». Σύμφωνα μὲ τὴν παραπάνω λανθασμένη γραφή, ἀνάγνωση ἢ ἑρμηνεία, ὁ κάθε ταξιδιώτης (ἄσχετα ἐὰν ἔχει ταξιδέψει μὲ ἀεροπλάνο, πλοῖο, τρένο ἢ αὐτοκίνητο) μπορεῖ νὰ καταλύσει κάθε νηστεία, χωρὶς νὰ ἁμαρτήσει.
Βέβαια ἐὰν κάποιος δὲν θέλει νὰ νηστέψει, ἃς φάει, ὅ,τι θέλει. Δὲν εἶναι ἐκεῖ το πρόβλημα. Τὸ θέμα εἶναι νὰ μὴν ἐφευρίσκουμε δικαιολογίες, γιὰ νὰ δικαιολογήσουμε τὴν ἀδυναμία μας. Ἀκόμη καὶ ἐὰν τὸ κείμενο ἐννοοῦσε «ὁδοιπόρο» καὶ ὄχι «ὠδιπόρο», θὰ δικαιολογοῦνταν ἡ κατάλυση μόνον στὴν περίπτωση ποὺ αὐτὸς ὁ (τέλος πάντων) «ὁδοιπόρος» ἦταν κάποιος ποὺ περπάτησε ἐπὶ πολλὲς ὧρες, κατάκοπος καὶ ἐξαντλημένος ἀπὸ τὶς κακουχίες τοῦ ταξιδιοῦ. Φτάνουμε ὅμως στὸ σημεῖο νὰ ἀπαλλάσσονται ἀπὸ τὴ νηστεία καὶ ὅσοι πηγαίνουν μία ἐκδρομή. Δὲν νηστεύουν μὲ τὴ δικαιολογία ὅτι ταξίδεψαν.
Ἀλλὰ ἃς ἐξηγήσουμε τί σημαίνει τὸ ὀρθὸ «ὠδιπόρος». Πρόκειται γιὰ λέξη σύνθετη ἀπὸ τὴν «ὠδι» καὶ «πόρος». Γιὰ τὴ λέξη «πόρος» λίγο – πολὺ ξέρουμε ὅτι ἔχει διάφορες σημασίες, ὅπως στὶς λέξεις εὔπορος, ἄπορος, οἱ πόροι τοῦ σώματος. Ἀκόμη ἔχουμε τὸ μοναδικὸ νησὶ ἀρσενικοῦ γένους, τὸν Πόρο. Πολλὰ χωριὰ μὲ τὸ ὄνομα Πόρος, διάφοροι οἰκισμοί, κάποιο βουνὸ στὴ Λευκάδα καὶ μία νησίδα στὸν Πατραϊκὸ κόλπο, κοντὰ στὸ Αἰτωλικὸ (βλ. περιοδικὸ Ἐπάλξεις, 2004).H λέξη ὅμως «ὠδι» προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα «ὠδίνω», ποὺ ἔχει ἀρκετὲς σημασίες (κυριολεκτικά): Ἔχω ὠδίνες, κοιλοπονῶ, τίκτω, γεννῶ, ἀλλὰ καὶ (μεταφορικὰ) ἐπιθυμῶ πάρα πολὺ νὰ φάω, κάτι ὅπως ἡ ἐγκυμονούσα, κάνω κάτι νὰ τρέμει, σὰν τὴν ἑτοιμόγεννη γυναίκα (βλ. Ἀντιλεξικὸν ἢ Ὀνομαστικόν της Νεοελληνικῆς Γλώσσης, ἔκδ. β’, Ἀθῆναι 1990). Πόσες φορὲς λοιπὸν ἔχουμε ἀκούσει ὅτι ἡ ἔγκυος γυναίκα ζητᾶ νὰ φάει κάτι, γιὰ νὰ μὴν «ρίξει» τὸ παιδί, νὰ μὴν ἀποβάλλει;
Δικαιολογεῖται ἔτσι ἡ ἔγκυος νὰ μὴν νηστέψει, ἂν τὸ ζητὰ ὁ ὀργανισμός της, γιατί κινδυνεύει νὰ ἀποβάλλει τὸ παιδί της. Ἄλλωστε τὸ ὀρθὸ «ὠδιπόρος» ἔχει καὶ ἐννοιολογικὴ συνάφεια μὲ τὸ «ἀσθενής», καθὼς καὶ τὰ δύο ἀναφέρονται σὲ καταστάσεις σωματικῆς ἀνάγκης καὶ ἀδυναμίας, ποὺ δικαιολογεῖ τὴν κατάλυση τῆς νηστείας. Γι’ αὐτὸ καὶ τίθεται μεταξύ των δύο λέξεων τὸ συνδετικὸ «καί», ποὺ συνδέει παρεμφερεῖς ἔννοιες, ἀλλιῶς στὴν περίπτωση τοῦ «ὁδοιπόρου» θὰ ὑπῆρχε τὸ διαζευκτικὸ «ἤ», ποὺ συνδέει ἔννοιες ἐννοιολογικὰ διαφορετικές.
Ἔτσι, ὁ ταξιδιώτης δὲν δικαιολογεῖται. Ἀκόμη καὶ ἂν ὁ σοφὸς ποὺ εἶπε τὴν παροιμία ἐννοοῦσε τὸν πολὺ κατάκοπο, τότε θὰ τὴν ἔλεγε διαφορετικά. Θα χρησιμοποιοῦσε ἐνδεχόμενα λέξεις, ὅπως: Καταβεβλημένος, ἐξαντλημένος, καταπονημένος, καταπληγωμένος κ.α.
Βέβαια οἱ δύσπιστοι πρέπει νὰ ἔχουν πολὺ καλὴ ἐγκυκλοπαίδεια, γιὰ νὰ συμφωνήσουν μαζί μας. Πάντως θὰ ἔχουν ἀκούσει γιὰ τὶς ὠδίνες τοῦ τοκετοῦ καὶ ἴσως τὸ «ὤδινεν ὅρος καὶ ἔτεκε μῦν». Ἴσως πάλι νὰ ἔχουν ἀντίρρηση στὸ συντακτικό, γιατί τὸ θέμα τοῦ ρήματος «ὠδίνω» εἶναι «ὠδιν» καὶ συνεπῶς «ὠδιν + πόρος = ὠδινπόρος». Ἀλλὰ τὸ γράμμα «ν» πρὶν ἀπὸ τὸ «π» ἐξαφανίζεται, γιατί δὲν ἔχουμε λέξεις μὲ συνεχόμενα τὰ γράμματα «ν» καὶ «π». Aντίθετα, ἔχουμε συνεχόμενα τὰ «π» καὶ «ν», ὅπως πνοή. Κάποιες φορὲς τὸ «ν» μετατρέπεται σὲ «μ», ὅπως «σὺν + πνοια = σύμπνοια».
Ἔπειτα ἀπὸ ὅλα αὐτά, ἱερεῖς, θεολόγοι, ἱεροκήρυκες, ἐξομολόγοι καὶ κάθε χριστιανὸς καλῆς θελήσεως, ἃς διαφωτίσουμε καὶ τοὺς ὑπόλοιπους ὅτι ἡ σωστὴ παροιμία εἶναι: «Ἀσθενὴς καὶ ὠδιπόρος ἁμαρτίαν οὐκ ἔχει». Πρόκειται γιὰ μιὰ παροιμία πολὺ χρήσιμη στὴν ἐποχή μας. Εἶναι πολλοὶ ἐκεῖνοι ποὺ νηστεύουν, ἀλλὰ δὲν λείπουν καὶ ἐκεῖνοι ποὺ θέλουν νὰ βρίσκουν «νόμιμες» ὑπεκφυγές, νὰ ζαχαρώνουν τὸ χάπι καὶ νὰ κάνουν τὴν ἀδυναμία τοὺς ἀνάγκη.

Ἡ Σιωπὴ

Ἡ σιωπή πού ἀσκεῖται μ’ ἐπίγνωση καί διάκριση, εἶναι:

μητέρα τῆς προσευχῆς,
ἀνάκληση ἀπό τήν αἰχμαλωσία τῶν παθῶν,
ἐπιστάτης τῶν λογισμῶν,
σκοπός πού παρατηρεῖ τούς ἐχθρούς,
δέσμευση τοῦ πνευματικοῦ πένθους γιά τίς ἁμαρτίες μας,
φίλη τῶν καρδιακῶν δακρύων πού εἶναι καρποί τῆς προσευχῆς,
καλλιεργητής τῆς μνήμης τοῦ θανάτου,
ἐχθρός τοῦ ἀδιάκριτου θάρρους,
σύζυγος τῆς ἡσυχίας,
ἀντίπαλος τῆς τάσης νά κάνεις τόν δάσκολο,
μυστική πνευματική πρόοδος,
κρυφή πνευματική ἀνάβαση.

Όσιος Αθανάσιος ο Ομολογητής της Μονής Παυλοπετρίου

Ο Όσιος Αθανάσιος, ο Ομολογητής, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από πλούσιους και ευλαβείς γονείς. Σε νεαρή ηλικία προσήλθε στη μονή Παυλοπετρίου, η οποία βρίσκεται στον κόλπο της Νικομήδειας, μεταξύ των χωρίων Παντειχίου και Τούζλων και εκεί εκάρη μοναχός.

Ο Όσιος Αθανάσιος συνδέθηκε διά φιλίας με τον Θεόδωρο τον Στουδίτη  και τον Ιωάννη, ηγούμενο της μονής Καθαρών  και αγωνίσθηκε σκληρά υπέρ της Ορθοδοξίας κατά την περίοδο της εικονομαχίας. Επί αυτοκράτορα Λέοντος του Ισαύρου (813 - 820 μ.Χ.) καταδιώχθηκε και αυτός μαζί με άλλους Ομολογητές της πίστεως υπέρ των αγίων εικόνων και εξορίσθηκε.

Ο Όσιος Αθανάσιος αναδείχθηκε πηγή της Ορθοδοξίας και λιμένας της Εκκλησίας και κοιμήθηκε με ειρήνη.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός


Μνήμη των εν τοις Ευγενίου ευρεθέντων Μαρτύρων

Όταν ο αγιότατος Πατριάρχης Θωμάς  ήταν στο θρόνο της Κωνσταντινούπολης (607 - 610 μ.Χ.), βρέθηκαν τα τίμια λείψανα μερικών αγίων μαρτύρων, κρυμμένα κάτω από τη γη. Αμέσως έγινε ή ανακομιδή τους με ευλάβεια και σεβασμό, και με συνοδεία πολύ λάου. Κατά τη διάρκεια της ανακομιδής, πολλές και διάφορες ασθένειες θεραπεύτηκαν.

Αφού δε πέρασαν πολλά χρόνια, ο Θεός αποκάλυψε σ' ένα άνθρωπο κληρικό και καλλιγράφο, το Νικόλαο, ότι στον ίδιο τόπο εκείνο τον καλούμενο Ευγενίου, βρίσκονται κρυμμένα και τα άγια λείψανα των Αποστόλων Ανδρόνικου και Ιουνίας , τους οποίους αναφέρει ο Απόστολος Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή του, ως έξης: «Ἀσπάσασθε Ἀνδρόνικον καὶ Ἰουνίαν τους συγγενεῖς μου καὶ συναιχμαλώτους μου, οἵτινές εἰσιν ἐπίσημοι ἐν τοῖς ἀποστόλοις, οἱ καὶ πρὸ ἐμοῦ γεγόνασιν ἐν Χριστῷ» (Ρωμ. ιστ´ 7).


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Ὡς ῥόδα νοητὰ καὶ χαρίτων ταμεῖα ἐφάνησαν ἐκ γῆς τὰ σεπτά. Ὕμνων σκηνή, πανένδοξοι μάρτυρες, Ἐκκλησίας ἑδραίωμα διαπνέοντα, τῶν ἰαμάτων τὴν χάριν καὶ παρέχοντα ὀσμὴν ζωῆς τοῖς ἐκ πόθου ὑμᾶς μακαρίζουσι.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐκ τῆς γῆς ἐκλάμψαντες, φωστῆρος δίκην, ἀσεβείας ἅπασαν, ἀπεμειώσατε ἀχλύν, καί τούς πιστούς ἐφωτίσατε, Μάρτυρες θεῖοι, Τριάδος ὑπέρμαχοι.

Ὁ Οἶκος
Ὡς ῥόδα μέσον ἀκανθῶν τὰ λείψανα, ἀνθοῦντα ὀσμήν ὀρθοδοξίας πηγάζετε ἐν κόσμῳ, Μάρτυρες ἔνδοξοι σεπτοί, κόσμου τὰ ὡραῖα ἀρνησάμενοι καλῶς, βασάνους ὑπεμείνατε, Βασιλεῖς ἀνομοῦντας ἠλέγξατε, τὸν Βασιλέα καὶ Δεσπότην τῶν ἁπάντων κηρύξαντες μετὰ παρρησίας· διὰ τοῦτο οὐρανοῦ τὰ κάλλη ὁρώντες, ἐκτενῶς ὑπὲρ ἡμῶν τήν ἱκεσίαν τῷ Βασιλεῖ τῶν αἰώνων προσάγετε, τῶν τελούντων ὑμῶν τὰ μνημόσυνα, Μάρτυρες θεῖοι, Τριάδος ὑπέρμαχοι.