Αγάπη, μια λέξη που προσεγγίζεται από πολλές έννοιες. Εμείς όμως θα κρατήσουμε την αυθεντική της έννοια, που πηγάζει από τον αληθινό Θεό. Ο ίδιος επάνω στον Σταυρό έδειξε τη θυσιαστική του αγάπη για τα δημιουργήματα του, ώστε να λυτρωθεί το ανθρώπινο γένος. Πάνω από τον Σταυρό μας δίδαξε την άπειρη αγάπη, τη συγχώρεση, αλλά και την πραγματική μετάνοια μέσω του ληστού.
Έτσι, λοιπόν, πάμε να δούμε πώς έγινε πράξη η αγάπη αυτή, μέσα σε ένα παραμελημένο νησάκι από έναν άνθρωπο του Θεού.
Θα γυρίσουμε πίσω στο 1947 στο νησί της Σπιναλόγκας του νομού Λασιθίου της Κρήτης. Το νησί αυτό έγραψε την δικιά του ιστορία στο διάβα των αιώνων. Ωστόσο, εμείς θα σταθούμε στην ιστορία της σύγχρονης εποχής, όταν χρησιμοποιήθηκε ως λεπροκομείο από το 1903 έως το 1957, εστιάζοντας κυρίως στην τελευταία δεκαετία.
Εκείνα τα χρόνια στο νησί έφθασε, ως τακτικός εφημέριος, ο Χρύσανθος Κατσουλογιαννάκης, αδελφός της Ιεράς Μονής Φανερωμένης Ιεράπετρας. Πήγε στο νησί με αποστολική διάθεση, έτοιμος να σπείρει το λόγο του Χριστού. Ήταν ίσως ο πιο κατάλληλος γι’ αυτό, καθώς ο τρόπος ζωής του ήταν μυημένος στην αγάπη, την ταπείνωση και τη μετάνοια.
Διαβάζοντας για τον πατέρα Χρύσανθο, διακρίνουμε ξεκάθαρα ότι η σκέψη και η προσευχή του βρισκόταν συνεχώς σ’ αυτούς τους
ανθρώπους. Δεν είχε επισκεφθεί τη Σπιναλόγκα ως λεπροκομείο. Όταν προσευχόταν και λειτουργούσε, παρακαλούσε τον Κύριο λέγοντας: «Θυμήσου Κύριε, τη Σπιναλόγκα τη δική Σου γη». Ο πόθος να την επισκεφθεί μεγάλος, ο πόνος του γι’ αυτούς τους ανθρώπους μεγαλύτερος, τα δάκρυα της προσευχής του καυτά για να φανερωθεί η Ζωή σ’ αυτούς τους ανθρώπους.
Ήρθε η στιγμή που ο παλιός εφημέριος του νησιού φεύγει για την Αγία Γη των Ιεροσολύμων. Το νησί μένει ορφανό από πατέρα. Οι προσευχές του εισακούστηκαν από τον Κύριό μας και η Μητρόπολη τον διορίζει τακτικό εφημέριο του νησιού. Ο μετέπειτα ηγούμενος της Μονής του, ιερομόναχος Τιμόθεος είπε : «Οι μοναχοί της μονής θαυμάζαμε τον Χρύσανθο για την απόφασή του, απόφαση αυταπάρνησης, να πάει στη Σπιναλόγκα ως αναπληρωτής του ιερομονάχου Μελετίου. Την ημέρα της αναχώρησής του τελέσαμε Θεία Λειτουργία. Τον κατευοδώσαμε δε με πολλή συγκίνηση και υπερηφάνεια, γιατί ο ιερομόναχος της μονής μας θα είναι εφημέριος στη Σπιναλόγκα».
Καθώς έφτασε στο νησί, στην είσοδο διάβασε μια πινακίδα που έλεγε : «Ο εισερχόμενος να αποθέσει κάθε ελπίδα». Ο πατήρ Χρύσανθος ήταν αυτός! Η κάθε χαμένη ελπίδα των εκεί αδελφών μας…
Μια άλλη μαρτυρία μας λέει για τον ερχομό του στο νησί:
«Κάποια μέρα καθόμαστε μερικοί άντρες στην αυλή του καφενείου μας, που ήταν κοντά στην πύλη. Τότε πιο πέρα φάνηκε ένας ιερέας. Καταλάβαμε όλοι μας ότι ήρθε στο νησί για να λειτουργήσει. Μόλις μας είδε, ήρθε κοντά μας. Μας καλημέρισε με εγκαρδιότητα. Όλοι μας όρθιοι και με ελαφρά υπόκλιση τον καλωσορίσαμε. Κανένας μας όμως δεν έτεινε το χέρι του για να τον χαιρετήσει. Ο λεπρός δεν πρέπει να χαιρετά με χειραψία.Κι αυτό, για να μη μεταδώσει την καταραμένη του αρρώστια. Τότε εκείνος μας χαιρέτησε όλους με χειραψία! Μας είπε απλά ότι θα μείνει κοντά μας, για να μας βοηθάει στην εκπλήρωση των χριστιανικών μας καθηκόντων. Η συγκίνησή μας ήταν μεγάλη».
Έτσι αρχίζει τον ευλογημένο αγώνα να εμφυτέψει τον Χριστό, την αγάπη, την υπομονή και τη μετάνοια. Στην πρώτη Θεία Λειτουργία λέγεται πως δεν πήγε κανείς. Όμως, δειλά- δειλά από την επόμενη Θεία Λειτουργία αρχίσανε οι κάτοικοι του νησιού να προσέρχονται. Εντυπωσιάστηκαν όταν πήραν αντίδωρο από το χέρι του ιερέως, κάτι ασυνήθιστο γι’ αυτή τη μικρή κοινωνία. Μάλιστα τους προέτρεπε, με τον τρόπο του, να του φιλούν το χέρι. Με τον προηγούμενο ιερέα το αντίδωρο το έπαιρναν μέσα από ένα ψάθινο πανέρι, που το ακουμπούσαν στην έξοδο του ναού. Με τον πατέρα Χρύσανθο μετέλαβαν το Σώμα και το Αίμα του Χριστού όλοι μαζί, ιερέας και ποίμνιο, συμβάλλοντας στην ένωσή τους, μέσω του Κοινού Ποτηρίου. Στο τέλος, κατέλυσε το Άγιο Σώμα και Αίμα Του, με τους γύρω του να παρατηρούν αυτή τη σκηνή με έκπληξη.
Μας λέει άλλη μια μαρτυρία: «Νομίζαμε ότι ονειρευόμαστε. Χοντρά και καυτά δάκρυα ανάβρυσαν από τα μάτια μας».
Όταν μετά τον ρώτησαν γιατί το έκανε αυτό, γιατί κατέλυσε τον Χριστό, κι αν ήταν σίγουρος πως δε θα κολλήσει την αρρώστια αυτή, η απάντηση που έδωσε εκφράζει όλη την πίστη μας: « Τα Άγια δεν μολύνονται, ο Χριστός προσφέρει ζωή».
Ήταν ο ιερέας που έμενε μαζί τους νύχτα και ημέρα, που ήταν ο πατέρας τους, το στήριγμα τους, ο καθοδηγητής τους, η βοήθεια των φτωχών, ενισχύοντάς τους από τα μηδαμινά χρήματα που είχε. Ήταν αυτός που τους γιάτρευε τον πόνο της ψυχής προσφέροντας τους τον Χριστό, αυτός που έπαιζε με τα παιδιά και ήταν γι’ αυτά ο γονέας που δεν είχαν μαζί τους. Αυτός που σκορπούσε το χαμόγελο, που τον περίμεναν στο σπίτι τους, που με τις ασταμάτητες προσευχές του τους γέμιζε μέσα τους με Χριστό, ο φύλακας άγγελος τους.
Τα χρόνια περνούσαν… Ο πατήρ Χρύσανθος έμεινε αλώβητος στην υγεία του, χωρίς ένα στίγμα, από τη ημέρα της γέννησής του. Τα φάρμακα για την αντιμετώπιση αυτής της αρρώστιας γίνονταν πιο αποτελεσματικά, ώσπου ανακαλύφθηκε αυτό που την τέλειωσε μια για πάντα. Το νησί άδειαζε καθημερινά, οι κάτοικοι αυτού του ξεχασμένου νησιού με χαμόγελα και ελπίδα προσεύχονταν για την επάνοδο τους στη καθημερινότητα των «απέναντι», όπως έλεγαν. Προσδοκούσαν την αντάμωση με τους δικούς τους ανθρώπους, με όλα αυτά που είχαν αφήσει γι’ αυτή την δοκιμασία της ζωής. Η μόνη τους έννοια ήταν το γεγονός πως θα αποχαιρετούσαν τον πατέρα τους, τον άνθρωπό τους, το στήριγμά τους στις δύσκολες ώρες της ζωής, τον πατέρα Χρύσανθο.
Όλοι φύγαν, αυτός έμεινε. Ο λόγος της παραμονής του εκεί ήταν να αναπέμπει μέσα στην ηρεμία του πλέον αυτού τόπου – του πόνου και της δυσκολίας- προσευχές για τα πνευματικά του παιδιά που αναγεννήθηκαν από την πάλη της ζωής. Για τα παιδιά αυτά που άνοιξαν τα φτερά τους, δίνοντας μάχη για την επιβίωσή τους στον κόσμο των «απέναντι», όπως έλεγαν. Πολύ περισσότερο όμως προσευχόταν γι’ αυτά που έγιναν μέλη της Επουράνιας Βασιλείας, τα οποία σήκωσαν τον δικό τους Σταυρό στον Γολγοθά της Σπιναλόγκα. Έμεινε για να φροντίζει τους τάφους και να τελεί τρισάγιο για τους αγαπημένους του.
Ο λογοτέχνης Νίκος Στρατάκης επισκέφθηκε τη Σπιναλόγκα τον καιρό που έμενε εκεί μόνος ο πατήρ Χρύσανθος. Σε κείμενό του το 1959 αναφέρεται και στον π. Χρύσανθο, γράφοντας: «Σήμερα το νησί του πόνου είναι έρημο. Τίποτε δεν ταράσσει την ησυχία του… Καθώς περνούσαμε τον πλακόστρωτο δρόμο, ένας λερός και κουρελής με ασκητική και βυζαντινή αποστέωση, μπροστά στην εκκλησία, σέρνει νερό από τη δεξαμενή και ποτίζει δύο καχεκτικά δεντράκια. Είναι τούτος ο καλόγερος το υστερνό απομεινάρι της μοναχικής ζωής του βράχου. Κόλλησε πάνω του σαν στρείδι, όπως κόλλησε η ψυχή του στην ασκητική του σάρκα».
Έφυγε από το νησί μετά από λίγα χρόνια για λόγους υγείας. Συνέχισε τις προσευχές, ψελλίζοντας τα ονόματα του καθενός, υπέρ υγείας και αναπαύσεως από την Ιερά Μονή Τοπλού Σητείας. Εκεί παρέδωσε το πνεύμα του στον γλυκύτατό του Ιησού το έτος 1972.
Αυτός ήταν ο πατήρ Χρύσανθος Κατσουλογιαννάκης μέσα σε λίγες γραμμές, που μετέδιδε συνεχώς μήνυμα ελπίδας και αθανάτου ζωής.
Πολλοί τον ονομάζουν και: «Άγιο των λεπρών».
Έτσι, λοιπόν, πάμε να δούμε πώς έγινε πράξη η αγάπη αυτή, μέσα σε ένα παραμελημένο νησάκι από έναν άνθρωπο του Θεού.
Θα γυρίσουμε πίσω στο 1947 στο νησί της Σπιναλόγκας του νομού Λασιθίου της Κρήτης. Το νησί αυτό έγραψε την δικιά του ιστορία στο διάβα των αιώνων. Ωστόσο, εμείς θα σταθούμε στην ιστορία της σύγχρονης εποχής, όταν χρησιμοποιήθηκε ως λεπροκομείο από το 1903 έως το 1957, εστιάζοντας κυρίως στην τελευταία δεκαετία.
Εκείνα τα χρόνια στο νησί έφθασε, ως τακτικός εφημέριος, ο Χρύσανθος Κατσουλογιαννάκης, αδελφός της Ιεράς Μονής Φανερωμένης Ιεράπετρας. Πήγε στο νησί με αποστολική διάθεση, έτοιμος να σπείρει το λόγο του Χριστού. Ήταν ίσως ο πιο κατάλληλος γι’ αυτό, καθώς ο τρόπος ζωής του ήταν μυημένος στην αγάπη, την ταπείνωση και τη μετάνοια.
Διαβάζοντας για τον πατέρα Χρύσανθο, διακρίνουμε ξεκάθαρα ότι η σκέψη και η προσευχή του βρισκόταν συνεχώς σ’ αυτούς τους
ανθρώπους. Δεν είχε επισκεφθεί τη Σπιναλόγκα ως λεπροκομείο. Όταν προσευχόταν και λειτουργούσε, παρακαλούσε τον Κύριο λέγοντας: «Θυμήσου Κύριε, τη Σπιναλόγκα τη δική Σου γη». Ο πόθος να την επισκεφθεί μεγάλος, ο πόνος του γι’ αυτούς τους ανθρώπους μεγαλύτερος, τα δάκρυα της προσευχής του καυτά για να φανερωθεί η Ζωή σ’ αυτούς τους ανθρώπους.
Ήρθε η στιγμή που ο παλιός εφημέριος του νησιού φεύγει για την Αγία Γη των Ιεροσολύμων. Το νησί μένει ορφανό από πατέρα. Οι προσευχές του εισακούστηκαν από τον Κύριό μας και η Μητρόπολη τον διορίζει τακτικό εφημέριο του νησιού. Ο μετέπειτα ηγούμενος της Μονής του, ιερομόναχος Τιμόθεος είπε : «Οι μοναχοί της μονής θαυμάζαμε τον Χρύσανθο για την απόφασή του, απόφαση αυταπάρνησης, να πάει στη Σπιναλόγκα ως αναπληρωτής του ιερομονάχου Μελετίου. Την ημέρα της αναχώρησής του τελέσαμε Θεία Λειτουργία. Τον κατευοδώσαμε δε με πολλή συγκίνηση και υπερηφάνεια, γιατί ο ιερομόναχος της μονής μας θα είναι εφημέριος στη Σπιναλόγκα».
Καθώς έφτασε στο νησί, στην είσοδο διάβασε μια πινακίδα που έλεγε : «Ο εισερχόμενος να αποθέσει κάθε ελπίδα». Ο πατήρ Χρύσανθος ήταν αυτός! Η κάθε χαμένη ελπίδα των εκεί αδελφών μας…
Μια άλλη μαρτυρία μας λέει για τον ερχομό του στο νησί:
«Κάποια μέρα καθόμαστε μερικοί άντρες στην αυλή του καφενείου μας, που ήταν κοντά στην πύλη. Τότε πιο πέρα φάνηκε ένας ιερέας. Καταλάβαμε όλοι μας ότι ήρθε στο νησί για να λειτουργήσει. Μόλις μας είδε, ήρθε κοντά μας. Μας καλημέρισε με εγκαρδιότητα. Όλοι μας όρθιοι και με ελαφρά υπόκλιση τον καλωσορίσαμε. Κανένας μας όμως δεν έτεινε το χέρι του για να τον χαιρετήσει. Ο λεπρός δεν πρέπει να χαιρετά με χειραψία.Κι αυτό, για να μη μεταδώσει την καταραμένη του αρρώστια. Τότε εκείνος μας χαιρέτησε όλους με χειραψία! Μας είπε απλά ότι θα μείνει κοντά μας, για να μας βοηθάει στην εκπλήρωση των χριστιανικών μας καθηκόντων. Η συγκίνησή μας ήταν μεγάλη».
Έτσι αρχίζει τον ευλογημένο αγώνα να εμφυτέψει τον Χριστό, την αγάπη, την υπομονή και τη μετάνοια. Στην πρώτη Θεία Λειτουργία λέγεται πως δεν πήγε κανείς. Όμως, δειλά- δειλά από την επόμενη Θεία Λειτουργία αρχίσανε οι κάτοικοι του νησιού να προσέρχονται. Εντυπωσιάστηκαν όταν πήραν αντίδωρο από το χέρι του ιερέως, κάτι ασυνήθιστο γι’ αυτή τη μικρή κοινωνία. Μάλιστα τους προέτρεπε, με τον τρόπο του, να του φιλούν το χέρι. Με τον προηγούμενο ιερέα το αντίδωρο το έπαιρναν μέσα από ένα ψάθινο πανέρι, που το ακουμπούσαν στην έξοδο του ναού. Με τον πατέρα Χρύσανθο μετέλαβαν το Σώμα και το Αίμα του Χριστού όλοι μαζί, ιερέας και ποίμνιο, συμβάλλοντας στην ένωσή τους, μέσω του Κοινού Ποτηρίου. Στο τέλος, κατέλυσε το Άγιο Σώμα και Αίμα Του, με τους γύρω του να παρατηρούν αυτή τη σκηνή με έκπληξη.
Μας λέει άλλη μια μαρτυρία: «Νομίζαμε ότι ονειρευόμαστε. Χοντρά και καυτά δάκρυα ανάβρυσαν από τα μάτια μας».
Όταν μετά τον ρώτησαν γιατί το έκανε αυτό, γιατί κατέλυσε τον Χριστό, κι αν ήταν σίγουρος πως δε θα κολλήσει την αρρώστια αυτή, η απάντηση που έδωσε εκφράζει όλη την πίστη μας: « Τα Άγια δεν μολύνονται, ο Χριστός προσφέρει ζωή».
Ήταν ο ιερέας που έμενε μαζί τους νύχτα και ημέρα, που ήταν ο πατέρας τους, το στήριγμα τους, ο καθοδηγητής τους, η βοήθεια των φτωχών, ενισχύοντάς τους από τα μηδαμινά χρήματα που είχε. Ήταν αυτός που τους γιάτρευε τον πόνο της ψυχής προσφέροντας τους τον Χριστό, αυτός που έπαιζε με τα παιδιά και ήταν γι’ αυτά ο γονέας που δεν είχαν μαζί τους. Αυτός που σκορπούσε το χαμόγελο, που τον περίμεναν στο σπίτι τους, που με τις ασταμάτητες προσευχές του τους γέμιζε μέσα τους με Χριστό, ο φύλακας άγγελος τους.
Τα χρόνια περνούσαν… Ο πατήρ Χρύσανθος έμεινε αλώβητος στην υγεία του, χωρίς ένα στίγμα, από τη ημέρα της γέννησής του. Τα φάρμακα για την αντιμετώπιση αυτής της αρρώστιας γίνονταν πιο αποτελεσματικά, ώσπου ανακαλύφθηκε αυτό που την τέλειωσε μια για πάντα. Το νησί άδειαζε καθημερινά, οι κάτοικοι αυτού του ξεχασμένου νησιού με χαμόγελα και ελπίδα προσεύχονταν για την επάνοδο τους στη καθημερινότητα των «απέναντι», όπως έλεγαν. Προσδοκούσαν την αντάμωση με τους δικούς τους ανθρώπους, με όλα αυτά που είχαν αφήσει γι’ αυτή την δοκιμασία της ζωής. Η μόνη τους έννοια ήταν το γεγονός πως θα αποχαιρετούσαν τον πατέρα τους, τον άνθρωπό τους, το στήριγμά τους στις δύσκολες ώρες της ζωής, τον πατέρα Χρύσανθο.
Όλοι φύγαν, αυτός έμεινε. Ο λόγος της παραμονής του εκεί ήταν να αναπέμπει μέσα στην ηρεμία του πλέον αυτού τόπου – του πόνου και της δυσκολίας- προσευχές για τα πνευματικά του παιδιά που αναγεννήθηκαν από την πάλη της ζωής. Για τα παιδιά αυτά που άνοιξαν τα φτερά τους, δίνοντας μάχη για την επιβίωσή τους στον κόσμο των «απέναντι», όπως έλεγαν. Πολύ περισσότερο όμως προσευχόταν γι’ αυτά που έγιναν μέλη της Επουράνιας Βασιλείας, τα οποία σήκωσαν τον δικό τους Σταυρό στον Γολγοθά της Σπιναλόγκα. Έμεινε για να φροντίζει τους τάφους και να τελεί τρισάγιο για τους αγαπημένους του.
Ο λογοτέχνης Νίκος Στρατάκης επισκέφθηκε τη Σπιναλόγκα τον καιρό που έμενε εκεί μόνος ο πατήρ Χρύσανθος. Σε κείμενό του το 1959 αναφέρεται και στον π. Χρύσανθο, γράφοντας: «Σήμερα το νησί του πόνου είναι έρημο. Τίποτε δεν ταράσσει την ησυχία του… Καθώς περνούσαμε τον πλακόστρωτο δρόμο, ένας λερός και κουρελής με ασκητική και βυζαντινή αποστέωση, μπροστά στην εκκλησία, σέρνει νερό από τη δεξαμενή και ποτίζει δύο καχεκτικά δεντράκια. Είναι τούτος ο καλόγερος το υστερνό απομεινάρι της μοναχικής ζωής του βράχου. Κόλλησε πάνω του σαν στρείδι, όπως κόλλησε η ψυχή του στην ασκητική του σάρκα».
Έφυγε από το νησί μετά από λίγα χρόνια για λόγους υγείας. Συνέχισε τις προσευχές, ψελλίζοντας τα ονόματα του καθενός, υπέρ υγείας και αναπαύσεως από την Ιερά Μονή Τοπλού Σητείας. Εκεί παρέδωσε το πνεύμα του στον γλυκύτατό του Ιησού το έτος 1972.
Αυτός ήταν ο πατήρ Χρύσανθος Κατσουλογιαννάκης μέσα σε λίγες γραμμές, που μετέδιδε συνεχώς μήνυμα ελπίδας και αθανάτου ζωής.
Πολλοί τον ονομάζουν και: «Άγιο των λεπρών».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου