Σάββατο 4 Απριλίου 2026

Κάλαντα Λαζάρου


 

Δοξαστικό Εσπερινού Κυριακής των Βαϊων


 

Σάββατο του Λαζάρου Στιχηρά αίνων


 

Δοξαστικό τῶν Αἴνων, Σάββατο τοῦ Λαζάρου


 

Τα δάκρυα του φίλου

 Μπλάθρας Κωνσταντίνος


Το Σάββατο του Λαζάρου μας εισάγει στην πορεία του Χριστού στο Πάθος και την Ανάσταση. Είναι η πρώτη από τις δεσποτικές εορτές του Πάσχα, με την οποία ολοκληρώνεται η περίοδος και η νηστεία της μεγάλης τεσσαρακοστής. Αύριο μπαίνουμε στη μεγάλη εβδομάδα.


Τα δάκρυα του φίλου


Ο Λάζαρος, που ζούσε με τις αδελφές του, Μάρθα και Μαρία, στη Βηθανία, μια κωμόπολη λίγο έξω από τα Ιεροσόλυμα, ήταν τέσσερις μέρες νεκρός, θαμμένος ήδη, σύμφωνα με τα ιουδαϊκά έθιμα, καθώς ο Χριστός βρισκόταν στην αντίπερα όχθη του Ιορδάνη. Είναι σπουδαία η αφηγηματική και θεολογική δεινότητα του Ιωάννη στην ιστορία αυτή.


Η εκκλησία αρχίζει, ακριβώς, από το κατά Ιωάννην τα αναγνώσματα του ευαγγελίου της εβδομάδας του Πάσχα, για να καταλήξει στην Ανάσταση και πάλι στον Ιωάννη, τον μαθητή και επιστήθιο φίλο.

Φίλος του Ιησού και ο Λάζαρος. Όταν αρρώστησε, οι αδελφές του τού έστειλαν μήνυμα να έρθει αμέσως. Εκείνος μόλις είχε ξεφύγει από τους Ιουδαίους, που ήθελαν να τον λιθοβολήσουν όταν τους είπε: «υἱὸς τοῦ Θεοῦ εἰμι» (Ιωάν. 10, 36). Έχει προηγηθεί μια αλυσίδα θαυμάτων, από τον γάμο στην Κανά, μέχρι τη θεραπεία του τυφλού, που αποδείχνουν «τοῦ λόγου τὸ ἀληθές».[1] Τώρα σειρά έχει η ισχυρότερη απόδειξη της θεότητάς του, η εξουσία απάνω στο θάνατο.


Ο Χριστός αργοπορεί ηθελημένα δυο μέρες και, όταν ο Λάζαρος πέθανε, ξεκινά με τους μαθητές για τη Βηθανία. Στο δρόμο τον προϋπαντά η Μάρθα. Είναι εκείνη που μεριμνούσε και τύρβαζε «περὶ πολλά» (Λουκ. 10, 41), τακτοποιούσε και φρόντιζε τα πάντα, μέχρι που σκόνταψε στο απρογραμμάτιστο, πλην όμως βέβαιο· το θάνατο του αδελφού.


Την αγαπά τη Μάρθα ο Ιησούς, όπως αγαπά και τον Λάζαρο. Γιατί και οι δυο πιστεύουν στην αποστολή του, ίσως περισσότερο ακόμα και από τους δώδεκα μαθητές. Στον σύντομο διάλογο που ακολουθεί, η Μάρθα μας εισάγει στο Πάσχα ως ευαγγελίστρια: «ναί, Κύριε, ἐγὼ πεπίστευκα ὅτι σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ ὁ εἰς τὸν κόσμον ἐρχόμενος» (Ιωάν. 11, 27).


Υπάρχει μια σπουδαία μικρή φορητή εικόνα του Θεοφάνη του Κρητικού, που παρουσιάζει τον Χριστό, μπροστά στον τάφο του Λαζάρου να κλαίει. Σπάνιο δείγμα δραματικότητας για τη συνήθως θεολογικά αυστηρή εκκλησιαστική εικόνα. Η καινοτομία, όμως, του Θεοφάνη δεν είναι παρά υποταγή στον Ιωάννη. «Ἐδάκρυσεν ὁ Ἰησοῦς» (Ιωάν. 11, 35), όταν βρέθηκε ανάμεσα σε όσους θρηνούσαν τον Λάζαρο. Στην ομολογία της Μάρθας για τη θεότητά του προστίθεται η μαρτυρία του Ιωάννη για την ανθρωπότητα του φίλου Ιησού. Ο Χριστός, ως απεσταλμένος Υιός, όλος Θεός και τέλειος Άνθρωπος, έχει την εξουσία να κραυγάσει: «Λάζαρε δεῦρο ἔξω» (Ιωάν. 11, 43)!


Η ανάσταση του Λαζάρου αποδεικνύει τον Ιησού της Ναζαρέτ πραγματικό βασιλέα της ζωής και του θανάτου. Δείχνει την κυριότητά του απάνω στον κόσμο και την ιστορία και προεικονίζει την τελική του νίκη απάνω στο θάνατο.


Αύριο, Κυριακή των Βαΐων, ο όχλος θα τον υποδεχθεί θριαμβευτικά στα Ιεροσόλυμα. Τα παιδιά θα τον ζητωκραυγάσουν, καθώς οι Γραμματείς και Φαρισαίοι, οι πρόσκαιροι διαχειριστές της εξουσίας και της ιστορίας, «οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν» (Μάρκ. 10, 42) θα ζητήσουν να θανατωθεί…


Μπλάθρας Κωνσταντίνος, Δέκα σκαλιά για την Ανάσταση, 1η έκδ., Αθήνα, Μαΐστρος, 2008.



Λάζαρος

 Δέλτα Πηνελόπη


Στην Περαία όπου έμεινε ο Ιησούς, του ήλθε ένα μήνυμα από τη Βηθανία. Ο Λάζαρος ήταν βαριά άρρωστος, και οι αδελφές του μηνούσαν του Ιησού:


– Κύριε, εκείνος που αγαπάς είναι άρρωστος.


Δεν ήταν επιτακτικό κάλεσμα να έλθει, μα το μήνυμα αυτό έλεγε διάφανα το φόβο μην πάθει τίποτα ο Λάζαρος, και την ελπίδα πως θα τρέξει ο Ιησούς να σώσει το φίλο του.


Ο Ιησούς όμως σαν το άκουσε δεν ταράχθηκε, αν και αγαπούσε πολύ τον Λάζαρο και τις αδελφές του, τη Μάρθα και τη Μαρία. Αποκρίθηκε και είπε:


– Αυτή η αρρώστια δεν είναι για θάνατο, αλλά για τη δόξα του Θεού, για να δοξαστεί μέσον της ο υιός του Θεού.


Έστειλε το μήνυμα αυτό, και έμεινε άλλες δυο μέρες στην Περαία, τελειώνοντας την εκεί αρχισμένη του εργασία. Ύστερα από τις δυο αυτές μέρες, λέγει στους μαθητές του:


– Πάμε πάλι στην Ιουδαία.


Τρόμος έπιασε τους μαθητές.


– Δάσκαλε, του είπαν, τώρα ακόμα γύρευαν να σε λιθοβολήσουν οι Ιουδαίοι, και πάλι πηγαίνεις εκεί;


Γαλήνια τους αποκρίθηκε ο Ιησούς:


– Δώδεκα δεν είναι οι ώρες της ημέρας; Ένας που περπατά μέρα δε σκοντάφτει, γιατί βλέπει το φως τούτου του κόσμου ένας όμως που περπατά νύχτα σκοντάφτει γιατί το φως δεν είναι μέσα του.


Δηλ. ένας, που περπατά ίσια και κάνει το καθήκον του, δε φοβάται τίποτα εκείνος που παίρνει στραβό δρόμο φοβάται, γιατί δεν έχει το φως της συνειδήσεως μέσα του να τον οδηγεί.


Και ύστερα τους είπε ο Ιησούς:


– Ο Λάζαρος ο φίλος μου αποκοιμήθηκε αλλά πηγαίνω να τον ξυπνήσω.


Με την ελπίδα ίσως να τον αποτρέψουν από το ταξίδι στην Ιουδαία, και χωρίς καθόλου να καταλάβουν τα λόγια του, του είπαν οι μαθητές του:


– Κύριε, αν κοιμάται θα πει πως θα σωθεί.


Τότε φανερά τους είπε ο Ιησούς:


– Ο Λάζαρος απέθανε, και χαίρομαι για σας και για την πίστη σας, που δεν ήμουν εκεί. Μα πάμε τώρα κοντά του.


Στην απελπισία του, βλέποντας τον Ιησού αποφασισμένο, είπε τότε ο Θωμάς ο Δίδυμος στους συμμαθητές του:


– Πάμε λοιπόν κι εμείς για να πεθάνομε μαζί του.


Και όλη η συντροφιά, ακολουθώντας τον Ιησού, πέρασε τον Ιορδάνη και τράβηξε για τη Βηθανία.


Ο Λάζαρος είχε πεθάνει την ίδια μέρα που έλαβε ο Ιησούς το μήνυμα, ώστε, με τις δυο μέρες που πέρασε ακόμα στην Περαία και με το ταξίδι, ήταν τέσσερις μέρες στο μνήμα, όταν έφθασε ο Ιησούς απέξω από το χωριό.


Η Ιερουσαλήμ ήταν μόνο δεκαπέντε στάδια από τη Βηθανία. Όταν μαθεύτηκε λοιπόν εκεί πως ο θάνατος μαύρισε το αρχοντόσπιτο της Βηθανίας, όλοι οι φίλοι και γνωστοί Ιουδαίοι έτρεξαν στο γειτονικό χωριό, να παρηγορήσουν τις δυο αδελφές και να μοιρολογήσουν μαζί τους.


Ανάμεσα στα μοιρολόγια, στις νεκρικές μουσικές, στους ύμνους και στους θρήνους, έμαθε η Μάρθα τον ερχομό του Ιησού, και, αφήνοντας τη Μαρία στο σπίτι, έτρεξε να τον προαπαντήσει.


Και του είπε η Μάρθα κλαίγοντας:


– Κύριε, αν ήσουν εδώ, ο αδελφός μου δε θα πέθαινε.


Και με όλη της τη λύπη, και, σα να ξύπνησε μέσα της κάποια αόριστη ελπίδα, μόνο που έβλεπε πάλι τον Ιησού, πρόσθεσε:


– Μα ακόμα και τώρα, ξέρω πως ό,τι αν ζητήσεις του Θεού, θα σου το δώσει ο Θεός.


Ο Ιησούς της αποκρίθηκε:


– Θ’ αναστηθεί ο αδελφός σου.


Οι περισσότεροι Εβραίοι, και προπάντων οι Φαρισαίοι, πίστευαν πως όταν θ’ άρχιζε η Βασιλεία του Μεσσία, θ’ αναστήνουνταν οι θεοφοβούμενοι και οι αγαθοί. Αυτή την ανάσταση έχοντας στο νου της, αποκρίθηκε η Μάρθα:


– Το ξέρω πως θ’ αναστηθεί στην ανάσταση της τελευταίας μέρας.


Και της είπε ο Ιησούς:


– Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή.


Και τη ρώτησε:


– Το πιστεύεις αυτό;


Του αποκρίθηκε η Μάρθα:


– Ναι, Κύριε, πιστεύω πως είσαι ο Χριστός, ο υιός του Θεού που είναι να έλθει στον κόσμο.


Τότε την έστειλε ο Ιησούς να φωνάξει τη Μαρία. Και έφυγε η Μάρθα και γύρισε στο σπίτι, όπου φώναξε την αδελφή της κρυφά, μη και ακούσουν οι Ιουδαίοι συγγενείς και φίλοι μαζεμένοι εκεί. Και της είπε:


– Ήλθε ο Δάσκαλος και σε ζητά.


Εκείνη, καθώς το άκουσε, σηκώθηκε βιαστικά και πήγε να τον βρει.


Ο Ιησούς δεν είχε μπει στο χωριό, μόνο περίμενε στο μέρος όπου τον είχε απαντήσει η Μάρθα.


Οι φίλοι όμως και οι γνωστοί, που μοιρολογούσαν με τη Μαρία, βλέποντάς τη να φεύγει, είπαν πως πηγαίνει στον τάφο να κλάψει, και την ακολούθησαν.


Η Μαρία λοιπόν, σαν έφθασε στο μέρος όπου ήταν ο Ιησούς, καθώς τον είδε, ρίχθηκε στα πόδια του και, ξεσπάζοντας στα κλάματα, του φώναξε:


– Κύριε, αν ήσουν εδώ, δε θα μου πέθαινε ο αδελφός μου.


Όλοι γύρω έκλαιγαν.


Ο Ιησούς, βλέποντας τη Μαρία να κλαίγει, καθώς και τους φίλους της Ιουδαίους, συγκινήθηκε βαθιά, και η ψυχή του ταράχθηκε.


Και τους ρώτησε:


– Πού τον εβάλατε;


Του αποκρίθηκαν:


– Κύριε, έλα να δεις.


Εδάκρυσε ο Ιησούς. Και, βλέποντάς τον που έκλαιγε, έλεγαν οι Ιουδαίοι αναμεταξύ τους:


– Για δες πώς τον αγαπούσε!


Μερικοί απ’ αυτούς είπαν:


– Δεν μπορούσε τούτος, που άνοιξε τα μάτια του τυφλού, να κάμει και τούτον να μην πεθάνει;


Ο Ιησούς, ταραγμένος πολύ, έφθασε εμπρός στον τάφο. Ήταν σαν τους περισσότερους τάφους των πλουσίων Εβραίων, ένας όρθιος βράχος με φαρδύ χαμηλό άνοιγμα σκαμμένο μες στο βράχο, και κλεισμένο με μια βαριά πέτρα.


Λέγει ο Ιησούς:


– Σηκώσετε την πέτρα.


Ταραγμένη λέγει η Μάρθα:


– Κύριε, μυρίζει πια, γιατί είναι τέταρτη μέρα σήμερα!


Της λέγει ο Ιησούς:


– Δε σου είπα πως αν πιστέψεις θα δεις τη δόξα του Θεού;


Κύλησαν λοιπόν την πέτρα, και όλοι τραβήχθηκαν πίσω ανατριχιάζοντας. Μέσα φάνηκε ο νεκρός ξαπλωμένος, τυλιγμένος στα σάβανά του.


Ο Ιησούς, όρθιος εμπρός στον ανοιχτό τάφο, σήκωσε τα μάτια του ψηλά και είπε:


– Πατέρα, σ’ ευχαριστώ που με άκουσες. Εγώ όμως το ήξερα πως πάντοτε με ακούς. Αλλά το λέγω για το λαό τριγύρω, για να πιστέψει πως εσύ μ’ έστειλες. Και αφού είπε αυτά, με φωνή μεγάλη φώναξε:


– Λάζαρε, έλα έξω!


Στο βάθος του σκοτεινού τάφου, είδαν τότε τον πεθαμένο να σαλεύει, ν’ ανασηκώνεται, και σα φάντασμα να προβάλλει, τυλιγμένος στο σάβανο του, χέρια και πόδια φασκιωμένα, το πρόσωπο δεμένο με το προσόψι που βαστούσε κλειστό το στόμα του νεκρού σηκώθηκε ο Λάζαρος και βγήκε από τον τάφο, και στάθηκε εμπρός σε όλους που φρικιασμένοι τον κοίταζαν.


Λάζαρος


Τους είπε ο Ιησούς:


– Λύσετέ τον, και αφήσετέ τον να πάγει.


Και ενώ με τρεμάμενα χέρια του έλυναν τις φασκιές, μερικοί Ιουδαίοι, που ως εκείνη την ώρα θεωρούσαν τον Ιησού ψευτοπροφήτη και λαοπλάνο, έπεσαν στα πόδια του και τον προσκύνησαν. Άλλοι όμως, πεισμωμένοι στην απιστία τους, βλέποντας τις αδελφές του Λαζάρου παραζαλισμένες από την ανέλπιστη χαρά τους, επωφελήθηκαν από τη γενική σύγχιση και έφυγαν απαρατήρητοι.


Έτρεξαν στην Ιερουσαλήμ, βρήκαν τους αρχιερείς και άλλους άρχοντες, και διηγήθηκαν τι είχε κάνει ο Ιησούς.


Φαρισαίοι και αρχιερείς μαζεύθηκαν αμέσως σε συμβούλιο. Ν’ αρνηθούν το θαύμα ήταν αδύνατο· και όμως δεν ήθελαν να παραδεχθούν τον Ιησού ως Χριστό υιό του Θεού. — Πρέπει κάτι να γίνει, έλεγαν ανήσυχοι, γιατί ο άνθρωπος αυτός πολλά σημεία κάνει. Αν το αφήσομε έτσι, όλοι θα πιστέψουν σ’ εκείνον και τότε θα έλθουν οι Ρωμαίοι να μας καταστρέψουν και την πατρίδα και το έθνος.


Ο μεγάλος φόβος των αρχιερέων και μεγαλουσιάνων ήταν μην πιστέψει ο λαός πως ο Ιησούς ήταν ο Μεσσίας που περίμεναν, και μη θελήσει να τον κάνει βασιλέα. Ο Μεσσίας έλεγε η παράδοση, θα κατάγεται από τον Δαυίδ, και θα παρουσιαστεί με μεγαλεία και δόξες ανήκουστες ως τότε· θα έχει εξουσία θεϊκή ν’ ανασταίνει νεκρούς και να γιατρεύει αρρώστους· θα διώξει τους Ρωμαίους, και θα ελευθερώσει το διαλεχτό λαό του Θεού, μοιράζοντας σε όλους πλούτη και εξουσία σε τούτη τη ζωή και στην άλλη.


Μα ο Ιησούς είχε παρουσιαστεί φτωχός, χωρίς καμιά από τις εξωτερικές δόξες και τα υλικά μεγαλεία που είχε δημιουργήσει η φαντασία τους και η εβραίικη αντίληψη της μεσσιακής εξουσίας. Πώς λοιπόν να παραδεχθούν, αυτοί οι πιο φωτισμένοι άρχοντες του Ισραήλ, πως ο μικρογεννημένος αυτοδίδακτος Γαλιλαίος, βγαλμένος από τα φτωχά στρώματα του λαού, ήταν ο πολυπόθητος Μεσσίας, που θα τους έσωζε από τους Ρωμαίους και θα ελευθέρωνε το έθνος; Μόνο καταστροφές μπορούσε να φέρει στο λαό τους ο επαναστάτης Ιησούς, όπως το είχαν κάνει διάφοροι άλλοι ψευτοπροφήτες λαοπλάνοι, με τ’ αδιάκοπα ξεσηκώματά τους, που έδιναν αφορμή στους Ρωμαίους να πνίγουν τον τόπο στο αίμα.


Αυτά έλεγαν αναμεταξύ τους τα συναθροισμένα μέλη του Συνεδρίου.


Πρόεδρος του συμβουλίου ήταν ένας Ιωσήφ Καϊάφας, από σημαντική οικογένεια των Σαδδουκαίων. Τον είχε διορίσει αρχιερέα ο Ρωμαίος διοικητής της Συρίας, Βαλέριος Γράτος, και είχε στεφανωθεί την κόρη του Άννα, του άλλοτε αρχιερέα, που συνεδρίαζε και αυτός στο Σανχεδρίν. Ο γάμος αυτός του έδινε ακόμη περισσότερη δύναμη και σημασία ανάμεσα στους Εβραίους.


Καθώς άκουσε τη συζήτηση κι ένιωσε δισταγμό, σαν κάποιο φόβο στο συμβούλιο, θύμωσε ο Καϊάφας, και παίρνοντας το λόγο τους είπε:


– Εσείς δεν ξέρετε τίποτα, ούτε συλλογίζεστε πως μας συμφέρει καλύτερα ένας άνθρωπος να πεθάνει για το καλό του λαού, παρά να χαθεί ολόκληρο το έθνος.


Οι Εβραίοι θεωρούσαν πως τη στιγμή που ένας γίνουνταν αρχιερέας, αποκτούσε και το δώρο της προφητείας. Και ήταν, αλήθεια, σαν προφητεία τα λόγια του Καϊάφα, γιατί ο θάνατος του Ιησού έμελλε να σώσει όχι μόνο τους Εβραίους, αλλά και όλη την ανθρωπότητα.


Ευθύς παραδέχθηκε το Συμβούλιο τα λόγια του Καϊάφα, και αποφάσισε το θάνατο του Ιησού.


Η διαταγή ήταν να μείνει μυστική, αλλ’ είτε ειδοποιήθηκε ο Ιησούς μυστικά από τον Νικόδημο, που ήταν και αυτός μέλος του Συνέδριου, είτε βγήκε το μυστικό από αλλού, το έμαθε ο Ιησούς και έφυγε, και πήγε στην Εφραΐμ, μικρή ασήμαντη χώρα, σ’ ένα ύψωμα στην έρημο, μερικά στάδια βόρεια της Ιερουσαλήμ.


Εκεί, έμεινε μόνος με τους δώδεκα, διδάσκοντάς τους τις τελευταίες μεγάλες διδαχές του. Τους ετοίμαζε για τη μεγάλη τους αποστολή ανάμεσα στους ανθρώπους, όπου έμελλαν να σκορπιστούν, Απόστολοι της νέας θρησκείας που άφηνε ο Ιησούς σαν ευλογία στην ανθρωπότητα.


Πλησίαζε πάλι το Πάσχα των Εβραίων, και, όπως κάθε χρόνο, πολλοί ανέβηκαν στα Ιεροσόλυμα από τα περίχωρα, για να εκτελέσουν τα ιερά τους καθήκοντα και να ξεπλυθούν από τις αμαρτίες τους.


Ζητούσαν λοιπόν οι προσκυνητές τον Ιησού, στα πλήθη και στη χώρα, και δεν τον έβρισκαν. Και στο ναό μέσα μαζεμένοι, ρωτούσαν ο ένας τον άλλο:


– Τι νομίζετε; Δε θα έλθει στην εορτή;


Οι Ιουδαίοι τον ζητούσαν και αυτοί παντού, μα δεν τον έβρισκαν λίγοι πιστοί ίσως να γνώριζαν το μέρος όπου βρίσκουνταν ο Ιησούς· και όμως, όταν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι, βλέποντας πως τους ξέφυγε, έβγαλαν μια διαταγή προστάζοντας όποιον ξέρει πού βρίσκεται, να έλθει να το πει και να πάρει αμοιβή, δε βρέθηκε κανένας να τον προδώσει.




Δέλτα Πηνελόπη, Η ζωή του Χριστού, 4η έκδ., Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2000.

Η έγερση του Λαζάρου

 Γκότσης Χρήστος


Το τελευταίο Σάββατο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής λέγεται Σάββατο του αγίου και δικαίου Λαζάρου, γιατί την ημέρα αυτή η Εκκλησία μας εορτάζει την έγερση του αγαπημένου φίλου του Κυρίου, του Λαζάρου.


Για το θαύμα αυτό μας πληροφορεί ο Ευαγγελιστής Ιωάννης (11, 1-45), ο οποίος διεξοδικά γράφει για την αρρώστια και το θάνατο του Λαζάρου και πώς ο Κύριος πήγε στη Βηθανία, όπου έμενε ο Λάζαρος με τις αδελφές του Μαρία και Μάρθα, για να τον αναστήσει.


Η έγερση του Λαζάρου


Προξενεί εντύπωση, πρώτο, ότι ο Κύριος προετοιμάζει αυτό το θαύμα. Έρχεται στη Βηθανία τέσσερις μέρες μετά το θάνατο του φίλου του, αν και ειδοποιήθηκε από τους οικείους του Λαζάρου για την αρρώστια. Η τελευταία δεν τον ανησυχεί, γιατί «οὐκ ἔστι πρὸς θάνατον, ἀλλ᾿ ὑπὲρ τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ δι᾿ αὐτῆς». Στη συνέχεια, ύστερα από δύο ημέρες, αναγγέλλει στους μαθητές του, πως ο φίλος του «κεκοίμηται καὶ πορεύεται ἵνα ἐξυπνήσῃ αὐτόν».


Δεύτερο, σε αντίθεση με άλλα θαύματα, τα οποία ο Κύριος απαγορεύει να κοινολογηθούν (βλέπ. π.χ. το θαύμα της ανάστασης της κόρης του Ιαείρου, Λουκ. 8, 41-56), το θαύμα αυτό κάνει δημόσια, ακριβώς για να διαδοθεί και να πιστέψουν στη θεότητά του.


Για να εκτιμήσουμε την προσπάθεια του ορθόδοξου αγιογράφου να απεικονίσει το θαύμα στη σχετική εικόνα σύμφωνα με την ευαγγελική διήγηση, είναι ανάγκη να παραθέσουμε μερικά αποσπάσματα από το Ευαγγέλιο της εορτής.


«Καὶ εἶπε (ο Ιησούς)· ποῦ τεθείκατε αὐτόν; Λέγουσιν αὐτῷ· Κύριε, ἔρχου καὶ ἴδε. Ἐδάκρυσεν ὁ Ἰησοῦς… Ἰησοῦς οὖν, πάλιν ἐμβριμώμενος ἐν ἑαυτῷ (= ενώ πάλι επίπληττε μέσα του τη συγκίνηση για να τη συγκρατήσει), ἔρχεται εἰς τὸ μνημεῖον· ἦν δὲ σπήλαιον, καὶ λίθος ἐπέκειτο ἐπ᾿ αὐτῷ. Λέγει ὁ Ἰησοῦς· ἄρατε τὸν λίθον. Λέγει αὐτῷ ἡ ἀδελφὴ τοῦ τεθνηκότος Μάρθα· Κύριε, ἤδη ὄζει (= βρωμάει)· τεταρταῖος γάρ ἐστι… Ἦραν οὖν τὸν λίθον οὗ ἦν ὁ τεθνηκὼς κείμενος… Ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς… φωνῇ μεγάλῃ ἐκραύγασε· Λάζαρε, δεῦρο ἔξω. Καὶ ἐξῆλθεν ὁ τεθνηκὼς δεδεμένος τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας κειρίαις (= με λευκές ταινίες), καὶ ἡ ὄψις αὐτοῦ σουδαρίῳ περιεδέδετο (= ήταν δεμένη με μαντήλι). Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· λύσατε αὐτὸν καὶ ἄφετε ὑπάγειν» (Ιω. 11, 34-44).


Όπως φαίνεται από το παραπάνω απόσπασμα, ο Κύριος ανασταίνοντας το Λάζαρο, έδειξε τις δύο του φύσεις: την ανθρώπινη και τη θεία. Η πρώτη δηλώνεται με την ερώτηση του «ποῦ τεθείκατε αὐτόν», τη συγκίνηση της καρδιά του και τα δάκρυα που ανέβηκαν στα μάτια του. Ταυτόχρονα με την ανθρώπινη φύση εκδηλώνεται και η θεία φύση του Κυρίου. Τη βλέπουμε όταν προλέγει το θάνατο του Λαζάρου κι όταν τον ανασταίνει με τον παντοδύναμο πρόσταγμά του «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω». Όπως λέει ο Μ. Αθανάσιος, «πυνθάνεται γὰρ ἀνθρωπίνως, ποῦ Λάζαρος κεῖται, έγείρει δὲ τοῦτον θεϊκῶς» (ΒΕΠ 33, 169).


Από τα πολλά τροπάρια που υπογραμμίζουν τη θεανθρώπινη φύση του Κυρίου αναφέρουμε το α΄ στιχηρό των αίνων· «Ἀνάστασις καὶ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων ὑπάρχων Χριστέ, ἐν τῷ μνήματι Λαζάρου ἐπέστης, πιστούμενος ἡμῖν τὰς δύο οὐσίας σου μακρόθυμε, ὅτι Θεὸς καὶ ἄνθρωπος ἐξ ἁγνῆς Παρθένου παραγέγονας· ὡς μὲν γὰρ βροτός, ἐπηρώτας, ποῦ τέθαπται; ὡς δὲ Θεὸς ἀνέστησας, ζωηφόρῳ νεύματι, τὸν τετραήμερον».


Η ανάσταση του Λαζάρου ήταν η καλύτερη απόδειξη που έδειχνε την επικείμενη Ανάσταση του Χριστού και το προανάκρουσμα της κοινής αναστάσεως, της αναστάσεως των νεκρών. Η ιερή ακολουθία της εορτής τονίζει και τις δύο αυτές αλήθειες. «Λάζαρον τεθνεῶτα, τετραήμερον ἀνέστησας ἐξ ᾍδου Χριστέ, πρὸ τοῦ σοῦ θανάτου διασείσας τοῦ θανάτου τὸ κράτος καὶ δι᾿ ἑνὸς προσφιλοῦς, τὴν πάντων ἀνθρώπων προμηνύων ἐκ φθορᾶς ἐλευθερίαν… (β΄ στιχηρό των αίνων).


Τέλος, πρέπει να παρατηρήσουμε πως η ιερή ακολουθία του Σαββάτου του Λαζάρου και εκείνη της Κυριακής των Βαΐων έχουν το ίδιο απολυτίκιο. Ακόμη τα τροπάρια και των δύο εορτών έχουν ανάμικτα στους στίχους τους τα δύο γεγονότα, της ανάστασης του Λαζάρου και της εισόδου του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα. Αυτό γίνεται, γιατί τα γεγονότα αυτά της ζωής του Κυρίου εορτάζονται σε δύο διαδοχικές μέρες και προοιμιάζονται μ’ αυτές το Πάθος και η Ανάστασή του. Στο κοινό απολυτίκιο φαίνεται καθαρά η σύζευξη του θαύματος της Έγερσης του Λαζάρου και της θριαμβευτικής εισόδου. «Τὴν κοινὴν Ἀνάστασιν πρὸ τοῦ σοῦ πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τὸν Λάζαρον, Χριστὲ ὁ Θεός· ὅθεν καὶ ἡμεῖς ὡς οἱ Παῖδες, τὰ τῆς νίκης σύμβολα φέροντες, σοὶ τῷ Νικητῇ τοῦ θανάτου βοῶμεν· Ὠσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος, ἐν ὀνόματι Κυρίου».


Περιγραφή της εικόνας


Η παράσταση μας μεταφέρει έξω από την πόλη, σε βράχους. Σ’ έναν από αυτούς, όπως συνήθιζαν οι Ιουδαίου, ήταν λαξευμένο το μνήμα του Λαζάρου. Δεσπόζει κι εδώ η μορφή του Χριστού. Βλέπουμε τη θλίψη του, αλλά μαντεύουμε και τη θεότητά του. Την τελευταία προδίδουν, πρώτο, η μεγαλοπρεπής στάση του και, δεύτερο, το γεγονός ότι οι Ιουδαίοι (τους βλέπουμε στη δεξιά ομάδα των προσώπων) κοιτάζουν το Χριστό και όχι το Λάζαρο. Το ένα χέρι του Κυρίου κρατάει ειλητό και το άλλο με εκφραστική κίνηση εκτείνεται προς το Λάζαρο. Με το πρόσταγμά του ο Λάζαρος ανασταίνεται. Ένας νέος αφαιρεί τις ταινίες κι ένας άλλος σηκώνει την πλάκα του τάφου. Εντυπωσιακές οι αδελφές του Λαζάρου. Προσκυνούν τον Κύριο έχοντας στα πρόσωπά τους χαραγμένη την άφατη λύπη τους. Ωραία παρατηρήθηκε, πως, πως «όλοι οι εικονιζόμενοι αποτελούν, απλά και μόνο, διαφορετικές αποχρώσεις και ψυχολογικές διαβαθμίσεις του ίδιου συναισθήματος, της ίδιας ψυχολογικής κατάστασης – της βαθειάς ευλάβειας μπροστά στο γεγονός: από την ήρεμη κίνηση των Αποστόλων ως το γεμάτο αυταπάρνηση οδυρμό της Μαρίας» (Εικόνες της κρητικής τέχνης… σ. 364).


Έτσι η εικόνα μας εκτός από το θεϊκό της στοιχείο έχει και το ανθρώπινο. Άλλες εικόνες, όπως της Αναλήψεως, της Αναστάσεως κ.α. έχουν κρυμμένο το μυστήριό τους και φανερό το συμβολικό τους χαρακτήρα. Εδώ τα πράγματα είναι κατανοητά και φανερά. Ο Ουσπένσκη που λέει αυτά, συνοψίζει· «Η εικόνα μεταδίδει την εξωτερική, φυσική πλευρά του θαύματος, κάνοντάς την προσιτή στην ανθρώπινη αντίληψη και έρευνα,, όπως όταν τελέστηκε το θαύμα και όπως ακριβώς αναφέρεται στα Ευαγγέλια».


Η παράσταση συγκινεί με τα πρόσωπα των Εβραίων που έτρεξαν να παρηγορήσουν τις πονεμένες αδελφές του Λαζάρου. Γίνονται αυτόπτες μάρτυρες του θαύματος και πολλοί «θεασάμενοι ἃ ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν».


Η εικόνα της Έγερσης του Λαζάρου μας προτρέπει να θυμηθοὐμε τα βαρυσήμαντα λόγια του Κυρίου· «Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή. Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ, ζήσεται· καὶ πᾶς ὁ ζῶν καὶ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ ἀποθάνῃ εἰς τὸν αἰῶνα» (Ιω. 11, 25-26).




Γκότσης Χρήστος, Ο μυστικός κόσμος των βυζαντινών εικόνων, Τόμος πρώτος, 2η έκδ., Αθήνα, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, 1995

Έκτη Εβδομάδα

 Αυτή η εβδομάδα είναι γεμάτη από γεγονότα που έχουν βαθύ περιεχόμενο. Συνοπτικά αυτή μας υπενθυμίζει την αναχωρητική παράδοση των πρώτων αιώνων του Χριστιανισμού και μνημονεύει την ζωή της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Στο τέλος αυτής της εβδομάδος οι ερημίτες επέστρεφαν στα κοινόβιά τους από τις ερήμους, όπου ασκούντο την περίοδο της νηστείας, για να κοινωνήσουν των Αχράντων Μυστηρίων και να συνεορτάζουν μαζί το Άγιο Πάσχα. «Οἱ ἐν τοῖς ἐρήμοις καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις ἥκατε˙ ἀθροισθητε, σὺν ἡμῖν βαϊοφόροι, ὑπαντῆσαι τῷ Βασιλεῖ καὶ Δεσπότῃ. Ἔρχεται γὰρ σῶσαι τὰ ψυχὰς ἠμῶν» (Παρασκευή προ των Βαΐων).


Επίσης την Παρασκευή τελειώνουν και οι κόποι της Μεγάλης Νηστείας: «Τὴν ψυχωφελῆ, πληρώσαντες Τεσσαρακοστήν, καὶ τὴν ἁγίαν ἑβδομάδα τοῦ Πάθους σου, αἰτοῦμεν κατιδεῖν Φιλάνθρωπε…» (Απόστιχα Αίνων Παρασκευής, προ των Βαΐων).


Σαν ένα επισφράγισμα αυτών των ασκήσεων οι ιερές Ακολουθίες θέτουν ενώπιόν μας το παράδειγμα του ασπλάγχνου πλουσίου και του πτωχού Λαζάρου (Λουκ. 16, 19-31), προς γνώσιν του πνευματικού βάθους αυτού.


Όπως θεολογούν τα τροπάρια της Ακολουθίας της Τετάρτης, η παραβολή αυτή είναι ένας καθρέπτης της καταστάσεως του εβραϊκού λαού και των ειδωλολατρικών εθνών: «Ὁ Ἰσραὴλ πορφύραν καὶ βύσσον ἐνεδέδυτο, στολαῖς ἱεραῖς καὶ βασιλείοις λάμπων˙ νόμον δὲ καὶ προφήτας πλουτῶν νομίμοις λατρείαις ἐνευφραίνετο… ὡς πλούσιος ἄσπλαγχνος Λαζάρῳ πένητι, ὁ πορφύρας καὶ βύσσου ἄσβεστον πῦρ ἀνθυποδύς˙ καὶ βλέπων ὀδυνᾶται τὸν πρὶν ψιχίων ἀληθείας ἐνδεῆ λαὸν τῶν ἐθνῶν˙ νῦν ἐν κόλποις πίστεως Ἀβραὰμ θαλπόμενον, τὴν τοῦ Αἵματός σου πορφυρίδα, σὺν τῇ βύσσῳ τοῦ βαπτίσματος φοροῦντα…».


Ταυτόχρονα η παραβολή αυτή είναι μία εικόνα της εσωτερικής ζωής του ανθρώπου.


«Πορφύραν αὐτοκρατορίας θεότευκτον, καὶ βύσσον ἀφθαρσίας, ἐστολισμένη ψυχή μου, τὴν οἰκείαν ἀξίαν καθύβρισας˙ πλοῦτον καὶ τρυφὴν ἐπὶ ἁμαρτίᾳ ποιησαμένη, καὶ κατεπαιρομένη, τῶν ὁμοφύλων, ὡς ὁ τὸν πτωχὸν Λάζαρον, παριδὼν Πλούσιος… Ὁ πορφύραν ὕβρεως πρὸ Σταυροῦ φορέσας, καὶ γυμνὸς ἐν Σταυρῷ παγεὶς διʾ ἐμέ, τῷ τῆς σῆς Βασιλείας ἐνδύματι, ἐξ αἰσχύνης αἰωνίου Χριστὲ ρῦσαί με» ( Από τα απόστιχα εσπερινού της Τρίτης προ του Λαζάρου).


Επίσης η Παραβολή μας προτρέπει να μην αφήνουμε να προσκολλάται η καρδιά μας στα πρόσκαιρα, αλλά να δέχεται με υπομονή τις στεναχώριες και τις συμφορές του βίου. «Θαυμαστὴ τοῦ Σωτῆρος ἡ διʾ ἡμᾶς φιλάνθρωπος γνώμη… τοῦ Λαζάρου καὶ τοῦ πλουσίου τὸν βίον ἐστηλίτευσε. Τῶν ἑκατέρων οὖν τὸ τέλος ἑνοπτριζόμενοι, τοῦ μὲν φύγωμεν, τὸ ἀπηνὲς καὶ μισάνθρωπον, τοῦ δὲ ζηλώσωμεν τὸ καρτερὲς καὶ μακρόθυμον, πρὸς τὸ σὺν αὐτῷ τοῦ Ἀβραὰμ κόλποις, ἐνθαλπόμενοι βοᾶν: Δικαιοκρῖτα Κύριε, δόξα σοι».


Η πνευματική σημασία αυτής της παραβολής είναι εμφανής. Πλούσιος είναι ο Εβραϊκός λαός, διότι είχε τον πλούτο του Νόμου και των Προφητών. Πλούσιος είναι και ο άνθρωπος που απέκτησε τον πλούτο των αρετών. Ο λαός του Ισραήλ, επειδή απέρριψε τον Μεσσία, εκληρονόμησε την κόλαση, ενώ στους κόλπους του Αβραάμ εισήλθε ο πτωχός Λάζαρος, δηλαδή τα έθνη που δέχτηκαν τον Χριστό. Έτσι και ο ενάρετος άνθρωπος, χωρίς ελεήμονα καρδία, χωρίς αγάπη για τον πλησίον, χάνει τους κόπους του, που έκανε για την ψυχή του.


Αλλά ο πρωταρχικός σκοπός αυτής της εβδομάδος είναι να μας προετοιμάσει για τα δύο μεγάλα γεγονότα που θα γίνουν στο τέλος αυτής, δηλαδή για την ανάσταση του Λαζάρου και την θριαμβευτική είσοδο του Κυρίου στην Ιερουσαλήμ.


Έκτη Εβδομάδα


Από την Δευτέρα ακόμη ο Κύριος αναγγέλλει στους Μαθητές Του την ασθένεια του Λαζάρου: «Κύριε πέραν τοῦ Ἰορδάνου σαρκὶ διατρίβων προαγορεύεις Λαζάρου τὴν νόσον, πρὸς θάνατον μὴ εἶναι, ἀλλʾ ὑπὲρ σοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν τῆς δόξης γεγενῆσθαι» (Δευτέρα προ των Βαΐων).


Την Τετάρτη πάλι μας λέγει: «Σήμερον ἐναπέψυξεν ὁ Λάζαρος καὶ θρηνεῖ τοῦτον ἡ Βηθανία…». Η λύπη όμως για τον νεκρό αντικαταστάθηκε με την προαίσθηση της χαράς της αναστάσεώς του: «Χαῖρε, Βηθανία, πατρὶς τοῦ Λαζάρου, ὅτι ἔρχεται ὁ Χριστὸς ἀναστῆσαι τὸν Λάζαρον…».


Ο Κανών του αγόυ Ανδρέου Κρήτης από το Απόδειπνο της παρασκευής μας παρουσιάζει εικονικά την προαίσθηση του άδου: «Ἀνάστηθι, παρακαλῶ σε, Λάζαρε, ἔξελθε τῶν κλείθρων μου ταχύ, ἄπιθι οὖν…». «Τί βραδύνεις; Ὁ φίλος σου, δεῦρο ἔξω κράζει ἑστηκώς. Ἔξελθε οὖν, ἵνα κᾀγὼ ἄνεσιν λάβω· ἀφʾ οὗ γάρ σε ἔφαγον, εἰς ἐμετὸν ἡ τροφή, ἀντικατέστη μοι» (Κανών του Λαζάρου).


Αφού ανέστησε τον Λάζαρο ο Σωτήρ, έδειξε πλέον αυτό που είχε είπει στην Μάρθα, ότι Αυτός είναι η Ανάστασις και η Ζωή και ο παντοδύναμος Δεσπότης της ζωής και του θανάτου. Το θαύμα είναι συγχρόνως ένα προανάκρουσμα της Αναστάσεώς Του και μία πνευματική ενίσχυση των μαθητών Του για την περίοδο των Παθών την οποία περιμένει. «Κύριε, πιστῶσαι θέλων τοὺς Μαθητὰς σου, τὴν ἐκ νεκρῶν σου Ἔγερσιν, ἐν τῷ μνήματι Λαζάρου παραγέγονας» (Σάββατο του Λαζάρου).


Ο Κύριος ανέστησε τον Λάζαρο για να καταλάβουν οι μαθητές, όταν μετ’ ολίγο θα Τον ιδούν σταυρωμένο και νεκρό, πράγμα το οποίο δεν ημπόρεσε να καταλάβει ο αχάριστος Ισραήλ, ότι Αυτός που εξουσιάζει τους νεκρούς, δεν είναι δυνατόν να εξουσιάζεται από τον θάνατο.


Η ανάστασις του Λαζάρου είναι μία προσήμανσις της αναστάσεως όλων των ανθρώπων, καθώς μας λέει το τροπάριο της ημέρας: «Τὴν κοινὴν Ἀνάστασιν πρὸ τοῦ σοῦ Πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τὸν Λάζαρον Χριστὲ ὁ Θεός…».


Και πράγματι, εάν ο τετραήμερος και σηπόμενος νεκρός αναστήθηκε, είναι βέβαιο ότι όλοι οι κεκοιμημένοι δια μέσου των αιώνων θα εγερθούν εκ νεκρών.


Εκτός από το ιστορικό γεγονός του θαύματος, η ανάστασις του Λαζάρου μας φανερώνει μυστικά μερικές υψηλές πνευματικές αλήθειες.


Ο σηπόμενος νεκρός Λάζαρος είναι κάθε ψυχή, η οποία παραμένει στον τάφο της αμαρτίας, καθώς μας το δείχνει η ακολουθία του όρθρου της Τετάρτης: «Ὡς λίθῳ βαρούμενος, ταῖς πολλαῖς ἐν τάφῳ κατάκειμαι, ἀμελείας Οἰκτίρμον, ἐξ οὗ με ἀνάγαγε, εὔσπλαγχνε Κύριε».


Εστέναξε τω πνεύματι και εδάκρυσε ο Ιησούς, όταν πλησίασε στο μνήμα του Λαζάρου (Ιωάν. 11, 33). Έκλαυσε για τον αγαπητό του φίλο: «Ἰδοὺ πόσον ἠγάπα αὑτόν», έλεγαν οι Ιουδαίοι. Εδάκρυσε από συμπάθεια για την ανθρώπινη φύση, την οποία έπλασε «καλήν λίαν», αλλά την κατέστρεψε και την εμόλυνε η αμαρτία. Λόγω της απεράντου αγάπης Του ο Κύριος πάντοτε στενάζει και δακρύζει για εμάς, όταν μάλιστα μας βλέπει πληγωμένους ή νεκρούς από τα πάθη των αμαρτιών που κάνουμε στην παρούσα ζωή μας.


Το θαύμα έχει και μία άλλη βαθύτερη έννοια που σχετίζεται με το τέλος της αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Καθώς είδαμε, η πνευματική ανάβασις αυτών των σαράντα ημερών μας ανύψωσε σταδιακά στην πνευματική αναγέννηση και μεταμόρφωση.


Εάν αγωνισθήκαμε κατά τον νόμο, εκπληρώνοντας δηλαδή τις εντολές του Θεού, μας επλησίασε και Αυτός, μας έκανε και εμάς σαν τον Λάζαρο, φίλο Του, που είχε δύο αδελφές, την Μάρθα και την Μαρία, δηλαδή την πράξη και την θεωρία. (Η Μάρθα επέδειξε μεγαλύτερο ζήλο στην φιλοξενία του Κυρίου και η Μαρία ήκουε τους λόγους Του). Επειδή απουσίαζε ο Κύριος, ο Λάζαρος αρρώστησε και απέθανε. Η πνευματική έννοια αυτού του γεγονότος είναι ότι χωρίς την παρουσία του Κυρίου, με τους ιδικούς μας μόνο κόπους δεν σωζόμεθα, δεν ζούμε. Το ίδιο μας λέγει και ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής: «Κάθε άσκησις, χωρίς την αγάπη, είναι ξένη ενώπιον του Θεού». Πράγματι, μόνο με τους κόπους μας πληγωνόμεθα ψυχικά και πεθαίνουμε. Ο Κύριος έρχεται στο μνήμα των αδυναμιών μας και δακρύζει: «Ἐδάκρυσας ἐπὶ φίλῳ Σωτήρ μου, πιστούμενος τὴν ἡμῶν, ὡς ἐφόρεσας φύσιν, καὶ τοῦτον ἀνέστησας» ( Κανών Λαζάρου στο απόδειπνο).


Κατόπιν ο Κύριος είπε προστακτικά: «Ἐγὼ εἰμι ἡ Ἀνάστασις καὶ ἡ Ζωή». ΕΓΩ! Μόνον εγώ ανασταίνω τον άνθρωπο από τον θάνατο της αμαρτίας. Μόνος του αυτός, χωρίς Εμένα, δεν ημπορεί να κάνει τίποτε. Και μόνον ΕΓΩ είμαι Εκείνος που χαρίζω την αληθινή ζωή!


Αυτό διαπιστώνουμε κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Νηστείας. Η ανάστασις εκ του θανάτου της αμαρτίας και η απόκτησις της αληθινής ζωής είναι έργο Θεού και όχι έργο ανθρώπου. Πρέπει να έλθει ο Κύριος να μας καλέσει να βγούμε έξω από το μνήμα των ανθρωπίνων αδυναμιών μας. Μόνον έτσι ημπορούμε να βαδίσουμε ελεύθερα την οδό της ζωής μας.


Η μεγαλύτερη αλήθεια, την οποία δεν πρέπει να ξεχνούμε ποτέ, είναι ότι ο άνθρωπος κοπιάζει αναλόγως των δυνάμεών του, αλλά η σωτηρία είναι ένα δώρο της ανεκφράστου ευσπλαγχνίας του Κυρίου μας.




Γέροντας Πετρώνιος Τανάσε, Οι Πύλες της Μετανοίας – Στοχασμοί στο Τριώδιο, Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη, 2003.

Ὁ Ἅγιος Λάζαρος στὴν Ὀρθόδοξη Εἰκονογραφία

 π. Σταμάτης Σκλήρης


Στὸ Ἀπολυτίκιο τοῦ Σαββάτου τοῦ Λαζάρου ψάλλουμε:


«Τὴν κοινὴν Ἀνάστασιν πρὸ τοῦ Σοῦ πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τὸν Λάζαρον, Χριστὲ ὁ Θεός. Ὅθεν καὶ ἡμεῖς ὡς οἱ παῖδες, τὰ τῆς νίκης σύμβολα φέροντες, Σοὶ τῷ Νικητῇ τοῦ θανάτου βοῶμεν ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις, εὐλογημένος ὁ Ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου».


Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ δοξολογεῖ ἡ Ἐκκλησία μας τὴν Ἀνάσταση τοῦ ἐδῶ τιμωμένου Ἁγίου Λαζάρου. Καὶ ταυτόχρονα φανερώνει μὲ αὐτὰ τὸ βαθύτερο νόημα καὶ τοῦ θαύματος τῆς Ἀναστάσεώς του καὶ τῆς ἑορτῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς ποὺ σχετίζεται μὲ αὐτό.


Ὅτι δηλαδὴ τὸ θαῦμα αὐτὸ τοῦ Κυρίου δὲν εἶναι μόνο ἕνα γεγονὸς τῆς ζωῆς τοῦ Λαζάρου, ἀλλὰ καὶ προτύπωση τῆς κοινῆς Ἀναστάσεως ὁλοκλήρου τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων. Τὴν ἴδια ὅμως ἀλήθεια ποὺ ἐκφράζει ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴν θεολογικὴ ποίηση καὶ τὴν δοξολογικὴ μουσική της, τὴν ἴδια ἀκριβῶς ἐκφράζει καὶ μὲ μίαν ἄλλη γλώσσα, μὲ τὴν ζωγραφικὴ γλώσσα τῆς εἰκονογραφίας. Τὸ πώς, μὲ ποιοὺς τρόπους, ἡ ζωγραφικὴ ἐκκλησιαστικὴ γλώσσα τιμᾶ καὶ ὑμνεῖ τὸν τιμώμενο καὶ στὸ παρὸν συμπόσιο Ἅγιο Λάζαρο θὰ ἀποτελέσει τὸ θέμα τῆς εἰσηγήσεώς μας.

Ἡ ὀρθόδοξη εἰκονογραφία ἔχει ἀφιερώσει στὸν Ἅγιο Λάζαρο δύο εἰκονογραφικὰ θέματα. Τὸ ἕνα ἀναφέρεται στὴν ὑπὸ τοῦ Κυρίου Ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου. Τὸ ἄλλο εἶναι ἡ ἰδιαίτερη προσωπικὴ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Λαζάρου ὡς ἱεράρχου. Θὰ περιγράψουμε τὰ δύο αὐτὰ θέματα καὶ στὸ τέλος θὰ δοῦμε συνολικὰ τὴ θέση καὶ τὴ σημασία τοῦ Ἁγίου Λαζάρου στὴν ὀρθόδοξη εἰκονογραφία καὶ στὴ θεολογία τῆς Ἀναστάσεως.


Α΄ Τὸ Εἰκονογραφικὸ θέμα τῆς «Ἀναστάσεως τοῦ Λαζάρου»


Τὸ θέμα αὐτὸ εἶναι εὐαγγελικὸ καὶ ἱστορικό. Βασίζεται σὲ διηγήσεις τῶν Εὐαγγελίων (Ἰω. 11, 1–44), καὶ δὲν εἶναι κατ’ ἀρχὴν συμβολικὴ παράσταση. Ἀποτελεῖ ἀπεικόνιση γεγονότος ἱστορικοῦ ποὺ ἔλαβε χώραν σὲ συγκεκριμένο τόπο καὶ χρόνο. Στὴ Βηθανία. στὸν τόπο ὅπου ἔμενε ὁ φίλος τοῦ Κυρίου μὲ τὶς ἀδελφές του λίγες ἡμέρες πρὸ τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου. Περιέχει, λοιπόν, ἡ εἰκόνα τῆς «Ἀναστάσεως τοῦ Λαζάρου» συγκεκριμένα ἱστορικὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ ἀκόλουθα:


1) Τὰ τελούμενα συμβαίνουν ἔξω τῆς Βηθανίας, ἡ ὁποία φαίνεται στὸ βάθος.


2) Φαίνεται ὁ τάφος, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἄνθρωποι ἀφαιροῦν τὴν πλάκα.


3) Ὁ Λάζαρος φαίνεται μέσα στὸ μνημεῖο ὄρθιος ἢ νὰ ἀνακάθεται, τυλιγμένος μὲ τὰ σάβανα.


4) Ἕνας εἰκονιζόμενος φέρνει τὸ μανίκι του στὴ μύτη γιὰ νὰ ἀποφύγει τὴν δυσοσμία ποὺ ὅλοι περιμένουν ἀπὸ ἕναν τετραήμερο νεκρό.


5) Αὐτὸς ποὺ φέρει τὴν πλάκα τοῦ τάφου φαίνεται νὰ καταβάλλει μεγάλη μυϊκὴ δύναμη γιὰ νὰ σηκώσει τὸ βάρος τῆς πέτρας.


6) Φίλοι, γείτονες καὶ μαθητὲς παρακολουθοῦν ἔκθαμβοι.


7) Ἡ Μάρθα καὶ ἡ Μαρία προσκυνοῦν τὸν Κύριο καὶ τοῦ φιλοῦν τὰ πόδια μὲ εὐγνωμοσύνη.


8) Ὁ Ἰησοῦς εἶναι παρὼν καὶ ἀπευθύνει τὸ κάλεσμα πρὸς τὸν Λάζαρο εὐλογώντας τον μὲ τὸ δεξί του χέρι. Εἶναι τὸ κυριαρχοῦν στὴ σύνθεση πρόσωπο, τὸ ὁποῖο προσδίδει στὴν ζωγραφικὴ καὶ κάποιους ἄλλους χαρακτῆρες ποὺ ξεπερνοῦν τὰ ἱστορικὰ δεδομένα καὶ ἀνάγουν τὴν εἰκόνα σὲ ἕνα ἄλλο ἐπίπεδο, στὸ ὁποῖο θὰ ἀναφερθοῦμε σὲ λίγο. Πάντως ἤδη σ’ αὐτὰ τὰ ἱστορικὰ στοιχεῖα τῆς εἰκόνος καταβάλλεται προσπάθεια νὰ φανεῖ πὼς ὁ Ἰησοῦς εἶναι πηγὴ δυνάμεως καὶ ζωῆς. Ἡ ζωγραφικὴ ὡς τέχνη τῆς ὁράσεως καὶ ὄχι τῆς ἀκοῆς, ὡς τέχνη τοῦ χώρου καὶ ὄχι τοῦ χρόνου, δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει κίνηση καὶ δράση, οὔτε νὰ μᾶς βάλει νὰ ἀκούσουμε τὸ «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω». Ὅμως μπορεῖ ἀντ’ αὐτοῦ νὰ βρεῖ τὴ γόνιμη στιγμή, ὅπου ὁ Ἰησοῦς ἔχει πάρει τὴν παντοκρατορικὴ στάση σὰν Κύριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου καὶ κοιτάζοντας πρὸς τὸν νεκρὸ φίλο Του μὲ ἀστραφτερὴ ματιά, ἁπλώνει δυναμικὰ τὸ χέρι καὶ τὸν εὐλογεῖ, κι αὐτὴ ἡ χάρη ποὺ τοῦ δίνει εἶναι καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Λαζάρου.


Ἂς συγκρατήσουμε αὐτὰ τὰ ἱστορικὰ στοιχεῖα γιὰ τὴν περαιτέρω διερεύνηση τοῦ θέματος, ὑπογραμμίζοντας τὴν θέση–κλειδὶ ποὺ κατέχει ὁ Ἰησοῦς στὴν παράσταση. Καὶ ἂς ἐπιχειρήσουμε νὰ ἐντάξουμε τὴν εἰκόνα τῆς ἀναστάσεως τοῦ Λαζάρου μέσα στὸ ὅλο λειτουργικὸ πλαίσιο τῆς εἰκονογραφίας. Θὰ δοῦμε τότε ὅτι ἡ Ἐκκλησία δίνει στὸ εἰκονογραφικὸ θέμα τῆς ἀναστάσεως τοῦ Λαζάρου ἰδιαίτερη ἀξία. Δὲν τὸ θεωρεῖ ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου μόνο, οὔτε ὡς ἕνα ἐπεισόδιο ἀπὸ τὸ βίο ἑνὸς ἁγίου της ἁπλῶς. Συμπεριλαμβάνει τὸ θέμα στὸ Δαιδεκάορτο, δηλαδὴ μέσα στὸν εἰκονογραφικὸ κύκλο τῶν δώδεκα γεγονότων ποὺ θεωρεῖ ὡς τὰ πλέον βασικὰ στὴν ἔνσαρκο Οἰκονομία τοῦ Χριστοῦ. Τὶς δώδεκα αὐτὲς σκηνὲς τοποθετεῖ ἢ στὶς καμάρες τῆς στέγης τοῦ ναοῦ ποὺ σχηματίζουν τὸ σταυρὸ τοῦ βυζαντινοῦ ρυθμοῦ ἢ στὶς φορητὲς εἰκόνες ποὺ σχηματίζουν τὸ Εἰκονοστάσι ἢ Τέμπλο.


Εἶναι φανερὸ πὼς θέλει νὰ μᾶς χειραγωγήσει ἀπὸ τὰ κατώτερα διαζώματα τοιχογραφιῶν μὲ μεμονωμένους ἁγίους, σκηνὲς ἀπὸ τοὺς βίους καὶ θαύματά των, πρὸς τὴν ἔνσαρκο Οἰκονομία τοῦ Χριστοῦ (πάνω στὶς κεραῖες τῆς σταυροειδοῦς στέγης τοῦ ναοῦ) ποὺ παρουσιάζει τὸ Δωδεκάορτο καὶ μέσω τοῦ Δωδεκαόρτου πρὸς κάτι ἄλλο. Μᾶς ὁδηγεῖ πρὸς τὸν Ἐρχόμενο Παντοκράτορα Χριστό, ὁ ὁποῖος ἀνατέλλει ὡς νοητὸς ἥλιος τῆς δικαιοσύνης ἀπὸ τὸ βάθος τοῦ τρούλλου.


Οἱ εἰκόνες πάλι τοῦ τέμπλου μᾶς εἰσοδεύουν στὸ Ἱερὸ Βῆμα, στὴν εὐχαριστιακὴ ἀτμόσφαιρα ποὺ δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ πρόγευση τῆς ἐσχάτης ἡμέρας, πάλι δηλαδὴ τοῦ Ἐρχόμενου Χριστοῦ, ποὺ μᾶς ἀνοίγει τὴ Βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.


Πρέπει, λοιπόν, ἐκτός ἀπὸ τὴν καθαρὰ ἱστορικὴ διάσταση νὰ ἀναζητήσουμε στὰ θέματα τοῦ Δωδεκαόρτου (ἑπομένως καὶ στὴν Ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου) μίαν ἄλλη ἑρμηνεία καὶ σημασία. Ἡ λειτουργική τους θέση τῶν μὲν τοιχογραφιῶν μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς, τῶν δὲ φορητῶν εἰκόνων μεταξὺ κυρίως Ναοῦ καὶ Βήματος σημαίνει λειτουργικὰ μία θέση ἀνάμεσα στὴν ἱστορία καὶ στὰ ἔσχατα. Καὶ πράγματι, ἂν προσέξουμε τὴν εἰκόνα τῆς ἀναστάσεως τοῦ Λαζάρου καὶ ἂν τὴν δοῦμε μέσα στὸ γενικὸ κλίμα τῆς ὀρθοδόξου εἰκονογραφίας, θὰ καταλήξουμε πὼς κάτω ἀπὸ τὸ ἱστορικὸ ἐπίπεδο κρύπτεται κάποιο ἄλλο. Κάθε λεπτομέρεια ἱστορική, ποὺ παρουσιάζεται στὴν εἰκόνα τῆς ἀναστάσεως τοῦ Λαζάρου, ἀποδίδεται τεχνοτροπία κατὰ τὸν γνωστὸ βυζαντινὸ τρόπο ποὺ δημιουργεῖ ἕνα ἄλλο, παράλληλο πρὸς τὸ ἱστορικό, ἐπίπεδο, ἕνα ἐπίπεδο ἐσχατολογικό, τὸ ὁποῖο στοιχειοθετεῖται ἀπὸ τὶς ἀκόλουθες λεπτομέρειες.


1. Ὁ νεκρὸς Λάζαρος δὲν ἔχει παθητικὴ στάση, ἀλλὰ σκύβει πρὸς τὸν Κύριο σὲ στάση ὑπακοῆς, σὰν ἡ Ἀνάστασή του νὰ εἶναι ἀποτέλεσμα ὑπακοῆς τῆς φθαρτῆς φύσεως στὸν Ἰησοῦ, ποὺ ἀποδεικνύεται πλέον στὴν εἰκόνα ὄχι μόνο ὡς ὁ ἱστορικὸς Ἰησοῦς, ἀλλὰ καὶ ὁ ἐσχατολογικὸς Χριστὸς Κυρίου, στὸν ὁποῖον ὑπακούουν τὰ πάντα. Ἔτσι ἐξηγεῖται ἡ παντοκρατορικὴ στάση, μὲ τὴν ὁποία εἴδαμε ὅτι παρουσιάζει τὸν ταπεινὸ Ἰησοῦ ἡ εἰκόνα. Ἔχει δηλαδὴ ἡ ὀρθόδοξη εἰκονογραφία μίαν ἰδιάζουσα ὅραση, ποὺ ἐπιπροβάλλει τὴν ἱστορία στὰ ἔσχατα. Βλέπει ἱστορικὰ γεγονότα, ἀλλὰ πίσω ἀπ’ αὐτὰ ὁραματίζεται τὸ ἐσχατολογικό τους «τέλος», τὴν ὁλοκλήρωσή τους.


2. Αὐτὸ δὲν συναντᾶται μόνο σὲ ἐπιμέρους λεπτομέρειες τῆς συνθέσεως, σὰν ὁ ἁγιογράφος νὰ ἐμπνεύσθηκε μία λεπτομέρεια γιὰ νὰ θεολογήσει στιγμιαία. Οὔτε εἶναι κάτι ποὺ συναντᾶμε σὲ μία εἰκόνα ἑνός, ἂς ποῦμε, ἐμπνευσμένου ἁγιογράφου, ἐνῶ λείπει ἀπὸ τὴν εἰκόνα ἑνὸς ἄλλου, μὴ ἐμπνευσμένου. Ἀλλὰ μία ἐσχατολογικὴ πνοὴ ὑπερβάσεως τοῦ θανάτου, τῆς φθορᾶς καὶ ὅλων τῶν νόμων τῆς φύσεως διαπερνᾶ ὁλόκληρη τὴν εἰκονογραφία, ἑπομένως καὶ κάθε εἰκόνα ποὺ ἀκολουθεῖ τὸ ὀρθόδοξο τυπικό, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ἀτομικὴ ἔμπνευση ἢ εὐσέβεια τοῦ κάθε ἁγιογράφου. Χαρακτηριστικὴ ὡς πρὸς αὐτὸ εἶναι ἡ ἑξῆς λεπτομέρεια. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ σηκώνει τὴν πλάκα τοῦ τάφου φαίνεται νὰ καταβάλλει μεγάλη μυϊκὴ δύναμη γιὰ νὰ μετακινήσει τὴ βαρειὰ πέτρα. Ὅμως ἂν δοῦμε πὼς εἰκονίζεται ἡ ἴδια ἡ πλάκα τοῦ τάφου, θὰ παρατηρήσουμε πὼς ζωγραφίζεται ἀβαρὴς καὶ ἀνάλαφρη. Αὐτὸ τεχνοτροπικὰ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὸ ὅτι ἡ ὅλη σύνθεση δὲν φωτίζεται ἀπὸ συγκεκριμένη ἐνδοκοσμικὴ πηγὴ φωτὸς (ἥλιο κτλ.), ἀλλὰ ἀπὸ φῶς ποὺ δὲν ξέρουμε ἀπὸ ποὺ ἔρχεται καὶ ποὺ δὲν ἀκολουθεῖ τὸ νόμο τῆς εὐθύγραμμης διαδόσεως. Γι’ αὐτὸ δὲν ἀφήνει ἡ πλάκα σκιὲς στὸ ἔδαφος, δὲν ἔχει πάνω της πολλὲς καὶ κυρίως μονόπλευρες σκιές, δὲν ἔχει πάχος καὶ βάθος, καὶ ἑπομένως δὲν μᾶς πείθει πὼς ἔχει βάρος. Ἔχουμε, λοιπόν, ἀφ’ ἑνὸς ἕνα σχέδιο, ἕνα σκίτσο τῆς παραστάσεως ποὺ ὑποβάλλει τὸ αἴσθημα βαρύτητος καί, ἀφ’ ἑτέρου, ἕνα φῶς ποὺ φωτίζει ἰδιαζόντως αὐτὸ τὸ σχέδιο ἔτσι, ὥστε νὰ αἴρει τὸ αἴσθημα βαρύτητος. Νὰ ποιὰ εἶναι ἡ ζωγραφικὴ γλώσσα τῆς Ἐκκλησίας. Δείχνει τὸν πραγματικὸ κόσμο, ἀλλὰ μεταμορφωμένο κι ἀπελευθερωμένο ἀπὸ τὴ φθορά. Δείχνει μὲν τὰ πάντα σὲ ἕνα ἐπίπεδο ἱστορικὸ καὶ ρεαλιστικό, ἀλλὰ ταυτόχρονα τὰ ἀνάγει σὲ ἄλλο ἐπίπεδο ὑπεριστορικό, υ-περρεαλιστικό, ἐσχατολογικό.


3. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὰ βουνὰ καὶ τὰ κάστρα, τὰ ὁποῖα μὴν ἀφήνοντας σκιὲς καὶ ὄντας ὁλόφωτα, οὔτε αἴσθημα βαρύτητος οὔτε φθορᾶς ὑποβάλλουν.


4. Μάλιστα τὰ βουνὰ στὶς περισσότερες εἰκόνες τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Λαζάρου ἔχουν τὴν ἰδιάζουσα πρισματικὴ δομὴ τῆς βυζαντινῆς ζωγραφικῆς ποὺ τὰ παρουσιάζει σὰν ἀνάλαφρα ἐλατήρια ποὺ ἐκτοξεύονται πρὸς τὰ πάνω, ἀντὶ νὰ βαραίνουν πρὸς τὴν κατεύθυνση τῆς βαρύτητος.


5. Τὸ φῶς, τέλος, τῆς εἰκόνος εἶναι τέτοιο, ποὺ δὲν μᾶς δημιουργεῖ τὸ αἴσθημα οὔτε πὼς ἀνατέλλει οὔτε πὼς δύει. Δὲν νιώθουμε πὼς ἡ εἰκόνα παρουσιάζει τὰ δρώμενα σὲ μία ὁρισμένη χρονικὴ στιγμὴ τῆς ἡμέρας.


Τὰ ἐσχατολογικὰ αὐτὰ στοιχεῖα ποὺ συνυπάρχουν μὲ τὰ προαναφερθέντα ἱστορικὰ στοιχεῖα τῆς παραστάσεως ἑνοποιοῦν τὸ χρόνο καὶ τὸν χῶρο, δὲν τὸν δείχνουν κομματιασμένο καὶ ἑνώνουν ἱστορία καὶ ἔσχατα στὸ ἕνα πρόσωπο τοῦ ἱστορικοῦ Ἰησοῦ ποὺ ἀνέστησε τὸν Λάζαρο καὶ εἶναι ταυτόχρονα ὁ Ἐρχόμενος Παντοδύναμος Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Παντοκράτωρ. Ὁπότε ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου ζωγραφιζόμενη ὀρθοδόξως ἀνάγεται σὲ εἰκόνα ὄχι μόνο Ἀναστάσεως τοῦ ἑνὸς ἀνθρωπίνου προσώπου, τῆς μίας ὑποστάσεως τοῦ Λαζάρου, ἀλλὰ καὶ Ἀναστάσεως ὁλόκληρου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καὶ μεταμορφώσεως ὁλόκληρης τῆς κτίσεως. Νά, λοιπόν, τὸ νόημα τῆς ἑορτῆς ποὺ —ὅπως εἴπαμε στὴν ἀρχὴ— φανερώνει ἡ ποίηση καὶ ἡ ὑμνογραφία, ὄχι λιγότερο ὅμως καταδεικνύει καὶ ἡ ζωγραφικὴ γλώσσα τῆς Ἐκκλησίας μας./


Β΄ Τὸ Εἰκονογραφικὸ θέμα τοῦ Ἁγίου Λαζάρου ὡς Ἐπισκόπου


Ἡ Ἐκκλησία ὅμως δὲν μένει μόνο στὴν ἱστόρηση τῆς παραστάσεως τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Λαζάρου. Ἔχει καὶ τὴν ἰδιαίτερη εἰκόνα του, ὅπως καὶ κάθε ἁγίου. Τὰ ἐνδοϊστορικὰ στοιχεῖα τῆς εἰκόνος εἶναι παρμένα ἀπὸ τὴν παράδοση. Σύμφωνα μ’ αὐτὴν ὁ ἅγιος Λάζαρος μετὰ τὴν ἀνάστασή του ἔμεινε στὴ ζωὴ ἀκόμη τριάντα ἔτη, ἦλθε στὴν Κύπρο, ὅπου ἔγινε ἐπίσκοπος καὶ ἐκήρυξε τὸν Χριστό, ἐκοιμήθη δὲ καὶ ἐτάφη στὸ Κίτιο, ἀπὸ ὅπου μεταφέρθηκαν τὰ ἅγια λείψανά του τὸ 890 στὸν περικαλῆ ναὸ ποὺ ἀνήγειρε πρὸς τιμὴν του ὁ Λέων ΣΤ΄ ὁ Σοφός. Σύμφωνα, λοιπόν, μὲ τὴν παράδοση αὐτὴ εἰκονίζεται ὁ ἅγιος Λάζαρος μὲ ἀρχιερατικὰ ἄμφια, κρατώντας τὸ Εὐαγγέλιο μὲ τὸ ἀριστερό του χέρι.


Ἰδιαίτερη ἐντύπωση προκαλεῖ τὸ πρόσωπό του. Ἔχει θλιμμένη ἔκφραση, εἶναι ρυτιδωμένο καὶ δὲν ἔχει μαλλιά, μουστάκια καὶ γένεια. Οἱ εἰκόνες αὐτὲς εἶναι πολὺ σπάνιες. Ἡ σημαντικότερη συναντᾶται στὴν πασίγνωστη ἐκκλησία τοῦ Ἄρακα στὰ Λαγουδερα καὶ εἶναι τοιχογραφία τοῦ 1192. Τὰ χαρακτηριστικά τοῦ προσώπου εἶναι ἰδιάζοντα καὶ μᾶς παραπέμπουν στὴν τοιχογραφία τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Λαζάρου στὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος ποὺ βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὰ Σκόπια, γνωστὸς μὲ τὸ ὄνομα Νέρεζι καὶ μὲ θαυμάσιες τοιχογραφίες τοῦ 1164, δηλαδὴ μίας τριακονταετίας πρὶν ἀπὸ τὸ τῆς Κύπρου. Καὶ στὴν τοιχογραφία τοῦ Νέρεζι τὰ χαρακτηριστικά τοῦ Ἁγίου εἶναι ἰδιάζοντα σὲ σχέση πρὸς ἄλλα μνημεῖα. Ἡ κορυφὴ τῆς κεφαλῆς του δὲν σκεπάζεται, ὅπως σὲ εἰκόνες τοῦ Σινᾶ. Τὸ μέτωπο εἶναι ἰδιαίτερα στρογγυλὸ (στοιχεῖο ποὺ δὲν συναντᾶται ἀλλοῦ παρὰ μόνο στὸν Ἄρακα). Ἡ βαθειὰ ρυτίδα κάτω ἀπὸ τὸ μῆλο τοῦ προσώπου ἔχει ὁλόιδιο σχῆμα μὲ τοῦ Ἄρακα. Δὲν ἔχει καθόλου μουστάκια καὶ γένεια, ὅπως ἔχουν ὅλες οἱ μεταβυζαντινὲς εἰκόνες καὶ —ἔστω σὲ μικρότερο βαθμὸ— οἱ παλιὲς βυζαντινές. Ἐπίσης ἡ στροφὴ τῆς κεφαλῆς πρὸς τὰ δεξιὰ εἶναι ἴδια καὶ στὸ μνημεῖο τῆς Κύπρου καὶ στὸ Νέρεζι, σὰν ὁ ζωγράφος τοῦ Ἄρακα νὰ ἀντέγραψε τὸ Νέρεζι.


Κάτι τέτοιο δὲν εἶναι ἀπίθανο, γιατί ἔχει μαρτυρηθεῖ ὁμοιότητα ἀνάμεσα σὲ βυζαντινὰ μνημεῖα τῆς Κύπρου καὶ ἀντίστοιχα μνημεῖα ὄχι μόνο τοῦ Σινᾶ (Γ. Σωτηρίου) ἀλλὰ καὶ τῶν Βαλκανίων. Ἔχει γραφεῖ μελέτη τοῦ Βόϊσλαβ Τζούριτς γιὰ τὶς ὁμοιότητες τῆς κυπριακῆς φορητῆς εἰκόνος τοῦ ἁγίου Πέτρου πρὸς τοιχογραφία τῆς ἐκκλησίας τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα στὸν ποταμὸ Τρέσατς πάλι κοντὰ στὰ Σκόπια («Τὸ ἐργαστήριο τοῦ Μητροπολίτου Ἰωάννου», περιοδ. Ζograf τεῦχος Γ΄, 1969). Ἀλλὰ καὶ ἐμεῖς παρατηρήσαμε ὁμοιότητες μεταξὺ Ἐπιταφίου Θρήνου τοῦ Νέζερι καὶ Κουρμπίνοβο (1191) ἀφ’ ἑνός, καὶ Μονῆς Χρυσοστόμου στὸν Κουτσοβέντη στὴν Κύπρο, ἀφ’ ἑτέρου (πρβλ. τὰ χέρια καὶ στάση Θεοτόκου). Μποροῦμε, λοιπόν, νὰ ἀχθοῦμε στὸ συμπέρασμα πὼς ὁ ἁγιογράφος τοῦ Ἄρακα πῆρε τὸ πρόσωπο ἀπὸ τὴ σύνθεση τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Λαζάρου τοῦ Νέρεζι, τὸ ἐπεξεργάσθηκε βέβαια μὲ τὴ δική του τεχνοτροπία, καὶ τὸ ἔδεσε μὲ σχέδιο σώματος ἱεράρχου μὲ φελόνιο, ὠμοφόριο καὶ εὐαγγέλιο, πετυχαίνοντας ἔτσι καὶ στάση σιλουέττας δυνατὴ καὶ ἔκφραση προσώπου μοναδικὴ σὲ πνευματικὴ καὶ ἀσκητικὴ δύναμη. (Οἱ διαφορὲς μεταξὺ τῶν δύο προσώπων εἶναι ἐλάχιστες. Στὸ Νέρεζι συναντᾶμε ἀπαράμιλλη πλαστικότητα, φωτοσκίαση καὶ ἕνα βλέμμα μᾶλλον ἀπλανὲς σὰν νὰ ξυπνάει, ἐνῶ στὰ Λαγουδέρα περισσότερη γραμμικότητα, σχηματοποίηση καὶ σπάνια δύναμη ἐκφράσεως στὸ βλέμμα). Αὐτὴ ἡ χειρονομία τοῦ ζωγράφου τοῦ Ἄρακα, νὰ πάρει τὸ πρόσωπο τοῦ ἀνασταινόμενου Λαζάρου ἀπὸ τὸ Νέρεζι καὶ νὰ τὸ βάλει στὴν εἰκόνα του, δὲν εἶναι ἄμοιρη μίας θεολογικῆς ἀλήθειας, τὴν ὁποία ἀξίζει νὰ ἐπισημάνουμε καὶ ἀναπτύξουμε λίγο ἐδῶ, στὸ τέλος τῆς εἰσηγήσεώς μας.


Γ΄. Ὁ Ἅγιος Λάζαρος καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία τῆς Ἀναστάσεως


Μὲ ἄλλα λόγια μποροῦμε νὰ ποῦμε πὼς ὁ ἁγιογράφος ἔκανε ὅ,τι κάνει ἡ ἁγιογραφία ὅταν ζωγραφίζει τὸν Χριστὸ στὶς ἐμφανίσεις Του μετὰ τὴν Ἀνάσταση. Τὸν παρουσιάζει νὰ ἔχει τὰ στίγματα στὴν πλευρά, στὰ χέρια καὶ στὰ πόδια. Μὲ τὰ στίγματα αὐτὰ Τὸν ἀναγνώριζαν οἱ μαθητές, παρ’ ὅλο ποὺ ἐμφανιζόταν μεταμορφωμένος «ἐν ἑτέρα μορφῇ». Τὰ στίγματα αὐτὰ βλέποντας καὶ ψηλαφώντας ὁ Θωμᾶς ὁμολόγησε «ὁ Κύριάς μου καὶ ὁ Θεός μου!». Συνέδεαν δηλαδὴ τοὺς δύο τρόπους ὑπάρξεως τοῦ Χριστοῦ, α) τὸν πρὸ τῆς Ἀναστάσεως καὶ β) τὸν μετὰ τὴν Ἀνάσταση «ἐν ἑτέρα μορφῇ», χάρη στὸ ἕνα καὶ μόνο σῶμα Του, ποὺ δὲν ἔπαυσε καὶ μετὰ τὴν Ἀνάσταση νὰ φέρει τὰ ἴδια στίγματα τῆς ἀγάπης Του. Ἡ σταυρικὴ θυσία Του ἐξ ἀγάπης, ἡ ὁποία δηλώνεται καὶ φαίνεται μὲ τὰ στίγματα, Τοῦ ἔδινε τὴν μία καὶ μοναδικὴ ταυτότητα μὲ τὴν ὁποία Τὸν ἀναγνώριζαν. Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ διατήρηση τῶν στιγμάτων τοῦ Πάθους Του μετὰ τὴν Ἀνάσταση δείχνει πώς, ἐνῶ κάθε φθορὰ θὰ καταργηθεῖ μὲ τὴν Ἀνάσταση, θὰ μείνουν τὰ σημάδια ἐκεῖνα ποὺ δίνουν ἐκκλησιαστικὴ ταυτότητα στὸν Ἅγιο, ἐπειδὴ προέρχονται ἀπὸ σχέσεις ποὺ τὸν συνὲδεσαν γιὰ πάντα μὲ τὸν Χριστὸ καὶ μὲ τὴν Ἐκκλησία. Στὸ Χριστὸ ἔμειναν τὰ στίγματα. Στὸν ἅγιο Λάζαρο ἔμειναν τὰ σημάδια ἀπὸ τὸν θάνατό του. Πάνω στὸν θάνατό του ἐπέδρασε ὁ Κύριος καὶ τὸν ἀνέστησε ἐξ ἀγάπης καὶ τώρα ἐμεῖς, τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἀναγνωρίζουμε ἀμέσως τὴν εἰκόνα τοῦ Λαζάρου, ἐπειδὴ ἔχει τὰ σημάδια ποὺ τοῦ δίνουν τὴν ἐκκλησιαστική του ταυτότητα.


Ὁ ἁγιογράφος, λοιπόν, ποὺ πῆρε τὸ πρόσωπο τοῦ Λαζάρου ἀπὸ τὴν σύνθεση τῆς Ἀναστάσεώς του καὶ τὸ χρησιμοποίησε στὴν εἰκόνα τοῦ ἁγίου Λαζάρου ὡς ἱεράρχου, ἐπανέλαβε ὅ,τι κάνει ἡ ἁγιογραφία καὶ στὶς ἐμφανίσεις τοῦ Χριστοῦ μετὰ τὴν Ἀνάσταση. Ἡ ἀνάσταση ἑπομένως τοῦ ἁγίου Λαζάρου καὶ ἡ ἐκ μέρους μας προσκύνηση τῆς εἰκόνας του εἶναι μία ἰδιαίτερη μέσα στὴν εἰκονογραφία μαρτυρία τοῦ δόγματος τῆς Ἀναστάσεως τῶν σωμάτων, τὴν ὁποία ἐξ ἄλλου ὁμολογοῦμε καὶ κάθε φορά ποὺ ἀπαγγέλλουμε στὴ Λειτουργία τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, ὅπου ὁμολογοῦμε ὅτι πιστεύουμε σὲ «Ἀνάστασιν νεκρῶν».


Αὐτό, κατ’ ἐπέκταση, σημαίνει πὼς ἡ εἰκόνα τοῦ ἁγίου Λαζάρου μᾶς φανερώνει τὴν ἀνεκτίμητη ἀξία τοῦ ἑνὸς καὶ μοναδικοῦ σώματός μας. Γιατί μ’ αὐτὸ τὸ ἕνα καὶ μοναδικὸ σῶμα ὑπάρχουμε καὶ δροῦμε τώρα μέσα στὴν ἱστορία, καὶ μὲ τὸ ἴδιο θὰ ὑπάρχουμε καὶ αἰώνια μετὰ τὴν ἱστορία, στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἡ ὀρθόδοξη εἰκονογραφία, δηλαδή, δίνει τὴν ἀπάντηση καὶ σὲ κάθε πλάνη μετεμψυχώσεως, μετενσαρκώσεις κτλ. Ἀλλὰ ἐπίσης ἡ εἰκόνα τοῦ ἁγίου Λαζάρου δείχνει καὶ τὴ μοναδικὴ ἀξία τῆς ἱστορίας, ἑπομένως καὶ τῆς κάθε στιγμῆς στὴ ζωὴ τοῦ κάθε ἀνθρώπου.


Ἐδῶ πλέον ἐρχόμαστε στὸ μεγάλο θέμα τῆς ὀρθοδόξου ἀσκήσεως. Διότι διὰ τῆς ἀσκήσεως θὰ μετατρέψουμε τὴν ἱστορία ἀπὸ ἱστορία ἀρνήσεως καὶ πτώσεων σὲ ἱστορία καταφάσεως στὸν Θεὸ καὶ μετανοίας. Διὰ τῆς ἀσκήσεως θὰ ἐκφρασθεῖ πρὸς τὰ ἔξω καὶ συγκεκριμένα καὶ διὰ τοῦ σώματος (δηλ. διὰ συγκεκριμένων πράξεων ποὺ τελοῦνται ἀσφαλῶς διὰ τοῦ σώματος, ποὺ δὲν μποροῦν νὰ ἐπιτελεσθοῦν ἐρήμην τοῦ σώματος) ἡ βούλησή μας γιὰ κατάφαση στὸν Θεὸ καὶ στὸ θέλημά Του, τὸ ὁποῖο εἶναι ἡ σωτηρία καὶ ἡ αἰωνιότητα τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς κτίσεως.


Καὶ ὅλο αὐτὸ τὸ χριστιανικὸ ἦθος τῆς πίστεως στὴν Ἀνάσταση καὶ τῆς ἀναστάσιμης ἐλπίδας ποὺ ἀπορρέει ἀπ’ αὐτήν μᾶς τὸ φανερώνει ἡ εἰκόνα τοῦ τετραημέρου καὶ φίλου τοῦ Χριστοῦ Λαζάρου. Σ’ αὐτὸν καὶ τὸ Συμπόσιό μας δέεται νὰ πρεσβεύει στὸν Κύριο τῆς Ζωῆς γιὰ νὰ μᾶς σώζει ἀπὸ τὴ φθορά. Ἀπὸ κάθε φθορά, τῆς ἁμαρτίας τῆς προσωπικῆς, τῶν παθῶν, τῆς ἁμαρτίας τῆς συλλογικῆς ποὺ ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα στὴν οἰκολογικὴ φθορά, νὰ μᾶς σώζει ἀπὸ τὴ φθορὰ τῆς ὑγείας, ἀπὸ τὴ φθορὰ τῶν αἰσθημάτων μας τῆς ἀγάπης, ἀπὸ τὴ φθορὰ τοῦ ἐσχάτου ἐχθροῦ, τοῦ θανάτου. Νὰ πρεσβεύει ἀκόμη στὸν Κύριο τῆς Ζωῆς νὰ μᾶς θυμηθεῖ κατὰ τὴν Ἡμέρα τὴ Φοβερὰ καὶ νὰ μᾶς καλέσει κοντά Του στὸ Φῶς τῆς Ἀναστάσεως, ὡς αἰώνιους φίλους Του, σὰν τὸν φίλο Του τὸν Ἅγιο Λάζαρο.




Ἀπό τό βιβλίο:«Ἐν ἐσόπτρω -εἰκονολογικὰ μελετήμαστα»,


ἔκδ. Μ. Π. Γρηγόρης

Σάββατον τοῦ Λαζάρου

 Αρχιμ. Επιφάνιος Ι. Θεοδωρόπουλος


Κατὰ τὴν ἡμέραν αὐτὴν ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τὴν ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ ἀνάστασιν τοῦ φίλου Του Λαζάρου.


Ἀπὸ τὸ «Ὠρολόγιον» παραλαμβάνομεν τὰ κατωτέρω:


«Φίλος ἦν τοῦ Ἰησοῦ ὁ Λάζαρος καὶ αἱ τούτου ἀδελφαί, Μάρθα καὶ Μαρία, αἵτινες καὶ ἐφιλοξένησαν αὐτόν, καὶ διηκόνησαν πολλάκις (Λουκ. ι΄, 38-40, Ἰωάν. ιβ΄, 1-3). Ἦσαν δὲ ἐκ κώμης τινὸς τῆς Ἰουδαίας, Βηθανίας τὸ ὄνομα, κατὰ τοὺς πρὸς τὰ ἀνατολικὰ μέρη πρόποδας τοῦ ὄρους τῶν Ἐλαιῶν κειμένης, ἐγγὺς τῆς Ἱερουσαλὴμ ἕως δύο μίλια ρωμαϊκά. Τούτου οὖν τοῦ Λαζάρου ἀσθενήσαντος ἡμέρας τινὰς πρὸ τοῦ σωτηρίου πάθους, διαμηνύουσι τὴν ἀσθενείαν αὐτοῦ αἱ ἀδελφαὶ εἰς τὸν Ἰησοῦν, διατρίβοντα τότε ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ.


Ὁ δὲ μείνας ἐπίτηδες ἐκεῖ ἡμέρας, ἔως οὗ ἀπέθανεν ὁ Λάζαρος, τότε εἶπε πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ· Ἄγωμεν εἰς τὴν Ἰουδαίαν, ἵνα ἐξυπνήσω τὸν φίλον κοιμώμενον, ἐννοῶν δηλαδὴ τὸν βαρὺν τοῦ θανάτου ὕπνον. Φθάσας δὲ εἰς Βηθανίαν, παρεμύθησε τὰς ἀδελφὰς τοῦ πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν τεθαμμένου ἤδη Λαζάρου· ἐνεβριμήσατο τῷ πνεύματι καὶ ἐτάραξεν ἑαυτὸν ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ ἀγαπητοῦ φίλου· ἠρώτησε, ποῦ ἐναπετέθη τὸ λείψανον, ἐδάκρυσεν ἐπ᾿ αὐτῷ, προσῆλθεν εἰς τὸ μνημεῖον, προσέταξεν ἵνα ἄρωσι τὸν λίθον, ὕψωσεν ἄνω τοὺς ὀφθαλμούς· καὶ εὐχαριστήσας τῷ Θεῷ καὶ Πατρί, ἐκέκραξε φωνῇ μεγάλη˙ Λάζαρε, δεύρο ἔξω˙ καὶ τοῦ τεταρταίου νεκροῦ ἐξελθόντος εὐθύς, ἐντετυλιγμένου εἰς τὰ σάβανα, εἶπε πρὸς τοὺς παρεστώτας˙ Λύσατε αὐτὸν καὶ ἄφετε ὑπάγειν (Ἰωάν. ια, 44). Τοῦτό ἐστί τὸ ὑπερφυὲς τοῦ Σωτῆρος Θαῦμα, ὅπερ ἑορτάζομεν σήμερον.

Σάββατον τοῦ Λαζάρου


Λέγεται δὲ ἐξ ἀρχαίας παραδόσεως ὅτι ὁ Λάζαρος ἦν τριακοντούτης ὅτε ἀνέστησεν αὐτὸν ὁ Κύριος˙ ὅτι ἐπιζήσας ἄλλα τριάκοντα ἐτελεύτησεν ἐν Κύπρῳ τὸ 63 ἔτος καὶ ὅτι ὁ τάφος αὐτοῦ ἔκειτο πλησίον τῆς πόλεως Κιτιέων, ἔχων ἐπιγραφὴν «Λάζαρος ὁ τετραήμερος καὶ φίλος τοῦ Χριστοῦ». Τῷ δὲ 890 ἔτει μετεκόμισεν εἰς Κωνσταντινούπολιν τὸ ἱερὸν αὐτοῦ λείψανον Λέων ὁ σοφός, ὅτε ἀναμφιβόλως ἐποίησε καὶ τὰ εἰς τὸν ἑσπερινὸν αὐτοῦ ἰδιόμελα˙ Κύριε, Λαζάρου θέλων τάφον ἰδεῖν, κ.λπ.».


Τὸ ἀπολυτίκιον τῆς ἡμέρας εἶνε τὸ ἑξῆς:


«Τὴν κοινὴν ἀνάστασιν πρὸ τοῦ σοῦ πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τὸν Λάζαρον Χριστὲ ὁ Θεός˙ ὅθεν καὶ ἡμεῖς ὡς οἱ παῖδες, τὰ τῆς νίκης σύμβολα φέροντες, σοὶ τῷ νικητῇ τοῦ θανάτου βοῶμεν˙ Ὠσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος, ἐν ὀνόματι Κυρίου.»


Δηλαδή: Θέλων, Χριστὲ καὶ Θεέ μας, νὰ δείξῃς, πρὸ τῆς σταυρικῆς Σου θυσίας, ὅτι εἶνε βέβαιον πρᾶγμα ἡ ἀνάστασις ὅλων τῶν νεκρῶν, ἀνέστησες ἐκ νεκρῶν τὸν Λάζαρον, Διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς, μιμούμενοι τὰ παιδία ποὺ σὲ ὑπεδέχθησαν κατὰ τὴν εἴσοδόν Σου εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, κρατοῦμεν εἰς χεῖράς μας τὰ σύμβολα τῆς νίκης, τὰ βαΐα, καὶ βοῶμεν πρὸς Σε, τὸν νικητὴν τοῦ θανάτου: Βοήθησέ μας καὶ σῶσε μας, Σύ, ποὺ ὡς Θεὸς κατοικεῖς εἰς τὰ ὕψιστα μέρη τοῦ ούρανοῦ. Ἂς εἶσαι εὐλογημένος Σύ, ποὺ ἔρχεσαι ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Κύριον!


Κατὰ τὴν ἡμέραν αὐτὴν δὲν γίνονται μνημόσυνα μετὰ κολλύβων. Ἐν ἀνάγκῃ δύναται νὰ γίνῃ ἁπλοῦν νεκρώσιμον Τρισάγιον.




Αρχιμ. Επιφάνιος Ι. Θεοδωρόπουλος, Περίοδος Τριωδίου, Πόρος Τροιζηνίας: Ιερόν Ησυχαστήριον Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζήνος, 2011

Η ανάσταση του Λαζάρου

 Γεώργιος Δορμπαράκης


(Σάββατο του Λαζάρου)


«Ο Λάζαρος ήταν Εβραίος κατά το γένος, Φαρισαίος κατά την αίρεση, και υιός, όπως έχει βρεθεί, του Φαρισαίου Σίμωνα, καταγώμενος από την κώμη της Βηθανίας. Ενώθηκε με δεσμά φιλίας με τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, ο Οποίος ήλθε στον κόσμο για τη σωτηρία μας. Επειδή λοιπόν ο Χριστός συνεχώς διαλεγόταν με τον Σίμωνα, διότι και αυτός πίστευε πολύ στην ανάσταση από τους νεκρούς, και πήγαινε στο σπίτι του, κατά φυσικό τρόπο ο Λάζαρος, όπως και οι δύο του αδελφές, η Μάρθα και η Μαρία, αγάπησαν γνήσια τον Κύριο. Καθώς πλησίαζε το σωτήριο Πάθος, επειδή έπρεπε να θεωρηθεί αξιόπιστο το μυστήριο της Αναστάσεως του Κυρίου, ο μεν Ιησούς έμενε πέραν του Ιορδάνου, αφού προηγουμένως είχε αναστήσει από τους νεκρούς την κόρη του Ιαείρου και τον υιό της Χήρας. Ο δε φίλος του Λάζαρος αρρώστησε βαριά και πέθανε.


Ο Ιησούς λοιπόν, ενώ δεν ήταν στη Βηθανία, λέγει στους μαθητές: Ο Λάζαρος κοιμήθηκε, και μετά από λίγο πάλι: Ο Λάζαρος, λέγει, πέθανε. Έρχεται λοιπόν στη Βηθανία, αφήνοντας τον Ιορδάνη, καθώς Του έστειλαν μήνυμα οι αδελφές του Λαζάρου. Απέχει δε η Βηθανία περίπου δεκαπέντε στάδια από τα Ιεροσόλυμα. Τον προϋπάντησαν οι αδελφές του Λαζάρου που του είπαν: Κύριε, αν ήσουν εδώ, δεν θα πέθαινε ο αδελφός μας. Αλλά και τώρα, αν θελήσεις, θα τον αναστήσεις, γιατί μπορείς. Ερωτά τον όχλο ο Ιησούς. Πού τον βάλατε; Και αμέσως όλοι πήγαν προς το μνήμα. Κι αφού σήκωσαν τον λίθο, η Μάρθα λέγει: Κύριε, μυρίζει πια, γιατί είναι τέσσερις ημέρες μέσα. Ο Ιησούς προσευχήθηκε και έκλαψε για τον Λάζαρο, οπότε με μεγάλη φωνή κραύγασε: Λάζαρε, έλα έξω. Κι αμέσως ο πεθαμένος βγήκε, κι αφού λύθηκε αναχώρησε για το σπίτι του. Αυτό το τεράστιο παράδοξο ξεσήκωσε τον φθόνο του Εβραϊκού λαού, που εξοργίστηκε κατά του Χριστού. Ο δε Ιησούς πάλι έφυγε γρήγορα. Οι δε αρχιερείς σκέφτηκαν και τον Λάζαρο να σκοτώσουν, διότι πολλοί βλέποντάς τον πίστευαν στον Χριστό. Ο Λάζαρος τότε που κατάλαβε τις σκέψεις τους διαφεύγει προς τη νήσο Κύπρο, όπου και έμενε, μέχρις ότου αργότερα αναδείχτηκε αρχιερέας της πόλης του Κυτίου από τους Αποστόλους. Κι αφού έζησε καλώς και θεοφιλώς, τριάντα χρόνια μετά από την ανάστασή του πέθανε και πάλι. Ετάφη εκεί και έκανε πολλά θαύματα.

Η ανάσταση του Λαζάρου


Λέγεται δε ότι μετά την ανάστασή του δεν έφαγε τίποτε χωρίς να βάλει και κάτι πικρό στο φαγητό και ότι το ωμοφόριό του το έφτιαξε η πάναγνη του Θεού Μητέρα με τα χέρια της και του το χάρισε. Το τίμιο και άγιο λείψανό του ο σοφότατος βασιλιάς Λέων, από κάποια θεία όραση κινούμενος έστειλε και το πήρε από εκεί και το κατέθεσε με σεμνότητα και με πολυτέλεια στον Ναό που έκτισε στην Κωνταντινούπολη προς τιμή του. Και τώρα ακόμη παραμένει το τίμιο λείψανό του, που βγάζει κάποια άρρητη ευωδία. Τάχθηκε δε να εορτάζεται η έγερσή του κατά τη σημερινή ημέρα, διότι οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες μας, μάλλον δε οι άγιοι Απόστολοι, μετά την κάθαρση της σαρανταήμερης νηστείας, ενόψει των αγίων Παθών του Κυρίου μας, επειδή βρήκαν αυτό το θαύμα ότι ήταν η αρχή και μάλιστα η αιτία της μανίας των Ιουδαίων κατά του Χριστού, γι’ αυτό λοιπόν έθεσαν εδώ το υπερφυσικό αυτό τεράστιο θαύμα. Αυτό λοιπόν το θαύμα μόνος ο ευαγγελιστής Ιωάννης το έγραψε, διότι οι άλλοι ευαγγελιστές το παρέλειψαν. Ίσως γιατί ήταν ζωντανός ο Λάζαρος και τον έβλεπαν. Λέγεται μάλιστα ότι και γι’ αυτό ακριβώς συνέγραψε και το υπόλοιπο Ευαγγέλιο και ότι οι άλλοι δεν αναφέρθηκαν καθόλου στην άναρχη Γέννηση του Χριστού. Διότι αυτό ήταν το ζητούμενο να πιστευθεί, δηλαδή ότι ο Χριστός ήταν ο Υιός του Θεού και Θεός. Και ότι αναστήθηκε και θα γίνει ανάσταση των νεκρών, πράγμα το οποίο με την ανάσταση του Λαζάρου γίνεται περισσότερο πιστευτό. Ο Λάζαρος δε δεν είπε τίποτε για τα εν Άδη ή διότι δεν του επέτρεψε ο Θεός να δει τελείως τα εκεί ή διότι τα είδε μεν, αλλά πήρε εντολή να κρατήσει σιωπή γι’ αυτά. Από τότε και μετά, κάθε άνθρωπος που μόλις έχει πεθάνει λέγεται Λάζαρος, ενώ το εντάφιο ένδυμα ονομάζεται Λαζάρωμα, καθώς τον παρακινεί ο λόγος να θυμηθεί τον πρώτο Λάζαρο. Διότι αν εκείνος με τον λόγο του Χριστού αναστήθηκε και ξανάζησε πάλι, έτσι κι αυτός: μολονότι πέθανε, όμως θα αναστηθεί με την τελευταία σάλπιγγα και θα ζήσει αιώνια».


Η ανάσταση του Λαζάρου από τον Κύριο θεωρείται από τον άγιο Θεοφάνη, τον υμνογράφο και της σημερινής εορτής, πρώτα από όλα ως φανέρωση της διπλής φύσης Του, της ανθρώπινης και της θεϊκής. Η μεν ανθρώπινη φύση Του φανερώνεται από το γεγονός ότι ο Κύριος ερωτά, σαν να αγνοεί, τον τόπο της ταφής του φίλου Του, αλλά και από το γεγονός ότι κλαίει για τον θάνατό του. Η δε θεϊκή φύση Του αποκαλύπτεται, όπως είναι φυσικό, από την ανάσταση του Λαζάρου, καθώς η ισχύς του θεϊκού λόγου Του βγάζει από το χώρο των κεκοιμημένων τον Λάζαρο, αλλά και προηγουμένως, από τη πρόγνωση του θανάτου του. Τα συγκεκριμένα τροπάρια και οι στίχοι που καταγράφουν την «διπλόην» αυτήν του Κυρίου είναι πάμπολλα. Για παράδειγμα, ως προς την ανθρώπινη φύση Του: «Αφού έγινες ουσιαστικά άνθρωπος κατά τη φύση, Χριστέ, από την Παρθένο, ρωτούσες ως άνθρωπος να μάθεις για τον τάφο του, ενώ δεν αγνοούσες ως Θεός πού βρισκόταν» («Τὸν ἄνθρωπον φύσει οὐσιωθείς, Χριστέ, ἐκ Παρθένου, τοῦ Λαζάρου σὺ τὴν ταφήν, μαθεῖν ἐπηρώτας ὡς ἄνθρωπος, οὐκ ἀγνοῶν ὡς Θεὸς ὅπου ἔκειτο») (ωδή α΄). «Ενώ ήξερες, ρωτούσες, λέγει: Πού τον έχετε βάλει; Και προσευχήθηκες στον Πατέρα, χύνοντας δάκρυα ως άνθρωπος» («εἰδὼς ἠρώτας, φησί: Ποῦ τεθείκατε; Καὶ τῷ Πατρὶ προσηύξω, δακρύσας ὡς ἄνθρωπος») (κάθισμα όρθρου). «Θρηνείς, Ιησού. Αυτό είναι γνώρισμα της ανθρώπινης φύσης» («Θρηνεῖς, Ἰησοῦ. Τοῦτο θνητῆς οὐσίας») (στίχος συναξαρίου). Ως προς τη θεϊκή φύση Του: «Δίνεις ζωή στον φίλο Σου. Αυτό είναι γνώρισμα της θεϊκής δύναμής Σου» («Ζωοῖς φίλον σου. Τοῦτο θείας ἰσχύος») (στίχος συναξαρίου). «Έδειξες σε όλους το γνώρισμα της υπέρθεης θεότητάς Σου, καθώς ανέστησες από τους νεκρούς τον τετραήμερο στον τάφο Λάζαρο, Δέσποτα» («Πᾶσι τῆς ὑπερθέου γνώρισμα θεότητος, ὑπέδειξας, ἐκ τῶν νεκρῶν ἐγείρας, τετραήμερον Λάζαρον Δέσποτα») (ωδή α΄). «Συ που δημιούργησες όλον τον κόσμο από το μηδέν και γνωρίζεις τα κρυφά των καρδιών, προλέγεις ως Κύριος στους μαθητές την κοίμηση του Λαζάρου» («Ὁ πρὶν ἐκ μὴ ὄντων παραγαγὼν τὴν σύμπασαν Κτίσιν καὶ γινώσκων τῶν καρδιῶν, ταμεῖα, προλέγεις ὡς Δεσπότης, τοῖς Μαθηταῖς τοῦ Λαζάρου τὴν κοίμησιν») (ωδή α΄). Έτσι «προβάλλοντας ο Κύριος δύο ενέργειές Του, δείχνει και τη διπλή φύση Του. Ότι δηλαδή είναι Θεός και άνθρωπος» («Δύο προβαλλόμενος τὰς ἐνεργείας Σου, ἔδειξας τῶν οὐσιῶν Σῶτερ, τὴν διπλόην, Θεὸς γὰρ εἶ καὶ ἄνθρωπος») (ωδή γ΄).


Η ανάσταση του Λαζάρου όμως συνιστά κατά τον υμνογράφο σημαντικό γεγονός, γιατί δείχνει και την αξιοπιστία της ανάστασης του ίδιου του Κυρίου. Ο Κύριος δηλαδή που είχε προείπει την ανάστασή Του είναι επόμενο να καθιστά εντελώς αξιόπιστη την προφητεία Του, με την ανάσταση εκ νεκρών που κάνει στον Λάζαρο. Αφού με άλλα λόγια ανέστησε έναν άνθρωπο εκ νεκρών, γιατί να μην μπορεί να αναστήσει και τον εαυτό Του; Η λογική του Κυρίου εν προκειμένω είναι παρεμφερής με τη λογική και των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης, όπως έπειτα και με τις προφητείες της Αποκάλυψης του Ιωάννη. Τι θέλουμε να πούμε; Στους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης βλέπουμε ότι για να καταστήσουν αξιόπιστες τις προφητείες τους περί του ερχόμενου Μεσσία, περί ενός δηλαδή μακρινού γεγονότος, έλεγαν προφητείες που αναφέρονταν σε βάθος λίγου χρόνου. Επιβεβαιώνονταν οι προφητείες αυτές σύντομα, συνεπώς και ο λόγους για τον Μεσσία εθεωρείτο αξιόπιστος. Το ίδιο συμβαίνει και με την Αποκάλυψη του Ιωάννη: ο Ιωάννης για να μιλήσει περί της αλήθειας του ερχομού του Κυρίου κατά τη Δευτέρα Του παρουσία, ομιλεί περί γεγονότων που επαληθεύονταν σε μικρό χρονικό διάστημα. Η λογική λοιπόν και στο γεγονός της ανάστασης του Λαζάρου είναι το ίδιο: Αυτός που ανασταίνει τον Λάζαρο, δείχνοντας ότι είναι ο Κύριος της ζωής και του θανάτου, ο Ίδιος σε λίγες ημέρες θα αναστηθεί από τους νεκρούς. «Δείχνοντας, Λόγε, ότι η Ανάστασή Σου αξίζει να πιστευτεί πράγματι, ανέστησες σαν από ύπνο τον φίλο σου, που ήδη μύριζε άσχημα, δηλαδή τον τετραήμερο νεκρό από το μνήμα» («Πιστούμενος, Λόγε, τὴν σεαυτοῦ Ἀνάστασιν ὄντως, ὡς ἐξ ὕπνου τὸν προσφιλῆ ἀνέστησας ἤδη ὀδωδότα, τὸν τεταρταῖον νεκρὸν ἐκ τοῦ μνήματος») (ωδή α΄).


Και βεβαίως η ανάσταση του Λαζάρου που παραπέμπει στην Ανάσταση του Κυρίου, προχωρά κατ’ επέκταση και στην ανάσταση εκ νεκρών όλων των ανθρώπων. Η Ανάσταση του Κυρίου άλλωστε γι’ αυτό έγινε. Όχι γιατί είχε ανάγκη της ανάστασης αυτής ο Κύριος, ο Ίδιος ο παντοδύναμος Θεός που σαρκώθηκε, αλλά για να δώσει στους ανθρώπους τη μεγαλύτερη δωρεά: να υπερβούν τον θάνατο -το τίμημα της αμαρτίας τους- συνεπώς να ζήσουν αυτό που απαρχής είχε δοθεί ως προοπτική στους ανθρώπους: να ζουν αιωνίως εν Θεώ, ψυχή τε και σώματι. Διότι βεβαίως ο άνθρωπος δεν δημιουργήθηκε για να πεθάνει, αλλά για να ζήσει. Ο θάνατος ήλθε ως το αποτέλεσμα της διαγραφής του Θεού από τη ζωή τους. Όμως συνιστούσε γεγονός ανάποδο προς τη φυσιολογία τους. Ο Κύριος λοιπόν ήλθε «ἵνα ζωὴν ἔχωσιν οἱ ἄνθρωποι καὶ περισςὸν ἔχωσι». Κι από την άποψη αυτή η Ανάσταση του Κυρίου, αρχής γενομένης από την ανάσταση του Λαζάρου, αποτελεί τη μεγαλύτερη εορτή και των πάντων γεγονότων ανώτερο γεγονός, που νοηματίζει τα πάντα. «Τον Λάζαρο που πέθανε, τον ανέστησες από τον Άδη που βρισκόταν τέσσερις ημέρες, Χριστέ, τραντάζοντας έτσι πριν από τον θάνατό Σου τη δύναμη του θανάτου και προμηνύοντας μέσω ενός προσφιλούς σου προσώπου την ελευθερία όλων των ανθρώπων από τη φθορά” («Λάζαρον τεθνεῶτα, τετραήμερον ἀνέστησας ἐξ ᾍδου, Χριστέ, πρὸ τοῦ σοῦ θανάτου, διασείσας τοῦ θανάτου τὸ κράτος, καὶ διʾ ἑνὸς προσφιλοῦς τὴν πάντων ἀνθρώπων προμηνύων, ἐκ φθορᾶς ἐλευθερίαν») (στιχηρό αίνων).


Ο άγιος Θεοφάνης όμως σημειώνοντας την ανάσταση εκ νεκρών όλων των ανθρώπων τονίζει και την προϋπόθεση, προκειμένου η ανάσταση αυτή να λειτουργεί θετικά για τον άνθρωπο. Διότι την ανάσταση θα τη ζήσουν όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι, όχι όμως κατά τρόπο χαροποιό και φωτεινό. Η ανάσταση των νεκρών κατά τη Δευτέρα Παρουσία για άλλους θα είναι, κατά τα λόγια του ίδιου του Κυρίου, ανάσταση ζωής και για άλλους ανάσταση κρίσεως. Κι εκείνο που θα καταστήσει χαροποιό και φωτεινό γεγονός την ανάσταση, κυριολεκτικά παραδείσια κατάσταση, είναι αν ο άνθρωπος, μέσα στα πλαίσια αυτού του κόσμου που ο Θεός επέτρεψε να βρεθεί, ζήσει με πίστη και με αγάπη, δηλαδή με μετάνοια από τον κακό και αμαρτωλό και εγωιστικό τρόπο ζωής του. Αν με άλλα λόγια από τώρα ζήσει την ανάσταση του Κυρίου. Ο άγιος υμνογράφος συνεπώς μας καθοδηγεί στο πώς κανείς από εδώ και τώρα ζει την ανάσταση του Κυρίου. Χρησιμοποιώντας το παράδειγμα της ανάστασης του Λαζάρου, εκεί που ο ζωοποιός λόγος του Κυρίου μεταγγίζει την ίδια τη ζωή, εύχεται ο Κύριος να αναστήσει και τον δικό μας νου, που κείτεται νεκρός λόγω των αμαρτιών του. Αν από τώρα δεχτούμε τον λόγο του Κυρίου, τότε θα αναστηθούμε από τη νέκρα της αμαρτίας σαν τον Λάζαρο, συνεπώς και ο θάνατός μας, πολύ περισσότερο η Δευτέρα του Κυρίου Παρουσία, θα είναι και για εμάς ανάσταση ζωής. Τον Κύριο δηλαδή που ζήσαμε σ’ αυτήν τη ζωή, τον Ίδιο θα ζούμε και αιωνίως, με χαρά και ευφροσύνη. «Τον νεκρό που μύριζε άσχημα και που ήταν δεμένος με σάβανα, Δέσποτα, τον ανέστησες. Κι εμένα που είμαι δεμένος με τις σειρές των αμαρτημάτων μου, ανάστησέ με» («Τὸν νεκρὸν ὀδωδότα, δεδεμένον κειρίαις, Δέσποτα, ἤγειρας. Κᾀμὲ πεπεδημένον σειραῖς ἁμαρτημάτων διανάστησον») (ωδή ζ΄). «Όπως είπες Κύριε στη Μάρθα: Εγώ είμαι η ανάσταση, έμπρακτα εκπλήρωσες τον λόγο Σου, καλώντας από τον Άδη τον Λάζαρο. Κι εμένα, φιλάνθρωπε, που είμαι νεκρός από τα πάθη μου, ως συμπαθής ανάστησέ με, Σε παρακαλώ» («Καθὼς εἶπας, Κύριε τῇ Μάρθᾳ: Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις, ἔργῳ τὸν λόγον ἐπλήρωσας, ἐξ ᾍδου καλέσας τὸν Λάζαρον. Κᾀμὲ φιλάνθρωπε, νεκρὸν τοῖς πάθεσιν, ὡς συμπαθής ἐξανάστησον, δέομαι») (στιχηρό αίνων).




Γεώργιος Δορμπαράκης, Του Πάθους και της Ανάστασης, 1η έκδ., Αθήνα, Αρχονταρίκι, 2014.

Σάββατον του Λαζάρου

 π. Θωμάς Χόπκο


Η εβδομάδα που ακολουθεί μετά την Κυριακή της Αγίας Μαρίας της Αιγυπτίας καλείται Εβδομάδα προ των Βαΐων. Στην ακολουθία της Τρίτης αυτής της Εβδομάδος η Εκκλησία θυμίζει πως ο φίλος του Ιησού, ο Λάζαρος, έχει πεθάνει και πως ο Κύριος πρόκειται να τον αναστήσει εκ νεκρών (Ιωάν. 11). Καθώς οι μέρες κυλούν προς το Σάββατο, η Εκκλησία, με τους ύμνους της συνεχίζει να ακολουθεί τον Χριστό στην πορεία Του προς τη Βηθανία στον τάφο του Λαζάρου. Την Παρασκευή το απόγευμα, την παραμονή του Λαζάρου, οι «μεγάλες και σωτήριες μέρες» της Τεσσαρακοστής έχουν φτάσει κανονικά στο τέλος τους:


«Τὴν ψυχωφελῆ πληρώσαντες Τεσσαρακοστήν, καὶ τὴν ἁγίαν Ἑβδομάδα τοῦ Πάθους σου, αἰτοῦμεν κατιδεῖν Φιλάνθρωπε, τοῦ δοξᾶσαι ἐν αὐτῇ τὰ μεγαλεῖά σου, καὶ τὴν ἄφατον δι᾿ ἡμᾶς οἰκονομίαν σου ὁμοφρόνως μελῳδοῦντες» (Στιχηρόν Εσπερινού).


Το Σάββατο του Λαζάρου είναι ένας πασχάλιος εορτασμός. Είναι η μόνη στιγμή σε όλο το εκκλησιαστικό έτος που η αναστάσιμη ακολουθία της Κυριακής τελείται μία άλλη μέρα. Στη Λειτουργία του Σαββάτου του Λαζάρου, η Εκκλησία δοξολογεί τον Χριστό ως την «Ανάσταση και τη Ζωή» που ήγειρε τον Λάζαρο, επιβεβαίωσε την καθολική Ανάσταση του ανθρώπινου γένους, πριν ακόμη από το πάθος και τον θάνατό Του.


Σάββατον του Λαζάρου


«Τὴν κοινὴν Ἀνάστασιν πρὸ τοῦ σοῦ Πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τὸν Λάζαρον, Χριστὲ ὁ Θεός· ὅθεν καὶ ἡμεῖς, ὡς οἱ Παῖδες τὰ τῆς νίκης σύμβολα φέροντες, σοὶ τῷ Νικητῇ τοῦ θανάτου βοῶμεν· Ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος, ἐν ὀνόματι Κυρίου» (Τροπάριο της ημέρας).


«Ἡ πάντων χαρά, Χριστός, ἡ ἀλήθεια, τὸ φῶς ἡ ζωὴ τοῦ Κόσμου ἡ ἀνάστασις τοῖς ἐν γῇ πεφανέρωται τῇ αὐτοῦ ἀγαθότητι· καὶ γέγονε τύπος τῆς ἀναστάσεως, τοῖς πᾶσι παρέχων θείαν ἄφεσιν» (Κοντάκιον).


Σ’ αυτή τη θεία Λειτουργία ο βαπτισματικός στίχος της Προς Γαλάτας «ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε Χριστὸν ἐνεδύσασθε» (Γαλ. 3,27) αντικαθιστά τον Τρισάγιο Ύμνο και έτσι καταδεικνύεται ο αναστάσιμος χαρακτήρας της εορτής και το γεγονός πως το Σάββατο του Λαζάρου ήταν ανάμεσα στις λίγες ημέρες Βαπτίσεως στο Ορθόδοξο Εκκλησιαστικό Έτος.




π. Θωμάς Χόπκο, Δόγμα και λατρεία Βασικό εγχειρίδιο για την ορθόδοξη πίστη, Τόμος: 1ος, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα, 2014

Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου

 Fr. Lev Gillet


Τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου κατέχει ξεχωριστὴ θέση στὸ λειτουργικὸ ἡμερολόγιο. Δὲν ἀνήκει στὶς σαράντα ἡμέρες τῆς μετάνοιας τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς οὔτε καὶ στὶς ὀδυνηρὲς ἡμέρες τῆς Μ. Ἑβδομάδας, αὐτὲς ποὺ ἀρχίζουν ἀπὸ τὴ Μεγάλη Δευτέρα καὶ τελειώνουν τὴ Μεγάλη Παρασκευή. Μαζὶ μὲ τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων συνθέτουν ἕνα σύντομο χαρούμενο πρελούδιο τῶν γεμάτων πόνο ἡμερῶν ποὺ ἀκολουθοῦν.


Δύο σημαντικὰ περιστατικὰ συνδέονται μὲ τὴ Βηθανία: ἐκεῖ ἀνέστησε τὸν Λάζαρο καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ξεκίνησε ὁ Ἰησοῦς τὴν πορεία καὶ ἄνοδό Του πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα. Ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου εἶναι ἕνα γεγονὸς πού, ὅπως θὰ δοῦμε, ἔχει ἐξαιρετικὰ μεγάλη σημασία. Συνδέεται μυστηριωδῶς μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας καὶ παίζει, ὡς πρὸς αὐτή, τὸ ρόλο μίας ἔμπρακτης προφητείας.


Θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι ὁ Λάζαρος μᾶς παρουσιάζεται στὸ κατώφλι τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας ἀναστημένος, ὡς προάγγελος τῆς νίκης τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τοῦ θανάτου, ὅπως ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, παραμονὲς τῶν Θεοφανείων, προανήγγειλε τὸν Ἐπιφανέντα Χριστό. Πέρα ὅμως ἀπὸ τὸν πρωταρχικὸ αὐτὸ χαρακτήρα της, ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου ἔχει καὶ κάποιες δευτερεύουσες πτυχὲς τὶς ὁποῖες εἶναι χρήσιμο νὰ ἐξετάσουμε: Ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου ἀναγγέλλει τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν ἡ ὁποία ἔρχεται ὡς συνέπεια τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου:


«Λάζαρον τεθνεῶτα τετραήμερον ἀνέστησας ἐξ Ἅδου, Χριστέ, πρὸ τοῦ σοῦ θανάτου διασείσας τοῦ θανάτου τὸ κράτος καὶ δι’ ἑνὸς προσφιλοῦς τὴν πάντων ἀνθρώπων προμηνύων ἐκ φθορᾶς ἐλευθερίαν».


Τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου εἶναι, κατὰ κάποιο τρόπο, ἡ ἑορτὴ ὅλων τῶν νεκρῶν. Μᾶς δίνει τὴν εὐκαιρία νὰ ἐπιβεβαιώσουμε καὶ νὰ συγκεκριμενοποιήσουμε τὴν πίστη μας στὴν Ἀνάσταση. Ὁ Κύριός μας, τονώνοντας τὸ ἠθικό τῆς Μάρθας, μᾶς δίνει σχετικὰ μὲ τοὺς κεκοιμημένους μας μία πολύτιμη διδασκαλία. Εἶπε στὴ Μάρθα: «Ἀναστήσεται ὁ ἀδελφός σου». Ἡ Μάρθα ἀπάντησε: «Γνωρίζω ὅτι ὁ ἀδελφός μου θὰ ἀναστηθεῖ κατὰ τὴ γενικὴ ἀνάσταση τῆς ἐσχάτης ἡμέρας». Καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀνταπάντησε: «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή».


 Ἡ πίστη τῆς Μάρθας ἦταν ἀνεπαρκὴς σὲ δύο σημεῖα. Προέβαλε στὸ μέλλον, καὶ μόνο στὸ μέλλον, τὴν ἀνάσταση τοῦ ἀδελφοῦ της καί, δεύτερον, δὲν ἀντιλαμβανόταν αὐτὴ τὴν ἀνάσταση παρὰ μόνο σὲ σχέση μὲ ἕνα γενικὸ νόμο. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τῆς δείχνει ὅτι ἡ ἀνάσταση εἶναι ἕνα γεγονὸς ἤδη παρόν, ἐπειδὴ Αὐτὸς δὲν προξενεῖ ἁπλῶς, ἀλλὰ εἶναι ἡ ἀνάσταση καὶ ἡ ζωή.


Οἱ κεκοιμημένοι μας ζοῦν διὰ καὶ ἐν Χριστῷ. Ἡ ζωὴ τους συνδέεται μὲ τὴν προσωπικὴ παρουσία τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐκδηλώνεται ἐν αὐτῇ. Ἐὰν θελήσουμε νὰ ἑνωθοῦμε πνευματικὰ μὲ ἕνα κεκοιμημένο ἀδελφό μας ποὺ ἀγαπούσαμε πολύ, δὲν θὰ προσπαθήσουμε νὰ τὸν ζωντανέψουμε στὴ φαντασία μας, ἀλλὰ θὰ ἔρθουμε σὲ κοινωνία μὲ τὸν Ἰησοῦ καὶ ἐν Αὐτῷ θὰ τὸν βροῦμε. Ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου εἶναι μία θαυμάσια ἐπεξήγηση τοῦ χριστολογικοῦ δόγματος. Μᾶς δείχνει πῶς, στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ, ἡ Θεία καὶ ἡ ἀνθρώπινη φύση ἑνώνονται χωρὶς νὰ συγχέονται: «Ἀνάστασις καὶ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων ὑπάρχων, Χριστέ, ἐν τῷ μνήματι Λαζάρου ἐπέστης, πιστούμενος ἡμῖν τὰς δύο οὐσίας σου».  Ἀφενός, στὸν Ἰησοῦ ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ λυγίσει μπροστὰ στὴ συγκίνηση καὶ νὰ θλιβεῖ γιὰ τὴν ἀπώλεια ἑνὸς φίλου: «Ἐδάκρυσεν ὁ Ἰησοῦς. Ἔλεγον δὲ οἱ Ἰουδαῖοι, ἴδε πῶς ἐφίλει αὐτόν». Ἀφετέρου, ὁ Θεός, ἐν Χριστῷ, μπορεῖ νὰ διατάξει τὸν θάνατο ὡς ἔχων ἐξουσία: «Φωνὴ μεγάλη ἐκραύγασε· Λάζαρε, δεῦρο ἔξω. Καὶ ἐξῆλθεν ὁ τεθνηκώς…».


Τέλος, ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου παρακινεῖ τὸν ἁμαρτωλὸ νὰ ἐλπίζει ὅτι, ἀκόμη καὶ ἂν εἶναι πνευματικὰ νεκρός, μπορεῖ νὰ ξαναζήσει: «Καμέ, φιλάνθρωπε, νεκρὸν τοῖς πάθεσιν, ὡς συμπαθὴς ἑξανάστησον, δέομαι». Εἶναι κάποιες φορὲς ποὺ μία τέτοια πνευματικὴ ἀνάσταση φαίνεται ἐξίσου ἀδύνατη ὅπως καὶ ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου: «Κύριε, ἤδη ὄζει, τεταρταῖος γάρ ἐστι». Ὅλα ὅμως εἶναι δυνατὰ γιὰ τὸν Ἰησοῦ, ἀπὸ τὸ νὰ μεταστρέψει τὸν πιὸ σκληρόκαρδο ἁμαρτωλὸ μέχρι νὰ ἀναστήσει ἕνα νεκρό: «Λέγει ὁ Ἰησοῦς, ἄρατε τὸν λίθον…».


Νὰ λοιπὸν τί θὰ μάθουμε, ἂν πᾶμε τὸ Σάββατο αὐτὸ στὴ Βηθανία, στὸν τάφο τοῦ Λαζάρου. Ἐμεῖς ὅμως δὲν θέλουμε νὰ συναντήσουμε τὸν Λάζαρο. Θέλουμε νὰ συναντήσουμε στὴ Βηθανία τὸν Ἰησοῦ καὶ νὰ ξενινήσουμε μαζί Του τὴ φετινὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα. Μᾶς προσκαλεῖ ὁ Ἴδιος καὶ μᾶς περιμένει. Ἡ Μάρθα ἦρθε κρυφὰ νὰ πεῖ στὴν ἀδελφή της: «Ὁ διδάσκαλος πάρεστι καὶ φωνεῖ σοι». Καὶ ἡ Μαρία «ὡς ἤκουσεν, ἐγείρεται ταχὺ καὶ ἔρχεται πρὸς Αὐτόν».


Ὁ Κύριος μὲ καλεῖ.


Θέλει κατὰ τὶς ἡμέρες τοῦ Πάθους Του νὰ μὴν τὸν ἐγκαταλείψω.


Θέλει, αὐτὲς ἀκριβῶς τὶς μέρες νὰ ἀποκαλυφθεῖ σὲ μένα –ποὺ μπορεῖ ἤδη νὰ «ὄζω»– μὲ ἕνα τρόπο καινούριο καὶ ὑπέροχο.


Κύριε, ἔρχομαι.


Ἀπό το βιβλίο: Πασχαλινὴ κατάνυξη, Ἔκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ

Το Σάββατο του Λαζάρου

 Lev Gillet


Το Σάββατο του Λαζάρου κατέχει ξεχωριστή θέση στο λειτουργικό ημερολόγιο. Δεν ανήκει στις σαράντα ημέρες της μετάνοιας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής ούτε και στις οδυνηρές ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδος, αυτές που αρχίζουν από τη Μεγάλη Δευτέρα και τελειώνουν τη Μεγάλη Παρασκευή. Μαζί με την Κυριακή των Βαΐων συνθέτουν ένα σύντομο χαρούμενο πρελούδιο των γεμάτων πόνο ημερών που ακολουθούν. Δύο σημαντικά περιστατικά συνδέονται με τη Βηθανία: εκεί ανέστησε τον Λάζαρο και από εκεί ξεκίνησε ο Ιησούς την πορεία και άνοδό Του προς τα Ιεροσόλυμα.


Το Σάββατο του Λαζάρου


Η ανάσταση του Λαζάρου είναι ένα γεγονός που, όπως θα δούμε, έχει εξαιρετικά μεγάλη σημασία. Συνδέεται μυστηριωδώς με την Ανάσταση του Κυρίου μας και παίζει, ως προς αυτή, τον ρόλο μιας έμπρακτης προφητείας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Λάζαρος μας παρουσιάζεται στο κατώφλι της Μεγάλης Εβδομάδας αναστημένος, ως προάγγελος της νίκης του Χριστού επί του θανάτου, όπως ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, παραμονές των Θεοφανείων, προανήγγειλε τον Επιφανέντα Χριστό. Πέρα όμως από τον πρωταρχικό αυτό χαρακτήρα της, η ανάσταση του Λαζάρου έχει και κάποιες δευτερεύουσες πτυχές τις οποίες είναι χρήσιμο να εξετάσουμε:


Η ανάσταση του Λαζάρου αναγγέλλει την ανάσταση των νεκρών η οποία έρχεται ως συνέπεια της Αναστάσεως του Κυρίου: «Λάζαρον τεθνεῶτα τετραήμερον ἀνέστησας ἐξ ᾍδου, Χριστέ, πρὸ τοῦ σοῦ θανάτου, διασείσας τοῦ θανάτου τὸ κράτος, καὶ δι᾿ ἑνὸς προσφιλοῦς τὴν πάντων ἀνθρώπων προμηνύων ἐκ φθορᾶς ἐλευθερίαν». Το Σάββατο του Λαζάρου είναι, κατά κάποιο τρόπο, η εορτή όλων των νεκρών. Μας δίνει την ευκαιρία να επιβεβαιώσουμε και να συγκεκριμενοποιήσουμε την πίστη μας στην Ανάσταση. Ο Κύριός μας, τονώνοντας το ηθικό της Μάρθας, μας δίνει σχετικά με τους κεκοιμημένους μας μια πολύτιμη διδασκαλία. Είπε στη Μάρθα: «Ἀναστήσεται ὁ ἀδελφός σου». Η Μάρθα απάντησε: «Γνωρίζω ότι ο αδελφός μου θα αναστηθεί κατά τη γενική ανάσταση της εσχάτης ημέρας». Και ο Ιησούς ανταπάντησε: «Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή». Η πίστη της Μάρθας ήταν ανεπαρκής σε δύο σημεία. Προέβαλε στο μέλλον, και μόνο στο μέλλον, την ανάσταση του αδελφού της και, δεύτερον, δεν αντιλαμβανόταν αυτή την ανάσταση παρά μόνο σε σχέση με ένα γενικό νόμο. Ο Ιησούς όμως της δείχνει ότι η ανάσταση είναι ένα γεγονός ήδη παρόν, επειδή Αυτός δεν προξενεί απλώς, αλλά είναι η ανάσταση και η ζωή. Οι κεκοιμημένοι μας ζουν διά και εν Χριστώ. Η ζωή τους συνδέεται με την προσωπική παρουσία του Χριστού και εκδηλώνεται εν αυτή. Εάν θελήσουμε να ενωθούμε πνευματικά με έναν κεκοιμημένο αδελφό μας που αγαπούσαμε πολύ, δεν θα προσπαθήσουμε να τον ζωντανέψουμε στη φαντασία μας, αλλά θα έρθουμε σε επικοινωνία με τον Ιησού και εν Αυτώ θα τον βρούμε.


Η ανάσταση του Λαζάρου είναι μια θαυμάσια επεξήγηση του χριστολογικού δόγματος. Μας δείχνει πώς, στο πρόσωπο του Ιησού, η θεία και η ανθρώπινη φύση ενώνονται χωρίς να συγχέονται: «Ἀνάστασις καὶ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων ὑπάρχων, Χριστέ, ἐν τῷ μνήματι Λαζάρου ἐπέστης, πιστούμενος ἡμῖν τὰς δύο οὐσίας σου…». Αφενός, στον Ιησού ο άνθρωπος μπορεί να λυγίσει μπροστά στη συγκίνηση και να θλιβεί για την απώλεια ενός φίλου: «Ἐδάκρυσεν ὁ Ἰησοῦς. Ἔλεγον δὲ οἱ Ἰουδαῖοι, ἴδε πῶς ἐφίλει αὐτόν». Αφετέρου, ο Θεός, εν Χριστώ, μπορεί να διατάξει τον θάνατο ως έχων εξουσία: « Φωνὴ μεγάλη ἐκραύγασε· Λάζαρε, δεῦρο ἔξω. Καὶ ἐξῆλθεν ὁ τεθνηκώς…».


Τέλος, η ανάσταση του Λαζάρου παρακινεί τον αμαρτωλό να ελπίζει ότι, ακόμη και αν είναι πνευματικά νεκρός, μπορεί να ξαναζήσει: « Κἀμέ, φιλάνθρωπε, νεκρὸν τοῖς πάθεσιν, ὡς συμπαθὴς ἑξανάστασον, δέομαι». Είναι κάποιες φορές που μια τέτοια πνευματική ανάσταση φαίνεται εξίσου αδύνατη όπως και η ανάσταση του Λαζάρου: « Κύριε, ἤδη ὄζει, τεταρταῖος γάρ ἐστι». Όλα όμως είναι δυνατά για τον Ιησού, από το να μεταστρέψει τον πιο σκληρόκαρδο αμαρτωλό μέχρι να αναστήσει ένα νεκρό: « Λέγει ὁ Ἰησοῦς, ἄρατε τὸν λίθον…».


Να λοιπόν τι θα μάθουμε, αν πάμε το Σάββατο αυτό στη Βηθανία, στον τάφο του Λαζάρου. Εμείς όμως δεν θέλουμε να συναντήσουμε τον Λάζαρο. Θέλουμε να συναντήσουμε στη Βηθανία τον Ιησού και να ξεκινήσουμε μαζί Του τη φετινή Μεγάλη Εβδομάδα. Μας προσκαλεί ο ίδιος και μας περιμένει. Η Μάρθα ήρθε κρυφά να πει στην αδελφή της: Ὁ διδάσκαλος πάρεστι καὶ φωνεῖ σοι». Και η Μαρία «ὡς ἤκουσεν, ἐγείρεται ταχὺ καὶ ἔρχεται πρὸς Αὐτόν». Ο Κύριος με καλεί. Θέλει κατά τις ημέρες του Πάθους Του να μην τον εγκαταλείψω. Θέλει, αυτές ακριβώς τις μέρες να αποκαλυφθεί σε μένα -που μπορεί ήδη να «όζω»- με έναν τρόπο καινούργιο και υπέροχο. Κύριε, έρχομαι.




Lev Gillet (ενός Μοναχού της Ανατολικής Εκκλησίας), Πασχαλινή κατάνυξη, 1η έκδοση, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα, 2009

Η ανάσταση του Λαζάρου

 Π.Β. Πάσχος


Ο άγιος και «δίκαιος» φίλος του Κυρίου Λάζαρος, του οποίου σήμερα η Εκκλησία μας γιορτάζει την ανάσταση, ήταν Εβραίος κατά το γένος και ανήκε στην αίρεση των Φαρισαίων. Γεννήθηκε σε μια μικρή πολίχνη της Ιουδαίας, τη Βηθανία, που βρίσκεται στους ανατολικούς πρόποδες του όρους των Ελαιών, όχι πολύ μακριά από τα Ιεροσόλυμα. Τον πατέρα του τον λέγανε Σίμωνα και ήταν Φαρισαίος. Ο άγιος Λάζαρος είχε και δύο αδερφές, τη Μάρθα και τη Μαρία, που πότε-πότε γι’ αυτές γίνεται λόγος στο ιερό Ευαγγέλιο.


Όταν ο Χριστός περιόδευε την Ιουδαία, διδάσκοντας και γιατρεύοντας τις ψυχές και τα σώματα των ανθρώπων, συχνά περνούσε κι από το σπίτι του Σίμωνα, με τον οποίο και πολλές φορές συνομιλούσε, γιατί ο Σίμων, αν και ήταν Φαρισαίος Ιουδαίος, πίστευε στην ανάσταση των νεκρών. Εκεί στο σπίτι του Σίμωνα, ο Χριστός έγινε φίλος με τους «οικιακούς», δηλ. το Λάζαρο και τις δυο αδερφές του, που τον φιλοξενούσαν με πολλήν αγάπη και «διηκόνουν αὐτῷ». Κι όταν πλησίαζε το Πάθος του Χριστού, που έμελλε να χαρίσει τη σωτηρία και την πνευματική λύτρωση στο ανθρώπινο γένος, ο ερχόμενος εκουσίως προς το Πάθος Χριστός, θέλησε να «προτυπώσει» το μυστήριο της Θείας Αναστάσεώς του, και, για να διακηρυχθεί και διαπιστωθεί αυτό το μυστήριο ακριβέστερα, ενεργεί τούτο το μέγα θαύμα της αναστάσεως του Λαζάρου. Γιατί, μπορεί και πιο μπροστά οι Ιουδαίοι να είχαν ακούσει, πως ο Χριστός ανάστησε τη θυγατέρα του άρχοντα Ιαείρου και το γιο της χήρας στη Ναΐν, μα τούτο δω το θαύμα ξεπερνάει κάθε προηγούμενο: γιατί ο Λάζαρος ήταν ήδη «τεταρταῖος», δηλ. είχε κιόλας πεθαμένος και ενταφιασμένος τέσσερις ημέρες, όταν ο Χριστός ήρθε στη Βηθανία.


ανάσταση του Λαζάρου


Όταν λοιπόν ο Λάζαρος αρρώστησε, ο Κύριος βρισκότανε «εἰς τὴν πέραν τοῦ Ἰορδάνου χώραν». Κ’ εκεί που βρίσκονταν εγνώρισε, με τη θεία του παντογνωσία, την αρρώστια του Λαζάρου και τον ύστερ’ από λίγο θάνατό του, και είπε στους Μαθητάς του: «Λάζαρος ὁ φίλος ἡμῶν κεκοίμηται, ἀλλὰ πορεύομαι ἵνα ἐξυπνήσω αὐτόν». Οι Μαθηταί νόμισαν, πως πράγματι για ύπνο πρόκειται, κ’ έτσι ο Χριστός αναγκάστηκε να μιλήσει καθαρώτερα: «τότε οὖν εἶπεν ὁ Ἰησοῦς παρρησίᾳ· Λάζαρος ἀπέθανε, καὶ χαίρω δι᾿ ὑμᾶς, ἵνα πιστεύσητε, ὅτι οὐκ ἤμην ἐκεῖ· ἀλλ᾿ ἄγωμεν πρὸς αὐτόν». Ύστερ’ από δύο μέρες παίρνει τους Μαθητάς του, αφήνει την πέραν του Ιορδάνου χώραν και πηγαίνει στην Ιουδαία. Στη Βηθανία τον υποδέχονται με δάκρυα η Μάρθα και η Μαρία: «Κύριε, αν ήσουνα Εσύ εδώ δεν θα πέθαινε ο αδερφός μας· μα και τώρα ξέρουμε, πως άμα θέλεις, μπορείς να τον αναστήσεις». Πόση αγάπη, μα και πόση πίστη κρύβουν αυτά τα λόγια των θλιμμένων γυναικών! Η λύπη δεν τους έκανε να ξεχάσουν το Θεό. Κι αφήνουν τώρα όλη την ψυχή τους να χαρεί την ευσπλαχνία του. Ο Χριστός στέκεται μπροστά στον τάφο του Λαζάρου και δακρύζει. Προσεύχεται στο Θεό και Πατέρα, κ’ ύστερα φωνάζει προς το νεκρό Λάζαρο, με δυνατή φωνή: «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω»! Και -ω του θαύματος!- ο πεθαμένος Λάζαρος, που το κορμί του είχε μέσα στο μνημείο τέσσερις μέρες κ’ είχε αρχίσει να μυρίζει, σηκώνεται, χωρίς καμία βοήθεια, περιτυλιγμένος όπως ήταν και δεμένος με τα εντάφια σπάργανα. Και αφού τον έλυσαν, κατά προσταγή του Κυρίου, περπάτησε και πήγε μόνος του στο σπίτι του, ενώ εθαύμαζαν και δόξαζαν το Θεό, όλοι όσοι έβλεπαν το μέγα θαύμα.


Βλέποντας όμως οι Αρχιερείς και οι Φαρισαίοι τούτο το θαύμα, αγρίεψαν πολύ, κι από φθόνο ζητούσαν να θανατώσουν και τον Κύριο και τον Λάζαρο. Τότε ο Χριστός έφυγε για την Εφραΐμ· κι ο Λάζαρος, όπως λέγει η παράδοση, πήγε μετά στην Κύπρο, όπου αργότερα χειροτονήθηκε από τους Αποστόλους Επίσκοπος των Κιτιαίων. Εκεί, λένε, ότι δέχτηκε δώρο απ’ την Παναγία ένα ωμοφόριο, που το ’φτιαξε μόνη της, με τα ίδια της τα χέρια. Και αφού εποίμανε εκεί και κήρυξε του Ευαγγέλιο με πολλή θέρμη και ενθουσιασμό, εκοιμήθη και πάλι, τριάντα χρόνια μετά την ανάστασή του, σε ηλικία 63 χρονών. Ο δεύτερος τάφος του, κοντά στο Κίτιο, όπου έχουν γίνει πολλά θαύματα, σώζεται μέχρι σήμερα και φέρει μια επιγραφή που λέγει: «Λάζαρος ὁ τετραήμερος φίλος τοῦ Χριστοῦ».




Π.Β. Πάσχος, Έρως Ορθοδοξίας, εκδ. Ε΄ Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 2006.

Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Ἁγίου Λαζάρου,

 π. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν


Τὸ προοίμιο τοῦ Σταυροῦ.


«Τὴν ψυχωφελῆ, πληρώσαντες Τεσσαρακοστήν, καὶ τὴν Ἁγίαν Ἑβδομάδα τὸ σόν πάθος, αἰτοῦμεν κατιδεῖν Φιλάνθρωπε …» Μὲ αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ στιχηροῦ στὸν ἑσπερινό τῆς Παρασκευῆς, πρὶν τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων, τελειώνει ἡ Μεγάλη Σαρακοστή. Μπαίνουμε πιὰ στὴν «Ἁγία Ἑβδομάδα», στὴν περίοδο τοῦ ἑορτασμοῦ τῶν παθῶν τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θανάτου καὶ τῆς Ἀναστάσεώς Του. Περίοδος ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου.


Τὰ γεγονότα τῆς διπλῆς γιορτῆς, ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου καὶ ἡ εἴσοδος τοῦ Κυρίου στὰ Ἱεροσόλυμα, ἀναφέρονται στὰ λειτουργικὰ κείμενα σὰν «προοίμιο τοῦ Σταυροῦ». Ἔτσι, γιὰ νὰ καταλάβουμε καλύτερα αὐτὰ τὰ γεγονότα, θὰ πρέπει νὰ τὰ δοῦμε μέσα στὰ πλαίσια τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας.


Τὸ κοινὸ ἀπολυτίκιο τῶν δύο αὐτῶν ἡμερῶν: «τὴν κοινὴν ἀνάστασιν πρὸ τοῦ σοῦ πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τὸν Λάζαρον, Χριστὲ ὁ Θεός…» μᾶς βεβαιώνει, μὲ κατηγορηματικὸ τρόπο, γιὰ τὴν ἀλήθεια τῆς κοινῆς ἀνάστασης. Εἶναι πολὺ σημαντικὸ ὅτι μία ἀπὸ τὶς μεγάλες γιορτὲς τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ θριαμβευτικὴ εἴσοδος τοῦ Κυρίου στὰ Ἱεροσόλυμα, γίνεται ὁ ὁδηγὸς στὴν πορεία μας μέσα στὸ σκοτάδι τοῦ Σταυροῦ. Ἔτσι τὸ φῶς καὶ ἡ χαρὰ λάμπουν ὄχι μόνο στὸ τέλος τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας ἀλλὰ καὶ στὴν ἀρχή της. Τὸ φῶς καὶ ἡ χαρὰ φωτίζουν αὐτὸ τὸ σκοτάδι καὶ ἀποκαλύπτουν τὸ βαθὺ καὶ τελικὸ νόημά του.


Ὅλοι ὅσοι εἶναι ἐξοικειωμένοι μὲ τὴν Ὀρθόδοξη λατρεία γνωρίζουν τὸν ἰδιότυπο, σχεδὸν παράδοξο, χαρακτήρα τῶν ἀκολουθιῶν τοῦ Σαββάτου τοῦ Λαζάρου. Εἶναι, θὰ λέγαμε, Κυριακὴ καὶ ὄχι Σάββατο, δηλαδὴ ἔχουμε μέσα στὸ Σάββατο ἀναστάσιμη ἀκολουθία. Ξέρουμε ὅτι τὸ Σάββατο εἶναι βασικὰ ἀφιερωμένο στοὺς τεθνεῶτες καὶ ἡ Θεία Λειτουργία γίνεται στὴ μνήμη τους. Ὅμως τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου εἶναι διαφορετικό. Ἡ χαρὰ ποὺ διαποτίζει τὶς ἀκολουθίες αὐτῆς τῆς ἡμέρας τονίζει ἕνα κεντρικὸ θέμα: τὴν ἐπερχόμενη νίκη τοῦ Χριστοῦ κατὰ τοῦ Ἅδη.


Ἅδης εἶναι ὁ βιβλικὸς ὅρος ποὺ χρησιμοποιεῖται γιὰ νὰ ὁρίσει τὸ θάνατο μὲ τὴν παγκόσμια δύναμή του, ποὺ μὲ τὰ ἀδιαπέραστα σκότη καὶ τὴ φθορὰ καταπίνει κάθε ζωὴ καὶ δηλητηριάζει ὁλόκληρο τὸ σύμπαν. Ἀλλὰ τώρα, μὲ τὴν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου, ὁ «θάνατος ἀρχίζει νὰ τρέμει». Ἀκριβῶς ἀπὸ δῶ ἀρχίζει ἡ ἀποφασιστικὴ μονομαχία ἀνάμεσα στὴ Ζωὴ καὶ τὸ Θάνατο καὶ μᾶς προσφέρει τὸ κλειδὶ γιὰ μία πλήρη κατανόηση τοῦ λειτουργικοῦ μυστηρίου τοῦ Πάσχα.


Στὴν πρώτη Ἐκκλησία, τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου ὀνομαζόταν «ἀναγγελία τοῦ Πάσχα». Πραγματικὰ αὐτὸ τὸ Σάββατο ἀναγγέλει, προμηνύει, τὸ ὑπέροχο φῶς καὶ τὴ γαλήνη τοῦ ἑπομένου Σαββάτου, τοῦ Ἁγίου καὶ Μεγάλου Σαββάτου, ποὺ εἶναι ἡμέρα τοῦ Ζωηφόρου Τάφου.


Τὸ πρῶτο μας βῆμα ἂς εἶναι ἡ προσπάθεια νὰ καταλάβουμε τὸ ἑξῆς: ὁ Λάζαρος, ὁ φίλος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἡ προσωποποίηση ὅλου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καὶ φυσικὰ κάθε ἀνθρώπου ξεχωριστὰ. Ἡ Βηθανία, ἡ πατρίδα τοῦ Λαζάρου, εἶναι τὸ σύμβολο ὅλου τοῦ κόσμου, εἶναι ἡ πατρίδα τοῦ καθενός. Ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς δημιουργήθηκε νὰ εἶναι φίλος τοῦ Θεοῦ καὶ κλήθηκε σ’ αὐτὴ τὴ θεϊκὴ Φιλία ποὺ εἶναι ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ, ἡ κοινωνία μαζί Του, ἡ συμμετοχὴ στὴ ζωή Του. «Ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων» (Ἰω. 1, 4). Καὶ ὅμως αὐτὸς ὁ φίλος (ὁ ἄνθρωπος), τὸν ὁποῖο τόσο ἀγαπάει ὁ Θεὸς καὶ τὸν ὁποῖο μόνο ἀπὸ ἀγάπη δημιούργησε, δηλαδὴ τὸν ἔφερε στὴ ζωή, τώρα καταστρέφεται, ἐκμηδενίζεται ἀπὸ μία δύναμη ποὺ δὲν τὴ δημιούργησε ὁ Θεός: τὸ θάνατο. Ὁ Θεὸς συναντάει μέσα στὸν κόσμο, ποὺ Αὐτὸς δημιούργησε, μία δύναμη ποὺ καταστρέφει τὸ ἔργο Του καὶ ἐκμηδενίζει τὸ σχέδιό Του. Ἔτσι ὁ κόσμος δὲν εἶναι πιὰ παρὰ θρῆνος καὶ πόνος, δάκρυα καὶ θάνατος.


Πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτό; Πῶς συνέβηκε κάτι τέτοιο; Αὐτὰ εἶναι ἐρωτήματα ποὺ διαφαίνονται στὴ λεπτομερῆ διήγηση ποὺ κάνει ὁ Ἰωάννης στὸ Εὐαγγέλιό του γιὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ὅταν ἔφτασε στὸν τάφο τοῦ φίλου Του Λαζάρου. «Ποῦ τεθείκατε αὐτόν; λέγουσι αὐτῷ· Κύριε ἔρχου καὶ ἴδε. Ἐδάκρυσεν ὁ Ἰησοῦς». (Ἰω. 11, 35). Γιατί, ἀλήθεια, ὁ Κύριος δακρύζει βλέποντας τὸ νεκρὸ Λάζαρο ἀφοῦ γνωρίζει ὅτι σὲ λίγα λεπτὰ ὁ ἴδιος θὰ τοῦ δώσει ζωή; Μερικοὶ Βυζαντινοὶ ὑμνογράφοι βρίσκονται σὲ ἀμηχανία σχετικὰ μὲ τὸ ἀληθινὸ νόημα αὐτῶν τῶν δακρύων. Μιλᾶνε γιὰ δάκρυα ποὺ χύνει ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ ἡ δύναμη τῆς ἀνάστασης ἀνήκει στὴ θεϊκή Του φύση. Ἡ Ὀρθόδοξη ὅμως Ἐκκλησία μᾶς διδάσκει ὅτι ὅλες οἱ πράξεις τοῦ Χριστοῦ ἦταν «Θεανδρικές», δηλαδὴ θεϊκὲς καὶ ἀνθρώπινες ταυτόχρονα. Οἱ πράξεις Του εἶναι πράξεις ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ Θεοῦ-Ἀνθρώπου, τοῦ σαρκωμένου Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Αὐτός, λοιπόν, ποὺ δακρύζει δὲν εἶναι μόνο Ἄνθρωπος ἀλλὰ καὶ Θεός, καὶ Αὐτὸς ποὺ καλεῖ τὸν Λάζαρο νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸν τάφο δὲν εἶναι μόνο Θεὸς ἀλλὰ καὶ Ἄνθρωπος ταυτόχρονα. Ἑπομένως αὐτὰ τὰ δάκρυα εἶναι θεία δάκρυα. Ὁ Ἰησοῦς κλαίει γιατί βλέπει τὸ θρίαμβο τοῦ θανάτου καὶ τῆς καταστροφῆς στὸν κόσμο τὸ δημιουργημένο ἀπὸ τὸν Θεό.


«Κύριε, ἤδη ὄζει…», λέει ἡ Μάρθα καὶ μαζί της oἱπαρεστῶτες Ἰουδαῖοι, προσπαθώντας νὰ ἐμποδίσουν τὸν Ἰησοῦ νὰ πλησιάσει τὸ νεκρό. Αὐτὴ ἡ φοβερὴ προειδοποίηση ἀφορᾶ ὁλόκληρο τὸν κόσμο, ὅλη τὴ ζωή. Ὁ Θεὸς εἶναι ἡ ζωὴ καὶ ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς. Αὐτὸς κάλεσε τὸν ἄνθρωπο νὰ ζήσει μέσα στὴ θεία πραγματικότητα τῆς ζωῆς καὶ ἐκεῖνος τώρα «ὄζει» (μυρίζει ἄσχημα). Ὁ κόσμος δημιουργήθηκε νὰ ἀντανακλᾶ καὶ νὰ φανερώνει τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ ἐκεῖνος «ὄζει»…


Στὸν τάφο τοῦ Λαζάρου ὁ Θεὸς συναντᾶ τὸ Θάνατο, τὴν πραγματικότητα ποὺ εἶναι ἀντὶ-ζωή, ποὺ εἶναι διάλυση καὶ ἀπόγνωση. Ὁ Θεὸς συναντᾶ τὸν ἐχθρό Του, ὁ ὁποῖος τοῦ ἀπέσπασε τὸν κόσμο Του καὶ ἔγινε ὁ ἴδιος «ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου». Καὶ ὅλοι ἐμεῖς ποὺ ἀκολουθοῦμε τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καθὼς πλησιάζει στὸν τάφο τοῦ Λαζάρου, μπαίνουμε μαζί Του στὴ «δική Του ὥρα» («ἰδοὺ ἤγγικεν ἡ ὥρα…»)· στὴν ὥρα γιὰ τὴν ὁποία πολὺ συχνὰ εἶχε μιλήσει καὶ τὴν εἶχε παρουσιάσει σὰν τὸ ἀποκορύφωμα, τὸ πλήρωμα ὁλοκλήρου τοῦ ἔργου Του.


Ὁ Σταυρός, ἡ ἀναγκαιότητά του καὶ τὸ παγκόσμιο νόημά του ἀποκαλύπτονται μὲ τὴν πολὺ σύντομη φράση τοῦ Εὐαγγελίου: «καὶ ἐδάκρυσεν ὁ Ἰησοῦς…». Τώρα μποροῦμε νὰ καταλάβουμε γιατί δάκρυσε : ἀγαποῦσε τὸ φίλο Του Λάζαρο καὶ γι’ αὐτὸ εἶχε τὴ δύναμη νὰ τὸν φέρει πίσω στὴ ζωή. Ἡ δύναμη τῆς Ἀνάστασης δὲν εἶναι ἁπλὰ μία θεϊκὴ «δύναμη αὐτὴ καθ’ ἑαυτήν», ἀλλὰ εἶναι δύναμη ἀγάπης, ἢ μᾶλλον ἡ ἀγάπη εἶναι δύναμη.


Ὁ Θεὸς εἶναι Ἀγάπη καὶ ἡ Ἀγάπη εἶναι Ζωή. Ἡ Ἀγάπη δημιουργεῖ Ζωή… Ἡ Ἀγάπη, λοιπόν, εἶναι ἐκείνη ποὺ κλαίει μπροστὰ στὸν τάφο καὶ ἡ Ἀγάπη εἶναι ἐκείνη ποὺ ἐπαναφέρει τὴ ζωή. Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῶν θεϊκῶν δακρύων τοῦ Ἰησοῦ. Μέσα ἀπ’ αὐτὰ ἡ ἀγάπη ἐνεργοποιεῖται καὶ πάλι· ἀναδημιουργεῖ, ἀπολυτρώνει, ἀποκαθιστᾶ τὴ σκοτεινὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου: «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω!..» Προσταγὴ ἀπολύτρωσης. Κάλεσμα στὸ φῶς. Ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου εἶναι τὸ προοίμιο καὶ τοῦ Σταυροῦ, σὰν τὴ μέγιστη θυσία τῆς ἀγάπης, καὶ τῆς Ἀνάστασης, σὰν τὸν τελικὸ θρίαμβο τῆς ἀγάπης.




Ἀπό τό βιβλίο: Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ,


Ἔκδ. Ἀκρίτας 1990.

Ο δρόμος προς τη Βηθανία και τα Ιεροσόλυμα

 π. Αλέξανδρος Σμέμαν


H έκτη και τελευταία εβδομάδα της Mεγ. Σαρακοστής ονομάζεται «Εβδομάδα των Βαΐων». Για έξι μέρες πριν το Σάββατο του Λαζάρου και την Κυριακή των Βαΐων η λατρεία της Εκκλησίας μας ωθεί ν’ ακολουθήσουμε το Χριστό καθώς πρώτος αναγγέλει το θάνατο του φίλου Του και κατόπιν αρχίζει το ταξίδι Του στη Βηθανία και στην Ιερουσαλήμ. Το θέμα και ο τόνος αυτής της εβδομάδας δίνονται την Κυριακή το απόγευμα στον Εσπερινό:


προς τη Βηθανία


Τὴν ἔκτην τῶν σεπτῶν Νηστειών Ἐβδομάδα, προθύμως ἀπαρχόμενοι, Κυρίῳ προεόρτιον ὕμνον τῶν Βαΐων ἄσωμεν πιστοί, ἐρχομένῳ ἐν δόξῃ δυνάμει Θεότητος, ἐπὶ τὴν Ἱερουσαλήμ, νεκρῶσαι τὸν θάνατον…


Στο κέντρο της προσοχής είναι ο Λάζαρος – η αρρώστεια του, ο θάνατός του, ο θρήνος των συγγενών του και η αντίδραση του Χριστού σ’ όλα αυτά.


Έτσι τη Δευτέρα ακούμε:


Σήμερον Χριστῷ, πέραν Ἰορδανού διατρίβοντι, δηλοῦται ἡ νόσος τοῦ Λαζάρου…


Την Τρίτη:


Χθὲς καὶ σήμερον ἡ νόσος ἡ τοῦ Λαζάρου…


Την Τετάρτη:


Σήμερον Λάζαρος, θανὼν θάπτεται, καὶ θρῆνον ᾄδουσιν, αἱ τούτου σύγγονοι, ὡς δὲ προγνώστης καὶ Θεός, τὸ πάθος προηγόρευσας…


Την Πέμπτη:


Δισημερεύει σήμερον, θανὼν ὁ Λάζαρος…


Τέλος την Παρασκευή:


Ἔρχεται ὁ Κύριος εἰς Βηθανίαν… … καὶ γάρ ἥκει ἐξαναστῆσαι ἐκ τάφου Λάζαρον…


H τελευταία εβδομάδα δηλαδή περνάει με πνευματική περισυλλογή πάνω στην ερχόμενη συνάντηση του Χριστού με το θάνατο ‑ πρώτα στο πρόσωπο του φίλου Του Λαζάρου, έπειτα στο θάνατο του ίδιου του Χριστού. Πλησιάζει η «ώρα του Χριστού» για την οποία τόσο συχνά μιλούσε και προς αυτήν προσανατολιζόταν όλη η επίγεια διακονία Του. Θα πρέπει να ρωτήσουμε: ποια είναι η θέση και ποιο το νόημα αυτών των πνευματικών σκέψεων πάνω στη Μεγάλη Σαρακοστή; Πώς συνδέονται με την όλη μας προσπάθεια της περιόδου αυτής; Αυτές οι ερωτήσεις προϋποθέτουν μια άλλη ερώτηση με την οποία θα πρέπει τώρα ν’ ασχοληθούμε με κάποια συντομία. Σε κάθε ανάμνηση γεγονότων από τη ζωή του Χριστού η Εκκλησία πολύ συχνά ‑αν όχι πάντοτε‑ μεταφέρει το παρελθόν στο παρόν. Έτσι τη μέρα των Χριστουγέννων ψέλνουμε: «Σήμερον γεννᾶται ἐκ Παρθένου…», την Κυριακή των Βαΐων λέμε: «Σήμερον εἰσέρχεται εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα…», τη Μεγάλη Παρασκευή: «Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου…». H ερώτηση λοιπόν είναι: ποιο είναι το νόημα αυτής της χρονικής μεταφοράς; ποια είναι η σημασία αυτού του λειτουργικού «σήμερον»;


Οι περισσότεροι από τους εκκλησιαζόμενους πιθανόν το θεωρούν αυτό σαν μια ρητορική μεταφορά, σαν ποιητικό «σχήμα λόγου». H δική μας, η σύγχρονη προσέγγιση της λατρείας γίνεται με δυο τρόπους: ή με τη λογική ή με το συναίσθημα. Η λογική προσέγγιση περιορίζει τη λειτουργική τελετουργία σε ιδέες. Βρίσκεται δε στις ρίζες της «Δυτικίζουσας» Θεολογίας η οποία αναπτύχτηκε στην Ορθόδοξη Ανατολή αφού απομακρύνθηκε από την πατερική εποχή και για την οποία η Θεία Λειτουργία είναι, στην καλύτερη περίπτωση ένα ακατέργαστο υλικό για καθαρούς διανοητικούς ορισμούς και θεωρήματα. Ό,τι δε στη λατρεία δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια διανοητική αλήθεια επιγράφεται «ποίηση» – δηλαδή κάτι που δεν μπορεί κανείς να το πάρει στα σοβαρά. Και εφ’ όσον είναι ολοφάνερο ότι τα γεγονότα που μνημονεύονται από την Εκκλησία ανήκουν στο παρελθόν, το λειτουργικό «σήμερον» δεν μπορεί να έχει κάποιο σοβαρό νόημα. Όσο δε αφορά τη «συναισθηματική» προσέγγιση, αυτή είναι το αποτέλεσμα μιας ατομικιστικής και εγωκεντρικής ευσέβειας που είναι, κατά πολλούς τρόπους, το συμπλήρωμα της διανοητικής θεολογίας. Γι’ αυτού του είδους την ευσέβεια, η λατρεία, πάνω από καθετί άλλο, είναι ένα χρήσιμο πλαίσιο για προσωπική προσευχή, είναι φόντο για έμπνευση που σκοπός του είναι να «θερμάνει» την καρδιά μας και να τη στρέψει προς το Θεό. Το περιεχόμενο και το νόημα στις ακολουθίες, στα λειτουργικά κείμενα, στις ιεροτελεστίες έχουν, στην περίπτωση αυτή, δευτερεύουσα σημασία· όλα τούτα είναι χρήσιμα και ικανοποιητικά μόνον εφ’ όσον με βοηθούν να προσεύχομαι! Και έτσι το λειτουργικό «σήμερον» σβήνει, όπως εξάλλου και όλα τα άλλα λειτουργικά κείμενα, μέσα σ’ ένα είδος ξεχωριστής κατανυκτικής και εμπνευσμένης «προσευχής».


Εξαιτίας της πόλωσης στην εκκλησιαστική νοοτροπία όσον αφορά τους δυο τρόπους προσέγγισης της λατρείας, είναι πολύ δύσκολο σήμερα να δείξουμε ότι η αληθινή λειτουργία της Εκκλησίας δεν μπορεί να περιοριστεί ούτε στις «ιδέες» ούτε στην «προσευχή». Δεν εορτάζει κανείς τις ιδέες! Όσο για την ατομική προσευχή δεν λέει το Ευαγγέλιο ότι όταν θέλουμε να προσευχηθούμε να μπαίνουμε στο «ταμείον» μας και να έχουμε προσωπική επικοινωνία με το Θεό; (Ματθ. 6, 6). Η σωστή αντίληψη της γιορτής προϋποθέτει και τα δυο, και το γεγονός και την κοινωνική ή ομαδική συμμετοχή σ’ αυτό. Μια γιορτή, ένα πανηγύρι, μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο όταν οι άνθρωποι συναντιώνται όλοι μαζί, ξεπερνώντας το φυσικό χωρισμό και την απομόνωση, δρουν όλοι μαζί σαν ένα σώμα, πραγματικά σαν ένα πρόσωπο μπροστά σ’ ένα γεγονός (γάμος, κηδεία, νίκη κλπ.). Και το πιο φυσικό θαύμα σε όλες τις γιορτές είναι ακριβώς το ότι ξεπερνιέται, έστω και προσωρινά, το επίπεδο των ιδεών και αυτής ακόμα της ατομικότητας. Χάνει πραγματικά κανείς τον εαυτό του μέσα σε μια γιορτή, και συναντάει τους άλλους κατά ένα μοναδικό τρόπο. Αλλά τότε ποιο ακριβώς είναι το νόημα αυτού του λειτουργικού «σήμερον» με το οποίο η Εκκλησία εγκαινιάζει όλες τις γιορτές της; Με ποια έννοια γεγονότα από το παρελθόν γιορτάζονται «σήμερον»;


Θα μπορούσε κανείς να πει χωρίς να υπερβάλει, ότι όλη η ζωή της Εκκλησίας είναι μια συνεχής ανάμνηση και αναφορά. Στο τέλος κάθε ακολουθίας αναφερόμαστε στους αγίους:«… ὧν τὴν μνήμην ἐπιτελοῦμεν…»· αλλά πέρα απ’ όλες τις άλλες μνήμες η Εκκλησία είναι μια ατέλειωτη ανάμνηση του Χριστού.


Από καθαρά φυσιολογική πλευρά η μνήμη είναι μια διφορούμενη λειτουργία. Έτσι το να θυμόμαστε κάποιον που αγαπάμε και πού τον χάσαμε σημαίνει δυο πράγματα. Από τη μια πλευρά η μνήμη είναι κάτι πολύ περισσότερο από απλή γνώση του παρελθόντος. Όταν θυμάμαι τον μακαριστό πατέρα μου, τον βλέπω· είναι παρών στη μνήμη μου όχι σαν ένα συνολικό άθροισμα όλων όσων γνωρίζω γι’ αυτόν αλλά με όλη τη ζωντανή του πραγματικότητα. Αλλά από την άλλη πλευρά, αυτή η παρουσία με κάνει να συνειδητοποιώ ότι δεν είναι πια εδώ, ότι ποτέ δεν θα ξαναείναι σ’ αυτόν τον κόσμο και σ’ αυτή τη ζωή, ούτε θα αγγίξω το χέρι που τόσο ζωντανά βλέπω με τη φαντασία μου. Η μνήμη λοιπόν είναι η πιο θαυμάσια και ταυτόχρονα η πιο τραγική απ’ όλες τις ανθρώπινες λειτουργίες, γιατί τίποτε άλλο δεν αποκαλύπτει καλύτερα την σπασμένη φύση της ζωής μας, την ανικανότητα του ανθρώπου να διατηρήσει κάτι πραγματικά, να το κατέχει αληθινά σ’ αυτόν τον κόσμο. H μνήμη μας φανερώνει ότι ο «χρόνος και ο θάνατος βασιλεύουν στη γη». Αλλά ακριβώς γι’ αυτό η μοναδικά ανθρώπινη αυτή λειτουργία της μνήμης γίνεται το κέντρο του Χριστιανισμού, γιατί μ’ αυτή τελεί την ανάμνηση ενός Ανθρώπου, ενός Γεγονότος. μιας Νύχτας, μέσα στο βαθύ σκοτάδι της οποίας ακούμε τα λόγια: «τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν…» Και να, το θαύμα γίνεται! Τον θυμόμαστε και Εκείνος είναι εδώ – όχι σαν μια νοσταλγική εικόνα από το παρελθόν, όχι σαν ένα θλιβερό «ποτέ πια…» αλλά με μια τέτοια έντονη παρουσία που η Εκκλησία μπορεί αιώνια να επαναλαμβάνει τα λόγια που είπαν οι μαθητές μετά τη συνάντηση στην Εμμαούς «…οὐχὶ ἡ καρδία ἡμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν…;»(Λουκ. 24,32).


H φυσιολογική μνήμη είναι πρώτα απ’ όλα μια «παρουσία του απόντος» έτσι ώστε όσο περισσότερο παρών είναι αυτός πού θυμόμαστε τόσο πιο οξύς είναι ο πόνος από την απουσία του. Αλλά «εν Χριστώ» η μνήμη ξανάγινε η δύναμη που γεμίζει το διασπασμένο χρόνο, διασπασμένο από την αμαρτία και το θάνατο, από το μίσος και τη λησμοσύνη. Αυτή λοιπόν η νέα μνήμη, η μνήμη σαν δύναμη πάνω από το χρόνο και την καταστροφή του, αποτελεί την καρδιά της λειτουργικής γιορτής και του λειτουργικού «σήμερον». Σίγουρα η Παρθένος δεν γεννάει σήμερα, ούτε κάποιος «ουσιαστικά» στέκεται μπροστά στο Σταυρό· και σαν γεγονότα τούτες οι πράξεις ανήκουν στο παρελθόν. Αλλά «σήμερον» μπορούμε να θυμόμαστε αυτές τις πράξεις και η Εκκλησία είναι βασικά το δώρο και η δύναμη αυτής της ανάμνησης που μεταβάλλει πράξεις από το παρελθόν σε αιώνια σημαντικά γεγονότα.


H λειτουργική γιορτή λοιπόν είναι μια νέα είσοδος της Εκκλησίας στο γεγονός και αυτό σημαίνει είσοδο όχι μόνο στις «ιδέες» του γεγονότος αλλά στη χαρά του, στη λύπη, στη ζωή του και στη συγκεκριμένη πραγματικότητά του. Ένα πράγμα πρέπει να ξέρουμε, ότι με την κραυγή «…Θεέ μου, Θεέ μου ἵνα τί μέ ἐγκατέλιπες» ο Σταυρωμένος Χριστός φανέρωσε την «κένωσή» Του και την ταπείνωσή Του. Είναι όμως πολύ διαφορετικό πράγμα να γιορτάζουμε κάθε χρόνο αυτό που έγινε εκείνη τη μοναδική Παρασκευή· οπότε χωρίς καμιά λογικοποίηση ξέρουμε με πλήρη βεβαιότητα ότι αυτά τα λόγια, που ακούστηκαν μια μόνο φορά παραμένουν αιώνια αληθινά και τίποτε, ούτε η νίκη, ούτε η δόξα μπορούν ποτέ να τα εξαλείψουν. Αυτό που πρέπει να εξηγήσουμε είναι ότι η ανάσταση του Λαζάρου έγινε για να βεβαιωθούμε για «τὴν κοινὴν ἀνάστασιν» (τροπάριο της ημέρας). Είναι κάτι το συναρπαστικό να γιορτάζουμε κάθε μέρα για μια ολόκληρη εβδομάδα αυτή τη συνάντηση ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, που αργά αργά πλησιάζει, να γινόμαστε μέρος της, να βλέπουμε με τα μάτια μας και να νιώθουμε με όλο το είναι μας αυτό πού υπονοεί ο Ιωάννης με τα λόγια του: «Ἰησοῦς οὖν ὡς εἶδεν αὐτὴν κλαίουσαν καὶ τοὺς συνελθόντας… ἐνεβριμήσατο τῷ πνεύματι καὶ ἐτάραξεν ἑαυτόν… καὶ ἐδάκρυσεν» (Iωάν. 11,33-35). Για μας και σε μας όλα αυτά συμβαίνουν «σήμερον». Δεν ήμασταν τότε εκεί, στη Βηθανία κοντά στον τάφο με τις αδερφές που θρηνούσαν. Μόνο από το Ευαγγέλιο ξέρουμε όλα όσα έγιναν εκεί. Αλλά μέσα στην Εκκλησία με τη γιορτή της σήμερα, ένα ιστορικό γεγονός γίνεται ένα γεγονός και για μας, για μένα, γίνεται μια δύναμη στη ζωή μου, μια ανάμνηση, μια χαρά. Η Θεολογία δεν μπορεί να πάει πέρα από την «ιδέα». Και όσον αφορά την ιδεολογική πλευρά, άραγε έχουμε ανάγκη αυτές, τις πέντε συνεχείς μέρες εφ’ όσον είναι κάτι τόσο απλό να λέμε: «τὴν κοινὴν ἀνάστασιν… πιστούμενοι»; Αλλά το όλο θέμα είναι ότι η πρόταση αυτή καθ’ αυτή δεν βεβαιώνει τίποτε. H αληθινή επιβεβαίωση πηγάζει από τη γιορτή και συγκεκριμένα απ’ αυτές τις πέντε μέρες οπότε διακηρύττουμε την αρχή της φοβερής μάχης ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο, και αρχίζουμε όχι τόσο πολύ να καταλαβαίνουμε όσο να μαρτυρούμε ότι ο Χριστός πρόκειται να θανατώσει το θάνατο.


H ανάσταση του Λαζάρου, η υπέροχη γιορτή αυτού του μοναδικού Σαββάτου, είναι πέρα από τη Μεγάλη Σαρακοστή. Την Παρασκευή, παραμονή του Σαββάτου, σ’ ένα ιδιόμελο λέμε: «τὴν ψυχωφελῆ πληρώσαντες Τεσσαρακοστήν, καὶ τὴν ἁγίαν ἑβδομάδα τοῦ Πάθους, Σου αἰτοῦμεν κατιδεῖν». Μέσα στη λειτουργική ορολογία, το Σάββατο του Λαζάρου και η Κυριακή των Βαΐων είναι η «έναρξη του Σταυρού». Αλλά η τελευταία εβδομάδα της Σαρακοστής, η προεόρτια αυτών των ημερών, είναι η τελική αποκάλυψη του νοήματος της Μεγάλης Σαρακοστής.


Από την αρχή είπαμε ότι η Σαρακοστή είναι προετοιμασία για το Πάσχα· στην πραγματικότητα όμως η καθημερινή εμπορία, που έχει μέχρι τώρα γίνει παράδοση, βεβαιώνει ότι αυτή η προετοιμασία παραμένει αφηρημένη και κατ’ όνομα μόνο. H Σαρακοστή και το Πάσχα είναι βαλμένα πλάι πλάι αλλά χωρίς καμιά ουσιαστική κατανόηση της σχέσης τους και της αλληλοεξάρτησης. Ακόμα και όταν δεν παίρνουμε τη Σαρακοστή μόνο σαν μια περίοδο για να πραγματοποιήσουμε την ετήσια εξομολόγηση και τη Θεία Κοινωνία, συνήθως τη σκεπτόμαστε σαν μια περίοδο για ατομική προσπάθεια και έτσι παραμένει εγωκεντρική. Με άλλα λόγια, εκείνο που ουσιαστικά λείπει από το βίωμα της Σαρακοστής είναι: η σωματική και πνευματική προσπάθειά μας να σκοπεύουν στη συμμετοχή μας στο «σήμερον» της Ανάστασης του Χριστού, όχι σαν μια αφηρημένη ηθικότητα, ούτε σαν μια ηθική πρόοδό μας ή σαν έναν αυστηρότερο έλεγχο στα πάθη, ούτε ακόμα σαν μια προσωπική τελείωση, αλλά σαν πλήρη συμμετοχή (συμμετοχή που περικλείει τα πάντα) στο τελικό «σήμερον». H χριστιανική πνευματικότητα που δεν έχει αυτόν το σκοπό κινδυνεύει να γίνει ψευτο-χριστιανική γιατί σε τελευταία ανάλυση μια τέτοια πνευματικότητα παρακινείται από το «εγώ» και όχι από το Χριστό. O κίνδυνος εδώ είναι ότι, όταν η καρδιά εξαγνιστεί, καθαριστεί και ελευθερωθεί από το δαίμονα που την κατοικούσε, παραμένει άδεια και ο δαίμονας ξαναγυρίζει σ’ αυτή «καὶ παραλαμβάνει ἑπτὰ ἕτερα πνεύματα πονηρότερα ἑαυτοῦ, καὶ εἰσελθόντα κατοικεῖ ἐκεῖ καὶ γίνεται τὰ ἔσχατα τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου χείρονα τῶν πρώτων» (Λουκ. 11,26).


Στον κόσμο τούτο το καθετί -ακόμα και η «πνευματικότητα»- μπορεί να γίνει δαιμονική. Έτσι είναι πάρα πολύ σημαντικό να ξαναβρούμε το νόημα και το ρυθμό της Μεγάλης Σαρακοστής σαν γνήσιας προετοιμασίας για το μεγάλο «σήμερον» του Πάσχα.


Είδαμε μέχρι τώρα ότι η Σαρακοστή έχει δυο μέρη. Πριν από την Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης η Εκκλησία μας προτρέπει να αυτοσυγκεντρωθούμε, να πολεμήσουμε τη σάρκα και τα πάθη, το πονηρό και κάθε άλλη αμαρτία. Αλλά και όταν τα κάνουμε όλα αυτά μας παρακινεί συνέχεια να κοιτάζουμε μπροστά, να εξετάζουμε την προσπάθειά μας και να την υποκινούμε για «κάτι καλύτερο» που είναι προετοιμασμένο για μας. Μετά από την Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης το μυστήριο του Πάθους του Κυρίου, του Σταυρού Του και του θανάτου γίνεται το κέντρο σε όλες τις ιεροτελεστίες της Σαρακοστής, γίνεται κέντρο το «ἀπέλθομεν εἰς Ἱεροσόλυμα…».


Τελικά, στη διάρκεια αυτής της προπαρασκευαστικής εβδομάδας, αρχίζει η ανάμνηση του μυστηρίου. H όλη προσπάθεια της Σαρακοστής μας έκανε ικανούς να παραβλέψουμε όλα εκείνα που, συνήθως καθημερινά, επισκιάζουν το κεντρικό αντικείμενο της πίστης, της ελπίδας και της χαράς μας. O χρόνος, όπως τον ξέραμε, τέλειωσε πια. Τώρα μετριέται όχι όπως συνήθως με τις απασχολήσεις και τις φροντίδες μας, αλλά με ό,τι συμβαίνει στο δρόμο για τη Βηθανία, και πέρα απ’ αυτή, για τα Ιεροσόλυμα. Και, ακόμα μια φορά λέμε, πως όλα αυτά δεν είναι ρητορικά σχήματα. Για όποιον έχει γευτεί την αληθινή λειτουργική ζωή -έστω και μια μόνο φορά, ακόμα και με ατέλειες,- είναι σχεδόν ολοφάνερο ότι από τη στιγμή που ακούμε: «Χαίροις πόλις Βηθανία, πατρὶς ἡ τοῦ Λαζάρου…, αὔριον Χριστὸς παραγίνεται…», ο εξωτερικός κόσμος γίνεται κάπως εξωπραγματικός και σχεδόν νιώθει κανείς πόνο όταν από ανάγκη έρχεται καθημερινά σε επαφή μ’ αυτόν. H πραγματικότητα βρίσκεται σ’ αυτά που συμβαίνουν στην Εκκλησία, σ’ αυτή την ανάμνηση που μέρα με τη μέρα μας κάνει ν’ αναγνωρίσουμε τι σημαίνει να περιμένεις, και γιατί ο Χριστιανισμός είναι πάνω από κάθε άλλη προσδοκία και προετοιμασία. Έτσι όταν φτάνει ο Εσπερινός της Παρασκευής και ψέλνουμε: «τὴν ψυχωφελή, πληρώσαντες Τεσσαρακοστὴν…» δεν έχουμε μόνο εκπληρώσει μια ετήσια χριστιανική «υποχρέωση», αλλά είμαστε έτοιμοι να κάνουμε δικά μας τα λόγια του ύμνου που ψέλνουμε την επόμενη μέρα:


«Διὰ Λάζαρον σὲ Χριστός ἤδη σκυλεύει


θάνατε· καὶ ποῦ σου Ἅδη τὸ νῖκος…».




π. Αλέξανδρος Σμέμαν, Μεγάλη Σαρακοστή – Πορεία προς το Πάσχα, 11η έκδοση, Εκδ. Ακρίτας, Αθήνα, 2006