Η ευαγγελική περικοπή της Ε΄ Κυριακής του Ματθαίου παρουσιάζει τον Χριστό να φθάνει «εἰς τό πέραν», στη χώρα των Γεργεσηνών, σε έναν τόπο πνευματικά τραυματισμένο και περιοχή ειδωλολατρών.
Εκεί Τον συναντούν δύο δαιμονιζόμενοι, άνθρωποι που ζουν στα μνήματα, μέσα στον τόπο του θανάτου. Η εικόνα είναι βαθιά συμβολική: ο άνθρωπος που απομακρύνεται από τον Θεό δεν χάνει μόνο την ειρήνη του, αλλά κατοικεί υπαρξιακά στον χώρο της φθοράς, της απομόνωσης και της διάλυσης της προσωπικότητάς του. Οι δαιμονισμένοι δεν είναι απλώς ασθενείς· είναι πρόσωπα αιχμάλωτα σε μια δύναμη που παραμορφώνει την ανθρώπινη φύση και διαστρέφει τον προορισμό της.
Το πρώτο θεολογικό μήνυμα της περικοπής είναι η φανέρωση της εξουσίας του Χριστού πάνω στις δαιμονικές δυνάμεις. Οι δαίμονες ομολογούν αυτό που πολλοί άνθρωποι ακόμη αγνοούν: «τί ἡμῖν καί σοί, Ἰησοῦ υἱέ τοῦ Θεοῦ;». Αναγνωρίζουν δηλαδή τη θεότητα του Χριστού και τρέμουν ενώπιον της παρουσίας Του. Η κραυγή τους «ἦλθες ὧδε πρό καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς;» δηλώνει ότι γνωρίζουν την τελική ήττα τους κατά την έσχατη κρίση. Ο Χριστός, λοιπόν, δεν είναι ένας απλός διδάσκαλος ηθικής· είναι ο Κύριος της ζωής και του θανάτου, μπροστά στον οποίο οι δυνάμεις του κακού απογυμνώνονται από την ψευδή ισχύ τους.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι ο Κύριος ελευθερώνει τους δαιμονιζομένους με έναν μόνο λόγο: «ὑπάγετε». Δεν χρειάζεται τελετουργία, ούτε μακρά αντιπαράθεση. Ο λόγος του Χριστού είναι δημιουργικός και κυριαρχικός· όπως με τον λόγο Του δημιούργησε τον κόσμο, έτσι και με τον λόγο Του ανακαινίζει τον πεσμένο άνθρωπο. Η σωτηρία δεν είναι ανθρώπινο κατόρθωμα, αλλά ενέργεια του Θεού που επαναφέρει τον άνθρωπο στην αληθινή του κατάσταση.
Η είσοδος των δαιμόνων στους χοίρους και η κατακρήμνισή τους στη θάλασσα φανερώνουν και τη φύση του διαβόλου. Ο διάβολος είναι δύναμη καταστροφής. Δεν οικοδομεί, δεν ζωοποιεί, δεν σώζει· οδηγεί πάντοτε στην απώλεια. Ό,τι αγγίζει το πνεύμα της πονηρίας κατευθύνεται τελικά προς τον γκρεμό. Παράλληλα, η σκηνή δείχνει ότι οι δαίμονες δεν έχουν ούτε πάνω στα ζώα εξουσία χωρίς τη συγκατάθεση του Θεού. Αυτό σημαίνει ότι, όσο φοβερή κι αν φαίνεται η δύναμη του κακού, παραμένει περιορισμένη και ανίσχυρη μπροστά στη θεία κυριαρχία.
Ωστόσο, η πιο τραγική διάσταση της περικοπής δεν είναι η παρουσία των δαιμόνων, αλλά η αντίδραση των κατοίκων της περιοχής. Αντί να χαρούν για την απελευθέρωση των δύο συνανθρώπων τους, παρακαλούν τον Χριστό να φύγει από τα όριά τους. Προτιμούν την απώλεια της πνευματικής παρουσίας του Κυρίου από την αναστάτωση των συμφερόντων τους. Εδώ αποκαλύπτεται ένα διαχρονικό ανθρώπινο δράμα: ο άνθρωπος συχνά φοβάται τη σωτηρία, όταν αυτή απαιτεί ανατροπή των βεβαιοτήτων του. Η παρουσία του Χριστού ελευθερώνει, αλλά συγχρόνως κρίνει· φωτίζει όχι μόνο την ανάγκη μας για θεραπεία, αλλά και την προσκόλλησή μας σε ό,τι είναι γήινο και φθαρτό.
Τελικά, η περικοπή αυτή είναι μια ισχυρή μαρτυρία ότι ο Χριστός εισέρχεται ακόμη και στα πιο σκοτεινά πεδία της ανθρώπινης ύπαρξης για να ελευθερώσει, να αποκαταστήσει και να νικήσει το κακό. Κανένας τόπος δεν είναι τόσο ακάθαρτος, καμιά ζωή τόσο διαλυμένη, ώστε να μην μπορεί να την επισκεφθεί η χάρη Του. Το ερώτημα είναι αν ο άνθρωπος θα Τον δεχθεί ως λυτρωτή ή αν, όπως οι Γεργεσηνοί, θα Του ζητήσει να απομακρυνθεί. Η σωτηρία προσφέρεται, αλλά δεν επιβάλλεται.
Ο Χριστός περνά απέναντι, έρχεται μέχρι τα μνήματά μας, αναζητεί τον χαμένο άνθρωπο· μένει όμως σε εμάς μόνο αν θα Του ανοίξουμε τον χώρο της καρδιάς μας.
Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου