Σάββατο 4 Απριλίου 2026

Κάλαντα Λαζάρου


 

Δοξαστικό Εσπερινού Κυριακής των Βαϊων


 

Σάββατο του Λαζάρου Στιχηρά αίνων


 

Δοξαστικό τῶν Αἴνων, Σάββατο τοῦ Λαζάρου


 

Τα δάκρυα του φίλου

 Μπλάθρας Κωνσταντίνος


Το Σάββατο του Λαζάρου μας εισάγει στην πορεία του Χριστού στο Πάθος και την Ανάσταση. Είναι η πρώτη από τις δεσποτικές εορτές του Πάσχα, με την οποία ολοκληρώνεται η περίοδος και η νηστεία της μεγάλης τεσσαρακοστής. Αύριο μπαίνουμε στη μεγάλη εβδομάδα.


Τα δάκρυα του φίλου


Ο Λάζαρος, που ζούσε με τις αδελφές του, Μάρθα και Μαρία, στη Βηθανία, μια κωμόπολη λίγο έξω από τα Ιεροσόλυμα, ήταν τέσσερις μέρες νεκρός, θαμμένος ήδη, σύμφωνα με τα ιουδαϊκά έθιμα, καθώς ο Χριστός βρισκόταν στην αντίπερα όχθη του Ιορδάνη. Είναι σπουδαία η αφηγηματική και θεολογική δεινότητα του Ιωάννη στην ιστορία αυτή.


Η εκκλησία αρχίζει, ακριβώς, από το κατά Ιωάννην τα αναγνώσματα του ευαγγελίου της εβδομάδας του Πάσχα, για να καταλήξει στην Ανάσταση και πάλι στον Ιωάννη, τον μαθητή και επιστήθιο φίλο.

Φίλος του Ιησού και ο Λάζαρος. Όταν αρρώστησε, οι αδελφές του τού έστειλαν μήνυμα να έρθει αμέσως. Εκείνος μόλις είχε ξεφύγει από τους Ιουδαίους, που ήθελαν να τον λιθοβολήσουν όταν τους είπε: «υἱὸς τοῦ Θεοῦ εἰμι» (Ιωάν. 10, 36). Έχει προηγηθεί μια αλυσίδα θαυμάτων, από τον γάμο στην Κανά, μέχρι τη θεραπεία του τυφλού, που αποδείχνουν «τοῦ λόγου τὸ ἀληθές».[1] Τώρα σειρά έχει η ισχυρότερη απόδειξη της θεότητάς του, η εξουσία απάνω στο θάνατο.


Ο Χριστός αργοπορεί ηθελημένα δυο μέρες και, όταν ο Λάζαρος πέθανε, ξεκινά με τους μαθητές για τη Βηθανία. Στο δρόμο τον προϋπαντά η Μάρθα. Είναι εκείνη που μεριμνούσε και τύρβαζε «περὶ πολλά» (Λουκ. 10, 41), τακτοποιούσε και φρόντιζε τα πάντα, μέχρι που σκόνταψε στο απρογραμμάτιστο, πλην όμως βέβαιο· το θάνατο του αδελφού.


Την αγαπά τη Μάρθα ο Ιησούς, όπως αγαπά και τον Λάζαρο. Γιατί και οι δυο πιστεύουν στην αποστολή του, ίσως περισσότερο ακόμα και από τους δώδεκα μαθητές. Στον σύντομο διάλογο που ακολουθεί, η Μάρθα μας εισάγει στο Πάσχα ως ευαγγελίστρια: «ναί, Κύριε, ἐγὼ πεπίστευκα ὅτι σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ ὁ εἰς τὸν κόσμον ἐρχόμενος» (Ιωάν. 11, 27).


Υπάρχει μια σπουδαία μικρή φορητή εικόνα του Θεοφάνη του Κρητικού, που παρουσιάζει τον Χριστό, μπροστά στον τάφο του Λαζάρου να κλαίει. Σπάνιο δείγμα δραματικότητας για τη συνήθως θεολογικά αυστηρή εκκλησιαστική εικόνα. Η καινοτομία, όμως, του Θεοφάνη δεν είναι παρά υποταγή στον Ιωάννη. «Ἐδάκρυσεν ὁ Ἰησοῦς» (Ιωάν. 11, 35), όταν βρέθηκε ανάμεσα σε όσους θρηνούσαν τον Λάζαρο. Στην ομολογία της Μάρθας για τη θεότητά του προστίθεται η μαρτυρία του Ιωάννη για την ανθρωπότητα του φίλου Ιησού. Ο Χριστός, ως απεσταλμένος Υιός, όλος Θεός και τέλειος Άνθρωπος, έχει την εξουσία να κραυγάσει: «Λάζαρε δεῦρο ἔξω» (Ιωάν. 11, 43)!


Η ανάσταση του Λαζάρου αποδεικνύει τον Ιησού της Ναζαρέτ πραγματικό βασιλέα της ζωής και του θανάτου. Δείχνει την κυριότητά του απάνω στον κόσμο και την ιστορία και προεικονίζει την τελική του νίκη απάνω στο θάνατο.


Αύριο, Κυριακή των Βαΐων, ο όχλος θα τον υποδεχθεί θριαμβευτικά στα Ιεροσόλυμα. Τα παιδιά θα τον ζητωκραυγάσουν, καθώς οι Γραμματείς και Φαρισαίοι, οι πρόσκαιροι διαχειριστές της εξουσίας και της ιστορίας, «οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν» (Μάρκ. 10, 42) θα ζητήσουν να θανατωθεί…


Μπλάθρας Κωνσταντίνος, Δέκα σκαλιά για την Ανάσταση, 1η έκδ., Αθήνα, Μαΐστρος, 2008.



Λάζαρος

 Δέλτα Πηνελόπη


Στην Περαία όπου έμεινε ο Ιησούς, του ήλθε ένα μήνυμα από τη Βηθανία. Ο Λάζαρος ήταν βαριά άρρωστος, και οι αδελφές του μηνούσαν του Ιησού:


– Κύριε, εκείνος που αγαπάς είναι άρρωστος.


Δεν ήταν επιτακτικό κάλεσμα να έλθει, μα το μήνυμα αυτό έλεγε διάφανα το φόβο μην πάθει τίποτα ο Λάζαρος, και την ελπίδα πως θα τρέξει ο Ιησούς να σώσει το φίλο του.


Ο Ιησούς όμως σαν το άκουσε δεν ταράχθηκε, αν και αγαπούσε πολύ τον Λάζαρο και τις αδελφές του, τη Μάρθα και τη Μαρία. Αποκρίθηκε και είπε:


– Αυτή η αρρώστια δεν είναι για θάνατο, αλλά για τη δόξα του Θεού, για να δοξαστεί μέσον της ο υιός του Θεού.


Έστειλε το μήνυμα αυτό, και έμεινε άλλες δυο μέρες στην Περαία, τελειώνοντας την εκεί αρχισμένη του εργασία. Ύστερα από τις δυο αυτές μέρες, λέγει στους μαθητές του:


– Πάμε πάλι στην Ιουδαία.


Τρόμος έπιασε τους μαθητές.


– Δάσκαλε, του είπαν, τώρα ακόμα γύρευαν να σε λιθοβολήσουν οι Ιουδαίοι, και πάλι πηγαίνεις εκεί;


Γαλήνια τους αποκρίθηκε ο Ιησούς:


– Δώδεκα δεν είναι οι ώρες της ημέρας; Ένας που περπατά μέρα δε σκοντάφτει, γιατί βλέπει το φως τούτου του κόσμου ένας όμως που περπατά νύχτα σκοντάφτει γιατί το φως δεν είναι μέσα του.


Δηλ. ένας, που περπατά ίσια και κάνει το καθήκον του, δε φοβάται τίποτα εκείνος που παίρνει στραβό δρόμο φοβάται, γιατί δεν έχει το φως της συνειδήσεως μέσα του να τον οδηγεί.


Και ύστερα τους είπε ο Ιησούς:


– Ο Λάζαρος ο φίλος μου αποκοιμήθηκε αλλά πηγαίνω να τον ξυπνήσω.


Με την ελπίδα ίσως να τον αποτρέψουν από το ταξίδι στην Ιουδαία, και χωρίς καθόλου να καταλάβουν τα λόγια του, του είπαν οι μαθητές του:


– Κύριε, αν κοιμάται θα πει πως θα σωθεί.


Τότε φανερά τους είπε ο Ιησούς:


– Ο Λάζαρος απέθανε, και χαίρομαι για σας και για την πίστη σας, που δεν ήμουν εκεί. Μα πάμε τώρα κοντά του.


Στην απελπισία του, βλέποντας τον Ιησού αποφασισμένο, είπε τότε ο Θωμάς ο Δίδυμος στους συμμαθητές του:


– Πάμε λοιπόν κι εμείς για να πεθάνομε μαζί του.


Και όλη η συντροφιά, ακολουθώντας τον Ιησού, πέρασε τον Ιορδάνη και τράβηξε για τη Βηθανία.


Ο Λάζαρος είχε πεθάνει την ίδια μέρα που έλαβε ο Ιησούς το μήνυμα, ώστε, με τις δυο μέρες που πέρασε ακόμα στην Περαία και με το ταξίδι, ήταν τέσσερις μέρες στο μνήμα, όταν έφθασε ο Ιησούς απέξω από το χωριό.


Η Ιερουσαλήμ ήταν μόνο δεκαπέντε στάδια από τη Βηθανία. Όταν μαθεύτηκε λοιπόν εκεί πως ο θάνατος μαύρισε το αρχοντόσπιτο της Βηθανίας, όλοι οι φίλοι και γνωστοί Ιουδαίοι έτρεξαν στο γειτονικό χωριό, να παρηγορήσουν τις δυο αδελφές και να μοιρολογήσουν μαζί τους.


Ανάμεσα στα μοιρολόγια, στις νεκρικές μουσικές, στους ύμνους και στους θρήνους, έμαθε η Μάρθα τον ερχομό του Ιησού, και, αφήνοντας τη Μαρία στο σπίτι, έτρεξε να τον προαπαντήσει.


Και του είπε η Μάρθα κλαίγοντας:


– Κύριε, αν ήσουν εδώ, ο αδελφός μου δε θα πέθαινε.


Και με όλη της τη λύπη, και, σα να ξύπνησε μέσα της κάποια αόριστη ελπίδα, μόνο που έβλεπε πάλι τον Ιησού, πρόσθεσε:


– Μα ακόμα και τώρα, ξέρω πως ό,τι αν ζητήσεις του Θεού, θα σου το δώσει ο Θεός.


Ο Ιησούς της αποκρίθηκε:


– Θ’ αναστηθεί ο αδελφός σου.


Οι περισσότεροι Εβραίοι, και προπάντων οι Φαρισαίοι, πίστευαν πως όταν θ’ άρχιζε η Βασιλεία του Μεσσία, θ’ αναστήνουνταν οι θεοφοβούμενοι και οι αγαθοί. Αυτή την ανάσταση έχοντας στο νου της, αποκρίθηκε η Μάρθα:


– Το ξέρω πως θ’ αναστηθεί στην ανάσταση της τελευταίας μέρας.


Και της είπε ο Ιησούς:


– Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή.


Και τη ρώτησε:


– Το πιστεύεις αυτό;


Του αποκρίθηκε η Μάρθα:


– Ναι, Κύριε, πιστεύω πως είσαι ο Χριστός, ο υιός του Θεού που είναι να έλθει στον κόσμο.


Τότε την έστειλε ο Ιησούς να φωνάξει τη Μαρία. Και έφυγε η Μάρθα και γύρισε στο σπίτι, όπου φώναξε την αδελφή της κρυφά, μη και ακούσουν οι Ιουδαίοι συγγενείς και φίλοι μαζεμένοι εκεί. Και της είπε:


– Ήλθε ο Δάσκαλος και σε ζητά.


Εκείνη, καθώς το άκουσε, σηκώθηκε βιαστικά και πήγε να τον βρει.


Ο Ιησούς δεν είχε μπει στο χωριό, μόνο περίμενε στο μέρος όπου τον είχε απαντήσει η Μάρθα.


Οι φίλοι όμως και οι γνωστοί, που μοιρολογούσαν με τη Μαρία, βλέποντάς τη να φεύγει, είπαν πως πηγαίνει στον τάφο να κλάψει, και την ακολούθησαν.


Η Μαρία λοιπόν, σαν έφθασε στο μέρος όπου ήταν ο Ιησούς, καθώς τον είδε, ρίχθηκε στα πόδια του και, ξεσπάζοντας στα κλάματα, του φώναξε:


– Κύριε, αν ήσουν εδώ, δε θα μου πέθαινε ο αδελφός μου.


Όλοι γύρω έκλαιγαν.


Ο Ιησούς, βλέποντας τη Μαρία να κλαίγει, καθώς και τους φίλους της Ιουδαίους, συγκινήθηκε βαθιά, και η ψυχή του ταράχθηκε.


Και τους ρώτησε:


– Πού τον εβάλατε;


Του αποκρίθηκαν:


– Κύριε, έλα να δεις.


Εδάκρυσε ο Ιησούς. Και, βλέποντάς τον που έκλαιγε, έλεγαν οι Ιουδαίοι αναμεταξύ τους:


– Για δες πώς τον αγαπούσε!


Μερικοί απ’ αυτούς είπαν:


– Δεν μπορούσε τούτος, που άνοιξε τα μάτια του τυφλού, να κάμει και τούτον να μην πεθάνει;


Ο Ιησούς, ταραγμένος πολύ, έφθασε εμπρός στον τάφο. Ήταν σαν τους περισσότερους τάφους των πλουσίων Εβραίων, ένας όρθιος βράχος με φαρδύ χαμηλό άνοιγμα σκαμμένο μες στο βράχο, και κλεισμένο με μια βαριά πέτρα.


Λέγει ο Ιησούς:


– Σηκώσετε την πέτρα.


Ταραγμένη λέγει η Μάρθα:


– Κύριε, μυρίζει πια, γιατί είναι τέταρτη μέρα σήμερα!


Της λέγει ο Ιησούς:


– Δε σου είπα πως αν πιστέψεις θα δεις τη δόξα του Θεού;


Κύλησαν λοιπόν την πέτρα, και όλοι τραβήχθηκαν πίσω ανατριχιάζοντας. Μέσα φάνηκε ο νεκρός ξαπλωμένος, τυλιγμένος στα σάβανά του.


Ο Ιησούς, όρθιος εμπρός στον ανοιχτό τάφο, σήκωσε τα μάτια του ψηλά και είπε:


– Πατέρα, σ’ ευχαριστώ που με άκουσες. Εγώ όμως το ήξερα πως πάντοτε με ακούς. Αλλά το λέγω για το λαό τριγύρω, για να πιστέψει πως εσύ μ’ έστειλες. Και αφού είπε αυτά, με φωνή μεγάλη φώναξε:


– Λάζαρε, έλα έξω!


Στο βάθος του σκοτεινού τάφου, είδαν τότε τον πεθαμένο να σαλεύει, ν’ ανασηκώνεται, και σα φάντασμα να προβάλλει, τυλιγμένος στο σάβανο του, χέρια και πόδια φασκιωμένα, το πρόσωπο δεμένο με το προσόψι που βαστούσε κλειστό το στόμα του νεκρού σηκώθηκε ο Λάζαρος και βγήκε από τον τάφο, και στάθηκε εμπρός σε όλους που φρικιασμένοι τον κοίταζαν.


Λάζαρος


Τους είπε ο Ιησούς:


– Λύσετέ τον, και αφήσετέ τον να πάγει.


Και ενώ με τρεμάμενα χέρια του έλυναν τις φασκιές, μερικοί Ιουδαίοι, που ως εκείνη την ώρα θεωρούσαν τον Ιησού ψευτοπροφήτη και λαοπλάνο, έπεσαν στα πόδια του και τον προσκύνησαν. Άλλοι όμως, πεισμωμένοι στην απιστία τους, βλέποντας τις αδελφές του Λαζάρου παραζαλισμένες από την ανέλπιστη χαρά τους, επωφελήθηκαν από τη γενική σύγχιση και έφυγαν απαρατήρητοι.


Έτρεξαν στην Ιερουσαλήμ, βρήκαν τους αρχιερείς και άλλους άρχοντες, και διηγήθηκαν τι είχε κάνει ο Ιησούς.


Φαρισαίοι και αρχιερείς μαζεύθηκαν αμέσως σε συμβούλιο. Ν’ αρνηθούν το θαύμα ήταν αδύνατο· και όμως δεν ήθελαν να παραδεχθούν τον Ιησού ως Χριστό υιό του Θεού. — Πρέπει κάτι να γίνει, έλεγαν ανήσυχοι, γιατί ο άνθρωπος αυτός πολλά σημεία κάνει. Αν το αφήσομε έτσι, όλοι θα πιστέψουν σ’ εκείνον και τότε θα έλθουν οι Ρωμαίοι να μας καταστρέψουν και την πατρίδα και το έθνος.


Ο μεγάλος φόβος των αρχιερέων και μεγαλουσιάνων ήταν μην πιστέψει ο λαός πως ο Ιησούς ήταν ο Μεσσίας που περίμεναν, και μη θελήσει να τον κάνει βασιλέα. Ο Μεσσίας έλεγε η παράδοση, θα κατάγεται από τον Δαυίδ, και θα παρουσιαστεί με μεγαλεία και δόξες ανήκουστες ως τότε· θα έχει εξουσία θεϊκή ν’ ανασταίνει νεκρούς και να γιατρεύει αρρώστους· θα διώξει τους Ρωμαίους, και θα ελευθερώσει το διαλεχτό λαό του Θεού, μοιράζοντας σε όλους πλούτη και εξουσία σε τούτη τη ζωή και στην άλλη.


Μα ο Ιησούς είχε παρουσιαστεί φτωχός, χωρίς καμιά από τις εξωτερικές δόξες και τα υλικά μεγαλεία που είχε δημιουργήσει η φαντασία τους και η εβραίικη αντίληψη της μεσσιακής εξουσίας. Πώς λοιπόν να παραδεχθούν, αυτοί οι πιο φωτισμένοι άρχοντες του Ισραήλ, πως ο μικρογεννημένος αυτοδίδακτος Γαλιλαίος, βγαλμένος από τα φτωχά στρώματα του λαού, ήταν ο πολυπόθητος Μεσσίας, που θα τους έσωζε από τους Ρωμαίους και θα ελευθέρωνε το έθνος; Μόνο καταστροφές μπορούσε να φέρει στο λαό τους ο επαναστάτης Ιησούς, όπως το είχαν κάνει διάφοροι άλλοι ψευτοπροφήτες λαοπλάνοι, με τ’ αδιάκοπα ξεσηκώματά τους, που έδιναν αφορμή στους Ρωμαίους να πνίγουν τον τόπο στο αίμα.


Αυτά έλεγαν αναμεταξύ τους τα συναθροισμένα μέλη του Συνεδρίου.


Πρόεδρος του συμβουλίου ήταν ένας Ιωσήφ Καϊάφας, από σημαντική οικογένεια των Σαδδουκαίων. Τον είχε διορίσει αρχιερέα ο Ρωμαίος διοικητής της Συρίας, Βαλέριος Γράτος, και είχε στεφανωθεί την κόρη του Άννα, του άλλοτε αρχιερέα, που συνεδρίαζε και αυτός στο Σανχεδρίν. Ο γάμος αυτός του έδινε ακόμη περισσότερη δύναμη και σημασία ανάμεσα στους Εβραίους.


Καθώς άκουσε τη συζήτηση κι ένιωσε δισταγμό, σαν κάποιο φόβο στο συμβούλιο, θύμωσε ο Καϊάφας, και παίρνοντας το λόγο τους είπε:


– Εσείς δεν ξέρετε τίποτα, ούτε συλλογίζεστε πως μας συμφέρει καλύτερα ένας άνθρωπος να πεθάνει για το καλό του λαού, παρά να χαθεί ολόκληρο το έθνος.


Οι Εβραίοι θεωρούσαν πως τη στιγμή που ένας γίνουνταν αρχιερέας, αποκτούσε και το δώρο της προφητείας. Και ήταν, αλήθεια, σαν προφητεία τα λόγια του Καϊάφα, γιατί ο θάνατος του Ιησού έμελλε να σώσει όχι μόνο τους Εβραίους, αλλά και όλη την ανθρωπότητα.


Ευθύς παραδέχθηκε το Συμβούλιο τα λόγια του Καϊάφα, και αποφάσισε το θάνατο του Ιησού.


Η διαταγή ήταν να μείνει μυστική, αλλ’ είτε ειδοποιήθηκε ο Ιησούς μυστικά από τον Νικόδημο, που ήταν και αυτός μέλος του Συνέδριου, είτε βγήκε το μυστικό από αλλού, το έμαθε ο Ιησούς και έφυγε, και πήγε στην Εφραΐμ, μικρή ασήμαντη χώρα, σ’ ένα ύψωμα στην έρημο, μερικά στάδια βόρεια της Ιερουσαλήμ.


Εκεί, έμεινε μόνος με τους δώδεκα, διδάσκοντάς τους τις τελευταίες μεγάλες διδαχές του. Τους ετοίμαζε για τη μεγάλη τους αποστολή ανάμεσα στους ανθρώπους, όπου έμελλαν να σκορπιστούν, Απόστολοι της νέας θρησκείας που άφηνε ο Ιησούς σαν ευλογία στην ανθρωπότητα.


Πλησίαζε πάλι το Πάσχα των Εβραίων, και, όπως κάθε χρόνο, πολλοί ανέβηκαν στα Ιεροσόλυμα από τα περίχωρα, για να εκτελέσουν τα ιερά τους καθήκοντα και να ξεπλυθούν από τις αμαρτίες τους.


Ζητούσαν λοιπόν οι προσκυνητές τον Ιησού, στα πλήθη και στη χώρα, και δεν τον έβρισκαν. Και στο ναό μέσα μαζεμένοι, ρωτούσαν ο ένας τον άλλο:


– Τι νομίζετε; Δε θα έλθει στην εορτή;


Οι Ιουδαίοι τον ζητούσαν και αυτοί παντού, μα δεν τον έβρισκαν λίγοι πιστοί ίσως να γνώριζαν το μέρος όπου βρίσκουνταν ο Ιησούς· και όμως, όταν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι, βλέποντας πως τους ξέφυγε, έβγαλαν μια διαταγή προστάζοντας όποιον ξέρει πού βρίσκεται, να έλθει να το πει και να πάρει αμοιβή, δε βρέθηκε κανένας να τον προδώσει.




Δέλτα Πηνελόπη, Η ζωή του Χριστού, 4η έκδ., Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2000.

Η έγερση του Λαζάρου

 Γκότσης Χρήστος


Το τελευταίο Σάββατο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής λέγεται Σάββατο του αγίου και δικαίου Λαζάρου, γιατί την ημέρα αυτή η Εκκλησία μας εορτάζει την έγερση του αγαπημένου φίλου του Κυρίου, του Λαζάρου.


Για το θαύμα αυτό μας πληροφορεί ο Ευαγγελιστής Ιωάννης (11, 1-45), ο οποίος διεξοδικά γράφει για την αρρώστια και το θάνατο του Λαζάρου και πώς ο Κύριος πήγε στη Βηθανία, όπου έμενε ο Λάζαρος με τις αδελφές του Μαρία και Μάρθα, για να τον αναστήσει.


Η έγερση του Λαζάρου


Προξενεί εντύπωση, πρώτο, ότι ο Κύριος προετοιμάζει αυτό το θαύμα. Έρχεται στη Βηθανία τέσσερις μέρες μετά το θάνατο του φίλου του, αν και ειδοποιήθηκε από τους οικείους του Λαζάρου για την αρρώστια. Η τελευταία δεν τον ανησυχεί, γιατί «οὐκ ἔστι πρὸς θάνατον, ἀλλ᾿ ὑπὲρ τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ δι᾿ αὐτῆς». Στη συνέχεια, ύστερα από δύο ημέρες, αναγγέλλει στους μαθητές του, πως ο φίλος του «κεκοίμηται καὶ πορεύεται ἵνα ἐξυπνήσῃ αὐτόν».


Δεύτερο, σε αντίθεση με άλλα θαύματα, τα οποία ο Κύριος απαγορεύει να κοινολογηθούν (βλέπ. π.χ. το θαύμα της ανάστασης της κόρης του Ιαείρου, Λουκ. 8, 41-56), το θαύμα αυτό κάνει δημόσια, ακριβώς για να διαδοθεί και να πιστέψουν στη θεότητά του.


Για να εκτιμήσουμε την προσπάθεια του ορθόδοξου αγιογράφου να απεικονίσει το θαύμα στη σχετική εικόνα σύμφωνα με την ευαγγελική διήγηση, είναι ανάγκη να παραθέσουμε μερικά αποσπάσματα από το Ευαγγέλιο της εορτής.


«Καὶ εἶπε (ο Ιησούς)· ποῦ τεθείκατε αὐτόν; Λέγουσιν αὐτῷ· Κύριε, ἔρχου καὶ ἴδε. Ἐδάκρυσεν ὁ Ἰησοῦς… Ἰησοῦς οὖν, πάλιν ἐμβριμώμενος ἐν ἑαυτῷ (= ενώ πάλι επίπληττε μέσα του τη συγκίνηση για να τη συγκρατήσει), ἔρχεται εἰς τὸ μνημεῖον· ἦν δὲ σπήλαιον, καὶ λίθος ἐπέκειτο ἐπ᾿ αὐτῷ. Λέγει ὁ Ἰησοῦς· ἄρατε τὸν λίθον. Λέγει αὐτῷ ἡ ἀδελφὴ τοῦ τεθνηκότος Μάρθα· Κύριε, ἤδη ὄζει (= βρωμάει)· τεταρταῖος γάρ ἐστι… Ἦραν οὖν τὸν λίθον οὗ ἦν ὁ τεθνηκὼς κείμενος… Ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς… φωνῇ μεγάλῃ ἐκραύγασε· Λάζαρε, δεῦρο ἔξω. Καὶ ἐξῆλθεν ὁ τεθνηκὼς δεδεμένος τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας κειρίαις (= με λευκές ταινίες), καὶ ἡ ὄψις αὐτοῦ σουδαρίῳ περιεδέδετο (= ήταν δεμένη με μαντήλι). Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· λύσατε αὐτὸν καὶ ἄφετε ὑπάγειν» (Ιω. 11, 34-44).


Όπως φαίνεται από το παραπάνω απόσπασμα, ο Κύριος ανασταίνοντας το Λάζαρο, έδειξε τις δύο του φύσεις: την ανθρώπινη και τη θεία. Η πρώτη δηλώνεται με την ερώτηση του «ποῦ τεθείκατε αὐτόν», τη συγκίνηση της καρδιά του και τα δάκρυα που ανέβηκαν στα μάτια του. Ταυτόχρονα με την ανθρώπινη φύση εκδηλώνεται και η θεία φύση του Κυρίου. Τη βλέπουμε όταν προλέγει το θάνατο του Λαζάρου κι όταν τον ανασταίνει με τον παντοδύναμο πρόσταγμά του «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω». Όπως λέει ο Μ. Αθανάσιος, «πυνθάνεται γὰρ ἀνθρωπίνως, ποῦ Λάζαρος κεῖται, έγείρει δὲ τοῦτον θεϊκῶς» (ΒΕΠ 33, 169).


Από τα πολλά τροπάρια που υπογραμμίζουν τη θεανθρώπινη φύση του Κυρίου αναφέρουμε το α΄ στιχηρό των αίνων· «Ἀνάστασις καὶ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων ὑπάρχων Χριστέ, ἐν τῷ μνήματι Λαζάρου ἐπέστης, πιστούμενος ἡμῖν τὰς δύο οὐσίας σου μακρόθυμε, ὅτι Θεὸς καὶ ἄνθρωπος ἐξ ἁγνῆς Παρθένου παραγέγονας· ὡς μὲν γὰρ βροτός, ἐπηρώτας, ποῦ τέθαπται; ὡς δὲ Θεὸς ἀνέστησας, ζωηφόρῳ νεύματι, τὸν τετραήμερον».


Η ανάσταση του Λαζάρου ήταν η καλύτερη απόδειξη που έδειχνε την επικείμενη Ανάσταση του Χριστού και το προανάκρουσμα της κοινής αναστάσεως, της αναστάσεως των νεκρών. Η ιερή ακολουθία της εορτής τονίζει και τις δύο αυτές αλήθειες. «Λάζαρον τεθνεῶτα, τετραήμερον ἀνέστησας ἐξ ᾍδου Χριστέ, πρὸ τοῦ σοῦ θανάτου διασείσας τοῦ θανάτου τὸ κράτος καὶ δι᾿ ἑνὸς προσφιλοῦς, τὴν πάντων ἀνθρώπων προμηνύων ἐκ φθορᾶς ἐλευθερίαν… (β΄ στιχηρό των αίνων).


Τέλος, πρέπει να παρατηρήσουμε πως η ιερή ακολουθία του Σαββάτου του Λαζάρου και εκείνη της Κυριακής των Βαΐων έχουν το ίδιο απολυτίκιο. Ακόμη τα τροπάρια και των δύο εορτών έχουν ανάμικτα στους στίχους τους τα δύο γεγονότα, της ανάστασης του Λαζάρου και της εισόδου του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα. Αυτό γίνεται, γιατί τα γεγονότα αυτά της ζωής του Κυρίου εορτάζονται σε δύο διαδοχικές μέρες και προοιμιάζονται μ’ αυτές το Πάθος και η Ανάστασή του. Στο κοινό απολυτίκιο φαίνεται καθαρά η σύζευξη του θαύματος της Έγερσης του Λαζάρου και της θριαμβευτικής εισόδου. «Τὴν κοινὴν Ἀνάστασιν πρὸ τοῦ σοῦ πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τὸν Λάζαρον, Χριστὲ ὁ Θεός· ὅθεν καὶ ἡμεῖς ὡς οἱ Παῖδες, τὰ τῆς νίκης σύμβολα φέροντες, σοὶ τῷ Νικητῇ τοῦ θανάτου βοῶμεν· Ὠσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος, ἐν ὀνόματι Κυρίου».


Περιγραφή της εικόνας


Η παράσταση μας μεταφέρει έξω από την πόλη, σε βράχους. Σ’ έναν από αυτούς, όπως συνήθιζαν οι Ιουδαίου, ήταν λαξευμένο το μνήμα του Λαζάρου. Δεσπόζει κι εδώ η μορφή του Χριστού. Βλέπουμε τη θλίψη του, αλλά μαντεύουμε και τη θεότητά του. Την τελευταία προδίδουν, πρώτο, η μεγαλοπρεπής στάση του και, δεύτερο, το γεγονός ότι οι Ιουδαίοι (τους βλέπουμε στη δεξιά ομάδα των προσώπων) κοιτάζουν το Χριστό και όχι το Λάζαρο. Το ένα χέρι του Κυρίου κρατάει ειλητό και το άλλο με εκφραστική κίνηση εκτείνεται προς το Λάζαρο. Με το πρόσταγμά του ο Λάζαρος ανασταίνεται. Ένας νέος αφαιρεί τις ταινίες κι ένας άλλος σηκώνει την πλάκα του τάφου. Εντυπωσιακές οι αδελφές του Λαζάρου. Προσκυνούν τον Κύριο έχοντας στα πρόσωπά τους χαραγμένη την άφατη λύπη τους. Ωραία παρατηρήθηκε, πως, πως «όλοι οι εικονιζόμενοι αποτελούν, απλά και μόνο, διαφορετικές αποχρώσεις και ψυχολογικές διαβαθμίσεις του ίδιου συναισθήματος, της ίδιας ψυχολογικής κατάστασης – της βαθειάς ευλάβειας μπροστά στο γεγονός: από την ήρεμη κίνηση των Αποστόλων ως το γεμάτο αυταπάρνηση οδυρμό της Μαρίας» (Εικόνες της κρητικής τέχνης… σ. 364).


Έτσι η εικόνα μας εκτός από το θεϊκό της στοιχείο έχει και το ανθρώπινο. Άλλες εικόνες, όπως της Αναλήψεως, της Αναστάσεως κ.α. έχουν κρυμμένο το μυστήριό τους και φανερό το συμβολικό τους χαρακτήρα. Εδώ τα πράγματα είναι κατανοητά και φανερά. Ο Ουσπένσκη που λέει αυτά, συνοψίζει· «Η εικόνα μεταδίδει την εξωτερική, φυσική πλευρά του θαύματος, κάνοντάς την προσιτή στην ανθρώπινη αντίληψη και έρευνα,, όπως όταν τελέστηκε το θαύμα και όπως ακριβώς αναφέρεται στα Ευαγγέλια».


Η παράσταση συγκινεί με τα πρόσωπα των Εβραίων που έτρεξαν να παρηγορήσουν τις πονεμένες αδελφές του Λαζάρου. Γίνονται αυτόπτες μάρτυρες του θαύματος και πολλοί «θεασάμενοι ἃ ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν».


Η εικόνα της Έγερσης του Λαζάρου μας προτρέπει να θυμηθοὐμε τα βαρυσήμαντα λόγια του Κυρίου· «Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή. Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ, ζήσεται· καὶ πᾶς ὁ ζῶν καὶ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ ἀποθάνῃ εἰς τὸν αἰῶνα» (Ιω. 11, 25-26).




Γκότσης Χρήστος, Ο μυστικός κόσμος των βυζαντινών εικόνων, Τόμος πρώτος, 2η έκδ., Αθήνα, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, 1995