Κυριακή 29 Μαρτίου 2026

Η κλειστή πόρτα τῆς ψυχῆς μας

 Metr. ΑΝΤΗΟΝΥ ΒLΟΟΜ


Καθώς ἡ πορεία μας στή Μεγάλη Τεσσαρακοστή μᾶς ὁδηγεῖ ἀπό δόξης εἰς δόξαν, γιά νά φθάσουμε βῆμα βῆμα νά ἀντικρύσουμε τήν ὑπέρτατη δόξα τῆς ᾿Εσταυρωμένης Θείας ᾿Αγάπης, τῆς θυσιαστικῆς ἀγάπης τῆς ῾Αγίας Τριάδος, τιμοῦμε σήμερα τή μνήμη τῆς ῾Οσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας.


῾Η ῾Οσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία ἦταν μία ἁμαρτωλή, μία γυναίκα τῆς ὁποίας ἡ ἁμαρτωλότητα ἦταν γνωστή σέ ὅλους καί ὄχι μόνο στόν Θεό· ἴσως τή μικρότερη ἐπίγνωση αὐτῆς τῆς ἁμαρτωλότητας νά τήν εἶχε ἡ ἴδια, καθώς ἡ ἁμαρτία ἦταν ἡ ζωή της. Καί ὅμως, θέλησε κάποια μέρα νά προσκυνήσει τήν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου σέ μία ἐκκλησία.


Τό ὑπέρτατο κάλλος τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ ἔφθασε στήν καρδιά της καί τήν ἄγγιξε. ῞Οταν ὅμως ἔφθασε στήν πύλη τῆς ἐκκλησίας ἐκείνης, μιά δύναμη τήν ἐμπόδιζε νά διαβεῖ τό κατώφλι. ῾Ο Τελώνης δέν εἶχε ἐμποδιστεῖ νά σταθεῖ ἐκεῖ, ἐπειδή ἡ καρδιά του ἦταν συντετριμμένη· ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία δέν εἶχε συντετριμμένη καρδιά καί ἡ εἴσοδος στόν Ναό ἦταν ἀπαγορευμένη γι’ αὐτήν.


Στεκόταν λοιπόν ἐκεῖ καί ἔνιωθε ὅτι ἡ κατάστασή της ἦταν ἀσύμβατη μέ τήν ἁγιότητα τῆς Παρουσίας τοῦ Θεοῦ καί τῆς Θεοτόκου, πού εἶναι ὅ,τι ἱερότερο ὑπάρχει στή γῆ καί στόν οὐρανό. ῾Η ἐμπειρία αὐτή τή συγκλόνισε τόσο βαθιά, ὥστε ἐγκατέλειψε ὅλα αὐτά πού ἦταν ταυτισμένα μέ τήν ὕπαρξή της, ἀποσύρθηκε στήν ἔρημο καί μέ μία ἄσκηση πού τά λειτουργικά μας βιβλία χαρακτηρίζουν ὡς «ἀκραία» ἀγωνίστηκε νά νικήσει τή σάρκα της, τήν ψυχή της, τίς ἀναμνήσεις της· ὅ,τι ἦταν ἁμαρτία, ἀλλά καί καθετί πού θά μποροῦσε νά τήν ὁδηγήσει μακριά ἀπό τόν Θεό. Καί ξέρουμε τώρα πόσο ἔνδοξη ὑπῆρξε ἡ ζωή της, τί ἄνθρωπος ἔγινε.


Τί μάθημα δίνει σ’ ἐμᾶς; Πόσες φορές ἔχει συμβεῖ νά χτυπήσουμε καί ἐμεῖς τήν πόρτα τοῦ Θεοῦ μέ τόν ἴδιο τρόπο πού ἐπιχείρησε καί ἡ Μαρία νά μπεῖ στόν χῶρο τῆς Παρουσίας Του; Πόσες φορές προσπαθήσαμε νά προσευχηθοῦμε, νά Τόν πλησιάσουμε ἐν σιωπῇ; Πόσες φορές λαχταρήσαμε τόν Θεό καί πόσες φορές νιώσαμε ὅτι ἀνάμεσα στήν προσευχή μας καί σ’ Αὐτόν, ἀνάμεσα στή σιωπή μας καί σ’ Αὐτόν, ἀνάμεσα στή λαχτάρα μας καί σ’ Αὐτόν ὑπῆρχε ἕνα ἐμπόδιο πού δέν μπορούσαμε νά ὑπερπηδήσουμε; Φωνάξαμε, προσευχηθήκαμε σ’ ἕναν ἄδειο οὐρανό, στραφήκαμε πρός τίς εἰκόνες, κι αὐτές ἔμειναν σιωπηλές. Τό μόνο πού συναντούσαμε ἦταν ἡ ἀπουσία τοῦ Θεοῦ, μιά ἀπουσία τόσο τρομακτική, ὄχι μόνον ἐπειδή δέν μπορούσαμε νά Τόν πλησιάσουμε, ἀλλά γιατί συνειδητοποιούσαμε ὅτι ἄν δέν Τόν πλησιάσουμε, ἡ ψυχή μας κείτεται ἄχρηστη, μέσα μας βασιλεύει τό κενό, ἕνα κενό πού ἄν συνεχιστεῖ, ἄν γίνει ἡ μόνιμη κατάστασή μας, θά σημάνει κάτι παραπάνω ἀπ’ τόν θάνατο· θά σημάνει τόν ἀπόλυτο χωρισμό. ᾿Αλλά καί πόσες φορές ἔχει χτυπήσει ὁ Θεός τήν πόρτα τῆς καρδιᾶς μας!


Θυμᾶστε τή φράση ἀπό τήν ᾿Αποκάλυψη· «᾿Ιδού ἵσταμαι ἐπί τήν θύραν καί κρούω…». Πόσες φορές -μέ τά λόγια τοῦ Εὐαγγελίου, μέ τά γεγονότα τῆς ζωῆς μας, μέ τίς ἀδύναμες νεύσεις τῆς ψυχῆς μας, μ’ ἕναν ψίθυρο τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, μέ ὅλους τούς τρόπους πού ὁ Θεός μεταχειρίζεται γιά νά μᾶς πλησιάσει- πόσες ἄραγε φορές δέν ἔχει χτυπήσει αὐτή τή θύρα καί πόσες φορές ἐμεῖς δέν ἐξασφαλίσαμε ὅτι θά παραμείνει κλειστή! ῎Η ἁπλῶς δέν φροντίσαμε νά ἀνοίξει, διότι ἤμασταν ἀπασχολημένοι ἐκείνη τή στιγμή μέ πράγματα σημαντικότερα γιά μᾶς ἀπό τή δική Του παρουσία πού ἐρχόταν νά μᾶς διακόψει καί νά μᾶς ἐνοχλήσει!


Καί πόσες φορές ἀρνηθήκαμε νά ἀνοίξουμε αὐτή τήν πόρτα, ἐπειδή ὁ ἐρχομός τοῦ Κυρίου θά σήμαινε τό τέλος κάποιων πραγμάτων πού ἦταν πολύτιμα καί μετροῦσαν γιά μᾶς… Καί ᾿Εκεῖνος στεκόταν χτυπώντας καί ἡ πόρτα μας ἦταν κλειστή στό πρόσωπό Του· ἀκριβῶς μέ τόν ἴδιο τρόπο πού ὅλες οἱ πόρτες ἦταν κλειστές στό πρόσωπο τῆς Μητέρας Του καί τοῦ ᾿Ιωσήφ τή νύχτα τῆς Γεννήσεως…


Πιθανόν νά μήν τό βιώνουμε μέ τήν ἔνταση πού θά ἔπρεπε· καί ὅμως, γιά τόν καθένα μας, ἡ ἀπόδειξη εἶναι ἁπλῶς καί μόνο ὅτι βρισκόμαστε ἐδῶ, καί μαζί μέ ἑκατομμύρια ἄλλων ἀνθρώπων ἀντιληφθήκαμε κάποια στιγμή τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ, ἀκούσαμε τόν χτύπο Του στή θύρα τῆς καρδιᾶς μας· πιθανόν νά ἀνοίξαμε μία χαραμάδα, νά ἀκούσαμε τί μᾶς ἔλεγε, νά εἴχαμε μία στιγμή ἐνθουσιασμοῦ, νά ζήσαμε ἔξαφνα γιά μία στιγμή, καί μετά νά κλείσαμε καί πάλι τήν πόρτα. ᾿


Επιλέξαμε τή μοναξιά μας, ἐπιλέξαμε νά εἴμαστε χωρίς Αὐτόν, νομίζοντας ὅτι ἔτσι θά εἴμαστε «ἐλεύθεροι» ἀπ’ Αὐτόν· ποτέ δέν εἴμαστε ἐλεύθεροι· ὄχι γιατί μᾶς σκλαβώνει, ὄχι γιατί μᾶς καταδιώκει. Ποτέ δέν εἴμαστε ἐλεύθεροι, ἐπειδή Αὐτός εἶναι τελικά ἡ ὑπέρτατη ἀναζήτηση ὅλης τῆς ὕπαρξής μας, γιατί Αὐτός εἶναι τό πλήρωμα τῆς ζωῆς, ἡ εὐφροσύνη τήν ὁποία νοσταλγοῦμε καί πού ματαίως τήν ζητοῦμε δεξιά κι ἀριστερά.


῾Η Μαρία ἡ Αἰγυπτία, ἀντιμέτωπη μέ τήν ἀπουσία τοῦ Θεοῦ, μέ τήν ἄρνησή Του νά τῆς ἐπιτρέψει νά εἰσέλθει στόν χῶρο τῆς Παρουσίας Του, ἀντιμέτωπη μέ μία κλειστή πόρτα μέσα της, ἔνιωσε ὅτι, ἄν δέν ἄνοιγε ἡ πόρτα αὐτή, ὅλα ἦταν μάταια. Καί ἀποστράφηκε καθετί πού στεκόταν ἀνάμεσα σ’ αὐτήν καί στόν Θεό, ἀνάμεσα σ’ αὐτήν καί στή ζωή, στήν πληρότητα, στήν εὐφροσύνη. Μήπως δέν εἶναι αὐτό ἕνα παράδειγμα, μιά κλήση, μιά εἰκόνα τοῦ τί θά μποροῦσε νά εἶναι ἡ ζωή τοῦ καθενός μας;


Μά ἴσως ποῦμε· «Ναί, αὐτό ἴσχυε γιά ἐκείνην, ἦταν μία μέλλουσα ἁγία…». Καθένας ἀπό μᾶς ἔχει προσκληθεῖ νά ἐπικοινωνεῖ μέ τόν Θεό μέ τέτοιο τρόπο, ὥστε ὁ Θεός καί ἐμεῖς νά μποροῦμε νά γινόμαστε ἕνα, νά γινόμαστε κοινωνοί θείας φύσεως, ζωντανά μέλη, ἀδελφοί, ἀδελφές, μέλη Χριστοῦ, νά γινόμαστε ναοί τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, υἱοί καί θυγατέρες τοῦ Ζῶντος Θεοῦ! Αὐτή εἶναι ἡ κλήση μας· μπορεῖ αὐτό νά ἐπιτευχθεῖ μέ μόνες τίς δικές μας δυνάμεις; ῎Οχι, δέν μπορεῖ. ᾿Αλλά μπορεῖ νά τό κατορθώσει ὁ Θεός μέσα μας μόνον ἄν στραφοῦμε σ’ Αὐτόν μέ ὅλη μας τή διάνοια, ὅλη τήν καρδιά καί ὅλη τήν προσδοκία μας, ἀποφασιστικά.


Ναί, χρειάζεται ἀποφασιστικότητα, καί λαχτάρα, παθιασμένη, ἀπελπισμένη λαχτάρα… Καί τότε… τότε ὅλα γίνονται δυνατά. ῎Εχω συχνά θυμίσει ὅτι ὅταν ὁ ἀπόστολος Παῦλος ζήτησε ἀπό τόν Θεό δύναμη γιά νά ἐκπληρώσει τήν ἀποστολή του, ὁ Κύριος τοῦ εἶπε, «᾿Αρκεῖ σοί ἡ χάρις μου, ἡ γάρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται…» (Β´ Κορ. 12, 9). Καί στό τέλος τῆς ζωῆς του, ἔχοντας ὁλοκληρώσει τήν ἀποστολή του, ὁ Παῦλος, ἐν ἐπιγνώσει τῆς σημασίας τῶν λόγων του, εἶπε· «Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντι με Χριστῷ»…


῞Ολα λοιπόν εἶναι δυνατά, ἐπειδή ὁ Θεός δέν μᾶς καλεῖ γιά περισσότερα ἀπ’ ὅσα μπορεῖ νά ἐπιτύχει μέ μᾶς καί μέσα σ’ ἐμᾶς. Εἴμαστε τόσο ἀδύναμοι! ᾿Αλλά καί πόση ἐλπίδα καί ἔμπνευση μποροῦμε νά ἀντλήσουμε ἀπό κάθε ῞Αγιο, στό πρόσωπο τοῦ ὁποίου ξεδιπλώθηκαν καί τελειώθηκαν ἡ δόξα, ἡ δύναμη, ἡ νίκη, ἡ ἴδια ἡ ζωή! ῎Ας ἐμπνευσθοῦμε λοιπόν γιά ἄλλη μιά φορά ἀπό αὐτά πού ἀκοῦμε, ἀπό αὐτά πού ἀντλοῦμε ἀπό τό Εὐαγγέλιο, τή Θεία Κοινωνία, τήν προσευχή, τή σιωπή καί τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Καί ἄς κάνουμε ἕνα ἀκόμη βῆμα μπροστά πρός τή θέα τῆς ἀγάπης Του πού θά φανερωθεῖ κατά τή Μεγάλη ῾Εβδομάδα, στά τελευταῖα βήματα πρός τόν Γολγοθά, μέ τήν τελική νίκη τῆς Σταυρωμένης ᾿Αγάπης καί τῆς ᾿Αναστάσεως. ᾿Αμήν.


*


ΙΙ. Τήν πέμπτη Κυριακή τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς θυμόμαστε τήν ῾Οσία Μαρία τήν Αἰγυπτία, καί εἶναι πολλά αὐτά πού μᾶς διδάσκει καί πού τά ἔχουμε ἀνάγκη. ῏Ηταν ἁμαρτωλή, δημόσια γνωστή, πειρασμός καί σκάνδαλο γιά τούς ἄνδρες. Πῶς ἔφθασε σ’ αὐτό τό σημεῖο, δέν τό ξέρουμε. Ποτέ δέν θά μάθουμε πῶς ἔγινε πόρνη, ἄν τό κακό ἦταν μέσα της, ἄν τήν ἀποπλάνησαν ἤ τή βίασαν… Αὐτό πού σίγουρα γνωρίζουμε εἶναι ὅτι μία μέρα ἦρθε σ’ ἕνα ναό τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ -ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει τήν ἀπόλυτη ἀκεραιότητα- καί ξαφνικά ἔνιωσε ὅτι δέν μποροῦσε νά προχωρήσει μέσα. ῎


Ας μή φανταστοῦμε κάποια θαυμαστή ἐξωτερική δύναμη νά τήν ἐμποδίζει νά διαβεῖ τό κατώφλι· τό πιθανότερο -τό βέβαιο- εἶναι ὅτι ἡ δύναμη ἐρχόταν ἀπό μέσα της. ῎Ενιωθε τόν χῶρο τόσο ἱερό, καί τό πρόσωπο τῆς ῾Υπεραγίας Θεότοκου τόσο ἅγιο ὥστε, πῶς νά τολμήσει νά εἰσέλθει στόν τόπο τῆς παρουσίας Της καί νά σταθεῖ στά κράσπεδα τοῦ ναοῦ;


Αὐτό τῆς ἦταν ἀρκετό γιά νά συνειδητοποιήσει τό σκοτεινό της παρελθόν ἀλλά καί τό γεγονός ὅτι μόνος ἕνας τρόπος ὑπῆρχε γιά νά βγεῖ ἀπό αὐτό· νά ἀποτινάξει τό κακό καί νά ἀρχίσει μία νέα ζωή. Δέν πῆγε νά ζητήσει συμβουλές, δέν πῆγε νά ἐξομολογηθεῖ· ἀναχώρησε ἔξω ἀπό τήν πόλη, στήν ἐρημιά, στήν καψαλισμένη ἔρημο ὅπου δέν ὑπῆρχε τίποτε ἄλλο παρά ἄμμος καί καύσωνας καί πείνα καί ἀπελπιστική μοναξιά.


Αὐτό μᾶς διδάσκει κάτι πολύ μεγάλο. ῞Οπως πολύ συχνά ἔλεγε ὁ ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ στούς ἐπισκέπτες του, ἡ διαφορά ἀνάμεσα σ’ ἕναν ἁμαρτωλό πού εἶναι χαμένος καί σ’ ἕναν ἁμαρτωλό πού βρίσκει τόν δρόμο τῆς σωτηρίας ἔγκειται μόνο στήν ἀπόφαση. ῾Η χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι πάντα ἐκεῖ, λείπει ὅμως ἡ δική μας ἀνταπόκριση.


῾Η Μαρία ἀνταποκρίθηκε! Συνειδητοποίησε μέ φρίκη τήν κατάστασή της, εἶπε τό δικό της ναί στήν ἁγιότητα, στή χάρη, στήν πληρότητα τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ, καί τίποτε, μά τίποτε, δέν ἦταν ἱκανό πιά νά ἀντισταθεῖ στήν ἀπόφασή της νά ἀλλάξει ζωή. Χρόνο μέ τόν χρόνο, μέ νηστεία καί προσευχή, μέσα στήν ἀνυπόφορη ζέστη, στήν καταθλιπτική μοναξιά τῆς ἐρήμου πολέμησε ὅλο τό κακό πού εἶχε σωρεύσει στήν ψυχή της· ἐπειδή δέν εἶναι ἀρκετό νά συνειδητοποιήσουμε τό κακό, δέν ἀρκεῖ οὔτε καί ἡ ἀπόρριψή του μέ μιά ἁπλή πράξη θέλησης.


Τό κακό εἶναι παρόν στίς ἀναμνήσεις μας, στίς ἐπιθυμίες μας, στήν ἀδυναμία μας, στή σήψη πού φέρνει μαζί του. ῎Επρεπε νά μάχεται μιά ὁλόκληρη ζωή, ἀλλά στό τέλος αὐτῆς τῆς ζωῆς εἶχε νικήσει. Εἶχε ὄντως ἀγωνιστεῖ τόν καλόν ἀγώνα, εἶχε ἐξαλείψει κάθε κηλίδα, μποροῦσε νά εἰσέλθει στόν χῶρο τοῦ Θεοῦ· ὄχι σέ μιά ἐκκλησία, ὄχι σ’ ἕνα τόπο, ἀλλά στήν αἰωνιότητα.


Πολλά μπορεῖ νά μᾶς διδάξει· Οἱ χῶροι στούς ὁποίους τόσο ἐλεύθερα κινούμαστε (ἡ ἐκκλησία, ἡ δημιουργία τοῦ Θεοῦ, πού παρέμεινε καθαρή ἀπό τό κακό παρά τήν ἐξαιτίας μας ὑποδούλωση καί ὑποταγή της σ’ αὐτό) εἶναι τόσο ἅγιοι, πού ἐμεῖς δέν ἔχουμε θέση ἐκεῖ μέσα. Μόνο ἄν κάποια μέρα τό συνειδητοποιήσουμε αὐτό, τότε ἴσως νά θελήσουμε, ἀνταποκρινόμενοι μέ συναίσθηση, νά ἀποστραφοῦμε μέ φρίκη τόν ἑαυτό μας, καί μέ αὐστηρή ἀποφασιστικότητα νά στραφοῦμε ἐναντίον του. Τότε μόνο θά μπορέσουμε νά ποῦμε ὅτι ἀκολουθοῦμε τό παράδειγμά της.


Τό παράδειγμα τῆς ῾Οσίας μᾶς προσφέρεται ὡς ἐπιστέγασμα αὐτῆς τῆς ἄνοιξης τῆς ζωῆς πού εἶναι ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Πρίν ἀπό μιά ἑβδομάδα ἀκούσαμε τή διδασκαλία καί τήν πρόσκληση τοῦ ἁγίου ᾿Ιωάννου τῆς Κλίμακος, ὁ ὁποῖος ἔστησε γιά χατήρι μας μιά ὁλόκληρη σκάλα τελειότητας γιά νά ὑπερβοῦμε τό κακό καί νά πλησιάσουμε τό ἀγαθό.


Καί σήμερα βλέπουμε κάποιαν πού ἀπό τό ἔρεβος τοῦ κακοῦ ἀνέβηκε στά ὕψη τῆς ἁγιότητας, καί ὅπως ψάλλουμε καί στόν Κανόνα τοῦ ῾Αγίου ᾿Ανδρέου Κρήτης, «μάθε, ψυχή, πῶς δύναται Θεός, λεπρωθέντα βίον λευκᾶναι καί καθᾶραι· καί μή ἀπογνῷς σεαυτήν, κἄν ἐλεπρώθης». ῎Ας πάρουμε λοιπόν ἀπό τήν ῾Οσία καινούριο θάρρος, καινούρια ἐλπίδα, ὄντως καινούρια χαρά, ἀλλά καί ἄς δοῦμε τήν πρόκληση, τήν κλήση, διότι ματαίως ψάλλουμε τά ἐγκώμια τῶν ἁγίων ἄν δέν μαθαίνουμε ἀπό αὐτούς καί δέν ἁμιλλώμαστε μέ αὐτούς.


Ἀπό τό βιβλίο:


ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΚΡίΣΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, πορεία ἀπό τό τριώδιο στήν ἀνάσταση


Ἐκδ. «Ἐν πλῷ»

Οσία Μαρία η Αιγυπτία (ΙΙ)

 Βασίλειος Όσμπορν Επίσκοπος Σεργκίεβο


Οι δύο ευαγγελικές περικοπές που ακούστηκαν σήμερα είναι από τις πιο πυκνές σε νοήματα και το μόνο που θα μπορούσα σήμερα να κάνω είναι απλά να υπογραμμίσω μ’ όσα θα πω, κάποια από τα πλούσια αυτά νοήματά τους. Η πρώτη περικοπή αφορά στην πέμπτη Κυριακή των Νηστειών και σχετίζεται με τη θυσία, ενώ η δεύτερη αφορά στην οσία Μαρία την Αιγυπτία και σχετίζεται με τη συγχώρηση.


Οσία Μαρία η Αιγυπτία


Τί είναι αυτό που συνδέει τη θυσία με τη συγχώρηση; Ποιο είναι το βαθύτερο εκείνο επίπεδο όπου συνδέονται και συσχετίζονται μεταξύ τους, και το οποίο καλούμαστε σήμερα κι εμείς να αντικρίσουμε;


Ακούσαμε πως η αγάπη που έδειξε η γυναίκα της ευαγγελικής περικοπής αλείφοντας με μύρο τα πόδια του Ιησού και σκουπίζοντάς τα με τα μαλλιά της, είναι απόδειξη της συγχώρησής της˙ απόδειξη της συγχώρησής της από το Χριστό και τελικά απόδειξη της συγχώρησής της από το Θεό – με τον τρόπο που μόνο ο Θεός μπορεί να συγχωρεί.


Το Ευαγγέλιο δεν κάνει λόγο για τη μετάνοια της αμαρτωλής γυναίκας. Η μετάνοιά της απλά εξυπακούεται: δεν υπάρχει συγχώρηση χωρίς μετάνοια. Όμως, το Ευαγγέλιο αναφέρει αυτό που της είπε ο Χριστός στο τέλος: «Η πίστη σου σε έσωσε, να είσαι στο εξής ειρηνευμένη». Η γυναίκα εκείνη συμφιλιώθηκε με το Θεό και η ειρήνη Του άρχισε να τη συνοδεύει. Τελικά, η πηγή της μετανοίας της, αυτή που έκανε δυνατή τη συγχώρηση των αμαρτιών της από το Θεό, ήταν η πίστη της˙ η πίστη της σ’ ένα Θεό έτοιμο να την αγκαλιάσει όταν αυτή θα αποφάσιζε να επιστρέψει σ’ Εκείνον. Η πίστη σ’ ένα Θεό αγάπης την οδήγησε στη μετάνοια˙ η μετάνοια τής αντιγύρισε τη συγχώρηση και η συγχώρηση γέννησε την αγάπη. Κι αυτό που είναι καταπληκτικό είναι ότι όλα αυτά -πίστη, μετάνοια, συγχώρηση, αγάπη- προέρχονται από τον Θεό˙ κανένα δεν μπορεί να επιτευχθεί από τις δικές μας δυνάμεις, από τη δική μας θέληση. Δεν μπορούμε να πούμε «από αύριο θα έχω πίστη» με τον τρόπο που λέμε «αύριο θα κουρέψω το γκαζόν». Ούτε μπορούμε να μετανοήσουμε παίρνοντας απλά μια απόφαση μετανοίας – το μόνο ίσως που θα πετύχουμε με μια τέτοια απόφαση είναι να αλλάξουμε την εξωτερική μας συμπεριφορά, μα η μετάνοια δεν είναι απλά μια πράξη απόφασης και θέλησης.. Η συγχώρησή μας από το Θεό, αλλά ακόμα και η συγχώρηση των πλησίον μας ανθρώπων από μάς, δεν είναι στα δικά μας χέρια.


Και ούτε η αγάπη για την οποία κάνει λόγο ο Χριστό στη σημερινή ευαγγελική περικοπή («Οι πολλές της αμαρτίες συγχωρήθηκαν, διότι έδειξε πολύ αγάπη») είναι κάτι στο οποίο μπορούμε να βάλουμε αρχή απλά με μια απόφαση. Για όλα αυτά είμαστε εξαρτημένοι από τη χάρη του Θεού, από το έλεός Του. Καθένας που ακολουθεί αυτό το μονοπάτι προς την ειρήνη «πυρὶ ἁλισθήσεται» (Μάρκ. 9, 49), για να χρησιμοποιήσουμε τη γλώσσα του ίδιου του Χριστού: θα γίνεται ο αποδέκτης της χάριτος του Θεού σε κάθε φάση της ζωής του, θα ενεργοποιεί εντός του τη φλόγα του Πνεύματος, τη φλόγα που μπορεί να οδηγήσει την πορεία του στην αιώνια ζωή.


Ποιο όμως είναι το νόημα και της άλλης ευαγγελικής περικοπής, που μιλά για σταύρωση και θάνατο, για «ποτήριον» θυσίας, για «διακονία», για ζωή δοσμένη ως «λύτρο για όλους», για τη ζωή εκείνη που παρουσιάζεται ως υπόδειγμα για τους μαθητές;


Στον ίδιο στίχο όπου ο Χριστός λέει ότι όσοι θα Τον ακολουθήσουν «πυρὶ ἁλισθήσονται», συνεχίζει λέγοντας πως «καὶ πᾶσα θυσία ἁλὶ ἁλισθήσεται». Με άλλα λόγια, το Άγιο Πνεύμα θα επισκιάσει κάθε θυσία. Θα κατέλθει σαν φλόγα από τον ουρανό όπως κατήλθε για να αναλώσει τις προσφορές του προφήτη Ηλία στο όρος Κάρμηλο (Γ΄ Βασιλ. 18, 38)˙ θα κατέλθει για να βάλει φωτιά στον ταύρο που θυσιαζόταν και να κατακάψει τα ξύλα και τις πέτρες, ακόμα και το χώμα που είχε γίνει λάσπη από το νερό που είχε νωρίτερα χυθεί κατ’ εντολή του προφήτη Ηλία.


Αυτό που θα ήθελα σήμερα να σας υπενθυμίσω είναι ότι το «ἅλας» της θυσίας, το οποίο κατά τα λόγια του Χριστού πρέπει να προηγηθεί της ολοκληρωτικής εισόδου των μαθητών Του στη Βασιλεία της δόξας του Κυρίου τους, πρέπει να αποτελεί τη συνέχεια της μετάνοιας και της συγχώρησης. Η διακονία για την οποία κάνει λόγο ο Χριστός πρέπει να προηγηθεί από τη συμφιλίωση και την εξιλέωση, από τη μετάνοια και τη συγχώρηση. Δεν πρέπει να τρέφουμε την αυταπάτη πως μπορούμε να εισέλθουμε στη διακονία του Χριστού, να γίνουμε διάκονοι όπως Εκείνος έγινε, χωρίς πρώτα να συμφιλιωθούμε με το Θεό και τους συνανθρώπους μας μέσα από τη μετάνοια. Δεν υπάρχει πιθανότητα για κάτι τέτοιο. Μόνο μέσα από τη μετάνοια θα πάψουμε να ζητάμε αυτό που επιδιώκουν «όσοι θεωρούνται ηγέτες των εθνών» (να κατεξουσιάζουν δηλαδή πάνω στους άλλους) και θα αποδεχτούμε ελεύθερα να είμαστε τελευταίοι όλων, διάκονοι των πάντων.


Κι αυτός είναι ο λόγος που η Μαρία η Αιγυπτία μνημονεύεται αυτή την τελευταία Κυριακή πριν τη Μεγάλη Εβδομάδα, πριν την έναρξη της θυσίας του Χριστού: η συμφιλίωση με το Θεό μέσα από τη μετάνοια είναι προαπαιτούμενο της αληθινής θυσίας και η Μαρία η Αιγυπτία με την απομόνωσή της στην έρημο είναι το απώτατο παράδειγμα ολοκληρωτικής και απόλυτης μεταστροφής του ανθρώπου προς το Θεό.


Η συμφιλίωσή μας με τους άλλους μπορεί να είναι μονόπλευρη. Ίσως να μην μπορούμε να κάνουμε κάτι άλλο από το να επαναλαμβάνουμε αυτό που ο Χριστός είπε πάνω στο Σταυρό: «Πατέρα, συγχώρεσέ τους˙ δεν γνωρίζουν τί κάνουν». Όμως η συμφιλίωση πρέπει να υπάρχει. Πρέπει να υπάρχει αν θέλουμε η θυσία μας να αξιωθεί το «ἅλας» του Πνεύματος, αν θέλουμε να είναι μια πράξη ανοίγματος προς την αιώνια ζωή.


Καθώς ζυγώνουμε την εορτή του θανάτου και της Ανάστασης του Χριστού, μακάρι να κατορθώσουμε να αντικρίσουμε αυτό που πραγματικά είναι η μετάνοια: η απολύτως απαραίτητη προϋπόθεση για την είσοδό μας στη Βασιλεία των ουρανών.


Βασίλειος Όσμπορν Επίσκοπος Σεργκίεβο, Φως Χριστού: Στο μονοπάτι της Μ. Σαρακοστής, επιμέλεια-μετάφραση Βασίλης Αργυριάδης, 3η έκδ., Αθήνα, Εν πλω, 2006.

Οσία Μαρία η Αιγυπτία (Ι)

 Βασίλειος Όσμπορν Επίσκοπος Σεργκίεβο


Μάρκ. 10, 32-45· Λουκ. 7, 36-5


Ακούσαμε σήμερα δύο αποσπάσματα από τα Ευαγγέλια: το πρώτο (από το ευαγγέλιο του Μάρκου) αφορά στην πέμπτη Κυριακή των Νηστειών· το δεύτερο (από το ευαγγέλιο του Λουκά) αφορά στην οσία Μαρία την Αιγυπτία, τη μνήμη της οποίας εορτάζουμε σήμερα. Η γιορτή αυτή μεταφέρθηκε και ορίστηκε να εορτάζεται σήμερα, διότι η οσία Μαρία είναι «υπόδειγμα μετανοίας»[1] και ως τέτοια, είναι ταιριαστή στον πνευματικό αγώνα της Μ. Σαρακοστής.


Κάθε άλλη χρονιά, θα επιχειρούσα να βασίσω το κήρυγμά μου πάνω σε ένα από τα δύο αυτά ευαγγελικά αναγνώσματα, τα οποία μας μιλούν αφενός για την αυτόβουλη αποδοχή του πάθους και αφετέρου για την αναγκαιότητα της μετανοίας και της συγχώρησης. Όμως, ένα από τα τροπάρια της λειτουργίας των Προηγιασμένων Δώρων της προηγούμενης Τετάρτης μου έκανε μεγάλη εντύπωση, και θα ήθελα να πω δυο λόγια πάνω σ’ αυτό.


Το τροπάριο αναφέρεται στην παραβολή του καλού Σαμαρείτη και μου έκανε εντύπωση εξαιτίας όσων λέει για τους λόγους που είχαν ο ιερέας και ο λευίτης της παραβολής να μη σταματήσουν για να βοηθήσουν τον «ἐμπεσόντα εἰς τοὺς ληστάς» άνθρωπο: ο ιερέας προσπέρασε, επειδή σκέφτηκε πως οι πληγές του τραυματισμένου ήταν αγιάτρευτες· ο λευίτης «ἀντιπαρῆλθε» μην μπορώντας να βαστάξει την «ψυχοφθόρον ἀλγηδόνα»[2] του δύστυχου ανθρώπου.


Η χριστιανική ζωή είναι ζωή δράσης. Δεν είναι μονάχα ένας ασκητικός αγώνας ενάντια στους πειρασμούς και τις αδυναμίες της μεταπτωτικής μας φύσης -όσο κι αν ένας τέτοιος αγώνας είναι σημαντικός. Δεν είναι μονάχα ένας αγώνας να αποκαθάρουμε το νου, το σώμα και την καρδιά μας – όσο κι αν χωρίς αυτά δεν μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα εισέλθουμε στη Βασιλεία των ουρανών. Η χριστιανική ζωή είναι ένας αγώνας να ζήσουμε όπως ζει ο Θεός, να μοιραστούμε με το Θεό τη σχέση που Εκείνος έχει με τον κόσμο –όσο αυτό είναι εφικτό σ’ εμάς, τα κτίσματα. Κι αυτό συνεπάγεται δράση. Ο Θεός δεν παρακολουθεί τον κόσμο καθισμένος αναπαυτικά, αλλά εμπλέκεται ενεργά στη ροή του. Συνεπώς, ούτε εμείς μπορούμε να επαναπαυτούμε στην απλή παρακολούθηση του κόσμου – δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στον εαυτό μας μια τέτοια στάση. Έχουμε κληθεί από το Θεό, από το Χριστό, σε μια ζωή σάρκωσης μέσα στον κόσμο, δηλαδή σε μια ζωή ενεργητικής αγάπης.


Όμως μια τέτοια νοηματοδότηση δεν είναι άσχετη με τις ασκητικές επιταγές της νηστείας. Μέρος του σκοπού της Μ. Σαρακοστής είναι να μας βοηθήσει να δούμε πιο καθαρά αυτό που στέκεται εμπόδιο στην προσπάθειά μας να μοιραστούμε τη ζωή του Θεού, να μοιραστούμε την ενεργητική Του ευσπλαχνία για τον κόσμο. Και δύο σημαντικά προσκόμματα στην προσπάθειά μας αυτή αναφέρονται στο τροπάριο που ακούσαμε την προηγούμενη Τετάρτη.


Το πρώτο είναι ότι δεν πιστεύουμε ειλικρινά στη θεραπεία των τραυμάτων. «Το πρόβλημα είναι πολύ μεγάλο… έχει πάρει διαστάσεις… δεν μπορεί να γίνει τίποτα». Αυτού του είδους τα λόγια δεν λέμε συνέχεια; Δεν διαμαρτυρόμαστε συνεχώς πως η κατάσταση είναι ανέλπιδη και τίποτα δεν μπορεί να γίνει; Διάβαζα πρόσφατα ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο σχετικά με τη ρωσική Εκκλησία στον καιρό του σοβιετικού καθεστώτος, και μου έκανε εντύπωση πως αυτό που η σοβιετική κυβέρνηση προσπαθούσε διαρκώς να κάνει, ήταν να πείσει την Εκκλησία πως «τίποτα δεν μπορεί να γίνει», πως η ίδια η Εκκλησία κι ο Θεός Της είναι ανίσχυροι. Κι ακόμα, το βιβλίο αυτό αφήνει ξεκάθαρα να διαφανεί πως ό,τι καλό συμβαίνει στη ζωή της Εκκλησίας, γίνεται από ανθρώπους που αρνούνται να αποδεχτούν αυτήν την οπτική· από ανθρώπους δηλαδή που πίστευαν στ’ αλήθεια πως «τα τραύματα μπορούν να γιατρευτούν».


Κάτι μπορεί να γίνει. Όχι επειδή εμείς είμαστε ισχυροί, αλλά επειδή ο Θεός είναι ισχυρός· επειδή Εκείνος είναι ικανός να δράσει αν εμείς Τον προσκαλέσουμε σε δράση, αν εμείς Του ανοίξουμε το δρόμο μέσα από τη δική μας δράση.


Το δεύτερο εμπόδιο στην προσπάθειά μας να μοιραστούμε τη ζωή του Θεού, είναι, όπως μας λέει το τροπάριο που αναφέραμε, η ανικανότητά μας να υποφέρουμε την «ψυχοφρόρον ἀλγηδόνα» του διπλανού μας. Με άλλα λόγια, παίρνουμε αντίθετο δρόμο και προσπερνούμε τον πλησίον, επειδή δεν έχουμε την ικανότητα να εισέλθουμε στη ζωή του και να την κάνουμε δική μας ζωή – κάτι τέτοιο μας φαίνεται πολύ οδυνηρό. Αδυνατούμε να ξεπεράσουμε τα όρια μιας «εξωτερικής» συμπόνιας και να διεισδύσουμε στα άδυτα της αληθινής ζωής του άλλου, επειδή κάτι τέτοιο μας τρομάζει· μας τρομάζει ο πόνος που θα μας προξενήσει, φοβόμαστε πως θα μας κάνει ευάλωτους.


Κι όμως αυτό ακριβώς είναι που έκανε ο Χριστός. Αποδέχτηκε να ταυτιστεί τόσο πολύ μαζί μας, να εισέλθει τόσο ολοκληρωτικά στην πραγματικότητα της ασθενικής μας ζωής, ώστε να υποφέρει μαζί μας το θάνατό μας. Και το έκανε αυτό με την ελπίδα (που πρέπει να γίνει και δική μας ελπίδα) ότι παρά τη δύναμη του σατανά, παρά την κυριαρχία του «άρχοντα του κόσμου τούτου», κάτι μπορεί να γίνει για να υπερβαθεί η αμαρτία και να υπερνικηθεί ο θάνατος – όχι από τον άνθρωπο, αλλά από το Θεό.


Το μονοπάτι που Εκείνος μας έδειξε προϋποθέτει τα δύο αυτά στοιχεία από την παραβολή του καλού Σαμαρείτη: την πίστη πως κάτι μπορεί να γίνει -«όλα είναι δυνατά γι’ αυτόν που πιστεύει»- και τη βαθιά ταύτιση με την οδύνη του πλησίον· την ικανότητα, την προθυμία να κάνουμε τη ζωή του διπλανού δική μας ζωή – κι ας υπάρχει ο φόβος ότι η οδύνη του θα μας καταβάλει.


Μακάρι η προσευχή και η νηστεία της περιόδου αυτή να μας βοηθήσουν αφενός μεν να καθαρίσουμε την καρδιά μας, ώστε να ζήσουμε με την ελπίδα του Χριστού, και αφετέρου να ταυτιστούμε ολοκληρωτικά με την οδύνη και τον πόνο των τριγύρω μας ανθρώπων.


Βασίλειος Όσμπορν Επίσκοπος Σεργκίεβο, Φως Χριστού: Στο μονοπάτι της Μ. Σαρακοστής, επιμέλεια-μετάφραση Βασίλης Αργυριάδης, 3η έκδ., Αθήνα, Εν πλω, 2006.


[1] Εξαποστειλάριο της πέμπτης Κυριακής των Νηστειών (σ.τ.μ.).


[2] Στιχηρό Ιδιόμελο του Εσπερινού της Τετάρτης της Ε΄ εβδομάδας των Νηστειών (σ.τ.μ.).

Η Χάρις νικά την αμαρτία

 Επισκόπου Αυγουστίνου Ν. Καντιώτου


Υπάρχουν, αγαπητοί μου, υπάρχουν πολλοί, που λένε, πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να νικήσει την αμαρτία, να κόψει τα ελαττώματά του, να ξεριζώσει τα πάθη του, ν’ αλλάξει ζωή και να ζήσει όπως θέλει το Ευαγγέλιο. Είναι αδύνατη, λένε, η μεταβολή του ανθρώπου. Στον άνθρωπο κυριαρχεί η φύσις. Η γάτα θα κυνηγάει τα ποντίκια, το γεράκι τα περιστέρια, ο λύκος τα πρόβατα, ο αράπης θα έχει το δέρμα του πάντα μαύρο με οσαδήποτε σαπούνια κι αν τον πλύνεις. Αν πάψει, λένε, η γάτα να κυνηγάει ποντίκια, το γεράκι περιστέρια, ο λύκος πρόβατα και αν ο αράπης αλλάξει δέρμα, τότε και ο άνθρωπος θα μπορέσει να νικήσει το κακό, ν’ αλλάξει την πονηρή του φύση και να γίνει άνθρωπος με καλοσύνη και αρετή.


Η Χάρις νικά την αμαρτία


Αλλ’ ό,τι δεν γίνεται στο βασίλειο της φύσεως γίνεται στο βασίλειο της χάριτος. Και ποιο είναι το βασίλειο της χάριτος; Βασίλειο της χάριτος είναι η Εκκλησία που ίδρυσε ο Χριστός. Μεσ’ στην Εκκλησία ο άνθρωπος, οσοδήποτε αμαρτωλός και διεφθαρμένος και αν είναι, αν πιστέψει στον εσταυρωμένο Λυτρωτή του κόσμου, βρίσκει τη δύναμη να πετάξει από πάνω του το βαρύ φορτίο των αμαρτιών του και να γίνει άγιος, ο λύκος να γίνει αρνί, το κοράκι να γίνει περιστέρι, ο μαύρος να γίνει άσπρος σαν το χιόνι και ο σκοτεινός σαν τη νύχτα να γίνει λαμπρός σαν τον ήλιο.


Υπάρχουν τέτοια παραδείγματα ηθικής μεταβολής ανθρώπων; Ναι, υπάρχουν! Υπάρχουν όχι ένα και δυο, αλλά πολλά παραδείγματα παλαιότερα και νεώτερα, που δείχνουν την τεράστια επίδραση της δυνάμεως του Χριστού πάνω στη διεφθαρμένη φύση του ανθρώπου. Μόνο ο Χριστός αλλάζει ριζικά τον άνθρωπο. Ένα δε από τα πιο υπέροχα παραδείγματα ριζικής ηθικής αλλαγής είναι και η ζωή της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Η Εκκλησία μας τελεί την ιερά της μνήμη την Ε΄ Κυριακή των Νηστειών και την 1η Απριλίου. Θα προσπαθήσουμε με λίγα λόγια στην ομιλία μας αυτή να διηγηθούμε τη ζωή της οσίας Μαρίας.


***


Η Μαρία η Αιγυπτία έζησε τον 5ο αιώνα μ.Χ., στα χρόνια του αυτοκράτορος Ιουστινιανού, που έχτισε την Αγία Σοφία. Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Η πόλη αυτή την εποχή εκείνη ήταν μια από τις πιο πλούσιες αλλά και τις πιο διεφθαρμένες πόλεις του κόσμου. Όπου πλούτος εκεί και ακολασία και διαφθορά. Μέσα στο διεφθαρμένο περιβάλλον η Μαρία δεν άργησε να διαφθαρεί. Ήταν 12 χρονών όταν άρχισε να παραστρατεί. Και αν μια κοπέλα δεν προσέξει, αλλ’ αφήσει τον εαυτό της και πέσει στην αμαρτία είναι δύσκολο πια να συγκρατηθεί. Την πρώτη πτώση ακολουθεί η δεύτερη, τη δεύτερη η τρίτη και ούτω καθεξής. Ο άνθρωπος μοιάζει με μια σφαίρα, που αν την αφήσεις να πέσει από μια κορυφή ενός υψώματος, θ’ αρχίσει να κατρακυλάει προς τα κάτω, και δεν θα σταματήσει παρά όταν πια φθάσει στο βάθος. Και η Μαρία κατρακύλησε στην αμαρτία. Έπεσε πολύ βαθειά. Διεφθάρη σε αφάνταστο βαθμό. Να διηγηθούμε τώρα τη ζωή της αμαρτίας που ζούσε; Ένα όργιο ήταν η ζωή της. Στην εξουσία του Διαβόλου είχε γίνει ένα φοβερό αγκίστρι, και μ’ αυτό ο Διάβολος έπιανε ψυχές και τις διέφθειρε. Η Μαρία η Αιγυπτία είχε γίνει πασίγνωστη και πολυζήτητη στη διεφθαρμένη κοινωνία της Αλεξανδρείας. Είχε γίνει βασίλισσα, θεά της ηδονής, της αισχρής αμαρτίας. Γι’ αυτήν μιλούσαν οι ακόλαστοι νέοι και για χάρη της τα πάντα θυσίαζαν.


Αλλά ξαφνικά η Μαρία η Αιγυπτία, η αμαρτωλή αυτή γυναίκα που είχε σκανδαλίσει και ταράξει την πόλη και είχε παρασύρει χιλιάδες νέους στην αμαρτία, άλλαξε. Πώς; Ακούστε. Ένα καράβι έφευγε από το λιμάνι της Αλεξανδρείας, για να μεταφέρει προσκυνητές στα Ιεροσόλυμα. Σ’ αυτό το καράβι μπήκε και η Μαρία η Αιγυπτία. Παρ’ όλη την αμαρτωλότητά της υπήρχε μέσ’ στο βάθος της καρδιάς της και μια σπίθα· υπήρχε κάτι που την ανησυχούσε. Η Μαρία έφθασε στους Αγίους Τόπους, πήγε στα Ιεροσόλυμα. Ξημέρωνε 14 Σεπτεμβρίου, ημέρα που η Εκκλησία μας γιορτάζει την ύψωση του σταυρού. Χιλιάδες κόσμος πήγαιναν να προσκυνήσουν στην εκκλησία εκείνη, που είχε χτίσει η αγία Ελένη στο μέρος όπου βρέθηκε ο τίμιος σταυρός. Όλοι και όλες με ευλάβεια έμπαιναν στο ναό, πλησίαζαν το σταυρό, γονάτιζαν και τον προσκυνούσαν. Η Μαρία, ανακατωμένη με τους άλλους χριστιανούς, έφθασε στην πόρτα του ναού. Αλλά μόλις έκαμε να προχωρήσει, μια δύναμη αόρατη την εμπόδιζε. Ήταν αδύνατο να προχωρήσει έστω και ένα βήμα. Κατάλαβε ότι σαν αμαρτωλή ήταν ανάξια να μπει μέσα στο ναό και να προσκυνήσει. Την εμπόδιζαν οι αμαρτίες. Άρχισε να κλαίει, να μετανοεί για την αμαρτωλή της ζωή και να παρακαλεί την υπεραγία Θεοτόκο να μεσιτεύσει στον Υιό της για να συγχωρέσει τις αμαρτίες της. Η παράκλησή της εισακούσθηκε. Δεν αισθανόταν πια εμπόδιο. Μπήκε στο ναό, προχώρησε, προσκύνησε τον τίμιο σταυρό και έδωσε υπόσχεση, πως θ’ αρχίσει μια νέα ζωή. Άκουσε τότε τη φωνή που της έλεγε: Μαρία, αν περάσεις τον Ιορδάνη ποταμό, θα βρεις ανάπαυση.


Έφυγε από τα Ιεροσόλυμα. Πήγε στον ποταμό Ιορδάνη. Βρήκε εκεί πνευματικό πατέρα, εξομολογήθηκε τα αμαρτήματά της, και με την άδεια του πνευματικού πέρασε τον Ιορδάνη και προχώρησε στην έρημο. Εκεί στην έρημο έζησε 47 ολόκληρα χρόνια. Έζησε μια πολύ αυστηρή ζωή. Αυτή, που στην Αλεξάνδρεια ζούσε μέσ’ στην πολυτέλεια· αυτή που έτρωγε και έπινε τα πιο διαλεχτά φαγητά και ποτά και κοιμόταν πάνω σε μαλακά κρεβάτια και είχε όλες τις ανέσεις και όλες τις ευχαριστήσεις της σάρκας· αυτή που ντυνόταν μέσ’ στα μεταξωτά κι ήταν στολισμένη με πανάκριβα βραχιόλια και σκουλαρίκια, δώρα των εραστών της, αυτή τώρα ζει μια όλως δι’ όλου αντίθετη ζωή. Χορτάρια ήταν η τροφή της. Ποτό της το νερό του Ιορδάνου. Στρώμα της το σκληρό έδαφος της ερήμου. Σκεπή τα άστρα του ουρανού. Συντροφιά της τα άγρια θηρία. Είναι φοβερό να σκεφθεί κανείς πώς έζησε μέσ’ στην έρημο μια γυναίκα τόσο καλομαθημένη. Με τη δύναμη του Χριστού πάλεψε και νίκησε το σατανά της σάρκας, και τέλος αξιώθηκε να κοινωνήσει τα άχραντα μυστήρια από τον άγιο Ζωσιμά και να θαφτεί στην έρημο.


***


Αγαπητοί μου! Την Ε΄ Κυριακή των Νηστειών, στο τέλος της Μεγ. Σαρακοστής, και την 1η Απριλίου η Εκκλησία μας προβάλλει τη ζωή της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας σαν θαυμάσιο παράδειγμα μετανοίας. Κανένας άντρας και καμιά γυναίκα, οσεσδήποτε αμαρτίες και αν έχουν κάμει, δεν πρέπει ν’ απελπισθούν και να πουν πως Δεν υπάρχει για μένα σωτηρία. Όχι! Υπάρχει για όλους τους αμαρτωλούς οδός σωτηρίας· είναι η οδός που οδηγεί στο Γολγοθά, στο σταυρό του Κυρίου. Μια σταλαγματιά από το αίμα του φθάνει για να σβήσει και να εξαφανίσει όλες τις αμαρτίες. Αν δεν στηνόταν ο σταυρός, θάπρεπε οι αμαρτωλοί ν’ απελπισθούμε. Αλλά τώρα όχι. Ας πλησιάσουμε τον Εσταυρωμένο. Ας ασπασθούμε τα άχραντά του πόδια. Ας τα ραντίσουμε με τα δάκρυά μας, όπως η Μαρία η Αιγυπτία. Πίστη μας είναι αυτό που λέει το Ευαγγέλιο, ότι ο Χριστός ήλθε στον κόσμο για να θυσιασθεί και με το τίμιό του αίμα να λυτρώσει τον κόσμο (Α΄ Ιωάν. 1, 7). Η χάρις νικά την αμαρτία.


Επισκόπου Αυγουστίνου Ν. Καντιώτου Μητροπολίτου Φλωρίνης, Μυρίπνοα άνθη, εκδ. Ορθόδοξος Ιεραποστολική Αδελφότητα ο «Σταυρός», Αθήνα, 1974

Πέμπτη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν

 Αρχιμ. Επιφάνιος Ι. Θεοδωρόπουλος


Κατὰ τὴν ἡμέραν αὐτὴν τιμῶμεν τὴν μνήμην τῆς ὁσίας Μητρὸς ἡμῶν Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, ἡ ὁποία ἑορτάζεται καὶ κατὰ τὴν 1ην Ἀπριλίου. «Ἐτάχθη δὲ αὕτη καὶ σήμερον, ἐγγίζοντος ἤδη τοῦ τέλους τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, πρὸς διέγερσιν τῶν ραθύμων καὶ ἁμαρτωλῶν εἰς μετάνοιαν, ἐχόντων ὑπόδειγμα τὴν ἑορταζομένην ἁγίαν», ὡς γράφει τὸ «Ὡρολόγιον». Ἀπὸ τὸ ἐν λόγῳ βιβλίον ἀντιγράφομεν τὰ ἑξῆς περὶ τῆς ἁγίας αὐτῆς γυναικός:


Πέμπτη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν


«Αὕτη δωδεκαέτις ἔτι οὖσα ἔλαθε τοὺς γονεῖς αὐτῆς καί, ἀπελθοῦσα εἰς Ἀλεξάνδρειαν, ἔζησε βίον ἄσωτον 17 ἔτη. Εἶτα ὑπὸ περιεργείας κινουμένη ἀπῆλθε μετὰ πολλῶν προσκυνητῶν εἰς Ἱεροσόλυμα, ἵνα παρευρεθῇ εἰς τὴν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ὕψωσιν, ὅπου ἐδόθη εἰς πᾶν εἶδος ἀκολασίας καὶ πολλοὺς ἔσυρεν εἰς τῆς ἀπωλείας τὸν βυθόν. Θέλουσα δὲ εἰσελθεῖν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καθ᾿ ἣν ἡμέραν ὑψοῦται ὁ Σταυρός, ἠσθάνθη τρὶς καὶ τετράκις δύναμίν τινα ἀόρατον κωλύουσαν αὐτὴν τῆς εἰσόδου, ἐνῷ τὸ μετ᾿ αὐτῆς πλῆθος τοῦ λαοῦ ἀνεμποδίστως εἰσήρχετο. Πληγεῖσα οὖν τὴν καρδίαν ἐκ τούτου, ἀπεφάσισεν ἵνα μεταβάλῃ ζωὴν καὶ ἐξιλεώσῃ τὸν Θεὸν διὰ μετανοίας· καὶ οὕτως ἐπιστρέψασα πάλιν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν εἰσῆλθεν εὐκόλως εἰς αὐτήν. Προσκυνήσασα δὲ τὸ Τίμιον Ξύλον ἀνεχώρησε τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἀπὸ τῆς Ἱερουσαλήμ, διέβη τὸν Ἰορδάνην, εἰσῆλθεν εἰς τὰ ἐνδότερα τῆς ἐρήμου καὶ ἔζησεν ἐν αὐτῇ 47 ἔτη ζωὴν σκληροτάτην καὶ ὑπὲρ ἄνθρωπον, μόνη μόνῳ Θεῷ προσευχομένη. Περὶ δὲ τὰ τέλη τῆς ζωῆς συναντήσασα ἐρημίτῃ τινὶ Ζωσιμᾷ τὸ ὄνομα καὶ τὸν ἀπ᾿ ἀρχῆς βίον αὐτῆς διηγηθεῖσα, παρεκάλεσεν αὐτὸν ἵνα κομίσῃ αὐτῇ τὰ Ἄχραντα Μυστήρια πρὸς κοινωνίαν· ὃ καὶ ἐποίησεν ἐκεῖνος τὸ ἑπόμενον ἔτος κατὰ τὴν Μεγάλην Πέμπτην. Τὸ δὲ ἐφεξῆς ἔτος ἐπανελθὼν πάλιν ὁ Ζωσιμᾶς εὗρεν αὐτὴν νεκρὰν ἐπὶ γῆς ἡπλωμένην καὶ γράμματα πλησίον αὐτῆς ταῦτα λέγοντα· «Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ, θάψον ὧδε τὸ σῶμα τῆς ἀθλίας Μαρίας. Ἀπέθανον τὴν αὐτὴν ἡμέραν, καθ᾿ ἣν ἐκοινώνησα τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Εὔχου ὑπὲρ ἐμοῦ». Τάττεται δὲ ὁ θάνατος αὐτῆς τῷ 378 ἔτει ἢ τῷ 437 κατ᾿ ἄλλους».


Ἡ ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία, μαζὶ μὲ τὴν ὁσίαν Πελαγίαν, τὸν ὅσιον Μωυσῆ τὸν Αἰθίοπα, τὸν ἱερὸν Αῦγουστῖνον καὶ ἀλλους, εἶνε ζωντανὰ ὑποδείγματα τῆς δυνάμεως τῆς μετανοίας. Ἄνθρωποι ποὺ ἐβυθίσθησαν εἰς τὸν βόρβορον τῆς ἁμαρτίας μέχρι κεφαλῆς, ἔφθασαν ἔπειτα τὴν καθαρότητα τῶν Ἀγγέλων! Πόση ἡ δύναμις τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ! Ἄς μὴ ἀπελπιζώμεθα, ὅσον πολὺ καὶ ἂν ἔχωμεν βυθισθῆ εἰς τὴν ἁμαρτίαν. Δυνάμεθα καὶ πάλιν νὰ γίνωμεν κατάλευκοι, ὅπως ἤμεθα μετὰ τὸ Βάπτισμα. Ἀρκεῖ νὰ μετανοήσωμεν!


Ἡ Ἐκκλησία μας ψάλλει σήμερον:


«Τῆς ἁμαρτίας τὴν ἀχλὺν ἐκφυγοῦσα, τῆς μετανοίας τῷ φωτὶ αὐγασθεῖσα, τὴν σὴν καρδίαν ἔνδοξε προσῆξας τῷ Χριστῷ, τούτου τὴν πανάμωμον καὶ ἁγίαν Μητέρα, πρέσβυν συμπαθέστατον προσενέγκασα· ὅθεν καὶ τῶν πταισμάτων εὗρες ἀποχὴν καὶ σὺν ἀγγέλοις ἀεὶ ἐπαγγέλλεσαι».


Δηλαδή: Ἀφοῦ διέφυγες ἀπὸ τὸ σκότος τῆς ἁμαρτίας καὶ ἐφωτίσθης ἀπὸ τὸ φῶς τῆς μετανοίας, προσέφερες, ὦ δοξασμένη ἁγία Μαρία, τὴν καρδίαν σου εἰς τὸν Χριστόν. Ἐκεῖνος δὲ τὴν ἐδέχθη, διότι σὺ ἔβαλες νὰ μεσιτεύσῃ πρὸς Αὐτὸν ἡ ἀκηλίδωτος καὶ ἁγία Μήτηρ Του, ἡ γεμάτη ἀπὸ συμπάθειαν. Δι᾿ αὐτὸ ὄχι μόνον ἀπηλλάγης ἀπὸ τὰς ἀμαρτίας σου, ἀλλὰ καὶ εὐφραίνεσαι αἰωνίως μαζὶ μὲ τοὺς Ἀγγέλους.




Αρχιμ. Επιφάνιος Ι. Θεοδωρόπουλος, Περίοδος Τριωδίου, Πόρος Τροιζηνίας: Ιερόν Ησυχαστήριον Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζήνος, 2011

Λόγος εις την Ε΄ Κυριακή των Νηστειών περί του φόβου του Θεού

 Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας


Την πέμπτη Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής η αγία μας Εκκλησία τιμά την μνήμη της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Ο βίος της πραγματικά θαυμαστός σας είναι γνωστός διότι κάθε χρόνο την ημέρα αυτή αυτός διηγείται στις εκκλησίες. Θα τον περιγράψω όμως ξανά με λίγα λόγια για να θυμηθείτε την ασυνήθιστη και ανεπανάληπτη ζωή αυτής της αγίας.


Ε΄ Κυριακή των Νηστειών


Αυτή ήταν πολύ όμορφη γυναίκα, ζούσε στην πόλη της Αιγύπτου Αλεξάνδρεια και περνούσε τη ζωή της μέσα σε ασωτία. Μια μέρα όταν περπατούσε στην παραλία είδε ένα καράβι με πολλούς χριστιανούς που ήταν έτοιμο να αποπλεύσει προς τα Ιεροσόλυμα για την εορτή της Υψώσεως του τιμίου Σταυρού. Της ήρθε η σκέψη να πάει και αυτή μία βόλτα στην Ιερουσαλήμ.


Το ταξίδι τελείωσε και η Μαρία μαζί με τους προσκυνητές πλησίασε τις πύλες του ιερού ναού. Από τότε άρχισε μία σειρά θαυμαστών γεγονότων με τα οποία ο Κύριος, που γνώριζε τα βάθος της καρδιάς της, διέκοψε τον άσωτο βίο της και την έστρεψε στην οδό της μετανοίας. Ήταν τόσο βαθιά η μετάνοιά της και τόσο ασυνήθιστη που δεν βρίσκουμε ένα άλλο τέτοιο παράδειγμα στους βίους των αγίων.


Ας σταθούμε και εμείς μαζί με την αγία Μαρία στην πύλη του ναού. Βλέπουμε τώρα την καρδιά της που κυριεύτηκε από το φόβο του Θεού, όταν κατάλαβε πως δεν μπορεί, κατά την κρίση του Θεού, να μπει μαζί με τους άλλους στην εκκλησία. Αυτή και μόνο αυτή είναι ανάξια να μπει μέσα, ενώ όλοι οι άλλοι μπαίνουν ελεύθερα. Αυτήν την εμποδίζει μια αόρατη δύναμη. Όταν συνειδητοποίησε την τραγική της κατάσταση άναψε στην ψυχή της μία δυνατή φλόγα του φόβου του Θεού. Ταράχθηκε από το φόβο που ένιωσε μπροστά στον Πανάγιο, Πάνσοφο, Παντοδύναμο και Δίκαιο Θεό.


Δεν ήταν φόβος για τιμωρία, ήταν ντροπή που την έκαιγε σαν φωτιά, ντροπή για την ακαθαρσία της ψυχής και του σώματός της. Ήταν ντροπή και πόνος που της προκαλούσε το γεγονός ότι ο Θεός εξαιτίας της ακαθαρσίας της δεν την αφήνει να μπει μέσα στον ναό και να παρουσιαστεί ενώπιόν Του. Τότε προσευχήθηκε θερμά. Έπεσε καταγής μπροστά στην εικόνα της Παναγίας η οποία ήταν τοποθετημένη πάνω από την είσοδο του ναού και με δάκρυα ικέτευε την Μητέρα του Θεού να παρακαλέσει γι’ αυτήν τον Υιό της.


Με την βαθιά και φλογερή αυτή μετάνοια υποχώρησε η δύναμη που την εμπόδιζε να εισέλθει στην εκκλησία και τελικά μπήκε μέσα. Εκεί έπεσε ενώπιον του ζωοποιού Σταυρού του Κυρίου και δεν σηκώθηκε μέχρι το τέλος της λειτουργίας. Τα δάκρυα έτρεχαν ποτάμι από τα μάτια της, από τα μάτια που κάποτε σαγήνευαν τους άνδρες και καθαρίστηκαν τώρα με την ολόψυχη και ένθερμη μετάνοια.


Πριν συνεχίσω την ιστορία της αγίας Μαρίας θέλω να πω δύο λόγια για την ζωή της μακαρίας Ταϊσίας, η οποία και αυτή καταγόταν από την Αίγυπτο και ζούσε περίπου την ίδια εποχή που ζούσε και η αγία Μαρία. Στην αρχή η μακαρία αυτή Ταϊσία ζούσε βίο ενάρετο, αφιερώνοντας όλη τη ζωή της στην φροντίδα των ασθενών και τον πονεμένων ανθρώπων. Την σεβόταν πάρα πολύ και οι μοναχοί μιας μονής που υπήρχε κοντά στην πόλη. Όμως ο πονηρός διάβολος, ο οποίος μισεί τους ανθρώπους που έχουν ενάρετη ζωή, κατόρθωσε να την ρίξει στην ασωτία. Οι μοναχοί στενοχωρήθηκαν πολύ όταν το έμαθαν και έστειλαν τον άγιο Ιωάννη Κολοβό να την σώσει.


Ο όσιος Ιωάννης πήγε στο σπίτι της Ταϊσίας, κάθισε κοντά της και άρχισε να κλαίει. Η Ταϊσία τον ρώτησε με περιέργεια για ποιο λόγο χύνει αυτός τόσα πολλά δάκρυα. Τότε ο άγιος Ιωάννης με λόγια δυνατά περιέγραψε όλη την τραγικότητα της κατάστασή της. Η φλόγα του θείου φόβου άναψε μέσα της, τα μάτια της γέμισαν δάκρυα και μία φοβερά κραυγή μετάνοιας βγήκε από την καρδιά της. Δεν μπόρεσε πια να μείνει στο ακάθαρτο σπίτι της, έπεσε στα πόδια του αγίου Ιωάννη και τον παρακάλεσε να την πάρει αμέσως από κει και να την πάει κάπου όπου θα μπορούσε να σωθεί.


Σηκώθηκαν και οι δύο και έφυγαν αμέσως από την πόλη. Όταν νύχτωσε σταμάτησαν για διανυκτέρευση. Ο όσιος Ιωάννης άφησε την Ταϊσία να κοιμηθεί. Απομακρύνθηκε λίγο απ’ αυτήν και κοιμήθηκε και ο ίδιος. Τα βαθιά μεσάνυχτα ξύπνησε ξαφνικά και είδε ότι στον τόπο όπου κοιμόταν η Ταϊσία μία φωτεινή στήλη υψώνεται από την γη προς τον ουρανό και μέσα σ’ αυτήν την στήλη οι άγγελοι ανεβάζουν στον ουρανό την ψυχή της μακαρίας Ταϊσίας. Έτσι ο Κύριος σπλαχνίστηκε την Ταϊσία ακόμη και για την πολλή σύντομη μετάνοιά της.


Ας επιστρέψουμε τώρα, αδελφοί και αδελφές μου, στην αγία Μαρία που την έχουμε αφήσει στο ναό ξαπλωμένη στο πάτωμα βρεγμένο με τα θερμά της δάκρυα ενώπιον του φοβερού Σταυρού του Κυρίου. Να δούμε την μετάνοια της και να ντρεπόμαστε τη δική μας αμετανοησία. Ας σκεφτούμε τώρα γιατί την μακαρία Ταϊσία ο Κύριος αμέσως μετά την μετάνοιά της την πήρε από την ζωή στην αιώνια μακαριότητα, ενώ την αγία Μαρία την άφησε να ζει 47 χρόνια στην έρημο της Αραβίας σε συνθήκες πολύ δύσκολες.


Γιατί ο Παντογνώστης Θεός, ο οποίος γνωρίζει το βάθος της καρδιάς κάθε ανθρώπου, ήθελε μέσω αυτής της μεγάλης αγίας να δείξει σε όλο τον κόσμο τι δύναμη έχει ο φόβος του Θεού και πώς μπορεί αυτός (ο φόβος) να αλλάξει τον άνθρωπο. Ο φόβος του Θεού συντάραξε πραγματικά όλο το είναι της. Ήταν φόβος μπροστά στην μεγαλοσύνη του Θεού, την αγαθότητα και την δικαιοσύνη του. Τέτοιος φόβος είναι προνόμιο λίγων ανθρώπων, αυτών που έχουν καρδιά πολύ βαθιά. Ο θείος αυτός φόβος που αισθάνθηκε η αγία Μαρία κάνει θαύματα και αλλάζει εντελώς την καρδιά του ανθρώπου.


Ξέρετε τι έγινε μετά με την Αγία Μαρία. Αμέσως μετά το τέλος της ακολουθίας η αγία άφησε το ναό και καθοδηγούμενη από το θείο φόβο πήγε στον Ιορδάνη ποταμό, στο μοναστήρι του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Εκεί εξομολογήθηκε και εφοδιασμένη πνευματικά άφησε το μοναστήρι, παίρνοντας μαζί της τρία ψωμιά, κατέβηκε στον Ιορδάνη. Πέρασε στην άλλη όχθη του ποταμού και εξαφανίστηκε στην έρημο. Έζησε στην έρημο 47 χρόνια χωρίς να δει όχι μόνο το πρόσωπο του ανθρώπου αλλά και οποιοδήποτε άλλο ζωντανό πλάσμα.


Τα υποδήματα και τα ρούχα της γρήγορα είχαν περιπέσει σε αχρηστία, δεν είχε τίποτα για να προστατέψει το σώμα της την ημέρα από τον καύσωνα και την νύχτα από το κρύο. Σίγουρα για έναν κοινό άνθρωπο είναι αδύνατον να ζει μια τέτοια ζωή που έζησε η αγία Μαρία. Η ζωή της ήταν πραγματικά ένα θαύμα. Τι έτρωγε η αγία τα 47 αυτά χρόνια; Στον ιερομόναχο Ζωσιμά που τον είχε συναντήσει ένα χρόνο πριν το θάνατό της είπε ότι τα τρία ψωμιά της έφθασαν για 17 χρόνια. Αυτό αναμφίβολα είναι ένα θαύμα. Το γεγονός ότι τα τρία ψωμιά της έφθασαν για 17 χρόνια μπορούμε να το εξηγήσουμε μόνο αν υποθέσουμε ότι στα χέρια της τα ψωμιά αυτά πολλαπλασιάζονταν όπως στα χέρια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, όταν Αυτός με πέντε άρτους χόρτασε πέντε χιλιάδες ανθρώπους.


Ο φόβος του Θεού, που δεν την άφηνε σ’ όλη της την ζωή, την ζέσταινε τον χειμώνα επειδή έκαιγε σαν μία δυνατή φλόγα μέσα της. Η προσευχή της δεν έμοιαζε καθόλου με τη δική μας προσευχή. Για μας είναι ακατανόητο το βάθος της προσευχής της. Η δική της προσευχή ήταν μια αδιάλειπτη κοινωνία με το Άγιο Πνεύμα. Από το Άγιο Πνεύμα η Μαρία διδάχτηκε όλη την Αγία Γραφή. Δεν προσευχόταν η αγία με τον τρόπο που προσευχόταν οι πολλοί άλλοι άγιοι, δηλαδή γονατισμένη ή ξαπλωμένη κάτω στο έδαφος. Ο φόβος του Θεού άλλαξε ακόμα και τις φυσικές της ιδιότητες έτσι ώστε προσευχόταν στεκόμενη πάνω στον αέρα και περνούσε τον Ιορδάνη σαν στην ξηρά.


Με ποια όμως δύναμη έκανε η αγία όλα αυτά τα θαύματα; Ασφαλώς με τη δύναμη του Θεού. Και όχι μόνο μ’ αυτή αλλά και με τη δύναμη του φόβου του Θεού με τον οποίο ήταν διαποτισμένη η οσία Μαρία. Και αυτό γιατί σε όλα τα θαύματα που κάνει ο Θεός με τον άνθρωπο πάντα συμμετάσχει και το πνεύμα του ανθρώπου αφοσιωμένο στο Θεό και κατειλημμένο από το φόβο Του.


Μέσα στην ψυχή της αγία Ταϊσίας η δυνατή φλόγα του φόβου μπροστά στην μεγαλοσύνη και την αγιότητα του Θεού άναψε για λίγες μόνο ώρες. Αυτό όμως ήταν αρκετό για να συγχωρεθούν οι πολλές της αμαρτίες. Στην αγία όμως Μαρία η φλόγα αυτή έκαιγε για 47 ολόκληρα χρόνια. 17 χρόνια ο διάβολος προσπαθούσε μέσω σωματικών και ψυχικών πόνων να την αποσπάσει από την μετάνοιά της και να την στρέψει στην ευρύχωρη οδό, και όμως δεν πέτυχε τίποτα. Με την αδιάκοπη μετάνοια, με τα ποτάμια δακρύων που έχυνε η οσία έμπαινε όλο και περισσότερο στην πιο στενή κοινωνία με το Άγιο Πνεύμα έως ότου έγινε όργανο με το οποίο ο Θεός έκανε τα θαύματά του.


Η φλόγα του φόβου του Θεού όχι μόνο δεν έσβησε σ’ αυτά τα χρόνια αλλά αντίθετα έγινε πιο μεγάλη, τόσο μεγάλη που με την δύναμη της η αγία Μαρία μεταμορφώθηκε σ’ έναν άγγελο με σώμα. Όλοι οι άγιοι του Θεού έχουν στους ουρανούς στενή κοινωνία με τους αγγέλους και τους αρχαγγέλους και γίνονται όμοιοι μ’ αυτούς. Αλλά μόνο οι πιο μεγάλοι άγιοι όπως η αγία Μαρία η Αιγυπτία ενώ ακόμα βρίσκονται στη ζωή γίνονται όμοιοι με τους αγγέλους και αποκτούν την ίδια μ’ αυτούς δύναμη του φόβου του Θεού, την ίδια άπειρη αγάπη προς τον Παντοδύναμο, Πάνσοφο, Αγαθό και Δίκαιο Θεό μας, τον Ήλιο της Δικαιοσύνης και της απέραντης Αγάπης.


Ας έχουμε πάντα μπροστά μας ως παράδειγμα της μετάνοιας και του φλογερού φόβου του Θεού την οσία Μαρία την Αιγυπτία. Και έχοντας αυτό το λαμπερό παράδειγμα να μην είμαστε άκαρποι. Αλλά να μας βοηθήσει η οσία Μαρία να αποκτήσουμε και εμείς το φόβο του Θεού. Να σταματήσουμε την πορεία της αμαρτωλής μας ζωής, να γονατίσουμε όπως και αυτή ενώπιον του φοβερού Σταυρού του Χριστού και να αρχίσουμε την αδιάλειπτη μετάνοια μπροστά στον Δίκαιο, Αγαθό και Πολυέλεο Θεό μας. Αμήν.




Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας, Λόγοι και Ομιλίες Τόμος Α΄, εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη, 2014

Κυριακή Ε΄ τῶν Νηστειῶν (Μάρκ. ι΄ 32-45)

 Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου


Ὑπόμνημα εἰς τὸν Ἅγιον Εὐαγγελιστὴν Μάρκον, ὁμιλία ΞΕ΄ α΄.


Ὅταν ἦρθε ἀπὸ τὴ Γαλιλαία, δὲν ἀνεβαίνει ἀμέσως στὰ Ἱεροσόλυμα. Ἐθαυματούργησε πρῶτα, ἔκλεισε τὰ στόματα τῶν Ἰουδαίων, συνομίλησε μὲ τοὺς μαθητάς του· ἐπάνω στὸ θέμα τῆς ἀκτημοσύνης. «Ἄν θέλης νὰ εἶσαι τέλειος, λέει, πούλησε τὰ ὑπάρχοντά σου»· καὶ τῆς παρθενίας. «Ὅποιος μπορεῖ νὰ καταναοήση, ἄς κατανοήση»· καὶ τῆς ταπεινοφροσύνης· «Ἄν δὲν ἀναπλεύσετε τὴ ζωή σας καὶ δὲ γίνετε σὰν παιδιά, δὲ θὰ μπῆτε στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Συνωμίλησε ἀκόμα κι ἐπάνω στὸ θέμα τῆς ἐδῶ ἀνταμοιβῆς· «Ὅποιος ἄφησε σπίτια ἤ ἀδελφούς, ἤ ἀδελφές, θὰ λάβη τὰ ἑκατονταπλάσια στὴ ζωὴ αὐτή». Καὶ γιὰ τὶς ἀμοιβὲς ἐκεῖ, «Καὶ θὰ κληρονομήσετε ζωὴν αἰώνια».


Τότε φέρνει στὴ σκέψη του τέλος τὴν πόλη, καὶ σκοπεύοντας ν’ ἀνεβῆ, ἀναφέρεται πάλι στὸ πάθος του. Ἐπειδὴ δὲν ἤθελαν νὰ γίνη αὐτό, ἦταν  φυσικὸ νὰ τὸ ξεχνοῦν καὶ γι’ αὐτὸ τοὺς τὸ θυμίζει ἀδιάκοπα, θέλοντας νὰ συνηθίση τὴν ψυχή τους μὲ τὶς συχνὲς ὑπομνήσεις καὶ νὰ μετριάση τὴ λύπη τους. Μιλεῖ μαζί τους ἰδιαίτερα κατ’ ἀνάγκη· δὲν  ἔπρεπε ὁ λόγος αὐτὸς ν’ ἀνακοινωθῆ μὲ σαφήνεια· κανένα κέρδος δὲν προέκυπτε ἀπ’ αὐτό.  Γιατὶ ἄν αὐτὰ προκαλοῦσαν ταραχὴ στοὺς μαθητὰς ποὺ ἄκουαν, πολὺ περισσότερον θὰ ἐτάραζαν τὸ λαό.  Καλά, καὶ δὲν εἰπώθηκαν καὶ στοὺς πολλούς; θὰ ρωτοῦσε   κανείς. Εἰπώθηκαν ἀλλὰ ὄχι μὲ τὸση σαφήνεια.  Κατεδαφίσετε, εἶπε, αὐτὸν τὸ ναὸ καὶ σὲ τρεῖς ἡμέρες θὰ τὸν ὑψώσω πάλι. Κι ἀλλοῦ· Σημάδι ζητεῖ αὐτὴ ἡ γενιὰ καὶ σημάδι δὲ θὰ τῆς δοθῆ, παρὰ τὸ σημάδι τοῦ Ἰωνᾶ. Καὶ ἄλλη φορά· λίγο ἀκόμα διάστημα θὰ εἶμαι μαζί σας· ἔπειτα θὰ μὲ ζητήσετε καὶ δὲ θὰ μὲ βρῆτε.


Στοὺς μαθητάς του ὅμως δὲ μίλησε ἔτσι. Ὅπως φανέρωσε τὰ ἄλλα πιὸ καθαρὰ, τὸ ἴδιο καὶ τοῦτο. Καὶ ἄν πολλοὶ δὲν κατανοοῦσαν τὸ νόημα τῶν λόγων του, τί χρειαζόταν καὶ νὰ τοὺς μιλᾶ; Γιὰ νὰ νιώσουν ἔπειτα, ὅτι μὲ προηγούμενη γνώση βάδιζε πρὸς τὸ πάθος καὶ μὲ τὴ θέλησή του· ὄχι ἀπὸ ἄγνοια, οὔτε ἀπὸ ἀνάγκη. Στοὺς μαθητάς του δὲν ἔκανε τὴν παραγγελία γι’ αὐτὸ μόνο. Ἀλλὰ  γιὰ τὸ λόγο ποὺ εἶπα: Νὰ προετοιμαστοῦν μὲ τὴν προσμονὴ καὶ νὰ βαστήξουν εὐκολώτερα τὸ πάθος·  μὴν ἔρθη ἀπροσδόκητο καὶ τοὺς ταράξη ὑπερβολικά. Καὶ γι’ αὐτὸ στὴν ἀρχὴ τοὺς μιλοῦσε γιὰ τὸ θάνατο μόνο. Κι ὅταν τὸ καλοστοχάστηκαν καὶ ἐξοικειώθησαν μὲ τὴν ἰδέα του, προσθέτει καὶ τὰ ἄλλα· ὅτι θὰ τὸν παραδώσουν στὰ ἔθνη, ὅτι θὰ τὸν ἐμπαίξουν καὶ θὰ τὸν μαστιγώσουν. Ἀλλὰ καὶ γιὰ τοῦτο ἀκόμα· ὅταν δοῦνε ὅτι πραγματοποιήθηκαν τὰ δυσάρεστα, νὰ ὁδηγηθοῦν ἀπ’ αὐτὰ καὶ στὴν προσδοκία τῆς ἀναστάσεως. Γιατὶ αὐτὸς ποὺ δὲν ἔκρυψε τὰ λυπηρά, κι ὅσα θεωροῦνται ντροπή, εὔλογα θὰ γινόταν πιστευτός καὶ τὰ εὐχάριστα. Πρόσεξε καὶ τὴ σοφὴ χρονικὴ οἰκονομία τοῦ πράγματος. Δὲν τοὺς ἐμίλησε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ, γιὰ νὰ μὴν τοὺς ταράξη. Οὕτε πάλι τὴν ὥρα τῆς ἐκτελέσεως, γιὰ νὰ μὴν τοὺς προκαλέση διπλῆ ἀναστάτωση. Τοὺς μίλησε, ὅταν τοὺς εἶχε δώσει ἀρκετὰ δείγματα τῆς δυνάμεώς του·  ὅταν τοὺς ἔδωσε μεγάλες ὑποσχέσεις γιὰ τὴν αἰώνια ζωή, τότε εἰσάγει καὶ τὸ λόγο γι’ αὐτὰ καὶ μία καὶ δύο καὶ πολλὲς φορὲς, συνδυάζοντάς τον μὲ τὰ θαύματα καὶ τὶς διδαχές του.


Ἄλλος εὐαγγελιστὴς λέγει ὅτι φέρνει μάρτυρες, καὶ τοὺς προφῆτες. Ἄλλος ὅτι κι αὐτοὶ ἀκόμα δὲν ἐνοοῦσαν τοὺς λόγους του ἀλλὰ ἔμεναν μυστικοὶ καὶ γι’ αὐτοὺς κι ὅτι θαμπωμένοι τὸν ἀκολουθοῦσαν. Χανόταν λοιπόν, συμπεραίνει, τὸ κέρδος τῆς παραγγελίας. Ἄν δὲν ἐγνώριζαν τὸ περιεχόμενο ὅσων εἶχαν ἀκούσει, δὲν μποροῦσαν καὶ νὰ περιμένουν· κι ἄν δὲν περίμεναν πῶς νὰ προετοιμασθοῦν μὲ τὶς ἐλπίδες; Ἄλλη μεγαλύτερη ἀπορία διατυπώνω ἐγώ·  ἄν δὲν ἐγνώριζαν πῶς ἐλυποῦνταν; Πῶς ἔλεγε ὁ Πέτρος· Σὲ καλό σου, μακριὰ αὐτὸ ἀπὸ σένα; Τί σημαίνει λοιπὸν αὐτὸ; Ἐγνώριζαν ὅτι θὰ πεθάνη κι ἄς μὴ ἤξεραν καθαρὰ τὸ μυστήριο τῆς οἰκονομίας. Οὔτε τὴν ἀνάσταση ἐγνώριζαν οὔτε ὅσα ἔμελλε νὰ κατορθώση. Καὶ τοῦτο ἦταν κρυμμένο ἀπ’ αὐτούς. Γι’ αὐτὸ καὶ λυποῦνταν. Εἶχαν δεῖ μερικοὺς, ποὺ εἶχαν ἀναστηθῆ ἀπὸ ἄλλους. Ποτὲ δὲν εἶδαν ὅμως κάποιον νὰ ἀναστήση τὸν ἑαυτὸ του καὶ μάλιστα μὲ τρόπο ποὺ νὰ μὴν ξαναπεθάνη πιά. Αὐτὸ δὲν ἦταν κατανοητὸ κι ἄς λεγόταν πολλὲς φορές. Ἀκόμα, δὲν ἐγνώριζαν καθαρὰ τὴν ἴδια τὴν ἔννοια τοῦ θανάτου καὶ τὸν τρόπο, τῆς πραγματοποιήσεώς του. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸν ἀκολουθοῦσαν θαμπωμένοι. Κι ὄχι μονάχα γι’ αὐτό·  νομίζω ὅτι τοὺς ξάφνιαζε κι ὅλας, καθὼς μιλοῦσε γιὰ τὸ πάθος του.


β΄. Ὡστόσο κανένα ἀπ’ αὐτὰ δὲν τοὺς ἔδινε λίγο θάρρος, κι ἄς ἄκουγαν ἀδιάκοπα γιὰ τὴν ἀνάσταση. Γιατὶ ἐκτὸς ἀπὸ τὸ θάνατο, τοὺς ἀνησυχοῦσε ὑπεβολικὰ καὶ τοῦτο· ὅτι ἄκουγαν πὼς θὰ τὸν ἐμπαίξουν καὶ θὰ τὸν μαστιγώσουν καὶ ὅσα ἄλλα παρόμοια. Ὅταν ἔφεραν στὸ νοῦ τὰ θαύματα, τοὺς δαιμονισμένους ποὺ ἐλευθέρωσε, τοὺς νεκροὺς ποὺ σήκωσε, ὅλα τὰ ἄλλα ποὺ θαυματουργοῦσε κι ἔπειτα ἄκουσαν κι αὐτά, ἔνιωθαν ἔκπληξη γιατὶ αὐτὸς ποὺ ἔπραττε αὐτὰ τὰ θαύματα θὰ πάθαινε αὐτὰ τὰ παθήματα.  Γι’ αὐτό κι ἔπεφταν  σὲ ἀπότοματα. Τώρα ἐπίστευσαν κι ἔπειτα δὲν δυσπιστοῦσαν καὶ δὲν μποροῦσαν νὰ ἀντιληφθοῦν τοὺς λόγους. Γι’ αὐτὸ δὲν ἀντιλήφθηκαν καθαρὰ τὸ λόγο, ὥστε ἀμέσως τὸ ἐπλησίασαν οἱ γιοὶ τοῦ Ζεβεδαίου καὶ τοῦ μίλησαν γιὰ τὴν πρωτοκαθεδρία· Θέλουμε, λέει, νὰ καθίσωμε ὁ ἕνας στὰ δεξιὰ  κι ὁ ἄλλος ἀριστερά σου. Πῶς λοιπὸν αὐτὸς ὁ Εὐγγελιστὴς λέει ὅτι ἐπλησίασε ἡ μετέρα; Καὶ τὰ δύο εἶναι πιθανά. Πῆραν τὴ μητέρα τους, γιὰ νὰ κάμουν τὴν παράκληση τους πιὸ ἀποτελεσματικὴ κι ἔτσι νὰ κάμψουν τὸ Χριστό. Ὅτι εἶναι ἀληθινὸ τοῦτο ποὺ εἶπα -ἦταν  δική τους ἡ αἴτηση κι ἀπὸ ντροπὴ πορβάλουν τὴ μήτερα- προσέξετε πῶς ὁ Χριστὸς ἀπευθύνει σ’ αὐτοὺς τὸ λόγο.


Ἄς δοῦμε καλύτερα τί ζητοῦν πρῶτα, καὶ μὲ ποιό σκοπό, καὶ πῶς  ἦρθαν στὴ σκέψη αὐτή. Πῶς ἦρθαν στὴ σκέψη αὐτή; Ἔβλεπαν νὰ δέχωνται τιμὴ μεγαλύτερη ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ τοὺς γεννήθηκε ἡ ἐλπίδα ὅτι θὰ ἐπιτύχουν καὶ τὴν αἴτησή τους αὐτή. Ἀλλὰ τί εἶναι αὐτὸ ποὺ ζητοῦν; Ἄκουσε κάποιον ἅλλον εὐαγγελιστὴ ποὺ τὸ ἀποκαλύπτει φανερά. Βρίσκονταν κοντὰ στὴν Ἱερουσαλὴμ κι ἐνόμιζαν ὅτι ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ θὰ φανερωνόταν ἡ βασιλεία, γι’ αὐτὸ τὴ ζητοῦσαν. Νόμιζαν ὅτι αὐτὴ ἦταν πολὺ κοντὰ κι ὅτι ἀπὸ τὴ φύση της ὑλικὴ κι ὅταν ἀπολάμβαναν αὐτὰ ποὺ  ζητοῦσαν, δὲ θὰ δοκίμαζαν κανένα λυπηρό. Γιατὶ δὲν τὴ ζητοῦσαν μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό της ἀλλὰ καὶ ν’ ἀποφύγουν δυσκολίες. Γι’ αὐτὸ κι ὁ Χριστὸς τοὺς ἀπομακρύνει πρῶτα ἀπ’ αὐτὲς τὶς σκέψεις, συνιστώντας τους νὰ περιμένουν σφαγὲς καὶ κινδύνους καὶ τὰ ἔσχατα δεινά. Μπορεῖτε, τοὺς λέει, νὰ πιῆτε τὸ ποτήρι πού πίνω; Κανένας ὡστόσο ἄς μὴ σκανδαλιστῆ γιὰ τὴν ἀτέλεια τῶν ἀποστόλων.


Δὲν εἶχε ἀκόμα συντελεσθῆ ἡ σταύρωση, οὔτε ἦταν δοσμένη ἡ χάρη. Κι ἄν θέλης νὰ μάθης τὴν ἀρετή τους, σπούδασέ τους ἔπειτ’ ἀπ’ αὐτὰ καὶ θὰ τοὺς εὔρης ἀνώτερους ἀπὸ κάθε πάθος. Γι’ αὐτὸ φανερώνει τὰ ἐλαττώματά τους γιὰ νὰ καταλάβης τὴν ἀλλαγὴ ποὺ δέχτηκαν ἀπὸ τὴ χάρη. Ὅτι δὲ ζητοῦσαν τίποτα πνευματικό, οὔτε κι εἶχαν κάποια ἰδέα γιὰ τὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι φανερό τοῦτο. Ἄς δοῦμε ὅμως καὶ πῶς πλησιάζουν καὶ τί λένε. Θέλομε, λέει τὸ Εὐαγγέλιο, νὰ μᾶς παραχωρήσης ὅ,τι σοῦ ζητήσουμε. Κι ὁ Χριστὸς τούς ρωτάει, Τί θέλετε; Ὄχι ἐπειδὴ δὲν ἐγνώριζε ἀλλὰ γιὰ νὰ τοὺς ἀναγκάση ν’ ἀποκριθοῦν καὶ νὰ ἀποκαλύψη τὴν πληγὴ καὶ ἔτσι νὰ βάλη ἐπάνω τὸ  φάρμακο. Κι αὐτοὶ κατακόκκινοι ἀπὸ τὴν ντροπή, γιατὶ τοὺς ἐκινοῦσε ἀνθρώπινο πάθος, τὸν πῆραν ξεχωριστά, μακρυὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ τὸν παρακάλεσαν. Γιατὶ λέει ὅτι προχώρησαν, ὥστε νὰ μὴ γίνη τὸ πρᾶγμα ὁλοφάνερο στοὺς μαθητὰς κι ἔτσι εἶπαν ὅ,τι ἐπιθυμοῦσαν. Καὶ ἐπειδὴ ἄκουαν, Θὰ καθίσετε σὲ δώδεκα θρόνους, ἐπιθυμοῦσαν κατὰ τὴ γνώμη μου τὸ πρωτεῖο τῆς συμπαρακαθήσεως αὐτῆς. Ἤξεραν ὅτι εἶχαν τὴν προτίμηση ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Φοβοῦνται ὅμως τὸν Πέτρο καὶ λένε· Πὲς νὰ καθίση ὁ ἕνας στὰ δεξιὰ κι ὁ ἄλλος ἀριστερά σου. Τὸν βιάζουν λέγοντας, Πές.  Κι ἐκεῖνος κάνοντας γνωστό, ὅτε δὲν ζητοῦσαν τίποτα πνευματικό, οὔτε θὰ τολμοῦσαν νὰ ζητήσουν τόσο μεγάλο πρᾶγμα, ἄν ἤξεραν τί ἦταν αὐτὸ ποὺ ζητοῦσαν, τοὺς λέει· Δὲν ξέρετε τί ζητᾶτε. Πόσο μεγάλο, πόσο ὑπέροχο, πόσο ἀνώτερο κι ἀπὸ τὶς ἀγγελικὲς δυνάμεις. Προσθέτει ἔπειτα·  Μπορεῖτε νὰ πιῆτε τὸ ποτήρι ποὺ εἶναι νὰ πιῶ καὶ νὰ δεχτῆτε τὸ βάπτισμα, ποὺ θὰ δεχτῶ;


Βλέπετε πῶς τοὺς ἀπομακρύνει ἀμέσως ἀπὸ τὴ σκέψη τους, μιλῶντας ἀπὸ τὰ ἀντίθετα; Μοῦ κάμετε λόγο γιὰ τιμὲς καὶ στεφάνωμα, τοὺς λέει. Σᾶς μιλῶ ἐγὼ γιὰ ἀγῶνες κι ἱδρῶτες. Αὐτὴ δὲν εἶναι ἡ ὥρα τῶν ἐπάλθων οὔτε θὰ φανερωθῆ τώρα ἐκείνη ἡ δόξα μου· τὸ παρὸν εἶναι σφαγὲ καὶ πόλεμοι καὶ κίνδυνοι. Προσέξετε ἀκόμα πῶς μὲ τὸν τρόπο τῆς ἐρωτήσεως καὶ τοὺς παρακινεῖ καὶ τοὺς  ἐλκύει.  Δὲν τοὺς εἶπε, Μπορεῖταε νὰ ὑπομείνετε τὴ σφαγή; Μπορεῖτε νὰ χύσετε τὸ αἷμα σας; Τοὺς εἶπε·  Μπορεῖτε νὰ πιῆτε τὸ ποτήρι; Κι ἔπειτα ἐλκύοντας τους· ποὺ εἶναι νὰ πιῶ. Γιὰ νὰ γίνουν πιὸ πρόθυμοι μὲ τὸ συνδεσμό τους μ’ ἐκεῖνον.  Κι ἀποκαλεῖ τὸ πάθος του βάπτισμα, δείχνοντας ὅτι θὰ προκύψη μεγάλος καθαρμὸς στὴν οἰκουμένη ἀπ’ αὐτό. Μποροῦμε, τοῦ ἀπάντησαν, περιμένοντας ν’ ἀκούσουν τὸ ναὶ στὴν αἴτησή τους. Κι ἐκεῖνος·  Τὸ ποτήρι νὰ τὸ πιῆτε καὶ νὰ δεχτῆτε τὸ βάπτισμα ποὺ θὰ δεχτῶ. Τοὺς προφητεύει μεγάλα ἀγαθά, ὅτι θ’ ἀξιωθοῦν τὸ μαρτύριο καὶ θὰ πάθουν ὅ,τι κι αὐτός·  θὰ τελειώσετε τὴ ζωή σας μὲ βίαιο θάνατο, θὰ εἶστε σ’ αὐτὰ συμμέτοχοί μου. Νὰ καθίσετε ὅμως δεξιὰ καὶ ἀριστερά μου, δὲν εἶναι δικαίωμά μου νὰ σᾶς τὸ παραχωρήσω. Τὸ δίνει ὁ Πατέρας σ’ αὐτοὺς γιὰ ὅποιους τὸ ἑτοίμασε.


γ΄. Ἀφοῦ ἐτόνωσε τὶς ψυχές τους καὶ τὶς ἀνέβασε ψηλότερα καὶ τὶς ἐξασφάλισε ἀπὸ τὴ λύπη, τότε διορθώνει τὴν αἴτησή τους. Ἀλλὰ τί σημαίνει ὁ τωρινός λόγος; Δύο πράγματα ζητοῦν οἱ πολλοί·  ἄν ἔχη ἑτοιμαστῆ γιὰ μερικοὺς ἡ παρακάθιση στὰ δεξιὰ του καὶ δεύτερο ἄν ὁ Κύριος τῶν ὅλων δὲν εἶναι Κύρος νὰ κάμη παραχώρηση σἐ  ἐκείνους, γιὰ ὅσους ἔγιεν ἡ προετοιμασία. Τί σημαίνει λοιπόν ὁ λόγος; Ἄν ἀπαντήσωμε στὸ πρῶτο, θ’ ἀοσαφηνισθῆ καὶ τὸ δεύτερο. Τὸ πρῶτο λοιπὸν σημαίνει ὅτι κανένας δὲ θὰ καθίση δεξιὰ κι ἀριστερά του. Εἶναι γιὰ ὅλους ἀπλησίαστος ὁ θρόνος αὐτός. Δὲ λέγω γιὰ τούς ἀνθρώπους καὶ τοὺς ἁγίους καὶ τοὺς ἀποστόλους μονάχα ἀλλἀ καὶ γιὰ τοὺς ἀγγέλους καὶ τοὺς ἀρχαγγέλους καὶ ὅλες τὶς δυνάμεις τοῦ οὐρανοῦ. Ὁ Παῦλος τὸ  θεωρεῖ σὰν ἐξαιρετικὴ τιμὴ πρὸς τὸ Μονογενῆ ὅταν λέη·  Σὲ ποιόν ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους εἶπε ποτέ, κάθισε στὰ δεξιά μου; Ἀκόμα καὶ στοὺς ἀγγέλους λέει· Αὐτὸς ποὺ κάμει τοὺς ἀγγέλους του πνεύματα. Ἐνῶ στὸ γιό του, Θρόνος σου, ὁ Θεός.  Πῶς λέει λοιπόν, Δὲν ἀνήκει σ’ ἐμένα νὰ σᾶς δώσω τὴν παρακάθηση στὰ δεξιὰ καὶ στ’ ἀριστερά μου; Ἐπειδὴ ἦσαν μεγάλα πρόσωπα αὐτοὶ ποὺ θὰ κάθονταν; Ὄχι βέβαια. Ἀλλὰ ἀποκρίθηκε σύμφωνα μὲ τὴν ἀντίληψη αὐτῶν ποὺ ρωτοῦσαν, συγκατεβαίνοντας στὸ διανοητικό τους ἐπίπεδο. Γιατὶ δὲν εἶχαν ἰδέα ἀπὸ τὸν ὑψηλὸ ἐκεῖνο θρόνο καὶ τὸ κάθισμα στὰ δεξιὰ τοῦ Πατέρα, ἀφοῦ ἀγνοοῦσαν καὶ τὰ πολὺ χαμηλὰ ἀπ’ αὐτά, ποὺ τὰ εἶχαν καθημερινὰ στ’ αὐτιά τους. Ἕνα ζήτοῦσαν μόνο, ν’ ἀπολαύσουν τὰ πρωτεῖα καὶ νὰ σταθοῦν μπροστὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ νὰ μὴν ὑπάρχη κοντινώτερος σ’ ἐκεῖνον ἀπ’ αὐτούς.


Αὐτὸ εἶπα καὶ πρὶν ἀπὸ λίγο·  ἄκουσαν δώδεκα θρόνους καὶ χωρὶς νὰ γνωρίζουν τὴ σημασία τοῦ λόγου, ἐπιδίωξαν τὸ προκάθισμα. Ἰδοὺ τὸ νόημαα τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ. Θὰ βρῆτε θάνατο γιὰ μένα, καὶ θὰ θυσιαστῆτε γιὰ τὸ κήρυγμα καὶ θὰ γίνετε μέτοχοι στὸ πάθος μου. Δὲν φτάνει ὅμως αὐτὸ νὰ σᾶς δώση τὴν ἀπόλαυση τοῦ προκαθίσματος καὶ τὴν κατοχὴ τῆς πρώτης θέσης. Ἄν καποιος ἔρθη μὲ τὸ εὔσημο τοῦ μαρτυρίου κι ἔχοντας περισσότερες ἀρετὲς ἀπὸ σᾶς, μπορεῖ νὰ σᾶς ἀγαπῶ τώρα καὶ νὰ σᾶς προτιμῶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους, δὲ θὰ παραμερίσω ὅμως ἐκεῖνον ποὺ τὸν διαλαλοῦν τὰ ἔργα του, γιὰ νὰ δώσω τὰ πρωτεῖα σὲ σᾶς.  Δὲν τοὺς μίλησε ἔτσι ὡστόσο, γιὰ νᾶ μῆν τοὺς λυπήση. Μ’ αἰνιγματικὴ ὅμως ἔκφραση ὑπονοεῖ λέγοντας τὸ ἴδιο. Θὰ πιῆτε τὸ δικὸ μου ποτήρι, καὶ θὰ δεχτῆτε τὸ βάπτισμα ποὺ δέχομαι. Νὰ καθίσετε ὅμως δεξιὰ καὶ ἀριστερά μου, δὲν ἀνήκει σ’ ἐμένα νὰ σᾶς τὸ δώσω, μὰ σ’ ὅποιους ἔχει ἑτομαστῆ. Καὶ γιὰ ποιούς ἑτοιμάστηκε;  Γι’ αὐτοὺς ποὺ μποροῦν νὰ λάμψουν μὲ τὰ ἔργα τους. Γι’  αὐτὸ δὲν εἶπε, δὲν ἀνήκει σ’ ἐμένα νὰ τὸ δώσω ἀλλὰ στὸν Πατέρα μου, γιὰ νὰ πῆ κανένας ὅτι δὲν ἔχει τὴν δύναμη μὴν πῆ τὴν ἱκανότητα τῆς ἀντίδοσης. Εἶπε μόνο, δὲν ἀνήκει σ’ ἐμένα ἀλλὰ σ’ ὅσους ἑτοιμάστηκε.


Γιὰ νὰ γίνη σαφέστερο ὅ,τι λέω, ἄς τὸ ἐφαρμόσωμε σ’ ἕνα παράδειγμα. Ἄς ὑποθέσωμε πὼς ὑπάρχει ἕνας ἀγωνοθέτης κι ἔπειτα ὅτι συμμετέχουν σ’ αὐτὸν τὸν ἀγῶνα πολλοὶ ἄριστοι ἀθληταί. Δύο ἀπ’ αὐτοὺς, πολὺ γνωστοὶ στὸν ἀγωνοθέτη, ἔρχονται καὶ τοῦ λένε μὲ τὸ θάρρος τῆς φιλίας τους.  Κάμε νὰ στεφανωθοῦμε καὶ ν’ ἀνακηρυχθοῦμε ἐμεῖς νικηταί. Κι ἐκεῖνος τοὺς λέει· Δὲν ἀνήκει σ’ ἐμένα νὰ σᾶς δώσω αὐτὸ τὸ δῶρο, ἀλλὰ σ’ αὐτοὺς γιὰ ὅσους ἑτοιμάστηκε ἀπὸ τοὺς κόπους καὶ τὸν ἱδρῶτα.  Θὰ τοῦ καταλογίσουμε τάχα ἀδυναμία; Καθόλου βέβαια. Θὰ παραδεχτοῦμε τὴ δικαιοσύνη καὶ τὴν ἀπροσωποληψία του.  Θὰ λέγαμε λοιπὸν πὼς ἐκεῖνος δὲ δίνει, ὄχι ἐπειδὴ δὲν μπορεῖ ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲ θέλει νὰ καταπατήση τοὺς κανόνες τῶν ἀγώνων οὔτε νὰ ταράξη τὴν τάξη τοῦ δικαίου.


Ἔτσι θὰ ἔλεγα ὅτι καὶ ὁ Χριστὸς ἔχει πεῖ, τὸ ἴδιο κατευθύνοντάς τους ἀπὸ παντοῦ νὰ ἔχουν, ἔπειτα ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας καὶ τῆς προκοπῆς τους στηριγμένη στὴν ἐπίδειξη τῶν δικῶν τους κατορθωμάτων. Γι’ αὐτὸ λέει· γιὰ ὅσους ἔχει ἑτοιμαστεῖ. Σὰ νὰ τοὺς λέει·  ἄν φανοῦν ἄλλοι καλύτεροί σας; Κι ἄν ἐπιτύχουν ἔργα ἀνώτερα; Μήπως ἐπειδὴ γίνατε μαθηταί μου, γι’ αὐτὸ καὶ θ’ ἀπολαύσετε τὰ πρωτεῖα, χωρὶς νὰ φανῆτε ἄξιοι τῆς ἐκλογῆς μου; Ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Κύριος τῶν ὅλων, φαίνεται ἀπὸ τὸ ὅτι ὁλόκληρη ἡ κρίση εἶναι ἔργο του Ἔτσι λέει στὸν Πέτρο. Ἐγὼ θὰ σοῦ δώσω τὰ κλειδιὰ τῶν οὐρανῶν. Κι ὁ Παῦλος τὸ ἴδιο λέει·  Μοῦ ἀπομένει ὁ στέφανος τῆς δικαιοσύνης, ποὺ θὰ μοῦ τὸν δώση ὁ Κύριος, ὁ δίκαιος κριτής, τὴν ἡμέρα ἐκείνη.  Κι ὄχι σ’ ἐμένα μονάχα, ἀλλὰ σ’ ὅλους ποὺ ἐπιθύμησαν τὴν ἐπιφάνειά του. Κι ἔχει γίνει ἡ ἐπιφάνεια τοῦ Χριστοῦ.  Κι εἶναι σ’ ὅλους φανερὸ ὅτι κανένας δὲ θὰ σταθῆ πιὸ μπροστὰ ἀπὸ τὸν Παῦλο.


Μὴν ἀπορήσης ἄν ἐκφράστηκε γι’ αὐτὰ μὲ κάποια ἀσάφεια. Οἰκονομοῦσε τὴν ἀποτροπὴ τους ἀπὸ τὸ νὰ τὸν ἐνοχλοῦν ἀνώφελα γιὰ πρωτεῖα. Ἦταν ἀνθρώπινο τὸ πάθος τους καὶ δὲν ἤθελε συνάμα νὰ τοὺς λυπήση· τὰ πετυχαίνει μὲ τὴν ἀσάφεια καὶ τὰ δύο. Τότε ἀγανάκτησαν οἱ δέκα γιὰ τοὺς δύο. Πότε τότε; Ὅταν τοὺς ἔκαμε τὴν ἐπιτίμηση. Ὥσπου ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε βγάλει ἀπόφαση, δὲν ἀγανακτοῦσαν. Ἔβλεπαν τὴ προτίμηση σ’ αὐτούς, τὴ δέχονταν ὅμως καὶ σιωποῦσαν, ἐπειδὴ ἐσέβονταν καὶ τιμοῦσαν τὸ Δάσκαλο. Κι ἄν ἐδοκίμαζαν μέσα τους κάποια λύπη, δὲν ἐτολμοῦσαν νὰ τὴ φανερώσουν. Κάτι ἀνθρώπινο εἶχαν πάθε καὶ μὲ τὸ Πέτρο, ὅταν ἔδωσε τὰ δίδραχμα, ἀλλὰ δὲ θύμωσαν· ρώτησαν μόνο. Ποιός εἶναι λοιπὸν μεγαλύτερος; Ἐδῶ ὅμως θύμωσαν, ἐπειδὴ ἡ αἴτησή  ἔγινε ἀπὸ τοὺς μαθητάς. Μὰ κι ἐδῶ πάλι δὲν ἀγανακτοῦν ἀμέσως, μόλις τὸ ἐζήτησαν, ἀλλὰ ὅταν ὁ Χριστὸς τοὺς ἐπιτίμησε καὶ τοὺς εἶπε ὅτι δὲ θἀ ἀπολαύσουν τὰ πρωτεῖα, ἄν δὲν κάμουν τὸν ἑαυτό τους ἄξιο γι’ αὐτό.


δ΄. Εἶδες τὴν ἀτέλεια ὅλων; Κι αὐτῶν ποὺ ξεσηκώνονταν ἐναντίον τῶν δέκα κι ἐκείνων ποὺ φθονοῦσαν τοὺς δύο. Δεῖξε μού τους ὅμως ἔπειτα, ὅπως εἶπα καὶ θὰ τοὺς δῆς ἐλεύθερους ἀπὸ τὰ πάθη αὐτά. Ἄκουσε λοιπὸν πῶς ὁ ἴδιος ὁ Ἰωάννης, αὐτὸς ποὺ τώρα ἦρθε γιὰ τὰ πρωτεῖα, ὑποχωρεῖ παντοῦ μπροστὰ τὸν Πέτρο, ὅταν μιλᾶ καὶ θαυματουργεῖ μέσα στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Δὲν κρύβει τὰ κατορθώματά του οὔτε ἀποσιωπᾶ τὴν ἀπολογία του, ποὺ ἔκαμε ἐνῶ ὅλοι σιωποῦσαν καὶ τὴν εἴσοδό του στὸν τάφο καὶ θέτει τὸν Πέτρο μπροστὰ ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Ἐπειδὴ ἔμειναν κι οἱ δύο κοντά του τὴν ὥρα τῆς σταυρώσεως μετριάζοντας τὸν αὐτοέπαινό του λέει, ὅτι Ἦταν γνώριμος στὸν ἱερέα ἐκεῖνος ὁ μαθητής. Ὁ Ἰάκωβος πάλι δὲν ἔζησε πολὺ ἔπειτα. Ἀπὸ τὴν ἄρχὴ ἔνιωσε τόση φλόγα μέσα του καὶ παραιτῶντας ὅλα τὰ ἀνθρώπινα ἀνέβηκε σὲ ὕψος ἀπερίγραπτο, ὥστε νὰ θυσιαστῆ ἀμέσως. Ἔτσι μὲ ὅλες τὶς πράξεις τους ἔφτασαν ἀργότερα στὸ ἄκρο τῆς τελειότητας. Τότε ὅμως εἶχαν ἀγανακτήσει.


Καὶ ὁ Χριστός; Ἀφοῦ τοὺς κάλεσε κοντά το τοὺς λέει·  θὰ τοὺς ἐξουσιάσουν οἱ ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν. Ἐπειδὴ ἐτρόμαξαν καὶ ταράχτηκαν, τοὺς καταπαραΰνει πρὶν ἀπὸ τὸ λόγο μὲ τὴν πρόσκληση καὶ μὲ τὴν προσέλκυσή τους κοντά του. Γιατὶ οἱ δύο, ἀφοῦ ἀποσπάστηκαν ἀπὸ τὸν κύκλο τῶν δώδεκα, στέκοντα πιὸ κοντά του καὶ τοῦ μιλοῦσαν σὰν ἴσοι.  Γι’ αὐτὸ καὶ τοὺς φέρνει κοντά του μ’ αὐτὸ τὸ σκοπὸ καὶ γιὰ νὰ διακωμωδήση τὸ ζήτημά του καὶ νὰ τὸ ξεσκεπάση στοὺς ἄλλους, διασκεδάζοντας τὸ πάθος κι αὐτῶν κι ἐκείνων. Καὶ δὲν τὸ μετριάζει τώρα ὅπως πρῶτα. Πρῶτα παρουσιάζει μικρὰ παιδιὰ καὶ τοὺς προτρέπει νὰ μιμηθοῦν τὴν ἁπλότητα καὶ τὴν ταπεινωσύνη τους. Ἐδῶ τοὺς προτρέπειι ἀπὸ τὸ ἀντίθετο ἐντονώτερα· οἱ ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν θὰ τοὺς ἐξουσιάσουν καὶ οἱ μεγάλοι θὰ τοὺς ὑποδουλώσουν. Δὲ θὰ γίνη ὅμως ἔτσι σ’ ἐμᾶς· ἀλλὰ ὅποιος θέλει νὰ γίνη μεγάλος ἀνάμεσά μας, αὐτὸς θὰ εἶναι ὑπηρέτης ὅλων. Κι ὅποιος θέλει νὰ εἶναι πρῶτος, ἄς εἶναι ὁ πιὸ τελευταῖος ἀπὸ ὅλους. Δείχνει πὼς ὁ ἔρωτας τῶν πρωτείων εἶναι γνώρισμα τῶν ἐθνικῶν.  Γιατὶ τὸ πάθος εἶναι τυραννικὸ καὶ συνεχῶς ἐνοχλεῖ ἀκόμα καὶ μεγάλους ἄνδρες. Γι’ αὐτὸ καὶ χρειάζεται ἐντονώτερη καταδίκη καὶ τοὺς ἀγγίζει κι ἐκείνους βαθύτερα παρουσιάζοντας ἄρρωστη τὴν ψυχή τους μὲ τὴν παράθεση τῶν ἐθνῶν.


Μετριάζει ἔτσι ἐκείνων τὸ φθόνο κι αὐτῶν τὴν παραφροσύνη, σχεδὸν λέγοντάς τους. Μὴν ἀγανακτῆτε, γιατὶ τάχα σᾶς ἔχουν προσβάλει. Τὸν ἑαυτὸ τους πιὸ πολύ βλάπτουν κι ἐξευτελίζουν ὅσοι ζητοῦν ἔτσι τὰ πρωτεῖα· βρίσκονται στὴν ἔσχατη θέση. Δὲ γίνεται σ’ ἐμᾶς ὅ,τι στοὺς ἔξω. Οἱ ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν τοὺς ἐξουσιάζουν. Στὸ δικό μου βασίλειο, πρῶτος γίνεται ὁ τελευταῖος. Ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι λόγος ἁπλός, δέξου τὴν ἀπόδειξη ἀπὸ ὅσα πράττω κι ὅσα παθαίνω. Ἐγὼ ἔκαμα καὶ κάτι περισσότερο. Ἄν καὶ ἤμουν βασιλιὰς τῶν δυνάμεων τοῦ οὐρανοῦ, θέλησα νὰ γίνω ἄνθρωπος καὶ καταδέχτηκα νὰ περιφρονηθῶ καὶ νὰ ἐξευτελιστῶ. Μὰ δὲν περιωρίστηκα σ’ αὐτά· ἔφτασα ὡς τὸ θάνατο. Γι’ αὐτὸ λέει· Καθὼς ὁ Γιὸς τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἦρθε νὰ ὑπηρετηθῆ ἀλλὰ νὰ ὑπηρετήση καὶ νὰ δώση τὴν ψυχή του ἐξαγορά πολλῶν. Καὶ δὲ σταμάτησα λέει ὡς ἐδῶ·  ἀλλὰ ἔδωσα ἐξαγορὰ λυτρώσεως τὴν ψυχή μου. Καὶ λύτρωση ποιῶν; Τῶν ἐχθρῶν μου. Σὺ ἄν ταπεινωθῆς, τὸ κάμεις γιὰ τὸν ἑαυτό σου· ἐγὼ ὅμως γιὰ σένα.


Μὴ φοβηθῆς λοιπόν, γιατὶ τάχα μειώνεται ἡ ἀξία σου. Ὅσο κι ἄν ταπεινωθῆς, δὲν μπορεῖς νὰ κατεβῆς τόσο, ὅσο ὁ Κύριός σου. Ἡ κατάβαση ὅμως ἐγινε ἀνάβαση ὅλων κι ἔκαμε νὰ λάμψη ἡ δόξα του. Προτοῦ γίνη ἄνθρωπος, ἦταν γνωστὸς στοὺς ἀγγέλους μόνο. Ὅταν ὅμως ἔγινε ἀνθρωπος τὴ δόξα δὲν ἐλάττωσε ἀλλὰ πῆρε κι ἄλλη, τοῦ γνωρισμοῦ του μὲ τὴν οἰκουμένη. Μὴ φοβηθῆς λοιπὸν ὅτι  μειώνεται ἡ ἀξία σου, ἄν ταπεινωθῆς. Ἀντίθετα ἔτσι αὐξάνεται ἡ δόξα σου· ἔτσι γίνεται μεγαλύτερη. Αὐτὴ εἶναι ἡ πύλη τῆς Βασιλείας. Ἄς μὴν ἀκολουθήσωμε τὸν ἀντίθετο δρόμο κι ἄς μὴν πολεμοῦμε τὸν ἑαυτὸ μας.


Ἅν ἐπιθυμήσωμε νὰ φανοῦμε μεγάλοι, δὲ θὰ γίνουμε μεγάλοι ἀλλὰ πιὸ ἀνάξιοι ἀπ’ ὅλους. Εἶδες πῶς τοὺς παρακινεῖ μὲ τὰ ἀντίθετα παραδείγματα, δίδοντάς τους ὅ,τι ἐπιθυμοῦν; Στὰ προηγούμενα τὸ ἐδείξαμε ἀναλυτικά. Ἔτσι ἔκαμε καὶ στὴ περίπτωση τῶν φιλοχρήματων καὶ τῶν κενόδοξων. Γιὰ ποιὸ λόγο, ρωτάει ἐλεεῖς μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους; Γιὰ νὰ κερδίσης δόξα; Μὴν κάμης ἔτσι λοιπὸν καὶ θὰ κερδίσης δόξα ἐξάπαντος. Γιὰ ποιό λόγο μαζεύεις θησαυρούς; Γιὰ νὰ πλουτήσης.  Μὴ μαζέψης θησαυροὺς καὶ θὰ πλουτήσης. Ἔτσι καὶ ἐδῶ. Γιὰ ποιὸ λόγο ἐπιθυμεῖς πρωτεῖα; Γιὰ νὰ πηγαίνης μπροστὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους; Διάλεξε λοιπὸν τὴν τελευταία θέση καὶ τότε θ’ ἀπολαύσης τὰ πρωτεῖα. Ἄν θέλης λοιπὸν νὰ γίνης μεγάλος μὴν ἐπιδιώκης νὰ γίνης μεγάλος καὶ τότε θὰ γίνης μεγάλος. Ἐκεῖνο σὲ κάνει μικρό.


ε΄. Βλέπεις πῶς τοὺς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸ νόσημά τους; Μὲ τὸ νὰ τοὺς δείξη ὅτι κι ἀπὸ κεῖνο ξεπέφτουν καὶ μὲ τοῦτο πετυχαίνουν. Γιὰ ν’ ἀποφύγουν τὸ ἕνα καὶ νὰ ἐπιδιώξουν τὸ ἄλλο. Γι’ αὐτὸ τοὺς ἐθύμισε καὶ τὰ ἔθνη· γιὰ νὰ παρουσιάση τὸ πρᾶγμα κι ἀπ’ αὐτὴν τὴν πλευρὰ αἰσχρὸ καὶ σιχαμερό. Γιατὶ ὁ ὑπερήφανος εἶναι ἀνάγκη νὰ ταπεινώνεται καὶ ἀντίθετα ὁ ταπεινὸς νὰ ὑψωθῆ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὕψος τὸ ἀληθινὸ καὶ γνήσιο, ποὺ δὲ βρίσκεται μόνο στὸ ὄνομα καὶ τὴν προσωνυμία. Καὶ τὸ ἐξωτερικὸ εἶναι ἀποτέλεσμα ἀνάγκης καὶ φόβου, τοῦτο ὅμως ἁρμόζει στὸ Θεό. Τοῦτος ὁ ἄνθρωπος μένει ἀνώτερος κι ἄς μὴν τὸν θαυμάζη κανένας, ὅπως κι ἐκεῖνος πάλι εἶναι ἀπ’ ὅλους πιὸ ἀνάξιος κι ἄς τὸν ὑπηρετοῦν ὅλοι. Αὐτὴ εἶναι μιὰ ἀναγκαστικὴ τιμὴ γι’  αὐτὸ κι εὔκολα διαρρέει·  ἡ ἄλλη ὅμως ἐλεύθερη, γι’ αὐτὸ καὶ παραμένει σταθερή. Ἐξ ἄλλου καὶ τοὺς ἁγίους τοὺς θαυμάζομε γι’ αὐτό·  ἐπειδὴ ταπείνωναν τὸν ἑαυτό τους περισσότερο ἀπ’ τὸν καθένα, ἐνῶ ἦσαν ἀνώτεροι ἀπὸ ὅλους. Γι’ αὐτὸ κι ὡς σήμερα μένουν στὸ ψηλό τους βάθρο καὶ μήτε ὁ θάντατος δὲν τὸ χαμήλωσε.


Ἄν θέλης ἄς ἐξετάσωμε τὸ  ἴδιο πρᾶγμα καὶ μὲ συλλογισμούς. Λέμε κάποιον πὼς εἶναι ψηλὸς ἤ γιὰ τὸ ὕψος τοῦ σώματός του ἤ ὅταν τύχη νὰ στέκεται σὲ ψηλὸ τόπο. Ὅμοια καὶ ὁ ταπεινὸς ἀπὸ τὰ ἀντίθετα. Ἄς δοῦμε λοιπὸν ποιός ἔχει αὐτὴν τὴν ἰδιότητα·  ὁ ἀλαζόνας ἤ ὁ μετριοπαθής. Γιὰ νὰ δῆς ὅτι τίποτα δὲν εἶναι πιὸ ὑψηλὸ ἀπὸ τὴν ταπεινοφροσύνη καὶ τίποτα πιὸ χαμηλὸ ἀπὸ τὴν ἀλαζονεία. Ὁ ἀλαζόνας θέλει νὰ εἶναι ὁ μεγαλύτερος ἀπὸ ὅλους καὶ τίποτα δὲ νομίζει πὼς τοῦ εἶναι ἄξιο·  ὅση κι ἄν τοῦ προσφερθῆ τιμή, ἐπιθυμεῖ περισσότερη κι ἐπιδιώκει. Νομίζει πὼς τίποτα δὲν τοῦ προσφέρθηκε, περιφρονεῖ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὴν τιμή τους ὡστόσο ἀποζητᾶ. Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη ἀνοησία. Μοιάζει μὲ αἴνιγμα·  αὐτοὺς ποὺ γιὰ μηδὲν τοὺς λογαριάζει, ἀπ’ αὐτοὺς θέλει νὰ δοξάζεται.


Εἶδες πῶς ὅποιος θέλει νὰ ἐπαρθῆ καὶ νὰ ψηλώση πέφτει καὶ μένει στὰ χαμηλά; Δογματίζει ὅτι θεωρεῖ μηδενικὰ τοὺς ἄλλους σὲ σχέση μὲ τὸν ἑαυτό του·  κι αὐτὸ εἶναι ἡ ἀλαζονεία. Γιατί λοιπὸν καταφεύγεις στὸ μηδενικό; Γιατὶ ζητᾶς ἀπὸ κεῖνον τιμή; Γιατὶ σέρνεις μαζί σου τόσο πλῆθος; Βλέπετε τὸν ταπεινὸ στὴν ταπεινὴ του θέση; Ἄς στρέψωμε σ’ αὐτὸν τὴν προσοχή μας. Γνωρίζει αὐτὸς τὴν ἀξία τοῦ ἀνθρώπου, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι μεγάλο πρᾶγμα, ἐνῶ ὁ ἴδιος εἶναι ὁ ἐλάχιστος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ γι’ αὐτὸ ὅποια τιμὴ κι ἄν τοῦ κάνουν τὴ θεωρεῖ σημαντική. Ὥστε αὐτὸς ἀκολουθεῖ τὸν ἑαυτὸ του, μένει ὑψηλὸς καὶ δὲ μεταβάλλει τὴν ἀπόφασή του. Ὅποιος δηλαδὴ θεωρεῖ τοὺς ἄλλους μεγάλους, μεγάλες θεωρεῖ καὶ τὶς τιμὲς ἀπ’ αὐτοὺς , ἀκόμα κι ἄν εἶναι μικρές, ἐπειδὴ αὐτοὺς  τοὺς θεωρεῖ μεγάλους. Ὁ ἀλαζόνας ὅμως θεωρεῖ μηδενικὰ ὅσους τὸν τιμοῦν, ἐνῶ τὶς τιμὲς ἀπ’ αὐτοὺς τὶς χαρακτηρίζει μεγάλες.


Ἀκόμα, ὁ ταπεινὸς  δὲν εἶναι αἰχμάλωτος κανενὸς πάθους·  δὲν μπορεῖ νὰ τον πειράξη ἡ ὀργή, οὔτε ὁ ἔρωτας τῆς δόξας, οὔτε ὁ φθόνος, οὔτε ἡ ζήλεια. Ὑπάρχει ἀνώτερο ἀπὸ  ψυχὴ ἀπαλλαγμένη ἀπ’ αὐτά; Ὁ ἀλαζόνας ὅμως ἐξουσιάζεται ἀπὸ ὅλα αὐτά, σὰν τὸ σκουλήκι ποὺ κυλιέται στὸ βόρβορο, γιατὶ κι ἡ ζήλεια κι ὁ φθόνος κι ὁ θυμὸς βασανίζουν ἀδιάκοπα τὴν ψυχή του . Ποιός εἶναι λοιπὸν ὑψηλός;  ὁ νικητὴς τῶν παθῶν ἤ ὁ δοῦλος τους; Αὐτὸς ποὺ τρέμει ἐξ αἰτίας τους καὶ φοβᾶται ἤ αὐτὸς ποὺ δὲν ὑποτάζεται οὔτε αἰχμαλωτίζεται ἀπ’ αὐτά; Ποιό πουλὶ θὰ ποῦμε ὅτι πετᾶ ψηλότερα;  Αὐτὸ ποὺ εἶναι πιὸ πάνω ἀπὸ τὰ χέρια καὶ τὰ καλάμια τοῦ κυνηγοῦ ἤ ἐκεῖνο ποὺ μήτε καλάμι δὲν ἀφίνει τὸν κυνηγό του νὰ χρησιμοποιήση, ἐπειδὴ χαμοπετᾶ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ψηλώση;


Τέτοιος εἶναι ὁ ὑπερήφανος· ἕρπει στὸ χῶμα καὶ τὸν πιάνει εὔκολα κάθε παγίδα. στ΄. Ἄν θέλης κοίταξε τὸ πρᾶγμα κι ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ πονηροῦ ἐκείνου δαίμονα. Τὶ πιὸ ταπεινὸ ἀπὸ τὸ διάβολο, ἀπὸ τότε ποὺ ψήλωσε τὸν ἑαυτό του, καὶ πιὸ ψηλὸ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ θέλει νὰ ταπεινώση τὸν ἑαυτό του;  Ἐκεῖνος σέρνεται χάμω κι εἶναι κάτω ἀπὸ τὴ φτέρνα μας –πατεῖτε, ὁρίζει, πάνω στὰ φίδια καὶ τοὺς σκορπιούς. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει θέση ψηλὰ μὲ τοὺς  ἀγγέλους. Ἄν θέλης αὐτὸ νὰ τὸ διαπιστώσης κι ἀπὸ ὑπερήφανους ἀνθρώπους, σκέψου ἐκεῖνο τὸ βάρβαρο ποὺ ὁδηγεῖ τόσο στρατὸ καὶ δὲ γνωρίζει μήτε ὅσα εἶναι σ’ ὅλους γνωστά, ὅτι ἡ πέτρα εἶναι πέτρα καὶ τὰ εἴδωλα εἴδωλα. Γι’ αὐτὸ κι ἀπὸ τοῦτα ἦσαν κατώτερος. Οἱ εὐσεβεῖς ὅμως καὶ πιστοὶ ἀνεβαίνουν ψηλότερα ἀπ’ τὸν ἥλιο. Ἀπὸ τουτους δὲν ὑπάρχει ψηλότερο. Ἀφου ξεπερνοῦν τοὺς θόλους τοῦ οὐρανου καὶ προσπερνῶντας τοὺς ἀγγέλους στέκονται δίπλα στὸ βασιλικὸ θρόνο. Μπορεῖς νὰ συμπεράνης κι ἀπὸ ἄλλο σημεῖο τὴ μηδαμινόητά τους. Ποιός εἶναι πιθανὸ νὰ ταπεινωθῆ; Ὅποιος βοηθεῖται ἀπὸ τὸ Θεὸ ἤ ὅποιος πολεμεῖται ἀπ’ αὐτόν; Εἶναι φανερὸ ὅτι ὅποιος πολεμεῖται. Ἄκουσε λοιπὸν τί λέει γιὰ τὸν καθένα ἀπὸ τοὺς δύο ἡ Γραφή. Ὁ Θεὸς ἐναντιώνεται στοὺς ὑπερηφάνους, δίνει τὴ χάρη του στοὺς ταπεινούς.


Θὰ σὲ ρωτήσω καὶ κάτι ἄλλο. Ποιὸς εἶναι ὑψληλότερος; Ὅποιος ἔχει ἀφιερωθῆ στὸ Θεὸ καὶ προσφέρει τὴ θυσία ἤ ὄποιος δὲν ἔχει καθόλου παρρησία μπορστά του; Καὶ ποιὰ θυσία προσφέρει ὁ ταπεινός; ρωτᾶ. Ἄκουσε τὸ Δαυΐδ·  θυσία στὸ Θεὸ εἶναι ἡ συντετριμμένη ψυχή.  Μιὰ συντετριμμένη καὶ ταπεινωμένη καρδιά, ὁ Θεὸς δὲν τὴν ἐκμηδενίζει. Αὑτὴ εἶναι ἡ καθαρότητα τοῦτου.  Κοίταξε ἐκείνου τὴν ἀκαθαρσία. Κάθε ὑπερήφανος εἶναι ἀκάθαρτος γιὰ τὸ Θεό. Στὸν ἕνα λοιπὸν βρίσκει ἀνάπαυση ὁ Θεός. Σὲ ποιὸν νὰ ρίξω τὰ βλέμματά μου, λέει ὁ Θεός, ἄν ὄχι στὸν πρᾶο καὶ στὸν ἥσυχο καὶ σ’ αὐτὸν ποὺ τρέμει τὰ λόγια του; Ὁ ἄλλος σέρνεται μαζί μὲ τὸ διάβολο. Γιατὶ ὁ φαντασμένος παθαίνει ὅ,τι κι ἐκεῖνος. Γι’ αὐτὸ κι ὁ Παῦλος ἔλεγε·  Μήπως πέση σὲ κρῖμα τυφλωμένος ἀπὸ ἕπαρση. Καὶ τοῦ τυχαίνει τὸ ἀντίθετο ἀπὸ ὅ,τι ἐπιθυμεῖ. Θέλειν νὰ φαίνεται, γιὰ νὰ τὸν τιμοῦν. Κι εἶναι αὐτὸς ποὺ περιφρονεῖται περισσότερο ἀπ’ ὅλους. Αὐτοὶ εἶναι καταγέλαστοι, οἱ ἐχθροὶ κι οἱ ἀντίπαλοι ὅλων, τὰ εὔκολα θύματα, οἱ εὔκολοι στὸ θυμό, οἱ ἀκάθαρτοι γιὰ τὸ Θεό. Ὑπάρχει χειρότερο ἀπ’ αὐτό; Αὐτὸ εἶναι τὸ ἄκρον ἄωτο τῶν κακῶν.


Καὶ τί εἶναι πιὸ ὡραῖο ἀπὸ τοὺς ταπεινούς; Καὶ τί θὰ τοὺς δώση περισσότερη μακαριότητα, παρὰ ὅταν εἶναι ποθητοὶ κι ἀξιαγάπητοι ἀπὸ τὸ Θεό; Ἀλλὰ αὐτοὶ ἀπολαμβάνουν καὶ τὴ δόξα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους κι ὅλοι τοὺς τιμοῦς σὰν πατέρες τους, τοὺς ἀσπάζονται σὰν ἀδελφούς, τοὺς δέχονται σὰν δικούς τους. Ἄς γίνωμε λοιὸν ταπεινοί, γιὰ νὰ γίνωμε ὑψηλοί. Γιατὶ ἡ ὑπερηφάνεια ταπεινώνει ὑπερβολικά.  Αὐτὴ ἐταπείνωσε τὸν Φαραώ. Δὲν γνωρίζω λέει τὸν Κύριο κι ἔγινε χειρότερος ἀπὸ τὶς μύγες, τὰ βατράχια καὶ τὶς κάμπιες καὶ μὲ τὰ ὅπλα μαζὶ καὶ τὰ ἄλογα καταποντίστηκε. Ἀντίθετα μ’ αὐτὸν ὁ Ἀβραὰμ λέει· Ἐγὼ εἶμαι γῆ καὶ τέφρα καὶ νίκησε ἀμέτρητους βαρβάρους. Ἔπεσε μέσα στοὺς Αἰγυπτίους καὶ γύρισε κερδίζοντας λαμπρότερο ἀπὸ τὸ προηγούμενο τρόπαιο. Κρατῶντας σταθερὰ αὐτὴν τὴν ἀρετὴ γινόταν ὅλο καὶ ψηλότερος. Γι’ αὐτὸ παντοῦ μιλᾶνε γι’ αὐτὸν, γι’ αὐτὸ τὸν δοξάζουν καὶ τὸν διαλαλοῦν. Ἐνῶ ὁ Φαραὼ ἔγινε χῶμα καὶ τέφρα καὶ ὅ,τι χειρότερο ἀπ’ αὐτά.


Τίποτα δὲ μισεῖ ὁ Θεὸς ὅσο τὴν ὑπερηφάνεια.  Γι’ αὐτὸ ἔκαμε ἀπ’ τὴν ἀρχὴ τὰ πάντα, γιὰ νὰ ἐξαλείψη τοῦτο τὸ πάθος. Γι’ αὐτὸ γίανμε θνητοὶ καὶ ταλαιπωρούμαστε μὲ λύπες καὶ θρήνους, μὲ ἀσταμάτητο πόνο, ἱδρῶτα καὶ ἐργασία. Ἀπὸ ἀλαζονεία ἀμάρτησε ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, ὅταν ἤλπισε πὼς θὰ γινόταν ἴσος μὲ τὸ Θεό. Γι’ αὐτὸ δὲν ἔμεινε μὲ ὅσα εἶχε ἀλλὰ τὰ στερήθηκε κι αὐτά. Τέτοια ἡ ἀλαζονεία ὄχι μονάχα δὲ δίνει κανένα ὄφελος στὴ ζωὴ ἀλλὰ μᾶς περιορίζει κι ὅσα ἐπιτύχαμε. Ἐνῶ ἡ ταπεινοφροσύνη ὄχι μόνο δὲν περιορίζει ὅσα ἔχουμε ἀλλὰ μᾶς προσθέτει κι ὅ,τι δὲν ἔχουμε. Αὐτὴ λοιπὸν ἄς ζηλέψουμε, αὐτὴ ἄς ἐπιδιώξουμε γιὰ ν’ ἀπολαύσουμε καὶ τὴν τωρινὴ τιμή καὶ νὰ ἐπιτύχωμε καὶ τὴ μελλοντικὴ δόξα μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.


 Σ’ Αὐτὸν καὶ τὸν Πατέρα καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν.


Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον  τ.  Β΄


Μητροπολίτου Τρίκκης καὶ Σταγῶν Διονυσίου