Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Ὁ Πύρινος Ἅγιος. Ἠλίας ὁ Θεσβίτης

 Φώτη Κόντογλου

 Αὐτὸς ὁ ἅγιος ξεχωρίζει ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους, καὶ μὲ ὅλο ποὺ ἤτανε ἄνθρωπος, φαίνεται σὰν κάποιο ὑπερφυσικὸ καὶ μυστηριῶδες πλάσμα, ποὺ ἔρχεται καὶ ξανάρχεται στὸν κόσμο.

Οἱ Ἰουδαῖοι περιμένανε νὰ ξανἄρθει στὸν κόσμο, γιὰ τοῦτο θαρρούσανε πὼς ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος ἤτανε ὁ Ἠλίας. Καὶ τότε ποὺ ρώτησε ὁ Χριστὸς τοὺς μαθητὲς τοῦ «Ποιός, λένε, πὼς εἶμαι, οἱ ἄνθρωποι;», τοῦ ἀπαντήσανε πὼς λέγανε πὼς ἤτανε ὁ Ἠλίας ἢ κάποιος ἄλλος ἀπὸ τοὺς προφῆτες.


Ὁ προφήτης Μαλαχίας, ποὺ ἔζησε πολὺ ὑστερώτερα ἀπὸ τὸν Ἠλία, λέγει: «Τάδε λέγει Κύριος Παντοκράτωρ. Ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστελῶ ὑμῖν Ἠλίαν τὸν Θεσβίτην, πρὶν ἢ ἐλθεῖν τὴν ἡμέραν Κυρίου τὴν μεγάλην καὶ ἐπιφανῆ», καὶ πολλοὶ τὸ ἐξηγήσανε πὼς ὁ Ἠλίας θἄρθη πάλι στὸν κόσμο πρὶν ἀπὸ τὴ Δευτέρα Παρουσία καὶ θὰ μαρτυρήσει.

Σὲ ὅλα μοιάζει μ᾿ αὐτὸν ὁ Πρόδρομος, γι᾿ αὐτὸ οἱ ἀπόστολοι κ᾿ οἱ ἄλλοι Ἑβραῖοι ὑποπτευόντανε μήπως ἤτανε ὁ Ἠλίας ξαναγεννημένος. Ὕστερα ἀπὸ τὴ Μεταμόρφωση, σὰν κατεβήκανε ἀπὸ τὸ βουνὸ οἱ τρεῖς μαθητάδες μὲ τὸν Χριστό, τὸν ρωτήσανε: «Οἱ γραμματεῖς λένε πὼς ὁ Ἠλίας πρέπει νἄρθει πρῶτα. Ἐσὺ τί λές;»

Κι᾿ ὁ Χριστὸς τοὺς ἀποκρίθηκε: «Ὁ Ἠλίας ἔρχεται πρῶτα καὶ θὰ τ᾿ ἀποκαταστήσει ὅλα· ἀλλὰ σᾶς λέγω πὼς ὁ Ἠλίας ἦρθε κιόλας, καὶ δὲν τὸν γνωρίσανε, ἀλλὰ τοῦ κάνανε ὅσα θελήσανε· τὰ ἴδια μέλλεται νὰ πάθει καὶ ὁ γυιὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀπ᾿ αὐτούς».


Τότε καταλάβανε οἱ μαθητὲς πὼς γιὰ τὸν Ἰωάννη τὸν Βαπτιστὴ τοὺς εἶπε (Ματθ. ιστ´, 10). Ρωτήσανε οἱ μαθητὲς τὸν Χριστὸ γιὰ τὸν Ἠλία, ἐπειδὴ τὸν εἴχανε δεῖ πρὶν ἀπὸ λίγο, ἀπάνω στὸ Θαβώρ, νὰ φανερώνεται μαζὶ μὲ τὸν Μωυσῆ, τὴν ὥρα ποὺ μεταμορφώθηκε ὁ Χριστός, καὶ νὰ μιλᾶ μαζί του, μὲ ὅλο ποὺ εἶχε ζήσει σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο πρὶν ἀπὸ 800 χρόνια. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴ Σταύρωση, σὰν φώναξε ὁ Χριστὸς «Ἠλὶ ἠλί, λαμὰ σαβαχθανί», κάποιοι ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους ποὺ στεκόντανε κοντὰ στὸ σταυρὸ λέγανε πὼς θὰ φώναζε τὸν Ἠλία νὰ τὸν βοηθήσει: «Τινὲς δὲ τῶν ἐκεῖ ἐστώτων ἀκούσαντες ἔλεγον ὅτι Ἠλίαν φωνεῖ οὗτος» (Ματθ. κζ´, 46). Παντοῦ πλανιέται ὁ ἴσκιος του.


Ὁ προφήτης Ἠλίας γεννήθηκε πρὸ 2767 χρόνια. Πατρίδα τοῦ ἤτανε ἕνας τόπος ποὺ τὸν λέγανε Θέσβη, στὰ σύνορά της Ἀραβίας, κι᾿ ἀπὸ τοῦτο λέγεται Θεσβίτης. Τὸν πατέρα τοῦ τὸν λέγανε Σωβάκ, ἀπὸ τὸ γένος τοῦ Ἀαρῶν.

Τὴ νύχτα ποὺ γεννήθηκε εἶδε ὁ πατέρας του πὼς πήγανε νὰ τὸν χαιρετήσουνε κάποιοι ἄνθρωποι μὲ ἄσπρα ροῦχα καὶ πὼς φασκιώσανε μὲ φωτιὰ τὸ νήπιο καὶ τοῦ δίνανε νὰ φάγει φωτιά. Σὰν μεγάλωσε, ἔγινε ἕνας ἄντρας τρομερὸς κ᾿ ἔτρεχε παντοῦ καὶ ξόρκιζε τοὺς Ἑβραίους νὰ γυρίσουνε στὸν ἀληθινὸ Θεὸ ποὺ τὸν εἴχανε ἀρνηθεῖ καὶ προσκυνούσανε τὸν Βάαλ.

Φωτιὰ ἔβγαινε ἀπὸ τὸ στόμα του καὶ δὲν στεκότανε μέρα-νύχτα, ἀλλὰ ὁλοένα μιλοῦσε γιὰ τὴν πίστη τ᾿ ἀληθινοῦ Θεοῦ, γιὰ τοῦτο ὀνομάσθηκε «ζηλωτής»: «Καὶ ἀνέστη Ἠλίας προφήτης ὡς πῦρ, καὶ ὁ λόγος αὐτοῦ ὡς λαμπὰς ἐκαίετο» (Σοφ. Σειρὰχ μη´, 1). Φωτιὰ ἔτρωγε νήπιο, μὲ φασκιὲς ἀπὸ φωτιὰ ἤτανε τυλιγμένος, φωτιὰ ἔβγαινε ἀπὸ τὸ στόμα του, φωτιὰ ἔπεσε στὸ θυσιαστήριο μὲ τὴν προσευχή του, φωτιὰ ἔκαψε τὴ γῆ ἀπὸ τὴν ἀνεβροχιὰ ἐπειδὴ τὸ ζήτησε ἀπὸ τὸ Θεό, φωτιὰ ἤτανε τ᾿ ἁμάξι ποὺ τὸν ἅρπαξε στὸν οὐρανό.


Τὸν καιρὸ ἐκεῖνον ἤτανε βασιλιὰς τῶν Ἑβραίων ὁ Ἀχαάβ, ἄνθρωπος ἀσεβῆς, ποὺ προσκυνοῦσε τὸν Βάαλ, κ᾿ εἶχε γυναίκα τὴν Ἰεζάβελ, μιὰ τίγρη αἱμοβόρα ποὺ κυνηγοῦσε τὸν Ἠλία νὰ τὸν σκοτώσει, ἐπειδὴ δὲν ἔπαυε ἐλέγχοντας τὴν γιὰ τὴν ἀπιστία της καὶ γιὰ τὰ κακουργήματα ποὺ ἔκανε. Καὶ σὲ τοῦτο μοιάζει ὁ Ἠλίας μὲ τὸν Πρόδρομο, ποὺ τὸν κατάτρεχε ἡ Ἡρωδιάδα. Γιὰ νὰ φανεῖ ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ, τὸν παρακάλεσε ὁ Ἠλίας νὰ μὴ βρέξει.

Καὶ σφαλίσθηκε ὁ οὐρανὸς καὶ δὲν ἔπεσε σταλαγματιὰ στὴ γῆ. Κ᾿ ἔγινε λόγος Κυρίου στὸν Ἠλία νὰ πάγει νὰ κρυφθεῖ σ᾿ ἕνα ξεροπόταμο ποὺ τὸ λέγανε Χοράθ. Κι᾿ ὁ Ἠλίας πῆγε στὸ ξεροπόταμο, καὶ τὰ κοράκια τοῦ πηγαίνανε ψωμὶ καὶ κρέας κι᾿ ἔτρωγε, κ᾿ ἔπινε ἀπὸ τὸ νερὸ ποὺ στεκότανε στὶς λακκοῦβες τοῦ ξεροπόταμου. Ὕστερα ἀπὸ λίγες μέρες ξεράθηκε ὁλότελα τὸ ξεροπόταμο καὶ τοῦ λέγει ὁ Θεός: «Σήκω καὶ σύρε σὲ μία πολιτεία ποὺ τὴ λένε Σάρεφθα κοντὰ στὴ Σιδώνα, κ᾿ ἐγὼ θὰ προστάξω μία χήρα γυναίκα νὰ σὲ θρέφει».

Πῆγε λοιπὸν καὶ στάθηκε ἔξω ἀπὸ τὴν καστρόπορτα, καὶ βλέπει μία γυναίκα ποὺ μάζευε λίγα ξυλαράκια, κ᾿ ἔκραξε ὁ προφήτης καὶ τῆς εἶπε: «Σύρε καὶ φέρε μου μιὰ στάλα νερὸ νὰ πιῶ». Καὶ πηγαινάμενη ἡ γυναίκα νὰ φέρει τὸ νερό, τῆς φώναξε ὁ Ἠλίας: «Φέρε μου καὶ λίγο ψωμὶ νὰ φάγω».

Τοῦ λέγει ἡ γυναίκα: «Ὁ Θεὸς ξέρει πὼς δὲν ἔχω ἄλλο τίποτα παρὰ μονάχα μιὰ δράκα (μονοχεριά) ἀλεύρι στὴν κρήνα (σεντουκάκι) καὶ λίγο λάδι στὸ λαδικό, καὶ μαζεύω τώρα λίγα ξύλα νὰ κάνω μία μικρὴ πίτα νὰ φάγω ἐγὼ καὶ τὰ παιδιά μου κ᾿ ὕστερα νὰ πεθάνουμε».

Τότε τῆς λέγει ὁ Ἠλίας: «Μὴ φοβᾶσαι, μόνο σύρε καὶ κᾶνε καθὼς εἶπα, ἀλλὰ φέρε μου πρῶτα ἕνα κομμάτι πίτα, κ᾿ ὕστερα νὰ φᾶς ἐσὺ καὶ τὰ παιδιὰ σοὺ· γιατί, νὰ τί λέγει ὁ Κύριος: «Ἀπὸ τὸν κουβά σου δὲν θὰ λείψει τ᾿ ἀλεύρι κι᾿ ἀπὸ τὸ λαδόμπρικό σου δὲν θὰ λιγοστέψει τὸ λάδι, ὡς τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ στείλω βροχὴ ἀπάνω στὴ γῆ».

Πῆγε λοιπὸν ἡ γυναίκα κ᾿ ἔκανε ὅπως τῆς παράγγειλε ὁ Ἠλίας, καὶ τὸν πῆρε στὸ σπίτι της, κι᾿ ἀπὸ κείνη τὴ μέρα δὲ λιγόστεψε τ᾿ ἀλεύρι μήτε τὸ λάδι σώθηκε, κατὰ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἀφοῦ πέρασε καιρός, ἀρρώστησε βαρειὰ ὁ γυιὸς τῆς χήρας καὶ πέθανε. Κ᾿ ἡ μάνα του ἡ καημένη, ἀπὸ τὴν πίκρα της, εἶπε στὸν Ἠλία: «Ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, ἦρθες στὸ σπίτι μου γιὰ νὰ τοῦ θυμίσεις τὶς ἁμαρτίες μου καὶ νὰ πάρει τὸ παιδί μου;»

Τῆς λέγει ὁ Ἠλίας: «Δῶσε μου τὸ γυιό σου». Τὸν πῆρε λοιπὸν στὴν ἀγκαλιά του καὶ τὸν ἀνέβασε στ᾿ ἀνώγι ποὺ κοιμότανε, καὶ τὸν ἔβαλε ἀπάνω στὸ στρωσίδι ποὺ κοιμότανε ὁ ἴδιος καὶ φύσηξε τρεῖς φορὲς στὸ πρόσωπό του κ᾿ ἔκραξε στὸ Θεὸ κ᾿ εἶπε: «Ἂς γυρίσει πίσω ἡ ψυχὴ σὲ τοῦτο τὸ παιδάριο». Κ᾿ ἔγινε καθὼς εἶπε, καὶ ζωντάνεψε τὸ παιδάριο. Τότε φώναξε τὴ μητέρα του καὶ τῆς τόδωσε, λέγοντάς της: «Νά, ζεῖ πάλι ὁ γυιός σου». Κ᾿ εἶπε ἡ γυναίκα: «Τώρα κατάλαβα πὼς εἶσαι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, κι᾿ ὁ λόγος του εἶναι ἀληθινὸς στὸ στόμα σου».


Σὰν περάσανε τρία χρόνια, εἶπε ὁ Θεὸς στὸν Ἠλία: «Πήγαινε στὸν Ἀχαὰβ καὶ παρουσιάσου μπροστά του, καὶ θὰ δώσω βροχὴ στὸ πρόσωπο τῆς γῆς». Τράβηξε λοιπὸν ὁ Ἠλίας καὶ πῆγε στὰ μέρη τῆς Σαμάρειας, κ᾿ ἤτανε μεγάλη πείνα.

Ὁ Ἀχαὰβ εἶχε ἕναν οἰκονόμο τοῦ παλατιοῦ του ποὺ τὸν λέγανε Ἀβδιού, ἄνθρωπο ποὺ πίστευε στὸ Θεὸ καὶ ποὺ προστάτευε τοὺς λίγους ποὺ προσκυνούσανε τὸν ἀληθινὸ Θεό, κ᾿ εἶχε κρύψει ἑκατὸ παπάδες σὲ δυὸ σπηλιὲς καὶ τοὺς ἔθρεφε κρυφά.

Εἶπε λοιπὸν μία μέρα ὁ βασιλιὰς στὸν Ἀβδιοὺ νὰ βγοῦνε μαζὶ στὸν κάμπο ἴσως βροῦνε λίγο χορτάρι γιὰ τ᾿ ἄλογά τους νὰ μὴν ψοφήσουνε. Ὁ Ἀχαὰβ τράβηξε ἀλλοῦ, κι᾿ ὁ Ἀβδιοὺ τράβηξε σ᾿ ἄλλο μέρος. Καὶ κεῖ ποὺ περπατοῦσε ὁ Ἀβδιού, βλέπει τὸν Ἠλία, καὶ σὰν τὸν εἶδε τὸν γνώρισε κ᾿ ἔπεσε χάμω καὶ τὸν προσκύνησε κ᾿ εἶπε: «Ἐσὺ εἶσαι, ἀφέντη μου, ὁ Ἠλίας;»

Τοῦ λέγει ὁ προφήτης: «Ἐγὼ εἶμαι· μόνο σύρε καὶ πὲς στὸν ἀφέντη σου τὸν Ἀχαὰβ πὼς θέλω νὰ τὸν ἀνταμώσω». Κι᾿ ὁ καημένος ὁ Ἀβδιοὺ στενοχωρέθηκε καὶ τοῦ λέγει: «Ἀφέντη μου, τόσο ἀψηφᾶς τὴ ζωή σου καὶ θέλεις νὰ δεῖς τὸν Ἀχαάβ; Αὐτὸς δὲν ἄφησε τόπο ποὺ νὰ μὴ στείλει νὰ σὲ ζητήσει. Καὶ καλὰ νὰ πάγω νὰ τοῦ πῶ πὼς τὸν θέλεις, μὰ ἂν ἔρθει τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καὶ σὲ ἁρπάξει καὶ δὲν σὲ βρεῖ ὁ Ἀχαὰβ καὶ πεῖ πὼς τοῦ εἶπα ψέματα, θὰ μὲ σκοτώσει».


Τοῦ λέγει ὁ Ἠλίας: «Στ᾿ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, πήγαινε νὰ κάνεις ὅπως σοῦ εἶπα καὶ μὴ φοβᾶσαι». Κι᾿ ὁ Ἀβδιοὺ πῆγε νὰ βρεῖ τὸν Ἀχαάβ. Καὶ σὰν εἶδε ὁ βασιλιὰς ἀπὸ μακριὰ τὸν Ἠλία, τοῦ φώναξε: «Ἐσὺ εἶσαι ποὺ παραπλανᾶς τὸ λαό;»

Τοῦ λέγει ὁ Ἠλίας: «Δὲν εἶμαι ἐγὼ ποὺ παραπλανῶ τὸ λαό, ἀλλὰ ἐσὺ κ᾿ οἱ δικοί σου ποὺ ἀρνηθήκατε τὸν Κύριο καὶ προσκυνᾶτε τὸν Βάαλ. Λοιπὸν στεῖλε τώρα καὶ σύναξε ὅλους τοὺς παπᾶδες τῶν εἰδώλων, τοὺς παπάδες τῆς ντροπῆς, νἄρθουνε στὸ βουνὸ Καρμήλι».

Κι᾿ ὁ βασιλιὰς ἔκανε ὅπως τοῦπε ὁ Ἠλίας. Καὶ σὰν μαζευθήκανε οἱ ἀλλαξόπιστοι, γυρίζει καὶ τοὺς λέγει ὁ Ἠλίας: «Ὡς πότε θὰ κουτσαίνετε πότε ἀπάνω στόνα ποδάρι καὶ πότε ἀπάνω στάλλο; Ἂν εἶναι θεὸς ὁ Κύριος, πηγαίνετε ξοπίσω του, κι᾿ ἂν εἶναι θεὸς ὁ Βάαλ, πηγαίνετε μαζί του». Κι᾿ ὁ λαὸς δὲν εἶπε τίποτα.


Τοὺς λέγει πάλι ὁ Ἠλίας: «Ἐγὼ ἀπόμεινα ὁλομόναχος προφήτης τοῦ Θεοῦ, κ᾿ οἱ παπάδες ποὺ προσκυνᾶνε τὸν Βάαλ εἶναι χίλιοι διακόσοι. Φέρτε λοιπὸν δυὸ μοσχάρια, κι᾿ ἂς πάρουμε ἀπὸ ἕνα κι᾿ ἂς τὰ σφάξουμε κι᾿ ἂς κάνουμε προσευχή, ὁ καθένας στὸ θεό του, κι᾿ ὅποιος θεὸς ρίξει φωτιὰ καὶ κάψει τὸ βόδι, ἐκεῖνος εἶναι ὁ ἀληθινὸς θεός».

Κι᾿ ὁ λαὸς φώναξε: «Σωστὸς εἶναι ὁ λόγος σου».


Πήρανε λοιπὸν τὸ ἕνα τὸ βόδι οἱ χοτζάδες τοῦ Βάαλ καὶ κάνανε θυσιαστήριο καὶ τὸ σφάξανε καὶ τριγυρίζανε γύρω ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο ἀπὸ τὸ πρωὶ ὡς τὸ μεσημέρι καὶ βγάζανε μεγάλες φωνὲς καὶ

λέγανε: «Ἄκουσέ μας, Βάαλ, ἄκουσέ μας καὶ ρίξε φωτιά». Μὰ ἀδιαφόρετα.

Τότε τοὺς λέγει ὁ Ἠλίας: «Φωνάξετε πιὸ δυνατά, γιατὶ μπορεῖ ὁ θεός σας νὰ κοιμᾶται ἢ νἄχει πιάσει κουβέντα». Καὶ κεῖνοι κράξανε καὶ ἱδρώνανε καὶ κόβανε τὰ κρέατά τους μὲ τὰ μαχαίρια καὶ μὲ τὰ χαντζάρια, ὡς τὴν ὥρα ποὺ κόντευε νὰ βασιλέψει ὁ ἥλιος.


Τότε τοὺς λέγει ὁ Ἠλίας: «Παραμερίσατε νὰ κάνω κ᾿ ἐγὼ τὴν προσευχή μου». Πῆρε δώδεκα πέτρες, κατὰ τὶς δώδεκα φυλὲς τοῦ Ἰσραήλ, κ᾿ ἔχτισε θυσιαστήριο, κ᾿ ἔσκαψε λάκκο βαθὺν ὁλόγυρα, καὶ λιάνισε τ᾿ ἄλλο βόδι καὶ τὄβαλε ἀπάνω στὰ ξύλα καὶ λέγει στὸ λαό: «Πάρετε τέσσερες καρδάρες νερὸ καὶ χύσετέ τις ἀπάνω στὸ βόδι καὶ στὶς σχίζες τὰ ξύλα». Καὶ τὸ κάνανε.

Κ᾿ εἶπε: «Δευτερώσατε!» καὶ δευτερώσανε. Κ᾿ εἶπε: «Τριτέψετε» καὶ τριτέψανε.


Καὶ γέμισε νερὸ ὁ λάκκος καὶ ξεχείλισε. Καὶ τότε γύρισε ὁ Ἠλίας κατὰ τὸν οὐρανὸ κ᾿ εἶπε: «Κύριε, ὁ Θεὸς τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τοῦ Ἰσαὰκ καὶ τοῦ Ἰακώβ, ἄκουσέ με σήμερα καὶ ρίξε φωτιά, γιὰ νὰ γνωρίσει ἐτοῦτος ὁ λαὸς πὼς ἐσὺ εἶσαι Κύριος ὁ ἀληθινὸς Θεός, καὶ πὼς ἐγὼ εἶμαι δοῦλος δικός σου, καὶ πὼς γιὰ σένα ἔκανα ὅ,τι ἔκανα. Ἄκουσέ με, Κύριε, ἄκουσέ με καὶ ρίξε φωτιά, γιὰ νὰ καταλάβει ὁ λαὸς ὅτι εἶσαι ὁ Θεὸς ὁ ἀληθινὸς καὶ πὼς ἐσὺ γύρισες τὴν καρδιὰ τοῦ πρὸς ἐσένα».

Καὶ παρευθὺς ἔπεσε φωτιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ κατάφαγε τὸ βόδι, τὰ ξύλα καὶ τὸ νερὸ καὶ τὶς πέτρες, ἀκόμα καὶ τὸ χῶμα ἔγλειψε ἡ φωτιά. Τότε ὁ λαὸς ἔπεσε καὶ προσκύνησε καὶ φώναξε: «Ἀληθινὰ αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός».


Κι᾿ ὁ Ἠλίας ἔφυγε ἀπὸ κεῖ, ἐπειδὴ ἡ Ἰεζάβελ ἔστειλε νὰ τὸν σκοτώσουνε, καὶ τράβηξε μέσα ἀπὸ βουνὰ καὶ πέτρες νὰ πάγει στὸ βουνὸ Χωρήβ, ποὺ εἶναι κολλημένο μὲ τὸ Σινᾶ. Κι᾿ ἀπὸ τὴν κούραση ἔπεσε μισοπεθαμένος καὶ κοιμήθηκε κάτω ἀπὸ ἕνα δεντρὶ ποὺ τὸ λέγανε οἱ ντόπιοι ραθμᾶν κ᾿ οἱ Ἕλληνες τὸ λέγανε ἄρκευθο, κ᾿ εἶναι σὰν τὸ κέδρο.

Καὶ πῆγε ἕνας ἄγγελος καὶ τοῦ εἶπε: «Σήκω καὶ φάγε, γιατὶ ἔχεις πολὺν δρόμο νὰ πάρης». Καὶ σὰν σηκώθηκε, εἶδε κοντὰ στὸ μέρος ποὖχε βάλει τὸ κεφάλι του, ἕνα κριθαρόψωμο κ᾿ ἕνα λαγήνι νερό, κ᾿ ἔφαγε κι᾿ ἀποκοιμήθηκε πάλι.

