Τετάρτη 28 Μαρτίου 2012

O Μεγάλος Κανόνας

Η Πέμπτη εβδομάδα των Νηστειών είναι το λειτουργικό αποκορύφωμα της Τεσσαρακοστής. Οι ακολουθίες είναι μακρότερες και εκλεκτότερες. Στη συνήθη ακολουθία των λοιπών εβδομάδων θα προστεθούν δυο νέες μεγάλες ακολουθίες· Την Πέμπτη ο Μεγάλος Κανόνας και το Σάββατο ο Ακάθιστος Ύμνος. Κανονικά το αποκορύφωμα αυτό θα έπρεπε να αναζητηθεί στην επόμενη, στην Έκτη εβδομάδα των Νηστειών, που είναι και η τελευταία της περιόδου αυτής. Αλλά όλα στη λατρεία μας έχουν τακτοποιηθεί από τους πατέρες με πολλή μελέτη και περίσκεψη. Με «διάκριση» κατά την εκκλησιαστική έκφραση. Μετά από την τελευταία εβδομάδα ακολουθεί η Μ. Εβδομάδα, με πυκνές και μακρές ακολουθίες, ανάλογες προς τα μεγάλα εορτολογικά θέματα. Μεταξύ αυτής και του αποκορυφώματος της Τεσσαρακοστής έπρεπε να μεσολαβήσει μια περίοδος σχετικής αναπαύσεως, μια μικρή ανάπαυλα. Το τόσο λοιπόν ανθρώπινα αναγκαίο μεσοδιάστημα είναι η τελευταία εβδομάδα και την έξαρση του τέλους βαστάζει η προτελευταία.
Πότε ψάλλεται ο Μ. Κανόνας;
Ο Μ. Κανόνας ψάλλεται τμηματικά στα απόδειπνα των τεσσάρων πρώτων ημερών της Α΄ Εβδομάδας των Νηστειών και ολόκληρος στην ακολουθία του Όρθρου της Πέμπτης της Ε΄ εβδομάδας. Στις ενορίες συνήθως ψάλλεται ανεξάρτητα από τον όρθρο, σαν μικρή αγρυπνία, το βράδυ της Τετάρτης μαζί με την ακολουθία του αποδείπνου. Έτσι διευκολύνονται περισσότερο οι χριστιανοί στην παρακολούθησή του. Μπορεί να τον βρει κανείς μέσα στο λειτουργικό βιβλίο που περιέχει τις ακολουθίες της Τεσσαρακοστής, το Τριώδιο, καθώς και σε μικρά αυτοτελή φυλλάδια. Η παρακολούθηση του Κανόνα αυτού κατά την ώρα της ψαλμωδίας του είναι αρκετά δύσκολη, γιατί τα νοήματα είναι πυκνά και ο ρυθμός της ψαλμωδίας γρήγορος. Για τους λόγους αυτούς τα εγκόλπια αυτά είναι ιδιαίτερα απαραίτητα για όσους θέλουν να γνωρίσουν καλύτερα τον ύμνο αυτό. Τα παρακάτω ας αποτελέσουν μια σύντομη εισαγωγή και βοήθεια για την κατανόησή του και μια παρακίνηση για την παρακολούθηση της ψαλμωδίας του εκλεκτού αυτού λειτουργικού κειμένου.
Ποιός ο ποιητής – δημιουργός του Μ. Κανόνα;
Τον Μ. Κανόνα συνέθεσε ο άγιος Ανδρέας ο Ιεροσολυμίτης. Γεννήθηκε στη Δαμασκό το 660 μ. Χ. από ευσεβείς γονείς. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών η αγάπη του τον φέρνει στα Ιεροσόλυμα όπου οι γονείς του τον αφιερώνουν στον Ναό της Αναστάσεως. Στα Ιεροσόλυμα απόκτησε μεγάλη παιδεία, την «θύραθεν» και τη θεολογική. Αν και το έργο του έγινε στην Κωνσταντινούπολη και την Κρήτη φέρει τον τίτλο του «Ιεροσολυμίτη» επειδή πέρασε από την αγία πόλη. Μοναχός της Μονής του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα έγινε γραμματέας του Πατριάρχη Θεόδωρου. Το 685 ήλθε στην Κωνσταντινούπολη για εκκλησιαστική αποστολή. Εκεί παρέμεινε για είκοσι χρόνια και ανέλαβε διάφορες εκκλησιαστικές θέσεις και τέλος γύρω στο 711 ή 712 εκλέγεται αρχιεπίσκοπος Κρήτης.
Στη Κρήτη συμμετέχει στις ταλαιπωρίες του ποιμνίου του που οφείλονταν στις Αραβικές επιδρομές. Εμψυχώνει το λαό στις θλίψεις και προσεύχεται για τη σωτηρία του. Με τις προσευχές του σταματά τη μεγάλη ανομβρία και σταματά τη μάστιγα της πείνας. Ιδρύει μεγάλο «Ξενώνα» στον οποίο περιθάλπονται οι γέροντες και οι άρρωστοι, φιλοξενούνται οι ξένοι και οι φτωχοί διακονώντας ο ίδιος. «Με τα χέρια του υπηρετούσε τους ασθενείς και τους έπλενε τα πόδια και το κεφάλι, καθάριζε τις πληγές τους και τα τραύματα τους. Σ’ αυτό το σημείο τον οδηγούσε η αγάπη του προς τον Θεό και τον πλησίον» σημειώνει ο βιογράφος του.
Ο άγιος Ανδρέα ο Κρήτης είχε μεγάλη ευλάβεια και ιδιαίτερη αγάπη του προς την Παναγία. Αφιέρωσε πλήθος ύμνων και εγκωμιαστικών λόγων στις εορτές της. Έκτισε δε μεγαλοπρεπή ναό προς τιμήν της Θεοτόκου που τον ονόμασε «Βλαχέρνες». Φρόντισε δε για την επισκευή των παλαιών και παραμελημένων ναών τους οποίους «ευπρεπώς κατεκόσμησε».
Πέθανε στις 4 Ιουλίου 740 στην Ερεσό της Λέσβου, είτε επιστρέφοντας στην Κρήτη μετά από ένα ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη, είτε και εξόριστος εκεί – ήταν υποστηρικτής των αγίων εικόνων. Στην παραλία της Ερεσού τιμάται μέχρι σήμερα ο τάφος του, μια μεγάλη σαρκοφάγο, που βρίσκεται πίσω από το άγιο βήμα της ερειπωμένης βασιλικής της Αγίας μάρτυρος Αναστασίας, όπου κατά τους βιογράφους του είχε ταφεί. Η καθιέρωση του ως Αγίου έγινε πολύ νωρίς.
Ο Ανδρέας ήταν λόγιος κληρικός, εκκλησιαστικός ρήτορας και υμνογράφος. Η φιλολογική και υμνογραφική του παραγωγή είναι αξιόλογη Οι λόγοι του είναι κυρίως εγκωμιαστικοί. Σώζονται ομιλίες στις Θεομητορικές και Δεσποτικές εορτές και σε διαφόρους αγίους. Στις ομιλίες του φαίνεται η ρητορική του τέχνη, η άριστη γνώση της αττικής γλώσσας, η βαθιά γνώση της βίβλου, ιδιαίτερα της Π.Δ που ερμηνεύει αλληγορικά. Χαρακτηρίζεται ως ο καλύτερος εκκλησιαστικός ρήτορας της Βυζαντινής εποχής. Τα χαρακτηριστικά των λόγων του είναι η «έντεχνος ρητορική επεξεργασία και τα υψηλά θεολογικά νοήματα».
Το υμνογραφικό του έργο είναι πλουσιότερο των ρητορικών του λόγων. Εφεύρε το είδος των Κανόνων που ψάλλονται μέχρι σήμερα και διακρίνονται για την σαφήνεια και το διδακτικό τους χαρακτήρα. Το σπουδαιότερο όμως υμνογραφικό του έργο είναι ο Μ. Κανόνας. Τον έγραψε, όπως φαίνεται από διάφορες ενδείξεις, περί το τέλος της ζωής του, κατά δε την μαρτυρία ενός συναξαρίου, στην Ερεσό, λίγο πριν πεθάνει. Αν η πληροφορία αυτή είναι αληθινή, ο Μ. Κανόνας είναι το κύκνειο άσμα του υμνογράφου μας.
Για να καταλάβουμε την ποιητική του δομή πρέπει να κάνουμε μια μικρή παρέκβαση. Το έργο αυτό ανήκει στο ποιητικό είδος των κανόνων, που κατά πολλούς έχει την αρχή του σ’ αυτόν τον ίδιο τον Ανδρέα. Είναι δε οι κανόνες ένα σύστημα τροπαρίων, που γράφονταν για ένα ορισμένο λειτουργικό σκοπό: να διακοσμήσουν τη ψαλμωδία των 9 ωδών του Ψαλτηρίου, που στιχολογούνταν στον όρθρο. Όλος ο κανόνας ψάλλεται σε ένα ήχο. Κάθε όμως ωδή παρουσιάζει μια μικρή παραλλαγή στη ψαλμωδία κατά τρόπο, που να διατηρείται μεν η μουσική ενότητα στον όλο κανόνα, αφού όλος ψάλλεται στον ίδιο ήχο, αλλά και να σπάει και η μονοτονία με τις παραλλαγές στην ψαλμωδία που παρουσιάζει κάθε μια ωδή.
Γιατί ονομάζεται «Μεγάλος»;
Ο Μ. Κανόνας στην μορφή του έχει μια χαρακτηριστική ιδιορρυθμία. Η ιδιορρυθμία του συνίσταται στο ότι συγκρινόμενος προς τους άλλους ομοίους του κανόνες, είναι «μέγας». Μέγας στην απόλυτή του έννοια. Μεγαλύτερος δεν μπορούσε να υπάρξει· και τούτο γιατί ο ποιητής θέλησε να συνθέσει όχι τρία ή τέσσερα τροπάρια για την κάθε ωδή, όπως συνήθως έχουν οι άλλοι κανόνες, αλλά πολύ περισσότερα: τόσα, όσα είναι και όλοι οι στίχοι των ωδών, έτσι ώστε στον καθένα στίχο να αντιστοιχεί και να παρεμβάλλεται κατά την ψαλμωδία από ένα τροπάριο. 250 είναι οι στίχοι των ωδών, 250 και τα τροπάρια του Μ. Κανόνα, ενώ οι συνήθης κανόνες έχουν γύρω στα 30. Σήμερα τα τροπάρια του Μ. Κανόνα είναι κατά 30 περίπου περισσότερα από τα αρχικά. Μεταγενέστεροι υμνογράφοι πρόσθεσαν τροπάρια για την οσία Μαρία την Αιγυπτία και για τον ίδιο τον Ανδρέα.
Ποιό είναι το περιεχόμενο του Μ. Κανόνα;
Ο Μ. Κανόνας παρουσιάζει το τραγικό γεγονός της πτώσεως του ανθρωπίνου γένους που κατάστρεψε τη δυνατότητα της κοινωνίας του με τον Θεό.
Στον Μ. Κανόνα ο ποιητής θεωρεί και βιώνει το γεγονός της πτώσεως προσωπικά. Με την καθημερινή αμαρτία του ταυτίζεται με τον πρωτόπλαστο Αδάμ του οποίου γίνεται μιμητής. Η ψυχή του ακολουθεί τη πορεία της Εύας. «Αλίμονο, ταλαίπωρη ψυχή! Γιατί μιμήθηκες την πρώτη Εύα; Κοίταξες πονηρά και πληγώθηκες πικρά». Ο άγιος αναφέρεται στην ύπαρξη που κληρονομήσαμε μετά τη πτώση που συνδέεται με τη φθορά και το θάνατο. Με τους πρωτόπλαστους έχουμε οντολογική αλληλεγγύη. Η συναίσθηση της αμαρτωλότητας και η ομολογία της σφραγίζει ολόκληρο τον Μ. Κανόνα.
Είναι ένα κύκνειο άσμα, ένας θρήνος προθανάτιος, ένας μακρύς θρηνητικός μονόλογος, είναι ο Αδαμιαίος θρήνος. Ο ποιητής βρίσκεται στο τέλος της ζωής του. Αισθάνεται ότι οι ημέρες του είναι πια λίγες, ο βίος του έχει περάσει. Αναλογίζεται τον θάνατο και την κρίση του δίκαιου κριτή, που τον αναμένει. Και έρχεται να κάνει μια αναδρομή, μια ανασκόπηση του πνευματικού του κόσμου. Κάθεται να συζητήσει με τη ψυχή του. Ο απολογισμός όμως δεν είναι ενθαρρυντικός. Ο βαρύς κλοιός της αμαρτίας στον συμπνίγει. Η συνείδηση τον ελέγχει. Και ο ποιητής θρηνεί διαρκώς για την άβυσσο των κακών τους πράξεων. Στον θρήνο αυτό συμπλέκεται η αναδρομή στην Αγία Γραφή. Αυτό κυρίως δίνει την μεγάλη έκταση στο ποίημα. Ο σύνδεσμος όμως του θρήνου με την Γραφή είναι πολύ φυσικός. Σαν άνθρωπος του Θεού ο ποιητής, ανοίγει το βιβλίο του Θεού για να αξιολογήσει τα πεπραγμένα του. Εξετάζει ένα προς ένα τα παραδείγματα του ιερού βιβλίου. Στις οκτώ πρώτες ωδές παίρνει τα παραδείγματα του από τη Παλαιά Διαθήκη. Στη εννάτη ωδή από την Καινή Διαθήκη. Το αποτέλεσμα της συγκρίσεως είναι κάθε φορά τρομερό και αιτία νέων θρήνων. Έχει μιμηθεί όλες τις κακές πράξεις όλων των ηρώων της ιεράς ιστορίας, όχι όμως και τις καλές πράξεις των αγίων. Δεν του μένει παρά η μετάνοια, η συντριβή και η καταφυγή στο έλεος του Θεού. Και εδώ ανοίγει η αισιόδοξη προοπτική του ποιητή. Βρήκε την πόρτα του παραδείσου, την μετάνοια. Καρπούς μετανοίας δεν έχει να παρουσιάσει· προσφέρει όμως στον Θεό τη συντετριμμένη του καρδιά και την πνευματική του φτώχια. Τα βιβλικά παραδείγματα του Δαυίδ, του προφήτη Ιερεμία, των βασιλέων Μανασσή και Εζεκία από την Π. Δ και του Πέτρου, της Μάρθας και της Μαρίας, της Χαναναίας, του τελώνη, της πόρνης και του ληστή τον ενθαρρύνουν. Πολλές φορές επανέρχεται χρησιμοποιώντας το παράδειγμα της μετάνοιας της πόρνης και παρακαλεί τον Κύριο να δεχθεί τα δικά του δάκρυα όπως δέχθηκε και τα δικά της και να του συγχωρήσει τις αμαρτίες του. Ο κριτής θα ευσπλαχνισθεί και αυτόν, που αμάρτησε πιο πολύ από όλους τους ανθρώπους. Ψάλλεται σε ήχο πλ. του β΄. Είναι ήχος γλυκός, κατανυκτικός και εκφραστής του πένθους και της συντριβής.
Μέσα στο πλαίσιο της κατανυκτικής περιόδου της Μ. Τεσσαρακοστής ο γεμάτος κατάνυξη Μ.Κανόνας προσφέρει ένα συγκλονιστικό βίωμα. Μπαίνει στο στόμα του πιστού σαν φωνή, σαν εγερτήριο, σαν αφυπνιστικός σεισμός. Σαν αποστροφή στην κοιμωμένη και ραθυμούσα ψυχή του. Τούτο ανακεφαλαιώνει το θαυμαστό προοίμιο του Ρωμανού του Μελωδού που συμψάλλεται με τον Μ. Κανόνα:
«Ψυχή μου, Ψυχή μου,
ανάστα τί καθεύδεις;
Το τέλος εγγίζει και μέλλεις θορυβείσθαι·
ανάνηψον ουν,
ίνα φείσηταί σου Χριστός ο Θεός,
ο πανταχού παρών
και τα πάντα πληρών».

«Ψυχή μου! Ψυχή μου!
Σήκω επάνω! Γιατί κοιμάσαι;
Φτάνει το τέλος της ζωής σου
Και σε αναμένει ταραχή!
Ξύπνα λοιπόν! Για να σε λυπηθεί ο Χριστός ο Θεός.
Κείνος που βρίσκεται παντού
και τα πάντα γεμίζει με την παρουσία του.
Επεξεργασία: Α. Χ.
( Από τα βιβλία: Ι. Μ. Φουντούλη, Λογική Λατρεία, Θεσ/κη, 1971 και Μητρ. Νέας Σμύρνης Συμεών, Αδαμιαίος Θρήνος, Ο Μέγας Κανών Ανδρέου του Κρήτης, Εκδ. Αποστ. Διακονίας – Εισαγωγή – Κείμενο – Μετάφραση – Σχόλια).

ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΗΡΩΔΙΩΝΟΣ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

Γιορτάζουμε σήμερα 28 Μαρτίου, ημέρα μνήμης του Αγίου Ηρωδίωνος, του Αποστόλου, ας πούμε λίγα λόγια:

O Άγιος Ηρωδίων, ήταν ένας απο τους εβδομήντα Αποστόλους του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Μετά την Ανάληψη του Κυρίου μας, ο Άγιος Ηρωδίων αφοσιώθηκε στη διάδοση του Ευαγγελίου και υπήρξε συνεργάτης των 12 Αποστόλων και ιδιαίτερα του Αποστόλου Πέτρου. Μετά το Μαρτυρικό θάνατο του Αποστόλου Ανδρέα του Πρωτοκλήτου, στην Εκκλησία της Πάτρας Επίσκοπος έγινε ο Ηρωδίων. Από αυτή, τη νέα του θέση έδειξε όλες τις αρετές που τον κοσμούσαν.

Λόγω όμως της χριστιανικής του δράσης, συνελήφθη από τους Ιουδαίους και τους ειδωλολάτρες...
Τότε, αφού τον έδειραν άγρια και τον λιθοβόλησαν, στο τέλος τον αποκεφάλισαν. Έτσι, Μαρτυρικά ο Άγιος και Απόστολος Ηρωδίων, παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο.

Τρίτη 27 Μαρτίου 2012

Εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία

του πρωτοπρεσβυτέρου Αλεξάνδρου Σμέμαν



Τα ερωτήματα και ο προβληματισμός για τη συχνότητα της θείας Κοινωνίας, για τη σχέση ανάμεσα στο μυστήριο της Ευχαριστίας και της εξομολόγησης, όπως και τα ερωτήματα που αφορούν την ουσία και τον τύπο της εξομολόγησης, είναι σήμερα σημάδια ζωντάνιας και εγρήγορσης του εκκλησιαστικού σώματος. Φανερώνουν ότι ανάμεσα στους Ορθοδόξους υπάρχει φανερό ενδιαφέρον για το ουσιώδες και δίψα για ό,τι είναι πνευματικά γνήσιο. Θα ήταν λοιπόν εσφαλμένο να προσπαθήσουμε να απαντήσουμε τέτοια ερωτήματα απλώς με “διοικητικά” μέτρα, με θεσπίσματα και απαγορευτικές εγκυκλίους. Γιατί, στην πραγματικότητα αυτό με το οποίο είμαστε αντιμέτωποι είναι ένα καίριο πνευματικό ερώτημα που αφορά ολόκληρη τη ζωή της Εκκλησίας.
Μόνο ένας πνευματικά τυφλός και αδιάφορος άνθρωπος θα αρνιόταν ότι παρά τη σχετική της ευημερία, εξωτερική και υλική, αυτό που απειλεί την Εκκλησία προέρχεται εκ των έσω και δεν είναι παρά ο κίνδυνος της εκκοσμίκευσης, της βαθιάς πνευματικής αποσύνθεσης. Τα τραγικά συμπτώματα αυτού του μαρασμού έχουν εμφανισθεί πολύ καιρό πριν. Οι ατελείωτες διαμάχες πάνω στα καταστατικά των ενοριών, το ευρέως διαδεδομένο ενδιαφέρον των ενοριτών για την προάσπιση των “συμφερόντων”, των “δικαιωμάτων” και των “περιουσιακών” έναντι της ιεραρχίας και του κλήρου, η απίστευτη ευκολία με την οποία ακόμη και παλιές και ιστορικές ενορίες απλά εγκαταλείπουν την Εκκλησία χάριν αυτών των “δικαίων αιτημάτων”, ο εγκεντρισμός ουσιαστικά όλων των εκκλησιαστικών συμβουλίων, εθνικών, επισκοπικών και ενοριακών πάνω στα εξωτερικά, τα υλικά και τα “νόμιμα” - όλα αυτά αποκαλύπτουν τέτοια βαθιά εκκοσμίκευση του νου και της συνείδησης που προκαλούν ανησυχία για το μέλλον της Εκκλησίας, η οποία αντιθέτως δεν δείχνει να συνειδητοποιεί το πραγματικό εύρος και βάθος της κρίσης.
Κι όμως, είναι ακριβώς αυτή η εκκοσμίκευση, που οδηγεί τόσους ανθρώπους και ιδιαίτερα νέους μακριά από την Εκκλησία, αφού κανείς δεν τους μιλά για το αληθινό της νόημα και τι σημαίνει να είναι μέλη της. Μέσα στην ίδια την Εκκλησία η έκκληση για εμβάθυνση στην εσωτερική και πνευματική ζωή ακούγεται σπάνια και συχνά το “πνευματικό” εξαντλείται σε συνεστιάσεις, επετειακές πανηγύρεις, οικονομικές εξορμήσεις και ψυχαγωγικά προγράμματα.

Υπάρχει μία τάση να επιλύουμε όλα τα φλέγοντα και δύσκολα ζητήματα, συμπεριλαμβανομένης της μετοχής στη θεία Κοινωνία, με απλές αναφορές στο παρελθόν: στις πρακτικές που χαρακτηρίζονταν ως κανονικές στη Ρωσία, την Ελλάδα, την Πολωνία, κ.λπ. Αυτή η τάση, ωστόσο, δεν είναι μόνο λανθασμένη αλλά και επικίνδυνη. Γιατί συχνά το παρελθόν, ανεξαρτήτως χώρας, απείχε πολύ από το να είναι ορθόδοξο και σωστό. Για να αντιληφθούμε το γεγονός αυτό αρκεί να διαβάσουμε, για παράδειγμα, τις παρατηρήσεις του καθολικού σώματος της Ρωσικής ιεραρχίας στα έτη 1905-1912 [..]. Κυριολεκτικά χωρίς εξαιρέσεις, οι τότε Ρώσοι επίσκοποι, από τους πιο καταρτισμένους της Ορθόδοξης Εκκλησίας και αναμφίβολα από τους πιο παραδοσιακούς, χαρακτήρισαν την πνευματική, λειτουργική, εκπαιδευτική κ.λ.π. κατάσταση της Εκκλησίας ως βαρύτατα ελλιπή, και απαιτούσαν επείγουσες αλλαγές. Κατ’ αρχήν ο Χομιάκοφ αποκήρυξε κάθε τι που έδενε στο άρμα του δυτικού Σχολαστικισμού και Νομικισμού τα αληθινά ζωντανά και παραγωγικά στοιχεία της Ρωσικής θεολογίας. Ο Μητροπολίτης Άντονυ (Κραποβίτσκυ) έκανε έκκληση για ριζική αναμόρφωση των Ρωσικών ιερατικών σχολών και ακαδημιών. Και ο άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης καταδίκαζε με αυστηρότητα την χλιαρότητα και τον τυπικό ευσεβισμό της Ρωσικής κοινωνίας που είχε υποβαθμίσει τη μετοχή στη θεία Κοινωνία σε μία “άπαξ του έτους υποχρέωση” και την Θεανδρική ζωή της εκκλησίας στο επίπεδο των “εθίμων”. Κάτω από αυτή την οπτική γωνία, οι απλές αναφορές και εκκλήσεις στο παρελθόν δεν θα ήταν δόκιμες, αφού το ίδιο το παρελθόν χρήζει επαναξιολόγησης υπό το φως της γνήσιας ορθόδοξης παράδοσης. Το μοναδικό κριτήριο είναι πάντοτε και σε κάθε περίπτωση αυτή η ίδια η Παράδοση και ο προβληματισμός αφορά τον τρόπο που θα την ενσωματώσουμε στην παρούσα κατάσταση, που διαφέρει τόσο ριζικά από το παρελθόν.
Αυτή η κατάσταση προσδιορίζεται κυρίως από μία βαθιά πνευματική κρίση της κοινωνίας, του πολιτισμού, του ίδιου του ανθρώπου. Η εκκοσμίκευση είναι η απομάκρυνση της ανθρώπινης ζωής από τον Θεό. Αυτή είναι η κρίση που αρχίζει να επηρεάζει και την Εκκλησία. Είναι επικίνδυνο και αφελές να νομίζει κανείς ότι η εκκοσμίκευση της Εκκλησίας μπορεί να σταματήσει με αποφάσεις και διοικητικές πράξεις. Γιατί, καταρχήν, η εκκοσμίκευση πλήττει τον θησαυρό της Εκκλησίας, τα άγια των αγίων – τα θεία Μυστήρια.

Μακάρι να με αδικούσαν όλοι οι άνθρωποι! (Γέροντος Παϊσίου)

Στην πνευματική ζωή είναι ανάποδα τα πράγματα. Άμα κρατάς εσύ το άσχημο, τότε νιώθεις όμορφα. Άμα το δίνεις στον άλλον, τότε νιώθεις άσχημα. Όταν δέχεσαι την αδικία και δικαιολογείς τον πλησίον σου, δέχεσαι τον πολυαδικημένο Χριστό στη καρδιά σου. Τότε ο Χριστός μένει με το ενοικιοστάσιο μέσα σου και σε γεμίζει με ειρήνη και αγαλλίαση. Για δοκιμάστε, βρε παιδιά, να ζήσετε αυτήν τη χαρά! Να μάθετε να χαίρεστε με αυτήν την πνευματική χαρά, όχι με την κοσμική. Πάσχα θα έχετε τότε κάθε μέρα.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από τη χαρά που νιώθεις, όταν δέχεσαι την αδικία. Μακάρι να με αδικούσαν όλοι οι άνθρωποι! Ειλικρινά σας λέω, τη γλυκύτερη πνευματική χαρά την ένιωσα μέσα στην αδικία. Ξέρετε πόσο χαίρομαι, όταν κάποιος με πει πλανεμένο; «Δόξα Σοι ο Θεός, λέω, από αυτό έχω μισθό, ενώ, αν με πουν άγιο, χρωστάω». Γλυκύτερο πράγμα από την αδικία δεν υπάρχει!
Ένα πρωί στο Καλύβι χτύπησε κάποιος το σιδεράκι στη πόρτα. Κοίταξα από το παράθυρο να δω ποιός είναι, γιατί δεν ήταν ακόμη η ώρα να ανοίξω. Είδα έναν νέο με φωτεινό πρόσωπο και κατάλαβα ότι είχε βιώματα πνευματικά, αφού τον πρόδιδε η Χάρις του Θεού. Γι’ αυτό, αν και ήμουν απασχολημένος, διέκοψα αυτό που έκανα, άνοιξα τη πόρτα, τον πήρα μέσα, του πρόσφερα ένα νερό και με τρόπο άρχισα να τον ρωτάω για τη ζωή του, γιατί έβλεπα ότι είχε πνευματικό περιεχόμενο. «Τί δουλειά κάνεις, παλληκάρι;», τον ρώτησα. «Τί δουλειά, πάτερ; μου λέει. Εγώ στη φυλακή μεγάλωσα. Τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου εκεί τα πέρασα. Τώρα είμαι είκοσι έξι χρόνων». «Καλά, βρω παλληκάρι, τί έκανες, και σε έκλειναν φυλακή;», τον ρώτησα. Κι εκείνος μου άνοιξε τη καρδιά του: «Από μικρός, μου είπε, πονούσα πολύ, όταν έβλεπα δυστυχισμένους ανθρώπους. Ήξερα όλους τους πονεμένους, όχι μόνον από την ενορία μου, άλλα και από άλλες ενορίες. Επειδή ο παπάς της ενορίας μας με τους επιτρόπους μάζευαν συνέχεια χρήματα και έφτιαχναν κτίρια, αίθουσες κ.λπ. ή έκαναν διάφορους εξωραϊσμούς, είχαν παραμεληθεί τελείως οι φτωχές οικογένειες. Εγώ δεν κρίνω εάν ήταν απαραίτητα αυτά που έφτιαχναν, αλλά έβλεπα να υπάρχουν πολλοί δυστυχισμένοι άνθρωποι. Πήγαινα λοιπόν κρυφά και έκλεβα από τα χρήματα που μάζευαν από τους εράνους. Έπαιρνα αρκετά· δεν τα έπαιρνα όλα. Ύστερα αγόραζα τρόφιμα, διάφορα πράγματα, τα άφηνα κρυφά έξω από τα σπίτια των φτωχών και αμέσως, για να μην πιάσουν άλλον άδικα, πήγαινα στην αστυνομία και έλεγα: «εγώ έκλεψα τα χρήματα από την εκκλησία και τα ξόδεψα», χωρίς να πω τίποτε άλλο. Με άρχιζαν στο ξύλο και στο βρισίδι, «αλήτη, κλέφτη»· εγώ σιωπούσα. Με έκλειναν μετά στη φυλακή. Αυτή η δουλειά γινόταν για χρόνια. Όλη η πόλη όπου έμενα – τριάντα χιλιάδες κάτοικοι – και άλλες πόλεις με είχαν μάθει, και «αλήτη» με ανέβαζαν, «κλέφτη» με κατέβαζαν. Εγώ σιωπούσα και ένιωθα χαρά. Κάποτε μάλιστα με είχαν κλείσει στη φυλακή τρία ολόκληρα χρόνια. Μερικές φορές με έκλειναν άδικα στη φυλακή και, όταν έπιαναν τον ένοχο, με άφηναν. Αν δεν τον έπιαναν, καθόμουν μέσα, όσο έπρεπε να καθίσει εκείνος. Γι’ αυτό σου είπα, πάτερ μου, ότι τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου τα πέρασα στις φυλακές». Αφού τον άκουσα με προσοχή, του είπα: «Βρε παλληκάρι, όσο καλό και αν φαίνεται αυτό, δεν είναι καλό και να μην το ξανακάνεις. Άκου τί θα σου πω. Θα με ακούσεις;». «Θα σε ακούσω, πάτερ», μου λέει. «Να απομακρυνθείς από αυτήν την πόλη, του λέω, να πας σε άγνωστο περιβάλλον, στην τάδε πόλη, και εγώ θα φροντίσω να συνδεθείς με καλούς ανθρώπους. Να εργάζεσαι και να βοηθάς, όσο μπορείς, τους πονεμένους από το υστέρημά σου, επειδή αυτό έχει μεγαλύτερη αξία. Αλλά, και όταν κανείς δεν έχει τίποτε να δώσει σε ένα φτωχό και πονάει η καρδιά του, τότε κάνει ανώτερη ελεημοσύνη, διότι κάνει ελεημοσύνη με το αίμα της καρδιάς του. Γιατί, εάν είχε κάτι και το έδινε, θα αισθανόταν και χαρά, ενώ, όταν δεν έχει να δώσει, αισθάνεται πόνο στη καρδιά». Μου υποσχέθηκε ότι θα ακούσει τη συμβουλή μου και έφυγε χαρούμενος. Έπειτα από επτά μήνες παίρνω ένα γράμμα του από τις φυλακές του Κορυδαλλού, στο οποίο έγραφε τα έξης: «Ασφαλώς, πάτερ μου, θα απορήσεις, που σου γράφω πάλι από τη φυλακή μετά από τόσες συμβουλές που μου έδωσες και μετά τις υποσχέσεις που σου έδωσα. Μάθε ότι αυτή τη φορά υπηρετώ μια φυλάκιση την όποια είχα υπηρετήσει· κάποιο λάθος έγινε. Ευτυχώς που δεν υπάρχει ανθρώπινη δικαιοσύνη, γιατί θα αδικούνταν οι πνευματικοί άνθρωποι, επειδή θα έχαναν τον ουράνιο μισθό». Όταν διάβασα αυτά τα τελευταία λόγια, θαύμασα αυτόν τον νέο, που είχε πάρει τόσο ζεστά τη πνευματική ζωή και είχε συλλάβει τόσο βαθιά το βαθύτερο νόημα της ζωής! Διά Χριστόν κλέφτης! Μέσα του είχε Χριστό. Δεν μπορούσε να φρενάρει τον εαυτό του από τη χαρά που ένιωθε. Θεία παλαβομάρα, πανηγύρι είχε!
-     Γέροντα, από το ρεζίλι ερχόταν η χαρά;
Από την αδικία ερχόταν η χαρά. Κοσμικός άνθρωπος ήταν, ούτε Συναξάρια ούτε Πατερικά είχε διαβάσει και, ενώ έτρωγε άδικα ξύλο, τον έκλειναν στη φυλακή, τον είχαν μέσα στη πόλη για αλήτη, για παλιόπαιδο, για κλέφτη, γινόταν ρεζίλι, αυτός δεν μιλούσε και τα αντιμετώπιζε όλα τόσο πνευματικά! Νέος άνθρωπος, και δεν φρόντιζε να αποκατασταθεί, άλλα πώς να βοηθήσει τους άλλους! Τους μεγάλους κλέφτες πολλές φορές δεν τους κλείνουν ούτε μια φορά στη φυλακή, ενώ αυτόν τον δόλιο τον φυλάκισαν για την ίδια κλοπή δυό φορές και για άλλες κλοπές τον φυλάκισαν άδικα, μέχρι να βρουν τον πραγματικό κλέφτη! Τη χαρά όμως που είχε αυτός δεν την είχαν όλοι οι κάτοικοι της πόλης. Τριάντα χιλιάδες χαρές δεν συμπλήρωναν τη δική του χαρά.
Γι’ αυτό λέω ότι ένας πνευματικός άνθρωπος δεν έχει θλίψεις. Όταν η αγάπη αυξηθώ και καεί η καρδιά από τον θείο έρωτα, δεν μπορεί να σταθεί πλέον θλίψη. Η μεγάλη αγάπη προς το Χριστό υπερνικά τους πόνους και τις ταλαιπωρίες που του προξενούν οι άνθρωποι.

(Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, «Λόγοι. Γ΄», σ. 74-77-αποσπάσματα. Εκδ. Ι. Ησυχαστηρίου Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, Σουρωτή Θεσ/νίκης)

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός

Ἡ Ὁσία Ματρώνα ἡ Ὁμολογήτρια ἡ ἐν Θεσσαλονίκῃ

Ἡ Ὁσία Ματρώνα ἔζησε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ συγκαταλέγεται μεταξὺ τῶν Μαρτύρων τῶν πρώτων αἰώνων τῆς Ἐκκλησίας μας, κατὰ τὴν περίοδο τῶν διωγμῶν. Ὑπῆρξε ἀκόλουθος μιᾶς πλούσιας καὶ εὐγενοῦς Ἰουδαίας, μὲ τὸ ὄνομα Παντίλλα ἢ Παυτίλλα, ἡ ὁποία ἦταν σύζυγος τοῦ στρατοπεδάρχη τῆς Θεσσαλονίκης. Καθημερινὰ συνόδευε τὴν κυρία της στὴ συναγωγὴ τῆς πόλεως, ὅπου ὡστόσο δὲν πήγαινε ἡ ἴδια, διότι κρυφὰ κατέφευγε σὲ χριστιανικὸ ναό, γιὰ νὰ προσευχηθεῖ.
Μοιραῖα, ὅμως, ἐπειδὴ γιὰ πολὺ καιρὸ ἡ Ματρώνα ξεγελοῦσε τὴν κυρία της, μία λάθος κίνηση στάθηκε ἀφορμὴ γιὰ νὰ ἀποκαλυφθεῖ ἡ ταυτότητά της. Σὲ μία ἑορτὴ τῶν Ἰουδαίων, κατὰ τὴν ὁποία συνήθιζαν νὰ τρῶνε πικρὰ χόρτα καὶ ἄζυμα, ἡ Ματρώνα ἄργησε νὰ ἐπιστρέψει ἀπὸ τὸ ναὸ καὶ ὅταν ἔφθασε στὴν συναγωγὴ γινόταν ἡ τελετὴ τῶν Ἐπιτιμίων. Ἕνας ἀπὸ τοὺς δούλους τῆς Παντίλλας κατήγγειλε ὅτι ἡ Ματρώνα ἦταν Χριστιανὴ καὶ ὅτι ἐξαπατᾶ τὴν κυρία της, φροντίζοντας κάθε φορὰ ποὺ αὐτὴ προσερχόταν στὴν συναγωγή, ἐκείνη νὰ πηγαίνει στὴν Ἐκκλησία. Αὐτὸ προκάλεσε τὴν ὀργὴ τῆς Παντίλλας, ποὺ δὲν δίστασε, ξεσπώντας σὲ κραυγές, νὰ τὴν κατηγορήσει ὅτι εἶναι ἐχθρικὴ πρὸς αὐτήν. Διέταξε ἀμέσως τὴν σύλληψή της καί, ἀφοῦ τὴν συνέλαβαν καὶ τὴν ἔδεσαν, ἄρχισαν νὰ τὴν μαστιγώνουν. Ἡ Ματρώνα, ὅμως, μὲ παρρησία δήλωσε ὅτι εἶναι Χριστιανὴ καὶ ὅτι, ἂν καὶ ἡ κυρία της ἐξουσίαζε τὸ σῶμα της καὶ τὴν ἴδια της τὴν ζωή, ὡστόσο δὲν μποροῦσε νὰ τὴν μεταπείσει σὲ ὅσα πίστευε.
Ἡ Παντίλλα, ἀφοῦ τὴν ἁλυσόδεσε, διέταξε νὰ τὴν φυλακίσουν καὶ νὰ σφραγίσουν τὴν πόρτα τοῦ κελιοῦ της. Ἔπειτα ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες, νωρὶς τὸ πρωί, πῆγε ἡ ἴδια νὰ δεῖ ἂν ἡ Ματρώνα ζεῖ. Ἔκπληκτη διαπίστωσε ὅτι εἶχε ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὰ δεσμά της καὶ στεκόταν φωτεινὴ ψάλλοντας, χωρὶς νὰ ἔχει τὸ παραμικρὸ ἴχνος τραύματος καὶ βασανισμοῦ. Ἐξοργισμένη ἡ Παντίλλα διέταξε νὰ δέσουν πάλι τὴν Ματρώνα καὶ νὰ τὴν μαστιγώσουν ἀνηλεῶς. Ἐκείνη, ἔκπληκτη γιὰ τὴν ἰδιαίτερη σκληρότητα τῆς κυρίας της, τὴν ρώτησε γιατί τὴν βασάνιζε, ὀμολογώντας ὡστόσο τὴν πίστη της στὸν Χριστό. Καταπονημένη ἀπὸ τὰ βασανιστήρια καὶ μὴν μπορώντας νὰ σταθεῖ στὰ πόδια της, ἡ Ματρώνα κλείσθηκε καὶ πάλι στὴν φυλακή.
Ἔπειτα ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες, ὅταν ἡ Παντίλλα ἐπισκέφθηκε τὸ κελὶ τῆς φυλακῆς τῆς Ἁγίας, ἀντίκρισε τὸ ἴδιο θέαμα. Τὴν Μάρτυρα ἀπελευθερωμένη ἀπὸ τὰ δεσμά της, μὲ τὸ ἴδιο φωτεινὸ πρόσωπο, παρὰ τὰ βασανιστήρια καὶ τὴν πεῖνα ποὺ ὑπέστη ἐπὶ δεκατέσσερις ἡμέρες. Τότε ἡ κυρία της, γεμάτη ὀργή, διέταξε νὰ δέσουν τὴν Ματρώνα σὲ δρύϊνα ξύλα καὶ νὰ τὴν βασανίσουν. Ἐξαντλημένη ἡ Ἁγία ἀπὸ τὶς μαστιγώσεις καὶ μὲ τὸ σῶμα της γεμάτο σημάδια, ψέλλισε μὲ ἀδύναμη φωνὴ λίγες λέξεις προσευχῆς καὶ παρέδωσε τὸ πνεῦμα της.
Ἡ Παντίλλα διέταξε τότε κάποιον μὲ τὸ ὄνομα Στρατόνικος, νὰ τυλίξει τὸ λείψανο τῆς Ἁγίας σὲ δέρμα καὶ στὴν συνέχεια νὰ τὸ ρίξει ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη τῆς πόλεως. Τὸ ἱερὸ λείψανό της τὸ παρέλαβαν οἱ Χριστιανοὶ καὶ τὸ ἐνταφίασαν μὲ εὐλάβεια κοντὰ στὴν Λεωφόρο, δηλαδὴ τὴν Ἐγνατία ὁδό. Μετὰ τὸ τέλος τῶν διωγμῶν, ὁ Ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης Ἀλέξανδρος πῆρε τὸ σκήνωμα τῆς Μάρτυρος καὶ τὸ μετέφερε μέσα στὴν πόλη καί, ἀφοῦ ἔκτισε ναό, τὸ ἀπέθεσε ἐντὸς αὐτοῦ.
Τὴν ἐποχὴ τῆς Φραγκοκρατίας, ὅμως, τὸ σκήνωμα τῆς Ἁγίας μεταφέρθηκε στὴν Βαρκελώνη καὶ ἐναποτέθηκε σὲ ναό, ποὺ καταστράφηκε κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.Ἐκτὸς τῶν τειχῶν τῆς Θεσσαλονίκης ὑπῆρχε καὶ μονὴ ἀφιερωμένη στὴν Ἁγία Ματρώνα.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.Γνώμην ἀήττητον, Ματρῶνα φέρουσα, πίστιν τὴν ἔνθεον, ἄσυλον ἔσωσας, μὴ δουλωθεῖσα τὴν ψυχήν, Ἑβραίων τῇ ἀπηνείᾳ· ὅθεν ἀριστεύσασα, καὶ τὸν δόλιον κτείνασα, μυστικῶς νενύμφευσαι, τῷ Δεσπότῃ τῆς κτίσεως. Αὐτὸν οὖν ἐκτενῶς ἐκδυσώπει, πάσης ἡμᾶς ῥυσθῆναι βλάβης.

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2012

Οι περιστάσεις του βίου

«Υπέρ πλεόντων, οδοιπορούντων, νοσούντων, καμνόντων, αιχμαλώτων και της σωτηρίας αυτών, του Κυρίου δεηθώμεν.»
(Για εκείνους που ταξιδεύουν στη θάλασσα και στη στεριά, για τους αρρώστους, για τους ανήμπορους, για τους αιχμαλώτους και για τη σωτηρία τους, ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.)

Είναι πολύ στοργικό το ενδιαφέρον της Εκκλησίας για όλους τους πιστούς. Σε κάθε σύναξη η Εκκλησία αγκαλιάζει ολόκληρο το πλήρωμα, όλες τις περιστάσεις του βίου των χριστιανών. Οι δεήσεις που γίνονται δεν είναι μόνο για τους παρόντες, αλλά και για όσους, χωρίς τη θέλησή τους, δεν είναι τώρα στη λειτουργική σύναξη. Η δέηση «Υπέρ πλεόντων..,» είναι για εκείνους, που δεν μπορούν και δεν έχουν τη χαρά να είναι τώρα μαζί μας· είναι «Υπέρ των δι’ ευλόγους αιτίας απολειφθέντων», καθώς το ακούμε να λέγεται σε άλλη περίσταση. Αυτές οι εύλογες αίτιες δεν μπορεί να είναι άλλες παρά οι περιστάσεις του βίου για τις οποίες ακούμε στη δέηση «Υπέρ πλεόν­των…».
Στον καιρό μας έτσι κομματιάστηκε ο βίος μας, που δεν μπορούμε πια να καταλάβουμε τι είναι η λατρεία της Εκκλησίας. Η λειτουργική σύναξη θαρρούμε πως είναι μια ξεχωριστή περίπτωση, σε μια ορισμένη ημέρα και ώρα, έξω από την άλλη μας ζωή. Πολλοί, αν δεν φτάνουν να πουν πως η Λειτουργία της Εκκλησίας είναι περιττό έργο, πιστεύουν όμως και λένε πως δεν είναι δικό τους έργο. Έτσι η προσευχή και η Λειτουργία μας, η πίστη και η ομολογία μας είναι μια ξεχωριστή κι απομονωμένη υπόθεση στη ζωή τους, κάτι σαν το επίσημο ένδυμα, που το φοράνε δυο ή τρεις φορές το χρόνο.
Έτσι συμβαίνει να έχουμε τώρα τέχνες, επιστήμες, ειδικότητες και επαγγέλματα, και μαζί με όλα αυτά, όσοι ακόμα πιστεύουμε, να έχουμε και Εκκλησία και Λειτουργία, για κάποιες ξεχωριστές ημέρες και εορτές. Η Εκκλησία λοιπόν και η Λειτουργία είναι μια κλειστή σφαίρα στη ζωή μας, μια ξεχωριστή και ιδιωτική μας υπόθεση, που μπορεί να μην έχει επικοινωνία και σχέση με τις άλλες περιστάσεις του βίου μας. Αυτή είναι μια από τις πιο ολέθριες αντιλήψεις που μπορεί να έχουμε οι χριστιανοί· να θεωρούμε την Εκκλησία και τη Λειτουργία, που μολαταύτα την πιστεύουμε, πως δεν είναι υπόθεση δική μας και προσωπική. Η Εκκλησία, λέμε, πρέπει και συμφέρει να υπάρχει και οι ιερείς πρέπει να λειτουργούν. Δεν σκεφθήκαμε μόνο ποιοί είναι η Εκκλησία και με ποιούς θα λειτουργούν οι ιερείς. Αυτό συμβαίνει, γιατί θαρρούμε πως η Εκκλησία είναι κι αυτή μια Υπηρεσία, που στον τομέα της προσφέρει καλό και χρήσιμο έργο.
Αλλά βέβαια δεν είναι αυτό η Εκκλησία και η θεία Λειτουργία. Όταν εδώ λέμε Λειτουργία εννοούμε το έργο γενικά της Εκκλησίας, που είναι έργο του λαού για το λαό. Κι όταν πάλι εδώ λέμε λαό, δεν το λέμε όπως έφτασαν πολλοί να φωνάζουν αόριστα και ψεύτικα για το λαό, αλλά εννοούμε το λαό του Θεού, την Εκκλησία, που στην τέλεια έκφρασή της είναι λατρευτική σύναξη και θεία Λειτουργία. Η Εκκλησία λοιπόν και η θεία Λειτουργία της Εκκλησίας δεν είναι ξεχωριστή σφαίρα στο βίο και τη ζωή των χριστιανών, άλλα είναι αυτοί οί ίδιοι οΐ χριστιανοί, ή κοινωνία τών πιστών, οί σωστοί καΐ ολόκληροι άνθρωποι* μέ τά Ιργα τους καΐ τις ασχολίες τους, μέ τις δυσκολίες και τις περιστάσεις του βίου, με τις χαρές και τις στενοχώριες τους, με τη φτώχεια και την αρρώστια τους και με όλα όσα ζουν οι άνθρωποι. Όλα αυτά δεμένα σε μια ενότητα μ’ ένα δεσμό και μια δύναμη, που κρατάνε όρθιο τον άνθρωπο στο βίο του και τον οδηγούν στο δρόμο του προορισμού του. Αυτός ο δεσμός κι αυτή η δύναμη είναι η πίστη μας που έχουμε σαν Εκκλησία, το κοινό φρόνημα που ζούμε μέσα στη λειτουργική μας σύναξη. Αυτή η πίστη κι αυτό το φρόνημα δεν είναι για κάποιες περιστάσεις, αλλά για όλο μας το βίο και τη ζωή, για όλο το χρόνο και για όλες τις καταστάσεις της εδώ ζωής μας.


Όλα αυτά προϋποθέτει η δέηση «Υπέρ πλεόντων…». Ότι δηλαδή πολλοί από τους αδελφούς μας δεν είναι τώρα εδώ μαζί μας στη λειτουργική και ευχαριστιακή μας σύναξη· είναι όσοι ταξιδεύουν στη θάλασσα και στη στεριά, είναι οι άρρωστοι κι εκείνοι που κατατρύχονται από χρόνια νοσήματα, είναι οι αιχμάλωτοι και για οποιοδήποτε λόγο κρατούμενοι, είναι όσοι δικαιολογημένα απουσιάζουν, που θέλουν μα δεν μπορούν να είναι μαζί μας. Όλους αυτούς δεν τους ξεχνάμε, αλλά παρακαλούμε να τους φυλάξει και να τους προστατέψει ο Θεός. Όταν λέμε «και της σωτηρίας αυτών», δεν εννοούμε μόνο όσοι ταξιδεύουν να γυρίσουν γεροί στα σπίτια τους, και οι άρρωστοι και οι ανήμποροι να γίνουν καλά, και οι αιχμάλωτοι να ελευθερωθούν, αλλά και να σωθούν, να έχουν δηλαδή κι αυτοί ό,τι κι εμείς, που τελούμε τη θεία Λειτουργία και θα κοινωνήσουμε, «άφεσιν αμαρτιών και ζωήν αιώνιον».
Η δέηση λοιπόν «Υπέρ πλεόντων…» είναι «υπέρ των δι’ ευλόγους αιτίας απολειφθέντων», Τί γίνεται όμως μ’ εκείνους, που αδικαιολόγητα δεν είναι τώρα στη λειτουργική μας σύναξη; Μ’ εκείνους, που η Εκκλησία λειτουργεί κι αυτοί κάθονται στο καφενείο; Μ’ εκείνους, που η Εκκλησία εορτάζει Χριστούγεννα και Πάσχα κι αυτοί τρέχουν και σκοτώνονται στους δρόμους; Μ’ εκείνους, που η καμπάνα καλεί σε ιερή σύναξη κι αυτοί παίρνουν τα βουνά και τις θάλασσες; Μ’εκείνους ακόμα, που κάθε Κυριακή ξαπλωμένοι στο κρεββάτι ακούνε τη θεία Λειτουργία από το ραδιόφωνο; Ο λόγος δεν είναι για εκείνους, που μόνοι τους ξεκόπηκαν από την Εκκλησία, αλλά για εκείνους που λένε πως είναι χριστιανοί και  δεν ξέρουν και δεν θέλουν να ξέρουν την Εκκλησία. Για εκείνους που θυμούνται και φυλάνε την πίστη τους μόνο για την κηδεία τους και δεν ξέρουν πως η πίστη ζει στη λειτουργική σύναξη της Εκκλησίας κι είναι το πεντακάθαρο νερό μέσα στον άνθρωπο, που τον ποτίζει και τον κρατάει ζωντανό, για να μην ξεραθεί και να μην πεθάνει στην ανυδρία και την ξεραΐλα του κόσμου.
     Ό ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει ότι ο Ιησούς Χριστός απέθανε «ίνα τα τέκνα του Θεού τα διεσκορπισμένα συναγάγη εις εν», για να μαζέψει σε μια οικογένεια τους χωρισμένους και σκορπισμένους ανθρώπους. Και δεν εννοεί βέβαια ο Ευαγγελιστής  αυτό το μάζεμα τοπικό και σ’ ένα μέρος, όπως ήταν ο μεγάλος ναός στα Ιεροσόλυμα, γιατί η Εκκλησία δεν είναι μόνο σ’ έναν τόπο. Αλλ’ αυτό δεν θα πει πως ο καθένας, σαν πιστός, μπορεί να είναι όπου θέλει, όταν συνάζεται η Εκκλησία. Ο κάθε πιστός, για να είναι πιστός, οφείλει να είναι μέσα στην Εκκλησία, και η Εκκλησία είναι η λειτουργική σύναξη. Χαρακτηριστικά εδώ είναι τα λόγια και η προτροπή του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά·
«κανένας από τεμπελιά ή από την παντοτινή ασχολία στα γήινα ας μη λείπει από τις θεοπαράδοτες αυτές κάθε Κυριακή συνάξεις μας». Η Εκκλησία βέβαια δεν αγνοεί τις περιστάσεις του βίου, γι’ αυτό και δεν αφήνει κάθε φορά έξω από τη σύναξη εκείνους, που «δι’ ευλόγους αιτίας» απουσιάζουν, για τους οποίους και δέεται· «Υπέρ πλεόντων, οδοιπορούντων, νοσούντων, καμνόντων, αιχμαλώτων και της σωτηρίας αυτών.,.». Αμήν.

(+Διονυσίου, Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης, «Η Θεία Λειτουργία», εκδ. Αποστ. Διακονίας)