πρωτοπρεσβύτερος Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δεν είναι εύκολο για τους ανθρώπους να αποδεχθούμε στην καρδιά μας ότι έχουμε αμαρτίες, ότι υπάρχει μολυσμός στην ψυχή και στο σώμα τους. Καθοδηγημένοι, βεβαίως, από την θρησκευτική παιδεία που έχουμε πάρει δεχόμαστε ότι δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην είναι αμαρτωλός. Αυτό θεωρούμε ότι μπορεί να ισχύει για μας. Το πρόβλημα όμως έγκειται όταν έρχεται η στιγμή που θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι ο εαυτός μας είναι αμαρτωλός και ποιες είναι οι συγκεκριμένες αμαρτίες που έχουμε. Εκεί κρυβόμαστε πίσω από τις γενικότητες ή υποβαθμίζουμε την σημασία της αμαρτίας, θεωρώντας ότι υπάρχουν πιο αμαρτωλοί από εμάς (σύγκριση), ότι οι αμαρτίες μας είναι ασήμαντες (υποβάθμιση) ή ότι ο Θεός βλέπει πόσες καλοσύνες κάνουμε (αυτοδικαίωση) και θα διαγράψει τις αμαρτίες μας.
Υπάρχουν και κάποιοι οι οποίοι λειτουργούν με την αίσθηση της ενοχής. Συνειδητοποιούν ότι η αμαρτωλότητά τους είναι μεγάλη, με αποτέλεσμα να αισθάνονται απέναντι στο Θεό ένοχοι. Έτσι, εν ταπεινώσει ζητούν την ευσπλαχνία και την ελεημοσύνη του Θεού και μεταφέρουν αυτό το ήθος της ταπεινότητας στη σχέση τους με τους άλλους, μη κρίνοντάς τους, προσευχόμενοι γι’ αυτούς και συγχωρώντας τους εάν κάτι τους οφείλεται από εκείνους.
Υπάρχουν όμως και άλλοι που ανήκουν στην ίδια κατηγορία με τους προηγούμενους, δέχονται δηλαδή ότι είναι αμαρτωλοί, όμως, στην προσπάθειά τους να φανούν «βασιλικότεροι του βασιλέως», ζητούν την τιμωρία όχι μόνο των ιδίων από το Θεό, αλλά και όλων των υπόλοιπων ανθρώπων. Γεμίζουν τελικά τις καρδιές τους από ένα πνεύμα ζηλωτισμού.
Γιατί, κατά βάθος, θεωρούν ότι με την καταγγελία της αμαρτίας, με την εκζήτηση της δικαιοσύνης του Θεού, την οποία ταυτίζουν όχι με την αγάπη, αλλά με την τιμωρία και την εκδίκηση, προκειμένου να έρθει το δίκαιο, όπως το θεωρούν, θα συγχωρεθούν και οι δικές τους αμαρτίες, διότι όταν οι ίδιοι γίνονται σταυροφόροι του Θεού και της δικαιοσύνης, τότε ο Θεός θα παραβλέψει τα πταίσματά τους.
Δεν είναι εύκολο για τους ανθρώπους να αποδεχθούμε στην καρδιά μας ότι έχουμε αμαρτίες, ότι υπάρχει μολυσμός στην ψυχή και στο σώμα τους. Καθοδηγημένοι, βεβαίως, από την θρησκευτική παιδεία που έχουμε πάρει δεχόμαστε ότι δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην είναι αμαρτωλός. Αυτό θεωρούμε ότι μπορεί να ισχύει για μας. Το πρόβλημα όμως έγκειται όταν έρχεται η στιγμή που θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι ο εαυτός μας είναι αμαρτωλός και ποιες είναι οι συγκεκριμένες αμαρτίες που έχουμε. Εκεί κρυβόμαστε πίσω από τις γενικότητες ή υποβαθμίζουμε την σημασία της αμαρτίας, θεωρώντας ότι υπάρχουν πιο αμαρτωλοί από εμάς (σύγκριση), ότι οι αμαρτίες μας είναι ασήμαντες (υποβάθμιση) ή ότι ο Θεός βλέπει πόσες καλοσύνες κάνουμε (αυτοδικαίωση) και θα διαγράψει τις αμαρτίες μας.
Υπάρχουν και κάποιοι οι οποίοι λειτουργούν με την αίσθηση της ενοχής. Συνειδητοποιούν ότι η αμαρτωλότητά τους είναι μεγάλη, με αποτέλεσμα να αισθάνονται απέναντι στο Θεό ένοχοι. Έτσι, εν ταπεινώσει ζητούν την ευσπλαχνία και την ελεημοσύνη του Θεού και μεταφέρουν αυτό το ήθος της ταπεινότητας στη σχέση τους με τους άλλους, μη κρίνοντάς τους, προσευχόμενοι γι’ αυτούς και συγχωρώντας τους εάν κάτι τους οφείλεται από εκείνους.
Υπάρχουν όμως και άλλοι που ανήκουν στην ίδια κατηγορία με τους προηγούμενους, δέχονται δηλαδή ότι είναι αμαρτωλοί, όμως, στην προσπάθειά τους να φανούν «βασιλικότεροι του βασιλέως», ζητούν την τιμωρία όχι μόνο των ιδίων από το Θεό, αλλά και όλων των υπόλοιπων ανθρώπων. Γεμίζουν τελικά τις καρδιές τους από ένα πνεύμα ζηλωτισμού.
Γιατί, κατά βάθος, θεωρούν ότι με την καταγγελία της αμαρτίας, με την εκζήτηση της δικαιοσύνης του Θεού, την οποία ταυτίζουν όχι με την αγάπη, αλλά με την τιμωρία και την εκδίκηση, προκειμένου να έρθει το δίκαιο, όπως το θεωρούν, θα συγχωρεθούν και οι δικές τους αμαρτίες, διότι όταν οι ίδιοι γίνονται σταυροφόροι του Θεού και της δικαιοσύνης, τότε ο Θεός θα παραβλέψει τα πταίσματά τους.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου