Κυριακή 29 Μαρτίου 2026

Η οσία Μαρία η Αιγυπτία

 Γεώργιος Δορμπαράκης


(Κυριακή Ε΄ Νηστειών)


Η Ε´ Κυριακή των Νηστειών συνιστά την απαρχή της τελευταίας εβδομάδας της Μ. Σαρακοστής. Το ερχόμενο Σάββατο, του αγ. Λαζάρου, σημαίνει τη λήξη της αγίας αυτής περιόδου, που θεωρείται μάλιστα τύπος όλης της ζωής του Χριστιανού, με την έννοια ότι αυτά που καλούμαστε να ζήσουμε ιδιαιτέρως τη Σαρακοστή -την πιο έντονη προσευχή, την πιο συνεπή νηστεία, την πιο βαθειά μετάνοια, τη μεγαλύτερη αγάπη κι ελεημοσύνη- αυτά θα πρέπει να προσδιορίζουν και την κάθε ημέρα της ζωής μας. Μη ξεχνάμε ότι «παράγει το σχήμα του κόσμου τούτου» (απ. Παύλος) και το πιο ουσιώδες έτσι για τον άνθρωπο είναι η στροφή προς τον Θεό και η εν θερμή αγάπη κοινωνία μαζί Του. Τα λόγια του αγίου γέροντα π. Παϊσίου εν προκειμένω είναι αφυπνιστικά:


«Όλη η ζωή μου είναι μια Σαρακοστή»! Αυτήν την τελευταία λοιπόν εβδομάδα η Εκκλησία μας μάς κτυπά για ύστατη φορά το «καμπανάκι» της σωτηρίας μας. Μας καλεί, έστω και τώρα, έστω και την τελευταία στιγμή, να μετανοήσουμε. Να μην πούμε ότι «τώρα πια πέρασε ο καιρός, δεν γίνεται τίποτε»! Και το κάνει αυτό η Εκκλησία προβάλλοντας ένα πρόσωπο που βίωσε συγκλονιστικά τη μετάνοια και γι’ αυτό θεωρείται πρότυπο μετανοίας: την οσία Μαρία την Αιγυπτία! Με τα ίδια λόγια μάλιστα του συναξαρίου της ημέρας: «Ἐτάχθη ἡ μνήμη τῆς ὁσίας Μαρίας σήμερον, ἐγγίζοντος ἤδη τοῦ τέλους τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, πρός διέγερσιν τῶν ραθύμων καί ἁμαρτωλῶν εἰς μετάνοιαν, ἐχόντων ὑπόδειγμα τήν ἑορταζομένην ἁγίαν».

Η οσία Μαρία η Αιγυπτία


Μικρή αναφορά στο βίο της οσίας και μερικές παρατηρήσεις πάνω σ’ αυτόν θα μας πείσουν απολύτως για του λόγου το αληθές.


Η οσία Μαρία όταν ήταν δωδεκαετής, ξέφυγε από τους γονείς της και πήγε στην Αλεξάνδρεια, όπου έζησε βίο άσωτο 17 ολόκληρα χρόνια. Έπειτα, από περιέργεια κινούμενη, πήγε με πολλούς άλλους προσκυνητές στα Ιεροσόλυμα, για να παρευρεθεί στην Ύψωση του Τιμίου Σταυρού. Εκεί όμως επιδόθηκε και πάλι σε κάθε είδος ακολασίας και αμαρτιών και έσυρε πολλούς στο βυθό της απωλείας. Όταν όμως θέλησε να μπει στην Εκκλησία, την ημέρα που υψωνόταν ο Σταυρός, αισθάνθηκε τρεις και τέσσερις φορές κάποια αόρατη δύναμη να της εμποδίζει την είσοδο, ενώ το πλήθος του λαού εισερχόταν ανεμπόδιστα στο ναό. Πληγώθηκε στην καρδιά από το γεγονός κι αποφάσισε να αλλάξει ζωή και να εξιλεώσει στο εξής τον Θεό με τη μετάνοιά της. Γύρισε λοιπόν και πάλι στην Εκκλησία με την απόφαση αυτή, οπότε μπήκε εύκολα μέσα. Προσκύνησε το Τίμιο Ξύλο και αναχώρησε την ίδια ημέρα από τα Ιεροσόλυμα. Πέρασε τον Ιορδάνη και μπήκε στα ενδότερα της ερήμου, όπου κι έζησε εκεί επί 47 χρόνια. Τα χρόνια αυτά ήταν για την Μαρία χρόνια σκληρότατης και υπέρ άνθρωπον άσκησης, χρόνια προσευχής στον Θεό. Στα τέλη της ζωής της συνάντησε κάποιο ερημίτη, Ζωσιμά το όνομα, στον οποίο εξομολογήθηκε ολόκληρη τη ζωή της και τον παρακάλεσε να της φέρει τα άχραντα μυστήρια για να κοινωνήσει. Αυτό έγινε το ερχόμενο έτος, τη Μεγάλη Πέμπτη. Όταν την επόμενη χρονιά ξανάρθε ο αββάς Ζωσιμάς, βρήκε τη Μαρία νεκρή, ενώ δίπλα της ήταν γραμμένα τα εξής λόγια: «Αββά Ζωσιμά, θάψε εδώ το σώμα της άθλιας Μαρίας. Πέθανα την ίδια ημέρα, κατά την οποία κοινώνησα των αχράντων μυστηρίων. Να εύχεσαι για μένα».


1) Εκείνο που οδήγησε την Μαρία στα Ιεροσόλυμα δεν ήταν κάποιος πόθος, όπως τον έχουν πολλοί Χριστιανοί. «Να πάμε και στα Ιεροσόλυμα, στους Αγίους Τόπους, κι ας πεθάνουμε». Κίνητρό της υπήρξε κάτι πολύ πεζό και πολλές φορές αξιοκατάκριτο: η περιέργεια. Και το χειρότερο: η περιέργειά της αυτή συνδέθηκε με την εξάσκηση του παναθλίου επαγγέλματός της. Με άλλα λόγια, η επίσκεψή της στην αγία Πόλη δεν είχε κανένα μεταφυσικό βάθος. Θα έλεγε κανείς ότι ήταν μια ευκαιρία να «σπάσει» απλώς τη ρουτίνα της ζωής της, κάτι που ασφαλώς εκμεταλλεύτηκε και ο αρχαίος εχθρός του ανθρώπου, ο πονηρός, που την έσπρωξε στην επέκταση της αμαρτωλής δραστηριότητάς της. Κι όμως! Κι αυτήν ακόμη την κατάσταση αξιοποιεί ο πανάγαθος Θεός. Βρίσκει την ευκαιρία να την καλέσει σε μετάνοια μ’ ένα ιδιαίτερα προσωπικό γι’ αυτήν τρόπο. Χωρίς να τη ρεζιλέψει, χωρίς ν’ αποκαλύψει την αθλιότητα της ζωής της, την κάνει να συνειδητοποιήσει την άβυσσο της κατάντιας της. Και πράγματι, η μέθοδος του Θεού επιτυγχάνει. Η Μαρία μετανοεί. Η πρώτη μας παρατήρηση λοιπόν αφορά στην εφευρετικότητα της αγάπης του Θεού. Τα πάντα από τη ζωή μας αξιοποιεί ο Θεός, για να μας κάνει να ριχτούμε στην αγκαλιά Του. Κι ο λόγος: είναι ο Πατέρας μας!


2) Μια δεύτερη παρατήρηση αναφέρεται σ’ ένα φαινομενικά παράδοξο: ο Θεός κλείνει την είσοδο του ναού μόνο στη Μαρία. Γιατί παράδοξο; Διότι ο Θεός με την Εκκλησία Του δέχεται κάθε άνθρωπο ερχόμενο κοντά Του. «Τόν ἐρχόμενον πρός με οὐ μή ἐκβάλω ἔξω» είπε ο Κύριος (Ιωάν. 6, 37). Και πώς θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο, αφού ο Κύριος ακριβώς ήλθε γι’ αυτό: να καλέσει τους αμαρτωλούς σε μετάνοια; Κάθε λοιπόν αμαρτωλός, που πλησιάζει τον Θεό και την Εκκλησία, γίνεται από Αυτόν αποδεκτός. Άλλωστε στην Εκκλησία όλοι έτσι προσερχόμαστε, ή τουλάχιστον πρέπει να προσερχόμαστε: ως αμαρτωλοί που έχουμε ανάγκη σωτηρίας. Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας ποτέ δεν κάνει το διαχωρισμό των ανθρώπων σε αμαρτωλούς και μη αμαρτωλούς. Διότι απολύτως όλοι οι άνθρωποι είμαστε αμαρτωλοί. «Πάντες ἥμαρτον καί πάντες ὑστεροῦναι τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ» (απ. Παύλος). Πώς όμως τότε ο Θεός έκλεισε την είσοδο για την Μαρία την αμαρτωλή, που προσερχόταν κοντά Του; Ακριβώς, διότι ερχόταν στο ναό, χωρίς τη διάθεση να έλθει κοντά Του. Η Μαρία θέλησε δηλ. να μπει στο ναό, χωρίς μετάνοια, χωρίς απόφαση αλλαγής για τη ζωή της. Η απαγόρευση αυτή λειτούργησε θετικά για τη Μαρία. Την συγκλόνισε και την οδήγησε σε μετάνοια. Μόλις πήρε λοιπόν την απόφαση γι’ αλλαγή τρόπου ζωής, αμέσως η είσοδος ανοίχθηκε και γι’ αυτήν. Έτσι, βεβαίως ο Θεός καλεί τους πάντες και αποδέχεται τους πάντες, όσο αμαρτωλοί κι αν είναι, με μόνη όμως την προϋπόθεση να μετανοήσουν. Και τούτο γιατί μια σχέση του ανθρώπου με τον Θεό, χωρίς μετάνοια, θα σημάνει την καταδίκη και την απώλεια του ανθρώπου. Ο Θεός δεν προσφέρει τη χάρη Του μαγικῷ τῷ τρόπῳ. Ζητά την ανταπόκριση του ανθρώπου, η οποία κυρίως εκφράζεται ως μετάνοια. Μη ξεχνάμε άλλωστε επ’ αυτού ότι η κόλαση κάπως έτσι ορίζεται από τους αγίους μας: ως σχέση με τον Θεό, αλλά σε κατάσταση αμετανοησίας, με την έννοια ότι η αγάπη του Θεού σ’ ένα τέτοιον άνθρωπο λειτουργεί αρνητικά, δηλαδή ως κόλαση. Έτσι το αντίδοτο για οποιαδήποτε αμαρτία μας, όσο μεγάλη κι αν είναι, είναι η μετάνοια Αυτή αποτελεί το κλειδί που μας ανοίγει την είσοδο του Ουρανού.


3) Θα θέλαμε όμως να κάνουμε και μια τρίτη παρατήρηση. Ο Θεός θέλησε να πάρει την οσία Μαρία από τον κόσμο αυτό, όταν εκείνη ολοκλήρωσε και τελειοποίησε τη μετάνοιά της. Κι αυτό έγινε με την εξομολόγησή της και την κοινωνία των αχράντων μυστηρίων. Είναι πράγματι συγκλονιστικό να σκεφτεί κανείς ότι για τη Μαρία 47 χρόνια ασκητικής ζωής ήταν χρόνια προετοιμασίας. Καθάρισε όσο ήταν δυνατόν σ’ αυτήν τον εαυτό της. Υπερέβη τα πάθη και τις αμαρτίες της. Κι όμως το τέλειο -μέσα πάντα στα ανθρώπινα πλαίσια- ήλθε με την εξομολόγηση και τη θεία Κοινωνία. Απόδειξη: μόλις κοινώνησε, κοιμήθηκε κι η ψυχή της φτερούγισε στα χέρια του Δημιουργού της. Αυτό βεβαίως σημαίνει, μεταξύ των άλλων, ότι ποτέ ο άνθρωπος δεν μπορεί να τελειοποιηθεί, να θεωθεί κατά πιο θεολογική ορολογία, αν δεν συμμετάσχει στη δραστική χάρη των μυστηρίων της Εκκλησίας και μάλιστα της θείας Ευχαριστίας. Με άλλα λόγια η ολοκλήρωση του ανθρώπου δεν είναι θέμα αυτοδυναμίας του, αλλά συνεργασίας του με την παντοδύναμη χάρη του Θεού.


Η μετάνοια είναι μονόδρομος. Άλλος δρόμος για την ένταξή μας στη Βασιλεία του Θεού δεν υπάρχει. Κι είναι τούτο η μεγαλύτερη παρηγοριά μας. Με δεδομένα την αγάπη του Θεού και την αμαρτωλότητά μας η μετάνοια αποτελεί το συνδετικό κρίκο των δύο δεδομένων. Δεν έχουμε παρά να βαδίζουμε σ’ αυτόν το δρόμο μαζί με τους αγίους μας, μαζί με την σήμερα εορταζομένη οσία Μαρία την Αιγυπτία. Είναι ο δρόμος που σε κάθε βήμα μας φέρνει σε άμεση σχέση με τον Χριστό.




Γεώργιος Δορμπαράκης, Του Πάθους και της Ανάστασης, 1η έκδ., Αθήνα, Αρχονταρίκι, 2014.

Η οσία Μαρία η Αιγυπτία

 Π.Β. Πάσχος


Η Ε΄ εβδομάδα κλείνει με τη μνήμη της οσίας Μητρός ημών Μαρίας της Αιγυπτίας, που εκοιμήθη εν ειρήνη την α΄ Απριλίου, αλλά που οι Πατέρες, για πνευματικούς κυρίως λόγους, όρισαν να γιορτάζουμε την Ε΄ Κυριακή των Νηστειών.


οσία Μαρία η Αιγυπτία


Ο βίος και η πολιτεία της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας ομοιάζει πολύ με μυθιστόρημα, με τα πιο απίθανα και συγκλονιστικά δραματικά στοιχεία. Στα δώδεκά της χρόνια ξέφυγε απ’ τα χέρια των γονέων της κ’ έφυγε για την Αλεξάνδρεια, όπου ξεστράτισε από το δρόμο του Θεού, και δόθηκε στις ηδονές και στις αισχρές απολαύσεις του σώματος. Με την ομορφιά της έγινε αφορμή να περάσουν, μέσα από τη φαρδιά και φαινομενικά ωραία πύλη της σαρκικής ηδονής, πολλοί νέοι στο βούρκο και στον ψυχικόν όλεθρο. Μέσα σ’ αυτόν τον άσωτο βίο, έζησε η Μαρία 17 νεανικά χρόνια.


Κάποτε με μια συντροφιά αμαρτωλή κίνησε, από περιέργεια πιο πολύ, να πάει στα Ιεροσόλυμα, όπου πήγαινε πλήθος προσκυνητών, για να παρευρεθούν στη γιορτή της Υψώσεως του Σταυρού. Εκεί, μετά από το έργο της το αμαρτωλό, θέλησε να μπει κι αυτή στον ιερό Ναό της Αναστάσεως, να δει την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού. Μα κάτι σα να την εμπόδιζε και δεν την άφηνε να προχωρήσει, ενώ όλος ο κόσμος έμπαινε στην εκκλησία χωρίς καμιά δυσκολία. Δοκίμασε ξανά. Και δυο και τρεις και τέσσερις φορές, μα πάλι η ίδια αόρατη δύναμη την έσπρωχνε προς τα πίσω. Κ’ εκείνη η καρδιά, που πλήγωνε τόσους άντρες και τους έριχνε στην αμαρτία, κατενύγη, πληγώθηκε και δάκρυσε· κι αμέσως μέσα της, τα πάντα πήρανε το δρόμο της αλλαγής, της μετάνοιας, της επιστροφής στο δρόμο του Θεού. Βάζει εγγυήτρια την Παναγία και υπόσχεται: αν αφεθεί να μπει κα να ιδεί τον Τίμιο Σταυρό, να μη μολύνει πια το σώμα της με αμαρτία, παρά να το φυλάξει, με αρετή και σωφροσύνη, μακριά από σαρκικές επιθυμίες και ηδονές. Και -ω της φιλευσπλαχνίας σου, φιλάνθρωπε Κύριε!- τώρα μπαίνει η Μαρία ευκολότατα μέσα στην εκκλησία, προσκυνάει το Τίμιο Ξύλο του Σταυρού και τηρώντας την υπόσχεση που έδωκε στην Παναγία, φεύγει απ’ τα Ιεροσόλυμα την ίδια μέρα. Περνά τον Ιορδάνη ποταμό και προχωρεί στο βάθος της ερήμου, ζει, με προσευχή και με άσκηση, μια ζωή σκληρότατη και πραγματικά αγγελική και υπεράνθρωπη, επί σαράντα εφτά ολάκερα χρόνια. Στα τέλη του βίου της, συνάντησε έναν ερημίτη, τον αββά Ζωσιμά, και τον παρακάλεσε να της φέρει τα Άχραντα Μυστήρια για να κοινωνήσει. Ο αββάς Ζωσιμάς της έφερε τη Θεία Κοινωνία τον ερχόμενο χρόνο, τη Μεγάλη Πέμπτη. Κι όταν ξανάρθε πάλι, τον ερχόμενο χρόνο, τη βρήκε νεκρή και δίπλα της γραμμένες αυτές τις λέξεις: «Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ, θάψον ὧδε τὸ σῶμα τῆς ἀθλίας Μαρίας. Ἀπέθανον τὴν αὐτὴν ἡμέραν καθ᾿ ἣν ἐκοινώνησα τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Εὔχου ὑπὲρ ἐμοῦ».


***


Αυτές τις μέρες, που η Μεγάλη Σαρακοστή φτάνει προς το τέλος της, και ο πνευματικός αγώνας των χριστιανών κορυφώνεται, το παράδειγμα της οσίας Μαρίας έχει πολύ μεγάλη σημασία, εδώ που το έβαλαν οι άγιοι Πατέρες να γιορτάζεται. Προτού τελειώσει η νηστεία, δηλαδή η σωματική και πνευματική προετοιμασία για την υποδοχή του Σταυρωμένου και Αναστημένου Χριστού, η οσία Μαρία δείχνει σε όλους μας πόσο φιλάνθρωπος είναι ο Θεός, όταν τα τέκνα του -ακόμα και τα πιο αμαρτωλά- αφήνουν τη ράθυμη ζωή της αμαρτίας, μετανοούν κι έρχονται ειλικρινά ν’ αποθέσουν τον εαυτό τους, μπροστά στην άπειρη αγάπη του Σταυρού του!




Π.Β. Πάσχος, Έρως Ορθοδοξίας, εκδ. Ε΄ Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 2006.

Η Κυριακή της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας

 Lev Gillet


Όσον αφορά το πρόσωπο της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, δεν είναι δυνατόν να διακρίνουμε με βεβαιότητα μέσα στις παραδόσεις το ιστορικό κομμάτι από το κομμάτι του θρύλου. Αξίζει όμως να δεχθούμε με απλότητα το γεγονός ότι η Εκκλησία θέλησε να την αναδείξει σε «υπόδειγμα μετανοίας», όπως ψάλλουμε στον Όρθρο, σύμβολο μεταστροφής, συντριβής και αυστηρότητας. Εκφράζει, τούτη την τελευταία Κυριακή της Τεσσαρακοστής, την τελευταία και πιο επείγουσα έκκληση που μας απευθύνει η Εκκλησία πριν από τις ιερές ημέρες του Πάθους και της Αναστάσεως.


Οσίας Μαρίας Αιγυπτίας


Από το αποστολικό ανάγνωσμα (Εβρ. 9:11-14) ας κρατήσουμε το γεγονός ότι ο Χριστός «διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος εἰσήλθεν ἐφάπαξ εἰς τὰ Ἅγια, αἰωνίαν λύτρωσιν εὑράμενος».


Το Ευαγγέλιο (Μάρκ. 10:32-45) περιγράφει την άνοδο του Ιησού προς την Ιερουσαλήμ πριν από το Πάθος. Ο Ιησούς «παραλαβών» τους Δώδεκα Αποστόλους αρχίζει να τους εξιστορεί ότι θα συλληφθεί, θα καταδικαστεί, θα θανατωθεί και θα αναστηθεί. Στο κατώφλι της Μεγάλης Εβδομάδος «παραλαμβάνει» άραγε και μας ο Σωτήρας μας για μια γεμάτη οικειότητα συζήτηση, όπου μας εξηγεί το μυστήριο της Λυτρώσεως; Ας Του ζητήσουμε να μας βοηθήσει να γνωρίσουμε βαθύτερα τι ακριβώς συμβαίνει για χάρη μας πάνω στον Γολγοθά. Του δίνουμε όμως την δυνατότητα και την άνεση για μια τέτοια μυστική επικοινωνία; Αρπάζουμε κάθε ευκαιρία για μια ιδιαίτερη συνομιλία μαζί Του; Ωστόσο, να και οι δύο γιοι του Ζεβεδαίου που πλησιάζουν τον Κύριο και Του ζητούν, όταν Εκείνος δοξαστεί, να καθίσουν δίπλα Του, δεξιά και αριστερά Του, για να λάβουν ως απάντηση από τον Κύριο -και μαζί τους κι εμείς- ένα ερώτημα: «Μπορείτε να πιείτε το πικρό ποτήρι που θα πιω εγώ σε λίγο;». Και εξηγεί στους μαθητές ότι το αληθινό μεγαλείο έγκειται στο να υπηρετούμε τους αδελφούς μας, αφού και ο Υιός του ανθρώπου «οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν».


Το βράδυ της τελευταίας αυτής Κυριακής της Μεγάλης Τεσσαρακοστής μας αφήνει ήδη να διακρίνουμε αμυδρά το φέγγος της Μεγάλης Εβδομάδας που αρχίζει από την επόμενη Κυριακή, όταν θα έχει αναστήσει τον Λάζαρο. Έτσι, ο Εσπερινός τούτης της Κυριακής αναγγέλλει ήδη την ανάσταση του Λαζάρου, αναφερόμενος και στον φτωχό Λάζαρο της παραβολής: «…ἀρεταῖς με πλούτισον καὶ πένητι Λαζάρῳ με σύνταξον, τῆς τοῦ πλουσίου τιμωρίας με ἐξαιρούμενος…». Η Εκκλησία, κατά κάποιο τρόπο, ανυπομονεί να μπει στις ιερές μέρες που θα αρχίσουν την επόμενη εβδομάδα, επισπεύδει, μας ωθεί τούτη την τελευταία Κυριακή να προχωρήσουμε προς τα όσα θα εορτάσουμε τις επόμενες επτά ημέρες: «Κυρίω, προεόρτιον ὕμνον τῶν Βαΐων ἄσωμεν πιστοί, ἐρχομένῳ ἐν δόξῃ δυνάμει θεότητος, ἐπὶ τὴν Ἱερουσαλήμ νεκρῶσαι τὸν θάνατον διὸ ἑτοιμάσωμεν εὐσεβῶς τὰ τῆς νίκης σύμβολα, τοὺς κλάδους τῶν ἀρετῶν, τὸ ὡσαννὰ ἐκβοῆσαι τῷ ποιητῇ τοῦ παντός».




Lev Gillet (ενός Μοναχού της Ανατολικής Εκκλησίας), Πασχαλινή κατάνυξη, 1η έκδοση, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα, 2009

Πέμπτη εβδομάδα και Κυριακή

 Γέροντας Πετρώνιος Τανάσε


Όσο πλησιάζουμε προς το τέλος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, οι ιερές ακολουθίες μας διηγούνται ζωηρότερα για τα σωτήρια Πάθη του Κυρίου μας. Αυτή η εβδομάδα μας υπενθυμίζει την πτώση του Αδάμ και ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους και κατόπιν την παραβολή του ελεήμονος Σαμαρείτου, στην οποία καθρεπτίζεται αυτή η πτώσις και η λύτρωσις.


Ο εμπεσών στους ληστές είναι ο άνθρωπος της Παλαιάς Διαθήκης, τον οποίο ούτε η ιερωσύνη, ούτε ο Νόμος μπόρεσαν να τον θεραπεύσουν. «Λῃσταῖς λογισμοῖς περιπεσὼν ὁ Ἀδάμ, ἐκλάπη τὸν νοῦν, τραυματισθεὶς τὴν ψυχὴν καὶ ἔκειτο γυμνὸς ἀντιλήψεως. Οὔτε ἱερεὺς ὁ πρὸ τοῦ νόμου προσέσχεν αὐτῷ, οὔτε Λευΐτης μετὰ νόμον ἐπεῖδεν αὐτόν, εἰμὴ σὺ ὁ παραγενόμενος Θεός…» (Εσπερινός της Κυριακής).


Πτώσις στους ληστές είναι επίσης και αιχμαλωσία του ανθρώπου στα πάθη, που γίνεται με την απάτη του διαβόλου και την καταπάτηση των θείων εντολών. «Τῷ τοῖς λῃσταῖς περιπεσόντι, ὡμοιώθην ἐγὼ Δέσποτα τῶν ἁπάντων, τοῖς πταίσμασί μου περιπεςὼν καὶ ὑπ᾿ αὐτῶν ἀνηλεῶς κατετρώθην, ἀλλὰ μὴ ἐγκαταλείπῃς με ἀνιάτρευτον… Ἰησοῦ τὸ σωτήριον ὄνομα, ἐλέησόν με…» (Όρθρος Δευτέρας).


Ο ελεήμων Σαμαρείτης, ο οποίος έσωσε τον ημιθανή, δεν είναι άλλος από τον Σωτήρα Χριστόν, ο οποίος με τα πάθη και τον θάνατό Του έσωσε το ανθρώπινο γένος και ελύτρωσε αυτούς που έκραζαν αιώνια προς Αυτόν: «Ἐξοστρακισθεὶς τῆς εὐθείας ὁδοῦ σου, ὑπὸ παθῶν ὁ δύστηνος κατεκρημνίσθην εἰς βάραθρον… σὺ δὲ Χριστέ με ἠλέησας, καὶ τῷ ὅπλῳ τῷ τοῦ Σταυροῦ, τῆς ἁμαρτίας τὸ ἔγγραφον διαρρήξας, τῇ ἀπαθείᾳ ἐλάμπρυνας, καὶ τῷ Πατρὶ σύνεδρόν με πεποίηκας…» ( Εσπερινός Τρίτης).


Από τις υπόλοιπες εβδομάδες της νηστείας, η Πέμπτη κατέχει ιδιάζουσα θέση, καθ’ όσον περιέχονται σ’ αυτήν δύο ιδιαίτερα γεγονότα: ο Μέγας Κανών της Πέμπτης και ο Ακάθιστος Ύμνος του Σαββάτου.


Την Πέμπτη πρωί στον όρθρο διαβάζεται ολόκληρος ο Κανών του Αγίου Ανδρέου, που διαβάστηκε κατά το Μέγα Απόδειπνο των πρώτων τεσσάρων ημερών της πρώτης εβδομάδος. Μαζί με τον Κανόνα διαβάζεται και η ζωή της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, που είναι γραμμένη από τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Σωφρόνιο.


Η αιτία για την οποία τοποθετήθηκαν τα παραπάνω σ’ αυτή την εβδομάδα, όπως λέγει το συναξάριο του Τριωδίου, είναι ότι πλησιάζει προς το τέλος η νηστεία και οι άνθρωποι δεν θα πρέπει να αποκάμουν από ακηδία στον πνευματικό τους αγώνα και να εγκαταλείψουν τον δρόμο της ασκήσεως και ταπεινώσεως.


Ο άγιος Ανδρέας με τις ιστορίες που μνημονεύει στον Κανόνα του για τα καλά έργα των ανθρώπων της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, παροτρύνει τους αγωνιστές χριστιανούς ν’ αντιμετωπίσουν ανδρείως τους νοητούς εχθρούς. Ενώ ο άγιος Σωφρόνιος με την τερπνή και ωραία διήγηση ενισχύει και προτρέπει τους πιστούς προς τον Θεό, ώστε να μην απελπισθούν, όσοι έπεσαν σε αμαρτίες, και ότι το έλεος και η αγαθότης του Θεού απέναντι στους αμαρτωλούς, καθώς φαίνεται από την ζωή της οσίας Μαρίας, είναι μεγάλη.


Το Κοντάκιο είναι μία δυνατή προτροπή εγρηγόρσεως και προετοιμασίας για την μέλλουσα φοβερή απολογία: «Ψυχή μου, ψυχή μου, ἀνάστα, τί καθεύδεις; Τὸ τέλος ἐγγίζει καὶ μέλλεις θορυβεῖσθαι! Ἀνάνηψον οὖν, ἵνα φείσηταί σου Χριστὸς ὁ Θεός, ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν».


Στον όρθρο του Σαββάτου, διαβάζονται σε τέσσερις στάσεις οι Χαιρετισμοί της Θεοτόκου με πανηγυρική χάρη και με επανάληψη πολλές φορές του πρώτου κοντακίου που λέγεται προς τιμήν αυτής της εορτής: «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια…».


Η εορτή αυτή καθορίσθηκε προς τιμήν και μνήμην των νικών που εκέρδισαν οι χριστιανοί μαχητές με την θαυμαστή βοήθεια της Θεομήτορος, πρώτον εναντίον των Σκυθών και Περσών, δεύτερον εναντίον των Σαρακηνών και τρίτον εναντίον των Αγαρηνών, οι οποίοι με άπειρο πλήθος στρατιωτών πολιόρκησαν από ξηράς και θαλάσσης την Κωνσταντινούπολη. Ο πατριάρχης Σέργιος μαζί με τον κλήρο και τους χριστιανούς ετέλεσαν αγρυπνία, προσευχή και λιτανεία με τις ιερές εικόνες και ιδιαίτερα με την θαυματουργό εικόνα της Θεοτόκου, της οποίας η αήττητος δύναμις δεν άργησε να φανερωθεί. Διότι οι άπιστοι, όντας ασυγκρίτως περισσότεροι, απ’ ότι ήσαν οι χριστιανοί, ενικήθησαν τελείως, ενώ τα πλοία τους βυθίσθηκαν μέσα στην φουρτουνιασμένη θάλασσα. Για ν’ αποδώσουμε στην Υπέρμαχο Στρατηγό τα ευχαριστήρια, η οποία φυλάγει το γένος των χριστιανών απροσμάχητον και το ελευθερώνει εκ παντοίων κινδύνων, ψάλλουμε το Κοντάκιό της «Τῇ Ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ…», ποιήμα του πατριάρχου Σεργίου.


Η πέμπτη Κυριακή παρουσιάζει ενώπιόν μας ένα μεγάλο πρότυπο υψηλής πνευματικής στάθμης, την ζωή της οσίας Μητρός ημών Μαρίας της Αιγυπτίας. Εάν ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος της περασμένης Κυριακής είναι το πρότυπο της μοναχικής ζωής και όλων των ανθρώπων που ποθούν την σωτηρία τους, χωρίς παρεκκλίσεις και παλινδρομήσεις από τον αληθινό δρόμο, η οσία Μαρία είναι το υπόδειγμα μετανοίας αυτών που αμάρτησαν ή πλανήθηκαν από την οδό της σωτηρίας και αυτών που ταξιδεύουν μετ’ εμποδίων και πτώσεων. Είναι ακόμη υπόδειγμα μετανοίας και γι’ αυτούς που αγωνίζονται, όσον ημπορούν, να υψωθούν στην κλίμακα της αγιότητος.


Πέμπτη εβδομάδα και Κυριακή


Όπως διηγείται η ίδια, επέρασε την νεότητά της μέσα στα πλέον αδιάντροπα και αχαλίνωτα πάθη. Κάποτε, βλέποντας μερικά πλοία που ετοιμάζοντο να πλεύσουν προς την Ιερουσαλήμ, για την εορτή του Τιμίου Σταυρού, ανεχώρησε και αυτή με μία ομάδα νεαρών αγοριών, όχι με σκοπό να προσκυνήσει, αλλ’ επειδή ευρήκε ευκαιρία και ανθρώπους για να ικανοποιήσει την αχόρταστη πορνική επιθυμία της.


Έφθασε στα Ιεροσόλυμα, μετά από ένα αμαρτωλό ταξίδι, και επήγε μαζί με όλο τον κόσμο στον ναό για την προσκύνηση του Τιμίου Σταυρού. Όμως δεν ημπόρεσε να προχωρήσει πιο μέσα στον νάρθηκα, όσο και να εβίαζε τον εαυτό της, διότι μία αόρατος δύναμις την εμπόδιζε. Τότε λοιπόν, εξύπνησε μέσα της το αίσθημα της ενοχής και αμαρτωλότητος. Βλέποντας δίπλα την εικόνα της Θεοτόκου, προσευχήθηκε με μετάνοια και εσωτερική συντριβή. Αφού αισθάνθηκε κάποια καρδιακή ανακούφιση, δοκίμασε πάλι να μπει στην εκκλησία. Πράγματι καμία δύναμις δεν την εμπόδισε τώρα να μπει μέσα. Προσκύνησε με μεγάλη ταπείνωση τον Σταυρό του Κυρίου και, όταν εξήλθε του ναού, ύψωσε άλλη θερμή προσευχή προς την Θεοτόκο. Εκείνη άκουσε την μετά δακρύων προσευχή της και της είπε να περάσει τον Ιορδάνη ποταμό και να υπάγει στην έρημο. Μετά από μία σύντομη στάση στην εκκλησία του αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού στον Ιορδάνη, όπου και αξιώθηκε της κοινωνίας των Αχράντων Μυστηρίων, πέρασε τα σύνορα της ερήμου και άρχισε μια καινούργια ζωή. Πράγματι, έκαμε μία υπεράνθρωπη ζωή που την συνέχισε μέχρι το θάνατό της. Σαράντα επτά χρόνια έζησε με δύο και ήμισυ κομμάτια ψωμί, τα οποία είχε πάρει κατά την αναχώρησή της από την Ιερουσαλήμ. Όλη αυτή την περίοδο βασανιζόταν από την πείνα, την δίψα, την γυμνότητα, τον καύσωνα του ηλίου, την ανυπόφορη παγωνιά της νυκτός και από την αδιάκοπη πάλη με τα ακάθαρτα πνεύματα.


Στα τελευταία της χρόνια, κατά θεία οικονομία, συναντήθηκε με τον όσιο Ζωσιμά, ο οποίος της προσέφερε προ του θανάτου της την Θεία Κοινωνία και μας διηγήθηκε την ζωή της, όπως την άκουσε από το στόμα της Οσίας. Μετά από τόσα χρόνια ασκήσεως στην έρημο η οσία Μαρία εξομοιώθηκε περισσότερο με τους αγγέλους παρά με τους ανθρώπους. Διότι, όταν προσευχόταν, ανυψωνόταν στον αέρα. Επέρασε τον Ιορδάνη χωρίς να βραχεί, προεγνώριζε τους διαλογισμούς των ανθρώπων και προέβλεπε τα μακράν και τα μέλλοντα, ωσάν να τα είχε μπροστά της.


Η οσία Μαρία μας καταπλήσσει κατά το ξεκίνημά της για την καινούργια ζωή με δύο σπουδαία έργα: την ασάλευτη απόφασή της ν’ αρχίσει μια άλλη ζωή και την τελεία αποκοπή της από τα δεσμά της αμαρτίας. Η αμαρτία είναι αιχμαλωσία, η σωτηρία είναι ελευθερία. Δεν υπάρχει σωτηρία στην χώρα της αμαρτίας. Ο Εβραϊκός λαός έφυγε από την δουλεία της Αιγύπτου, για να περάσει στη Γη της Επαγγελίας. Ο Άσωτος Υιός, μόνον όταν επέστρεψε στο πατρικό του σπίτι, εφόρεσε την πρώτη στολή και τιμήθηκε. Η οσία Μαρία, όχι στην Αίγυπτο, που ήτο ο τόπος των αμαρτιών της, αλλά μακριά, στην έρημο του Ιορδάνου, εκεί ελευθερώθηκε από την αμαρτία και αγιάσθηκε. Συνεπώς, για ν’ αρχίσουμε μια καινούργια ζωή με τον Χριστό, πρέπει να κόψουμε τελείως τις σχέσεις μας με την αμαρτία. Δεν ημπορούμε να βάλουμε καλή αρχή, εάν δεν μισήσουμε την αμαρτία από τα βάθη της ψυχής μας.


