Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

"Μή με μαλώνεις, γιατί σήμερα το πρωί είδα τον Προφήτη Ελισσαίο και μου είπε να λειτουργήσω, και να μη φοβηθώ τίποτα, γιατί αυτός θα με προσέχη"

 Από τον βίο του αγίου Νικολάου Πλανά του απλοϊκού



[....]Κατά την εποχή εκείνη ήτανε Μητροπολίτης ο Μελέτιος Μεταξάκης και απηγόρευσε τις αγρυπνίες. Δεν μπορούσαμε να εννοήσουμε την αιτία...

Πέρασε λίγος καιρός, έφυγε ο Μητροπολίτης Μεταξάκης, κατηργήθη η δέσμευσις των αγρυπνιών. Κατόπιν ήλθε η αλλαγή του Ημερολογίου. Νέα βάσανα, νέοι αγώνες για τον Παππού. Ιδίως όταν ξημέρωναν μεγάλες γιορτές. Τι να κάμη; Στο βάθος του Αγίου Ελισσαίου (σ.σ.: παλαιός ναΐσκος στην Πλάκα πλησίον της στάσεως του μετρό "Μοναστηράκι") ήτανε αρκετά δωμάτια(τρώγλες πες καλύτερα). 


Σε ένα από αυτά τα δωμάτια έμενε μια γυναικούλα η κυρά-Μάρθα, πολύ φτωχή κατά το ζην, πολύ πλούσια κατά αγαθήν προαίρεσίν. Αυτή μας επέτρεψε να συγκεντρωθούμε στο μοναχικόν της δωμάτιον ο πατήρ Νικόλαος με την συνοδείαν του, απαρτιζομένην από 6-7 πρόσωπα. Κατά τας 10 μ. μ. είμεθα όλοι παρόντες. Αρχίσαμε τον Όρθρον κατά τας 11 μ. μ. και ως την 1ην μετά τα μεσάνυχτα είμεθα έτοιμοι για την Λειτουργία. Κατεβήκαμε από το υπερώον δωμάτιον, με κίνδυνον να υποχωρήση η σκάλα, τρίζουσα από την πάροδον αορίστων δεκαετηρίδων... Φθάσαμε όσο το δυνατόν αθορύβως εις την εκκλησίαν του Προφήτου, μπήκαμε από την πίσω μικρά πορτούλα. Ως φως είχαμε τα καντήλια, που φώτιζαν τα ιερά πρόσωπα των Αγίων, οι οποίοι μας κοίταζαν σαν να μας γνώριζαν. Η εκκλησία ήτο καταστολισμένη από μορφές αγίων εικόνων, φυσικού μεγέθους...


Τέλος αρχίσαμε τη Λειτουργία. Να βλέπατε τον παπα-Νικόλα με ασυνήθη ευχέρεια να προσπαθή να πάρη καιρό. Να αισθάνεται την νύκτα ότι μας παρεχωρήθη για τον άγιο αυτό σκοπό. Ως τας 3 π. μ. είχαμε τελειώσει την Λειτουργίαν. Αλησμόνητος θα μείνει η Λειτουργία αυτή, που με τόση κατάνυξη, με τόση γαλήνη, ιερεύς και συνοδεία έπαθαν πνευματικήν αλλοίωσιν, κατά ψυχήν τε και διάνοιαν...




 Κρυφαί λειτουργίαι

Τας Κυριακάς και τας μεγάλας εορτάς, δεν έλειπε από την ενορία του. Αν και δεν ελάμβανεν μέρος στη Λειτουργία επειδή είχε άλλους δύο ιερείς βοηθούς. Κάποτε στη Μητρόπολη έμαθαν ότι κρυφολειτουργούσε ο Παππούς στις μεγάλες εορτές (σ.σ: με το Παλαιό) καθώς και τις καθημερινές ημέρες στα ερημοκκλήσια έκανε ότι ήθελε (σ.σ: στα ερημοκλήσια εκκλησιαζόντουσαν τον πρώτο καιρό οι πιστοί του Παλαιού, λόγω των διωγμών). Τον φώναξαν στη Μητρόπολη να τον παρατηρήσουν. Πήγε μαζί του, όπως πάντοτε, η συνοδός του και ψάλτριά του (σ.σ: Βικτωρία μοναχή). Εκεί ανέλαβε να τον παρατηρήση ένας τότε αρχιμανδρίτης και κατόπιν Αρχιερεύς. Αποσιωπώ το όνομά του - δεν ξέρω αν ζη. Του μίλησε πολύ απότομα. Δεν απάντησε ούτε μια λέξη. Καταφοβισμένον τον πήρε σπίτι η συνοδός του και τον έφερε στο σπίτι μου. Όλο αυτό το απόγευμα έμεινε άφωνος! Η συνοδός του καθότανε κοντά του και προσπαθούσε να τον παρηγορήση. Πάντοτε σιγή εκείνος! Αυτή την ώρα ήτανε ακριβώς σαν μωρό παιδάκι, που μας λέγει ο Κύριος: "αν δεν γίνετε σαν τα μικρά παιδιά"...



