Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026

Ἡ εἰς ἐπήκοον ἀνάγνωση τῶν μυστικῶν Ἱερατικῶν Εὐχῶν τῆς Λειτουργίας ἀπό ἐμπειρικῆς ἀπόψεως

 Χαρακτηριστικὸ τῶν Ὀρθοδόξων εἶναι ἡ τήρηση τῆς Παραδόσεως. Ἡ τήρηση τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως εἶναι Ἀποστολικὴ ἐντολή. Στήκετε, καὶ κρατεῖτε τὰς Παραδόσεις (Βʹ Θεσ. βʹ 15). Πάντα εὐσχημόνως καὶ κατὰ Τάξιν γινέσθω (Αʹ Κορ. ἰδʹ 40). Στὴν διακονία στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν κάνει ὁ καθένας του κεφαλιοῦ του, ἀλλιῶς κοινῶς προτεσταντίζει. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι «ἑπομένη τοῖς Ἁγίοις Πατράσι», ὄχι ἑπομένη ταῖς προσωπικαῖς γνώμαις ἑκάστου. Γιατί πρέπει νὰ τηρεῖται ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας; Ἡ Ἱερὰ Παράδοση εἶναι ἡ ἀσφαλὴς ὁδὸς τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁδὸς τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἡ ἀσφαλὴς ὁδὸς τῆς θείας λατρείας, τῆς προσευχῆς, τῆς μετανοίας, τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς θεώσεως.


Ὅπως εἴδαμε σὲ προηγούμενο ἄρθρο μας, ἡ Παράδοση στὴν Λειτουργία ἔχει ὡς ἑξῆς: ὁ Διάκονος ἐκφωνεῖ (εἰς ἐπήκοον) τὶς διὰ Προσφωνήσεως κοινὲς Εὐχές πρὸς τὸν Ἱερέα καὶ τοὺς πιστούς, καὶ αὐτοὶ ἀνταποκρινόμενοι προσεύχονται μυστικῶς, κατ’ ἰδίαν, ὁ μὲν Ἱερεὺς μὲ τὶς δικές του Εὐχές, οἱ δέ πιστοὶ μὲ τὸ μυστικὸ Κύριε ἐλέησον ἢ τὶς δικές τους προσευχές (ὁ Ψάλτης ἐκφώνως ὡς «ὁδηγὸς» τῶν Πιστῶν στὶς προσευχητικὲς ἀποκρίσεις στὴν κοινὴ Εὐχὴ τοῦ Διακόνου). Οἱ Προσευχὲς αὐτὲς χάριτι Θεοῦ, ὅλες μαζὶ ὅμως ὄχι ὡς ξεχωριστὲς ἀλλὰ ὡς μία κοινὴ δυνατὴ Προσευχή, ὡς μία κοινὴ Δύναμις πηγαίνουν στὸν Θεό. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι καὶ ἡ ἐλάχιστη Προσευχὴ ἑνὸς ραθύμου πιστοῦ στὴν Ἐκκλησία, ἀποκτᾶ μεγαλύτερη παρρησία στὸν Θεὸ (ἀπὸ ὅτι ὅταν προσεύχεται σπίτι μόνος του, ποὺ κι αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ἀμελεῖ) λόγῳ τῆς κοινῆς Προσευχῆς τῆς Ἐκκλησίας.


Μὴν ἀμελοῦμε τὴν κατ’ οἶκον προσευχή. Ἡ κατ’ οἶκον Προσευχὴ βοηθάει τὴν Προσευχὴ στὴν Ἐκκλησία, καὶ ἡ Προσευχὴ στὴν Ἐκκλησία βοηθάει τὴν κατ’ οἶκον Προσευχή. Ὅταν ὑπάρχει μαζὶ καὶ ἡ μετάνοια, ἡ συγχώρεση, ἡ ἀκακία, ἡ ἀγάπη, καὶ ἡ ταπείνωση τότε ἀποκτάει μεγαλυτέρα δύναμη ἡ Προσευχή μας, χάριτι Θεοῦ πάντοτε.


Σύμφωνα μὲ τὸν Φουντούλη, ὅταν ἦταν ἐν ζωῇ, μακρὰν ἡ ἰσχυροτέρα Παράδοση ἦταν ἡ ἀρχαία Παράδοση τῶν Μυστικῶν (ὄχι τῶν νεωτεριστικῶν φωναχτῶν) Εὐχῶν:1

α) «Ἔχει ὅμως δημιουργηθεῖ ἀπὸ αἰώνων παράδοση ὡς πρὸς τὴ μυστικῶς ἀνάγνωση τῶν Εὐχῶν καὶ αὐτὴ σήμερα εἶναι ἡ γενικῶς κρατοῦσα σ’ ὅλη τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τάξη».


β) «Ἐνωρὶς ἐπεκράτησε νὰ λέγωνται “μυστικῶς” οἱ εὐχὲς τῆς θείας Λειτουργίας. Συνήθως ὁ ἱερεὺς τὶς ἔλεγε κατὰ τὴν ὥρα ποὺ ὁ διάκονος ἔλεγε τὴν συναπτή, πάντως πρὸ τῆς ἐκφωνήσεως».


γ) «“Μυστικῶς”, ὡς γνωστόν, λέγονται σήμερα ὅλες οἱ Εὐχὲς τῆς θείας Λειτουργίας ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Ὀπισθάμβωνον [στὸ τέλος]».


δ) «Μυστικῶς λέγονται οἱ Εὐχὲς ποὺ ἀπευθύνονται στόν Θεό». [Ὅλες οἱ Εὐχὲς ὅμως στὸν Θεὸν ἀπευθύνονται (!), ὄχι στοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων, τοῦ κόσμου, κλπ.].


Οἱ φωναχτὲς Εὐχὲς προωθήθηκαν τὰ τελευταῖα 75+ περίπου χρόνια, καὶ ἰδιαίτερα μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Σεραφείμ, ἀπὸ Θεολόγους, Λειτουργιολόγους καὶ Κληρικοὺς ποὺ παρασύρθηκαν ἀπὸ τὴν Βʹ Βατικάνεια Σύνοδο, καὶ αὐτοὶ παρέσυραν πόσους Κληρικοὺς καὶ Λαϊκούς.

Δυστυχῶς στὶς ἡμέρες μας, πολλοί εὐκαίρως-ἀκαίρως ὑποστηρίζουν τὴν νεωτεριστικὴ ἔκφωνη Προσευχὴ τῶν Ἱερέων στὴν Θεία Λειτουργία.


Λένε: Ὁ Ἱερεὺς πρέπει νὰ προσεύχεται φωναχτά, καὶ νὰ τὸν ἀκοῦνε οἱ πιστοί.

Σὲ προηγούμενα ἄρθρα μας ἔχουμε ἀπαντήσει στὸ θέμα μὲ πολλὲς ἀναφορὲς στὴν Ἱερὰ Παράδοση, στὰ Χειρόγραφα, στοὺς Ἁγίους καὶ στὶς Ἱερὲς Συνόδους. Ἐδὼ θὰ προσπαθήσουμε νὰ ἀπαντήσουμε περιληπτικά, κυρίως ἐμπειρικά.


Α. Ἀπάντησις ὡς πρὸς τὸ σκέλος τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως:

Δὲν τεκμηριώνεται στὴν Ἱερὰ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν Θεία Λειτουργία ὅτι ὁ Ἱερεὺς ἀναγινώσκει τὶς Εὐχὲς εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ, ἀπεναντίας μάλιστα τονίζεται ἡ μυστικὴ ἀνάγνωση ῥητῶς ἢ ἐμμέσως,2 μέχρι καὶ τὰ Ἱερατικὰ τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας πρό τοῦ 2002/2004 εἶχαν ρητῶς μυστικῶς τὶς Ἱερατικὲς Εὐχές τῆς Λειτουργίας. Ἡ δέ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος εἶχε ἀποστείλει ὄχι μία ἀλλὰ τρεῖς (3) Συνοδικὲς Ἐγκυκλίους πρὸς τοὺς νεωτεριστὲς παρηκόους: ἀρ. πρωτ. 499 / 16-2-1951, ἀρ. πρωτ. 1353 / 9-6-1956, ἀρ. πρωτ. 1137 / 13-3-1974 (εἰς ὦτα μὴ ἀκουόντων μηδὲ συνιέντων).3


Οἱ πιστοὶ ἄκουγαν τὶς διὰ Προσφωνήσεως κοινὲς Εὐχὲς ὑπὸ τοῦ Διακόνου, ὅπως τὶς ἄκουγαν καὶ οἱ Ἱερεῖς, καὶ ἀνταποκρινόμενοι καὶ οἱ Ἱερεῖς καὶ ὁ Λαός,4 προσεύχονταν κατὰ διάνοιαν, μυστικῶς, (ὁ Ψάλτης μόνον ἐκφώνως, ὡς «ὁδηγός» τῶν Πιστῶν τρόπον τινα στὶς προσευχητικὲς ἀποκρίσεις στὴν Εὐχὴ τοῦ Διακόνου).


Ἀπὸ τὶς Ἱερατικὲς Εὐχές, οἱ πιστοὶ ἄκουγαν μόνον τὴν «νεωτέραν» ὀπισθάμβωνον Ἱερατικὴ Εὐχὴ στὸ τέλος,5 γιὰ αὐτὸ ἄλλωστε λεγόταν καὶ ἐκφώνως στὸ κέντρον τῆς Ἐκκλησίας (γιὰ νὰ τὴν ἀκοῦνε οἱ πιστοί, τότε δὲν ὑπῆρχαν μικρόφωνα, μεγάφωνα) πάντοτε πρὸς ἀνατολάς στραμμένος ὁ Ἱερεύς, μπροστὰ ἀπὸ τὸν ἄμβωνα ποὺ τότε ἦταν στὸ κέντρον τῆς Ἐκκλησίας (ἢ ὄπισθεν τοῦ ἄμβωνος, ὀπισθάμβωνος, ἂν «βλέπεις» τὸν ἄμβωνα ἀπὸ τὴν μεριὰ τοῦ Ἱεροῦ).


Ἐπίσης καὶ οἱ Ἱερεῖς δὲν ἀκοῦνε τὶς μυστικὲς Εὐχὲς τῶν Πιστῶν, οὔτε καὶ τῶν Μοναχῶν στὰ μοναστήρια, οὔτε καὶ κανεὶς Ὀρθόδοξος πιστὸς εὔχεται στὴν Ἐκκλησία εἰς ἐπήκοον τοῦ διπλανοῦ του πιστοῦ. Γιὰ αὐτὸ καὶ ὅταν ὁ Διάκονος προσφωνεῖ, δὲν λέει Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεήθητι πάτερ! Καὶ ἐσεῖς πιστὲ Λαέ ἀκούετε τὸν πάτερ νὰ προσεύχεται ἐκφώνως! Οὔτε λέει, Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεήθητε πιστοί! Ἀλλά, τί προσφωνεῖ; Προσφωνεῖ: Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν! Ὁ Διάκονος σὲ ποιοὺς λέει τὸ δεηθῶμεν; Φυσικά, στὸν Ἱερέα, καὶ στὸν πιστὸ Λαό. 6, 7, 8


Β. Ἀπάντησις ὡς πρὸς τὸ σκέλος τῶν Πιστῶν (καὶ τῶν Μοναχῶν στὰ μοναστήρια)

Λένε οἱ νεωτεριστές, ὅτι πρέπει νὰ ἀκοῦνε οἱ πιστοὶ - κατ’ ἐπέκτασιν καὶ οἱ μοναχοὶ στὰ μοναστήρια - τὶς μυστικὲς Εὐχὲς τοῦ Ἱερέως.


Ἂν παραθεωρήσουμε τὸν νεωτερισμὸ τῆς θέσης αὐτῆς, δὲν διευκρινίζουν τί ἀκριβῶς καλοῦνται νὰ κάνουν οἱ πιστοὶ (καὶ οἱ μοναχοί) ὅταν ὁ Ἱερεὺς ἀναγινώσκει δυνατὰ τὴν μυστική Ἱερατικὴ Εὐχή. Τὸν ἀκοῦνε ἐνεργῶς (στοχάζονται διανοητικῶς ἢ πῶς ὁρίζεται τὸ ἐνεργῶς; ), παθητικῶς, ἢ παρακολουθοῦν ἀναγνωστικῶς τὶς Ἱερατικὲς Εὐχές ἀπὸ τὰ ἔσχατα μοντερνιστικὰ Ἱερατικὰ τῶν Πιστῶν; Ἂν φύγει ὁ νοῦς τους (ἂν χαζέψουν) γιὰ λίγο, καὶ δὲν ἀκούσουν ἢ δὲν διαβάσουν μιὰ-δυὸ-δέκα προτάσεις ἀπὸ τὴν Εὐχὴ τοῦ Ἱερέως (ἢ καὶ ὁλόκληρη τὴν Εὐχή) τί γίνεται ἡ «συμμετοχή» τους;