Ο άγιος Αυγουστίνος, που κι αυτός στην νεότητά του έκανε αυτή την αμαρτωλή ζωή, προσευχόταν με μεγάλη μετάνοια λέγοντας: «Κύριε, βοήθησέ με να Σε αγαπήσω με τόση αγάπη, με όση αγάπησα την αμαρτία στο παρελθόν!».


Αυτό είναι το πρώτο έργο στην ζωή της οσίας Μαρίας, το οποίον δεν πρέπει να ξεχνούμε. Εάν θέλουμε να επιτύχουμε κάτι με την προσευχή, την νηστεία και τις άλλες χριστιανικές ασκήσεις, πρέπει να εξέλθουμε από την Αίγυπτο, να κατοικήσουμε στην έρημο, να περάσουμε τον Ιορδάνη και να πάμε στην Ιερουσαλήμ να σηκώσουμε τον σταυρό. Να φύγουμε δηλαδή από την αμαρτία και να φιλοξενηθούμε στην γη της αναμαρτησίας με την σταθερή απόφαση να κάνουμε μόνο το θέλημα του Θεού.


Αυτή η απόφασις δεν λαμβάνεται εύκολα, διότι ευθύς αμέσως αρχίζουν οι δυσκολίες. Σαράντα επτά χρόνια στην έρημο, συνεχής αγώνας για την λύτρωση από τα τυραννικά πάθη, τα οποία βασανίζουν την ψυχή της, ενώ τα έχει απαρνηθεί. Η οσία Μαρία ευρίσκεται στην έρημο, υποφέρει από την πείνα, την δίψα, δεν βλέπει κανέναν άνθρωπο μέσα στην έρημο, δεν ακούει κανέναν, κι όμως δέκα επτά χρόνια βασανίζεται από την φλόγα των εμπαθών λογισμών, από τις αναμνήσεις της πορνείας, γαστριμαργίας και μέθης, στα οποία ζούσε παλαιότερα. Απ’ εδώ καταλαβαίνουμε, όπως είδαμε και στον Άσωτο Υιό, ότι η αμαρτία είναι ο μεγαλύτερος εχθρός της ψυχής μας. Όργανο του διαβόλου είναι ο ίδιος ο διάβολος, ο οποίος με υποκρισία, με πονηρία, με ψεύδος και απάτη κρύβει την εχθρότητα που τρέφει εναντίον μας, μέχρις ότου μας πιάσει στην παγίδα της συνηθείας με την αμαρτία. Τότε λοιπόν, μας παρουσιάζει όλο το θανάσιμο μίσος που έχει εναντίον μας, δεν μας λυπάται καθόλου, μας βασανίζει και δεν θέλει ν’ αναχωρήσει, χωρίς να οδηγήσει και την δική μας ψυχή στα βάσανα του άδου. Γι’ αυτό όλοι οι Πατέρες μάς προτρέπουν να αποφεύγουμε σαν δάγκωμα οχιάς την πρώτη εμπειρία της αμαρτίας και περιεργείας.


Όποιος φεύγει από την αμαρτία, λυτρώνεται από τον φοβερό πόλεμο που κατόπιν ακολουθεί, από τον οποίο δεν είμεθα σίγουροι ότι κάποτε θα λυτρωθούμε. Είναι πολύ σπουδαίο να έχουμε την θέληση και την αποφασιστικότητα της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας.


Αλήθεια, όταν σκεπτώμεθα την ζωή, τους αγώνες και την υπομονή της, κυριευόμεθα από θαυμασμό και φόβο. Η ασκητική πολιτεία της μας φαίνεται υπεράνθρωπη. Κι έτσι είναι, διότι δεν γινόταν διαφορετικά. Το δηλητήριο της αμαρτίας δεν θεραπεύεται με το νερό των λουλουδιών. Έχει ανάγκη από δυνατά ιατρικά φάρμακα, όχι με ημίμετρα αλλά με αγώνα ζωής και θανάτου. Οι πατέρες από το Γεροντικό λέγουν ένα σοφό λόγο: «Δώσε θέληση και πάρε δύναμη», κι άλλος λέγει: «Δώσε αίμα και λάβε πνεύμα». Είσαι αδύνατος πνευματικά; Ο Σωτήρ για τους αδυνάτους ήλθε. «Θέλεις να γίνεις υγιής;» μας ερωτά. Πρέπει με όλη σου την καρδιά να δοθείς σε Μένα και θα πάρεις δύναμη. Πάρε δύναμη να ξεπεράσεις τις στεναχώριες, να αντιμετωπίσεις τον νοητό εχθρό, να μην υποκύπτεις στον αγώνα, να δώσεις αίμα για να λάβεις πνεύμα. Η Χάρις ενισχύει τις εξαντλημένες από την αμαρτία δυνάμεις, θεραπεύει τα ψυχικά τραύματα και αυτό που με την θέλησή μας καταστρέψαμε, τώρα πρέπει να το επανορθώσουμε με την καθαρή εξομολόγηση, με την ειλικρινή μετάνοια, με τα καλά έργα, με την νηστεία και την προσευχή. Εάν κάποτε μας ευχαρίστησε η ψεύτικη απόλαυσις της αμαρτίας, τώρα πρέπει να γευθούμε και την ωφέλιμη πικράδα του ιατρικού φαρμάκου. Όπως ο ασθενής υπομένει την εγχείρηση, την κοπή των μελών, το πικρό φάρμακο, γνωρίζοντας ότι αυτά θα του χαρίσουν την ποθούμενη υγεία, έτσι πρέπει να υπομείνουμε τους κόπους της νηστείας, με την ελπίδα ότι γρήγορα έρχεται η εορτή της λαμπροφόρου Αναστάσεως. Έτσι ακόμη πρέπει να υποδεχτούμε τα σωτηριώδη και λυτρωτικά εκ της αμαρτίας Πάθη του Χριστού, τα οποία μας αξιώνουν της αθανάτου χαράς, της φωταυγείας και γλυκύτητος του αιωνίου Πάσχα μαζί μ’ εκείνους που υπέμειναν τις θλίψεις και τα ποικίλα βάσανα αυτής της ζωής.


Τα γεγονότα αυτής της εβδομάδος έχουν στενό δεσμό μεταξύ τους και μια βαθιά πνευματική σημασία.


Όπως άλλοτε η Κωνσταντινούπολις πολιορκήθηκε από τα βάρβαρα έθνη, για να κατακτηθεί κατόπιν απ’ αυτά, έτσι και σ’ αυτή την επίγεια ζωή, και προπαντός στην περίοδο των πνευματικών αγώνων, η βασιλική πόλις της ψυχής μας πολιορκείται από τους αοράτους αγαρηνούς και σαρακηνούς, οι οποίοι αποσκοπούν να λεηλατήσουν τον πλούτο των αρετών της και να την ρίξουν στον βυθό της αμαρτίας, που είναι ο θάνατος.


Έχουμε όμως φοβερά και ακαταμάχητη προστασία την Πανάχραντο Μητέρα του Θεού, η οποία πάντοτε μας λυτρώνει από κάθε δοκιμασία.


Κι αν ακόμη συμβεί κάποτε να αμελούμε για τις αρετές, και αν πνιγόμεθα στις ανθρώπινες μέριμνες, και υποκύπτουμε στους αοράτους ληστές και πίπτουμε ημιθανείς, και τότε ακόμη ας έχουμε την ελπίδα μας στο αμέτρητο έλεος Εκείνου, ο οποίος όχι από την Σαμάρεια, αλλά από την Θεοτόκο Μαρία προήλθε για την ιδική μας σωτηρία.


Το παράδειγμα της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας μας ενισχύει και μας δίνει ελπίδα. Κι αυτή έπεσε και λεηλατήθηκε από τους δαίμονες ληστές, αλλά λυτρώθηκε με την δύναμη του Σταυρού και την ανίκητη δύναμη της Κυρίας Θεοτόκου.


«Τὰ σκιρτήματα πάντα τὰ τῆς σαρκὸς χαλινώσασα πόνοις ἀσκητικοῖς, ἀνδρεῖον ἀπέδειξας τῆς ψυχῆς σου τὸ φρόνημα· τὸν γὰρ Σταυρὸν ποθήσασα Κυρίου θεάσασθαι ἱερῶς ἀοίδιμε τῷ κόσμῳ ἐσταύρωσαι…» (Όρθρος Κυριακής).


«Ἡ πορνείαις πρότερον μεμεστωμένη παντοίαις, Χριστοῦ νύμφη σήμερον, τῇ μετανοίᾳ ἐδείχθη, ἀγγέλων, τὴν πολιτείαν ἐπιποθοῦσα, δαίμονας Σταυροῦ τῷ ὅπλῳ καταπατοῦσα· διὰ τοῦτο βασιλείας ἐφάνης νύμφη Μαρία ἔνδοξε» (Κοντάκιον Κυριακής).


Γέροντας Πετρώνιος Τανάσε, Οι Πύλες της Μετανοίας – Στοχασμοί στο Τριώδιο, Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη, 2003.

ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ E΄ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

 Ἅγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς


Ἰδού ἡ πέμπτη Κυριακή τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἡ Κυριακή [πού σφραγίζει τήν ἑβδομάδα] τῶν μεγάλων ἀγρυπνιῶν καί τῶν μεγάλων ἀσκήσεων, τήν ἑβδομάδα τῶν μεγάλων θρήνων καί ἀναστεναγμῶν, ἡ Κυριακή τῆς πιό μεγάλης μεταξύ τῶν ἁγίων γυναικῶν Ἁγίας, τῆς ὁσίας μητρός ἡμῶν Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας…


Σαράντα ἑπτά χρόνια ἔκανε στήν ἔρημο, καί ὁ Κύριος τῆς ἔδωσε ἐκεῖνο πού σπάνια δίνει σέ κάποιον ἀπό τούς Ἁγίους. Χρόνια ὁλόκληρα δέν γεύθηκε ψωμί καί νερό. Στήν ἐρώτησι τοῦ ἀββᾶ Ζωσιμᾶ ἐκείνη ἀπάντησε: «Οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος» (Ματθ. δ΄ 4). Ὁ Κύριος τήν ἔτρεφε μέ ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο καί τήν ὡδηγοῦσε στήν ἐρημητική ζωή, στούς ἐρημητικούς της ἀγῶνες. Καί ποιό ἦταν τό ἀποτέλεσμα; Ἡ Ἁγία μετέτρεψε τήν κόλασί της σέ παράδεισο!


Νίκησε τόν διάβολο καί ἀνέβηκε ψηλά στόν Θεό! Πῶς, μέ τί; Μέ τήν νηστεία καί τήν προσευχή, μέ νηστεία καί προσευχή! Διότι ἡ νηστεία, ἡ νηστεία μαζί μέ τήν προσευχή, εἶναι δύναμις πού νικᾶ τά πάντα. Ἕνας θαυμάσιος ὕμνος τῆς Μεγ. Τεσσαρακοστῆς λέγει: «ἀκολουθήσωμεν τῷ διά νηστείας ἡμῖν, τήν κατά τοῦ διαβόλου νίκην ὑποδείξαντι, Σωτῆρι τῶν ψυχῶν ἡμῶν». Μέ τήν νηστεία μᾶς ἔδειξε τήν νίκη κατά τοῦ διαβόλου… Δέν ὑπάρχει ἄλλο ὅπλο, δέν ὑπάρχει ἄλλο μέσον. Νηστεία! Ἰδού τό μέσον γιά νά νικήσῃς τόν διάβολο, τόν κάθε διάβολο. Παράδειγμα νίκης, ἡ ἁγία Μαρία ἡ Αἰγυπτία.


Τί θεία δύναμις ἡ νηστεία! Νηστεία δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά νά σταυρώνῃς τό σῶμα, νά σταυρώνῃς τό σῶμα, νά σταυρώνῃς ὁ ἴδιος τόν ἑαυτό σου. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει σταυρός, ἡ νίκη εἶναι σίγουρη. Τό σῶμα τῆς πρώην πόρνης τῆς Ἀλεξανδρείας, τῆς Μαρίας, μέ τήν ἁμαρτία παραδόθηκε στήν δουλεία τοῦ διαβόλου. Ἀλλά ὅταν ἀγκάλιασε τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, ὅταν πῆρε αὐτό τό ὅπλο στά χέρια της, νίκησε τόν διάβολο.


Νηστεία εἶναι ἡ ἀνάστασις τῆς ψυχῆς ἐκ νεκρῶν. Ἡ νηστεία καί ἡ προσευχή ἀνοίγουν τά μάτια τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε νά ἀντικρύσῃ καί νά καταλάβῃ πραγματικά τόν ἑαυτό του, νά ἰδῇ τόν ἑαυτό του. Βλέπει τότε ὅτι κάθε ἁμαρτία στήν ψυχή του εἶναι ὁ τάφος του, ὁ τάφος, ὁ θάνατός του. Καταλαβαίνει ὅτι ἡ ἁμαρτία μέσα στήν ψυχή του δέν κάνει τίποτε ἄλλο ἀπό τό νά μετατρέπῃ σέ πτώματα ὅλα ὅσα ἀνήκουν στήν ψυχή: τούς λογισμούς της, τά συναισθήματά της καί τίς διαθέσεις της· σειρά ἀπό τάφους. Καί τότε…, τότε ξεχύνεται θρηνητική κραυγή ἀπό τήν ψυχή: «Πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσον με».


Αὐτή εἶναι ἡ κραυγή μας κατά τήν ἁγία αὐτή ἑβδομάδα: Κύριε, προτοῦ χαθῶ τελείως, σῶσε με. Ἔτσι προσευχηθήκαμε αὐτή τήν ἑβδομάδα στόν Κύριο, τέτοιες προσευχητικές ἀναβοήσεις μᾶς παρέδωσε στόν Μεγάλο Κανόνα του ὁ μεγάλος ἅγιος πατήρ ἡμῶν Ἀνδρέας Κρήτης. «Κύριε, πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με». Αὐτή ἡ κραυγή μᾶς ἀφορᾶ ὅλους, ὅλους ὅσους ἔχουμε ἁμαρτίες. Ποιός δέν ἔχει ἁμαρτίες;


Εἶναι ἀδύνατον νά κυττάξῃς τόν ἑαυτό σου νά μή εὕρῃς κάπου, σέ κάποια γωνία τῆς ψυχῆς σου, νά μή ἐντοπίσῃς σέ κάποια ἄκρη της μία ξεχασμένη ἴσως ἁμαρτία. Καί… κάθε ἁμαρτία, γιά τήν ὁποία δέν ἔχεις μετανοήσει, εἶναι ὁ τάφος σου, εἶναι ὁ θάνατός σου. Καί ἐσύ, γιά νά μπορέσῃς νά σωθῇς καί νά ἀναστήσῃς τόν ἑαυτό σου ἀπό τόν τάφο σου, κρᾶζε μέ τίς προσευχητικές θρηνητικές κραυγές τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς: «Κύριε, πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με». Ἄς μή ξεγελᾶμε τόν ἑαυτό μας, ἀδελφοί, ἄς μή ἀπατώμεθα. Καί μία μόνο ἁμαρτία ἄν ἔμεινε στήν ψυχή σου, καί σύ δέν μετανοεῖς καί δέν τήν ἐξομολογεῖσαι ἀλλά τήν ἀνέχεσαι μέσα σου, αὐτή ἡ ἁμαρτία θά σέ ὁδηγήσῃ στό βασίλειο τῆς κολάσεως. Γιά τήν ἁμαρτία δέν ὑπάρχει τόπος στόν παράδεισο τοῦ Θεοῦ. Γιά τήν ἁμαρτία δέν ὑπάρχει τόπος στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.


Γιά νά ἀξιωθῇς τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, φρόντισε νά ἀποδιώξῃς ἀπό μέσα σου κάθε ἁμαρτία, νά ξεριζώσῃς ἀπό μέσα σου διά τῆς μετανοίας κάθε ἁμαρτία. Διότι, τίποτε δέν γλυτώνει ἀπό τήν μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου. Τέτοια δύναμι ἔδωσε ὁ Κύριος στήν Ἁγία Μετάνοια. Κοίταξε! Ἀφοῦ ἡ μετάνοια μπόρεσε νά σώσῃ μία τόσο μεγάλη ἄσωτη γυναῖκα, ὅπως ἦταν κάποτε ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία, πῶς νά μή σώσῃ καί ἄλλους ἁμαρτωλούς, τόν κάθε ἁμαρτωλό, καί τόν πιό μεγάλο ἁμαρτωλό καί ἐγκληματία; Ναί, ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή εἶναι τό πεδίο τῆς μάχης, ἐπί τοῦ ὁποίου ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί μέ τήν νηστεία καί τήν προσευχή νικᾶμε τόν διάβολο, νικᾶμε ὅλες τίς ἁμαρτίες, νικᾶμε ὅλα τά πάθη καί ἐξασφαλίζουμε στόν ἑαυτό μας τήν ἀθανασία καί τήν αἰώνιο ζωή.


Στήν ζωή τῶν ἁγίων καί ἀληθινῶν Χριστιανῶν ὑπάρχουν ἀναρίθμητα παραδείγματα πού δείχνουν ὅτι ὄντως μόνο μέ τήν προσευχή καί τήν νηστεία ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί νικᾶμε τούς δαίμονες, ὅλους ἐκείνους πού μᾶς βασανίζουν καί θέλουν νά μᾶς παρασύρουν στό βασίλειο τοῦ κακοῦ, στήν κόλασι. Αὐτή ἡ Ἁγία Νηστεία…! εἶναι νηστεία τῶν ἁγίων ἀρετῶν μας. Κάθε ἁγία ἀρετή ἀνασταίνει τήν ψυχή μου καί τήν ψυχή σου ἐκ τῶν νεκρῶν.


Προσευχή! Τί εἶναι ἡ προσευχή; Εἶναι ἡ μεγάλη ἀρετή πού σέ ἀνασταίνει καί μέ ἀνασταίνει. Σηκώθηκες μήπως γιά προσευχή, ἔκραξες πρός τόν Κύριο νά καθαρίσῃ τήν ψυχή σου ἀπό τίς ἁμαρτίες, ἀπό τό κάθε κακό, ἀπό κάθε πάθος; Τότε οἱ τάφοι σου καί οἱ τάφοι μου ἀνοίγουν καί οἱ νεκροί ἀνασταίνονται. Ὅ,τι εἶναι ἁμαρτωλό φεύγει, ὅ,τι σύρει πρός τό κακό ἐξαφανίζεται.


Ἡ ἁγία προσευχή ἀνασταίνει τόν καθένα ἀπό μᾶς, ὅταν εἶναι εἰλικρινής, ὅταν φέρνει ὅλη τήν ψυχή στόν οὐρανό, ὅταν ἐσύ μέ φόβο καί τρόμο λέγῃς στόν Κύριο: Δές, δές τούς τάφους μου, ἀναρίθμητοι εἶναι οἱ τάφοι μου, Κύριε! Μέσα σέ κάθε ἕναν ἀπό αὐτούς τούς τάφους, νά’την ἡ ψυχή μου, νά’την νεκρή, μακρυά ἀπό Σένα, Κύριε! Εἰπέ λόγον καί ἀνάστησον πάντας τούς νεκρούς μου! Διότι, Σύ, Σύ, Κύριε, μᾶς ἔδωσες πολλές θεῖες δυνάμεις νά μᾶς ἀνασταίνουν διά τῆς ἁγίας Ἀναστάσεως, νά μᾶς ἀνασταίνουν ἀπό τόν τάφο τῆς ραθυμίας. Ναί, μέ τήν ἁμαρτία, μέ τά πάθη μας, πεθαίνουμε ψυχικά. Ἡ ψυχή ἀποθνήσκει, ὅταν χωρίζεται ἀπό τόν Θεό.


Ἡ ἁμαρτία εἶναι δύναμις πού χωρίζει τήν ψυχή ἀπό τόν Θεό. Καί ἐμεῖς, ὅταν ἀγαπᾶμε τήν ἁμαρτία, ὅταν ἀγαπᾶμε τίς ἁμαρτωλές ἡδονές, στήν πραγματικότητα ἀγαπᾶμε τόν θάνατό μας, ἀγαπᾶμε τούς τάφους, τούς δυσώδεις τάφους, μέσα στούς ὁποίους ἡ ψυχή μας ἀποσυντίθεται. Ἀντίθετα, ὅταν ἀνανήψουμε, ὅταν μέ τόν κεραυνό τῆς μετανοίας χτυπήσουμε τήν καρδιά μας, τότε…, τότε οἱ νεκροί μας ἀνασταίνονται. Τότε ἡ ψυχή μας νικᾶ ὅλους τούς φονεῖς της, νικᾶ τόν κατεξοχήν δημιουργό ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν, τόν διάβολο, νικᾶ μέ τήν δύναμι τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.


Γι’ αὐτό, γιά μᾶς τούς Χριστιανούς δέν ὑπάρχει ἁμαρτία πιό ἰσχυρή ἀπό μᾶς. Νά εἶσαι βέβαιος ὅτι πάντοτε εἶσαι δυνατώτερος ἀπό κάθε ἁμαρτία πού σέ βασανίζει, πάντοτε εἶσαι δυνατώτερος ἀπό κάθε πάθος πού σέ βασανίζει. Πῶς; –ἐρωτᾶς. Μέ τήν μετάνοια! Καί τί εἶναι εὐκολώτερο ἀπό αὐτήν; Πάντοτε μπορεῖς μέσα σου, μέσα στήν ψυχή σου, νά κραυγάζῃς: «Κύριε, πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με». Ἡ βοήθεια τοῦ Θεοῦ δέν θά σέ παραβλέψῃ. Θά ἀναστήσῃς τόν ἑαυτό σου ἀπό τούς νεκρούς καί θά ζῇς σ’ αὐτόν τόν κόσμο σάν κάποιος πού ἦρθε ἀπό ἐκεῖνον τόν κόσμο, πού ἀναστήθηκε καί ζῆ μία νέα ζωή, τήν ζωή τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου, πού ὑπάρχουν μέσα του ὅλες οἱ θεῖες δυνάμεις, ἔτσι ὥστε καμμία ἁμαρτία πλέον δέν μπορεῖ νά σέ φονεύσῃ. Ἴσως νά ξαναπέφτῃς, ἀλλά πλέον γνωρίζεις, γνωρίζεις τό ὅπλο, γνωρίζεις τήν δύναμι μέ τήν ὁποία ἀνασταίνεσαι ἐκ τῶν νεκρῶν. Ἄν πενήντα φορές τήν ἡμέρα ἁμαρτήσῃς, ἄν πενήντα φορές ντροπιασθῇς, ἄν πενήντα τάφους σκάψῃς σήμερα, μόνο φώναξε: «Κύριε, δός μου μετάνοια. Πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με». Ὁ Ἀγαθός Κύριος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τήν ἀσθένεια καί ἀδυναμία τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς καί τῆς ἀνθρωπίνης θελήσεως, εἶπε: Ἔλα, ἀδελφέ. Ἀκόμη κι ἄν ἑβδομηκοντάκις τήν ἡμέρα ἁμαρτήσῃς, πάλι ἔλα καί πές: ἥμαρτον (Ματθ. ιη΄, 21-22).


Αὐτό ἐντέλλεται ὁ Κύριος σέ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους, τούς ἀσθενεῖς καί ἀδυνάτους. Συγχωρεῖ τούς ἁμαρτωλούς. Γι’ αὐτό καί δήλωσε ὅτι χαρά μεγάλη γίνεται ἐν τῷ οὐρανῷ ἐπί ἐνί ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι ἐπί τῆς γῆς (πρβλ. Λουκ. ιε΄ 7). Ὅλος ὁ οὐράνιος κόσμος ἀτενίζει σέ σένα, ἀδελφέ καί ἀδελφή, πῶς ζῆς στήν γῆ. Πέφτεις στήν ἁμαρτία καί δέν μετανοεῖς; Νά, οἱ Ἄγγελοι κλαῖνε καί θλίβονται στόν Οὐρανό ἐξ αἰτίας σου. Μόλις ἀρχίσῃς νά μετανοῇς, νά, οἱ Ἄγγελοι στόν Οὐρανό χαίρονται, καί σάν οὐράνιοι ἀδελφοί σου χορεύουν… Νά ἡ σημερινή μεγάλη ἁγία, ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία. Πόσο ἁμαρτωλή! Ἀπό αὐτήν ὁ Κύριος ἔκανε μία ἁγία ὕπαρξι σάν τά Χερουβίμ. Μέ τήν μετάνοια ἔγινε ἰσάγγελη, μέ τήν μετάνοια κατέστρεψε τήν κόλασι, στήν ὁποία βρισκόταν, καί ἀνέβηκε ὁλόκληρη στόν παράδεισο τοῦ Χριστοῦ.


Δέν ὑπάρχει Χριστιανός ἀδύνατος σ’ αὐτόν τόν κόσμο, ἔστω κι ἄν τοῦ ἐπιτίθενται οἱ φρικωδέστερες ἁμαρτίες καί πειρασμοί αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ἀρκεῖ μόνο ὁ Χριστιανός νά μή ξεχάσῃ τά μεγάλα του ὅπλα: τήν μετάνοια, τήν προσευχή, τήν νηστεία· νά ἐπιδοθῇ σέ κάποια εὐαγγελική ἄσκησι, σέ κάποια ἀρετή: εἴτε στήν προσευχή, εἴτε στήν νηστεία, εἴτε στήν εὐαγγελική ἀγάπη, εἴτε στήν εὐσπλαχνία. Ἄς θυμηθοῦμε τούς μεγάλους Ἁγίους τοῦ Θεοῦ, ἄς θυμηθοῦμε τήν ἑορταζομένη σήμερα μεγάλη Ἁγία, τήν ὁσία Μητέρα μας Μαρία τήν Αἰγυπτία, καί ἄς εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ὁ Κύριος θά εἶναι εὔκαιρος βοηθός μας. Ἡ ἁγία Μαρία ἐβίωσε τόσο θαυμαστή βοήθεια ἀπό τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο καί σώθηκε ἀπό τήν φοβερή της κόλασι, ἀπό τούς φοβερούς της δαίμονες. Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος καί σήμερα καί πάντοτε μᾶς βοηθεῖ σέ ὅλες τίς εὐαγγελικές μας ἀρετές: στήν προσευχή, καί στήν νηστεία, καί στήν ἀγρυπνία, καί στήν ἀγάπη, καί στούς οἰκτιρμούς, καί στήν ὑπομονή, καί σέ κάθε ἄλλη ἀρετή. Εὔχομαι νά μᾶς βοηθῇ πάντα καί νά μᾶς καθοδηγῇ…


Γι’ αὐτό, ποτέ νά μήν ἀποκάμῃς στόν ἀγῶνα καί στόν πόλεμο μέ τίς ἁμαρτίες σου… Σέ ὅλες τίς δυσκολίες σου καί στίς πιό μεγάλες πτώσεις σου νά θυμᾶσαι τήν κραυγή αὐτῆς τῆς ἁγίας ἑβδομάδος, πού ἔχει τήν δύναμι νά σέ ἀναστήσῃ: «Κύριε, πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με».


Ἀπό τό βιβλίο:


PASHALNE BESEDE (Πασχαλινές Ὁμιλίες), Βελιγράδι 1998]

Ἡ ὁδὸς τῆς Σταύρωσης

 Metr.Anthony Bloom


Ἑβδομάδα μ’ ἑβδομάδα νοιώθουμε ὅτι πλησιάζουμε ὁλοένα τὴν ἔνδοξη Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Καὶ μᾶς φαίνεται ὅτι κινούμαστε γρήγορα, ἀπὸ Κυριακὴ πρὸς Κυριακή, πρὸς τὴν ἡμέρα ποὺ κάθε φόβος, κάθε φρίκη θὰ χαθεῖ.


Κι ὅμως τόσο εὔκολα ξεχνᾶμε ὅτι πρὶν φτάσουμε τὴν ἡμέρα τῆς Ἀνάστασης, πρέπει μαζὶ μὲ τὸν Χριστό, μαζὶ μὲ τοὺς Ἀποστόλους Του, νὰ βαδίσουμε τὴν ὁδὸ τῆς Σταύρωσης. «Ἰδού, ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου θὰ παραδοθῆ εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ θὰ Τὸν σταυρώσουν, καὶ τὴν τρίτην ἡμέραν θὰ ἀναστηθεῖ».


Ὅλοι ξέρουμε ὅτι θὰ ἀναστηθεῖ, ἀλλὰ ἔχουμε πότε ἀναρωτηθεῖ πῶς γύρισαν οἱ μαθητές Του στὴν Ἱερουσαλήμ, ξέροντας ὅτι ἡ Σταύρωση ἦταν κοντά; Κινοῦνταν φοβισμένοι. Δὲν εἶχαν ὡριμάσει τόσο, ὥστε νὰ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ καὶ τὴν ζωή τους θὰ ἔδιναν γιὰ νὰ διαδοθεῖ τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου. Κινοῦνταν μὲ φόβο. Ὅταν ὁ Χριστὸς τοὺς εἶπε νὰ γυρίσουν στὴν Ἱερουσαλήμ, τὴν πόλη ποὺ εἶχε ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό, βάζοντας τὴν ζωή Του σὲ κίνδυνο, ἐκεῖνοι Τοῦ εἶπαν: «ἂς μὴν πᾶμε..», καὶ μόνον ἕνας μαθητής, ὁ Θωμᾶς, εἶπε: «Ὄχι. Ἂς πᾶμε μαζί Του, κι ἂς πεθάνουμε μαζί Του».

Ὁ μαθητὴς εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ ἀνόητα πιστεύω, ὀνομάσαμε Ἄπιστο: ὁ μόνος ποὺ δὲν ἦταν ἕτοιμος νὰ δώσει τὴν ἐμπιστοσύνη του, τὴν πίστη, τὴν ζωή του, τὸ αἷμα του, χωρὶς βεβαιότητα. Ἀλλὰ ἡ καρδιὰ του ἦταν ἀνεπιφύλακτα δοσμένη στὸν Χριστό. Πόσο ὑπέροχο νὰ εἶναι κάποιος ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος! Ἀλλὰ καὶ οἱ ὑπόλοιποι μαθητὲς δὲν θὰ ἐγκαταλείψουν τὸν Χριστό. Θὰ βαδίσουν μαζί Του πρὸς τὴν Ἱερουσαλήμ.


Ἔχουμε σήμερα ἀκόμα τὸ παράδειγμα ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ζοῦσε μιὰ τραγωδία πρὶν συναντήσει τὸν Χριστό. Εἶναι ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία. Ἦταν ἁμαρτωλή. Ἦταν πόρνη. Δὲν πίστευε στὸν Θεό, οὔτε μὲ τὴν ψυχή, οὔτε μὲ τὸ σῶμα. Δὲν εἶχε σεβασμὸ σὲ αὐτὸ τὸ σῶμα ποὺ ὁ Θεὸς ἔχει δημιουργήσει, οὔτε σ’ αὐτὴ τὴν ψυχή. Κι ὅμως ἦρθε, μὲ τραγικὸ τρόπο, ἀντιμέτωπη μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ὑπῆρχε τρόπος νὰ τῆς ἐπιτραπεῖ ἡ εἴσοδος στὸν Ναὸ ἐκτὸς ἂν ἀπέρριπτε τὸ κακὸ καὶ διάλεγε τὴν ἁγνότητα, τὴν μετάνοια, τὴν νέα ζωή.


Ἂς συλλογιστοῦμε τοὺς μαθητὲς ποὺ σχεδὸν ἱκέτεψαν τὸν Χριστὸ νὰ μὴν ἐπιστρέψει στὴν Ἱερουσαλήμ, ἐπειδὴ ἡ Ἱερουσαλὴμ ἦταν μιὰ πόλη ὅπου ὅλοι οἱ προφῆτες εἶχαν πεθάνει, δὲν ἤθελαν νὰ πεθάνει ὁ Χριστός, καὶ φοβόντουσαν. Ἂς ἀναρωτηθοῦμε πόσο τοὺς μοιάζουμε. Ἂς ἀναρωτηθοῦμε εἰλικρινὰ σήμερα  κατά πόσο μοιάζουμε ἢ ὄχι στὴν ὁσία Μαρία τὴν Αἰγυπτία· τὴν Μαρία ποὺ εἶχε ζήσει τὴν ζωὴ της σύμφωνα μὲ τοὺς τρόπους καὶ τὶς ἐπιθυμίες της, παρασυρόμενη ἀπ’ ὅλους τοὺς πειρασμοὺς τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς· καὶ μία μέρα συνειδητοποίησε ὅτι στὴν κατάσταση ποὺ ἦταν δὲν μποροῦσε νὰ εἰσέλθει στὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ.


Πόσο εὔκολα μπαίνουμε ἐμεῖς στὸ ναὸ, ξεχνώντας τόσο εὔκολα ὅτι ἡ ἐκκλησία εἶναι ἕνα μικρὸ κομμάτι τοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐπιλέξει νὰ ζεῖ ἀποκομμένος ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ ἔχει ἀπορρίψει τὸν Θεό, ἔχει χάσει τὸ ἐνδιαφέρον του γι’ Αὐτόν· κι ὅτι οἱ λίγοι πιστοὶ δημιουργήθηκαν ἀπὸ τὸν Θεὸ σὰν καταφύγιο· ναί, ἡ ἐκκλησία εἶναι ἡ πληρότητα τοῦ Παραδείσου, καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ ἕνα τραγικὸ καταφύγιο, τὸ μόνο μέρος ποὺ ἔχει δικαίωμα νὰ βρίσκεται ὁ Θεὸς ἐπειδὴ εἶναι καταζητούμενος. Κι ὅταν ἐρχόμαστε ἐδῶ, μπαίνουμε στὸ βασίλειο τοῦ Θεοῦ. Θὰ πρέπει νὰ ἐρχόμαστε μὲ μία αἴσθηση δέους ὄχι ἁπλὰ νὰ περπατᾶμε ἐκεῖ ὅπως σ’ ἕνα ἄλλο μέρος, ἀλλὰ σ’ ἕναν τόπο ποὺ εἶναι ἤδη τὸ Βασίλειο τοῦ Θεοῦ.


Ἂν εἴχαμε αὐτὴν τὴν διάθεση, ὅταν ἐρχόμαστε στὴν πόρτα τῆς Ἐκκλησίας, θὰ μπορούσαμε νὰ εἴμαστε, ἂν καὶ ἀσήμαντοι, σὰν τὴν Μαρία τὴν Αἰγυπτία. Θὰ σταματούσαμε καὶ θὰ λέγαμε, «πῶς μπορῶ νὰ μπῶ στὸν ναό;» Καὶ ἂν τὸ κάναμε αὐτὸ ὁλόψυχα, μὲ μιὰ καρδιὰ συντετριμμένη, μὲ μιὰ αἴσθηση τρόμου ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι εἴμαστε τόσο μακρυὰ ἀπὸ τὸν Θεό, τόσο ξένοι, τόσο ἄπιστοι, τότε θὰ ἄνοιγαν οἱ θύρες, καὶ θὰ βλέπαμε ὅτι δὲν βρισκόμαστε ἁπλὰ σ’ ἕναν μεγάλο χῶρο περιτριγυρισμένο ἀπὸ τοίχους, ἀλλὰ βρισκόμαστε σ’ ἕναν τόπο ποὺ εἶναι ὁ Παράδεισος τοῦ Θεοῦ ποὺ ἦλθε στὴν γῆ.