 Εμφάνισις του Προφήτου Ελισσαίου

Εις την εποχήν του πρώτου διωγμού των Παλαιοημερολογιτών, ηθέλησε να λειτουργήση κατά το πάτριον ημερολόγιον την εορτήν του προφήτου Ελισσαίου. Αλλά φοβούμενος μήπως του παρουσιασθούν εμπόδια, συνεφώνησε με την βοηθόν του αφ' εσπέρας, να πάνε εις τον Άγιον Σπυρίδωνα του Μαντουκά. 

 Το πρωί επήγε η ψάλτριά του και τον περίμενε. Η ώρα παρήρχετο και ο παπάς δεν εφαίνετο να έλθη να λειτουργήση. Απηλπίσθη. Ενόμισε πως κάτι σπουδαίο θα του έτυχε, και δεν επήγε ως αυτήν την ώρα. Έφυγε και πήγε εις τον Προφήτη Ελισσαίο (διότι εκεί ήταν το "κέντρον των πληροφοριών"), να ρωτήση τι γίνεται ο παπάς, και να, τον βλέπη μέσα στην εκκλησία να ετοιμάζεται να λειτουργήση! 


Του έκαμεν παρατήρησιν, γιατί ηθέτησε την συνεννόηση που είχανε κάμει, και ακόμη ότι δεν εφοβήθη, παρά ήλθε μέσα στο κέντρον, μέσα στη βράση του διωγμού.

 Της λέγει: "Μή με μαλώνεις, γιατί σήμερα το πρωί είδα τον Προφήτη και μου είπε να λειτουργήσω, και να μη φοβηθώ τίποτα, γιατί αυτός θα με προσέχη". 

Έμεινε η βοηθός του με την συζήτησιν ατελείωτη! -"Μα, πως τον είδες"; τον ρωτά. Της λέγει: "Σηκώθηκα σήμερα το πρωί και ετοιμάστηκα για τον Άγιο Σπυρίδωνα. Εκάθησα σε μια πολυθρόνα ως που να μου φέρουν το αμάξι. Αυτή τη στιγμή, βλέπω μπρος μου τον προφήτη Ελισσαίο, και μου λέγει, να πάω στην εκκλησία του να λειτουργήσω"! 

Έφεραν οι δικοί του το αμάξι και τους λέγει:

 "Να πήτε του αμαξά να με πάη στον Προφήτη...".

 Άρχισαν τις φωνές οι δικοί του: 

"Τι είναι αυτά; Αφού είπαμε του αμαξά για τον Άγιο Σπυρίδωνα". 

-"Αυτό που σας λέγω. Να με πάτε στον Προφήτη. Τον είδα εμπρός μου και με διέταξε".


Ελειτούργησαν αυτήν την ημέρα κατανυκτικώτατα με μεγάλη ησυχία, και το βράδυ επήγε στο συνηθισμένο φιλικό του σπίτι, που πήγαινε πάντοτε. Λέγει η βοηθός του εις την κόρην της οικογενείας: "Σήμερα ο Παππούς είδε ολοφάνερα τον Προφήτη" κ.τ.λ. Τον πλησίασε τότε η κόρη και προσπαθούσε να τον καταφέρη να της πη ο ίδιος πως είδε τον Προφήτη.

 Αλλά ήτανε και αυτή η ώρα, μια απ' αυτές που ήθελε κάτι να κρύπτη από τα ιδιαίτερά του και της λέγει: 

"Τίποτα δεν είδα, από λόγου μου τα λέω". 

Αλλά αυτό μας το βεβαίωσαν και οι δικοί του, που τους το πρωτοείπε. Κρυφογελάσαμε με τη σπουδή που τον κατέλαβε, να κρύψη και αυτός κάτι, για να μη φωνή η αρετή του, διότι πάντοτε εις τας ομιλίας του έλεγε: "είμαι ανάξιος ιερεύς


Από το βιβλίο "Ο παπα-Νικόλας Πλανάς. Ο απλοϊκός ποιμήν των απλοϊκών προβάτων", Μάρθας μοναχής, (πρόλογος Φ. Κόντογλου - επίλογος π. Φιλοθ. Ζερβάκου, εκδόσεις "Αστήρ", Αθήνα 1979)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου