Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Άγιοι εννέα μάρτυρες που μαρτύρησαν στην Πέργη της Παμφυλίας

 Οι Άγιοι εννέα μάρτυρες, Λέοντιος, Άττος, Αλέξανδρος, Κινδέας, Μνησίθεος, Κυριακός, Μηναίος, Κατούνος και Ευκλής, έζησαν την εποχή του αυτοκράτορα Διοκλητιανου και του ηγεμόνα Φλαβιανού, στην Πέργη της Παμφυλίας. Όλοι στο επάγγελμα ήταν γεωργοί, εκτός από τον Μηναίο που ήταν μαραγκός. Ο χριστιανισμός ήταν μέσα τους από πολλή μικρή ηλικία. και κρατήθηκε έτσι και αφού μεγάλωσαν.


Ένα βράδυ λοιπόν, αποφάσισαν ότι θέλουν να μαρτυρήσουν για τον Χριστό και έτσι πήγαν στον ειδωλολατρικό ναό της Αρτέμιδος και κατέστρεψαν όλα τα αγάλματα που βρίσκονταν εκεί. Μετά την ενέργειά τους αυτή, αμέσως συνελήφθησαν από τους ειδωλολάτρες, οι οποίοι, αφού τους ανέκριναν, τους υπέβαλαν σε βασανιστήρια. Πρώτα τους έκαψαν τα πλευρά, μετά χρησιμοποιώντας σιδερένια νύχια τους έσκισαν τις σάρκες, και στη συνέχεια πήραν αναμμένους δαυλούς και τους τρύπησαν τα μάτια. Μετά τους έκλεισαν σε μία απάνθρωπη φυλακή, χωρίς νερό και τροφή. Μετά από λίγο χρόνο τους έβγαλαν και τούς έριξαν σε ένα κλουβί με θηρία για να τούς κατασπαράξουν. Αυτά όμως, παρά την πείνα τους, καθόντουσαν ήρεμα και δεν πλησίαζαν τούς Αγίους. Όσοι είδαν αυτό το θαυμαστό γεγονός, πράγματι εξεπλάγησαν και φώναξαν με μία φωνή «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών». Και τότε έγινε το θαύμα. Αμέσως ακούστηκαν βροντές και άρχισαν να πέφτουν αστραπές, βροχή, ενώ συγχρόνως ακούγονταν μία φωνή, η οποία προσκαλούσε τους Αγίους στον ουρανό. Μόλις οι Άγιοι άκουσαν αυτήν την φωνή, χάρηκαν πάρα πολύ. Ύστερα από αυτό το γεγονός ο τύραννος νευρίασε τόσο πολύ πού διέταξε να τους αποκεφαλίσουν. Έτσι λοιπόν ολοκληρώθηκε το μαρτύριο των εννέα Αγίων και πέραν στην αιώνια Βασιλεία.

Αγία Ελέσα Οσιομάρτυς που μαρτύρησε στα Κύθηρα

 Η Αγία Ελέσα γεννήθηκε στην Πελοπόννησο. Ο πατέρας της ήταν ένας πλούσιος άρχοντας Έλληνας, αλλά ειδωλολάτρης και ονομαζόταν Ελλάδιος. Η μητέρα της όμως, Ευγενία, ήταν μια αγία γυναίκα με πολλές αρετές και πλούσια χαρίσματα. Δεν είχε παιδιά και γι’ αυτό παρακάλεσε τον Θεό να την λυπηθεί και να την αξιώσει να γεννήσει ένα παιδί. Μια μέρα ενώ βρισκόταν μόνη στο σπίτι και προσευχόταν, άκουσε μια φωνή από τον ουρανό που της έλεγε «Σε ελέησε ο Θεός σε ότι του ζήτησες, και σου έδωσε καρπόν κοιλίας». Όταν γεννήθηκε η Ελέσα (την ονόμασαν Ελέσα από τη φωνή που είχε ακούσει η μητέρα της «ἐλέησέ σε ὁ Θεός»), η μητέρα της την αφιέρωσε στον Κύριο και την βάπτισε χριστιανή, στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.


Όσο μεγάλωνε στην ηλικία, τόσο δυνάμωνε η πίστη της και η αγάπη της προς το Θεό. Μετά από την αγία κοίμηση της μητέρας της, ενώ η αγία ήταν 14 χρονών, σκέφτηκε ότι δεν θα μπορούσε να ζήσει με τον ειδωλολάτρη πατέρα της ο οποίος ήθελε να την παντρέψει με έναν άρχοντα. Γι' αυτό μετά από πολλή προσευχή και όταν βρήκε κατάλληλη ευκαιρία, έφυγε αφού μοίρασε πολλές ελεημοσύνες σε φτωχούς και σε ορφανά, μαζί με δύο δούλες της και ασκήτευε σε ένα βουνό των Κυθήρων.


Όμως ο πατέρας της, έψαξε και την βρήκε και προσπάθησε να την γυρίσει πάλι πίσω στο σπίτι τους. Στην άρνηση όμως της Αγίας, ο πατέρας της εξοργισμένος την κατεδίωξε. Η Αγία διωκόμενη έφθασε στή ρίζα του βουνού που σήμερα ονομάζεται βουνό της Αγίας Ελέσας και παρεκάλεσε το Θεό λέγοντας «σκίσε γη και κρύψε με». Από τη σχισμή που ανοίχθηκε στο βουνό πέρασε η Αγία και έφθασε στην κορυφή, όπου κατέφθασε αλλόφρων ο πατέρας της και την αποκεφάλισε την 1η Αυγούστου 375 μ.Χ. Στον τόπο του μαρτυρίου της η υπηρέτριά της την έθαψε.


Οι πρώτοι χριστιανοί που ήλθαν στο νησί για να προσκυνήσουν τον τάφο της Αγίας, ανήγειραν μικρό ναΐσκο χωμένο κατά το πλείστον εντός του εδάφους, στον οποίο οι προσκυνητές κατέβαιναν με 5-6 σκαλοπάτια. Η Αγία Τράπεζα του ναΐσκου εστήθη πάνω από τον τάφο της Αγίας. Η παράδοση λέει ότι κατά τους παλαιοτάτους χρόνους έρχονταν προσκυνητές από τη Μάνη κατά την 1η Αυγούστου και τιμούσαν την μνήμη της Αγίας. Αυτός ο μικρός Ναός σωζόταν μέχρι το 1867 μ.Χ. ως ιδιόκτητος της οικογενείας Κασιμάτη - Γεράκα. Το 1871 μ.Χ. ανηγέρθη ο σημερινός ευρύχωρος Ναός με συνδρομές των χριστιανών πάνω στα ερείπια του παλαιού Ναού, ο οποίος επιχωματώθηκε για να ισοπεδωθεί το έδαφος στο σημείο όπου θα ανεγειρόταν ο νέος Ναός. Πάνω ακριβώς από τον παλαιό Ναό εκτίσθη το άγιο Βήμα και πάνω από το σημείο, όπου ήταν ο τάφος της Αγίας εκτίσθη και του νέου Ναού η Αγία Τράπεζα. Την ίδια περίοδο χτίστηκαν γύρω από το Ναό και τα πρώτα κελλιά ισόγεια με βόλτα (καμάρες). Ο Ναός ήταν συναδελφικός με αδελφούς τους Βενέρηδες του χωριού Γερακιάνικα. Το 1945 μ.Χ. ο Ναός έγινε ενοριακός του γειτονικού χωριού Πούρκου. Κατά τη δεκαετία του '50 ξεκίνησε ο εξωραϊσμός και η ανάδειξη του Προσκυνήματος με την εκτέλεση μεγάλων έργων, όπως ήταν ο εξωραϊσμός του ναού, η ανέγερσις νέου κωδωνοστασίου, η διαμόρφωση του περιβάλλοντος, η ανέγερση ηγουμενείου και σύγχρονων κελλίων, ο ηλεκτροφωτισμός και η κατασκευή αυτοκινητόδρομου, που ήταν και το δυσκολώτερο έργο, λόγω του δυσπρόσιτου της περιοχής, που δημιουργείται από τους κάθετους απόκρημνους βράχους.


Η Αγία Ελέσα με τον Όσιο Θεόδωρο θεωρούνται προστάτες των Κυθήρων και ο λαός πιστεύει ότι η Αγία έχει «χαλινώσει» τα φίδια των Κυθήρων και δεν είναι δηλητηριώδη.





Ἀπολυτίκιον

Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Γόνος ἅγιος, Πελοποννήσου, γέρας ἔνθεον, νήσου Κυθήρων, ἀνεδείχθης, Ἐλέσα πανεύφημε, ὑπὲρ Χριστοῦ γὰρ νομίμως ἀθλήσασα, χειρὶ πατρῷα ἐτμήθης τὴν κάραν σου, Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.


Έτερον Ἀπολυτίκιον

Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ἐκ στείρας ἐβλάστησας, καθάπερ ἄνθος τερπνόν, πατρὸς δὲ μισήσασα, τὴν ἀθεΐαν στερρῶς, Ἐλέσα πανένδοξε, ἔλαμψας ἐν τῇ νήσῳ τῶν Κυθήρων ὁσίως, ἤθλησας δὲ ἐν ταύτῃ, καὶ λαμπρῶς ἐδοξάσθης· καὶ νῦν ἀναπηγάζεις, τὰ θεῖα δωρήματα.


Έτερον Ἀπολυτίκιον

Ἦχος α΄.

Ὡς ὁ προφήτης ἐκ στείρας, Ἐλέσα, βλαστήσασα, καὶ τῆς ἐρήμου ὡς οὗτος οἰκήτειρα γέγονας. Λιποῦσα γὰρ δόξας τιμάς τε ἐν γῇ, λαμπαδηφόρος ἐχώρεις πρὸς τὰ οὐράνια. Θαυματουργούσης δὲ ὄρη πορείαν σοὶ ἐσκεύαζον, τὴν κεφαλὴν τμηθείση ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ γεννήτορος. Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ δωρησαμένῳ σὲ ἡμῖν προστάτιν ἀκοίμητον.


Κοντάκιον

Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Τὴν τῶν παρθένων καλλονὴν μεγαλομάρτυρα, καὶ τῶν Κυθήρων κραταιὰν σκέπην καὶ πρόμαχον, ἀνυμνήσωμεν συμφώνως θείαν Ἐλέσαν, πρὸς τὸν Κύριον γὰρ παῤῥησίαν κέκτηται ἡμᾶς πάντας ἐκ κινδύνων περισκέπουσα, τοὺς κραυγάζοντας· χαίροις Μάρτυς πανένδοξε.


Έτερον Κοντάκιον

Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Ἐν Κυθήροις ἔλαμψας ἀμέμπτῳ βίῳ, καὶ λαμπρῶς ἠγώνισαι, ὑπὲρ Χριστοῦ μαρτυρικῶς· ὅθεν ἀξίως δεδόξασαι, Ὁσιομάρτυς Ἐλέσα πανένδοξε.


Μεγαλυνάριον

Χαίροις ὦ Ἐλέσα νύμφη Χριστοῦ, Παρθενομαρτύρων, ἀκροθίνιον εὐκλεές· χαίροις Κυθήρων, ὡράϊσμα καὶ σκέπη, σεμνὴ Ὁσιομάρτυς, Ἀγγέλων σύσκηνε.


Ὁ Οἶκος

Σήμερον ἀνεδείχθη Ἑωσφόρος τοῖς πᾶσι, ἡ ἔνδοξος καὶ πάνσεπτος μνήμη τῆς Παρθενομάρτυρος Χριστοῦ, διὸ πιστοὶ ἅπαντες ἀθρόως συνέλθωμεν ἐν πίστει κραυγάζοντες αὐτῇ ἐκ πόθου·


Χαίροις σεμνὴ, παρθενίας κάλλος· χαίροις σὺ εἷ τῶν Μαρτύρων κλέος.

Χαίροις, τῶν Κυθήρων ἡ δόξα καὶ καύχημα· χαίροις, τῶν σῶν δούλων ἡ μόνη βοήθεια.

Χαίροις, ὅτι τῶν αἰτούντων τὰς αἰτήσεις ἐκπληροῖς· χαίροις, νύμφη Κυρίου καλλιμάρτυς Ἐλέσα.

Χαίροις τῷ σῷ Νυμφίῳ, στεφηφόρος ἡ στᾶσα· χαίροις, σὺ γὰρ τὴν πλάνην κατήργησας.

Χαίροις, σὺ γὰρ τὸν Χριστὸν ἀνεκήρυξας· χαίροις, πιστῶν κραταιὰ προστασία.

Χαίροις, ἡμᾶς γὰρ τῶν δεινῶν ἀπαλλάττεις· χαίροις, μάρτυς πανένδοξε.


Κάθισμα

Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ὡραία ἐν κάλλεσι παρθένε γέγονας, τὰ στίγματα φέρουσα τοῦ μαρτυρίου τοῦ σοῦ, Ἐλέσα πανεύφημε· ὅθεν νῦν παρεστῶσα τῷ Χριστῷ στεφηφόρος, πρέσβευε ὑπὲρ πάντων τῶν τιμώντων τὴν πάντιμον μνήμην σου Μάρτυς πολύαθλε.


Πρόοδος του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού

 Σήμερα η Εκκλησία μας εορτάζει την Πρόοδο του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, δηλαδή την έξοδο του Τιμίου Σταυρού από το παλάτι (ή κατ' άλλους από το σκευοφυλάκιο της μεγάλης εκκλησίας) στην Πόλη. 


Όμως, ο Πατμιακός Κώδικας 266, αναγράφει ότι κατά την 1η Αυγούστου στη Μεγάλη εκκλησία ετελείτο «ἡ Βάπτισις τῶν τιμίων Ξύλων».





Ἀπολυτίκιον

Ἦχος α’.

Σῶσον Κύριε τὸν λαόν σου, καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου, νίκας τοῖς βασιλεῦσι κατὰ βαρβάρων δωρούμενος, καὶ τὸ σὸν φυλάττων, διὰ τοῦ Σταυροῦ σου πολίτευμα.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός

 


Άγιοι Επτά Μακκαβαίοι, η μητέρα τους Σολομονή και ο διδάσκαλός τους Ελεάζαρος

 «Αὐτοκράτωρ ἐστὶ τῶν παθῶν ὁ εὐσεβὴς λογισμός» (Δ' Μακκαβαίων, α' 7, θ' 4). Ο ευσεβής λογισμός είναι κυρίαρχος και εξουσιαστής επί των παθών. Αυτό με περίσσια ανδρεία απέδειξαν οι επτά αδελφοί Μακκαβαίοι με τη στάση τους απέναντι στο βασιλιά της Συρίας Αντίοχο (περί το 5327 από κτίσεως κόσμου ή 173 π.Χ.), όταν αυτός τους έταξε δόξες, τιμές και επίγειες απολαύσεις, αν αυτοί καταπατούσαν το Μωσαϊκό νόμο και έτρωγαν από τα απαγορευμένα φαγητά που τους πρόσφερε. Προηγήθηκε ο ενενηκονταετής διδάσκαλος τους, Ελεάζαρος, που εφάρμοσε στο έπακρο το νόμο που τους δίδασκε, με αποτέλεσμα ο Αντίοχος να τον ρίξει στη φωτιά.


Εμπνεόμενα από τη θυσία του γέροντα διδασκάλου τους, τα επτά αδέλφια κράτησαν την ίδια γενναία στάση απέναντι στο βασιλιά, όταν τους κάλεσε μπροστά του. Στην αρχή ο Αντίοχος προσπάθησε να τους κολακεύσει με διάφορα εγκώμια για τη νιότη τους. Τους είπε ότι αν έτρωγαν από τα ειδωλόθυτα που τους πρόσφερε, θα απολάμβαναν μεγάλες τιμές, και φυσικά θα τους έσωζε από το θάνατο. Τότε οι επτά αδελφοί απάντησαν στον Αντίοχο: «χαλεπώτερον γὰρ αὐτοῦ τοῦ θανάτου νομίζομεν εἶναι σοῦ τὸν ἐπὶ τὴ παρανομῶ σωτηρία ἠμῶν ἔλεον». Δηλαδή, είναι περισσότερο επιβλαβής και απ' αυτόν το θάνατο, νομίζουμε, η συμπάθειά σου για την παράνομη σωτηρία μας.


Εξοργισμένος τότε ο Αντίοχος, με τροχούς, φωτιά και ακόντια, έναν-έναν τους σκότωσε όλους. Όταν είδε αυτό η μητέρα τους Σολομονή, ρίχτηκε μόνη της στη φωτιά και έτσι όλοι μαζί πήραν το στεφάνι του μαρτυρίου.


Τα ονόματα των Επτά Μακκαβαίών είναι: Αβείμ (ή Άβιβος), Αντώνιος (ή Αντωνίνος) ,Γουρίας, Ελεαζάρος, Ευσέβωνας, Αχείμ, Μάρκελλος (ή Σάμωνας, ή Εύλαλος ή Μάρκος).



Ἀπολυτίκιον 

Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Τῶν Μακκαβαίων τὸν ἐπτάριθμον δῆμον, σὺν τὴ μητρὶ Σολομονὴ τὴ ἁγία, καὶ Ἐλεάζαρ ἅμα εὐφημήσωμεν οὗτοι γὰρ ἠρίστευσαν, δι' ἀγώνων νομίμων, ὡς φρουροὶ καὶ φύλακες, τῶν τοῦ Νόμου δογμάτων καὶ νῦν ὡς καλλιμάρτυρες Χριστοῦ, ὑπὲρ τοῦ κόσμου, ἀπαύστως πρεσβεύουσι.


Κοντάκιον

Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν

Σοφίας Θεοῦ, οἱ στύλοι οἱ ἑπτάριθμοι, καὶ θείου φωτός, οἱ λύχνοιοι ἑπτάφωτοι, Μακκαβαῖοι πάνσοφοι, πρὸ Μαρτύρων μέγιστοι Μάρτυρες, σὺν αὐτοῖς τῷ πάντων Θεῷ, αἰτεῖσθε σωθῆναι τοὺς τιμῶντας ὑμᾶς.

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

Ο παπά Λιάς της Αργολίδας

 ...Ο μπάρμπα - Σπύρος δεν σταματούσε αχόρταγα να κοιτά! Σκούπιζε συχνά πυκνά με ένα μαντίλι τα δάκρυά του, που έβλεπε σήμερα τον γιό του τόσο ευτυχισμένο στην μεγάλη τούτη μέρα, την γενέθλια, την αλησμόνητη… Δεν είχε ξαναπάει σε χειροτονία ποτέ του! Δεν καταλάβαινε πολλά! Δεν ήξερε και γράμματα! Φτωχός ψαράς, μια ζωή ολάκερη πάλευε μες στην αλμύρα και στα αγριέματα της δικής του απέραντης γης, να αγρέψει των παιδιών του το προσφάγιον…

 Μια μεγάλη αδυναμία είχε όμως… ένα ελάττωμα που έθλιβε τους γύρω του στο σπίτι! Ιδίως την γυναίκα του και τον μικρό τον γιό! Έβλαπτε την φήμη του Χριστού και της Παναγίας όποτε νευρίαζε! Είχε μάθει από μικρός σε τούτη την δαιμονοκίνητη ασχήμια και εκείνο το βορβορώδες και φριχτό πάθος, τον κυρίευε κάθε λίγο και λιγάκι !


Τον παρακαλούσε ολοένα ο Ηλίας… 

–Βρε Πατέρα μου, μην βλαστημάς! Σε ικετεύω! Στα πόδια σου πέφτω! Να, αν θες να ξεσπάσεις, βάλτα με μένα, χτύπα με αν θες, μα μην βρίζεις έτσι απαίσια τον γλυκύτατο Χριστό μας, την Παναγία μας… Είναι η Μάνα μας!

–Δεν το θέλω Ηλία μου… δεν το θέλω! έλεγε και έκλαιγε σαν το μωρό παιδί! Δάγκωνε τα χείλη του εκείνο το πρωινό που έβλεπε τον γιό του πλέον ζωσμένο με τα Αγγελικά φτερά… με το οράριο, το στιχάριο τα επιμανίκια!

-Ο Ηλίας μου Παπάς και εγώ να βλαστημάω… μονολογούσε μέσα του!


–Εσείς του τα κάνατε τα άμφια του Διακόνου; τον ρώτησε μια ηλικιωμένη κυρούλα που έστεκε δίπλα του! Ο Πατέρας του δεν είστε;

Πλησίαζαν να λάβουν αντίδωρο και να ευχηθούν στον νέο Διάκονο! Δεν αποκρίθηκε, γιατί δεν κατάλαβε και τίποτε ο μπαρμπα Σπύρος! Ούτε τι θα πει άμφια ήξερε, ούτε καν ποιός ήταν ο Διάκονος! Μετά το τέλος βρήκε τον γιό του έξω από τον Άγιο Πέτρο.

-Παιδί μου… παπά… Ηλία μου, μήπως πρέπει να κάνω και εγώ κάτι για σένα; γιατί μια γερόντισσα πριν μου είπε αν σου έκανα τα άμφια… τι είναι τα άμφια παιδί μου;

-Αυτά που μου φόρεσε ο Δεσπότης πατέρα!

-Α τώρα κατάλαβα! πρέπει να τα πληρώσω εγώ! Συγχώρα με παιδάκι μου! Που να το γνωρίζω! Αγράμματος άνθρωπος είμαι!


-Πατέρα, δεν θέλω σήμερα κάτι τόσο φτηνό να μου δωρίσεις! Αυτά πανιά είναι! Ευλογία έχουν βέβαια από τον Επίσκοπο και από την Θεία χάρη! Μα εγώ θέλω σήμερα από σένα ένα πολύ μεγαλύτερης αξίας, ένα ασύγκριτο, ένα ανεκτίμητο δώρο!


-Τι θες να σου πάρω παιδί μου; Δεν έχουμε και τόσους παράδες! Στοίχισε το να έρθουμε όλοι μας εδώ! Και το ξενοδοχείο χθες το βράδυ! Και τα εισιτήρια! Αλλά ό,τι μου πεις θα το φροντίσω! Θες κανένα ρολόι μήπως, τίποτα παπούτσια καινούργια για να έχεις; Πες μου! Θα δανειστώ αν χρειαστεί!


-Πατέρα μου σε τούτην την τόσο σπουδαία για την ζωή μου ημέρα την ανεπανάληπτη, που ξέρεις καλά πόσο την περίμενα πάντα, θέλω από σένα ένα και μόνο δώρο… Να σταματήσεις να βλαστημάς! Να μην το ξανακάνεις ποτέ σου! Θα είναι αυτό, σαν να μου έχεις χαρίσει τα πάντα! Αυτό είναι το δώρο που περιμένω σήμερα από σένα! Τι λες θα μου το χαρίσεις;


Χαμήλωσε τα μάτια ο μπαρμπα-Σπύρος! Τον συντάραξε αυτό το αίτημα του νέου Διάκου! Σαν να συνειδητοποίησε σε μια στιγμή το μέγεθος του εγκλήματός του, μα και το ανεκτίμητο δώρο της αναγέννησης δια της μετανοίας! Έγινε και για εκείνον τούτη η ημέρα γενέθλια και το Άργος… Δαμασκός! 3 Δεκεμβρίου του 1966! Ως το τέλος της ζωής του ο μπάρμπα-Σπύρος ο Τσάκωνας, ο φτωχός ψαράς, ο πατέρας του παπά, ποτέ του δεν ξαναβλαστήμησε τα Θεία! Το εξομολογήθηκε και ξαλάφρωσε! Μα όποτε το συλλογιόταν ως τα στερνά του, σαν τον μετανοημένο Πέτρο στου ορνιθιού το λάλημα δάκρυζε και σταυροκοπιόταν!

Νώντας Σκοπετέας

Γέροντας Πορφύριος: Εμείς οι άνθρωποι δεν γεννηθήκαμε τώρα, μέσα στην παντογνωσία του Θεού υπήρχαμε προ των αιώνων.

 Σχόλιο Γ.Θ : Η Εκκλησία. Το κάστρο, που μας εκτοξεύει στον Ουρανό. Το παράθυρο, που έχει θέα στον Τρίτο Ουρανό. Αν νιώθαμε το βάθος της Εκκλησίας, θα ζούσαμε από τώρα τον Παράδεισο!


Βάλτε στην καρδιά σας τα λόγια του πατέρα Πορφύριου παρακάτω και, αφού τα διαβάσετε προσεκτικά, ξαναδιαβάστε τα και κάντε τα βίωμα.


Τα προβλήματά σας τότε δεν θα λυθούν, αλλά θα καταργηθούν. Θα νιώσετε, ότι τα καλύτερα είναι μπροστά μας και μας περιμένουν στη χώρα της Αιωνιότητας!

Η Εκκλησία είναι άναρχη, ατελεύτητη, αιώνια, όπως ο ιδρυτής της, ο Τριαδικός Θεός, είναι άναρχος, ατελεύτητος, αιώνιος.


Η Εκκλησία είναι άκτιστη, όπως και ο Θεός είναι άκτιστος. Υπήρχε προ των αιώνων, προ των αγγέλων, προ της δημιουργίας του κόσμου. «Προ καταβολής κόσμου», λέγει ο Απόστολος Παύλος. Είναι θείο καθίδρυμα και σ’ αυτήν «κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος». Είναι έκφραση της πολυποίκιλης σοφίας του Θεού. 


Είναι το μυστήριο των μυστηρίων. Υπήρξε αφανέρωτο και εφανερώθη «επ’ εσχάτων των χρόνων». Η Εκκλησία παραμένει απαρασάλευτη, γιατί είναι ριζωμένη στην αγάπη και στη σοφή πρόνοια του Θεού. Την αιώνια Εκκλησία αποτελούν τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Στη σκέψη και στην αγάπη του Τριαδικού Θεού υπήρχαν απ” αρχής και οι άγγελοι και οι άνθρωποι. Εμείς οι άνθρωποι δεν γεννηθήκαμε τώρα, μέσα στην παντογνωσία του Θεού υπήρχαμε προ των αιώνων.


Την αιώνια Εκκλησία αποτελούν τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος.


Η αγάπη του Θεού μας έπλασε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν Του. Μας συμπεριέλαβε στην Εκκλησία παρ’ ότι εγνώριζε την αποστασία μας. Μας έδωσε τα πάντα, για να μας κάνει κι εμάς θεούς κατά χάριν και δωρεάν. Εν τούτοις εμείς, κάνοντας κακή χρήση της ελευθερίας μας, εχάσαμε το αρχέγονον κάλλος, την αρχέγονη δικαιοσύνη και αποκοπήκαμε απ’ την Εκκλησία. Έξω απ’ την Εκκλησία, μακριά απ’ την Αγία Τριάδα, εχάσαμε τον Παράδεισο, το παν. Έξω, όμως, απ’ την Εκκλησία δεν υπάρχει σωτηρία, δεν υπάρχει ζωή. Γι’ αυτό η σπλαχνική καρδιά του Θεού Πατέρα μας δεν μας άφησε έξω απ’ την αγάπη Του. Άνοιξε για μας πάλι τις πύλες του Παραδείσου, επ’ εσχάτων των χρόνων και εφανερώθη εν σαρκί.


Με τη θεία σάρκωση του μονογενούς Υιού του Θεού φανερώθηκε πάλι στους ανθρώπους το προαιώνιο σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου.


Ο Θεός εν τη απείρω αγάπη Του μας ένωσε πάλι με την Εκκλησία Του στο πρόσωπο του Χριστού. Μπαίνοντας στην άκτιστη Εκκλησία, ερχόμαστε στον Χριστό, μπαίνομε στο άκτιστον. Καλούμαστε δηλαδή κι εμείς οι πιστοί να γίνομε άκτιστοι κατά χάριν, να γίνομε μέτοχοι των θείων ενεργειών του Θεού, να μπούμε μέσα στο μυστήριο της θεότητος, να ξεπεράσομε το κοσμικό μας φρόνημα, να αποθάνομε κατά «τον παλαιό άνθρωπον» και να γίνομε ένθεοι. Όταν ζούμε στην Εκκλησία, ζούμε τον Χριστό. Αυτό είναι πολύ λεπτό θέμα, δεν μπορούμε να το καταλάβομε. Μόνο το Άγιον Πνεύμα μπορεί να μας το διδάξει.

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΙ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ, σελ. 193. Έκδοση 6η