Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Η πρόταση των Τριών Ιεραρχών για την παιδεία της Ευρώπης

 Πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνός Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών


1. Η αποκτηθείσα εμπειρία από την προενταξιακή διαδικασία (από το 1958) και την μετέπειτα ένταξή μας στην Ενωμένη Ευρώπη, οδήγησε σε κάποιες α­ξιωματικές αρχές, ως σταθερές της πορείας μας μέσα σ’ αυτήν. Η πρώτη αρχή είναι, ότι το πρόβλημα δεν είναι η Ευρώπη, όπως δεν υπήρξε ποτέ πρόβλημα κά­θε αναγκαστικός αναπροσανατολισμός της εθνικής μας πολιτικής σ’ όλη την ιστορική μας διάρκεια. Το πρόβλημα είμαστε εμείς, η δική μας δηλαδή παρου­σία μέσα στην Ευρώπη. Η δεύτερη αρχή είναι, ότι το πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι πρώτιστα πολιτικό ή οικονομικό, αλλά πνευματικό και πολιτιστικό.


Διό­τι το αμείλικτο ερώτημα είναι, ποιον άνθρωπο και ποια κοινωνία μπορεί να παραγάγει η Ενωμένη Ευ­ρώπη, και τελικά ποιον πολιτισμό. Είναι πράγματι γεγονός, ότι μέσα στην νέα μεγά­λη μας Πατρίδα κρίνεται η ταυτότητά μας, αλλά και η ιστορική μας συνέχεια και συνεπώς η ιστορική (με ό,τι σημαίνει αυτό) επιβίωσή μας. Η αποτίμηση όμως της Ευρώπης, ως μητέρας του Δυτικού Κόσμου, είναι θέμα προοπτικής. Υπάρχουν δύο προοπτικές: η ελλη­νορθόδοξη και η ουνιτίζουσα των ευρωπαϊστών μας. Οι πρώτοι διαπιστώνουν στον πολιτισμό διαφοροποι­ήσεις και αποστασιοποίηση. Οι δεύτεροι, συμπτώσεις και ταύτιση. Το tertium comparationis, το σημείο ανα­φοράς, είναι ο πολιτισμός. Και είναι γνωστό, ότι καρ­διά του πολιτισμού είναι η παιδεία, ως καλλιέργεια και διάπλαση του όλου ανθρώπου, ο οποίος στην συλ­λογική πραγμάτωσή του παράγει τον πολιτισμό, ως οργάνωση και διευθέτηση του κοινωνικού χώρου, σύμφωνα με το περιεχόμενο της ψυχής του. Διότι, ό­πως είπε ο γνωστός ιστορικός των πολιτισμών και διακεκριμένος διπλωμάτης Arnold Toynbee «ψυχή του πολιτισμού είναι ο πολιτισμός της ψυχής»! Ακρι­βώς το περιεχόμενο της ψυχής διαμορφώνεται με την Παιδεία, την όλη αγωγή δηλαδή του ανθρώπου.

2. Η Ευρώπη, της προκαρλομάγνειας περιόδου, ξεκίνησε με τρία βασικά θεμέλια: τον Ρωμαϊκό Κρατι­κό φορέα, που βαθμιαία εκχριστιανίσθηκε (όσο μπο­ρεί να εκχριστιανισθεί το Κράτος). τον ελληνικό πο­λιτισμό, με σταθερό φορέα του την ελληνική γλώσσα. και τον Χριστιανισμό, ως αποστολικοπατερική Ορθοδοξία. Οι παράγοντες αυτοί, με την σύνθεσή τους, παρήγαγαν τον πολιτισμό της Ενωμένης Ευρώπης της πρώτης χιλιετίας. Η Ευρώπη, στην οποία ζούμε και κινούμεθα σήμερα, προήλθε από την διαλεκτική διαφόρων ιδεολογικοφιλοσοφικών συστημάτων, που διαμορφώθηκαν στον δυτικό μεσαίωνα: α) του σχολα­στικισμού, της εκφιλοσόφησης και εκκοσμίκευσης του Χριστιανισμού και της μετατροπής του σε σύστη­μα επιστημονικό. β) του νομιναλισμού, που εκφράζε­ται ως δυαλισμός (φιλοσοφικά) και ατομισμός (ωφελιμισμός) κοινωνικά και είναι το DΝΑ της ευρωπαϊ­κής ατομικής και συλλογικής συνείδησης. γ) του ουμανισμού της Αναγέννησης και δ) του διαφωτισμού, της αυτοθεοποίησης δηλαδή του ανθρώπου με όλες τις σχετικές συνέπειες. Από το «credo, ut intelligam» (πιστεύω, για να κατανοήσω) του ιερού Αυγουστίνου, έφθασε η Δυτική Ευρώπη στο «cogito, ergo sum» του Καρτεσίου, την απολυτοποίηση της διάνοιας και της λογικής, ως απόλυτου κριτηρίου των ανθρωπίνων. Η ολοκλήρωση της διαφωτιστικής συγκρότησης της Ευρώπης εκφράσθηκε με μια συμβολική πράξη του Ροβεσπιέρου: Μία κοινή γυναίκα τοποθετήθηκε γυ­μνή στην «αγία Τράπεζα» της Παναγίας των Παρι­σίων και λατρεύθηκε ως Θεά Λογική (Raison). Η ελληνορθόδοξη Ανατολή και ως ένα σημείο ό­λη η αρχαία Ενωμένη Ευρώπη, με εντελώς διαφορετι­κές παιδευτικές προϋποθέσεις, έφθασαν σε έναν πολι­τισμό, που βιώνεται ως σήμερα στους υπαρκτικούς θύ­λακες της παράδοσής μας, κυρίως στα μοναστήρια.


3. Θεμελιακά συστατικά του ενιαίου αυτού ευρω­παϊκού πολιτισμού είναι:


α) Η ισορροπία των σχέσε­ων με τον Θεό, τον συνάνθρωπο και τον εαυτό μας, σε ένα τρισορθογώνιο σύστημα βιωματικής αναφοράς, που συνιστά την ακεραιότητα και ενότητα του ανθρω­πίνου προσώπου, όπως φαίνεται στην περίπτωση του «Αγίου», που είναι το βιοκοινωνικό πρότυπο της ορ­θοδοξίας. Οι λειτουργικές φράσεις «άνω σχώμεν τας καρδίας», «εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα», ή «αγαπήσωμεν αλλήλους, ίνα εν ομονοία ομολογήσωμεν. Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα…», είναι οι συντεταγμένες αυτής της συνείδησης, που οδηγεί σε ανάλογο ήθος.


β) Η υπέρβαση της θρησκείας και της θρησκειοποίησης της πίστεως, ως τρόπου υπάρξεως και αναφοράς όλου του ανθρώπου στον Θεό με συνεχή ζήτηση της Χάρης Του. Όχι φυσικά με την θρησκευτική έννοια της δοσοληψίας, (do ut des), αλλά ως βίωση και έκ­φραση της συνειδήσεως, ότι «εν αυτώ ζώμεν και κι­νούμεθα και εσμέν» (Πράξ. 17, 28) και ότι «χωρίς Αυ­τού ου δυνάμεθα ποιείν ουδέν» (Ιω. 15, 5).


γ) Η προτεραιότητα της καρδιάς, όχι μόνο ως πηγής των συ­ναισθημάτων, αλλά ως κέντρου της υπάρξεως, στο οποίο συντελείται η κοινωνία με την θεϊκή Χάρη, που παράγει το Χριστοειδές ήθος. Η κάθαρση της καρ­διάς από τα πάθη δεν είναι μόνο η αφετηρία του αγώ­να για την θέωση, τον απόλυτο σκοπό της ύπαρξης, αλλά και για την δυνατότητα σχέσης ανιδιοτέλειας με τους συνανθρώπους. Στο πανηγύρι ή το γλέντι του ο Έλληνας εύχεται: «καλή καρδιά», που παραπέμπει στον αναστάσιμο ύμνο «εν καθαρά καρδία Σε δοξάζειν». Χωρίς «καθαρή»-«καλή»-φιλόθεη δηλαδή και φιλάνθρωπη καρδία, δεν είναι δυνατόν να συγκροτη­θεί αυθεντική διανθρώπινη κοινωνία. Το πνεύμα της ανιδιοτέλειας εκφράζει η μοναδική στον κόσμο ελληνική παροιμία: «κάμε το καλό και ρίξ’ το στον γυαλό», που δεν είναι παρά νεώτερη από­δοση του ευαγγελικού λόγου: «μακάριόν εστιν διδόναι μάλλον ή λαμβάνειν» (Πράξ. 20, 25). Αυτή είναι η πνευματική μήτρα, που γεννά στους αιώνες το ελληνορθόδοξο ολοκαύτωμα, ως εκούσια αυτοθυσία για τους άλλους. Θερμοπύλες, Αλαμάνα, Μανιάκι, Κούγκι, Ζάλογγο, Αρκάδι είναι οριακές στιγμές του ελλη­νικού ολοκαυτώματος. Αυθεντικός άνθρωπος στην κοινή ευρωπαϊκή παράδοση είναι ο Άγιος, ο εν Χριστώ αναγεννημένος άνθρωπος, το αρχετυπικό πρότυπο της αρχαίας Ενωμένης Ευρώπης. Είναι ο άνθρω­πος, που ζει χαρισματικά τον λόγο του Χριστού προ του πάθους Του: «μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις θη την ψυχήν αυτού υπέρ των φίλων αυτού» (Ιωάν. 15, 13).


4. Αυτό το φρόνημα καλλιεργούσαν οι Άγιοι της προσχισματικής Ευρώπης και αυτός ήταν ο καρπός της παιδείας και αγωγής, που προσφερόταν από τους αγίους της Ανατολής και Δύσεως, με πρωτοπόρους τους τιμώμενους σήμερα Τρεις Ιεράρχες. Η επιλογή και κοινή εορταστική τιμή τους την 30η Ιανουαρίου από τον 11ο αιώνα, συνιστά αναγνώρισή τους ως αυ­θεντικών μαρτύρων της σώζουσας πίστης και προβολέ­ων της γνήσιας ελληνοχριστιανικής αγωγής, αλλά προπάντων της παιδείας της παράδοσής μας. Το ίδιο νόημα είχε και η συνέχιση της σημερινής Εορτής στα Ανώτατα Πνευματικά μας Ιδρύματα, ήδη από το 1826 στο πρώτο ελληνικό Πανεπιστήμιο, την περίλαμπρη «Ιόνιο Ακαδημία» (Κέρκυρα) και από το 1842 στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών. Ο λόγος και η πράξη των τριών Ιεραρχών είναι το παιδευτικό και παιδαγωγικό Εγκόλπιο, όχι μόνο του Έθνους μας, αλλά και σύνολης της Ορθοδοξίας, που τιμά εξ ίσου με μας σήμερα τους Μεγάλους αυτούς Πατέρες και Διδασκάλους.


5. Το πρόβλημα της παιδείας επικεντρώνεται στην νοηματοδότηση των ανθρωπίνων και του προορισμού του ανθρώπου. Έτσι προβάλλεται στον λόγο και την ποιμαντική διακονία των τριών Ιεραρχών, που συνο­ψίζονται στα ακόλουθα σημεία:


α) Δεν είναι απλή εκπαίδευση, μύηση δηλαδή του ανθρώπου σε μία αναπαραγόμενη γνώση, που τον καθιστά γρανάζι της κρατικής μηχανής (ον παραγωγι­κό). Στην περίπτωση αυτή το κύριο ενδιαφέρον είναι για την τελειοποίηση των μηχανών και ΟΧΙ του αν­θρώπου. Η χριστιανική παιδεία είναι αγωγή του αν­θρώπου με μορφωτικό πρότυπο όχι τον καλόν καγαθόν άνθρωπο, αλλά τον Θεάνθρωπο. Αυτό είχε κατά νουν ο ιερός Χρυσόστομος, όταν έλεγε: «Πάντα δεύτε­ρα έστω της προνοίας των παίδων» (ΡG 62, 151). Αυ­τή η παιδεία συνδέεται άμεσα πρώτα με τον χώρο της οικογένειας. Οι Τρεις Ιεράρχες γνώρισαν στα πρόσω­πα των γονέων τους, και μάλιστα των μητέρων τους, απαράμιλλα πρότυπα αγωγής. Ο Μέγας Βασίλειος ο­μολογεί, ότι η διαμόρφωση της προσωπικότητάς του δεν ήταν παρά εποικοδομή στις καταβολές, που έθε­σαν η μητέρα του Εμμέλεια και η γιαγιά του Μακρίνα: «ην εκ παιδός, γράφει, έλαβον έννοιαν περί Θεού παρά της μακαρίας μητρός μου και της μάμμης μου Μακρίνης, ταύτην αυξηθείσαν έσχον εν εμαυτώ» (32, 825). Στο σημείο αυτό συναντώνται οι Πατέρες μας με τον τραγικό Ευριπίδη: «αν κρηπίς μη καταβληθή γέ­νους ορθώς, ανάγκη δυστυχείν τους εκγόνους» (Ηρα­κλής μαινόμενος, 1261). Η διαχρονικότητα δε αυτής της νοηματοδότησης της παιδείας στην ελληνική πα­ράδοσή μας φαίνεται από τον λόγο του Πατροκοσμά του Αιτωλού προς τους γονείς: «Αμαρτάνετε πολύ να τα αφήνετε (δηλ. τα παιδιά σας) αγράμματα και τυ­φλά, και μη μόνον φροντίζετε να τους αφήνετε πλού­τη και υποστατικά, και μετά τον θάνατόν σας να τα τρων και να σας πισολογούν (να σας τα ψέλνουν) κι όλας. Καλύτερα να τα αφήνετε πτωχά και γραμματι­σμένα, παρά πλούσια και αγράμματα»!


β) Η παιδεία συνδέεται όμως και με το πρόσωπο του διδασκάλου. Στο σημείο αυτό γίνεται ταύτιση ποιμαντικής και παιδαγωγίας. Το δυαδικό σχήμα της πνευματικής μας παράδοσης: πνευματικός πατέρας – πνευματικό τέκνο εκφράζεται εξ ίσου και με την δυάδα: Διδάσκαλος – Μαθητής. Ναός και σχολείο στον πολιτισμό μας βρίσκονται σε σχέση αμοιβαιότητας και συμπληρωματικότητας, ως χώροι διαποίμανσης και διαμόρφωσης του ανθρώπου. Το βάρος πέφτει ό­μως στο ήθος και το παράδειγμα του διδάσκοντος. «Ο γαρ μη ποιών και διδάσκων (πρβλ. Ματθ. 6, 19) α­ναξιόπιστός εστιν εις ωφέλειαν», κατά τον Μ. Βασί­λειο (ΡG 30, 497), ο οποίος δεν παραλείπει να διατυ­πώσει τον σκεπτικισμό του για τους διδασκάλους της εποχής του: «Πολλών μεν ακήκοα λόγων ψυχωφελών, πλην παρ’ ουδενί (!) των διδασκάλων εύρον αξίαν των λόγων την αρετήν» (ΡG 32, 358).


γ) Είναι παιδεία θεοκεντρική. O σκοπός της παι­δευτικής λειτουργίας είναι κατά τoν Μ. Βασίλειο «oμοιωθήναι Θεώ κατά τo δυνατόν ανθρώπου φύσει. Ομοίωσις δε ουκ άνευ γνώσεως, η δε γνώσις ουκ εκτός διδαγμάτων» (ΡG 32, 69). Σ’ αυτό το σημείο αναδύεται η προβληματική της στοχοθεσίας των εκπαιδευτικών προγραμματισμών. Η προτεραιότητα του οικονομι­σμού και μιας ενδοκοσμικής εσχατολογίας, μέσα σε χιλιαστικά οράματα ευημερίας, οδηγεί στο ανθρωποείδωλο του «homo oeconomicus». Η παιδεία των Τριών Ιεραρχών πρωταρχικά αποβλέπει στην εν Χρι­στώ τελείωση του ανθρώπου. Προεκτείνοντας τον λό­γο του Μενάνδρου («ως χαρίεν άνθρωπος, όταν άν­θρωπος η») ο Χρυσόστομος διακηρύσσει: «άνθρωπον γαρ εκείνον αν καλέσαιμι τον την εικόνα του Θεού διασώζοντα… Το ταις εντολαίς του Δεσπότου κατακολουθείν, τούτο άνθρωπος» (ΡG 53, 201). Κάθε άνθρω­πος, κατά τον Μ. Βασίλειο είναι «Θεός κεκελευσμένος», έχει δηλαδή μέσα του την εντολή να γίνει Θεός κατά χάρη. Η αξία, συνεπώς, ή απαξία του αν­θρώπου ορίζεται από την σχέση του με τον Θεό. «Ψυχής δε ανθρωπίνης ουδέν ούτω τεκμήριον ως των θείων εράν λογίων» (Ιω. Χρυσοστόμου, ΡG 51, 113). Σ’ αυτή την πραγματικότητα ζούμε μόνιμα οι Έλλη­νες, όταν, αξιολογώντας τον άνθρωπο, διερωτώμεθα «αν έχει Θεό μέσα του» και δεν είναι «αθεόφοβος» ή «θεομπαίχτης». Κατά τον Χρυσόστομο, «ει τους παίδας επαιδεύομεν φίλους είναι τω Θεώ, πάντα αν ανεπήδησε τα λυπηρά και μυρίων απηλλάγη κακών ο βίος ο παρών» (ΡG 51, 327).


δ) Σκοπός της παιδείας δεν είναι η πολυμάθεια, αλλά η εν Χριστώ μόρφωση του νέου ανθρώπου. Αυ­τό βέβαια δεν οδηγεί στην αμάθεια. Με το να σας προτρέπω, λέγει ο Χρυσόστομος, να διδάσκετε στα παιδιά σας την Αγία Γραφή, «μη νομιζέτω με νομοθετείν αμαθείς τους παίδας γίνεσθαι. Ου κωλύων παιδεύειν ταύτα λέγω, αλλά κωλύων εκείνοις μόνοις προσέχειν» (ΡG 47, 368). Στον Πλάτωνα, άλλωστε, αποδίδε­ται ο παράλληλος λόγος: «επιστήμη χωριζομένη αρε­τής, πανουργία ου σοφία».


ε) Η παιδεία των τριών Ιεραρχών βοηθεί στην ιε­ράρχηση των ανθρωπίνων και την δημιουργία ρεαλι­στικής φιλοσοφίας ζωής. Αρχή γίνεται με την αυτο­γνωσία. Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Μικρός ειμί και μέ­γας, ταπεινός και υψηλός, θνητός και αθάνατος, επί­γειος και ουράνιος» (ΡG 35, 785). Ο άνθρωπος με την μετοχή του στο Άκτιστο, γίνεται «μέγας κόσμος εν μικρώ» (ΡG 36, 524). Τότε μόνο ακολουθεί η εύστοχη ιεράρχηση των ανθρωπίνων: «Υπεροράν μεν σαρκός -προτρέπει ο Μ. Βασίλειος- παρέρχεται γαρ. επιμελείσθαι δε ψυχής, πράγματος αθανάτου» (ΡG 31, 204). Και ο Χρυσόστομος συχνά επαναλαμβάνει: «Αποδη­μία ο παρών βίος… οδίτης ει… Πανδοχείον εστιν ο παρών βίος» (ΡG 52, 401). Είναι η συνείδηση, που φθάνει μέχρι τους νεώτερους Πατέρες μας, όπως ο Πατροκοσμάς: «Ημείς, Χριστιανοί μου, έλεγε, δεν έχομεν εδώ πατρίδα. Δια τούτο και ο Θεός μας έβαλε τον νουν μας εις το επάνω μέρος, δια να στοχαζώμεθα πάντοτε την ουράνιον βασιλείαν, την αληθινήν πατρί­δα μας».


ς) Η ευρύτητα της σκέψης των τριών Ιεραρχών φαίνεται από την θετική αξιολόγηση της τεχνικής παιδείας, της οποίας δέχονται την χρησιμότητα και σπουδαιότητα. Σε εποχή που οι χειρωνακτικές τέχνες ονομάζονταν «βάναυσοι», θα πει ο Χρυσόστομος: «Μη καταφρονώμεν των από χειρών τρεφομένων, αλ­λά μάλλον αυτούς μακαρίσωμεν δια τούτο» (ΡG 51, 193). Προτρέπει μάλιστα, να θαυμάζουμε τον λασπω­μένο και μουτζουρωμένο εργάτη (ΡG 61, 1017). Εντροπή πρέπει να προκαλούν μόνο «οι εική τρεφόμενοι και αργούντες», όσοι χρησιμοποιούν υπηρέτες και ζουν με τον κόπο των άλλων (ΡG 61, 47).


ζ) Η παιδεία κατά τους Τρεις Ιεράρχες είναι ζή­τηση της Αλήθειας και μύηση σ’ αυτήν. Αυτό σημαί­νει και ο ελληνικός όρος φιλοσοφία. Η ζητούμενη δε σοφία είναι κατ’ αυτούς ο Ιησούς Χριστός ως ένσαρκη Παναλήθεια. Η επιστήμη θεραπεύεται ως λειτουρ­γία ψηλάφησης των θείων ενεργειών μέσα στην Κτί­ση. Οι τέχνες ασκούνται ως πραγμάτωση της ψυχής του ανθρώπου και αλληλοδιακονία. Η ζήτηση της Αλήθειας (φιλοσοφία), η αγάπη για το ωραίο (φιλο-καλία), η θεραπεία του δικαίου, αστασίαστα συστατικά της ανθρώπινης ύπαρξης, καταφάσκονται από τους Πατέρες μας και κυρίως από τον Μ. Βασίλειο, που κατείχε σε υπέρτατο βαθμό όλες τις επιστήμες στην ε­ποχή του (ΡG 31, 389-392. 416).


η) Ο απώτερος όμως σκοπός της παιδείας είναι κατά τους Πατέρες μας η ολοτελής ένταξη του ανθρώ­που στο συλλογικό-κοινωνικό σώμα. Είναι, συνεπώς, παιδεία κοινωνική, ανατρεπτική κάθε πραγματικής ή υποθετικής σύγκρουσης προσώπου και κοινωνίας. Ο Μ. Βασίλειος είναι ο οργανωτής του κοινοβίου, ως συνέχειας των αρχαίων ελληνικών «κοινών», τα οποία εθαύμαζε («αιδεσθώμεν τα των Ελλήνων κοινά», έλεγε). Η παιδεία που ενσάρκωσαν και υπηρέτησαν οι Τρεις Ιεράρχες θεμελιώνει και υποστασιώνει ένα πο­λιτισμό, που βρίσκεται στα πνευματικοκοινωνικά θε­μέλια της αρχαίας Ευρώπης. Το ερώτημα όμως, που προκύπτει είναι, ποια σχέση έχει η σημερινή Ευρώ­πη, σ’ όλο το φάσμα της, με την πολιτιστική αυτή πα­ράδοση. Φοβούμαι ότι, ενώ εμείς οι ορθόδοξοι διασώ­ζουμε ακόμη απτά ίχνη αυτού του ήθους, στον δυτικό κόσμο η Παιδεία αυτή έχει πια χαθεί.


6. Η Ευρώπη, σχεδόν στο σύνολό της, έχει χάσει τον Θεό των πατέρων της. Ο Θεός είναι το πρόβλημα της Ευρώπης. Εντασσόμενος μέσα σε δικανικά και φιλοσοφικά σχήματα, έγινε αγνώριστος. Μετά την έ­ξωση του Θεού από τον κόσμο (Deismus), έφθασε ο δυτικός κόσμος τον 20ο αιώνα στην «θεολογία του θανάτου του Θεού» (του νεκρού Θεού), ενός Θεού που δεν έχει πια σχέση με τον άνθρωπο και τον κόσμο. Μαζί όμως με τον Θεό χάθηκε και ο άνθρωπος και η δυνατότητα σύμπηξης αδελφικής κοινωνίας, παρά την καύχηση για την ανάπτυξη της επιστήμης, που καταν­τά επιστημοπληξία. Διότι, όπως παρατήρησε ο Μα­κρυγιάννης: «Αυτείνοι ( = οι Ευρωπαίοι) είναι άνθρω­ποι χωρίς ηθική και πίστη, και κρίμα στα φώτα τους. ότι ο άνθρωπος κάνει τα φώτα και όχι τα φώτα τον άνθρωπο»! Όπως ευστοχότατα έχει επισημάνει και ο μακαρι­στός π. Ιουστίνος Πόποβιτς, Σέρβος ορθόδοξος Θεο­λόγος και πρώην Καθηγητής του Πανεπιστημίου Βε­λιγραδίου: «Ιδού εις τι μετεβάλλετο και τελικώς μετε­βλήθη από την Αναγέννησιν έως σήμερον η Ευρώπη. εις εργαστήριον ρομπότ. Το δε ρομπότ είναι ο αθλιώτερος τύπος ανθρώπου. Όστις έχει οφθαλμούς δια να βλέπη, ας ίδη. δεν υπήρξεν επί του πλανήτου αθλιώτερος, ασχημότερος και απανθρωπότερος άνθρωπος από το ευρωπαϊκό ρομπότ… Άνθρωπος χωρίς Θεό και χω­ρίς ψυχήν… Αφού εφόνευσε τον Θεόν και την ψυχήν μέσα του ο τύπος κάθε ευρωπαίου ανθρώπου… βαθμηδόν αυτοκτονεί. Διότι η αυτοκτονία είναι ο αναπόφευ­κτος ακόλουθος της Θεοκτονίας». Ο άνθρωπος αυτός διεκτραγωδήθηκε από τον μεγάλο Charly Chaplin, ως ο «ανθρωπάκος του εργοστασίου» στην πρωτοπορια­κή ταινία του «Modern Times» (Μοντέρνοι καιροί). Μετά την αυτοϋποδούλωσή του στην τεχνολογία του ο δυτικός άνθρωπος, αυτοϋποδουλώνεται σήμερα και στην επιστήμη του (λ.χ. την Βιοτεχνολογία ή την Γε­νετική Μηχανική). Έτσι όμως φθάσαμε στον «ανθρωπισμό» της Pax Americana και του ΝΑΤΟ και την «ανθρωπιστική βοήθεια» των Νεοεποχιτών. Αυτός είναι ο δρόμος, που πέρασε από την φραγκική φεουδαρχία, την κρατικοποίηση του Χριστιανισμού, την Ιερά Εξέταση, τους Σταυροφόρους, τον Ναπολέοντα, τον Χίτλερ και τον Στάλιν. Είναι το παράγωγο μιας παιδείας, που έ­χασε την πνευματική λειτουργία της καθαρής καρ­διάς, δίνοντας απόλυτη προτεραιότητα στον κατ’ επί­φαση «ορθό λόγο» (την Raison), που παρουσιάζει την σχιζοφρένεια να διανοείται μεν βαθυστόχαστα ή να δημιουργεί στην Τέχνη, αλλά παράλληλα να κατεργά­ζεται την εξόντωση αθώων, όπως συνέβαινε με τους χιτλερικούς στρατιωτικούς-καλλιτέχνες και όπως συμβαίνει σήμερα με τις ληστρικές επεμβάσεις στο Κόσοβο, το Αφγανιστάν, το Ιράκ και όπου αλλού.


7. Τα συστατικά της αγωγής των τριών Ιεραρχών, που συνοπτικά εξεθέσαμε παραπάνω, ήταν κοινή κλη­ρονομιά Ανατολής και Δύσης την πρώτη χιλιετία. Η Ανατολή επί αιώνες ήταν η πνευματική μητέρα και τροφοδότρια της δυτικής ευρωπαϊκής κοινωνίας (ex Oriente lux). Με την αρχή όμως της «μετακένωσης» του Αδαμαντίου Κοραή μάθαμε στους τελευταίους αιώνες να θαυμάζουμε τα «φώτα της Ευρώπης» (ex Occidente lux). Η μανία του εξευρωπαϊσμού, μάλιστα, μας μετέβαλε σε αξιοθρήνητους ουραγούς της Ευρώπης, όχι μόνο πολιτικά και στρατιωτικά, αλλά και πνευματικά και πολιτιστικά. Η παιδεία, συνεπώς, των τριών Ιεραρχών, που σώζει την πεμπτουσία της ελληνικής και της ορθόδο­ξης κληρονομιάς, είναι η παιδεία, που χρειάζεται η Ε­νωμένη Ευρώπη σήμερα, για να ξαναβρεί τα υπαρκτικά και πνευματικά θεμέλιά της. Ο νομπελίστας του 2002 Ίμρε Κέρτες, ο συγγραφέας του «μυθιστορήμα­τος ενός ανθρώπου δίχως πεπρωμένο», ο άνθρωπος που επέζησε από τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως των Ναζί, αλλά πιστεύει ότι τραγωδίες σαν αυτές του ολοκαυτώματος και των γκουλάκ μπορούν να επαναλη­φθούν, υπεστήριξε πρόσφατα ότι «πρέπει να δημιουρ­γήσουμε νέες αξίες, ένα νέο σύστημα, για να υπερα­σπιστούμε την Ευρώπη και τις ευρωπαϊκές ιδέες (εφημ. «Ελευθεροτυπία» 9.1.2008). Η σκέψη όμως ότι ευρωπαϊκές ιδεολογικές συλλήψεις ήταν και οι τρα­γωδίες, που αυτός δίκαια καταδικάζει, με κάνει να πι­στεύω, ότι αυτό που χρειάζεται σήμερα η Ευρώπη, δεν είναι νέες ιδέες, αλλά επανανακάλυψη του πα­λαιού εαυτού της, με βάση την παλαιά πνευματική και πολιτιστική ενότητά της. Το κρίσιμο όμως ερώτημα είναι, αν χωρά σήμερα η παιδευτική πρόταση των Τριών Ιεραρχών στο αξιο­λογικό σύστημα του ενωμένου ευρωπαϊκού χώρου. Διότι υπάρχουν δύο ουσιαστικές παρακωλύσεις, που προέρχονται από τις ομάδες, που εξουσιάζουν την Ευ­ρώπη και κατευθύνουν την παιδεία, αλλά και σύνολη τη ζωή της:




Α) Είναι οι Ευρωπαίοι φορείς του καρλομάγνειου επεκτατικού και εξουσιαστικού πνεύματος και της σχετικής με αυτό νοοτροπίας. Από τα ευρωπαϊκά κεί­μενα, που αναφέρονται σε θέματα παιδείας, διαπιστώ­νεται η επιδίωξη βαθμιαίας καθολικής ενιαιοποίησης, για την δημιουργία ενιαίας ευρωπαϊκής πολιτικής, πολιτισμικής και ιστορικής συνείδησης. Αυτό επιβε­βαιώνεται από τα υποστηριζόμενα από τον εκφραστή της Νέας Εποχής καθηγητή Samuel Hantington και την κυρίαρχη θέση για νέα ανάγνωση, κατανόηση και γραφή της Ιστορίας. (Εδώ ακριβώς ανήκει και ο βα­θύτερος προβληματισμός του διαβόητου εγχειριδίου της ΣΤ’ Δημοτικού). Η πολιτιστική πρόταση, συνεπώς, των Τριών Ιεραρχών, που ταυτίζεται με τον πο­λιτισμό της αρχαίας Ευρώπης, δεν γίνεται ευχάριστα δεκτή, διότι αναιρεί και ανατρέπει αυτόχρημα όλες τις ευρωπαϊκές πραγματώσεις κατά την β’ χιλιετία. Γι’ αυτό η Ορθοδοξία της Ανατολής μόνον ως ουνιτίζουσα γίνεται δεκτή στον διαχριστιανικό Διάλογο με την «Δύση», πρόθυμη δηλαδή να αναγνωρίσει τον δυτικό πολιτισμό σ’ όλο το φάσμα του και να υποταχθεί σ’ αυτόν, αυτοαναιρούμενη φυσικά. Ο προβληματισμός αυτός δεν είναι θεωρητικός, όπως δείχνουν τα ίδια τα πράγματα. Το 1996 τέθηκε το θέμα δημιουργίας του «Μουσείου» της Ευρώπης της μετακαρλομάγνειας περιόδου και αποκλείσθηκε σ’ αυτό όχι μόνον η Ορθοδοξία, αλλά και η Ελληνι­κή αρχαιότητα. Αλλά και ο Hantington μας συγκατατάσσει με το Ισλάμ, αρνούμενος την σχέση μας με τον δυτικό πολιτισμό. Και ναι μεν σ’ αυτό έχει δίκιο, το τραγικό όμως είναι, ότι φθάσαμε σε σημείο να λυπούμεθα για την στάση αυτή της Ευρώπης απέναντί μας και να διαμαρτυρόμεθα κι’ όλας. Η απάντηση ό­μως, σε ανάλογη στιγμή, του Μακρυγιάννη προς τον Γάλλο Μαλέρμπ, δείχνει την επιβίωση του πνεύματος των Τριών Ιεραρχών: Όταν ο ευρωπαίος Μαλέρμπ του είπε: «Ένα θα σας βλάψη εσάς, το κεφάλαιον της θρησκείας, όπου είναι αυτήνη η ιδέα σ’ εσάς πολύ τυ­πωμένη», εκείνος απάντησε: «Πράγμα τζιβαϊρικόν πο­λυτίμητο, οπού το βαστήξαμεν εις την τυραννία του Τούρκου, δεν το δίνομεν τώρα, ούτε το καταφρονούμε οι Έλληνες… Και τί έχεις εσύ δια μένα τί δοξάζω ε­γώ; …Και όχι του λόγου σου να μου το ειπής, δεν σ’ ακούγω, αλλά κι ο Θεός ο δικός σου να μου το ειπή, δεν σαλεύει το μάτι μου»…


Β) Η δεύτερη παρακώλυση προέρχεται από τους δικούς μας αθεράπευτα ευρωπαϊστές. Οι ευρωπαϊστές, συνεχίζοντας την παράδοση των Ενωτικών της ύστε­ρης βυζαντινής περιόδου και της δουλείας, θεωρούν την απόλυτη ταύτιση (και την πολιτιστική) με την δυ­τική Ευρώπη ως σωτηρία. Σ’ αυτούς όμως απάντησε ήδη ο αείμνηστος ελληνομαθής και ελληνολάτρης, αυστριακός διανοούμενος Λαυρέντιος Γκεμερέϋ (†1992), που βλέποντας την ελλαδική υστερία για την ένταξη στην Ενωμένη Ευρώπη, έγραψε: «Νομίζω πως τώρα, που η Ελλάδα θα ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, μπορεί να είναι χρήσιμο για τον Έλληνα να δει τον περίφημο Ευρωπαϊκό πολιτισμό με πιο κρι­τικό μάτι, για να χάσει λίγο από τον σεβασμό του προς αυτόν τον πολιτισμό, που ακόμα του λείπει. Ε­γώ εύχομαι να τον γλυτώσει…» (Λ. Γκεμερέϋ, Η δύση της Δύσης – η απομυθοποίηση της Ευρώπης και ο Ελ­ληνισμός, Αθήνα 1977, σ. 12).Βέβαια υπάρχει και μια άλλη Ευρώπη, που έχει συνειδητοποιήσει τα παραπάνω και αναγνωρίζει την σημασία γι’ αυτήν του πολιτισμού της ορθόδοξης Α­νατολής. Όταν το 1981 έγινε η επίσημη ένταξη της Χώρας μας στην Ενωμένη Ευρώπη, η έγκριτη γαλλι­κή εφημερίδα Le Monde έγραφε με πηχυαία γράμμα­τα: «Η Χώρα της Φιλοκαλίας εισήλθε στην Ευρώ­πη». Φιλοκαλία είναι η πεμπτουσία της ελληνορθόδο­ξης παράδοσης. Πιστεύω ότι το έλεγαν ειλικρινά και για να μας τιμήσουν.Προς αυτή την Ευρώπη οφείλουμε πρωταρχικά να στραφούμε ως Έθνος για την πολιτιστική ολοκλήρω­ση του ευρωπαϊκού χώρου, και αυτό είναι ευκολότερο σήμερα, όταν χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων, με ζωντανή την παράδοση των Τριών Ιεραρχών, ανήκουν πλέον στα τακτικά μέλη της. Αυ­τή η Ευρώπη, που νοσταλγεί την αρχαία ταυτότητά της, μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα πολιτιστική για μια τελεσφόρα και γόνιμη συνάντηση όλων των Κρατών-Μελών της στο έδαφος της κοινής κληρονο­μιάς και ενότητας.

Ομιλία στους αγίους Τρεις Ιεράρχες

 † Αρχ. Γεώργιος Καψάνης, Προηγούμενος Ι. Μ. Γρηγορίου Αγίου Όρους


Εορτάζουμε σήμερα, πατέρες και αδελφοί, την μνήμη των αγίων ενδόξων Τριών Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Ήσαν οι τρεις αγιώτεροι και σοφώτεροι άνθρωποι της εποχής τους. Γνώρισαν την κοσμική σοφία όσο κανείς άλλος στην εποχή τους. Σπούδασαν στα μεγαλύτερα Πανεπιστήμια της τότε ανθρωπότητος. Ήσαν από οικογένειες ευγενείς, αρχοντικές και πλούσιες.


Είχαν και αυτοί τον πειρασμό, σαν νέοι άνθρωποι, να ακολουθήσουν μία καριέρα κοσμική και να δοξαστούν κοσμικά. Αλλά η αγάπη του Χριστού τους έκανε να περιφρονήσουν την κοσμική δόξα, να γίνουν μοναχοί, ιερείς, επίσκοποι, και να αφιερώσουν την ζωή τους στον Χριστό, στην Εκκλησία και στους Χριστιανούς. Και έτσι, επειδή αγάπησαν πολύ τον Θεό και αγάπησαν πολύ τους ανθρώπους, έγιναν μεγάλοι ευεργέτες, μεγάλοι διδάσκαλοι, μεγάλοι πνευματικοί Πατέρες, αληθινοί οδηγοί των ανθρώπων, και προς τον δρόμο τους προς την Βασιλεία του Θεού αλλά και στα προβλήματα της ζωής τους.


Οι Τρεις Ιεράρχες εξακολουθούν να είναι μεγάλοι παιδαγωγοί όλων των ανθρώπων και όλων των Χριστιανών, και ιδιαιτέρως των Ορθοδόξων Χριστιανών. Γι’ αυτό η Εκκλησία τους τιμά και ιδιαιτέρως, αλλά τους τιμά και τους Τρεις μαζί σήμερα. Για να εκδηλώσει την ευγνωμοσύνη της σ’ αυτούς τους τρεις μεγάλους και φωτισμένους και θεοφόρους άνδρες, οι οποίοι μας άφησαν την σοφή διδασκαλία τους, με την οποία οδηγούμαστε στη ζωή μας.


Οι άγιοι Τρεις Ιεράρχες κατενόησαν, ότι θα μπορούσαν και να σωθούν οι ίδιοι αλλά και να βοηθήσουν τον κόσμο, εάν έμεναν πιστά μέλη της Εκκλησίας του Θεού. Δεν έκαναν αυτό που έκαναν άλλοι άνθρωποι σοφοί της εποχής εκείνης, να μείνουν έξω από την Εκκλησία και να προσπαθήσουν έξω από την Εκκλησία να δοξαστούν και να βοηθήσουν τους ανθρώπους. Οι άγιοι Τρεις Ιεράρχες με ταπείνωση κατάλαβαν ότι μόνο στην Εκκλησία υπάρχει η δυνατότητα ο άνθρωπος να σωθεί, να φωτισθεί, να αγιασθεί. Και γι’ αυτό μπήκαν και οι ίδιοι ταπεινά στην Εκκλησία και μέσα από την Εκκλησία εργάστηκαν για το καλό της ανθρωπότητος.


Είναι, αδελφοί, αυτό ένα δίδαγμα για μας σήμερα, διότι και σήμερα έχουμε τον πειρασμό να ζήσουμε την ζωή μας έξω από την Εκκλησία. Και όλα τα μοντέρνα σήμερα ρεύματα, τα φιλοσοφικά, τα πολιτικά και άλλα, προσπαθούν να μας πείσουν έμμεσα ή άμεσα, ότι είναι καλύτερα να τοποθετήσουμε την ζωή μας έξω από την Εκκλησία, και την Εκκλησία το πολύ-πολύ να την έχουμε σαν ένα δεσμό ιστορικό και σαν κάτι διακοσμητικό στην ζωή μας, σαν ένα μουσείο. Όπως είπε κάποτε ένας πολιτικός –πεθαμένος τώρα– που είχε πάει στα Γιάννενα. Και εκεί, όταν είδε σε κάποια επίσημη τελετή τούς επισκόπους μπροστά του, τους είπε το εξής: «Εσείς, Σεβασμιώτατοι, να ασχολείσθε με τα μετά θάνατον· εμείς θα ασχολούμαστε μ’ αυτή την ζωή».


Τρόπον τινά, ότι η Εκκλησία είναι για τους πεθαμένους, και για τους ζωντανούς είναι η πολιτική. Αυτό όμως δεν ήταν ένα αστείο, ήταν ένα φρόνημα και ήταν μία προσπάθεια –που γινόταν και γίνεται– ο λαός μας να βγει από την Εκκλησία, να μη έχει την ελπίδα του στην Εκκλησία, να μη ζητά την καλυτέρευση της ζωής του μέσα στην Εκκλησία, μέσα στον Χριστό, αλλά έξω από την Εκκλησία. Να τρέχει πιο πολύ στους αγώνες του ποδοσφαίρου και να γεμίζει τα γήπεδα κατά χιλιάδες, παρά να πηγαίνει να εκκλησιάζεται την Κυριακή στην θεία Λειτουργία.


Και το αποτέλεσμα ποιο είναι αυτής της απομακρύνσεως από την Εκκλησία; Το ότι εμείς σήμερα, οι Έλληνες του εικοστού αιώνος, βγάζουμε την ζωή μας από την Εκκλησία και ζούμε σαν να μη υπάρχει. Και αφήνοντας την Εκκλησία στο περιθώριο της ζωής μας, και όχι στο κέντρο της ζωής μας, όπως έκαναν οι Τρεις Ιεράρχες, δεν έχουμε ούτε αληθινή ειρήνη στην ψυχή μας ούτε αληθινή χαρά ούτε νόημα βρίσκουμε στην ζωή μας. Και η ζωή μας γίνεται μία ταλαιπωρία, γίνεται ένα άγχος, γίνεται ένα κενό, γίνεται μία πλήξη, έως ότου γνωρίσουμε τον Χριστό και μπούμε μέσα στην Εκκλησία. Και όταν μπούμε στην Εκκλησία, τότε βλέπουμε ότι η ζωή έχει ένα πολύ μεγάλο νόημα, ένα βαθύ νόημα. Τότε βλέπουμε ότι ο άνθρωπος μπορεί να νικήσει και τον ίδιο τον θάνατο. Τότε βλέπουμε ότι μπορεί ο άνθρωπος σ’ αυτή την ζωή να χαρεί αληθινά και να βρει αληθινά μια βαθειά ειρήνη μέσα του.


Γι’ αυτό λοιπόν, αδελφοί, εσείς που ήλθατε εδώ στο Άγιον Όρος με καλή διάθεση να γνωρίσετε και να προσκυνήσετε τα ιερά σκηνώματα της Παναγίας μας και του Αγίου Όρους, αν θέλετε, πάρτε αυτό το δίδαγμα σήμερα από την θεία Λειτουργία. Είδατε, τι ωραία που ήταν στην θεία Λειτουργία; Κουραστήκατε βέβαια λίγο, αλλά πήρατε και χαρά, πήρατε και ευλογία. Αυτό που κάνατε σήμερα, να το κάνετε κάθε Κυριακή. Κάθε Κυριακή να πηγαίνετε στην θεία Λειτουργία. Στην θεία Λειτουργία είναι ο Χριστός, είναι η Παναγία, είναι οι Άγιοι· και θα παίρνετε αληθινή χαρά.


Θα ήθελα εγώ να σας ζητήσω μία χάρη σήμερα – δεν ξέρω αν θα μου την κάνετε– είναι μεγάλη χάρη βέβαια, αλλ’ εάν μου την κάνετε, θα μου δώσετε πολλή χαρά. Εδώ που είμαστε όλοι κάτω από την Σκέπη της Παναγίας μας –γιατί η Παναγία είναι εδώ η Νοικοκυρά του Αγίου Όρους, η Αρχόντισσα του Αγίου Όρους, Εκείνη μας φιλοξενεί όλους και εσάς και εμάς– να δώσετε μία υπόσχεση στην Παναγία, η οποία σας αγαπάει, η οποία θέλει την ευτυχία σας, η οποία πρεσβεύει για σας. Να της πείτε: «Παναγία μου, σου υπόσχομαι, ότι από σήμερα και στο εξής κάθε Κυριακή θα πηγαίνω στην θεία Λειτουργία. Ό,τι πειρασμούς και να έχω, ό,τι εμπόδια και να έχω, ό,τι δυσκολίες και να έχω, πρώτα στην θεία Λειτουργία και μετά αλλού».


Κι αν το κάνετε, αδελφοί, αυτό, θα δείτε ότι η ζωή σας θα πάρει μία αληθινή χαρά, ένα αληθινό νόημα, και θα μακαρίζετε αυτή την ημέρα που δώσατε στην Παναγία αυτή την υπόσχεση. Εύχομαι να την δώσετε και εύχομαι από εδώ και στο εξής η ζωή σας να είναι ευλογημένη από τον Θεό, να είναι μέσα στην Εκκλησία και μέσα στην θεία Λειτουργία. Και να είστε βέβαιοι, ότι όσο ζείτε μέσα στην Εκκλησία τόσο περισσότερο θα γνωρίζετε τον αληθινό Θεό, τόσο περισσότερο θα γνωρίζετε το Ευαγγέλιο του Χριστού, τόσο περισσότερο θα βλέπετε ένα δυνατό Φως στην ζωή σας, το οποίο θα σας καθοδηγεί και θα σας ετοιμάζει για το μεγάλο ταξίδι της αιωνιότητος, προς το οποίο όλοι πορευόμαστε.


Εύχομαι η Χάρη του Θεού να σκεπάζει όλους μας και να μας οδηγεί στην σωτηρία με τις πρεσβείες των αγίων ενδόξων μεγάλων Διδασκάλων και πνευματικών Πατέρων της Εκκλησίας μας, του αγίου Βασιλείου του Μεγάλου, του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Αμήν.


(1989)


(Από το βιβλίο: † Αρχιμανδρίτου Γεωργίου, ΟΜΙΛΙΕΣ ΣΕ ΕΟΡΤΕΣ ΑΓΙΩΝ (ΤΩΝ ΕΤΩΝ 1981-1991) Β’. Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου, Άγιον Όρος 2016, σελ. 157)

Τα αληθινά πρότυπα αγωγής και παιδείας των Τριών Ιεραρχών

 π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, Ομοτ. Καθηγ. Παν/μίου Αθηνών


Στην ελληνορθόδοξη παράδοσή μας υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ των όρων «παιδεία – αγωγή» και «μόρφωση». Η παιδεία, ως εκπαίδευση του ανθρώπου, είναι η αγωγή και καθοδήγησή του προς έναν συγκεκριμένο στόχο, που αποβλέπει στη μόρφωση, την εν Χριστώ διαμόρφωση της προσωπικότητάς του. Η μόρφωση είναι ο σκοπός της αγωγής. Αντίθετα, η εκπαίδευση είναι η ανάπτυξη -με τη σχολική γνώση- των δεξιοτήτων του ανθρώπου προς ανταπόκριση σε πρακτικά προβλήματα του βίου. Αληθινή παιδεία είναι εκείνη που τον 11ο αιώνα έθεσε υπό την προστασία των Τριών Ιεραρχών ο ορθόδοξος Ελληνισμός και καταθέτουμε συνοπτικά τα κύρια χαρακτηριστικά της:


α) Η παιδεία αυτή συνδέεται άμεσα με το πρόσωπο του διδασκάλου. Στην Ορθοδοξία ταυτίζονται η ποιμαντική και η παιδαγωγία. Στην πρώτη κυριαρχεί το δυαδικό σχήμα πνευματικός πατέρας – πνευματικά τέκνα και στη δεύτερη, διδάσκαλος – μαθητής, σε σχέση αμοιβαιότητας και αλληλοπεριχώρησης, ως οι δύο αλληλοσυμπληρούμενοι χώροι διαμόρφωσης του ορθόδοξου Έλληνα ανθρώπου. Εξηγείται έτσι ο σκεπτικισμός του Μ. Βασιλείου για τους δασκάλους, όταν λέγει: «Πολλών μεν ακήκοα λόγων ψυχωφελών, πλην παρ’ ουδενί των διδασκάλων εύρον αξίαν των λόγων την αρετήν» (P.G. 32, 358). Δηλαδή, κανένας δάσκαλος δεν δείχνει ανάλογη με τα λόγια του αρετή. Αυτό θα έλεγε σήμερα όχι μόνο για εμάς, τους διδασκάλους, αλλά κυρίως για τους πολιτικούς μας…


β) Είναι παιδεία θεοκεντρική. Σκοπός της, κατά τον Μ. Βασίλειο, είναι «ομοιωθήναι Θεώ κατά το δυνατόν ανθρώπου φύσει. Ομοίωσις δε ουκ άνευ γνώσεως, η δε γνώσις ουκ εκτός των διδαγμάτων» (P.G. 32, 69). Η θέωση, δηλαδή, είναι καρπός της ορθής διδασκαλίας, που κινητοποιεί τον άνθρωπο σ’ αυτή την κατεύθυνση, και αυτό είναι το έργο του ελληνορθόδοξου σχολείου.


γ) Όταν ο ιερός Χρυσόστομος έλεγε στο κήρυγμά του «Πάντα δεύτερα έστω της προνοίας των παίδων» (P.G. 62, 151) («η μέριμνα για τα παιδιά μας πρέπει να έχει την πρώτη θέση»), συνέδεε την παιδεία πρωταρχικά με τον χώρο της οικογένειας. Οι Τρεις Ιεράρχες γνώρισαν στα πρόσωπα των γονέων τους, και μάλιστα των μητέρων τους, απαράμιλλα πρότυπα αγωγής. Ο Μ. Βασίλειος ομολογεί με ευγνωμοσύνη ότι η διαμόρφωση της προσωπικότητάς του ήταν εποικοδόμημα στις καταβολές που έθεσαν η γιαγιά του Οσία Μακρίνα και η μητέρα του Εμμέλεια.


δ) Η δική μας προτεραιότητα στον οικονομισμό και στα χιλιαστικά οράματα ευημερίας, όπως παραπλανητικά μας υπόσχονται δεκαετίες τώρα οι πολιτικοί μας, οδηγεί στο ανθρωποείδωλο του homo oeconomicus. Ωστόσο η παιδεία των Τριών Ιεραρχών αποβλέπει στην εν Χριστώ τελείωση του ανθρώπου. Προεκτείνοντας τον γνωστό λόγο του Μενάνδρου, ο Χρυσόστομος διακηρύσσει: «Αυθεντικός άνθρωπος είναι όποιος σώζει μέσα του τον Χριστό, που είναι το αρχέτυπό του, με την τήρηση των θείων εντολών».


ε) Σκοπός της παιδείας δεν είναι η ξηρή πολυμάθεια αλλά η εν Χριστώ πλήρωση του ανθρώπου. Αυτό δεν οδηγεί, βέβαια, στην «ήσσονα» προσπάθεια. Λέγει ο Χρυσόστομος: Με το να σας προτρέπω να διδάσκετε στα παιδιά σας την Αγία Γραφή, «μη νομιζέτω με νομοθετείν αμαθείς τους παίδας γίνεσθαι. Ου κωλύων παιδεύειν ταύτα λέγων, αλλά κωλύων εκείνοις μόνοις προσέχειν» (P.G. 47, 368). Οι Άγιοι Πατέρες δεν κηρύσσουν την αμάθεια, αλλά αποτρέπουν την απολυτοποίηση της πάντοτε ελλειμματικής ανθρώπινης γνώσης.


στ) Η παιδεία των Τριών Ιεραρχών βοηθεί στην ιεράρχηση των ανθρωπίνων και τη δημιουργία ρεαλιστικής φιλοσοφίας ζωής. Πρώτο βήμα, η αυτογνωσία. Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Μικρός ειμί και μέγας, ταπεινός και υψηλός, θνητός και αθάνατος, επίγειος και ουράνιος» (P.G. 35, 785). Ο άνθρωπος, με τη μετοχή του στο άκτιστο, γίνεται «μέγας κόσμος εν μικρώ» (P.G. 36, 524). Και ο Μ. Βασίλειος δίνει τον δικό του κανόνα ζωής: «Υπεροράν μεν σαρκός, παρέρχεται γαρ, επιμελείσθαι δε ψυχής, πράγματος αθανάτου» (P.G. 31, 204). H ψυχή είναι ανώτερη του σώματος, γιατί προικίσθηκε από τον Δημιουργό με την αθανασία. Και ο Χρυσόστομος υπογραμμίζει: «Αποδημία ο παρών βίος… οδίτης ει, ου πολίτης… Πανδοχείον εστίν ο παρών βίος» (P.G. 52, 401). O άνθρωπος, δηλαδή, είναι προσωρινός στον κόσμο και οδοιπόρος προς την άλλη ζωή, της αιωνιότητας. Ένα ξενοδοχείο είναι η παρούσα ζωή μας. Η αιώνια πατρίδα μας είναι στον ουρανό (Φιλιππ. 3, 20).


ζ) Η ευρύτητα της σκέψης των Τριών Ιεραρχών φαίνεται και από τη θετική αξιολόγηση της τεχνικής παιδείας, της οποίας δέχονται τη σπουδαιότητα και χρησιμότητα. Σε εποχή που οι χειρωνακτικές τέχνες ονομάζονταν «βάναυσοι», θα διακηρύξει ο Χρυσόστομος: Ντροπή πρέπει να αισθάνονται «οι εική τρεφόμενοι και αργούντες», δηλαδή όσοι συντηρούνται, χωρίς να είναι ανίκανοι προς εργασία, από τους άλλους και χρησιμοποιούν υπηρέτες, στηριζόμενοι στους άλλους, ζώντας από τον κόπο εκείνων (P.G. 61, 47), δηλαδή με την εκμετάλλευση του συνανθρώπου.


η) Ο απώτερος όμως σκοπός της παιδείας κατά τους Αγίους μας είναι η ολοτελής ένταξη του ανθρώπου στο συλλογικό – κοινωνικό σώμα. Ο Μ. Βασίλειος υπήρξε ο οργανωτής του κοινοβίου, της βάσης του κοινοτισμού, που είναι συνέχεια των αρχαίων ελληνικών «κοινών», τα οποία θαύμαζε, ως Ελληνας και αυτός, και εμιμείτο.


Αυτός -με κάθε συντομία- είναι ο πλούτος της παιδείας του Γένους μας. Η απομάκρυνση όλο και περισσότερο από το όραμα αυτής της παιδείας, την οποία ενσάρκωσαν και κηρύττουν διαχρονικά οι Τρεις Ιεράρχες, οφείλεται στην εθνοκτόνα απόλυτη προσκόλλησή μας στα οποιαδήποτε ξένα «φώτα».


(Εφημερίδα “Ορθόδοξη Αλήθεια” Ιανουάριος 2016.

Η εργασία κατά την θεολογική σκέψη των τριών ιεραρχών

 Δημήτριος Ι. Τσελεγγίδης, Καθηγητής Α.Π.Θ.


Η εργασία ως φυσική δραστηριότητα του ανθρώπου, και μία από τις σπουδαιότερες εκδηλώσεις της ζωής του, όχι μό­νο καταφάσκει στο καθαυτό είναι του, αλλά εκφράζει σε ιδι­αίτερα σημαντικό βαθμό και την εσώτερη-πνευματική ποιό­τητά του.


Σύμφωνα με τη σύγχρονη εκκοσμικευμένη θεώρηση της ζωής, ο χαρακτήρας της εργασίας είναι κατεξοχήν οικονομι­κός και κοινωνικός.  Έτσι, ο άνθρωπος εργάζεται για να καλύ­ψει τις βιοτικές ανάγκες του και να καταξιώσει κοινωνικά την ύπαρξή του.


Μέσα όμως στο πλαίσιο της Εκκλησίας η εργασία του ανθρώπου εμπλουτίζεται θεολογικά και συνδέεται οργανικά με τον γενικότερο εσχατολογικό προσανατολισμό των πιστών. Ειδικότερα, ο θεολογικός εμπλουτισμός της έννοιας της ερ­γασίας από τους Τρεις Ιεράρχες σε συνάρτηση με τον εσχατο­λογικό προσανατολισμό τους προσφέρουν σαφώς ευρύτερο και κυρίως βαθύτερο περιεχόμενο στην ανθρώπινη εργασία.




Αλλ’ εδώ είναι ίσως χρήσιμες και απαραίτητες κάποιες εννοιολογικές διευκρινίσεις. Μιλώντας για εσχατολογικό προσανατολισμό εννοούμε, ότι ο άνθρωπος ως μέλος της Εκκλησίας δεν προσδιορίζει τη σχέση του προς τους ανθρώπους και τα πράγματα με βάση την αμεσότητα του παρόντος, αλ­λά με βάση το ενδιαφέρον του για τη βασιλεία του Θεού. Η βασιλεία του Θεού, που διασφαλίζεται ενδοκοσμικά με την ε­νανθρώπηση του Θεού Λόγου, νοηματοδοτεί το παρόν και, χωρίς να περιορίζεται από αυτό, επεκτείνεται στην αιωνιότη­τα. Θεμελιώδες χαρακτηριστικό του παραπάνω εσχατολογικού προσανατολισμού των πιστών είναι η πρόγευση της μέλ­λουσας βασιλείας στο παρόν της Εκκλησίας. Αυτή ακριβώς η σαφής και «εν πολλή αισθήσει» πρόγευση των εσχάτων στο εκάστοτε ιστορικό παρόν είναι εκείνη, που δίνει εμπειρικώς την δυνατότητα σχετικοποιήσεως των πραγμάτων του κό­σμου. Ως ζωντανά μέλη της Εκκλησίας οι πιστοί βρίσκονται βιωματικώς στο μεθόριο του παρόντα και του μέλλοντα αιώ­να, αντλώντας από την «αρχιμήδεια» αυτή θέση δυνατότη­τες για πνευματικές παρεμβάσεις στα πράγματα αυτού του κόσμου. Παρεμβάσεις, που έχουν πάντοτε διορθωτικό και θε­ραπευτικό χαρακτήρα. Η μέλλουσα αιώνια ζωή γίνεται μέ­τρο και κριτήριο, με τα οποία ανακρίνεται και κρίνεται η πα­ρούσα ζωή μαζί με τις κοινωνικές δομές και λειτουργίες της. Το ιστορικό παρόν συνδεόμενο οργανικά με το αιώνιο μέλλον εμπλουτίζεται με αξίες και δυνατότητες, οι οποίες απεγκλωβίζουν τα πράγματα και τις σχέσεις του παρόντος σε βαθμό, που αυτά να παίρνουν προοπτικές αιωνιότητας.[1]


Μετά τις εισαγωγικές αυτές διευκρινίσεις, θα επιχειρή­σουμε να παρουσιάσουμε μιά σύντομη θεολογία της εργασί­ας, όπως αυτή προκύπτει από την θεολογική σκέψη των Τρι­ών Ιεραρχών, οι οποίοι, σημειωτέον, διακρίθηκαν ιδιαίτερα και στον πρακτικό χώρο της εργασίας, αφού ανέπτυξαν πρω­τοποριακή ποιμαντική, κοινωνική και συγγραφική δράση.


Καταρχήν, θα πρέπει να πούμε, ότι η θεολογική σκέψη των Τριών Ιεραρχών, όπως και όλων των άλλων Πατέρων της Εκκλησίας, είναι θεοκεντρική και ακριβέστερα θεανθρωποκεντρική. Οι θεολογικές θέσεις των Τριών Ιεραρχών για την εργασία είναι σε διευρυμένη μορφή, ουσιαστικά, οι ίδιες αλήθειες, που μας αποκαλύπτει ο Θεός στην Αγία Γρα­φή. Έτσι, η διδασκαλία των Τριών Οικουμενικών Διδασκά­λων για την εργασία, καθώς εμπνέεται από το ίδιο Άγιο Πνεύμα, δεν έχει υποκειμενικό χαρακτήρα, αλλά αποτελεί αυθεντική διδασκαλία της ίδιας της Εκκλησίας στο σύνολό της.


Η εργασία καθεαυτήν έχει το αιώνιο πρότυπό της στον Τριαδικό Θεό. Ο Τριαδικός Θεός και μετά την δημιουργία του κόσμου εργάζεται, όπως μας διαβεβαιώνει ο ίδιος ο Χρι­στός: "Ο Πατήρ μου έως άρτι εργάζεται, καγώ εργάζομαι"[2]. Η ακατάπαυστη εργασία του Τριαδικού Θεού κατά τον ιερό Χρυσόστομο αναφέρεται στη συνεχή πρόνοια του Θεού προς τη σύνολη κτίση: «Και εργασίαν λέγει το διακρατείν τα γεγενημένα… και ηνιοχείν τον σύμπαντα χρόνον», σημειώνει ο χρυσορρήμονας Πατέρας. Αν δεν συνέβαινε αυτό, πώς θα εξα­κολουθούσε να υπάρχει το σύμπαν;  Αν δηλαδή το «χέρι» του  Θεού, όπως λέγει, δεν τα κυβερνούσε όλα και το ανθρώπινο γένος[3]; Ο άνθρωπος μπορεί να πληροφορείται «την διηνεκή του Πατρός εργασίαν» παρατηρώντας όχι μόνο την κίνηση του ήλιου και της σελήνης, αλλά και τις λειτουργίες όλης της άλογης και λογικής φύσεως. Όσα βλέπει ο άνθρωπος να συμβαίνουν στη φύση, δεν συμβαίνουν από μόνα τους, αλλά ο­φείλονται στην αγαπητική φροντίδα και την προνοητική ε­νέργεια του Θεού. Τα παραπάνω ο ιερός Χρυσόστομος τα θεμελιώνει και βιβλικώς. «Ανατέλει γαρ, φησίν», σημειώνει, "τον ήλιον αυτού επί πονηρούς και αγαθούς, και βρέχει επί δικαίους και αδίκους"[4]. Και πάλιν "ει δε τον χόρτον του αγρού σήμερον όντα και αύριον εις πυρ βαλλόμενον, ούτως ο Θεός αμφιέννυσιν[5], και περί των πετεινών διαλεγόμενος πάλιν ο Πατήρ υμών ο ουράνιος τρέφει αυτά"[6]. Αλλά, και κατά τον Μ. Βασίλειο, το δημιουργικό «πρόσταγμα» του Θεού ενεργεί ακατάπαυστα στον κόσμο, η δημιουργία συνεχίζεται, και ο Θεός εργάζεται[7]. Είναι προφανές, ότι εδώ η εργασία του Θεού έχει την έννοια της άκτιστης ενέργειας του.


Αλλά και στην περίπτωση του ανθρώπου η εργασία του έχει οντολογική θεμελίωση, αποτελεί γνώρισμα του «κατά φύσι», είναι φυσιολογικό γνώρισμα του. Η ψυχή μάλιστα του ανθρώπου κινείται εκ φύσεως ακατάπαυστα. «Τον άνθρωπον», παρατηρεί ο ιερός Χρυσόστομος, "έμπρακτον εποίησε ο Θεός και κατά φύσιν αυτώ έστι τω εργάζεσθαι"[8].


Πέρα όμως από την φυσιολογικότητά της, η εργασία εί­ναι εντολή του Θεού προς τον άνθρωπο και μάλιστα εντολή, που δόθηκε σ’ αυτόν πριν από την πτώση του στην αμαρτία. "Και έλαβεν Κύριος ο Θεός τον άνθρωπον, ον έπλασε, και έθετο αυτόν εν τω παραδείσω της τρυφής εργάζεσθαι αυτόν και φύλασσειν"[9], διαβάζουμε στο κείμενο της Γενέσεως.


Ποιό ήταν όμως το νόημα της εντολής για την εργασία στον παράδεισο; Όπως ένας φιλόστοργος πατέρας επινοεί για το μικρό παιδί του, που απολαμβάνει πολλή άνεση και ελευ­θερία, και του αναθέτει κάποια μικρή και ανάλογη με τις δυ­νατότητές του φροντίδα, έτσι και ο Θεός, λέγει ο ιερός Χρυ­σόστομος, δίνει την εντολή για εργασία και φροντίδα του πα­ραδείσου, «ίνα μη αποσκιρτήση εκ της υπερβαλλούσης ανέσεως ο άνθρωπος». Ο παράδεισος δεν είχε ανάγκη από την ερ­γασία του ανθρώπου. Αν όμως ο άνθρωπος ήταν απαλλαγμέ­νος από κάθε φροντίδα, θα απέκλινε προς τη ραθυμία, εξαιτί­ας της πολλής ανέσεώς του. Απασχολούμενος όμως εκεί με κάποια ανώδυνη εργασία, θα διακατέχονταν από περισσότε­ρη ευφροσύνη και θα προωθούνταν ήρεμα στην τελειωτική του πορεία[10]. Η χωρίς κόπο και ταλαιπωρία εργασία του θα του παρείχε «πολλήν την φιλοσοφίαν»[11].


Η ανάμιξη του κόπου με την εργασία ορίστηκε από τον Θεό μετά την πτώση και την έξωση από τον παράδεισο ως μέρος του «επιτιμίου» για την ανυπακοή του ανθρώπου στον Θεο[12]. Η αμαρτία του Αδάμ έκανε πλέον την εργασία επίπο­νη. Ο Θεός όρισε στον άνθρωπο «με τον ιδρώτα του προσώ­που του να τρώει το ψωμί του». Βέβαια, τα όσα είπε ο Θεός στον Αδάμ, είναι φανερό, σημειώνει ο Μ. Βασίλειος, ότι "πάσι τοις εξ αυτού γεγεννημένοις είρηται"[13], ισχύουν δηλαδή και για όλους τους απογόνους του Αδάμ.


Από τα παραπάνω είναι φανερό, ότι ο Θεός δημιουργών­τας τον άνθρωπο δεν τον θέλησε αργό και ακίνητο αλλά δρα­στήριο σ’ αυτά, που του αρμόζουν, τόσο μέσα όσο και έξω από τον παράδεισο[14].


Η εργασία, που όρισε ο Θεός ως υποχρέωση στον άνθρω­πο πριν αλλά και μετά την πτώση, έχει κατά τους Τρεις Ιε­ράρχες σαφώς παιδαγωγικό χαρακτήρα. Ο Θεός κατά τον ιε­ρό Χρυσόστομο μετά την πτώση εισήγαγε τον κόπο στην ερ­γασία «διά το χρήσιμον και λυσιτελές». Και, ενώ φαίνεται ως τιμωρία η ρήση του Θεού: "εν ιδρώτι του προσώπου σου φαγή τον άρτον σου"[15] η αλήθεια είναι, ότι "νουθεσία τις έστι και σωφρονισμός και των τραυμάτων των από της αμαρ­τίας γενομένων φάρμακον"[16]. Η εργασία συμβάλλει στην εύ­κολη απομάκρυνση των πονηρών λογισμών από το νου του ανθρώπου[17] ενεργώντας ως θεραπευτικό φάρμακο. Αυτή κα­θιστά την ψυχή καθαρότερη και το νου υγιέστατο. «Ο εν ερ­γασία ων», σημειώνει ο χρυσορρήμονας Ιεράρχης, "ουδέν ταχέως περιττόν παραδέξεται ούτε εν έργοις ούτε εν λόγοις ούτε εν εννοίαις· όλη γαρ διόλου συντάττεται προς τον επίπονον βίον η ψυχή"[18]. Η κοπιαστική ζωή, εξαιτίας της εργασίας, γί­νεται σχολείο της αρετής[19]. Αυτός είναι ουσιαστικά και ο παιδαγωγικός λόγος, που ο ιερός Χρυσόστομος συνιστά στους γονείς να παρέχουν από την νηπιακή ακόμη ηλικία στα παι­διά τους κάποια εργασία, που να ανταποκρίνεται στις σωμα­τικές και διανοητικές ικανότητές τους. Συγκεκριμένα, τα παιδιά οφείλουν να κάνουν μόνα τους όλα, όσα είναι στις δυ­νατότητες τους και αφορούν τη λειτουργικότητα της οικογέ­νειας σε καθημερινή βάση[20].


Αλλά ο κόπος της εργασίας, κατά τον ιερό Πατέρα, παρέ­χει και ευχαρίστηση στον άνθρωπο, ενώ παράλληλα συμβάλλει και στην απόκτηση ακλόνητης υγείας[21], όχι μόνο του σώματος αλλά και της ψυχής. Άλλωστε, ο κόπος δεν αφορά μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή. Έτσι, η πρόσκτηση λ.χ. της αρετής, κατά τον Μ. Βασίλειο, είναι υπόθεση ψυχοσωμα­τική. Επειδή ο άνθρωπος είναι «διπλούς», "διπλούν είναι προσήκει και το της αρετής σπούδασμα πόνοις τε σώματος και ψυχής ασκήμασι κατορθούμενον. Πόνοι δε σώματος ουχ η αργία, αλλά το έργον εστί"[22]. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολό­γος επαινεί τον ανθρώπινο μόχθο, που καταβάλλεται τόσο για την απόκτηση όσο και για την ίδια την διαφύλαξη του καρπού της εργασίας, εξαίροντας μάλιστα την συμβολή του νου γι’ αυτήν και σημειώνοντας, πως ό,τι αποκτά κανείς με κόπο το εκτιμά περισσότερο και ενδιαφέρεται για την διατή­ρησή του[23].


Ο εργαζόμενος, κατά τον Μ. Βασίλειο, οφείλει να μην αυτονομεί την εργασία του, γιατί έτσι καλλιεργεί ατομοκρατική συνείδηση. Αντίθετα, θα πρέπει να έχει την συνείδηση, ότι λειτουργεί ως μέλος ενός οργανικού σώματος. Βέβαια, ό­ταν κάποιος δεν ανταποκρίνεται με επιμέλεια στην εργασία του, ζημιώνεται ο ίδιος, περισσότερο όμως κινδυνεύει από το γεγονός, ότι ενεργεί εις βάρος του κοινού σώματος[24]. Και α­κουσίως ακόμη ο εργαζόμενος άνθρωπος, κατά τον Ιερό Χρυ­σόστομο, φθάνει στο συμφέρον του μόνο μέσω των συμφερόν­των του πλησίον του. Το ζητούμενο όμως είναι όχι απλώς το εκουσίως αλλά και το αγαπητικώς[25].


Από τον κόπο της εργασίας δεν δικαιούται να εξαιρεθεί κανείς. Και ο ίδιος ο Χριστός, παρατηρεί ο Μέγας Καππαδόκης, «κατά την πρώτην ηλικίαν τοις γονεύσιν υποτασσόμενος, άπαντα πόνον σωματικόν πράως και ευπειθώς συνδιέφερεν». Γιατί, βέβαια, η υποταγή στους γονείς αποδεικνύει, ότι υπέμεινε τους κόπους με ευπείθεια[26]. Άλλωστε, και πριν αρ­χίσει το δημόσιο σωτηριώδες έργο του ο Χριστός, είναι γνω­στό από το Ευαγγέλιο, ότι ασκούσε την εργασία του ξυλουργού [27].


Αλλά και ο κορυφαίος των Αποστόλων, ο απόστολος Παύλος, εργαζόταν όχι μόνο την ήμερα αλλά και τη νύχτα. Αυτός, που, κατά τον Ιερό Χρυσόστομο, δεν ήταν καθόλου τυχαίος άνθρωπος, αλλά ήταν εκείνος, που διέτασσε δαιμό­νια, ήταν δάσκαλος όλης της οικουμένης και είχε την φροντί­δα για την Εκκλησία σ’ όλο τον τότε γνωστό κόσμο, και δι­καιούνταν να ζει από το κήρυγμα του Ευαγγελίου[28].


Κατά τον Μέγα Βασίλειο, η εργασία συνιστάται μέσα στα πλαίσια του φυσιολογικού και του μέτρου, ενώ η αργία χαρακτηρίζεται από την ίδια την Αγία Γραφή ως "αταξία"[29]. Ο μέγας Ιεράρχης υπενθυμίζει εδώ την Β’ Επιστολή του α­ποστόλου Παύλου προς τους συμπολίτες μας Θεσσαλονικείς.


"Ακούομέν τινας εν υμίν ατάκτως περιπατούντας, μηδέν εργαζομένους"[30]. Αλλά και για τον εαυτό του ο απόστολος Παύ­λος στην ίδια Επιστολή σημειώνει: "Ουκ ητακτήσαμεν εν υ­μίν, ουδέ δωρεάν άρτον εφάγομεν παρά τινος, αλλ’ εν κόπω και μόχθω νύκτα και ημέραν εργαζόμενοι προς το μη επιβαρήσαί τινα υμών"[31]. Ο απόστολος Παύλος σημειώνει ιδιαίτε­ρα τον χειρωνακτικό χαρακτήρα της εργασίας του λέγοντας: «ταις χρείαις μου και τοις ουσι μετ’ εμού υπηρέτησαν αι χεί­ρες αύται»[32].


Κατά συνέπεια, αν η εργασία σηματοδοτείται θετικά ως αγαθό, η αργία απορρίπτεται και χαρακτηρίζεται απερίφραστα ως κακό[33]. Η εργασία ανήκει στα «κατά φύσιν», ενώ η αργία ανήκει, κατά τον ιερό Χρυσόστομο, στα «παρά φύσιν». Έτσι, "παρά φύσιν εστί το αργείν"[34]. Η αργία, κατά τον ίδιο Ιεράρχη, είναι «κακίας μέρος, μάλλον δε και υπόθεσις και ρί­ζα πονηρά», αφού "πάσαν κακίαν εδίδαξεν η αργία"[35], και ει­δικότερα, "διδάσκαλος πονηρίας εγένετο εξ αρχής τοις αγαπώσιν αυτήν"[36]. Και, όπως η σωματική αργία βλάπτει το σώμα, έτσι και η αργία των αγαθών κινήσεων της ψυχής βλάπτει και εξασθενίζει την ψυχή [37]. Ό,τι είναι το χαλινάρι στο άλογο, είναι στην ανθρώπινη φύση η εργασία [38]. Επειδή η παρούσα ζωή είναι τόπος ασκήσεως και παιδαγωγίας, και επειδή η άνεση και η απραξία καταστρέφουν τους περισσότε­ρους ανθρώπους, ο Θεός μας έδωσε και ασχολίες και κόπο, λέγει ο ιερός Πατέρας, ώστε να λειτουργούν σαν κάποια χα­λινάρια, για να συγκρατούν και να τιθασσεύουν την υπερη­φάνεια του νου μας[39]. Και, ενώ σε όλους γενικά η αργία ενεργεί διαβρωτικά[40], όταν συμβεί να επιβληθεί στη νεότητα, τό­τε αυτή "θηρίου παντός αγριωτέρα γίνεται"[41].


Απαντώντας στο ερώτημα: «ει χρη εργάζεσθαι», ο Μ. Βασίλειος αποδοκιμάζει την αργία και θεμελιώνει βιβλικά την αναγκαιότητα της εργασίας. Όταν ο απόστολος Παύλος παραγγέλλει στους Θεσσαλονικείς: "ει τις ου θέλει εργάζε­σθαι, μηδέ εσθιέτω"[42], υπογραμμίζει, κατά τον Μ. Βασίλειο, το πόσο κακό είναι η αργία. Όπως είναι αναγκαία η καθημε­ρινή τροφή, έτσι είναι αναγκαία και η εργασία. Και, επειδή ο ίδιος ο Χριστός συνέδεσε την οκνηρία με την πονηρία λέγον­τας εκείνο το γνωστό: «πονηρέ δούλε και οκνηρέ» [43], θα πρέ­πει να φοβάται κανείς, μήπως κατά την ημέρα της κρίσεως ζητηθεί η εργασία, που αναλογεί στη δύναμή μας από Εκεί­νον, που μας έδωσε την δύναμη να εργαζόμαστε[44].


Το χωρίο του αποστόλου Παύλου: "ει τις ου θέλει εργάζεσθαι, μηδέ εσθιέτω"[45], έχει την ίδια ακριβώς έννοια, που έχει ο λόγος του Χριστού: "άξιος ο εργάτης της τροφής αυτού"[46], και αποτελεί ουσιαστικά διαφορετική διατύπωση με αρνητι­κή εκφορά. Και τα δύο αυτά χωρία, το ένα έμμεσα και το άλ­λο άμεσα, συνιστούν, θα λέγαμε, το δικαίωμα της συντηρή­σεως του άνθρωπου διά της εργασίας. Τούτο όμως δεν σημαί­νει, ότι εδώ βρίσκεται και ο σκοπός της εργασίας, κατά τους Τρεις Ιεράρχες.


Για να προσεγγίσουμε σωστά και σε βάθος τον σκοπό της εργασίας για τον άνθρωπο της Εκκλησίας, θα πρέπει να λά­βουμε σοβαρά υπόψη το πλαίσιο της θεολογικής σκέψεως των Τριών Ιεραρχών, μέσα στο οποίο, εντασσόμενα τα λεγό­μενα για την εργασία, γίνονται εύκολα κατανοητά και ελα­χιστοποιείται ο κίνδυνος των παρανοήσεων. Οι Τρεις Οικου­μενικοί Διδάσκαλοι της Εκκλησίας προϋποθέτουν την θεμε­λιώδη πρόταξη των δύο πρώτων και μεγάλων εντολών: Την πρώτη εντολή της αγάπης προς τον Θεό, και την "δευτέραν τη τάξει και ομοία εκείνη, μάλλον δε συμπληρωτικήν της προτέρας και εξ αυτής ηρτημένην, την περί του αγαπάν τον πλησίον"[47], κατά τον Μέγα Βασίλειο.


Καταρχήν, ως προς την τήρηση της πρώτης εντολής, ο άνθρωπος καλείται σε συνεχή, σταθερή και αμετεώριστη αγαπητική αναφορά του όλου είναι του στον Θεό. Η συνεχής αυτή αγαπητική αναφορά πετυχαίνεται κατεξοχήν με την α­διάλειπτη προσευχή, όχι όμως αποκλειστικώς και μόνον από αυτήν. Κατά τον Μ. Βασίλειο, ο απόστολος Παύλος προβάλ­λει την αναγκαιότητα δύο πραγμάτων, που θα πρέπει να συμβιβάζονται λειτουργικά μεταξύ τους, να συνδυάζονται και να μην αυτονομούνται, ώστε να μπορεί ο άνθρωπος να ευαρεστεί τον Θεό και με τα δύο. Συγκεκριμένα, ο απόστολος Παύλος προβάλλει στους πιστούς τόσο το «αδιαλείπτως προσεύχεσθε»[48] όσο και το «νύκτα και ημέραν εργαζόμενοι»[49]. Πώς όμως μπορούν να εφαρμόζονται αυτές οι προτροπές στην πράξη;


Για την προσευχή, λέγει ο Μ. Βασίλειος, κάθε καιρός εί­ναι κατάλληλος. Με την καρδιά του μπορεί κανείς να υμνεί τον Θεό πάντοτε. Αλλά, και παρά την εργασία του, ο πιστός μπορεί να εκπληρώνει την υποχρέωση της προσευχής, από τη μιά ευχαριστώντας τον Θεό, που του έδωσε την δύναμη για την εργασία, την σοφία του νου για την ανάληψη της ε­πιστήμης, που του χάρισε την ύλη των εργαλείων και τα υ­λικά των τεχνών, οπουδήποτε και αν εργάζεται, και από την άλλη προσευχόμενος να κατευθύνεται η εργασία του "προς τον σκοπόν της προς Θεόν ευαρεστήσεως"[50]. Από έδώ γίνεται σαφές, ότι ο απώτερος και κύριος σκοπός της εργασίας πρέπει να είναι η ευαρέστηση του Θεού. Και φυσικά η κίνηση του ανθρώπου για την ευαρέστηση του Θεού δεν μπορεί παρά να είναι κατεξοχήν αγαπητική και κατ’ επέκταση κοινωνική.


Πώς όμως και πότε μπορεί να είναι η εργασία μας, ευάρεστη στον Θεό;  Αναφερόμενος ο Μ. Βασίλειος ειδικότερα στο σκοπό της εργασίας δίνει μία ρηξικέλευθη απάντηση στο παραπάνω ερώτημα, που κινείται απόλυτα μέσα στο πνεύμα της Επί του Όρους Ομιλίας του Χριστού. Ο εργαζόμενος, λέ­γει, πρέπει να γνωρίζει, ότι οφείλει να εργάζεται όχι για να καλύψει τις ανάγκες του, αλλά για να τηρήσει την εντολή της αγάπης προς τον πλησίον. «Εκείνο μέντοι ειδέναι χρη», σημειώνει ο ουρανοφάντορας Ιεράρχης, "ότι ο εργαζόμενος, ουχ ίνα ταις εαυτού χρείαις υπηρετή διά των έργων, εργάζεσθαι οφείλει, αλλ’ ίνα την εντολήν του Κυρίου πληρώση, του ειπόντος· Επείνασα, και εδώκατέ μοι φαγείν"[51], και τα εξής. Και συμπεραίνει: "Σκοπός ουν εκάστω προκείσθαι οφείλει εν τω έργω η υπηρεσία των δεομένων, ουχί η ιδία αυτού χρεία"[52]. Ως σκοπός δηλαδή σε κάθε εργασία πρέπει να τίθε­ται εκ των προτέρων η υπηρεσία σ’ όσους έχουν ανάγκη και όχι η προσωπική ανάγκη του εργαζομένου. Έτσι κατανοείται και η θέση του Μεγάλου Ιεράρχη, ότι εκείνο, που αποθηκεύ­ει κανείς, ανήκει σ’ όποιον το έχει ανάγκη. Γι’ αυτό και αδι­κεί κανείς τόσους, όσους μπορούσε να βοηθήσει με τα αποθη­κευμένα[53]. Μέσα στο ίδιο πνεύμα και ο άγιος Γρηγόριος ο Θε­ολόγος θα πει, πως είναι ντροπή να κρατάμε για τον εαυτό μας όσα ανήκουν στους άλλους[54].


Για ποιο λόγο όμως να γίνει μιά τέτοια σκοποθεσία της εργασίας; Γιατί με τον τρόπο αυτό, παρατηρεί ο Μ. Βασίλει­ος, θα αποφευχθεί το μεγάλο αμάρτημα της φιλαυτίας, ενώ ταυτόχρονα θα λάβει ο άνθρωπος από τον Χριστό την ευλο­γία της "φιλαδελφίας"[55], μια και ο ίδιος ο Χριστός μάς διαβεβαιώνει, ότι "εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων εμοί εποιήσατε"[56]. Αλλά, μήπως τα παραπάνω έρχονται σε αντίθεση με τον απόστολο Παύλο, που συνιστά στους Θεσσαλονικείς να τρώνε το ψωμί τους εργαζό­μενοι; Ο Μ. Βασίλειος διευκρινίζει, ότι αυτό έχει λεχθεί προς τους «άτακτους και αργούς». Με άλλα λόγια, θέλει να πει, ό­τι προτιμότερο από την αργή ζωή είναι το να φροντίζει ο κα­θένας τον εαυτό του και να μη ζει εις βάρος των άλλων. Στους «ατάκτως περιπατούντας», στους «μηδέν εργαζομέ­νους, αλλά περιεργαζομένους» παραγγέλλει ο απόστολος Παύλος να τρώνε το ψωμί τους εργαζόμενοι ήσυχα[57], προβάλ­λοντας και ως παράδειγμα τον εαυτό του που εργαζόταν νύ­χτα μέρα για να μην γίνεται βάρος σε κανέναν[58]. Εκείνος ό­μως, που ενδιαφέρεται για την τελείωσή του, οφείλει να ερ­γάζεται[59], "ίνα έχη μεταδιδόναι τω χρείαν έχοντι"[60].


Αν ο απόστολος Παύλος, παρατηρεί ο ιερός Χρυσόστομος, ενώ δεν ήταν υποχρεωμένος να εργάζεται, εξαιτίας του απο­στολικού έργου του, όμως εργαζόταν, και μάλιστα μέρα νύ­κτα, για να μπορεί να βοηθεί κι άλλους, πολύ περισσότερο αυτό πρέπει να το κάνουν όσοι δεν είναι επιφορτισμένοι με ε­πιπλέον εργασία[61].


Τόσο ο Μ. Βασίλειος όσο και ο ιερός Χρυσόστομος κατανοούν και ερμηνεύουν τον σκοπό της εργασίας στο πλαίσιο της Επί του Όρους Όμιλίας. Κατά τον ιερό Χρυσόστομο στην Επί του Όρους Ομιλία κακίζεται η μέριμνα, όχι όμως και η εργασία. Το να μη μεριμνά κάποιος δεν σημαίνει το να μην εργάζεται, αλλά το να μην προσηλώνεται στα βιοτικά πράγ­ματα. Γιατί είναι δυνατόν να εργάζεται κάποιος, χωρίς να α­ποταμιεύει για το μέλλον, όπως και είναι δυνατόν να εργάζε­ται κάποιος, χωρίς να μεριμνά καθόλου. Δεν ταυτίζεται η μέ­ριμνα με την εργασία ούτε εργάζεται ο πιστός, επειδή έχει την εμπιστοσύνη του στην εργασία, αλλά για να δίνει σε εκείνον, που έχει ανάγκη[62].


Κατά τον Μ. Βασίλειο, ο Χριστός στην Επί του Όρους Ομιλία μάς απαγόρευσε να ζητούμε τα προς το ζην και μάς συ­νέστησε να ζητούμε τη βασιλεία του Θεού και τη δικαιοσύνη του[63]. Το πώς όμως πρέπει να ζητούμε, μας το διευκρίνισε καλά. Από τη μια μεριά μάς εμπόδισε να εργαζόμαστε «την βρώσιν την απολλυμένην», τι θα φάμε δηλαδή και τι θα πι­ούμε, ενώ από την άλλη μας δίδαξε να εργαζόμαστε "την βρώσιν την μένουσαν εις ζωήν αιώνιον"[64]. Ο ίδιος ο Χριστός σε άλλη συνάφεια μάς φανέρωσε, ποια είναι αυτή η τροφή, που μένει αιωνίως. «Εμόν βρώμα έστιν», είπε ο Χριστός, "ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με Πατρός"[65]. Εάν όμως το θέλημα του Θεού είναι να χορτάσουμε αυτόν που πεινά, να ντύσουμε τον γυμνό κ.λ.π.[66], τότε είναι εντελώς αναγκαίο, λέγει ο Μ. Βασίλειος, να μιμηθούμε τον απόστολο Παύλο, ο οποίος μας υπέδειξε να εργαζόμαστε με κόπο το αγαθό για να βοηθούμε, όσους έχουν ανάγκη[67]. Πολύ περισσότερο, μάλι­στα, να ενεργούμε έτσι, αφού ο Χριστός μάς διαβεβαιώνει, ότι αποδέχεται για τον ίδιο τον εαυτό του την φροντίδα, που πα­ρέχουμε στους αδυνάτους, και μας υπόσχεται γι’ αυτή μας την φροντίδα την βασιλεία των ουρανών[68].


Μέσα στο ίδιο πνεύμα ακριβώς κινείται και ο ιερός Χρυσόστομος. Όταν ο Χριστός λέει: «μη εργάζεσθε την βρώσιν την απολλυμένην», δεν εννοεί να μένουμε αργοί, σημειώνει ο ιερός Πατέρας, γιατί και η αργία είναι κατεξοχήν «απολλυμένη βρώσις». Εννοεί, να εργάζεσθε και να μεταδίδετε. Αυτό δεν είναι «απολλυμένη βρώσις». Όποιος, ενώ μένει αργός, τρώει και φροντίζει για την τρυφή, αυτός εργάζεται την «α­πολλυμένην βρώσιν». Όποιος όμως εργάζεται και τρέφει τον Χριστό και τον ντύνει, αυτός εργάζεται την «βρώσιν την μενουσαν διηνεκώς», η οποία ταυτίζεται με τα αγαθά της μέλ­λουσας βασιλείας του Θεού[69].


Αλλά, αν ο κύριος σκοπός της εργασίας είναι, τελικά, να γίνουμε ευάρεστοι στον Θεό δείχνοντας πρακτικώς αγαπητική στήριξη στον πάσχοντα πλησίον, στο πρόσωπο του οποίου συναντούμε τον ίδιο τον Χριστό, προκύπτει ευλόγα το έρώτημα: Με ποιον τρόπο θα πρέπει να εργαζόμαστε;


Οι τιμώμενοι σήμερα προστάτες της Παιδείας μας παρουσιάζουν με πολλή σαφήνεια αυτόν τον τρόπο. Ο εργαζόμενος, λέγει ο Μ. Βασίλειος, θα πρέπει να είναι προσεκτικός στην εργασία του, και να την φροντίζει με πολύ ενδιαφέρον, σαν να την εποπτεύει ο ίδιος ο Θεός. Να την κάνει «εν αόκνω σπου­δή» και να την ολοκληρώνει κατά τρόπο άμεπτο και με αυ­ξημένη επιμέλεια. Να μη μεταπηδά από τη μιά εργασία στην άλλη. Ο άνθρωπος από τη φύση του δεν μπορεί να κα­ταφέρνει με επιτυχία πολλά πράγματα ταυτόχρονα. Είναι χρησιμότερο να κάνει κανείς μία εργασία με φιλοπονία, από το να ασχολείται με πολλά κατά ελλιπή τρόπο. Άλλωστε, ο μερισμός σε πολλά και η μετάβαση από το ένα στο άλλο δεν οδηγεί στην ολοκλήρωση των έργων. Αποτελεί ελαφρότητα ήθους, ή φανερώνει την προΰπαρξη ελαφρότητας, ή και αν δεν υπήρχε, την εγκαθιστά. Αλλά, όπως το να μεταβαίνει κανείς αυθαίρετα από τη μιά εργασία στην άλλη είναι ασύμ­φορο, έτσι και όταν του ζητάται κάποια εργασία και δεν αν­ταποκρίνεται, αυτό είναι αξιόμεμπτο και τροφοδοτεί το πά­θος της αυθάδειας[70].


Ο Μ. Βασίλειος επιμένει ιδιαίτερα στον προσωπικό κόπο και τον ζήλο, που οφείλει να επιδεικνύει ο καθένας στην ερ­γασία του, ενεργοποιώντας έτσι το θυμικό της ψυχής για να παίρνει η εργασία του έντονα δραστήριο χαρακτήρα. Τίποτε δεν μπορεί να αποτελέσει πρόφαση στον υγιή άνθρωπο για την αποφυγή του κόπου. Η εκδήλωση της αγάπης προς τον πλησίον, στην οποία αποβλέπει η εργασία, θα πρέπει απαραι­τήτως να περνά μέσα από τον προσωπικό κόπο της εργασί­ας[71]. Εδώ θα μπορούσαμε να πούμε, ότι ο Μ. Βασίλειος ειση­γείται και ένα συγκεκριμένο είδος έμπονης αγάπης.


Αλλά, εκτός από τον κόπο, ο εργαζόμενος, κατά τον Μ. Βασίλειο, καλείται να δείξει την αγάπη του σ’ αυτούς, που συμβαίνει να υπηρετεί, λέγοντας τους και κάποια παρηγορη­τικά λόγια, ώστε η εργασία του να γίνεται ευπρόσδεκτη, να είναι «άλατι ηρτυμένη». Γενικότερα, καλείται να εργάζεται, σαν να υπηρετεί τον ίδιο τον Χριστό. Να μη περιφρονεί κα­μιά εργασία, έστω και αν φαίνεται, πως είναι ευτελής[72], αφού και ο Χριστός υπηρέτησε τους μαθητές του και "ουκ απηξίωσε και τα ευτελή των έργων ποιήσαι"[73]. Άριστος τρόπος ερ­γασίας είναι, τέλος, κατά τον Μεγάλο Καππαδόκη, όταν η ο­φειλόμενη εργασία γίνεται με φρόνημα ταπεινό, χωρίς έπαρ­ση, χωρίς οργή και χωρίς γογγυσμό[74]. Σε αντίθετη περίπτωση, που η εργασία γίνεται με ραθυμία η με έπαρση, η εργα­σία αυτή είναι ηθικώς μολυσμένη. Γι’ αυτό, και αν κάτι τέτοιο συμβεί σε μοναχική αδελφότητα, συνιστά την άμεση αποξένωση από αυτήν των έργων του οκνηρού, του αντιλόγου και του γογγύζοντος ως μη ευαρέστων στον Θεό[75]. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, αξιόμεμπτη είναι η εργασία, που γίνεται με βίαιο τρόπο, που ξεπερνά τα όρια του μέτρου, και όταν παίρνει τον χαρακτήρα της πλεονεξίας[76].


Αλλά η παραπάνω στάση του άνθρωπου έναντι της εργα­σίας καθεαυτήν θέτει ευλόγα ερωτήματα και για τη στάση του εργαζόμενου έναντι του εργοδότη, ανεξάρτητα αν αυτός είναι φυσικό πρόσωπο ή θεσμικός φορέας. Ο ιερός Χρυσόστο­μος κάνει μια πολύ διεισδυτική και λεπτή παρέμβαση στις εργασιακές σχέσεις και επισημαίνει τα υπαρξιακά όρια της α­ληθινής ελευθερίας και της αληθινής δουλείας του ανθρώ­που. Σχολιάζοντας το χωρίο του αποστόλου Παύλου: "Τιμής ηγοράσθητε, μη γίνεσθε δούλοι ανθρώπων"[77], παρατηρεί, ότι ο λόγος αυτός δεν απευθύνεται μόνο προς όσους ήταν την ε­ποχή εκείνη δούλοι, αλλά έχει λεχθεί και για τους μη δού­λους, τους (θεσμικά) ελεύθερους. Γιατί, όπως σημειώνει, εί­ναι δυνατόν, ενώ είναι κάποιος (θεσμικά) δούλος, να μην εί­ναι ουσιαστικά δούλος, και ενώ κάποιος είναι (θεσμικά) ε­λεύθερος, να είναι στην πραγματικότητα δούλος. Και πώς εί­ναι δυνατόν ο δούλος να μην είναι δούλος; Τούτο είναι δυνα­τόν, όταν όλα όσα κάνει αυτός, τα κάνει για τον Θεό. Όταν δεν υποκρίνεται ούτε χάνει κάτι από ανθρωπαρέσκεια. Τότε, ενώ είναι (θεσμικά) δούλος σε ανθρώπους, είναι (στην πραγ­ματικότητα) ελεύθερος. Και, πώς πάλι, ενώ είναι (θεσμικά) ελεύθερος, γίνεται (στην πραγματικότητα) δούλος; Γίνεται δούλος, όταν υπηρετεί τους ανθρώπους με πονηριά, ή για λό­γους γαστριμαργίας, ή από επιθυμία των χρημάτων, ή για α­πόκτηση δυνάμεως (εξουσίας). Αυτού του είδους ο άνθρωπος είναι περισσότερο δούλος απ’ όλους, παρότι είναι (θεσμικά) ε­λεύθερος. Τον άνθρωπο τον βλάπτει ουσιαστικά η «φύσει» δουλεία, δηλαδή η δουλεία της αμαρτίας. Αν ο εργαζόμενος δεν είναι δούλος αυτής της δουλείας, θα πρέπει να είναι αισι­όδοξος και να ευφραίνεται, γιατί κανείς δεν μπορεί να τον α­δικήσει, επειδή έχει αδούλωτο το ήθος του. Αντίθετα, αν κά­ποιος είναι δούλος στην αμαρτία, και χιλιάδες φορές να είναι (θεσμικά) ελεύθερος, δεν του είναι κανένα όφελος η ελευθερία του[78].


Μπορεί όμως κανείς να αποδέχεται κάθε είδος προσφερό­μενης εργασίας; Και ποια θα μπορούσαν να αποτελέσουν κρι­τήρια επιλογής για την επαγγελματική απασχόλησή του;


Ο Μ. Βασίλειος αποφεύγει να κατονομάσει λεπτομερώς όλες τις τέχνες και τα επαγγέλματα της εποχής του, που δεν πρέπει κάποιος να τα ασκεί. Καταρχήν είναι αποδεκτή κάθε εργασία, η οποία "καπηλείας απάσης… και αισχροκέρδειας απήλλακται"[79].


Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος μνημονεύει σε μιά Επι­στολή του έναν παλαιό αθηναϊκό νόμο, που αναφέρεται στον επαγγελματικό προσανατολισμό των νέων, θα λέγαμε σήμε­ρα. Σύμφωνα με το νόμο αυτόν, όταν οι νέοι φθάσουν στην ε­φηβεία, πρέπει να οδηγούνται στις διάφορες τέχνες με τον ε­ξής τρόπο: Να εκτίθενται σε δημόσιο χώρο τα σύνεργα της κάθε τέχνης και να οδηγούνται μπροστά τους οι νέοι. Ο κάθε νέος να μαθαίνει την τέχνη εκείνη, της οποίας τα σύνεργα του προσφέρουν χαρά και στα οποία προστρέχει. Ο άγιος Γρη­γόριος επιδοκιμάζει τον τρόπο αυτό, επειδή θεωρεί ως κριτή­ριο επιλογής του επαγγέλματος τις φυσικές κλίσεις του αν­θρώπου[80]. Βέβαια ο Μ. Βασίλειος θα συμπληρώσει, ότι χρειά­ζεται και άρτια ειδίκευση στην τέχνη. Δεν είναι σωστό, λέ­γει, να ασκεί κάποιος την τέχνη, που απλώς επιθυμεί, αλλά εκείνη, για την οποία θα κριθεί κατάλληλος μετά από τη σχετική δοκιμασία[81]..


Σε κάθε περίπτωση επιλογής του επαγγέλματος όμως θα πρέπει να έχουμε ως επιδίωξή μας την λιτότητα και την α­πλότητα, αποφεύγοντας να υπηρετούμε ανόητες και βλαβερές επιθυμίες ανθρώπων, με το να κατασκευάζουμε αυτά, που ε­πιζητούν αυτού του είδους οι άνθρωποι[82]. Εξειδικεύοντας την παραπάνω θέση του ο Μ. Βασίλειος γράφει τα εξής διευκρινι­στικά: Οι ασχολούμενοι λ.χ. με την υφαντουργία να αναλαμ­βάνουν αυτό, που είναι σύμφωνο με τον χριστιανικό τρόπο ζωής, και όχι αυτό, που επινοούν οι ακόλαστοι για να θηρεύ­ουν και να παγιδεύουν τους νέους. Το ίδιο ισχύει και για τις άλλες τέχνες. Θα πρέπει να παρέχουν το χρήσιμο και να καλύπτουν το αναγκαίο. Θεμελιώδες πάντως κριτήριο επιλογής κάποιας εργασίας έναντι πολλών άλλων θα πρέπει να είναι, ότι δεν θα υπάρχει σ’ αυτήν τίποτε, που να βλάπτει τον πρω­ταρχικό σκοπό της ζωής[83].


Συμπερασματικώς, θα μπορούσαμε να σταθούμε στα ε­ξής: Ο Θεός έθεσε τις φυσικές καταβολές της εργατικότητας στον άνθρωπο και με την αποκάλυψη του θελήματός Του  στήν Εκκλησία οριοθέτησε τον σκοπό της εργασίας, διασφα­λίζοντας έτσι τις καταβολές αυτές από κάθε εσφαλμένο προ­σανατολισμό του εμπαθούς ανθρώπου.


Ανταποκρινόμενος ο άνθρωπος αγαπητικώς στην εντολή του Θεού προς εργασία φανερώνει στην πράξη την ανιδιοτελή αγάπη του προς τον πλησίον, αφού ο σκοπός της εργασίας εί­ναι η βοήθεια όσων έχουν ανάγκη, η αγαπητική δηλαδή συ­νάντηση με τον Χριστό, που βρίσκεται στα πρόσωπα των α­δυνάτων. Σκοπός της εργασίας, κατά τους Τρεις Ιεράρχες, δεν είναι η όποια οικονομική ή κοινωνική διασφάλιση του εαυ­τού μας, γιατί, τότε, η τήρηση της εντολής της εργασίας θα σήμαινε την θεολογική κατοχύρωση της ιδιοτέλειας και της φιλαυτίας μας. Θα πρέπει, βέβαια, να γίνει σαφής διάκριση α­νάμεσα στο αυτονόητο δικαίωμα της συντηρήσεως του αν­θρώπου διά της εργασίας του και στον καθαυτό σκοπό της εργασίας.


Στις μέρες μας η υπόθεση της εργασίας έχει καταστεί οι­κονομικό και κοινωνικό πρόβλημα, που απασχολεί σοβαρά τις εκάστοτε Κυβερνήσεις. Κυρίως όμως θίγει έντονα τόσο τους άνεργους, που δεν βρίσκουν εργασία, όσο και τους εργα­ζόμενους, εξαιτίας των δυσμενών εργασιακών σχέσεων. Το πρόβλημα είναι εξαιρετικά περίπλοκο και συνδέεται αναπό­φευκτα με τις γενικότερες τεχνολογικές, οικονομικές, εθνι­κές και διεθνείς συγκυρίες. Εκείνο που θα μπορούσαμε να πούμε με βάση την θεολογική σκέψη των Τριών Ιεραρχών για την εργασία είναι ότι η Πολιτεία έχει υποχρέωση να πα­ρέχει εργασία σε όλους τους πολίτες της, γιατί, όπως λέχθη­κε, η αργία —και με τη σύγχρονη μορφή της η ακούσια ανερ­γία— δεν μπορεί να θεωρηθεί ως φυσιολογική κατάσταση, που να υφίσταται νομοτελειακά. Και δεν είναι δυνατόν μια φυσιολογική Πολιτεία να ανέχεται την διαβρωτική αυτή κα­τάσταση και να μην παρεμβαίνει θεραπευτικά, έστω και ε­πώδυνα για κάποιους, στο κοινωνικό σώμα της. Όσο για την ποιότητα των εργασιακών σχέσεων είναι προφανές, ότι αυτή συναρτάται άμεσα με το συγκεκριμένο πρότυπο και το ποιον του ανθρώπου, που καλλιεργεί η ίδια η κοινωνία μας. Το μή­νυμα, βέβαια, των Τριών Ιεραρχών για την εργασία απευθύ­νεται κυρίως στον καθένα προσωπικά, παρά σε θεσμικούς παράγοντες. Αν ως επιμέρους πρόσωπα λάβουμε το μήνυμα, τότε εκ των πραγμάτων θα το λάβει και η Πολιτεία. Πάν­τως, έχουμε τη γνώμη, ότι τα σύγχρονα προβλήματα, που σχετίζονται με την εργασία και τις εργασιακές σχέσεις, μπο­ρούν να βρουν γενικότερα τις λύσεις τους, εάν γίνει αποδε­κτός ο τρόπος ζωής, που προτείνει η Εκκλησία, μικρό δείγμα του οποίου μάς έδωσαν σήμερα οι τιμώμενοι άγιοι της Παιδείας.


Εδώ όμως κάποιοι, ίσως θέσουν το εύλογο ερώτημα: «Ε­μείς βλέπουμε να αυξάνει καθημερινώς η ανεργία, και η ανα­τέλλουσα παγκοσμιοποίηση κάνει ακόμη πιο δυσοίωνα τα πράγματα. Και, ενώ θέλουμε να εργασθούμε, δεν βρίσκουμε εργασία για να καλύψουμε τα προς το ζην και να προσφέρου­με και κάτι στον συνάνθρωπό μας. Σε ποιον, επομένως, θα πρέπει να απευθυνθούμε και σε ποιον να ελπίσουμε;».


Στην επίκαιρη και διάπυρη αυτή ερώτηση θα ήθελα στηριζόμενος στη σκέψη των Τριών Ιεραρχών να πω σύντο­μα τα εξής: Ο ίδιος ο Θεός από τη μια μάς συνιστά, το "μη πεποίθατε έπ’ άρχοντας, επί υιούς ανθρώπων"[84], παρά μόνο στον Θεό, "τον δίδοντα τροφήν τοις πεινώσι"[85], και από την άλλη ο Χριστός μάς λέγει: «Μη μεριμνάτε για τη ζωή σας λέγοντας: τι θα φάμε; ή τι θα πιούμε; ή τι θα ντυθούμε; Για­τί, για όλα αυτά αγωνιούν όσοι δεν εμπιστεύονται τον Θεό. Ο ουράνιος Πατέρας σας γνωρίζει καλά, ότι έχετε ανάγκη απ’ όλα αυτά. Γι’ αυτό πρώτα απ’ όλα να επιζητείτε τη βασιλεία του Θεού, και την επικράτηση του θελήματός Του, και όλα αυτά θα ακολουθήσουν[86]. Όποιος τηρεί αυτές τις εντολές του Θεού, γίνεται σίγουρα δέκτης και της υλοποιήσεως της υποσχέσεώς του. Όλα τα αναγκαία για τη ζωή θα τα προσθέ­σει ο Θεός σύμφωνα με την αυτοδέσμευσή του.


Η ανεργία και η στέρηση των αναγκαίων, τόσο σε προ­σωπικό και κοινοτικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο λαών, εί­ναι κατά κανόνα φυσικά επακόλουθα της αποστασίας του αν­θρώπου από τον Θεό. Στην προκειμένη περίπτωση η παραβο­λή του ασώτου είναι πολύ εύγλωττη. Όταν ο άνθρωπος, ως άσωτος υιός, αυτονομήθηκε και απομακρύνθηκε από τον Θεό Πατέρα, ακολούθησε κατά σκόπιμη παραχώρηση του Θεού «λιμός ισχυρός». Αλλά, και όταν ο άνθρωπος μετανόησε, «ελθών εις εαυτόν», ο αγαπών Θεός τον αποκατέστησε στην προτέρα του υλική θέση[87]. Είναι αποκαλυπτικά αλλά και αι­σιόδοξα όσα ποιητικώς μας καταθέτει ο προφήτης και βασι­λιάς Δαβίδ: «εγήρασα και ουκ είδον δίκαιον εγκαταλελειμμέ­νον, ουδέ το σπέρμα αυτού ζητούν άρτους»[88], μας λέγει, και παράλληλα διακηρύσσει: "πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν, οι δε εκζητούντες τον Κύριον ουκ ελαττωθήσονται παν­τός αγαθού"[89].


*Αποτελεί Πανηγυρικό Λόγο, που εκφωνήθηκε κατά την εορτή των Τριών Ιεραρχών (30 Ιανουαρίου 2001) στην αίθουσα τελετών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Δημοσιεύτηκε το ίδιο έ­τος (2001) αυτοτελώς από την Υπηρεσία Δημοσιευμάτων του Α.Π.Θ.

Η παιδεία στους Τρεις Ιεράρχες

 Γ.Δ. Μπαμπινιώτης


Οι τρεις Ιεράρχες, διαθέτοντας οι ίδιοι ευρύτατη παιδεία, ήταν φυσικό, περισσότερο από όλους τους άλλους Πατέρες της Εκκλησίας, να συλλάβουν τη σημασία της Παιδείας για τον άνθρωπο και μάλιστα για τον «νέο άνθρωπο» της εποχής τους, τον χριστιανό άνθρωπο. Κι επειδή γι’ αυτούς Παιδεία δεν σημαίνει … κατάκτηση γνώσεων αλλά καλλιέργεια της ανθρώπινης ψυχής, ως κύριος σκοπός της Παιδείας προσδιορίζεται η αγωγή των νέων παιδιών: «Τέχνη τεχνών και επιστήμη επιστημών φαίνεται μοι, άνθρωπον άγειν, το πολυτροπώτατον ζώον και ποικιλώτατον», θα πει ο Γρηγόριος (Ε.Π.Μ.35,325).


Βεβαίως το «άνθρωπον άγειν», η ανθρωπαγωγή, ας νεολογίσουμε, δεν μπορεί στη σύλληψη των Πατέρων της Εκκλησίας παρά να είναι χριστοκεντρική. Σκοπός της αγωγής είναι: «ομοιωθήναι Θεώ κατά το δυνατόν ανθρώπου φύσει. Ομοίωσις δε ουκ άνευ γνώσεως, η δε γνώσις ουκ εκτός των διδαγμάτων», διδάσκει ο Μέγας Βασίλειος (Ε.Π.Μ. 32,69Β).


Για τους Τρείς Μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας, ουσία της παιδείας είναι η αγωγή και δεν νοείται αγωγή χωρίς «πνευματικά μαθήματα» και «επιμέλεια ψυχής»: «Ότι των οικείων αμελούμεν παίδων, και των μεν κτημάτων αυτών επιμελούμεθα, της δε ψυχής αυτών καταφρονούμεν, εσχάτης ανοίας πράγμα» (Ε.Π.Μ. 51,327), προειδοποιεί ο Χρυσόστομος.


Αν κάτι χαρακτηρίζει την παιδεία μας σε ευρωπαϊκό ίσως επίπεδο είναι ότι εξακολουθεί και σήμερα να μας διαφεύγει η ουσία, που ήταν και είναι η αγωγή ψυχών.


Με άλλα λόγια, «περί άλλων τυρβαζόμεθα», ενώ «χρεία εστί ενός», να αναπτύξουμε την άγια πλευρά του του ανθρώπου, την καλλιέργεια της ψυχής και του νου του και να τον οδηγήσουμε σε μια πνευματική ανάταση και εγρήγορση, ώστε να βλέπει και να ενεργεί σωστά, διακρίνοντας το καίριο από το ασήμαντο, το μόνιμο από το πρόσκαιρο, την ουσία από τα «συμβεβηκότα» της ουσίας, για να θυμηθούμε τον ημέτερο Αριστοτέλη.


Η επιμονή των Ιερών Πατέρων στην αγωγή της ψυχής, και μάλιστα κατά Χριστόν, δεν σημαίνει ότι υποτιμούν τη σημασία των γνώσεων ή την σπουδαιότητα των γραμμάτων. Σημαίνει διαφορετική ιεράρχηση των αναγκών του ανθρώπου: πρώτα το πνεύμα και μετά το σώμα, πρώτα η αγωγή και μετά η γνώση. Ο Ιερός Χρυσόστομος προλαμβάνει ενδεχόμενες παρεξηγήσεις: « Και μη με τις νομιζέτω νομοθετείν αμαθείς τους παίδας γίνεσθαι…Ου κωλύων παιδεύειν ταύτα λέγω, αλλά κωλύων εκείνοις μόνοις προσέχειν». (Ε.Π.Ε. 28, 518-20).


Η παιδεία για τους σεπτούς Ιεράρχες είναι πολύ μεγάλη υπόθεση. Σε μια στιγμή εξάρσεως, ο Χρυσόστομος φθάνει να πει τη γνωστή ρήση: « Η παιδεία μετάληψις αγιότητος εστι» (Ε.Π.Ε. 25, 282). Να τι ύψος αλλά και τι νόημα δίνουν στην Παιδεία οι «μυσταγωγοί της Παιδείας, οι Μεγάλοι Ιεράρχες.


Επειδή, όπως είναι φυσικό, τα περί παιδείας διδάγματα των Τριών Πατέρων της Εκκλησίας θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο διδασκαλίας ετών, θα θίξω δύο μόνον ακόμη διδάγματα των Πατέρων: την έμφαση που δίνουν στον δάσκαλο και στους γονείς, παράγοντες οι οποίοι όλο και περισσότερο στις μέρες μας συνυπολογίζονται στους βασικούς πόλους της Παιδείας.


Η βασική αρχή για τον δάσκαλο είναι, κατά τους Μεγάλους Ιεράρχες, το παράδειγμα: «Τον δε παιδεύοντα, ου διά ρημάτων μόνον, αλλά διά πραγμάτων παιδεύειν χρή», λέει ο Ιερός Χρυσόστομος (Ε.Π.Ε.14,554). Η «πολιτεία» του δασκάλου, η ζωή και οι πράξεις του, το παράδειγμά του, όχι η απλή διδασκαλία του είναι αυτή που οδηγεί στην παιδεία, γιατί τα λόγια … φαίνεται πως περίσσευαν από τότε…


Ο Θεολόγος και ποιητής Γρηγόριος θα πει τη μνημειώδη επιγραμματική φράση: «Μισώ διδάγμαθ’ οις ενάντιος βίος».


Σ’ αυτό που ιδιαίτερα επιμένουν και οι τρείς Μεγάλοι Πατέρες στις κατευθύνσεις που δίνουν προς τους γονείς είναι η ευθύνη των γονέων να αναθρέψουν τα παιδιά τους με χριστιανικές αρχές και αξίες: με «φόβον Θεού», με καλλιέργεια των αρετών της ψυχής και του πνεύματος και με παιδεία τέτοια, που ο νέος να αντιληφθεί ότι σκοπός της ζωής δεν είναι να πασχίζει για την απόκτηση χρημάτων ή διαφόρων καταναλωτικών αγαθών και μάταιης εξουσίας, αλλά για ό,τι συνιστά την ουσία της ζωής και για τις αξίες που πρέπει να εμπνέουν τη ζωή του Χριστιανού (σύνεση, ταπεινοφροσύνη, εγκράτεια, δικαιοσύνη, αυτογνωσία). Πόσο επίκαιρος είναι και σήμερα ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, όταν σχολιάζει ποια πρότυπα προβάλλουν συνήθως οι γονείς στα παιδιά τους προς μίμηση και πόσο έξω από την χριστιανική πραγματικότητα βρίσκονταν και βρίσκονται και σήμερα πολλοί γονείς: « Και τίποτε άλλο δεν είναι δυνατόν να ακούσει κανείς όταν οι πατέρες μιλούν προς τα παιδιά τους και τα παρακαλούν να σπουδάσουν ρητορική, παρά αυτά εδώ τα λόγια· ο τάδε, λέγει, ενώ είναι κατώτερος και κατάγεται από κατώτερους γονείς, αφού απέκτησε την εκ των ρητορικών σπουδών ικανότητα, ανήλθε στα ύψιστα αξιώματα, απέκτησε πολύν πλούτον, νυμφεύθηκε πλούσια γυναίκα, έκτισε πολυτελές σπίτι, είναι φοβερός σε όλους και φιλόδοξος. Άλλος πάλι λέει, ο τάδε που έμαθε την ιταλική γλώσσα, είναι ένδοξος στα ανάκτορα και κυβερνά όλα τα εσωτερικά θέματα. Και άλλος πάλι δείχνει άλλον, όλοι όμως τους επιτυχημένους στη γη. Κανένας δε ούτε μια φορά δε θυμάται τα ουράνια πράγματα» (Ε.Π.Ε 28, 474).


Αν συγκρίνει κανείς την παιδεία που προτείνουν οι σοφοί Ιεράρχες με τη σημερινή εκπαιδευτική πραγματικότητα, τουλάχιστον στην Ελλάδα, όπου η διδασκαλία των χριστιανικών αξιών και των αρχών του Ευαγγελίου από τη μια μεριά έχουν συμπιεσθεί σ’ ένα συχνά αποστεωμένο και σχολαστικό-πληροφοριακό μάθημα Θρησκευτικών, στριμωγμένο κάπου στο σχολικό πρόγραμμα και υπό συνεχή συρρίκνωση, κι από την άλλη μεριά, αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι οργιάζει σε όλα τα τηλεοπτικά προγράμματα ό,τι άμεσα και δραστικότατα καταργεί μέσα σε λίγα λεπτά αυτά που ο δάσκαλος στο σχολείο και ο παπάς στην Εκκλησία αγωνίζονται να χτίσουν στην ψυχή των παιδιών, αν συνειδητοποιήσει κανείς τη λειτουργία και τις επιπτώσεις αυτής της αποδομητικής και σχιζοφρενικής (για την ψυχή και την προσωπικότητα των νέων παιδιών) διαδικασίας, τότε θα καταλάβει αν η Παιδεία στις μέρες μας μπορεί να επιτελέσει τον ανθρωποπλαστικό και δημιουργικό ρόλο που οραματίστηκαν οι φωτισμένοι Ιεράρχες. Στην ερώτηση πως θεραπεύεται αυτή η κατάσταση, η απάντηση είναι, νομίζω, μία: ο τρώσας και ιάσεται…


(από το βιβλίο του «Χριστιανική και Ελληνική Πνευματικότητα», Εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ)

Το διαχρονικά ζωηφόρο μήνυμα των Τριών Μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας

 Παναγιώτης Τσαγκάρης, Θεολόγος, Πρόεδρος της Ένωσης Θεολόγων Νομού Λέσβου -Παράρτηματος της ΠΕΘ


Ομιλία που εκφωνήθηκε στο Δημοτικό θεάτρο Μυτιλήνης, στα πλαίσια της εκδήλωσης που οργάνωσε η Περιφερειακή Δ/νση Εκπαίδευσης Βορείου Αιγαίου για την σχολική εορτή των Τριών Ιεραρχών, στις 30 Ιανουαρίου 2010.


«Τρισήλιον Φως τρεις άνηψεν ηλίους»(1), ήλιους ορθόδοξης θεολογίας, χριστιανικής φιλοσοφίας, οικουμενικής παιδαγωγίας, θυσιαστικής διακονίας, οιακόστροφης ποιμαντορίας, ανεπανάληπτης συγγραφικής και ποιητικής μεγαλουργίας, «Βασίλειον τον Μέγαν και τον Θεολόγον Γρηγόριον συν τω κλεινώ Ιωάννη τω την γλώτταν χρυσορρήμονι».(2)


Τα παραπάνω υπερθετικά κατηγορήματα που ευλαβικά αποδώσαμε  στους Τρείς Πατέρες της Εκκλησίας είναι αλήθεια, ας το ομολογήσουμε, ότι θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως πομπώδη, μεγαλόσχημα και συντεχνιακά ενώ είναι βέβαιο ότι θα αξιολογηθούν ως ασήμαντα από πολλούς νεοέλληνες τους οποίους ακόμη και η εορτή των Τριών Ιεραρχών τους αφήνει ασυγκίνητους και κάποιους μάλιστα τους ενοχλεί. Γιατί; διότι «δεν μας συγκινούν πια ούτε η σοφία, ούτε η αγιοσύνη, διότι δεν εκτιμούμε πια ούτε τους Έλληνες προγόνους μας ούτε τους Πατέρες της Εκκλησίας. Άλλες αντιλήψεις, άλλα πιστεύματα, άλλα ιδανικά τώρα βρήκαν θέση μέσα μας»(3).


Τα δυτικά ξυλοκέρατα των διαφόρων αθεϊστικών φιλοσοφικών ρευμάτων, ως πολιτιστικά υποπροϊόντα της Εσπερίας, εισήχθησαν από τα τέλη του 19ου αιώνα και στην καθ΄ ημάς εγχώρια πραγματικότητα προλειαίνοντας το έδαφος για τη συσσωμάτωση μας στην νέα παγκοσμιοποιημένη  κοινωνία. 


Στην πορεία αυτή της μεταμοντέρνας κοινωνίας μας, προς το  «οικουμενικό χωριό», δεν αναγνωρίζουμε πλέον λόγο ύπαρξης στην αντικειμενική και απόλυτη Αλήθεια αλλά θεοποιούμε την υποκειμενικότητα και σχετικοποιούμε ακόμη και την πραγματικότητα.


Και ως εκ τούτου αμφισβητούμε τα παλαιά, αποδομούμε τα δοκιμασμένα και θεοποιούμε τα νέα.


Το ερώτημα που διαρκώς μας τριβελίζει το μυαλό, είναι πως θα πάμε μπροστά, πως θα προοδεύσουμε, σκεπτόμενοι όμως πάντα ωφελιμιστικά και χρησιμοθηρικά.


Η νοοτροπία αυτή διαποτίζει όλο το είναι  της ζωής μας. Αγγίζει ακόμη την Παιδεία και γιατί όχι και την Εκκλησία.


Επενδύουμε έτσι, σε μια τεχνοκρατική και χρησιμοθηρική εκπαίδευση, η οποία αποθεώνει την ποσοτική πληροφόρηση και την εργαλειακή γνώση ως  μοχλούς προσωπικής και κοινωνικής ανάπτυξης, αδιαφορεί όμως επικίνδυνα για την κριτική σκέψη, την πνευματική καλλιέργεια, την αλήθεια.


Από την άλλη, οι μετέχοντες του εκκλησιαστικού γεγονότος, με το να παρασυρόμαστε συχνά σε μια ακατάσχετη και ψευδώνυμη  αγαπολογία, υποβαθμίζουμε την Αλήθεια και την Πίστη. Έτσι επέρχεται η λήθη της Αλήθειας και με αυτή τη νοοτροπία, δεν είναι καθόλου παράδοξο το γεγονός της λησμοσύνης  του μεγέθους της προσφοράς των Τριών Ιεραρχών και της τιμής που οφείλουμε σ΄ εκείνους.


Επίσης, είναι αξιοπρόσεκτο και το επισημαίνουμε, ότι στην συντριπτική πλειοψηφία των λόγων που εκφωνούνται προς τιμή τους, ενώ υπάρχει πληθώρα αναφορών στο παιδαγωγικό και κοινωνικό μήνυμα τους, απουσιάζει το όνομα Εκείνου που είναι το αίτιο της ύπαρξης τους. Εκείνου που κατά την πίστη τη χριστιανική είναι η όντως Αλήθεια. «Έστι  δε η αυτοαλήθεια ο Θεός ημών»(4) θα πει ο  Μέγας Βασίλειος. Απουσιάζει το υπέρ παν όνομα, το όνομα του σαρκωμένου Λόγου του Θεού, του Χριστού.


Γιατί; Μήπως άραγε, επειδή,  στον κοσμοπολίτικο κόσμο μας του life style, της ψηφιακής εικόνας, της virtual reality πραγματικότητας, της μοριακής βιολογίας, της νανοτεχνολογίας, το όνομα του Χριστού θεωρείται δεδομένο ή μήπως στερεότυπο, παράταιρο ή και απαγορευμένο;


Στο δημόσιο διάλογο που τον τελευταίο καιρό διεξάγεται για την απομάκρυνση των θρησκευτικών (βλέπε Χριστιανικών) συμβόλων από τους δημόσιους χώρους, η ειρωνική έκφραση «Κυκλοφορεί στα σχολεία επικίνδυνος τις ονόματι Χριστός»(5), που ειπώθηκε για να καταδείξει το παράλογο του ζητήματος, μας προβληματίζει.


Επιτρέψετέ μου λοιπόν σήμερα ταπεινά να θυμίσω στην αγάπη σας ότι ο Θεολόγος Γρηγόριος έλεγε χαρακτηριστικά, «Μνημονευτέον Θεού μάλλον ή αναπνευστέον»(6). Συχνότερα να θυμάσαι το Θεό, παρά να αναπνέεις.


Το όνομα του Ιησού Χριστού βρισκόταν ανελλιπώς στα χείλη των Τριών Αγίων. Κι ακόμη περισσότερο, βιώνοντας ο μεγάλος άγιος της Καισαρείας, «Το ζην ημίν Χριστός» (Φιλιπ. 1, 21) (Για μας όλη η ζωή είναι ο Χριστός), τονίζει ότι κατά συνέπεια οφείλουμε: «Και ο λόγος μας να αναφέρεται στο Χριστό, και η σκέψη μας και κάθε πράξη μας να εξαρτώνται από τις εντολές Του και η ψυχή μας να μορφωθεί σύμφωνα με την προσωπικότητα του Χριστού»(7).


Αυτό ήταν το πνεύμα των Τριών Πατέρων οι οποίοι δεν φιλοσοφούσαν, αλλά θεολογούσαν. Οι οποίοι επίστευαν, εβίωναν, ελάτρευαν, εκήρυτταν εσταυρωμένο και αναστημένο Χριστό. Και οι οποίοι ως Χριστοφόροι και Χριστοκήρυκες αναμόρφωσαν την Οικουμένη.


Ακράδαντη πίστη τους ήταν πως δεν σώζει, ούτε λυτρώνει, ο επικριτικός, τυπολατρικός, φαρισαϊκός, πολιτικός, τεχνοκρατικός και φιλοσοφικός  λόγος, αλλά ο Υιός και Λόγος του Θεού.


Οι διάφοροι λόγοι τρέφουν και τέρπουν τον εγωισμό, την ιδέα της παντοκρατορίας του ανθρώπου, καλλιεργούν το σφετερισμό ιδιωμάτων ετέρου και υποδαυλίζουν την ελκυστική ιδέα της αντιποίησης αρχής δηλαδή της όντως αρχής της Ζωής, της Αλήθειας και του Φωτός, του Χριστού.


Ο Γρηγόριος ο Νανζιανζηνός λέει χαρακτηριστικά: «Την ανθρώπινη σοφία, τους ανθρώπινους λόγους τους εγκατέλειψα, γιατί ακολούθησα το λόγο του μεγάλου Θεού, που υπερκαλύπτει κάθε ευμετάβλητο, πολύπλοκο λόγο του ανθρώπινου νου»(8).


Σήμερα ζούμε στην εποχή της βασιλείας του λόγου, αλλά παραθεωρούμε τον Υιό και Λόγο του Θεού. Μήπως εκλείπει η πίστη και γι΄ αυτό απουσιάζει και η ομολογία;


Οι Τρεις όμως, σήμερα τιμώμενοι Άγιοι, ως αυθεντικοί «βλαστοί Ευαγγελίου»(9),  «διατήρησαν το θεμέλιο της πίστεως στο Χριστό ασάλευτο»(10), διότι γράφει ο ιερός Χρυσόστομος «όποιος ξεφύγει από την πίστη, δεν στέκεται πουθενά αλλά κολυμπάει εδώ και εκεί έως ότου καταποντισθεί τελείως»(11). Αντίθετα, συνεχίζει ο ίδιος Πατέρας, «τα μέγιστα δια της πίστεως και ου δια λογισμών κατορθούνται»(12). Και ακόμη περισσότερο συνεχίζει: «Η πίστη αποδεικνύει τη γνησιότητα των πράξεών μας και από την ειλικρινή πίστη γεννιέται η αγάπη, γιατί εκείνος που πιστεύει αληθινά στο Θεό, δεν ανέχεται ποτέ να εγκαταλείψει την αγάπη»(13). 


Αλλά και η άσκηση της αγάπης οφείλει να συμβαδίζει με την ομολογία του ονόματος του Χριστού, ο οποίος είπε: «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν»(Ιωαν. 15, 5).


Αν δεν υπάρξει σύζευξη ορθοδοξίας και ορθοπραξίας, ο λόγος της ζωής γίνεται φιλοσοφικός και ειδωλοποιείται.  Όταν λοιπόν, αλλοιώνεται η πίστη αλλοιώνεται και η ζωή. Αυτή είναι η αλήθεια.


Οι έμπειροι και πνευματοφόροι Πατέρες «έδιναν πάντα προτεραιότητα στην αλήθεια, προκειμένου να διασώσουν την καθολικότητα του νοήματος της ζωής»(14). «Το μεγαλύτερο κακό που μπορεί να πάθει κανείς είναι να χάσει την αλήθεια»(15) τονίζει εμφαντικά ο Βασίλειος.


Ο συνδυασμός λοιπόν, «Πίστις δι’ αγάπης ενεργουμένη» (Γαλ. 5, 6), όπως είπε ο Απόστολος Παύλος, οδηγεί στην επίτευξη του πρωτεύοντος στόχου, στην αγιότητα,  στην σωτηρία.


Είναι ξεκάθαρη η προτροπή του Χρυσοστόμου προς πάντας και ιδιαίτερα προς τα νιάτα: «Η παιδεία μετάληψις αγιότητος εστί»(16). Αυτή είναι και η πρόταση παιδείας( με την ευρύτερη έννοια της λέξης και όχι μόνο της εκπαίδευσης) των Τριών Ιεραρχών, καθώς οι ίδιοι δεν ήταν εκπαιδευτικοί αλλά παιδαγωγοί εις Χριστόν.


«Κατ΄ αυτούς η παιδεία του κόσμου θεωρείται αντικειμενικώς μόνο μέσα από την παιδεία του Κυρίου»(17).


Οραματίζονται την παιδεία ως τη διαδικασία που θα οδηγήσει τον άνθρωπο να «απελευθερωθεί, όπως εύστοχα παρατηρεί ο καθηγητής κ. Κωνσταντίνος Κορναράκης, από την ψευδαίσθηση ότι η φύση του δικαιώνεται διαμέσου των γνώσεών του και να οικειωθεί την αυθεντικότητα της υπάρξεως πού δεν ορίζεται από το εκάστοτε σύστημα γνώσεων άλλα από τη δυνατότητα αυτογνωσίας και τέλος την  κατάκτηση της αληθινής «θεογνωσίας»(18).


Αλλά και με την στενότερη έννοια της εκπαίδευσης αν προσεγγίσουμε το έργο τους θα ωφεληθούμε, διότι θα διδαχθούμε από τη Χρυσοστομική γραφίδα και πάλι, ότι: «Ο άριστος όρος και σκοπός της διδασκαλίας είναι αυτός, το να οδηγούν οι δάσκαλοι τους μαθητές, με όσα πράττουν και με όσα λένε, στον ευτυχισμένο βίο πού όρισε ο Χριστός»(19). 


Είναι βέβαια τέτοια η έκταση του παιδαγωγικού χαρακτήρα του έργου των Τριών Ιεραρχών και τόσο πολυμερής η όλη διδακτική και παιδαγωγική μεθοδολογία τους, που ίσως  θα έπρεπε να μελετηθεί η πρόταση, να συμπεριληφθεί ως μάθημα στα παιδαγωγικά τμήματα των πανεπιστήμιων μας.


Οι πνευματικές τους παρακαταθήκες λοιπόν, είναι πολυτιμότατα κεφάλαια διότι υπενθυμίζουν σε όλους, ότι η αυτονόμηση του ανθρώπου από το Θεό, η πνευματική λοξοδρόμηση, είναι η γενεσιουργός αιτία της προσωπικής αλλά και της κάθε πολυεπίπεδης κρίσης που βιώνουμε διαχρονικά ως κοινωνία.


Ο καθένας μας λοιπόν, προσωπικά και η κοινωνία μας συνολικά μπορεί να βρει την απάντηση στις προκλήσεις του παρόντος και του μέλλοντος, μέσα από τα σπλάγχνα της Ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης μας. Μέσα από την πρόταση της οικουμενικότητας, της καθολικότητας και της αλήθειας του μηνύματος των Πατέρων της Εκκλησίας. Αυτή «η Ορθόδοξη χριστιανική παράδοση μας αποτελεί το παρελθόν που ταυτίζεται με την ζωή, το βαθύτερο είναι μας και την προοπτική μας. Το Ορθόδοξο παρελθόν μας αποτελεί το δικό μας μέλλον και την ελπίδα του κόσμου»(20).


Μια παράδοση που ζει την Πεντηκοστή ως ένα συνεχές παρόν στο διάβα των αιώνων, που σαρκώνεται στις μέρες μας, στα ιερά ασκητήρια του αγιασμένου Άθωνα, στα ταπεινά κελλάκια των οσίων Γερόντων του αιώνα μας και στις άσημες καμαρούλες-Ησυχαστήρια των πολυκατοικιών της πολύβουης Αθήνας.


Μια παράδοση που λειτουργείται, στα (20) είκοσι μοναστήρια που ίδρυσε στις μέρες μας, στην έρημο της Αμερικής, ο φορτωμένος  με την Αγιορείτικη πνευματική κληρονομιά, Γέροντας Εφραίμ ο Φιλοθεΐτης(21), καθώς και σ΄ όλες τις Εκκλησιές και τα μοναστήρια της Ορθοδοξίας.


Μια παράδοση που ομολογείται διακονικά «εν τω συνδέσμω της ειρήνης» (Εφ. 4, 3) και της αγάπης του Χριστού στην Αφρική και τις λοιπές χώρες της Ιεραποστολής και μαρτυρείται θυσιαστικά σε διάφορες χώρες, όπως στη σημερινή Ρωσία του σύγχρονου δεκαεννιάχρονου νεομάρτυρα Ευγένιου Ροντιόνωφ ο οποίος την ζωή του πρόσφερε «θυσία τω Θεώ» (Ψαλ. 50, 17) αρνούμενος την πολλοστή (16 φορές) προτροπή του Τσετσένου δημίου του να αφαιρέσει από το λαιμό του το βαφτιστικό σταυρουδάκι που φορούσε, για να σώσει τη ζωή του(22).


Μια παράδοση που ζωοποιεί αυθεντικά στο παρόν, το μήνυμα που οι Τρεις αδάμαστες ψυχές της πίστης, οι σημερινοί εορταζόμενοι Πατέρες μας καταθέτουν. Μας οδηγούν σ΄ Αυτόν  «ον ηγάπησεν η ψυχή τους» (Άσμα Ασμάτων Κεφ. 1, 7). Σ΄ Αυτόν τον  τόσο γνωστό και τόσο άγνωστο, την Πηγή της Ζωής,  τον Ζωοδότη Χριστό. Σ΄ Αυτόν τα λόγια του οποίου μας υπενθυμίζει ο Χρυσορρήμων Ιωάννης: «Εγώ είμαι πατέρας σου, εγώ αδελφός σου, εγώ νυμφίος της ψυχής σου, εγώ το σπίτι που μπορείς να καταφύγεις, εγώ η τροφή σου, εγώ το ένδυμα σου, εγώ η ρίζα σου, εγώ το στήριγμα σου, εγώ είμαι κάθε τι πού επιθυμείς· κοντά μου δεν θάχεις ανάγκη από τίποτε» (23).


Για να μην έχουμε λοιπόν, από τίποτα ανάγκη, για να είμαστε αληθινά ελεύθεροι, εμείς και τα παιδιά μας και για να μην λυπούμε το Πνεύμα του Θεού με την απρόσεκτη βιοτή μας, εύχεσθε Σεβασμιώτατε, να μας φωτίζει ο Θεός όλους μας, καθώς και τον ομιλούντα, για να αποκτήσουμε την ίδια σχέση ζωής που είχαν και οι Τρείς αειλαμπείς Πατέρες,  με την Πηγή της Ζωής, έτσι ώστε να ελπίζουμε στο έλεος Του για να αξιωθούμε της σωτηρίας.


Άλλωστε δεν υπάρχει άλλος δρόμος, δεν υπάρχει άλλη επιλογή, από το διαχρονικά ζωηφόρο μήνυμα των Τριών Μεγάλων Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας. Ένα μήνυμα το οποίο δεν είναι διαφορετικό από το μήνυμα των Προφητών, των Αποστόλων, των Οσίων, των Μαρτύρων, των Πατέρων της Εκκλησίας. Είναι το μήνυμα  της πίστης και της αγάπης στο πρόσωπο της μοναδικής Αλήθειας, του Ιησού Χριστού και σ΄ όσα Εκείνος μας παρέδωσε.


Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

Παιδαγωγικές αντιλήψεις των Τριών Ιεραρχών

 Φώτης Σχοινάς, Δρ. Φιλοσοφίας


Ἡ ἑορτή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἔχει θεσπισθεῖ ἤδη ἀπό τό ἀκαδημαϊκό ἔτος 1843/44 ἀπό τή Σύγκλητο τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Ἀθήνας ὡς ἡ ἑορτή τῆς παιδείας. Ἡ καθιέρωση αὐτή ὀφείλεται  στό γεγονός ὅτι οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες ἐπεχείρησαν καί ἐπέτυχαν τή σύζευξη τοῦ χριστιανικοῦ σωτηριολογικοῦ μηνύματος μέ τήν ἑλληνική παιδεία, τή χριστιανική Πίστη μέ τόν ἑλληνικό Λόγο. Οἰ ἑλληνομαθεῖς χριστιανοί Πατέρες ἔδωσαν καινές, χριστιανικοῦ περιεχομένου, ἀπαντήσεις στά ἐρωτήματα – θεολογικά, ὀντολογικά, κοσμολογικά, γνωσιοθεωρητικά, ἠθικά καί ἀνθρωπολογικά – πού ἀπασχολοῦσαν τήν ἑλληνική ἀπορητική διανόηση.


Κυριολεκτικῶς εἰπεῖν ἀποδόμησαν ἕνα παλαιό, γερασμένο καί θνήσκοντα κόσμο καί δόμησαν ἕνα καινούργιο κόσμο μέ καινούργιες θέσεις σέ παμπάλαια, πανανθρώπινα ἐρωτήματα. Δύο κόσμοι, ὁ ἑλληνικός καί ὁ χριστιανικός, δύο στάσεις, δύο νοοτροπίες, δύο ὡς τότε ἀσύμπτωτα καί ὡς ἕνα βαθμό ἀντιμαχόμενα πολιτισμικά μεγέθη συναντήθηκαν, ἀλληλοδιαποτίστηκαν καί παρήχθη ἕνα νέο πολιτισμικό κατόρθωμα πού ἐπρόκειτο νά ἀποτελέσει τόν πυρήνα τοῦ Μεσαίωνα καί τό γονιμοποιό σπέρμα τῆς νεώτερης Εὐρωπαϊκῆς νεωτερικότητας. Ἡ συνάντηση καί ἀλληλοδιαπλοκή τοῦ Ἑλληνισμοῦ μέ τόν Χριστιανισμό ὑπῆρξε τό μέγιστον πολιτισμικό γεγονός στήν πνευματική ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος. Ὅπως ἔχει γραφεῖ «ἡ ἰστορική συνάντηση τοῦ Χριστιανισμοῦ μέ τόν Ἑλληνισμό ὑπῆρξε χωρία ἀμφιβολίαν τό μεγαλύτερο κοσμοϊστορικῆς σημασίας γεγονός πού ἐπήγαγε τήν βαθύτερη καί ριζικώτερη τομή στήν καθόλου ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος» (Μιχ. Φ. Δημητρακοπούλου, Μελέτες κριτικῆς φιλοσοφίας καί μεταφυσικῆς, Ἀθῆναι 2005, σελ. 288). Καί αὐτή τήν κοσμοϊστορικῆς σημασίας συνάντηση ἐπέτυχαν κυρίως οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες (καί ὁ Γρηγόριος Νύσσης βεβαίως).

Μέ τό παρόν σημείωμά μου θέλω νά ὑπογραμμίσω ὁρισμένες (ἐλάχιστο δεῖγμα) παιδαγωγικές θέσεις τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν πού διατηροῦν τήν ἐπικαιρότητά τους στή σύγχρονη ἐποχή. Κατ᾿ ἀρχήν ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος μιλώντας γιά τήν διαπαιδαγώγηση τοῦ ἀνθρώπου γράφει τά ἑξῆς: «Αὕτη μοι φαίνεται εἷναι τέχνη τις τεχνῶν καί ἐπιστήμη ἐπιστημῶν ἄνθρωπον ἄγειν τό ποικιλώτατον ζῶον καί πολυτροπώτατον» (Γρηγόριος Θεολόγος P.G. 35, 425). Ὁ ἄνθρωπος, καί μάλιστα ὁ νέος ἄνθρωπος, εἶναι πολυδύναμο καί πολυσύνθετο ὄν καί ἡ διαπαιδαγώγησή του εἶναι ὑψίστη τέχνη καί ὑψίστη ἐπιστήμη ταυτόχρονα. Ἡ ἀποστολή τοῦ σύγχρονου ἐκπαιδευτικοῦ εἶναι σύνθετη, δύσκολη καί κυρίως λεπτή καθότι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐλεύθερο ὄν καί ὁποιαδήποτε καθοδήγησή του προϋποθέτει τό σεβασμό τῆς ἐλευθερίας του. Ταυτόχρονα ὁ ἄνθρωπος εἶναι πολυδύναμο καί σύνθετο ὄν (ποικιλώτατον καί πολυτροπώτατον ζῶον) καί ἡ καθοδήγησή του ἀπαιτεῖ τόν συνδυασμό καί τήν ἐναρμόνιση ἐναντίων καί ἐν πολλοῖς ἀντιμαχόμενων ψυχικῶν τάσεων καί ροπῶν τοῦ νέου ἀνθρώπου.


Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος συμβουλεύει τούς γονεῖς καί παιδαγωγούς ὡς ἑξῆς: «Μή παροργίζετε τά τέκνα ὑμῶν, οἷον οἱ πολλοί ποιοῦσιν…οὐχ ὡς ἐλευθέροις, ἀλλ’ ὡς ἀνδραπόδεις (=ὡς σκλάβους)» (Χρυσόστομος P.G. 62, 150). Ἐπίσης ὁ Μ. Βασίλειος συμβουλεύει: «Πατρικῇ μέν εὐσπλαγχνία, λόγῳ δέ ἐπιστημονικῷ τά ἁμαρτήματα τῶν νέων ἐπανορθοῦσθαι δεῖ» (Μ. Βασίλειος P.G. 31, 953). Εἴπαμε ὅτι ὁποιαδήποτε ἀγωγή τοῦ νέου ἀνθρώπου ἔχει ὡς θεμελιώδη πυρήνα καί ἀπαράβατη προϋπόθεσή της τόν σεβασμό τῆς ἐλευθερίας του. Τοῦτο εἶναι δύσκολο ἔργο πού ἐγγίζει τά ὅρια τοῦ ἀκατόρθωτου. Ὁ Φρόϋντ γράφει ὅτι τό ἔργο τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ εἶναι ὄχι ἁπλῶς δύσκολο, ἀλλά ἀδύνατο, καθότι πρέπει νά ἀναπτύξει τήν ἐλεύθερη προσωπικότητα τοῦ νέου, ταυτόχρονα καταστέλλοντάς τον καί ἀναγκάζοντάς τον νά πειθαρχήσει σέ ὁρισμένους κανόνες. Ὁ Πλάτων γράφει «χαλεπή δή καί δύσκολος ἐξ ἀνάγκης ἡ περί ἡμᾶς ἡνιόχησις» (Φαῖδρος 246 b).


Ὁ Χρυσόστομος γράφει τά ἑξῆς γιά τήν παιδαγωγική σχέση: «οὐδέν οὕτω πρός διδασκαλίαν ἐπαγωγόν, ὡς τό φιλεῖν καί φιλεῖσθαι» (Χρυσόστομος P.G. 62, 529. Ἡ ἀμφίδρομη ἀγάπη μεταξύ διδασκόντων καί μαθητῶν εἶναι ἡ πεμπτουσία τῆς παιδαγωγικῆς σχέσης. Καί ἡ παιδαγωγική σχέση εἶναι ὁ καθοριστικότερος παράγοντας γιά τήν συγκρότηση, μετάδοση (ἤ κατά τή σύγχρονη διδακτική ἀντίληψη) ἐνεργητική κατάκτηση τῆς γνώσης ἀπό τό μαθητή. Καθοριστικότερος καί ἀπό τήν ἀρτιότερη ἐπιστημονική κατάρτιση καί τό ὁποιοδήποτε σχέδιο διδασκαλίας καί τήν ὁποιαδήποτε Διδακτική Μεθοδολογία (ἐννοεῖται ὅτι δέν παραθεωροῦμε τήν ἐπιστημονική καί θεωρητική παιδαγωγική καί διδακτική κατάρτιση, ἀλλά χωρίς τήν ἔμπρακτη, ἀγαπητική παιδαγωγική σχέση, αὐτή ἀκυρώνεται). Τοὐλάχιστον αὐτή εἶναι ἡ διδασκαλία τοῦ Πεσταλότσι. Ἰδιαίτερα στήν ἐποχή μας, ὅπου τό παιδί παρουσιάζει ἔλλειμμα ἀγάπης τό ζωντανό, εἰλικρινές, πηγαῖο καί διακριτικό ἐνδιαφέρον γι᾿αὐτό ἴσως εἶναι τό βασικότερο προσόν τοῦ σύγχρονου ἐκπαιδευτικοῦ.


Ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος γράφει «ἄφωνον ἔργον κρεῖσσον ἀπράκτου λόγου» (Γρηγόριος Θεολόγος P.G. 37,929) καί ἐπίσης «μισῶ διδάγματα, οἷς ἐναντίος ὁ βίος» (Γρηγόριος Θεολόγος Ε.Π.Ε. 10, 174).  Ἡ συνέπεια λόγων καί πράξεων εἶναι βασική ἀρετή τοῦ διδάσκοντος. Μάλιστα ὁ διδάσκων, ὅπως ὑποστηρίζει ὁ Γιούγκ, διδάσκει περισσότερο μέ αὐτό πού εἶναι παρά μέ αὐτό πού λέει.  Ἄλλωστε κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο οἱ μαθητές «οὐ τοῖς παρ᾿ ἡμῖν λεγομένοις οὕτω προσέχουσιν, ὡς τοῖς ὑφ᾿ἡμῶν πραττομένοις» (Χρυσόστομος P.G. 60, 18). Ἐνίοτε καί ἡ σιωπηλή παρουσία τῶν ἐκπαιδευτικῶν ἀποτελεῖ τό πλέον εὔγλωττο μάθημα. Μόνο ἔτσι οἱ διδάσκοντες μποροῦν νά ἀποτελέσουν πειστικά πρότυπα γιά τά παιδιά. Τά παιδιά ἔχουν κατ᾿ ἐξοχήν ἀνάγκη προτύπων γιά νά ἀναπτυχθοῦν ὁμαλά καί φυσιολογικά, γιά νά πετύχουν τήν ὁλοκλήρωσή τους. «Τά ἀρχέτυπα ἠφάνισται, διά τοῦτο οὐδέ οἱ νέοι γίνονται θαυμαστοί» (Χρυσόστομος P.G. 60, 189) θρηνεῖ γιά τήν ἐποχή του ὁ Χρυσόστομος. Οἱ παράγοντες ἀγωγῆς γιά τούς νέους εἶναι ἡ οἰκογένεια, τό σχολεῖο καί κατ᾿ἐξοχήν ἡ κοινωνία (ΜΜΕ, δημόσιος καί πολιτικός βίος, περιρρέουσα κοινωνική ἀτμόσφαιρα κλπ.). Πρότυπα γιά τούς νέους εἶναι οἱ γονεῖς τους, οἱ καθηγητές τους, οἱ πολιτικοί, οἱ καλλιτέχνες καί οἱ ἀθλητές. Σήμερα πού ἡ οἰκογένεια διέρχεται βαθειά κρίση καί ἡ κοινωνία νοσεῖ βαρύτατα, οἱ ἐκπαιδευτικοί καλοῦνται νά ἀναπληρώσουν αὐτό τό κενό καί νά λειτουργήσουν ὡς ἀντίβαρο στή δηλητηριασμένη κοινωνική ἀτμόσφαιρα. Ὅπως ἔχει γραφεῖ «τά σχολεῖα ἔχουν ἀναγκαστεῖ νά ἀναλάβουν ὅλο καί περισσότερα καθήκοντα πού παραδοσιακά θεωροῦνταν ἁρμοδιότητα τῆς οἰκογένειας» (John MacBeath, Michael Schartz, Denis Meuret, Lars Jacobsen, Ἡ αὐτοαξιολόγηση στό Εὐρωπαϊκό σχολεῖο, μετάφραση Μαρία Δεληγιάννη, ἐκδ. Μεταίχμιο, Ἀθήνα 2005, σελ. 150).


Ὁ Μέγας Βασίλειος τονίζει καί ἕνα ἄλλο σημαντικό παράγοντα τῆς διδακτικῆς διαδικασίας: τό χαρούμενο ὕφος τοῦ δασκάλου, τό χαρίεν στύλ καί τό εὐχάριστο στοιχεῖο στή διδακτική δραστηριότητα: «βίαιον μέν μάθημα οὐ πέφυκεν παραμένειν, τά δέ μετά τέρψεως καί χάριτος εἰσδυόμενα μονιμώτερον πως ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν ἐνιζάνει» (Μ. Βασίλειος P.G. 29, 213). Τό στοιχεῖο τῆς βίας καί τοῦ ἐξαναγκασμοῦ ἔχει προσωρινό μόνο ἀποτέλεσμα κατά τόν Καππαδόκη Ἱεράρχη ἐνῶ τό στοιχεῖο τῆς εὐχαρίστησης καί τῆς τέρψης προκαλεῖ μονιμώτερα ἀποτελέσματα στήν παιδική ψυχή. Βέβαια γιά νά εἴμαστε ρεαλιστές ὁ σύγχρονος ἐκπαιδευτικός ἀντιμετωπίζει καθημερινά τήν παγερή καί ἀδιαπέραστη ἀδιαφορία τῶν μαθητῶν, γι᾿αὐτό καί ἡ διδασκαλία ἐνέχει τόν παράγοντα τῆς ἐναντίωσης στό μαθητή πού κατά κανόνα ρέπει ἐγγενῶς στή ραστώνη. Ἡ ἔγερση τοῦ ἐνδιαφέροντος τοῦ μαθητῆ ἀποτελεῖ τήν ἀχίλλειο πτέρνα τῆς σύγχρονης διδακτικῆς πράξης. Ἄλλωστε ἡ ἀδιαφορία τοῦ μαθητῆ ὀφείλεται σέ ἄλλους παράγοντες μή ὑποκείμενους στήν ἐξουσία καί τό ἔλεγχο τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ.Ὅμως ὁ ἱερός Χρυσόστομος ὑπενθυμίζει στόν διδάσκοντα ὅτι «κἄν σήμερον μή πείθηται (ὁ μαθητής) τοῖς παρά σοῦ λεγομένοις, τῇ ἑξῆς (= τήν ἑπομένη) πεισθήσεται» (Χρυσόστομος P.G. 53, 377). Ὁ καθηγητής μου Β. Σφυρόερας ἔλεγε ὅτι ἐμεῖς οἱ ἐκπαιδευτικοί πεθαίνουμε πενήντα χρόνια μετά τό φυσικό μας θάνατο, γιατί ζοῦμε στή μνήμη τῶν μαθητῶν μας. Ἴσως τώρα ἀδιαφοροῦν οἱ μαθητές, ἀλλά στό μέλλον, ὅταν θά ἔχουν ὡριμάσει ἀπό τήν ἀδυσώπητη πραγματικότητα τῆς ζωῆς, ἐκτιμοῦν τήν προσφορά τῶν δασκάλων τους σίγουρα διαφορετικά ἀπό ὅ,τι τώρα.


Γιά τήν ἐνεργό συμμετοχή τοῦ μαθητῆ στήν διδακτική δραστηριότητα ὁ ἱερός Χρυσόστομος γράφει τά ἑξῆς πρωτοποριακά γιά τήν ἐποχή του: «οὐ τῶν διδασκάλων ἐστί τό πᾶν, ἀλλ᾿εἰ μή τό πλέον, τό γοῦν ἥμισυ καί τῶν μαθητῶν» (Χρυσόστομος P.G. 62, 483). Ἡ μαθησιακή διαδικασία, ἄν μή κατά τό περισσότερο μέρος της, τοὐλάχιστον κατά τό ἥμισυ ἀνήκει στούς μαθητές. Οἱ διδάσκοντες ὀφείλουν νά ὀργανώνουν κατά τέτοιο τρόπο τό μάθημα, ὥστε οἱ μαθητές νά συμμετέχουν ἐνεργῶς στή μαθησιακή δραστηριότητα ἔχοντας ὑπ᾿ ὄψιν τους (οἱ διδάσκοντες) ὅτι ἡ γνώση δέν παρέχεται, ἀλλά κατακτᾶται. Ὁ μαθητής δέν πρέπει νά περιορίζεται σέ παθητικό ρόλο, ἀλλά νά ἐνθαρρύνεται νά ἀναπτύσσει ἐνεργό ρόλο κατά τή διδακτική δραστηριότητα, γιά νά εἶναι αὐτή πιό ἀποτελεσματική. Ἄλλωστε καί ὁ ρόλος τοῦ διδάσκοντος ἔχει ἀλλάξει κατά τή σύγχρονη Παιδαγωγική. Ὁ ἐκπαιδευτικός δέν νοεῖται πλέον ὡς ὁ αὐθεντικός μεταδότης τῆς γνώσεως, ἀλλά ὁ διευκολυντής, ὁ συντονιστής, ὁ ἐνορχηστρωτής τρόπο τινά τῆς διδακτικῆς δραστηριότητας.


Ὁ ἱερός Χρυσόστομος γράφει τά ἑξῆς πρωτοποριακά ὄχι μόνο γιά τήν ἐποχή του, ἀλλά καί γιά τή σύγχρονη ἐποχή σχετικά μέ τήν ἀποτελεσματικότητα καί τήν οὐσιαστική ἀξία τοῦ παιδαγωγοῦ: «Παιδαγωγοῦ μέγιστον ἐγκώμιον γένοιτ᾿ ἄν, τό μηκέτι δεῖσθαι…τῆς παρ᾿αὐτοῦ φυλακῆς εἰς σωφροσύνην τόν ὑπ᾿αὐτοῦ παιδαγωγηθέντα νέον, εἰς μείζονα ἐπιδόντα ἀρετήν» (Χρυσόστομος P.G. 48, 859- 860 καί 63, 768). Ἡ ἀξία τοῦ παιδαγωγοῦ ἀποδεικνύεται ὅταν δέν τόν ἔχουν ἀνάγκη οἱ παιδαγωγούμενοι. Συναφῶς ὁ Παιδαγωγός, ὁ John Dewey (σημειωτέον ἐν παρόδῳ ὅτι ὅπως στήν ἀρχαιότητα  λέγοντας ὁ Ποιητής ἐννοοῦσαν τόν Ὅμηρο, στό Μεσαίωνα λέγοντας ὁ Φιλόσοφος ἐννοοῦσαν τόν Ἀριστοτέλη, ἔτσι καί στή σύγχρονη ἐποχή λέγοντας ὁ Παιδαγωγός ἐννοοῦμε τόν John Dewey), γράφει: «Ἐάν ἀφαιρεθεῖ ἡ προσπάθεια τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ νά παράσχει μιά δραστηριότητα στό παιδί, μέ τήν ὁποία αὐτό θά ἀσχοληθεῖ μέ δική του πρωτοβουλία, ἀνεξάρτητα ἀπό τόν ἐκπαιδευτικό, τότε ἡ ἐκπαίδευση μετατρέπεται σέ καταπίεση γιά τό τίποτε» (John Dewey, Education today, London 1942, σ. 4. Παράθεμα ἀπό τό Πόπη Πηγιάκη, Προετοιμασία, σχεδιασμός καί ἀξιολόγηση τῆς διδασκαλίας, ἐκδ. Γρηγόρη, Ἀθήνα 2004, σ. 69) Θέλω ἀκόμη νά σημειώσω ὅτι ὁ χρυσορρήμων Ἀντιοχεύς Ἱεράρχης δέν παραλείπει νά τονίσει ὅτι οἱ παιδαγωγοί πρέπει νά ἀμείβονται ὄχι ἁπλῶς ἱκανοποιητικά, ἀλλ’ ἀφθόνως γιά τήν σπουδαιότατη ἀποστολή τους: «Δεῖ μετά ἀφθονίας ἐπιρρέειν τοῖς διδασκάλοις τήν τῶν ἀναγκαίων χορηγίαν ἵνα μή κάμνωσι, μηδέ ἐκλύωνται, μηδέ περί τά μικρά σχολάζοντες τῶν μεγάλων ἀποστερῶσιν ἑαυτούς∙ ἵνα τά πνευματικά ἐργάζωνται, μηδένα τῶν βιωτικῶν ποιούμενοι λόγον» (Χρυσόστομος P.G. 62, 581). Δυστυχῶς ἡ σύγχρονη Ἑλληνική κοινωνία καί πολιτεία πράττουν τά ἀκριβῶς ἀντίθετα, παρέχοντας πενιχρή ἀμοιβή στους δασκάλους.


Τέλος στίς μέρες γίνεται πολύς λόγος καί σχεδόν ἐξοβελίζεται ἤ μετασχηματίζεται τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν στό Ἑλληνικό Λύκειο. Ὁ Χρυσόστομος ὅμως γράφει: «Εἰ τούς παῖδας πρό τῶν ἄλλων ἁπάντων ἐπαιδεύομεν φίλους εἶναι τῷ Θεῷ καί τά πνευματικά ἐδιδάσκομεν μαθήματα ἀντί τῶν ἄλλων καί πρό τῶν ἄλλων ἁπάντων, πάντα ἄν ἀπεπήδησε τά λυπηρά καί μυρίων κακῶν ἀπηλλάγη ὁ βίος ὁ παρών, ἐντεῦθεν ἄν ἐκαρποσώμεθα πάντες» (Χρυσόστομος P.G. 47, 381). Ἡ προτεραιότητα ἔναντι τῶν ἄλλων  μαθημάτων δίδεται στά Θρησκευτικά κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο γιά τήν ἀποφυγή τῶν λυπηρῶν καί κακῶν στόν παρόντα βίο. Ἡ Ἑλληνική Πολιτεία πράττει τό ἀκριβῶς ἀντίθετο!


(Πηγή: Aντίφωνο)