Τρεῖς φορὲς τὸν σήκωσε ὁ ἄγγελος. Καὶ φτάνοντας στὸ Χωρήβ, βρῆκε ἕνα σπήλαιο κοντὰ στὸ μέρος ποὺ εἶχε δεῖ τὸν βάτο ὁ Μωυσῆς ὁποὺ ἄναβε χωρὶς νὰ καίγεται, καὶ μπῆκε μέσα. Κι᾿ ἄκουσε φωνὴ νὰ τοῦ λέγει: «Τί κάθεσαι αὐτοῦ, Ἠλία;»

Κ᾿ εἶπε ὁ Ἠλίας: «Ἀγάπησε ἡ ψυχή μου τὸν Κύριο Παντοκράτορα, γιατὶ σὲ ἀφήσανε οἱ γυιοὶ τοῦ Ἰσραήλ, γκρεμνίσανε τὶς ἐκκλησίες σου, σκοτώσανε τοὺς παπάδες σου, κ᾿ ἐγὼ ἀπόμεινα καταμόναχος καὶ ζητᾶνε νὰ πάρουνε τὴ ζωή μου».

Τοῦ λέγει ὁ Κύριος: «Αὔριο θἄβγεις νὰ σταθεῖς μπροστά μου στὸ βουνὸ ἐτοῦτο καὶ θὰ σηκωθεῖ ἄνεμος δυνατός, ποὺ θὰ χαλᾶ τὰ βουνὰ καὶ τὶς πέτρες, ἀλλὰ δὲν θἆμαι ἐκεῖ μέσα· ὕστερα θὰ γίνει σεισμός, μὰ κ᾿ ἐκεῖ δὲν θάμαι· κ᾿ ὕστερα θὰ γίνει φωτιά, κι᾿ οὔτε ἐκεῖ θἆμαι· κ᾿ ὕστερα θὰ σφυρίξει ἕνα λεπτὸ ἀγέρι, κ᾿ ἐκεῖ θἆμαι».


Καὶ σὰν τἄκουσε αὐτὰ ὁ Ἠλίας, βγῆκε ἔξω ἀπὸ τὴ σπηλιὰ καὶ σκέπασε τὸ πρόσωπό του μὲ τὴν προβιὰ ποὺ φοροῦσε. Κι᾿ ἄκουσε πάλι τὴ φωνὴ καὶ τὸν πρόσταξε νὰ γυρίσει πίσω καὶ νὰ πάγει στὴ Δαμασκό. Κ᾿ ἔπιασε νὰ περπατᾶ στὴν ἔρημο σὰν ἀγρίμι.

Καὶ φτάνοντας στὴν Παλαιστίνη, εἶδε ἕνα ζευγολάτη ποὺ ὄργωνε τὸ χωράφι του, κι᾿ ὁ Ἠλίας ἔρριξε τὴ γούνα τοῦ ἀπάνω του. Κι᾿ ὁ ξοχάρης ἄφησε τ᾿ ἀλέτρι καὶ τὰ βόδια καὶ πῆγε μαζὶ μὲ τὸν Ἠλία. Αὐτὸς ἤτανε ὁ Ἐλισσαῖος ποὺ γίνηκε μαθητής του, καὶ καταστάθηκε μέγας προφήτης, καὶ δὲν ἀποχωρισθήκανε ὡς τὴ μέρα ποὺ ἅρπαξε τὸ δάσκαλό του ἕνα πύρινο ἁμάξι, καὶ τοὔριξε τὴ γούνα του μὲ τὴν ὁποία χτύπησε τὸν Ἰορδάνη καὶ πέρασε χωρὶς νὰ βραχεῖ.


Ὁ προφήτης Ἠλίας εἶναι πολὺ τιμημένος ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνες. Ὅπου νὰ πᾶς θὰ δεῖς ρημοκλήσια του ἀπάνω στὶς κορφὲς τῶν βουνῶν, ἀπὸ τὰ μικρὰ ὡς τὰ μεγάλα. Ὁ ἅγιος Νικόλας φυλάγει τὴ θάλασσα κι᾿ ὁ προφήτης Ἠλίας τὰ βουνά.

Μέσα στὰ ρημοκλήσια τοῦ εἶναι ζωγραφισμένος ἀπὸ κείνους τοὺς παληοὺς μαστόρους σὰν τσομπάνος μὲ τὴ φλοκάτα, μὲ μαλλιὰ καὶ γένια ἀνακατεμένα καὶ στριφτὰ σὰν ἀγριόπρινος, γερακομύτης σὰν ἀητός, μὲ μάτια φλογερά.

Κάθεται ἀπάνω σὲ μιὰ πέτρα, μπροστὰ σὲ μιὰ σπηλιά, σὰν τὸ ὄρνιο στὴ φωλιά του. Ἔχει ἀκουμπισμένο τὸ κεφάλι του στὴν ἀπαλάμη του, καὶ κοιτάζει κατὰ πίσω, σὰν νὰ ἀκούγει τὴ φωνὴ τοῦ Θεοῦ ποὺ τοῦ μιλᾶ μέσα σὲ κεῖνα τὰ ἄσπλαχνα κράκουρα. Ἀπὸ πάνω του πετᾶ ὁ κόρακας μ᾿ ἕνα κομμάτι κρέας, καὶ χυμίζει κατὰ κάτω νὰ τοῦ τὸ δώσει. Ὅπως εἶναι ζωγραφισμένος μέσα στὸ ρημοκλήσι του, θαρρεῖς πὼς βρίσκεσαι ἀληθινὰ μέσα στὴ σπηλιά του, καὶ ἀκοῦς τὸν ἀγέρα ποὺ βουΐζει στὰ χορτάρια καὶ τὰ ὄρνια ποὺ κράζουνε κόβοντας γύρους ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὸ βουνό. Κανένα παμπάλαιο θυμιατήρι εἶναι κρεμασμένο δίπλα τοῦ ἀπάνω στὸν καπνισμένον τοῖχο, κανένα κερὶ σβηστὸ στέκεται μπηγμένο στὸν ἄμμο σ᾿ ἕνα μανουάλι βουνίσιο σὰν τὸν ἅγιο ποὺ εἶναι ὁ νοικοκύρης ἐκείνου τοῦ ρημοκλησιοῦ.


Κάθε χρόνο, στὶς 20 Ἰουλίου, ἔρχουνται ἀποβραδὺς οἱ χριστιανοὶ ἀπὸ τὸ χωριὸ μὲ τὸν παπά, καὶ τὸν προσκυνᾶνε τὸν προφήτη Ἠλία, ἀνάβουνε τὰ καντήλια, θυμιάζουνε, καὶ ψέλνει κανένας γέρος καὶ λέγει τὰ στιχηρὰ τῆς μνήμης του, καὶ κεῖνος ἀκούγει μὲ τὸ ἄγριο κεφάλι του ἀκουμπισμένο στὸ χέρι του, κι᾿ ὁ κόρακας βαστᾶ τὸ ἴσιο μὲ τὴ βραχνὴ φωνή του: «Χαίροις ἐπίγειε Ἄγγελε καὶ οὐράνιε ἄνθρωπε, Ἠλία μεγαλώνυμε. Χαίροις Ἠλία ζηλωτά, τῶν παθῶν αὐτοκράτωρ. Ὢ τοῦ θαύματος!


Ὁ πήλινος ἄνθρωπος, οὐρανοὺς τοῦ βρέχειν ὑετὸν οὐκ ἔδωκεν, καὶ οὐρανοὺς ἀνατρέχει ἐν πυρίνῳ ἄρματι». Καὶ τὴν ἄλλη μέρα, ἅμα τελειώσει ἡ λειτουργία, φεύγουνε οἱ ἄνθρωποι, κι᾿ ὁ Ἠλίας κάθεται πάλι ὁλομόναχος «μονώτατος», βουβός, τυλιγμένος στὴν προβιά του, σὰν ἀγιούπας κουρνιασμένος. Χιλιάδες χρόνια κάθεται ἔτσι, ἄλλες πολλὲς θὰ κάθεται, «ἕως τοῦ ἐλθεῖν τὴν ἡμέραν Κυρίου τὴν μεγάλην καὶ ἐπιφανή».

Αναρτήθηκε από ΜΙΚΡΟΣ ΤΣΟΠΑΝΟΣ στις 10:17 μ.μ. Δεν υπάρχουν σχόλια:  

Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου

BlogThis!

Κοινοποίηση στο X

Μοιραστείτε το στο Facebook

Κοινοποίηση στο Pinterest

Ετικέτες ΑΓΙΟΛΟΓΙΚΑ, ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ, ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

Έτσι όπως το πάμε... πολύ σύντομα θα δούμε τον Προφήτη Ηλία κοντά μας !


Ο Προφήτης Ηλίας , που εορτάζει σήμερα, είναι ένας ιδιαίτερος Προφήτης αφού δεν πέθανε ποτέ  σωματικά, όπως μας δηλώνει η Παλαιά Διαθήκη, προκειμένου και πάλι στις ημέρες του Αντι-χρίστου, όπως μας βεβαιώνει η Αποκάλυψη, και  που πολύ σύντομα έπονται, να εμφανισθεί και πάλι ξαφνικά σαν μία απρόσμενη και ξαφνική μπόρα για να στηρίξει τους Χριστιανούς και να υποδείξει τον Αντίχριστο ως πρόσωπο καταγγέλοντας την πονηριά αυτού και των οργάνων του.


Η Εκκλησία μας τον ονομάζει δεύτερο Πρόδρομο της Παρουσίας Χριστού.

Δηλαδή τον επόμενο "Πρόδρομο" μετά τον Άγ.Ιωάννη  Και παρά το ό,τι γεννήθηκε  810 χρόνια π.Χ. θα αποτελέσει και πάλι την αυγή , την ανατολή και το προανάκρουσμα της Δευτέρας Παρουσίας Του Ι.Χριστού μας ,αφού έτσι όπως έχουμε καταντήσει τη γη, πρέπει να ξανακατέβει για να βάλει τον κάθε κατεργάρη στον πάγκο του.


Η Εκκλησία μας, ανάμεσα στα τόσα γεγονότα του πολυτάραχου βίου του Προφήτη Ηλιού, απεικονίζει  επάνω σε εικόνες, μία  και μόνο σκηνή: να κάθεται μέσα σε μία σπηλιά, και εκεί να έρχεταιτο κοράκι να του φέρνει το ψωμί ή το κρέας.

Και αυτό για να διδάξει του Χριστιανούς των εσχάτων ,εν μέσω του γενικού αποκλεισμού του Αντι-χρίστου (που ήδη μέσω της τεχνικής κρίσης έχει αρχίσει)  πως με τον ίδιο προνοητικό και σοφό τρόπο θα  τρέφει και αυτούς  ο Θεός .


Επίσης η Εκκλησία μας  τονίζει για τον Πρ.Ηλία πως    "φλέγει την απάτη"    Ο  χρόνος είναι διαρκής ενεστώτας για να δείξει πως όπως τότε έλεγξε και έφλεξε την απάτη του βασιλιά Αχαάβ έτσι και τώρα θα επέλθει για να ελέγξει και αποκαλύψει την πονηριά και σύγχυση της προσεχούς Παγκοσμίου Διακυβερνήσεως  που με πολύ χαρά αναγγέλουν ευκαίρως-ακαίρως όλα τα γλυώδη  όργανα και οι εντολοδόχοι  της Νέας Τάξης .


Ας σκιρτάνε λοιπόν με χαρά και αλαζονία  όλοι αυτοί που ΄ φέραν τον ταλαίπωρο Ελληνικό λαό, (και σε λίγο  όλη την οικουμένη) σε αυτήν την εξαθλίωση. Δεν θα κρατήσει για πολύ η ευτυχία τους. Πολύ σύντομα έρχεται ο Προφήτης Ηλίας για να καψαλίσει την απανθρωπιά και την υποκρισία τους και θά'ναι μάλιστα και μέρα μεσημέρι !!!


Πρεσβύτερος Διονύσιος Ταμπάκης - Ναύπλιο

Αναρτήθηκε από ΜΙΚΡΟΣ ΤΣΟΠΑΝΟΣ στις 10:15 μ.μ. Δεν υπάρχουν σχόλια:  

Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου

BlogThis!

Κοινοποίηση στο X

Μοιραστείτε το στο Facebook

Κοινοποίηση στο Pinterest

Ετικέτες ΑΓΙΟΛΟΓΙΚΑ, ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ, ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

Ἡ θεολογία τῶν διηγήσεων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης περί τοῦ Προφήτου Ἠλία

Μητροπολίτης Γόρτυνος Ἰερεμίας

 

 Kατά πρῶτον εὐχαριστῶ τόν Ποιμενάρχην τῆς ἱερᾶς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, τόν Παναγιώτατον Μητροπολίτην Κύριον Κύριον Ἄνθιμον, διότι μοῦ παρέσχε τήν ἄδεια νά ἔλθω στήν Ἱερά Του Μητρόπολη, διά νά μετάσχω στό θεολογικό αὐτό Συνέδριο, τό ἀφιερωμένο στήν μεγάλη προσωπικότητα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τόν προφήτη Ἠλία· ἔπειτα δέ εὐχαριστῶ καί τήν ἐπιτροπή τοῦ Συνεδρίου, διότι προσεκάλεσε καί τήν ταπεινότητά μου διά νά ὁμιλήσει εἰς αὐτό.

Πρόλογος


Ἐπειδή ὁ χρόνος τῆς ὁμιλίας εἶναι σύντομος, εἰσέρχομαι κατ᾽ εὐθεῖαν εἰς τό θέμα, στήν παρουσίαση τῆς μεγάλης μορφῆς τοῦ προφήτου Ἠλία ἀπό τίς σχετικές διηγήσεις τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τίς ἀφιερωμένες σ᾽ αὐτόν. Εἶναι ἀνάγκη ὅμως, ἔστω καί μέ γοργότητα, νά πῶ μερικά προλογικά διαζωγραφίζοντας πρῶτα τό χρονολογικό πλαίσιο στό ὁποῖο ἐμφανίστηκε καί ἔδρασε ὁ προφήτης.

Ἄς ἀρχίσω τό θέμα ἀπό τήν ἀρχή μέ σύντομο λόγο: Ὅταν οἱ Ἰσραηλῖτες, ἐρχόμενοι ἀπό τήν ἔρημο, εἰσέβαλαν στήν γῆ Χαναάν, βρῆκαν σ᾽ αὐτήν ἀνώτερο μέν πολιτισμό, πού δέν ἐγνώριζαν, ἀλλά μαζί μέ τόν πολιτισμό γνώρισαν καί τήν θρησκεία τῶν Χαναναίων, ἡ ὁποία ἦταν πολυθεϊστική καί ὀργιαστική. Καί ὅπως οἱ Ἰσραηλῖτες μέ τήν ἀνάμειξή τους μέ τούς Χαναναίους ἔλαβαν τά ἀγαθά τοῦ πολιτισμοῦ τους, ἔτσι ἔλαβαν κατ᾽ ἀρχάς μέν τόν τρόπο λατρείας τῶν Χαναναίων, ἔπειτα δέ προχώρησαν ἀκόμη περισσότερο καί ἀνέμειξαν καί αὐτήν τήν λατρεία τοῦ Θεοῦ τους Γιαχβέ μέ τήν λατρεία τοῦ Βάαλ καί τῶν ἄλλων χαναανιτικῶν θεοτήτων.


Ἔτσι λοιπόν δημιουργήθηκε στόν λαό τοῦ Ἰσραήλ ἕνας τύπος λατρείας τοῦ Γιαχβέ μέ χαναανιτικά στοιχεῖα, τά ὁποῖα καί συνεχῶς ἐπληθύνοντο. Δημιουργήθηκε δηλαδή σ᾽ αὐτόν μιά θρησκεία ἐντελῶς ξένη ἀπό τήν καθαρή μωσαϊκή θρησκεία, πού εἶχε λάβει ὁ Μωυσῆς στό Σινᾶ καί ἔδωσε στόν λαό. Ἄς ὀνομάσουμε αὐτόν τόν τύπο τῆς θρησκείας «λαϊκή θρησκεία».

Ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς πτώσης τῆς θρησκείας δημιουργήθηκε ζωηρή ἀντίδραση ἀπό τούς κύκλους τῶν προφητῶν, τήν ἐμφάνιση τῶν ὁποίων – κατά παρέκβαση λέγω –πρέπει νά τήν ἀποδώσουμε πολύ ἀρχαιότερον τῆς ἐποχῆς τοῦ Σαμουήλ.

Ὡς ἀντίδραση κατά τοῦ κακοῦ τῆς πτώσεως τῆς μωσαϊκῆς θρησκείας πρέπει νά χαρακτηρίσουμε καί τήν ἐνέργεια τοῦ Σαμουήλ γιά τήν ἀνάδειξη βασιλέως στό Ἰσραήλ, γιατί μέ τήν πράξη του αὐτή ὁ Σαμουήλ ἤθελε νά συσπειρώσει τόν λαό ὡς ἔθνος μέ ἰδικό του ἄρχοντα καί ἀσφαλῶς μέ ἰδική του θρησκεία, τήν θρησκεία τοῦ Γιαχβέ, ὥστε νά διαχωρίζεται ἀπό τά γείτονα εἰδωλολατρικά ἔθνη. Οἱ βασιλεῖς τοῦ Ἰσραήλ, παρά τήν καλή τους στήν ἀρχή πρόθεση νά κρατήσουν στήν χώρα καθαρή τήν θρησκεία τοῦ Γιαχβέ, ὅμως εἶδαν ἀπό τά πράγματα ὅτι δέν μποροῦν νά ἀντισταθοῦν στό ἰσχυρό ρεῦμα τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχε κλίνει ἐντελῶς πρός τήν χαναανιτική θρησκεία.


Γι᾽ αὐτό καί δημιούργησαν ἕναν ἄλλο τύπο θρησκείας, τόν ὁποῖο καί ἐκπροσωποῦσαν, τήν λεγομένη «θρησκεία τῶν ἐπισήμων». Ὁ τύπος αὐτός ἦταν κάτι τό μέσον μεταξύ τῆς μωσαϊκῆς καί τῆς λαϊκῆς θρησκείας, μέ ἀπόκλιση πρός τήν μωσαϊκή θρησκεία.

Ἀλλά ὅσο παρήρχοντο τά ἔτη οἱ βασιλεῖς τοῦ Ἰσραήλ, ὅπως καί τοῦ Ἰούδα, ἔκλιναν ὁριστικῶς πρός τήν «λαϊκή θρησκεία», ἡ ὁποία καί αὐτή συνεχῶς ἐκχαναανίζετο.

Ἐν τῷ μεταξύ δυνατοί ἦσαν καί οἱ ἀγῶνες τῶν προφητῶν γιά νά ἐπαναφέρουν στόν λαό τήν καθαρή θρησκεία τοῦ Γιαχβέ. Καί στούς ἀγῶνες τους αὐτούς οἱ διάφοροι κύκλοι τῶν προφητῶν δέν ἐδίσταζαν νά ἀναμειχθοῦν καί σέ κινήματα γιά τήν ἐκδίωξη ἀπό τόν θρόνο ἀσεβῶν βασιλέων καί τήν ἀναβίβαση στόν θρόνο ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἐφαίνοντο ὅτι ἦταν ὀπαδοί τῆς καθαρᾶς μωσαϊκῆς θρησκείας.


Ὁ προφήτης Ἠλίας γενικῶς


Τόν 9ο αἰώνα, κατά τά ἔτη 875-854 π.Χ., στό βόρειο Ἰσραηλιτικό κράτος ἔχουμε βασιλέα τόν Ἀχαάβ, ὁ ὁποῖος στήν θρησκευτική του πολιτική ταυτίστηκε μέ τήν λαϊκή χαναανιτική θρησκεία. Στά χρόνια μάλιστα τοῦ βασιλέως αὐτοῦ ἡ λαϊκή θρησκεία ἐκχαναανίστηκε ἀκόμη περισσότερο καί τό ρεῦμα τοῦ συγκρητισμοῦ ἔγινε ἀκόμη ἰσχυρότερο, γιατί ὁ βασιλεύς Ἀχαάβ γιά πολιτικούς σκοπούς νυμφεύθηκε τήν θυγατέρα τοῦ βασιλέως τῶν Φοινίκων Ἐθβάαλ, τήν Ἰεζάβελ, καί χάριν αὐτῆς ἵδρυσε στήν πρωτεύουσα Σαμάρεια ναό τοῦ Βάαλ τῆς Τύρου, μεγάλων διαστάσεων ναό (Δ´ Βασ. 10,19 ἑξ.) μέ τό ἀναγκαῖο βέβαια θυσιαστήριο σ᾽ αὐτόν (Γ´ Βασ. 16,32).


Ἡ ἐπίσημη θρησκεία τοῦ ἔθνους, πού πρῶτα ἔκλινε πρός τήν μωσαϊκή, τώρα ἔλαβε πιά καθαρά τόν τύπο τῆς λαϊκῆς θρησκείας καί ἐνίσχυε μάλιστα αὐτήν.

 Σ᾽ αὐτήν τήν φοβερή ἀπό θρησκευτική ἄποψη ἐποχή τῆς μεγάλης ἀποστασίας τοῦ Ἰσραήλ ἀπό τόν Θεό παρουσιάζεται μία μεγάλη θρησκευτική προσωπικότητα, ὁ προφήτης Ἠλίας, καταγόμενος ἀπό τήν Θεσβών τῆς Γιλεάδ, χώρα πέραν τοῦ Ἰορδάνου.

Ὁ προφήτης αὐτός ἀνέλαβε σκληρό καί ἐπίμονο ἀγώνα γιά νά διαχωρίσει τόν Γιαχβέ ἀπό τόν μή ὑπάρχοντα Βάαλ καί νά ἀπαλλάξει τόν Ἰσραήλ ἀπό τόν φοβερό τότε συγκρητισμό.

 Τήν λατρεία τοῦ Γιαχβέ καί τοῦ Βάαλ συγχρόνως ὁ Ἠλίας ἐθεώρει ὡς ἀκατανόητη. Τήν ψυχή του κατέκαιε ὁ ζῆλος του γιά τόν Γιαχβέ, ζοῦσε δέ καί ἀσκητική ζωή, γι᾽ αὐτό καί φοροῦσε σάκκο καί ζώνη δερματίνη περί τήν ὀσφύν του καί ἔτρεφε μακρά κόμη (Δ´ Βασ. 1,8).

Ἡ πύρινη μορφή του διατηρήθηκε στήν ἰσραηλιτική παράδοση. Ἔτσι στόν προφήτη Μαλαχία (4,4) διαβάζουμε γιά τήν ἔλευση τοῦ προφήτου αὐτοῦ πρίν ἀπό τήν μεγάλη ἡμέρα τῆς ἐπιφανείας τοῦ Κυρίου καί τήν παράδοση μάλιστα αὐτήν τήν βρίσκουμε καί στήν Καινή Διαθήκη (Ματθ. 11,14. 17,10. Λουκ. 1,17. Ἰωάν. 1,21.25). Κατά δέ τήν σκηνή τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ μαζί μέ τόν Μωυσέα ἐμφανίζεται καί ὁ προφήτης Ἠλίας (Ματθ. 17,3).

Οἱ διηγήσεις περί τοῦ προφήτου Ἠλία


Γιά τόν προφήτη Ἠλία ἔχουμε πέντε αὐτοτελεῖς διηγήσεις. Τό ὕφος τῶν διηγήσεων αὐτῶν μαρτυρεῖ καθαρά ὅτι προέρχονται ἀπό τόν λαό, ὅτι εἶναι λαϊκές στοματικές παραδόσεις. Στήν Παλαιά Διαθήκη καί μάλιστα στό βιβλίο τῆς Γενέσεως ἀπαντοῦν πολλές λαϊκές διηγήσεις.

 Φέρουν δέ οἱ διηγήσεις αὐτές αὐτά τά τρία χαρακτηριστικά: Εἶναι ἁπλές, διπλές καί αὐτοτελεῖς. Εἶναι ἁπλές καί διπλές, γιατί προέρχονται ἀπό τόν λαό, ὁ ὁποῖος μέ ἁπλότητα ἐκφράζει ἕνα συμβάν καί μάλιστα τό ποικίλλει, γι᾽ αὐτό καί εἶναι διπλές, ἀκόμη δέ καί τριπλές, οἱ διηγήσεις αὐτές.

Καί εἶναι καί αὐτοτελεῖς οἱ προφορικές βιβλικές διηγήσεις, γιατί εἶναι ἀπαρτισμένες μέ πρόλογο καί κατακλεῖδα καί, ἄν τίς ἀποκόψουμε ἀπό τό ὅλο τμῆμα τῆς Βίβλου, ὅπου εὑρίσκονται, συνδέεται ἡ πρίν ἀπό αὐτές καί μετά ἀπό αὐτές βιβλική περικοπή.

Οἱ διηγήσεις μας λοιπόν γιά τόν προφήτη Ἠλία εἶναι στοματικές παραδόσεις, ἀναφερόμενες σέ διάφορα περιστατικά τῆς ζωῆς του καί αὐτό ἑρμηνεύεται ἀπό τό ὅτι ὁ λαός δέν ἔχει τήν δύναμη νά συγκρατήσει τήν διδασκαλία ἑνός προφήτου, ἀλλά συγκρατεῖ περισσότερο συμβάντα τῆς ζωῆς του καί θαύματά του. Θά παραθέσω μέ πολλή συντομία τίς πέντε διηγήσεις τίς ἀναφερόμενες στόν προφήτη μας, σχολιάζοντας αὐτές ὅπου εἶναι δυνατόν.

Ἡ πρώτη διήγηση περί τοῦ προφήτου Ἠλία


Κατά τήν πρώτη διήγηση (Γ´ Βασ. κεφ. 17-18) ὁ Ἠλίας παρουσιάζεται στόν βασιλέα Ἀχαάβ καί τοῦ προαναγγέλλει μεγάλη ἀνομβρία, ὡς τιμωρία γιά τήν ἀποστασία ἀπό τόν Θεό. Ἡ ἀνομβρία αὐτή εἶναι ἱστορικό γεγονός καί μαρτυρεῖται καί ἀπό τόν Μένανδρο (βλ. Ἰωσ., Ἀρχ. 8,324).

 Μέ τήν ἔναρξη τοῦ λιμοῦ ὁ προφήτης, κατά διαταγή τοῦ Θεοῦ, πηγαίνει νά κρυφτεῖ στόν χείμαρρο Κερείθ, ἀνατολικά τοῦ Ἰορδάνου, ὅπου τόν διατρέφει ἕνας κόρακας. Ἀλλά θά ρωτήσουμε μαζί μέ τόν Χρυσόστομο: Πῶς καταδέχεται ὁ προφήτης τοῦ Θεοῦ νά τρέφεται ἀπό ἀκάθαρτο ζῶο; Διότι ὁ κόρακας κατά τόν νόμο τοῦ Μωυσέως εἶναι ἀκάθαρτος (Λευιτ. 11,16).

Καί ἄρα ὁ τρεφόμενος ἀπό ἀκάθαρτο γίνεται καί αὐτός ἀκάθαρτος. Ἐδῶ φαίνεται καθαρά ὅτι ὁ νόμος δέν εἶναι ἀλήθεια, ἀλλά σκιά. Φαίνεται ὅτι ὁ νόμος ἀνατρέπει τόν νόμο. Καί ὅπως λέγει χαριτωμένα ὁ Χρυσόστομος «οὔτε τό στάσιμον οὔτε τό ὄρθιον εἶχε»!

Γιατί; «Οὐ γάρ ἦν ἀλήθεια, ἀλλά σκιά». Ὁ προφήτης Ἠλίας ἔτρωγε τήν τροφή τοῦ κόρακος «οὐδέν ἀκάθαρτον τῶν ὑπό Κυρίου κτισθέντων νομίζων» (MPG 50,730)! Tό ὅτι δέ ὁ Ἠλίας ἔφυγε ἀπό τό κέντρο τοῦ Ἰσραήλ γιά νά κρυβεῖ στόν χείμαρρο Κερείθ, αὐτό μαρτυρεῖ διένεξη καί καταδίωξη τοῦ βασιλέως Ἀχαάβ ἤ τῆς βασιλίσσης Ἰεζάβελ κατά τοῦ προφήτου.

Τά ὕδατα τοῦ χειμάρρου στέρεψαν καί ὁ Ἠλίας, πάλι κατά διαταγή τοῦ Θεοῦ, πορεύεται στήν πόλη Σαρεπτά, στόν νότο τῆς Σιδῶνος, ὅπου τόν φιλοξενεῖ μία χήρα γυναίκα στόν οἶκο της, ὅπου πολλαπλασιάζει τό ἀλεύρι καί τό ἔλαιον καί ἀνασταίνει τόν θανόντα υἱό της.

 Ἀλλά τί θέλει ὁ προφήτης ἐκεῖ στήν Σιδώνα, τόσο μακρυά ἀπό τό Ἰσραήλ; Νομίζω ὅτι ἐδῶ πρέπει νά δοῦμε τήν πίστη τῶν προφητῶν στήν παγκοσμιότητα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἰσραήλ καί στά χρόνια γιά τά ὁποῖα ὁμιλοῦμε, ἀλλά περισσότερο στά μετέπειτα χρόνια, ἔκλεινε τόν Θεό σέ στενά καί περιορισμένα ὅρια, τῆς Παλαιστίνης μόνον τά ὅρια, γιατί ἐθεώρει τόν Γιαχβέ ὡς τοῦ Ἰσραήλ μόνον Θεό.

Ἀλλά βλέπουμε ἤδη ἐπί προφήτου Ἠλία ἀγώνα τῶν προφητῶν νά παρουσιάσουν τόν Θεό ὡς παγκόσμιο, γιατί ἤθελαν νά διασώσουν τήν ἔννοια τῆς παγκοσμιότητας τοῦ Θεοῦ.

 Γιατί εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ ἔννοια τῆς παγκοσμιότητας τοῦ Θεοῦ ἔσωσε τήν Ἰσραηλιτική θρησκεία, ἐπειδή ἡ πίστη ὅτι ὁ Θεός εἶναι Θεός τοῦ Ἰσραήλ μόνον, ἐσήμαινε ὅτι τοῦ Ἰσραήλ καταστρεφομένου, ἐχάνετο καί ἡ ἔννοια τοῦ Γιαχβέ.

 Μέ τό κήρυγμα ὅμως τῶν προφητῶν περί παγκοσμιότητας τοῦ Θεοῦ, καταστρεφομένου τοῦ Ἰσραήλ, δέν ἐσήμαινε αὐτό ὅτι συγκαταστρέφεται καί ὁ Γιαχβέ, γιατί ὁ Γιαχβέ εἶναι Θεός παγ- κόσμιος. Ἡ ἔννοια τῆς παγκοσμιότητος τοῦ Θεοῦ ἀναφαίνεται ζωηρά καί ὡραῖα στό βιβλίο τοῦ προφήτου Ἰωνᾶ. Ὡς πορεία λοιπόν πρός τά ἔθνη πρέπει νά δοῦμε τόν ἐρχομό τοῦ Ἠλία στά Σαρεπτά τῆς Σιδωνίας, γιά νά γευθεῖ ἐκεῖ μακρυά τόν παγκόσμιο Θεό του, διότι, ὅπως δέχεται καί ὁ Χρυσόστομος, παγκόσμιος ἦταν ὁ λιμός, γι᾽ αὐτό καί τόν ὀνομάζει «οἰκουμενικόν ναυάγιον» (MPG 50,729).

 Κατά τό τρίτο ἔτος τοῦ λιμοῦ ὁ προφήτης διατάσσεται ἀπό τόν Θεό νά παρουσιαστεῖ στόν βασιλέα Ἀχαάβ. Ἡ συνάντηση τῶν δύο ἀνδρῶν ὑπῆρξε ὁρμητική καί ἀπό τίς δύο πλευρές. Ταραγμένος ὁ βασιλεύς γιά τόν συμβάντα λιμό καί θεωρῶν ὑπαίτιον αὐτοῦ τόν Ἠλία, τοῦ εἶπε, ὅταν τόν εἶδε ἐνώπιόν του: «Καταστροφέα τοῦ Ἰσραήλ»!

Ἀλλά ὁ προφήτης Ἠλίας, πιστεύων τόν βασιλέα ὡς ὑπεύθυνον γιά τόν συμβάντα λιμό καί ἀνταποδίδων τά ἴσα, τόν ἀπεκάλεσε «διαφθορέα τοῦ Ἰσραήλ»! Τό ζήτημα πού ἀπασχολεῖ εἶναι τό ποιός εἶναι ὁ Θεός, ὁ Γιαχβέ ἤ ὁ Βάαλ; Γι᾽ αὐτό καί ὁ προφήτης Ἠλίας προτείνει τό ζήτημα αὐτό νά λυθεῖ διά θαύματος ἐπί τῆς κορυφῆς τοῦ ὄρους Καρμήλου.

Ἐγείρονται ἐκεῖ δύο θυσιαστήρια, τοῦ Βάαλ καί τοῦ Γιαχβέ. Σέ ὅποιο θυσιαστήριο πέσει φωτιά ἀπό τόν οὐρανό καί καταφάγει τά ἐπάνω αὐτῶν θύματα, ἐκείνου ὁ Θεός εἶναι ἀληθινός. Προσεύχονται οἱ ἱερεῖς τοῦ Βάαλ ἀπό τό πρωί μέχρι τό ἀπόγευμα, ἐπικαλοῦνται τό ὄνομά του, φωνάζουν, κάνουν ἐντομές στό σῶμα τους, γιά νά λυπηθεῖ ὁ Βάαλ τό χυνόμενο αἷμα τους, ἀλλά εἰς μάτην.

Δέν πίπτει πῦρ ἐξ οὐρανοῦ, διότι δέν ὑπῆρχε Βάαλ!... Τώρα θά πάρει τόν λόγο ὁ Ἠλίας, ἀλλά πρῶτα θά χύσει πολύ νερό στήν βάση τοῦ θυσιαστηρίου, γιά νά μή νομίσουν, ὅπως ἑρμηνεύει ὁ Χρυσόστομος (MPG 50,733), ὅτι εἶχε φωτιά ὁ προφήτης κάτω ἀπό τό θυσιαστήριο, ὅπως ἔκαναν οἱ εἰδωλολάτρες, καί ἀνεπήδησε λοιπόν φυσική φλόγα ἀπό ἐκεῖ.

Προσευχήθηκε ἔπειτα ὁ προφήτης Ἠλίας καί τότε κατέπεσε πῦρ ἐξ οὐρανοῦ στό θυσιαστήριο πού ἔστησε αὐτός, ὁ δέ λαός μέ ἐνθουσιασμό ἐφώναξε: «Ὁ Γιαχβέ εἶναι ὁ Θεός»! Καί στόν ἐνθουσιασμό του ὁ Ἠλίας συνέλαβε τούς ἱερεῖς καί τούς προφῆτες τοῦ Βάαλ καί τούς ἐφόνευσε παρά τόν χείμαρρο Κισών. Τό θαῦμα αὐτό τοῦ προφήτου στό Κάρμηλο ὄρος χρησιμοποιήθηκε ἀπό τούς λειτουργιολόγους ὅτι προτυπώνει τό ἱερό Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος. Μέ τό θαῦμα αὐτό ὁ προφήτης Ἠλίας ἔβαλε φωτιά στό νερό! Καί κατά τό ἱερό Βάπτισμα ὁ ἱερεύς δέεται μέ εἰδικές εὐχές νά στείλει ὁ Κύριος ἐξ οὐρανοῦ τό Ἅγιό Του Πνεῦμα στό ὕδωρ τῆς κολυμβήθρας καί νά δώσει σ᾽ αὐτό τήν ἀναγεννητική Χάρη. Τό Ἅγιο Πνεῦμα ὅμως ἦλθε ὡς πῦρ ἐξ οὐρανοῦ.

Ἔτσι τό θαῦμα τοῦ προφήτου Ἠλία στό Κάρμηλο ὄρος θεωρεῖται ὡς προτύπωση τοῦ Μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος. Ἀπό τήν ὅλη πρώτη διήγηση ἀναδεικνύεται ἡ ἰσχυρή θρησκευτική προσωπικότητα τοῦ προφήτου Ἠλία. Παρουσιάζεται ἰσχυρός πρός τόν βασιλέα, τόν ὁποῖο ἄνευ φόβου καταγγέλλει ὡς «διαφθορέα τοῦ Ἰσραήλ», ὡς αἴτιον ἀποστασίας τοῦ λαοῦ ἀπό τόν Θεό.

 Ὁμοίως ὁ προφήτης παρουσιάζεται ὁπλισμένος μέ ὑπερφυσική δύναμη καί φέρνει μέ τήν\προσευχή του πῦρ ἐξ οὐρανοῦ στή γῆ. Παρουσιάζεται ὡς μεγάλος θαυματουργός, γιατί πολλαπλασιάζει τό λάδι καί τό ἀλεύρι τῆς χήρας καί ἀνασταίνει τό νεκρό παιδί της. Τί ἔγινε μετά τήν αἱματηρή σκηνή τοῦ Καρμήλου δέν γνωρίζουμε γιατί ἡ διήγηση σταματᾶ ἀπότομα. Ἀπό τήν δευτέρα ὅμως διήγηση περί τοῦ προφήτου μας μποροῦμε νά συμπληρώσουμε τό κενό.

