Κυριακή 31 Αυγούστου 2025

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

 Στη σημερινή Ευαγγελική περικοπή ένας πλούσιος νέος πλησιάζει τον Κύριο με σκοπό να τον ρωτήσει τι να κάνει ώστε να κερδίσει την αιώνια ζωή. Το ενδιαφέρον του φαίνεται ειλικρινές σε αντίθεση με τους Φαρισαίους και τους Σαδδουκαίους που συνήθως πλησίαζαν τον Χριστό για να τον πειράξουν και να τον παγιδεύσουν. 


«Διδάσκαλε αγαθέ τον ρωτά, τι καλό πρέπει να κάνω για να κερδίσω την αιώνια ζωή;» και ο Κύριος του απαντά: «Γιατί με αποκαλείς αγαθό (αφού νομίζεις πως είμαι ένας απλός άνθρωπος); Κανείς δεν είναι αγαθός παρά μόνο ένας, ο Θεός. Αν θέλεις να εισέλθεις στην αιώνια ζωή τήρησε τις εντολές». Ο νεαρός ρωτά: «Ποιες εντολές;».


Ο δε Χριστός του αναφέρει τις γνωστές εντολές του δεκαλόγου: «τὸ οὐ φονεύσεις, οὐ μοιχεύσεις, οὐ κλέψεις, οὐ ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα, καὶ ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν». Η τελευταία εντολή είναι από το Δευτερονόμιο και την ανέφερε ο Χριστός σαν ανακεφαλαίωση των άλλων εντολών. Ο νεανίσκος απάντησε ότι όλα αυτά τα τηρεί από μικρός και θέλει να μάθει τι άλλο μπορεί να κάνει λέγοντας: «τι έτι υστερώ;». Και ο Χριστός του είπε τον τρόπο με τον οποίο θα γινόταν τέλειος: «εάν θέλεις να είσαι τέλειος, πήγαινε, πούλησε τα υπάρχοντά σου, μοίρασέ τα στους πτωχούς για να αποκτήσεις θησαυρό στον ουρανό, και έλα να με ακολουθήσεις». Ακούγοντας τα λόγια αυτά ο νέος έφυγε λυπημένος διότι ήταν πολύ πλούσιος και δεν ήθελε να αποχωριστεί την περιουσία του. 

Πολλοί Χριστιανοί σκέφτονται όπως ο σημερινός νέος. Από μικροί μπορεί να βρίσκονται μέσα στην Εκκλησία, να πηγαίνουν σε ομιλίες, να καυχώνται ότι γνωρίζουν φωτισμένους γέροντες, μπορεί να δίνουν και στο φιλόπτωχο της ενορίας τους ή ακόμη και να εξομολογούνται. Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται καλά και ωφέλιμα αλλά ενίοτε δημιουργούν μία ψευδαίσθηση πληρότητας και νοσηρής θρησκευτικότητας .


Ο Χριστός, όμως, μας καλεί να αγωνιστούμε ώστε να γίνουμε τέλειοι.


Δεν ζητά απλώς να τηρήσουμε ορισμένες εντολές αλλά να περάσουμε σε κάτι βαθύτερο. Να του χαρίσουμε την ύπαρξη μας όλη. Όλο μας το είναι να γίνει Χριστοκεντρικό. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο εάν σπάσουμε τα δεσμά της αμαρτίας και των παθών που κρατούν σκλαβωμένη την καρδιά.


Άλλοι μπορεί να είναι φιλάργυροι, άλλοι φιλήδονοι και τόσα άλλα πάθη που ταλαιπωρούν την ψυχή μας. Εκτός όμως από τα διάφορα πάθη πρέπει να προσέχουμε και τις επιθυμίες μας, τις σκέψεις και τα κίνητρα των πράξεων μας. Για να φτάσουμε σε αυτή την καλή αλλοίωση χρειάζεται ειλικρινή μετάνοια και όχι μια ξερή εξομολόγηση ώστε να αγαπήσουμε τον Θεό “εξ όλης της καρδίας μας και εξ όλης της διανοίας μας” και όχι απλώς να τηρούμε ορισμένες εντολές με φόβο μην τιμωρηθούμε.


Η κατάκτηση της πολυπόθητης αιώνιας ζωής είναι μία ισόβια πάλη εναντίον των παθών της ψυχής, του διαβόλου και του κόσμου και δεν είναι εύκολο έργο. Μάλλον είναι αδύνατη μόνον με τις ανθρώπινες δυνάμεις.


Απαιτείται προπάντων η ενέργεια της Θείας Χάριτος. Μόνο να το θελήσει η καρδιά του ανθρώπου και ο Θεός, που ποθεί τη σωτηρία του, θα τον συνδράμει αμέσως. Αυτά που είναι «αδύνατα για τον άνθρωπο, είναι δυνατά για τον Θεό».


Έτσι σιγά σιγά θα νιώσουμε πόσο ελαφρύς είναι ο ζυγός των θείων εντολών Του και η καρδιά μας θα αρχίσει να “μαλακώνει”. Τότε θα αισθανθούμε πως όλοι είμαστε εικόνες Θεού και θα πάψουμε να αδικούμε ο ένας τον άλλο.


Ας αγωνισθούμε λοιπόν ,αδελφοί μου, τον καλόν αγώνα με ελπίδα στον Κύριο μας και με την βεβαιότητα πως σε κάθε δυσκολία θα είναι δίπλα μας για να μας στηρίζει. Στον αγώνα αυτό άλλωστε δεν είμαστε μόνοι μας αλλά έχουμε τόσους Αγίους ως συμπαραστάτες που τα θυσίασαν όλα ,ακόμη και την ίδια τους την ζωή, ώστε να κατορθώσουν την τελειότητα και να κατακτήσουν την ουράνια Βασιλεία.


π. Βασίλειος Καπρινιώτης

«ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ ΑΝΑΖΗΤΕΙ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ»

 Στή σημερινή Εὐαγγελική Περικοπή ἕνας νέος κάνει διάλογο μέ τό Χριστό. Ζητᾶνε διάλογο οἱ νέοι σήμερα. Δέν θέλουν ν' ἀκοῦνε τό μονόλογο. Θέλουν νά διαλέγονται. Θέλουν οἱ ἄλλοι νά κουβεντιάζουν μαζί τους ὅλα, προτοῦ νά τούς τά προσφέρουν ἤ νά τούς τά ἐπιβάλλουν. Καί δέν ὑπάρχει ὡραιότερο πράγμα ἀπό τό νά κάνει ἕνας νέος διάλογο μέ τό Χριστό.


Πλησίασε ὁ νέος τοῦ Εὐαγγελίου τό Χριστό, μά ἀπό τό στόμα τοῦ Χριστοῦ δέν ἄκουσε δημαγωγικά λόγια καί κολακεῖες, ἄκουσε ἀλήθειες. Καί ἄκουσε μάλιστα μία ἀλήθεια, πού ἦταν γι' αὐτόν πικρό φάρμακο. Καί δέν τό ἄντεχε ὁ ὀργανισμός του, δέν θέλησε νά τό πάρει, καί χάθηκε.


Ἦταν ὁ νέος αὐτός ἀετός τοῦ πνεύματος. Εἶχε φτάσει σ' ἕνα ὕψος μεγάλο. Εἶναι τό ὕψος τῆς ἠθικῆς ζωῆς. Τοῦ θυμίζει ὁ Χριστός τίς μεγάλες ἐντολές τοῦ νόμου: «Οὐ φονεύσεις, οὐ μοιχεύσεις, οὐ κλέψεις, οὐ ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τόν πατέρα σου καί τήν μητέρα σου, καί νά ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν».


Στήν ὑπόδειξη τοῦ Χριστοῦ νά τηρεῖ τίς ἐντολές, νά τί ἀπάντησε ὁ νέος: «Ταῦτα πάντα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου». Ὅλα αὐτά πού μου λές, Χριστέ μου, ἐγώ ἀπό μικρό παιδί τά ἔχω τηρήσει.


Λαχταροῦσε ἀπ’ ὅτι φαίνεται ὁ νέος αὐτός ν' ἀνέβει σ' ἕνα ἄλλο ὕψος, ἀπείρως ἀνώτερο καί ὡραιότερο, σέ ὕψος ὑπερφυσικό. Ἡ κορυφή τῆς ἠθικῆς, τῆς τηρήσεως τοῦ Νόμου, δέν τόν ἱκανοποιοῦσε τελείως. Ζητοῦσε ν' ἀνεβεῖ σέ πιό ψηλή κορυφή. Καί ἡ κορυφή αὐτή ὀνομάζεται αἰώνια ζωή.


Αἰώνια ζωή! Θά χαμογελάσει εἰρωνικά ὁ ὀρθολογιστής ἤ ὁ κοσμικός ἄνθρωπος τῆς ἐποχῆς μας καί θά πεῖ, ἀντί νά μιλᾶτε γιά τά προβλήματα τῆς ζωῆς, γιά τά χειροπιαστά, μιλᾶτε γιά τά ἀόρατα. Ἀντί ν' ἄγωνιζεσθε γιά τή ζωή τούτη,  μεταθέτετε τό πρόβλημα τῆς ζωῆς σ' ἕναν ἄλλο κόσμο, μιλᾶτε γιά τήν ἄλλη ζωή, πού δέν ξέρουμε ἄν ὑπάρχει. Γίνετε ρεαλιστές.


Αὐτά θά μᾶς πεῖ περίπου κάποιος κοσμικός, πού θ' ἀκούσει νά μιλᾶμε γιά αἰώνια ζωή. Κι ἴσως γιά τήν κατάσταση πού βρίσκεται νά ἔχει δίκιο. Μόνο ὅποιος ἔχει ἀνέβει στήν πρώτη κορυφή βλέπει ὅτι ὑπάρχει καί δεύτερη κορυφή. Καί μόνο ὅποιος ἔχει ἀνεβεῖ στήν κορυφή τῆς ἠθικῆς βλέπει ὁλοκάθαρα μπρός του ὅτι ὑπάρχει κι ἄλλη κορυφή, ἡ κορυφή τῆς αἰωνιότητος.


            Κι ὁ νέος τοῦ Εὐαγγελίου πίστευε πώς ὑπάρχει αὐτή ἡ κορυφή, πώς ὑπάρχει αἰώνια ζωή, καί τήν νοσταλγοῦσε καί ποθοῦσε νά τήν κατακτήσει.


Ἀγαποῦσε ὅμως τά χρήματα καί αὐτό τοῦ στέρησε τήν αἰώνια ζωή.  Ὅποιος εἶναι δέσμιος τῶν χρημάτων δέν ἀγαπᾶ οὔτε τούς ἄλλους οὔτε τόν ἑαυτό του.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙB' ΜΑΤΘΑΙΟΥ

 «Δυσκόλως πλούσιος εἰσελεύσεται εἰς τὴν Βασιλείαν τῶν οὐρανῶν» (Μτ. 19,23), ἀκούσαμε στή σημερινή Εὐαγγελική περικοπή, ἀγαπητοί μου. Αὐτός ὁ Κυριακός Λόγος μᾶς δίνει, λοιπόν, τήν ἀφορμή νά ὁμιλήσουμε γιά τόν πλοῦτο καί τά χρήματα. Καταρχάς, πρέπει νά ἐπισημάνουμε ὅτι ὅλα τά ἀγαθά τοῦ κόσμου, πνευματικά καί ὑλικά, ἀνήκουν σ’ Ἐκεῖνον πού τά δημιούργησε καί προνοεῖ γιά ἐκεῖνα. Ἑπομένως, δικά του εἶναι καί τά οἰκονομικά ἀγαθά, δηλαδή ὁ πλοῦτος, πού κατανέμεται μέ τήν θεία βούληση καί μέ παιδαγωγικό σκοπό. Ἔτσι, οἱ πλούσιοι ἔχουν τήν εὐκαιρία νά δείξουν φιλανθρωπία, εὐσπλαγχνία καί ὑπεύθυνη διαχείριση τῶν ὑλικῶν τους, ἐνῶ οἱ φτωχοί καλοῦνται νά ἀσκηθοῦν στήν καρτερία, τήν ὑπομονή καί τήν ἐλπίδα πρός τόν Θεό.


Ὁ πλούσιος, κατά τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία, δέν εἶναι κυρίαρχος καί ἀπόλυτος κύριος τῶν ὑπαρχόντων του, ἀλλά διαχειριστής καί οἰκονόμος τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ. Ὅπως χαρακτηριστικά ἀναφέρει ὁ Μέγας Βασίλειος, εἶναι «οἰκονόμος ἐπί τῶν παρά Θεοῦ», «ἀγαθοῦ Θεοῦ γέγονας ὑπηρέτης, οἰκονόμος τῶν ὁμοδούλων». Ὁ πλοῦτος, προερχόμενος ἀπό τόν Θεό, ἔχει προορισμό τήν ἀνακούφιση καί τήν εὐημερία ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας, ὥστε νά ὑπηρετεῖ τήν κοινή ὠφέλεια καί νά στηρίζει τήν κοινωνική συνοχή, ἀλληλοσυμπληρώνοντας τά ὑστερήματα πλουσίου καί πτωχοῦ. Γι’ αὐτό ὁ ὑλικός πλοῦτος, πού ἀποτελεῖ πρόσκαιρο ἀγαθό, δέν δικαιολογεῖ ἔπαρση στόν κάτοχο του ἤ πολύ περισσότερο θεοποίηση.


Ὁ πλοῦτος ἀποτελεῖ οὐδέτερο ἀγαθό, δηλαδή δέν εἶναι οὔτε καλός οὔτε κακός ἀπό μόνος του, ἀλλά ἀπό τή χρήση πού τοῦ κάνει κάποιος. Ὁπωσδήποτε, ὅμως, ἀποτελεῖ κάτι τό πρόσκαιρο, ἐπισφαλές καί εὐτελές πρός τή μέλλουσα νά ἀποκαλυφθεῖ δόξα. Πρέπει νά εἶναι ἄμεμπτη ἡ κτήση του, ἐπιδιώκοντας πάντοτε ὁ ἄνθρωπος τή δικαιοσύνη καί διαχειριζόμενος ἐκεῖνον ἐντός τῶν ὁρίων τῆς ἠθικῆς καί τοῦ θείου καί τοῦ ἀνθρώπινου νόμου. Ἡ κακή χρήση του ὁδηγεῖ στήν ἀπώλεια, καθότι ὑποθάλπει τά πάθη τῆς φιλαργυρίας καί τῆς πλεονεξίας, προερχόμενα καί τά δύο ἀπό τήν ἐμπαθή προσκόλληση στά ὑλικά ἀγαθά καί προκαλώντας ἡ μία τήν ἄλλη.


«Οὐδείς οἰκέτης δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν· ἤ γάρ τόν ἕνα μισήσει καί τόν ἕτερον ἀγαπήσει, ἤ τοῦ ἑνός ἀνθέξεται καί τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. Οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καί μαμωνᾶ» (Λκ. 16,13), διδάσκει ὁ Χριστός. Αὐτό διότι ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό καί ἡ προσκόλληση στά πνευματικά ἀγαθά ἀπό τή μιά καί ἡ ἀγάπη πρός τό χρῆμα καί ἡ προσκόλληση στά ὑλικά ἀγαθά ἀπό τήν ἄλλη, θεμελιώνονται στήν ἴδια ἐπιθυμητική δύναμη τοῦ ἀνθρώπου. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος προσκολλᾶται στό χρῆμα καί γενικῶς στά ὑλικά ἀγαθά τόσο περισσότερο ἀπομακρύνεται ἀπό τόν Θεό.


Ἔχοντας, λοιπόν, ὑπ’ ὄψιν ὅλα αὐτά, ἄς εἴμαστε μιμητές ἐκείνων πού εἶναι πλούσιοι στόν οὐρανό καί διαχειρίστηκαν καλῶς τόν πλοῦτο ἤ τήν πτωχεία τους καί ἄς ἐπιδιώκουμε ὄχι τά πρόσκαιρα καί ὑλικά ἀγαθά, ἀλλά τά αἰώνια, γιά νά τά ἐπιτύχουμε μέ τή Χάρη καί τή φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, μετά τοῦ ὁποίου στόν Πατέρα καί στό Ἅγιο Πνεῦμα ἀνήκει ἡ δόξα καί ἡ τιμή. Ἀμήν.


Ἱεροδιάκονος Ἱερόθεος Κρητικός

«ὀσμή ἱματίων σου ὑπέρ πάντα τά ἀρώματα» (ᾎσμα Ἀσμάτων 4,10).

 Τό ποιητικό βιβλίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀγαπητοί ἀδελφοί, ἀναφερόμενο στήν ἀναμενόμενη Παρθένο ἀναφωνεῖ:


«Ἡ εὐωδία τῶν ἱματίων σου εἶναι ἀνώτερη ἀπό ὅλα τά ἀρώματα».


Ὁ Προφήτης Ἠσαΐας διαλαλεῖ: «Νά, λοιπόν, ἡ Παρθένος, θά συλλάβει καί θά γεννήσει υἱό καί θά τοῦ δώσει τό ὄνομα Ἐμμανουήλ» (Ζ΄,14).


Ὁ Προφήτης Ἰεζεκιήλ, σχετικά μέ τήν «πύλη τῶν ἁγίων τήν ἐξωτερική πού ἔβλεπε πρός τήν Ἀνατολή», τήν ὁποία τοῦ φανέρωσε ὁ Θεός σέ κάποιο ὅραμα ὅτι ἦταν κλειστή (44, 1-3), ἐννοοῦσε τήν Παναγία.


Σήμερα ἑορτή τῆς ἱερᾶς καταθέσεως τῆς τιμίας ἐσθῆτος τῆς Θεοτόκου, ἡ Ἐκκλησία μας ἐπιλέγει τό συγκεκριμένο ἀπόσπασμα ἀπό τήν πρός Ἑβραίους ἐπιστολή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου (99,1-70), ὅπου καί ἀναφέρονται παλαιοδιαθηκικές προτυπώσεις γιά τό πανάγιο πρόσωπο τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ. Ἀπό αἰῶνες προετοιμάζονται τά γεγονότα τῆς Παναγίας μας. Στήν Παλαιά Διαθήκη ἡ σκηνή τοῦ Μαρτυρίου - ὅπως ἀναφέρει σήμερα ὁ θεῖος Ἀπόστολος – εἶναι προτύπωσις τῆς σκηνῆς τοῦ Θεοῦ καί Λόγου, τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.


Ὁ λαός προετοιμάζεται νά ὑποδεχθεῖ τήν «Καινή Διαθήκη», τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, καί ὅτι ὅλα αὐτά πού ἀποτελοῦν τή σκηνή εἶναι «ἀντίτυπα τῶν ἀληθινῶν» (Ἑβρ. 9,24), «σκιά τῶν μελλόντων ἀγαθῶν» (Ἑβρ. 10,1) μέσα στό σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου. Εἶναι σάν νά βλέπουμε τήν Παλαιά Διαθήκη νά «ἀνασαίνει» μέσα στήν Καινή, καί αὐτή ἡ Καινή Διαθήκη νά «ἀνατέλλει» μέσα ἀπό τήν Παλαιά, ἔτσι ὥστε νά ἐπαληθεύεται τό χρυσοστομικό χωρίο ὅτι «δύο Διαθῆκαι, καί δύο παιδίσκαι τόν ἕνα Δεσπότη δορυφοροῦσι». Ἡ σκηνή τοῦ Μαρτυρίου ἦταν γιά τούς Ἑβραίους ὁ τόπος μέσα στόν ὁποῖο φυλάσσονταν τά ἱερά καί ὅσια τῆς ἀληθινῆς πίστης, ὅπως οἱ πλάκες τοῦ Δεκαλόγου πού παραδόθηκε στό ὄρος Σινᾶ στό Μωϋσή ἀπό τό Θεό.


Ἡ σκηνή περιεῖχε τήν Κιβωτό τῆς Διαθήκης, μέσα στήν ὁποία βρισκόνταν «ἡ χρυσῆ στάμνα» πού ἐφύλασσε τό μάννα, «ἡ ράβδος τοῦ Ἀαρών» πού ἐβλάστησε καί οἱ δύο «πλάκες τοῦ Δεκαλόγου» (Ἔξοδ. 16,33). Ὑπῆρχε, ἀκόμη, «τό χρυσό θυμιατήριο», «ἡ ἐπίχρυση τράπεζα τῆς προθέσεως» καί «ἡ ἑπτάφωτος λυχνία», πάνω στήν Κιβωτό ἦταν δυό χρυσᾶ Χερουβίμ. Ἡ σκηνή τοῦ μαρτυρίου, τῆς ὁποίας ἐξέλιξη ἀποτέλεσε ὁ ναός τοῦ Σολομῶντος, εἶχε ἕναν ἐξωτερικό καί δύο κύριους χώρους, τά Ἅγια καί τά Ἅγια τῶν Ἁγίων. Κατά τήν παράδοση, ἡ Παναγία μας ἔμεινε ἀφ’ ὅτου τήν παρέδωσαν οἱ γονεῖς της δώδεκα χρόνια καί τρεφόταν ἀπό ἄγγελο.


Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας, μέγας μυστικός Θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας, λέγει ὅτι ὁ Θεός ἐπέτρεψε τήν εἴσοδο στά Ἅγια τῶν Ἁγίων τῆς Θεοτόκου, διότι τό κάθέ τι ἐδῶ μέσα προμηνύει τήν Παναγία: αὐτή καί μόνη σάν πραγματική Κιβωτός κράτησεν μέσα της, ὄχι ἁπλῶς τίς λίθινες πλάκες, ἀλλά τόν Ἴδιο τόν Θεό πού ἔγραψε τίς πλάκες. Αὐτή καί μόνη ὡς ἄλλη πραγματική στάμνος φέρει μέσα της ὄχι τό μάννα, ἀλλά τόν «Ἄρτο τῆς ζωῆς τόν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάντα». Αὐτή καί μόνη ὡς ἄλλη πραγματική ράβδος τοῦ Ἀαρών, παράδοξα καί ὑπέρ νοῦν, ἄνευ σπορᾶς βλάστησε τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ. Ὅπως ἀκριβῶς τά χρυσᾶ Χερουβίμ σκίαζαν τό θυσιαστήριο, ἔτσι ἐπεσκίασε τό Ἅγιο Πνεῦμα τήν Παρθένο. Ἦταν, λοιπόν, αὐτή ἡ ἴδια «Ἅγια τῶν Ἁγίων» καί αὐτή ἦταν ἡ θέση πού τῆς ἅρμοζε!


Ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος διηγούμενος τήν Γέννηση τοῦ Σωτῆρος λέει ὅτι ὁ ἄγγελος, ὁ ὁποῖος παρουσιάσθηκε στόν Ἰωσήφ τόν μνήστορα, ὅταν ἡ Μαριάμ κυοφοροῦσε, βεβαιώνει ὅτι αὐτή ἦταν Παρθένος (1,20).


Ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς διηγεῖται καί ἐκεῖνος τήν αἰώνια Παρθενία τῆς Παναγίας ἐξιστορούμενος τόν Εὐαγγελισμό της(1,26-38).


Ὁ Ἅγιος Ἀμβρόσιος ἑρμηνεύοντας τό ὅραμα τοῦ Προφήτου Ἰεζεκιήλ (44,1-3) λέει: «Ποιά εἶναι, λοιπόν, αὐτή ἡ πύλη, ἐκτός ἀπό τή Μαρία, πού ἦταν κλεισμένη ἐπειδή ἦταν Παρθένος; Πύλη ἦταν ἡ Μαρία ἀπό τήν ὁποία ὁ Χριστός μπῆκε σ’αὐτό τόν κόσμο, ὅταν προῆλθε ἀπό τόν παρθενικό τοκετό.


Ὁ ἱερός Χρυσόστομος ἀπευθυνόμενος στήν Παρθένο λέγει:


«Δέσποινα ἁγία καί ἀειπάρθενη, βρῆκες νυμφίο πού νά διαφυλάξει τήν παρθενία σου» καί συνεχίζει λέγοντας: Ἄνθρωπε, γύρισε καί ἐξέτασε ὁλόκληρη τήν κτίση μέ τήν σκέψη σου, καί δές ἄν ὑπάρχει ἄλλο τέτοιο θαῦμα, ὅπως εἶναι ἡ Θεοτόκος. Αὐτή ἡ Α΄Οἰκουμενική Σύνοδος διακηρύττει τήν αἰώνια Παρθενία τῆς Θεοτόκου σχετικά μέ τή σάρκωση τοῦ Χριστοῦ ὅτι ἔγινε «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου».


Ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἐπίσκοπος Σελευκείας μέ τά συγκινητικά του λόγια θέλει τήν Παναγία νά διαλέγεται μέ τόν Μονογενῆ της Υἱό, λέγοντάς Tου: Τί, λοιπόν, νά κάμω διά σέ; Θά σέ θρέψω μέ γάλα ἤ νά σέ δοξολογήσω; Θά σέ προσκυνήσω ὡς μητέρα ἤ θά σέ προσκυνήσω ὡς δούλη; Θά σέ περιπτυχθῶ ὡς υἱόν ἤ θα προσευχηθῶ ὡς εἰς Θεόν;


Ὁ οὐρανός εἶναι δικός σου θρόνος καί συγχρόνως ὁ δικός μου κόλπος σέ βαστάζει: Ἦρθες εἰς τά κάτω χωρίς νά ἀπομακρυνθεῖς ἀπό τά ἄνω.


Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ἐξυμνεῖ τήν Παναγία μας: Χαῖρε! Σύ εἶσαι Θεοῦ Μητέρα, ἡ τροφός τῆς ζωῆς μας. Σύ εἶσαι Ἀειπάρθενη Κόρη, ἡ εὐτυχία ὅλων τῶν γενεῶν. Σύ εἶσαι ἄσπιλε Νύμφη, τό σκῆπτρο τῆς Ὀρθοδοξίας. Σύ εἶσαι τό θάρρος τῶν πιστῶν πρός τόν Θεό!


Ὁ Ἅγιος Ἄνθιμος ὁ Χῖος ἀξιώθηκε νά δεῖ τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο ὅταν ἔκτιζε τήν ἱερά Μονή του, ὡς μεγαλοπρεπῆ Κυρία νά ἐπιθεωρεῖ χαρούμενη τά ἀναγειρόμενα οἰκοδομήματα. Ἰδιαιτέρως τήν ἀγαποῦσε καί τήν ἐσέβετο ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ: Ἐκείνη τά ἐδημιούργησεν ὅλα.


Τοῦτον τόν ἐπίγειον παράδεισον ἐκείνη τόν ἔκαμε. Τόσο πολύ τήν ἀγαποῦσα, τόσο ἡ καρδιά μου εἶχε βαθιά ριζωμένη τήν ἀγάπη της. 


Ἀφ’ ὅτου ἦλθα εἰς αὐτήν τήν ζωήν, ἄλλο τίποτα δέν ἀγάπησα, μόνον τήν Παναγία καί τήν παρακαλοῦσα νά μοῦ δίνει σοφία, νά μοῦ δίνει ἀνδρεία, νά μοῦ δίνει ὑπομονή. Καί δέν ἐλησμόνησε ποτέ, ὥστε νά μήν μέ ἀκούσει. Ὁ Ἅγιος Γέροντας ἀπευθυνόμενος στήν Μητέρα τοῦ Θεοῦ, θά τῆς πεῖ: Ἐσύ εἶσαι Παναγία μας ἡ παρηγοριά καί ἡ ἐλπίδα μας.


Λύτρωσέ μας ἀπό τούς κινδύνους τῆς ψυχῆς, τούς ὁποίους ἡμεῖς δημιουργοῦμε εἰς τόν ἑαυτό μας. Δῶσε μας φώτιση καί τόλμη νά σοῦ φωνάζωμεν ἡμέραν καί νύκτα καί νά σοῦ λέγωμεν: Ὑπεραγία Θεοτόκε λύτρωσέ μας ἀπό τάς τέχνας καί τά σκάνδαλα τοῦ ἐχθροῦ. Ρῦσαι τόν κόσμον ὅλον ἀπό κάθε ψυχικό καί σωματικό κίνδυνο. Σύ εἶσαι τῶν χριστιανῶν ὅλων ἡ Μητέρα καί ἡ βοήθεια. Τούς ἀσθενεῖς νά θεραπεύης· τούς λυπημένους νά παρηγορῆς· τούς ἀβοηθήτους νά βοηθήσης· τούς κινδυνεύοντας νά λυτρώσης· τούς ἁμαρτωλούς να σώσης· Δῶσε μας τήν χάριν καί τήν εὐλογίαν σου. Ἀξίωσέ μας νά ἀγαπήσωμεν τόν Υἱόν σου καί νά Tόν εὐαρεστήσωμεν! ΑΜΗΝ!

Ουράνια κατάκτηση

 «απήλθε λυπούμενος»


Το ευαγγέλιο της Βασιλείας του Θεού κήρυσσε ο Ιησούς Χριστός σε περιοδείες που έκανε και ερχόταν σε επικοινωνία με το λαό «διδάσκων εν ταις συναγωγαίς αυτών και θεραπεύων πάσαν νόσον». Όπου μιλούσε όλοι τον άκουαν με ιδιαίτερο θαυμασμό. Τον πλησίαζαν πονεμένοι άνθρωποι για να θεραπεύσει ασθενείς τους ή για να συζητήσουν μαζί του ζητήματα που τους απασχολούσαν. Εκείνος βέβαια άλλους ευεργετούσε, ενώ σε άλλους έλεγε: «ουκ οίδατε τι αιτείσθε». Ανάμεσα σ’  εκείνους που πλησίασαν τον Χριστό ήταν και ένας νέος που ήθελε να πληροφορηθεί από πρώτο χέρι πώς θα μπορέσει να κληρονομήσει την αιώνια ζωή. Τα πρώτα λόγια του έδειχναν ότι τον συνείχε ιερός πόθος. Μάλλον όμως σκέφθηκε να δοκιμάσει τι απάντηση θα του έδινε ο Χριστός. Αυτό μαρτυρεί ότι η διάθεση του δεν ήταν ειλικρινής, αγνή και άδολη.


Την εκδοχή αυτή στηρίζει και η αντίδραση του νέου στην υπόδειξη του Χριστού για το τι έπρεπε να πράξει για να σωθεί. Μόλις την άκουσε, «απήλθε λυπούμενος», περιγράφει χαρακτηριστικά η περικοπή, δηλαδή σταμάτησε την προσπάθεια του και απομακρύνθηκε οριστικά από τον Ιησού.

Η αυτογνωσία 


Αν προσέξουμε αυτό που είπε ο νέος, ότι δηλαδή έχει τηρήσει σε όλη του τη ζωή το νόμο του Θεού, τότε θα αντιληφθούμε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί του. Αυτό που είπε φανερώνει έλλειψη αυτοκριτικής διάθεσης και αυτογνωσίας, όπως και άγνοια της σωστής στάσης που θα έπρεπε να τηρεί. Ανάλογες περιπτώσεις συναντούμε πολύ τακτικά. Όταν δηλαδή κάποιοι ισχυρίζονται ότι τηρούν όλα στην εντέλεια και καυχώνται ότι είναι πολύ καλοί χριστιανοί, χωρίς να βαρύνονται από αμαρτίες, τότε διερωτάται κάποιος κατά πόσον έχουν συναίσθηση για τα όσα λένε και κυρίως για τη δυνατότητά τους να καλλιεργούν την αυτογνωσία. Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις εν ονόματι της θεωρούμενης «καθαρότητάς» τους δεν διστάζουν να αποκόπτονται και από την ίδια την Εκκλησία εκλαμβάνοντας όλους τους άλλους «αμαρτωλούς» και «άσωτους». Τα βιώματα αυτών των ανθρώπων πρέπει να είναι εντελώς επιφανειακά και να μην έχουν ουσιαστικό περιεχόμενο. Κινούνται στους ορίζοντες ενός στείρου τυπικισμού, διαστρεβλώνοντας την ίδια την αλήθεια της Εκκλησίας σε σημείο που αφήνουν να κλονίζονται τα θεμέλια της ενότητάς της. Έχουν δηλαδή λανθασμένη γνώση της πίστεως και πιο πολύ έλλειψη στοιχειώδους αυτογνωσίας.


Ο Κύριος, ως παντογνώστης, γνώριζε πολύ καλά τον εσωτερικό κόσμο του συνομιλητή του. Πρόσεξε όσα του ανέφερε και θέλησε να τον βοηθήσει. Του είπε πρώτα: «Σου λείπει ακόμη ένα». Και του υπέδειξε τι έπρεπε να προσέξει: «Πήγαινε, πούλησε όλα όσα έχεις, μοίρασέ τα στους φτωχούς και τότε έλα κοντά μου». Αυτό το «ένα» ήταν πολύ δύσκολο στο νέο. Ήταν μια σοβαρή αδυναμία που επισκίαζε ό,τι είχε επιτύχει. Κάτι ανάλογο όμως μπορεί να συμβαίνει και με μας. Σκαλώνουμε ίσως σε μια εντολή και φρονούμε ότι δεν μπορούμε να την τηρήσουμε. Για τον χριστιανό όμως δεν υπάρχει τίποτε που είναι αδύνατο. Ο Κύριος διαβεβαιώνει: «πάντα δυνατά τω πιστεύοντι». Γνωρίζουμε ότι ο Θεός είναι αγάπη, την οποία προσφέρει στον άνθρωπο αλλά και την απαιτεί από εκείνον. Την αρετή ποτέ δεν την αντικαθιστά μια άλλη. Όταν λείπει, μένει ένα μεγάλο κενό και τότε αποσυντίθενται όλα. Είναι δυνατό ένα πλοίο να ξεκινήσει όταν και ένα μόνο παλαμάρι του είναι δεμένο στο μόλο; Το ίδιο συμβαίνει στην πνευματική μας ζωή. Ο συνομιλητής του Χριστού ήταν δεμένος στη γη με ένα «παλαμάρι», με τον πλούτο συγκεκριμένα. Ξεκίνησε λοιπόν για την κατάκτηση του ουρανού, αλλά το «παλαμάρι» του, η εξάρτησή του αυτή, δεν του επέτρεψε να προχωρήσει και να εκπληρώσει τον ανώτερο στόχο του.


Αγαπητοί αδελφοί, ας προσέξουμε εμείς να μην αφήσουμε τον εαυτό μας προσδεμένο στις μέριμνες και τις φροντίδες της ζωής, αλλά ας τον σπρώξουμε ν’ ανοίξει τις φτερούγες του για να συντονιστεί με ουράνιους προσανατολισμούς. Επιβάλλεται να εναποθέσουμε με πλήρη εμπιστοσύνη τον εαυτό μας στην αγάπη του Θεού και να ακολουθούμε πιστά το θέλημά του. Ο προσανατολισμός της ένωσής μας με τον Θεό, δεν θα πρέπει ποτέ να χάνεται μπροστά στις οποιεσδήποτε βιοτικές μέριμνες και τα υλικά αγαθά που πολλές φορές αποσπούν την προσοχή μας και μας εκτρέπουν από αυτόν. Η πορεία μας στην αγάπη του Θεού δίνει όλες εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν πραγματικά ευτυχισμένο τον άνθρωπο και τον αφήνουν να χαίρεται τα αγαθά που του προσφέρει ο Κύριός του. Ας προσέξουμε λοιπόν να ιεραρχούμε σωστά τις αξίες στη ζωή μας. Ύψιστη αξία είναι η ένωσή μας με τον Θεό.


Σήμερα η Εκκλησία μας θυμάται εορτολογικά την Κατάθεση της Τιμίας Ζώνης της Υπεραγίας Θεοτόκου.  Η γιορτή αναφέρεται στη μεταφορά της Αγίας Ζώνης της Παναγίας από τα Ιεροσόλυμα στην Κωνσταντινούπολη. Η Ζώνη, κειμήλιο ανεκτίμητης αξίας, υφάνθηκε από την ίδια την Παναγία και φέρεται να είναι το μόνο σωζόμενο προσωπικό της ένδυμα. Η κατάθεση της Ζώνης στην Κωνσταντινούπολη, σε ειδικά διαμορφωμένο σκευοφυλάκιο, σηματοδότησε την προστασία και την ευλογία της πόλης, ενώ έκτοτε συνδέεται με πλήθος θαυμάτων και ιάσεων. Η γιορτή υπενθυμίζει τη διαρκή παρουσία και την μεσιτεία της Θεοτόκου στην ζωή των πιστών.


Αποτελεί ταυτόχρονα εγερτήριο σάλπισμα για να εγκολπωθούμε τις αρετές που συνθέτουν την προσωπικότητα της Παναγίας, η οποία αποτελεί σκέπη και στήριγμα όλων των ανθρώπων. Η Παναγία, το πρόσωπο της οποίας θυμούμαστε και με την εκπνοή του Αυγούστου, είναι η γέφυρα που μας ανεβάζει στον ουρανό και μας ενώνει με την θεία ζωή.  Γι’ αυτό στη θεία της σκέπη, ας εναποθέσουμε όλο το είναι μας. Γένοιτο.


Χριστάκης Ευσταθίου,


Θεολόγος

Η σκηνή του Λόγου

 Η αγία μας Εκκλησία εορτάζει σήμερα, αδελφοί χριστιανοί, την κατάθεση της Τιμίας Ζώνης της Υπεραγίας Θεοτόκου στον ναό που είχε ανεγερθεί προς τιμήν της στην συνοικία Χαλκοπρατεία της Κωνσταντινουπόλεως. Το αποστολικό ανάγνωσμα της εορτής, το οποίο ακούσαμε νωρίτερα, αναφέρεται στην Σκηνή του Μαρτυρίου, η οποία αποτελεί προτύπωση της Υπεραγίας Θεοτόκου, όπως θα δούμε στην συνέχεια. Η Σκηνή του Μαρτυρίου, μάς λέει ο απόστολος Παύλος, ήταν διπλή· η πρώτη σκηνή, στην οποία ήταν τοποθετημένα η επτάφωτη λυχνία και η τράπεζα και η πρόθεση που προσέφεραν τους άρτους, ονομάζονταν «Άγια».


Στη συνέχεια ήταν το καταπέτασμα και μετά από αυτό η δεύτερη σκηνή, τα «Άγια των Αγίων», όπου ήταν τοποθετημένα το χρυσό θυμιατήριο και η Κιβωτός της Διαθήκης, ολόγυρα επενδυμένη με χρυσό, μέσα στην οποία φυλάσσονταν οι πλάκες με τις Δέκα Εντολές, η ράβδος του Ααρών που είχε βλαστήσει και μία χρυσή στάμνα που περιείχε μάνα, ενώ στο πάνω μέρος την επεσκίαζαν δύο ολόχρυσα χερουβείμ. Και στην μεν πρώτη σκηνή εισέρχονταν πάντοτε οι ιερείς και επιτελούσαν την λατρεία του Θεού, ενώ στην δεύτερη εισέρχονταν μία φορά τον χρόνο μόνο ο αρχιερέας, αφού πρώτα είχε θυσιάσει κάποια ζώα, προσφέροντας το αίμα τους ως εξαγνισμό δικό του αλλά και του λαού.

Αν στην Παλαιά Διαθήκη ο μέγιστος θησαυρός ήταν ο Νόμος και οι Προφήτες, και ο νόμος, όπως είδαμε, φυλάσσονταν στην Κιβωτό της Διαθήκης και επιστεγάζονταν από τα ομοιώματα των χερουβείμ, στην Καινή Διαθήκη την θέση τους παίρνει ο Λόγος του Θεού, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο οποίος είναι «τό πλήρωμα τῶν προφητῶν καί τοῦ νόμου» [1], «ὁ καθήμενος ἐπὶ τῶν Χερουβίμ» [2], και «ὁ ἄρτος ὁ ζῶν ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς» [3]. Η δέ πρώτη κιβωτός της Καινής Διαθήκης, η οποία εβάσασε τον Κύριο, δεν είναι άλλη από την Παναγία. Γι’ αυτό, στους μεν Χαιρετισμούς ψάλλουμε: «Χαῖρε, κιβωτέ χυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι», και ο υμνωδός σήμερα αναφωνεί: «Σὺ κιβωτός, τοῦ νοητοῦ ἁγιάσματος χρηματίζεις, Ἄχραντε πανύμνητε...».


Αλλά και τα άλλα στοιχεία της Κιβωτού της Διαθήκης αποτελούν προτυπώσεις της Υπεραγίας Θεοτόκου· η Παναγία είναι η λυχνία του νοητού φωτός, είναι η στάμνα η χρυσή που έφερε μέσα της το μάνα της ζωής, είναι η μυστική ράβδος που βλάστησε τον θεάνθρωπο Χριστό. Γι αυτό και στον Ακάθιστο ύμνο ψάλλουμε: «χαῖρε λυχνία καὶ στάμνε μάνα φέρουσα, τὸ γλυκαῖνον, τὰ τῶν εὐσεβῶν αἰσθητήρια», και πάλι: «ἡ ῥάβδος ἡ μυστική, ἄνθος τὸ ἀμάραντον ἡ ἐξανθήσασα, χαῖρε Δέσποινα, δι' ἧς χαρὰς πληρούμεθα καὶ ζωὴν κληρονομοῦμεν».


Είναι πάμπολλες οι προτυπώσεις της παλαιάς Διαθήκης που αναφέρονται στην Παναγία, αλ-λά ας περιοριστούμε σε αυτές που το σημερινό ανάγνωσμα ανακαλεί στην μνήμη μας. Όλα αυτά δεν αποτελούν επιτεύγματα των δικών της δυνάμεων, αλλά είναι αποτέλεσμα της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος. «Χαῖρε, κιβωτέ χυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι»· όπως η παλαιά κιβωτός, κατασκευασμένη από ξύλο, είχε επιχρυσωθεί από τον κατάλληλο τεχνίτη, έτσι και η νέα κιβωτός, η Υπεραγία Θεοτόκος, αφού διετήρησε τον εαυτό της καθαρό από κάθε ρύπο και αφού δέχτηκε με ταπείνωση και υπακοή το θέλημα του Θεού που της μετέφερε ο αρχάγγελος Γαβριήλ, χρυσώθηκε με την πα-ρουσία του Αγίου Πνεύματος και έχινε η πύλη που συνέδεσε τον Ουρανό με την γη, τον κτιστό και φθαρτό άνθρωπο με τον άκτιστο και άφθαρτο και προαιώνιο Θεό.


Αλλά κιβωτός του Χριστού και δοχείο και ναός του Αγίου Πνεύματος, γινόμαστε όλοι μας, όταν καθαρίζουμε τον έσω άνθρωπο, με το μυστήριο της ιεράς Εξομολογήσεως, και μετέχουμε της Θείας Ευχαριστίας, και με την βιοτή μας όλη, δηλαδή με τις σκέψεις και με τα έργα μας, δεν φυγαδεύουμε την χάρη του Θεού από την ζωή μας. «Δεν γνωρίζετε», ρωτά ο απόστολος Παύλος, «ότι είστε ναός του Θεού και το Άγιο Πνεύμα κατοικεί μέσα σας;» [4]. Αλλά και ο Χριστός μάς είπε: «ἰδοὺ γὰρ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν» [5]. Επομένως, ο λόγος για τον οποίο προβάλλει αγία μας Εκκλησία σήμερα την Υπεραγία Θεοτόκο, δεν είναι άλλος παρά να μάς υπενθυμίσει τις αρετές της και τον τρόπο της ζωής της, ώστε κι εμείς να την μιμηθούμε στην πίστη, στην ταπείνωση, στην υπακοή στο θέλημα και στον λόγο του Θεού. Ο Θεός σκορπά απλόχερα τις δωρεές και την χάρη του Αγίου Πνεύματος, ο σαρκωθείς Υιός και Λόγος του Θεού. Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, προσφέρεται καθημερινά, είναι η τροφή και η ζωή όλου του κόσμου, είναι εδώ, μέσα μας, και μάς καλεί να Τόν υποδεχτούμε με ταπείνωση, με πίστη, με αγάπη.


Ο κόσμος, αγαπητοί αδελφοί, αναζητά ανάπαυση, ειρήνη, ασφάλεια, δικαιοσύνη, και τα διεκδικεί με κάθε τρόπο: με διαβήματα, με κινήματα, με νόμους, με τα λόγια, πολλές φορές ακόμα και με τη βία. Όλα αυτά, όμως δεν είναι ανθρώπινα επιτεύγματα, αλλά είναι δώρα του Θεού, και δεν εκβιάζονται, αλλά προσφέρονται από τον Θεό σε όλους· όμως, αλοίμονο, δεν μπορούν ούτε όλοι να τα δουν, ούτε όλοι να τα γευτούν. Η Παναγία δεν είπε πολλά, μία μόνο φράση διασώζει το Ευαγγέλιο: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου» [6], και έγινε η κιβωτός της Καινής Διαθήκης. Την αποδοχή του θελήματος του Θεού μάς δίδαξε και ο Χριστός, όταν μάς έμαθε να λέμε στην Κυριακή Προσευχή: «Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου· ἐλ-θέτω ἡ βασιλεία σου· γενηθήτω τὸ θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς» [7].


Ας ακολουθήσουμε, λοιπόν, το παράδειγμά της Υπεραγίας Θεοτόκου, για να γευτούμε την χαρά και ευφροσύνη της Βασιλείας του Θεού μέσα μας από τον παρόντα ήδη βίο, και ας ψάλλουμε μαζί με τον υμνωδό τα εξής: «Ῥάβδος ἡ τὸ ἄνθος τῆς ζωῆς ἀναβλαστήσασα, σὺ εἶ ἡ πάντων χαρά, ἡ πολυτίμητος, Ἄχραντε, μυροθήκη ἡ τοῦ Πνεύματος, ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν, τῶν ἀρωμάτων πηγή, ἐξ ