Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

Ψυχή μου,ψυχή μου


 

Γέροντα, όλο υπομονή και υπομονή μου λέτε...

 - Γέροντα, όλο υπομονή και υπομονή...δεν μπορώ άλλο, όλο υπομονή μου λέτε να κάνω. Μού'ρχεται να τα βροντήσω όλα κάτω και να βγάλω μια κραυγή.. μια κραυγή.. να ακουστώ παντού.

Και ακούς τον γλυκύτατο Άγιο Γέροντα Κύριλλο, όλο αγάπη , με συμπάσχουσα καρδιά και το χαρακτηριστικό του μειδίαμα, χαμηλόφωνα να σου λέει :

- Φώναξε.. ,αλλά τί θα κερδίσεις;Αφού πάλι, υπομονή θα χρειαστεί να κάνεις μετά.


 Και με το τρόπο που σου λέει τα λίγα αυτά λόγια, νοιώθεις ότι σου κάνει μετάγγιση αγάπης,ηρεμίας και ελπίδας ότι η υπομονή θα αποδώσει,ότι κάτι θα κάνει ο Θεός.. και γαληνεύει ο νους, ηρεμεί και γλυκαίνεται η καρδιά σου και λές:

- Ναί, Γέροντά μου, θα κάνω υπομονή.

(Προσωπική μαρτυρία )

ΠΗΓΗ 


Ο Άγιος Γέροντας Κύριλλος Ηγούμενος Ι.Μ.Οσίου Δαυίδ, γνήσιος υποτακτικός και άξιος διάδοχος του Αγίου Ιακώβου, εκοιμήθη,εν Κυρίω, την 30ή Μαρτίου 2012, ημέρα Παρασκευή του Ακαθίστου Ύμνου.

Το επίσημο ετήσιο μνημόσυνό του καθιερώθηκε να τελείται το Σάββατο του Ακαθίστου εκάστου έτους, που φέτος είναι την 28η Μαρτίου 2026.Ας έχουμε την αγία του ευχή.

Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης: Αν θέλεις να είσαι μαθητής του Χριστού, θ’ ανέβεις κι εσύ απάνω στον Σταυρό...

 Έξω αυτή η Γερόντισσα, να πούμε, δεν αναφέρω τ’ όνομα της. Καρκίνο, εγχειρήσεις, τούτο, εκείνο, αυτό, κι όμως προσευχομένη είδε την Παναγία στον θρόνο της.

«Περάστε οι όσιοι», λέει. Όλοι οι όσιοι πέρασαν μπροστά σαν παρέλαση, στην Παναγία. «Περάστε οι μεγαλομάρτυρες». Αυτή καθότανε εκεί, Γερόντισσα ήταν, Ηγουμένη.


Και στο τέλος πήγε, έβαλε μετάνοια φίλησε το χέρι της Παναγίας, ήταν ένα βελούδο!


Και η Παναγία της είπε: «Υπομονή, υπομονή, υπομονή», και ξύπνησε, να πούμε.


Δηλαδή αν θέλεις να είσαι μαθήτρια και μαθητής του Χριστού, θ’ ανέβεις κι εσύ απάνω στον Σταυρό. 

Άγιος Ευτύχιος ο Μάρτυρας ο υποδιάκονος

 Ο Άγιος Μάρτυς Ευτύχιος ήταν υποδιάκονος στην Εκκλησία των Αλεξανδρέων και υπέρμαχος των δογμάτων της Α' εν Νικαία Οικουμενικής Συνόδου. Ετιμάτο πολύ υπό του Μεγάλου Αθανασίου και μαρτύρησε από τους αιρετικούς Αρειανούς και τον αιρετικό Επίσκοπο Γεώγιο το έτος 356 μ.Χ.


Άγιοι Θεόδωρος ο Ιερομάρτυρας, Ειρηναίος ο Διάκονος, Σεραπίων και Αμμώνιος οι αναγνώστες

 Ο Άγιος Ιερομάρτυς Θεόδωρος μαρτύρησε το έτος 304 μ.Χ. στην Πεντάπολη της Λιβύης μετά του Διακόνου του Ειρηναίου και των αναγνωστών Σεραπίωνος και Αμμωνίου.

Άγιοι Μοντανός ο Ιερομάρτυρας και Μαξίμη η σύζυγός του

 Οι Άγιοι Μάρτυρες Μοντανός και Μαξίμη, μαρτύρησαν το έτος 304 μ.Χ. επί αυτοκράτορα Διοκλητιανού.


Όταν άρχισε ο διωγμός κατά των Χριστιανών, ο πρεσβύτερος Μοντανός αναχώρησε από το Σιντζινδούνο με προορισμό το Σίρμιον. Εκεί τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν ενώπιον του ηγεμόνα της Κάτω Παννονίας Πρόβου. Εκείνος τότε έδωσε εντολή να θυσιάσει ο Άγιος Μοντανός στα είδωλα. Ο ιερεύς, όμως, του Θεού του Υψίστου, του είπε: «Κάνε ότι θέλεις και θα δεις τι υπομονή θα μου χαρίσει ο Κύριος και Θεός μου». Βλέποντας ο ηγεμόνας την σταθερότητα του Μοντανού και της Μαξίμης έδωσε εντολή να ριχθούν στον ποταμό Σαύο. Οι δήμιοι έδεσαν στον λαιμό και των δύο Αγίων από μία πέτρα και ετοιμάζονταν να τους ρίξουν μέσα στο νερό. Τότε ο ιερεύς Μοντανός ζήτησε να του επιτρέψουν να προσευχηθεί για λίγο στον Θεό. Ύψωσε τα χέρια του στον ουρανό και ζήτησε από τον Κύριο και Θεό του να δεχθεί τις ψυχές τους και να προστατεύει τον λαό Του.


Έτσι μαρτύρησαν οι μακάριοι δούλοι του Θεού Μοντανός και Μαξίμη. Τα ιερά λείψανά τους τα παρέλαβαν οι Χριστιανοί από τις όχθες του ποταμού και τα ενταφίασαν με τιμή και ευλάβεια.

Άγιος Γεώργιος από τη Σόφια της Βουλγαρίας

 Ο Άγιος Γεώργιος καταγόταν από τη Σόφια της Βουλγαρίας και κάποτε ευρέθη στην Αδριανούπολη της Θράκης. Εκεί επισκέφθηκε κάποιο τούρκο τοξοποιό για να διορθώσει το τόξο του. Όταν κάποια στιγμή ο τούρκος εξύβρισε το Χριστό, ο Γεώργιος αντέδρασε και ομολόγησε τη πίστη του. Τότε οι παριστάμενοι τούρκοι τον συνέλαβαν και αφού τον έδειραν αλύπητα, τον οδήγησαν στον ηγεμόνα. Και εκεί ο Γεώργιος ομολόγησε με θάρρος ότι πιστεύει στο Χριστό. Ακολούθησε μία σειρά φρικτών βασανιστηρίων και απομόνωσης. Τελικά τη Μεγάλη Τρίτη στις 26 Μαρτίου 1437 μ.Χ., τον έκαψαν ζωντανό σε ηλικία 30 ετών.

Όσιος Βασίλειος ο Νέος

 Ο Όσιος Βασίλειος ήταν αδελφός του Οσίου Παύλου του «ἐν τῷ Λάτρῳ» (τιμάται 15 Δεκεμβρίου) και ασκήτεψε στο όρος Λάτρος. Κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 944 ή 952 μ.Χ.


Όσιος Στέφανος ο Ομολογητής, ηγούμενος Τριγλίας

 Ο Όσιος Στέφανος, έζησε στο χρόνια του αυτοκράτορα Λέοντος του Αρμενίου (813 - 820 μ.Χ.). Από νεαρή ηλικία αφιερώθηκε με ζέση στην ασκητική ζωή και πολύ γρήγορα διακρίθηκε μεταξύ των αδελφών για την εγκράτειά του, το ήθος του και το υψηλό ασκητικό του φρόνημα. Αργότερα δε, ως ηγούμενος της Μονής Τριγλίας διακρίθηκε όχι μόνο για τα διοικητικά του χαρίσματα και τη δίκαιη συμπεριφορά έναντι των αδελφών του, αλλά και την προσήλωσή του στο μοναχικά ιδεώδη και την πνευματική πρόοδο της Μονής.


Όταν ο αυτοκράτορας Λέων ο Ε', εξέδωσε νέες διαταγές κατά των Αγίων εικόνων αλλά και όσων τις προσκυνούν, ο ηγούμενος Στέφανος εγκατέλειψε το μοναστήρι του και κατέβηκε στη πόλη για να στηρίζει στη πίστη τους διωκόμενους και να ενισχύσει την αντίστασή τους. Γι' αυτές τις ενέργειες συνελήφθη και υπέστη φυλακίσεις και εξορίες. Ευρισκόμενος στη εξορία άφησε και την τελευταία του πνοή αγωνιζόμενος για τα δίκαια της Εκκλησίας.

Άγιοι Είκοσι Έξι Μάρτυρες οι εν Γοτθία μαρτυρήσαντες

 Οι Άγιοι αυτοί Μάρτυρες έζησαν κατά τους χρόνους του βασιλέως των Γότθων Ιουγγουρίχου και του αυτοκράτορα Γρατιανού (375 - 383 μ.Χ.). Ενώ ευρίσκονταν όλοι στην Εκκλησία και έψαλλαν, συνελήφθησαν από τον βασιλέα των Γότθων και ρίχθηκαν ζωντανοί στην πυρά. Τότε συνέβη και το εξής: Κάποιος άνθρωπος Χριστιανός, που έφερνε την προσφορά του στην Εκκλησία, συνελήφθη και αυτός και ρίχθηκε στην φωτιά, αφού πρώτα ομολόγησε τον Χριστό, προσφέροντας έτσι τον ίδιο του τον εαυτό στον Χριστό, αντί άλλης προσφοράς. Τα λείψανα των Μαρτύρων περισυνέλεξε η συμβία άλλου άρχοντα του έθνους των Γότθων, που ήταν Χριστιανή, μαζί με πρεσβυτέρους και λαϊκούς. Και αφού εγκατέλειψε την εξουσία στον υιό της, περιδιαβαίνοντας από τόπο σε τόπο, ήλθε μέχρι την γη των Ρωμαίων μαζί με την θυγατέρα της. στην συνέχεια αναχώρησε για την χώρα της, αφού κληροδότησε στην θυγατέρα της τα ιερά λείψανα. Αυτή, φεύγοντας για την Κύζικο, έδωσε ένα μέρος από τα λείψανα αυτά στην πόλη και ύστερα από λίγο τελειώθηκε ο βίος της.


Οι Άγιοι αυτοί είναι: οι δύο Πρεσβύτεροι, Βαθούσης (ή Ααθούσης) και Ουίρκας (ή Ούηρικας) με τους δύο γιους του και τις τρεις θυγατέρες του και Αρπύλας ο μοναχός, οι λαϊκοί, Αβήπας, Αγνάς (ή Αγγιάς), Ρύαξ (ή Ρυΐας), Ηγάθραξ, Ησκόος (ή Ησκόης), Σύλλας, Σίγητζας (ή Σίδητζας), Σουηρίλλας, Σεΐμβλας, Θέρμας (ή Θέρθας). Φίλγας και από τις γυναίκες οι Άννα, Αλλάς, Βάρις (ή Βάρκα), Μωικώ, Μαμύκα, Ουιρκώ (ή Ουηκώ) και Ανιμάις.


Το μαρτύριό τους συνέβη μεταξύ των ετών 375 - 383 μ.Χ.

Άγιοι Κοδράτος, Θεοδόσιος, Μανουήλ και άλλοι Τεσσαράκοντα μάρτυρες από την Ανατολή

 Έζησαν όλοι στα χρόνια των διωγμών της Εκκλησίας, από τους ειδωλολάτρες αυτοκράτορες. Αφού τους συνέλαβαν, τους πίεζαν ν' αρνηθούν τον Χριστό. Αλλά αυτοί επανέλαβαν πολλές φορές την ομολογία τους και δήλωσαν, ότι ποτέ δεν θα λιποτακτούσαν από τη σημαία του Ευαγγελίου. Απελπισμένος ο δικαστής, διέταξε να διανοίξουν τις πλευρές τους. Όταν και αυτό το βασανιστήριο στάθηκε ανίσχυρο να μεταβάλει την αφοσίωση τους στον Χριστό, διέταξε τον αποκεφαλισμό τους.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός

 


Σύναξη του Αρχαγγέλου Γαβριήλ

Το όνομα Γαβριήλ σημαίνει «άνθρωπος του Θεού». Στην Αγία Γραφή, τον Αρχάγγελο Γαβριήλ τον συναντάμε μία φορά στην Παλαιά Διαθήκη και δύο φορές στην Καινή.


Στην Παλαιά Διαθήκη, μας τον παρουσιάζει ο Δανιήλ σε μια όραση του (Η' 16-17), όταν ζητάει απ' αυτόν την εξήγηση της. Εκεί παρουσιάζεται μπροστά του κάποιος άνθρωπος, που είναι ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, και του εξηγεί ότι το κριάρι με τα δύο κέρατα σήμαινε τους βασιλείς της Μηδίας και της Περσίας, ο δε τριχωτός τράγος, το βασιλιά της Ελλάδας.


Στην Καινή Διαθήκη, ο αρχάγγελος Γαβριήλ στέλνεται στο Ζαχαρία (Λουκ. Α' 11 - 19) και του αναγγέλλει ότι η γυναίκα του Ελισάβετ θα συλλάβει και θα γεννήσει τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, επίσης, είναι αυτός που ευαγγελίζεται στην Παρθένο Μαρία την άσπορη σύλληψη και γέννηση του Σωτήρα Χριστού .



Ἀπολυτίκιον

Ἦχος δ’.

Τῶν οὐρανίων στρατιῶν Ἀρχιστράτηγε, δυσωποῦμέν σε ἀεί ἡμεῖς οἱ ἀνάξιοι, ἵνα ταῖς σαῖς δεήσεσι τειχίσῃς ἡμᾶς, σκέπῃ τῶν πτερύγων τῆς ἀῢλου σου δόξης, φρουρῶν ἡμᾶς προσπίπτοντας ἐκτενῶς καί βοῶντας· Ἐκ τῶν κινδύνων λύτρωσαι ἡμᾶς, ὡς Ταξιάρχης τῶν ἄνω Δυνάμεων.


Έτερον Ἀπολυτίκιον  

Ἦχος δ’. Ὃ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῳ.

Φερωνυμία καταλλήλω ἐμπρέπων, καθυπουργεῖς ἐν τὴ τοῦ Λόγου σαρκώσει, ὡς στρατηγοὶ τῶν Ἀσωμάτων τάξεων ὅθεν εὐηγγέλισαι, τὴ Παρθένω Μαρία, χαῖρε προσφωνῶν αὐτή, τὸν Θεὸν γὰρ συλλήψη, ὂν ἐκδυσώπει σώζεσθαι ἠμᾶς, τοὺς σὲ ὑμνοῦντας, Γαβριὴλ Ἀρχάγγελε.


Κοντάκιον

Ἦχος δ’.

Ἀρχιστράτηγε Θεοῦ λειτουργέ θείας δόξης, τῶν ἀνθρώπων ὁδηγέ καὶ ἀρχηγέ Ἀσωμάτων, τὸ συμφέρον ἡμῖν πρέσβευε, καὶ τὸ μέγα ἔλεος, ὡς τῶν Ἀσωμάτων Ἀρχιστράτηγος.


Κάθισμα

Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.

Ὁ μέγας Γαβριήλ, Ἀρχηγὸς τῶν Ἀγγέλων, δεικνύμενος ἀεί, σὺν αὐτοῖς ἀνακράζει, τὸ θεῖον μελῴδημα, τῇ Τριάδι γηθόμενος. Τοῦτον ἅπαντες, μεγαλοφώνως ἐν πίστει, ἀνυμνήσωμεν, καὶ καθαρᾷ διανοίᾳ, αἰσίως δοξάσωμεν.


Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

Δοξαστικόν των Αίνων - Ευαγγελισμός


 

Στιχηρά Προσόμοια εις τους Αίνους - Ευαγγελισμός


 

Kανόνα του Ευαγγελισμού


 

Τίποτε ἀδύνατο γιὰ τὸ Θεὸ. Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

 Διπλῆ ἑορτὴ σήμερα, ἀγαπητοί μου, θρησκευτικὴ καὶ ἐθνική. Καὶ καλούμεθα, ὅσοι ἔχουμε μέσα μας αἰσθήματα εὐγενικὰ καὶ μεγάλα, νὰ θυμηθοῦμε δύο ἱστορικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα στοὺς ὑλιστὰς καὶ ἀθέους, ποὺ τὰ μετροῦν ὅλα μὲ τὸν πῆχυ τῆς λογικῆς, φαίνον ται σὰν παραμύθια.

Ἐν τούτοις δὲν εἶνε φανταστικά. Εἶνε πραγματικὰ καὶ ἱστορικὰ γεγονότα. Εὔκολα κανεὶς ἀκούει πράγματα κοσμικά· εὔκολα ἀκούει περὶ γάμων καὶ διαζυγίων, εὔκολα ἀκούει περὶ πολιτικῆς. Εὔκολα ἀκούει ἀκόμα γιὰ τρόπαια πατριωτικά, γιὰ νίκες καὶ θριάμβους τῆς πατρίδος, ποὺ εἶνε μιὰ ἐπέκτασι τοῦ ἐγώ μας.

Ἀλλὰ πόσο δύσκολο εἶνε τ᾿ αὐτιά μας ν᾿ ἀκούσουν πράγματα ὑπερφυσικὰ καὶ ἀόρατα, ποὺ δὲν συλλαμβάνονται μὲ τὶς πέντε αἰσθήσεις, ποὺ θέλουν κάποια προπαίδεια, κάποια προδιάθεσι, κάποια ἀπόφασι ἡρωική, τὴν ὁποία δὲν θέλουμε νὰ πάρουμε!

* * *

 Ἂς δοῦμε τὸ πρῶτο καὶ κορυφαῖο γεγο- νός, τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου. Σήμερα ἦρθε μήνυμα. Οἱ ἄνθρωποι ἔχουν κολλημένα τ᾿ αὐτιά τους στὰ ῥαδιόφωνα γιὰ ν᾿ ἀκούσουν μήνυμα τοῦ ἄλφα ἢ βῆτα προέδρου, τοῦ μεγάλου καὶ ἰσχυροῦ τῆς ἡμέρας.

Ἀλλὰ παραπάνω ἀπ᾿ ὅλα τὰ ἐγκόσμια μηνύματα σήμερα ἀκούγεται μήνυμα, ὄχι ἀπὸ ἕναν ἐπίγειο ῥαδιοσταθμό· ἀκούγεται μήνυμα ἀπὸ ὑψηλά, ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς μὲ τ᾿ ἄστρα, μήνυμα ποὺ προέρχεται ἀπ᾿ αὐτὸν τὸν Θεό, τὸν δημιουργὸ τῶν πνευμάτων καὶ τῆς ὕλης.

Ποιός μεταφέρει τὸ μήνυμα; Ἄγγελος. Μὲ τὴ φαντασία μας βλέπουμε τὸν ἀρχάγγελο Γαβριὴλ νὰ κατεβαίνῃ καὶ νὰ διαγράφῃ φωτεινοὺς κύκλους σ᾿ ἕναν ἀπὸ τοὺς μικρότερους πλανῆτες, ἐκεῖ ποὺ κατοικεῖ ὁ ταλαίπωρος ἄνθρωπος, στὴ Γῆ.

Σ᾿ αὐτὸ τὸν πλανήτη, ποὺ εἶνε ζυμωμένος μὲ δάκρυ καὶ αἷμα. Καὶ πῆγε ὄχι σὲ καμμιὰ μεγάλη πόλι, σὲ σπίτια καὶ παλάτια ἀρχοντικά, ἀλλὰ σ᾿ ἕνα ταπεινὸ σπίτι, ὅπου κατοικοῦσε μία παρθένος, ἡ Παναγία. Σ᾿ αὐτὴν μετέφερε τὸ μήνυμα. Εἶπε, ὅτι ὁ Θεὸς σπλαχνίστηκε τὸν ἄνθρωπο κι ὅτι ἀπὸ αὐτὴν θὰ γεννηθῇ Υἱός, καὶ θὰ τοῦ δώσουν τὸ ὄνομα Ἰησοῦς, καὶ θὰ καθήσῃ σὲ ἔνδοξο θρόνο, καὶ «τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος», δὲν θὰ ὑπάρχῃ τέλος στὴ βασιλεία του.

Ἀπόρησε, ὅπως ἦταν ἑπόμενο, ἡ Παναγία, καὶ ρώτησε· Πῶς εἶνε δυνατὸν νὰ γίνουν αὐτά, ἀπὸ παρθένο νὰ γεννηθῇ υἱός; Καὶ ὁ ἄγγελος ἀπήν τησε· «Οὐκ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ Θεῷ πᾶν ῥῆμα», γιὰ τὸ Θεὸ τίποτε δὲν εἶνε ἀδύνατο (Λουκ. 1,33-37).


Καὶ σήμερα, ἀγαπητοί μου, οἱ κοσμικοὶ καὶ ὑλόφρονες, ἀκούγοντας ὅτι ὁ Χριστὸς γεννήθηκε ἀπὸ παρθένο, κοροϊδεύουν καὶ λένε· Παραμύθια· εἶνε ποτὲ δυνατόν, μία παρθένος νὰ γεννήσῃ παιδί;

Αὐτὰ εἶνε ἀφύσικα πράγματα… Δὲν θέλουν νὰ τὸ πιστέψουν. Τί ἔχουμε ν᾿ ἀπαντήσουμε; Πολλά.

Ἕνα θὰ πῶ. Ρωτᾶνε, πῶς ἡ Παρθένος γέννησε; Ἀλλὰ ρωτοῦμε κ᾿ ἐμεῖς· Ἕνα μόνο «πῶς» ὑπάρχει;

Ἡ φύσις εἶνε γεμάτη μυστήρια· χιλιάδες εἶνε τὰ «πῶς». Τί ἀπαντήσεις δίδονται; Πῶς ὁ ἠλεκτρισμός; πῶς ὁ μαγνητισμός; πῶς ἡ παγκόσμιος ἕλξις; πῶς ἡ πυρηνικὴ ἐνέργεια;…

Καμμία ἀπάντησι δὲν παίρνουμε. Πῶς οἱ ῥίζες τῶν δέντρων παίρνουν τὸ ἴδιο νερὸ κι ἀλλοῦ τὸ κάνουν μῆλο, ἀλλοῦ κεράσι, ἀλλοῦ πορτοκάλι, ἀλλοῦ λεμόνι, ἀλλοῦ ἐλιά, ἀλλοῦ…;

Περιγράφει ἡ ἐπιστήμη, μὰ δὲν ἐξηγεῖ, δὲν εἰσέρχεται στὰ βαθύτερα αἴτια. Χιλιάδες τὰ «πῶς» ἀπὸ τὴν ὑλικὴ δημιουργία. Ἂς μᾶς ἐξηγήσουν λοιπὸν αὐτά, καὶ κατόπιν νὰ ζητήσουν ἐξήγησι γιὰ τὸ πῶς ἡ Παρθένος ἐγέννησε Υἱό.

Ἀλλ᾿ ἀφοῦ θέλουν ἀπάντησι κατὰ μέτωπον, ἀπαντοῦμε. Εἶνε γεγονός, ἐπιστημονικὰ ἀναμφισβήτητο, ὅτι κάποτε δὲν ὑπῆρχε ἄνθρωπος πάνω στὴ γῆ κι ὅτι ὁ πρῶτος ἄνθρωπος δημιουργήθηκε χωρὶς γυναῖκα. Πῶς; Μυστήριο. Ἔ λοιπόν· αὐτὸς ποὺ δημιούργησε τὸν πρῶ το ἄνθρωπο (τὸν Ἀδάμ) χωρὶς γυναῖκα, μποροῦσε καὶ νὰ δημιουργήσῃ ἄνθρωπο (τὸν Ἰησοῦν Χριστόν) χωρὶς ἄντρα.

Τὸ πρῶτο, τὸ ἐκ τοῦ μηδενός, εἶνε δυσκολώτερο. Ἐγὼ ἀπορῶ, πῶς ὑπάρχουν ἄπιστοι. Καὶ μόνο ὁ ἄνθρωπος, φτάνει ν᾽ ἀποδείξῃ ὅτι ὑπάρχει Θεός.

Στὸ κολοσσιαῖο ἐρώτημα, «πῶς δημιουργήθηκε ὁ ἄνθρωπος;», ἡ μὲν ἐπιστήμη σιωπᾷ, ἡ δὲ Γραφὴ λέει, ὅτι τὸν δημιούργησε ὁ Θεός. Ὁ ἄνθρωπος δὲν προέρχεται ἀπὸ τὸ χιμπαντζῆ· εἶνε ἕνα μεγαλειῶδες πλάσμα τοῦ Θεοῦ. Λοιπόν, ὁ Θεὸς ἔκανε τὸν ἄνθρωπο. Πῶς; Πῶς ἦρθε ὁ Ἀδάμ; Χωρὶς γυναῖκα. Καὶ αὐτὸ εἶνε τὸ δυσκολώτερο. Ἀλλὰ «οὐκ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ Θεῷ πᾶν ῥῆμα».

Πιστεύεις στὸ Θεό; Αὐτό εἶνε τὸ κλειδί. Πιστεύεις, ὅτι ὑπάρχει Θεὸς παντοδύναμος, πανάγαθος καὶ δημιουργὸς τοῦ σύμπαντος; Τὸ πιστεύεις αὐτὸ 100%; Διότι ὄχι 50%, οὔτε 60%, οὔτε 99%, ἀλλὰ καὶ ἕνα «ἐὰν» νὰ βάλῃς, δὲν πιστεύεις. Πιστεύεις στὸ Θεὸ 100%, 101%;

Τότε ὅλα τὰ προβλήματα, ποὺ φαίνον ται δύσκολα, ἀπαράδεκτα καὶ δυσπαράδεκτα ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη σκέψι, γίνονται κατανοητὰ καὶ παραδεκτὰ σ᾿ αὐτὸν ποὺ πιστεύει. «Ὅτι οὐκ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ Θεῷ πᾶν ῥῆμα».

* * * 

Θέλετε ἄλλη ἀπόδειξι; Εἶνε ἡ ἐθνική μας ἑορτή. Πῶς αὐτὸ τὸ κράτος σήμερα ἁπλώνεται μέχρι τὸν Ἕβρο, μέχρι τὴν Κέρκυρα καὶ μέχρι τὴν Κρήτη, καὶ εἶνε σεβαστὸ στὰ Βαλκάνια; Πῶς ἀναστήθηκε ἐκ τοῦ μηδενός; Διότι δὲν εἶνε ψέμα· ἦταν χαμένο, νεκρό. Ἔλεγαν οἱ Εὐρωπαῖοι· Ἂν μποροῦν ν᾿ ἀναστηθοῦν οἱ νεκροὶ ἀπὸ τὸν τάφο, θ᾿ ἀναστηθῇ κ᾽ ἡ Ἑλλάδα. Καὶ αὐτὸς ὁ Βύρων, ὅταν ἦρθε ἐδῶ γιὰ πρώτη φορά, εἶπε, ὅτι εἶνε ἀδύνατον ν᾿ ἀναστηθῇ ἡ Ἑλλάδα. Καὶ ὅμως ἀναστήθηκε. Πῶς;

Οἱ ἀείμνηστοι ἐκεῖνοι ἄνδρες, τῶν ὁποίων τὴ μνήμη ἑορτάζουμε, πίστευαν. Οἱ ἀγράμματοι ἐκεῖνοι ἦταν ἄοπλοι, ἀλλὰ εἶχαν ἕνα μεγάλο ὅπλο, ποὺ δὲν τὸ ἔχουμε οἱ σημερινοί· πίστευαν, ὅτι «οὐκ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ Θεῷ πᾶν ῥῆμα»· πίστευαν, ὅτι γιὰ τὸ Θεὸ δὲν ὑπάρχει καν ένα δύσκολο πρᾶγμα.


Ἀναφέρω δύο στιγμιότυπα.- Στὸ Μωριᾶ, στὴν Πελοπόννησο, ξεμπαρκάρησε ὁ Ἰμπραὴμ μὲ 30.000 στρατό. Γέμισε ἡ πεδιάδα, ὁ κάμπος τῶν Καλαμῶν, μυρμηγκιά. Καὶ ἐκπαιδευμένοι, παρακαλῶ, μὲ ἀξιωματικοὺς Εὐρωπαίους.

Κι ἀπέναντι; Ἕνας φράχτης, κάτι ἀσθενῆ χαρακώματα, μικρὰ ὀρύγματα, μὲ ἀτελῆ ὅπλα ἢ καὶ χωρὶς ὅπλα. Καὶ μέσ᾿ στὰ ὀρύγματα μιὰ χούφτα ἀνθρώπων μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸ Μακρυγιάννη. Πῆγε στὸ ὄρυγμά του ὁ Δεριγνύ, ὁ Γάλλος ναύαρχος, καὶ γέλασε.

 –Τί εἶν᾽ αὐτά, τοῦ λέει, παιχνιδάκια; Μ᾿ αὐτὰ τὰ ψέματα θ᾽ ἀντικρούσετε τὴ στρατιὰ τοῦ Ἰμπραήμ, ποὺ εἶνε ἐκπαιδευμένος ἀπὸ Γάλλους ἀξιωματικοὺς κ᾽ ἔχει κανόνια; Γελοῖο πρᾶγμα. Εἶστε ἀδύνατοι καὶ λίγοι…

Κι ὁ Μακρυγιάννης τοῦ ἀπαντᾷ, δείχνοντας τὸν οὐρανό·

–Ἀδύνατοι ἐμεῖς, δυνατὸς ὁ Θεός (δηλαδή, «Οὐκ ἀδυνατή σει παρὰ τῷ Θεῷ πᾶν ῥῆμα»). Ἀνέκαθεν λίγοι ἤμασταν ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες, καὶ τὰ θεριὰ τοῦ κόσμου τρῶνε ἀπὸ ᾽μᾶς· ἀλλὰ πάντα μένουν λίγοι, κι αὐτοὶ οἱ λίγοι γίνονται μαγιὰ ἑνὸς καινούργιου κόσμου…

Αὐτοὶ οἱ λίγοι, μιὰ χούφτα ἄνθρωποι, ἦταν ἕτοιμοι ν᾿ ἀντιπαραταχθοῦν σ᾿ ἕνα ὁλόκληρο στρατὸ τοῦ Ἰμπραήμ.

- Θέλετε ἄλλο στιγμιότυπο; Ἐπήχτωσε τὸ Αἰγαῖο ἀπὸ καράβια ἐχθρικὰ μὲ τούρκικες σημαῖες. 100, 200, 300 κομμάτια· ἦταν ὁ ἰσχυρότερος στόλος τῆς Μεσογείου. Εἶχαν ἐρημώσει τὴ Χίο, κοκκίνισε ἡ θάλασσα ἀπ᾽ τὸ αἷμα στὸ νησὶ σὲ ἀκτῖνα ἑνὸς χιλιομέτρου. Ἔσφαξαν ἔσφαξαν, ἐρήμωσε ὁ τόπος.

Καὶ τὴ νύχτα οἱ βάρβαροι μέσα στὴ ναυαρχίδα γλεντοῦσαν καὶ διασκέδαζαν, ἔκαναν μπαϊράμι.


Ἀπέναντι ἀπ᾽ τὸ μεγάλο στόλο τῶν Τούρκων, μὲ τὰ 300 καράβια, ἦταν μιὰ βαρκούλα. Ἀλλὰ μέσα στὴ βαρκούλα ἦταν μία ψυχή, ποὺ ἄξιζε γιὰ 100, γιὰ 200, γιὰ 10.000 καὶ 1.000.000 καράβια· ἦταν ἡ ψυχὴ τοῦ Κανάρη. Γονάτισε, ἔκλαψε, προσευχήθηκε καὶ εἶπε· Βοήθησέ με Θεέ μου, βοήθησέ με Παναγιά μου. Κοινώνησε τῶν ἀχράντων μυστηρίων, κι ἀποφάσισε νὰ τιμωρήσῃ αὐτοὺς τοὺς βαρβάρους.

Εἶχε τὴν ἀπόφασι νὰ πεθάνῃ γιὰ τὴν πατρίδα. Καὶ μιὰ βαρκούλα τίναξε στὸν ἀέρα μιὰ ναυαρχίδα. Λοιπόν, «οὐκ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ Θεῷ πᾶν ῥῆμα».

* * * 

Θὰ ἤθελα νὰ κατέλθω σὲ συγκρίσεις. Δὲν τὸ κάνω. Γιατὶ τ᾿ ἀποτελέσματα θά ᾽νε θλιβερά, ἀπελπιστικά. Λείπει σήμερα αὐτὴ ἡ ψυχή. Ἐλάχιστοι εἶνε αὐτοὶ ποὺ πιστεύουν στὸ Θεό. Μέσα στοὺς χίλιους ἴσως νὰ ὑπάρχῃ ἕνας. Ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶνε μὲ τὰ «ἐὰν» καὶ τὰ «πῶς».

Ὅλα αὐτὰ τὰ «πῶς» καὶ τὰ «ἐὰν» πρέπει νὰ τὰ σβήσουμε, ἀδελφοί μου, ἂν θέλουμε νὰ διασωθοῦμε καὶ νὰ ἐπιζήσουμε εἴτε ὡς ἄτομα εἴ τε ὡς ἔθνος καὶ ὡς κοινωνία.

Πρέπει νὰ θυμηθοῦμε τὰ μεγαλεῖα αὐτὰ τῆς φυλῆς καὶ ν᾿ ἀποκτήσουμε τὴ μεγάλη πίστι, ποὺ εἶχαν οἱ ἥρωες τοῦ ᾿21. Καὶ τότε θὰ διαπιστώσουμε, ὅτι «οὐκ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ Θεῷ πᾶν ῥῆμα».


(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος


Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 25-3-1977

Μεγάλα τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ! Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου

 Τίνος εἶνε, ἀγαπητοί μου, τὰ λόγια αὐτά; Εἶνε τοῦ Δαυΐδ, τοῦ προφήτου καὶ βασιλέως.

Εἶνε ἕνας στίχος τοῦ ἑκατοστοῦ τρίτου (ΡΓ΄) ψαλμοῦ, ὁ ὁποῖος διαβάζεται πάντοτε στὴν ἀρχὴ τοῦ ἑσπερινοῦ. Ὁ Δαυΐδ, ὁ ἐμπνευσμένος προφήτης καὶ ἔνδοξος βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ, βλέπει ὅλα ὅσα δημιούργησε ὁ Θεός, τὸ πανόραμα τῆς φύσεως· ἀναπνέει τὸ ἄρωμα τῶν λουλουδιῶν, βλέπει τὰ δέντρα, ἀνεβαίνει στὰ ψηλὰ βουνά, κατεβαίνει στὶς πεδιάδες, βλέπει τὴν πράσινη χλόη καὶ τὰ στάχυα, πλησιάζει στὸ γιαλό, ἀκούει τὸ φλοῖσβο τοῦ κύματος, βλέπει τὴ θάλασσα τὴν ἀπέραντη, πηγαίνει μέσα στὰ δάση κι ἀκούει τὸ γλυκολάλημα τῶν πουλιῶν, ὑψώνει ἀκόμη τὰ μάτια του στὴν ἀσέληνη νύχτα, βλέπει τὰ ἑκατομμύρια ἄστρα, καὶ γεμᾶτος θαυμασμὸ κ᾽ εὐγνωμοσύνη μπροστὰ σ᾽ ὅλα αὐτὰ λέει· «Ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε· πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας» (Ψαλμ. 103,24).


Μὰ γιατί ἀναφέρω σήμερα τὸ ῥητὸ αὐτό; μήπως εἶνε ἑσπερινὸς τὴν ὥρα αὐτή; Ὄχι βέβαια. Ἀλλὰ τὸ ῥητὸ αὐτὸ ἁρμόζει κατ᾽ ἐξοχὴν στὴ ση μερινὴ ἡμέρα. Ἕνας ἀπὸ τοὺς λαμπρότερους ῥήτορες τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, τοῦ ὁποίου τὴ μνήμη ἑορτάζει ἡ Ὀρθοδοξία καὶ τὴν δευτέρα (Β΄) Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν καὶ ποὺ τὸ ἱερὸ λείψανό του φυλάττει ὡς θησαυρὸ ἡ Θεσσαλονίκη, σὲ μιὰ ὁμιλία του στὴ σημερινὴ ἑορτὴ ἀρχίζει ἔτσι, μὲ τὸ «Ὡς ἐ μεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε· πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας». Γιατί ἆραγε;

Ἔργο τοῦ Κυρίου εἶνε οἱ οὐρανοί, ἔργο του εἶνε τὰ ἄστρα, ἡ σελήνη, ὁ ἥλιος· ἔργο τοῦ Θεοῦ εἶνε ἡ γῆ καὶ ὅλα τὰ ὡραῖα ποὺ τὴν κοσμοῦν. Ἔργο τοῦ Θεοῦ εἶνε τὸ ὑλικὸ σύμπαν, ἔργο του εἶνε καὶ τὸ πνευματικὸ σύμ παν· ἔργο τοῦ Θεοῦ εἶνε ὁ ἄνθρωπος, ἔργο του εἶνε οἱ ἄγγελοι, ἔργο του εἶνε ὅλη ἡ κτίσις.

Ἀλλ᾽ ἐὰν ρωτήσετε ποιό εἶνε τὸ μεγαλύτερο, τὸ σπουδαιότερο, τὸ πιὸ τρανὸ ἔργο τοῦ Κυρίου, θὰ σᾶς ἀπαντήσω ὅτι εἶνε τὸ γεγονὸς ποὺ ἑορτάζουμε σήμερα. Ἐὰν σᾶς πῶ ἀμέσως ποιό εἶνε τὸ γεγονὸς ποὺ ἑορτάζουμε, φοβοῦμαι ὅτι πολλοὶ δὲν θὰ τὸ αἰσθανθοῦν.

Ἡ ἐποχή μας εἶνε πεζή. Δυστυχῶς τὰ μεγάλα καὶ τὰ ὑψηλὰ δὲν μᾶς συγκινοῦν· μᾶς ἐντυπωσιάζουν μικρὰ καὶ ἀσήμαντα, ὅπως μιὰ νίκη στὸ φου-μπώλ, ἕνα μουσικὸ κομμάτι, μιὰ θεατρικὴ παράστασι, μιὰ ἐπιτυχία στὸ προ-πό, μιὰ διάκρισι τοῦ παιδιοῦ μας, ὅ,τι ἔχει νὰ κάνῃ μὲ τὸ στενὸ οἰ κογενειακὸ κύκλο καὶ τὴν προσωπική μας ὠφέλεια.

Ἄλλοτε, στὰ χρόνια τῆς σκλαβιᾶς, τὸ γένος μας ἑώρταζε τὴν ἑορτὴ αὐτὴ μὲ μεγάλη συγκίνη σι· κατάμεστοι ἦταν οἱ ναοί. Στὸν Εὐαγγελι σμὸ τῆς Θεοτόκου ἔβλεπαν καὶ τὸν εὐαγγελι σμὸ τοῦ δούλου ἔθνους.

Τώρα –μὴ λέμε ψέματα– τὴν ἑορτὴ αὐτὴ δὲν τὴν ἑορτάζουμε μὲ κατάνυξι, μὲ προσευχή, μὲ ἐκκλησιασμό, μὲ θεία κοινωνία. Τὴν ἑορτάζουμε περισσότερο στοὺς δρόμους, στὶς παρελάσεις μὲ τὰ τύμπανα, μακριὰ ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὑπερφυσικὸ δέος.

Δὲ μᾶς συγκινεῖ –μὴ λέ με ψέματα– τὸ μεγάλο γεγονός. Ποῖος δακρύζει ἀκούγον τας σήμερα τὸ εὐαγγέλιο; Πῶς νὰ σᾶς μιλήσω, μὲ ποιά γλῶσσα, μὲ ποιό τρόπο νὰ συγκινήσω τὶς καρδιές σας;

 * * * 

Θὰ πάρω μερικὰ παραδείγματα. Ἐὰν σᾶς πῇ κάποιος ὅτι ἕνα κομμάτι ὕλης ἀποσπάσθηκε ἀπὸ ἕναν ἄλλο πλανήτη κ᾽ ἔπεσε ἐδῶ στὴ γῆ ὡς μετεωρίτης, ἀσφαλῶς θὰ ἐνδιαφερθῆτε. Ἐὰν ἀκόμα ἀκουστῇ ―ἀπίθανο κατ᾽ ἐμέ―, ὅ τι ἕνα ἐξωγήινο πλάσμα ἦρθε ἀπὸ τὸν Ἄρη κάτω στὴ γῆ, θὰ προκληθῇ παγκοσμίως ζωηρὴ αἴσθησι. Ἀλλ᾽ ὦ ταλαίπωρε ἄνθρωπε! ὄχι ἕνα κομμάτι ὕλης ὅπως ἐκεῖνα τὰ λίγα κιλὰ ποὺ ἔφεραν ἀπὸ τὴ σελήνη ἀστροναῦτες, ὄχι κάποιο ἐξωγήινο πλάσμα ἀπὸ κάποιο ἄλλο ἀστέρι, ἀλλὰ – ποιός; αὐτὸς ὁ Δημιουργὸς τῆς γῆς καὶ τοῦ σύμπαντος ἦρθε σήμερα ἐδῶ στὴ γῆ!

Εἶνε γεγονός. Ὅσο βέβαιο εἶνε ὅτι σήμερα ἔχουμε 25 Μαρτίου, τόσο γεγονὸς εἶνε ὅτι ἦρθε Ἐκεῖνος στὴ γῆ, ὅτι συνελήφθη σὰν σήμερα στὴν μήτρα τῆς ἁγίας Παρθένου.

–Μὰ πῶς; ἀκούγεται ἀμέσως ἡ ἀντίρρησι τοῦ ὑλισμοῦ ποὺ ζητάει νὰ λύσῃ μὲ τὸ ἀνθρώπινο μυαλὸ τὸ μέγα μυστήριο. Ἐμεῖς γνωρίζουμε, ὅτι ἕνας φυσικὸς νόμος ὑπάρχει· ὅτι τὸ παιδὶ εἶνε ἄνθος ποὺ προέρχεται τὴν ἕνωσι ἀνδρὸς καὶ γυναικός, τῶν δύο γονέων.

Πῶς εἶνε δυνατὸν μιὰ παρθένος νὰ γεννήσῃ; Εἶνε ἀδύνατον, ἀπίστευτο, δὲν τὸ χωράει ὁ νοῦς. Ἀλλὰ προτοῦ ν᾽ ἀπαντήσουμε στὸ «πῶς» αὐτό, ἂς θέσουμε κ᾽ ἐμεῖς στοὺς ἀθέους μερικὰ ἐρωτήματα.

 Πῶς ἔγινε τὸ σύμπαν; Πῶς δημιουργήθηκε ἡ ὕλη; Πῶς τὰ ἄστρα, πῶς ὁ ἥλιος, πῶς ἡ σελήνη, πῶς ἡ γῆ; Πῶς ἔγινε ὁ ἄνθρωπος, ὄχι μόνο ὡς σῶμα, ἀλλὰ προπαντὸς ὡς ψυχή, ὡς πνεῦμα, ὡς σκέψις, ὡς συνείδησις;…

Λῦστε μας λοιπὸν πρῶτα ἐσεῖς αὐτὰ τὰ προβλήματα τοῦ παρόντος κόσμου, ποὺ εἶνε μπροστά σας, καὶ τότε νὰ ζητήσετε ν᾽ ἀπαντήσουμε ἐμεῖς στὸ πῶς ἡ Παρθένος ἔτεκεν Υἱόν. Τὴν ἀπορία αὐτὴ τὴν εἶχε καὶ ἡ ἴδια ἡ Παναγία· «Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω;» ρώτησε. Καὶ ὁ ἄγγελος τῆς ἀπήντησε· «Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι…» (Λουκ. 1,34-35).

« Δ ύ ν α μ ι ς τ ο ῦ Κ υ ρ ί ο υ » ! αὐτὴ εἶνε ἡ ἀπάντησις. Ἀλλ᾽ ἐάν, ἀγαπητοί μου, δὲν μποροῦμε νὰ εἰσδύσουμε στὸ μέγα τοῦτο μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου, μποροῦμε ὅμως νὰ βεβαιωθοῦμε γιὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀ πὸ τὰ ἀποτελέσματα ποὺ ἔφερε. Μήπως ἄλλωστε μποροῦμε νὰ λύσουμε τὸ μυστήριο τοῦ φυσικοῦ ἡλίου; Μέχρι σήμερα εἶνε ἄλυτο.

Δεκαπέντε ὑποθέσεις ὑπάρχουν· τελευταία θεωρία εἶνε, ὅτι στὸν ἥλιο γίνονται πυρηνικὲς ἐκρήξεις, ἀλλὰ κι αὐτὴ ἔχει ἀντιρρήσεις. Ἐὰν λοιπὸν δὲν μποροῦμε ν᾽ ἀπαντήσουμε στὸ τί εἶνε ἥλιος, πῶς ἔγινε, πῶς λειτουργεῖ τόσους αἰῶνες, ἔχεις τὴν ἀπαίτησι ἐσὺ νὰ λύσῃς τὸ μυστήριο τοῦ Ἡλίου τῆς δικαιοσύνης ποὺ λέγεται Ἰησοῦς Χριστός;

Ὅπως ὅμως στὸν φυσικὸ ἥλιο, μολονότι δὲν λύνουμε τὰ μυστήριά του, βλέπουμε πάντως τὸ φῶς, τὴ θερμότητα, τὰ εὐεργετικά του ἀποτελέσματα σ᾽ ὅλη τὴν πλάσι, ἔτσι καὶ στὸν Ἥλιο - Χριστό.

Ἐὰν δὲν μποροῦμε νὰ εἰσδύσουμε στὸ μυστήριο τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου, μποροῦ με ὅμως νὰ διαπιστώσουμε καὶ νὰ ἐκτιμήσουμε τ᾽ ἀποτελέσματα τοῦ σημερινοῦ ὑψίστου γεγονότος.

Ποιά ἀποτελέσματα; Πέρασαν δυὸ χιλιάδες χρόνια ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ ἐκόμισε τὸ «χαῖρε» στὴν φτωχὴ κόρη τῆς Ναζαρέτ, ἀπὸ τότε ποὺ τὸ Θεῖο Βρέφος σαρκώθηκε ἀπὸ τὰ πάναγνα αἵματα τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ σκίρτησε στὴν ἄχραντη μήτρα της.

Στὸ διάστημα αὐτὸ –διαβάστε τὴν ἱστορία– θρόνοι βασιλέων κατέπεσαν, αὐτοκρατορίες διαλύθηκαν, ὁ πολιτικὸς χάρτης τῆς Εὐρώπης ἄλλαξε ἑκατὸ φορές. Καὶ ὅμως ἡ προφητεία ποὺ εἶπε ὁ ἄγγελος στὴν Παναγία πραγματοποιεῖται.  Τί τῆς εἶπε· Τὸ παιδὶ ποὺ θὰ γεννήσῃς «υἱὸς ὑψίστου κληθήσεται», καὶ ὁ Κύριος θὰ δώσῃ σ᾽ αὐτὸν τὸν θρόνο τοῦ Δαυῒδ καὶ «τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος» (Λουκ. 1,32-33. Σύμβ. Πίστ. 7).

Καὶ ὄντως ἡ βασιλεία τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔχει τέλος. Ἑλᾶτε τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ καὶ θὰ δῆτε τί λαὸς (μικροὶ - μεγάλοι, ἄντρες - γυναῖκες, ἐπιστήμονες - ἀγράμματοι) ἔρχονται στὸν Ἐσταυρωμένο καὶ μὲ ῥῖγος τοῦ λένε «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42).

Ἡ προφητεία ἐκπληρώνεται. Ἀπὸ αὐτὸ καὶ μόνο τὸ γεγονὸς μποροῦμε νὰ συμπεράνουμε ὅτι ἡ πίστι μας εἶνε θεία καὶ ἀληθινή. Μέχρι σήμερα ὁ Βασιλεύς μας ζῇ, δὲν πέθανε· ζῇ καὶ βασιλεύει.

* * * 

Αὐτὸ τὸ πιστοποιοῦν καὶ τὰ θαύματά του. Καὶ σήμερα ἔχουμε ἐνώπιόν μας ἕνα μεγάλο θαῦ μα του. Ποιό εἶν᾽ αὐτό; Ἡ ἐθνεγερσία μας. Ἂν βλέπατε ἕνα παιδάκι ν᾽ ἀγκαλιάζῃ ἕνα πλατάνι καὶ νὰ λέῃ «Βλέπετε; θὰ τὸ ξερριζώσω», τί θὰ λέγατε;  Βρὲ παιδί μου, τρελλάθηκες; εἶνε δυνατὸν αὐτό; ἑκατὸ ἄντρες δὲ μποροῦν νὰ τὸ ξερριζώσουν, καὶ θὰ τὸ ξερριζώσῃς ἐσὺ μὲ τὰ ἁπαλά σου χεράκια;

Ἔ, αὐτὸ ἀκριβῶς ἔγινε· ἕνα μικρὸ ἔθνος, μιὰ φούχτα ἀόπλων ἀνθρώπων, κλόνισαν καὶ ξερρίζωσαν ἕνα πλατάνι, τὸ δέντρο τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας.

Γι᾽ αὐτὸ ἀκούγεται ὕμνος. Ξέρετε τί τραγουδοῦσαν οἱ ναῦτες μας στὰ καράβια, οἱ ἀρματολοὶ καὶ κλέφτες στὰ ψηλὰ βουνά, οἱ γυναῖκες στὴν Καλαμάτα, ὁ Κολοκοτρώνης στὶς μάχες; Ὁ Ἐθνικὸς ὕμνος τοῦ Διονυσίου Σολωμοῦ εἶνε μεταγενέστερο ποίημα. Ὁ ἐθνικὸς ὕμνος τῆς Ἑλλάδος τότε ἦταν «Τῇ ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρια».

Ὁ Μιαούλης ἔλεγε «Δεξιὰ Κυρίου ἐποίησε δύναμιν» (Ψαλμ. 117,15). Κι ὁ Κανάρης φώναζε «Τίς Θεὸς μέγας ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν;»(Ψαλμ. 76,14).

Αὐτὸ εἶνε τὸ γένος μας. Γι᾽ αὐτὸ ἡ ἑορτὴ αὐτὴ δὲν ἑορτάζεται στοὺς δρόμους· ἑορτάζεται στοὺς ναοὺς μὲ προσευχὴ καὶ κατάνυξι, ὥστε συνεχίζοντας τὴν παράδοσι τοῦ γένους μας νὰ λέμε κ᾽ ἐμεῖς· «Ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε· πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας».


(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος


Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν Ἱ. Ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν Πέμπτη 25-3-1971 μὲ ἄλλο τίτλο.

Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 24-2-2012.

Πρότυπο Ζωής «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου»

 Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος

Μητέρα όλων μας καταξιώθηκε να είναι η Παναγία και γι’ αυτό την τιμούμε ιδιαιτέρως και με μεγάλη κατάνυξη παρακολουθούμε τις ακολουθίες που είναι αφιερωμένες στο πρόσωπό της. Μετά από το πρόσωπο του Κυρίου, κεντρική θέση στο λειτουργικό κύκλο κατέχει η Παναγία μας.

Η Εκκλησία δεν την είδε μόνο σαν μία αγνή Παρθένο, ως την αγία Κόρη και Μητέρα του Θεού, αλλά και ως τη νέα Εύα, τη μεγάλη Μάνα μιας νέας ανθρωπότητας.

 Είναι ταυτόχρονα η Παναγία μας και η ζωντανή εικόνα της Εκκλησίας, όπου συντελείται η μεγάλη συνάντηση Θεού και ανθρώπου. Αυτό έγινε κατορθωτό με την Ενανθρώπηση του Χριστού και τη συμβολή της Θεοτόκου στο μεγάλο αυτό σωτηριολογικό γεγονός.

Χαράς Ευαγγέλιο


Η μεγάλη εορτή του Ευαγγελισμού που όχι τυχαία συνδυάστηκε στην παράδοσή μας και με το χαρμόσυνο μήνυμα για τη σωτηρία του έθνους, σηματοδοτείται από το συγκλονιστικό διάλογο μεταξύ του Αρχαγγέλου Γαβριήλ και της Παρθένου Μαρίας.

Μέσα από αυτόν αποκρυπτογραφούμε το μεγαλείο της Παναγίας. Ενώ ο ανθρώπινος νους και στην πιο παρθενική του κατάσταση αδυνατεί να κατανοήσει, ωστόσο αποδέχεται το «μέγα τούτο μυστήριον» που ευαγγελίζεται ο άγγελος. Αυτό βέβαια συνιστά υπέρβαση της λογικής και βίωση του παράδοξου θαύματος του μυστηρίου της Ενανθρώπησης, κατά το οποίο ο Θεός γίνεται άνθρωπος για να τον ανυψώσει και να τον θεώσει.


Είναι γεγονός ότι ο άνθρωπος, ιδιαίτερα σήμερα, αδυνατεί να εμπιστευθεί ό,τιδήποτε δεν είναι συμβατό με τη λογική του. Παραγνωρίζει τη μεγάλη αλήθεια ότι στη ζωή του όλα προσφέρονται σ’ αυτόν από τον Θεό και επιτυγχάνονται με τη δική Του δύναμη. Είναι όντως ενδεικτική η επιβεβαίωση από τον άγγελο «ότι ουκ αδυνατήσει παρά τω Θεώ πάν ρήμα». Ό,τι είναι δύσκολο και αδύνατο για τον άνθρωπο είναι δυνατό για τον Θεό. Είναι όντως εκπληκτικό ότι η Παρθένος προτιμά, αντί να ερμηνεύει μόνο διά της λογικής, να βιώσει την επέμβαση του Θεού στην προσωπική της ζωή και κατ’ επέκταση στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ο Ιερός Χρυσόστομος  έρχεται να αναφέρει χαρακτηριστικά: «όντως υπέρ νουν η πνευματική σύλληψις, υπέρ λόγον η παράδοξος κύησις και υπέρ διήγησιν ο σωτήριος τόκος».


Από την εμπιστοσύνη που έδειξε η Θεοτόκος με το ταπεινό της φρόνημα, ολόκληρη η ανθρωπότητα αξιώθηκε στο πρόσωπό της ν’ ακολουθήσει μια νέα πορεία σωτηρίας, αντίστροφη απ’ εκείνη που ακολούθησε η πρώτη Εύα διά του εγωισμού της. Η Ενανθρώπηση, σύμφωνα με τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, ήταν στο σχέδιο της θείας Οικονομίας προαιωνίως, αφού με το γεγονός αυτό φτάνει ο άνθρωπος στο ύψιστο στάδιο της τελείωσης και θέωσής του. Αυτό, λοιπόν, το μεγαλειώδες σχέδιο αξιώθηκε να υπηρετήσει η Παρθένος Μαρία.


Αγαπητοί αδελφοί, για την Εκκλησία ο Ευαγγελισμός δεν είναι γεγονός του παρελθόντος. Είναι γεγονός που μας προκαλεί ν’ αξιοποιούμε το παρόν για να γευόμαστε των αγαθών του μέλλοντος. Η Εκκλησία λειτουργεί και αυτή ως Θεοτόκος που σαρκώνει αιωνίως το Λόγο. Γεννάει τον Χριστό στον κόσμο και θεοτοκεί. Μας προσκαλεί σε μια ανεπανάληπτη εμπειρία για να βιώσουμε όλο εκείνο το μεγαλείο που πηγάζει από το πρόσωπο της Παναγίας μας. Προπαντός, να αντλήσουμε ζωηφόρα μηνύματα από το ταπεινό της φρόνημα σε συνδυασμό με την απόλυτη εμπιστοσύνη στο θείο θέλημα, όπως αυθεντικά αναδύονται από το λόγο της: «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου».

Φώτης Κόντογλου - «Ἐπὶ σοὶ Χαίρει, Κεχαριτωμένη. Πᾶσα ἡ κτίσις»

 «Ὡς ἐμψύχῳ Θεοῦ κιβωτῷ ψαυέτω μηδαμῶς χεὶρ ἀμυήτων· χείλη δὲ πιστῶν τὴ Θεοτόκῳ ἀσιγήτως φωνὴν τοῦ ἀγγέλου ἀναμέλποντα, ἐν ἀγαλλιάσει βοάτω· Ὄντως ἀνωτέρα πάντων ὑπάρχεις, Παρθένε ἁγνή». «Ἐσένα ποὺ εἶσαι ζωντανὴ κιβωτὸς τοῦ Θεοῦ, ἂς μὴ σὲ ἀγγίζει ὁλότελα χέρι ἄπιστο, ἀλλὰ χείλια πιστὰ ἂς ψάλλουνε δίχως νὰ σωπάσουνε τὴ φωνὴ τοῦ ἀγγέλου (ὁ ὑμνωδὸς θέλει νὰ πεῖ τὴ φωνὴ τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ, ποὺ εἶπε «εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί») κι ἂς κράζουνε: «Ἀληθινά, εἶσαι ἀνώτερη ἀπ᾿ ὅλα Παρθένε ἁγνή».


Ἀλλοίμονο! Ἀμύητοι, ἄπιστοι, ἀκατάνυχτοι, εἴμαστε οἱ πιὸ πολλοὶ σήμερα, τώρα ποὺ ἔπρεπε νὰ προσπέσουμε μὲ δάκρυα καυτερὰ στὴν Παναγία καὶ νὰ ποῦμε μαζὶ μὲ τὸ Θεόδωρο Δούκα τὸ Λάσκαρη, ποὺ σύνθεσε μὲ συντριμένη καρδιὰ τὸν παρακλητικὸ κανόνα: 

«Ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου μὲ ζάλαι ὥσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε». «Σὰν τὰ μελίσσια ποὺ τριγυρίζουνε γύρω στὴν κερήθρα, ἔτσι κ᾿ ἐμένα μὲ ζώσανε οἱ ζαλάδες τῆς ζωῆς καὶ πέσανε ἀπάνω στὴν καρδιά μου καὶ τὴν κατατρυπᾶνε μὲ τὶς φαρμακερὲς σαγίτες τους. Ἄμποτε, Παναγιά μου, νὰ σὲ βρῶ βοηθό, νὰ μὲ γλύτωσεις ἀπὸ τὰ βάσανα».  

Μὰ ποιὸς ἀπό μας γυρεύει βοήθεια ἀπὸ τὴν Παναγία, ἀπὸ τὸν Χριστὸ κι᾿ ἀπὸ τοὺς ἁγίους; Γυρεύουμε βoήθεια ἀπὸ τὸ κάθε τί, παρεκτῶς ἀπὸ τὸ Θεό. 

Ἀλλὰ τί βοήθεια μποροῦνε νὰ δώσουνε στὸν ἄνθρωπο τὰ εἴδωλα τὰ λεγόμενα «ἐπιστήμη» καὶ «τέχνη»; 

Ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ ἀναχωρητὴς λέγει: 


«Σ᾿ ὅλους τοὺς δρόμους ποὺ πορεύονται οἱ ἄνθρωποι σὲ τοῦτον τὸν κόσμο δὲv βρίσκουνε σὲ κανένα τὴν εἰρήνη, ὡς ποὺ vα σιμώσουμε στὴν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ. Μὰ ἀλλοίμονο οἱ πιὸ πολλοὶ ἄvθρωποι εἶναι «οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα» ὅπως λέγει ὁ Παῦλος. Ὅποιος δὲν ἔχει τὴν πίστη μέσα στὴν καρδιά του, τί ἐλπίδα μπορεῖ νἄχει; Ὅπου ν᾿ ἀκουμπήσει ὅλα εἶναι σάπια. 

Γι᾿ αὐτὸ κι᾿ ὁ ὑμνογράφος ποὺ εἴπαμε, λέγει στὴν Παναγία: «Ἀπορήσας ἐκ πάντων, ὀδυνηρῶς κράζω σοι· πρόφθασον, θερμὴ προστασία, καὶ τὴν βοήθειαν δός μοι τῷ δούλῳ σου τῷ ταπεινῷ καὶ ἀθλίω».   «Ὅλα, λέγει τὰ δοκίμασα, μὰ κανένα πράγμα δὲ μπόρεσε vα μὲ ξαλαφρώσει. Γιὰ τοῦτο φωνάζω Ἐσένα μὲ θρῆνο πικρόν, καὶ λέγω: Πρόφταξε καὶ δόσε τὴ βοήθειά σου σὲ μένα τὸν ταπεινὸ κι᾿ ἄθλιο δοῦλο σου».

       Ἡ Παναγία εἶναι ἡ ἐλπίδα τῶν ἀπελπισμένων, ἡ χαρὰ τῶν πικραμένων, τὸ ραβδὶ τῶν τυφλῶν, ἡ ἄγκυρα τῶν θαλασσοδαρμένων, ἡ μάνα τῶν ὀρφανεμένων. Ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ εἶναι πονεμένη θρησκεία, ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς καρφώθηκε ἀπάνω στὸ ξύλο: κ᾿ ἡ μητέρα του ἡ Παναγία πέρασε κάθε λύπη σὲ τοῦτον τὸν κόσμο. 

Γι᾿ αὐτὸ καταφεύγουμε σὲ Κεiνη ποὺ τὴν εἴπανε οἱ πατεράδες μας: «Καταφυγή»,«Σκέπη τοῦ κόσμου», «Γοργοεπήκοο», «Γρηγοροῦσα»,«Ὀξεία ἀντίληψη»,«Ἐλεοῦσα», «Ὁδηγήτρια», «Παρηγορίτισσα» καὶ χίλια ἄλλα ὀνόματα, ποὺ δὲν βγήκανε ἔτσι ἁπλὰ ἀπὸ τὰ στόματα, ἀλλὰ ἀπὸ τὶς καρδιὲς ποὺ πιστεύανε καὶ ποὺ πονούσανε. Μονάχα στὴν Ἑλλάδα προσκυνιέται ἡ Παναγία μὲ τὸν πρεπούμενο τρόπο ἤγουν μὲ δάκρυα μὲ πόνο καὶ μὲ ταπεινὴ ἀγάπη.  

      Γιατὶ ἡ Ἑλλάδα εἶναι τόπος πονεμένος, χαροκαμένος, βασανισμένος ἀπὸ κάθε λογὴς βάσανο. Κι᾿ ἀπὸ τούτη τὴν αἰτία τὸ ἔθνος μας στὰ σκληρὰ τὰ χρόνια βρίσκει παρηγοριὰ καὶ στήριγμα στὰ ἁγιασμένα μυστήρια της ὀρθόδοξης θρησκείας μας, καὶ παραπάνω ἀπὸ ὅλα στὸ Σταυρωμένο τὸ Χριστὸ καὶ στὴ χαροκαμένη μητέρα του, ποὺ πέρασε τὴν καρδιά της σπαθὶ δίκοπο. 

      Σὲ ἄλλες χῶρες τραγουδᾶνε τὴν Παναγία μὲ τραγούδια κοσμικά, σὰν νἆναι καμιὰ φιληνάδα τους, μὰ ἐμεῖς τὴν ὑμνολογοῦμε μὲ κατάνυξη βαθειά, θαρρετὰ μὰ μὲ συστολή, μὲ ἀγάπη μὰ καὶ μὲ σέβας,σὰν μητέρα μας μὰ καὶ σὰν μητέρα τοῦ Θεοῦ μας.   Ἀνοίγουμε τὴν καρδιά μας νὰ τὴ δεῖ τί ἔχει μέσα καὶ νὰ μᾶς συμπονέσει. 

     Ἡ Παναγία εἶναι ἡ πικραμένη χαρὰ τῆς Ὀρθοδοξίας, «τὸ χαροποιὸν πένθος», «ἡ χαρμολύπη» μας, «ὁ ποταμὸς ὁ γλυκερὸς τοῦ ἐλέους», «ὁ χρυσοπλοκώτατος πύργος καὶ ἡ δωδεκάτειχος πόλις». Ἡ ὑμνωδία τῆς ἐκκλησίας μας εἶναι ἕνας παράδεισος, ἕνα μυστικὸ περιβόλι ποὺ μοσκοβολᾶ ἀπὸ λογὴς λογὴς μυρίπνοα ἄνθη, καὶ τὰ πιὸ μυρουδικά, τὰ πιὸ ἐξαίσια, εἶναι ἀφιερωμένα στὴν Παναγία. Ὅλος ὁ κόσμος θλίβεται μαζί της καὶ μαζί της χαίρεται μὲ μία χαρὰ πνευματική:

      «Ἐπὶ Σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις, ἀγγέλων τὸ σύστημα καὶ ἀνθρώπων τὸ γένος, ἡγιασμένε ναὲ καὶ παράδεισε λογικέ, παρθενικὸν καύχημα, ἐξ ἧς Θεὸς ἐσαρκώθη καὶ παιδίον γέγονεν ὁ πρὸ αἰώνων ὑπάρχων Θεὸς ἡμῶν». 

         Ἀπορεῖς τί νὰ πρωτοδιαλέξεις ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν ὑμνολογία τῆς Θεοτόκου! Θαρρεῖς πῶς ὁ ἀγέρας, τὰ βουνά, οἱ θάλασσες τῆς Ἑλλάδας, τὰ χωριὰ οἱ πολιτεῖες, γεμίσαvε εὐωδία πνευματικὴ ἀπ᾿ αὐτὸ «τὸ χρυσοῦν θυμιατήριον», ἀπ᾿ αὐτὴ «τὴν μανναδόχον στάμνον ποὺ ἔχει μέσα «μύρον τὸ ἀκένωτον». 

Οἱ γυναῖκες μας εἶναι στολισμένες μὲ τὄνομά της, τὰ βουνά μας, οἱ κάμποι, τὰ νησιά, τ᾿ ἀκροθαλάσσια εἶναι ἁγιασμένα ἀπὸ τὰ ξωκκλήσια της, τὰ καράβια μας ἔχουν γραμμένο ἀπάνω στὴ μάσκα καὶ στὴν πρύμη τὸ γλυκύτατο τ όνομά της. 

Ἀληθινὰ στὴν Ἑλλάδα μας «ἐπὶ Σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις», «Γιὰ Σένα, χαίρεται ὅλη ἡ πλάση. Σήμερα ποὺ κοιμήθηκες, θαρεῖς πὼς ἡ χαρὰ γίνηκε πιὸ μεγάλη, ἡ θλίψη ἄλλαξε σὲ ἀγαλλίαση, ἡ ἐλπίδα ζωήρεψε ἀντὶ νὰ ἀποσκιάσει καὶ πλημμύρησε τὶς καρδιές μας.

Σήμερα τ᾿ ἀγέρι φυσᾶ γλυκύτερα στὰ κουρασμένα πρόσωπά μας, τὰ δέντρα σὰν νὰ γενήκανε πιὸ χλωρά, τ᾿ αὐγουστιάτικο κύμα σὰν νὰ ἀρμενίζει πιὸ δροσερὸ μέσα στὸ πέλαγο καὶ ἀφρίζει φουσκωμένο ἀπὸ χαρὰ μεγάλη, τὸ κάθε τί πανήγυριζει κι᾿ ἀγάλλεται... 

Ὤ! Τί θάνατος λοιπὸν εἶναι αὐτός, ποὺ γέμισε τὴν οἰκουμένη καὶ τὶς καρδές μας μὲ τὴ χαρὰ τῆς ἀθανασίας! Καὶ καλώτατα ψέλνει ὁ ὑμνωδὸς σήμερα: 

«Ἐν τῇ γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε. Μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν». Ἀληθινὰ λέγει καὶ σ᾿ ἕνα ἄλλο τροπάρι: «Τῇ ἀθανάτῳ σου κοιμήσει, Θεοτόκε, μῆτερ τῆς ζωῆς...».

Ἀλλὰ τὸ ξαναλέγω. Τί νὰ πεῖ κανένας πρῶτα καὶ τί ὕστερα, ἀπὸ τὰ τόσα πνευματικὰ ὑμνολογήματα ποὺ προσφέρανε οἱ ὀρθόδοξες καρδιὲς στὴν Παναγία, στὸ «Ῥόδον τὸ ἀμάραντον», ποὺ μοσκοβόλησε καὶ ἅγιασε τὴν καταβασανισμένη τὴν Ἑλλάδα! 


Τὴν ὑμνολογήσανε μὲ τὰ λόγια, μὲ τὴν ψαλμωδία, μὲ τὴ ζωγραφική, μὲ τὸ σκαλισμένο ξύλο, μὲ τ᾿ ἀσήμι, μὲ τὸ μάλαμα, μὲ τὸ κηρομάστιχο, μὲ κάθε τίμιο κι᾿ ἁγιασμέvο πράγμα ποὺ μπορεῖ νὰ χρησιμέψει στὸν ἄνθρωπο γιὰ vα μπορέσει vα δείξει τὴν ἀγάπη του, τὸ σέβας του, τὴ χαρά του, τὴν πίκρα του, κι᾿ ὅτι ἄλλο ἁγνὸ αἴσθημα ἔχει μέσα στὰ φύλλα τῆς καρδιᾶς του. Τὸ νὰ πιάσει κανένας νὰ τὰ ἱστορήσει καταλεπτῶς, θὰ ἤτανε σὰν νάθελε vα μετρήσει τὸν ἄμμο τῆς θάλασσας; 

Γιὰ τοῦτο ἀνθολογᾶμε λιγοστὰ λουλούδια ἀπὸ τῆς ὑμνωδίας τὸ ἁγιόκλημα «εἰς ὀσμὴν εὐωδίας πνευματικῆς».

Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα ἂς μεταγράψουμε λίγα λόγια ἀπὸ τὶς Καταβασίες τοῦ Ἀκαθίστου ὕμνου «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου», ποὺ εἶναι τὸ βυζαντινώτατο, ὅλη ἡ Κωνσταντιούπολη πνευματικὰ πανηγυρίζουσα. Στοχασθεῖτε καλὰ ἐκείνη τὴν ἐξαίσια γ´ ὠδὴ ποὺ λέγει: «Τοὺς σοὺς ὑμνολόγους Θεοτόκε, ὡς ζῶσα καὶ ἄφθονος πηγή, θίασον συγκροτήσαντας πνευματικόν, στερέωσον καὶ ἐν τῇ θείᾳ δόξῃ σου στεφάνων δόξης ἀξίωσον».

Οὐράνια ἀπηχήματα!: «Τοὺς ὑμνολόγους σου, Θεοτόκε, ποὺ συγκροτήσανε ἕναν πνευματικὸ θίασο, στερέωσέ τους, Ἐσὺ ποὺ εἶσαι ζωντανὴ ὡς ἄφθονη πηγή. Καὶ μὲ τὴ θεία δόξα σου, ἀξίωσέ τους νὰ φοσέσουνε τῆς δόξας τὰ στέφανα», Ἀμὴ ἡ θ´ ὠδὴ ποὺ λέγει: «Ἅπας γηγενὴς σκιρτάτω τῷ πνεύματι λαμπαδουχούμενος· πανηγυριζέτω δὲ ἀΰλων νόων φύσις, γεραίρουσα τὰ ἱερὰ θαυμάσια τῆς θεομήτορος, καὶ βοάτω, Χαίροις, παμμακάριστε Θεοτόκε, ἁγνή, ἀειπάρθενε». Ἀμὴ ἐκείvα τὰ πανηγυρικὰ αὐτόμελα ποὺ ψέλνουνε στὸν ἑσπερινὸ τῆς Κοιμήσεως, μὲ μέλος θριαμβευτικὸ καὶ μὲ πνευματικὴ μεγαλοπρέπεια! Ποιὸς χριστιανὸς Πίνδαρος τὰ σύνθεσε, Πίνδαρος ἁγιασμένος! 


«Ὢ τοῦ παραδόξου θαύματος! ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς ἐν μνημείῳ τίθεται, καὶ κλίμαξ πρὸς oυραvὸv ὁ τάφος γίνεται! Εὐφραίνου Γεθσημανή, τῆς Θεοτόκου τὸ ἅγιον τέμενος. Βοήσωμεν οἱ πιστοί, τὸν Γαβριὴλ κεκτημένοι ταξίαρχον: Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μετά σου ὁ Κύριος, ὁ παρέχων τῷ κόσμῳ διά Σου τὸ μέγα ἔλεος.» Ποταμὸς μέγας καὶ βουερὸς ἀναβρύζει καὶ μᾶς δροσίζει, καὶ πίνουνε νερὸ δροσερὸ ψυχὲς ξερὲς καὶ διψασμένες! Κύτταξε πάθος καὶ μεράκι ποὺ ξελοχίζει ἀπὸ καιγόμενη καρδιά! 

Ὁ ὑμνωδός, ἀντὶ νὰ κλάψει γιὰ τὴν Παναγία ποὺ εἶναι μπροστά του ξαπλωμένη ἀπάνω στὴν κλίνη της, τυλιγμένη μὲ τὸ μαφόρι της μὲ κλεισμένα τὰ μάτια της ποὺ δίνανε παρηγοριὰ στὴν ἀνθρωπότητα, μὲ σταυρωμένα τὰ ἄχραντα χέρια της, ποὺ βαστάξανε τὸν Χριστὸ καὶ τὸν ἀναθρέψανε, πεθαμένη σὰν τὸν κάθε ἄνθρωπο, ἀντὶς λέγω νὰ κλάψει, ἀφοῦ πρῶτα ἀπορεῖ πῶς ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς κείτεται στὸ μνῆμα, μονομιᾶς κράζει μὲ δάκρυα στὰ μάτια, πλὴν δάκρυα χαρᾶς:

    «Εὐφραίνου Γεθσημανή, ποὺ ἔχεις θησαυρισμένο τὸ ἅγιο σκήνωμα τῆς Θεοτόκου.» Κ᾿ ὕστερα στρέφει στοὺς χριστιανοὺς ποὺ εἶναι μέσα στὴν ἐκκλησία καὶ τοὺς λέγει μὲ τὸν ἴδιο πνευματικὸ οἶστρο. «Ἂς κράξουμε ὅλοι μαζὶ στὴν Παναγία, ἔχοντας γιὰ πρωτοψάλτη τὸν ἀρχάγγελο Γαβριήλ, ποὺ τὴ χαιρέτισε μὲ τὰ ἴδια λόγια κατὰ τὴ χαρoύμενη, μέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ κι᾿ ἂς ποῦμε:       «Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μαζί σου εἶναι ὁ Κύριος, ποὺ δωρίζει στὸν κόσμο μὲ ἐσένα, τὸ μέγα ἔλεος». 


Θάνατος δὲν ὑπάρχει ἐδῶ πέρα ποῦ εἶναι ἡ μητέρα τῆς Ζωῆς; Κι᾿ οὔτε μοιρολόγια καὶ ξόδια θρηνητερά, παρὰ χαρὰ ἀνεκλάλητη, γάμος πνευματικός, τράπεζα ἁγιασμένη ποὺ ἔχει ἀπιθωμένον ἀπάνω της τὸν ἄρτο τῆς ζωῆς καὶ τὸ κρασὶ τῆς ἀθανασίας, καὶ πίνουνὲ οἱ χριστιανοὶ καὶ μεθᾶνε ἕνα μεθύσι ἅγιο, ἁγνό, ἄμωμο καὶ δὲν βρίσκονται πιὰ μπροστὰ σἕνα λείψανο ποὺ τὸ κηδεύουνε, ἀλλὰ βρίσκονται στὴ Ναζαρέτ, στὸ σπίτι τὸ χαρούμενο καὶ τὸ μοσκοβολημένο ἀπὸ τὴν παρθενικὴ εὐωδία τῆς Παναγίας, τότε ποὺ ἤτανε δεκάξη χρονῶν, κατὰ κείνη τὴν ἡμέρα πὤγινε ὁ Εὐαγγελισμός, καὶ κράζουνε γηθόσυνα οἱ λιγόζωοι οἱ ἄνθρωποι σὰ νάναι ἀθάνατοι, μαζὶ μὲ τὸν ἀρχάγγελο Γαβριήλ: «Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μετὰ σοῦ ὁ Κύριος!» Ἡ Κοίμησις γίνεται Εὐαγγελισμός, ἡ θλίψη μεταλλάζεται σὲ χαρά!

Ναί, Δὲν ὑπάρχει ἀληθινὴ χαρά, παρὰ μονάχα στὸ Χριστὸ κι᾿ αὐτὴ ἡ χαρὰ εἶναι ἕνα ἀμάραντο λουλούδι, πὤχει τὴ ρίζα του στὸν πόνο. Οἱ ἄλλες οἱ χαρὲς εἶναι χαρὲς ψεύτικες, χωρὶς ρίζα.

«Ἡ γυνὴ ὅταν τίκτῃ, λύπην ἔχει, ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα αὐτῆς. Ὅταν δὲ γεννήσῃ τὸ παιδίον, οὐκέτι μνημονεύει τῆς θλίψεως, διὰ τὴν χαρὰν ὅτι ἐγεννήθη ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσμον. 

Καὶ ὑμεῖς οὖν λύπην μὲν νῦν ἔχετε· πάλιν δὲ ὄψομαι ὑμᾶς, καὶ χαρήσεται ὑμῶν ἡ καρδία καὶ τὴν χαρὰν ὑμῶν οὐδεὶς αἴρει ἀφ᾿ ὑμῶν». Τὰ μάτια μου εἶναι θολωμένα ἀπὸ τὰ δάκρυα τώρα ποὺ γράφω αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ μας. 

Αὐτὰ τὰ λίγα λόγια τὰ φύλαξε ἡ ἀνθρωπότητα στὴν καρδιά της καὶ μ᾿ αὐτὰ κλαίγει καὶ μ᾿ αὐτὰ χαίρεται. Αὐτὰ τὰ λόγια γενήκανε θεμέλιο τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ μεταλλαχτήκανε σὲ λογῆς-λογῆς ἁγιασμένα αἰσθήματα καὶ βγήκανε ἀπὸ τὶς καιόμενες καρδιὲς τῶν ἁγίων ἀνθρώτων καὶ εὐωδιάσανε τὸν κόσμο. Ἀπὸ τὸν ἕναν γινήκανε ὕμνοι, ἀπὸ τὸν ἄλλον εἰκονίσματα, σὲ ἄλλον γινήκανε προσευχή, σὲ ἄλλον ψαλμός, σὲ ἄλλον ἐκκλησιὰ μὲ κουμπέδες καὶ μὲ ἁγιατράπεζα, σὲ ἄλλον θυσία τοῦ μάταιου κόσμου καὶ βουβὴ κατάνυξη. 

Αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ σταθήκανε πηγὴ καὶ ἔμπνευση καὶ γιὰ τὸ θρηνητικὸ ἀηδόνι τῆς ἔρημος, θέλω νὰ πῶ γιὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, σὲ ὅσα ἔγραψε γιὰ τὸ «Χαροποιὸν πένθος»: «Ὅποιος κλαίγει, λέγει αὐτὸς ὁ ἅγιος, καὶ πικραίνεται γιὰ τὸν Θεό, ἐκεῖνος ἀξιώνεται νὰ δεῖ στὴν ψυχή του τὴν oυράνια καὶ θεία παρηγοριά. Κι᾿ αὐτὴ ἡ οὐράνια παρηγοριὰ εἶναι κάποια ἀνακούφιση καὶ θεϊκὴ ἀλάφρωση, ποὺ παρηγορᾶ τὴν πονεμένη καὶ πικραμένη ψυχή, ὁποῦ θλίβεται γιατὶ χωρίσθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὶς ἁμαρτίες της. Καὶ τούτη ἡ χαριτωμένη βοήθεια ἀλλάζει τὰ πονεμένα δάκρυα τῆς ψυχῆς, ποὺ εἶναι καταφαρμακωμένη, σὲ κάποια παρηγοριὰ θαυμαστή.

Ὅποιος πορεύεται μ᾿ αὐτὴ τὴ λύπη τοῦ Θεοῦ, αὐτὸς ἀκατάπαυστα γιορτάζει κάθε μέρα κι᾿ ἀγάλλεται ἡ ψυχή του. Τοῦτο τὸ ἅγιο καὶ θεάρεστο κλάψιμο εἶναι μία λύπη ἀλησμόνητη τῆς ψυχῆς, μιὰ ὄρεξη πονεμένης καρδιᾶς, ποὺ γυρεύει μὲ μεγάλη θέρμη τὸν Θεὸ ὁποῦ τὸν ἐπιθυμὰ πάντα της. 

Κράτα λοιπὸν καλὰ τὴ χαριτωμένη καὶ τὴν ἥμερη καὶ τὴν ἅγια λύπη, ποὺ κάνει τὴν ψυχή σου vα θλiβεται ἀντάμα καὶ νὰ χαίρεται. Ἐγώ, λογιάζοντας καλὰ τὴν ἐνέργεια τούτη τῆς ἅγιας κατάνυξης, ξεσταίνουμαι καὶ θαυμάζω, πὼς ἐτοῦτο ποὺ λέγεται κλάψιμο καὶ λύπη, καὶ ποὺ φαίνεται πολὺ πικρὸ κι᾿ ἀβάσταχτο, ἔχει μέσα του πλεγμένη καὶ σμιγμένη τὴ χαρά, καὶ τὴν εὐφροσύνη, ὅπως εἶναι σμιγμένο τὸ κερὶ μὲ τὸ μέλι στὴν μελόπητα. 

Καὶ σέρνει ἐκείνους ποὺ τὴν ἀξιωθήκανε μὲ πόθο μεγάλον καὶ μὲ πολλὴν ἀγάπη, καὶ φοβοῦνται νὰ μὴν τὴν χάσουνε, καὶ τὴν φυλάγουνε περισσότερο ἀπ᾿ ὅσο φυλάγουνε οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι τ᾿ ἀκριβὰ πετράδια καὶ τ᾿ ἀσημοχρύσαφα. 

Εἶναι μιὰ ἥμερη χαρὰ κ᾿ ἕνα θεϊκὸ χάρισμα μὲ τὸ ὁποῖο στολίζει ὁ Θεὸς τοὺς φίλους του, καὶ κάνει νὰ ἔχουνε μίαν ἀληθιvὴ χαρὰ καὶ ὄρεξη γιὰ τὸν Θεό, ποὖναι συντροφιασμένη μὲ κάποια θεραπευτικὴ λύπη ὁποῦ δὲν ἔχει μέσα της καμιὰ σαρκικὴ ἀγάπη, παρὰ μονάχα μιὰ παρηγοριὰ ἀγγελικὴ καὶ οὐράνια, μὲ τὴν ὁποία παρηγορᾶ ὁ Θεὸς κρυφὰ ἐκείνους ποὺ συντρίβουνε μὲ πόνο καὶ μὲ ταπείνωση τὴν καρδιά τους.» Ἄμποτε νὰ τὴν ἀξιωθοῦμε κ᾿ ἐμεῖς, μὲ τὴ χάρη τῆς Παναγίας ποὺ γιορτάζουμε σήμερα. Ἀμήν.

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου

 Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι η αρχή όλων των Δεσποτικών εορτών. Στο απολυτίκιο της εορτής ψάλλουμε: "σήμερον της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον και του απ’ αιώνος μυστηρίου η φανέρωσις...". Το περιεχόμενο της εορτής αναφέρεται στο γεγονός κατά το οποίο ο αρχάγγελος Γαβριήλ – ο άγγελος εκείνος με τον οποίο συνδέονται όλα τα γεγονότα που έχουν σχέση με την ενανθρώπηση του Χριστού – επισκέφθηκε με εντολή του Θεού την Παναγία και την πληροφόρησε ότι έφθασε ο καιρός της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού, και ότι αυτή θα γίνη η μητέρα Του. (βλ. Λουκά α', 26-56).


Η λέξη "ευαγγελισμός" αποτελείται από δύο επί μέρους λέξεις, ήτοι εύ και αγγελία, και δηλώνει την καλή είδηση, την καλή αγγελία. Πρόκειται για την πληροφορία που δόθηκε δια του αρχαγγέλου ότι ο Λόγος του Θεού θα ενανθρωπήση για την σωτηρία του ανθρώπου. Ουσιαστικά πρόκειται για την εκπλήρωση της υποσχέσεως του Θεού, που δόθηκε μετά την πτώση του Αδάμ και της Εύας (βλ. Γεν. γ', 15), η οποία λέγεται πρωτευαγγέλιο. Γι’ αυτό, η πληροφορία της ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού είναι η μεγαλύτερη είδηση μέσα στην ιστορία.


Ο αρχάγγελος Γαβριήλ απεκάλεσε την Παναγία "κεχαριτωμένη". Της είπε: "Χαίρε, κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σού, ευλογημένη συ εν γυναιξίν" (Λουκ. α', 28-29).

Η Παναγία αποκαλείται "κεχαριτωμένη" και χαρακτηρίζεται "ευλογημένη", αφού ο Θεός είναι μαζί της.

Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, και άλλους αγίους Πατέρας, η Παναγία είχε ήδη χαριτωθή, και δεν χαριτώθηκε την ημέρα του Ευαγγελισμού. Παραμένοντας μέσα στα άγια των αγίων του Ναού έφθασε στα άγια των αγίων της πνευματικής ζωής, που είναι η θέωση. Εάν το προαύλιο του Ναού προοριζόταν για τους προσηλύτους και εάν ο κυρίως Ναός για τους ιερείς, τα άγια των αγίων προορίζονταν για τον αρχιερέα. Εκεί εισήλθε η Παναγία, δείγμα ότι έφθασε στην θέωση. Είναι γνωστόν ότι στην χριστιανική εποχή ο νάρθηκας προοριζόταν για τους κατηχουμένους και τους ακαθάρτους, ο κυρίως ναός για τους φωτισθέντας, τα μέλη της Εκκλησίας, και τα άγια των αγίων γι’ αυτούς που έφθασαν στην θέωση.


Έτσι, η Παναγία είχε φθάσει στην θέωση και πριν ακόμη δεχθή την επίσκεψη του αρχαγγέλου. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποίησε μια ειδική μέθοδο Θεογνωσίας και Θεοκοινωνίας, όπως ερμηνεύει θαυμάσια και θεόπνευστα ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Πρόκειται για την ησυχία, την ησυχαστική οδό. Κατάλαβε η Παναγία ότι δεν μπορεί κανείς να φθάση στον Θεό με την λογική, την αίσθηση, την φαντασία και την ανθρώπινη δόξα, αλλά δια του νού. Έτσι νέκρωσε όλες τις δυνάμεις της ψυχής που προέρχονται από την αίσθηση, και δια της νοεράς προσευχής ενεργοποίησε τον νού. Με αυτόν τον τρόπο έφθασε στην έλλαμψη και την θέωση. Και γι’ αυτό αξιώθηκε να γίνη Μητέρα του Χριστού, να δώση την σάρκα της στον Χριστό. Δεν είχε απλώς αρετές, αλλά την θεοποιό Χάρη του Θεού.


Η Παναγία είχε το πλήρωμα της Χάριτος του Θεού, συγκριτικά με τους ανθρώπους. Βέβαια, ο Χριστός, ως Λόγος του Θεού, έχει όλο το πλήρωμα των Χαρίτων, αλλά και η Παναγία έλαβε το πλήρωμα της Χάριτος από το πλήρωμα των Χαρίτων του Υιού της. Γι’ αυτόν τον λόγο σε σχέση με τον Χριστό είναι κατώτερη, αφού ο Χριστός είχε την Χάρη κατά φύσιν, ενώ η Παναγία κατά μετοχήν, σε σχέση όμως με τους ανθρώπους είναι ανώτερη.



Η απάντηση της Παναγίας στην πληροφορία του αρχαγγέλου ότι θα αξιωθή να γεννήση τον Χριστό ήταν εκφραστική: "Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμά σου" (Λουκ. α', 38). Φαίνεται εδώ η υπακοή της Παναγίας στον λόγο του αρχαγγέλου, αλλά και η υπακοή της στον Θεό, για ένα γεγονός που ήταν παράδοξο και παράξενο για την ανθρώπινη λογική. Έτσι υποτάσσει την λογική της στο θέλημα του Θεού.

Η ένωση της θείας με την ανθρώπινη φύση στην υπόσταση του Λόγου, μέσα στην κοιλία της Θεοτόκου, συνιστά την άμεση θέωση της ανθρωπίνης φύσεως. Δηλαδή, από την πρώτη στιγμή που ενώθηκε η θεία με την ανθρώπινη φύση υπάρχει θέωση της ανθρωπίνης φύσεως.

Ὁ Εὐαγγελισμός ( Λουκ. α: 26-33 ) Ἀρχιμανδρίτης Βασίλειος Μπακογιάννης

 Πέρασαν περίπου ἔξι μῆνες ἀπό τότε πού ἡ Μαρία ἐγκαταστάθηκε στήν Ναζαρέτ στό σπίτι τοῦ Ἰωσήφ. Φαίνεται πώς στό διάστημα αὐτό εἶχε παλαιωθεῖ τό «καταπέτασμα» τοῦ ναοῦ . Καί ἔπρεπε νά ἀντικατασταθεῖ. Τό ἱερώτατο αὐτό σκεῦος δέν μποροῦσε νά προέλθει ἀπό ἀκάθαρτα χέρια. Ἔπρεπε νά «βγεῖ» ἀπό χέρια ἀμίαντα καί καθαρά.


Ὁ ἀρχιερέας Ζαχαρίας διέταξε νά φέρουν στό ναό τίς ἀμίαντες παρθένες ἀπό τήν φυλή Δαυίδ. Ἔδωσε ξεχωριστή ἐντολή νά φέρουν ἀπό τήν Ναζαρέτ τήν παρθένο Μαριάμ. Εἶχαν ἤδη συγκεντρωθεῖ ἑπτά Παρθένες. Ἔβαλαν κλῆρο. Καί ὁ κλῆρος «ἔπεσε» στήν Μαριάμ.


Ἡ Μαριάμ πῆρε τά «ὑλικά», τόν χρυσό, τόν ἀμίαντο, τήν βύσσον, τό σηρικόν, τόν ὑάκινθον, τό κόκκινον καί τήν πορφύραν, γύρισε σπίτι της στή Ναζαρέτ καί «ἔγνεθε», ἔφτιαχνε τό ὕφασμα τοῦ καταπετάσματος.


Ἦταν 25 Μαρτίου. Κυριακή ἀπόγευμα. Ἡ Παρθένος σταμάτησε πρός στιγμή τό ἱερό ἐργόχειρό της. Πῆρε τήν στάμνα ( σύμφωνα μέ τό πρωτευαγγέλιο ) καί πήγαινε γιά νερό στήν βρύση. Καθώς ἔβγαινε ἀπό τό σπίτι, ἄκουσε φωνή πού ἔλεγε:


- Χαῖρε κεχαριτωμένη Μαρία. Ὁ Κύριος μετά σοῦ. Ἦταν ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ.

«Κεχαριτωμένη» τήν εἶπε. Ποιός; Αὐτός ( ὁ ἀρχάγγελος! ) ποὺ «πιάνει τήν μύτη του» καί στόν παραμικρό ἐμπαθῆ λογισμό ! Ἀναλογιζόμαστε τό μέγεθος τῆς ἁγιότητός της!

Συνέχισε τό ἐγκώμιον ὁ μέγας Γαβριήλ:


- Εἶσαι ἡ μόνη γυναίκα, πού ἔχεις τόσο πολύ εὐλογηθεῖ ἀπό τόν Κύριο. «Εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξί». ( Λουκ. α, 26 )


Τί λόγια κολακευτικά. Ἰδιαίτερα γιά μία γυναίκα. Σημειωτέον, ὅτι τά λόγια αὐτά δέν ἔβγαιναν ἀπό τό στόμα τοῦ Ἀρχαγγέλου ὑποκριτικά. Ἔβγαιναν μέσα ἀπό τήν καρδιά του. Καί τό πρόσωπό του ἄστραφτε ἀπό χαρά, πού συνάντησε ἐπί γῆς μία τέτοια γυναίκα. Κι αὐτό τό ἔβλεπε ἡ Μαρία. Καί ὅμως δέν κολακεύτηκε. Οὔτε στό ἐλάχιστο. Τουναντίον ἀνησύχησε. «διεταράχθη ἐπί τῷ λόγῳ αὐτοῦ» ( Λουκ. α. 28 ).


Ἄφησε τήν στάμνα. Καί μπῆκε «ἐν τῇ σκηνῇ ( = οἰκία ) τοῦ Ἰωσήφ». Κάθησε κοντά στό θρόνο της, καί ἔγνεθε τό ὕφασμα τοῦ καταπετάσματος ( ὅπως δείχνει καί ἡ εἰκόνα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ). «Καί διελογίζετο ποταπός εἴη ὁ ἀσπασμός οὗτος» ( Λουκ. α, 30 ).


- Μήπως, ἔλεγε, ὁ πονηρός μοῦ ἔστησε καμιά πλεκτάνη ; Καί πάθω, ὅ,τι ἔπαθε ἡ προμήτορα Εὔα; Κι ἦταν κοπελίτσα 15 ἐτῶν! Κρίσιμες στιγμές. Ὁ ἀρχάγγελος προσπάθησε νά τήν καθησυχάσει.


- Μήν φοβᾶσαι Μαριάμ. Ὁ Θεός σέ χαρίτωσε. Θά μείνεις ἔγκυος. Θά κάνεις παιδί καί θά τό πεῖς Ἰησοῦ. Θά γίνει μεγάλος. Θά ὀνομαστεῖ υἱός τοῦ Ὑψίστου. Καί ἄλλα μεγαλεῖα ( Λουκ. α' 30 - 32 ).


Καί ἡ παρθένος διερωτᾶται: «Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω». (Λουκ. α : 34). Ἐγώ δέν σχετίζομαι μέ σύζυγο. Πῶς θά γίνει αὐτό ποὺ λές; «Καί μήν διά τοῦτο ἔσται, ἐπειδή ἄνδρα οὐ γινώσκεις, (ρητορεύει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος). Εἰ γάρ ἐγίνωσκες ἄνδρα, οὐκ ἄν κατηξιώθης ὑπηρετήσασθαι τήν διακονίαν ταύτην. Ὥστε δι’ ὅ ἀπιστεῖς, δι’ αὐτό πίστευε». ( Ε.Π.Ε . τ. 4 σελ. 250 ) Δηλαδή: Μά γιά αὐτό θά γίνει. Ἐπειδή δέν ἔχεις ἄνδρα. Διότι ἄν εἶχες ἄνδρα, δέν θά καταξιωνόσουν μιᾶς τέτοιας διακονίας. Ὥστε αὐτό πού σέ κάνει νά ἀπιστεῖς, αὐτό σέ κάνει νά πιστέψεις.


Φυσικά ἡ Παρθένος δέν ἦταν ἄπιστη! Εἶχε τόν σκοπό της πού ἀμφέβαλε. Ἤθελε ( διδάσκει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ) νά ἐξακριβώσει μέ πᾶσα λεπτομέρεια, ἄν πρόκειται περί πλάνης. ( ὁμιλ. ιδ' 1 )


Ὁ Γαβριήλ τῆς ἐξήγησε πῶς θά γίνει τό μεγάλο γεγονός.


- Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπί σέ καί δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι. ( Λουκ. α: 33 ). Μήν φοβᾶσαι! Ἡ παρθενία σου θά διαφυλαχθεῖ. Δύναμη Θεοῦ θά σέ καλύψει. Πνεῦμα ἅγιο θά ἔρθει ἐπάνω σου. Καί θά γεννήσεις χωρίς ἄνδρα.


Τώρα διαπίστωσε πώς αὐτό εἶναι θέλημα Θεοῦ. Ὅμως ἡ ἴδια πίστευε πώς πνευματικά ἦταν ἡ πιό πάμφτωχη γυναίκα. Ἑπομένως αὐτό πού τῆς λέει ὁ Γαβριήλ, εἶναι ἀντίθετο μέ τό φρόνημά της, τήν ἐπιθυμία της, τήν δύναμή της. Παρόλο αὐτό δέν ἔφερε ἀντίρρηση. Ὑπέταξε τό θέλημά της στό θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Εἰς τὴν 25ην Μαρτίου +Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης Διονύσιος

 Μαζὶ μὲ τὰς ἄλλας ὁμιλίας, ποὺ θὰ γίνουν σήμερον καὶ θὰ ἀκουσθοῦν ἐντὸς τῶν ἱερῶν ναῶν, ἂς ἀκουσθῆ παρακαλῶ καὶ ἡ ὁμιλία αὐτή, ἀφοῦ ἄλλως τε μᾶς παρέχεται ὁ χρόνος μέχρι τῆς ὥρας τῆς Δοξολογίας κατὰ τὸ ἐπίσημον πρόγραμμα. Οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ὁμιλητὰς εἶναι μᾶλλον βέβαιον ὅτι θὰ ἀγνοήσουν καὶ τὸν χῶρον τῆς Ἐκκλησίας ἐντός τοῦ ὁποίου θὰ ὁμιλήσουν καὶ τὴν συμβολὴν τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὸ γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἑορτάζομεν. Διὰ τοῦτο ἔτι μᾶλλον θὰ πρέπει νὰ ἀκουσθῆ σήμερον ἐντός τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ χώρου, μία ὁμιλία ἡ ὁποία, ἔξω ἀπὸ ἰδεολογικὰς προκαταλήψεις, θὰ ἐκθέση μὲ συντομίαν τὴν θέσιν καὶ τὸ ἔργον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τὴν ζωὴν τοῦ νέου Ἑλληνισμοῦ, πρὸ καὶ μετὰ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπανάστασιν, κυρίως δὲ κατὰ τὴν διάρκειαν αὐτῆς.


Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διεδραμάτισε πράγματι σπουδαῖον πρόσωπον ὄχι μόνο εἰς τὴν διάσωσιν τῆς πίστεως τοῦ λαοῦ, τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως καὶ τῆς γλώσσης, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν προετοιμασίαν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἐνεργῶς συμμετέσχε μὲ πολλὰς καὶ μεγάλας θυσίας. Ἀλλὰ ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάστασις εἶχε τὸ ἀτύχημα διὰ τὸ Ἔθνος νὰ συμπέση εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ παρελθόντος αἰῶνος καὶ μετὰ τὴν Γαλλικὴν Ἐπανάστασιν, εἰς τοὺς χρόνους δηλαδὴ τοῦ διαφωτισμοῦ καὶ τῆς ἀρνήσεως, αἱ ἰδέαι τῶν ὁποίων δυσμενῶς ἐπέδρασαν ἐπὶ τοῦ ἀναγεννωμένου Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Τὴν ἑπομένην τῆς μεγάλης Ἐπαναστάσεως ἡ Ἐκκλησία ὡς θεσμὸς καὶ ὁ ἱερὸς Κλῆρος, ὡς πνευματικὸς ὁδηγὸς τοῦ λαοῦ, ὄχι μόνον ἠγνοήθησαν, ἀλλὰ καὶ θετικῶς ἀπεκλείσθησαν ἀπὸ τὴν ζωὴν τοῦ νέου Κράτους.


Οἱ ἐχθροί του Ἔθνους καὶ τῆς Ἐκκλησίας ἐδυσφήμησαν καὶ ἐσυκοφάντησαν τὸν ἱερὸν Κλῆρον, πολλοὶ δὲ καὶ ἐκ τῶν διανοουμένων μας μετὰ τὴν Ἐπανάστασιν ἐπὶ ἑκατὸν πενήντα τώρα χρόνια, προσκατειλημμένοι καὶ αὐτοὶ κατὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ποτισμένοι μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ἀρνήσεως, ἔφθειραν ὄχι ὀλίγον τὸ αἴσθημα τοῦ ὀρθοδόξου Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον ἐζήτησαν νὰ ἀποκόψουν ἀπὸ τὴν παράδοσίν του καὶ τὴν πατρώαν εὐσέβειαν.


Ἀλλ’ ἂν θὰ εἶχε κανεὶς νὰ κατηγορήση τὴν Ἐκκλησίαν, θὰ ἔλεγεν ὅτι πολλάκις τὸν τελείως δευτερογενῆ δι’ αὐτὴν ἐθνικὸν σκοπὸν ἔθεσεν ὑπεράνω τῶν καθαρῶς θρησκευτικῶν καὶ πνευματικῶν της ἔργων καὶ τοῦ ἰδίου της συμφέροντος. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ὄχι νὰ κατηγορήσωμεν τὴν Ἐκκλησίαν δὲν ἔχομεν, ἀλλὰ καὶ oἱ Ἕλληνες καὶ ὅλοι οἱ βαλκανικοὶ λαοὶ αἰώνιον ὀφείλομεν εἰς αὐτὴν εὐγνωμοσύνην διὰ τὴν κένωσιν αὐτῆς καὶ τὰς θυσίας της ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους. Συνήθως ὁμιλοῦμε περὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ ὀρθοδόξου Κλήρου καὶ τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὸ Ἔθνος ἀπὸ τῆς ἑπομένης τῆς ἁλώσεως μέχρι τῆς Ἐπαναστάσεως, καὶ ἐννοοῦμεν τί προσέφερεν αὐτὴ εἰς πρόσωπα καὶ εἰς ἄψυχον ὑλικὸν ἀλλ’ εἶναι μεγαλυτέρας ἄξιας, ἠθικῆς καὶ πνευματικῆς ἡ ζημία τὴν ὁποίαν αὕτη ὑπέστη, κενώσασα ἑαυτὴν καὶ ἄρασα τὸν βαρὺν σταυρόν, ὄχι πλέον τοῦ σωματικοῦ, ἀλλὰ τοῦ ψυχικοῦ μαρτυρίου.


Θὰ ἦτο βεβαίως ὑπερβολὴ καὶ ἄγνοια τῆς Ἱστορίας, ἐὰν ἐλέγομεν ὅτι ὁ ἱερὸς ἀγὼν τῶν Ἑλλήνων πρὸς ἀνάκτησιν τῆς ἐλευθερίας ὑπῆρξεν ἔργον μόνον τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ ἱεροῦ Κλήρου. Σύσσωμον τὸ Ἔθνος ἐξεσηκώθη πρὸς ἀποτίναξιν τοῦ βαρβαρικοῦ ζυγοῦ τῆς δουλείας· οἱ Πατριάρχαι, οἱ ἐπίσκοποι, οἱ παπάδες, οἱ καλόγηροι, οἱ διδάσκαλοι, οἱ ἔμποροι, οἱ ἁρματολοί, οἱ ὁπλαρχηγοί, οἱ καραβοκύρηδες, οἱ πυρποληταί, ὅλοι αὐτοὶ ἦσαν ἡ Ἐκκλησία, ὅλοι ἦσαν ἄνδρες πίστεως, καὶ ἦτο αὐτὴ ἡ πίστις ποὺ τοὺς ὥπλιζε μὲ ὑπομονήν, μὲ ἐλπίδα, μὲ εὐψυχίαν, μὲ πνεῦμα θυσίας. Κέντρον καὶ συνισταμένη τοῦ ἐθνικοῦ βίου ὑπὸ τὸν ζυγὸν τῆς δουλείας ὑπῆρξε πάντοτε ἡ Ἐκκλησία, ὄχι τόσον ὡς μία ἐξουσία ἐπὶ τοῦ λαοῦ καὶ ὀργάνωσις, ὅσο ὡς μία ἐσωτερικὴ πνοὴ καὶ δύναμις, ζωοποιοῦσα τὸ ἐθνικὸν σῶμα, ἑνοῦσα τὰ μέλη αὐτοῦ διὰ τῆς κοινῆς πίστεως καὶ συντονίζουσα τὰς ἐνεργείας του. Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ.


Εἶναι δὲ αὐτὸ ἀκριβῶς ἡ ἱστορικὴ νεοελληνικὴ πραγματικότης, ἥτις ἀγνοεῖται κατ’ ἐπηρεασμὸν ξένων ἰδεολογικῶν σχημάτων τῆς νεωτέρας ἐποχῆς. Ἀλλ’ ὁ ἐθνικὸς βίος τῶν Ἑλλήνων καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάστασις δὲν εἶναι ἔκφρασις κάποιας ἰδεολογίας, ἀλλὰ ἡ συνέχεια καὶ διατήρησις τῆς παραδόσεως τῆς φυλῆς, ἡ ὁποία παράδοσις εἶναι ἀδιάσπαστος, ἑνιαία καὶ κοινή, παράδοσις ἐθνικὴ καὶ ἐκκλησιαστική. Κάποιοι, ποὺ ἐπαναλαμβάνουν κοινοὺς τόπους, εἶδαν τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπανάστασιν ὡς μίαν λεπτομέρειαν εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Εὐρώπης κατ’ ἐπίδρασιν καὶ ὡς προέκτασιν τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως. Ἀλλὰ ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανὰστασις τοῦ 1821 δὲν εἶναι ἡ πρώτη μετὰ τὸ 1453, ἡ ὁποία ἐπερίμενε τὴν Γαλλικὴν Ἐπανάστασιν διὰ νὰ τὴν μιμηθῆ. Ἔπειτα δὲ ὁ χαρακτὴρ τῶν δύο ἐπαναστάσεων εἶναι ὁλωσδιόλου διάφορος καὶ ἀντίθετος. Ἡ Γαλλικὴ Ἐπανάστασις εἶναι ἐπανάστασις κοινωνική, ἀντιεκκλησιαστικὴ καὶ ἀντιχριστιανικὴ· ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάστασις εἶναι ἐπανάστασις ἐθνική, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπρωτοστάτησεν ἡ Ἐκκλησία καὶ ὁ Κλῆρος. Δὲν εἶναι βέβαια δυνατὸν νὰ ἀναπτύξωμεν ἐδῶ ὅσον πρέπει τὸ θέμα τοῦτο, νὰ ἀνασκευάσωμεν θέσεις καὶ νὰ διαλύσωμεν προκαταλήψεις, ἀλλὰ τοῦτο μόνον εἶναι ἀνάγκη νὰ λεχθῆ, ὅτι ἡ νεοελληνικὴ ἱστορικὴ πραγματικότης ἔχει ἕνα ἰδικὸν της πραγματικὸν καὶ οὐσιαστικὸν περιεχόμενον, ἔξω ἀπὸ σχήματα καὶ ἰδεολογίας, αἱ ὁποῖαι συνετάραξαν τὴν Εὐρώπην καὶ συνταράσσουν ἤδη ὅλον τὸν κόσμον. Ἡ ρωμιοσύνη, μετὰ τὴν διάλυσιν τοῦ κράτους καὶ τὴν ἅλωσιν τῆς πόλεως, συνεσπειρώθη ὡς Ἐκκλησία καὶ ὡς Ἔθνος καὶ ἔζησε μὲ τὸ ὅραμα τῆς ἀναστάσεως τοῦ Γένους. Ὁ ἥρως καὶ μάρτυς βασιλεύς, ποὺ ἔπεσε τελευταῖος ὑπερασπιστὴς τῆς βασιλευούσης, εἶναι ὁ ὑπνώσας διὰ νὰ ἀναστῆ, καθὼς ἀκριβῶς ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη.


Ἀλλὰ μετὰ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπανάστασιν ὁ πολιτικὸς καὶ δημόσιος βίος μας ἤρχισε νὰ θεμελιώνεται ἔξω ἀπὸ τὴν παράδοσιν τοῦ Γένους, ἡ ὁποία τὸ ἐκράτησεν ὀρθὸν εἰς τὴν αἰχμαλωσίαν του καὶ τὸ ὡδήγησεν εἰς τὸν μεγάλον ξεσηκωμόν. Ἠκολούθησαν βέβαια τὰ νεώτερα κατορθώματα τῆς φυλῆς, ἀκόμη δὲ καὶ αἱ ἐθνικαὶ συμφοραί, καὶ ὅλα αὐτὰ ὡς μία συνέχεια καὶ προέκτασις πρὸς ὁλοκλήρωσιν τοῦ ἔργου τῆς μεγάλης Ἐπαναστάσεως· ἐν τούτοις αἰσθανόμεθα ὅτι εἴμεθα ἔξω ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ ἱεροῦ Ἀγῶνος.

Αὐτὸ τὸ πνεῦμα, ὡς τεκμήριον τῶν ἠθικῶν δυνάμεων αἵτινες ἐκίνουν τὸν ἱερὸν Ἀγώνα, τὸ βλέπομεν εἰς τὸν λόγον αὐτῶν τούτων τῶν ἀγωνιστῶν, ὅστις εἶναι λόγος ζωῆς. Τὰ Ἀπομνημονεύματα τῶν ἀγωνιστῶν εἶναι μία πρώτη πηγὴ ζωντανοῦ λόγου καὶ καθαρᾶς ἱστορικῆς ἀληθείας, ὅσον καὶ ἂν δὲν θὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς ἀνθρώπους, ποὺ γράφουν πάντοτε μὲ κέντρον τὸ πρόσωπόν των καὶ τὴν ἰδικὴν των δρᾶσιν.


Ἀναγινώσκομεν ἐπὶ παραδείγματος εἰς τὰ Στρατιωτικὰ Ἐνθυμήματα τοῦ Κοζανίτου Νικολάου Κασομούλη·


«Ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα, ὁ χαρακτὴρ καὶ τὰ ἔθιμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ βασιλείου μας, ἐδιατηρήθησαν ὑπὸ τὴν ἐπαγρύπνησιν τοῦ κλήρου μας... καὶ διὰ τῆς κοινῆς εὐλαβείας πρὸς τὴν ἁγίαν ἡμῶν θρησκείαν» (1).


Πόση πράγματι ἀμφισβήτησις καὶ πόση ἀνίερος πολεμικὴ δὲν ἔγινε περὶ τὸ σημεῖον τοῦτο, ὄχι μόνον ἀπὸ τοὺς ξένους, ποὺ δὲν ἐνόησαν ποτὲ τὴν Ὀρθοδοξίαν καὶ τὸ ἔργον τοῦ κλήρου μας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ἰδικούς μας, ποὺ ποτὲ δὲν ἐπίστευσαν ὡς ὀρθόδοξοι καὶ δὲν ἔζησαν ὡς Ἕλληνες.


Τὸ ποιὸς ἄνεμος ἤρχισε νὰ πνέη καὶ εἰς στὸν τόπον μας, ἀμέσως μόλις ἡ Ἑλλὰς ἔγινεν ἕνα μικρὸν ἐλεύθερον κράτος, τὸ βλέπομεν εἰς τὰ Ἀπομνημονεύματα τοῦ ἄλλου ἐκείνου ἀγωνιστοῦ, τοῦ Μακρυγιάννη, ποὺ εἰς μεγάλην ἡλικίαν ἐκάθησε καὶ ἔμαθεν ὀλίγα γράμματα, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ γράψη καὶ νὰ μᾶς ἀφήση τὴν πείρα του· «Ὅ,τι τοὺς λές. Ἡ θρησκεία δὲν εἶναι τίποτας», γράφει μὲ τὸ ἐπιγραμματικόν του ὕφος, τὸ μοναδικὸν καὶ ἀνεπανάληπτον εἰς τὴν νεοελληνικὴν λογοτεχνίαν. «Ἡ θρησκεία δὲν εἶναι τίποτας» εἶναι ἡ ἀπάντησις τῶν ἐλευθέρων λεγομένων πνευμάτων καὶ τῶν ξεριζωμένων ἀνθρώπων, ποὺ δὲν καταδέχονται νὰ ἔχουν τὴν πίστιν τοῦ λαοῦ. Ὁ ἀγωνιστὴς Μακρυγιάννης μὲ τὴν πείραν του καὶ μὲ τὰ πέντε τραύματά του εἰς τὸν ἀγώνα τοῦ Ἔθνους εἶχεν ἄλλην γνώμην, ποὺ δὲν εἶναι ἁπλῶς γνώμη, ἀλλὰ πίστις καὶ βίωμα καὶ πραγματικότης. «Ἡ πατρίδα τοῦ κάθε ἀνθρώπου καὶ ἡ θρησκεία εἶναι τὸ πᾶν», γράφει καὶ ὁμιλεῖ δι’ αὐτοῦ ἡ ἱστορία καὶ ἡ παράδοσις τοῦ Ἔθνους ἀπὸ τὴν πανάρχαιον ἐποχήν, ὡς μαρτυρία ὅτι «χωρὶς ἀρετὴ καὶ πόνο εἰς τὴν πατρίδα καὶ πίστη εἰς τὴν θρησκείαν ἔθνη δὲν ὑπάρχουν».


Οἱ Τοῦρκοι ἀντελήφθησαν καλύτερον ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας τὴν θέσιν καὶ τὴν σημασίαν τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὴν ἐθνικήν μας ὑπόθεσιν. Ἤξευραν οἱ Τοῦρκοι διατὶ ὡδήγησαν εἰς τὴν ἀγχόνην ἤ ἔπνιξαν εἰς τὴν θάλασσαν ἤ ἀπεκεφάλισαν ἕνδεκα Πατριάρχας. Ἤξευραν διατὶ ἐθανάτωσαν ἑκατὸν περίπου ἐπισκόπους· τοὺς ἐξέδειραν, τοὺς ἀνεσκολόπισαν, τοὺς ἀπηγχόνισαν, τοὺς ἀπεκεφάλισαν, τοὺς διεμέλισαν, σύροντες αὐτοὺς εἰς τὸν δρόμον. Εἰς ἕξ χιλιάδας ἀναβιβάζει ξένος περιηγητὴς τοὺς θανατωθέντας λειτουργούς τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος, ἄλλοι δὲ ὑπολογίζουν αὐτοὺς εἰς ἔτι περισσοτέρους.


Ἕνας ποὺ ἀντελήφθη τὴν θέσιν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν σημασίαν της εἰς τὸν ἐθνικόν μας βίον, «πολὺ βαθύτερον παρ’ ὅσον οἱ παρ’ ἡμῖν τὰ ξένα ἀνοήτως πιθηκίζοντες ἀντιπρόσωποι τοῦ ἀντικληρικοῦ πνεύματος», ὑπῆρξεν ὁ πρῶτος κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος Ἰωάννης Καποδίστριας. Ὅ,τι πράγματι ἐχαρακτήριζε τὸν Κυβερνήτην ἦτο «ἡ πεφωτισμένη πίστις εἰς τὸν Θεὸν καὶ ἡ ἀκλόνητος αὐτοῦ εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἀφοσίωσις». Ὅθεν, πρὶν ἀκόμη καταβῆ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἔγραφεν εἰς ἐπιστολήν του ὅτι «τὸ πρώτιστον καὶ οὐσιωδέστατον τῶν καθηκόντων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ παράσχη εἰς τὸ Ἔθνος τὴν διδασκαλίαν τῆς πίστεως». Τῶν δὲ ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας τὸ ἔργον ἔβλεπεν ἤδη, μετὰ τὰς ἡμέρας τοῦ πολέμου, ὡς ἔργον πνευματικῆς διοικήσεως καὶ οἰκοδομῆς τῶν χριστιανῶν, οἵτινες ἔπρεπε νὰ στηριχθοῦν «μὲ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ τῆς Ὀρθοδοξίας τὴν ἀληθῆ ἄγκυραν». Ἡ ἐγκύκλιός του πρὸς τὸν ἱερὸν Κλῆρον εἶναι κείμενον προφητικῆς πνοῆς καὶ ἀποστολικοῦ ὕφους. «Λαλήσατε», γράφει, «εἰς τὰς καρδίας τοῦ λαοῦ τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ, ὀρθοτομοῦντες τὸν λόγον τῆς ἀληθείας· κηρύξατε τὴν εἰρήνην εὐαγγελίσασθε τὴν ὁμόνοιαν διδάξατε τὴν φιλαδελφίαν, τὴν πρὸς ἀλλήλους ἀγάπην, ἵνα ὦσιν οἱ πάντες ἕν ἐν Χριστῷ· στηρίξατε τὰς καρδίας τῶν πιστῶν εἰς τὰ θεία δόγματα· ἐμπνεύσατε εἰς αὐτοὺς τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ, τὴν ἀγάπην πρὸς τὸν πλησίον καὶ τὴν ὑποταγὴν εἰς τὰς Ἀρχάς...».


Ἀλλὰ τὸ ἔργον τοῦ μεγάλου ἐκείνου Κυβερνήτου τῆς Ἑλλάδος, ὅστις ἠθέλησε νὰ θεμελίωση τὸν κοινωνικὸν καὶ πολιτικὸν βίον τοῦ νέου Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐπὶ τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως τοῦ Ἔθνους, διεκόπη ἀποτόμως, ὅτε τὴν 27ην Σεπτεμβρίου τοῦ 1831 ἐδολοφονειτο εἰς τὸ Ναύπλιον πρὸ τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος, καθ’ ἥν ὥραν μετέβαινεν εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν.


Μετέπειτα ἄλλοι ἄνθρωποι, ξένοι καὶ ἰδικοί μας, ἔδωκαν ἄλλην γραμμὴν εἰς τὴν διοίκησιν τῶν πολιτικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων τοῦ τόπου μας, ὥστε ἐπὶ ἑκατὸν πενήντα χρόνια νὰ εἴμεθα σχεδὸν ἀποκεκομμένοι ἀπὸ τὴν πνευματικὴν καὶ ἐθνικήν μας παράδοσιν. Ἡ παράδοσις αὐτὴ ἀναμφιβόλως εἶναι παράδοσις ἐκκλησιαστική, εἶναι μνήμη καὶ ζωὴ τῆς ἀνατολικῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ στηρίζει φυλετικὰ τὴν τελευταίαν φάσιν τῆς σημερινῆς ἐθνικῆς μας συγκροτήσεως. Ἐὰν δὲν ἀνατρέχωμεν εἰς αὐτὴν διαρκῶς καὶ ἂν δὲν τὴν διατηροῦμεν ἄσβεστον, μετατοπιζόμεθα καὶ γινόμεθα κοσμοπολιται οὑμανισταί, θύματα τοῦ περίφημου Διαφωτισμοῦ, ἀφελληνιζόμεθα καὶ ἀποδιώκομεν κατὰ τρόπον ἀγνώμονα τὰς ἡρωϊκὰς καὶ ζωντανὰς πηγὰς τῆς ὑποστάσεώς μας.


Εἰς τὰς 5 Ἀπριλίου τοῦ 1920, Κυριακήν τοῦ Θωμᾶ, ἕνας διαπρεπὴς ὀρθόδοξος ἱεράρχης καὶ θεολόγος τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας, ὁ Ἀντώνιος Μητροπολίτης Κιέβου, βαστάζων ἐν τῷ σώματι αὐτοῦ τὰ στίγματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐλειτούργησε καὶ ἐκήρυξεν εἰς τὸν Μητροπολιτικὸν ναὸν τῶν Ἀθηνῶν, καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων εἶπε τὰ ἑξῆς· «Εἴθε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ αὐτοῦ... νὰ διατήρησῃ πάντας τοὺς θησαυροὺς τοῦ πνεύματος, τοὺς ὁποίους δὲν κατεδαπάνησεν, ἀλλ’ ἐπηύξησεν ἐν ταῖς ἡμέραις τῶν θλίψεων καὶ κατὰ τοὺς αἰῶνας τῆς δουλείας...».


Εἴθε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί. Αὐτὴν τὴν εὐχὴν ἐπαναλαμβάνομεν καὶ ἡμεῖς σήμερον, ὅτε Ἐκκλησία καὶ Ἔθνος ἑορτάζομεν τὴν ἐπέτειον τῆς μεγάλης Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως. Ἀμήν.


† ὁ Σ.Κ.Δ.


* Ἐλέχθη στὸν Μητροπολιτικὸ Ἱ. Ν. τοῦ ἁγίου Νικολάου Κοζάνης στὶς 25 Μαρτίου 1982.

Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ

 «Πανηγύρι της πίστης και της λευτεριάς» κατά τον ποιητή η 25η Μαρτίου. Ημέρα που καλούμαστε να θυμηθούμε τους αγώνες που έκαναν οι ηρωϊκοί προγονοί μας, προκειμένου να αποτινάξουν τη για 400 χρόνια σκλαβιά των Τούρκων. Ιερό ορόσημο η ημέρα, αφού θεωρείται η απαρχή για την απόκτηση της εθνικής μας ελευθερίας. Είναι όμως και ημέρα που περισσότερο καλεί εμάς τους πιστούς, οι οποίοι βλέπουμε το βάθος των γεγονότων, όχι απλώς να θυμηθούμε κάτι ή και να παραδειγματιστούμε από κάτι, αλλά να συμμετάσχουμε στο σπουδαιότερο γεγονός που πραγματοποιήθηκε ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία: τη σάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού μέσα στην Παναγία. Κι αν η μία εορτή είναι σπουδαία λόγω της απαρχής της εθνικής μας ελευθερίας, η άλλη, του Ευαγγελισμού, είναι σπουδαιοτάτη εορτή, λόγω της απαρχής της υπαρξιακής και αιώνιας σωτηρίας μας.


Το απολυτίκιο της ημέρας μας βοηθάει στην προσέγγιση του νοήματος της εορτής, οπότε αυτό θα σχολιάσουμε δι’ ολίγων στη συνέχεια.

«Σήμερον της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον και του απ’ αιώνος μυστηρίου η φανέρωσις. Ο Υιός του Θεού υιός της Παρθένου γίνεται και Γαβριήλ την χάριν ευαγγελίζεται. Διό και ημείς συν αυτώ τη Θεοτόκω βοήσωμεν∙  Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά Σου».

(Σήμερα ανακεφαλαιώνεται η σωτηρία μας και φανερώνεται το προαιώνιο μυστήριο. Ο Υιός του Θεού γίνεται υιός της Παρθένου Μαρίας και ο αρχάγγελος Γαβριήλ εξαγγέλλει χαρμόσυνα τη χάρη αυτή. Για το λόγο τούτο κι εμείς μαζί με αυτόν ας φωνάξουμε δυνατά στη Θεοτόκο: Χαίρε Συ που είσαι γεμάτη από τη χάρη του Θεού. Ο Κύριος είναι μαζί Σου).


Το πρώτο σημείο που μας επισημαίνει το απολυτίκιο είναι το πώς πρέπει να στεκόμαστε απέναντι στη Θεοτόκο. Καλούμαστε να τη δούμε γεμάτη από τη χάρη και το φως του Θεού. Όχι γιατί από μόνη της έχει την ιδιαιτερότητα αυτή, αλλά γιατί ο ίδιος ο Θεός προσέβλεψε πάνω της και την επισκίασε με το Πανάγιο Πνεύμα Του. Η Παναγία, ιδίως μετά τον Ευαγγελισμό, ποτέ δεν είναι μόνη της. Μολονότι και προ του Ευαγγελισμού είχε τη χάρη του Θεού λόγω της αγιασμένης ζωής της – μη ξεχνάμε ότι από παιδούλα τριών ετών εισήλθε στον Ναό και ζούσε με συνεχείς προσευχές και νηστείες – όμως εκεί που έλαβε τη σχετική πληρότητα της χάρης ήταν στον Ευαγγελισμό της, οπότε έκτοτε η παρουσία του Χριστού την συνόδευε σε κάθε βήμα της και σε κάθε εκδήλωση της ζωής της. Γι’ αυτό και στο πρόσωπο της Παναγίας κρίνεται και η ποιότητα της πίστης των Χριστιανών: τυχόν αποδοχή της Παναγίας ως Κεχαριτωμένης και φανέρωσης του Ιησού Χριστού σημαίνει ορθή αποδοχή και Εκείνου. Τυχόν απόρριψη ή υποβάθμιση της Παναγίας σημαίνει ταυτοχρόνως και απόρριψη ή αλλοίωση της εικόνας και του Χριστού.

Στη στάση αυτή έναντι της Θεοτόκου έχουμε πρότυπα τους αγγέλους. Ιδίως στον αρχάγγελο Γαβριήλ βλέπουμε την ορθή τοποθέτηση απέναντι στη Μητέρα του Κυρίου: τη χαρισματική αναγνώριση της σχέσης της με τον Υιό της, γι’ αυτό και η τιμή προς εκείνη αποτελεί γνώρισμα και των ανθρώπων και των αγγέλων. «Επί σοι χαίρει, Κεχαριτωμένη, πάσα η κτίσις, Αγγέλων το σύστημα και ανθρώπων το γένος…» κατά την έκφραση του γνωστού ύμνου. Κι είναι τούτο επιβεβαίωση της αλήθειας της πίστης μας ότι «φως για τους ανθρώπους είναι οι άγγελοι». Όπως ο αρχάγγελος μας δίδαξε να την προσφωνούμε «Κεχαριτωμένην», έτσι και η ζωή γενικά των αγγέλων γίνεται πρότυπο για όλη τη ζωή των Χριστιανών, κατά το λόγο και του Κυρίου, που μας λέει να επιτελούμε το θέλημα του Θεού «ως εν Ουρανώ και επί της γης».


Ένα δεύτερο βασικό σημείο του απολυτικίου είναι η αιτιολογία  που δίνει για την υψηλή θέση που κατέχει η Παναγία και για τη μεγάλη χάρη με την οποία χαριτώθηκε: δι’ αυτής ο Υιός του Θεού γίνεται άνθρωπος. Η Παναγία έγινε «το όχημα δι’ ης κατέβη ο Θεός». Δάνεισε τη σάρκα της στον Υιό και Θεό της, οπότε η ανθρώπινη φύση του Χριστού έκτοτε φέρει και τη σφραγίδα της Παναχράντου Μητέρας Του. Με τον αρχαγγελικό χαιρετισμό πιο συγκεκριμένα ο Θεός γίνεται έμβρυο στη γαστέρα της Παναγίας. Με τη συνέργεια εκείνης ο Θεός ακολουθεί την όλη διαδικασία της κύησης. Ο Θεός μάς σώζει σε όλες τις φάσεις της ζωής μας.

Ας έρθουν οι θιασώτες των εκτρώσεων τώρα για να πουν ότι το έμβρυο δεν είναι ακόμη άνθρωπος. Με επίγνωση ή όχι αποκαλύπτουν, πέρα από τη φοβερή αμαρτία του φόνου που περιπίπτουν, και την αθεΐα της ζωής τους: αμφισβητούν και τον Ευαγγελισμό ως σάρκωση του Θεού σε εμβρυϊκή κατάσταση.

Περιττό βεβαίως να υπενθυμίσουμε ότι η επιλογή από τον Θεό της Παναγίας προκειμένου να γίνει μητέρα Του στηρίχτηκε στην αγιασμένη ζωή της. Υπήρξε η Παναγία ό,τι εκλεκτότερο και καλύτερο είχε να παρουσιάσει η ανθρωπότητα. Η καθαρότητα της ψυχής της έγινε η θελκτική δύναμη, που «μαγνήτισε» τη θεία αγάπη. Στο πρόσωπο Εκείνης παρακολουθούμε τη συμμετοχή του ανθρώπου στην όλη διαδικασία της σωτηρίας που ενεργεί προς χάρη του ο Θεός. Κι εκείνο που επιβεβαιώνει ανθρώπινα την επιλογή του Θεού είναι η εν ταπεινώσει υπακοή της στην κλήση Του: «ιδού η δούλη Κυρίου∙γένοιτό μοι κατά το ρήμα Σου» (Λουκ. 1, 38).

Δεν συνειδητοποιούμε όσο πρέπει την απάντηση της Θεοτόκου στο θείο κέλευσμα. Διότι μένουμε μόνο στην επιφάνεια κρίνοντας τα πράγματα εκ των υστέρων. «Μα ήταν μεγάλη τιμή να την καλέσει ο Θεός» λέμε. «Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει;» Αλλ’ αυτό το λέμε, διότι γνωρίζουμε την περαιτέρω εξέλιξη των πραγμάτων: το Πάθος αλλά και την Ανάσταση του Χριστού∙ την παντοδυναμία των θαυμάτων Του. Την ώρα εκείνη όμως του Ευαγγελισμού η Παναγία βρίσκεται μόνη αντιμέτωπη με κάτι άγνωστο. Καλείται να πει το  ν α ι  σε ένα γεγονός που της ετοίμαζε τη διαπόμπευσή της και ίσως, το πιθανότερο, και την απώλεια της ίδιας της ζωής της. Διότι ανύπαντρη κοπέλα να βρεθεί έγκυος στα χρόνια εκείνα, σήμαινε τον λιθοβολισμό της. Η Παναγία όμως – γι’ αυτό και είναι Παναγία – δεν διστάζει. Αφού μαθαίνει ότι είναι κλήση Θεού, υποτάσσεται στο θέλημα Εκείνου γνωρίζοντας ότι το τίμημα μπορεί να είναι και ο θάνατος. Μα δεν την νοιάζει. Εκείνο που την ενδιαφέρει είναι η υπακοή στο θεϊκό θέλημα. Αποκαλύπτεται λοιπόν και μάρτυρας η Παναγία. Αν όχι σωματικά, μάρτυρας ωστόσο «τη συνειδήσει». Καθαρή λοιπόν στην ψυχή η Παναγία και με μαρτυρικό φρόνημα γίνεται η μητέρα του Θεού!


Ένα τρίτο σημείο που επισημαίνει επίσης το απολυτίκιο: φανερώνεται με τον ερχομό του Θεού στον κόσμο το προαιώνιο μυστήριο. Ο Ευαγγελισμός αποτελεί εκπλήρωση προαιώνιας βουλής του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου. Ο Θεός, διδάσκουν πολλοί Πατέρες της Εκκλησίας μας, θα ερχόταν στον κόσμο ως άνθρωπος ανεξάρτητα και από την πτώση του ανθρώπου στην αμαρτία. Ο άγιος Μάξιμος ο ομολογητής μάλιστα σημειώνει ότι η σάρκωση του Χριστού, απαρχή της οποίας αποτελεί ο Ευαγγελισμός, συνιστά την τελευταία φάση της δημιουργίας του ανθρώπου. Ο Θεός δηλαδή οπωσδήποτε θα ερχόταν στον κόσμο για να ωθήσει αποφασιστικά τον άνθρωπο στην επίτευξη του απαρχής τεθειμένου σκοπού του: το «καθ’ ομοίωσιν».

Εκτός όμως από την αντίληψη αυτή, ο Ευαγγελισμός ήδη είχε προαναγγελθεί στην Παλαιά Διαθήκη με το λεγόμενο Πρωτευαγγέλιο. Στο Πρωτευαγγέλιο, την υπόσχεση δηλαδή του Θεού στους πρωτοπλάστους μετά την αμαρτία τους ότι ο απόγονος της γυναίκας θα συντρίψει τον διάβολο, βλέπει η Εκκλησία μας την προφητεία του Ευαγγελισμού. Διότι στον Ευαγγελισμό έχουμε τη γυναίκα που γεννά Εκείνον που συντρίβει τον διάβολο. Άρα στη δημιουργία ήδη του ανθρώπου έχουμε τις απαρχές του Ευαγγελισμού.


Ένα τέταρτο σημείο από το απολυτίκιο: όχι μόνο φανερώνεται το προαιώνιο μυστήριο, αλλ’ ακριβώς αυτό συνιστά και την ανακεφαλαίωση της σωτηρίας του ανθρώπου. Τι σημαίνει ανακεφαλαίωση; Επανένταξη του ανθρώπου και πάλι στο σχέδιο του Θεού. Η αμαρτία που διέσπασε τον άνθρωπο και τον εκτρόχιασε από την ορθή πορεία της ζωής του, εξαφανίζεται και καταπατείται. Διά του Χριστού που σαρκώνεται στην Παναγία η αμαρτία αίρεται και η θύρα του Παραδείσου και πάλι ανοίγεται. Ο άνθρωπος βιώνει στο πρόσωπο του Χριστού τη σωτηρία του: να συναντηθεί πραγματικά και πάλι με τον Θεό.


Κι όλα αυτά, πέμπτο σημείο, μας λέει το τροπάριο πραγματοποιούνται σήμερον. Ενώ όλα όσα αναφέρθηκαν βιώθηκαν στο παρελθόν, εντούτοις δεν χάνουν τίποτε και από τη σύγχρονη επικαιρότητα. Το παρελθόν, ο ερχομός του Χριστού, η σύλληψή Του στο πανάγιο σώμα της Θεοτόκου, βιώνεται στην Εκκλησία μας και ως παρόν. Λόγω της διαρκούς παρουσίας του Αγίου Πνεύματος. Το Άγιον Πνεύμα, ο ίδιος δηλαδή ο Θεός, διαιωνίζει τα σωτηριώδη γεγονότα του παρελθόντος και τα προχέει στο εκάστοτε παρόν. Πρόκειται για τον λεγόμενο λειτουργικό χρόνο, για τον οποίο μιλάνε οι θεολόγοι της Εκκλησίας.

Κι αυτό σημαίνει: αφού το σωτηριώδες παρελθόν εν Χριστώ, όπως ο Ευαγγελισμός, γίνεται κάθε φορά παρόν, άρα το μόνο που και εμείς χρειαζόμαστε για να το κάνουμε δικό μας γεγονός, για να νιώσουμε τη δυναμική της ενέργειά του, είναι η πίστη μας: η ανεπιφύλακτη παράθεση της ζωής μας στα χέρια Εκείνου και τις υποσχέσεις Του. Μία τέτοια αληθινή πίστη θα μας κάνει να δούμε και τον δικό μας εαυτό μέσα στον Ευαγγελισμό της Παναγίας, δηλαδή να νιώσουμε σαρκωμένο και σε εμάς τον ίδιο τον Θεό μας!

π. Γεώργιος Δορμπαράκης

Κήρυγμα εις τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου Αναγέννηση του ανθρώπου – Αναγέννηση του Γένους εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος και Αλμυρού

 Η 25η Μαρτίου, αγαπητοί μου, από την δημιουργία του πρώτου ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους και εντεύθεν, προσέλαβε για εμάς τους Έλληνες διπλή διάσταση. Η πρώτη είναι η Εκκλησιαστική, καθώς την ημέρα αυτή εορτάζουμε την κορυφαία Θεομητορική εορτή του Ευαγγελισμού της Παναγίας Παρθένου. Η δεύτερη είναι η εθνική, καθώς σήμερα έρχεται στο νου το θαύμα της Επαναστάσεως και της Εθνικής μας Παλιγγενεσίας, ύστερα από μία μαύρη και μαρτυρική περίοδο τετρακοσίων χρόνων τουρκικής σκλαβιάς. Σ’ αυτά τα δύο θαυμαστά γεγονότα θα σταθούμε δι’ ολίγων, αναδεικνύοντας την διπλή διάσταση της σημερινής εορτής.

Με τον Ευαγγελισμό της Υπεραγίας Θεοτόκου αρχίζει να εξυφαίνεται το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας· το σχέδιο της αγάπης του Θεού για την σωτηρία του κόσμου. Πρόκειται για μέγα και υπέρλογο γεγονός. «Ποιος άνθρωπος μπορεί να συλλάβει το άπειρο βάθος του Μυστηρίου του Ευαγγελισμού; Ο Θείος Λόγος γίνεται εκείνο που δεν ήταν, δηλ. άνθρωπος˙ και γινόμενος άνθρωπος μένει πάλι και εκείνο που ήταν, δηλ. Θεός. Αλλά και η Παναγία έγινε εκείνο που δεν ήταν, δηλ. Μητέρα και έμεινε εκείνο που ήταν πρώτα, δηλ. Παρθένος! Μυστήρια, που, αν δεν πιστεύει ο άνθρωπος στην αγάπη και στην παντοδυναμία του Θεού, όσο και να παιδέψει το μυαλό του δεν πρόκειται ποτέ να κατανοήσει»1 Μπροστά στο θαύμα του Ευαγγελισμού ο λεγόμενος ορθός λόγος υποφέρει. Η ανθρώπινη επιστημοσύνη παρανοεί. Οι άνθρωποι της πίστης, όμως, το προσεγγίζουν με καρδιακή πίστη και άπειρη ευγνωμοσύνη στο έλεος του Θεού. Ο Θεός, στο πρόσωπο της Παναγίας, τοποθετεί μία γέφυρα μεταξύ ουρανού και γης. Η Μαρία γίνεται η κλίμακα της ενανθρώπισης του Θεού και της θέωσης του ανθρώπου. Η στιγμή του Ευαγγελισμού είναι η αρχή της αναγέννησης του ανθρωπίνου γένους και της αποκατάστασής του στην αγάπη του Θεού, στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού.

Περνώντας στην εθνική διάσταση της εορτής θα επισημάνουμε την αρχή της αναγέννησης του σκλαβωμένου Γένους.



1  Π. Β. Πάσχος, «Έρως Ορθοδοξίας», σελ. 60


Ο ταπεινός και σκλαβωμένος Ελληνισμός ξεσηκώνεται και επιτελεί το θαύμα της επανάστασης, ένα θαύμα που ξεπερνά τη λογική, αντίκειται στα δεδομένα της εποχής και οδηγεί στην οδό της ελευθερίας. Σ’ αυτό τον ανυπέρβλητο αγώνα ο ρόλος της Εκκλησίας υπήρξε καταλυτικά σημαντικός, γιατί η Εκκλησία, ως η μόνη οργανωμένη οντότητα του σκλαβωμένου Ελληνισμού, έγινε μπροστάρισσα και οδηγός στον αγώνα για την ελευθερία. Ο αγώνας αυτός δε θα μπορούσε ποτέ να αναληφθεί αν στα τετρακόσια χρόνια της σκλαβιάς, η Εκκλησία, με τους παπάδες και τους καλογήρους της, δεν αναλάμβανε το βαρύτατο ιστορικό χρέος να προστατέψει το Γένος από τους οργανωμένους εξισλαμισμούς, να διατηρήσει ζωντανή την Ελληνική γλώσσα και Παιδεία, την Ελληνική αυτοσυνειδησία, την πολύτιμη Θρησκευτική και πολιτιστική παράδοση του Ελληνισμού, την Ορθόδοξη πίστη, κρατώντας, έτσι, ακμαίο το όραμα της ελευθερίας. Αυτή η πίστη στον Χριστό και η αγάπη για την σκλαβωμένη πατρίδα έγιναν οι βάσεις πάνω στις οποίες στηρίχθηκαν οι επαναστατημένοι πρόγονοί μας για να επιτύχουν την παλιγγενεσία.

Την ίδια στιγμή η Εκκλησία εκείνη την εποχή, έδωσε και το αίμα της στον αγώνα για την ελευθερία. Η ιστορία έχει καταγράψει έντεκα Οικουμενικούς Πατριάρχες, με πρώτο τον Εθνοϊερομάρτυρα Γρηγόριο τον Ε΄, εκατό Αρχιερείς και έξι χιλιάδες κληρικούς και μοναχούς, οι οποίοι, με το αίμα και τη θυσία τους, πότισαν το δένδρο της ελευθερίας.

Κι όμως, τα τελευταία χρόνια στον τόπο μας επιχειρείται μια ανίερη προσπάθεια ευτελισμού και απομυθοποίησης του ρόλου και της προσφοράς της Εκκλησίας στον αγώνα του ΄21. Στην επιχείρηση αυτή στρατεύονται, δυστυχώς και εγχώριες δυνάμεις – πολιτικές και δημοσιογραφικές - που, είτε ερμηνεύουν την ιστορία με υποκειμενικά κριτήρια, κάτω από το πολιτικο-ιδεολογικό τους πρίσμα, είτε εξυπηρετούν ελεγχόμενα συμφέροντα, που στοχεύουν στην παραχάραξη και στην θυσία της αληθινής ιστορίας, στο βωμό ελεγχόμενων και σαθρών γεωπολιτικών σχεδιασμών. Η προσπάθεια αυτή δεν είναι άσχετη με την θέση στην οποία βρίσκεται ο Ελληνισμός σήμερα, ταπεινωμένος και εξαρτημένος από τα διεθνή συμφέροντα, που δε σέβονται την Ελληνική ιστορία, επειδή πρώτοι δεν την σεβόμαστε εμείς. Πρώτοι εμείς ανεχόμαστε την παραχάραξή της, πρώτοι εμείς την υποβαθμίζουμε στην εκπαιδευτική διαδικασία, πρώτοι εμείς απαξιώνουμε εκείνους που,


σε πείσμα των καιρών, κάνουν τα πάντα για να την αναδείξουν και να την διδάξουν στα ανιστόρητα παιδιά μας.

Το μήνυμα της σημερινής εορτής, αδελφοί μου, είναι ότι Χριστός και Ελλάδα πάνε μαζί. Είναι μεγέθη άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους και αυτό συνιστά τιμή και ιερό χρέος, να τα κρατήσουμε ζωντανά μέσα μας, αλλά και στην Ελλάδα της εποχής μας. Μόνο έτσι θα αποκτήσουμε και πάλι την χαμένη αυτοπεποίθησή μας, μόνο έτσι θα καταφέρουμε να βγούμε από το τέλμα και να δούμε το μέλλον μας με αισιοδοξία. Χρόνια πολλά και Ευλογημένα!

Αρχιμ. Ε.Ο.

Μιχαήλ Χούλης, Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου

 Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου


Όταν η Ελισάβετ, που ήταν ξαδέλφη της Παναγίας και μητέρα του Ιωάννη του Βαπτιστή,  ήταν έγκυος στον 6ο μήνα της, ο Θεός έστειλε τον αρχάγγελο Γαβριήλ σε μια φτωχή αγροτοποιμενική κωμόπολη της Γαλιλαίας, που λεγόταν Ναζαρέτ (είχε δεν είχε 300 κατοίκους). Αποστολή του ήταν να μεταδώσει το πιο σπουδαίο μήνυμα της ιστορίας, τη γέννηση του Θεανθρώπου, σε μια αρραβωνιασμένη κοπέλα, την Μαριάμ, με κάποιον που τον έλεγαν Ιωσήφ και καταγόταν απ’ τη γενιά του Δαβίδ.


Οι κοπέλες αρραβωνιάζονταν τότε σε ηλικία περίπου 14 ετών και οι άντρες σε ηλικία περίπου 22 ετών ή και λίγο περισσότερο. Η απιστία της γυναίκας μετά από ένα τέτοιο γεγονός, ή και η παντρεμένη που συλλαμβανόταν επί μοιχεία, επέφεραν τον δια του λιθοβολισμού θάνατο. Η Μαριάμ, όνομα που σημαίνει «δυναμική», είχε τη δύναμη του Θεού από βρέφος. Από τότε δηλαδή που οι ευσεβείς γονείς της την αφιέρωσαν στον Ναό των Ιεροσολύμων, μετά την απάντηση του Θεού στις προσευχές τους, διότι ήσαν άτεκνοι (Η ατεκνία για την εποχή εκείνη εθεωρείτο μεγάλο όνειδος και ντροπή). Η Παναγία κόρη της Ναζαρέτ έμεινε 12 χρόνια στο Ναό και επικοινωνούσε καθημερινά με το Θεό δια της καρδιακής προσευχής. Προετοιμάστηκε έτσι δια της χάριτος του Θεού στο να γίνει η μάνα του Υιού Του, αλλά και μάνα της Εκκλησίας.


Ο Ιωσήφ, ευσεβής και δίκαιος άνδρας, είχε ήδη κι άλλα παιδιά από προηγούμενη αποθανούσα γυναίκα του (σύμφωνα με την Ορθόδοξη Εκκλησία), τα ονόματα των οποίων αναφέρονται στα Ευαγγέλια. Ο συγκεκριμένος γάμος που επρόκειτο να γίνει ήταν ειδική περίπτωση, αφού ο Ιωσήφ ήταν συγγενής της Θεοτόκου και σκοπό είχε την ανάληψη της φροντίδας της Μαριάμ, εφόσον μάλιστα οι γονείς της είχαν στο μεταξύ πεθάνει. Το επάγγελμα του Ιωσήφ ήταν οικοδόμος και ξυλουργός (δεν διαχωρίζονταν στην εποχή του, οι άνθρωποι ήσαν πολυτεχνίτες). Όχι μόνο κατασκεύαζαν και πουλούσαν (με τον Ιησού στη συνέχεια), σε μια αρκετά μεγάλη έκταση γύρω από τη Ναζαρέτ, γεωργικά μηχανήματα, άροτρα και αγροτικό εξοπλισμό, αλλά και επισκεύαζαν ή έκτιζαν σπίτια. Το περιβάλλον επομένως στο οποίο μεγάλωσε ο Ιησούς ξέφευγε από τα στενά όρια της ιδιαίτερης πατρίδας Του και απλωνόταν σε πλουσιότερες πόλεις με ποικιλία παραδόσεων και πολιτισμού, παράλληλα με την λειτουργική ζωή της Συναγωγής, στην οποία ο Χριστός από μικρός είχε ιδιαίτερη επίδοση.


Παρουσιάστηκε λοιπόν ο αρχάγγελος στην Μαριάμ και της είπε ότι είναι ευλογημένη και χαρισματικά προικισμένη, περισσότερο από όλες τις άλλες γυναίκες. Εκείνη ταράχτηκε με τα λόγια του και δεν κατάλαβε τι πραγματικά ο απεσταλμένος του Θεού εννοούσε. Ο Γαβριήλ τής εξήγησε ότι θα γεννήσει γιο που θα ονομαστεί Ιησούς. Αυτός θα είναι Υιός του Υψίστου, θα αναλάβει το θρόνο του Δαβίδ, και η βασιλεία Του δεν θα έχει τέλος. Επαληθεύτηκε επομένως η προφητεία του Ησαΐα που έλεγε: «Νά, η Παρθένος θα συλλάβει, θα γεννήσει γιο και θα ονομαστεί Εμμανουήλ, ήτοι: ο Θεός είναι μαζί μας» (7,14). «Εμμανουήλ» είναι το πνευματικό όνομα του Ιησού, που δείχνει τη θεϊκή Του φύση. Το Ευαγγέλιο του Ιωάννη μάς λέγει ακόμη: «Και ο Λόγος έγινε άνθρωπος και έστησε την σκηνή του ανάμεσά μας. Και είδαμε την θεϊκή του δόξα: Την δόξα που ο μοναχογιός την είχε απ’ τον πατέρα και ήρθε γεμάτος χάρη θεϊκή και αλήθεια για μας» (1,14).


Η πάναγνη κόρη της Ναζαρέτ ρώτησε στη συνέχεια πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό, αφού δεν είχε σχέσεις συζυγικές με τον Ιωσήφ. Ο άγγελος τής απάντησε ότι θα γίνει με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, γι’ αυτό και το παιδί θα ονομαστεί Υιός Θεού. Αυτό για τον Θεό δεν ενέχει βέβαια καμία δυσκολία, αν σκεφτούμε ότι δημιούργησε τον κόσμο από το μηδέν και ότι ανέστησε τον Υιό Του από τον τάφο. Της αποκάλυψε ακόμη ο αρχάγγελος ότι και η Ελισάβετ βρίσκεται στον 6ο μήνα της εγκυμοσύνης της, αν και ήταν μεγάλη σε ηλικία, και αυτό της το είπε για να νιώσει η Παναγία πως ο Θεός είναι παντοδύναμος. Η Θεοτόκος τότε δέχτηκε το θέλημα του Θεού και η αξία της βρίσκεται ιδιαίτερα σ’ αυτό: Στο ότι δηλαδή υπάκουσε ελεύθερα σ’ Αυτόν, και αποδέχτηκε χωρίς καταναγκασμό να γίνει η μητέρα του Θεανθρώπου. Το δικό της «ναι» ήταν μάλιστα το «ναι» όλων των ανθρώπων στο θέλημα του Τριαδικού Θεού και η αρχή της συμφιλίωσης Ουρανού και γης. Αυτό δείχνει ότι ο Θεός θέλει πάντα την συνεργασία του ανθρώπου για να σωθεί ο τελευταίος. Δεν επιβάλλει με την βία την θέλησή του ο Θεός. Διαφορετικά καί στον αρχικό παράδεισο θα είχε επιβάλλει το θέλημά Του καί οι πρωτόπλαστοι δεν θα αμάρταναν. Αλλά δεν το έκανε γιατί δεν θα ήσαν ελεύθεροι οι άνθρωποι να διαλέξουν τον δρόμο που θέλουν να ακολουθήσουν. Ο άνθρωπος πλάσθηκε εθελότρεπτος. Με τη θέλησή του πέφτει και ελεύθερα πάλι αν θέλει σηκώνεται. Αυτή είναι η ομορφιά του. Η Παναγία υποτάσσεται στο θέλημα του Θεού με την θέλησή της. Είπε το ναι στον ερχομό του Υιού του Θεού, που συνέβη με την δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Όπως μοναδικό θαύμα ήταν η δημιουργία του κόσμου από το μηδέν, άλλο τόσο και ασύγκριτα ποιοτικό θαύμα από το Θεό ήταν το να γεννήσει η Παρθένος, χωρίς συνέργεια ανδρός, τον ίδιο το γιο του Θεού. Και αν δεν δεχόταν η Παναγία, το σχέδιο του Θεού θα είχε ναυαγήσει. Γι’ αυτό τιμούμε τόσο πολύ την Θεοτόκο. Διότι το δικό της ‘ναι’ είναι το ΝΑΙ όλης της πλάσης, στο θέλημα του Θεού να κατέβει στη γη και να μας ενώσει με τον εαυτόν Του.


Η ίδια γνώριζε φυσικά ότι αναλάμβανε τεράστιες ευθύνες. Θα γαλουχούσε και θα μεγάλωνε τον ίδιο τον γιο του Θεού. Όμως αποδέχθηκε την αποστολή της διότι πίστευε βαθειά στην δύναμη του Θεού, αλλά και γιατί ήταν τόσο αγνή που μόνη εκείνη απ’ όλους τους ανθρώπους αξιώθηκε να δει κατάματα την θεότητα και να ενωθεί με τον Χριστό σε ανυπολόγιστο βαθμό. Όχι μόνο πνευματικά, αλλά και βιολογικά, αφού τις εννιά μήνες της εγκυμοσύνης της είχε ενωθεί το αίμα της με το αίμα του ίδιου του Θεανθρώπου. Είναι λοιπόν η Κεχαριτωμένη, η γεμάτη από όλες τις χάρες, όπως την προσφωνεί ο αρχάγγελος Γαβριήλ, αλλά και η στολισμένη με τον ήλιο γυναίκα που γέννησε τον παγκόσμιο ποιμένα, σύμφωνα με την Αποκάλυψη του αγίου Ιωάννη.   


Όταν επέστρεψε αργότερα η Θεοτόκος στον Ιωσήφ, από την ξαδέλφη της Ελισάβετ που είχε στο μεταξύ επισκεφτεί, εκείνος διαπίστωσε την προχωρημένη εγκυμοσύνη της και θεώρησε ότι τον πρόδωσε με άλλον άνδρα. Επειδή ήταν όμως πονόψυχος και άνθρωπος του Θεού σκέφτηκε να διαλύσει τον αρραβώνα και να την διώξει κρυφά για να μην εκτεθεί η ίδια και κινδυνέψει εξάλλου και η ζωή της. Στον ύπνο του όμως εμφανίστηκε άγγελος Κυρίου, που επαναλαμβάνει μάλιστα τον προβληματισμό του Ιωσήφ για να γίνει πιο πιστευτός. Του λέει λοιπόν να μην διστάσει να πάρει στο σπίτι του τη Μαριάμ, γιατί το παιδί που περιμένει προέρχεται από το Άγιο Πνεύμα. Του θυμίζει ακόμη ότι ο ίδιος είναι απόγονος του Δαβίδ, διότι οι Ισραηλίτες περίμεναν το Μεσσία να γεννηθεί από τη γενιά του Δαβίδ. Ο γιος της που θα γεννηθεί, του λέει, θα ονομαστεί Ιησούς και θα σώσει ΤΟ ΛΑΟ ΤΟΥ από τις αμαρτίες τους. Του επισημαίνει δηλαδή ότι το γεννηθέν θα είναι στην ουσία Θεός, αφού Ιησούς σημαίνει «ο Γιαχβέ σώζει», ότι είναι σωτήρας και ελευθερωτής. Άρα έχει την έννοια πως ο Ιησούς είναι ο Θεός ως άνθρωπος, που επισκέφτηκε το λαό Του για να τον λυτρώσει. Όταν ξύπνησε ο Ιωσήφ έκανε όπως πρόσταξε ο άγγελος και πήρε στο σπίτι του τη Μαριάμ τη γυναίκα του -αφού κατά το Νόμο άλλωστε, και στα μάτια των ανθρώπων που δεν είχαν την παραμικρή υποψία των όσων διαδραματίστηκαν, ήταν πλέον γυναίκα του.  

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου

 Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι η αρχή όλων των Δεσποτικών εορτών. Στο απολυτίκιο της εορτής ψάλλουμε: "σήμερον της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον και του απ’ αιώνος μυστηρίου η φανέρωσις...". Το περιεχόμενο της εορτής αναφέρεται στο γεγονός κατά το οποίο ο αρχάγγελος Γαβριήλ – ο άγγελος εκείνος με τον οποίο συνδέονται όλα τα γεγονότα που έχουν σχέση με την ενανθρώπηση του Χριστού – επισκέφθηκε με εντολή του Θεού την Παναγία και την πληροφόρησε ότι έφθασε ο καιρός της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού, και ότι αυτή θα γίνη η μητέρα Του. (βλ. Λουκά α', 26-56).


Η λέξη "ευαγγελισμός" αποτελείται από δύο επί μέρους λέξεις, ήτοι εύ και αγγελία, και δηλώνει την καλή είδηση, την καλή αγγελία. Πρόκειται για την πληροφορία που δόθηκε δια του αρχαγγέλου ότι ο Λόγος του Θεού θα ενανθρωπήση για την σωτηρία του ανθρώπου. Ουσιαστικά πρόκειται για την εκπλήρωση της υποσχέσεως του Θεού, που δόθηκε μετά την πτώση του Αδάμ και της Εύας (βλ. Γεν. γ', 15), η οποία λέγεται πρωτευαγγέλιο. Γι’ αυτό, η πληροφορία της ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού είναι η μεγαλύτερη είδηση μέσα στην ιστορία.


Ο αρχάγγελος Γαβριήλ απεκάλεσε την Παναγία "κεχαριτωμένη". Της είπε: "Χαίρε, κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σού, ευλογημένη συ εν γυναιξίν" (Λουκ. α', 28-29).


Η Παναγία αποκαλείται "κεχαριτωμένη" και χαρακτηρίζεται "ευλογημένη", αφού ο Θεός είναι μαζί της.


Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, και άλλους αγίους Πατέρας, η Παναγία είχε ήδη χαριτωθή, και δεν χαριτώθηκε την ημέρα του Ευαγγελισμού. Παραμένοντας μέσα στα άγια των αγίων του Ναού έφθασε στα άγια των αγίων της πνευματικής ζωής, που είναι η θέωση. Εάν το προαύλιο του Ναού προοριζόταν για τους προσηλύτους και εάν ο κυρίως Ναός για τους ιερείς, τα άγια των αγίων προορίζονταν για τον αρχιερέα. Εκεί εισήλθε η Παναγία, δείγμα ότι έφθασε στην θέωση. Είναι γνωστόν ότι στην χριστιανική εποχή ο νάρθηκας προοριζόταν για τους κατηχουμένους και τους ακαθάρτους, ο κυρίως ναός για τους φωτισθέντας, τα μέλη της Εκκλησίας, και τα άγια των αγίων γι’ αυτούς που έφθασαν στην θέωση.


Έτσι, η Παναγία είχε φθάσει στην θέωση και πριν ακόμη δεχθή την επίσκεψη του αρχαγγέλου. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποίησε μια ειδική μέθοδο Θεογνωσίας και Θεοκοινωνίας, όπως ερμηνεύει θαυμάσια και θεόπνευστα ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Πρόκειται για την ησυχία, την ησυχαστική οδό. Κατάλαβε η Παναγία ότι δεν μπορεί κανείς να φθάση στον Θεό με την λογική, την αίσθηση, την φαντασία και την ανθρώπινη δόξα, αλλά δια του νού. Έτσι νέκρωσε όλες τις δυνάμεις της ψυχής που προέρχονται από την αίσθηση, και δια της νοεράς προσευχής ενεργοποίησε τον νού. Με αυτόν τον τρόπο έφθασε στην έλλαμψη και την θέωση. Και γι’ αυτό αξιώθηκε να γίνη Μητέρα του Χριστού, να δώση την σάρκα της στον Χριστό. Δεν είχε απλώς αρετές, αλλά την θεοποιό Χάρη του Θεού.


Η Παναγία είχε το πλήρωμα της Χάριτος του Θεού, συγκριτικά με τους ανθρώπους. Βέβαια, ο Χριστός, ως Λόγος του Θεού, έχει όλο το πλήρωμα των Χαρίτων, αλλά και η Παναγία έλαβε το πλήρωμα της Χάριτος από το πλήρωμα των Χαρίτων του Υιού της. Γι’ αυτόν τον λόγο σε σχέση με τον Χριστό είναι κατώτερη, αφού ο Χριστός είχε την Χάρη κατά φύσιν, ενώ η Παναγία κατά μετοχήν, σε σχέση όμως με τους ανθρώπους είναι ανώτερη.


Η απάντηση της Παναγίας στην πληροφορία του αρχαγγέλου ότι θα αξιωθή να γεννήση τον Χριστό ήταν εκφραστική: "Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμά σου" (Λουκ. α', 38). Φαίνεται εδώ η υπακοή της Παναγίας στον λόγο του αρχαγγέλου, αλλά και η υπακοή της στον Θεό, για ένα γεγονός που ήταν παράδοξο και παράξενο για την ανθρώπινη λογική. Έτσι υποτάσσει την λογική της στο θέλημα του Θεού.


Η ένωση της θείας με την ανθρώπινη φύση στην υπόσταση του Λόγου, μέσα στην κοιλία της Θεοτόκου, συνιστά την άμεση θέωση της ανθρωπίνης φύσεως. Δηλαδή, από την πρώτη στιγμή που ενώθηκε η θεία με την ανθρώπινη φύση υπάρχει θέωση της ανθρωπίνης φύσεως.

Εις τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου Πρότυπο Ζωής «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου»

 Μητέρα όλων μας καταξιώθηκε να είναι η Παναγία και γι’ αυτό την τιμούμε ιδιαιτέρως και με μεγάλη κατάνυξη παρακολουθούμε τις ακολουθίες που είναι αφιερωμένες στο πρόσωπό της. Μετά από το πρόσωπο του Κυρίου, κεντρική θέση στο λειτουργικό κύκλο κατέχει η Παναγία μας.


Η Εκκλησία δεν την είδε μόνο σαν μία αγνή Παρθένο, ως την αγία Κόρη και Μητέρα του Θεού, αλλά και ως τη νέα Εύα, τη μεγάλη Μάνα μιας νέας ανθρωπότητας.


 Είναι ταυτόχρονα η Παναγία μας και η ζωντανή εικόνα της Εκκλησίας, όπου συντελείται η μεγάλη συνάντηση Θεού και ανθρώπου. Αυτό έγινε κατορθωτό με την Ενανθρώπηση του Χριστού και τη συμβολή της Θεοτόκου στο μεγάλο αυτό σωτηριολογικό γεγονός.


Χαράς Ευαγγέλιο


Η μεγάλη εορτή του Ευαγγελισμού που όχι τυχαία συνδυάστηκε στην παράδοσή μας και με το χαρμόσυνο μήνυμα για τη σωτηρία του έθνους, σηματοδοτείται από το συγκλονιστικό διάλογο μεταξύ του Αρχαγγέλου Γαβριήλ και της Παρθένου Μαρίας.


Μέσα από αυτόν αποκρυπτογραφούμε το μεγαλείο της Παναγίας. Ενώ ο ανθρώπινος νους και στην πιο παρθενική του κατάσταση αδυνατεί να κατανοήσει, ωστόσο αποδέχεται το «μέγα τούτο μυστήριον» που ευαγγελίζεται ο άγγελος. Αυτό βέβαια συνιστά υπέρβαση της λογικής και βίωση του παράδοξου θαύματος του μυστηρίου της Ενανθρώπησης, κατά το οποίο ο Θεός γίνεται άνθρωπος για να τον ανυψώσει και να τον θεώσει.


Είναι γεγονός ότι ο άνθρωπος, ιδιαίτερα σήμερα, αδυνατεί να εμπιστευθεί ό,τιδήποτε δεν είναι συμβατό με τη λογική του. Παραγνωρίζει τη μεγάλη αλήθεια ότι στη ζωή του όλα προσφέρονται σ’ αυτόν από τον Θεό και επιτυγχάνονται με τη δική Του δύναμη. Είναι όντως ενδεικτική η επιβεβαίωση από τον άγγελο «ότι ουκ αδυνατήσει παρά τω Θεώ πάν ρήμα». Ό,τι είναι δύσκολο και αδύνατο για τον άνθρωπο είναι δυνατό για τον Θεό. Είναι όντως εκπληκτικό ότι η Παρθένος προτιμά, αντί να ερμηνεύει μόνο διά της λογικής, να βιώσει την επέμβαση του Θεού στην προσωπική της ζωή και κατ’ επέκταση στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ο Ιερός Χρυσόστομος  έρχεται να αναφέρει χαρακτηριστικά: «όντως υπέρ νουν η πνευματική σύλληψις, υπέρ λόγον η παράδοξος κύησις και υπέρ διήγησιν ο σωτήριος τόκος».


Από την εμπιστοσύνη που έδειξε η Θεοτόκος με το ταπεινό της φρόνημα, ολόκληρη η ανθρωπότητα αξιώθηκε στο πρόσωπό της ν’ ακολουθήσει μια νέα πορεία σωτηρίας, αντίστροφη απ’ εκείνη που ακολούθησε η πρώτη Εύα διά του εγωισμού της. Η Ενανθρώπηση, σύμφωνα με τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, ήταν στο σχέδιο της θείας Οικονομίας προαιωνίως, αφού με το γεγονός αυτό φτάνει ο άνθρωπος στο ύψιστο στάδιο της τελείωσης και θέωσής του. Αυτό, λοιπόν, το μεγαλειώδες σχέδιο αξιώθηκε να υπηρετήσει η Παρθένος Μαρία.


Αγαπητοί αδελφοί, για την Εκκλησία ο Ευαγγελισμός δεν είναι γεγονός του παρελθόντος. Είναι γεγονός που μας προκαλεί ν’ αξιοποιούμε το παρόν για να γευόμαστε των αγαθών του μέλλοντος. Η Εκκλησία λειτουργεί και αυτή ως Θεοτόκος που σαρκώνει αιωνίως το Λόγο. Γεννάει τον Χριστό στον κόσμο και θεοτοκεί. Μας προσκαλεί σε μια ανεπανάληπτη εμπειρία για να βιώσουμε όλο εκείνο το μεγαλείο που πηγάζει από το πρόσωπο της Παναγίας μας. Προπαντός, να αντλήσουμε ζωηφόρα μηνύματα από το ταπεινό της φρόνημα σε συνδυασμό με την απόλυτη εμπιστοσύνη στο θείο θέλημα, όπως αυθεντικά αναδύονται από το λόγο της: «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου».

ΚΗΡΥΓΜΑ 25ης Μαρτίου, Εορτής Ευαγγελισμού της Παναγίας ητροπολίτης Zιμπάμπουε και Αγκόλας Σεραφείμ

 Η σημερινή ημέρα είναι σημαντική τόσο από θρησκευτικής όσο κι από

 εθνικής πλευράς. Εορτάζουμε τον Ευαγγελισμό της Παναγίας μας και

 την επέτειον της ενάρξεως του μεγάλου ξεσηκωμού του Έθνους

 το 1821 που οδήγησε στην ελευθερία μας και στην αξιοπρεπή 

παρουσία του Ελληνικού Κράτους στη σύγχρονη ιστορία της

 Παγκόσμιας Κοινωνίας.

Η σημερινή αποστολική περικοπή αναφέρεται στο σκοπό της ενανθρωπίσεως του Υιού και Λόγου του Θεού, 

που είναι η σωτηρία του ανθρώπινου Γένους. Η Ευαγγελική Περικοπή αναφέρεται ακριβώς 

εις την ιστορική ημέρα της ανακοινώσεως της Καλής και σωτήριας αγγελίας εις την Παρθένον 

Μαρία για την ενανθρώπιση του Υιού και Λόγου του Θεού. Γι’ αυτό στο σημερινό Απολυτίκιο 

της Εορτής του Ευαγγελισμού ψάλλουμε ότι «Σήμερον της Σωτηρίας ημών το Κεφάλαιον, 

και του απ’ αιώνος Μυστηρίου η φανέρωσις, ο Υιός του Θεού, Υιός της Παρθένου γίνεται, και Γαβριήλ 

την χάριν ευαγγελίζεται.

 Διό και ημείς συν αυτώ τη Θεοτόκω βοήσωμεν, Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά Σου».

Αυτή λοιπόν την μεγάλη θρησκευτική εορτή που σχετίζεται με την σωτηρία του ανθρώπινου Γένους,

 επέλεξαν κι οι σκλάβοι προπάπποι μας να προτάξουν την αποφασιστικότητα τους να οργανώσουν

 το μεγάλο ξεσηκωμό εναντίον των βάρβαρων κατακτητών Τούρκων, για να ζήσουν τα παιδιά τους 

και εμείς ελεύθεροι. Οι προπάπποι μας αποφάσισαν να πεθάνουν εκείνοι για να ζήσουμε εμείς. 

Πρόβαλαν στο Ιστορικό Προσκήνιο με το γνωστό Διάγγελμα, «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ή ΘΑΝΑΤΟΣ».

 Με την απόφαση τους να είναι έτοιμοι να δώσουν και τη ζωή τους για να ζήσουμε ελεύθεροι,

 άνοιξαν το δρόμο της ελευθερίας των σκλαβωμένων λαών.

Αυτό που έκανε τους προπάππους μας να γίνουν ήρωες και να θυσιασθούν για την Ελευθερία 

μας και την Ελευθερία των καταδυναστευμένων λαών, ήταν η βαθιά τους Ορθόδοξη πίστη.

 Γι’ αυτό επέλεξαν την ημέρα του Ευαγγελισμού της Παναγίας μας και για το δικό τους ξεσηκωμό, 

γιατί πίστευαν ότι ήταν δίκαιο και θέλημα του Θεού ο εθνικός τους Αγώνας να δικαιωθεί, 

όπως και δικαιώθηκε. Ο Υψηλάντης, ο Κολοκοτρώνης, ο Καραϊσκάκης, ο Αθανάσιος Διάκος,

 ο Ανδρούτσος, ο Καπετάν Κανάρης, ο Μακρυγιάννης, η Μπουμπουλίνα και τόσοι άλλοι 

Μεγάλοι ήρωες της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, ήσαν άνθρωποι θεοφοβούμενοι, 

που πίστευαν στον Εθνικό Αγώνα γιατί είχαν μαζί τους την βοήθεια του Θεού. 

Η προτεραιότητα στην βαθιά Ορθόδοξη πίστη τους, βοήθησε τα μέγιστα να να

 διαφυλαχθεί ως κόρη οφθαλμού η υπόθεσις της εθνικής ενότητας για την επιτυχία 

του κοινού σκοπού της απελευθερώσεως του Έθνους.

Αυτή την βαθιά Ορθόδοξη πίστη χρειαζόμαστε και σήμερα στην καθημερινή ζωή  μας για 

να διαφυλάξουμε την ενότητα μας και για να συμβάλουμε στην αντιμετώπιση των ποικίλων

 κοινωνικών προβλημάτων της ευρύτερης Κοινωνίας. Το πρόβλημα της φτώχειας, το πρόβλημα 

του έϊτς, το πρόβλημα της εγκληματικότητας, το πρόβλημα της ανεργίας, η καταστροφή του 

περιβάλλοντος είναι και δικά μας προβλήματα, γιατί όσο υπάρχουν άνθρωποι που υποφέρουν,

 θυμόμαστε όλους εκείνους τους προγόνους μας που υπόφεραν στα τετρακόσια χρόνια της 

σκλαβιάς από τους Τούρκους, θυμόμαστε τα όσα υποφέραμε στη Μικρασιατική καταστροφή

 από τους Τούρκους, όσα υποφέραμε από τους Γερμανούς κατακτητές κατά 

το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όσα υποφέραμε στην Κύπρο, πρώτα από τους Άγγλου

ς Αποικιοκράτες και μετά το 1974 από τους βάρβαρους πάλι Τούρκους Ανατολίτες,

 που συνεχίζουν ακόμη να κατέχουν παράνομα μεγάλο μέρος του νησιού.

Μαζί με τον Μακαριώτατον Πατριάρχη μας κ.κ. Θεόδωρον Β’, τους Αρχιερείς και τους κληρικούς 

του Πατριαρχείου μας, ας ενώσουμε  όλοι μας τις προσευχές μας για την αιώνια ανάπαυση των 

ηρώων του 1821 και όλων εκείνων που έχασαν άδικα και πρόωρα τη ζωή τους τόσο στον Ιστορικό 

βίο του Έθνους όσο και στη Χώρα που ζούμε, αλλά και για όλους εκείνους που θυσιάστηκαν για 

την προάσπιση του αγαθού της Ελευθερίας για όλους τους λαούς του κόσμου. 

Οι προσευχές μας ακόμη στρέφονται πρός όλους εκείνους τους ανθρώπους και τους λαούς 

που ακόμη υποφέρουν, προσευχόμενοι ότι με τη βοήθεια του Θεού και τη δική μας 

συμπαράσταση, τα ανθρώπινα δικαιώματα τους κι η προσωπική και εθνική τους ελευθερία 

θα γίνουν σεβαστά από όλους. Χωρίς τον αλληλοσεβασμό μεταξύ των λαών και των Εθνών 

και των ανθρώπων, απειλείται ασφάλεια μας κι η ειρηνική συνύπαρξη μας.

Οι μεγάλοι ήρωες του 1821 εθυσιάσθηκαν για τα αγαθά της ελευθερίας και της παγκόσμιας

 ειρήνης και γενικότερα για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

 Την ίδια ευθύνη έχουμε όλοι μας για να ζήσουμε σε ένα καλύτερο κόσμο.

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου

 Η εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου είναι Δεσποτικοθεομητορική εορτή. Αυτό σημαίνει ότι είναι Δεσποτική επειδή αναφέρεται στον Δεσπότη Χριστό, ο οποίος συνελήφθη στην γαστέρα της Θεοτόκου, και θεομητορική εορτή επειδή αναφέρεται στο πρόσωπο εκείνο που συνετέλεσε στην σύλληψη και την ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού, δηλαδή την Παναγία.


Η Θεοτόκος Μαρία έχει μεγάλη αξία και σπουδαία θέση στην Εκκλησία, ακριβώς γιατί ήταν το πρόσωπο εκείνο που περίμεναν όλες οι γενεές, και αυτή έδωσε στον Λόγο του Θεού την ανθρώπινη φύση. Έτσι, το πρόσωπο της Θεοτόκου συνδέεται στενά με το Πρόσωπο του Χριστού. Και η αξία της Παναγίας δεν οφείλεται μόνον στις αρετές της, αλλά κυρίως στον καρπό της κοιλίας της. Όταν κάνουμε λόγο για τον Χριστό δεν μπορούμε να αγνοήσουμε αυτήν που του έδωσε σάρκα, και όταν κάνουμε λόγο για την Παναγία, αναφερόμαστε ταυτόχρονα και στον Χριστό, γιατί από Αυτόν αντλεί Χάρη και αξία. Αυτό φαίνεται καθαρά στην ακολουθία των Χαιρετισμών, στην οποία υμνείται η Θεοτόκος, αλλά πάντοτε σε συνδυασμό με το ότι είναι μητέρα του Χριστού. Αυτός ο σύνδεσμος Χριστού και Θεοτόκου φαίνεται και στην ζωή των αγίων. Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα των αγίων, που είναι τα πραγματικά μέλη του Σώματος του Χριστού, είναι ότι αγαπούν την Παναγία. Είναι αδύνατον να υπάρχει άγιος ο οποίος δεν την αγαπά.


Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι η αρχή όλων των Δεσποτικών εορτών. Στο απολυτίκιο της εορτής ψάλλουμε: “σήμερον της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον και του απ’ αιώνος μυστηρίου η φανέρωσις…”. Το περιεχόμενο της εορτής αναφέρεται στο γεγονός κατά το οποίο ο αρχάγγελος επισκέφθηκε με εντολή του Θεού την Παναγία και την πληροφόρησε ότι έφθασε ο καιρός της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού, και ότι αυτή θα γίνει η μητέρα Του. (βλ. Λουκά α’, 26-56).


Η λέξη “ευαγγελισμός” δηλώνει την καλή είδηση, την καλή αγγελία. Πρόκειται για την πληροφορία που δόθηκε δια του αρχαγγέλου ότι ο Λόγος του Θεού θα ενανθρωπήση για την σωτηρία του ανθρώπου. Ουσιαστικά πρόκειται για την εκπλήρωση της υποσχέσεως του Θεού, που δόθηκε μετά την πτώση του Αδάμ και της Εύας (βλ. Γεν. γ’, 15), η οποία λέγεται πρωτευαγγέλιο. Γι’ αυτό, η πληροφορία της ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού είναι η μεγαλύτερη είδηση μέσα στην ιστορία.


Η καλή αγγελία, το ευαγγέλιο, ο ευαγγελισμός είναι διόρθωση των γεγονότων που έγιναν στην αρχή της δημιουργίας του ανθρώπου, στον αισθητό Παράδεισο της Εδέμ. Εκεί από γυναίκα άρχισε η πτώση και τα αποτελέσματά της, εδώ από γυναίκα άρχισαν όλα τα αγαθά. Έτσι, η Παναγία είναι η νέα Εύα. Εκεί υπήρχε ο αισθητός Παράδεισος, εδώ η Εκκλησία. Εκεί ο Αδάμ, εδώ ο Χριστός, ο νέος Αδάμ. Εκεί η Εύα, εδώ η Μαρία. Εκεί ο όφις, εδώ ο Γαβριήλ. Εκεί ο ψιθυρισμός του δράκοντος-όφεως στην Εύα, εδώ ο χαιρετισμός του αγγέλου στην Μαρία. Με αυτόν τον τρόπο διορθώθηκε το σφάλμα του Αδάμ και της Εύας.


Ο αρχάγγελος απεκάλεσε την Παναγία “κεχαριτωμένη”. Της είπε: “Χαίρε, κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σού, ευλογημένη συ εν γυναιξίν” (Λουκ. α’, 28-29). Η Παναγία αποκαλείται “κεχαριτωμένη” και χαρακτηρίζεται “ευλογημένη”, αφού ο Θεός είναι μαζί της.


Κανείς άνθρωπος δεν γεννιέται πριν από το Χριστό απαλλαγμένος από το προπατορικό αμάρτημα. Η πτώση του Αδάμ και της Εύας και οι συνέπειες αυτής της πτώσεως κληρονομήθηκαν σε όλο το ανθρώπινο γένος. Φυσικό ήταν και η Παναγία να μην είναι απαλλαγμένη από το προπατορικό αμάρτημα. Ο λόγος του Αποστόλου Παύλου είναι σαφής: “πάντες ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού” (Ρωμ. γ’, 23). Στο αποστολικό αυτό χωρίο φαίνεται ότι το αμάρτημα νοείται ως στέρηση της δόξης και της κοινωνίας του Θεού, και ακόμη ότι κανείς δεν ήταν απαλλαγμένος από αυτό. Έτσι, λοιπόν, και η Παναγία γεννήθηκε με το προπατορικό αμάρτημα. Πότε όμως απαλλάχτηκε από αυτό;


Με την ενσάρκωση του Χριστού την ημέρα του Ευαγγελισμού και την Ανάστασή Του, θεώθηκε η ανθρώπινη φύση και έτσι δόθηκε η δυνατότητα σε κάθε άνθρωπο, και στην Θεοτόκο Μαρία  να θεωθεί, να απαλλαχθεί από το προπατορικό αμάρτημα.


Τότε απαλλάχθηκε από το προπατορικό αμάρτημα, όχι με την έννοια ότι απαλλάχθηκε από την ενοχή, αλλά ότι απέκτησε την θέωση στην ψυχή και το σώμα, λόγω της ενώσεώς της με τον Χριστό.


Η απάντηση της Παναγίας στην πληροφορία του αρχαγγέλου ότι θα αξιωθή να γεννήση τον Χριστό ήταν εκφραστική: “Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμά σου” (Λουκ. α’, 38). Φαίνεται εδώ η υπακοή της Παναγίας στον λόγο του αρχαγγέλου, αλλά και η υπακοή της στον Θεό, για ένα γεγονός που ήταν παράδοξο και παράξενο για την ανθρώπινη λογική. Έτσι υποτάσσει την λογική της στο θέλημα του Θεού.


Κατά την ημέρα του Ευαγγελισμού έχουμε άμεση σύλληψη του Χριστού με την δύναμη και ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος. Σ’ ένα θεοτοκίο ψάλλουμε: “Του Γαβριήλ φθεγξαμένου σοι παρθένε το χαίρε σύν τη φωνή εσαρκούτο ο των όλων Δεσπότης”. Αυτό σημαίνει ότι δεν παρενεβλήθησαν μερικές ώρες και ημέρες για να γίνη η σύλληψη, αλλά έγινε ακριβώς εκείνη την στιγμή.


Ο αρχάγγελος Γαβριήλ είπε στον Ιωσήφ, τον μνήστορα της Υπεραγίας Θεοτόκου. “Μη φοβηθής παραλαβείν Μαριάμ την γυναίκα σου, το γαρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματος εστίν Αγίου” (Ματθ. α’, 20). Η Παναγία γέννησε κατά άνθρωπο τον Χριστό, αλλά η σύλληψη έγινε εκ Πνεύματος Αγίου.


Βιώνοντας σήμερα το γεγονός του ευαγγελισμού, της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού, αδελφοί μου, δοξάζουμε το Θεό για το άπειρο έλεος Του και αγωνιζόμενοι καθημερινά επιζητούμε την ένωση μαζί του, τη Χάρη και τη θέωση.