Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

Ὅταν καλοπερνᾶς στὴ γῆ... (Γέροντος Παϊσίου)

  Παρὰ τὰ φαινόμενα καὶ τὴν ἀναξιότητα τῶν μοναχῶν καὶ κληρικῶν, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀκένωτη πηγὴ θαυμάτων. Παίρνει νερὸ καὶ τὸ κάνει Ἁγιασμό· παίρνει ψωμὶ καὶ κρασὶ καὶ τὸ κάνει Θεία Εὐχαριστία· παίρνει τὸν ἄνθρωπο χῶμα καὶ τὸν κάνει Θεό! Ἀλλὰ τὰ θαύματα πολλοὶ δὲν τὰ βλέπουν. Γιατί, ἂν τὰ ἔβλεπαν, δὲν θὰ περιφρονοῦσαν ἢ μισοῦσαν τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ θὰ τὴν ἀγαποῦσαν, θὰ τὴν τιμοῦσαν καὶ δὲν θὰ μιλοῦσαν γι’ αὐτὴ μὲ περιφρόνηση, ὅπως μιλοῦν.

     Ὁ χριστιανὸς ἔχει προορισμὸ νὰ σηκώνει βαρὺ σταυρὸ στὴ ζωὴ τὸν. Εἶναι δύσκολο πράγμα νὰ λὲς ὅτι πιστεύεις στὸν Κύριο καὶ καλοπερνᾶς σ’ αὐτὴν ἐδῶ τὴ ζωή. Γιατί, ὅταν καλοπερνᾶς στὴ γῆ, κάτι δὲν πάει καλὰ μὲ τὸν ἑαυτό σου, ἐνδιαφέρεσαι γιὰ τὸ χρυσάφι τῆς γῆς καὶ ὄχι γιὰ τοὺς θησαυροὺς τοῦ οὐρανοῦ. Ἀλλὰ ὅταν σκέφτεσαι ἔτσι, βρίσκεσαι μακριὰ ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Χριστιανικὴ ζωὴ καὶ καλοπέραση δὲν πηγαίνουν μαζί, εἶναι διαφορετικὰ πράγματα


     Κάποτε ἦλθε ἐδῶ ἕνας πολὺ γνωστὸς γιατρὸς γιὰ νὰ μιλήσουμε. Ἦταν καὶ ἡ γυναίκα τοῦ γιατρός, θρησκευόμενοι ἄνθρωποι καὶ οἱ δύο. Παραπονιόταν ὅτι τὰ παιδιὰ τοῦ ζοῦσαν κοσμικὴ ζωὴ καὶ ὄχι μόνο δὲν τηροῦσαν τὶς ἐκκλησιαστικὲς παραδόσεις τῆς οἰκογένειάς τους, ἀλλὰ καὶ τὶς εἰρωνεύονταν.

Χαρακτήριζαν τοὺς χριστιανοὺς καθυστερημένους, βολεμένους, ἀνειλικρινεῖς, ὑποκριτὲς καὶ θεομπαῖχτες, ἐπειδὴ ἡ ζωὴ τοὺς -ἔλεγαν- δὲν συμβαδίζει μὲ τὰ λόγια τους καὶ τὰ ἔργα τους δὲν εἶναι χριστιανικά.

Ἀκόμη καὶ στὸ εὐχέλαιο, ποὺ οἱ γονεῖς κάνουν μία φορὰ τὸ χρόνο στὸ σπίτι τους καὶ τὰ παιδιά, ὅσο ἦταν μικρὰ συμμετεῖχαν, τώρα ἀντιδροῦν καὶ δὲν παρευρίσκονται.

    Ὁ γιατρὸς ἔδειχνε πολὺ κουρασμένος καὶ ἀπελπισμένος γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀδράνεια τῶν παιδιῶν του. Καὶ νόμιζε ὅτι ὅλες οἱ προσπάθειες, οἱ δικές του καὶ τῆς γυναίκας τοῦ πῆγαν χαμένες, δὲν ἐπίασαν τόπο, δὲν ἄγγιξαν τὰ παιδιά.

     Σὲ κάποια στιγμὴ ὁ γιατρός, βάζοντας τὸ κεφάλι μέσα στὶς δύο του παλάμες, σὰν νὰ ἤθελε νὰ καλύψει τὸ πρόσωπό του ἀπὸ ντροπή, μοῦ εἶπε: Φοβᾶμαι πὼς τὸ πολὺ χρῆμα μᾶς ἔχει κάνει ζημιά.

   Τὸν ρώτησα νὰ μοῦ πεῖ, τί ἐννοοῦσε καὶ ἐκεῖνος μὲ ἀπόλυτη εἰλικρίνεια παραδέχτηκε ὅτι εἶχαν ξεφύγει ἀπὸ τὸ μέτρο κι εἶχαν ἀποκτήσει περιουσιακὰ στοιχεῖα ἀπολύτως μὴ ἀναγκαία. Ἔχουμε τρία μεγάλα σπίτια, μοῦ εἶπε. Ἕνα γιὰ μᾶς καὶ ἀπὸ ἕνα γιὰ τὸ κάθε παιδί. Ἐπίσης, δύο ἐξοχικά, τέσσερα ἀκριβὰ αὐτοκίνητα, ἕνα σκάφος, καταθέσεις, πολλὰ ὑλικά.

Καὶ συνέχισε: τὰ παιδιὰ κακόμαθαν καὶ τώρα μᾶς κατηγοροῦν ὅτι προκαλοῦμε. Ἐπίσης, μᾶς λένε ὅτι ἔχουμε παντρέψει πολὺ ὄμορφα τὸν πλοῦτο καὶ τὸν Χριστιανισμό. Καὶ μὲ παρακάλεσε νὰ τοῦ πῶ τί πρέπει νὰ κάνει γιὰ νὰ βροῦν πάλι τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἑνότητα στὴν οἰκογένειά τους.

Τοῦ εἶπα νὰ τὰ δώσουν ὅλα στοὺς φτωχοὺς καὶ νὰ κρατήσουν μόνο ἕνα σπίτι, ἕνα ἐξοχικὸ καὶ τοὺς μισθούς τους. Τρόμαξε, ἄλλαξε χρῶμα, φοβήθηκε, ἀπογοητεύθηκε ἀπὸ τὴν ἀπάντηση ποὺ τοῦ ἔδωσα.

Ἔφυγε καὶ δὲν ξαναῆλθε. Εἶχε δεθεῖ μὲ τὰ ἐδῶ, ὄχι τὰ Ἄνω. Γι’ αὐτὸ καὶ τὰ παιδιὰ τοῦ ἀναζήτησαν ἄλλο τρόπο ζωῆς, διαφορετικὸ ἀπὸ αὐτὸν ποὺ οἱ γονεῖς τοὺς εἶχαν προτείνει.

   Ὅταν ἀκούω ὅτι ὑπάρχει μεγάλη φτώχεια, ἀνέχεια, πονάω πολὺ καὶ δὲν μπορῶ νὰ προσευχηθῶ. Δὲν λέω, ὅταν ἔχεις δύο χιτῶνες νὰ δώσεις τὸν ἕνα. Αὐτὸ εἶναι ἀσυνήθιστο καὶ δύσκολο γιὰ τοὺς πολλούς. Ἀλλά, ἂν θέλεις νὰ λέγεσαι χριστιανὸς καὶ κατέχεις ὅλα τα ἀγαθά του Θεοῦ, γιατί ἱδρώνεις καὶ ἀγωνιᾶς γιὰ τὸ παραπάνω καὶ δὲν κάνεις ἐλεημοσύνες καὶ καλὰ ἔργα; Νὰ ξέρεις, ὅτι θεμελιώνει στὴν ἄμμο, ὅποιος ἔχει πολλὰ χρήματα καὶ τὰ διαχειρίζεται ἐγωιστικά, ἀδιαφορώντας γιὰ τὴ φτώχεια καὶ τὴ δυστυχία τῶν συνανθρώπων του. 

    Εἶδες ποτὲ σάβανο μὲ τσέπες; Ὅλα ἐδῶ μένουν. Μόνο οἱ ἀγαθοεργίες πηγαίνουν στὸν οὐρανό. Ξέρεις γιατί γίνονται οἱ πόλεμοι; Γιὰ τὸ χρῆμα... Γιατί οἱ πλούσιοι δὲν μποροῦν νὰ βάλουν χαλινάρι στὴ λαιμαργία τους καὶ οἱ φτωχοὶ δὲν εὔχονται νὰ ἀποκτήσουν τὰ ἀναγκαῖα, ἀλλὰ ζηλεύουν τὰ πλούτη καὶ τὴ δόξα τῶν πλουσίων.

   Οἱ τσέπες σᾶς πρέπει νὰ εἶναι ἀνοιχτές, ὥστε νὰ φεύγουν τὰ χρήματα γιὰ φιλανθρωπίες. Εἶναι σκάνδαλο νὰ ὑπάρχουν τσέπες γεμάτες λεφτὰ καὶ νὰ εἶναι ραμμένες.


πηγή:  Τάσου Μιχαλά,

 «Τέσσερις ὧρες μὲ τὸν π. Παΐσιο»

Άγιος Χριστόδουλος ο εκ Kασσάνδρας που μαρτύρησε στη Θεσσαλονίκη

 Ο νεομάρτυρας Χριστόδουλος γεννήθηκε σ' ένα χωριό της Κασσάνδρας, που ονομαζόταν Βαλτά. Σε νεαρή ηλικία ήλθε στη Θεσσαλονίκη, όπου έκανε το επάγγελμα του ράφτη.


Όταν πληροφορήθηκε ότι κάποιος χριστιανός Βούλγαρος, ετοιμαζόταν ν' αρνηθεί τον Χριστό προμηθεύτηκε έναν μικρό σταυρό και πήγε στο καφενείο, όπου θα γινόταν η περιτομή του αρνησίχριστου. Διέσχισε το πλήθος των γενιτσάρων, και ενώ χτυπούσαν τα τύμπανα, πλησίασε τον αρνησίχριστο, παρουσίασε τον σταυρό και του είπε: «Αδελφέ τι έπαθες, να η πίστη μας, να ο Χριστός, που σταυρώθηκε για την αγάπη μας, συ γιατί αφήνεις τον Χριστό τον σωτήρα σου και γίνεσαι Τούρκος;». Εξαγριωμένοι οι Τούρκοι, όρμησαν και συνέλαβαν τον Χριστόδουλο και με χτυπήματα τον οδήγησαν στον κριτή, όπου απαίτησαν τον θάνατο του. Στην προτροπή του κριτή ν' αρνηθεί τον Χριστό, ο Μάρτυρας με θάρρος απάντησε: «... και συ άφησε τον μωαμεθανισμό και γίνε Χριστιανός». Αποδεικνύοντας έτσι την ακλόνητη πίστη του, παραδόθηκε στους δήμιους, οι οποίοι τον κρέμασαν κοντά στον ναό του Αγίου Μηνά στη Θεσσαλονίκη. Το λείψανο του αγίου με καρφωμένο τον σταυρό στην πλάτη του, παρέμεινε γυμνό κρεμασμένο για δύο μέρες. Κατόπιν οι Χριστιανοί, αγόρασαν το λείψανο του αντί 600 γροσιών και το έθαψαν με τιμές.

Όσιος Μανουήλ

 Ο Όσιος Μανουήλ απεβίωσε ειρηνικά.

Άγιοι Εκατό πενήντα τρείς Μάρτυρες από τη Θράκη

 Οι Άγιοι αυτοί, μαρτύρησαν δια πνιγμού μέσα στη θάλασσα.

Άγιος Τυφλός

 Ο Άγιος Τυφλός γιατρεύτηκε από τον Άγιο Παντελεήμονα , ομολόγησε τον Χριστό και μαρτύρησε δια ξίφους.


Οσία Ανθούσα η ομολογήτρια

 Η Οσία Ανθούσα η ομολογήτρια έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Κοπρώνυμου (741 μ. Χ.). Οι γονείς της, Στρατήγιος και Φεβρωνία, διακρίνονταν για την ευσέβεια τους και με όμοιο τρόπο ανέθρεψαν και τη θυγατέρα τους.


Η Ανθούσα παρ' όλες τις προτάσεις για γάμο που είχε, έμεινε παρθένος. Και όταν πέθαναν οι γονείς της, δεν μετέβαλλε την απόφαση της και αφιέρωσε την πατρική περιουσία της σε φιλανθρωπικούς και ιερούς σκοπούς. Στην Ανθούσα, οφείλεται η ανέγερση δύο μονών. Αυτή του Μαντινέου με ναό αφιερωμένο στην Αγία Άννα, και αυτή των αγίων Αποστόλων, που χρησιμοποιήθηκε σα γυναικεία Μονή.


Όταν από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Κοπρώνυμο διατάχθηκε σκληρός διωγμός κατά των αγίων εικόνων και των υποστηρικτών τους, το μοναστήρι της Όσιας Ανθούσας, υπήρξε από τα πιο ένθερμα κέντρα της Ορθοδοξίας. Γι' αυτό και η Οσία στην αρχή βασανίστηκε. Αλλά όταν προέβλεψε ότι η άρρωστη βασίλισσα θα διέφευγε το θάνατο και θα γεννούσε δίδυμα, τότε αγαπήθηκε πολύ απ' αυτή και υποστήριξε ποικιλοτρόπως το μοναστήρι της Οσίας Ανθούσας, η οποία αδιατάρακτη πλέον έπειτα, πέθανε ειρηνικά.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός