Παρασκευή 1 Μαρτίου 2019

Άγιος David

Ο Άγιος David (Δαβίδ) γεννήθηκε τον έκτο αιώνα μ.Χ. στην Ουαλία. Από νεαρά ηλικία εκάρη μοναχός και σπούδασε πολλά χρόνια όντας ιερέας. Σύμφωνα με μια παράδοση εξελέγη Επίσκοπος από τον Πατριάρχη της Ιερουσαλήμ, όταν ο Άγιος David πήγε εκεί για να προσκυνήσει. Εργάστηκε σκληρά για να διαδώσει τον Χριστιανισμό στην Ουαλία, ειδικά στη νοτιοδυτική Ουαλία, στο σημερινό Πεμπροκσάιρ. Εκεί ίδρυσε ένα μοναστήρι στο Μάινιου (λατ. Mynyw, Μενέβια), σημερινό Σεν Ντέιβιντς, και τιμάται ως ο πρώτος επίσκοπος του Σεν Ντέιβιντς.

Ο Άγιος David και οι μοναχοί του ακολουθούσαν ένα πολύ αυστηρό κανόνα, έπιναν δηλαδή μόνο νερό και έτρωγαν μόνο ψωμί και λαχανικά. Μιμούμενοι τις συνήθειες των μοναχών στην έρημο της Αιγύπτου που συνδύαζαν χειρονακτική εργασία και μελέτη, το μοναστήρι του έγινε κοιτίδα αγίων. Προσωπικά ο Άγιος David ήταν ένας ιδιαίτερα φιλεύσπλαχνος άνθρωπος και έκανε συχνά πνευματικές και σωματικές ασκήσεις. Μια αγαπημένη του ασκητική πράξη ήταν να λέει απ' έξω τους Ψαλμούς βουτηγμένος σε κρύο νερό.

Γνωρίζουμε ότι έλαβε μέρος στη Σύνοδο στο Μπρέβυ το 545 μ.Χ. και εκεί λέγεται ότι εξελέγη ομόφωνα Αρχιεπίσκοπος και το μοναστήρι του ανακηρύχτηκε Μητέρα-Εκκλησία όλης της Ουαλίας. Λέγεται ότι ίδρυσε 12 μοναστήρια, ένα από τα οποία πρέπει να ήταν στο Γκλάστονμπερυ στο Σόμερσετ, το μέρος όπου ο Απόστολος Αριστόβουλος εκ των 70 και ο Δίκαιος Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας κήρυξαν, κατά την παράδοση, πρώτοι το Ευαγγέλιο στη Βρετανία και έχτισαν την πρώτη εκκλησία αιώνες πριν.

Ο Άγιος David έκανε πολλά θαύματα ήδη ενόσω ζούσε. Μετά την κοίμησή του γύρω στο 600 μ.Χ., άρχισε να τιμάται ευρέως στη νότιο Ουαλία, όπως επίσης και στην Ιρλανδία, την Κορνουάλη και την Βρετάνη. Μάλιστα κάποιοι πιστεύουν ότι ταξίδεψε πραγματικά στην Κορνουάλη και την Βρετάνη και ίδρυσε κι εκεί μοναστήρια.

Τα λείψανα του Αγίου David σώζονται μέχρι σήμερα και φυλάσσονται στον καθεδρικό ναό του στο Σεν Ντέιβιντς. Ο Άγιος David συνδέεται με τον νάρκισσο (ασφόδελο), το εθνικό λουλούδι της Ουαλίας, που λέγεται πως φύτρωσε γύρω από την περιοχή που είναι το μοναστήρι του. Το πράσο, άλλο εθνικό σύμβολο της Ουαλίας, λέγεται πως φύτρωσε άγριο στο ίδιο μέρος και πως αποτέλεσε τη βάση της διατροφής του Αγίου David και των μοναχών του. Η γιορτή του Αγίου David είναι μια από τις εθνικές εορτές της Ουαλίας.

Όσιος Αγάπιος από τη Σκήτη της Κολιτσούς και οι μετ’ αυτού τέσσερις όσιοι

Ο όσιος Αγάπιος μόναζε με τον Γέροντα του στη Βατοπαιδινή Σκήτη της Κολιτσούς. Κατά τον Γεράσιμο Σμυρνάκη η περιοχή ονομάσθηκε έτσι από τον Γέροντα του οσίου Αγαπίου ησυχαστή Κολέτιο.

Όταν κάποτε ο όσιος κατέβηκε στην παραλία για κάποια συγκεκριμένη εργασία, αιχμαλωτίσθηκε από πειρατές. Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρει πώς ήταν Σαρακηνοί και πώς ο όσιος τους μετέβαλε και βάπτισε. Άλλοι αναφέρουν πως ήταν Αγαρηνοί και τον πούλησαν ως δούλο σε σκληρό Αγαρηνό, που τον κρατούσε δεμένο με αλυσίδες επί δώδεκα ολόκληρα χρόνια, χρησιμοποιώντας τον συγχρόνως σε σκληρές και βαρειές εργασίες.

Τόπος της δουλείας του αναφέρεται η Μαγνησία. Παρά τη σκληρότητα του αφέντη του ο όσιος εργαζόταν ευσυνείδητα και πρόθυμα. Παρακαλούσε πάντοτε την Παναγία να τον ελευθερώσει. Με τη βοήθειά της θαυμαστά ελευθερώθηκε και επέστρεψε στον Γέροντα του. Όταν εκείνος πληροφορήθηκε όσα πικρά δεινά συνέβησαν στον υποτακτικό του, τον νουθέτησε να επιστρέψει στον αφέντη του, θεωρώντας ότι δεν ήταν σωστό να φύγει δίχως τη συγκατάθεση του, αφού τον είχε αγοράσει. Ο υπάκουος μοναχός επέστρεψε στον κύριό του, αναφέροντας όσα τον συμβούλεψε ο Γέροντάς του. Εκείνος εξεπλάγη για την ειλικρίνεια, υπακοή, αφοσίωση και ευσυνειδησία του, και ζήτησε να πληροφορηθεί περισσότερα για την ορθόδοξη χριστιανική πίστη. Πρόθυμα ο όσιος του είπε τα πρέποντα. Μαζί του κατήχησε και τους δύο υιούς του. Και οι τρεις μαζί ζήτησαν να βαπτισθούν χριστιανοί και ν΄ακολουθήσουν τον όσιο Αγάπιο στη Σκήτη της Κολιτσούς.

Στη Σκήτη εκάρησαν μοναχοί και μέχρι της μακαρίας κοιμήσεώς τους έζησαν οσιακή βιοτή. Ο χρόνος της ασκήσεως τους είναι άγνωστος.

Ακολουθία συνέθεσαν ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης και ο κ. Χαραλάμπης Μπούσιας.

Οσία Δομνίνα η Νέα

H Οσία Δομνίνα καταγόταν από την πόλη Κύρο της Συρίας και έζησε κατά το πρώτο μισό του 5ου αιώνα μ.Χ. Οι γονείς της, ευσεβείς και πλούσιοι, την είχαν αναθρέψει χριστιανικότατα, και της παρείχαν τα μέσα για ελεημοσύνες και άλλα καλά έργα.

Ο επίσκοπος Θεοδώρητος, βλέποντας την τόσο ζωντανή ευσέβεια της, την εκτιμούσε πολύ και την χρησιμοποιούσε σαν παράδειγμα στις πλούσιες νέες, που νόμιζαν, ότι μπορούσαν να συμβιβάσουν τη χριστιανοσύνη τους με τις κοσμικές επιδείξεις και ματαιότητες. Και, όσες φορές έβλεπε κόρη, που ποθούσε να ακολουθήσει τον Ευαγγελικό δρόμο, της συνιστούσε να συναναστρέφεται τη Δομνίνα.

Κατά τα δειλινά, η Δομνίνα συνήθιζε να πηγαίνει στη γειτονική της εκκλησία, όπου έκανε δεήσεις μέσα στη σιγή του ναού. Έτσι, με τέτοιες άγιες ασχολίες, τελείωσε η Δομνίνα τη ζωή της και πήγε στα αθάνατα σκηνώματα, που αποτέλεσαν το διαρκή και διακαή πόθο της σ' όλη τη διάρκεια της επίγειας ζωής της.

Άγιος Παρασκευάς ο Τραπεζούντιος ο νεομάρτυρας

Ο Άγιος Νεομάρτυς Παρασκευάς καταγόταν από την Τραπεζούντα και ήταν ένας από τους προύχοντες της πόλεως. Μαρτύρησε το έτος 1659 μ.Χ. στην Τραπεζούντα δι' απαγχονισμού. Το ιερό λείψανο αυτού ενταφιάσθηκε στο ναό του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης και από εκεί ανακομίσθηκε στη Μονή Θεοσκεπάστου Τραπεζούντος.

Αγία Αντωνίνα

Η Αγία Μάρτυς Αντωνίνα καταγόταν από την πόλη Νίκαια της Βιθυνίας και έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Μαξιμιανού (286 - 305 μ.Χ.). Όντας Χριστιανή, φανερώθηκε στον Μαξιμιανό, όταν αναχώρησε για την Νίκαια και ομολόγησε με τόλμη γνώμης τον Χριστό. Γι' αυτό βασανίσθηκε και οδηγήθηκε στη φυλακή. Αφού την έβγαλαν από τη φυλακή, την πίεσαν με την βία να αρνηθεί τον Χριστό. Η Αγία δεν δέχθηκε και παρέμενε σταθερή στην πίστη της. Τότε οι δήμιοι την κρέμασαν και της έγδαραν τα πλευρά. Έπειτα την τοποθέτησαν πάνω σε πυρακτωμένη σχάρα, αλλά και μετά από αυτό το μαρτύριο η Αγία παρέμεινε αβλαβής. Στη συνέχεια, αφού την έβαλαν σε σάκο, την έριξαν στη λίμνη της Νίκαιας, στην οποία βρήκε το μαρτυρικό θάνατο και έλαβε το στέφανο του μαρτυρίου.

Η μνήμη της Αγίας επαναλαμβάνεται την 12η Ιουνίου.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός


Αγία Ευδοκία η από Σαμαρειτών η Οσιομάρτυς

Η Αγία Ευδοκία γεννήθηκε στη Ηλιούπολη της επαρχίας Λιβανησίας, της Φοινίκης, την εποχή του Τραϊανού (98 - 117 μ.Χ.). Πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής της στην αμαρτία και την ακολασία, παρασύροντας με την εκτυφλωτική της ομορφιά πολλούς άνδρες στη αμαρτωλή ζωή, ενώ συγχρόνως συγκέντρωσε πολλά χρήματα.

Η χάρη όμως του Θεού ευδόκησε, ώστε να συμβεί η θαυμαστή αλλοίωση και στην ψυχή της Ευδοκίας. Μετά από μία σοβαρή ασθένεια, εγκατέλειψε την πόλη και την αμαρτία της, για να επιστρέψει εκεί ένα χρόνο αργότερα. Επιθυμώντας όμως να παραμείνει άγνωστη, εγκαταστάθηκε στην άκρη της πόλης. Εκεί γνωρίζει κάποιον μοναχό ονόματι Γερμανό και με τις νουθεσίες του μετανοεί.

Στην συνέχεια, αφού είδε οπτασία, προσήλθε στον Επίσκοπο Θεόδοτο και βαπτίσθηκε. Η οπτασία ήταν η εξής: Παρατηρούσε Άγγελο Θεού να οδηγεί αυτήν προς τον ουρανό και άλλους Αγγέλους να τη συγχαίρουν, ενώ την ίδια στιγμή κάποιος μαύρος ούρλιαζε και έλεγε ότι αδικείται πάρα πολύ, επειδή η Ευδοκία έγινε Χριστιανή.

Από τότε αλλάζει η ζωή της, χαρίζει όλη της τη περιουσία στο φιλανθρωπικό έργο της τοπικής εκκλησίας και πηγαίνει σε κάποιο μοναστήρι, όπου ζει βίο ασκητικό ως τη στιγμή που τη άρπαξαν οι πρώην εραστές της και την οδήγησαν στο Αυριλιανό για να δικαστεί.

Η Αγία όμως με την προσευχή της, κατόρθωσε να αναστήσει το νεκρό παιδί του βασιλιά και να προσελκύσει και τον ίδιο στο Χριστιανισμό. Αργότερα οδηγήθηκε μπροστά στον ηγεμόνα Διογένη, ο οποίος την άφησε ελεύθερη, αφού η Αγία και πάλι θαυματούργησε. Τελικά αποκεφαλίσθηκε από το Βικέντιο και έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Φόβον ἔνθεον, ἀναλαβοῦσα, κόσμου ἔλιπες, τὴν εὐδοξίαν, καὶ τῷ Λόγῳ Εὐδοκία προαέδραμες, οὐ τὸν ζυγὸν τὴ σαρκί σου βαστάσασα, ὑπερφυῶς ἠγωνίσω δι' αἵματος. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Ἐν σοί Μῆτερ ἀκριβῶς διεσώθη τό κατ᾽ εἰκόνα· λαβοῦσα γάρ τόν σταυρόν, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ, καί πράττουσα ἐδίδασκες, ὑπερορᾷν μέν σαρκός, παρέρχεται γάρ· ἐπιμελεῖσθαι δέ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτoυ· διό καί μετά Ἀγγέλων συναγάλλεται, Ὁσία Εὐδοκία τό πνεῦμά σου.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθείς.
Ὁ εὐδοκήσας ἐκ βυθοῦ ἀπωλείας, πρός εὐσεβείας τόν ἀκρότατον ὅρον, ἀναγαγεῖν σε ἔνδοξε ὡς λίθον ἐκλεκτόν, οὗτος καί τόν βίον σου, τῇ ἀθλήσει λαμπρύνας, χάριν ἰαμάτων σοι, Εὐδοκία παρέχει· ὃν ἐκδυσώπει σῴζεσθαι ἡμᾶς, Ὁσιομάρτυς, Ἀγγέλων ἐφάμιλλε.

Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν.
Φωτισθεῖσα τῇ αἴγλῃ τῇ θεϊκῇ, τὸν τῆς πλάνης κατέλιπες σκοτασμόν, καὶ βίον ἀνέλαβες, μετὰ σώματος ἄϋλον, χαρισμάτων δὲ θείων, πλησθεῖσα τοῦ Πνεύματος, ἐκ ψιλῆς προσρήσεως, νεκροὺς ἐξανέστησας· ὅθεν ἐπὶ τέλει, μαρτυρίου στεφάνῳ, ἐνθέως κεκόσμησαι, καὶ τὸν δόλιον ᾔσχυνας, Εὐδοκία Ἰσάγγελε· Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ τὴν ἁγίαν μνήμην σου.