Σήμερον ἡμέρα χαρᾶς! Ἡ Κυριακὴ τῆς ἀγάπης! Βεβαίως καθὲ ἡμέρα διὰ τὸν πιστὸν εἶναι ἡμέρα ἀγάπης. Ἀναθέματι ὀνομάζομεν τὴν σημερινὴν Κυριακὴν «Κυριακὴν τῆς μελλούσης κρίσεως». Ἐπρεπε νὰ ὀνομάζεται «Κυριακὴ τῆς παρούσης κρίσεως». Ἀναθέματι ἀντιλαμβανόμεθα ὅτι ἡ κρίσις εἶναι ἕνα γεγονὸς τοῦ μέλλοντος. Ἡ κρίσις εἶναι μία διαδικασία τοῦ παρόντος. Ὁ Κύριος κάθεται ἐπὶ τοῦ θρόνου τῆς δόξης. Συγκεντρώνει ἐμπροστά Του ὅλην τὴν ἀνθρωπότητα. Διαχωρίζει τοὺς ἀνθρώπους ἀναλόγως μὲ τὸ πῶς ἀγαποῦν. Ἡ ἀγάπη γίνεται τὸ μέτρον τῆς κρίσεως τοῦ Θεοῦ. Ἄρα ἡ κρίσις γίνεται ἤδη ἀπὸ τώρα, ἀπὸ τὰ ὅσα ἀγαπῶμεν τοὺς ἄλλους ἢ ἀπαρνοῦμεθα γι’ αὐτούς. Ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι ἕνα γεγονὸς ἠθικὸ οὔτε συναισθηματικό. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ εὕρεσις τοῦ Θεοῦ. Ὅποιος ἀγαπᾷ τὸν ἄνθρωπον, ἀγαπᾷ τὸν Θεόν του. Μέσα ἀπὸ τὸ πρόσωπον τοῦ πλησίον βρίσκεται τὸ πρόσωπον τοῦ Θεοῦ.
Οἱ ἄνθρωποι, παραστάντες ἐμπροστὰ ἐπὶ τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ, ρωτοῦν τὸν Κύριον: «Πότε σε εἴδομεν;» Αὐτὸ τὸ ἐρώτημα, ὅμως, πρέπει νὰ τὸ κάνωμεν εἰς τὸν ἑαυτόν μας καθημερινά, πρὶν ἔλθῃ τὸ κοινὸν τέλος τῶν πάντων. Νὰ ἀναλογιζώμεθα πότε εἴδομεν τὸν Θεὸν γιὰ τελευταίαν φοράν. Ἀναζητοῦμεν τὸν Θεὸν εἰς τὰς προσευχάς, εἰς τὰ μυστήρια, εἰς τὴν μελέτην. Αἰσθανόμεθα τὸν Θεὸν εἰς τὴν ἡσυχίαν, εἰς τὴν ὁμονοίαν, εἰς τὴν ὀμορφίαν ποὺ μᾶς περιβάλλει. Πότε, ὅμως, βλέπομεν τὸν Θεὸν καθαρά; Εἶναι ἄλλο νὰ αἰσθανώμεθα τὴν παρουσίαν Του καὶ ἄλλο νὰ βλέπωμεν τὸ πρόσωπόν Του. Ἐὰν δὲν βλέπωμεν τὸ πρόσωπον τοῦ Θεοῦ, πῶς μποροῦμε νὰ κοινωνήσωμε μαζί Του; Ἀκόμη καὶ ἡ συμμετοχὴ εἰς τὰ μυστήρια εἶναι ἄσκοπος, ἐὰν ἐμπροστὰ εἰς τὴν κάθοδον τοῦ Θεοῦ ἡμεῖς ἔχωμεν τοσοῦτον κλείσει τὰ μάτια τῆς ψυχῆς, ὥστε, ἐνῷ προσπαθοῦμεν νὰ λάβωμεν τὴν χάριν Του, δὲν βλέπομεν καθαρὰ τὸ πρόσωπόν Του. «Ὀψόμεθα τὸν Θεὸν καθὼς ἐστι» μᾶς λέγει ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος. Τὸ πρόσωπον τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτεται χωρίς, ἀλλὰ πότε; Εἰς τὸ μέλλον; Ἢ τώρα; Θὰ τὸ ἴδωμεν ἢ τὸ βλέπομεν ἤδη; Τὸ πρόσωπον τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτεται καθημερινῶς εἰς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Ἐμεῖς εἴμεθα ἀπαραίτητον νὰ προβληματισθῶμεν πόσον ἀντιλαμβανόμεθα καὶ εἰσπράττομεν αὐτὴν τὴν ἀποκάλυψιν.
«Πότε σε εἴδομεν» ρωτοῦν τὸν Θεόν. Ἐκεῖνος ἀπαντᾷ ὅτι τὸν εἶδαν, ἀλλὰ δὲν τὸν κατελάβαμεν. Τὸν εἴδομεν τὸν Θεὸν εἰς τὴν καθημερινότητά μας. Ὁ Θεὸς φανερώνεται εἰς τὰ νοσοκομεῖα, εἰς τὰς φυλακάς, εἰς τὰ ἰδρύματα τῆς τροφῆς, εἰς τὰ τεσσαρακοστὰ τῆς σχολῆς, εἰς τοὺς ἀρρώστους. Ὁ Θεὸς φανερώνεται εἰς τὰ πρόσωπα τῶν «ἐλαχίστων», ποὺ δὲν εἶναι ἄλλοι ἀλλὰ ἀδέλφια μας. Τὸ πλέον σημαντικὸν εἶναι ὅτι ὅλοι οὗτοι οἱ περιφρονημένοι καὶ ἀπαξιωμένοι δὲν εἶναι μόνον ἀδέλφια μας, εἶναι καὶ ἀδέλφια τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖνος, ποὺ τοὺς ὠνόμασε ἀδελφούς Του, ταυτίζεται μαζί των. Ἡ ταύτισις τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸν πτωχὸν ἄνθρωπον δὲν εἶναι συμβολική. Εἶναι πραγματική. Τὸ πρόσωπον τοῦ γέροντος ποὺ εἶναι μόνος, τοῦ ἀστέγου ποὺ πονεῖ, τοῦ πτωχοῦ ποὺ λιμοκτονεῖ, τοῦ πεινασμένου ποὺ ἐνδεὴς τροφῆς, τοῦ διψῶντος ποὺ διψᾷ, τοῦ γυμνοῦ ποὺ ταπεινώθηκε, δὲν εἶναι τὸ πρόσωπον μόνον ἑνὸς ἀνθρώπου. Εἶναι τὸ πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς νοσηλεύεται εἰς τὸ πρόσωπον κάθε ἀνθρώπου ποὺ χρειάζεται βοήθεια. Ὁ πόνος καὶ τὸ μαρτύριον τοῦ περιφρονημένου ἀνθρώπου τὸν ταυτίζει μὲ τὸν πονεμένον καὶ μαστιγωμένον Χριστόν. Ἡ συντροφιὰ καὶ ἡ βοήθεια πρὸς κάθε δυστυχισμένον εἶναι κοινωνία μὲ τὸν Ἰησοῦν. Ἐὰν δὲν βλέπομεν ἀπὸ τώρα εἰς τὸ πρόσωπον τῶν «ἐλαχίστων», τότε δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ ἴδωμεν Ἐκεῖνον ποὺ μᾶς φανερώνεται τόσον καθαρὰ διὰ τῶν συνανθρώπων μας.
Καθὲ φορὰ ποὺ κινούμεθα πρὸς τὸν Χριστὸν, νὰ ἀναλογιζώμεθα «πότε σε εἴδομεν». Τὸν εἴδομεν καθημερινὰ γύρω μας ἀπείρους φοράς. Νὰ φοβώμεθα μήπως τὸν εἴδομεν καὶ τὸν προσπεράσαμεν. Νὰ φοβώμεθα μήπως τὸν εἴδομεν, ἀλλὰ δὲν ἠσχολήθημεν μαζί Του, διότι δὲν τὸν ἀπολογήσαμεν ὡς σημαντικὸν καὶ αἰσθητὸν πρόσωπον. Νὰ προβληματιζώμεθα μήπως τὸν εἴδομεν ἀλλὰ τὸν περιφρονήσαμεν, διότι ἐγίνετο ἐνοχλητικός. Ὁ πραγματικὸς ἔχθρος τῆς ἀγάπης δὲν εἶναι τὸ μῖσος. Ὁ ἀσυγκίνητος ἔχθρος τῆς ἀγάπης εἶναι ἡ ἀδιαφορία. Ἡ ἀδιαφορία πρὸς τοὺς πλησίον μας εἶναι πραγματικὴ κόλασις. Αὐτὴν τὴν κόλασιν τῆς ἀδιαφορίας τὴν βιώνομεν ἀπὸ τώρα εἰς τὴν ἀπομόνωσιν καὶ μοναξιά. Αὐτὴν τὴν ὀδύνην θὰ νιώσωμεν εἰς τὴν ἀπομόνωσιν πάντα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ μετὰ ἀπὸ τὸν Θεόν. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἴδωμεν τὸ πρόσωπον τοῦ Θεοῦ, δὲν πρέπει νὰ ἀδιαφορῶμεν διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν πλησίον μας. Ἐὰν συντρέχωμεν τοὺς ἐλαχίστους ἀδελφούς μας, θὰ ἔχωμεν κάνει ἀδελφὸν μας τὸν Χριστόν. Τότε τὸ πρόσωπόν Του θὰ φωτίσει τὰ σκοτεινά μας καὶ θὰ μᾶς χαρίσει τὸν Παράδεισον εἰς ἐμπειρίαν ἀπὸ τώρα καὶ εἰς τὴν πραγματικότητα τοὺς αἰῶνας.
Αμήν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου