Πέμπτη 3 Μαρτίου 2016

Άγιος Θεοδώρητος ο Ιερομάρτυρας, πρεσβύτερος Αντιοχείας

O Άγιος Θεοδώρητος, ήταν πρεσβύτερος της εκκλησίας της Αντιόχειας, στα δύσκολα χρόνια του αυτοκράτορα Ιουλιανού του Παραβάτη (360 - 363 μ.Χ.), ο οποίος προσπάθησε να επαναφέρει την θρησκεία των ειδώλων.

Οι διωγμοί των Χριστιανών επί Ιουλιανού έφθασαν ως την Αντιόχεια. Μεταξύ των κληρικών που παρέμειναν ακλόνητοι στην πίστη τους, ήταν και ο Θεοδώρητος, γι' αυτό και συνελήφθη από τον έπαρχο της πόλης (Ιουλιανό ονομαζόμενο, που κατά τον Σ. Εύστρατιάδη ήταν θείος του Ιουλιανού του Παραβάτη και ήταν προηγουμένως Χριστιανός και αναγνώστης της Εκκλησίας της Αντιόχειας), ο οποίος στην αρχή τον κολάκευσε επαινώντας την παιδεία του και τις αρετές του. Όταν όμως απέτυχε να τον πείσει να θυσιάσει και να προσκυνήσει τα είδωλα, διέταξε τον αποκεφαλισμό του, κατατάσσοντάς τον έτσι στην ιερώνυμη φάλαγγα των Μαρτύρων της Εκκλησίας.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός


Άγιοι Ευτρόπιος, Κλεόνικος και Βασιλίσκος

Οι Άγιοι Μάρτυρες Βασιλίσκος, Ευτρόπιος και Κλεόνικος κατάγονταν από την Αμάσεια του Πόντου και έζησαν κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Μαξιμιανού (286-305 μ.Χ.).

Ήταν στρατιώτες και συγγενείς του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος. Ως Χριστιανοί διαβλήθηκαν στον ηγεμόνα Ασκληπιόδοτο, ο οποίος τους συνέλαβε και τους βασάνισε σκληρά. Όμως οι Μάρτυρες, αφού παρουσιάσθηκε σε αυτούς ο Κύριος και ο Άγιος Μεγαλομάρτυρας Θεόδωρος, έγιναν υγιείς.

Μέσα στη φυλακή οι τρεις νέοι δεν έχασαν ούτε το θάρρος ούτε την πίστη τους. Αντιθέτως εξακολούθησαν να λατρεύουν τον Ένα και Αληθινό Θεό. Με το κήρυγμά τους και το παράδειγμα που προσέφερε το ήθος, η αντοχή και το θάρρος τους, οδήγησαν πολλούς συγκρατούμενους τους στην αληθινή πίστη. Ο Ασκληπιόδοτος πληροφορήθηκε την Χριστιανική δράση των τριών κρατουμένων και την επίδραση που ασκούσαν στους φυλακισμένους ειδωλολάτρες και διέταξε να τους οδηγήσουν και πάλι ενώπιόν του.

Ο ηγεμόνας τότε άρχισε να κολακεύει τον Άγιο Κλεόνικο, για να αρνηθεί την πίστη του Χριστού, υποσχόμενος δώρα και τιμές. Ο Άγιος όμως αφού γέλασε, χλεύασε την αρρώστια των ειδώλων. Και ενώ ετελείτο θυσία, με προσευχή κατέρριψε το είδωλο της Αρτέμιδος. Αμέσως ο ηγεμόνας έδωσε εντολή να βασανισθούν. Τότε ο Κύριος εμφανίσθηκε στους τρεις νέους και στο πλήθος των ειδωλολατρών, οι οποίοι παρακολουθούσαν το μαστίγωμα των Χριστιανών, έχοντας στο πλευρό Του τον Άγιο Μεγαλομάρτυρα Θεόδωρο. Οι τρεις Χριστιανοί αξιώθηκαν της θαυματουργικής ιάσεως των τραυμάτων τους, ενώ πολλοί ειδωλολάτρες που είδαν το θαύμα, βαπτίσθηκαν Χριστιανοί. Ο Ασκληπιόδοτος όμως όχι μόνο δεν άλλαξε στάση, αλλά διέταξε να αποκεφαλισθούν όλοι οι νεοφώτιστοι Χριστιανοί. Ο Ασκληπιόδοτος και οι ειδωλολάτρες, τυφλοί από οργή, διέταξαν τους δημίους να περιχύσουν τους τρεις Μάρτυρες με καυτή πίσσα. Όμως, νέα θαυματουργική ενέργεια από τη Θεία Χάρη δεν επέτρεψε οι πιστοί νέοι να πάθουν το παραμικρό, ενώ η καυτή πίσσα έπεσε και κατέκαψε τους δημίους.

Όμως, ο σκληρόκαρδος ηγεμόνας δεν μπορούσε να δει την αλήθεια, η οποία παρουσιαζόταν μπροστά στα μάτια του. Έτσι, πρόσταξε την σταυρική καταδίκη του Ευτροπίου και του Κλεονίκου και τη φυλάκιση του Βασιλίσκου. Οι δύο νέοι πέρασαν την τελευταία νύχτα της ζωής τους προσευχόμενοι. Και πάλι ο Κύριος εμφανίσθηκε μπροστά τους, για να τους ενθαρρύνει.

Στις 3 Μαρτίου του 308 μ.Χ., ο Ευτρόπιος και ο Κλεόνικος κοσμήθηκαν με τους στέφανους της αγιότητας και του μαρτυρίου διά του σταυρικού τους θανάτου. Ο Βασιλίσκος παρέμεινε έγκλειστος στη φυλακή, όπου και πέθανε μετά από μερικά χρόνια, κερδίζοντας την αιώνια ζωή. Περισσότερα για τον Άγιο Βασιλίσκος μπορείτε να διαβάσετε στις 22 Μαΐου όπου επαναλαμβάνεται η μνήμη του.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τὸ τρίστοιχον ἄθροισμα, τῶν Ἀθλητῶν τοῦ Χριστοῦ, Εὐτρόπιον μέλψωμεν, σὺν Βασιλίσκω ὁμού, τὸν θεῖον Κλεόνικον οὗτοι γὰρ τῆς Τριάδος, τὸ ὑπέρθεον κράτος, ἄθλοις ὑπερφυέσιν, ὠμολόγησαν πάσιν ἡ πάντοτε πρεσβεύουσι, σώζεσθαι ἅπαντας.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Οἱ Μάρτυρές σου Κύριε, ἐν τῇ ἀθλήσει αὐτῶν, τὸ στέφος ἐκομίσαντο τῆς ἀφθαρσίας, ἐκ σοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν· σχόντες γὰρ τὴν ἰσχύν σου, τοὺς τυράννους καθεῖλον· ἔθραυσαν καὶ δαιμόνων τὰ ἀνίσχυρα θράση. Αὐτῶν ταῖς ἱκεσίαις Χριστέ ὁ Θεός, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἁρμονίᾳ πίστεως συνδεδεμένοι, τοῦ ἐχθροῦ διέλυσαν, τάς παρατάξεις ἐμφανῶς, σύν Εὐτροπίῳ Κλεόνικος, καί Βασιλίσκος γενναίως ἀθλήσαντες.


Τετάρτη 2 Μαρτίου 2016

Άγιος Νικόλαος Πλανάς

Μία διαφορετική κλήση...

Ο Ιάκωβος έριξε μία ματιά στο κοντέρ του αυτοκινήτου του πριν κόψει ταχύτητα: πήγαινε με 100 σε περιοχή με όριο ταχύτητας 50. Σταμάτησε το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου, αλλά όχι εντελώς έξω από το ρεύμα κυκλοφορίας. Άσε τον αστυνομικό να ανησυχεί για την παρεμπόδιση της κυκλοφορίας σκέφτηκε.
Ο αστυνομικός βγήκε από το περιπολικό. Ο Ιάκωβος δεν πίστευε στα μάτια του: ήταν ο Στέφανος από την εκκλησία!Ο Ιάκωβος βούλιαξε στο κάθισμά του. Αυτό ήταν χειρότερο από πρόστιμο: ένας πιστός αστυνομικός να πιάνει έναν αδελφό από την εκκλησία και μάλιστα για υπερβολική ταχύτητα.
Βγήκε από το αμάξι του και πλήσίασε ενώ αυτό δεν επιτρέπεται,τον άνθρωπο που έβλεπε κάθε κυριακή και που δεν τον είχε δει ποτέ με στολή.
- Γεια σου, Στέφανε.
- Γεια σου, Ιάκωβε.
- Μάλλον με έπιασες στα πράσα,βιαζόμουν,ξέρεις να πάω στη γυναίκα μου και τα παιδιά μου.
- Μάλλον απάντησε μονολεκτικά ο αστυνομικός.
- Άστα βρε παιδί μου τελευταία καθόμουν μέχρι αργά στο γραφείο. Φοβάμαι πως έτρεχα λίγο στο δρόμο.
- Καταλαβαίνω ότι γενικά το πατάς το γκάζι του είπε ο αστυνομικός.
Ωχ. Αυτό δεν ήταν και τόσο καλό. Ώρα να αλλάξουμε σκέφτηκε ο Ιάκωβος και άλλαξε τακτική.
- Δηλαδή με πόσο λες ότι πήγαινα;
- Με 90. Κάθισε πάλι στο αυτοκίνητό σου, παρακαλώ,είπε σοβαρά ο αστυνομικός.
- Να σου πω Στέφανε, περίμενε λίγο. Το κοίταξα ακριβώς πριν με σταματήσεις.Σχεδόν άγγιζα τα 65.
- Σε παρακαλώ,Ιάκωβε μπες μέσα.
Θυμωμένος ο Ιάκωβος μπήκε απότομα στο αυτοκίνητο και έκλεισε την πόρτα με δύναμη, εμεινε έτσι κοιτάζοντας εκνευρισμένος μπροστά.
Ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα τον έκανε να γυρίσει το κεφάλι του. Είδε τον Στέφανο με ένα διπλωμένο χαρτί στο χέρι.
Ο Ιάκωβος άνοιξε ελάχιστα το παράθυρο ίσα-ίσα για να χωρέσει η κλήση.
Ευχαριστώ πολύ! Δεν μπόρεσε να μην το πει με ειρωνία.
Ο Στέφανος γύρισε στο περιπολικό χωρίς άλλη κουβέντα, καθώς ο Ιάκωβος ξεδίπλωνε το χαρτί που του είχε δώσει για να δει πόσο θα του κόστιζε η κλήση που πήρε. Άρχισε να διαβάζει:
[Αγαπητέ μου Ιάκωβε,κάποτε είχα μία κόρη. Ήταν έξι χρονών όταν σκοτώθηκε από ένα αυτοκίνητο.Καλά το μάντεψες,κάποιος που έτρεχε. Ο οδηγός πλήρωσε το πρόστιμο,έκανε τρεις μήνες στη φυλακή,και μετά ήταν ελεύθερος. Ελεύθερος να αγκαλιάσει τις κόρες του και τις τρεις.
Εγώ είχα μόνο μία και θα πρέπει να περιμένω να πάω στον ουρανό για να την αγκαλιάσω. Προσπάθησα χίλιες φορές να συγχωρέσω αυτόν τον άνθρωπο που σκότωσε την κόρη μου. Χίλιες φορές νόμιζα ότι τα κατάφερα.
Ίσως να τα κατάφερα,αλλά το χρειάζομαι ξανά. Ακόμη και τώρα. Προσευχήσου για μένα. Και πρόσεχε. Ο γιός μου είναι το μόνο που μου έχει μείνει Στέφανος].
Ο Ιάκωβος γύρισε το κεφάλι του μόλις που πρόλαβε να δει το περιπολικό που απομακρυνόνταν. Το κοιτούσε μέχρι που εξαφανίστηκε.Ένα ολόκληρο τέταρτο μετά έφυγε και εκείνος, οδηγώντας πολύ αργά και ζητώντας από τον Θεό να τον συγχωρέσει.

Η αγάπη δεν αγοράζεται…

Ένας αγρότης πουλούσε κουταβάκια.Έφτιαξε λοιπόν μια πινακίδα κι όπως έβαζε το τελευταίο καρφί, αισθάνθηκε κάποιον να τον τραβά από το μανίκι.

Γύρισε κι είδε ένα μικρό αγόρι.
»-Κύριε, θέλω να αγοράσω ένα κουταβάκι» είπε το αγόρι.
Ο αγρότης σκέφτηκε λίγο και απάντησε:
-«Ξέρεις, αυτά τα κουταβάκια είναι από πολύ σπουδαίους γονείς και στοιχίζουν πολλά χρήματα.»
Το αγόρι χαμήλωσε το κεφάλι για ένα λεπτό. Μετά έβγαλε από τη τσέπη του μερικά κέρματα… τα έτεινε στον αγρότη και ρώτησε:
– «έχω αυτά τα χρήματα. Φτάνουν για να αγοράσω ένα κουταβάκι;»
Ο αγρότης έβγαλε ένα σφύριγμα και στη στιγμή πετάχτηκε από το σκυλόσπιτο η μαμά σκύλα κι από πίσω της τρέχοντας πέντε γούνινες μπαλίτσες. Το αγόρι τα κοιτούσε με μάτια γεμάτα ευτυχία. Ξαφνικά, είδε μια ακόμα γούνινη μπαλίτσα να έρχεται προς το μέρος τους, ακολουθώντας όμως με μεγάλη δυσκολία τα άλλα κουτάβια. Σερνόταν και αγωνιζόταν να τα φτάσει.
-«Αυτό θέλω» είπε το αγόρι…
– «Μα δεν μπορείς να πάρεις αυτό» είπε ο αγρότης.
«Δεν θα μπορέσει ποτέ να τρέξει και να παίξει όπως τα άλλα κουτάβια»…
Το αγόρι έσκυψε και σήκωσε το μπατζάκι του παντελονιού του αποκαλύπτοντας δύο ατσάλινες λάμες να συγκρατούν το πόδι του και να καταλήγουν σε ένα ειδικό παπούτσι…
– «Βλέπετε κύριε» είπε το αγόρι,ούτε κι εγώ μπορώ να τρέξω πολύ καλά και θα χρειαστεί στη ζωή του κάποιον να τον καταλαβαίνει»…Ο αγρότης με δάκρυα στα μάτια έσκυψε, πήρε το κουτάβι και το απόθεσε στην αγκαλιά του αγοριού.
-"Πόσο κάνει;" ρώτησε το αγόρι.
- "Τίποτα δεν κάνει", απάντησε ο αγρότης...
Το μικρό αγόρι του είχε δώσει το μεγαλύτερο μάθημα ζωής...

Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς

Ο Αγιος Νικόλαος γεννήθηκε στη Νάξο το 1851 μ.Χ., από τον Ιωάννη και την Αυγουστίνα, το γένος Μελισσουργού. Οι ευσεβείς γονείς του τον ανέθρεψαν με παιδεία και νουθεσία Κυρίου.

Από την παιδική του ηλικία εξέφρασε την έφεση και την αγάπη του προς τα ιερά και τα όσια. Ήταν φιλακόλουθος και διακονούσε πάντοτε στο ιερό τον παππού του ιερέα Γεώργιο Μελισσουργό. Προορισμένος από τον Θεό να γίνει λειτουργός των Αγίων Μυστηρίων Αυτού μετείχε αδιάλειπτα στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας με νηστεία, προσευχή και αγρυπνία.

Μετά τον θάνατο του πατέρα του ήλθε με την μητέρα του και την αδελφή του στην Αθήνα, όπου έγινε προστάτης αυτών. Ενυμφεύθηκε, εχήρευσε όμως νωρίς. Η πρεσβυτέρα του απεβίωσε μόλις γεννήθηκε το παιδί τους, ο Γιαννάκης, που το μεγάλωσε μόνος.

Ο Κύριος δεν εβράδυνε να τον αναδείξει λειτουργό της Εκκλησίας Του και τον κατέστησε εύθετο και εύχρηστο στο Ευαγγέλιο του Χριστού. Χειροτονείται διάκονος στις 28 Ιουλίου του 1879 μ.Χ., στο ναό Μεταμορφώσεως της Πλάκας, και μετά από πέντε χρόνια, στις 2 Μαρτίου 1884 μ.Χ., χειροτονείται Πρεσβύτερος στο ταπεινό εκκλησάκι του Αγίου Ελισσαίου, στο Μοναστηράκι. Διακονεί στο ιερό θυσιαστήριο επί 50 χρόνια περίπου (1884 - 1932 μ.Χ.), στους ναούς και του Αγίου Παντελεήμονος, κοντά στον Ιλισσό ποταμό, και της ακόμη πτωχότερης και απόμερης τότε Εκκλησίας του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου του λεγομένου «Κυνηγού», στη σημερινή οδό Βουλιαγμένης. Διακρίθηκε ως ο λειτουργικότερος ιερεύς, άνθρωπος προσευχής, του οποίου η ζωή υπήρξε και αναδείχθηκε συνεχής διακονία του Θυσιαστηρίου. Από «φυλακῆς πρωίας μέχρι νυκτός» παρέμενε στο ναό. Ήταν αφιλάργυρος κατά τον τρόπο και πλήρης έργων αγαθών και ελεημοσύνης. Του αρκούσε για τροφή λίγο ψωμί και λίγα χόρτα, τα οποία συνέλεγε ο ίδιος, και κάποιες φορές, λίγο γάλα που του πρόσφεραν βοσκοί στην ερημική τότε περιοχή της ενορίας του. Αλησμόνητες παρέμειναν οι αγρυπνίες τις οποίες ετελούσε στο ναό του Αγίου Ελισσαίου Αθηνών. Αναφέρονται και μαρτυρίες παιδιών, ότι τον έβλεπαν κατά την διάρκεια της Θείας Λειτουργίας μεταρσιωμένο να στέκεται υπεράνω της γης. Μαρτυρίες δε περιφανών λογίων, όπως του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και Αλέξανδρου Μωραϊτίδου, που έψαλλαν στις αγρυπνίες τις οποίες ετελούσε, εξαίρουν τη σπάνια και αγία ιερατική αυτού προσωπικότητα.

Ο παπα- Νικόλας, ο λεγόμενος «απλός», ζούσε μέσα στη χαρά της Θείας Ευχαριστίας, την οποία τελούσε ανελλιπώς κάθε ημέρα, όπως την όριζαν οι λειτουργικοί κανόνες, και την παρέτεινε επί πολλές ώρες, για να έχει την πνευματική της απόλαυση. Πάντα ανταποκρινόταν στο γνήσιο ορθόδοξο φρόνημα και ετελούσε πανηγυρικά το Μυστήριο της ελεύσεως και παρουσίας του Αναστημένου Κυρίου, που αποκαλύπτει τον εαυτό Του, όπως τότε στο Μυστικό Δείπνο. Η χαρά της Αναστάσεως, που βρίσκεται στην καρδιά της Ευχαριστίας, γινόταν οντολογική αναψυχή και αγαλλίαση στον φλεγόμενο από θεία Αγάπη Γέροντα. Η μέθεξή του στην πασχάλια χαρά τον συνέπαιρνε. Δεν ήταν γι αυτόν ένα απλό εφημερικό καθήκον. Πρόφαση ήταν το επί ώρες παρατεινόμενο μνημόσυνο των ζωντανών και των κοιμηθέντων, από τον όγκο των σημειωμάτων που κρατούσε πάντα σ' ένα δισάκι. Στην πραγματικότητα δεν ήθελε να διακόψει ποτέ τη χαρά της Τράπεζας της Ευχαριστίας, τη θέα του Αναστημένου Σώματος και Αίματος του Χριστού.

Ο αείμνηστος Γέροντας, αφού έφθασε στα 82 του χρόνια και έδωσε πρωτοφανή στον αιώνα μας μαρτυρία ουρανίων χαρισμάτων, οσιότητος, ταπεινώσεως, απλότητος, διακρίσεως, ελεημοσύνης, ασκήσεως και κατά Θεόν σοφίας, αφού εστάθηκε ο μοναδικός προστάτης χιλιάδων ορφανών και πτωχών και έφθασε στο ύψος θείας τελειότητος, εκοιμήθηκε οσίως εν ειρήνη το 1932 μ.Χ. και τον έθαψαν μπροστά στον Ναό του Αγίου Ιωάννη του Κυνηγού.

Στις 29 Αυγούστου του 1992, τα ιερώτατα και θαυματουργά Λείψανα του Αγίου Νικολάου του Πλανά τοποθετήθηκαν σε ασημένια λάρνακα, που σήμερα βρίσκεται στο δεξιό κλίτος του Ιερού αυτού Ναού.

Η Αγία μας Εκκλησία ανεκήρυξε και επισήμως ως άγιο τον Άγιο Νικόλαο τον Πλανά κατά την 135 η Συνοδική Περίοδο (1991 - 1992 μ.Χ.) του Πανσέπτου Οικουμενικού Πατριαρχείου, με εισήγηση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρών κ.κ. Νικοδήμου, και βεβαίως με την φροντίδα του Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου κ.κ. Αμβροσίου.

Οι Ασματικές Ακολουθίες του Αγίου Νικολάου του Πλανά, οι οποίες ευρίσκονται σε λειτουργική χρήση, συντάχθηκαν από τον Μητροπολίτη Πατρών κ. Νικόδημο, και από τον Αρχιμ. Νικόδημο Παυλόπουλο, Ηγούμενο της Ιεράς Μονής Λειμώνος Λέσβου.

Σύμφωνα με τον ιστοχώρο της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος η μνήμη του Αγίου ιερέως Νικολάου του Πλανά, τιμάται κατά την πρώτη Κυριακή του Μαρτίου, δια μεταθέσεως εκ της κυριώνυμης ημέρας αυτού, ύστερα από απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Σύμφωνα όμως με τον ιστοχώρο της Ιεράς Μητρόπολης Παροναξίας ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς εορτάζει κατά την καθιερωμένη Πανήγυρη της 2ας Μαρτίου. Εάν όμως η ημέρα της Εορτής συμπίπτει κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τότε η Μνήμη του εορτάζεται κατά την επομένη Κυριακή. Εμείς καταχωρούμε προσωρινά την εορτή του Αγίου Νικολάου Πλανά στις 2 Μαρτίου μέχρι να εξακριβώσουμε την ημερομηνία της εορτής του.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τᾶς τοῦ πλάνου παγίδας ἐκφυγῶν, ἱερώτατε, ἀπλανῶς ἐπορεύθης διὰ βίου, πατὴρ ἠμῶν, Νικόλαε ἀοίδιμε Πλανᾶ, οὐράνια χαρίσματα λαβῶν, ἀγρυπνίαις καὶ νηστείαις, ἱερουργῶν ὁσίως τῷ Κυρίῳ σου. Ὅνπερ καθικετεύων ἐκτενῶς, Νάξιον ἱεράτευμα, πρέσβευε δωρηθῆναι καὶ ἠμὶν τὸ θεῖον ἔλεος.

Κοντάκιον
Ήχος βαρύς. Επί του όρους μετεμορφώθης.
Εν παντί έθνει, καιρώ και χρόνω Θεός αμάρτυρον ουκ αφήκεν Αυτού την θείαν δόξαν και την θειότητα× τους δε όντας αγίους εν τη γη αυτού και Πλανάν τον Νικόλαον εδόξασε× και ημίν εδωρήσατο πρεσβευτήν, πατέρα και θερμόν εν ανάγκαις αντιλήπτορα.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις, του Προδρόμου δούλος πιστός, των αγρυπνιών τε ο εργάτης ο θαυμαστός, χαίροις, εκκλησίας προφήτου Ελισσαίου το σέμνωμα και δόξα, πάτερ Νικόλαε!