Τρίτη 30 Απριλίου 2024

Τρίτη – Ανάθεμα

 Δέλτα Πηνελόπη


Η τελευταία ώρα του Ιησού έφθανε, και το ήξερε. Η αποστολή του τελείωνε. Παρατώντας κάθε προφύλαξη, αδιαφορώντας πια για κάθε συνέπεια, σηκώνεται μέσα στο ιερό, και, εμπρός στους αρχηγούς της Θρησκείας, αποτείνει το λόγο στους μαθητές του και στο λαό, κεραυνοβολεί τους αρχιερείς και Σαδδουκαίους, Φαρισαίους, νομικούς και διαβασμένους, αναθεματίζοντας και στιγματίζοντας στην αιωνιότητα την υποκρισία τους, το μικρόψυχο φθόνο τους, τις αμέτρητες αμαρτίες τους. Και λέγει ο Ιησούς:


– Στην καθέδρα του Μωυσή κάθισαν οι γραμματισμένοι και οι Φαρισαίοι όσα λοιπόν σας πουν να κάνετε, κάνετέ τα. Κατά τα έργα τους όμως μην κάνετε, γιατί αυτοί λέγουν και δεν κάνουν. Δένουν φορτία βαριά και δυσκολοβάσταχτα, και τα φορτώνουν στους ώμους των ανθρώπων, και οι ίδιοι δε θέλουν ούτε με το δάχτυλο τους να τα κουνήσουν.


Όλα τους τα έργα τα κάνουν για να φαίνονται στους ανθρώπους. Πλαταίνουν τα φυλαχτάρια και μακραίνουν τα κρόσια στους ποδογύρους τους, αλλά και γυρεύουν τις πρώτες θέσεις στα γεύματα, και τις πρωτοκαθεδρίες στις συναγωγές, και τις τιμές στις αγορές, και θέλουν να τους λέγει ο κόσμος: «Ραββί, Ραββί…»


Τρίτη - Ανάθεμα


Και προστάζει ο Ιησούς:


– Εσάς όμως να μη σας φωνάζουν Ραββί, γιατί ένας είναι ο δάσκαλος σας, ο Χριστός, και σεις όλοι αδέλφια είστε. Και πατέρα σας μην κράζετε κανένα στη γη, γιατί ένας είναι ο Πατέρας σας, εκείνος που είναι στους ουρανούς. Και μη σας λέγουν οδηγούς, γιατί ένας είναι ο οδηγός σας, ο Χριστός. Ο μεγαλύτερος σας να γίνει υπηρέτης σας, γιατί όποιος θέλει να υψώσει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί, και ο ταπεινός θα υψωθεί.


Ήταν συμβουλές ακριβώς αντίθετες με τα καμώματα των αρχιερέων και Φαρισαίων. Και αφού ένα ένα είπε στο λαό αυτά όλα, στράφηκε στους Φαρισαίους και, ξεσπάζοντας, φώναξε:


– Αλίμονο σας όμως, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές, που κατατρώγετε της χήρας το σπίτι, απατώντας την με τις μακριές σας προσευχές.[1] Γι’ αυτό η καταδίκη σας θα είναι βαρύτερη.


«Αλίμονο σας, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές, που κλείετε τη Βασιλεία των Ουρανών εμπρός στους ανθρώπους, και σεις ούτε μπαίνετε ούτε άλλους αφήνετε να μπουν.


«Αλίμονο σας, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές, που γυρίζετε θάλασσα και στεριά, για να κάνετε έναν προσήλυτο· και όταν επιτύχετε, τον κάνετε υιό της Γέεννας, χειρότερο από σας.


«Αλίμονο σας, οδηγοί τυφλοί, που λέτε: Όποιος ορκιστεί στο ναό, ο όρκος του δε μετρά, μα όποιος ορκιστεί στο χρυσάφι του ναού, χρεωστεί να βαστάξει τον όρκο του! Ανόητοι και τυφλοί! Γιατί τι είναι μεγαλύτερο, το χρυσάφι ή ο ναός που αγιάζει το χρυσάφι; Και: Όποιος ορκιστεί στο θυσιαστήριο δεν υποχρεώνεται, μα όποιος ορκιστεί στην προσφορά που είναι απάνω στο θυσιαστήριο υποχρεώνεται! Ανόητοι και τυφλοί! Γιατί τι είναι μεγαλύτερο, η προσφορά ή το θυσιαστήριο που αγιάζει την προσφορά; Όποιος λοιπόν ορκιστεί στο θυσιαστήριο, ορκίζεται σ’ αυτό και σε ό,τι είναι απάνω του· και όποιος ορκιστεί στο ναό, ορκίζεται σ’ αυτόν και στο Θεό που τον κατοικεί. Και όποιος ορκιστεί στον ουρανό, ορκίζεται στο θρόνο του Θεού και σ’ εκείνον που κάθεται στο θρόνο.


«Αλίμονο σας, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές, που πληρώνετε το δέκατο του δυόσμου, του άνηθου και του κύμινου, και παραμελήσατε τα σημαντικότερα του νόμου, τη δικαιοσύνη, το έλεος και την πίστη. «Και αυτά να τα κάνετε έπρεπε, μα κι εκείνα να μην τ’ αμελήσετε. Οδηγοί τυφλοί, διυλίζετε το κουνούπι, και καταπίνετε την καμήλα.


«Αλίμονο σας, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές, που καθαρίζετε το εξωτερικό του ποτηριού και του πιάτου, και μέσα είναι γεμάτο αρπαγή και αδικία. Αυτό το έλεγε ο Ιησούς, για να χτυπήσει τις παραλυσίες των Φαρισαίων και των αρχιερέων, που μεθούσαν και ξεφάντωναν σε ατέλειωτα γεύματα, πληρωμένα με αργυρολογίες και κλεψίματα.


Και τους λέγει ο Ιησούς:


– Φαρισαίε τυφλέ, πάστρεψε πρώτα το μέσα του ποτηριού και του πιάτου -δηλαδή όσα με αδικίες απέκτησες και χαίρεσαι- για να είναι το έξω καθαρό.


Και εξακολούθησε αναθεματίζοντας την ασχήμια της ψυχής τους, που κρύβουνταν πίσω από υποκριτική θεοσέβεια.


– Αλίμονο σας, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές, που μοιάζετε με τάφους ασπρισμένους, που απέξω φαίνονται ωραίοι, και μέσα είναι γεμάτοι κόκαλα πεθαμένων και κάθε ακαρθασία. Έτσι κι εσείς, απέξω φαίνεστε άγιοι στα μάτια των ανθρώπων, και μέσα είστε γεμάτοι από υποκρισία και ανομία.


«Αλίμονο σας, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές, που χτίζετε των προφητών τους τάφους και στολίζετε τα μνήματα των αγίων, και λέτε: «Αν ζούσαμε τον καιρό που ζούσαν οι πατέρες μας, δε θα γινόμαστε συνένοχοι τους, χύνοντας το αίμα των προφητών.» Ώστε μαρτυρείτε οι ίδιοι πως είστε γιοι εκείνων που σκότωσαν τους προφήτες. Και, ξέροντας πως μετρημένες είναι πια οι ώρες του, πως κι εκείνη τη στιγμή ακόμα που τους μιλούσε, αυτοί σχεδίαζαν πώς να τον θανατώσουν, με άπειρη πίκρα, προκλητικά τους λέγει:


– Κι εσείς συμπληρώσετε λοιπόν το μέτρο των πατέρων σας.


Και τους φωνάζει:


– Φίδια, από οχιές γεννήματα! Πώς θα ξεφύγετε από της Γέεννας την καταδίκη;


Τους θύμισε τους προφήτες που τους έστειλε ο Θεός στη γη, και που άλλους σκότωσαν, άλλους ξύλισαν και έβγαλαν από τις συναγωγές, και τους είπε πως θα πέσει απάνω τους όλο το αθώο αυτό αίμα, το χυμένο από τον Άβελ ως τον Ζαχαρία, που τον σκότωσαν στο ναό μέσα, μεταξύ του ιερού και του θυσιαστηρίου.


– Αλήθεια σας λέγω, όλα αυτά θα πέσουν σε τούτη τη γενεά απάνω.


Και προβλέποντας την καταστροφή, που ήταν να γίνει λίγα χρόνια αργότερα στην ιερή πόλη των Εβραίων, συγκινήθηκε η ψυχή του και θρήνησε και είπε: – Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ, συ που σκοτώνεις τους προφήτες και λιθοβολείς όσους στέλνονται σε σένα! Πόσες φορές θέλησα να περιμαζέψω τα παιδιά σου, σαν που μαζεύει η όρνιθα τα κλωσσόπουλά της κάτω από τις φτερούγες της. Κι εσείς δε θελήσατε! Και να, θα μείνει το σπίτι σας έρημο· γιατί, σας το λέγω, δε θα με ξαναϊδείτε πια ώσπου να πείτε, «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.»


Ήταν η τελευταία ειδοποίηση που φώναζε στους αμαρτωλούς ψευτόπιστους· ήταν προμήνυμα, για την ανήκουστη συμφορά που θα ξεσπούσε σε λίγα χρόνια, και θα σκορπούσε στην οικουμένη τα άστεγα περιπλανώμενα παιδιά του Ισραήλ.


Και αφήνοντας τους άρχοντες μεγαλουσιάνους με τη λύσσα τους, που δεν τολμούσε και να εκδηλωθεί από φόβο του λαού που ήταν εκεί μαζεμένος, βγήκε ο Ιησούς από το ιερό, όπου τελευταία φορά είχε διδάξει, και, κουρασμένος, λυπημένος, πήγε και κάθισε στην Αυλή των Γυναικών, άντικρυ από το «γαζοφυλάκιο», το ταμείο του ναού, με τα δεκατρία κουτιά, όπου έριχναν οι Ιουδαίοι την προσφορά τους.


Σήκωσε ο Ιησούς τα μάτια, και κοίταζε το πήγαινε κι έλα των προσκυνητών, καθώς και τους πλουσίους που επιδεικτικά έριχναν τις δωρεές τους στο ταμείο. Εκείνη την ώρα ζύγωσε και μια φτωχή χήρα, και ντροπαλά έριξε στο γαζοφυλάκιο δυο λεπτά. Ήταν το μικρότερο ποσό του υποχρεωτικού φόρου στο ναό και ο φτωχότερος Εβραίος χρεωστούσε να δώσει τουλάχιστον το ποσό αυτό.


Ο Ιησούς φώναξε τους μαθητές του, και, δείχνοντας τη χήρα που ταπεινή απομακρύνουνταν, τους είπε:


– Αλήθεια σας λέγω, απ’ όλους που έβαλαν στο ταμείο την προσφορά τους, αυτή η φτωχή χήρα έβαλε τα περισσότερα. Γιατί οι άλλοι όλοι έβαλαν από τα περισσέματά τους στα δώρα του Θεού, ενώ αυτή έδωσε από το στέρημά της ό,τι έχει, όλη της την περιουσία.


Σηκώθηκε και βγήκε από το ναό.


Οι μαθητές του το ήξεραν πως, ύστερα από το ανάθεμα που είχε ρίξει ο Κύριος τους απάνω στους ιερείς και στους μεγαλουσιάνους Ιουδαίους, ο ναός πια θα έμενε κλειστός γι’ αυτόν. Φεύγοντας, κοίταξαν με κάποια λαχτάρα, τελευταία φορά, το λαμπρό έργο που είχε δημιουργήσει η εβραίικη αρχιτεκτονική, και ένας τους, θαυμάζοντας, είπε του Ιησού:


– Δάσκαλε, κοίταξε μάρμαρα, κοίταξε χτίρια!


Κοίταζαν οι άλλοι, και σχολίαζαν και καμάρωναν την πολυτέλειά του, τα πλούσια αφιερώματα, τη μεγάλη πύλη του ναού, στολισμένη με κληματαριά χρυσή, που κάθε της τσαμπί ήταν μεγάλο ίσα με το ένα μπόι αντρός, και θαύμαζαν τόση ομορφιά.


Μα η καρδιά του Ιησού ήταν γεμάτη λύπη για την κακία που βασίλευε μέσα στο χτίριο αυτό, στον οίκο του Θεού.


Μια στιγμή, το βλέμμα του πλανήθηκε από το ολόλαμπρο ιερό, με τα μεγαλόπρεπα άσπρα του μάρμαρα και τη χρυσή του στέγη, στη μακριά κέδρινη στοά του Σολομώντος, με τις τρεις σειρές από στύλους μαρμαρένιους, και, από κει, στις χρυσές και μπρούτζινες πύλες που γυαλοκοπούσαν στον ήλιο. Είδε όλα εκείνα τα πλούτη, το αριστούργημα της εβραίικης τέχνης, που πενήντα χρόνια το έχτιζαν και ακόμα έστεκε ατέλειωτο, και γυρνώντας στο μαθητή του που τα θαύμαζε είπε:


– Βλέπεις τα μεγάλα αυτά χτίρια; Δε θα αφεθεί εδώ πέτρα απάνω σε πέτρα που να μην γκρεμιστεί.


Τα λόγια του Ιησού τους πάγωσαν. Χωρίς άλλο λόγο, ακολούθησαν τον Κύριό τους που ανέβαινε στο Όρος των Ελαιών.


Σαν έφθασαν στην κορυφή, κάθισε ο Ιησούς ν’ αναπαυθεί, και σιωπηλά κοίταζε τα πράσινα λιβάδια, την αμαρτωλή μεγάλη χώρα που απλώνουνταν στα πόδια του σα ζωγραφιά, με τους άσπρους κύβους των σπιτιών της και τα ιερά χτίρια. Το βλέμμα του πήγαινε στα βουνά της Ιουδαίας πέρα, και πάλι γύριζε στο ναό, που του είχε προφητέψει τέτοια καταστροφή, και που, υπερήφανος, άστραφτε στην αναλαμπή του βασιλέματος.


Βλέποντάς τον συλλογισμένο, σίμωσαν οι αγαπημένοι του μαθητές, ο Πέτρος, ο Ιάκωβος, ο Ιωάννης και ο Ανδρέας, που είχαν πιο θάρρος μαζί του, και ρώτησαν: – Δάσκαλε, πες μας, πότε θα γίνουν αυτά, και τι θα είναι το σημείο της παρουσίας σου και του τέλους του κόσμου; Ο Ιησούς δεν αποκρίθηκε στο ρώτημά τους.


Ο νους του ήταν ολόκληρος, στο μέγεθος της αποστολής του και της καινούριας θρησκείας που είχε έλθει ν’ αποκαλύψει στον κόσμο· το πνεύμα του είχε ξεκολλήσει από τις μικρότητες και τις κακίες που φώλιαζαν στην Ιερή Πόλη, είχε υψωθεί σε άλλες σκέψεις. Με τα μάτια γυρισμένα στο ναό μπροστά του, κοίταζε ο Ιησούς στο μέλλον μέσα, αναπολούσε τη δύσκολη εργασία και τη δράση εκείνων που θα δίδασκαν και θα διαλαλούσαν το ευαγγέλιο του, τους κινδύνους που έμελλαν ν’ αντιμετωπίσουν, τις ταλαιπωρίες, τα βάσανα, τους διωγμούς.


Και τους είπε ο Ιησούς:


– Κοιτάξετε μη σας πλανέσει κανένας γιατί πολλοί θα έλθουν με το όνομά μου, λέγοντας: «Εγώ είμαι ο Χριστός», και πολλούς θα πλανέσουν. Μην τους ακολουθήσετε σεις.


Η δυνατή του ψυχή δυνάμωνε με τις δυσκολίες και τον αγώνα που πρόβλεπε, ανέβαινε όλο ψηλότερα, συνάρπαζε και παρέσερνε τους Αποστόλους που τον άκουαν, τους δυνάμωνε και αυτούς.


Στην πίστη τους, πρώτα, ζητούσε να στηριχθεί. Με τ’ όνομά του μονάχα, μπορούσαν να νικήσουν στον αγώνα για την αλήθεια.


Τους προείπε πως θ’ ακούσουν πολέμους και μάχες, ταραχές και επαναστάσεις μα να κοιτάξουν να μη φοβηθούν, γιατί όλα αυτά είναι αναπόφευκτα, όσο η κακία και η αγριότης υπάρχει στους ανθρώπους μα δε θα έλθει ακόμα το τέλος του κόσμου.


Τους είπε πως έθνος θα χτυπήσει έθνος, και βασίλειο θα χτυπήσει βασίλειο, πως θα πέσουν πείνες και αρρώστιες, και θα γίνουν σεισμοί, τρομάρες και μεγάλα σημάδια μα αυτοί να μην τρομάξουν, γιατί δε θα είναι ακόμα το τέλος του κόσμου.


Τους είπε πως και αυτούς θα τους πιάσουν, θα τους παραδώσουν, θα τους δικάσουν, θα τους φυλακίσουν, θα τους κακοποιήσουν και μερικούς θα τους θανατώσουν. – Μα δε θα χάσετε ούτε τρίχα από το κεφάλι σας. Με την υπομονή σας θα κερδίσετε τη ζωή σας.


Το πνεύμα του Ιησού αντικρίζει την αιωνιότητα τα λόγια του στους μαθητές του είναι λόγια της αιωνιότητος. Τη ζωή τους μπορούν οι εχθροί τους να την πάρουν, μα «μια τρίχα της κεφαλής τους δε θα χαθεί», αφού την αιώνια ζωή, την ψυχή τους, δεν την ορίζει κανένας.


Σκοπός της αποστολής του στον κόσμο ήταν η διδαχή της αλήθειας. Γι’ αυτήν έμελλε να μαρτυρήσει και να πεθάνει, και, το ίδιο, ύστερ’ από κείνον, οι Απόστολοι του. Μα η ζωή τους, όσο και η δική του, δεν είχε αξία, παρά όσο ξοδεύουνταν για την εκπλήρωση της αποστολής του.


Και αφού τους προφήτεψε τις δυσκολίες και τους διωγμούς και τις αδικίες, αφού τους προείπε να μη σκοτίζουνται για το πώς θ’ απολογηθούν στους εχθρούς την ώρα του κατατρεγμού, γιατί το Άγιο Πνεύμα θα τους εμπνεύσει εκείνο που θα πουν σε κάθε περίσταση, αφού τους προανήγγειλε την έλλειψη πίστεως μερικών, και, στο τέλος, την πλατιά διάδοση του νικητήριου ευαγγέλιου, τότε τους μίλησε για την καταστροφή των Ιουδαίων και το τέλος της Ιερουσαλήμ.


– Όταν δείτε την Ιερουσαλήμ περικυκλωμένη από στρατούς, τότε να ξέρετε πως ήλθε η ώρα που θα ρημάξει.


Τους προείπε τα απαίσια δράματα που θα τελείωναν με το χαλασμό του Ισραήλ, την πείνα, τη σφαγή, τη σκλαβιά, το ρήγμα της χώρας, το σκόρπισμα των Εβραίων σε όλα τα σημεία της γης, όλη δηλαδή εκείνην τη φοβερή καταστροφή που πλάκωσε στην Ιουδαία σαράντα περίπου χρόνια αργότερα, στα 70 μ.Χ., όταν πήρε ο Τίτος την Ιερουσαλήμ, και δεν άφησε πέτρα απάνω σε πέτρα.


Ειδοποίησε τους μαθητές του, όταν από τα πρώτα σημεία δουν να καταφθάνει «το βδέλυγμα της ερημώσεως», όπως το είπε ο Δανιήλ ο Προφήτης, να φύγουν στα βουνά, μακριά, για να σωθούν από την καταστροφή που θα έπεφτε στη φυλή τους.


– Προσεύχεστε, τους λέγει, να μη γίνει η φυγή σας το χειμώνα, γιατί θα έλθει συμφορά τέτοια όπως δεν έγινε από την αρχή του κόσμου, που τον έπλασε ο Θεός, ως τώρα, και ούτε θα ξαναγίνει.


Και προσθέτει:


– Ιδού σας τα προείπα όλα!


Και τους είπε μια παραβολή:


– Δείτε τη συκιά και όλα τα δέντρα όταν πια το κλαδί γίνεται απαλό και πετά τα φύλλα, ξέρετε πως πλησιάζει το καλοκαίρι. Έτσι κι εσείς, όταν δείτε όλα αυτά, να ξέρετε πως κοντά είναι η Βασιλεία του Θεού.


Και, επιστρέφοντας πάλι στην καταστροφή της Ιερουσαλήμ, πρόσθεσε:


– Αλήθεια σας λέγω, δε θα περάσει αυτή η γενεά, και όλα αυτά θα γίνουν. Ο ουρανός και η γη θα περάσουν, μα τα λόγια μου δε θα περάσουν.


Και πάλι διδάσκει ο Ιησούς, και τους λέγει να είναι λιτοί στη ζωή, και να κρατούν την ψυχή τους έτοιμη πάντα για την τελευταία ώρα.


– Προσέχετε μη βαρύνει η καρδιά σας από την κραιπάλη και το μεθύσι και τις φροντίδες τις κοσμικές, και έξαφνα βρεθεί μπροστά σας η ημέρα αυτή. Γιατί σαν παγίδα θα πέσει σε όλους που κάθονται στο πρόσωπο της γης.


»Ας είναι ζωσμένη η μέση σας και αναμμένα τα φανάρια σας. Να είστε σαν τους δούλους που περιμένουν τον αφέντη τους να γυρίσει από γάμο, και, σα χτυπήσει την πόρτα, του ανοίγουν αμέσως.


»Να το ξέρετε και να το θυμάστε τούτο· αν ήξερε ο νοικοκύρης τι ώρα θα έλθει ο κλέφτης, θ’ αγρυπνούσε και δε θ’ άφηνε να του τρυπήσει το σπίτι· έτσι να είστε κι εσείς έτοιμοι πάντα, γιατί την ώρα που δεν περιμένετε μπορεί να έλθει ο υιός του ανθρώπου.


– Κύριε, ρώτησε ο Πέτρος, που ήταν πιο κοντά του, με τους τρεις αγαπημένους του. Για μας τη λες την παραβολή αυτή, ή για όλους;


Του αποκρίθηκε ο Ιησούς και είπε:


– Ποιος άραγε είναι ο επιστάτης ο πιστός και φρόνιμος, που θα τον βάλει ο Κύριος του αρχηγό των δούλων, για να τους μοιράζει το ψωμί στην ώρα τους; Χαρά στο δούλο αυτόν, που, όταν γυρίσει ο Κύριος, τον βρίσκει να το κάνει. Αλήθεια σας λέγω, αυτόν θα βάλει διευθυντή όλης της περιουσίας του. Αν όμως πει μέσα του ο δούλος αυτός: «Αργεί να έλθει ο κύριος», και αρχίσει να δέρνει τους δούλους και τις δούλες, και να τρώγει και να πίνει και να μεθά, την ώρα που δεν τον περιμένει θα έλθει ο κύριος του, και θα τον κάμει δυο κομμάτια και θα τον βάλει στη σειρά των απίστων. Ο δούλος που ξέρει το θέλημα του κυρίου του και που δεν ετοίμασε και δεν έκανε τίποτα κατά το θέλημά του, θα δαρθεί πολύ· μα εκείνος που δεν ξέρει, και έκανε πράματα άξια τιμωρίας, θα δαρθεί λίγο. Γιατί σε όποιον δόθηκε πολύ, πολύ θα του ζητηθεί και σε όποιον επρόσφεραν πολλά, πολλά θα του απαιτήσουν.


Και προβλέποντας την τρομερή μέρα της μεγάλης κρίσεως, όπου κάθε άνθρωπος θα έχει να δώσει λογαριασμό των πράξεών του, λύπη μεγάλη κατέλαβε τον Ιησού, και τους είπε πως το πέρασμά του στη γη θα φέρει διατάραξη πολλή· πως πολλές οικογένειες θα χωριστούν, γιατί οι μισοί θα πιστέψουν και οι άλλοι μισοί θα τους κατατρέξουν πως ήλθε βάπτισμα να δώσει, δηλαδή με τη θυσία της δικής του ζωής να ξεπλύνει τις αμαρτίες των ανθρώπων, και πως βιάζεται να τη δει να έλθει, η ώρα αυτή του λυτρωμού. Και λέγει:


– Φωτιά ήλθα να βάλω στη γη! Μακάρι να ήταν κιόλα αναμμένη!


Γιατί η φωτιά αυτή είναι οι πειρασμοί και οι διωγμοί από τους οποίους θα περάσουν όσοι έχουν την πίστη και την αγάπη του Θεού. Και, αφού τους είπε όλα αυτά, αποκρίνεται στο πρώτο τους ρώτημα που είχε μείνει χωρίς απάντηση, πότε θα γίνουν όλα αυτά. Ούτε σ’ αυτόν τον ίδιο, λέγει, όσο έχει την ανθρώπινη υπόσταση, δε θέλει ο Θεός ν’ αποκαλύψει το μυστήριο αυτό.


Και λέγει ο Ιησούς:


– Για τη μέρα εκείνη και την ώρα, κανένας δεν ξέρει, ούτε οι άγγελοι του ουρανού, ούτε ο Υιός, παρά μόνο ο Πατέρας. Βλέπετε και αγρυπνάτε και προσεύχεστε, γιατί δεν ξέρετε πότε θα έλθει αυτός ο καιρός. Θα είναι σαν άνθρωπος που έφυγε και άφησε το σπίτι του, και έδωσε στους δούλους την εξουσία, μοιράζοντας στον καθένα τη δουλειά του, και πρόσταξε το θυρωρό ν’ αγρυπνά. Αγρυπνάτε λοιπόν, γιατί δεν ξέρετε πότε επιστρέφει ο νοικοκύρης του σπιτιού, ή αργά ή τα μεσάνυχτα, ή με του πετεινού το λάλημα, ή το πρωί· μην τύχει και φθάσει ξαφνικά και σας βρει κοιμισμένους.


– Εκείνο που σας λέγω, σε όλους το λέγω. Αγρυπνάτε!


Και πάλι για την ψυχή μιλούσε ο Ιησούς, σαν πάντα, γιατί, σε όλη του τη διδαχή, αυτή και μόνη τον ενδιαφέρει. Η ζωή του ανθρώπου είναι στα χέρια του Θεού. Εκείνος που την έδωσε, κάθε στιγμή μπορεί να την ξαναπάρει. Την ψυχή του, όμως, ο άνθρωπος πρέπει να τη φροντίζει αδιάκοπα, να την καλλιεργεί και να είναι πάντα έτοιμος ν’ αντικρίσει τον Πλάστη.


Και τους είπε ο Ιησούς μιαν όμορφη παραβολή, παίρνοντας και πάλι το παράδειγμά του από τη ζωή τους την απλοϊκή.


– Η βασιλεία των Ουρανών, τους είπε, μοιάζει με δέκα παρθένες που πήραν τα λυχνάρια τους και βγήκαν ν’ απαντήσουν το γαμπρό.


Κατά τα έθιμα των Εβραίων, ο γαμπρός πήγαινε με τους παράνυφους και φίλους του στης νύφης το σπίτι για να τη στεφανωθεί, και, μετά το γάμο, την έπαιρνε στο δικό του σπίτι ή στου πατέρα του, και οι φίλες της και παράνυφες τη συνόδευαν ως εκεί με φώτα και τραγούδια και ευχές. Στην παραβολή όμως τούτη, ο γαμπρός φαίνεται να έρχεται από μακριά, και η συνοδεία βγαίνει να τον υποδεχθεί και να τον φέρει στο σπίτι της νύφης. Συνήθως, στις νυφικές πομπές, δέκα έπρεπε να είναι οι αναμμένοι λύχνοι. Παίρνοντας λοιπόν το παράδειγμά του από την όμορφη συνήθεια του τόπου, εξακολούθησε ο Ιησούς την παραβολή λέγοντας:


– Πέντε παρθένες απ’ αυτές ήταν φρόνιμες, και οι πέντε αστόχαστες. Και αυτές οι αστόχαστες, σαν πήραν τα λυχνάρια τους, δεν εφοδιάστηκαν άλλο λάδι· οι φρόνιμες όμως πήραν λάδι στα ροϊά τους, μαζί με τα λυχνάρια τους. Επειδή αργούσε ο γαμπρός, νύσταξαν όλες και αποκοιμήθηκαν. Στα μέσα της νύχτας, φωνή ακούστηκε: «Ιδού ο νυμφίος έρχεται, βγήτε να τον απαντήσετε.» Τότε σηκώθηκαν όλες οι παρθένες αυτές, και διόρθωσαν τα λυχνάρια τους. Και είπαν οι αστόχαστες στις φρόνιμες: «Δώστε μας από το λάδι σας, γιατί τα λυχνάρια μας σβήνουν.» Μα τις αποκρίθηκαν οι φρόνιμες: «Μήπως δε φθάσει και για σας και για μας· πάτε καλύτερα σ’ εκείνους που πουλούν και αγοράσετε για σας.» Και ενώ πήγαιναν αυτές ν’ αγοράσουν, έφθασε ο γαμπρός, κι εκείνες που ήταν έτοιμες μπήκαν μαζί του στο γάμο και έκλεισε η πόρτα. Ύστερα, έρχονται οι υπόλοιπες παρθένες και λέγουν: «Κύριε, κύριε, άνοιξέ μας!» Μα εκείνος αποκρίθηκε και είπε: «Αλήθεια σας λέγω, δε σας γνωρίζω.»


Και πρόσθεσε ο Ιησούς:


– Αγρυπνάτε λοιπόν, γιατί δεν ξέρετε ούτε τη μέρα ούτε την ώρα που θα έλθει ο υιός του ανθρώπου.


Και τους είπε:


— Όταν έλθει ο υιός του ανθρώπου μέσα στη δόξα του, και όλοι οι άγιοι άγγελοι μαζί του, τότε θα καθίσει στο θρόνο της δόξας του, και όλα τα έθνη θα συναχθούν μπροστά του, και θα χωρίσει τους ανθρώπους όπως ο βοσκός χωρίζει τα πρόβατα από τα κατσίκια, και θα στήσει τα πρόβατα δεξιά του και τα κατσίκια αριστερά. Τότε θα πει ο Βασιλέας σ’ εκείνους που είναι δεξιά του: «Ελάτε οι ευλογημένοι του Πατέρα μου, κληρονομήσετε τη Βασιλεία που ετοιμάστηκε για σας από την αρχή του κόσμου γιατί πείνασα και μου δώσατε και έφαγα· δίψασα και με ποτίσατε· ξένος ήμουν και με φιλοξενήσατε· γυμνός και με ντύσατε· αρρώστησα και με φροντίσατε· στη φυλακή ήμουν και ήλθατε σε μένα.» Τότε θα αποκριθούν οι δίκαιοι λέγοντας: «Κύριε, πότε σε είδαμε πεινασμένο και σε θρέψαμε ή διψασμένο και σε ποτίσαμε; Και πότε σε είδαμε ξένο και σε δεχθήκαμε ή γυμνό και σε ντύσαμε; Πότε σε είδαμε άρρωστο ή στη φυλακή, και ήλθαμε σε σένα;» Και θ’ απαντήσει ο Βασιλέας λέγοντας: «Αλήθεια σας λέγω, ενόσω το κάνατε για έναν από τούτους τους αδελφούς μου τους πιο ασήμαντους, σ’ εμένα το κάνατε.» Και τότε θα πει σ’ εκείνους που θα στέκουν αριστερά του: «Πηγαίνετε από μένα οι καταραμένοι, στη φωτιά την αιώνια, την ετοιμασμένη από το διάβολο και τους αγγέλους του· γιατί επείνασα και δε μου δώσατε να φάγω· εδίψασα και δε με ποτίσατε· ξένος ήμουν και δε με δεχθήκατε· γυμνός ήμουν και δε με ντύσατε· άρρωστος και στη φυλακή ήμουν, και δε με φροντίσατε.» Τότε θα του αποκριθούν και αυτοί λέγοντας: «Κύριε, πότε σε είδαμε πεινασμένο ή διψασμένο ή γυμνό ή άρρωστο ή στη φυλακή, και δε σε φροντίσαμε;» Κι εκείνος θα τους αποκριθεί: «Αλήθεια σας λέγω, ενόσω δεν το κάνατε για έναν από τούτους τους πιο ασήμαντους, ούτε σε μένα δεν το κάνατε.» Αυτοί θα πάνε στην κόλαση την αιώνια, ενώ οι δίκαιοι θα πάνε σε ζωή αιώνια.


Με αυτά τα λόγια τελείωσε ο Ιησούς τη διδαχή του στο Όρος των Ελαιών.


Ο ήλιος είχε βασιλέψει, και η μελαγχολία της βραδινής ώρας ήταν στην ψυχή του. Και είπε στους μαθητές του:


– Ξέρετε πως σε δύο μέρες το Πάσχα γίνεται, και ο υιός του ανθρώπου παραδίδεται για να σταυρωθεί.


Ήσυχη και ήρεμη ήταν η λύπη του, όμορφη σαν τη ζωή του όλη.


Άλλη ήταν ωστόσο η ατμόσφαιρα στην Ιερουσαλήμ. Ενόσω, τελευταία φορά, δίδασκε ο Ιησούς στο Όρος των Ελαιών, στην Ιερή Χώρα αρχιερείς και δημογέροντες, νομικοί και Φαρισαίοι μαζεύουνταν πάλι στην αυλή του σπιτιού του Καϊάφα, σε μυστική συνεδρίαση, γυρεύοντας με τι τρόπο θα πιάσουν τον Ιησού να τον θανατώσουν. Ανάμεσα όμως σε τόσον κόσμο που τον αγαπούσε, πώς να τον πιάσουν; Αν ήθελε ο Ιησούς να σηκώσει τα πλήθη, του ήταν εύκολο· και το ήξεραν οι μεγαλουσιάνοι πως σε μια τέτοια επανάσταση, οι πρώτοι που θα έπεφταν θύματα της οργής των Ρωμαίων ήταν αυτοί οι αρχηγοί. Συζητούσαν λοιπόν, και έλεγαν να μην τον πιάσουν στην εορτή, μην τύχει και γίνει θόρυβος στο λαό. Ήταν απλή αναβολή· η απόφασή τους όμως να τον θανατώσουν έμενε η ίδια, άπονη, αμείλικτη.


Ο Ιούδας έμελλε να τους σηκώσει τις τελευταίες δυσκολίες, για να εκτελεστεί η απόφαση.




Δέλτα Πηνελόπη, Η ζωή του Χριστού, 4η έκδ., Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2000.

Τα ρούχα του γάμου

 Μπλάθρας Κωνσταντίνος


Ο Νυμφίος μας καλεί στους Γάμους. Γάμος, στη γλώσσα της Καινής Διαθήκης είναι η Βασιλεία του Θεού. Ο Χριστός, αφού επιτιμά και αποξηραίνει την αμαρτία, που πλανεύει και θανατώνει το ανθρώπινο γένος, μας μιλά για τη Βασιλεία του, που θα έρθει σαν τον κλέφτη μέσα στη νύχτα, ξαφνικά.


Ίσως μια από τις πιο παρεξηγημένες πραγματικότητες της πίστης μας είναι η Βασιλεία του Θεού και μέλλουσα κρίση. Η Βασιλεία αυτή δηλώνεται από τον Χριστό στο Ευαγγέλιο ως Γάμος του Θεού με την ανθρωπότητα. Ο Θεός κατεβαίνει στη γη για να συναντήσει τον άνθρωπο και δεν τον συναντά απλώς, συνάπτει Γάμο, μια μόνιμη και αδιάλυτη σχέση μαζί του.


Τα ρούχα του γάμου


Ο άνθρωπος, για να μπει στο Νυμφώνα, στο Γάμο, χρειάζεται το κατάλληλο ρούχο, καθώς είναι γυμνός από αρετές: «καὶ ἔνδυμα οὐκ ἔχω», όπως ψάλλουμε απόψε. Η γυμνότητα αυτή καλύπτεται μόνο από το «ἔλαιον», που έχουν οι φρόνιμες και λείπει από τις μωρές παρθένες της παραβολής.


Έλαιο, δηλ. ελεημοσύνη, ευσπλαχνία, συμπάθεια, πάν’ απ’ όλα αγάπη. Αυτή ντύνει το γυμνό μας κορμί και μας βάζει στους Γάμους. Δεν αρκεί η Παρθενία, η ηθική ακεραιότητα και αρετή, χρειάζεται και η αγάπη προς τον πλησίον, γιατί κανείς στην Εκκλησία δεν σώζεται μόνος του. Η σωτηρία δεν είναι προσωπική μαγκιά, είναι καρπός της αγάπης του ενός προς τον άλλο.


Είναι φρικτός ο λόγος «οὐκ οἶδα ὑμὰς» (Ματθ. 25, 12) «δε σας ξέρω!». Όπως φρικτά είναι και τα «οὐαί» προς τους Φαρισαίους. Οι Φαρισαίοι δε, ήταν ακριβώς παρθένοι, ανέγγιχτοι, άγιοι κατά τον μωσαϊκό νόμο. Νήστευαν, εγκρατεύονταν κ.λπ. Ο Χριστός όμως τους καταδικάζει γιατί «δεν τηρούν τα βαρύτερα του νόμου, τη δικαιοσύνη, την ευσπλαχνία και την πίστη». Έχουν, δηλαδή, μια πνευματικότητα εγωκεντρική, περίκλειστη, αυτιστική.


Οι Φαρισαίοι έχουν θρησκευτική αυτάρκεια, είναι θρησκευόμενοι τύποι, μάλιστα και φανατικοί. Αθετούν, όμως, την αποστολή τους ως κληρονόμοι του Μωυσή και δεν αποδέχονται το θαύμα της Βασιλείας, που έρχεται σαν Γάμος, όπου όλοι είναι προσκεκλημένοι κι όχι μόνο οι αφεντιές τους.


Ο Χριστός μιλάει, προ του Πάθους, για τη Βασιλεία του και επιτιμά με όλη του την εξουσία τους Φαρισαίους, για να κρατήσει ζωντανή την πίστη των μαθητών, όταν σε λίγες μέρες θα τον δουν γυμνό απάνω στο Σταυρό…




Μπλάθρας Κωνσταντίνος, Δέκα σκαλιά για την Ανάσταση, 1η έκδ., Αθήνα, Μαΐστρος, 2008.

Οι υποκριταί

 Μητροπολίτης Πειραιώς Καλλίνικος Καρούσος


«Οὐαὶ ὑμῖν, Γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι, ὑποκριταί».


Ο Κύριος ήταν πάντοτε γλυκύς και πράος. Προς τους αμαρτωλούς ήταν γεμάτος από επιείκεια, ευσπλαγχνία και συγχωρητικότητα. Απόψε όμως, στο Ευαγγέλιο που ακούσαμε, παρουσιάζεται αυστηρός και καυστικός.


Γιατί;


Ω! αδελφοί μου, δεν αποστρέφεται ο Κύριος τον αμαρτωλό. Ήλθε «ἁμαρτωλοὺς σῶσαι». Αποστρέφεται τον υποκριτή και διπρόσωπο. Και αυτόν τον τύπο κεραυνοβόλησε στο Ευαγγέλιο που ακούσαμε στο πρόσωπο των Φαρισαίων και Γραμματέων της εποχής του.


υποκριταί


Ποιοι ήσαν οι Γραμματείς και Φαρισαίοι;


Ήσαν οι άνθρωποι του νόμου. Οι νομοδιδάσκαλοι της εποχής. Είχαν ηγετική θέση μέσα στο λαό. Με προνόμια και εξουσία. Ήσαν η ιθύνουσα, θα λέγαμε, θρησκευτική τάξις. Οι οδηγοί του λαού. Οι ερμηνεύοντες το Νόμο.


Ποια ήσαν τα χαρακτηριστικά τους;


Ήσαν άνθρωποι των τύπων και της επιφανείας. Κοίταγαν μόνον τις εξωτερικές εκδηλώσεις. Ζούσαν μια προσποιητή, εξωτερική, φανταχτερή ευσέβεια, ενώ η καρδιά τους ήταν γεμάτη από υπόκριση και ανομία. Ήσαν οι «ἀποδεκατοῦντες τὸ ἄνηθον καὶ τὸ κύμινον», ενώ παραμελούσαν τα βαρύτερα και ουσιωδέστερα του νόμου «τὴν κρίσιν καὶ τὸν ἔλεον καὶ τὴν πίστιν». Ήσαν «οἱ διϋλίζοντες τὸν κώνωπα τὴν δὲ κάμηλον καταπίνοντες!». Ήσαν αυτοί που καθάριζαν «τὸ ἔξωθεν τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος», ενώ στη καρδιά ήσαν γεμάτοι από αδικία και αρπαγή. Και έμοιαζαν, όπως τους καυτηρίασε ο Κύριος, «τάφοις κεκονιαμένοις, οἵτινες ἔξωθεν μὲν φαίνονται ὡραῖοι, ἔσωθεν δὲ γέμουσιν ὀστέων νεκρῶν καὶ πάσης ἀκαθαρσίας». Ήσαν οι κοινώς λεγόμενοι θεομπαίχτες, που κάνουν τον άνθρωπο του Θεού από συμφέρον και σκοπιμότητα.


Αυτοί ήσαν με λίγα λόγια οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι, που στηλιτεύει ο Κύριος.


***


Πολύ μισητή είναι στο Θεό η υποκρισία και η προσποίηση. Το να κάνει δηλ. κανείς τον ευσεβή και ενάρετο επιφανειακά και στην καρδιά να είναι διαφορετικός. Το να παρουσιάζει προσωπείο, αντί προσώπου. Να φαίνεται σαν άνθρωπος του Θεού και αυτό να το κάνει από σκοπιμότητα, από συμφέρον υλικό, γιατί έτσι επιπλέει και κάνει τη δουλειά του καλλίτερα.


Μισητός από το Θεό ο διπρόσωπος.


Έξω γλυκύς και ευγενικός, στο σπίτι θηρίο ανήμερο, τύραννος και στη γυναίκα του και τα παιδιά του.


Μπροστά σου κάνει πως κόπτεται για σε, πως σου είναι φίλος αφοσιωμένος. Πίσω σου δε σου σκάβει το λάκκο και σε υπονομεύει ύπουλα.


Επικίνδυνοι άνθρωποι, που έχουν άλλο στη καρδιά και άλλο στα χείλη. Καιροσκόποι σιχαμεροί. Στους θρησκευτικούς κύκλους κάνουν τον θεοφοβούμενο. Στους φιλομονάχους, τον φιλομόναχο. Κάπηλοι της θρησκείας. Οι κρύβοντες τον πραγματικό τους εσωτερικό κόσμο, για να εξαπατήσουν τους αφελείς.


Αυτοί είναι οι σημερινοί Φαρισαίοι, οι έμποροι της θρησκείας, οι εκμεταλλευτές, οι άνθρωποι, που βλέπουν το δικό τους συμφέρον και τίποτε άλλο. Οι κίβδηλοι τύποι, που εξωτερικά κάνουν τον ευσεβή, εσωτερικά όμως είναι ξένοι προς τον Θεό.


***


Αδελφοί μου,


Ο Θεός μας θέλει ειλικρινείς και ακεραίους. Να φαινόμαστε, όπως πράγματι είμεθα. Μακριά η προσποίηση και υποκρισία και διπροσωπία. Ντόμπροι και ίσοι. Όχι άλλοι κρυφά και άλλοι φανερά. Όχι εξωτερική ευλάβεια επιδεικτική. Όχι στα μάτια των ανθρώπων δίκαιοι και καθαροί, στα μάτια δε «τοῦ ἐτάζοντος καρδίας». Θεού ακάθαρτοι και βρωμεροί.


Είναι έγκλημα η υποκρισία.


Εάν πέφτουμε σε σφάλματα, αλλά με ειλικρινή μετάνοια και συναίσθηση ζητούμε το έλεος του Θεού, θα σωθούμε. Ενώ εάν προσποιούμεθα τον ευσεβή και άγιο, χωρίς να είμαστε τέτοιοι στην καρδιά, θα αποδοκιμαστούμε φοβερά από τον δικαιοκρίτη Θεό.


Προσοχή λοιπόν, αδελφοί, γιατί «Θεὸς οὐ μυκτηρίζεται».




Μητροπολίτης Πειραιώς Καλλίνικος Καρούσος, Η Εβδομάδα των Παθών, Δ΄ έκδ., Αθήνα 1983

Μεγάλη Τρίτη

 Αρχιμανδρίτης Επιφάνιος Ι. Θεοδωρόπουλος


Κατὰ τὴν Μ. Τρίτην ἐπιτελοῦμεν ἀνάμνησιν τῆς περὶ τῶν δέκα παρθένων γνωστοτάτης παραβολῆς τοῦ Κυρίου. Ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ νὰ εἴμεθα ἕτοιμοι διὰ νὰ ὑποδεχθῶμεν, κρατοῦντες τὰς λαμπάδας τῶν ἀρετῶν μας, τὸν οὐράνιον Νυμφίον, τὸν Κύριον Ἰησοῦν, ὁ Ὁποῖος θὰ ἔλθῃ αἰφνιδίως, εἴτε εἰδικῶς κατὰ τὴν στιγμὴν τοῦ θανάτου μας, εἴτε γενικῶς κατὰ τὴν Δευτέραν Παρουσίαν. Ἐπίσης μᾶς καλεῖ, φέρουσα ἐνώπιόν μας καὶ τὴν παραβολὴν τῶν ταλάντων, νὰ καλλιεργήσωμεν καὶ νὰ αὐξήσωμεν τὰ χαρίσματα ποὺ μᾶς ἔδωσεν ὁ Θεός.


Μεγάλη Τρίτη


Εἰς αὐτὰ κυρίως τὰ θέματα εἶνε ἀφιερωμένη καὶ ἡ ὑμνογραφία τῆς ἡμέρας. Πρῶτον ψάλλεται τὸ «Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος…», δεύτερον τὸ «Τὸν Νυμφίον, ἀδελφοί, ἀγαπήσωμεν…» καὶ ἀκολουθοῦν δύο τροπάρια, ἀναφερόμενα εἰς τὴν προδοσίαν τοῦ Κυρίου ὑπὸ τοῦ Ἰούδα.


Μετὰ τὸ Εὐαγγέλιον (Ματθ. κβ΄ 15-46 καὶ κγ΄ 1-39), ἀπαγγέλεται ὁ Ν΄ Ψαλμός. Ὁ Κανὼν τῆς ἡμέρας ἀποτελεῖται ἐκ δύο ᾨδῶν (η΄ καὶ θ΄), ἔχει ὡς ἀκροστιχίδα «Τρίτῃ τε» καὶ ἀρχίζει μὲ τὸν εἱρμὸν «Τῷ δόγματι τῷ τυραννικῷ…». Ψάλλεται ἔπειτα τὸ ἐξαποστειλάριον ποὺ ἐψάλη καὶ κατὰ τὴν Μ. Δευτέραν «Τὸν νυμφῶνά Σου βλέπω…» καὶ ἀκολουθοῦν τὰ στιχηρὰ τῶν αἴνων καὶ τὰ ἀπόστιχα.




Αρχιμανδρίτης Επιφάνιος Ι. Θεοδωρόπουλος, Η Μεγάλη Εβδομάς μετά ερμηνείας, 9η έκδ. Αθήνα, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, 2002

«Βλέπε οὗν ψυχή μου»

 π. Φιλόθεος Φάρος


Ο Ιησούς Χριστός καταδίκασε κάθε μορφή κακίας και αμαρτίας χρησιμοποιώντας παραβολές ή διάφορους άλλους τρόπους, ποτέ όμως δεν καταδίκασε τον συγκεκριμένο αμαρτωλό που βρισκόταν μπροστά Του έστω και αν δεν έδειχνε διάθεση μετανοίας. Αντίθετα μάλιστα, όταν έχει μπροστά Του ο Χριστός τον συγκεκριμένο αμαρτωλό τον αντιμετωπίζει με συμπάθεια, επιείκεια και πολύ συχνά με τρυφερότητα. Έτσι αντιμετωπίζει το Ζακχαίο, την αμαρτωλή γυναίκα, τη Σαμαρείτιδα που δεν έκανε καμιά δήλωση μετανοίας, αλλά ακόμη και τον πλούσιο νέο που δεν θέλησε να αποχωρισθεί τα πλούτη του, ο Χριστός· «ἐμβλέψας αὐτῷ ἠγάπησεν αὐτόν» (Μαρκ. 10, 21) κατά τον Ευαγγελιστή Μάρκο.


Υπάρχει όμως ένα είδος αμαρτωλού ανθρώπου τον οποίο ο Χριστός κατεδίκασε άμεσα και προσωπικά· τον υποκριτή. Στο ευαγγελικό ανάγνωσμα της Μ. Τρίτης (Ματθ. 23, 15-23, 39) ο Χριστός κεραυνοβολεί τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους, τους καθώς πρέπει και τους κατεξοχήν ευσεβείς ανθρώπους της εποχής Του, που βρίσκονταν μπροστά Του εκείνη ακριβώς τη στιγμή, για την υποκρισία τους, και δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει εναντίον τους πολύ βαρείς χαρακτηρισμούς και να τους προσάψει βαρύτατες κατηγορίες.


Από το ευαγγελικό αυτό απόσπασμα φαίνεται πολύ καθαρά ότι ο Χριστός δεν βλέπει αυτούς τους ανθρώπους να βρίσκονται κοντά Του ή να έχουν οποιαδήποτε σχέση μ’ Αυτόν, γι’ αυτό η Εκκλησία σ’ αυτό το προχωρημένο στάδιο της πορείας για τη συνάντηση με τον αναστημένο Χριστό μας υπενθυμίζει ακόμα μια φορά και με πολλή έμφαση πως σύμφωνα με την ξεκάθαρη δήλωση αυτού του ίδιου του Χριστού, αυτή η συνάντηση μπορεί να είναι δυνατή για τους τελώνες και τις πόρνες αλλά είναι εντελώς αδύνατη για τους υποκριτές.


«Τῇ Ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ Τρίτη τῆς τῶν δέκα παρθένων παραβολῆς τῆς ἐκ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου μνείαν ποιούμεθα» λέει το συναξάριο της ημέρας. Γιατί όμως αυτή η «μνεία» της παραβολής των δέκα παρθένων; Ήδη από την πρώτη ημέρα της Μ. Εβδομάδος έχει εισαχθεί το θέμα του Χριστού νυμφίου που έρχεται «ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός», όπως και στην παραβολή των δέκα παρθένων, και όποιον βρίσκει «γρηγοροῦντα» τον συμπεριλαμβάνει στο νυμφώνα, στη βασιλεία Του, ενώ αποκλείει εκείνον που τον βρίσκει «ραθυμοῦντα».


Βλέπε οὗν ψυχή μου


Ο νυμφίος έρχεται πάντοτε, κάθε ήμερα και κάθε στιγμή της ζωής μας. Κάθε στιγμή της ζωής μας ο Θεός μας προσφέρει μια ανεπανάληπτη και μοναδική ευκαιρία για να Τον πλησιάσουμε. Κάθε ευκαιρία που χάνουμε, τη χάνουμε για πάντα γιατί ποτέ δεν θα ξαναγυρίσει. Θα μας δοθούν άπειρες καινούργιες ευκαιρίες, αλλά ποτέ δεν θα ξανάρθει μια ευκαιρία που χάσαμε.


Κάποτε ο νυμφίος μπορεί να έλθει με την ευκαιρία να δείξουμε ευαισθησία στον άνθρωπο που βρίσκεται πλάι μας και περνάει μια δύσκολη στιγμή, κάποτε μπορεί να έλθει με την ευκαιρία να δείξουμε κατανόηση και συγκατάβαση στον άνθρωπο που φέρεται άδικα και άπρεπα, αλλά επειδή τον πιέζει κάποια εσωτερική αγωνία. Κάποτε ό νυμφίος μπορεί να έλθει με την ευκαιρία να πούμε έναν καλό λόγο για κάποιον άνθρωπο ή σε κάποιον άνθρωπο, ή να μην πούμε κακό εναντίον του. Κάποτε ο νυμφίος μπορεί να έλθει με την ευκαιρία να αντιμετωπίσουμε με ανθρωπιά έναν ταλαιπωρημένο πολίτη που ζητάει κάποια εξυπηρέτηση στη δημόσια υπηρεσία που εργαζόμαστε. Κάποτε ο νυμφίος μπορεί να είναι για τους γονείς ο έφηβος γιος ή κόρη τους που ζητάει χώρο για να αναπτύξει την προσωπική του ταυτότητα και κάποτε μπορεί να είναι ένας πατέρας που ζητάει, έστω άστοχα αλλά απεγνωσμένα, την αναγνώριση του παιδιού του.


Ο νυμφίος έρχεται με άπειρες τέτοιες καθημερινές ευκαιρίες σε κάθε στιγμή της ημέρας ή της νύχτας αλλά τις πιο πολλές φορές «ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός» σε σχέση με τη δική μας εγρήγορση. Η νύχτα αυτή δεν είναι εκείνη που φέρνει η δύση του ηλίου αλλά εκείνη που δημιουργούν τα τυφλωμένα μας μάτια, που μόνο την καθημερινότητα της ζωής μπορούν να βλέπουν, έτσι, που να περιορίζεται η πραγματικότητα στο τι και πως και πόσο θα πάρουμε από τους άλλους ή σε βάρος των άλλων.


Όταν είδε ο Ησαΐας τη δόξα του Θεού διαπίστωσε, όπως και κάθε άνθρωπος όταν βλέπει τη δόξα του Θεού διαπιστώνει, πόσο τραγική είναι αυτή η τύφλωση των ανθρώπων που ο θείος φωτισμός δεν έχει ανοίξει τα μάτια τους, και είπε «τετύφλωκεν αὐτῶν τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ πεπόρωκεν αὐτῶν τὴν καρδίαν, ἵνα μὴ ἴδωσιν τοῖς ὀφθαλμοῖς καὶ νοήσωσι τῇ καρδίᾳ καὶ ἐπιστραφῶσι, καὶ ἰάσομαι αὐτούς» (Ματθ. 12,40).


Βέβαια ο Χριστός δεν βρίσκεται μέσα σ’ αυτό το ελάχιστο και χυδαίο μέρος της πραγματικότητας, που βλέπουν τα τυφλωμένα μάτια του ανθρώπου. Αυτός πλημμυρίζει ένα άλλο τεράστιο, φωτεινό και υπέροχο μέρος της πραγματικότητας, τη Βασιλεία του Θεού, που μπορεί να είναι προσιτή στον άνθρωπο και που μόνη μπορεί να κάνει τη ζωή του άξια να την ζήσει.


«Βλέπε οὖν, ψυχή μου, μὴ τῶ ὕπνω κατενεχθῇς, ἵνα μῄ τῷ θανάτῳ παραδοθῇς, καὶ τῆς βασιλείας ἔξω κλεισθῇς».




π. Φιλόθεος Φάρος, Πριν και μετά το Πάσχα, Εκδ. Ακρίτας, Αθήνα, 1998

«Γρηγορεῖτε…»

 Lev Gillet


Μεγάλη Τρίτη


Η Μεγάλη Τρίτη συνεχίζει να αναπτύσσει το θέμα της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού και της Τελικής Κρίσεως των ανθρώπων. Σήμερα όμως του δίνει μια άλλη απόχρωση. Χθες, υπογράμμιζε με έμφαση τις αντικειμενικές συνθήκες της Δευτέρας Παρουσίας: τρόμος και αιφνιδιασμός. Σήμερα, η θεία αποκάλυψη επιμένει κυρίως στην επαγρύπνηση και στην ετοιμότητα, που η προοπτική της Κρίσεως επιβάλλουν, και στην αναγκαία εσωτερική προετοιμασία.


Στην Ακολουθία του Νυμφίου απόψε ψάλλουμε: «Τὸν Νυμφίον, ἀδελφοί, ἀγαπήσωμεν, τὰς λαμπάδας ἑαυτῶν εὐτρεπίσωμεν, ἐν ἀρεταῖς ἐκλάμποντες καὶ πίστει ὀρθῇ…».


Στην Προηγιασμένη της Μεγάλης Τρίτης συνεχίζονται τα αναγνώσματα από το Βιβλίο της Εξόδου και από το Βιβλίο του Ιώβ. Ενώ οι θλίψεις τον περικυκλώνουν, ανταποκρίνεται με το παροιμιώδες: «Ὁ Κύριος ἔδωκεν, ὁ Κύριος καὶ ἀφείλετο …εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τοὺς αἰῶνας».


Το Ευαγγέλιο της ημέρας από τον ευαγγελιστή Ματθαίο (24:36-26:2) -ένα μακροσκελές κείμενο- αρχίζει με την υπενθύμιση ότι ο Υιός του Ανθρώπου θα έρθει με τρόπο απρόσμενο και αιφνίδιο. Και στη συνέχεια, ο Ιησούς αναπτύσσει το θέμα με τρεις παραβολές, αυτήν του πονηρού δούλου, του οποίου ο κύριος θα έρθει «ἐν ἡμέρᾳ ἡ οὐ προσδοκᾷ καὶ ἐν ὥρᾳ ᾗ οὐ γινώσκει», την παραβολή των δέκα παρθένων και τέλος την παραβολή των ταλάντων. Δεν θα σταθούμε τώρα παρά μόνον στην παραβολή των δέκα παρθένων. Υπάρχουν εδώ δύο καίρια ζητήματα. Το λυχνάρι με το οποίο πρέπει να βγούμε, για να προϋπαντήσουμε τον Νυμφίο, δεν μπορεί να ανάψει παρά μόνον αν είναι γεμάτο λάδι. Το λάδι συμβολίζει τη φιλανθρωπία. Χωρίς το δικό της λάδι δεν ανάβει αυτή η φλόγα, αυτή η θέρμη, αυτό το φως που απαιτεί ο Νυμφίος από εκείνους που θα αναγνωρίσει ως δικούς Του. Αφετέρου, το λάδι αυτό της φιλανθρωπίας, το μόνο που συντηρεί την εσωτερική φλόγα, δεν μπορούμε να το «δανειστούμε» από τους άλλους· πρέπει να αποτελεί μια κατάκτηση αυστηρά προσωπική· πρέπει να έχει «αγοραστεί», δηλαδή αποκτηθεί με κάποια προσπάθεια που στοιχίζει. Η μεσιτεία των αγίων και όλης της Εκκλησίας είναι πολύ ισχυρή. Ούτε όμως οι άγιοι ούτε η Εκκλησία μπορούν να αντικαταστήσουν με το δικό τους λάδι αυτό που εμείς πρέπει να «αγοράσουμε» από το Άγιο Πνεύμα, την πηγή κάθε χάριτος και κάθε ευεργεσίας. «Κριτήριο θα είναι η αγάπη» κατά τους λόγους ενός αγίου· και η αγάπη δεν δανείζεται: καθένας, με δικά του έξοδα και με το προσωπικό του ρίσκο, αγαπά ή δεν αγαπά. Κι αν δεν αγαπά, δεν θα μπορέσει να προϋπαντήσει τον Νυμφίο, αφού δεν θα έχει λάδι στο λυχνάρι του και θα είναι πολύ αργά για να προμηθευτεί.


Γρηγορεῖτε


Το συμπέρασμα, στο οποίο καταλήγει ο Κύριος μας στην παραβολή των δέκα παρθένων, μπορεί επίσης να θεωρηθεί ως η κεντρική ιδέα της Μεγάλης Τρίτης: «Γρηγορεῖτε οὖν, ὅτι οὐκ οἴδατε τὴν ἡμέραν οὐδὲ τὴν ὥραν ἐν ᾗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται».




Lev Gillet (ενός Μοναχού της Ανατολικής Εκκλησίας), Πασχαλινή κατάνυξη, 1η έκδοση, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα, 2009

Ἡ ἁγία καί Μεγάλη Τρίτη

 ἱερομ. Πετρωνίου Τανάσε


Ἡ ἁγία καί Μεγάλη Τρίτη μᾶς προετοιμάζει γιά τήν εἴσοδο στόν νυμφῶνα τοῦ Σωτῆρος μέ τίς δύο ἀκριβῶς Παραβολές: Τήν Παραβολή τῶν Δέκα Παρθένων καί τῶν Ταλάντων. Ἡ πρώτη παρομοιάζει τήν εἴσοδο στήν αἰώνια ζωή μ᾿ ἕνα γάμο. Ὁ Χριστός εἶναι ὁ Νυμφίος, ὁ ὁποῖος μᾶς καλεῖ ὅλους στό συμπόσιο τοῦ γάμου, ὅπως ψάλλει ὁ ὄρθρος αὐτῆς τῆς ἡμέρας.


“Ὁ Νυμφίος (εἶναι) ὁ κάλλει ὡραῖος, παρά πάντας ἀνθρώπους, ὁ συγκαλέσας ἡμᾶς πρός ἑστίασιν πνευματικήν τοῦ Νυμφῶνος σου, τήν δυσείμονά μου μορφήν, τῶν πταισμάτων ἀπαμφίασον…καί στολήν δόξης κοσμήσας τῆς σῆς ὡραιότητος, δαιτυμόνα φαιδρόν ἀνάδειξον, τῆς Βασιλείας σου ὡς εὔσπλαγχνος”.


Τό μυστήριον τοῦ γάμου εἶναι μέγα, λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἀλλά στόν Χριστό καί στήν Ἐκκλησία. Μέ τήν ἕνωσι διά τοῦ γάμου πραγματοποιεῖται, κατά ἕνα ἀτελῆ τρόπο, ἡ ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου γιά τήν αἰωνιότητα. Μέ τούς ἀπογόνους του ὁ ἄνθρωπος παρατείνει τά ὅρια τῆς ἐπί γῆς παρουσίας του. Ὁ ἐπίγειος γάμος ἀκόμη εἶναι μία ξεθωριασμένη εἰκόνα τῆς ἀνεκφράστου χαρᾶς ὅταν εἶναι μαζί μέ τόν Νυμφίο Χριστό. Ἡ ἕνωσις μ᾿ Αὐτόν εἶναι αἰώνια καί ἡ χαρά ἀτέρμονη.


Ἀλλά γιά νά ἠμπορέση νά εἰσέλθη μέ τόν Νυμφίο Χριστό, πρέπει νά ἐκπληρώση ὡρισμένους ὅρους πού ἀναφέρονται στήν παραβολή τῶν Δέκα Παρθένων. Ἐπαγρύπνησις, παρθενία καί ἔλαιο γιά τίς λαμπάδες. Γιά τήν ἐγρήγορσι καί καθαρότητα μᾶς ὡμίλησε ἡ ἁγία καί Μεγάλη Δευτέρα. Τώρα θά ἐπιμείνουμε κυρίως ἐπάνω στό ἔλαιο, ὡς προϋπόθεσι εἰσόδου στόν νυμφῶνα τοῦ Κυρίου.


Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὅλες οἱ νέες ἦσαν παρθένες. Ὅλες ἀγρυπνοῦσαν περιμένοντας τόν Νυμφίο. Ὅμως πέντε ἀπ᾿ αὐτές, ἐπειδή εἶχαν ἀρκετό λάδι γιά τά φανάρια τους, ὠνομάσθηκαν φρόνιμες, σοφές καί εἰσῆλθαν στόν νυμφικό θάλαμο μαζί μέ τόν Νυμφίο. Οἱ ἄλλες πέντε, ἐπειδή δέν ἐφρόντισαν ν᾿ ἀγοράσουν ἐγκαίρως, ἔχασαν τούς κόπους τῆς παρθενίας καί ἀγρυπνίας καί ἔμειναν ἔξω ἀπό τόν νυμφῶνα, γι᾿ αὐτό καί ἐκλήθησαν μωρές. Τό λάδι λοιπόν, εἶναι ἡ λυδία λίθος. Τί μυστήρια ἄραγε κρύβει τό λάδι γιά τά καντήλια τῶν παρθένων;


Ἡ παρθενία εἶναι ἀκριβός θησαυρός ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χριστός Σωτήρ γεννήθηκε ἀπό Παρθένο καί ἔζησε ζωή παρθενική. Ὁ Πρόδρομος Ἰωάννης καί Βαπτιστής, καθώς καί ὁ μαθητής του Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστής ἦσαν παρθένοι. Στήν αἰώνια ζωή ὁ θρόνος Του θά περιστοιχίζεται ἀπό παρθένους. Ἡ Παραβολή τῶν Δέκα Παρθένων ὅμως, ὡσάν νά θέλη νά μᾶς εἰπῆ ὅτι ἡ παρθενία μόνη της δέν εἶναι ἐπαρκής γιά τήν σωτηρία. Οἱ μωρές παρθένες, παρότι ἦσαν παρθένες, δέν εἰσῆλθαν μαζί μέ τόν Νυμφίο στόν νυμφικό οἶκο. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἐξηγοῦν ὅτι τό λάδι γιά τά φανάρια τῶν παρθένων εἶναι ἡ ἐλεημοσύνη, πρᾶγμα πού σημαίνει ὅτι ἡ παρθενία γιά νά εἶναι μέσον σωτηρίας, πρέπει νά εἶναι ἑνωμένη μέ τήν ἐλεημοσύνη.


“Μεγάλες εἶναι οἱ πτέρυγες τῆς ἐλεημοσύνης, λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Διαπερνοῦν τόν αἰθέρα, φθάνουν στήν σελήνη, στόν ἥλιο, στούς οὐράνιους χορούς καί σταματοῦν μπροστά στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ. Ὁποιαδήποτε ἁμαρτήματα κι ἄν κάνεις, ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι βαρύτερη ἀπ᾿ αὐτά.


Ἡ παρθενία εἶναι ἕνα ἔργο τόσο μεγάλο, ὥστε οὔτε ἕνας σχεδόν ἀπό τούς παλαιούς δέν ἠμπόρεσαν νά τήν φυλάξουν. Οὔτε ὁ Νῶε, οὔτε ὁ Ἀβραάμ, οὔτε ὁ Ἰωσήφ. Ἡ παρθενία καί ἡ περιφρόνησις τοῦ θανάτου εἶναι οἱ δυσκολώτερες ἀρετές.


Μόνο ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Χριστοῦ ἀνθίζει μέσα στήν Ἐκκλησία τό ἄνθος τῆς παρθενίας. Καί παρ᾿ ὅλα αὐτά, οἱ πέντε ἐκ τῶν δέκα παρθένων, χωρίς τήν ἐλεημοσύνη, ἐξεδιώχθησαν. Ἡ παρθενία εἶναι τό πῦρ, ἐνῶ τό λάδι εἶναι ἡ ἐλεημοσύνη. Ὅπως ἡ φωτιά, ἐάν δέν ἔχη καύσιμη ὕλη, δέν ἀνάπτει καί σβήνει, ἔτσι καί ἡ παρθενία, ἐάν δέν εἶναι ἑνωμένη μέ τήν ἐλεημοσύνη, χάνει τήν ἀξία της καί καταστρέφεται. (Ὁμιλία τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου, περί μετανοίας).


Ποιός εἶναι ὁ σκοπός ἑνώσεως αὐτῶν τῶν δύο ἀρετῶν; Οἱ ἅγιοι Πατέρες διακρίνουν στό ἕνα γεγονός δύο μέρη: Τό σῶμα ἤ τήν ὁρατή μορφή τοῦ ἔργου καί τήν ψυχή ἤ τόν σκοπό γιά τόν ὁποῖον γίνεται τό ἔργο. Αὐτό τό ὁποῖο κάνει ἕνα ἔργο νά εἶναι καλό ἤ κακό, εἶναι ὁ σκοπός καί ὄχι ἡ μορφή, ὁ τύπος τοῦ ἔργου, διότι ὁ διάβολος “ψεύστης ἐστιν ἐξ ἀρχῆς καί ὁ πατήρ αὐτοῦ” (‘Ιωάν.8,44), πάντοτε κρύβει τήν ἁμαρτία μέ τόν τύπο τῆς ἀρετῆς. Πολλές φορές ἡ μορφή, τόσο τῆς ἀρετῆς, ὅσο καί τῆς ἁμαρτίας μπορεῖ νά εἶναι ἡ ἴδια, ἐνῶ ὁ σκοπός τους διαφέρει ριζικά. Ὁ σκοπός γιά κάθε καλό ἔργο εἶναι ὁ Θεός, ἐνῶ γιά τήν ἁμαρτία εἶναι ὁ θάνατος. Γι᾿ αὐτό ἡ πρᾶξις γιά νά εἶναι θεοφιλής, ἔχει ἀνάγκη μιᾶς ἐγγυήσεως ὅτι ὁ σκοπός της δηλαδή, ὁδηγεῖ στόν Θεό. Αὐτή τήν ἐγγύησι τήν ἔβαλε ὁ Θεός στόν πλησίον μας: “Ἀμήν, λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοί ἐποιήσατε” (Ματ.25,40) θά μᾶς εἰπῆ ὁ Κύριος. Γι᾿ αὐτό κάθε ἐνάρετο ἔργο λαμβάνει τήν ἀξία του ἀπό τήν συμπεριφορά μας πού ἔχουμε πρός τόν πλησίον μας. Ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι ἕνα ἔργο ἀγάπης ἐνώπιον τῶν συνανθρώπων μας. Εἶναι συνεπῶς τό πιστοποιητικό ἐγγυήσεως τῆς ἀρετῆς μας, ὅτι δηλαδή, εἶναι καλό ἔργο καί ὁδηγεῖ στόν Θεό. Στήν φοβερή Κρίσι ὁ Θεός θά ἐλέγξη μόνο τό πιστοποιητικό καί ὁ ἔλεγχος θά εἶναι λεπτομερής. Κάθε ἀγαθό ἔργο, χωρίς αὐτή τήν ἐγγύησι, δέν εἶναι σωτήριο. Γι᾿ αὐτό, ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής λέγει ὅτι “κάθε ἄσκησις πού δέν ἔχει ἀγάπη, εἶναι ξένη πρός τόν Θεό”.


Τόν σκοπό αὐτῆς τῆς Παραβολῆς κατά τό τέλος τῆς Μεγάλης Νηστείας δέν εἶναι δύσκολο νά τόν κατανοήσουμε. Κατά τήν διέλευσι τῆς νηστείας ὁ ἄνθρωπος εἶναι πιό προσεκτικός καί νηφάλιος στά σωματικά του ἔργα: στήν νηστεία, στήν μετάνοια, στήν ἐργασία κλπ., τά ὁποῖα, ὅταν γίνωνται σωστά, ἐπιφέρουν μία ἐκλέπτυνσι στό σῶμα, στήν ψυχική καθαρότητα καί παρθενία, ἐπειδή ἡ παρθενία εἶναι μία σύνθεσις καί ἁρμονία ὅλων τῶν σωματικῶν ἀρετῶν. Αὐτή ἀντανακλᾶ στήν ἐξωτερική μορφή, τούς τρόπους τῶν ἀρετῶν. Ἡ ἐλεημοσύνη ὅμως, ὡς ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τόν πλησίον, ἀντανακλᾶ ἰδιαίτερα τό ἐσωτερικό βάθος τῶν ἀρετῶν, τόν σκοπόν τους. Ἡ ἀληθινή ἀρετή πρέπει νά ἑνώνη καί τά δύο: οἱ σωματικοί κόποι πρέπει νά ἑνώνονται μέ τίς ψυχικές ἀρετές. Ἡ παρθενία πρέπει νά στολίζεται μέ τήν ἐλεημοσύνη, ἀλλιῶς δέν προξενεῖ τήν σωτηρία.


Οἱ μωρές Παρθένες εἶναι ὁ τύπος αὐτῶν τῶν ἀσκήσεων πού δέν σώζουν. Οἱ κόποι γίνονται μόνο γι᾿ αὐτές τίς Παρθένες καί ὄχι γιά τόν Θεό. Γι᾿ αὐτό εἶναι μωρές καί ἀσύνετες, διότι εἶναι ἀφροσύνη νά περάσης μία κοπιαστική καί ἀσκητική ζωή καί στό τέλος νά ριφθῆς στό αἰώνιο πῦρ.


Τό μεγάλο μάθημα πού πρέπει νά κρατήσουμε στόν νοῦ μας ἀπό τήν Παραβολή τῶν Δέκα Παρθένων εἶναι αὐτό: Ἡ σωτηρία δέν κερδίζεται μόνο μέ τήν προσωπική ἄσκησι καί ἀγῶνα. Αὐτό εἶναι ἀναγκαῖο, ἀλλά τό ἥμισυ τῆς ὅλης ἀξίας. Χρειάζεται καί τό ἄλλο ἥμισυ, πού εἶναι καί πολυτιμώτερο, τά ἔργα τῆς ἀγάπης πρός τόν πλησίον.


Ὑπάρχει ἀκόμη κι ἕνας ἄλλος λόγος ἀναμνήσεως αὐτῆς τῆς Παραβολῆς τήν παροῦσα ἡμέρα. Ἡ ἑβδομάδα τῶν Ἁγίων Παθῶν μᾶς φανερώνει μέ πολύ δυνατό τρόπο τήν μεγάλη ἀγάπη καί τοῦ Θεοῦ πρός τούς ἀνθρώπους. Στόν Μυστικό Δεῖπνο Αὐτός ὁ Ἴδιος μᾶς καλεῖ νά πλησιάσουμε “μετά πίστεως καί ἀγάπης”, καί ὅλοι οἱ Χριστιανοί λαχταροῦν καί ἑτοιμάζονται νά γευθοῦν “ξενίας δεσποτικῆς καί ἀθανάτου τραπέζης”. Γιά ν᾿ ἀξιωθοῦμε νά συμμετάσχουμε σ᾿ αὐτή τήν Τράπεζα, ἡ ἑτοιμασία μας γιά τήν ἁγία Ἀνάστασι πρέπει νά περιστεφθῆ ἀπ᾿ αὐτά τά δύο: Ἀπό τήν παρθενία (ἤ ἁγνεία) καί τήν ἐλεημοσύνη ἤ ἀπό τήν προσωπική μας ἁγνότητα καί τήν ἀγάπη μας πρός τόν πλησίον.


Ἡ ἄλλη Παραβολή τῶν Ταλάντων μᾶς ὁδηγεῖ τήν προσοχή τοῦ νοῦ σέ δύο κυρίως ἔργα: Ὁ ἄνθρωπος ἔχει καθῆκον νά ζῆ ἐνάρετα. Ὁ Σωτήρ μᾶς προστάζει πάντοτε: “Γίνεσθε ἅγιοι, ὅτι ἐγώ ἅγιος εἰμι”, ὁπότε ἔχει κιόλας ὁ ἄνθρωπος τό χάρισμα τῆς ἁγιωσύνης ἀπό τό ἅγιο Βάπτισμα. Ἔλαβε ἀπό τόν Δεσπότη Χριστό τό τάλαντο, τό ὁποῖο πρέπει μέ ἐπιμέλεια νά πολλαπλασιάση, ἐπιτελώντας τά θεῖα ἔργα, γιά τά ὁποῖα ἔλαβε τήν πνευματική δύναμι. “…ἕκαστος πολυπλασιάσωμεν τό τῆς χάριτος τάλαντον-μᾶς προτρέπει ἡ ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου-ὁ μέν σοφίαν κομιείτω, δι᾿ ἔργων ἀγαθῶν…κοινωνείτω δέ τοῦ λόγου, πιστός τῷ ἀμυήτῳ, καί σκορπιζέτω τόν πλοῦτον πένησιν ἄλλος. Οὕτω γάρ τό δάνειον πολυπλασιάσωμεν καί ὡς οἰκονόμοι πιστοί τῆς Χάριτος, δεσποτικῆς χαρᾶς ἀξιωθῶμεν…”.


Ἡ παραβολή μᾶς δείχνει ἀκόμη ὅτι τόν πολλαπλασιασμό τοῦ ταλάντου δέν τόν κάνει ὁ ἄνθρωπος μόνος του, ἀλλά μέσῳ τοῦ ἄλλου, μέσῳ τοῦ τραπεζίτου, τό ὁποῖον μνημονεύει ὁ Κύριος στό (Ματ.25,27): “Ἔδει οὖν σέ βαλεῖν τό ἀργύριόν μου τοῖς τραπεζίταις, καί ἐλθών ἐγώ ἐκομισάμην ἄν τό ἐμόν σύν τόκῳ”. Ποιός εἶναι αὐτός ὁ τραπεζίτης μᾶς τό λέγει τό Δοξαστικό τῶν Αἴνων τῆς ἡμέρας: “Ἰδού σοι τό τάλαντον, ὁ Δεσπότης ἐμπιστεύει ψυχή μου. Φόβῳ δέξαι τό χάρισμα, δάνεισαι τῷ δεδωκότι, διάδος πτωχοῖς, καί κτῆσαι φίλον τόν Κύριον, ἵνα στῇς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, ὅταν ἔλθῃ ἐν δόξῃ…”.


Ὁ τραπεζίτης εἶναι οἱ πτωχοί καί μέσῳ αὐτῶν ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος, διότι, ὅποιος δίνει στούς πτωχούς δανείζει τόν Χριστό. Ὁ Δεσπότης μοιράζει τά τάλαντα καί πάλι Αὐτός εἶναι ὁ Τραπεζίτης, πού τά πολλαπλασιάζει, διότι προσθέτει καί τοκίζει γιά νά αὐξήση τά τάλαντα. Βλέπουμε ἐδῶ μία θαυμαστή τέχνη τῆς θείας ἀγάπης καί φιλανθρωπίας. Ὁ Θεός μᾶς χαρίζει τά δῶρα Του καί κατόπιν μᾶς προτρέπει νά τοῦ τά δώσουμε δανεικά, ὡσάν νά εἶναι καί πάλι δικά μας κι ἔτσι μ᾿ αὐτό τόν τρόπο μᾶς καταξιώνει τῆς μεγίστης πληρωμῆς ὄχι μόνο τοῦ δώρου, ἀλλά καί τοῦ ἐπιπροσθέτου τόκου, κι αὐτό μόνο γιά ἕνα ἀσήμαντο προσωπικό μας κόπο: Ἀπό τήν καλωσύνη Του δανείζεται τό δῶρο πού μᾶς προσέφερε γιά νά τό ἐπαυξήση.


Ἀκόμη γιά ἄλλη μιά φορά βλέπουμε ἐδῶ πόσο μεγάλο πρᾶγμα εἶναι τά ἔργα τῆς ἀγάπης πρός τόν πλησίον.


 ἱερομ. Πετρωνίου Τανάσε