Ἡ δευτέρα διήγηση περί τοῦ προφήτου Ἠλία


Ἡ δευτέρα διήγηση, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς Γ´ Βασ. κεφ. 18-19, παρουσιάζει τόν προφήτη μας νά πορεύεται, μακράν ἀπό τό βασίλειο τοῦ Ἰσραήλ, πρός τήν νοτιωτέρα πόλη τῆς Παλαιστίνη Βεερσεβά, ἐνῶ ὁ ἴδιος εἶναι κατάκοπος καί συντετριμμένος ψυχικά.

Ὁ πόνος του εἶναι ὅτι στό Ἰσραήλ κυριαρχεῖ ὁ Βάαλ, ὅτι τά ἱερά τοῦ Γιαχβέ εἶναι ἐρειπωμένα καί ὅτι οἱ προφῆτες Του καταδιώκονται. Κατάκοπος ἀπό τήν ὁδοιπορία καί ψυχικά ἐξαντλημένος ξαπλώνει κάτω ἀπό τήν σκιά ἑνός θάμνου.

Ἐκεῖ ἐξαπλωμένος λέγει τόν πόνο του στόν Θεό: «Ἀρκετά, Θεέ, πάρε τήν ψυχή μου, γιατί δέν εἶμαι ἰσχυρότερος τῶν Πατέρων μου» (Γ´ Βασ. 19,4). Ἕνας ἄγγελος τοῦ Κυρίου τόν ἐγείρει καί τόν διατάσσει νά φάγει καί νά πιεῖ, γιατί ἡ ὁδός του εἶναι ἀκόμη μακρά.

Ἀπό τήν τροφή ἐκείνη ἐνισχύεται ὁ προφήτης καί πορεύεται μόνος του διά τῆς ἐρήμου πρός τό Χωρήβ, τό ὄρος ἐκεῖνο μέ τό ὁποῖο συνεδέοντο οἱ ἀρχαῖες μωσαϊκές παραδόσεις καί στό ὁποῖο εἶχε ἀποκαλυφθεῖ τότε ὁ Γιαχβέ.

Ἡ πορεία πρός τό Χωρήβ εἶναι πορεία ἀπελπισμένου ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ζητεῖ, σάν ἄλλος Μωυσῆς, νά συναντήσει τόν Γιαχβέ, γιά νά τοῦ πεῖ τόν πόνο του, γιά νά λάβει ἐνίσχυση καί παρηγορία. Φθάνοντας λοιπόν στό ὄρος Χωρήβ ὁ Μωυσῆς εἰσέρχεται σέ ἕνα σπήλαιο καί ἀναμένει τήν ἐμφάνιση τοῦ Θεοῦ.

 Ἐκσπᾶ μία τρομερή θύελλα, ἀλλά ὁ προφήτης πληροφορεῖται ὅτι «δέν εἶναι στήν θύελλα ὁ Θεός». Ἀκολουθεῖ ἕνας τρομερός σεισμός, ἀλλά καί πάλι ὁ προφήτης πληροφορεῖται ὅτι «δέν εἶναι στόν σεισμό ὁ Θεός». Πῦρ ἔπειτα παρουσιάζεται γιά νά ἀκούσει ὁ προφήτης μας πάλι τό ἴδιο, ὅτι «δέν εἶναι στό πῦρ ὁ Θεός».

Τέλος, μία ἐλαφρά αὔρα ἔπνευσε στό Χωρήβ καί πληροφορεῖται ὁ προφήτης τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ στήν αὔρα. Ὅταν τό ἄκουσε αὐτό ὁ προφήτης Ἠλίας, ἐκάλυψε τό πρόσωπό του καί στήν ἐρώτηση τοῦ Θεοῦ «τί ζητεῖς ἐδῶ Ἠλία;», ὁ προφήτης ἔσπευσε νά χύσει ὅλο τόν πόνο τῆς καρδιᾶς του καί εἶπε στόν Θεό: «Καίομαι, Γιαχβέ, Θεέ Σαβαώθ, ἀπό τόν ζῆλο σου, διότι οἱ Ἰσραηλῖτες Σέ ἐγκατέλειψαν, τά θυσιαστήριά σου τά συνέτριψαν καί φόνευσαν τούς προφῆτες σου μέ τό ξίφος· ἐγώ δέ μόνος παρέμεινα καί αὐτοί ζητοῦν τήν ψυχή μου» (Γ´ Βασ. 19,14).

Ὁ Θεός, ἀπαντώντας στόν πόνο τοῦ προφήτου, ἐπαγγέλλεται νά τιμωρήσει τούς ἐχθρούς του. Ἡ τιμωρία αὐτή τῶν ἐχθρῶν ἔγινε ἔξωθεν, γιατί ἐκ τῶν ἔσω, ἐκ τοῦ ἰδίου δηλαδή τοῦ Ἰσραήλ, δέν ἦταν δυνατόν νά γίνει, ἀφοῦ, ὅπως τό εἶπε ὁ προφήτης στήν προσευχή του, ὁ λαός εἶχε ἀποστατήσει. Ὁ Θεός διατάσσει τόν προφήτη Ἠλία νά πορευθεῖ καί νά χρίσει τόν Ἀζαήλ ὡς βασιλέα τῶν Ἀραμαίων, τόν Ἰού ὡς βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ καί τόν Ἐλισσαῖο ὡς προφήτη.

Ἔτσι τελειώνει ἡ ὅλη διήγηση. Ὁ Ἀζαήλ ἐπέρχεται νικηφόρος κατά τοῦ Ἰσραήλ (Δ´ Βασ. 10,32) καί ὁ Ἰού, μέ τήν ὑποκίνηση καί σύμπραξη τοῦ προφήτου Ἐλισσαίου, ἐπαναστατεῖ κατά τοῦ βασιλέως τοῦ Ἰσραήλ Ἰωράμ, τοῦ ἐγγόνου τοῦ Ἀχαάβ, τόν φονεύει καί ἐξολοθρεύει ὁλόκληρο τόν οἶκο τοῦ Ἀχαάβ καί ἔτσι ἐκπληρώνεται ἡ ἐπαγγελία τοῦ Θεοῦ πού ἔδωσε στόν προφήτη Ἠλία.

 Ἡ διήγηση εἶναι πολύ διδακτική καί μάλιστα διδάσκει εἰδικά κατά πρῶτον τόν προφήτη Ἠλία: Ἡ ἐμφάνιση τοῦ Θεοῦ ὄχι στήν θύελλα, οὔτε στόν σεισμό, καί οὔτε στήν φωτιά, ἀλλά στήν ἐλαφρά καί γλυκειά αὔρα, θέλει πιθανῶς νά διδάξει τόν Ἠλία νά εἶναι ἠπιώτερος στόν ἀγώνα του, γιατί ἡ θρησκεία δέν ἐπιβάλλεται μέ σκληρά μέσα, ἀλλά μέ ἤπια μέσα.

 Ἀλλά τό μεγάλο πρόβλημα ἀπό τήν διήγησή μας εἶναι τό πῶς, ἐνῶ ἡ πρώτη διήγηση παρουσιάζει τόν προφήτη Ἠλία ὡς θριαμβευτή διά τοῦ θαύματος στό Κάρμηλο ὄρος καί τόν λαό ὡς ἀνακηρύξαντα τήν πίστη του στόν Γιαχβέ, πῶς τώρα στήν δευτέρα διήγηση βλέπουμε τόν προφήτη μας συντετριμμένο ψυχικά καί παραπονούμενο στόν Γιαχβέ ὅτι τά θυσιαστήριά του εἶναι ἐρειπωμένα καί ὅτι οἱ προφήτες του κατεσφάγησαν καί αὐτός ὁ ἴδιος κινδυνεύει;

Ἐδῶ, γιά νά δέσουμε τήν δεύτερη διήγηση μέ τήν πρώτη, πρέπει νά ὑποθέσουμε ὅτι στήν βιαία πράξη τοῦ προφήτου Ἠλία, τῆς σφαγῆς τῶν ἱερέων τοῦ Βάαλ, ἡ Ἰεζάβελ ἀπάντησε καί αὐτή μέ βιαία πολεμική ἐναντίον τοῦ Ἠλία καί ἐναντίον ὅλων τῶν προφητῶν τοῦ Γιαχβέ.

Ἀλλά, καί ἡ πρώτη διήγηση, ἡ ὁποία παρουσιάζει τόν Ἠλία θριαμβευτή, δέν παρουσιάζει τήν νίκη του γενική, οὔτε τήν παρουσιάζει ὡς νίκη διαρκείας, ἀλλά ὅτι μέρος μόνο τοῦ λαοῦ, μετά ἀπό τά δεινά τοῦ λιμοῦ, πίστεψε στό κήρυγμα τοῦ Ἠλία καί στόν ἐνθουσιασμό του ἐθανάτωσε μαζί μέ τόν Ἠλία τούς ἱερεῖς τοῦ Βάαλ.

Αὐτό, ὅπως ἦταν φυσικό, ἐξώργισε τήν ἀντίθετη μερίδα καί ἀνταπέδωσε τά ἴσα πρός τούς προφῆτες τοῦ Γιαχβέ. Ἔτσι λοιπόν παρουσιάζεται ὁ προφήτης Ἠλίας συντετριμμένος ψυχικά καί κατάκοπος, ὅπως μᾶς τόν παρουσιάζει ἡ δευτέρα διήγηση.

Ἡ τρίτη διήγηση περί τοῦ προφήτου Ἠλία


Μεταξύ τῶν γεγονότων πού διαλαμβάνουν οἱ δύο παραπάνω μεγάλες διηγήσεις (Γ´ Βασ. κεφ. 17-19), πρέπει νά τοποθετήσουμε τήν ἱστορία περί τοῦ θανάτου τοῦ Ναβουθαί (Γ´ Βασ. κεφ. 20), τόν ὁποῖον ἐφόνευσε ὁ Ἀχαάβ, παρακινηθείς ἀπό τήν σύζυγό του Ἰεζάβελ, γιά νά κληρονομήσει τόν ἀγρό του. Τό ἔγκλημα αὐτό τοῦ βασιλέως καί τῆς Ἰεζάβελ δέν ἦταν δυνατόν νά παραμείνει ἀπαρατήρητο ἀπό τόν Ἠλία, στήν ψυχή τοῦ ὁποίου ζεῖ ἡ καθαρά μωσαϊκή θρησκεία, κατά τήν ὁποία ὁ Θεός παριστάνεται ὡς τό ἀπόλυτο ἠθικό Ὄν.

Γι᾽ αὐτό καί ὁ προφήτης μας ἐλέγχει μέ πολλή παρρησία τόν βασιλέα, τόν ὁποῖο ἀποκαλεῖ καθαρά δολοφόνο καί τοῦ προφητεύει τήν τιμωρία: «Στόν τόπο ὅπου τά σκυλιά ἔγλειψαν τό αἷμα τοῦ Ναβουθαί, ἐκεῖ τά σκυλιά θά γλείψουν καί τό δικό σου αἷμα» (Γ´ Βασ. 20,19). Καί γιά τήν Ἰεζάβελ ὁμοίως λέγει: «Τά σκυλιά θά καταφάγουν τήν Ἰεζάβελ στήν πεδιάδα Γισραέλ» (Γ´ Βασ. 20,23), προφητεία ἡ ὁποία πλήρως ἐκπληρώθηκε ἀργότερα (Γ´ Βασ. 22,1 ἑξ. Δ´ Βασ. 9,30 ἑξ.).

 Ἀλλά, γιά τήν βαθυτέρα ἑρμηνεία καί θεολογία τοῦ ἐπεισοδίου, τήν ὁποία παρατρέχουμε ἐδῶ, λόγω στενότητος χρόνου, παραπέμπουμε στήν ἰσχυρή μελέτη τοῦ παλαιοδιαθηκολόγου καθηγητοῦ κ. Μιλτιάδου Κωνσταντίνου στό ὡραῖο του θεολογικό βιβλίο «Ρῆμα Κυρίου κραταιόν», σελ. 224-238. Πάντως τήν ἱστορία τοῦ Ναβουθαί δέν πρέπει νά θέσουμε ἐντελῶς στήν ἀρχή τῆς δράσεως τοῦ Ἠλία, διότι στήν διήγηση αὐτή διαγράφεται ἤδη ἡ ἐχθρότης μεταξύ τοῦ βασιλέως καί αὐτοῦ (Γ´ Βασ. 20,20). Ἄλλες διηγήσεις περί τοῦ Ἠλία ἐπί τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἀχαάβ δέν ἔχουμε.

Ἡ τετάρτη καί ἡ πέμπτη διήγηση περί τοῦ προφήτου Ἠλία


Ἐπί τοῦ διαδόχου τοῦ Ἀχαάβ βασιλέως Ὀχοζίου (854-853 π.Χ.) συναντοῦμε τόν προφήτη ἔξω ἀπό τήν Σαμάρεια νά προλέγει στούς ἀπεσταλμένους τοῦ βασιλέως τόν θάνατό του (Δ´ Βασ. 1,2-17), διότι στήν ἀσθένειά του δέν κατέφυγε στόν Γιαχβέ, ἀλλά στόν Βάαλ.

 Ἡ τελευταία διήγηση περί τοῦ προφήτου Ἠλία, ἡ πέμπτη (Δ´ Βασ. 2,1-12), περιέχει τήν γνωστή ἀνάληψή του στόν οὐρανούς ἐπί πυρίνου ἅρματος. Δέν γνωρίζουμε πότε ἔγινε αὐτή. Πρέπει ὅμως νά τήν τοποθετήσουμε πρίν ἀπό τό 842 π.Χ., γιατί στήν ἐπανάσταση τοῦ Γεχού κατά τοῦ Ἰωράμ, ἡ ὁποία ἔγινε τό ἔτος αὐτό, δέν ἀναφέρεται ὁ Ἠλίας, ἀλλά ὁ Ἐλισσαῖος.

Σπουδαία καί τολμηρή ἑρμηνεία τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου περί τοῦ προφήτου Ἠλία*


 Ὑπάρχει μία σπουδαία ὅσο καί τολμηρή ὁμιλία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου περί τοῦ προφήτου Ἠλία. Τήν παραθέτω συντόμως.

 Κατά τήν ὁμιλία αὐτή ὁ Θεός προσπάθησε πολύ νά κάνει τόν ζηλωτή προφήτη του ἐπιεικῆ καί φιλάνθρωπο, χωρίς ὅμως... νά τό πετύχει. Ἡ ὁμιλία παρουσιάζει τόν Ἠλία νά ἀπορεῖ γιά τήν ἀγάπη καί τήν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ στούς ἀποστάτες Ἰσραηλῖτες, γιατί ἔβλεπε ὅτι μέ αὐτήν δέν ἐπέρχεται ἡ διόρθωσή τους.

Πίστευε δέ ὅτι ἡ διόρθωση αὐτή τοῦ λαοῦ θά ἔλθει μέ μία τιμωρία, αὐστηρή τιμωρία ἐναντίον του. Γι᾽ αὐτό – ὅπως τό παρουσιάζει ἡ ὁμιλία τοῦ ἱεροῦ Πατρός – τόλμησε νά παρουσιαστεῖ στόν Θεό καί νά τόν «δέσει» μέ ὅρκο νά δώσει τιμωρία στούς Ἰσραηλῖτες, ὅπως τήν σκεπτόταν αὐτός, καί νά μή λύσει τήν τιμωρία αὐτή, ἄν δέν τό πεῖ ὁ ἴδιος!...

«Εἰ μή διά στόματός μου», εἶπε! Ὁ προφήτης Ἠλίας ζήτησε ἀπό τόν Θεό νά δώσει ἀνομβρία στήν γῆ γιά τρία ἔτη καί ἕξι μῆνες. Ἡ ὁμιλία παρουσιάζει τόν Θεό νά «συνέχεται», νά συμπιέζεται· ἀπό τήν μιά μεριά ἤθελε νά ἀκούσει τόν ζηλωτή του προφήτη Ἠλία, ἀλλά καί ἀπό τήν ἄλλη μεριά εὐσπλαγχνιζόταν τόν λαό γιά τό κακό τῆς ἀνομβρίας καί τῆς πείνας, πού θά τοῦ συνέβαινε.

 Γι᾽ αὐτό καί κάνει μέν τό θέλημα τοῦ Ἠλία, ἀλλά καί τόν βοηθεῖ νά γίνει φιλάνθρωπος, ὥστε σύντομα αὐτός νά τόν παρακαλέσει γιά τήν λύση τῆς τιμωρίας. Πρῶτα-πρῶτα ὁ Θεός «συγκολάζει τῷ λαῷ τόν προφήτην»!

Ἀφοῦ ὁ Ἠλίας ζήτησε ἀνομβρία γιά τόν λαό, θά ὑπαχθεῖ καί ὁ ἴδιος στήν τιμωρία αὐτή!... Φροντίζει ὅμως ἰδιαίτερα ὁ Θεός γιά τόν προφήτη του, γι᾽ αὐτό καί τόν τρέφει μυστικά καί θαυμαστά. Καί λέγομε «θαυμαστά», γιατί τόν τρέφει μέ ἕναν κόρακα, πού τοῦ πήγαινε κρέας.

Ὁ κόρακας ὅμως, σχολιάζει ὁ Χρυσόστομος, εἶναι ζῶο «μισότεκνον», γιατί δέν ἀγαπᾶ τά νεογνά του, ἀφοῦ δέν τά τρέφει.

Γι᾽ αὐτό καί ὁ ψαλμωδός Δαυΐδ παριστάνει τά μικρά τῶν κοράκων νά ἐπικαλοῦνται τόν Θεό γιά τροφή, ἀφοῦ ὁ πατέρας τους δέν τούς τήν δίνει: «Τοῖς νεοσσοῖς τῶν κοράκων τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτόν (τόν Θεόν)» (Ψαλμ. 146,9).


 Ὅπως ὁ κόρακας εἶναι μισότεκνος, ἔτσι καί ὁ Ἠλίας ἦταν μισότεκνος πρός τούς Ἰουδαίους ἕνεκα τῆς ἀποστασίας τους.

Ἀλλά νά τώρα πού ὁ κόρακας μεταβάλλεται καί γίνεται φιλάνθρωπος καί πηγαίνει τροφή στόν Ἠλία. Αὐτό ἦταν τό μυστικό μάθημα, πού ἤθελε ὁ Θεός νά δώσει στόν προφήτη του: Νά γίνει μεσίτης γιά τούς Ἰουδαίους, ὅπως ὁ κόρακας μετέβαλε τήν φύση του καί γίνεται μεσίτης τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ πρός αὐτόν (τόν Ἠλία) καί τοῦ πηγαίνει τροφή στόν καιρό τῆς πείνας.

Ὁ προφήτης Ἠλίας ὅμως δέν διδάχθηκε ἀπό τό μάθημα αὐτό ἤ μᾶλλον δέν θά τό ἐνόησε καί καθόλου, γι᾽ αὐτό καί ὁ Θεός τοῦ ἀφαιρεῖ τώρα τήν διατροφή του ἀπό τόν κόρακα, ὥστε νά πιεστεῖ ἀπό τήν πείνα καί νά πρεσβεύσει στόν Θεό νά λυθεῖ ἡ τιμωρία.

Ἀλλά ὁ Ἠλίας ἦταν τόσο πολύ χολωμένος γιά τήν ἀποστασία τοῦ Ἰσραήλ ἀπό τόν Θεό, ὥστε, ὄχι! Δέν ἤθελε νά παρακαλέσει γι᾽ αὐτούς πού ζοῦσαν ἀκόμη στήν ἀποστασία τους. Ἀφοῦ, λοιπόν, ὁ προφήτης Ἠλίας δέν διδάχθηκε ἀπό τό μάθημα τοῦ κόρακα, ἔφερε ὁ Θεός ἔτσι τά πράγματα νά διδαχθεῖ ἀπό μιά εἰδωλολάτρισσα χήρα γυναίκα.


Ἀκοῦστε: Ἡ πείνα ἔθλιβε τόν Ἠλία καί ὁ Θεός τοῦ εἶπε: «Φύγε ἀπ᾽ ἐδῶ καί πήγαινε ἔξω ἀπό τό Ἰσραήλ, στά Σαρεφθά τῆς Σιδωνίας καί ἐκεῖ θά πῶ σέ μιά χήρα ἐθνική γυναίκα νά σέ διαθρέψει». Ἀπαγορευόταν τότε ἡ ἐπικοινωνία τῶν Ἰουδαίων μέ τούς Ἐθνικούς καί γι᾽ αὐτό ὁ Θεός, ἑρμηνεύει ὁ Χρυσόστομος, εἶπε στόν Ἠλία νά πάει σέ ἐθνική γυναίκα νά τόν διαθρέψει, ὥστε νά σιχαθεῖ τήν τροφή ἀπό εἰδωλολάτρισσα καί νά μεσιτεύσει στόν Θεό νά στείλει βροχή καί νά πάψει ἡ τιμωρία τῆς πείνας. Οὔτε ὅμως καί ἀπό αὐτό ὁ Ἠλίας κάμφθηκε σέ φιλανθρωπία ὑπέρ τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλά πῆγε μακρυά στά Σαρεφθά τῆς Σιδωνίας γιά νά τραφεῖ ἐκεῖ.

 Ὁ Θεός ὅμως ἔκανε ἐκεῖ τήν χήρα γυναίκα νά τοῦ μιλήσει σκληρά, ἐνῶ μάλιστα αὐτός βρισκόταν σέ μεγάλη πείνα· καί αὐτό τό ἔκανε γιά νά πονέσει καί νά γίνει φιλάνθρωπος. Στόν πεινασμένο, λοιπόν, προφήτη ἡ χήρα ἐθνική γυναίκα τοῦ εἶπε: «Δέν ἔχω καθόλου ψωμί παρά μόνο μιά χούφτα ἀλεύρι στό πιθάρι καί λίγο λάδι στό δοχεῖο.

Θά τά ἑτοιμάσω γιά μένα καί γιά τά παιδιά μου, θά τά φᾶμε καί μετά θά πεθάνουμε» (Γ´ Βασ. 17,22). Αὐτά τά λόγια τῆς χήρας γυναίκας πρέπει νά πόνεσαν τόν Ἠλία. «Αὐτή ἡ γυναίκα – θά σκέφθηκε – ὑποφέρει περισσότερο ἀπό μένα, γιατί ἐγώ ὑποφέρω μόνος, ἐνῶ αὐτή ὑποφέρει καί μέ τά παιδιά της. Ἄς μή γίνω λοιπόν πρόξενος θανάτου στήν χήρα γυναίκα πού μέ δέχθηκε σπίτι της».


Ὅπως φαίνεται, τώρα γιά πρώτη φορά ὁ Ἠλίας ὁμιλεῖ φιλάνθρωπα. Ὅπως λέγει ὁ Χρυσόστομος «χαυνοῦται πρός τήν φωνήν (τῆς χήρας), ἄρχεται λοιπόν φιλανθρωπίας ἐν ἑαυτῷ περιφέρειν μελέτην». Τώρα ὁ Ἠλίας εὐλογεῖ τήν τροφή τῆς γυναίκας νά μή λείψει ἀπό τό σπίτι της καί τώρα γιά πρώτη φορά μιλάει γιά λύση τῆς τιμωρίας καί ὅτι ὁ Θεός θά στείλει βροχή στήν γῆ.

 Εἶπε, λοιπόν, στήν ἀπελπισμένη χήρα γυναίκα: «Τό πιθάρι μέ τό ἀλεύρι δέν θ᾽ ἀδειάσει καί τό λάδι στό δοχεῖο δέν θά λιγοστέψει, μέχρι τήν ἡμέρα πού ὁ Κύριος θά στείλει βροχή στήν γῆ» (Γ´ Βασ. 17,14).


Ἄς παρατηρήσουμε ὅμως μαζί μέ τόν Χρυσόστομο, ὅτι ἀκοῦμε μέν τόν προφήτη Ἠλία νά λέει στήν χήρα ὅτι θά ἔρθει κάποτε βροχή στή γῆ, δέν τόν ἀκοῦμε ὅμως νά προσεύχεται γι᾽ αὐτό, ὥστε νά σταματήσει γρήγορα ἡ ἀνομβρία.

Γι᾽ αὐτό ὁ Θεός βοηθεῖ τόν προφήτη του νά προοδεύσει στήν φιλανθρωπία, πού τώρα ἄρχισε νά τοῦ ἐμφανίζεται, καί κάνει νά πεθάνει τό παιδί τῆς χήρας! Αὐτό πόνεσε πολύ τήν χήρα, ἡ ὁποία καί πα- ραπονέθηκε στόν προφήτη.

Ὁ Ἠλίας τῆς ἔδωσε τήν εὐλογία στό σπίτι της νά μή λείψει ἡ τροφή ἀπ᾽ αὐτό, ἀλλά γιά τήν χήρα –ὅπως τήν παρουσιάζει νά λέει ὁ Χρυσόστομος – θά ἦταν καλύτερα νά πέθαινε μέ τό παιδί της ἀπό τήν πείνα, ὅπως τό εἶπε ἀπό τήν ἀρχή στόν προφήτη, παρά νά ζεῖ τώρα αὐτή καί νά βλέπει νεκρό τό παιδί της.

Καί ὁ προφήτης τοῦ Θεοῦ ὄχι ἁπλῶς λυπόταν, ἀλλά καί ντρεπόταν γιά τό θέαμα, ὅπως τό ὑποθέτει ὁ Χρυσόστομος. Θά σκεπτόταν: «Προτοῦ νά ἔρθω καί νά φιλοξενηθῶ ἀπό τήν γυναίκα, αὐτή ἦταν εὔτεκνος. Τώρα μέ τήν φιλοξενία μου τῆς πέθανε τό ἀγαπητό της παιδί καί αὐτή ὀδύρεται. Αὐτόν τόν μισθό ἔδωσα στήν γυναίκα γιά τήν καλή της φιλοξενία;» Σκεπτόμενος, λοιπόν, τό συμβάν καί ντρεπόμενος γι᾽ αὐτό ἄρχισε νά ἐννοεῖ ὅτι τό συμβάν δέν εἶναι φυσικό, ἀλλά προέρχεται ἀπό τόν Θεό καί ὅτι κάτι θέλει νά τοῦ πεῖ ὁ Θεός μέ αὐτό.

Ἀλλά κατάλαβε ὁ Ἠλίας τήν τέχνη καί τόν σκοπό τοῦ Θεοῦ: Ἤθελε νά τόν κάνει σπλαγχνικό πρός τόν Ἰσραήλ. Ἄς μεταφράσω τήν σχετική περικοπή ἀπό τήν ὁμιλία τοῦ Χρυσοστόμου. Ὁ ἱερός πατήρ παριστάνει τόν Ἠλία νά λέγει: «Δέν εἶναι τό συμβάν φυσικός θάνατος· εἶναι, Θεέ, ἀπό τήν δική σου τέχνη καί κατ᾽ ἀνάγκην μέ κάνεις φιλάνθρωπο.

 Ὥστε, ὅταν σοῦ πῶ, “Ἐλέησε Κύριε τό νεκρό παιδί τῆς χήρας”, θά μοῦ πεῖς καί σύ – “Ἐλέησε τό παιδί μου τόν Ἰσραήλ”. Μέ ὠθεῖς γιά φιλανθρωπία, Θεέ. Καταλαβαίνω τά τεχνάσματά σου Κύριε, γιατί ὅταν θά σοῦ πῶ ἐγώ, “Σῶσε τόπαιδί τῆς χήρας τό νεκρό”, θά μοῦ πεῖς: “Οἰκτείρησε καί σύ τόν Ἰσραήλ τόν νεκρό ἀπό τήν πείνα.

Μοῦ ζητᾶς χάρη, ἀλλά κάνε καί σύ χάρη. Λύσε τήν ἀπόφαση τοῦ λιμοῦ καί λύνω καί ἐγώ τόν θάνατο τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας”».  Τότε, λοιπόν, ὅταν εἶδε ὁ Θεός ὅτι ὁ Ἠλίας ἔγινε φιλανθρωπότερος, τότε τόν στέλνει στόν Ἀχαάβ νά τοῦ ἀναγγείλει ὅτι θά λυθεῖ ἡ τιμωρία: «Πορεύθητι – τοῦ εἶπε – καί ὄφθητι τῷ Ἀχαάβ καί δώσω ὑετόν ἐπί πρόσωπον τῆς γῆς» (Γ´ Βασ. 18,1).


 Ἄς παρατηρήσουμε ὅμως ὅτι ὁ Θεός ἔδωσε στόν προφήτη νά πεῖ αὐτά τά λόγια φιλανθρωπίας γιά τήν λύση τοῦ λιμοῦ, ὅταν καί ὁ ἴδιος ὁ προφήτης ἔγινε φιλανθρωπότερος. Καί ἄς παρατηρήσουμε ἀκόμη ὅτι δέν ἔλυσε ὁ Θεός μόνος του τόν λιμό χωρίς πρῶτα νά τό ἀναγγείλει ὁ προφήτης του, ὁ ὁποῖος καί προανήγγειλε τήν ἔναρξη τοῦ λιμοῦ.

 Τρέχει, λοιπόν, τώρα ὁ προφήτης Ἠλίας σέ ὅλη τήν χώρα καί κηρύττει τήν λύση τῆς τιμωρίας, ὅτι θά ἔρθει βροχή στήν γῆ. Ἀλλά ἐκεῖ πού πήγαινε νά κηρύξει αὐτό τό χαρμόσυνο μήνυμα, ἔβλεπε πάλι ἀσέβειες καί παραβάσεις τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καί σκεπτόταν νέα τιμωρία κατά τοῦ λαοῦ. «Πάλιν τήν αὐτῶν ἀσέβειαν θεασάμενος, ἐμελέτα τινά τιμωρίαν κατ᾽ αὐτῶν ἀπόφασιν λυπηράν». Βλέποντας, λοιπόν ὁ Θεός τόν Ἠλία, λέει ὁ Χρυσόστομος, ὅτι δέν εἶναι συμπαθητικός στά ἁμαρτήματα τῶν ἀνθρώπων, τόν χωρίζει ἀπ᾽ αὐτούς, δέν τόν ἀφήνει νά κατοικήσει μαζί τους!


 Σάν νά τοῦ λέει, ὅπως τό φαντάζεται ὁ Χρυσόστομος: «Ἐγώ, ὦ Ἠλία, γνωρίζω τόν ζῆλο σου καί ἀναγνωρίζω τήν πολιτεία σου. Ὅμως, εὐσπλαγχνίζομαι τούς ἁμαρτωλούς ὅταν τιμωροῦνται πολύ. Ἀλλά ἐσύ ἐκδικεῖσαι πολύ τήν ἀσέβεια, οἱ ἄνθρωποι ὅμως συνεχῶς ἁμαρτάνουν. Σᾶς χωρίζω ἀπό τό νά συγκατοικεῖτε. Ἐσύ, ἀφοῦ δέν μπορεῖς νά ὑπομένεις τούς ἁμαρτωλούς, πήγαινε μέχρι τόν οὐρανό. Στήν γῆ θά κατέβω Ἐγώ. Ἄν ἐσύ, Ἠλία, μείνεις γιά πολύ στήν γῆ θά χαθεῖ τό ἀνθρώπινο γένος, γιατί συνεχῶς θά τούς τιμωρεῖς. Τί θά γίνει, λοιπόν; Πήγαινε, Ἠλία, μέχρι στόν οὐρανό. Δέν μπορεῖ ἡ φωτιά νά εἶναι μαζί μέ τά καλάμια! Σοῦ δίνω τήν χαρά νά συγκατοικεῖς μέ ἀναμάρτητους· μεῖνε μαζί μέ τούς χορούς τῶν ἀγγέλων. Πήγαινε, λοιπόν, πρός τόν οὐρανό. Μέ τούς ἁμαρτωλούς θά κατοικήσω ἐγώ. Ἐγώ, πού θέλω νά φέρω στόν ὦμο μου τό πλανεμένο πρόβατο. Ἐγώ πού θά πῶ σέ ὅλους τούς ἁμαρτωλούς: “Ἐλᾶτε σέ μένα ὅλοι οἱ βεβαρυμένοι”· δέν θά σᾶς κολάσω, ἀλλά “θά σᾶς ἀναπαύσω”».


 Tά ἴδια περίπου γιά τόν προφήτη Ἠλία λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος καί σέ μία του ἄλλη ὁμιλία ἀφιερωμένη σ᾽ αὐτόν (MPG 50,725-736). Λέγει δηλαδή ὅτι ὁ Θεός εἶναι φιλάνθρωπος καί ὄχι ἀπάνθρωπος καί ἤθελε ἔτσι νά κάνει καί τόν προφήτη του Ἠλία. Γι᾽ αὐτό ὁ Θεός, λέγει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος, ἔδωσε τό «δεσμεῖν» καί «λύειν» στόν ἄνθρωπο ἱερέα καί ὄχι σέ ἄγγελο, διότι ὁ ἱερεύς, σάν ἄνθρωπος μέ σάρκα, θά κατανοεῖ τόν πειρασμό καί τό ἁμάρτημα τοῦ ἐξομολογουμένου πιστοῦ, ἐνῶ ὁ ἄγγελος θά τοῦ ἀπέκοπτε τήν κεφαλήν! «Εἰ γάρ ἦν ἄγγελος ἱερεύς καί ἔλαβε τινά πορνεύσαντα, εὐθύς ἀνῄρει αὐτόν, αὐτός τῷ πάθει τοῦτο οὐ συμπεπλεγμένος. Διά τοῦτο, εἰ ἔλαβε ἄγγελος τήν ἐξουσίαν τοῦ ἱερατεύειν, οὐκ ἐδίδασκεν, ἀλλ᾽ εὐθέως ἀνῄρει διά τό ἐκεῖνον μή εἶναι τοιοῦτον, εἰς ὀργήν αὐτόν ἔφερε κατά τοῦ τοιούτου. Ἀλλά διά τοῦτο ἄνθρωπος ἐπιστεύθη, εἰδώς τά πλημμελήματα ἑαυτοῦ καί ἐκ πείρας ἔχων, ἵνα συγγινώσκῃ τοῖς ἁμαρτάνουσι, καί μή κινῆται διά τῆς ὀργῆς καί μή κενῶται διά τῆς ὀργῆς ἡ Ἐκκλησία» (MPG 50,728)!


 Καί γι᾽ αὐτό μάλιστα, λέγει ὁ Χρυσόστομος, ὁ Χριστός ἐπέτρεψε ὁ Πέτρος, στόν ὁποῖο ἔδωσε τό «δεσμεῖν» καί «λύειν», νά ἁμαρτήσει μέ τήν ἄρνησή του, φοβηθείς μία ὑπηρέτρια, γιά νά εἶναι ὁ ἴδιος ἐπιεικής στούς χριστιανούς.

 Καί γι᾽ αὐτό ἀκριβῶς, συνεχίζει λέγοντας ὁ ἅγιος Χρυσόστομος, ἐπέτρεψε ὁ Θεός καί ὁ Ἠλίας, πρίν ἀπό τόν Πέτρο, νά πέσει στό ἴδιο ἁμάρτημα μέ αὐτόν, στό ἁμάρτημα τῆς δειλίας σέ μία γυναίκα, γιά νά γίνει καί φιλάνθρωπος ὁ ζηλωτής προφήτης του.


 Πραγματικά, ὁ Ἠλίας ἐφοβήθη τήν Ἰεζάβελ καί γι᾽ αὐτό ἔφυγε πολύ μακράν τοῦ Ἰσραήλ, στά Σαρεφθά τῆς Σιδωνίας. Καί λέγει ὡραῖα ὁ Χρυσόστομος: «Αἱ δύο ἀκροπόλεις (Ἠλίας καί Πέτρος) ὑπό γυναικός ἠλέγχθησαν· Πέτρος κόρην ἐφοβήθη καί Ἠλίας τήν Ἰεζάβελ· τοῖς αὐτοῖς περιέπεσον ἁμαρτήμασι...

Νῦν δέ ἐδείχθη Ἠλίας καί αὐτός ἁμαρτίᾳ ὑπεπτωκώς, τοῦ Θεοῦ συγχωρήσαντος καί ἐπινοοῦντος, ἵνα ἐξ ὧν αὐτός φιλανθρωπίας ἔτυχε, καί αὐτός ᾖ πρός τούς ἄλλους μή ἀπάνθρωπος» (MPG 50,734)!


Συγγνώμη διά τήν ἀργοπορία μου καί Σᾶς εὐχαριστῶ πού μέ ἀκούσατε.





Ὁμιλία εἰς τό Συνεδριακόν Κέντρον

τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ καί Πολιτιστικοῦ Ἱδρύματος

τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης

«ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ»

τήν 7ην Ἰουνίου 2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου