Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

«ΣΤΑΜΑΤΑ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΑΓΑΠΗ!

 «Κάποτε, ο οδηγός του αλησμόνητου και αγίου Μητροπολίτου Εδέσσης κυρού Καλλίνικου Πούλου (1919–1984), πήρε άδεια. Και με παρακάλεσε ο ίδιος ο Δεσπότης να τον εξυπηρετήσω με το αυτοκίνητό μου. Πήγαμε για Εσπερινό σ’ ένα μικρό χωριό της Αριδαίας –δεν θυμάμαι, τώρα, σε ποιό–, ο Σεβασμιώτατος, ο Διάκος του, κι εγώ. Στον δρόμο, ο καλός και ευαίσθητος Μητροπολίτης Καλλίνικος, με πείραζε:

  ‘‘Αα, κυρ–Κ.! Πολλά, παίρνεις για το αγώγι! Δεν πρέπει να έρχομαι μαζί σου!’’. Έγινε ο Εσπερινός, είπε πολλά στους χωρικούς. Όταν φεύγαμε, ζήτησε από τον Διάκο την Καινή Διαθήκη. Δεν είχε. Έτυχε να έχω εγώ μία μικρή.

 ‘‘Δώσ’ την στον Διάκο!’’, μου λέει. 

Την έδωσα. Του είπε να την ανοίξει τυχαία και να διαβάσει. Πράγματι, την άνοιξε τυχαία ο Διάκος κι άρχισε να διαβάζει. Ήταν ένα χωρίο που μιλούσε περί αγάπης. Ο Διάκος διάβαζε, κι ο Σεβασμιώτατος τον ρωτούσε τί εννοεί η κάθε λέξη. Καθώς προχωρούσε το κείμενο, ο Σεβασμιώτατος το ανέλυε περισσότερο.




 Στον δρόμο, κοντά σ’ ένα χωριό, μπροστά μας βρέθηκε κάποιος χωρικός. Είχε άλογο ζεμένο στο κάρο, φορτωμένο με τριφύλλι κι εκείνο έτρεχε φοβισμένο. Το τριφύλλι, άρχισε να πέφτει κι ο καημένος ο χωρικός δεν μπορούσε να το σταματήσει. Εγώ οδηγούσα, ενώ συνεχιζόταν ο διάλογος μεταξύ Διάκου και Σεβασμιωτάτου κι έβλεπα την ταπείνωση και την αγάπη του. Όταν φτάσαμε κοντά στο άλογο με το κάρο, εγώ ο αφελής, προσπέρασα το κάρο για να φύγουμε. Οπότε, ακούω την φωνή του Δεσπότη Καλλίνικου: 

‘‘Κ…! Τί, λέγαμε τόσην ώρα; Για ‘αγάπη’ δεν μιλούσαμε; Σταμάτα να κάνουμε αγάπη!…’’.


Έκανα πίσω. Κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο. Αμέσως, ο Καλλίνικος, σταμάτησε το άλογο που ήταν τόσο φοβισμένο, το ημέρεψε και είδα κάτι το καταπληκτικό: Ο Δεσπότης μας, έπιασε το άλογο από το χαλινάρι κι αυτό έγινε αρνάκι! Γυρίζει και λέει σε μένα και τον Διάκο: 

‘‘Φορτώστε τα πεσμένα τριφύλλια πάνω στο κάρο!’’.

 Τα φορτώσαμε. Κατόπιν, ήρθε και το αφεντικό του κάρου. Άρχισε να μας ευχαριστεί. Έρχεται προς τα μένα κρυφά στο αυτί και με ρωτάει σιγανά:

 ‘‘Ποιός είναι αυτός που κρατάει το άλογο;’’. 

Του λέω: ‘‘Ο Δεσπότης μας, ο Καλλίνικος!’’. 

Αμέσως αυτός συγκινήθηκε κι άρχισε να κλαίει.

‘‘Άγιος, άνθρωπος!’’, είπα μέσα μου.

Φορτώσαμε και φύγαμε…».


 Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου: «Κόσμημα της Εκκλησίας (βίος και πολιτεία του αειμνήστου Μητροπολίτου Εδέσσης Καλλινίκου)», κεφ. 9ο («Αναμνήσεις του ποιμνίου»), §9 («Διάφορα περιστατικά»), σελ. 446, έκδοση α΄, Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας), 1998.

Η προσευχή σε ξεχωρίζει από τα άλογα ζώα, σε κάνει σύντροφο των Αγγέλων...

 Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου



   Η προσευχή της Εκκλησίας έχει τόσο μεγάλη δύναμη, ώστε και αν ακόμη είμαστε πιο άφωνοι και από τις πέτρες, θα μπορούσε να κάνει τη γλώσσα μας πιο ελαφρά από το φτερό. Διότι, όπως ο ζέφυρος όταν φυσάει στα πανιά του πλοίου το κάνει να τρέχει πιο γρήγορα από το βέλος, έτσι και η προσευχή της Εκκλησίας όταν πέσει στη γλώσσα αυτού που την λέει, κινεί τον λόγο δυνατότερο από τον ζέφυρο.

Πόση τιμή δε έχει το πράγμα, να είναι κάποιος άνθρωπος και να συνομιλεί με το Θεό, όλοι το γνωρίζουν, αλλά να δείξουν με λόγια το μέγεθός της δεν μπορούν οι πολλοί, διότι αυτή η τιμή ξεπερνά και των Αγγέλων τη μεγαλοπρέπεια. Αυτό το γνωρίζουν οι ίδιοι οι Άγγελοι, αφού φαίνονται πως έφερναν τις δεήσεις των Προφητών στο Θεό, τους ύμνους και τις λατρείες στο Δεσπότη με φόβο πολύ, έχοντας και τα πόδια σκεπασμένα από την μεγάλη ευλάβεια.

    Αλλά αν εκείνοι που πετούν και δεν ησυχάζουν καθόλου δείχνουν το φόβο που έχουν, τούτο μου φαίνεται ότι το κάνουν για να εκπαιδεύουν εμάς στον καιρό της προσευχής να λησμονούμε την ανθρώπινη φύση· και με την προθυμία και τον φόβο που έχουμε, να μη βλέπουμε, ούτε να φανταζόμαστε κανένα πράγμα τούτου του κόσμου, αλλά να μας φαίνεται πως είμαστε μεταξύ των Αγγέλων και προσφέρουμε τη λατρεία που προσφέρουν κι εκείνοι. Διότι όλα τα άλλα, τα δικά μας, είναι πολύ χωρισμένα από τα δικά τους· και η φύση και ο τρόπος ζωής και η σοφία και η φροντίδα και ο,τι άλλο· η προσευχή όμως είναι κοινό έργο των Αγγέλων και των ανθρώπων.


    Αυτή η προσευχή σε ξεχωρίζει από τα άλογα ζώα, αυτή η προσευχή σε κάνει σύντροφο των Αγγέλων αυτή μπορεί γρήγορα να σε ανεβάσει στη δική τους πολιτεία, στη ζωή, στη δίαιτα, και την τιμή και την συγγένεια, και τη σύνεση και τη σοφία, και να σε κάνει να φροντίζεις όλη σου τη ζωή να βρίσκεσαι σε προσευχές και στη λατρεία του Θεού.

Όσιοι Νικηφόρος και Γεννάδιος εν Βολογντά

 Οι Όσιοι Νικηφόρος και Γεννάδιος έγιναν μοναχοί και ασκήτεψαν στην έρημο της μονής Σβίρ, στην περιοχή Όλονετς της Ρωσίας, κατά τον 16ο αιώνα μ.Χ. Κοιμήθηκαν με ειρήνη.

Άγιοι Άμμων και Αλέξανδρος

 Οι Άγιοι Μάρτυρες Άμμων και Αλέξανδρος κατάγονταν από την Κύπρο και ήταν μαθητές του Ωριγένους. Μαρτύρησαν στον Σόλεα της Κύπρου για την πίστη του Χριστού, ίσως κατά την περίοδο των διωγμών του αυτοκράτορα Δεκίου (248 - 251 μ.Χ.).

Άγιος Πέτρος ο Δαμασκηνός

 Ο Άγιος Πέτρος ήταν Ιερέας με πλήρη συνείδηση των υποχρεώσεων του προς τον Χριστό και τον λαό. Με το προσωπικό του παράδειγμα, άμεμπτο και διδακτικότατο, φώτιζε και κατάρτιζε τους πιστούς με τα τακτικά και πρακτικότατα κηρύγματα του. Αυτός μάλιστα είναι και ο συγγραφέας της Νηπτικής βίβλου, που εμπεριέχεται στη Φιλοκαλία.


Την αγάπη του προς τον Χριστό, δεν την έδειχνε μόνο σε καιρούς ειρηνικούς, αλλά και σε δύσκολους. Έτσι, περί το 775 μ.Χ. στεφάνωσε τη ζωή του αφού πρόθυμα έδωσε το κεφάλι του στον θάνατο δια ξίφους, για να μείνει πιστός στην ομολογία του Χριστού.




Όσιος Ρωμανός ο Κίλικας ο θαυματουργός

 Η καταγωγή του Οσίου Ρωμανού ήταν από την Κιλικία, και συγκεκριμένα από την πόλη Ρώσο (αρχαία πόλη της Συρίας στον Ισσικό κόλπο - Αλεξανδρέτας - που βρίσκεται κοντά στις Κιλικίες Πύλες). Ο πνευματικός του όμως αγώνας, έγινε στα μέρη της Αντιόχειας. Εκεί, στους πρόποδες ενός βουνού έκτισε ένα μικρό κελί, που το χρησίμευε σαν μελετητήριο και συγχρόνως σαν ασκητήριο. Ήταν τύπος εγκρατής και στους τρόπους του απλός, γεμάτος ταπεινοφροσύνη και πραότητα.


Η φήμη της αγιότητας του και φρονήσεώς του έφερε προς αυτόν πλήθη, που του εκδήλωναν την εκτίμηση και τον σεβασμό τους. Αλλά εκείνος, σε καμιά στιγμή δεν αισθάνθηκε τον άνεμο της υπερηφάνειας. Δεν έβλεπε πόσο προόδευε, αλλά μόνο πόσο καθυστερούσε να προοδεύσει. Συχνά μάλιστα έλεγε τον λόγο του Ευαγγελίου, ότι, όποιος νομίζει ότι στέκεται πνευματικά, οφείλει να προσέχει μη πέσει.


Ο Θεός τον προίκισε και με το χάρισμα να θεραπεύει ασθένειες. Αλλά αυτός, για να είναι προσγειωμένος, έλεγε και πάλι το λόγο του Ευαγγελίου, ότι, το να κάνει κανείς θαύματα δεν είναι τίποτα. Το σπουδαίο είναι να εργάζεται την αρετή και τη δικαιοσύνη.


Μετά από τέτοια αληθινά αγία ζωή, ο Όσιος Ρωμανός, απεβίωσε ειρηνικά.

Άγιοι Μάρκελλος επίσκοπος Σικελίας, Φιλάγριος επίσκοπος Κύπρου και Παγκράτιος επίσκοπος Ταυρομενίου

 Έζησαν και οι τρεις κατά τον πρώτο μετά Χριστόν αιώνα.


Ο Μάρκελλος, πατέρας του Παγκρατίου, ήταν προηγουμένως οπαδός του Σίμωνα του Μάγου. Ήλθε όμως στην αληθινή πίστη, μέσω της διδασκαλίας και των θαυμάτων του αποστόλου Πέτρου, τον όποιο και ακολούθησε από τότε με το γιο του Παγκράτιο. Και ο μεν Μάρκελλος έγινε κατόπιν επίσκοπος στις Συρακούσες της Σικελίας, όπου έφερε πολλούς ειδωλολάτρες στην αληθινή θρησκεία. Ο δε Παγκράτιος έγινε επίσκοπος Ταυρομενίου (σημερινή Ταορμίνα) της Σικελίας.


Ο Φιλάγριος διέπρεψε σαν επίσκοπος της Κύπρου.


Και οι τρεις κοιμήθηκαν, αφού υπέστησαν πολλές δοκιμασίες στην εκτέλεση των ποιμαντικών καθηκόντων τους, και ζωή καθημερινού μαρτυρίου.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός

 


Άγιος Νικηφόρος

 O Άγιος Νικηφόρος έζησε στα χρόνια των αυτοκρατόρων Βαλεριανού (253 - 259 μ.Χ.) και Γαληνού (259 - 268 μ.Χ.), και συνδεόταν στενά με κάποιον ιερέα ονόματι Σαπρίκιο, ο οποίος έτρεφε μεγάλο μίσος κατά του Νικηφόρου γιατί πίστευσε στα λόγια κάποιου συκοφάντη. O Νικηφόρος ζητούσε επανειλημμένα από τον ιερέα να του πει τον λόγο και να τον συγχωρέσει, όμως μάταια.


Όταν το 257 μ.Χ. ξέσπασε μεγάλος διωγμός κατά των Χριστιανών, συνελήφθησαν πολλοί επίσκοποι και ιερείς μεταξύ των οποίων και ο Σαπρίκιος. Μόλις ο Άγιος διέκρινε μεταξύ των συλληφθέντων και τον Σαπρίκιο, τρέχει και πέφτει στο γόνατά του και τον παρακαλεί με δάκρυα να τον συγχωρήσει. O Σαπρίκιος αρνείται πεισματικά. Μετά το μαστίγωμα που δέχθηκε ο Νικηφόρος τον πλησιάζει και πάλι, ασπάζεται τις πληγές του και του ζητά να του δώσει έστω και την τελευταία στιγμή την ευλογία του. O Σαπρίκιος ανένδοτος, τον απομακρύνει και οδηγείται για αποκεφαλισμό. Η άρνηση και η αδιαλλαξία του Σαπρίκιου, τον καθιστούν ανάξιο στο μάτια του Θεού. Χωρίς πλέον την δύναμη της θείας χάρης, δεν άντεξε τα βασανιστήρια και την ώρα του αποκεφαλισμού λυγίζει και ζητά να θυσιάσει στο είδωλα. Μόλις το άκουσε ο Νικηφόρος, τρέχει και τον παρακαλεί να ανακαλέσει την άρνησή του. Εκνευρισμένοι τότε οι δήμιοι, αποκεφαλίζουν τον Νικηφόρο και έτσι αξιώνεται εκείνος το στέφανο του μαρτυρίου, ενώ ο Σαπρίκιος το στίγμα της ατιμίας.



Ἀπολυτίκιον

Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.

Ὁ Μάρτυς σου Κύριε, ἐν τῇ ἀθλήσει αὐτοῦ, τὸ στέφος ἐκομίσατο τῆς ἀφθαρσίας, ἐκ σοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν· ἔχων γὰρ τὴν ἰσχύν σου, τοὺς τυράννους καθεῖλεν ἔθραυσε καὶ δαιμόνων τὰ ἀνίσχυρα θράση. Αὐτοῦ ταῖς ἱκεσίαις Χριστέ ὁ Θεός, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.


Έτερον Ἀπολυτίκιον  

Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ἀγάπη τοῦ Κτίσαντος, καταυγασθεῖς τὴν ψυχήν, τοῦ νόμου τῆς χάριτος, ἐκπληρωτῆς ἀκριβής, ἐμφρόνως γεγένησαι, ὅθεν καὶ τὸν πλησίον, ὡς σαυτὸν ἀγαπήσας, ἤθλησας Νικηφόρε, καὶ τὸν ὄφιν καθεῖλες, ἐντεῦθεν ἐν ὁμονοίᾳ, ἠμᾶς διατήρησαν.


Έτερον Ἀπολυτίκιον

Ἦχος α’. Χορός Ἀγγελικός.

Ἀγάπης τῷ δεσμῷ, συνδεθείς Νικηφόρε, διέλυσας τρανῶς, τήν κακίαν τοῦ μίσους· καί ξίφει τήν κάραν σου, ἐκτμηθείς ἐχρημάτισας, Μάρτυς ἔνθεος, τοῦ σαρκωθέντος Σωτῆρος· ὃν ἱκέτευε, ὑπέρ ἡμῶν τῶν ὑμνούντων, τήν ἔνδοξον μνήμην σου.


Κοντάκιον

Ἦχος γ’. Ἡ παρθένος σήμερον.

Πτερωθεὶς Ἀοίδιμε, τῇ τοῦ Κυρίου ἀγάπῃ, καὶ τὸν τούτου ἔνδοξε, Σταυρὸν ἐπ' ὤμων βαστάσας, ᾔσχυνας τοῦ διαβόλου τὰς μεθοδείας, ἤθλησας μέχρι θανάτου καὶ ἀληθείας· διὰ τοῦτο ἀνεδείχθης, ὁπλίτης μύστης, Θεοῦ τῆς Χάριτος.


Ὁ Οἶκος

Τὴν τοῦ Παύλου σαφῶς διδασκαλίαν ἐπόθησας, καὶ τοῖς στέρνοις τοῖς σοῖς Ἔνδοξε κατεφύτευσας, βοῶν· Ἡ ἀγάπη οὐκ ἀσχημονεῖ, αὕτη τὸν Κτίστην ἄνθρωπον τέλειον ἡμῖν ἐχαρίσατο, δι' ἀγάπην πάντα ὑπέμεινεν, ἥλους καὶ σταυρόν, ὄξος καὶ ἐμπτύσματα, λόγχῃ ἐπάγη πλευρὰν ἁγίαν, δι' ἧς ἀνέβλυσεν ἡμῖν αἷμα καὶ ὕδωρ θεουργόν, ὃν ποθήσας, ἐφάνης νικηφόρος, ὡς καὶ τῇ κλήσει, ὁπλίτης, μύστης Θεοῦ τῆς χάριτος.


Κάθισμα

Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.

Ἐντολῶν τοῦ Κυρίου ἐκπληρωτής, πεφηνὼς κατηλλάγης τῷ δυσμενεῖ, πρὸς σὲ τὴν διάνοιαν, τὴν αὐτοῦ Μάρτυς ἔχοντι, καὶ τὴν διὰ ξίφους, τελείωσιν εἴληφας, ἀντ' ἐκείνου Μάκαρ, Θεοῦ σε καλέσαντος· ὅθεν νικηφόρον, φερωνύμως δειχθέντα, αὐτὸς ἐστεφάνωσεν, ὡς Δεσπότης ἀξίως σε, Ἀθλοφόρε, ἀήττητε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Το Δοξαστικό των Αίνων Κυριακής του Ασώτου


 

ΤΟ ΘΕΛΗΜΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ (Κυριακή του Ασώτου)

 Μια ζωή ὀπως την ήθελε έζησε ο άσωτος υιός της πασίγνωστης παραβολής του Χριστού. Με πλήρη αδιαφορία για το θέλημα του πατέρα του ή των άλλων ανθρώπων, πήρε όσα θεωρούσε ότι δικαιωματικά τού ανήκαν και πήγε να κάνει τη ζωή του. Ύψιστο κανόνα του είχε να ζει όπως ακριβώς του αρέσει. Να κάνει ό,τι θέλει. Ο κόσμος όλος ήταν για να υπηρετεί τις δικές του ορέξεις, τις δικές του επιθυμίες, τα δικά του θελήματα και μόνο (Κυριακή του Ασώτου).

 Λίγο-πολύ δηλαδή έκανε ό,τι κάνουμε όλοι μας. Και ό,τι ακριβώς μαθαίνουμε και τα παιδιά μας να κάνουν. Από τη στιγμή που γεννιούνται, όλη μας η φροντίδα είναι να μην τους λείψει απολύτως τίποτε. Με το ανόητο επιχείρημα να απολαύσουν όλα όσα εμείς, οι προηγούμενες γενιές, στερηθήκαμε. Και τα παιδιά μαθαίνουν πολύ καλά το μάθημά τους (εδώ είναι άριστοι μαθητές), ότι μπορούν να έχουν τα πάντα, ότι δικαιούνται τα πάντα, ότι μοναδικός κανόνας για τη ζωή τους είναι το να κάνουν ό,τι θέλουν. Η αποθέωση του θελήματος. Και είναι τόσο ολέθριο αυτό;


 Μα πώς να συνυπάρξουν έτσι οι άνθρωποι μεταξύ τους; Στη συζυγία, στη δουλειά, στην κοινωνία; Όταν το μόνο στο οποίο όλοι ανεξαιρέτως συμφωνούν, είναι ο ένας και απαράβατος κανόνας, το να κάνει ο καθένας ό,τι του αρέσει; Μα όσοι άνθρωποι, τόσα και θελήματα. Κατ’ ανάγκην λοιπόν, το μόνο σίγουρο είναι μια μόνιμη σύγκρουση όλων αυτών των εναντίων θελημάτων μεταξύ τους. Ο ένας να πολεμάει αδιάκοπα τον άλλον.

 Μα έλα που ο άνθρωπος δεν σταματάει ούτε εδώ. Δεν φτάνει που ο ένας θέλει να επιβάλλει τη θέλησή του πάνω στον άλλο. Πρέπει να υποταχθεί και ο Θεός. Να βάλει ο άνθρωπος το θέλημά του πάνω απ’ το θέλημα του Θεού.


Ένας πλούσιος στα πενήντα του είχε καράβια, αεροπλάνα, εργοστάσια, λεφτά με το τσουβάλι, μια κούκλα γυναίκα, δεν είχε όμως παιδί. Έκανε τάματα, αγιογραφίες, εκκλησίες, ορφανοτροφεία, έδινε πολλά χρήματα σε ελεημοσύνες, …τίποτα! Στα εφτά χρόνια επάνω λέει: «Θε μου, άκου να σου πω: Θα κάνεις τα πάνω κάτω και θα μου δώσεις παιδί. Θέλω διάδοχο για τα λεφτά μου». Και μένει η γυναίκα του έγκυος. Λέει: «Είδες που και ο Θεός φοβέρα θέλει;»


Γεννιέται ένα χαριτωμένο παιδί, χαρά όλοι, μα στα δώδεκα χρόνια του, πεθαίνει η μητέρα του. Αυτός που έτρεχε σ’ όλο τον κόσμο, εσωτερικό-εξωτερικό, τί να κάνει με το παιδί; Έτσι δυο χρόνια μετά (το παιδί δεκατεσσάρων), παντρεύεται μια πολύ νεότερή του και φεύγει στο εξωτερικό.

 Στα τρία χρόνια (το παιδί δεκαεφτά), γυρνάει να τους δει, να χαρούν. Ανοίγει και βλέπει στο κρεβάτι τον γιο του με τη γυναίκα του. Τραβάει το πιστόλι και σκοτώνει επί τόπου τον γιο του, αυτή πήδηξε απ’ το παράθυρο και έφυγε.


Τον έβαλαν στη φυλακή και βγήκε στα 90 του. Και λέει:

«Όταν μπήκα στο κελλί της φυλακής, σκέφτηκα: Τί είπα του Θεού; Κάνε τα πάνω κάτω για να μου κάνεις αυτό που θέλω. Και έκανε ο Θεός τα πάνω κάτω. Στον Θεό λοιπόν να μην προσευχόμαστε έτσι, αλλά ταπεινά. Στον Θεό να λέμε:

« Θε μου, …νομίζω ότι θέλω αυτό, …νομίζω ότι θέλω εκείνο, αλλά, ό,τι θες, Θε μου, θέλω και επειδή το θες, το θέλω. Δεν εκβιάζουμε τον Θεό. Τον αφήνουμε να κάνει αυτά που Εκείνος νομίζει» (Γερόντισσα Χρυσοβαλάντη).


Εμείς θα φτάσουμε ποτέ να λέμε, με την καρδιά μας όμως, «γενηθήτω το θέλημά σου»;

π. Δημητρίου Μπόκου

....ελευθερία δεν είναι απλώς να φεύγεις....

 Κάποτε, σε μια γη ήσυχη και ήρεμη, ζούσε ένας άντρας με δύο γιούς. Το σπίτι του ήταν γεμάτο φως και θόρυβο, γεμάτο τις καθημερινές μικρές χαρές της οικογένειας: τη μυρωδιά του ψωμιού που ψηνόταν στο πρωινό, τα γέλια που ανακατεύονταν με τα λόγια της σοφίας, τα βράδια που η σιωπή γέμιζε με αστέρια και ιστορίες για τους προγόνους.


Ο μικρότερος γιος, όμως, μέσα στη φρεσκάδα της νιότης, ένιωθε μια ανυπόμονη φλόγα να καίει μέσα του. Το βλέμμα του έπεφτε συχνά πάνω στη ζωή που ξεπερνούσε τα όρια του σπιτιού, στα όνειρα και τις επιθυμίες που δεν είχαν ακόμη μορφή. Μια μέρα, ενώ ο ήλιος ακουμπούσε απαλά την αυλή, πλησίασε τον πατέρα του και είπε:

«Πατέρα, δός μοι το επιβάλλον μέρος της ουσίας.»

Η φωνή του ήταν ήρεμη, αλλά η απαίτηση κρυβόταν στα λόγια του. Δεν ήταν παιδική παράκληση. Ήταν ο λόγος ενός ανθρώπου που ένιωθε πως η ζωή του ήταν δική του, πως η ελευθερία του άξιζε να εξαγοραστεί. Ο πατέρας τον κοίταξε με μάτια βαθειάς σιωπής, και χωρίς διαμαρτυρία, μοίρασε την περιουσία.

Ο μικρότερος υιός έφυγε. Φεύγοντας, η καρδιά του πάγωσε λίγο στην αρχή από την αγωνία του νέου κόσμου. Κι όμως, πίστευε πως η περιπέτεια θα τον έκανε ισχυρό και ανεξάρτητο. Τα χρήματα και οι πλούτοι τον έκαναν να νομίζει πως απέκτησε τα πάντα. Μα μέσα του, η αίσθηση της απουσίας ήταν ανεπαίσθητη στην αρχή, σαν ένας ψίθυρος που δεν ακούγεται, αλλά που μεγαλώνει αργά.


Η ζωή στη μακρινή χώρα ήταν λαμπερή στην αρχή, γεμάτη φαντασία, επιθυμίες και πειρασμούς. Μα όσο περνούσε ο καιρός, το φαίνεσθαι άρχισε να φθείρεται, η χαρά να στερεύει, και η ψυχή του να πεινά. Όταν η πτώχευση ήρθε απότομα, όχι μόνο η περιουσία του εξαφανίστηκε, αλλά και η αίσθηση του εαυτού του διαλυόταν. Η σιωπή της μοναξιάς τον ανάγκασε να θυμηθεί τον πατέρα, το σπίτι, την ίδια την έννοια του «πάτερ».

Στο βάθος της ταπείνωσης, πήρε την απόφαση: θα γυρνούσε πίσω. Δεν ζητούσε να επανέλθει ως γιος, αλλά ως υπηρέτης, ως μισθωτός. Όμως, πριν ακόμη προλάβει να πλησιάσει, ο πατέρας τον είδε από μακριά. Τρέχοντας, τον αγκάλιασε, τον φίλησε και τον έντυσε ξανά με την πατρική στολή. Η επιστροφή δεν ήταν επανάκτηση κεκτημένου, αλλά ανάσταση της ύπαρξης του ίδιου του παιδιού.


Στο σπίτι, ο πρεσβύτερος υιός, που είχε παραμείνει κοντά στον πατέρα, ένιωσε θυμό και ζηλοφθονία. Έβλεπε τον αδελφό του να επιστρέφει, να επανέρχεται στην αγάπη που εκείνος είχε πάρει για δεδομένη. Ο πατέρας όμως, με ήρεμη τρυφερότητα, τον πλησίασε και του είπε: «Τέκνον, συ πάντοτε μετ’ εμού ει, και πάντα τα έμᾶ σά εστιν.» Ο θυμός του δεν έσβησε αμέσως, αλλά η φωνή της αγάπης του υπενθύμισε ότι η ζωή δεν είναι ζήτημα δικαιοσύνης μόνο, αλλά επιστροφής, συγχώρησης και χαράς για κάθε αναστάσιμο βήμα.


Η παραβολή αυτή, μέσα από τους δύο υιούς, δεν μιλά μόνο για το δώρο της ελευθερίας και την αγάπη του Πατέρα, αλλά για την ίδια την ύπαρξη του ανθρώπου: πόσο εύκολα παρασύρεται από την απαίτηση και το θράσος, πόσο βαριά είναι η σιωπή της αχαριστίας, πόσο αναγκαία η μετάνοια και η επιστροφή για να ανακαλύψει κανείς τη δική του ταυτότητα, την υιότητα και την κοινότητα της αγάπης.


Τελικά, η μεγάλη διδασκαλία είναι ότι η ελευθερία δεν είναι απλώς να φεύγεις. Είναι, τολμηρά και ταπεινά, να μπορείς να επιστρέψεις, να αναγνωρίσεις την αγάπη που ποτέ δεν σε εγκατέλειψε, να συγχωρήσεις και να χαρείς για κάθε άνθρωπο που αναζητά τον δρόμο του πίσω στο σπίτι.


Κι έτσι, μέσα από την αμαρτία, την πτώση και την επιστροφή, η οικογένεια γίνεται καθρέφτης της σχέσης του ανθρώπου με τον Θεό του Πατέρα που περιμένει, συγχωρεί και χαίρεται για την κάθε ψυχή που επιστρέφει.

Κυριακή του Ασώτου

 † Μητροπολίτης Σουρόζ Αντώνιος Bloom


Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.


Ξανὰ καὶ ξανὰ ἔχω τὴν εὐκαιρία νὰ μιλῶ γιὰ τὴν Παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου Υἱοῦ, τὴν ἱστορία τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου, καὶ κάθε φορὰ παρατηρῶ πόσο εὔκολο εἶναι αὐτὸ γιὰ μένα –ὄχι πραγματικά, ἀλλὰ φανταστικὰ – νὰ ταυτιστῶ μὲ τὸν ἁμαρτωλὸ ποὺ βρῆκε τὸν δρόμο του γιὰ τὸν Θεό, τὸν τελώνη ποὺ στάθηκε συντετριμμένος στὴν εἴσοδο τοῦ ναοῦ, ἀνίκανος ἀκόμα καὶ νὰ βαδίσει πρὸς τὸν ἱερὸ τόπο τοῦ Θεοῦ, ἢ μὲ τὸν Ἄσωτο Υἱό, ποὺ παρὰ τὴν βαριὰ ἁμαρτία του, τὴν ἀπίστευτη ἀναισθησία, τὴν σκληρότητά του, βρῆκε τὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς στὴν πατρικὴ ἑστία.Ἀλλὰ πόσο σπάνια μὲ συγκίνησε, ἔστω βιαστικά, ἡ μοίρα τοῦ Φαρισαίου, ἀπὸ τὴν μοίρα τοῦ μεγαλύτερου ἀδελφοῦ – ὅμως ὁ Θεὸς δὲν καταδίκασε κανέναν ἀπὸ τοὺς δύο. Εἶπε γιὰ τὸν τελώνη: Καὶ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος πῆγε στὸ σπίτι του περισσότερο συγχωρεμένος, περισσότερο ἐλεημένος ἀπὸ τὸν ἄλλο. Δὲν εἶπε ὅτι ὁ Φαρισαῖος πῆγε χωρὶς νὰ τὸν συνοδεύει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὅτι ὁ Θεὸς ξέχασε τὴν πίστη του, τὴν αἴσθηση τῆς ὑπακοῆς πρὸς τὸ καθῆκον.


Καὶ πάλι σήμερα βρισκόμαστε πρόσωπο μὲ πρόσωπο μὲ τὸν μεγαλύτερο ἀδελφό. Ὅλη τὴ ζωὴ του εἶχε ζήσει στὸ πλευρὸ τοῦ πατέρα, ὅλη τὴ ζωὴ του μεριμνοῦσε γιὰ τὶς ὑποθέσεις τοῦ πατέρα του –εἶχε δουλέψει σκληρά, μὲ πίστη, ξεχνώντας τὸν ἑαυτό του, χωρὶς νὰ δίνει σημασία στὴν κούραση, χωρὶς νὰ ζητᾶ καμιὰ ἀνταμοιβή, γιατί αἰσθανόταν ὅτι ἔκανε τὸ σωστό. Στὴν πραγματικότητα ὑστεροῦσε σὲ κάτι: τοῦ ἔλειπε ἡ ζεστασιά, ἡ τρυφερότητα, ἡ χαρὰ γιὰ τὸν πατέρα. Ἀλλὰ ὑπάρχει κάτι ποὺ ἐντυπωσιάζει τόσο σ΄ αὐτὸν – ἡ πίστη του· παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ καρδιά του δὲν ἦταν φλογερή, παρέμεινε πιστός. Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἔλαβε καμιὰ φανερὴ ἀνταμοιβὴ ἢ ἀναγνώριση παρέμεινε πιστὸς κι ἐργαζόταν σκληρά.


Πόσο σκληροὶ εἴμαστε ὅταν σκεφτόμαστε ὅτι τοῦ ἀξίζει λίγη ἀπ’ τὴν συμπάθειά μας· ἀλλὰ πόσο λίγοι ἀπὸ ἐμᾶς μποροῦν νὰ εἶναι τόσο πιστοί, τόσο τέλεια καὶ σταθερὰ ὑπάκουοι στὸ κάλεσμα τοῦ καθήκοντος ὅπως αὐτὸς ὅταν δὲν βρίσκουμε ἀνταπόδοση, ὅταν δὲν ἀκοῦμε ἕναν ἐνθαρρυντικὸ λόγο, ὅταν δὲν παίρνουμε τὴν παραμικρὴ ἀμοιβὴ ὅπως ἔκανε ὁ πατέρας ὅσον ἀφορᾶ τὸν μεγαλύτερο υἱό, ἐπειδὴ οἱ γύρω μας, αὐτοὶ τοὺς ὁποίους ἐξυπηρετοῦμε, ποὺ δουλεύουμε σκληρά, ποὺ τὸ συμφέρον τους βρίσκεται ἀκριβῶς στὸ κέντρο τῆς ζωῆς μας, τὸ θεωροῦν δεδομένο. Δὲν εἶναι φυσικό; Δὲν εἶναι γιός μου; Δὲν εἶναι πατέρας μου; Δὲν εἶναι ἀδελφός μου; Σύζυγός μου; Φίλος μου; Δὲν σημαίνουν ὅλα αὐτὰ μία συνολικὴ δίχως ὅρια ἀφοσίωση ποὺ εἶναι ἡ δική του ἀνταμοιβή;


Πόσο σκληροὶ γινόμαστε συχνὰ στοὺς γύρω μας ποὺ τοὺς βάζουμε στὴν θέση τοῦ μεγαλύτερου ἀδελφοῦ- ποὺ ποτὲ δὲν ἀναγνωρίζουμε καὶ ποὺ πάντοτε περιμένουμε νὰ κάνουν τὸ σωστό, ἀδιαμαρτύρητα καὶ τέλεια.


Στὴν πραγματικότητα ὁ ἄσωτος υἱὸς εἶχε ζεστὴ καρδιά, εἶχε ἐπιστρέψει μὲ ραγισμένη καρδιά, ἕτοιμος νὰ ἀλλάξει, ἐνῶ ὁ ἄλλος μποροῦσε μοναχὰ νὰ συνεχίσει, νὰ περπατήσει τὴν πικρὴ πορεία του μὲ τὴν ἀμφιταλαντευόμενη πίστη του· ἐκτὸς ἂν ἀντιμετωπίζοντας τὴν συμπόνια τοῦ πατέρα, ἐκτὸς ἂν καταλάβαινε τί σήμαινε ὅτι ὁ μικρότερος ἀδελφός του ἦταν στὴν πραγματικότητα νεκρὸς καὶ ξανάζησε, ὅτι εἶχε ἀληθινὰ χαθεῖ καὶ βρέθηκε.


Ἂς σκεφθοῦμε τὸν ἑαυτό μας. Ἔχουμε ὅλοι κάποιον γύρω μας ποὺ τοῦ φερόμαστε μὲ τὴν ἴδια ψυχρότητα, ποὺ θεωροῦμε ὅτι εἶχε ὁ μεγαλύτερος υἱός, ἀλλὰ ὅλοι μας ἔχουμε κάποιον πρὸς τὸν ὁποῖο φερόμαστε ἐξίσου περιφρονητικὰ καὶ σκληρὰ ὅπως φερόταν ὁ μεγαλύτερος υἱὸς στὸν μικρότερο ἀδελφὸ ποὺ εἶχε ξεγράψει, ποὺ δὲν ἦταν ἀδελφὸς γιὰ κεῖνον· ποὺ εἶχε φανεῖ ἀγνώμων πρὸς τὸν πατέρα, ποὺ ἦταν ἀσυγχώρητος. Κι ὅμως, ἐκεῖ βρισκόταν ὁ πατέρας, τὸ θύμα τῆς ἀπόρριψης τοῦ υἱοῦ του, τὸ θύμα τῆς ἐλαφρόμυαλης συμπεριφορᾶς του, τῆς σκληρότητάς του, ποὺ τὸν συγχώρησε τρυφερὰ καὶ ὁλόψυχα.


Ἂς βροῦμε τὴ θέση μας σὲ αὐτὴν τὴν τραγικὴ καὶ ὄμορφη παραβολὴ γιατί τότε ἴσως βροῦμε τὸν δρόμο μας, εἴτε παρότι ὁ καθένας πέρα ἀπὸ τὸ νὰ εἶναι ὁ μεγαλύτερος γιός, μολονότι λιγότερο τοῦ καθήκοντος, πολὺ λιγότερο τίμιος, πολὺ λιγότερο ἀφοσιωμένος στὶς μέριμνες τοῦ πατέρα, στοὺς φίλους, στοὺς συγγενεῖς· ἢ ἴσως μποροῦμε ν΄ ἀνακαλύψουμε στὴν καρδιὰ μας μιὰ δημιουργικὴ συμπάθεια γιὰ τὸν μικρότερο γιὸ καὶ νὰ μάθουμε πρῶτα ἀπ’ αὐτὸν ὅτι δὲν ὑπάρχει κατάσταση ἡ ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς φέρει μιὰ εἰλικρινῆ μετάνοια, μιὰ μεταστροφὴ καὶ ὅτι ὑπάρχει ἕνας τουλάχιστον – ὁ Θεὸς- καὶ προφανῶς ἕνα πρόσωπο ἢ πολλά, ποὺ εἶναι ἕτοιμα νὰ μᾶς δεχθοῦν, νὰ μᾶς ἀπολυτρώσουν, νὰ μᾶς ἐπαναφέρουν καὶ νὰ μᾶς ἐπιτρέψουν νὰ ξεκινήσουμε μαζὶ μιὰ νέα ζωὴ – μὲ τὸν πατέρα, τὸν νεότερο καὶ τὸν μεγαλύτερο υἱό. Ἀμήν.

Τό μεγαλεῖο της υἱότητας

 ARCH. ΑΝΤΗΟΝΥ ΒLΟΟΜ


Ἡ περιγραφή τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι λιτή καί σέ τόνους χαμηλούς· ῾Ο υἱός ἀπορρίπτει ἄσπλαχνα τόν πατέρα του καί προετοιμάζει τήν ἀναχώρησή του στή μακρινή χώρα! «Πατέρα, δῶσ’ μου τό κομμάτι τῆς περιουσίας πού μοῦ ἀνήκει!». Τί ἄλλο σημαίνουν αὐτά τά λόγια παρά, «Πατέρα, δέν μπορῶ νά περιμένω πότε θά πεθάνεις! ᾿Εσύ βαστᾶς ἀκόμη, κι ἐγώ εἶμαι νέος· θέλω τώρα νά δρέψω τούς καρπούς τῆς δικῆς σου ζωῆς, τῶν δικῶν σου κόπων· ἀργότερα ὅλα αὐτά θά εἶναι μπαγιάτικα. ῎Ας κάνουμε μία συμφωνία· γιά μένα εἶσαι νεκρός· δῶσε μου ὅ,τι μοῦ ἀνήκει ἤ μᾶλλον ὅ,τι θά ’παιρνα μετά τόν πραγματικό σου θάνατο, καί ἄσε με νά φύγω καί νά ζήσω τή ζωή πού διάλεξα».


Αὐτό ἐννοοῦσε ὁ νεαρός ἄντρας καί πόσο αὐτό μοιάζει μέ τόν τρόπο πού ἐμεῖς μεταχειριζόμαστε τόν Θεό καί τά δῶρα Του.


῞Οσο εἴμαστε μαζί Του, ἔχουμε ἀπό Αὐτόν τό καθετί, ἀλλά ἡ παρουσία Του μᾶς περιορίζει, νιώθουμε καταπιεσμένοι ἀπό τούς ἀναπόφευκτους κανόνες πού ρυθμίζουν τό σπιτικό Του· Περιμένει ἀπό μᾶς ἀκεραιότητα καί ἀλήθεια· περιμένει νά μάθουμε ἀπό Αὐτόν τί σημαίνει νά ἀγαπᾶμε μέ ὅλη μας τήν καρδιά, ὅλο μας τό μυαλό, ὅλη μας τή δύναμη, ὅλο μας τό εἶναι _ κι αὐτό μᾶς πέφτει βαρύ. Παίρνουμε λοιπόν ὅλα Του τά δῶρα καί Τοῦ γυρίζουμε τήν πλάτη γιά νά τά χρησιμοποιήσουμε ἔτσι πού νά ἐξυπηρετοῦν μόνον ἐμᾶς, χωρίς νά ἀνταποδίδουμε κάτι εἴτε στόν Θεό εἴτε σέ ὁποιονδήποτε ἄλλον.


῞Ολοι μας, χωρίς καμιά ἐξαίρεση, ἀλλά σέ διαφορετικό βαθμό, ὑπακοῦμε στήν ἀπάνθρωπη καί ἀπατηλή ὑποβολή τοῦ Σατανᾶ, ὅπως τήν παρουσίασε στόν Χριστό στήν ἔρημο· «῎Εχεις τή δύναμη νά τό κάνεις· κάνε, λοιπόν τίς πέτρες ψωμιά· εἶσαι παιδί τοῦ Θεοῦ· χρησιμοποίησε λοιπόν αὐτή τή σοφία καί τή δύναμη πού σοῦ ἔδωσε ὁ Θεός γιά τό δικό σου συμφέρον! Γιατί νά σπαταλήσεις τόν χρόνο σου καί νά περάσουν τά χρόνια;»… Κάπως ἔτσι δέν εἶναι ἡ συμπεριφορά μας;


Μετά, ὁ νεαρός φεύγει· φεύγει γιά τήν ξένη χώρα πού δέν ἀνήκει στόν Θεό, πού ἔχει ἀπορρίψει τόν Θεό, τόν ἔχει ἀποκηρύξει, μιά χώρα πού ἔχει παραδοθεῖ στά χέρια τοῦ ἀντιπάλου Του καί πού δέν ἔχει χῶρο γι’ Αὐτόν. Καί ζεῖ σύμφωνα μέ τούς κανόνες τῆς χώρας ἐκείνης καί σύμφωνα μέ τήν ἐπιθυμία τῆς καρδιᾶς του. Μέχρι πού ἔρχεται ἡ πείνα…


Καί ἐμεῖς Τοῦ γυρίζουμε τήν πλάτη, κουβαλώντας μαζί μας τά δῶρα Του· ζοῦμε κι ἐμεῖς σέ χώρα μακρινή, σ’ ἕνα κόσμο φτιαγμένο ἀπό τόν ἄνθρωπο καί ὄχι ἀπ’ τόν Θεό· ἤ μᾶλλον σ’ ἕνα κόσμο φτιαγμένο ἀπό τόν Θεό καί παραμορφωμένο ἀπό τόν ἄνθρωπο. Τί εἴδους πείνα ἀντιμετωπίζουμε; Εἴμαστε πλούσιοι, εἴμαστε ἀσφαλεῖς, ἔχουμε μαζί μας ὅλα ὅσα ὁ Θεός μᾶς ἔδωσε, καί συνεχίζει νά δίνει, μόνο πού δέν συνειδητοποιοῦμε ὅτι ὁ Θεός συνεχίζει νά δίνει τήν ὥρα πού ἐμεῖς σπαταλᾶμε. Ποιά πείνα λοιπόν μπορεῖ νά νιώσουμε; Πρόκειται γιά τήν ἐπίγνωση πού ὁ Χριστός περιγράφει στόν πρῶτο Μακαρισμό· «Μακάριοι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Ποιοί εἶναι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι; Εἶναι ἐκεῖνοι πού ἔχουν καταλάβει καί τό συνειδητοποιοῦν μέρα μέ τή μέρα, σέ ὅλη τους τή ζωή, ὅτι δέν θά εἶχαν ἔρθει στήν ὕπαρξη ἄν ὁ Θεός δέν τούς εἶχε καλέσει σ’ αὐτήν ἀπό ἀγάπη• δέν θά εἴχαμε ζωή ἄν ὁ Θεός δέν εἶχε ἐκχύσει σ’ ἐμᾶς τή δική Του ζωή, τή δική Του πνοή, τήν πνοή τῆς ζωῆς. Εἶναι ἐκεῖνοι πού ἔχουν καταλάβει ὅτι εἴμαστε τόσο πλούσιοι, ἐπειδή ᾿Εκεῖνος μᾶς ἀποκάλυψε τόν ῾Εαυτό Του· μᾶς ἀποκάλυψε ποιός εἶναι, μποροῦμε νά Τόν ἀγαπᾶμε, νά Τόν λατρεύουμε, νά Τόν ὑπηρετοῦμε, νά Τόν φθάσουμε, γιατί ἔγινε ἄνθρωπος καί μᾶς ἔδειξε ποῦ μπορεῖ νά φθάσει ἕνας ἄνθρωπος. Καί μᾶς τά ’δωσε ὅλα, τή νοημοσύνη, τήν καρδιά, τή θέληση, τό σῶμα, τόν κόσμο γύρω μας, τούς ἀνθρώπους γύρω μας, τίς σχέσεις•ὅλα αὐτά εἶναι τοῦ Θεοῦ! Καί εἶναι τοῦ Θεοῦ διότι μόνοι μας δέν μποροῦμε νά τά δημιουργήσουμε, δέν μποροῦμε κανέναν νά ἀναγκάσουμε νά μᾶς ἀγαπᾶ, κι ὅμως ἔχουμε φίλους καί ἀνθρώπους πού μᾶς ἀγαποῦν. Οὔτε γιά τό μυαλό μας μποροῦμε νά εἴμαστε σίγουροι, οὔτε γιά τήν καρδιά μας· ὑπάρχουν στιγμές πού θέλουμε νά ἀνταποκριθοῦμε σέ μιά ἀνάγκη, σέ μιά δοκιμασία ἀδελφοῦ μας καί νιώθουμε τήν καρδιά μας πέτρινη· μόνο ὁ Θεός μπορεῖ νά τή ζωντανέψει! Ταλαντευόμαστε ἀνάμεσα στό καλό καί στό κακό· μόνον Αὐτός μπορεῖ νά σταθεροποιήσει τή θέλησή μας…


Αὐτό καί μόνο ἄν συνειδητοποιήσουμε, ἀντιλαμβανόμαστε ἀμέσως ὅτι εἴμαστε πάμφτωχοι· δέν εἴμαστε τίποτε, δέν ἔχουμε τίποτε καί ὅμως, εἴμαστε τόσο πλούσιοι! ᾿Επειδή εἴμαστε γυμνοί, εἴμαστε προικισμένοι μέ ὅλα τά δικά Του δῶρα· ἐνῶ Τόν ἔχουμε προδώσει ξανά καί ξανά, ἐνῶ ἔχουμε φύγει μακριά Του τόσες φορές, ἐξακολουθεῖ νά μᾶς ἀγαπᾶ· ὄντως, «Μακάριοι οἱ πεινῶντες, ὅτι αὐτοί χορτασθήσονται»! ᾿Εάν συνειδητοποιήσουμε πόσο πεινᾶμε γιά τά ἀληθινά πράγματα, αὐτά θά ἔρθουν νά μᾶς βροῦν. ῎Οχι ὅμως μόνον ἐπειδή πεινᾶμε. Θά ἔρθουν νά μᾶς βροῦν ἐκείνη τή στιγμή πού, ἐνῶ εἴμαστε ὅλως διόλου φτωχοί, Κάποιος μᾶς ἀγαπᾶ· αὐτό εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ Βασιλεία τῆς ἀγάπης· ὁ Θεός μᾶς ἀγαπᾶ καί παραχώρησε τό δῶρο τῆς ἀγάπης καί στόν καθένα μας!


῾Ο νεαρός τῆς παραβολῆς πεινοῦσε. Πεινοῦσε γιά τό σπίτι τοῦ Πατέρα του, καί ὅμως ἤξερε ὅτι δέν εἶχε πιά τό δικαίωμα νά καλεῖται υἱός του· ἦταν ἕνας φονιάς! Τοῦ εἶχε πεῖ· «πέθανε πρίν τήν ὥρα σου, γιά νά ζήσω ἐγώ ὅπως μ’ ἀρέσει». ῾Ωστόσο ἐπιστρέφει, μπορεῖ ἀκόμη νά ἀποκαλεῖ «Πατέρα» ᾿Εκεῖνον πού ἀπέρριψε…


Τί συμβαίνει τότε; ᾿Από μακρυά, ὁ Πατέρας τόν βλέπει νά ἔρχεται. Δέν περιμένει ἀξιοπρεπῶς νά ἔρθει ἐκεῖνος νά πέσει στά πόδια του καί νά παραδεχτεῖ τό λάθος του. Τρέχει ὁ ἴδιος πρός αὐτόν καί τόν ἀγκαλιάζει. Κι ὁ νεαρός κάνει τήν ὁμολογία· «δέν εἶμαι πιά ἄξιος νά λέγομαι παιδί σου…». ῾Ο Πατέρας τόν διακόπτει· «μπορεῖ νά μήν εἶσαι ἄξιος νά λέγεσαι παιδί μου, ὡστόσο εἶσαι παιδί μου καί δέν μπορεῖς νά γίνεις ὑπάλληλος στό σπίτι τοῦ πατέρα σου». ᾿Απαιτεῖ ἀπό αὐτόν, ὅπως καί ὁ Θεός ἀπαιτεῖ ἀπό μᾶς νά γνωρίζουμε καί νά ἀνεβαίνουμε στό ἐπίπεδο τῆς ἀνθρώπινης μεγαλωσύνης μας· τά παιδιά τοῦ Ζωντανοῦ Θεοῦ καλοῦνται νά γίνονται θείας φύσεως κοινωνοί, υἱοί καί θυγατέρες ἐν Χριστῷ καί ἐν Πνεύματι.


Νά λοιπόν τί μᾶς λέει ἡ παραβολή· νά τί πρέπει νά σκεφθοῦμε· ποῦ βρισκόμαστε σέ σχέση μέ τά ἀρχικά σκληρά, φονικά λόγια τοῦ νεώτερου γιοῦ. Συνειδητοποιοῦμε τήν κατάστασή μας; Πεινᾶμε ἀρκετά ὥστε νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι πρέπει νά ἐπιστρέψουμε στό σπίτι μας, σ’ ᾿Εκεῖνον πού Μόνος μᾶς ἀγαπᾶ καί ὁ ῾Οποῖος, παρότι μᾶς βλέπει πεσμένους, ἐξακολουθεῖ νά ἀπαιτεῖ ἀπό μᾶς τό μεγαλεῖο τῆς υἱότητας…


῎Ας τά σκεφθοῦμε. Εἶναι ἄλλο ἕνα βῆμα πρός τήν ἡμέρα κατά τήν ὁποία -ἐν μετανοίᾳ- θά ἔρθουμε νά κάνουμε τήν ἐξομολόγησή μας, νά δεχθοῦμε τήν ἄφεση. Καί ἄν εἴμαστε τίμιοι μέ τή μετάνοιά μας, ἀποφασισμένοι νά γυρίσουμε σ’ Αὐτόν, τότε θά εἴμαστε στό σπίτι μας, ἕτοιμοι νά εἰσέλθουμε στή Μεγάλη ῾Εβδομάδα μαζί μέ τόν Υἱό, μαζί μέ τόν Πατέρα πού προσφέρει τόν Υἱό, μαζί μέ τή Μητέρα τοῦ Θεοῦ πού δέχεται νά σταυρώνεται ὁ Υἱός Της διά τήν ἡμῶν σωτηρίαν.


ΙΙ.


Εἶχα πολλές φορές τήν εὐκαιρία νά κηρύξω πάνω στήν Παραβολή τοῦ ᾿Ασώτου Υἱοῦ, καθώς καί πάνω στήν ἱστορία τοῦ Τελώνου καί τοῦ Φαρισαίου, καί κάθε φορά παρατηροῦσα πόσο εὔκολο μοῦ ἦταν -ὄχι ἀληθινά, ὄχι στήν πραγματικότητα, στή φαντασία μου πάντα- νά ταυτίζομαι μέ τόν ἁμαρτωλό πού βρῆκε τόν δρόμο του πρός τόν Θεό, μέ τόν Τελώνη, πού στεκόταν συντετριμμένος στή θύρα τοῦ Ναοῦ, μήν τολμώντας οὔτε νά εἰσέλθει στόν ἱερό χῶρο τοῦ Θεοῦ, ἤ μέ τόν ἄσωτο υἱό, πού παρά τά σοβαρά του ἁμαρτήματα, τήν ἀπίστευτη ἀναισθησία, τή σκληρότητα, βρῆκε κι αὐτός τόν δρόμο τοῦ γυρισμοῦ.


Πόσο σπάνια, ὅμως, καί ἐπιφανειακά μέ ἄγγιζε ἡ μοίρα τοῦ Φαρισαίου ἤ τοῦ πρεσβύτερου υἱοῦ, μολονότι ὁ Θεός δέν καταδίκασε κανέναν ἀπ’ τούς δύο. «Λέγω ὑμῖν», μᾶς λέει στήν περικοπή, «κατέβη οὗτος (ὁ Τελώνης) δεδικαιωμένος… ἤ γάρ ἐκεῖνος (ὁ Φαρισαῖος)». Δέν μᾶς λέει ὅτι ὁ Φαρισαῖος ἔφυγε χωρίς νά τόν συνοδεύει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὅτι ὁ Θεός ξέχασε τήν πιστότητά του, τήν αἴσθηση τῆς φιλότιμης ὑπακοῆς του.


Καί σήμερα πάλι, ἐρχόμαστε πρόσωπο πρός πρόσωπο μέ τόν μεγαλύτερο γιό. Σέ ὅλη του τή ζωή εἶχε ζήσει μέ τόν πατέρα του δίπλα δίπλα. Μοναδικό μέλημά του ἦταν πάντα τά συμφέροντα τοῦ πατέρα του·  εἶχε δουλέψει σκληρά, πιστά, μέ αὐταπάρνηση, χωρίς νά νοιάζεται γιά τόν κόπο, χωρίς νά ἀπαιτεῖ ἀνταπόδοση, μόνο καί μόνο γιατί ἔνιωθε ὅτι αὐτό ἦταν τό σωστό. Πράγματι, τοῦ ἔλειπε κάτι: ἡ ζεστασιά, ἡ τρυφερότητα, ἡ χαρά πού ζοῦσε μέ τόν πατέρα του. ῾Υπάρχει ὅμως κάτι τόσο ἐντυπωσιακό σ’ αὐτόν, κι αὐτό εἶναι ἡ πιστότητά του. Παρά τό γεγονός ὅτι ἡ καρδιά του δέν ἦταν φλογερή, παρέμεινε πιστός. Παρά τό γεγονός ὅτι δέν πῆρε κάποια ὁρατή ἀνταμοιβή ἤ ἀναγνώριση, παρέμεινε πιστός, μόχθησε, ὅπως εἶπε ὁ ἴδιος.


Πόσο σκληροί εἴμαστε μαζί του ὅταν δέν τόν θεωροῦμε ἄξιο κάποιας συμπάθειας· ἀλλά καί πόσο λίγοι ἀπό μᾶς μποροῦμε νά δείξουμε τόση πιστότητα, τόσο σταθερή καί τέλεια ὑπακοή στήν κλήση τοῦ καθήκοντος ὅσο αὐτός, ὅταν δέν συναντοῦμε τήν ἀναγνώριση, δέν ἀκοῦμε ἕναν ἐνθαρρυντικό λόγο, δέν εἰσπράττουμε οὔτε τήν ἐλάχιστη ἀνταπόδοση. Κι αὐτό ἐπειδή, ὅπως συνέβη καί μέ τή στάση τοῦ πατέρα πρός τόν πρεσβύτερο γιό του, αὐτοί πού μᾶς περιβάλλουν, αὐτοί πού ὑπηρετοῦμε, γιά τούς ὁποίους μοχθοῦμε ἴσως, αὐτοί πού τό συμφέρον τους τό ἔχουμε κάνει κέντρο τῆς ζωῆς μας, ἐνδεχομένως τό θεωροῦν ὡς δεδομένο. «Δέν εἶναι φυσικό;», σκέπτονται· «Γιός μου δέν εἶναι;»… «Πατέρας μου δέν εἶναι;»… «᾿Αδελφός μου, γυναίκα μου, φίλος μου; Αὐτό καί μόνο δέν συνεπάγεται ὁλοκληρωτική, ἀπεριόριστη ἀφοσίωση πού εἶναι καί ἡ ἀνταμοιβή τους;»…


Πόσο ἄσπλαχνοι εἴμαστε συχνά πρός τούς γύρω μας ἀνθρώπους, ὅταν τούς βάζουμε στή θέση τοῦ πρεσβύτερου υἱοῦ, πού ἡ προσφορά του ποτέ δέν ἀναγνωρίστηκε καί πάντα ἀνέμεναν ἀπό αὐτόν νά κάνει τό σωστό ἀπτόητος καί μέ τέλειο τρόπο;


Πράγματι, ὁ ἄσωτος γιός εἶχε μιά θέρμη, εἶχε ἔρθει πίσω συντετριμμένος, ἦταν ἕτοιμος νά κάνει καινούρια ἀρχή, ἐνῶ ὁ ἄλλος μποροῦσε μόνο νά προχωρεῖ, νά βαδίζει μπροστά μέ τήν ἀπορρέουσα ἀπό αὐτό πιστότητα· ἐκτός… ἐκτός κι ἐάν ἔρθει ἀντιμέτωπος μέ τή συμπάθεια τοῦ πατέρα, ἐκτός ἄν καταλάβει τί σημαίνει ὅτι ὁ ἀδελφός του ἦταν ὄντως νεκρός καί ἀνέστη, ἦταν ὄντως χαμένος καί εὑρέθη.


῎Ας σκεφθοῦμε λίγο τόν ἑαυτό μας. ῞Ολοι ἔχουμε γύρω μας κάποιον πού τόν μεταχειριζόμαστε μέ τήν ἴδια ψυχρότητα τήν ὁποία ἐπιφυλάσσουμε γιά τόν πρεσβύτερο ἀδελφό· ἀλλά καί ὅλοι μας ἔχουμε κάποιον πού τόν βλέπουμε ἀφ’ ὑψηλοῦ καί μέ τραχύτητα, ὅπως ὁ πρεσβύτερος ἀδελφός τόν νεώτερο, τόν ὁποῖον εἶχε ξεγράψει, δέν τόν θεωροῦσε ἀδελφό… Εἶχε φανεῖ ἀγνώμων στόν πατέρα τους, ἦταν ἀσυγχώρητος. Καί ὅμως, νά πού ὁ πατέρας, τό θύμα τῆς ἀπόρριψης τοῦ γιοῦ, τῆς ἐλαφρότητάς του καί τῆς σκληράδας, τόν συγχωρεῖ ὁλόψυχα καί τρυφερά.


῎Ας βροῦμε τή δική μας θέση σ’ αὐτή τήν ὄμορφη καί τραγική παραβολή, διότι τότε θά μπορέσουμε νά βροῦμε καί τόν δρόμο μας ὡς ὅμοιοι μέ τόν πρεσβύτερο ἀδελφό, ἄν καί τόσο λιγότερο εὐσυνείδητοι, τόσο λιγότερο τίμιοι, τόσο λιγότερο ἀφοσιωμένοι στά συμφέροντα τοῦ πατέρα μας, τῶν φίλων μας, τῶν συγγενῶν μας. ῎Η ἴσως μπορέσουμε νά βροῦμε στήν καρδιά μας λίγη συμπάθεια γιά τόν νεώτερο γιό καί νά μάθουμε ἀπ’ αὐτόν πρῶτον ὅτι δέν ὑπάρχει καμιά κατάσταση ἀπό τήν ὁποία νά μήν μπορεῖ νά μᾶς βγάλει ἡ ἀληθινή μετάνοια, ἡ ἔντιμη μεταστροφή, καί δεύτερον ὅτι ὑπάρχει τουλάχιστον ἕνας, ὁ Θεός -καί πιθανόν κάποιο ἀκόμη πρόσωπο ἤ καί περισσότερα- πού εἶναι ἕτοιμος νά μᾶς δεχθεῖ, νά ἐξαγοράσει τό χρέος μας, νά μᾶς ἀποκαταστήσει καί νά μᾶς ἐπιτρέψει νά ξαναρχίσουμε μία καινούρια ζωή.


Ἀπό το βιβλίο:


ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΚΡίΣΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


Ἐκδ. «Ἐν πλῷ»

Τὸ μαῦρο πουλί.

 «Καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως».


(†) ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου Μητροπολίτου Νικαίας


Μόνον ὁ Κύριος, ὁ θεῖος καὶ ἀνυπέρβλητος διδάσκαλος, ἠμποροῦσεν ἀγαπητὲ ἀναγνῶστα, νὰ ζωγραφίσῃ μὲ τὸσον χτυπητὰ χρώματα, μὲ τέτοιες δραματικὲς φράσεις, μὲ τόσην ἀριστουργηματικὴν ἀληθινὰ πλοκὴν τὰς συνεπείας τῆς ἁμαρτωλῆς ζωῆς, ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ νεωτέρου παιδιοῦ τῆς συγκλονιστικῆς Παραβολῆς τοῦ Ἀσώτου.


Καθὼς ἠκούσαμεν σήμερα τὸ Ἱ. Εὑαγγέλιον, ἐνόμιζες, ὅτι ἐζωντάνευαν ἐμπρός σου τὰ πρόσωπα, ὅτι ἦταν ἕτοιμα νὰ σοῦ ὁμιλήσουν. Ὁ δυστυχὴς ἄσωτος!.....



Ἀκουμπισμένος στὸ φτωχικό του ραβδί, στὴ σκιὰ κάποιου δένδρου, μέσα στὴν παγερή του μόνωσι, βλέπει τὴ σημερινὴ εἰκόνα τῆς ζωῆς του. Θλιμμένος, πονεμένος νοσταλγὸς ρίχνει τὴν καυτερή του τὴ ματιὰ στὰ περασμένα.... Τότε ἦταν ἀληθινὸς πρίγκηψ, ἐλεύθερος, χρυσοκέντητος, χορτᾶτος, ἀξιοπρεπὴς κύριος μέσα σὲ ὁλόκληρη στριὰ προθύμων ὑπερητῶν.


Τώρα ὅμως!..... Ἀλλοίμονον!  Χοιροβοσκός, ἔρημος, κουρελιασμένος, πεινασμένος μέσα σὲ μιὰ ἀγέλη λασπωμένων καὶ βρωμερῶν χοίρων.


«Εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν»...


Ἔτσι χαρακτηρίζει ὁ Κύριος τὴν ἀλλαγή του.  Τ ώ ρ α  ὁ ἄνθρωπος συνῆλθε. Μέχρι σήμερα ἦταν σὲ κατάστασι παραφροσύνης, σὲ πυρετὸ καὶ πνευματικὸ παραλήρημα. Τώρα βλέπει τὴν πραγματικότητα. Τώρα καταλαβαίνει, ὅτι εἶναι ἕνα διαμάντι πεταμένο, χωμένο στὴ λάσπη.  Καὶ ξυπνάει.  Καὶ συνέρχεται.  Βέβαια μετὰ τὴν συμφοράν.  Μετὰ τὸ ἐγκληματικὸ σκόρπισμα τῶν ἀγαθῶν.


Διότι πράγματι ἡ ζωὴ τῆς ἁμαρτίας, ἡ ζωὴ χωρὶς Θεόν, εἶναι ἕνα τρομερὸ σκόρπισμα:


1.Ὑ λ ι κ ῶ ν   ἀ γ α θ ῶ ν.


Κοίταξε τὸν ἄσωτον. Ἔχει χρήματα πολλά. Εἶναι ἡ πατρικὴ περιουσία, ποὺ ἠμπορεῖ νὰ τὴ διαθέσῃ ὅπως θέλει.  Καὶ ἀρχίζει τὸ «ξεφάντωμα».  Διασκεδάσεις· σπατάλες· δῶρα σὲ γνωστούς· ταξίδια πολυδάπανα· σκόρπισαμ ἀφειδώλευτο χρημάτων.... «Ζῶν ἀσώτως! Μέσα στὶς δυὸ αὐτὲς λέξεις, ποὺ εἶπεν ὁ Κύριος, πόσα ὄργια δὲν κρύπτονται, πόσα πάθη καὶ λάθη, πόσοι βόθροι ἀνθόσπαρτοι, πόσαι χυδαιότητα, ποία πτῶσις ψυχῆς! Ἀλλὰ ἡ ζωὴ ἀπαιτεῖ χρήματα. Καὶ ὁ ἄσωτος δίδει χωρὶς δυσκολίαν. Ἕως ὅτου μίαν ἡμέραν.... τελειώνουν. Καταλαμβάνεται τότε ἀπὸ ἀγωνίαν καὶ φρίκην· Ἀλλ’ εἶναι πλέον, ἀργά, πολὺ ἀργά!


Το ἴδιον ὅμως συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς σημερινοὺς ἀσώτους. Πόσαι περουσίαι δὲν ἐσπαταλήσθησαν ἀπὸ ἄσωτα παιδιὰ πλουσίων γονέων! Πόσαι κληρονομίαι δὲν ἐξηνεμίσθησαν σὲ διάστημα ἐλάχιστον! Πόσα παιδιὰ μεγάλων οἰκογενειῶν, μὲ ὄνομα, μὲ ἱστορίαν, δὲν κατέληξαν πάμπτωχοι, θλιβερὰ ἀπομεινάρια μιᾶς παλαιᾶς ζωῆς λαμπρότητος καὶ μεγαλείου!.... Ἔτσι γίνεται, ἀγαπητέ μου, πάντα. Ἡ ζωὴ τῆς ἁμαρτίας εἶναι ρουφήχτρα ἀνικανοποίητη. Καταπίνει τοὺς κόπους ἐτῶν καὶ τὰς αἱματηρὰς προσπαθείας τιμίων γονέων, ὅταν τὰ παιδιὰ των πιασθοῦν στὸ ἀπαίασιο δίχτυ της.


Καί ὅμως, τὶ δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ γίνουν μὲ τὰ χρήματα αὐτά!  Πόσες πληγὲς νὰ κλείσουν!  Πόσα δάκρυα νὰ στεγνώσουν.  Πόσες χαρὲς νὰ δημιουργήσουν. Πόσα δράματα νὰ προλάβουν.... Πόσα...!


2. Σ κ ό ρ π ι σ μ α  π ν ε υ μ α τ ι κ ω ν   ἀ γ α θ ῶ ν.


Ἀλλ’ ἡ ζωὴ τῆς ἁμαρτίας σκορπάει καὶ ἄλλα σοβαρώτερα ἀγαθὰ καὶ κεφάλαια.


α) Τὴν ἀτομικὴν ἀξιοπρέπειαν.


Μιὰ ματιὰ πάλις εἰς τὸν «ἄσωτο». Ἀπὸ πρίγκηψ, χοιροβοσκός. Ἀπὂ τὸ παλάτι, στὴ βοσκή.  Πῶς κατήντησε!  Ἀλλὰ τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς συγχρόνους ἀσώτους.  Πόσοι νέοι δὲν κατερράκωσαν τὸ κῦρος των ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἁμαρτωλῆς των ζωῆς; Πόσοι δὲν ἔγιναν πλαστογράφοι, κλέπται, καταχρασταί, διὰ νὰ ἡμποροῦν νὰ χαρτοπαίξουν, νὰ διασκεδάζουν εἰς πολυτελῆ κέντρα, νὰ ξοδεύουν χάριν ἐπιδείξεως; Πόσοι δὲν ἐκλείσθησαν εἰς φυλακὰς, πόσοι δὲν ἔγιναν ἐρείπια κοινωνικά, ὅλοι αὐτοὶ θύματα τῆς ἀσώτου ζωῆς;


β) Τὴν οἰκογενειακὴν τιμήν.


Οἰκουγένειαι ἔπειτα μὲ ὑπόληψιν κοινωνικὴν, μὲ «φίρμες», μὲ ὑψηλὲς γνωριμίες, ἐβυθίσθησαν εἰς τὸ πένθος καὶ τὸ ὄνειδος, διότι τὰ παιδιὰ των, ἀγόρια ἤ κοπέλλες, ἐπῆραν τὸν κατήφορον καὶ ἐσπίλωσαν τὴν τιμὴν τῆς οἰκογενείας καὶ ἐκόλλησαν στὸ σπίτι τῶν μελανὴ κηλῖδα, ποὺ δὲν θὰ σβήσῃ ποτέ.... Καὶ κοκκινίζει ὁ πατέρας καὶ ἡ μητέρα ἀπὸ ἐντροπὴν διὰ τὴν ζωὴν τοῦ «ἐξειλιγμένου» νέου τῆς οἰκογενείας ἤ τῆς «ὑπερμοντέρνας» νέας, ποὺ θεώρησαν ἀφόρτηον σκλαβιὰν τὴν ἠθικὴν τοῦ Εὐγγελίου καὶ τὴν ἁγνότητα τῆς χριστιανικῆς ζῶης.


γ) Τὰ διανοητικὰ χαρίσματα.


Πόσοι νέοι μὲ ἱκανόητητες σοβαρές, μὲ ταλέντα θαυμάσια, μὲ δυνατότητες ἐξελίξεως ἐξαίρετες δὲν ἐχάθησαν ἐξ αἰτίας τῆς ἁματωλῆς των ζωῆς; Μέσα εἰς τὸ στριβίλισμα τῆς ἀνηθικότητος, ποῦ νὰ βροῦν τὴν δύναμιν καὶ τὸν καιρὸν νὰ μελετήσουν, νὰ καλλιεργήσουν τὰ προσόντα των, νὰ ἀνεβοῦν ὑψηλότερα; Ἐχάθησαν χιλιάδες νέων μέχρι σήμερα μέσα εἰς τὰ βρωμόνερεα τῆς ἁμαρτίας καὶ ἐμαράθηκαν ἀπὸ ἔλλειψι πνευματικῆς δροσιᾶς μπουμπούκια, ποὺ μποροῦσαν νὰ γίνουν τριαντάφυλλα.


Καὶ περίμεναν οἱ δυστυχεῖς γονεῖς νὰ ἰδοῦν τὰ παιδιὰ των εὐτυχισμένα, γιὰ νὰ χαροῦν κι’ αὐτοὶ στὰ γηρατειά των, ἀφοῦ σ’ ὅλην τὴν ζωὴ των ἐπόνεσαν καὶ ἔκλαψαν γι’ αὐτὰ τὰ παιδιά.... Οἱ δυστυχεῖς γονεῖς!  Τί τραγικὴ διάψευσις ἐλπίδων! ....


δ) Τὰ ψυχικὰ προτερήματα.


Μὲ τέτοιες συνθῆκες πῶς κατόπιν νὰ μὴ γίνῃ τὸ σκόρπισμα τῶν ψυχικῶν ἀρετῶν; Νέοι καὶ νέαι, ποὺ παρουσίαζαν ψυχικὲς ἀρετὲς καὶ ἔδιδαν διὰ τὸ μέλλον χρυσὲς ἐλπίδες ἀπὸ τότε ποὺ ἄρχισαν τὸ κατρακύλισμα, σιγανὸ στὴν ἀρχή, γοργότερα ἀργότερα, παρουσίασαν διαστροφήν.


Ἐχάθησαν τὰ ὡραῖα ἐκεῖνα ψυχκά των σκιρτήματα. Ἐπονηρεύθηκαν. Ἔφυγεν ἡ ἀθῳότης τῶν ματιῶν των. Ἐσκλαβώθηκαν πλέον στὸ κακό. Κουρέλια καὶ αἰχμάλωτοι τῆς ἁμαρτίας, φτερὰ στὸν ἄνεμο, τρέχουν πίσω ἀπὸ κάθε ψεύτικη χαρά, γιὰ νὰ γεμίσουν τῆς ψυχῆς των τὸ βαθὺ καὶ τὸ μεγάλο κι ἀποσμέτρητο κενό. Νυχτωμένοι στρατοκόποι, τριγυρνᾶνε στὰ «σοκάκια» ἀχόρταγοι, ἀνικανοποίητοι, μὲ τὴν πικρία στὴν ψυχή, μὲ τὸ μαχαίρι τῆς ἀπελπισίας στὴν καρδιά των.


Κι’ ἔτσι ἀνίκανοι πιὰ νὰ ἰδοῦν τὴ ζωὴ μὲ καθαρὸ μάτι, τίς πιὸ πολλὲς φορὲς τερματίζουν βίαια τὴ ζωή τους καὶ χάνονται γιὰ πάντα, ἐνῷ θὰ μποροῦσαν νὰ κερδίσουν τὰ πάντα. Κατὰ μίαν στατιστικὴν 1200 κοπέλλες αὐτοκτονοῦν τὸν χρόνο, μόνον στὴν Ἀθήνα! 


Πόσα ἔπειτα ἀγόρια... Πόσοι καὶ πόσες σ’ ὅλη τὴν Ἑλλάδα!


Ὅλοι αὐτοὶ εἶναι θύματα τῆς ζωῆς χωρὶς Θεόν.... Τοὺς ἠθέλησεν ὁ Θεὸς ἀγγέλους καὶ αὐτοὶ γίνονται σκουλήκια, ποὺ σέρνονται καὶ γλύφουν τὸ βοῦρκο, τὴ σαπίλα.... Κρῖμα!


3. Φ ύ λ α κ ε ς,  γ ρ η γ ο ρ ε ι τ ε!


Αὐτὴ εἶναι ἡ ἁμαρτία, ἀγαπητὲ ἀναγνῶστα. Ὕπουλη, προκλητική, ἀπατηλή, προδοτική. Ἁπλώνει τὰ δίχτυα της μὲ μαεστρίαν. Σ’ ὅλους, ἰδίως εἰς τοὺς νέους, ποὺ ἔχουν πολλὴν ὁρμήν, ἀλλὰ ὁλίγην πεῖραν.


Καὶ οἱ ταλαίπωροι παρασύρονται ἀπὸ τὴν λάμψιν της.


Θὰ ἤθελε σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας νὰ πῇ κάτι στοὺς νέους, ἀμφοτέρων τῶν φίλων.


Νέοι!  Μὴ παρασύρεσθε ἀπὸ τὰ ἐξωτερικά, ἀπὸ τὰ φανταχτερὰ θέλγητρα τῆς ἁμαρτίας. Πίσω ἀπὸ τὰ φῶτα τὰ πολλὰ, τὰ βαρύτιμα παραπετάσματα, τὶς μουσικὲς καὶ τὶς κοσμικὲς ἐμφανίσεις, κρύβονται πολλάκις δράματα μυστικὰ καὶ ἀφανέρωτα. Μὴ γοητεύεσθε σὰν τὴ φτωχὴ πεταλούδα, ποὺ τριγυρνάει διαρκῶς γύρω ἀπὸ τὴ φλόγα τῆς λαμπάδας, καὶ, στὸ τέλος, βρίσκει τὸν θάνατο. Ἡ ζωὴ εἶναι ἀγών. Μιὰ φορὰ ὁ καθένας μας τὸν κάνει.


Ἤ τὸν χάνομεν ἤ τὸν κερδίζομεν.  Καὶ τότε χάνομε ἤ κερδίζομεν τὸ πᾶν.... Ἀλήθεια, τὸ πᾶν!


Ἀγαπητοί,


 Εἶναι σὲ κάποια χώρα ἕνα μαῦρο πουλί, ποὺ τρώγει μόνον στρείδια.  Ψάχνει καὶ τὰ βρίσκει. Πῶς ὅμως νὰ τ’ ἀνοίξῃ; Ἄκουσε τί κάνει. Τὰ παίρνει στὰ νύχια του. Ἀνεβαίνει ψηλὰ καὶ κοιτάζει ποῦ ὑπάρχουν βράχοι. Ἀφήνει τότε τὰ στρεῖδια καὶ πέφτουν.  Χτυποῦν στὰ βράχια. Καὶ σπάζουν. Καὶ ἀνοίγουν.  Καὶ τὸ πουλὶ ἤσυχο τρώγει τὸ περιεχόμενο.  Καταλαβαίνεις τό νόημα. Ἡ ἁμαρτία εἶναι τὸ πουλί αὐτό.  Μᾶς παίρνει στὰ φτερὰ της καὶ πετᾶμε σὲ κόσμους ἀπατηλῆς εὐτυχίας. Καὶ ἔρχεται ἡ ὥρα ποὺ μᾶς ρίχνει ἀπὸ τὰ ὕψη τῶν φανταστικῶν κόσμων στὶς βραχώδεις ἐκτάσεις τῆς καταστροφῆς.... Καὶ γινόμεθα τότε τραγικὰ συντρίμμια.


Ἀδελφέ μου!  Ἀκούω τὸ φρικιαστικὸ πλατάγισμα τοῦ μαύρου αὐτοῦ πουλιοῦ. Πετάει γύρω μας. Πρόσεξε τί παραγγέλλει ὁ Θεός·


-Παιδί μου φυλάξου, πολύ, ἀπὸ τὸ μαῦρο πουλί.


Ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου


Μητροπολίτου Νικαίας


Λύχνος τοῖς ποσί μου


Λόγοι εἰς τὰ Εὐαγγέλια τῶν Κυριακῶν


Ἐκδόσεις Β΄


Ἀποστολική διακονία


τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος 

Στήν Εὐαγγελική περικοπή τῆς Κυριακῆς του Ἀσώτου

 π. Νικόλαος Λουδοβῖκος


Νομίζω πώς ἀπό τό σημερινό Εὐαγγέλιο μποροῦμε νά καταλάβουμε, μελετώντας προσεκτικά, πώς ἡ μόνη χαρά τοῦ ἀνθρώπου, ἡ μεγάλη χαρά, ἀπό τήν ὁποία πηγάζουν ὅλες οἱ χαρές, ἡ χαρά ἡ μόνη τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ὁ Θεός. Γι᾿ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία μας καταλάμπεται ἀπό αὐτήν τή χαρά.


Αὐτή ἡ χαρά δέν εἶναι μία χαρά κοινή, τοῦ Πάσχα, ἔχει καί τήν Μ. Παρασκευή προηγουμένως. Δέν εἶναι μιά κοινή εὐφορία, εἶναι ἡ χαρά τῆς μετανοίας.


Πρέπει νά προσέξουμε νά μήν κατανοοῦμε τή μετάνοια ψυχολογικά καί ἀτομιστικά μόνο. Ἡ μετάνοια δέν εἶναι μιά μεταβολή στήν αὐτογνωσία καί μόνο, πού μᾶς δίδαξαν οἱ δυτικοί Θεολόγοι μέ πρῶτο τόν Αὐγουστῖνο. Δέν εἶναι μόνο μιά μεταβολή στή γνώση τοῦ ἑαυτοῦ μας. Εἶναι κάτι πού ἀφορᾶ τήν ἴδια τήν ὕπαρξή μου, τήν ὀντολογία. Θά λέγαμε εἶναι κάτι πού ἀφορᾶ τό γεγονός, τό εἶναι, τήν ὕπαρξη, εἶναι κοινωνία.


Καί ἐγώ ἔχω ἐκπέσει τῆς κοινωνίας καί δέν ἔχω τό εἶναι μου. Δέν ἔχω τή ζωή, παρόλο πού φαίνεται πώς τήν ἔχω. Εἶναι τό αἴσθημα διά τοῦ ὁποίου ὁ ἄνθρωπος πραγματικά φαίνεται νά σταυροῦται τῷ κόσμῳ, φαίνεται νά ἀρνεῖται τήν κοινή εὐφορία τοῦ κόσμου, πλήν ὅμως αἰσθανόμενος ὅτι τό εἶναι, ἡ ζωή, ἐνεργεῖται πολύ βαθύτερα, πολύ πληρέστερα, ἀπ᾿ ὅτι ὁ κόσμος συνήθως μπορεῖ νά καταλάβει καί νά νιώσει.


Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος πραγματικά μέ τή μετάνοια ἀνήκει σέ ὅλους καί καταλαβαίνει τήν ἀληθινή ζωή μέ τό νά ἀνήκει σέ ὅλους καί νά μπορέσει νά προσφερθεῖ σέ ὅλους.


Τό νά μάθεις τήν τέχνη τοῦ νά προσφέρεσαι σέ ὅλους, τό νά μάθεις τήν ἁπλότητα τοῦ Θεοῦ, καί νά τό ποῦμε μέ ἄλλα λόγια, νά μάθεις πώς ὁ Θεός φανερά μετέδωσε τήν ἁπλότητα πρός ὅλους καί ἐνῶ ἐμεῖς ἔχουμε γίνει τόσο περίπλοκοι, ὁ καθένας, καθώς εἴμαστε κλεισμένοι -ἀκριβῶς γι᾿ αὐτό- στή φιλαυτία μας.


Ἡ μετάνοια εἶναι μιά μεγάλη καί ἰσόβια σπουδή, εἶναι μιά μεγάλη καί ἰσόβια χαρά. Τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ εἶναι μυστήριο τῆς ἀναστάσεως. Ὁ Σταυρός εἶναι ἡ μετάνοια. Εἶναι αὐτό πού βιώνουν καί λένε οἱ Πατέρες μας, ὅτι δηλαδή ὅλος ὁ κόσμος εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ καί μόνον διά τοῦ Θεοῦ ἀληθεύει.


Στή μετάνοια ξαναβρίσκουμε τά ἴχνη τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο. Μαθαίνομε τόν τρόπο αὐτῆς τῆς ἁπλότητος τοῦ εἶναι. Μαθαίνομε πώς τό εἶναι, ἐνεργεῖται, ὑπάρχει ὡς κοινωνία. Μαθαίνομε ὅτι ὅλοι εἴμαστε ἕνα. Καί μαθαίνομε ὅτι ἡ ζωή αὐτή τῆς ἑνότητος εἶναι ἡ ζωή τοῦ Θεοῦ τοῦ Ἴδιου καί μαθαίνομεν ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ μέσῳ τῶν μυστηρίων.


Γι᾿ αὐτό ἡ Ἐκκλησία, βλέπετε, ἔβαλε αὐτά τά ἀναγνώσματα πρό τῆς Τεσσαρακοστῆς, γιατί εἶναι ἡ Σαρακοστή ἀκριβῶς μιά ἀφιέρωση, ἕνα ἀφιέρωμα τοῦ καθενός μας στόν Θεό.


Μέ τόν γλυκύ αὐτό καί ἁπαλό τρόπο εἶναι ἡ μετάνοια προσωπική.


Δέν εἶναι νομική ἡ μετάνοια, δέν εἶναι νομικισμός.


Εἶναι ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο καταλαβαίνουμε πραγματικά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί ἀνοιγόμαστε καί ἐμεῖς στήν ἀγάπη αὐτήν.


Ἡ μετάνοια εἶναι ἕνα ἐρωτικό γεγονός.


Γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς βλέπομε στό Εὐαγγέλιο σήμερα ὅτι ὁ μετανοῶν ἁμαρτωλός αὐτός ὁ ὁποῖος ἐσκόρπισε τίποτε ὀλιγώτερον ἀπό τήν οὐσίαν του -ἡ λέξη αὐτή «οὐσία» ἔχει πολλές σημασίες- ἐσκόρπισε τόν ἑαυτό του χωρίς οὐσία, θά μπορούσαμε νά ποῦμε. Ὅμως μέ τήν μετάνοια αὐτός ὁ ἄνθρωπος ἔχει τόν «μόσχον τόν σιτευτόν», ἔχει ἕνα κομμάτι χαρᾶς, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, πού δέν μπορεῖ κανείς νά τοῦ τό πάρει.


Καί ὁ ἄλλος ἀδελφός, ὁ πρεσβύτερος, ἔχοντας τή σκληρότητα τήν νομική, δέν ἔχει «μόσχον σιτευτόν»! Οὐδέποτε, λέγει, ἔλαβα ἔρριφον! Τίποτε δέν ἔχω λάβει. Δέν ἔχω χαράν!!!


Πιστέψτε με ἡ μεγαλύτερη κατηγορία πού ἀπευθύνθηκε ποτέ στούς Χριστιανούς εἶναι αὐτή πού ἀπηύθυνε ὁ Νίτσε: ὅτι οἱ Χριστανοί δέν ἔχουν χαρά! Καί δέν ἐννοῶ αὐτή τήν τοῦ κόσμου, τά τραγούδια κτλ., ἐννοῶ αὐτήν τήν χαρά τήν ὁποία εἶχε ὁ ἄσωτος μέ τόν «μόσχον τόν σιτευτόν»! Ἐννοῶ τήν χαρά, ὅτι ἔλαβε μέρος στή Θεία Ζωή! Τήν ἔκπληξη, τήν ἀναπάντεχη αὐτήν, τήν ἐρωτική ἔκπληξη τοῦ προσώπου πού βρέθηκε μπροστά στό πέλαγος τῆς Θείας ἀγάπης, μέ τή μετάνοια.


Ἐνῶ ὁ ἄλλος, ὁ πλήρης ἐντολῶν καί τηρήσεων, ἦταν ἀδύνατον νά καταλάβει τόν θεῖο ἔρωτα. Λέγει κάπου ὁ π. Παϊσιος: Εἶναι πολύ παράξενο τό γεγονός αὐτό· τό πῶς κοσμικοί ἄνθρωποι ὅταν τούς πεῖς γιά τόν θεῖο ἔρωτα τόν καταλαβαίνουν, καί ἄνθρωποι χριστιανοί δέν καταλαβαίνουν τόν θεῖο ἔρωτα. Δέν ἔχει σπάσει μέσα τους κάτι, τό ἐγώ, δέν ἔχει βρεῖ τήν διέξοδό του πρός τήν ἀγάπη. Μπορεῖ νά εἶναι γεμάτοι ἀπό ἀρετές, ἀλλά καί τίς ἀρετές αὐτές τίς χρησιμοποιοῦν γιά νά θωρακίσουν τό ἐγώ τους. Δέν τίς χρησιμοποιοῦν ὡς ὁδούς, δέν τίς χρησιμοποιοῦν ὡς διοδεύσεις πρός τό μυστήριο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.


Λέγει κάπου ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής ὅτι «ἡ ἀρετή ἔστω διά τήν ἀλήθειαν». Οἱ ἀρετές εἶναι μέσα, δέν εἶναι αὐτοσκοποί, ὅπως εἶναι αὐτοσκοποί στή φιλοσοφική ἀρετή. Δέν εἶναι αὐτοσκοπός νά εἶμαι ἐλεήμων, ἀγαθός, φιλάνθρωπος. Εἶναι ἰδιώματα τοῦ Θεοῦ, πού γιά μένα εἶναι «ἄκτιστες ἐνέργειες», «ἄκτιστοι λόγοι» πού μέ ἱκανώνουν νά ζήσω ἐν τῷ Θεῷ.


Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὁ σκοπός, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ σκοπός. Δέν εἶναι τό νά εἶμαι ἐνάρετος ἁπλῶς· μπορεῖ νά σημαίνει μεγάλη φτώχεια ἡ ἀρετή, ὅταν συνοδεύεται μέ τό θανάσιμο αὐτό κλείσιμο. Τό κλείσιμο αὐτό σπάει ἀκριβῶς ἡ μετάνοια καί ὁδηγεῖ τό εἶναι ἐν κοινωνίᾳ μετά τοῦ Θεοῦ καί μέ ὅλη τήν κτίση. Γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς πάντοτε οἱ Πατέρες μιλοῦν γιά τίς ἀρετές, συνδέοντάς τες πάντοτε, μέ τήν μετάνοια καί τήν ταπείνωση!


Ἡ θεοπτία εἶναι ἡ μετάνοια!


Ἡ κατάσταση τῆς αἰώνιας ζωῆς εἶναι μιά κατάσταση ἡ ὁποία ὁδοποιεῖται διά τῆς μετανοίας, ἀλλά ὄχι μέ τήν νομική αἴσθηση ἡ ἔννοια τῆς μετανοίας, ἀλλά μέ αὐτήν τήν ἐρωτική καί χαρμόσυνη αἴσθηση, ὅτι ὁ Θεός μέ ἀγαπάει καί ἐγώ εἶμαι ἀνάξιος τῆς ἀγάπης Του.


Καί ἔρχεται λοιπόν «ὁ μόσχος ὁ σιτευτός καί ὁ δακτύλιος καί τά καινούρια ροῦχα», καί ὅλα αὐτά τά ἐσχατολογικά, τά ἐνδύματα τά ὁποῖα ἐπιφυλάσσει ὁ Θεός σέ ἐκείνους πού μετανοοῦν. Καί παραδόξως οἱ ἄλλοι, αὐτοί πού ἔχουν τίς ἀρετές καί τίποτε ἄλλο, δέν ἔχουν αὐτή τή δυνατότητα.


Ἡ λογική αὐτή εἶναι παράξενη, θά ἔλεγα ὅτι εἶναι ἐρωτική λογική. Δέν ἐξηγεῖται ἀλλιῶς. Δέν νομίζω ὅτι μποροῦμε νά τό καταλάβουμε ἀλλιῶς.


Ἕνας ἄνθρωπος ἀκοινώνητος, γεμάτος ἀρετές, δέν ἔχει Θεό. Καί ἕνας ἄνθρωπος παναμαρτωλός γεμάτος μετάνοια εἶναι ὁ «ἄσωτος υἱός».


Αὐτό εἶναι χαρμόσυνο γιά ὅλους μας, γιατί ἀρετές μπορεῖ νά μήν ἔχουμε, ἔχουμε ὅμως ἁμαρτίες, ἔχουμε ἐλλείψεις, ἀλλά μποροῦμε νά ἔχουμε αὐτή τήν πνευματική τήν σταυροαναστάσιμη χαρά τῆς μετάνοιας. Αὐτό μᾶς δίνει κουράγιο στήν πνευματική ζωή. Αὐτό εἶναι μεγάλο πράγμα. Ἐκφράζει ἰσοβίως τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τήν ἔκπτωσή μας ἀπό τήν ἀγάπη αὐτή.


Αὐτό εἶναι πού σᾶς εὔχομαι νά κερδίσουμε: Νά δεχθοῦμε πραγματικά νά ἀγωνισθοῦμε νά σβήσουμε τή φιλαυτία καί νά κοιτάξουμε ὅλο τόν ἑαυτό μας, νά τόν «προσάξωμεν ὡς θυσία δοξολογική», ἔτσι ὅπως ὁ ἄσωτος ὁ ὁποῖος ἐπιστρέφει δοξολογώντας. Ἐνῶ ὁ ἄλλος, ὁ νομικός «ἄμεμπτος» ἀδελφός, «ὁ μεγάλος», ὁ «ἐνάρετος» ἁπλῶς καί μόνον, δέν μπορεῖ νά φθάσει στή θεοπτία, δέν ἔχει πνεῦμα Θεοῦ.


«Διά τήν ἀλήθειαν, λοιπόν, ἔστω ἡ ἀρετή»!


Οἱ ἀρετές εἶναι τόποι θεανθρώπινης ζωῆς, εἶναι τό Θεανθρώπινον τοῦ Θεοῦ, τό ὁποῖο ὅταν τό ἀποκτήσουμε, τό πλησιάσουμε, μᾶς ὁδηγεῖ, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ, στήν ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. «Εἶναι χῶροι οἱ ἀρετές τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», ἔλεγεν ὁ ἅγιος Σεραφείμ. Καί διά τῶν ἀρετῶν ἐλπίζομεν πραγματικά, τά αἰώνια αὐτά χαρίσματα, τά ὁποῖα δέν εἶναι μακριά μας. Οὔτε ἡ θεοπτία εἶναι κάτι πού εἶναι πολύ μακριά ἀπό μᾶς.


Ἀπό τήν πρώτη στιγμή πού θά πεῖ κανείς «μετανοῶ», ἐσωτερικά, ἔχει πρώτου βαθμοῦ θεοπτία. Ἔχει μιά πρώτη θέα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ!


Εὔχομαι καλή Σαρακοστή ἀπό καρδίας σέ ὅλους καί ὅλες.


«Ὁ ἄνθρωπος ἔρχεται εἰς ἑαυτὸν»

 Ἀρχιμανδρίτης Ζαχαρίας Ζάχαρου


Ἡ Ἐκκλησία, προκειμένου νὰ μᾶς ἐνθαρρύνει στὴν πορεία τῆς ἀναγεννήσεώς μας, μᾶς δίδει τὴν εὐκαιρία νὰ μελετήσουμε τὴν παραβολὴ τοῦ ἀσώτου υἱοῦ λίγο πρὶν τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Πρόθεσή της εἶναι νὰ καταδείξει ὅτι, ὅσο σκληρὸς καὶ ἂν εἶναι ὁ ἀγώνας μας, ἡ ἀπόγνωση δὲν ἔχει θέση στὴν ἐν Χριστῷ ζωή. Ἔχουμε ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὸν οὐράνιο Πατέρα, ὁ Ὁποῖος μᾶς ἀναζητεῖ καὶ μᾶς ἀναμένει μὲ ἀνοιχτὲς ἀγκάλες. Ὄχι ἁπλῶς μᾶς παρακολουθεῖ ἀπὸ μακριά, ἀλλὰ σπεύδει ἀκόμη καὶ νὰ μᾶς συναντήσει, ἐπιποθώντας νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴ Βασιλεία Του.


Τέτοια εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ οὐράνιου Πατρός. Τὸ τροπάριο ποὺ ψάλλουμε στὴν ἀρχὴ τῆς ἀκολουθίας τῆς μοναχικῆς κουρᾶς εἶναι γνωστὸ ὡς «ἀγκάλας πατρικάς»: «Ἀγκάλας πατρικάς, διανοῖξαί μοι σπεῦσον, ἀσώτως τὸν ἐμὸν κατηνάλωσα βίον, εἰς πλοῦτον ἀδαπάνητον ἀφορῶν τῶν οἰκτιρμῶν Σου Σωτήρ. Νῦν πτωχεύουσαν, μὴ ὑπερίδης καρδίαν. Σοὶ γάρ, Κύριε, ἐν κατανύξει κραυγάζω, Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν Σου». Ὁ μοναχισμὸς ἀποτελεῖ φοβερὸ ἅλμα πίστεως, στὸ ἐπίμοχθο ἔργο τῆς μετανοίας. Ὡστόσο, ἀπὸ τὸ ξεκίνημα ἀκόμη ψάλλουμε τὸν τρυφερὸ αὐτὸ ὕμνο, ὡς ὑπενθύμιση ὅτι τίποτα δὲν εἶναι ἀδύνατον, ἐφόσον γευθήκαμε τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.


Ἂς ἐξετάσουμε τὴν ἴδια τὴν παραβολή. Ὁ νεότερος γιὸς ἀπαιτεῖ ἀπὸ τὸν πατέρα του: «Πάτερ, δὸς μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας». Ὁ Θεὸς τρέφει ὕψιστο σεβασμὸ γιὰ τὴν ἐλευθερία τῶν τέκνων Του καὶ τοὺς ἀποδίδει ἀνεπιφύλακτα ὅσα ἰσχυρίζονται ὅτι τοὺς ἀνήκουν. Δὲν μᾶς ἐπιβάλλει νὰ Τὸν ἀγαπήσουμε, γιατί ὅποιο ἔργο ἀναλαμβάνεται μὲ ἐξαναγκασμὸ δὲν ἔχει καμία ἀξία στὴν αἰωνιότητα. Ἡ ἀγάπη καταξιώνεται, ὅταν προσφέρεται ἐλεύθερα ἀπὸ καρδιὰ γεμάτη μὲ πίστη, διαφορετικὰ ἀποδεικνύεται εὐτελής.


«Καὶ μετ’ οὐ πολλάς ἡμέρας συναγαγῶν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακρὰν καὶ ἐκεῖ διεσκόπρισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως». Ἐδῶ φαίνεται καθαρὰ ἡ δυναμική του κακοῦ. Μόλις ἀποδεχθοῦμε καὶ τὸν μηδαμινότερο κακὸ λογισμό, παραχωροῦμε στὸν ἐχθρὸ ἕνα μικρὸ ἄνοιγμα, γιὰ νὰ εἰσέλθει. Στὴ συνέχεια μᾶς παρασύρει ὁλοένα καὶ πιὸ κάτω, ἐνῶ ἡ δική μας ἀντίσταση διαρκῶς ἐξασθενεῖ. Κατὰ τὴν πατερικὴ διδασκαλία, πρέπει νὰ καταπνίγουμε τοὺς λογισμοὺς αὐτοὺς μόλις ἐμφανισθοῦν, διαφορετικὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ λυτρωθοῦμε ἀπὸ αὐτοὺς χωρὶς τὴ μεσιτεία τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας. Μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ἡ δύναμη τοῦ κακοῦ ἐπιφέροντας ραγδαία κατάπτωση μᾶς καταποντίζει στὸ ἀπύθμενο χάσμα τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς ἀπώλειας. Ἡ τρομακτικὴ μακρινὴ χώρα, ἀπ’ ὅπου ἀπουσιάζει ὁ Θεὸς ἀναφέρεται στὶς Γραφὲς ὡς ἅδης. Ὁποτεδήποτε ἐγκαταλείπουμε τὸν οἶκο τοῦ Πατέρα, ἀποξενωνόμαστε ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του. Ἔχοντας ἐκλάβει τὴν προστασία Του ὡς δεδομένη, τὴν ἀπορρίπτουμε καὶ ἐπιχειροῦμε ἕνα πολὺ μεγάλο ταξίδι, μακριὰ ἀπὸ τὸν ἐναγκαλισμὸ τῆς πατρικῆς ἀγάπης Του.


«Διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἐκδαπάνησε ἄσκοπα τὴν ἴδια του τὴν ὕπαρξη – τὴν οὐσία καὶ τὴν ὑπόστασή του. Ἀπέρριψε τὸ χάρισμα τῆς υἱοθεσίας. Ἐγκατέλειψε τὴν τιμὴ τῆς υἱότητας τοῦ ἑνὸς ἀληθινοῦ Πατέρα του καὶ κατάντησε ἄγριο θηρίο. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος παίρνει ἀψήφιστα τὴ χάρη ποὺ τοῦ ἀπένειμε ὁ οὐράνιος Πατέρας, τὰ χάνει ὅλα. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι θὰ ἦταν προτιμότερο νὰ μὴν εἶχε ἔλθει στὴ ζωὴ αὐτή, παρὰ νὰ ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὴν εὐδοκία τῆς θεϊκῆς εὐσπλαχνίας. Ὅπως διαβεβαιώνει ὁ Ψαλμωδός, τὸ ἔλεός Του εἶναι πολυτιμότερο ἀπὸ τὴ ζωή.


«Ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι». Δὲν ὑπάρχει τίποτα φοβερότερο ἀπὸ τὴν ξηρασία ποὺ ἐπακολουθεῖ τὴν ὑποχώρηση τῆς χάριτος. Τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μὲ τὸν πόνο τοῦ χωρισμοῦ ἀπὸ αὐτήν. Καὶ ὅταν ἡ ἀπομάκρυνσή της ὀφείλεται στὴν παράβαση καὶ στὴν ἀνυπακοὴ τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἀγωνία του κορυφώνεται καὶ αὐτὸς ἀρχίζει νὰ «ὑστερεῖται». Ὑποφέρει ἀπὸ πείνα καὶ δίψα, καὶ ἐνῶ παλαιότερα ἀπολάμβανε τὸν πατρικὸ ἐναγκαλισμό, τώρα βρίσκεται παγιδευμένος στὸν λιμὸ τῆς καρδιᾶς του καὶ μέσα στὸν τυραννικὸ κλοιὸ τοῦ θανάτου.


Ἡ μακρινὴ χώρα τοῦ λιμοῦ εἶναι ὁ κόσμος ποὺ μᾶς περιβάλλει· εἶναι ὁ κόσμος ὁ ὁποῖος ἀπέρριψε τὸν Θεὸ καὶ τὴ χάρη Του, καὶ οἱ κάτοικοί του ζοῦν μέσα σὲ βαθειὰ ἐρήμωση. Οἱ ἀποθῆκες καὶ οἱ τσέπες τους εἶναι ἴσως ἀσφυκτικὰ γεμάτες, ἀλλὰ οἱ ξηρὲς καρδιὲς τους πλήττονται ἀπὸ τὴ φοβερὴ δυστυχία τοῦ λιμοῦ. Καρδιὰ γεμάτη ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀνενδεής, γιατί πλοῦτος της εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος. Ὁ ἄνθρωπος τότε ὑποφέρει τὴ φτώχεια μὲ χαρά, ἐκλαμβάνοντας ὅλες τὶς θλίψεις ὡς εὐκαιρίες ἀγαλλιάσεως ἐν Κυρίῳ. Ἡ ἀνέχεια μπορεῖ νὰ συγκεντρώσει τὴν προσοχὴ τοῦ ἀνθρώπου στὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε νὰ ἀπελευθερώσει μέσα του μεγάλη ἐνέργεια, ἱκανὴ νὰ τὸν στηρίξει σὲ κάθε μορφὴ ἀντιξοότητας. Ὅσο γιὰ τὴν κενὴ καρδιά, φαίνεται νὰ μὴν ὑπάρχει τέλος στὴ δυστυχία της.


Ὁ λιμὸς τῆς μακρινῆς ἐκείνης χώρας δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ πείνα μίας ἀποστεγνωμένης καὶ ἀπολιθωμένης καρδιᾶς ποὺ στερήθηκε τὴ χάρη. Ὁ ἀτυχὴς νέος, ἀφοῦ ἀπόλαυσε μεγάλη ἄνεση στὸν οἶκο τοῦ πατέρα του, ἀποστασιοποιήθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὴ Βασιλεία τῆς ἀγάπης Του τόσο πολύ, ὥστε νὰ ἐξοικειωθεῖ μὲ τὸ ἀπόκοσμο βασίλειο τῶν δαιμόνων καὶ νὰ ὑποταχθεῖ στὰ καταχθόνια σχέδια τους. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀναλαμβάνει τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ σὲ συνεργασία μαζί Του γιὰ τὴν οἰκοδόμηση τῆς σωτηρίας του, εὔκολα οἱ δαίμονες τὸν θέτουν ὑπὸ τὸν ἔλεγχο καὶ τὴν ἐκδούλευσή τους. Τοῦ ἀναθέτουν νὰ βόσκει χοίρους, δηλαδὴ τὸν ὁδηγοῦν στὸ νὰ τροφοδοτεῖ τὴν ὀλέθρια φλόγα τῶν παθῶν. Καὶ ἡ μόνη ἀνταμοιβὴ βέβαια ἀπὸ τέτοιο ἔργο εἶναι ἡ κατάρα τοῦ θανάτου. Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἡ κατάρα ἐπερχόταν ὡς συνέπεια ἁμαρτίας ἀλλὰ καὶ ὡς ἐπακόλουθο ἀμέλειας στὴν ἐκπλήρωση τῶν ἔργων τοῦ Θεοῦ. Ὅπως μαρτυρεῖ ὁ προφήτης Ἱερεμίας: «Ἐπικατάρατος ὁ ποιῶν τὰ ἔργα τοῦ Κυρίου ἀμελῶς» (Ἱερ. 48, 10). Ἂν ὁ ἄνθρωπος ἐπιχειρήσει νὰ ἐπιτελέσει τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ μὲ μισή καρδιά, θὰ ἐπισύρει ἐπάνω του κατάρα, ἀκόμη καὶ ἂν ζεῖ μέσα στὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς μας εἶναι ὄντως ζηλωτὴς καὶ δὲν ἀνέχεται μερισμὸ στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν ἀρκεῖται σὲ ἕνα μικρότερο ἢ μεγαλύτερο μερίδιο. Ποθεῖ ὁλόκληρη τὴν καρδιὰ ὄχι ἀπὸ ἰδιοτέλεια, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὴν γεμίσει μὲ τὸ πλήρωμα τῆς θεϊκῆς ζωῆς Του.


Ὁ δυστυχὴς καὶ ἐπικατάρατος ἄσωτος υἱὸς «ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ». Ὁ στίχος αὐτὸς ρίχνει φῶς σὲ μία τρομακτικὴ πραγματικότητα. Ὅταν ὁ Θεὸς μᾶς ἐγκαταλείψει, τότε οἱ ἀνθρώπινες ἀλλὰ ἀκόμη καὶ οἱ ἀγγελικὲς δυνάμεις ἀδυνατοῦν νὰ μᾶς συνδράμουν. Φυσικὰ ὁ ἄνθρωπος ἑκούσια ἐγκαταλείπει τὴ θεϊκὴ Βασιλεία τῆς ζωῆς καὶ τοῦ φωτός, γιὰ νὰ προσχωρήσει στὸ ζοφερὸ βασίλειο τοῦ θανάτου. Ὑπόκειται ἔτσι στὴ δυναμική του κακοῦ καὶ δαπανᾶ ἐφεξῆς ὅλες τὶς δυνάμεις του μόνο γιὰ τὴν ἐπιβίωσή του. Καθὼς ὅμως ἀγωνίζεται νὰ ἐπιζήσει, καταποντίζεται ὅλο καὶ πιὸ βαθιὰ στὴν ἁμαρτία, ἐνῶ ἡ κατάρα ποὺ ἐπισύρει ἐπάνω του γίνεται δριμύτερη. Ὅσο περισσότερο ἐνδίδει στὰ πάθη, τόσο ἐπιτείνεται ἡ λιμοκτονία του ἀπὸ τὴν ἀπουσία τοῦ Θεοῦ. Ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου μένει ἀπαράκλητη ἀπὸ τὶς πρόσκαιρες ἡδονὲς τοῦ κόσμου τούτου. Μόνο ἡ ἄφθαρτη παρηγοριὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ τὴν ἱκανοποιήσει ἀληθινά.


Ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ πόσο ἔχει ἐξαχρειωθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ἢ πόσο βαθιὰ ἔχει βυθισθεῖ στὴν ἄβυσσο τῆς κολάσεως, διατηρεῖ πάντοτε μέσα του κάποια εὐγένεια ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἀπαλειφθεῖ, δηλαδὴ τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία δημιουργήθηκε. Ὁ Θεὸς ἐμφύτευσε στὴν ὕπαρξή μας τὴ δυνατότητα τῆς μετάνοιας, ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ στρεφόμαστε πρὸς Αὐτὸν καὶ νὰ ἱκετεύουμε γιὰ τὴ συγχώρησή Του ὁποιαδήποτε στιγμὴ τῆς ζωῆς μας. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος «ἔρχεται εἰς ἑαυτόν», ἐξετάζει προσεκτικὰ τὴν καρδιά του καὶ στὴ συνέχεια καταφεύγει στὸν Θεὸ μὲ ὑπευθυνότητα, δηλαδὴ μὲ τὴν ἀλήθεια τῆς μετάνοιάς του. Τότε Ἐκεῖνος τοῦ ἀπονέμει μεγάλη τιμή, ἐκχέοντας πάνω του τοὺς ἀναζωογονητικοὺς καταρράκτες τοῦ ἐλέους Του. Ἔχοντας δημιουργήσει τὸν ἄνθρωπο κατὰ τὴν εἰκόνα καὶ τὴν ὁμοίωσή Του, ἐμφύσησε στὴ φύση του τὸν πόθο τῆς θεϊκῆς υἱοθεσίας, στὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς ἀποκρίνεται μὲ τοὺς εὐλογημένους καὶ σωτηριώδεις λόγους: «Πάντα τὰ ἐμά σὰ ἐστιν». Αὐτὸ σημαίνει: «Τὸ πλήρωμα τῆς ζωῆς μου, ὢ ἄνθρωπε, εἶναι τώρα δική σου ζωή». Ὅσα ἰδιώματα ἔχει ὁ Θεὸς ἐκ φύσεως τὰ ἀποδίδει δωρεὰν στὸν ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος γίνεται κατὰ χάριν θεός.


Ἡ πείνα καὶ ἡ δίψα τοῦ ἀσώτου τὸν ὑποχρεώνουν σὲ βαθειὰ αὐτοεξέταση. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος συνέρχεται, ἀπαιτεῖται μεγάλη ἀνδρεία, προκειμένου νὰ ἐξετάσει τὴν καρδιά του καὶ νὰ ἔλθει ἀντιμέτωπος μὲ τὴν ἀληθινὴ καὶ ὀλέθρια πτωχεία ποὺ τὸν χαρακτηρίζει. Μόλις ὅμως ἀντιληφθεῖ καὶ ἐξομολογηθεῖ τὴν κατάστασή του, ὁ Θεὸς σπεύδει νὰ τοῦ συμπαρασταθεῖ. Τὸν φωτίζει, ὑποδεικνύοντάς του ποῦ ἀκριβῶς βρίσκεται. Μὲ τὴν παράδοξη αὐτὴ ὅραση, ὅπως ἐξηγεῖ ὁ Γέροντας Σωφρόνιος, ὁ ἄνθρωπος δέχεται τὸν φωτισμὸ τοῦ Θεοῦ «ἐκ τῶν ὄπισθεν». Δὲν βλέπει τὸν Θεό, ἀλλὰ μᾶλλον ἀποκτᾶ ἐπίγνωση τῶν ἁμαρτημάτων του. Ἡ χάρη τοῦ ἀποκαλύπτει τὰ ὑστερήματά του. Συναισθάνεται τότε τὴν κόλαση στὴν ὁποία βρίσκεται, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπουσιάζει ὁ Θεός, ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει, ὅταν μία ἀκτίνα φωτὸς ἀποκαλύπτει ξαφνικὰ τὴ σκόνη σὲ ἕνα σκοτεινὸ δωμάτιο. Ἡ ἐπίγνωση τῆς πνευματικῆς πτωχείας του προσδίδει στὸν ἄνθρωπο τὴν ἱκανότητα νὰ διακρίνει καὶ νὰ ἐπιδιώκει μόνο τὰ ἄφθαρτα καὶ θεϊκὰ πράγματα, ἐνῶ συγχρόνως τὸν κάνει ἱκανὸ νὰ περιφρονεῖ ὅλα τὰ φθαρτά τῆς πρόσκαιρης αὐτῆς ὑπάρξεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς σοφίας, ἐφόσον ἡ γνώση τῆς ἀληθινῆς μας καταστάσεως ἐμπνέει μέσα μας τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ (Ψαλμ. 110, 10).


Εἶναι ἐξέχουσα ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος «ἔρχεται εἰς ἑαυτόν». Οἱ ἡσυχαστὲς τοῦ δέκατου τέταρτου αἰώνα ἔκαναν συχνὴ χρήση τῆς φράσεως αὐτῆς, ποὺ ὑποδεικνύει τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἡ ἁμαρτία, διαχέει τὸν νοῦ πρὸς τὸν ἐξωτερικὸ κόσμο. Ἄσωτος υἱὸς εἶναι, κατὰ τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος, ὅταν ἀποχωρίζεται ἀπὸ τὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ, καθίσταται εἴτε θηριώδης εἴτε δαιμονιώδης. Τότε ἀρχίζει ἡ ζωὴ τῆς ἀσωτείας, ποὺ εἶναι ἀντίθετη πρὸς τὴ σωφροσύνη καὶ ποὺ προκαλεῖ τὴ διάσπαση καὶ τὴ διάχυση τοῦ νοῦ, τῶν αἰσθήσεων καὶ ὅλης τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Προκειμένου νὰ ἑνοποιηθεῖ ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου, ὁ νοῦς πρέπει νὰ ἑνωθεῖ καὶ πάλι μὲ τὴν καρδιὰ μὲ μία θεραπευτικὴ κίνηση πρὸς τὰ μέσα. Εἶναι ἀναγκαῖο νὰ κατεβεῖ καὶ νὰ ἀναπαυθεῖ στὴν καρδιά, ὥστε ἑνωμένος πάλι μὲ αὐτὴν νὰ μπορεῖ νὰ κυβερνᾶ ἀποτελεσματικὰ τὴν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξή του, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ σώματος, συγκεντρωθεῖ στὴν καρδιά, συντελεῖται μία τρίτη κίνηση, αὐτὴ τὴ φορὰ πρὸς τὸν Ἴδιο τὸν Θεό. Τὸ συνολικὸ σχῆμα ἔχει κυκλικὸ χαρακτήρα, σύμφωνα μὲ τοὺς ὅσιους ἡσυχαστές. Ἀφοῦ «διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ» στὸν ἐξωτερικὸ κόσμο (πρώτη κίνηση), ὁ ἄσωτος υἱὸς «ἔρχεται εἰς ἑαυτὸν» (δεύτερη κίνηση), οὕτως ὥστε νὰ κατευθύνει ὅλη τὴν ὕπαρξή του πρὸς τὸν ἐναγκαλισμὸ τοῦ Πατέρα (τρίτη κίνηση). Προκειμένου ὅμως ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐπανασυνδέσει τὸν νοῦ μὲ τὴν καρδιά του, πρέπει νὰ ἀντιταχθεῖ στὸ πλῆθος τῶν λογισμῶν ποὺ τοῦ ὑποβάλλει ὁ ἐχθρός. Οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτοὺς ἔχουν τὴ ρίζα τους στὴν ὑπερηφάνεια. Ὡστόσο ἔχοντας ὁ ἄνθρωπος ἀνακαλύψει τὴν καρδιά του, ἀρχίζει νὰ ἐντοπίζει τὴν προέλευση τέτοιου εἴδους λογισμῶν καθὼς ἐπίσης καὶ τὸν σκοπό τους. Δὲν τὸν ἐξαπατοῦν οἱ λογισμοὶ πιὰ μὲ τὴν ἴδια εὐκολία ὅπως παλιά, γιατί μαθαίνει νὰ ἐπιτηρεῖ τὴν εἴσοδο τῆς καρδιᾶς του. Ὅταν τελικὰ καταφέρει νὰ ἐνοικήσει σὲ αὐτήν, τότε μόνο ταπεινοὶ διαλογισμοὶ θὰ ἀναφύονται στὸ ἔδαφός της, ποὺ θὰ τρέφουν καὶ θὰ ζωογονοῦν τὴν ὕπαρξή του.


Οἱ περισσότεροι ἀπὸ ἐμᾶς ζοῦμε δυστυχῶς ἔξω ἀπὸ τὴν καρδιά μας, καὶ ὁ νοῦς μας παραμένει σὲ διαρκῆ σύγχυση. Ὁρισμένοι καλοὶ λογισμοὶ ἀναδύονται κατὰ καιροὺς στὴν ἐπιφάνεια, ἀλλὰ οἱ σκέψεις μας στὴν πλειονότητά τους εἶναι ἐπιβλαβεῖς. Ὅσο ἐξακολουθοῦμε νὰ ἀγνοοῦμε τὴν καρδιά μας θὰ βρισκόμαστε ὑπὸ τὴν κυριαρχία τοῦ ὀλέθριου αὐτοῦ καθεστῶτος. Πρὸς τὸ τέλος ὅμως ὁ πόνος ἐντείνεται τόσο πολύ, ὥστε ἀνήμποροι νὰ τὸν ἀνεχθοῦμε ἀρχίζουμε νὰ ψάχνουμε τὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς.


Ἐνθυμούμενος τὸ πατρικό του σπίτι ὁ ἄσωτος υἱὸς συνέρχεται καὶ ἀναλογίζεται: «Πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῶ ἀπόλλυμαι!» Ὅλοι ἔχουμε θαμμένες βαθιὰ μέσα μας ἀναμνήσεις ἀπὸ τὸν οἶκο τοῦ Πατρός, γιατί ἡ ψυχὴ μας διατηρεῖ παντοτινὰ τὰ ἴχνη τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος, ὅταν ἐνδυθήκαμε τὸν Χριστό. Ἐπιπλέον, κάθε φορά ποὺ μετέχουμε στὰ Ἄχραντα Μυστήρια ἡ ὕπαρξή μας σημαδεύεται ἀνεξίτηλα ἀπὸ τὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ. Στὴν καρδιὰ τοῦ ἀσώτου ἄλλη ταπεινὴ σκέψη ἀναδύεται τώρα: «Ἀναστάς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου …» Ἡ διαδικασία τῆς ἐνδότερης ἀναγεννήσεως ἔχει πιὰ ξεκινήσει, ἀφοῦ ἀποφάσισε νὰ ἀνασηκωθεῖ ἀπὸ τὴν πτώση του. Ἔχοντας ἀντικρίσει τὴν πραγματικότητα τῆς ἀπώλειάς του, ἐπιστρέφει πρὸς τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν Θεό. Ἀρχίζει ἡ δυναμικὴ ἐν Θεῷ αὔξησή του. Εἶναι ἕτοιμος νὰ φωτισθεῖ καὶ νὰ καθαρισθεῖ, ἀφοῦ ἄρχισε νὰ μιλᾶ μὲ εἰλικρίνεια στὸν Θεὸ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς του. Οἱ προσευχὲς μιᾶς κατακερματισμένης διάνοιας δὲν ἔχουν οὔτε ἐνάργεια οὔτε βάθος, ἀλλὰ ὁ νοῦς ποὺ ἐπανασυνδέθηκε μὲ τὴν καρδιὰ ξεχειλίζει ἀπὸ ταπεινὴ προσευχὴ μὲ τέτοια δύναμη, ποὺ φθάνει στὰ ὦτα τοῦ Κυρίου Σαβαώθ. «Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν Σου». Ὁ ἄνθρωπος ἀνακαλύπτει τώρα τὴν ἰσχὺ τῆς ταπεινώσεως. Διαπιστώνει ὅτι ἡ μόνη ὀρθὴ στάση εἶναι νὰ ἀποδώσει ὅλη τὴ δόξα καὶ τὴν τιμὴ στὸν Θεό, ἐνῶ στὸν ἑαυτὸ του «τὴν αἰσχύνη τοῦ προσώπου» (Δανιὴλ 9, 7) ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν του. Καταθέτει ὅλη τὴν ἐμπιστοσύνη του στὸ ἔλεος τοῦ Πατρὸς καὶ ὄχι πιὰ στὸ διεφθαρμένο ἐγώ του, καὶ υἱοθετώντας τὴ στάση αὐτὴ τῆς καρδιᾶς ὁδηγεῖται σὲ ἀληθινὴ μετάνοια. Ὅπως διαβάζουμε σὲ μία ἀπὸ τὶς μεγάλες «εὐχὲς τῆς γονυκλισίας» κατὰ τὴν Πεντηκοστή: «Σοὶ μόνω ἁμαρτάνομεν, ἀλλὰ καὶ Σοὶ μόνω λατρεύομεν». Εἴμαστε ἁμαρτωλοὶ καὶ ἀνάξιοι τοῦ ἐλέους Του, ἀλλὰ ἔχουμε πλήρη πεποίθηση σὲ Ἐκεῖνον τὸν Ὁποῖο λατρεύουμε. Τὸ «ἀλλὰ» αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ λεχθεῖ χωρὶς πίστη, καὶ ἀκριβῶς ἡ πίστη αὐτὴ εἶναι ὁ βράχος πάνω στὸν ὁποῖο οἰκοδομοῦμε τὴν πνευματικὴ ζωή μας.


Ὁ ἄσωτος υἱός, στὴ συνέχεια, ταπεινώνεται ἀκόμη περισσότερο: «Οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου». Δὲν λέει «ἕνα τῶν ὑπηρετῶν σου». Οἱ ὑπηρέτες ἀνῆκαν γενικὰ στὴν οἰκογένεια τοῦ ἀφεντικοῦ τους καὶ περνοῦσαν τὴ ζωὴ τους μέσα στὸ οἰκιακὸ περιβάλλον. Ἀπεναντίας οἱ μισθωτοὶ ὑπηρέτες δὲν εἶχαν δικαίωμα νὰ μένουν στὸ σπίτι τοῦ ἀφεντικοῦ καὶ μποροῦσαν νὰ ἀπολυθοῦν ἀνὰ πάσαν στιγμήν. Ἔτσι ὁ ἄσωτος κρίνει ὅτι τοῦ ἁρμόζει νὰ τοποθετηθεῖ στὴν ἴδια τάξη μὲ τοὺς προσωρινοὺς ἐργάτες, τοὺς πιὸ ἀσήμαντους ὑπηρέτες. Σὲ ὅσους μετανοοῦν ἀληθινὰ εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὲς τέτοιες ταπεινὲς σκέψεις, καθεμιὰ ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἐκφράζει βαθύτερη ταπεινοφροσύνη ἀπὸ τὶς προηγούμενες. Τὸ πῦρ τῆς μετάνοιας βυθίζει τὸν ἄνθρωπο ποὺ μετανοεῖ στὴν ἄβυσσο τῆς μηδαμινότητάς του, ἀπ’ ὅπου μόνο ὁ Θεὸς μπορεῖ πάλι νὰ τὸν ἀνυψώσει. (Ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς ὑπέδειξε τὴν ὁδὸ αὐτή: προηγήθηκε ἡ κατάβασή Του στὸν Ἅδη, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἡ ἀνάβασή Του ὑπεράνω ὅλων τῶν οὐρανῶν). Ὅσο ταπεινώνεται ὁ ἄνθρωπος, τόσο κερδίζει σὲ σοφία, καλλιεργώντας ἀδιασάλευτη πίστη στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ γνωρίζοντας ὅτι Αὐτὸς θὰ τὸν ἀνυψώσει διαπαντὸς ἐν καιρῷ εὐθέτω (Α΄ Πέτρ. 5, 6). Ἀφότου ὁ ἄνθρωπος ἀνακαλύψει τὴν καρδιά του, μοναδική του μέριμνα εἶναι νὰ καλλιεργεῖ τέτοιους λογισμούς, ποὺ τὸν τοποθετοῦν στὴν καθοδικὴ πορεία τῆς μετάνοιας. Γνωρίζουμε ὅτι, ὅποιος φέρεται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, δὲν παύει νὰ μέμφεται τὸν ἑαυτό του. Μάλιστα ὅσο περισσότερο ὁδεύει πρὸς τὰ κάτω, ἀκολουθώντας τὸ ὑπόδειγμα τοῦ Χριστοῦ, τόσο ὑψηλότερα θὰ ἀνυψωθεῖ μαζί Του.


Ὅπως ἀκριβῶς ἡ ἐνέργεια τοῦ κακοῦ ὠθεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν ἀπώλεια, ἔτσι καὶ ἡ ἐνέργεια τῆς θείας χάριτος τὸν μετασχηματίζει, ἂν αὐτὸς συμμορφώνει τὴ ζωή του μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δέχεται τὴ σωτηρία, κάθε ταπεινὸς λογισμὸς γεννᾶ ἄλλον ταπεινότερο, ποὺ αἰχμαλωτίζει κάθε κακὴ σκέψη στὴν ὑπακοὴ τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ (Β΄ Κορ. 10, 15). Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἀνιστᾶ τὸν ἄνθρωπο στὴ δόξα τοῦ ἐναγκαλισμοῦ του ἀπὸ τὸν οὐράνιο Πατέρα καὶ τὸν ἀποκαθιστᾶ στὴν υἱοθεσία.


Ἡ μεγάλη ὀδύνη βοήθησε τὸν ἄσωτο υἱὸ νὰ βρεῖ τὴν καρδιά του. Μέσα ἀπὸ τὴ δυναμικὴ ἀλληλοδιαδοχὴ τῶν ταπεινῶν λογισμῶν ποὺ ἀναζωογονοῦν τὴν ψυχή του, ὁδηγήθηκε στὴν ἀνακάλυψη τοῦ πνευματικοῦ χώρου τῆς μετάνοιας. «Ἀναστάς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου». Τόσο μεγάλη εἶναι ἡ ἰσχὺς ἑνὸς ταπεινοῦ λογισμοῦ. Μὲ λίγες μόνο λέξεις ἡ Ἁγία Γραφὴ ἑστιάζει τὴν προσοχή μας στὴ μεγαλειώδη πραγματικότητα, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ καὶ τὸν κεκρυμμένο σκοπὸ τῆς παραβολῆς αὐτῆς. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐπιστρέφει στὴν καρδιά του καὶ ἀρχίζει νὰ αὐξάνει μέσα του τὴ χάρη ταπεινώνοντας τὸν νοῦ του, ἀποκτᾶ ἀνδρεία λέοντος στὴ μετάνοιά του. Ἐπιπλέον ὁ αὐτοκαθορισμὸς του ἐνδυναμώνεται, ὥστε εἶναι ἕτοιμος νὰ ὑπομείνει ἀκόμη καὶ τὴν κάμινο τοῦ ἴδιου τοῦ ἅδη. Ὅπως καὶ ἂν διαμορφώνονται οἱ περιστάσεις τοῦ βίου του, εἶναι πιὰ ὁπλισμένος μὲ τέτοιο θάρρος καὶ τόση παρρησία, ποὺ προσφεύγει πάντοτε στὸν Θεὸ μὲ ἀκλόνητη ἑτοιμότητα γιὰ ἅλματα τῆς πίστεως.


«Ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ εὐσπλαγχνίσθη». Ποιὸς ἄλλος πατέρας ἐκτὸς ἀπὸ τὸν οὐράνιο ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ διακρίνει τόσο καθαρὰ καὶ ἀπὸ τόσο μακριά, ἀκόμη καὶ πίσω ἀπὸ τὰ βουνὰ τῶν ἁμαρτιῶν μας; Ἀληθινὰ καταπλήττει τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς ἔφθασε ἀκόμη καὶ στὴν ἄβυσσο τῆς κολάσεως καὶ τῆς ἁμαρτίας γιὰ νὰ ἀναζητήσει τὰ ἴχνη τοῦ ἀνθρώπου. Πράγματι, ἡ ἐπισκοπή Του δὲν μᾶς ἐγκαταλείπει ποτέ. Μᾶς παρατηρεῖ καὶ καρτερεῖ ὑπομονετικὰ νὰ ἔλθουμε εἰς ἑαυτὸν καὶ τότε μόνο μᾶς ἀνιστᾶ στὸ ὕψος τῆς δικῆς Του δόξας.


Ὁ πατέρας «εὐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμών ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτὸν» (Λουκ. 15,  20). Τρέχει, πέφτει καὶ καταφιλεῖ: τρία ρήματα ποὺ μεταδίδουν μεγάλη δύναμη. Ὁ Θεὸς τρέχει νὰ συναντήσει τὸν ἄνθρωπο ποὺ μετανοεῖ, ὥστε νὰ τοῦ χορηγήσει τὴ δύναμη ποὺ ἀπαιτεῖται, γιὰ νὰ ὁλοκληρώσει τὴν καλὴ πρόθεση τῆς ἐπιστροφῆς του. Πέφτει στὸν τράχηλο τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ τὸν καταστήσει θεοφόρο, «ἄλογο» ποὺ ἔχει καβαλάρη τὸν Θεό. Τὸ Εὐαγγέλιο χρησιμοποιεῖ τὶς θαυμάσιες αὐτὲς εἰκόνες, γιὰ νὰ καταδείξει τὴν ἄπειρη ἀγάπη καὶ ταπείνωση τοῦ Θεοῦ. Τί Θεὸ ἔχουμε! Ἔχοντας ὑπερβεῖ τὸν θάνατο τῆς ἁμαρτίας, ταπεινώθηκε ἐνώπιόν μας ἀπὸ ἀγάπη. Χάρη στὴν ὑπερβάλλουσα ἀγάπη Του γίνεται ὑπηρέτης τοῦ ἀνθρώπου, συγκαταλέγοντας τὸν στὴ ζωὴ καὶ τὴ Βασιλεία Του. Ὁ Θεὸς ἐπιχέει τὰ ἐλέη Του πάνω στὸν ἄνθρωπο ποὺ μετανοεῖ σηματοδοτώντας μαζί Του τὸ προοίμιο τῆς αἰώνιας ζωῆς, ἡ ὁποία δὲν γνωρίζει οὔτε φθορὰ οὔτε τέλος. Καθὼς ὁ ἄνθρωπος γίνεται θεοφόρος, μεταβαίνει ἀπὸ δύναμη σὲ δύναμη, ἐνῶ ἡ ἀγαλλίασή του μεγαλώνει συνεχῶς ἀπὸ ἕνα πλήρωμα χαρᾶς σὲ ἄλλο ἀκόμη μεγαλύτερο.


Δὲν ἀργεῖ ὁ εὔσπλαγχνος πατέρας νὰ ἀκούσει τὰ λόγια τοῦ υἱοῦ του, καὶ ἀμέσως τὸν σφίγγει στὴν ἀγκαλιά του καὶ τὸν καταφιλεῖ. Ὁ πατέρας γνωρίζει τὴν ἀλλοίωση τῆς καρδιᾶς του καὶ μέσα στὴ χαρά του οὔτε κἄν ἀκούει τὴν ἐξομολόγησή του. Ποθεῖ τόσο φλογερὰ νὰ ἀποκαταστήσει τὸν μεταμελημένο γιό του, ὥστε διατάζει τοὺς ὑπηρέτες νὰ φέρουν τὴν πιὸ ἐκλεκτὴ στολή. Τὸ ἴδιο ἀκριβῶς συμβαίνει, ὅταν στεκόμαστε μὲ μετάνοια ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ πενθοῦμε. Ὁ Θεὸς μᾶς συγχωρεῖ, πρὶν ἀκόμη νὰ τὸ καταλάβουμε. Ἀλλὰ ἂς μὴν ξεχνοῦμε ὅτι ἡ ἀλήθεια τῆς μετάνοιάς μας ἐπισφραγίζεται, μόνο ὅταν ἐξομολογούμαστε τὶς ἁμαρτίες μας ἐνώπιον ἑνὸς «ὁμοιοπαθοῦς» ἀνθρώπου (Πράξ. 14, 15), ἑνὸς ἱερέα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.


Ὁ πατέρας, ὅταν ἀγκαλιάζει τὸν υἱό του, τοῦ μεταδίδει τὴν ἴδια τὴ ζωή του καὶ τοῦ προσφέρει ὅλα τὰ πλούτη του, ὅπως ἀκριβῶς θὰ ἔκανε, ἂν ἐκεῖνος δὲν εἶχε ἐγκαταλείψει ποτὲ τὴν πατρικὴ ἑστία. Θεωρώντας τὰ ἁμαρτήματά του ὡς ἐλάχιστα ἴχνη σκόνης πάνω σὲ ἕναν καθρέφτη τὰ ἐξαλείφει ὅλα, ἀφήνοντας τὴ γυάλινη ἐπιφάνεια ὁλοκάθαρη, ὅπως ἦταν στὴν ἀρχή. «Ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην …» Ὁ πατέρας τὸν ἐνδύει μὲ τὴν περιβολὴ τῆς τιμῆς καὶ τῆς δόξας καὶ τοῦ φορεῖ δαχτυλίδι στὸ χέρι καὶ ὑποδήματα στὰ πόδια. Σύμφωνα μὲ τοὺς Πατέρες ἡ ἐνδυμασία δηλώνει τὴν τιμὴ τῆς υἱοθεσίας. Τὸ δαχτυλίδι συμβολίζει τὴ δύναμη ποὺ τοῦ παρέχεται, ὥστε νὰ ζήσει στὸ ἑξῆς ἀναμάρτητη ζωή, ἑνωμένος μὲ τὸν Θεὸ καὶ τηρώντας τὶς ἐντολές Του. Ἐπιπλέον, στὰ ἀρχαῖα χρόνια, ὅταν κάποιος ἔδιδε τὸ δαχτυλίδι του σὲ κάποιον ἄλλο, σήμαινε ὅτι τοῦ μεταβίβαζε τὴν ἐξουσία του. Αὐτὸ ἀκριβῶς κάνει καὶ ὁ Θεὸς κατὰ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Τοῦ παραδίδει τὴν ἐξουσία τοῦ κληρονόμου τῆς ἴδιας τῆς ζωή Του. Τὰ ὑποδήματα ἀποτελοῦν ἐπίσης σύμβολο υἱοθεσίας. Μόνο οἱ ὑπηρέτες περπατοῦσαν ἀνυπόδητοι, ἐνῶ τὰ ὑποδήματα συνιστοῦσαν τὸ διακριτικὸ σημεῖο ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου.


«Ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν». Ὁ πατέρας, γεμάτος ἀγαλλίαση, ἑτοιμάζει λαμπρὴ ἑορτὴ γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ υἱοῦ του. Ὅπως βεβαιώνει ὁ Κύριος: «Χαρὰ γίνεται ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ ἐπὶ ἐνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι». Πράγματι, ζοῦμε στὴ γῆ μεταξὺ δύο κόσμων: Καταυγαζόμαστε ἀπὸ τὶς ἀκτίνες φωτὸς τῆς ἐπουράνιας Βασιλείας καὶ ἀπειλούμαστε ἀπὸ τὶς ζοφερὲς σκιὲς τοῦ Ἅδη. Ἀνάλογα μὲ τὴν ἐλεύθερη ἐπιλογή μας νὰ ἀσπασθοῦμε εἴτε τὸν ἕνα κόσμο εἴτε τὸν ἄλλο, ἡ στιγμὴ τῆς διαβάσεώς μας θὰ ἀποδειχθεῖ πύλη εἰσόδου στὴν αἰώνια μακαριότητα ἢ στὸ τυραννικὸ σκότος τοῦ ἴδιου τοῦ παραλογισμοῦ μας. Ὁ οὐράνιος Πατέρας ὅμως ἔχει μία μόνο σκέψη: «Οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε καὶ ἀπολωλὸς ἦν καὶ εὑρέθη». Ἡ χαρά τοῦ οὐρανίου Πατρὸς εἶναι ἀνεκλάλητη, γιατί ἀνεξάντλητη εἶναι καὶ ἡ δίψα Του γιὰ τὴ σωτηρία μας! Στὴν οὐσία εἶναι ὁ δικός Του σφοδρὸς πόθος γιὰ τὴν ἐπιστροφή μας ποὺ ἀπεργάζεται τὴ δική μας μετάνοια.


Ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ ἀσώτου υἱοῦ δὲν χαροποίησε, ὡστόσο, τὸν μεγαλύτερο ἀδελφό του, ὁ ὁποῖος ἐργαζόταν στοὺς ἀγρούς, ἔξω ἀπὸ τὴν πατρικὴ οἰκία. Αὐτὸς ἐκπροσωπεῖ τοὺς Φαρισαίους, οἱ ὁποῖοι ποτὲ δὲν ὑποδέχονταν μὲ χαρὰ τὴ μεταμέλεια ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ, θεωρώντας ὅτι τοῦ ἀξίζει ἡ κόλαση. Ἐμπιστεύονταν μόνο τὴ δική τους δικαιοσύνη, ἀλλὰ μὲ τὴν αὐτοδικαίωση αὐτὴ ἀποδεικνύεται ὅτι βρίσκονταν στοὺς ἀγρούς, δηλαδὴ ἔξω ἀπὸ τὸν οἶκο τῆς καρδιᾶς τους. Εἶχαν τὴν πίστη ὅτι ἀνήκουν στὸν Θεό, ὅπως ὁ μεγάλος γιὸς τῆς παραβολῆς, χωρὶς νὰ ἐννοοῦν ὅτι στὴν πραγματικότητα δὲν εἶχαν δώσει ποτὲ τὴν καρδιά τους στὸν ἐπουράνιο Πατέρα. Δὲν εἶχαν καμιὰ γνώση τοῦ Θεοῦ οὔτε ἦλθαν ποτὲ σὲ κοινωνία μὲ τὸ Πνεῦμα Του. Ἔτρεφαν μᾶλλον τὴν πεποίθηση ὅτι ἡ τυπικὴ ἀπὸ μέρους τους τήρηση τοῦ Νόμου θὰ ὑποχρέωνε κατὰ κάποιον τρόπο τὸν Θεὸ νὰ τοὺς ἀποδώσει τὴ σωτηρία.


«Καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τὴ οἰκία, ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί ἄν εἴη ταῦτα». Ἐπειδὴ ἦταν ἀδύνατον νὰ ἐννοήσει ὁ μεγάλος γιὸς τί συνέβαινε, ἀναγκάσθηκε νὰ ρωτήσει ἕναν ὑπηρέτη, ὁ ὁποῖος καὶ τὸν πληροφόρησε: «Ὁ ἀδελφός σου ἤκει καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν». Ἐκεῖνος τότε, ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἐγωιστικῆς ἠθικῆς του, ὀργίσθηκε καὶ ἀντέδρασε ὡς ἀκάρδιος ἢ μᾶλλον ὡς λιθοκάρδιος. Ἀρνήθηκε νὰ μπεῖ στὸ σπίτι σὰν νὰ δήλωνε στὸν Θεό: «Ἂν ὑποδέχεσαι ἁμαρτωλοὺς στὴ Βασιλεία σου, ἐγὼ προτιμῶ νὰ μείνω ἔξω». Δυστυχῶς ἡ στάση αὐτὴ χαρακτηρίζει πολλοὺς χριστιανούς. Λίγοι ἀπὸ μᾶς χαιρόμαστε ἀληθινὰ γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ ἑνὸς ἀδελφοῦ ποὺ ἔζησε ἁμαρτωλὴ ζωὴ καὶ πολὺ συχνὰ μάλιστα ἀντιμετωπίζουμε μὲ δυσφορία τὴν πνευματική του σταθερότητα καὶ πρόοδο.


«Ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθών παρεκάλει αὐτόν». Ὅπως ἀκριβῶς ὁ πατέρας ἔσπευσε νωρίτερα νὰ προϋπαντήσει τὸν ἄσωτο γιό του, ἔτσι ἐξέρχεται τώρα νὰ συναντήσει καὶ τὸν μεγάλο γιό του. Ὁ Θεὸς ταπεινώνεται μπροστὰ στὸ καθένα ἀπὸ τὰ τέκνα Του, προκειμένου νὰ τὰ ὁδηγήσει ὅλα κοντά Του. Πόσοι ἀπὸ μᾶς ὅμως ἀρνούμαστε νὰ συμμετάσχουμε στὴ χαρὰ τοῦ ἐπουράνιου Πατέρα μας! Ἀντιλέγουμε μὲ ἀλαζονικὴ ἀναισθησία: «Ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ». Ἡ ἀπάντηση αὐτὴ δείχνει ὅτι ἡ σχέση μας μὲ τὸν οὐράνιο Πατέρα μας δὲν ἀποτελεῖ σύνδεσμο ἀληθινῆς ἀγάπης. Ἂν ὅμως δὲν συνδεόμαστε μὲ τὸν Χριστὸ μὲ ταπεινὴ ἀγάπη, ἀπέχουμε πάρα πολὺ ἀπὸ τὴν τελειότητα καὶ ἡ σωτηρία μας εἶναι ἀβέβαιη. Τὰ λόγια τοῦ μεγάλου γιοῦ συνιστοῦν σαφῆ ἔνδειξη ὅτι ἡ καρδιὰ του στερεῖται τοῦ «ἅλατος» τῆς ἀγάπης. Συνεχίζει τὸν λόγο μὲ ἀκόμη ἐντονότερη πικρία: «Ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν». Πόση ἀγανάκτηση αἰσθάνεται ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ του! Τὸν κατηγορεῖ, καταδικάζοντάς τον γιὰ τὶς ἁμαρτίες του, ἀνίκανος νὰ διακρίνει τὴ μεταμόρφωση ποὺ ἐπῆλθε στὴν ψυχή του.


Τότε ὁ εὔσπλαχνος πατέρας, μέσα στὴν ἄφατη ἀγαθότητά Του, ἀποκρίνεται: «Τέκνον, σύ πάντοτε μετ’ ἐμοῦ εἰ, καὶ πάντα τὰ ἐμά σὰ ἐστιν;». Αὐτὴ εἶναι ἴσως ἡ πιὸ συγκινητικὴ ρήση σὲ ὅλη τὴν παραβολή. Ὁ πατέρας κατακλύζεται ἀπὸ τὸν πόθο νὰ θεραπεύσει τὸν φθόνο τοῦ γιοῦ του καὶ τοῦ θέτει τὸν προβληματισμό: «Σὲ σένα ἔχω δώσει ἤδη ὅλη μου τὴν περιουσία. Γιατί φθονεῖς τὸν ἀδελφό σου; Τὸ μόνο πού σοῦ ζητῶ εἶναι νὰ μὲ ἀγαπᾶς ὡς γιός μου». Ἂν ἡ καρδιὰ τοῦ μεγαλύτερου υἱοῦ ἦταν ἑνωμένη μὲ τὴν καρδιὰ τοῦ πατέρα του, τότε ἡ χαρὰ τοῦ πατέρα θὰ ἦταν καὶ δική του χαρά. Ἡ δόξα τοῦ ἀδελφοῦ του θὰ ἦταν καὶ δική του δόξα, ὅπως ἀκριβῶς τὸ φῶς ἑνὸς κεριοῦ δὲν ἐλαττώνεται, ὅταν ἀνάβονται ἀπὸ αὐτὸ ἄλλα κεριά. Ὅταν ἀποδεικνύουμε στὸν Θεὸ ὅτι Τὸν ἀγαπᾶμε ὡς ἀληθινοὶ υἱοί, γινόμαστε ἱκανοὶ νὰ λάβουμε ὅλα ὅσα εἶναι δικά Του, τὴν ἴδια τὴ ζωή Του καὶ ὅλο τὸν ἀκένωτο πλοῦτο τῶν χαρισμάτων Του.


Οἱ λόγοι τοῦ Κυρίου, διατυπωμένοι μὲ ἐξαιρετικὴ εὐγένεια, φανερώνουν τὸν σφοδρὸ πόθο Του νὰ μᾶς θεραπεύσει ἀπὸ τὴ μικροπρέπεια τῆς ζηλοτυπίας. Σὲ ἄλλο σημεῖο τοῦ Εὐαγγελίου, μετὰ τὴν Ἀνάστασή του Κυρίου, ὁ Πέτρος ζητεῖ νὰ ἐνημερωθεῖ γιὰ τὸν Ἰωάννη. Εἶχε δεῖ τὸν ἀγαπημένο μαθητὴ νὰ γέρνει στὸ στέρνο τοῦ Κυρίου κατὰ τὸν Μυστικὸ Δεῖπνο καὶ διατήρησε τὴν εἰκόνα αὐτὴ στὴ μνήμη του. Νιώθοντας ὁ ἴδιος μεγάλη ντροπὴ γιὰ τὴ δική του προδοσία, ρωτᾶ τὸν Χριστό: «Οὗτος δὲ [ὁ Ἰωάννης] τί;» Καὶ ὁ Κύριος ἀποκρίνεται: «Ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρὸς σέ; Σὺ ἀκολούθει μοι» (Ἰωάν. 21, 22). Μὲ ἄλλα λόγια, δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολεῖ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς συμπεριφέρεται στοὺς συνανθρώπους μας. Σκοπὸς καὶ χρέος μας εἶναι νὰ Τὸν ἀκολουθοῦμε μὲ πίστη καὶ ἀφοσίωση, ὥστε νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ ἀκούσουμε τὸν μακάριο λόγο: «Πάντα τὰ ἐμά σά ἐστι». Καὶ πραγματικά, ὅταν ἡ καρδιὰ μας ἀνήκει στὸν Θεό, δὲν ὑστεροῦμε σὲ τίποτα, ἀφοῦ ὅ,τι δωρίζει στοὺς ἀδελφούς μας ἀποτελεῖ συγχρόνως καὶ δικό μας χάρισμα.


«Εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλῶς ἦν καὶ εὑρέθη». Ἂν ἀκολουθοῦμε τὰ ἴχνη τοῦ Κυρίου μὲ πιστότητα, ἡ σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων θὰ εἶναι ἡ μόνη μας ἐπιθυμία. Τότε καὶ ἡ δική μας σωτηρία θὰ ἀποτελεῖ φυσικὸ ἐπακόλουθο, ἐφόσον ἡ ἐπιθυμία μας θὰ εἶναι ἀδιάρρηκτα συνδεδεμένη μὲ τὸν πόθο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου. Γνώρισα ἕναν μοναχὸ ποὺ προσευχόταν γιὰ πολὺ καιρό: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, σῶσε ὅλο τὸν κόσμο, καὶ μένα». Μὲ ἄλλα λόγια: «Κύριε, παράλαβε ὅλους τούς ἀνθρώπους στὸν Παράδεισο, καὶ ἴσως τότε ὑπάρξει καὶ γιὰ μένα κάποια ἐλπίδα».


Ὅταν ἀκολουθοῦμε τὸν Κύριο, μοναδική μας μέριμνα εἶναι νὰ Τὸν εὐαρεστοῦμε καὶ νὰ Τοῦ ἀποδίδουμε εὐχαριστία σὲ ὅ,τι κάνουμε. Προηγουμένως ὅμως εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἀποκτήσουμε αὐθεντικὴ σχέση μαζί Του, καλλιεργώντας τὴν ταπείνωση τοῦ τελώνη καὶ τὴν ἀποφασιστικὴ μετάνοια τοῦ ἀσώτου υἱοῦ. Ὁ Θεὸς δημιούργησε κάθε ἄνθρωπο μὲ τέτοιον τρόπο, ὥστε ὁ ἰδιαίτερος καὶ μοναδικὸς σύνδεσμός του μὲ τὸν Δημιουργό του νὰ τὸν ὁλοκληρώνει καὶ νὰ τὸν τελειοποιεῖ. Ἔτσι ἀποτελεῖ ὕψιστη ἀποστολὴ καὶ σκοπό μας ἡ δημιουργία ἰσχυρῆς σχέσεως μὲ τὸν Χριστὸ καὶ ὁ ἀδιάλειπτος διάλογος μαζί Του. Τότε ὅλες οἱ ἀνθρώπινες σχέσεις μας θὰ ἀντλοῦν δύναμη ἀπὸ τὸν σύνδεσμό μας μὲ τὸν Θεὸ καὶ θὰ ἀρχίσουμε νὰ ἀντιλαμβανόμαστε τὰ πάντα, κάθε στοιχεῖο τοῦ κτιστοῦ κόσμου, στὸ φῶς τῆς σχέσεως αὐτῆς. Ἂν ἡ βελτίωση τῆς σχέσεώς μας μαζί Του καταστεῖ ἡ μοναδικὴ φροντίδα μας, τότε βαθειὰ μετάνοια θὰ ἐκπηγάσει ἀπὸ τὰ βάθη τοῦ εἶναι μας. Ὅσο περισσότερο αὐξανόμαστε ἐν Χριστῷ, τόσο ἐναργέστερα θὰ προβάλλει μπροστὰ μας ἡ πτωχεία μας ἀνανεώνοντας διαρκῶς τὴν ἔμπνευσή μας. Δὲν θὰ φοβόμαστε τίποτα, γιατί τίποτα δὲν θὰ εἶναι ἱκανὸ νὰ μᾶς χωρίσει ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του.


Ἡ σχέση ποὺ οἰκοδομήσαμε μὲ τὸν Σωτήρα μας στὴ ζωὴ αὐτὴ θὰ συνεχισθεῖ καὶ στὸν μέλλοντα κόσμο. Θὰ κριθοῦμε ἀνάλογα μὲ τὴν ἀγάπη μας καὶ σύμφωνα μὲ κάθε λόγο τοῦ Χριστοῦ ποὺ εἶναι ἀποθησαυρισμένος στὸ Εὐαγγέλιο. Ὅπως ἀκριβῶς ὁ Κύριος μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του ἔθεσε στὸν Πέτρο τὸ ἐρώτημα: «Φιλεῖς με;», τὸ ἴδιο ἐρώτημα θὰ θέσει στὸν καθένα ἀπὸ μᾶς στὸν μέλλοντα αἰώνα: «Καὶ σύ, φιλεῖς μέ;» Καὶ ἐμεῖς θὰ ἀπαντήσουμε: «Ναί, Κύριε, Σὺ γνωρίζεις ὅτι φιλῶ Σε». Ὁ δυναμισμὸς ὅμως καὶ ἡ παρρησία τῆς ἀποκρίσεώς μας θὰ ἐξαρτηθοῦν ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ τὸ βάθος τοῦ συνδέσμου μας μὲ τὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ὅποια στάση υἱοθετήσουμε στὴ ζωὴ αὐτὴ θὰ συνεχισθεῖ καὶ μετὰ τὸ μνῆμα, γεγονὸς ποὺ γίνεται σαφὲς στὴν εὐαγγελικὴ ἀφήγηση περὶ τῆς κρίσεως τῶν δικαίων. «Κύριε, πότε πράξαμε κάτι καλὸ πάνω στὴ γῆ; Σὲ Σένα πρέπει δόξα, σὲ μᾶς αἰσχύνη» (Ματθ. 25, 37-39) εἶναι ἡ ταπεινὴ σκέψη ποὺ προφέρουν οἱ δίκαιοι ἐνώπιον τοῦ Κριτοῦ καὶ ἡ ὁποία ἔθρεψε τὴ μετάνοιά τους στὴ ζωὴ αὐτή. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ὀφείλουμε καὶ ἐμεῖς νὰ μαθητεύσουμε στὴ στάση αὐτὴ τῆς ταπεινώσεως ἀπὸ τώρα, ὥστε νὰ ἀξιωθοῦμε τῆς αἰώνιας ζωῆς μὲ τὸν Κύριο. Ἡ ἀλαζονεία καὶ ἡ αὐτοδικαίωση δὲν ἔχουν θέση στὴ ζωή Του, μποροῦν ὅμως νὰ μᾶς συνοδεύσουν τραγικὰ στὴν αἰωνιότητα, καταδικάζοντάς μας σὲ αἰώνιο χωρισμὸ ἀπὸ Αὐτόν.


Γιὰ μᾶς Παράδεισος εἶναι ὁ Χριστός. Ὁ ἅγιος Σιλουανὸς διαβεβαιώνει: «Ἂν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι μετανοοῦσαν καὶ τηροῦσαν τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, ὁ παράδεισος θὰ ἦταν στὴ γῆ, γιατί ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ἡμῶν ἐστιν. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι τὸ ἴδιο στὸν οὐρανὸ καὶ στὴ γῆ». Ὁ Παράδεισος ἀρχίζει στὴ γῆ μὲ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀδελφούς μας. Ἐδῶ ἔγκειται ὅλος ὁ πλοῦτος τῆς αἰώνιας ζωῆς, γιατί ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε, γιὰ νὰ μεγαλύνει τὸν Θεὸ ἀποδίδοντάς Του αἰώνια δόξα. Ἐκεῖνος πάλι ἀγάλλεται μὲ τὴν ἐπιστροφὴ τῆς δόξας αὐτῆς στὴν εἰκόνα Του, τὸν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος τότε ἀπονέμει ἀκόμη μεγαλύτερο αἶνο στὸν Δημιουργό του. Ἔτσι εἰσχωροῦμε στὴν ἀέναη αὐτὴ ἀνακύκλωση τῆς ἀγάπης καὶ τῆς δοξολογίας. Ἡ «κατὰ Θεὸν αὔξηση» συνιστᾶ τὴν ἀληθινὴ πραγμάτωση τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος κλήθηκε νὰ ὁμοιωθεῖ μὲ τὸν Ἴδιο τὸν Θεό.


Ἀπό τό βιβλίο, Πιστοὶ στὴ διαθήκη τῆς Ἀγάπης,


ἔκδ. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Ἐσσεξ Ἀγγλίας 2012

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΣΩΤΟΣ ΚΑΙ Ο ΕΥΣΠΛΑΧΝΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ

 πατρός Μωυσή Μοναχού Αγιορείτη


Ο σκανδαλώδης σεβασμός της ελευθερίας


Στην παραβολή του ασώτου ο Θεός πατέρας σέβεται καταπληκτικά την ανθρώπινη ελευθερία και βούληση. Ο πατέρας της παραβολής δεν νοιάζεται για το κύρος του, για το τι θα πει ο κόσμος, ότι θα χάσει το στήριγμα, τον βοηθό του το παιδί του. Λυπάται για τη φυγή μα δεν θέλει να την αποτρέψει ενώ μπορεί. Σκανδαλίζει μερικές φορές αυτή η μεγάλη ελευθερία του Θεού. Θα θέλαμε να μας είχε πιο περιορισμένους. Δεν ξέρουμε να εκτιμούμε και να χαιρόμαστε την ελευθερία.



Η αγάπη του πατέρα είναι λίαν αρχοντική. Θέλει πλησίον του αγαπητά παιδιά και όχι σκλάβους και δούλους ανελεύθερους, φοβισμένους, τρομαγμένους. Τον αφήνει να καταχρασθεί την ελευθερία του, παιχνίδι πολύ επικίνδυνο. Τα ξυλοκέρατα, ξέρετε, είναι γλυκά στην αρχή και στυφά στο τέλος όπως και αμαρτία. Δίχως Θεό ο άνθρωπος πεινά, διψά και είναι μόνος. Πείνα και δίψα ακόρεστη, μοναξιά φοβερή. 


Το κυνηγητό της ηδονής έφερε ανυπόφορη οδύνη. Όμως η μεγάλη αγάπη του πατέρα τον συνόδευε πάντοτε. Δεν τον έκανε να τη λησμονήσει και να απογοητευθεί. Ήταν απόλυτα βέβαιος για την αγάπη του πατέρα του και αυτό τον έσωσε. Τον έσωσε ακόμη η μη αργοπορία και η μη αναβολή. Η σωτήρια σκέψη έγινε αμέσως πράξη.


Ο πατέρας τον περιμένει, τόση ήταν η αγάπη του. Έτσι λέγουν οι άγιοι πατέρες: η ευαγγελική αυτή περικοπή μόνο αν σωζόταν από όλο το ευαγγέλιο,αρκούσε για τη σωτηρία του ανθρώπου. Η δε παραβολή δεν θα έπρεπε να λέγεται του ασώτου υιού αλλά του εύσπλαγχνου πατέρα.


Ο δεύτερος άσωτος


Όμως στη συνέχεια της παραβολής υπάρχει και ο πρεσβύτερος υιός. Ζητά ανταμοιβή για την εργασία του, καυχιέται για την ηθική του μεγαλοσύνη και αισθάνεται ασύγκριτα καλύτερος του αδελφού του. Δεν έχει καμιά διάθεση να συμμετάσχει στη χαρά του πατέρα για την επιστροφή του χαμένου αδελφού. Τα γεγονότα τον ξεμασκάρεψαν, τον παρουσίασαν γυμνό από κάθε αρετή. Έχουμε δύο ασώτους υιούς τελικά. Ο πρώτος ο νεώτερος, μετανοεί και επιστρέφει με δάκρυα στο σπίτι του. Ο δεύτερος, απρόσμενα, καταφαίνεται άσωτος δίχως να απομακρυνθεί από το σπίτι του. Ασωτεύει στην αυλή και τον λογισμό του, κάνει σπήλαιο ληστών την καρδιά του. Ούτε καν μπαίνει στο σπίτι του, είναι ένας στυγνός και ακέραιος Φαρισαίος που απαιτεί από τον Θεό να τιμωρεί τους αμαρτωλούς και να δικαιώνει τους ίδιους. Δάκρυσε και ο τελώνης και ο άσωτος, όμως ο Φαρισαίος και ο πρεσβύτερος υιός δεν δάκρυσαν καθόλου γιατί είχαν εγωισμό που δεν σε αφήνει να δακρύσεις.

Χρειάζεται προσοχή και προσευχή να μας φωτίσει ο Θεός να διακρίνουμε την κατάστασή μας, γιατί το τραγικό είναι να ζει κανείς εντός της Εκκλησίας και να είναι εκτός όπως ο πρεσβύτερος υιός.


Οι πατέρες και οικογενειάρχες, οι γονείς και οι δάσκαλοι να ανέχονται τα παιδιά, να τα διδάσκουν να τα ρίχνουν στο φιλότιμο, να τα διδάσκουν με το φωτεινό τους παράδειγμα, να υπομένουν, να ελπίζουν, να προσεύχονται.


Τελικά ο όσιος τελώνης και ο άγιος άσωτος αυτό κάνουν, αφού μιλούν με έργα για πραγματική μετάνοια, ενώ αντίθετα ο «δίκαιος» πρεσβύτερος υιός και ο Φαρισαίος απαιτούν αναγνώριση και σεβασμό, είναι αμετανόητοι και υποκριτές, δεν μετέχουν στη χαρά των άλλων, είναι τρομερά εγωπαθείς. Ας μιμηθούμε λοιπόν τον τελώνη και τον άσωτο στη μετάνοιά τους για να ζήσουμε τον παράδεισο από τώρα.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ

 (Κυριακή του Ασώτου)


Alexander Schmemann


ΜΕΓΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ


Πορεία προς το Πάσχα


Την τρίτη Κυριακή της προετοιμασίας μας για τη Μεγάλη Σαρακοστή διαβάζουμε την παραβολή του Ασώτου Υιού (Λουκ. 1 5, 11 ‐32). Η παραβολή τούτη μαζί με τους ύμνους της ημέρας αυτής μας παρουσιάζουν τη μετάνοια σαν επιστροφή του ανθρώπου από την εξορία. Ο άσωτος γιος, λέει το Ευαγγέλιο, πήγε σε μια μακρινή χώρα και κει σπατάλησε ότι είχε και δεν είχε. Μια μακρινή χώρα! Είναι ο μοναδικός ορισμός της ανθρώπινης κατάστασης που θα πρέπει να αποδεχτούμε και να τον οικειοποιηθούμε καθώς αρχίζουμε την προσέγγιση μας στο Θεό. Ένας άνθρωπος που ποτέ δεν είχε αυτή την εμπειρία, έστω και για λίγο, που ποτέ δεν αισθάνθηκε ότι είναι εξόριστος από το Θεό και από την αληθινή ζωή, αυτός ποτέ δε θα καταλάβει τι ακριβώς είναι ο Χριστιανισμός. Και αυτός που νιώθει «σαν στο σπίτι του» σʹ αυτόν τον κόσμο και στη ζωή του κόσμου τούτου, που έμεινε άτρωτος από τη νοσταλγία για μια άλλη πραγματικότητα, αυτός δε θα καταλάβει τι είναι μετάνοια.



Η μετάνοια συχνά ταυτίζεται με μια «ψυχρή και αντικειμενική» απαρίθμηση αμαρτιών και παραβάσεων, όπως μια πράξη «ομολογίας ενοχής» ύστερα από μια νόμιμη μήνυση. Η εξομολόγηση και η άφεση αμαρτιών θεωρούνται σαν να ήταν δικαστικής φύσεως. Αλλά παραβλέπεται κάτι πολύ ουσιαστικό χωρίς το οποίο ούτε η εξομολόγηση ούτε η άφεση έχει κάποιο πραγματικό νόημα ή κάποια δύναμη. Αυτό το «κάτι» είναι ακριβώς το αίσθημα της αποξένωσης από το Θεό, από τη μακαριότητα της κοινωνίας μαζί Του, από την αληθινή ζωή όπως τη δημιούργησε και μας την έδωσε Εκείνος. Αλήθεια, είναι πολύ εύκολο να εξομολογηθώ ότι δεν νήστεψα τις καθορισμένες για νηστεία μέρες, ή ότι παράλειψα την προσευχή μου ή ότι θύμωσα. Αλλά είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα να παραδεχτώ ξαφνικά ότι έχω αμαυρώσει και έχω χάσει την πνευματική μου ομορφιά, ότι είμαι πολύ μακριά από το πραγματικό μου σπίτι, την αληθινή ζωή και ότι κάτι πολύτιμο και αγνό και όμορφο έχει ανέλπιστα καταστραφεί στη δομή της ύπαρξής μου. Παρʹ όλα αυτά όμως, αυτό και μόνο αυτό, είναι μετάνοια και, επί πλέον, είναι μια βαθιά επιθυμία επιστροφής, επιθυμία να γυρίσω πίσω, να αποκτήσω ξανά τα χαμένο σπίτι.


Έλαβα από το Θεό θαυμαστά πλούτη: πρώτα απ’ όλα τη ζωή και τη δυνατότητα να τη χαίρομαι, να την ομορφαίνω με νόημα, αγάπη και γνώση: ύστερα — με το Βάπτισμα — έλαβα τη νέα ζωή από τον ίδιο το Χριστό, τα δώρα του Αγίου Πνεύματος, την ειρήνη και τη χαρά της ουράνιας Βασιλείας. Έλαβα τη γνώση του Θεού και μέσα απ’ αυτή, τη δυνατότητα να γνωρίσω καθετί και τη δύναμη να είμαι «τέκνον Θεού». Και όλα αυτά τα έχασα, τα χάνω καθημερινά, όχι μόνο με τις «συγκεκριμένες αμαρτίες» και τις «παραβάσεις» αλλά με την αμαρτία όλων των αμαρτιών: την απομάκρυνση της αγάπης μου από το Θεό, προτιμώντας την «μακρινή χώρα» από το όμορφο σπίτι του Πατέρα.


Η Εκκλησία όμως είναι εδώ παρούσα για να μου θυμίζει τι έχω εγκαταλείψει, τι έχω χάσει. Και καθώς μου τα υπενθυμίζει με το Κοντάκιο της ημέρας αυτής, αναλογίζομαι ότι: «Της πατρώας δόξης σου, αποσκιρτήσας αφρόνως εν κακοίς εσκόρπισα, όν μοι παρέδωκας πλούτον όθεν σοι την του Ασώτου φωνήν κραυγάζω. Ήμαρτον ενώπιον σου Πάτερ οικτίρμον δέξαι με μετανοούντα και ποίησαν με, ως ένα των μισθίων σου».


 Και, καθώς αναλογίζομαι, βρίσκω μέσα μου την επιθυμία της επιστροφής και τη δύναμη να την πραγματοποιήσω: «αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου και ερώ αυτώ, πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου, ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου, ποίησαν με ως ένα των μισθίων σου».


 Θα πρέπει εδώ να αναφέρουμε ειδικά μια λειτουργική λεπτομέρεια της Κυριακής του Ασώτου. Στον Όρθρο, μετά τον γιορταστικό και χαρούμενο ψαλμό του Πολυελαίου, ψέλνουμε τον λυπηρό και νοσταλγικό 136ο ψαλμό:


Επί των ποταμών Βαβυλώνας εκεί εκαθήσαμεν και εκλαύσαμεν εν τω μνησθήναι ημάς της Σιών... πώς ασομαι την ωδήν Κυρίου επί γης αλλότριας; εάν επιλάθωμαί σου Ιερουσαλήμ, επιλησθείη η δεξιά μου˙ κολληθείη η γλώσσα μου τω λαρύγγί μου, εάν μη σου μνησθώ, εάν μη προανατάξωμαι τήν Ιερουσαλήμ ως εν αρχή της ευφροσύνης μου.


Είναι ο ψαλμός της εξορίας. Τον έψαλλαν οι Εβραίοι κατά τη βαβυλώνια αιχμαλωσία τους καθώς σκέφτονταν την ιερή πόλη τους, την Ιερουσαλήμ. Από τότε ο ψαλμός αυτός έγινε ο ψαλμός του ανθρώπου που συνειδητοποιεί την αποξένωση του από το Θεό και  συναισθανόμενος αυτή την εξορία γίνεται πάλι άνθρωπος. Γίνεται εκείνος που ποτέ πια δε θα νιώσει βαθιά ικανοποίηση με τίποτε στον «πεπτωκότα» αυτόν κόσμο, γιατί από τη φύση και από την κλήση του είναι ένας αναζητητής του Τέλειου. Ο ψαλμός αυτός θα ψαλεί δύο ακόμα φορές: τις δύο τελευταίες Κυριακές πριν από τη Μεγάλη Σαρακοστή∙ και την παρουσιάζει σαν ένα μακρινό ταξίδι, σαν μετάνοια, σαν επιστροφή.

Το μυστικό της επιστροφής

 επίσκοπος Αυγουστίνος Ν. Καντιώτης


  ΤΙ ΚΑΝΕΙ, αγαπητοί μου, τον άνθρωπο ν' αφήνει το δρόμο της αμαρτίας και να επιστρέφει στο Χριστό; Αυτό βλέπουμε σήμερα στην παραβολή του ασώτου.


Όταν ό Κύριος κήρυττε, όπως σημειώνουν οι εύαγγελισταί, «ό λαός άπας έξεκρέματο αυτού άκούων» (Λουκ. 19,48), όλοι εκρέμοντο από τα χείλη του, και αυθόρμητα έλεγαν «Ουδέποτε ούτως ελάλησεν άνθρωπος, ως ούτος ό άνθρωπος» (Ίωάν. 7,46). Όλοι θαύμαζαν το Χριστό. Πόσοι όμως τον άκουγαν όχι μόνο με τα αυτιά του σώματος αλλά και με τα αυτιά της ψυχής; Πόσοι εδονούντο ψυχικώς; Πόσοι άλλαζαν και επέστρεφαν στην ευθεία οδό; Λίγοι έκαναν πράξει τα λόγια του Χριστού. Τι λοιπόν συνέβαινε σ' αυτούς;



Το μυστικό της επιστροφής αυτών των ολίγων βρίσκεται στο εξής. Αυτοί δεν έμεναν απλώς στο θαυμασμό βύθιζαν συγχρόνως το βλέμμα στη δική τους καρδιά και παρατηρούσαν την αθλιότητα τους. Ω, Τι συναισθήματα τους έφερνε αυτή ή συγκριτική εξέτασης! Απέναντί τους ήταν εκείνος πού δόλος δέ βρέθηκε στο στόμα του (πρβλ. Ίωάν. 1,47), εκείνος πού ήταν ανεξάντλητος ωκεανός αγάπης, εκείνος πού πονούσε στη δυστυχία των ανθρώπων. Έβλεπαν ένα μεγαλείο, μια μορφή ιδανική. Αυτοί Τι ήταν εμπρός του; ελεεινοί και τρισάθλιοι. Ό Χριστός ύψος, αυτοί βάραθρο. Ό Χριστός κορυφή, —«εκάλυψεν ουρανούς ή αρετή αυτού» ('Αμβ. 3,3)—, αυτοί άβυσσος κακίας και διαφθοράς. Αυτή λοιπόν ή τρομακτική απόσταση, πού τους χώριζε από το Χριστό, τους συγκλόνιζε, τους έφερνε σε περισυλλογή, τους δημιουργούσε τον πόθο, τον έρωτα του μεγαλείου. Αυτό τους έκανε ν' αφήσουν τα χαμηλά, τη ζωή της αμαρτίας, και να πετάξουν ψηλά, σε κόσμους όμορφους, «ηθικούς, αγγελικά πλασμένους», να έλκύωνται από το μεγαλείο του Χριστού, για να γίνουν μικρόχριστοι επί της γης. Αν οι άλλοι, το πλήθος, έμειναν στάσιμοι στα λιμνάζοντα έλη της αμαρτίας, αυτό οφείλεται στο ότι αυτοί θαύμαζαν μεν το μεγαλείο του Χριστού, δεν έστρεφαν όμως το βλέμμα και προς τα έσω, δεν έβλεπαν και τη δική τους αθλιότητα. Αν έστρεφαν το βλέμμα στην καρδιά τους, ή τρομακτική αντίθεση θα τους οδηγούσε σε σοβαρές σκέψεις, θα τους αναστάτωνε, θα τους έκανε να πάρουν ταπεινωμένοι το δρόμο της επιστροφής, της αλλαγής, της σωτηρίας. Θέλετε μερικά παραδείγματα; Όταν ό Κύριος πέρασε από την Ιεριχώ, πολύς κόσμος έτρεξε να τον ακούσει από περιέργεια. Τίνος όμως την καρδιά διαπέρασε το ηλεκτρικό ρεύμα του λόγου του; τίνος ή συνείδηση ξύπνησε; Ποιος από 'κείνο το συρφετό ένιωσε το Χριστό; Μόνο ό Ζακχαίος. Αυτός πέταξε λίγο πάνω από το χώμα και την ύλη, ανέβηκε στη συκομορέα αντίκρισε τον Ιησού και συγκλονίστηκε. Έκανε σύγκριση με τη δική του αθλιότητα. Ό Ιησούς δεν είχε ούτε δραχμή στην τσέπη, αυτός είχε ποσά αμύθητα• ό Ιησούς δεν είχε πού να γείρει το κεφάλι (βλ. Ματθ. 8,20 Λουκ. 9,58), αυτός είχε το καλύτερο μέγαρο• ό Ιησούς περιόδευε πόλεις και χωριά «ευεργετών και ίώμενος» (Πράξ. 10,38), ήταν ή παρηγοριά και ό προστάτης των χηρών και ορφανών, αυτός σκόρπιζε θλίψη και πόνο, αφού τους έκλεβε το ψωμί με το νόμο. Αυτή ή τρομακτική απόσταση μεταξύ αυτού και του Χριστού τον συγκλόνισε, και πήρε αποφασιστικά το δρόμο της επιστροφής. Ήθελε να πλησίαση στο μεγαλείο του Χριστού πού λέει «Πώλησαν σου τα υπάρχοντα και δός πτωχοίς» (Ματθ.19,21). Και δεν έφθασε μεν στο σημείο αυτό. είπε όμως• «Τα ήμισυ των υπαρχόντων μου. Κύριε, δίδωμι τοις πτωχοίς» (Λουκ. 19,8). Βρέθηκε, εν πάση περιπτώσει, στην οδό πού οδηγεί στο μεγαλείο φάνηκε δε πολύ ανώτερος από τον πλούσιο εκείνο νεανίσκο πού «απήλθε λυπούμενος» (Ματθ. 19,22• Μάρκ. 10,22), όταν ό Κύριος του έδειξε το ύψος της ακτημοσύνης.



"Άλλο παράδειγμα. Αν ή Σαμαρείτης επέστρεψε στο Χριστό και έγινε ή αγία Φωτεινή, το μυστικό της επιστροφής της βρίσκεται στο ότι, όταν αντίκρισε το μεγαλείο του Χριστού, είδε συγχρόνως και τη δική της αθλιότητα. Διέκρινε εμπρός της κάποιον με ανώτερο πνεύμα, πού έβλεπε κι αυτήν σαν παιδί του Θεού, δεν εξέταζε σε ποια φυλή ανήκει ούτε τίνος χρώματος είναι. Εμπρός της είχε ένα προφήτη, πού της είπε με λεπτομέρειες τα αμαρτήματα της. Τέλος ή υψηλή διδασκαλία του ότι «πνεύμα ό Θεός» (Ίωάν. 4,24) κι ότι μπορεί να λατρεύεται παντού, τη συγκλονίζει. Βλέπει όμως έπειτα και τη δική της αθλιότητα και τρομάζει. Τι ήταν αυτή; Μία πόρνη πέντε άντρες είχε αλλάξει, κι αυτός πού είχε τώρα δεν ήταν άντρας της. Εμπρός στο Χριστό ένιωσε ράκος. Και όμως βλέπει τον ήλιο - Χριστό να καταδέχεται ν' αγγίζει το δικό της βόρβορο. Αυτή ή συναίσθηση ότι είναι μηδέν, ιδού, αγαπητοί μου, το μυστικό της επιστροφής της.



Άλλ' εκεί πού καθαρότερα φανερώνεται ποιο είν' εκείνο πού κάνει τον άνθρωπο να επιστρέφει στο Θεό, είναι ή σημερινή παραβολή. Ό άσωτος, όταν σώθηκαν τα λεφτά κι από την πείνα κατήντησε χοιροβοσκός κ' έτρωγε ξυλοκέρατα, βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Ένα βασιλόπουλο αυτός, να βοσκή χοίρους! Το περιβάλλον εκείνο του είναι αφόρητο. 'Αλλ' αφού είχε γίνει ακάθαρτος σαν τους χοίρους πού έβοσκε, έτσι του άξιζε. Αυτή ή απερίγραπτη αθλιότης δημιουργεί στην ψυχή του ένα συναίσθημα συντριβής. Κλαίει. Ή σκέψη του πετά στο πατρικό του, όπου κι αυτοί ακόμα οι δούλοι περνούν καλύτερα. Ω το μεγαλείο του πατρικού του σπιτιού, ω ή δική του αθλιότης!



Συγκλονίζεται. Και ακριβώς εδώ, αγαπητοί μου, μεταξύ του μεγαλείου και της αθλιότητος, παίχθηκε το δράμα της επιστροφής του.



Από τα παραδείγματα αυτά καταλαβαίνουμε, ότι το μυστικό της επιστροφής βρίσκεται σε δύο σημεία στο θαυμασμό της πίστεως και στη δική μας αύτομεμψία.



Αδελφοί μου! Ή θρησκεία του Ιησού μας έχει μεγαλείο, ή Εκκλησία είναι ύψος θαυμαστό. Μέσα σ' αυτήν ακούγεται το «Αγαπάτε αλλήλους» (Ίωάν. 13,34' 15,12), το «Έλθέτω ή βασιλεία σου» (Ματθ. 6,10), βασιλεία δικαιοσύνης, αγάπης, αδελφοσύνης, ειρήνης. Άλλα δεν ωφελεί να μείνουμε μόνο σ' αυτό το θαυμασμό. Πρέπει συγχρόνως να στρέψουμε την προσοχή και κάπου άλλου να εξετάσουμε τον εαυτό μας, να δούμε την αθλιότητα μας, ν' αναλογιστούμε σε ποια απόσταση από το μεγαλείο αυτό βρισκόμαστε εμείς, όπως έκανε ό άσωτος. Αν το κάνουμε αυτό, θα διαπιστώσουμε την τρομακτική αντίθεση. Ή διαπίστωσης αυτή θα μας βάλει σε ανησυχία και σοβαρές σκέψεις. Και έτσι μπορεί να γεννηθεί μέσα μας ή ώθηση ν' αφήσουμε τα χαμηλά, να πάρουμε ταπεινωμένοι το δρόμο της επιστροφής, και βαδίζοντας συνεχώς προς την κορυφή να βρεθούμε τέλος στην πατρική οικία και να δεχθούμε όπως ό άσωτος τον εναγκαλισμό της σωτηρίας.



Θαυμασμός λοιπόν και αύτομεμψία. Άλλ' υπάρχει σήμερα θαυμασμός του μεγαλείου; Θαυμάζουμε εμείς την πίστη μας; Οι άνθρωποι της εποχής του Χριστού τον θαύμαζαν. Αργότερα οι άνθρωποι θαύμαζαν τους πατέρας της Εκκλησίας, τους μάρτυρες, τους οσίους. Τα περασμένα χρόνια οι προγονοί μας μελετούσαν τους βίους των αγίων και θαύμαζαν τη ζωή, τις αρετές, τα παθήματα, τα μαρτύρια τους. Σήμερα εμείς Τι θαυμάζουμε; Μήπως έπαυσε τώρα ή θρησκεία μας να έχη δύναμη και αίγλη; Όχι. Ό «Χριστός χθες και σήμερον ό αυτός και εις τους αιώνας» (Έβρ.13,8). Και όμως έπαυσε ό θαυμασμός για την πίστη μας. Αλλά θαυμάζουμε τώρα• πράγματα εφήμερα, ανθρώπινες θεωρίες πού περιέχουν λάθη, πρόσωπα άσωτα και διεφθαρμένα, με δυο λόγια τα μικρά και ασήμαντα. Όλα τα θαυμάζουμε, πλην του Ιησού Χριστού. Ώ γενεά πονηρά Και διεστραμμένη!

Έπαυσε ό θαυμασμός προς τη θρησκεία μας, άλλ' έπαυσε και η προς τα έσω στροφή μας. Παύσαμε να εξετάζουμε τον εαυτό μας, να βλέπουμε την αθλιότητα μας. Ή αμαρτία κανένα δεν ανησυχεί. Πώρωσης άνευ προηγούμενου επικρατεί στις συνειδήσεις. Για αυτό λίγοι βρίσκονται στην οδό της μετανοίας, μικρό - πολύ μικρό είναι το ποίμνιο του Ιησού.



