Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

Οἱ τρεῖς φίλοι

 Στὴ Ἐκκλησία τῶν Κορινθίων ἀπευθύνεται ὁ ἀπόστολος Παῦλος καὶ διδάσκει τὴν ἀξία ποὺ ἔχουν ἡ ζωὴ καὶ τὰ ἔργα μας, στὴν προοπτικὴ τῆς αἰωνιότητας. Καθενὸς τὰ ἔργα θὰ γίνουν φανερά, γιατί ἡ ἡμέρα τῆς Κρίσεως φανερώνεται μὲ φωτιά, ποὺ τὰ δοκιμάζει καὶ τὰ ἀποκαλύπτει. Ἂν τὰ ἔργα μας εἶναι ἀπὸ καθαρὸ χρυσάφι, θὰ μείνουν ἀνέπαφα καὶ ἀναλλοίωτα. Ἂν εἶναι κίβδηλα καὶ νοθευμένα, τότε θὰ καοῦν καὶ θ’ ἀποκαλύψουν τὴν ἀσχήμια τους.


Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος χρησιμοποιεῖ μιὰ θαυμάσια παρομοίωση γιὰ νὰ ἐξεικονίσει τὴν πραγματικὴ ἀξία τῶν ἀνθρώπινων ἔργων πάνω στὴ γῆ. «Μοιάζουμε σὰν τοὺς ἠθοποιούς, ποὺ πάνω στὴ σκηνή, ἄλλος παριστάνει τὸν ἔνδοξο βασιλιᾶ, ἄλλος τὸν πλούσιο ἡγεμόνα, ἄλλος τὸν σπουδαῖο σοφό. Ὅλα αὐτὰ κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ἔργου. Ὅταν πέφτει ἡ αὐλαία, τότε ὁ ἠθοποιὸς ἀποσύρεται στὰ παρασκήνια, ἀποβάλλει τὴν ψεύτικη ἰδιότητά του καὶ ξαναγίνεται αὐτὸ ποὺ εἶναι, ἁπλὸς βιοπαλαιστὴς ποὺ μασκαρεύεται γιὰ νὰ βγάλει τὸ ψωμί του».


Ἔτσι κι ἐμεῖς· ἀνεβαίνουμε στὴ σκηνὴ αὐτῆς τῆς ζωῆς καὶ παριστάνουμε ἄλλος τὸν δυνατό, ἄλλος τὸν ἅγιο, ἄλλος τὸν σοφό. Ὅταν, ὅμως, μὲ τὸ θάνατο, πέσει ἡ αὐλαία τῆς ζωῆς, τότε ἀποκαλύπτεται τὸ ἀληθινὸ πρόσωπο τοῦ καθενός. Τότε, ὁ καθένας κρίνεται κατὰ τὰ ἔργα του, κατὰ πῶς στάθηκε ἀπέναντι στὸ Θεό, στὸ συνάνθρωπο καὶ στὸν ἑαυτό του.


Ἡ νοοτροπία τῆς ἐποχῆς μᾶς ἀποπροσανατολίζει ἀπὸ τὴν προοπτικὴ τοῦ τέλους. Γιατί, τελικά, αὐτὸ ποὺ ζοῦμε ἔχει ἕνα τέλος, πού, ταυτόχρονα, σηματοδοτεῖ τὴν ἀρχὴ τῆς αἰωνιότητας. Τὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς μᾶς παρασύρει σὲ μιὰ ζωὴ γήινη καὶ ψεύτικη, κάνει τὸ προσωρινὸ νὰ μοιάζει μόνιμο, τὸ ἀτελὲς τέλειο, τὸ κίβδηλο χρυσό. Μᾶς ἐμποδίζει νὰ καταλάβουμε ὅτι διανύουμε ἕνα δρόμο μὲ ἀρχὴ καὶ τέλος, ποὺ κάποια στιγμὴ διασταυρώνεται μὲ ἕναν ἄλλο δρόμο, μὲ ἀρχή, ἀλλὰ δίχως τέλος. Κι ἔτσι, ὅ,τι πράττουμε, καλὸ ἢ κακό, δὲν ἔχει προοπτικὴ ἢ κι ἂν ἔχει, γίνεται μὲ νοοτροπία συναλλαγῆς μὲ τὸ Θεό. Ἀλλά, δὲν ἀρκοῦν τὰ καλὰ ἔργα· χρειάζονται ἄλλα ἔργα γιὰ νὰ μᾶς ἀνοίξουν τὴν πόρτα τοῦ Παραδείσου.


Ὁ Παπουλάκος, ὅταν μιλοῦσε στὸ λαὸ γιὰ τὰ ἔργα ποὺ ἀντέχουν στὴ δοκιμασία τῆς φωτιᾶς, χρησιμοποιοῦσε μιὰ ζωντανὴ παραβολή: «ἕνας εἶχε τρεῖς φίλους, ποὺ θυσιαζόταν γι’ αὐτούς. Κάποτε, ὅμως, ἔτυχε νὰ κατηγορηθεῖ, νὰ συρθεῖ στὰ δικαστήρια καὶ νὰ κινδυνεύσει νὰ καταδικαστεῖ. Ἀπὸ τοὺς τρεῖς φίλους, ὁ ἕνας ἔμεινε ψυχρὸς καὶ ἀδιάφορος, ἀσυγκίνητος μπροστὰ στὴν κρίση τοῦ φίλου του. Ὁ δεύτερος τὸν λυπήθηκε, πῆγε μέχρι τὴν πόρτα τοῦ δικαστηρίου, ἀλλὰ δὲν τοῦ ἐπέτρεψαν νὰ μπεῖ μέσα κι ἔφυγε. Ὁ τρίτος, ὅμως, ἀγωνίστηκε γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ φίλου του. Παρουσιάστηκε ὁ ἴδιος ὡς μάρτυρας ὑπεράσπισης καὶ κατάφερε νὰ τὸν δικαιώσει.


»Κι ὁ καθένας μας», ἔλεγε ὁ Παπουλάκος, «ἔχει τρεῖς φίλους σ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ καὶ θυσιάζεται γι’ αὐτούς. Ὁ πρῶτος εἶναι ἡ περιουσία μας, ὁ δεύτερος ἡ οἰκογένειά μας καὶ ὁ τρίτος τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης μας. Ὅταν, ὅμως, πέφτει ἡ αὐλαία αὐτῆς τῆς ζωῆς καὶ παρουσιαζόμαστε στὸ δικαστήριο τοῦ Δικαίου Κριτοῦ, ὁ πρῶτος φίλος μας, ἡ περιουσία μας, μένει ψυχρὴ καὶ ἀδιάφορη γιὰ τὴν τύχη μας. Ὁ δεύτερος, οἱ συγγενεῖς καὶ οἱ φίλοι μας, ἔρχονται μέχρι τὸν τάφο μας, ἀλλά, μὴ μπορῶντας νὰ διαβοῦν πιὸ πέρα, φεύγουν καὶ μᾶς ξεχνοῦν. Καὶ μένει ὁ τρίτος, ἂν ἔχουμε, βέβαια, τέτοιον φίλο. Εἶναι τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης μας, ὄχι ἁπλῶς τὰ καλά μας ἔργα, ἐκεῖνα ποὺ γίνονται ἀπὸ καλοσύνη ἢ συμπόνια, γιατί ἔτσι ὑποδεικνύει ἡ συνείδησή μας, ἀλλὰ ἐκεῖνα ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν ἀγαπῶσα καρδιά μας, ποὺ ἔγιναν πρὸς τὸν πάσχοντα συνάνθρωπό μας, πρὸς τὸ ὀρφανό, τὸν δυστυχισμένο, τὸν ἀδικημένο, τὸν κουρασμένο, τὸν ἀπογοητευμένο, ἐκεῖνον, στὸ πρόσωπο τοῦ ὁποίου εἴδαμε τὸν ἴδιο τὸ Θεό».


Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῶν καλῶν ἔργων. Εἶναι ἐκεῖνα, πού, ἐπειδὴ εἶναι καθαρὰ σὰν τὸ χρυσάφι, θ’ ἀντέξουν στὴ φωτιὰ τῆς δοκιμασίας καὶ θὰ μαρτυρήσουν γιὰ μᾶς τὴν ὥρα τῆς Κρίσεως. Τέτοια ἐφόδια ὅποιος διαθέτει, ἀσφαλῶς καὶ μπορεῖ νὰ περιμένει ἀτάραχος νὰ πέσει ἡ αὐλαία αὐτῆς τῆς ζωῆς. Ὅποιος δὲν τὰ διαθέτει, ἂς πράξει ὅ,τι εἶναι δυνατὸ γιὰ νὰ τ’ ἀποκτήσει, ὅσο εἶναι καιρός. ΑΜΗΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου