Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

Άγιος Ακάκιος

 Ο Άγιος Ακάκιος, καταγόταν από την Απολλωνία και μαρτύρησε στα χρόνια του βασιλιά Λικίνιου. Ήταν ένθερμος υποστηρικτής του Ευαγγελίου και δεινός κήρυκάς του. Λόγω του έργου του καταγγέλθηκε και βασανίστηκε. όμως με τη θεία επέμβαση, βγήκε αλάβωτος από τα βασανιστήρια. Έτσι δεν έπαθε τίποτα όταν τον έριξαν μέσα σε καζάνι με βραστό νερό και διασώθηκε από την αγριότητα πεινασμένου λιονταριού. Βλέποντας αυτά τα θαύματα ο έπαρχος Τερέντιος, τον άφησε ελεύθερο.


Στη συνέχεια ο Άγιος μετέβη στην Μίλητο, όπου και συνέχισε το κήρυγμα του Ευαγγελίου και της μιας αληθινής πίστης του Κυρίου. Εκεί ο Άγιος συνελήφθη και οδηγήθηκε στον ναό των ειδώλων και με την απειλή των βασανιστηρίων, θέλησαν οι ειδωλολάτρες να τον κάνουν να θυσιάσει στα είδωλα. Ο Άγιος Ακάκιος όμως με την δύναμη της προσευχής του και μόνο, μπόρεσε να συντρίψει τα αγάλματα των ειδώλων. Για αυτή του την πράξη αποκεφαλίστηκε.


Το άγιο λείψανό του, το παρέλαβε ο Πρεσβύτερος Λεόντιος και αφού το άλειψε με μύρα, το εναπόθεσε στην πόλη των Συνάδων.

Άγιος Ευστάθιος που μαρτύρησε στην Άγκυρα

 Ο Άγιος Ευστάθιος γεννήθηκε στην πόλη Άγκυρα και είναι από τα λαμπρά στολίσματα της Εκκλησίας.


Θαρραλέος κήρυκας του Ευαγγελίου και ακούραστος εργάτης των εντολών του, καταγγέλθηκε στον έπαρχο Κορνήλιο. Στην ανάκριση που του έκαναν, επέμεινε στην ομολογία του Χριστού και καταδικάστηκε στην πιο βάρβαρη ποινή. Του τρύπησαν δηλαδή τους αστραγάλους, έπειτα, αφού τον έδεσαν από τις τρύπες των πληγών του με σχοινί, τον έσυραν στον ποταμό Σάγαρι, στα νερά του οποίου τον έριξαν. Διασώθηκε όμως από τη θεία χάρη και βγήκε έξω.


Μετά από λίγες μέρες, όταν το έμαθε αυτό ο έπαρχος, ντροπιασμένος σκότωσε τον Ευστάθιο με το δικό του μαχαίρι. Έτσι ο Ευστάθιος, παρέδωσε την αγία του ψυχή, στεφανωμένος με το στεφάνι του μαρτυρίου

Άγιοι Πρόχορος, Νικάνωρ, Τίμων και Παρμένας οι Απόστολοι και Διάκονοι

 «Ὃς ἐὰν θέλῃ ἐν ὑμῖν μέγας γενέσθαι, ἔσται ὑμῶν διάκονος» (Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιο, κ΄ 26). Όποιος, δηλαδή, θέλει να γίνει μέγας μεταξύ σας, είπε ο Κύριος, ας είναι υπηρέτης σας και ας μαθαίνει να γίνεται εξυπηρετικός στους άλλους. Σ’ αυτήν την κατηγορία ανθρώπων ανήκαν και οι απόστολοι (από τους 70 μαθητές του Κυρίου) Πρόχορος, Νικάνωρ, Τίμων και Παρμένος. Αυτοί ήταν μεταξύ των επτά εκλεγμένων διακόνων της πρώτης χριστιανικής Εκκλησίας των Ιεροσολύμων (Πράξ. στ' 5). Το έργο τους ήταν να υπηρετούν και να επιστατούν στη διατροφή των απόρων μελών της Εκκλησίας, ιδιαίτερα των ορφανών και των χηρών. Αλλά υπηρετούσαν και στη διάδοση του θείου λόγου.