Αδελφοί μου δύο είναι τα αίτια της απομακρύνσεως των περισσοτέρων από το Θεό ή έλλειψης θαυμασμού προς τη θρησκεία μας και ή έλλειψης αυτοεξετάσεως. Ας ευχηθούμε, όλοι ν' ανακαλύψουμε το μυστικό, το δρόμο αυτό της επιστροφής και μαζί με τον άσωτο υιό ν' αναφωνήσουμε κ' εμείς• «Ανάστατες πορευσόμεθα πρός τον πατέρα...» (Λουκ. 15,18)• αμήν.



Επίσκοπος Αυγουστίνος

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία, ή οποία έγινε στην αίθουσα του συλλόγου "40 Μάρτυρες" Κοζάνης την 9-2-1 958.


Καταγραφή και σύντμησης 27-02- 2005

Κυριακή του Ασώτου: Ο πολυεύσπλαχνος πατέρας

 † Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης


Ἡ γνωστή παραβολή τοῦ Κυρίου γιά τόν ἄσωτο υἱό ἀποτελεῖ, κατά τούς θείους ἑρμηνευτές, πολύτιμο λίθο ἤ λαμπερό μαργαριτάρι ἀνάμεσα στίς ἄλλες διδακτικές παραβολές. Χαρακτηρίζεται ἐπίσης ὡς εὐαγγέλιο τοῦ εὐαγγελίου. Εὔστοχα εἰπώθηκε, πώς καί μόνο αὐτή ἡ παραβολή, ἄν σωζόταν ἀπό ὅλο τό εὐαγγέλιο, ἀρκοῦσε γιά νά συγκινήσει καί ὁδηγήσει τόν ἄνθρωπο στή σωτήρια μετάνοια. Αὐτό πού κυριαρχεῖ εἶναι ἡ μεγάλη ἀγάπη τοῦ πατέρα.


Ὁ νεώτερος υἱός τῆς παραβολῆς, ὀρθά-κοφτά, δίχως προλόγους καί μακρηγορίες ἀπαιτεῖ δικαιωματικά τό ἀναλογοῦν μερίδιο τῆς περιουσίας του. Ὁ πατέρας, δίχως ἀντιρρήσεις, ἀναβολές, καθυστερήσεις, δικαιολογίες καί προφάσεις χώρισε στά δύο τήν περιουσία του καί τοῦ ἔδωσε τό μερίδιο πού τοῦ ἀνῆκε. Ποιός πατέρας σήμερα, σ᾽ ἐποχή μάλιστα πλήρους ἐλευθερίας, θά ἔκανε κάτι τέτοιο τόσο ἁπλά, ἄμεσα καί ἄνετα; Γιατί φέρθηκε ἔτσι ὁ πατέρας; Δέν τόν ἀγαποῦσε; Εῖχε τόσο πολύ κουρασθεῖ μαζί του; Ἤθελε τήν ἡσυχία του; Δέν ἤθελε συνεχεῖς γκρίνιες καί μόνιμους καυγάδες; Ἦταν δικαιολογημένη καί ψυχολογημένη αὐτή ἡ στάση τοῦ πατέρα; Δέν θά ἔπρεπε νά τόν νουθετήσει, νά τόν σωφρονίσει, νά τόν μεταπείσει, νά τοῦ γυρίσει τά μυαλά, νά τόν συνεφέρει; Ἔκανε καλά πού τόν ἄκουσε καί τοὔδωσε ἀμέσως ὅ,τι ζητοῦσε; Δέν θἄπρεπε νά τόν καθίσει κάτω καί νά προσπαθήσει μέ κάθε τρόπο νά τόν πείσει πώς δέν σκέφτεται καλά, πώς εἶναι ἀρκετά ἀνώριμος, ἐνθουσιώδης, ἐπιπόλαιος καί μικρός; Γιατί δέν καθυστέρησε τή φυγή του; Εῖχε πολλούς λόγους νά τό κάνει. Γιατί δέν ἀναφέρει τίποτε ἀπό ὅλα αὐτά τά δίκαια καί ὀρθά ἐρωτήματα ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή;


Θά μποροῦσε, ἀγαπητοί μου, ὁ καλοκάγαθος πατέρας νά τοῦ εἶχε πεῖ ὅλα αὐτά καί πολλά περισσότερα. Ἤξερε πολύ καλά τόν χαρακτήρα, τήν ψυχοσύνθεση, τά προτερήματα καί τίς ἀτέλειες τοῦ παιδιοῦ του. Αὐτός τόν εἶχε γεννήσει, ἀναθρέψει καί μεγαλώσει. Γνώριζε ἄριστα τή φτιασιά του, τά χούγια του, τά κουμπιά του, τ᾽ ἀδύναμα σημεῖα του. Δέν ἐνήργησε, ὅπως θά ἐνεργούσαμε ὅλοι μας. Παρατηροῦμε μία ἄλλη στάση, ἐντελῶς διαφορετική, ἀνατρεπτική, πού μᾶς προβληματίζει τρομερά. Ἐδῶ τώρα θά ἔχουμε τρομερές ἐνστάσεις. Δηλαδή δέν θά πρέπει νά διδάσκουμε τά παιδιά μας, νά τά πείθουμε τί θά κάνουν, νά τ᾽ ἀπομακρύνουμε ἀπό τό κακό, νά τά μάθουμε νά ὑπακούουν καί νά ὑποτάσσονται σέ αὐτό πού τούς λέμε;


Τήν παραβολή, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, δέν τήν κατασκεύασα ἐγώ. Τήν παραβολή τήν εἶπε ὁ Χριστός καί εἶναι ἄψογη καί ἄρτια. Ἄν χρειαζόταν, θά προσέθετε καί ἄλλα λόγια. Τήν παραβολή μᾶς τήν μεταφέρει ἀκριβέστατα ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς καί τόν εὐχαριστοῦμε εὐγνώμονα. Παρατηρῶ μία δυσανασχέτηση στό ἀκροατήριο. Μά, πάτερ μου, τί εἶναι αὐτά πού ἀπόψε μᾶς λέτε μέσα στήν ἐκκλησία; Εἶναι ποτέ δυνατόν νά ὑποκύψουμε στίς παράλογες ἀπαιτήσεις τῶν ἀνώριμων παιδιῶν μας; Δέν θά πρέπει νά τά προφυλάξουμε ἀπό κινδύνους πού τά παραμονεύουν; Δέν θά πρέπει νά εἴμεθα αὐστηροί καί νά θέτουμε ὅρια, ἀπαγορεύσεις καί τιμωρίες; Θ᾽ ἀφήσουμε τά παιδιά νά κάνουν ὅ,τι θέλουν; Θά τούς ἱκανοποιήσουμε ὅλες τίς ἐπιθυμίες, ἀνεξαιρέτως; Δέν εἴμαστε ὑποχρεωμένοι ὁρισμένες φορές νά τά δεσμεύσουμε;


Τί νά σᾶς πῶ; Ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή κι ἐμένα μέ προβληματίζει, καθώς τήν ξαναδιαβάζω. Μέ βάζει σέ μία περιπέτεια, σ᾽ ἕνα ἄλλο σκεπτικό, μέ ἀνησυχεῖ καί κάπου μέ φοβίζει. Γιατί ὁ πατέρας τῆς παραβολῆς φέρθηκε διαφορετικά ἀπό ἐμᾶς; Γιατί ἁπλούστατα δέν εἶναι σάν κι ἐμᾶς. Γιατί εἶναι Θεός. Γιατί ξέρει πιό καλά ἀπό ἐμᾶς ν᾽ ἀγαπᾶ. Βλέπει τό παρελθόν καί τό μέλλον ὡς παρόν. Βλέπει τό βάθος. Γνωρίζει τό τέλος τῆς ἱστορίας. Δέν κρίνει τήν ἐπιφάνεια. Ἀδυνατεῖ νά δεσμεύσει τήν ἐλευθερία τοῦ πλάσματός του. Αὐτή πού Αὐτός τοῦ τήν ἔδωσε ἁπλόχερα. Ἀδυνατεῖ νά μειώσει, ἀφαιρέσει, καταστρατηγήσει τήν ἀνθρώπινη ἐλευθερία καί βούληση. Τό θεόσδοτο αὐτεξούσιο εἶναι ἀναφαίρετο.


Ὁ πατέρας τῆς παραβολῆς δέν συναντοῦσε τόν υἱό του τότε γιά πρώτη φορά. Τόν γνώριζε πολύ καλά. Τόν εἶχε ἀφήσει ν᾽ ἀνοίξει τήν καρδιά του. Ὁ ἴδιος τοῦ εἶχε ἀποδείξει πολλές φορές τήν ἀγάπη του. Δέν χρειαζόταν νά τοῦ ἐπαναλάβει τά ἴδια καί τά ἴδια. Δέν ἤθελε νά τόν πιέσει, νά τόν ἐκβιάσει, νά τόν συντρίψει, νά τόν καθηλώσει, νά τόν ἀποστομώσει, νά τόν προσβάλλει, νά τόν ἐκμηδενίσει. Τόν σεβόταν, τόν ἀγαποῦσε, τόν πονοῦσε, τόν καταλάβαινε. Δέν μποροῦσε ἐπ᾽ οὐδενί νά καταστρατηγήσει τήν ἐλευθερία του. Ἡ ἀγάπη ἔχει αὐτή τήν ὑπέροχη ἀρχοντιά, νά σέβεται καταπληκτικά τήν ἐλευθερία τοῦ ἄλλου. Ἔτσι τόν ἀφήνει σέ αὐτό πού ἐπέλεξε, παρ᾽ ὅτι γνωρίζει ὅτι θά φάει τά μοῦτρα του. Εἶναι δύσκολο νά τό ἀποδεχθεῖ κανείς αὐτό. Ἀνατρέπει τόν ἠθικισμό μας.


Ἐμεῖς ἀκοῦμε τά παιδιά μας; Ἤ θέλουμε μόνο νά τούς μιλᾶμε; Καί μάλιστα δυνατά, ἐπιτακτικά, ἐπιτιμητικά, σκληρά, ἀπειλητικά, ἐξουσιαστικά καί βίαια; Τά παιδιά δέν εἶναι μόνο νά τά φωνάζουμε συνέχεια, ἀλλά καί νά τ᾽ ἀκοῦμε λίγο. Τ᾽ ἀκοῦμε λοιπόν; Προσέξαμε στοργικά τίς ἀγωνίες, τούς προβληματισμούς, τίς ἔγνοιες, τούς φόβους, τίς ἀπορίες καί τούς δισταγμούς τους; Ὅ,τι ζητᾶμε ἀπό τά παιδιά, τό κάναμε ἤ τό κάνουμε πάντοτε ἐμεῖς; Ἀκούσαμε ποτέ τίς παρατηρήσεις τῶν παιδιῶν γιά μᾶς; Ἤ δέν τούς τό ἐπιτρέψαμε ποτέ; Μήπως, ἀδελφοί μου, δέν μᾶς ἀκοῦν τά παιδιά, γιατί κι ἐμεῖς δέν ἀκοῦμε τόν Θεό; Κι ἄν δέν μᾶς ἀκοῦν τά παιδιά, τί κάναμε; Μείναμε στίς φωνές, τίς κατάρες, τίς ἀπειλές καί τίς προσ­βολές; Γονατίσαμε στίς εἰκόνες νά παρακαλέσουμε τόν Πανάγαθο Θεό γιά τίς ἀνυπακοές τῶν παιδιῶν μας; Ταπεινωθήκαμε; Ζητήσαμε τήν βοήθειά του, τήν ἐνίσχυσή του, τήν εὐλογία του, τήν φώτισή του, τήν παραμυθία του; Ὁμολογήσαμε τήν ἀδυναμία μας ἐνώπιον τοῦ Παντοδύναμου Θεοῦ, πού τά πάντα μπορεῖ νά κάνει;


Μερικές φορές γινόμαστε καί ὑπερβολικοί καί ἀσυλλόγιστοι. Αὐτά πού δέν καταφέραμε ἐμεῖς θέλουμε νά τά καταφέρουν τά παιδιά. Ἐπειδή δέν μπορέσαμε νά γίνουμε ἰατροί ἐμεῖς, νά γίνουν τά παιδιά μας, μποροῦν – δέν μποροῦν. Δέν τ᾽ ἀφήνουμε νά σπουδάσουν τί τούς ἀρέσει ἀλλά τί θά βγάζουν πιό πολλά χρήματα. Ἐμεῖς θά τούς ποῦμε τί θά φορέσουν, ἐμεῖς θά τούς ποῦμε ποῦ θά πᾶνε, ἐμεῖς θά τούς ποῦμε πότε καί μέ ποιά ἤ μέ ποιόν θά παντρευτοῦνε. Ἐδῶ ὁ Θεός πού μπορεῖ νά μᾶς ἐξουσιάσει καί δέν μᾶς ἐξουσιάζει.


Μά δέν φερόμαστε ἔτσι μόνο στά παιδιά μας ἀλλά καί στούς ἄλλους καί στούς μεγάλους καί στούς γύρω μας καί σέ αὐτούς πού λέμε ὅτι τούς ἀγαπᾶμε. Θέλουμε πάντοτε νά εἴμεθα οἱ πρωταγωνιστές τῶν ἐξελίξεων, τό κέντρο τῶν συζητήσεων, οἱ ρυθμιστές τῆς ζωῆς τῶν ἄλλων. Νἄχουμε τήν πρώτη καί τήν τελευταία κουβέντα, νά περνᾶ τό δικό μας, νά τό θεωροῦμε τό μόνο σωστό. Νά μήν ἀκοῦμε τόν ἄλλο, ὅταν μιλᾶ, ἀλλά νά σκεφτόμαστε τί θά ποῦμε στήν συνέχεια ἐμεῖς. Γι᾽ αὐτό μᾶς κουράζουν οἱ ἄλλοι τόσο. Γιατί θέλουμε νά τούς ἐκμεταλλευόμαστε, νά τούς χρησιμοποιοῦμε, νά τούς ἔχουμε πιόνια ἤ σκαλοπάτια γιά ν᾽ ἀνεβαίνουμε. Γι᾽ αὐτό ἐπικρατεῖ σήμερα ἕνα φουρτουνιασμένο πέλαγος, πού λέγεται διαταραγμένες διαπροσωπικές σχέσεις.


Γι᾽ αὐτό, ἀγαπητοί μου, ὁ πατέρας τῆς παραβολῆς ἔδωσε ἀμέσως τό μερίδιο τῆς περιουσίας στόν νεαρό υἱό του μόλις τοῦ τό ζήτησε. Τοῦ εἶχε πεῖ πολλά, τόσα χρόνια πού ἦταν μαζί. Τοῦ εἶχε ἀποδείξει τήν ἀγάπη του πολλές φορές μέ πολλούς τρόπους. Δέν θεωροῦσε ὅτι ἔπρεπε κι ἄξιζε νά τοῦ στερήσει τήν ἐλευθερία, νά τοῦ φράξει τόν δρόμο τῆς φυγῆς, νά τόν πειθαναγκάσει νά παραμείνει κοντά του θέλοντας καί μή. Δέν μποροῦσε νά καταπιέσει καί νά ἔχει κοντά του ἕναν δίχως τή θέλησή του, σκλάβο του, δοῦλο του, ὑπηρέτη του, ἐξάρτημά του, ὑποχείριο καί ὑποπόδιό του. Ἡ ἀγάπη δέν γνωρίζει αὐτόν τόν τρόπο ὑπάρξεως. Ἡ στέρηση τῆς ἐλευθερίας εἶναι ἁμαρτία. Ὁ πατέρας ἄφησε τόν ἀγαπητό του υἱό νά φύγει, νά φύγει μακριά, νά φάει τά μοῦτρα του, μήπως συνετισθεῖ, διορθωθεῖ, ἔλθει στά σύγκαλά του καί μετανοήσει.


Ὁ Θεός πατέρας εἶναι ἕνας ἐλεύθερος ἄρχοντας εἰρήνης καί ἀγάπης. Ἔτσι θέλει καί τά παιδιά του. Δέν μποροῦμε νά κατανοήσουμε τό μέγεθος τῆς εὐσπλαχνίας του, τῆς ἀγάπης του καί τῆς ἐλευθερίας του. Τόν Θεό δέν τόν φοβίζει τίποτε. Ἡ ἐλευθερία θέλει γερά πνευματικά κότσια. Δέν μποροῦμε ἤ δέν θέλουμε ν᾽ ἀποδεχθοῦμε τόν ἄλλο ὅπως εἶναι, αὐτός πού εἶναι. Γιατί θέλουμε βάναυσα νά ἐπέμβουμε ἄμεσα στή ζωή του καί νά τόν διορθώσουμε κι ἐξωραΐσουμε; Εἴμαστε τόσο σίγουροι καί βέβαιοι γιά τίς διορθωτικές πράξεις μας ἔναντι τῶν ἄλλων; Γιατί εἴμαστε τόσο ὑπερβολικά αὐστηροί μέ τούς ἄλλους καί τόσο ἐπιεικεῖς μέ τόν ἑαυτό μας; Γιατί δέν ἀρχίζουμε μέ τόν ἑαυτό μας; Γιατί δέν ἐξαντλοῦμε τήν αὐστηρότητά μας σέ αὐτόν; Εἴμαστε τρομερά εὔκολοι στήν κριτική καί ἀφάνταστα δύσκολοι στήν αὐτοκριτική. Γιατί ἀσχολούμεθα τόσο ἐπισταμένως μέ τούς ἄλλους καί σχεδόν καθόλου μέ τόν ἑαυτό μας; Γιατί ἔχουμε τόσες πολλές δικαιολογίες καί προφάσεις γιά μᾶς καί καμία γιά τούς ἄλλους, τούς ἀδελφούς μας, τούς πλησίον;


Κυκλοφοροῦμε, ὄχι μόνο τίς ἀπόκριες, μέ μάσκες ὑποκρισίας, προσποιήσεως, μεταποιήσεως καί μεταλλαγῆς. Ἄλλοι εἴμαστε καί ἄλλοι φαινόμαστε. Τουλάχιστον ὁ ἄσωτος ἦταν αὐτός πού ἦταν. Ἀγνώμων, ἀχάριστος, ἀσεβής, ἐπιπόλαιος, θρασύς, προπέτης, τολμηρός, ἐνθουσιώδης καί ἀπρόσεκτος. Δέν ἔκανε τόν θεοφοβούμενο, μισοκακόμοιρο καί καλό ἀδελφό του. Παρουσίασε τή γύμνια του ἐνώπιον τοῦ στοργικοῦ καί λυπημένου πατέρα του. Ὁ πατέρας γνώριζε καλά ποιό θά εἶναι τό τέλος τῆς ἱστορίας του. Δέν τόν ἐμπόδισε. Δέν θά τόν ἄκουγε. Δέν ἄκουγε κανένα τότε. Εῖχε πείσει καλά τόν ἑαυτό του ὅτι αὐτό πού κάνει εἶναι νόμιμο ἄρα καί ἠθικό. Δέν ἀδικοῦσε κανέναν σέ κάτι. Τό δικαίωμά του κατοχύρωνε. Δέν τόν συγκίνησε ἡ ἀγάπη τοῦ πατέρα του. Δέν ἐκτίμησε τή σιωπή του, πού ἔλεγε ὅμως πολλά. Δέν πισωγύρισε, ὅταν εἶδε τόν πατέρα του νά ὑπακούει στήν ἀνταρσία του καί νά τοῦ δίνει ἀμέσως ὅ,τι τοῦ ζητοῦσε. Ἔτσι πῆρε ὅ,τι τοῦ ἀναλογοῦσε κι ἔφυγε μακριά, πολύ μακριά. Νομίζοντας ὅτι ἔτσι θά μποροῦσε νά κινεῖται ἀνεξέλεγκτα πλήρως.


Νόμιζε ὅτι ἀπομακρυσμένος δέν θά συνοδεύεται ἀπό τή ματιά τοῦ πατέρα του καί ἀπό τίς ὡραῖες μνῆμες τοῦ πατρογονικοῦ του. Θεωροῦσε τόν ἑαυτό του νικητή. Ὅτι μπορεῖ τώρα πιά νά κάνει ἀνενόχλητα ὅ,τι θέλει, δίχως νά δίνει κανένα λογαριασμό σέ κανένα. Αὐταπατᾶτο. Σύντομα σκόρπισε τήν περιουσία του δεξιά κι ἀριστερά ζώντας μία ζωή ἐντελῶς ἄσωτη. Τήν ἐγκράτεια θεωροῦσε δουλεία, τό σπίτι του φυλακή, τήν ὑπακοή ἀνελευθερία, τόν σεβασμό ἄχρηστο, τήν καθαρότητα περιττή. Ζοῦσε γιά πρώτη φορά τή χαρά τῆς ἐλευθερίας κι αἰσθανόταν εὐτυχισμένος. Πραγματική εὐτυχία στήν ἁμαρτία ποτέ δέν ὑπάρχει. Δίχως Θεό ἡ ζωή εἶναι θολή, μουντή, μαύρη, ταραγμένη, φοβισμένη, ἄχαρη καί δύσκολη. Ἡ νομιζόμενη εὐτυχία μετετράπη σέ πραγματική δυστυχία.


Ἐκεῖ πού κατέφυγε, ἔπεσε πεῖνα μεγάλη. Τοῦ εἶχαν λείψει καί τά ἐντελῶς ἀπαραίτητα. Δέν εἶχε νά φάει κάτι λίγο. Μέ τί χρήματα νά ψωνίσει; Ξένος, μόνος, φτωχός, γυμνός, πεινασμένος, διψασμένος, ἐγκαταλελειμμένος, ἀπένταρος, ἄστεγος, βρώμικος, ἄγρυπνος, στερημένος τῶν πάντων. Ἔτσι καταντᾶ ὁ ἄνθρωπος δίχως Θεό.


Στήν ἄθλια αὐτή κατάσταση, σέρνοντας τά βήματά του, κατάντησε νά γίνει χοιροβοσκός καί νά προσπαθεῖ νά γεμίσει τήν κοιλιά του μέ τίς χοιροτροφές. Καί τί τραγική εἰρωνεία, ἀδελφοί μου. Γευόταν τά ξυλοκέρατα κι αὐτός, τά ὁποῖα στήν ἀρχή εἶναι γλυκά καί μετά στυφά, ὅπως καί ἡ κάθε ἁμαρτία.


Μέσα σέ αὐτό τό φοβερό κατάντημα, πληγωμένος, πονεμένος, ἀδικημένος, νικημένος, κουρασμένος, ταπεινωμένος, ντροπιασμένος κι ἐξουθενωμένος ἄρχισε νά συνέρχεται. Μέσα στόν βοῦρκο ὄχι καί δίχως δάκρυα ἴσως θυμήθηκε τό σπιτικό πού ἄφησε, τήν ἀγάπη τοῦ πατέρα, τόν πλοῦτο πού εἶχαν, τήν εἰρήνη, τήν κατανόηση, τήν εὐημερία καί ἡσυχία. Νοστάλγησε κυρίως τόν πατέρα του, πού δέν τόν ἀποπῆρε φεύγοντας. Αὐτό τόν βοήθησε πολύ. Διαφορετικά, ἄν τόν εἶχε ἀπειλήσει, καταραστεῖ, ὑβρίσει καί ἀπογοητεύσει, τότε πού ζήτησε ν᾽ ἀναχωρήσει, θά τοῦ ἦταν ἀδύνατον νά ἐπιστρέψει τώρα. Δηλαδή τώρα κι ἐμεῖς τόν δικαιώνουμε τόν πατέρα. Ἤξερε πολύ καλά τί ἔκανε. Δέν ἔβλεπε ὅτι ἐκείνη τήν στιγμή θίγεται, ὅτι ἀναιρεῖται ἡ θέση του, ὅτι προσβάλλεται τό κύρος του καί ἡ αὐθεντία του. Παρατηροῦσε μία ψυχή νά βασανίζεται, καί μάλιστα τοῦ ἀγαπητοῦ παιδιοῦ του, τοῦ ὁποίου τό μέλλον δέν τό διέγραφε, ἀλλά τό προετοίμαζε γι᾽ αὐτή τήν ἐπιστροφή. Μή εἴμαστε κοντόθωροι. Μή τά θέλουμε ὅλα δικά μας. Ἄς παίρνουμε καί τήν θέση τοῦ ἄλλου. Πιό πολλά θά κερδίσουμε μέ τήν ἀνεκτικότητα, τήν ὑπομονή, τή συγχωρητικότητα, τήν προσευχή καί τήν ἐλπίδα.


Τό τέλμα τοῦ ἔγινε ἐφαλτήριο. Ἡ μνήμη παραμυθία τρυφερή. «Πόσοι ἀπό τούς ἐργαζόμενους στόν καλό πατέρα μου ἔχουν περισσευάμενο ψωμί κι ἐγώ ὁ ἀνόητος παρήκουος πεθαίνω τῆς πείνας! Θά σηκωθῶ ἀμέσως καί θά πάω δίχως περιστροφές καί θά τοῦ πῶ: “Πατέρα, ἁμάρτησα στόν Θεό καί σ᾽ ἐσένα. Δέν εἶμαι πλέον ἄξιος νά λέγομαι υἱός σου. Κάνε με σέ παρακαλῶ σάν ἕναν ἀπό τούς ἐργάτες σου”». Τά λόγια αὐτά δέν ἦταν τῆς στιγμῆς. Δέν ἦταν μόνο ἐξ ἀνάγκης. Ἦταν μέσα ἀπό ἕνα βαθύ πόνο· τῆς ἑκούσιας ὀρφάνιας, τῆς ἀποξένωσης, τῆς ἀπομόνωσης, τῆς ἀκοινώνητης καί ἀνέραστης ζωῆς. Τό πάθημα σίγουρα τοῦ ἔγινε μάθημα. Δέν λέμε ὅτι θά πρέπει ν᾽ ἁμαρτήσουμε, γιά νά μισήσουμε τήν ἁμαρτία. Δέν θά ὁδηγηθοῦμε στήν ἁμαρτία, γιά νά μετανοήσουμε. Ἀλλά ἄν ἁμαρτήσουμε, μή ἀπογοητευθοῦμε. Μή ἀφήσουμε τόν ἑαυτό μας νά ὁδηγηθεῖ στή δαιμονική ἀπελπισία, στήν ὀδυνηρή ἀμετανοησία. Ὁ νέος τῆς παραβολῆς τό πῆρε καλά τό μάθημα.


Ἐπιστρέφει δρόμο γνωστό. Δρόμο πού τόν ἄφησε μέ βῆμα ταχύ πρίν λίγο καιρό. Μέ τό ἴδιο σταθερό βῆμα ἐπιστρέφει, ἐλπίζοντας στή γνωστή ἀγάπη τοῦ πατέρα του. Δέν ἀμφιβάλλει γι᾽ αὐτή τήν ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη αὐτή τόν ἐλέγχει, ἀλλά καί τόν κάνει νά ἐπιστρέφει. Ἡ εἰκόνα πού ἔχει γιά τόν πατέρα του δέν ἔχει ἀλλάξει. Γνωρίζει πολύ καλά τή μεγάλη του ἀγάπη. Αὐτό τόν συγκινεῖ, τόν κάνει νά ἐπιστρέφει. Ἐπιστρέφοντας, ἐνῶ ἀκόμη ἦταν ἀρκετά μακριά, τόν εἶδε ὁ πατέρας του. Πῶς τόν εἶδε; Μά τόν περίμενε πάντοτε. Τόν ἀνέμενε συνεχῶς. Ἤλπιζε στήν ἐπιστροφή του. Ἤξερε πώς δέν εἶχαν πάει χαμένα τά λόγια του. Ἄς μή τόν ἐμπόδισε κατά τήν ἀναχώρησή του. Τόν περίμενε ἀπό τό παράθυρο παρατηρώντας, βγαίνοντας στήν ἐξώθυρα γιά τήν ὑποδοχή. Μά ποῦ ἤξερε ὅτι θά ἐπιστρέψει τότε καί τόν περίμενε καί τόν εἶδε ἀπό μακριά; Μά τόν περίμενε ἀπό τήν ὥρα πού ἔφυγε. Αὐτό εἶναι κάτι τό καταπληκτικά συγκινητικό. Δέν ἐθίγη, δέν θύμωσε, δέν τοῦ κράτησε κακία, δέν ἑτοίμαζε τιμωρία κι ἐκδίκηση. Δέν μποροῦσε δίχως τό παιδί του. Τοῦ ἦταν ἀδύνατον νά τό ἀρνηθεῖ. Ἄς ἦταν ζωηρό, ἄς ἦταν ἀτίθασο, ἄς ἦταν ἀνυπάκουο, δέν ἔπαυε νά εἶναι παιδί του. Ἦταν ὁ σταυρός του, ἡ δοκιμασία του, ὁ ἀγώνας του. Τό ἀγαποῦσε, ἦταν παιδί του, δέν μποροῦσε νά κάνει διαφορετικά.


Προσέξτε, παρακαλῶ, μία μεγαλειώδη σκηνή. Ὁ πατέρας, πού ποτέ δέν ἔπαψε νά ἐλπίζει, ν᾽ ἀναμένει, νά προσδοκᾶ, νά παρατηρεῖ τόν δρόμο. Βλέπει ἀπό μακριά τό παιδί του. Χαίρεται ἀφάνταστα. Δέν κάνει δεύτερο λογισμό: Ἄ, τώρα πού τά βρῆκε σκοῦρα, πού δυσκολεύτηκε, πού δέν μπορεῖ νά τά βγάλει πέρα, πού μ᾽ ἔχει ἀνάγκη, ἐπιστρέφει, δέν μπορεῖ νά κάνει ἀλλιώτικα. Νά δεῖς, τώρα πού ἔπεσε στά χέρια μου, τί θά τόν κάνω. Θά τοῦ φερθῶ πολύ αὐστηρά. Νά μάθει πώς δέν μπορεῖ νά μέ παρακούει, νά μέ παραβλέπει, νά μέ πικραίνει. Θά τοῦ δείξω τώρα ποιός εἶμαι. Ὁ πατέρας τῆς παραβολῆς δέν κάνει καθόλου τέτοιες ποταπές σκέψεις. Μάλιστα, ἄν καί κάποιας ἡλικίας, δέν τόν ἀναμένει στό σαλόνι ἤ τήν πόρτα ἔστω. Δέν στέλνει τούς ὑπηρέτες νά τοῦ τόν παρουσιάσουν. Δέν μένει στό ὕψος του, στήν καθέδρα του, σέ θέση κύρους καί ἰσχύος.


Σᾶς εἶπα, ἀγαπητοί μου, ὅτι πρόκειται γιὰ καταπληκτικὰ σκηνή, ἀπείρου κάλλους, συγκινήσεως καὶ θαυμασμοῦ. Ὁ θιγμένος, προσβεβλημένος, ἀπορημένος, γηραιὸς πατέρας τὸν εἶδε, τὸν εὐσπλαχνίστηκε «καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν». Ἐπαναλαμβάνω, καὶ συγχωρέστε με γι᾽ αὐτό, προσέξτε. Δὲν στάθηκε νὰ μετρήσει τὶς διαθέσεις του, νὰ ὑπολογίσει τὴν προοπτική του, μὲ τὶ ὅρους ἐπιστρέφει, ἂν μετανόησε εἰλικρινά, ποιά εἶναι ἡ ἀκριβής πρόθεση τῆς ἐπιστροφῆς του. Δέν περίμενε καθόλου νά τόν ἀκούσει. Μά τί πατέρας εἶναι αὐτός; Ὄχι ἁπλά πῆγε πρός αὐτόν, ἀλλά ἔτρεξε πρός αὐτόν. Αὐτό ἔχει σημασία σημαντική. Δέν τόν χαιρέτησε ἁπλά. Δέν περίμενε νά ὑποκλιθεῖ, νά γονατίσει, νά τοῦ φιλήσει τό χέρι, νά ζητήσει συγνώμη. Δέν τόν ἄφησε νά μιλήσει. Δέν χρειαζόταν ξανά τά λόγια. Ἀξία εἶχε ἡ παρουσία. Τόν ἅρπαξε λοιπόν καί τόν ἀγκάλιασε. Ὄχι ἁπλά τόν ἀγκάλιασε ἀλλά τόν σφιχταγκάλιασε. Ὄχι ἁπλά τόν φίλησε, ἀλλά τόν «κατεφίλησε», τόν γέμισε δηλαδή φιλιά. Τί θαυμάσια αὐτή ἡ εἰκόνα, ἀδελφοί μου. Ὁ φταίχτης, ὁ ἀντάρτης, ὁ ἐπαναστάτης, ὁ ἀσεβής, ὁ ἄσωτος νά σφιχταγκαλιάζεται καί νά κατασπάζεται ἀπό τόν στοργικό πατέρα του. Ὁ θαυμάσιος πατέρας δέν περιμένει τήν ἐξουδένωση κι ἐξουθένωσή του, τό στραπατσάρισμα τῆς προσωπικότητάς του, τόν ἐξευτελισμό του καί τή διάλυσή του. Δέν ζητᾶ δικαιολογίες, ὑποσχέσεις, μεγάλα καί παχιά λόγια. Δέν τόν ἀφήνει νά μιλήσει. Μόνο τόν ἀγκαλιάζει καί τόν φιλᾶ μέ ὅλη τήν πατρική στοργή του καί τρυφερότητα.


Αὐτή τήν εἰκόνα, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, θά πρέπει νά τή φυλᾶμε καί θυμόμαστε καλά. Εἶναι διδακτική κι εὐεργετική λίαν. Αὐτή εἶναι ἡ μόνη καί μόνιμη στάση τοῦ οὐράνιου πατέρα μας. Ὁ Θεός μας δέν εἶναι ὁ Δίας, πού κατακεραυνώνει τούς ἀνθρώπους. Εἶναι ὁ Θεός τῆς ἀγάπης, τῆς εὐσπλαχνίας, τοῦ ἐλέους, τῶν οἰκτιρμῶν, τῆς ἀγαθότητας καί φιλανθρωπίας. Δέν μᾶς ξεσυνερίζεται, δέν μᾶς περιμένει στή γωνία νά μᾶς τή φέρει, δέν ἐκδικεῖται ποτέ, δέν τιμωρεῖ, δέν κακιώνει, δέν θυμώνει. Ἀναμένει τή μετάνοια ὅλων, δίνει εὐκαιρίες, δέν κουράζεται νά ἐπανέρχεται, ἐλπίζει καί προετοιμάζει τήν ἐπιστροφή μας, σεβόμενος πάντοτε τήν ἐλευθερία πού ὁ ἴδιος μᾶς ἔδωσε. Ἡ ἐξαίσια αὐτή εἰκόνα δίνει μεγάλη παρηγοριά κι ἐλπίδα σέ ὅλους τούς ἁμαρτωλούς.


Ὁ μετανοημένος ἄσωτος μέσα στήν ἀγκαλιά καί τούς ἀσπασμούς τοῦ πατέρα του συντρίβεται ἀπό τήν ἀγάπη. Ποιός εἶμαι καί πῶς μοῦ συμπεριφέρεται; Τί πατέρα ἔχω καί πόσο ἄσπλαχνα τοῦ φέρθηκα; Ἀντί νά μ᾽ ἐπιτιμήσει, μέ ἀγκαλιάζει καί ἀντί νά μέ κανονίσει, μέ καταφιλᾶ. Ἡ ἀγάπη σου δέν ἔχει ὅρια. Δέν ἀξίζω, ἀλήθεια, τέτοιας καλῆς μεταχειρίσεως. Συγκλονίζομαι ἀπό τόν τρόπο σου. Ἡ ἀγάπη σου μέ κάνει ἄφωνο, μέ ἀφοπλίζει. Πῶς σοῦ φέρθηκα καί πῶς μοῦ φέρεσαι; Γιατί τόσο πολύ μέ ἀγαπᾶς; Δέν ἔκανα κάτι γιά νά μέ ἀγαπᾶς τόσο. Δέν ἀντέχω αὐτό τό μέγεθος τῆς ἀγάπης σου. Μέσα στήν ἀγκαλιά τοῦ πατέρα του, ἀκούει τούς κτύπους τῆς καρδιᾶς του. Ὅλοι κτυποῦν γι᾽ αὐτόν. Μέσα σέ αὐτή τήν ἀπερίγραπτη θαλπωρή λησμονᾶ τήν ξενιτιά, τήν ἐρημιά, τή μοναξιά, τήν παγωνιά, τή βρωμιά, τήν ἀθλιότητα. Γαληνεύει, ἠρεμεῖ, μεταμορφώνεται, ἀναγεννᾶται, ἐμψυχώνεται, ἐνδυναμώνεται.


Ὁ πατέρας εἶναι σάν νά τοῦ λέει: «Μή μιλᾶς τώρα. Μή καταστρέφεις τήν ὡραιότατη σιγή μέ φλυαρίες, κενολογίες καί περιττολογίες. Τά γνωρίζω ὅλα καλά. Ἤμουν πάντοτε μαζί σου. Σέ ἀκολουθοῦσα, δέν σέ ἐγκατέλειψα ποτέ κι ἄς μέ ἄφησες ἐσύ. Δέν σοῦ ζητῶ τίποτε. Χαίρομαι πού ἐπέστρεψες. Σ᾽ εὐχαριστῶ πού ξαναγύρισες κοντά μου. Ἐγώ γιά σένα ὑπάρχω. Γι᾽ αὐτό σ᾽ ἔπλασα, γιά νά εἴμαστε πάντοτε μαζί. Δέν μποροῦμε νά ζήσουμε χώρια. Ὁ χωρισμός εἶναι πίκρα καί θάνατος. Δέν χρειάζεται νά προφέρεις καμία δικαιολογία. Δέν μέ πείραξε πού ἔφυγες. Μέ χαροποίησε πού γύρισες. Νά χαρεῖς αὐτή τή χαρά ὅλη. Νά μή τή διακόψεις ποτέ. Νά μή τήν ἀφήσεις νά ἐλαττωθεῖ. Στό χέρι τό δικό σου εἶναι, παιδάκι μου».


Κάποια στιγμή κατάφερε νά ψελλίσει μέσα ἀπό δάκρυα χαρᾶς ἀληθινῆς: «Πατέρα μου, ἁμάρτησα πολύ στόν Θεό καί σ᾽ ἐσένα καί δέν ἀξίζω πιά νά ὀνομάζομαι υἱός σου». Καλά λέει, ξέρει τί λέει, δέν ταπεινολογεῖ καί ταπεινοσχημεῖ. Τήν ἀλήθεια πού αἰσθάνεται, καταθέτει. Πῶς μπορεῖ νά εἶμαι υἱός σου, ὅταν ἔτσι ὑπερήφανα σοῦ φέρθηκα καί τόσο ταπεινά μοῦ φέρεσαι ἐσύ τώρα; Δέν ἀξίζω τῆς υἱοθεσίας. Ὁ πατέρας δέν τόν διακόπτει, δέν τόν διορθώνει, δέν χαίρεται γι᾽ αὐτή τήν ὁμολογία. Τόν ἄκουσε πολύ καλά, τόν πρόσεξε ἰδιαίτερα, ἀλλά δέν συνεχίζει τή σκέψη καί δέν τοῦ ἀπαντᾶ εὐθέως καί ἀμέσως. Κάνει σάν νά μήν ἀκούει καί νά μή κατάλαβε καλά, ἐνῶ ἀσφαλῶς καί ἄκουσε καί κατάλαβε πολύ καλά. Ἀπευθύνεται πρός τούς ὑπηρέτες του ὁ πατέρας καί εἶναι σάν νά τούς λέει: Μή τόν ἀκοῦτε. Δέν ξέρει τί λέει. Εἶναι ποτέ δυνατόν τό παιδί μου νά παύσει νά εἶναι παιδί μου; Μπορῶ ἐγώ ὁ πατέρας του, πού τό γέννησα, νά μή κάποτε εἶμαι πατέρας του; Ἡ υἱοθεσία καί ἡ πατρότητα εἶναι ἀναφαίρετη. Προστάζει λοιπόν ὁ πατέρας του καί λέγει στούς ὑπηρέτες του: «Μή κάθεστε καθόλου. Γρήγορα ξεφορέστε του τά βρώμικα ροῦχα καί φορέστε του τήν πιό λαμπρή στολή πού ἔχουμε, περάστε του στό δάχτυλο τό καλό δαχτυλίδι καί δῶστε του καινούργια ὑποδήματα. Σφάξτε τό μοσχάρι τό σιτευτό καί μαγειρέψτε το, νά τό φᾶμε, νά εὐφρανθοῦμε. Πρόκειται γιά τόν υἱό μου τόν ἀγαπητό, πού ἦταν νεκρός καί ἀναστήθηκε καί ἦταν χαμένος καί βρέθηκε». Ἔτσι κι ἔγινε κι ἄρχισε τότε μία πανευφρόσυνη πανήγυρη. Μία τέτοια μεγάλη χαρά, λέει τό ἅγιο Εὐαγγέλιο, γίνεται γιά κάθε ἁμαρτωλό πού εἰλικρινά μετανοεῖ.


Μόνο μία σκιά ὑπῆρξε μέσα σέ ὅλο αὐτό τό πανηγύρι. Πρόκειται γιά τό πρόσωπο τοῦ μεγαλύτερου ἀδελφοῦ του. Ἦταν κατά γενική ὁμολογία ἕνα πολύ καλό παιδί. Ἕνας ὑπάκουος, ἔντιμος, ἥσυχος κι ἐργατικός νέος, πού ποτέ δέν ἔδωσε ἀφορμή νά τόν παρατηρήσουν. Ἐπιστρέφοντας ἀπό τά χωράφια, πού ὅλη τήν ἡμέρα μέ κόπους καί ἱδρῶτες ἐργαζόταν, παρατηρεῖ πλησιάζοντας τό σπίτι του, κάποια ἀπρόσμενη ἀλλαγή. Ξαφνικά βλέπει φωτοχυσίες καί ἀκούει μουσικές καί χοροτράγουδα. Ἀπορημένος φωνάζει ἕναν ὑπηρέτη, γιά νά μάθει τί ἀκριβῶς συμβαίνει. Ἐκεῖνος δίχως πολλά λόγια τοῦ λέει ἀμέσως: Γύρισε ὁ ἀδελφός σου, πού τόν εἴχαμε χαμένο καί ὁ πατέρας σου ἀποφάσισε γιά χάρη του νά σφάξει τό σιτευτό μοσχάρι, πού ἐπέστρεψε πίσω καλά, γερός καί δυνατός. Ποιά θά ἦταν ἡ φυσιολογική ἀντίδραση, μόλις πληροφορήθηκε κάτι τέτοιο; Νά χαρεῖ, νά τρέξει νά χαιρετήσει καί φιλήσει τόν ἀδελφό του, πού γύρισε ξανά στό σπίτι τους. Δέν ἔκανε ὅμως ἔτσι. Γιατί; Μά ἀφοῦ ἦταν τόσο καλός καί ποτέ δέν εἶχε δώσει καμιά ἀφορμή νά τόν παρατηρήσουν. Γιατί τώρα συμπεριφέρεται ἔτσι; Ὄχι ἁπλά θύμωσε ἀλλά ὀργίστηκε, ταράχτηκε, ἀναψοκοκκίνισε, δέν περίμενε κάτι τέτοιο. Αὐτή ἡ ἀπρόσμενη ἐπιστροφή τοῦ χάλαγε τά σχέδια. Ἀλλιῶς τά εἶχε προγραμματίσει ὁ ἴδιος. Συγκρινόμενος μέ τόν ἄσωτο ἀδελφό του ὑπερίσχυε. Ἔβγαινε νικητής, ἐνάρετος, ἀθῶος, πολύ καλός. Μποροῦσε νά ἔχει ὅλη τήν ἐκτίμηση καί ἀγάπη τοῦ πατέρα του. Ἡ ἐπιστροφή τοῦ ἄσωτου τόν χολόσκαγε. Δέν ἤθελε οὔτε νά μπεῖ στό σπίτι του. Δέν ἄντεχε ν᾽ ἀντικρίσει τόν ἀδελφό του. Τά ᾽βαλε καί μέ τόν πατέρα του: Ἄ, ὄχι δά κι ἔτσι, ὅλα κι ὅλα, ὥς ἐδῶ καί μή παρέκει. Δέν θά τιμᾶμε καί τούς ἀσεβεῖς, τούς ἀγνώμονες, τούς καταχραστές, τούς πονηρούς, τούς ἀνεπρόκοπους, τούς ἄσωτους καί φαύλους. Ἀναγκάσθηκε ὁ πατέρας του, ὅταν πληροφορήθηκε τήν ἀφιλάδελφη στάση του, νά ἐξέλθει ξανά τῆς οἰκίας του, γιά νά τόν συναντήσει, νά συνομιλήσει εἰλικρινά μαζί του καί νά τοῦ ἐκθέσει τίς πραγματικές προθέσεις του. Ὁ στοργικός πατέρας κατανόησε πλήρως τήν κατάστασή του καί ἄρχισε νά τοῦ μιλᾶ ὄχι ἐπιτιμητικά, πατρικά, ἱκετευτικά, ἀγαπητικά. Ἐκεῖνος ὅμως δέν ἤθελε ν᾽ ἀκούσει. Τοῦ ἀποκρίθηκε βλοσυρά: «Ἄκουσε νά δεῖς καλά καί πρόσεξε. Ἐγώ τόσα χρόνια σοῦ δουλεύω σάν εἵλωτας. Ποτέ δέν παρήκουσα καμιά ἐντολή σου. Ἄν ἔχεις παράπονο, πές μου. Σ᾽ ἐμένα ὅμως δέν ἔδωσες ποτέ οὔτε ἕνα κατσικάκι νά χαρῶ κι ἐγώ σάν ἄνθρωπος καί νά τό φάω μέ τούς φίλους μου. Μόλις ὅμως γύρισε αὐτός ὁ ἀνεπρόκοπος υἱός σου, πού πῶς τολμᾶς καί τόν ἀγαπᾶς ἀκόμη, πού ἔφαγε τήν περιουσία σου μέ τίς παλιογυναῖκες, ἔσφαξες γιά χάρη του τό πιό καλό μας ζῶο, τό σιτευτό μοσχάρι».


Ὁ πατέρας τόν ἄκουσε προσεκτικά. Τόν καταλάβαινε πολύ καλά. Ἔβλεπε νά μεταμορφώνεται ὁ υἱός του. Δέν ἦταν ὁ πρεσβύτερος ἐκεῖνος ὁ ὥριμος, ὁ τίμιος, ὁ εἰλικρινής, ὁ γνήσιος, ὁ ἀτόφιος, ὁ ντόμπρος, ὁ ἀφτιασίδωτος, ὁ ἀνυπόκριτος, σοβαρός καί καλοκάγαθος. Τόσα χρόνια προσποιόταν, ὑποκρινόταν, κυκλοφοροῦσε μεταμφιεσμένος, μασκοφόρος, αὐτοδικαιωμένος, αὐτάρκης, ἀφιλότιμος καί ἀπαιτητικός. Δέν ἦταν δυστυχῶς καλός, ἀλλά ἔκανε τόν καλό. Δέν ἄντεξε καί φανερώθηκε τό κενό του, ἡ ἐσωτερική του γύμνια, ἀσχήμια καί ταραχή. Κρῖμα. Πῆγαν τόσοι κόποι καί μόχθοι χαμένοι. Ὁ πατέρας δέν τόν ξεσυνερίζεται. Δέν ἀπογοητεύεται ἀπό τήν ἀποκάλυψη τοῦ πραγματικοῦ ἐσωτερικοῦ του κόσμου. Κάνει ὅτι δέν καταλαβαίνει τίποτε ἀπ᾽ ὅλα αὐτά τά τρομερά, πού φανερώνει ἡ ψυχή τοῦ παιδιοῦ του. Ἐπιμένει νά τόν παρακαλεῖ, νά τόν ἱκετεύει, νά τόν προσκαλεῖ. Δέν παύει νά τόν ἀγαπᾶ. «Καλό παιδί μου, τοῦ λέει, ἐσύ εἶσαι πάντοτε μαζί μου κι ἐγώ μαζί σου. Ὅ,τι εἶναι δικό μου εἶναι καί δικό σου. Δέν ξεχωρίζω τίποτε. Δέν λέω ὅτι αὐτό εἶναι δικό σου καί αὐτό δικό μου. Μή γίνεσαι μικρός. Μή παρασύρεσαι ἀπό δόλιους λογισμούς. Μή ζηλοφθονεῖς καί χάνεις τήν εὐκαιρία νά χαρεῖς μαζί μας. Ἔλα νά συνευφρανθοῦμε. Εἶναι πολύ σημαντική αὐτή ἡ ἡμέρα. Τό γεγονός εἶναι κοσμοχαρμόσυνο. Ὁ ἄνθρωπος αὐτός, γιά τόν ὁποῖο γίνεται ἡ ἑορτή, δέν εἶναι ἕνας τυχαῖος, ἕνας ἄγνωστος, ἕνας ξένος. Εἶναι ὁ ἀδελφός σου ὁ μοναδικός. Εἶναι τό παιδί μου. Εἶσαι τό παιδί μου. Εἶσθε τά παιδιά μου. Μή μέ λυπεῖς κι ἐσύ. Ἔλα σέ παρακαλῶ πολύ μέσα στό σπίτι, νά χαροῦμε ὅλοι μαζί. Ὁ ἀδελφός σου ἦταν νεκρός καί ἀναστήθηκε καί χαμένος καί βρέθηκε».


Σὰν νὰ τελειώνει κάπως ἀπότομα ἡ παραβολή. Δὲν μᾶς λέει τί ἀπέγινε ὁ πρεσβύτερος υἱός. Πείσθηκε ἀπὸ τὸν πατέρα του καὶ εἰσῆλθε στὸν οἶκο τους, γιὰ νὰ συνευφρανθεῖ; Μᾶλλον ὄχι. Οἱ θεῖοι ἑρμηνευτὲς λέγουν πὼς μᾶλλον ὄχι, δὲν φαίνεται νὰ εἰσῆλθε. Ἂν εἰσήρχετο, θὰ τὸ ἀνέφερε σίγουρα. Τὸ θέμα εἶναι ἀρκετὰ σοβαρό. Γιὰ νὰ τὸ προσέξουμε λίγο, στὸν χρόνο ποὺ μᾶς ἀπομένει. Ὁ πρεσβύτερος υἱὸς κατ᾽ ἀρχὰς φαίνεται νὰ ἔχει δίκιο. Κατηγορεῖ τὸν πατέρα του ὅτι τὸν ἀδικεῖ. Θεωρεῖ ὅτι δὲν λαμβάνει τὴν πρέπουσα ἀμοιβὴ γιὰ τὴν κοπιαστικὴ ἐργασία ποὺ τοῦ προσφέρει ὁλημερίς. Σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν ἄσωτο ἀδελφό του, ποὺ ἀπολαμβάνει ἐξαιρετικῆς ὑποδοχῆς, ἔκτακτης τιμῆς καὶ πλούσιου συμποσίου καὶ δείπνου. Τιμώντας ὁ πατέρας τὸν μετανοήσαντα κι ἐπιστρέψαντα υἱό του δὲν ἀδικεῖ διόλου τὸν πρεσβύτερο. Τὸ προσφερόμενο δεῖπνο εἶναι ἔκφραση χαρᾶς γιὰ τὴ σωτηρία μίας ψυχῆς. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγει πῶς ὁ Θεὸς θυσίασε τὸν Υἱό Του στὸν σταυρὸ γιὰ τὴ σωτηρία ὅλου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.


Εἶναι γεγονὸς πὼς κάπου σκανδαλίζει ὁρισμένους ἡ τόσο μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἁμαρτωλούς. Εἶναι γιὰ μερικοὺς σκανδαλώδης αὐτὴ ἡ ὑπερβολικὴ εὐσπλαχνικὴ συμπεριφορὰ τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς μετανοοῦντες. Ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ εἶναι διαφορετικὴ ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων. Ἀξίζει νὰ προσεχθεῖ ἰδιαίτερα πὼς κληρικοὶ καὶ πνευματικοὶ ἄνθρωποι ποὺ ἐργάζονται ἐπὶ ἔτη μέσα στὴν Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ κρύβουν μέσα τους μία αἴσθηση κάποιας ὑπεροχῆς ἀπέναντι στοὺς ἐκτὸς Ἐκκλησίας. Μπορεῖ νὰ κυοφορεῖται κι ἐπωάζεται ἕνας κρύφιος λανθάνων φαρισαϊσμός, ὅτι δὲν εἴμαστε ἐμεῖς ὅπως οἱ λοιποὶ ἄνθρωποι, ὅτι διαφέρουμε κι εἴμαστε κάπου πιὸ ψηλὰ καὶ θὰ πρέπει ἀργὰ ἢ γρήγορα καὶ νὰ μᾶς τιμήσουν. Λησμονοῦμε ὅτι οἱ ἁμαρτωλοὶ μποροῦν νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ σωθοῦν κι ἐμεῖς νὰ μένουμε μὲ νοσηροὺς ναρκισσισμοὺς νομιζόμενης πνευματικότητος κι ὅτι δὲν μᾶς κατανοοῦν οἱ ἄνθρωποι καὶ μποροῦμε νὰ κρίνουμε εὔκολα τοὺς πάντες. Συμβαίνει οἱ ἀκόλουθοί του πρεσβύτερου υἱοῦ τῆς παραβολῆς ὅτι ἔχουν πιὸ πολλὰ δικαιώματα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ· ὅτι τοὺς ἀξίζει μία καλύτερη θέση καὶ ἀνταμοιβή. Ἔχουν μία ἰδέα μεγάλη περὶ τοῦ ἑαυτοῦ τους καὶ μία ἀπαράδεκτη ἀπαιτητικότητα ἀπὸ τὸν Θεό. Μερικὲς φορὲς ἔχουν μάλιστα μία ἀποκρουστικὴ σκληρότητα, ἀνυπομονησία, ἀπολυτότητα, αὐτοπεποίθηση, κυριαρχία κι ἐξουσιαστικότητα.


Λησμονοῦν δυστυχῶς ὅτι ἡ μετάνοια καὶ ἡ ταπείνωση εἶναι ἀνώτερες ἀπὸ τὰ ὅποια καλὰ ἔργα ποὺ αὐτὰ καθ᾽ ἑαυτὰ δὲν μᾶς δικαιώνουν, κατὰ τὸν ἅγιο Μάρκο τὸν Ἀσκητή. Ὁ ἅγιος Κύριλλος πατριάρχης Ἀλεξανδρείας μάλιστα τονίζει πὼς ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι χάρισμα τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο καὶ δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα λίγων ἢ πολλῶν καλῶν πράξεων. Κατὰ τὴν εὔστοχη παρατήρηση τοῦ μητροπολίτη Ἐδέσσης Ἰωήλ, γιὰ ὁρισμένους ἠθικολόγους, ὁ ληστής, ἡ πόρνη, ὁ τελώνης, ὁ ἄσωτος καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἄνθρωποι δὲν ἔπρεπε νὰ σωθοῦν. Ὁ Θεὸς εἶναι πέλαγος ἀγάπης καὶ θέλει ὅλους νὰ τοὺς σώσει. Δὲν σώζονται οἱ ἰσχυρογνώμονες ἀμετανόητοι. Ὁ ὅσιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος λέγει χαρακτηριστικὰ πὼς ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ ὀνομάζεται δίκαιος, ἀλλὰ περισσότερο εἶναι χρηστὸς καὶ ἀγαθός. Ἀπὸ μᾶς ζητᾶ νὰ τοῦ δώσουμε τὴν καρδιά μας καθαρή.


Ὁ πρεσβύτερος υἱὸς τῆς παραβολῆς στάθηκε πιὸ ἀνώριμος ἀπὸ τὸν νεώτερο. Ὁ νεώτερος μὲ τὴ μετάνοιά του διόρθωσε ὅλα του τὰ λάθη. Ὁ πρεσβύτερος μὲ τὴν ἀμετανοησία του ἔχασε ὅ,τι εἶχε κερδίσει τόσα χρόνια ἐργαζόμενος κι ἐγκρατευόμενος καὶ τελικὰ δὲν εἰσῆλθε στὴ χαρὰ τοῦ δείπνου. Ἡ σκληρότητα τῆς νομιζόμενης ἀρετῆς του τὸν ἔκανε ἀφιλάδελφο καὶ τὸν αὐτοκαταδίκασε. Ὁ Θεός μας, Θεὸς τῆς ἀγάπης, τῆς ἀγαθότητος καὶ τῆς χρηστότητος μᾶς ἀγαπᾶ ὑπερβαλλόντως καὶ δίνει συνεχεῖς εὐκαιρίες γιὰ νὰ μετανοήσουμε. Ἀγαπᾶ ὅλως ἰδιαιτέρως τὴ ντομπροσύνη καὶ τὸ ἀνυπόκριτο. Ὅπως λέει ὁ μακαριστὸς Γέροντας Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, ἕνας βαθὺς ἀναστεναγμὸς κι ἕνα “Κύριε ἐλέησον” ἐκ βαθέων ἔχει μεγαλύτερη βαρύτητα ἀπ᾽ ὅ,τι ἕνας κουβὰς δάκρυα συναισθηματικὰ καὶ κουραστικὲς εὐσεβεῖς φλυαρίες.


Ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ πολὺ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἀγαποῦν κι ἀγαποῦν καὶ τοὺς ἄλλους ἀφειδώλευτα, ἀτσιγγούνευτα καὶ δίχως ἀνταλλάγματα. Ἀγαπᾶ ἰδιαιτέρως τὶς προσευχὲς ὑπὲρ τῶν ἄλλων. Τῶν φτωχῶν, τῶν ἀδικημένων, τῶν συκοφαντημένων, τῶν ἀρρώστων, τῶν μοναχικῶν, τῶν ἄσωτων, τῶν ὑποκριτῶν. Ὅπως λέει πολὺ ὡραία, ὁ πρόσφατα κοιμηθεὶς μακαριστὸς π. Εὐσέβιος Βίττης, προσευχητικά, ἂς ὁμολογήσουμε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, ποὺ τὰ πάντα βλέπει καὶ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μας, ὅτι ἡ ψυχή μας εἶναι «δούλη τῶν αἰσθήσεων, σκλάβα τῶν παθῶν, δέσμια τῆς ὑπερηφάνειας, πληγωμένη ἀπὸ τὴν εὐθιξία, ἐγωϊστικὴ ὅσο δὲν τὸ φαντάζεται, χαλαρὴ χωρὶς προηγούμενο, φιλύποπτη χωρὶς λόγο, ἀδιάφορη καὶ ἀμελής, δυσκίνητη σὰν παράλυτη, δεμένη πολὺ μὲ τὸν κόσμο, ὀλιγόπιστη στὶς δοκιμασίες, πάμφτωχη σὲ ἀρετές, μὲ ἀσήμαντη πνευματικὴ πρόοδο».


(Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Μοναχοῦ Μωυσέως Ἁγιορείτου (†) «Ἡ ἁγιότητα εἶναι κατορθωτή σήμερα;», Ἐκδ. «THNOΣ», Ἀθήνα 2010, Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»)