Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

Μπροστά στον Θεό κανείς μας δεν στέκεται ως πιστωτής. Όλοι στεκόμαστε ως οφειλέτες στους οποίους χαρίστηκε το ανεξόφλητο

 Η παραβολή του κακού δούλου[ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ ΜΑΤΘΑΙΟΥ]



Το Ευαγγέλιο της αυριανής Κυριακής αρχίζει σαν λογιστήριο.

Ένας βασιλιάς, ένας δούλος, ένα χρέος, ένας λογαριασμός που πρέπει να κλείσει. «Ἠθέλησε συνᾶραι λόγον μετά τῶν δούλων αὐτοῦ». Θα μπορούσε σχεδόν να είναι η περιγραφή ενός κόσμου απολύτως οικείου: ό,τι οφείλεται πρέπει να αποδοθεί, κάθε χρέος απαιτεί τον οφειλέτη του και κάθε λογαριασμός αναμένει την εξόφλησή του.


Μόνο που ο Χριστός εισάγει μέσα σε αυτή την άψογη οικονομία της ανταπόδοσης κάτι που την καταστρέφει εκ θεμελίων: τη χάρη. Ο δούλος χρωστά δέκα χιλιάδες τάλαντα, ένα ποσό τόσο υπερβολικό ώστε παύει ουσιαστικά να είναι ποσό και γίνεται εικόνα του ανεξόφλητου. Ζητά χρόνο. Ο κύριος δεν του δίνει χρόνο. Του χαρίζει το χρέος. Και από εκείνη τη στιγμή η παραβολή παύει να αφορά τα χρήματα. Αφορά έναν άνθρωπο που σώθηκε από τη λογική του λογαριασμού και, λίγα βήματα αργότερα, αποφάσισε να ξαναζήσει μέσα σε αυτήν.


Η υπερβολή του Χριστού είναι εσκεμμένη: «ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων».

 Τα μύρια είναι ο μεγαλύτερος συνηθισμένος αριθμητικός προσδιορισμός και το τάλαντο τεράστια χρηματική μονάδα. Ο Χριστός δεν περιγράφει ένα δυσβάστακτο χρέος. Κατασκευάζει αφηγηματικά το αδύνατον της εξόφλησης. Κι όμως ο δούλος λέει: «μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοί καί πάντα σοι ἀποδώσω». Εδώ βρίσκεται η πρώτη του πλάνη. Νομίζει ακόμη ότι χρειάζεται απλώς περισσότερο χρόνο. Δεν έχει καταλάβει ότι το πρόβλημα δεν είναι η προθεσμία αλλά η ίδια η αδυναμία της αποπληρωμής. Υπόσχεται να εξοφλήσει το ανεξόφλητο, επειδή εξακολουθεί να φαντάζεται τον εαυτό του ως υποκείμενο ικανό να αποκαταστήσει μόνο του τον λογαριασμό της υπάρξεώς του. Ο κύριος όμως δεν του δίνει παράταση. Κάνει κάτι ασύγκριτα μεγαλύτερο: «τό δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ». Δεν μεταθέτει την ημερομηνία της πληρωμής. Καταργεί το χρέος. Αυτό είναι το σκάνδαλο της χάριτος. Ο Θεός δεν προσφέρει στον άνθρωπο καλύτερους όρους αποπληρωμής της σωτηρίας του. Διαγράφει εκείνο που ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε ποτέ να εξοφλήσει. Η σωτηρία αρχίζει ακριβώς εκεί όπου καταρρέει η τελευταία μας φαντασίωση ότι μπορούμε να τη χρηματοδοτήσουμε με την αρετή μας.


Και αμέσως έρχεται το φοβερό «ἐξελθών». Ο δούλος βγαίνει από την παρουσία του κυρίου έχοντας μόλις δεχθεί το αδιανόητο και συναντά έναν σύνδουλο που του οφείλει εκατό δηνάρια. Η διαφορά των ποσών είναι σχεδόν κωμική, αν η συνέχεια δεν ήταν τόσο βίαιη. «Κρατήσας αὐτόν ἔπνιγε». Τα χέρια που πριν από λίγο ήταν απλωμένα σε ικεσία γίνονται χέρια επάνω στον λαιμό του άλλου. Και ο σύνδουλος επαναλαμβάνει σχεδόν κατά λέξη την ίδια παράκληση: «μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοί». Ο πρώτος δούλος ακούει τώρα από το στόμα του άλλου τα ίδια λόγια με τα οποία είχε ζητήσει τη δική του σωτηρία και δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα σε αυτά. Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της παραβολής. Μπορούμε να επιθυμούμε για τον εαυτό μας έναν Θεό ελέους και για τον άλλον έναν Θεό λογιστή. Να ζητούμε για εμάς επιείκεια, χρόνο, κατανόηση, μια δεύτερη αρχή, και για τον άλλον την ακρίβεια του νόμου. Το αντίθετο της συγχώρησης δεν είναι απλώς η εκδικητικότητα. Είναι η λήθη της δικής μας θέσεως. Ο άνθρωπος γίνεται αμείλικτος όταν ξεχνά ότι και ο ίδιος εξακολουθεί να υπάρχει μέσα σε μια δωρεά που ποτέ δεν μπόρεσε να απαιτήσει ως δικαίωμα.


Γι’ αυτό η συγχώρηση στο Ευαγγέλιο δεν είναι συναισθηματική συμφιλίωση ούτε η ευγενική απόφαση του ισχυρού να φανεί ανώτερος από εκείνον που τον πλήγωσε. Πολύ λιγότερο σημαίνει ότι το κακό παύει να είναι κακό, ότι η αδικία δεν πρέπει να ονομαστεί ή ότι το τραύμα εξαφανίζεται κατ’ εντολήν. Η χριστιανική συγχώρηση αρχίζει από την παραίτηση από την αξίωση να κρατώ τον άλλον αιώνια ταυτισμένο με το χρέος του απέναντί μου. Να μη θεωρώ ότι επειδή με πλήγωσε απέκτησα επάνω του ένα δικαίωμα χωρίς ημερομηνία λήξεως. Γιατί μέσα στην αδικία που έχουμε υποστεί μπορεί να εγκατασταθεί μια σκοτεινή απόλαυση: η θέση του αδικημένου μάς προσφέρει μια αθωότητα που δεν θέλουμε εύκολα να εγκαταλείψουμε. 


Κάποτε δεν επιθυμούμε πραγματικά να εξοφληθεί το χρέος του άλλου, επειδή τότε θα χάναμε μαζί με το χρέος και την ταυτότητα που οικοδομήσαμε γύρω από αυτό. Χρειαζόμαστε τον ένοχο να παραμένει ένοχος για να εξακολουθούμε εμείς να υπάρχουμε ως εκείνοι στους οποίους οφείλεται κάτι. Έτσι επαναλαμβάνουμε εσωτερικά τη δίκη, διατηρούμε τον άλλο καθηλωμένο στη στιγμή της πτώσης του και τον εαυτό μας στη θέση του δικαστή. Το «ἀφίημι», όμως, σημαίνει αφήνω, αποδεσμεύω, παύω να κρατώ. Και κάποτε το δυσκολότερο πράγμα που καλείται να αφήσει ο άνθρωπος δεν είναι το τραύμα του, αλλά το δικαίωμα που νόμισε ότι του παραχώρησε το τραύμα να κρατά για πάντα τον άλλον ένοχο.


Αυτό εξηγεί και τη σκληρότητα του τέλους: «παρέδωκεν αὐτόν τοῖς βασανισταῖς». Δεν έχουμε εδώ έναν Θεό που ξαφνικά ανακαλεί εκδικητικά τη φιλανθρωπία Του. Η παραβολή αποκαλύπτει την εσωτερική αντίφαση ενός ανθρώπου που θέλησε να κατοικήσει σε έναν κόσμο όπου το δικό του χρέος διαγράφεται, ενώ τα χρέη των άλλων παραμένουν απαράγραπτα. Ένας τέτοιος κόσμος δεν μπορεί να γίνει Βασιλεία. Γίνεται φυλακή. Και ο πρώτος φυλακισμένος είναι εκείνος που κρατά τα κλειδιά. Ο άνθρωπος που δεν συγχωρεί νομίζει ότι κρατά αιχμάλωτο τον ένοχο μέσα στην καταδίκη του, ενώ στην πραγματικότητα έχει δέσει τη δική του ζωή επάνω στην πράξη του άλλου. Περιμένει ακόμη μια εξόφληση που μπορεί να μην έρθει ποτέ, μια συγγνώμη που μπορεί να μη δοθεί, μια αποκατάσταση που ενδέχεται να είναι αδύνατη. Έτσι ο άνθρωπος που κάποτε τον πλήγωσε εξακολουθεί, ακόμη και απών, να ορίζει τον χρόνο του. Το παρελθόν δεν έχει περάσει, επειδή του παραχωρούμε διαρκώς το δικαίωμα να αποφασίζει για το παρόν. Οι «βασανισταί» δεν χρειάζεται τότε να έρθουν απ’ έξω. Είναι η ίδια η αιχμαλωσία μέσα στον ανεξόφλητο λογαριασμό της πληγής.


Και γι’ αυτό ο Χριστός τελειώνει με τις λέξεις που καθιστούν αδύνατη κάθε εύκολη ευσέβεια: «ἐάν μή ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπό τῶν καρδιῶν ὑμῶν». Από την καρδιά. Όχι επειδή η συγχώρηση απαιτεί να αισθανθούμε ξαφνικά τρυφερότητα για εκείνον που μας συνέτριψε, αλλά επειδή εκεί ακριβώς φυλάσσουμε τα μυστικά μας κατάστιχα: ποιος μας χρωστά, ποιος μας αδίκησε, ποιος δεν μας αναγνώρισε, ποιος δεν επέστρεψε όσα δώσαμε, ποιος έγινε διαφορετικός από εκείνον που περιμέναμε. Και κάθε φορά που λέμε «ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν», το Ευαγγέλιο τοποθετεί δίπλα μας το πρόσωπο του οποίου το όνομα θα προτιμούσαμε να εξαιρέσουμε από την προσευχή. Εκεί κρίνεται αν πιστεύουμε πράγματι στη χάρη ή αν τη δεχόμαστε μόνο όταν κατευθύνεται προς εμάς.


Μπροστά στον Θεό κανείς μας δεν στέκεται ως πιστωτής.

Όλοι στεκόμαστε ως οφειλέτες στους οποίους χαρίστηκε το ανεξόφλητο. Και μπορεί τελικά να μη μας χωρίζει από τον Θεό το χρέος μας, αλλά η άρνησή μας να δεχθούμε ότι ο άλλος μπορεί κάποτε να πάψει να μας χρωστά.

Manos Lambrakis

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου