Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

Εὐαγγέλιον Κυριακής

 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Δ´ 18 - 23



18 Περιπατῶν δὲ παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδεν δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς. 19 καὶ λέγει αὐτοῖς· Δεῦτε ὀπίσω μου, καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων. 20 οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ. 21 Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄλλους δύο ἀδελφούς, Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ Ζεβεδαίου τοῦ πατρὸς αὐτῶν καταρτίζοντας τὰ δίκτυα αὐτῶν· καὶ ἐκάλεσεν αὐτούς. 22 οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ. 23 Καὶ περιῆγεν ὅλην τὴν Γαλιλαίαν ὁ Ἰησοῦς, διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.



Ερμηνευτική απόδοση


Ἐνῷ δὲ ἐπεριπάτει πλησίον τῆς θαλάσσης τῆς Γαλιλαίας, εἶδε δύο ἀδελφούς, τὸν Σίμωνα, ποὺ μὲ τὸ ὄνομα, τὸ ὁποῖον τοῦ ἔδωκεν ὁ Κύριος, λέγεται Πέτρος, καὶ τὸν Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφόν του, οἱ ὁποῖοι ἔρριπταν δίκτυον εἱς τὴν θάλασσαν, διότι ἦσαν ψαράδες. 19 Καὶ λέγει εἰς αὐτούς· Ἀκολουθήσατέ με καὶ θὰ σᾶς κάμω ἱκανοὺς νὰ ψαρεύετε ἀντὶ ψαριῶν ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους μὲ τὸ δίκτυον τοῦ κηρύγματος θὰ ἑλκύετε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. 20 Αὐτοὶ δὲ ἀμέσως ἄφησαν τὰ δίκτυα καὶ τὸν ἠκολούθησαν. 21 Καὶ ἀφοῦ ἐπροχώρησεν ἀπ’ ἐκεῖ, εἶδεν ἄλλους δύο ἀδελφούς, τὸν Ἰάκωβον τὸν υἱὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ τὸν Ἰωάννην τὸν ἀδελφόν του, νὰ ἐτοιμάζουν τὰ δίκτυά τους μέσα εἰς τὸ πλοῖον μαζὶ μὲ τὸν πατέρα τους Ζεβεδαῖον.Καὶ τοὺς ἐκάλεσεν. 22 Αὐτοὶ δὲ παρευθὺς ἄφησαν τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα τους καὶ τὸν ἠκολούθησαν. 23 Καὶ περιώδευεν ὅλην τὴν Γαλιλαίαν ὁ Ἰησοῦς διδάσκων εἰς τὰς συναγωγάς των, ὅπου κάθε Σάββατον ἐμαζεύοντο οἱ Ἑβραῖοι, διὰ νὰ ἀκούσουν τὴν ἀνάγνωσιν τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ νὰ προσευχηθοῦν.Καὶ ἐκεῖ ἐκήρυττε τὸ χαρμόσυνον ἄγγελμα, ὅτι ἐπλησίαζεν ὁ χρόνος τῆς πνευματικῆς βασιλείας, ποὺ θὰ ἔφερεν εἰς τοὺς ἀνθρώπους τὴν ἀπολύτρωσιν καὶ χαράν· καὶ ἐθεράπευε κάθε εἶδος ἀσθένειαν καὶ ἀδιαθεσίαν μεταξὺ τοῦ λαοῦ.

Ἀπόστολος Κυριακής

 ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ Β´ 10 - 16



10 δόξα δὲ καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν, Ἰουδαίῳ τε πρῶτον καὶ Ἕλληνι· 11 οὐ γάρ ἐστι προσωποληψία παρὰ τῷ Θεῷ. 12 ὅσοι γὰρ ἀνόμως ἥμαρτον, ἀνόμως καὶ ἀπολοῦνται· καὶ ὅσοι ἐν νόμῳ ἥμαρτον, διὰ νόμου κριθήσονται. 13 οὐ γὰρ οἱ ἀκροαταὶ τοῦ νόμου δίκαιοι παρὰ τῷ Θεῷ, ἀλλ’ οἱ ποιηταὶ τοῦ νόμου δικαιωθήσονται. 14 ὅταν γὰρ ἔθνη τὰ μὴ νόμον ἔχοντα φύσει τὰ τοῦ νόμου ποιῇ, οὗτοι νόμον μὴ ἔχοντες ἑαυτοῖς εἰσι νόμος, 15 οἵτινες ἐνδείκνυνται τὸ ἔργον τοῦ νόμου γραπτὸν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, συμμαρτυρούσης αὐτῶν τῆς συνειδήσεως καὶ μεταξὺ ἀλλήλων τῶν λογισμῶν κατηγορούντων ἢ καὶ ἀπολογουμένων, 16 ἐν ἡμέρᾳ ὅτε κρινεῖ ὁ Θεὸς τὰ κρυπτὰ τῶν ἀνθρώπων κατὰ τὸ εὐαγγέλιόν μου διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ.



Ερμηνευτική απόδοση


Δόξα δὲ καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη θὰ ἀποδοθῇ εἰς καθένα, ποὺ ἐργάζεται τὸ ἀγαθόν, εἰς τὸν Ἰουδαῖον πρῶτον καὶ εἰς τὸν εἰδωλολάτρην Ἕλληνα. 11 Θὰ συμβοῦν δὲ τὰ ἴδια εἰς τοὺς Ἰουδαίους καὶ εἰς τοὺς εἰδωλολάτρας, διότι δεν χαρίζεται εἰς πρόσωπα ὁ Θεός. 12 Καὶ δι’ αὐτὸ ὅσοι ἡμάρτησαν, χωρὶς νὰ ἔχουν λάβει νόμον γραπτόν, αὐτοὶ θὰ καταδικασθοῦν εἰς ἀπώλειαν χωρὶς νὰ ἔχουν κατήγορον τὸν νόμον τοῦτον. Καὶ ὅσοι ἡμάρτησαν, ἐνῷ εἶχε δοθῇ εἰς αὐτοὺς νόμος γραπτός, αὐτοὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τούτου θὰ κριθοῦν. 13 Διότι δίκαιοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ εἶναι ὄχι ὅσοι ἀκούουν ἁπλῶς τὸν θεῖον νόμον ἀναγινωσκόμενον, ἀλλ’ ὅσοι φυλάττουν τὸν νόμον, αὐτοὶ θὰ ἀναγνωρισθοῦν δίκαιοι. 14 Διότι ὅταν θεοσεβεῖς ἄνθρωποι ἀπὸ τοὺς ἐθνικούς, ποὺ δὲν τοὺς ἐδόθη ἀπὸ τὸν Θεὸν νόμος γραπτός, ὁδηγούμενοι ἀπὸ τὸν ἔμφυτον ἠθικὸν νόμον πράττουν ὅ,τι ὁ γραπτὸς νόμος διατάσσει, εἰς τοὺς τοιούτους ἀνθρώπους, καίτοι δὲν ἔχουν γραπτὸν νόμον, νόμος εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός των, δηλαδὴ ἡ συνείδησίς των. 15 Οἱ ἐθνικοὶ αὐτοὶ τὸ ἔργον, ποὺ κάνει ὁ νόμος νὰ διαφωτίζῃ τοὺς ἀνθρώπους εἰς τὸ νὰ διακρίνουν τὸ ἀγαθὸν ἀπὸ τὸ κακόν, ἀποδεικνύουν, ὅτι τὸ ἔχουν γραμμένον εἰς τὰς καρδίας των, ὅταν ἡ συνείδησίς των δίδῃ μαρτυρίαν εἰς αὐτοὺς διὰ κάθε πράξιν, καὶ οἱ ἐσωτερικοί των λογισμοὶ ἀναμεταξύ των κατηγοροῦν ἢ καὶ καμμιὰ φορὰ ἀπολογοῦνται. 16 Θὰ ἀνακηρυχθοῦν δὲ δίκαιοι οἱ τηρηταὶ τοῦ νόμου κατὰ τὴν ἡμέραν, ποὺ θὰ κρίνῃ ὁ Θεὸς τὰς ἀποκρύφους πράξεις τῶν ἀνθρώπων σύμφωνα μὲ τὸ εὐαγγέλιον, τὸ ὁποῖον κηρύττω. Θὰ τὰς κρίνῃ δὲ διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὡς ὑπερτάτου κριτοῦ.

Οσία Αλεξάνδρα Ηγουμένη και θεμελιώτρια της Μονής Ντιβέεβο

 Η Αγαθή Σεμιόνοβνα Μελγκούνοβα, ήταν πολύ πλούσια και κατείχε πολλά κτήματα στο Γιάροσλαβ, στο Βλαντιμίρ και στο Ριαζάν. Από νέα έμεινε χήρα και το 1760 μ.Χ. έγινε μοναχή στη Μονή Φλορέφσκι του Κιέβου με το όνομα Αλεξάνδρα. Δεν της ήταν γραφτό να μείνει πολύ εκεί αφού είδε σε όραμα την Παναγία η οποία της είπε να φτιάξει ένα νέο μοναστήρι.


Υπό την καθοδήγηση της Παναγίας και μετά από δεκάδες προσκυνήματα, η Αγία Αλεξάνδρα έφτασε στον τόπο που είχε διαλέξει η Παναγία. Ήταν στο Ντιβέεβο, όχι πολύ μακριά από το Σαρώφ όπου την εποχή εκείνη βρίσκονταν μια ανδρική μονή γνωστή για τους μεγάλα πνευματικά της αναστήματα. Υπό την καθοδήγηση των ερημιτών του Σαρώφ η Αγία Αλεξάνδρα ξεκίνησε την ησυχαστική της ζωή σ' ένα κελί δίπλα από έναν ναό αφιερωμένο στην εικόνα της Παναγίας του Καζάν. Δώρισε όλη την περιουσία της για να χτιστούν και να ανακαινιστούν ναοί και για να βοηθηθούν χήρες τα ορφανά και οι φτωχοί. Η ίδια ζούσε από τον ιδρώτα του προσώπου της καθαρίζοντας στάβλους ή πλένοντας ρούχα. Οι κάτοικοι του Σαρώφ θυμόνταν για πολλά χρόνια την ταπεινοφροσύνη της και τη βοήθεια που πρόσφερε στα κρυφά.


Σιγά-σιγά εκεί δημιουργήθηκε μια αδελφότητα βάση της οποίας ήταν η εκούσια φτωχεία, η χειρωνακτική εργασία, η φιλοξενία των προσκυνητών και η αδιάκοπη ευχή του Ιησού, βαδίζοντας έτσι στη χνάρια της αυθεντικής ορθόδοξης μοναστικής ζωής


Από την αρχή ακόμη έρχονταν στην Αγία Αλεξάνδρα άνθρωποι κάθε κοινωνικής τάξης για να πάρουν συμβουλές και να πάρουν την ευλογία της.


Η Αγία Αλεξάνδρα εκοιμήθη στις 13 Ιουνίου 1789 μ.Χ. και είχε πει ότι εκεί θα χτιστεί ένα μεγάλο μοναστήρι, αλλά και τις ταραχές που θα λάβουν μέρος εκεί. Δυο εβδομάδες πριν από την κοίμησή της πήρε το μεγάλο αγγελικό σχήμα.


Ο Άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ  της είχε βαθιά εκτίμηση ακόμη από όταν η Αγία ζούσε. Μετά το θάνατό της είπε ότι εκείνη βρίσκεται κοντά στο θρόνο του Θεού και είπε σε μια αδελφή να μάθει στους υπόλοιπους να προσεύχονται σ' αυτήν με τον ακόλουθο τρόπο: «Μητέρα και Κυρία μου προσευχήσου για μένα στον Κύριο να με συγχωρήσει, όπως Εκείνος συγχώρεσε εσένα και να με θυμηθείς και εμένα μπροστά στο θρόνο του Θεού».


Στο μοναστήρι υπάρχουν πολλές γραπτές μαρτυρίες για τα θαύματα που έκανε η Αγία Αλεξάνδρα.

Όσιος Ιωάννης ο πρεσβύτερος, ο νέος χρυσόστομος και ελεήμονος, εκ Χαλδίας Μικράς Ασίας

 Ο π. Ιωάννης Τριανταφυλλίδης γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1836 μ.Χ. στο χωριό Λωρία (Μούζενα) του νομού Τραπεζούντος, από ευλαβείς γονείς, τον Τριαντάφυλλο και την Κυριακή. Επειδή δεν υπήρχε σχολείο στην πατρίδα του, έμαθε από έναν εγγράμματο τα κοινά γράμματα σε έξι μήνες, όντας πολύ ευφυής.


Σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών έμεινε ορφανός από πατέρα γι' αυτό αναγκάστηκε προς εξεύρεση εργασίας να ξενιτευτεί στα παράλια του Πόντου, όπου εργαζόταν τον χειμώνα σε αρτοποιείο και το καλοκαίρι σε γεωργικές εργασίες. Σε ηλικία δέκα επτά ετών νυμφεύθηκε κάποια σεμνή και ευλαβή νέα, ονόματι Ελένη, με την οποία απέκτησε έναν υιό και θυγατέρες.


Κάποιο καλοκαίρι με την σύζυγο του πήγαιναν στο χωριό του με τα πόδια. Στον δρόμο τους συνάντησαν τρεις Άγγελοι με μορφή ανθρώπων. Προπορευόταν ο Ιωάννης. Τον κοίταξαν προσεκτικά οι Άγγελοι αλλά δεν του μίλησαν. Μετά συνάντησαν την σύζυγο του και ο ένας της λέγει: «Οι χωριανοί σας περιμένουν να γίνει ιερέας ο Ιωάννης. Αυτό είναι το θέλημα του Θεού». Ο δεύτερος της είπε: «Μετά από τριάντα χρόνια θα αξιωθείτε να προσκυνήσετε τους Αγίους Τόπους», και ο τρίτος: «Μετά την κοίμηση του θα συναριθμηθεί με τους Αγίους». Η Ελένη ερώτησε με απορία: «Πως εσείς που είστε άνθρωποι γνωρίζετε το μέλλον, τι θα γίνει μετά από τριάντα χρόνια;». Εκείνοι απάντησαν: «Εμείς δεν είμαστε άνθρωποι αλλά Άγγελοι του Θεού και ήρθαμε να σας προειδοποιήσουμε να μην αρνηθεί ο Ιωάννης το μυστήριο της Ιερωσύνης». Εκείνη με φόβο και συγκίνηση απάντησε: «Ας γίνει το θέλημα του Θεού».


Το 1870 μ.Χ., σε ηλικία τριάντα τεσσάρων ετών ο Ιωάννης προσκληθείς στο μέγιστον αξίωμα της Ιερωσύνης και κάνοντας υπακοή στο θέλημα του Θεού, κατά την Αγγελική πρόρρηση, χειροτονήθηκε ιερέας από τον αείμνηστο Μητροπολίτη Χαλδίας Γερβάσιο. Τοποθετήθηκε εφημέριος στο χωριό που γεννήθηκε και λειτουργούσε στις Εκκλησίες του Αγίου Παντελεήμονος, της Υπεραγίας Θεοτόκου και στο Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου (Λερμούχου και Ζαντού). Αν και ολιγογράμματος, από το ενδιαφέρον του και την ευφυΐαν του έμαθε πολύ καλά την τάξη των Ακολουθιών και τα της Ιερωσύνης, από τους μοναχούς του Αγίου Γεωργίου Χουτουρά. Είχε χάρισμα στην ομιλία και όποιος μιλούσε μαζί του ένιωθε χαρά. Και όταν κήρυττε τον λόγο του Θεού, οι λόγοι του μετέδιδαν γλυκύτητα και χάρη. Παρ' ότι δεν είχε σπουδάσει, ήταν σπουδαίος ιεροκήρυκας, γι' αυτό τον αποκαλούσαν «νέο Χρυσόστομο». Ο π. Ιωάννης αφιερώθηκε μετά την χειροτονία του στο ποιμαντικό έργο και προσπαθούσε να εργάζεται την αρετή και να τηρεί με ακρίβεια τις εντολές του Θεού, ιδιαίτερα δε την ελεημοσύνη.


Μολονότι ήταν μέτριος από υλικά αγαθά, έτρεφε τους πεινασμένους, έντυνε τα φτωχά και ορφανά και φιλοξενούσε τους ξένους στο σπίτι του. Τους φτωχούς του χωριού τους βοηθούσε να πληρώνουν τους φόρους. Για το καλό του χωριού έκανε δρόμους, γέφυρες και βρύσες.


Το 1877 μ.Χ., κατά τον ρωσσοτουρκικό πόλεμο, ο π. Ιωάννης, ο καλός ποιμήν, φρόντισε να μην λείψουν τα βασικά είδη διατροφής. Έγραψε επιστολές σε γνωστούς του πλουσίους και συγκέντρωσε τα απαραίτητα, τα οποία διένειμε στους φτωχούς και έτσι σώθηκαν από την πείνα. Η αρετή και οι φιλανθρωπίες του έγιναν γνωστές στην περιοχή του Πόντου και οι άνθρωποι τον αποκαλούσαν «νέον ελεήμονα».


Ο πατήρ είχε το χάρισμα να συμφιλιώνει τους ανθρώπους που είχαν έχθρα μεταξύ τους. Ως ειρηνοποιός έγινε το ειρηνοδικείο της ιεράς Μητροπόλεως. Όταν μεμονωμένα άτομα ή και ολόκληρα χωριά πήγαιναν στον Μητροπολίτη να εκδικάσει τις διαφορές τους, αυτός τους παρέπεμπε στον π. Ιωάννη λέγοντας: «Πηγαίνετε σ' εκείνον. Θα σας συμβιβάσει επειδή είναι σοφός, έχει γλυκιά γλώσσα και θεία χάρι». Και όντως τους ειρήνευε. Έρχονταν σαν εχθροί ζητώντας εκδίκηση και έφευγαν σαν αδελφοί αγαπημένοι. «Ήταν εχθρός και πολέμιος του μίσους, της εκδικήσεως και των σκανδάλων, αλλά φίλος και διδάσκαλος της αγάπης και της ειρήνης.


Ο π. Ιωάννης είχε ένα εγγονάκι από την θυγατέρα του η οποία πέθανε και το άφησε ορφανό. Όταν πήγαινε στο σχολείο, κάποια μέρα έκανε μια αταξία και ο δάσκαλος το έδειρε με ραβδί και με κλωτσιές. Μετά από λίγες μέρες το ορφανό εγγονάκι πέθανε. Άλλοι συγγενείς και ο πατέρας του παιδιού ήθελαν να εκδικηθούν τον δάσκαλο και να τον σκοτώσουν. Ο π. Ιωάννης έκανε πολλή προσευχή. Στο δικαστήριο ζήτησε και κατόρθωσε να ειρηνεύσει τους επαναστατημένους συγγενείς και να βγάλει από την φυλακή τον δάσκαλο. Ως παππούς του πεθαμένου ορφανού πόνεσε, αλλά ως μαθητής του Χριστού, ως κήρυκας της αγάπης, συγχώρησε και αποφυλάκισε τον δάσκαλο.


Το 1900 μ.Χ. μαζί με την πρεσβυτέρα του αξιώθηκαν να προσκυνήσουν στον Πανάγιο Τάφο, στον Γολγοθά και στα πανάγια προσκυνήματα των Αγίων Τόπων. Έμειναν έξι μήνες και επέστρεψαν στο χωριό τους. Το προσκύνημα τους έγινε τριάντα χρόνια μετά από την συνάντηση και την πρόρρηση των Αγγέλων.


Η καλή πρεσβυτέρα Ελένη κοιμήθηκε στις 26 Ιουλίου 1902 μ.Χ. Ο π. Ιωάννης, αφού επί τριάντα τρία έτη ποίμανε θεαρέστως το λογικό του ποίμνιο, κοιμήθηκε εν Κυρίω στις 13 Ιουνίου 1903 μ.Χ., ημέρα Παρασκευή, και τάφηκε στην Εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονος. Έφυγε κατάφορτος από καλά έργα τα οποία τον ακολουθούν, και άφησε παραμυθία, στήριγμα και θησαυρό πολύτιμο στους πιστούς το ιερό του λείψανο.


Μετά τον ενταφιασμό, μια νύφη του π. Ιωάννου είδε το Άγιον Πνεύμα εν είδει περιστεράς να κατέρχεται στον τάφο του.


Ύστερα από τρία έτη, ο π. Ιωάννης παρουσιάστηκε σε όνειρο σε μια γυναίκα ονόματι Παναγίλα και της είπε να κάνη με τον αδελφό της την ανακομιδή των λειψάνων του, γεγονός που πραγματοποιήθηκε στις 7 Οκτωβρίου 1906 μ.Χ. ως εξής: Όταν πήγαν στο κοιμητήριο, είδαν τον π. Ιωάννη να στέκεται επάνω από τον τάφο του με την ιερατική του στολή και να διαβάζει το Ευαγγέλιο. Το πρόσωπο του έλαμπε σαν ήλιος και τους προέτρεψε να σκάψουν. Είχαν μαζευτεί πολλοί άνθρωποι, έβλεπαν την Παναγίλα να μιλάει αλλά δεν έβλεπαν με ποιόν μιλά και την θεώρησαν για τρελή. Όταν βρήκαν τα λείψανα του π. Ιωάννου, είδαν τα δυο του χέρια να είναι άφθορα. Έκλαψαν από χαρά και συγκίνηση, τα προσκύνησαν και πληροφορήθηκαν για την αγιότητα του δοξάζοντας τον Θεό.


Το γεγονός έγινε γρήγορα γνωστό στην περιοχή της Χαλδίας. Κάθε μέρα κατέφθαναν πλήθη ανθρώπων, χωριά ολόκληρα με τους ιερείς, ακόμη και Τούρκοι αγάδες, για να προσκυνήσουν τα άγια λείψανα, φέρνοντας λάδια και κεριά ως δώρα στον Άγιο. Έλεγαν οι Τούρκοι: «Αυτός ο παπάς εφέντης, και ζώντας άγιος ήταν και μετά τον θάνατο του (φανερώθηκε περισσότερο. Αν του κτίσετε Εκκλησία και εμείς θα προσφέρουμε».


Έγιναν τότε και θαύματα. Πολλοί ασθενείς θεραπεύτηκαν. Κάποιος νέος είκοσι ετών από την πόλη Μιχαήλοβα κοντά στην Τιφλίδα του Καυκάσου, που είχε τρελαθεί, τον είχαν δεμένο, για να μην προξενήσει κακό στον εαυτό του ή σε άλλους. Τον πήγαν σε πολλούς γιατρούς, σε μάγους, σε Εκκλησίες και τέλος χωρίς να θεραπευθεί τον έκλεισαν σε φρενοκομείο της Τιφλίδος. Μια νύχτα φαίνεται στον ύπνο της μητέρας του τρελού παιδιού ο άγιος Ιωάννης λέγοντας της, να μην κλαίει γιατί το παιδί της θα γίνει καλά. Να του δώσει να πιεί νερό στο οποίο να βάλει μέσα από το χώμα του τάφου του, και να κάψει ένα κομματάκι από το φελώνι και να το θυμιάσει. Έκανε όπως της είπε ο άγιος και το παιδί της έγινε καλά.


Μια Αρμενική οικογένεια είχε μοναχοπαίδι δώδεκα ετών, άφωνο επί τέσσερα έτη, εξ αιτίας φόβου. Ο πατέρας του ήταν κομμουνιστής και το παιδί του το πήγε για εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο της Τιφλίδος, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Η μητέρα του ήταν πιστή χριστιανή και κρυφά από τον άνδρα της το πήγαινε σε πολλές Εκκλησίες αλλά δεν θεραπεύθηκε το παιδί. Όταν έμαθε το παραπάνω θαύμα, με πίστη και ευλάβεια ζήτησε χώμα από τον τάφο του Αγίου, το διέλυσε σε νερό, πότισε με αυτό το άφωνο παιδί της και αμέσως άρχισε να μιλά. Με χαρά μεγάλη η μητέρα του παιδιού ανήγγειλε το θαύμα στον άθεο άνδρα της και κήρυξε την χριστιανική της πίστη. Τότε και ο σύζυγος της πίστεψε και μετανοιωμένος ευχαρίστησε τον Θεό.


Οι απόγονοι του Αγίου Ιωάννου ήρθαν πρόσφυγες στην Ελλάδα και έφεραν μαζί τους το χέρι και την κάρα του Αγίου. Τα λείψανα του Αγίου Ιωάννου συνεχίζουν να θαυματουργούν.


Η Αναστασία, εγγονή του Αγίου, διηγήθηκε: «Κατά το 1930 μ.Χ. αρρώστησε κάποιος γιατρός γνωστός μιας φίλης μου εδώ στην Θεσσαλονίκη. Είχαν παραλύσει τα χέρια του και οι γονείς του ήταν απαρηγόρητοι γιατί ήταν νέος στην ηλικία, περίπου τριάντα πέντε ετών. Τον πήγαν σε πολλούς γιατρούς και σε Εκκλησίες, αλλά δεν βρήκε θεραπεία. Όταν από την φίλη μου έμαθε για τα λείψανα του πάππου μου αγίου Ιωάννου, ζήτησε να τα προσκυνήσει. Τον σταύρωσα με την αγία χείρα και τότε ο άρρωστος κίνησε τα παράλυτα χέρια του, πήρε τα άγια λείψανα και τα έσφιγγε στο στήθος του με μεγάλη πίστη, ευχαριστώντας τον Θεό και τον άγιο Ιωάννη για την θεραπεία».


Ο Άγιος Ιωάννης Τριανταφυλλίδης είναι αναγνωρισμένος Άγιος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και καταχωρημένος στα βιβλία των τοπικών αγιολογίων του Πατριαρχείου. Η μνήμη του τιμάται στις 13 Ιουνίου (κοίμηση) και στις 7 Οκτωβρίου (ανακομιδή). Υπάρχει ασματική ακολουθία του, αγνώστου υμνογράφου. Ο Μητροπολίτης πρώην Ροδοπόλεως Λεόντιος Χουτουριώτης (1844 - 1926 μ.Χ.) εργάσθηκε για την καθιέρωση της ετήσιας μνήμης του στην Χαλδία.


Σημείωση

Τα στοιχεία που γνωρίζομε για τον Άγιο Ιωάννη Τριανταφυλλίδη, τον νέον ελεήμονα διασώθηκαν από τον εγγονό του Σπυρίδωνα Τριανταφυλλίδη σε χειρόγραφες σημειώσεις σε γλώσσα καθαρεύουσα. Ο Σπυρίδων είχε χρηματίσει δάσκαλος στην Τραπεζούντα και κοιμήθηκε το 1942 μ.Χ. στην Θεσσαλονίκη. Ο γιος του Ιωάννης τα έδωσε στον κ. Κλημεντίδη Παναγιώτη και εκείνος τα παραχώρησε για την συγγραφή του βιβλίου «Ασκητές μέσα στον κόσμο».



Ἀπολυτίκιον

Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Τῆς Χαλδίας τὸν γόνον Ὀρθοδόξων τὸ κλέϊσμα, τὸ τῆς εὐσεβείας ταμεῖον, Ἰωάννην ὑμνήσωμεν, τὸν χέοντα ἰάματα πιστοῖς, καὶ ἔλεος τοῖς τρέχουσιν αὐτῷ, καρποδότην διδαγμάτων τῶν θεϊκῶν, εἰρήνην τὸν παρέχοντα· δόξα σοι κράζομεν σοφέ, δόξα τῷ σὲ ἀναδείξαντι, πᾶσι τοῖς προσιοῦσί σοι πιστῶς, σκέπην παρήγορον.


Κοντάκιον

Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.

Τῷ καλάμῳ Ἅγιε, τῆς σῆς ἀγάπης καὶ λόγου, τὴν σὴν ποίμνην ἥλκυσας, ἐν ἁγιότητος τρίβῳ, ὤφθης δέ, δοχεῖον χάριτος οὐρανίου, νῦν ἡμεῖς, σκιρτῶντες τρέχοντες σοῖς λειψάνοις, καὶ ἰάσεις ἀπαντλοῦντες, ὦ Ἰωάννη, ὕμνους προσάγομεν.


Μεγαλυνάριον

Χαῖρε τῆς Χαλδίας θεῖος κρουνός, καὶ τῶν Ὀρθοδόξων ἑτοιμότατος ἀρωγός, χαῖρε ἱερέων, ἡ δόξα Ἰωάννη, τὸ καύχημα ἁπάντων, φωστὴρ νεόφωτε.

Όσιος Φιλόθεος ο εκ Σκλαταίνης

 Ο Όσιος Φιλόθεος ο εκ Σκλαταίνης (Ρίζωμα) έζησε μεταξύ των ετών 1475 μ.Χ. με 1550 μ.Χ., αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι διετέλεσε ηγούμενος της Ιεράς Μονής Αγίου Στεφάνου Μετεώρων κατά το έτος 1545 μ.Χ. Ο Όσιος Φιλόθεος ήταν σύγχρονος με τον Άγιο Βησσαρίωνα Αρχιεπίσκοπο Λαρίσης και Τρίκκης  και κτίτορας της Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (Δουσίκου).


Ο όσιος Φιλόθεος λίγο πριν το 1545 μ.Χ. ανακαίνισε ή μάλλον ξαναέκτισε το παλαιό μικρό και κομψό καθολικό της Μονής, το ναό του Αγίου Στεφάνου με την βοήθεια του ιερομόναχου Γεράσιμου. Ο ναΐσκος του Αγίου Στεφάνου, που ανήγειρε ο όσιος Φιλόθεος είναι ξυλόστεγη μονόκλιτη βασιλική με εσωνάρθηκα. Οι κτήτορες της Μονής Αγίου Στεφάνου Αντώνιος Κατακουζινός και Φιλόθεος ο Σιματαινιώτης εικονίζονται σε τοιχογραφίες εκατέρωθεν της εισόδου του νάρθηκα με φωτοστέφανο. Έτσι δεξιά ως προς του εισερχομένου παρίσταται κατά την επιγραφή:


Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΤΗΤΩΡ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΥΠΑΡΧΩΝ ΕΚ ΧΩΡΑΣ ΣΚΛΑΤΑΙΝΗΣ


Και οι δυο κτήτορες εικονίζονται ενδεδυμένοι την μοναχική περιβολή τους με τα αυστηρά ασκητικά τους χαρακτηριστικά, έχοντας τιμητική φρουρά στο πλάι τους τους άρχοντας των ουρανίων ταγμάτων Μιχαήλ και Γαβριήλ.


Επίσης ο Φιλόθεος ανέκτισε «τας κέλλας και τας λοιπάς οικοδομάς» και εν γένει βελτίωσε το όλο οικοδομικό συγκρότημα της μονής. Το γεγονός ότι ο όσιος Φιλόθεος δαπανά για όλα αυτά τα έργα και εμπλουτίζει το μετόχι τους στη γενέτειρά του Σκλάταινα με πατρικά του κτήματα, καθώς και του Γερασίμου, σημαίνει, ότι ήταν εύπορος, αλλά και ότι διέθεσε την πατρική του περιουσία για την ανακαίνιση της μονής και για στολές και άμφια.


Μετά του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Τρίκκης και Σταγών κ. Αλεξίου και τη φροντίδα του Ιερέως του Ριζώματος κ. Στεργίου Λιούτα και τη συνδρομή όλων των ενοριτών ανεγέρθηκε κομψότατος Ναός στη γενέτειρα του Οσίου επ’ ονόματι του Οσίου Φιλοθέου του εκ Σκλαταίνης, ο οποίος εγκαινιάστηκε υπό του Σεβασμιωτάτου την 6η Νοεμβρίου του έτους 2004 μ.Χ.


Ένα τροπάριο της ακολουθίας του οσίου Φιλοθέου λέγει χαρακτηριστικά: «Δέχου ω Φιλόθεε σεπτέ, των συμπολιτών ται δεήσεις, και τα αιτήματα και Χριστόν ικέτευε, πάτερ φιλόπατρι, όπως νόσων και θλίψεων, σην κώμην φυλάττη και γλυκόν παράδεισον, ημίν χαρίσηται, ένθα, μετά πάντων αγίων, δόξαν αναπέμπομεν τούτω, ω μετανοούμεν αμαρτάνοντες».


Παρακλητικό κανόνα προς τον όσιο Φιλόθεο συνέθεσε το 1997 ο Σιμωνοπετρίτης ιερομόναχος Αθανάσιος.



Ἀπολυτίκιον

Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Τῆς Σκλαταίνης τόν γόνον, Μετεώρων τό καύχημα, καί Μονῆς Ἁγίου Στεφάνου, πολιστήν καί δομήτορα, τιμήσωμεν Φιλόθεον πιστοί, ὡς λύχνον τοῦ Χριστοῦ ἀειλαμπῆ, καταυγάζει γάρ Σεμνείῳ τῷ Ἱερῷ, τῆς Οἰκουμένης πέρατα. Δόξα τῷ ἁγιάσαντι Θεῷ, δόξα τοῖς ἑπομένοις σοῖς σεπτοῖς, ἐντάλμασιν Πανίερε.

Άγιος Ευλόγιος Πατριάρχης Αντιόχειας

 Ο Άγιος Ευλόγιος Πατριάρχης Αντιόχειας απεβίωσε ειρηνικά.

Εύρεσις ιερών λειψάνων ιερομάρτυρα Νικολάου του εν Καρυαίς Λέσβου

 Ο τάφος και το λείψανο του Αγίου Νικολάου ανακαλύφθηκε στις 13 Ιουνίου 1960 μ.Χ.