Έτσι αργότερα, ο μεν Πρόχορος ακολούθησε τον ευαγγελιστή Ιωάννη στη Μικρά Ασία, όπου έγινε επίσκοπος Νικομήδειας και αναδείχθηκε τέλειος διάκονος του επισκοπικού καθήκοντος, ο δε Τίμων υπέστη μαρτυρικό θάνατο στη Βόστρα της Αραβίας, όπου είχε σταλεί να υπηρετήσει το Ευαγγέλιο. Οι άλλοι δύο, ο Νικάνωρ και ο Παρμενάς, πέθαναν στην Ιερουσαλήμ, εκτελώντας το διακονικό τους έργο. Κηδεύθηκαν από τους ίδιους τους Αποστόλους, κάτω από το πένθος όλης της Εκκλησίας, την οποία υπηρέτησαν με τόσο ζήλο και επιτυχία. Έτσι, ο καθένας χωριστά, αναδείχθηκε «πιστὸς διάκονος ἐν Κυρίῳ» (Επιστολή προς Έφεσίους, στ' 21). Δηλαδή πιστός διάκονος στο έργο του Κυρίου.



Ἀπολυτίκιον

Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ὡς θεῖοι συνέκδημοι, τῶν Ἀποστόλων Χριστοῦ, θεόθεν ἐκρίθητε διακονεῖν εὐσεβῶς, τῷ θείῳ πληρώματι, Πρόχορε θεηγόρε, σὺν Νικάνορι ἅμα, Τίμων ὁ θεοκήρυξ. Παρμενᾶς τε ὁ θεῖος, πρεσβεύοντες τῷ Κυρίῳ, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.


Έτερον Ἀπολυτίκιον

Ἦχος γ’.

Ἀπόστολοι Ἅγιοι, πρεσβεύσατε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ , ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν, παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.


Κοντάκιον

Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.

Διάκονοι σεπτοί, καὶ αὐτόπται τοῦ Λόγου, καὶ σκεύη ἐκλογῆς, ἀνεδείχθητε πίστει, Νικάνορ καὶ Πρόχορε, Παρμενᾶ, Τίμων ἔνδοξε· ὅθεν σήμερον, τὴν ἱερὰν ὑμῶν μνήμην, ἑορτάζομεν, ἐν εὐφροσύνῃ καρδίας, ὑμᾶς μακαρίζοντες.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός

 


Οσία Ειρήνη η Χρυσοβαλάντου

 Η Οσία Ειρήνη έζησε στα χρόνια της βασίλισσας Θεοδώρας, που αναστήλωσε τις άγιες εικόνες.


Η Ειρήνη καταγόταν από την Καππαδοκία και διακρινόταν όχι μόνο για την ευσέβειά της, αλλά και για την σωματική ωραιότητά της και για την ευγενή ανατροφή της. Είχε ζητηθεί λοιπόν σε γάμο, από διακεκριμένο άνδρα του παλατιού και ξεκίνησε για το Βυζάντιο. Στη διαδρομή όμως, πέρασε από τη Μονή του Χρυσοβαλάντου και τόσο ελκύστηκε από τη συναναστροφή των καλογριών, ώστε πήρε τη μεγάλη απόφαση να παραμείνει μαζί τους. Έτσι απέρριψε τις κοσμικές δόξες, γύρισε στην πατρίδα της, πούλησε τα υπάρχοντά της, βοηθώντας πολλούς φτωχούς και τα υπόλοιπα χρήματα τα εναπόθεσε στη Μονή. Έγινε μοναχή και η ζωή της μέσα στο μοναστήρι υπήρξε πολύ ασκητική και αγία.


Όταν πέθανε η ηγουμένη, η Ειρήνη, παρά την άρνηση της, ορίστηκε διάδοχος της. Από τη νέα της θέση, επετέλεσε τα καθήκοντα της άριστα. Ο Θεός μάλιστα, την προίκισε με το προφητικό και θαυματουργικό χάρισμα. Έτσι διά της προσευχής της, απάλλαξε πολλούς από τα δαιμόνια. Προαισθάνθηκε τον θάνατο της και απεβίωσε ειρηνικά, γεμάτη χαρά για το ευχάριστο ουράνιο ταξίδι της.



Ἀπολυτίκιον  

Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Βασιλείας γήινους πάλαι οὐκ ἔτυχες, ἀλλ' ἄφθάρτων στεφάνων νῦν σὲ ἠξίωσεν, ὁ Νυμφίος σου Χριστὸς ὁ ὡραιότατος, ᾧ καθιέρωσας σαυτήν, ὅλῃ καρδίᾳ καὶ ψυχῇ, Εἰρήνη Ὁσία Μῆτερ, Χρυσοβαλάντου ἡ δόξα, ἡμῶν δὲ προσφυγὴ καὶ βοήθεια.

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΑ

 


Το δαιμόνιο φοβάται το πετραχήλι του παπα-Τύχωνα

 Σε μια ομιλία του ηγουμένου της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας Γέροντος Αιμιλιανού, την Μ. Τεσσαρακοστή του 1987, στον Άγιο Δημήτριο της Θεσσαλονίκης, είχε συμβεί το εξής περιστατικό. 



 Ήταν μια γυναίκα δαιμονισμένη και στο τέλος της ομιλίας του Γέροντα άκουσα να βγάζει δαιμονικές κραυγές και να σπαρταρά από το δαιμόνιο. Ποτέ μου δεν είχα δει τέτοιο φαινόμενο. Κάθισα απέναντι και συλλογιζόμενος παρακολουθούσα πως το δαιμόνιο ταλαιπωρεί τους ανθρώπους. Ήταν και άλλοι πολλοί καθώς και ο πρωτοσύγκελος της Ι.Μ. Θεσσαλονίκης, ο οποίος με πολύ πόνο προς το πλάσμα του Θεού πρόσφερε τις ταπεινές ευχές του, όπως ο παντοδύναμος Θεός λυπηθεί το πλάσμα του και δείξει το έλεος του και απαλλαγεί από τη μάστιγα του δαίμονος.


  Όταν ήλθε η δική μου σειρά, την πλησίασα και την σταύρωσα με τον Τίμιο Σταυρό, παρακινώντας την να κάνει, τον σταυρό της, μα ήταν αδύνατον, αλλά ούτε μπορούσε να πει πως ο σταυρός είχε τίμιο ξύλο. Έλεγε πως αν το ομολογούσε θα την πνίξει το δαιμόνιο. Εγώ είχα καταλάβει πως το δαιμόνιο είχε πιαστεί στα δίχτυα, δεν έπαψα όμως να επικαλούμαι το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Για μια στιγμή είχα κουραστεί και είχε περάσει και η ώρα. Ήταν πλέον πέραν της δωδεκάτης νυκτός. Η εκκλησία έπρεπε να είχε κλείσει. Το προηγούμενο βράδυ είχε δει τον παπα Τύχωνα τον πνευματικό μου, που σε πολλές περιπτώσεις τον βλέπω, άλλοτε να με συμβουλεύει και άλλοτε να με παρηγορεί, όπως όταν στη ζωή και αισθανόμουν ανάπαυση και αγαλλίασει θωρώντας την αγγελική του μορφή. Εκείνη τη στιγμή έρχεται ξανά στο νου μου και λέγω στη δαιμονισμένη:

-Θα πάω στο σπίτι μου και από εκεί θα σε πολεμήσω και ξέρεις με ποιον.

-Ναι, με το πανί του παπα Τύχωνα, δηλαδή με το πετραχήλι του


Δεν πρόλαβε να τελειώσει και το δαιμόνιο την έριξε κάτω, μπροστά στη λάρνακα του Αγίου Δημητρίου. Τότε της λέγω να πει το δαιμόνιο πως είναι βδέλυγμα. Το επαναλάμβανα πολλές φορές και μόλις έβγαλε τη λέξη βδέλυγμα την άφησε ελεύθερη. Από εκεί που ήταν ταραγμένη και αφρισμένη έγινε ήρεμη και σώφρων. Ευχαρίστησε τον άγιο Δημήτριο και από εμάς ζήτησε να την μνημονεύουμε και μαζί με το σύζυγο της πήγε στο σπίτι της.