Ἂς μάθουμε ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἐμπειρία τί σημαίνει νὰ προχωρᾶμε βῆμα-βῆμα πρὸς τὴν Ἀνάσταση, ἐπειδὴ γιὰ νὰ φτάσουμε στὴν Ἀνάσταση πρέπει νὰ περάσουμε μέσα ἀπὸ τὸν Γολγοθᾶ, πρέπει νὰ περάσουμε ἀπὸ τὴν τραγωδία τῆς Μ. Ἑβδομάδας καὶ νὰ τὴν κάνουμε δική μας, μετέχοντας μὲ τὸν Χριστό, τοὺς μαθητές Του καὶ τὰ πλήθη ὁλόγυρα, στὸν φόβο, στὸν τρόμο αὐτοῦ τοῦ γεγονότος· κι ἐπίσης νὰ τὸ ζήσουμε σὰν μιὰ φωτιὰ ποὺ θὰ κατακάψει ὅ,τι εἶναι εὐτελὲς γιὰ τὸν Θεὸ καὶ θὰ μᾶς καθαρίσει. Κι ἴσως μία μέρα, ὅταν ἡ φωτιὰ θὰ ἔχει κατακάψει ὅ,τι δὲν εἶναι ἄξιο γιὰ τὸν Θεό, καθένας ἀπὸ μᾶς ἴσως γίνει μιὰ εἰκόνα τῆς φλεγομένης βάτου, πυρακτωμένης ἀπὸ τὴν θεία φλόγα καὶ μὴ καιομένης, ἐπειδὴ θὰ εἶχε ἀπομείνει σὲ μᾶς μόνο ὅ,τι θὰ ἐπιβίωνε ἀπὸ τὴν θεϊκὴ φωτιά. Ἀμήν.

Η κλειστή πόρτα τῆς ψυχῆς μας

 Metr. ΑΝΤΗΟΝΥ ΒLΟΟΜ


Καθώς ἡ πορεία μας στή Μεγάλη Τεσσαρακοστή μᾶς ὁδηγεῖ ἀπό δόξης εἰς δόξαν, γιά νά φθάσουμε βῆμα βῆμα νά ἀντικρύσουμε τήν ὑπέρτατη δόξα τῆς ᾿Εσταυρωμένης Θείας ᾿Αγάπης, τῆς θυσιαστικῆς ἀγάπης τῆς ῾Αγίας Τριάδος, τιμοῦμε σήμερα τή μνήμη τῆς ῾Οσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας.


῾Η ῾Οσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία ἦταν μία ἁμαρτωλή, μία γυναίκα τῆς ὁποίας ἡ ἁμαρτωλότητα ἦταν γνωστή σέ ὅλους καί ὄχι μόνο στόν Θεό· ἴσως τή μικρότερη ἐπίγνωση αὐτῆς τῆς ἁμαρτωλότητας νά τήν εἶχε ἡ ἴδια, καθώς ἡ ἁμαρτία ἦταν ἡ ζωή της. Καί ὅμως, θέλησε κάποια μέρα νά προσκυνήσει τήν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου σέ μία ἐκκλησία.


Τό ὑπέρτατο κάλλος τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ ἔφθασε στήν καρδιά της καί τήν ἄγγιξε. ῞Οταν ὅμως ἔφθασε στήν πύλη τῆς ἐκκλησίας ἐκείνης, μιά δύναμη τήν ἐμπόδιζε νά διαβεῖ τό κατώφλι. ῾Ο Τελώνης δέν εἶχε ἐμποδιστεῖ νά σταθεῖ ἐκεῖ, ἐπειδή ἡ καρδιά του ἦταν συντετριμμένη· ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία δέν εἶχε συντετριμμένη καρδιά καί ἡ εἴσοδος στόν Ναό ἦταν ἀπαγορευμένη γι’ αὐτήν.


Στεκόταν λοιπόν ἐκεῖ καί ἔνιωθε ὅτι ἡ κατάστασή της ἦταν ἀσύμβατη μέ τήν ἁγιότητα τῆς Παρουσίας τοῦ Θεοῦ καί τῆς Θεοτόκου, πού εἶναι ὅ,τι ἱερότερο ὑπάρχει στή γῆ καί στόν οὐρανό. ῾Η ἐμπειρία αὐτή τή συγκλόνισε τόσο βαθιά, ὥστε ἐγκατέλειψε ὅλα αὐτά πού ἦταν ταυτισμένα μέ τήν ὕπαρξή της, ἀποσύρθηκε στήν ἔρημο καί μέ μία ἄσκηση πού τά λειτουργικά μας βιβλία χαρακτηρίζουν ὡς «ἀκραία» ἀγωνίστηκε νά νικήσει τή σάρκα της, τήν ψυχή της, τίς ἀναμνήσεις της· ὅ,τι ἦταν ἁμαρτία, ἀλλά καί καθετί πού θά μποροῦσε νά τήν ὁδηγήσει μακριά ἀπό τόν Θεό. Καί ξέρουμε τώρα πόσο ἔνδοξη ὑπῆρξε ἡ ζωή της, τί ἄνθρωπος ἔγινε.


Τί μάθημα δίνει σ’ ἐμᾶς; Πόσες φορές ἔχει συμβεῖ νά χτυπήσουμε καί ἐμεῖς τήν πόρτα τοῦ Θεοῦ μέ τόν ἴδιο τρόπο πού ἐπιχείρησε καί ἡ Μαρία νά μπεῖ στόν χῶρο τῆς Παρουσίας Του; Πόσες φορές προσπαθήσαμε νά προσευχηθοῦμε, νά Τόν πλησιάσουμε ἐν σιωπῇ; Πόσες φορές λαχταρήσαμε τόν Θεό καί πόσες φορές νιώσαμε ὅτι ἀνάμεσα στήν προσευχή μας καί σ’ Αὐτόν, ἀνάμεσα στή σιωπή μας καί σ’ Αὐτόν, ἀνάμεσα στή λαχτάρα μας καί σ’ Αὐτόν ὑπῆρχε ἕνα ἐμπόδιο πού δέν μπορούσαμε νά ὑπερπηδήσουμε; Φωνάξαμε, προσευχηθήκαμε σ’ ἕναν ἄδειο οὐρανό, στραφήκαμε πρός τίς εἰκόνες, κι αὐτές ἔμειναν σιωπηλές. Τό μόνο πού συναντούσαμε ἦταν ἡ ἀπουσία τοῦ Θεοῦ, μιά ἀπουσία τόσο τρομακτική, ὄχι μόνον ἐπειδή δέν μπορούσαμε νά Τόν πλησιάσουμε, ἀλλά γιατί συνειδητοποιούσαμε ὅτι ἄν δέν Τόν πλησιάσουμε, ἡ ψυχή μας κείτεται ἄχρηστη, μέσα μας βασιλεύει τό κενό, ἕνα κενό πού ἄν συνεχιστεῖ, ἄν γίνει ἡ μόνιμη κατάστασή μας, θά σημάνει κάτι παραπάνω ἀπ’ τόν θάνατο· θά σημάνει τόν ἀπόλυτο χωρισμό. ᾿Αλλά καί πόσες φορές ἔχει χτυπήσει ὁ Θεός τήν πόρτα τῆς καρδιᾶς μας!


Θυμᾶστε τή φράση ἀπό τήν ᾿Αποκάλυψη· «᾿Ιδού ἵσταμαι ἐπί τήν θύραν καί κρούω…». Πόσες φορές -μέ τά λόγια τοῦ Εὐαγγελίου, μέ τά γεγονότα τῆς ζωῆς μας, μέ τίς ἀδύναμες νεύσεις τῆς ψυχῆς μας, μ’ ἕναν ψίθυρο τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, μέ ὅλους τούς τρόπους πού ὁ Θεός μεταχειρίζεται γιά νά μᾶς πλησιάσει- πόσες ἄραγε φορές δέν ἔχει χτυπήσει αὐτή τή θύρα καί πόσες φορές ἐμεῖς δέν ἐξασφαλίσαμε ὅτι θά παραμείνει κλειστή! ῎Η ἁπλῶς δέν φροντίσαμε νά ἀνοίξει, διότι ἤμασταν ἀπασχολημένοι ἐκείνη τή στιγμή μέ πράγματα σημαντικότερα γιά μᾶς ἀπό τή δική Του παρουσία πού ἐρχόταν νά μᾶς διακόψει καί νά μᾶς ἐνοχλήσει!


Καί πόσες φορές ἀρνηθήκαμε νά ἀνοίξουμε αὐτή τήν πόρτα, ἐπειδή ὁ ἐρχομός τοῦ Κυρίου θά σήμαινε τό τέλος κάποιων πραγμάτων πού ἦταν πολύτιμα καί μετροῦσαν γιά μᾶς… Καί ᾿Εκεῖνος στεκόταν χτυπώντας καί ἡ πόρτα μας ἦταν κλειστή στό πρόσωπό Του· ἀκριβῶς μέ τόν ἴδιο τρόπο πού ὅλες οἱ πόρτες ἦταν κλειστές στό πρόσωπο τῆς Μητέρας Του καί τοῦ ᾿Ιωσήφ τή νύχτα τῆς Γεννήσεως…


Πιθανόν νά μήν τό βιώνουμε μέ τήν ἔνταση πού θά ἔπρεπε· καί ὅμως, γιά τόν καθένα μας, ἡ ἀπόδειξη εἶναι ἁπλῶς καί μόνο ὅτι βρισκόμαστε ἐδῶ, καί μαζί μέ ἑκατομμύρια ἄλλων ἀνθρώπων ἀντιληφθήκαμε κάποια στιγμή τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ, ἀκούσαμε τόν χτύπο Του στή θύρα τῆς καρδιᾶς μας· πιθανόν νά ἀνοίξαμε μία χαραμάδα, νά ἀκούσαμε τί μᾶς ἔλεγε, νά εἴχαμε μία στιγμή ἐνθουσιασμοῦ, νά ζήσαμε ἔξαφνα γιά μία στιγμή, καί μετά νά κλείσαμε καί πάλι τήν πόρτα. ᾿


Επιλέξαμε τή μοναξιά μας, ἐπιλέξαμε νά εἴμαστε χωρίς Αὐτόν, νομίζοντας ὅτι ἔτσι θά εἴμαστε «ἐλεύθεροι» ἀπ’ Αὐτόν· ποτέ δέν εἴμαστε ἐλεύθεροι· ὄχι γιατί μᾶς σκλαβώνει, ὄχι γιατί μᾶς καταδιώκει. Ποτέ δέν εἴμαστε ἐλεύθεροι, ἐπειδή Αὐτός εἶναι τελικά ἡ ὑπέρτατη ἀναζήτηση ὅλης τῆς ὕπαρξής μας, γιατί Αὐτός εἶναι τό πλήρωμα τῆς ζωῆς, ἡ εὐφροσύνη τήν ὁποία νοσταλγοῦμε καί πού ματαίως τήν ζητοῦμε δεξιά κι ἀριστερά.


῾Η Μαρία ἡ Αἰγυπτία, ἀντιμέτωπη μέ τήν ἀπουσία τοῦ Θεοῦ, μέ τήν ἄρνησή Του νά τῆς ἐπιτρέψει νά εἰσέλθει στόν χῶρο τῆς Παρουσίας Του, ἀντιμέτωπη μέ μία κλειστή πόρτα μέσα της, ἔνιωσε ὅτι, ἄν δέν ἄνοιγε ἡ πόρτα αὐτή, ὅλα ἦταν μάταια. Καί ἀποστράφηκε καθετί πού στεκόταν ἀνάμεσα σ’ αὐτήν καί στόν Θεό, ἀνάμεσα σ’ αὐτήν καί στή ζωή, στήν πληρότητα, στήν εὐφροσύνη. Μήπως δέν εἶναι αὐτό ἕνα παράδειγμα, μιά κλήση, μιά εἰκόνα τοῦ τί θά μποροῦσε νά εἶναι ἡ ζωή τοῦ καθενός μας;


Μά ἴσως ποῦμε· «Ναί, αὐτό ἴσχυε γιά ἐκείνην, ἦταν μία μέλλουσα ἁγία…». Καθένας ἀπό μᾶς ἔχει προσκληθεῖ νά ἐπικοινωνεῖ μέ τόν Θεό μέ τέτοιο τρόπο, ὥστε ὁ Θεός καί ἐμεῖς νά μποροῦμε νά γινόμαστε ἕνα, νά γινόμαστε κοινωνοί θείας φύσεως, ζωντανά μέλη, ἀδελφοί, ἀδελφές, μέλη Χριστοῦ, νά γινόμαστε ναοί τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, υἱοί καί θυγατέρες τοῦ Ζῶντος Θεοῦ! Αὐτή εἶναι ἡ κλήση μας· μπορεῖ αὐτό νά ἐπιτευχθεῖ μέ μόνες τίς δικές μας δυνάμεις; ῎Οχι, δέν μπορεῖ. ᾿Αλλά μπορεῖ νά τό κατορθώσει ὁ Θεός μέσα μας μόνον ἄν στραφοῦμε σ’ Αὐτόν μέ ὅλη μας τή διάνοια, ὅλη τήν καρδιά καί ὅλη τήν προσδοκία μας, ἀποφασιστικά.


Ναί, χρειάζεται ἀποφασιστικότητα, καί λαχτάρα, παθιασμένη, ἀπελπισμένη λαχτάρα… Καί τότε… τότε ὅλα γίνονται δυνατά. ῎Εχω συχνά θυμίσει ὅτι ὅταν ὁ ἀπόστολος Παῦλος ζήτησε ἀπό τόν Θεό δύναμη γιά νά ἐκπληρώσει τήν ἀποστολή του, ὁ Κύριος τοῦ εἶπε, «᾿Αρκεῖ σοί ἡ χάρις μου, ἡ γάρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται…» (Β´ Κορ. 12, 9). Καί στό τέλος τῆς ζωῆς του, ἔχοντας ὁλοκληρώσει τήν ἀποστολή του, ὁ Παῦλος, ἐν ἐπιγνώσει τῆς σημασίας τῶν λόγων του, εἶπε· «Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντι με Χριστῷ»…


῞Ολα λοιπόν εἶναι δυνατά, ἐπειδή ὁ Θεός δέν μᾶς καλεῖ γιά περισσότερα ἀπ’ ὅσα μπορεῖ νά ἐπιτύχει μέ μᾶς καί μέσα σ’ ἐμᾶς. Εἴμαστε τόσο ἀδύναμοι! ᾿Αλλά καί πόση ἐλπίδα καί ἔμπνευση μποροῦμε νά ἀντλήσουμε ἀπό κάθε ῞Αγιο, στό πρόσωπο τοῦ ὁποίου ξεδιπλώθηκαν καί τελειώθηκαν ἡ δόξα, ἡ δύναμη, ἡ νίκη, ἡ ἴδια ἡ ζωή! ῎Ας ἐμπνευσθοῦμε λοιπόν γιά ἄλλη μιά φορά ἀπό αὐτά πού ἀκοῦμε, ἀπό αὐτά πού ἀντλοῦμε ἀπό τό Εὐαγγέλιο, τή Θεία Κοινωνία, τήν προσευχή, τή σιωπή καί τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Καί ἄς κάνουμε ἕνα ἀκόμη βῆμα μπροστά πρός τή θέα τῆς ἀγάπης Του πού θά φανερωθεῖ κατά τή Μεγάλη ῾Εβδομάδα, στά τελευταῖα βήματα πρός τόν Γολγοθά, μέ τήν τελική νίκη τῆς Σταυρωμένης ᾿Αγάπης καί τῆς ᾿Αναστάσεως. ᾿Αμήν.


*


ΙΙ. Τήν πέμπτη Κυριακή τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς θυμόμαστε τήν ῾Οσία Μαρία τήν Αἰγυπτία, καί εἶναι πολλά αὐτά πού μᾶς διδάσκει καί πού τά ἔχουμε ἀνάγκη. ῏Ηταν ἁμαρτωλή, δημόσια γνωστή, πειρασμός καί σκάνδαλο γιά τούς ἄνδρες. Πῶς ἔφθασε σ’ αὐτό τό σημεῖο, δέν τό ξέρουμε. Ποτέ δέν θά μάθουμε πῶς ἔγινε πόρνη, ἄν τό κακό ἦταν μέσα της, ἄν τήν ἀποπλάνησαν ἤ τή βίασαν… Αὐτό πού σίγουρα γνωρίζουμε εἶναι ὅτι μία μέρα ἦρθε σ’ ἕνα ναό τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ -ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει τήν ἀπόλυτη ἀκεραιότητα- καί ξαφνικά ἔνιωσε ὅτι δέν μποροῦσε νά προχωρήσει μέσα. ῎


Ας μή φανταστοῦμε κάποια θαυμαστή ἐξωτερική δύναμη νά τήν ἐμποδίζει νά διαβεῖ τό κατώφλι· τό πιθανότερο -τό βέβαιο- εἶναι ὅτι ἡ δύναμη ἐρχόταν ἀπό μέσα της. ῎Ενιωθε τόν χῶρο τόσο ἱερό, καί τό πρόσωπο τῆς ῾Υπεραγίας Θεότοκου τόσο ἅγιο ὥστε, πῶς νά τολμήσει νά εἰσέλθει στόν τόπο τῆς παρουσίας Της καί νά σταθεῖ στά κράσπεδα τοῦ ναοῦ;


Αὐτό τῆς ἦταν ἀρκετό γιά νά συνειδητοποιήσει τό σκοτεινό της παρελθόν ἀλλά καί τό γεγονός ὅτι μόνος ἕνας τρόπος ὑπῆρχε γιά νά βγεῖ ἀπό αὐτό· νά ἀποτινάξει τό κακό καί νά ἀρχίσει μία νέα ζωή. Δέν πῆγε νά ζητήσει συμβουλές, δέν πῆγε νά ἐξομολογηθεῖ· ἀναχώρησε ἔξω ἀπό τήν πόλη, στήν ἐρημιά, στήν καψαλισμένη ἔρημο ὅπου δέν ὑπῆρχε τίποτε ἄλλο παρά ἄμμος καί καύσωνας καί πείνα καί ἀπελπιστική μοναξιά.


Αὐτό μᾶς διδάσκει κάτι πολύ μεγάλο. ῞Οπως πολύ συχνά ἔλεγε ὁ ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ στούς ἐπισκέπτες του, ἡ διαφορά ἀνάμεσα σ’ ἕναν ἁμαρτωλό πού εἶναι χαμένος καί σ’ ἕναν ἁμαρτωλό πού βρίσκει τόν δρόμο τῆς σωτηρίας ἔγκειται μόνο στήν ἀπόφαση. ῾Η χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι πάντα ἐκεῖ, λείπει ὅμως ἡ δική μας ἀνταπόκριση.


῾Η Μαρία ἀνταποκρίθηκε! Συνειδητοποίησε μέ φρίκη τήν κατάστασή της, εἶπε τό δικό της ναί στήν ἁγιότητα, στή χάρη, στήν πληρότητα τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ, καί τίποτε, μά τίποτε, δέν ἦταν ἱκανό πιά νά ἀντισταθεῖ στήν ἀπόφασή της νά ἀλλάξει ζωή. Χρόνο μέ τόν χρόνο, μέ νηστεία καί προσευχή, μέσα στήν ἀνυπόφορη ζέστη, στήν καταθλιπτική μοναξιά τῆς ἐρήμου πολέμησε ὅλο τό κακό πού εἶχε σωρεύσει στήν ψυχή της· ἐπειδή δέν εἶναι ἀρκετό νά συνειδητοποιήσουμε τό κακό, δέν ἀρκεῖ οὔτε καί ἡ ἀπόρριψή του μέ μιά ἁπλή πράξη θέλησης.


Τό κακό εἶναι παρόν στίς ἀναμνήσεις μας, στίς ἐπιθυμίες μας, στήν ἀδυναμία μας, στή σήψη πού φέρνει μαζί του. ῎Επρεπε νά μάχεται μιά ὁλόκληρη ζωή, ἀλλά στό τέλος αὐτῆς τῆς ζωῆς εἶχε νικήσει. Εἶχε ὄντως ἀγωνιστεῖ τόν καλόν ἀγώνα, εἶχε ἐξαλείψει κάθε κηλίδα, μποροῦσε νά εἰσέλθει στόν χῶρο τοῦ Θεοῦ· ὄχι σέ μιά ἐκκλησία, ὄχι σ’ ἕνα τόπο, ἀλλά στήν αἰωνιότητα.


Πολλά μπορεῖ νά μᾶς διδάξει· Οἱ χῶροι στούς ὁποίους τόσο ἐλεύθερα κινούμαστε (ἡ ἐκκλησία, ἡ δημιουργία τοῦ Θεοῦ, πού παρέμεινε καθαρή ἀπό τό κακό παρά τήν ἐξαιτίας μας ὑποδούλωση καί ὑποταγή της σ’ αὐτό) εἶναι τόσο ἅγιοι, πού ἐμεῖς δέν ἔχουμε θέση ἐκεῖ μέσα. Μόνο ἄν κάποια μέρα τό συνειδητοποιήσουμε αὐτό, τότε ἴσως νά θελήσουμε, ἀνταποκρινόμενοι μέ συναίσθηση, νά ἀποστραφοῦμε μέ φρίκη τόν ἑαυτό μας, καί μέ αὐστηρή ἀποφασιστικότητα νά στραφοῦμε ἐναντίον του. Τότε μόνο θά μπορέσουμε νά ποῦμε ὅτι ἀκολουθοῦμε τό παράδειγμά της.


Τό παράδειγμα τῆς ῾Οσίας μᾶς προσφέρεται ὡς ἐπιστέγασμα αὐτῆς τῆς ἄνοιξης τῆς ζωῆς πού εἶναι ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Πρίν ἀπό μιά ἑβδομάδα ἀκούσαμε τή διδασκαλία καί τήν πρόσκληση τοῦ ἁγίου ᾿Ιωάννου τῆς Κλίμακος, ὁ ὁποῖος ἔστησε γιά χατήρι μας μιά ὁλόκληρη σκάλα τελειότητας γιά νά ὑπερβοῦμε τό κακό καί νά πλησιάσουμε τό ἀγαθό.


Καί σήμερα βλέπουμε κάποιαν πού ἀπό τό ἔρεβος τοῦ κακοῦ ἀνέβηκε στά ὕψη τῆς ἁγιότητας, καί ὅπως ψάλλουμε καί στόν Κανόνα τοῦ ῾Αγίου ᾿Ανδρέου Κρήτης, «μάθε, ψυχή, πῶς δύναται Θεός, λεπρωθέντα βίον λευκᾶναι καί καθᾶραι· καί μή ἀπογνῷς σεαυτήν, κἄν ἐλεπρώθης». ῎Ας πάρουμε λοιπόν ἀπό τήν ῾Οσία καινούριο θάρρος, καινούρια ἐλπίδα, ὄντως καινούρια χαρά, ἀλλά καί ἄς δοῦμε τήν πρόκληση, τήν κλήση, διότι ματαίως ψάλλουμε τά ἐγκώμια τῶν ἁγίων ἄν δέν μαθαίνουμε ἀπό αὐτούς καί δέν ἁμιλλώμαστε μέ αὐτούς.


Ἀπό τό βιβλίο:


ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΚΡίΣΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, πορεία ἀπό τό τριώδιο στήν ἀνάσταση


Ἐκδ. «Ἐν πλῷ»