Μπορεῖ νὰ προσευχηθεῖ ὁ πιστὸς ἀκούγοντας τὶς μυστικὲς Εὐχὲς τοῦ Ἱερέως ἢ μεταβάλλεται σὲ στοχαστὴ ἢ ἀκροατή, καὶ ἴσως κατόπιν σὲ ἀδιάφορο θεατή;9


Ἡ Προσευχὴ δὲν εἶναι ἀκρόαση ἢ κατανόηση ἢ ἐρμηνεία Εὐχῶν, οὔτε θεατρικὴ παρακολούθηση. Ἡ Λειτουργικὴ Ἱερὰ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας δὲν ζητεῖ ἀπὸ τὸν πιστὸ νὰ παρίσταται ὡς ἀκροατὴς ἢ κατανοητὴς τῶν Ἱερατικῶν Εὐχῶν οὔτε ὡς θεατὴς τῶν Ἱερέων, ἀλλὰ νὰ συμμετέχει προσευχητικῶς στὴν κοινὴ Προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ ζητούμενο εἶναι νὰ προσευχηθεῖ ὅλη ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ κοινοῦ ὑπακούοντας καὶ ἀνταποκρινόμενοι, μυστικὰ προσευχόμενοι ἕκαστος, στὶς κοινὲς διὰ Προσφωνήσεως Εὐχὲς ὑπὸ τοῦ Διακόνου («αἱ τοῦ πλήθους Εὐχαί» καὶ «αἱ τῶν ἱερέων Εὐχαί» λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, βλ. καὶ τὸν Ἅγιο Πορφύριο).10 Τί δύναμη ἔχει αὐτὴ ἡ κοινὴ Προσευχή! Οἱ μυστικὲς Εὐχὲς τοῦ Ἱερέως καὶ τῶν Πιστῶν δὲν εἶναι ἀνταγωνιστικὲς οὔτε ἀσύνδετες μεταξύ τους προσευχές, ἀλλὰ μία κοινὴ ἐκκλησιαστικὴ Προσευχή, χάριτι Θεοῦ, ποὺ ἀνεβαίνει στὸν Θεό.


Ὅταν ὅμως ἡ ἀκρόαση, ἡ ἀπαγγελία, γίνεται συνεχής, θεολογικὴ καὶ νοηματικὰ πυκνή, καὶ δεσμευτική, ἐμποδίζει τὴν νοερὰ Προσευχή τοῦ πιστοῦ, καὶ μεταβάλλει τὸν πιστὸ σὲ παρακολουθοῦντα ἀκροατή. Ὅμως ὁ Διάκονος εἶπε τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν, ὄχι δεήθητι Πάτερ! Καὶ ὁ πιστὸς πρέπει νὰ (συμ)προσευχηθεῖ μυστικῶς καὶ ὁ ἐκφώνως προσευχόμενος Ἱερεὺς δυσχεραίνει τὴν νοερὰ προσευχή του (ἐν γνώσει, ἢ ἐν ἀγνοίᾳ, ἰδιαίτερα μὲ τὰ μικρόφωνα). Γιὰ αὐτὸ ἄλλωστε καὶ ὁ μεγάλος ἐργάτης τῆς προσευχῆς, ἀπαθὴς καὶ νηπτικὸς Ἅγιος τῶν ἡμερῶν μας Ὅσιος Ἰωσὴφ ὁ Ἡσυχαστής φώναξε στὸν ἱερομόναχο: «Μὴ φωνάζῃς, παπᾶ, πές τις σιγανά, ὅπως ἀναφέρεται μέσα στὸ Ἱερατικό, ὅτι μυστικῶς λέγονται».11, 12


Τὸ ἴδιο παθαίνουν ἀπὸ τὸν ἐκφώνως προσευχόμενον Ἱερέα ὄχι μόνον οἱ πιστοί, ἀλλὰ καὶ ὅσοι συλλειτουργοῦντες Πρεσβύτεροι θέλουν νὰ συμπροσευχηθοῦν. Παλαιότερα ἡ Παράδοση τοῦ Ἱερατικοῦ Συλλείτουργου εἶχε ὁ κάθε Ἱερεὺς (καὶ ὁ κάθε Ἐπίσκοπος) νὰ προσεύχεται κατ’ ἰδίαν τὶς μυστικὲς Ἰερατικὲς Εὐχές,13 ὅπως καὶ ὁ κάθε πιστός (καὶ μοναχὸς) κατ’ ἰδίαν προσεύχεται, κατὰ τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου: «κλείσας τὴν θύραν σου πρόσευξαι τῷ Πατρί σου».


Ὅμως ἂν καὶ κατ’ ἰδίαν προσευχόμενοι ὅλοι στὴν Ἐκκλησία (Ἱερεῖς καὶ πιστοί) ἀνταποκρινόμενοι στὶς διὰ Προσφωνήσεως Κοινὲς Εὐχὲς ὑπὸ τοῦ Διακόνου, ἐν τούτοις Μία Προσευχή, μία Δύναμις πηγαίνει στὸν Θεό (ὑποσ. 10)!


«Ὁλόκληρον τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ὁμοθυμαδὸν ἀναπέμπῃ τὴν δέησιν μιᾷ φωνῇ, Ἱερέων παρόντων, καὶ τὰς Εὐχὰς τοῦ κοινοῦ πλήθους ἀναφερόντων», Χρυσόστομος [PG 56, 182], πρβλ. [PG 48, 725], δηλ. «ἀναπέμπεται [ἡ Δέηση] ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν πιστῶν, ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, μὲ μίαν ψυχήν, ἐπὶ παρουσίᾳ τῶν Ἱερέων, οἱ ὁποῖοι προσφέρουν εἰς τὸν Θεὸν τὰς προσευχὰς τοῦ Ἐκκλησιάσματος»,14 γιὰ αὐτὸ καὶ ὁ πληθυντικὸς τῶν Ἱερατικῶν Εὐχῶν ποὺ παρερμηνεύουν οἱ νεωτεριστές. Ὁ πληθυντικὸς σημαίνει ὅτι ὁ Ἱερεὺς ἀναφέρει καὶ τὶς Εὐχὲς τῶν Πιστῶν, ὄχι ὄτι πρέπει νὰ ἀκούγονται οἱ μυστικὲς Ἱερατικὲς Εὐχές στοὺς πιστούς.15


Ἀκόμη καὶ ἂν ὁ πιστὸς θέλει ἢ προσπαθήσει νὰ προσευχηθεῖ ἀκούγοντας τὴν μυστικὴ Προσευχὴ τοῦ Ἱερέα (ὅπου λέγεται ἐκφώνως), ἀποσπᾶται ὁ νοῦς του ἀπὸ τὴν προσευχή του, γιὰ νὰ παρακολουθήσει, νὰ κατανοήσει, ἂν καὶ ὅσο μπορέσει, καὶ ὅσο κυρίως ἡ θεολογική καὶ πνευματική του στάθμη τὸ ἐπιτρέπει, τὸ ἀκροώμενο. Ἀκόμη καὶ ἂν ὁ πιστὸς κρατάει μπροστά του τὸ κείμενο τῆς μυστικῆς Ἱερατικῆς Εὐχῆς ἢ τὴν διαβάζει σὲ νεοελληνική ἀπόδοση,16 καὶ πάλι ἐνδέχεται νὰ πέσει στοὺς αὐτοὺς καὶ περισσότερους περισπασμούς: προσπαθεῖ νὰ διαβάζει, νὰ ἀκούει, νὰ μὴ χάνει τὰ λόγια, νὰ μελετᾶ, νὰ στοχάζεται, νὰ προσπαθεῖ ἐγκεφαλικὰ νὰ ἐννοήσει τὰ θεολογικὰ νοήματα, νὰ προσέχει τυχὸν λάθη τοῦ Ἱερέως ἢ καὶ τοῦ κειμένου, ἢ ἂν διαβάζει σωστὰ ὁ Ἱερεύς ἀποδίδοντας τὸ νόημα, καὶ συγχρόνως προσπαθεῖ νὰ ...προσεύχεται (ἂν διαβάζει καὶ ἀπὸ τὸ κινητό, τότε ἀκόμη χειρότερα). Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι Προσευχή, ἀλλὰ κἂν ἀκουστικὴ ἢ καὶ διανοητικὴ παρακολούθηση.


Στὴν οὐσία οἱ νεωτεριστές «δεσμεύουσιν γὰρ φορτία βαρέα καὶ ἐπιτιθέασιν ἐπὶ τοὺς ὤμους τῶν ἀνθρώπων».


Τί εἶναι Προσευχή; «Προσευχή ἐστιν ἀνάβασις νοῦ πρὸς Θεὸν ἢ αἴτησις τῶν προσηκόντων παρὰ Θεοῦ», Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός [PG 94, 1089C-D, κεφ. ΞΔʹ].17 Ἡ αἴτησις στὴν Λειτουργία εἶναι προσωπικὴ προσευχητικὴ ἀνταπόκριση (πρὸς τὸν Θεόν) στὴν Κοινὴ Εὐχὴ ὑπὸ τοῦ Διακόνου (ἢ τὰ κατ’ ἰδίαν αἰτήματα ἑκάστου), δὲν εἶναι ἀκρόαση τῆς Εὐχῆς τοῦ Ἱερέως. Καὶ «ἀνάβασις νοῦ18 πρὸς Θεὸν» εἶναι ἡ ὁμιλία τοῦ νοῦ μας πρὸς τὸν Θεόν, διότι «ἡ Προσευχή, ὁμιλία ἐστὶ νοῦ πρὸς Θεόν» (Εὐαγρίου/Νείλου), [PG 79, 1168C, κεφ. Γʹ]. Βέβαια ὑπάρχει καὶ ἀνάβασις νοῦ πρὸς Θεὸν ἄνευ ὁμιλίας.19 Ἂν σὲ τυχὸν ὁμιλία μας πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸ ἢ κάποιον Ἄρχοντα ἢ κάποιον ποὺ ἔχουμε «ψηλά», λαμβάνουμε τὸ ἀνάλογο «σχῆμα», πολὺ περισσότερο στὴν ὁμιλία μας (προσευχή μας) πρὸς τὸν Θεόν.


Λέει ὁ Μητρ. Λεμεσοῦ Ἀθανάσιος: «οὐσιαστικὰ οἱ Ἅγιοι δὲν σκέφτονται, προσεύχονται,20 δηλ. καταργεῖται ἡ σκέψις καὶ παραμένει ἡ προσευχὴ ἡ ὁποῖα εἶναι ἐρώτησις εἰς τὸν Θεὸν καὶ ἀπάντησις ἐκ τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι εἶναι οἱ τέλειοι ἄνθρωποι, οἱ ἐν Χριστῷ ἄνθρωποι».21


Ἀδικεῖ τὸν ἑαυτό του ὁ πιστὸς καὶ ὁ νέος (συνήθως) ποὺ χρησιμοποιεῖ νεωτεριστικὸ «Ἱερατικὸν τῶν πιστῶν» στὴν Λειτουργία. Παρίσταται τόσο χρόνο στὴν Ἀκολουθία, καὶ στὴν οὐσία λόγῳ τῶν περισπασμῶν εἶναι δύσκολο νὰ προσευχηθεῖ ἀληθινά.


Πιὸ πολὺ καὶ πιὸ ὀρθὰ θὰ κατανοήσεις Χάριτι Θεοῦ τὴν Λειτουργία, συμμετέχοντας μὲ τὴν μυστικὴ προσευχή σου στὴν Λειτουργία, παρὰ μὲ τὸ διάβασμα (ποὺ κι αὐτὸ εἶναι καλὸ, ὅταν τὸ βιβλίο δὲν ἔχει πλάνες, ἐκτὸς ὅμως τῆς Ἀκολουθίας, ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας). «Ἡ Προσευχὴ φωτίζει τὸν ἄνθρωπο. Ἂν ὁ ἄνθρωπος προσευχηθεῖ τότε θὰ λάβει πληροφορία ἀπὸ τὸν Θεόν».22 Χρειάζεται ὅμως νὰ ἐργαζόμαστε καὶ τὴν ἀρετή γιὰ νὰ ἔχει δύναμη ἡ προσευχή.


Βέβαια, οἱ ἐκφωνήσεις τῶν Ἱερέων, οἱ εὐλογίες, οἱ ἀνήκουσες στὴν Παράδοση προτροπές (ὄχι τὰ μοντερνιστικὰ «ὅλοι μαζί»), τὰ ἀναγνώσματα, τὰ τροπάρια, κτλ. ποὺ σοφὰ τὰ ἔχει βάλει ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας στὴν τάξιν τῆς Λειτουργίας, καὶ ποὺ εἶναι δοξολογία, κατήχηση, ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ πνευματικὴ ἐνδυνάμωση χάριτι Θεοῦ γιὰ προσεκτικωτέρα προσευχή, αὐτὰ παραδοσιακῶς ἐκφώνως ὄχι μυστικῶς.


Γ. Ἀπάντησις ὡς πρὸς τὸ σκέλος τῶν Ἱερέων


Ἡ ἔκφωνη προσευχή τοῦ Ἱερέως στὴν Λειτουργία δὲν εἶναι μόνον ἀντιπαραδοσιακή,23 ἀντικανονική,24 δὲν περισπᾶ μόνο τοὺς προσευχόμενους πιστούς ἀπὸ τὴν νοερὰ προσευχή τους, ἀλλὰ περισπᾶ καὶ τὸν ἴδιον τὸν Ἱερέα. Ἡ «[ἔκφωνη] ἀνάγνωσις τῶν εὐχῶν εἰς ἐπήκοον τοῦ ἐκκλησιάσματος ἀπαιτεῖ στόμφον, χρωματισμὸν τῆς φωνῆς καὶ πολλάκις πομπῶδες ὕφος καὶ ἄλλας «ὑποκριτικὰς» ἱκανότητας, στοιχεῖα ἐρχόμενα εἰς ἄκραν ἀντίθεσιν πρὸς τὴν σεμνοπρεπῆ καὶ κατανυκτικὴν ἀτμόσφαιραν, ἣν ἀπαιτεῖ ἡ τέλεσις τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας».25 Ἡ ἐπὶ τούτου ἔκφωνη ἀνάγνωση τῶν μυστικῶν Ἱερατικῶν Εὐχῶν δύναται νὰ μεταβάλει τὴν Προσευχὴ σὲ ἔγνοια ἀκρόασης, ρητορικὴ ἐπίδειξη ἢ λειτουργικὴ παρουσίαση. Ὁ Ἱερεὺς κινδυνεύει ἀπὸ προσευχόμενος Λειτουργὸς νὰ γίνει ἀναγνώστης.


Ὡς προσευχόμενος Λειτουργὸς ὅμως, προχωρεῖ «μετὰ παῤῥησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, μετὰ ἀληθινῆς καρδίας, ἐν πληροφορίᾳ πίστεως, ἀπαγγέλων τῷ Θεῷ, καὶ συλλαλὼν μόνος Αὐτῷ», [PG 98, 429A].26 Γιὰ τὸ Ἱερατικὸ Συλλείτουργο ἀναφερθήκαμε στὴν ἐνότητα §Β.


Ἔτσι ὁ ἐκφωνὼν τὶς μυστικὲς Ἱερατικὲς Εὐχὲς τῆς Λειτουργίας Ἱερεύς, ἐπὶ τούτου, γιὰ νὰ τὶς ἀκούει ὁ Λαός, ἀδικεῖ πρῶτα τὸν ἑαυτό του, ἀδικεῖ τοὺς πιστοὺς στερῶντας τους τὴν ἀληθινὴ Προσευχὴ καθιστῶντας τους ἑκόντας ἄκοντας ἀκροατές τῶν μυστικῶν Εὐχῶν του (πράγμα τὸ ὁποῖο θὰ θεωροῦσαν ἄτακτο - καὶ σωστά - ἂν τὸ ἔπρατταν οἱ πιστοὶ ἢ οἱ μοναχοὶ φωνάζοντας τὶς μυστικὲς εὐχές τους), ἀλλὰ τὸ κυριώτερο ἀδικεῖ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία μειώνοντας τὴν δύναμη τῆς Προσευχῆς της.


Συνάμα, ἡ ἐκφώνηση τῶν Ἱερατικῶν Εὐχῶν τῆς Λειτουργίας κρύβει Κληρικαλισμό. Κληρικαλισμὸς δὲν εἶναι ἡ μυστικὴ Προσευχὴ τῶν Ἱερέων (καὶ ὁ Λαὸς μυστικῶς προσεύχεται), ἀλλὰ ἀπεναντίας εἶναι ἡ ἀντιπαραδοσιακῶς ἐπὶ τούτου ἔκφωνη πολλάκις ἐπιτετηδευμένη Προσευχή τους, ὅταν γίνεται γιὰ νὰ προκαλέσουν τὴν προσοχὴ τοῦ ἐκκλησιάσματος, μὲ συνέπεια νὰ μὴν ἀφήνουν τοὺς πιστοὺς νὰ προσευχηθοῦν ἀληθινά.


Τέλος, καὶ τῷ Θεῷ, δόξα πάντων ἕνεκεν.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου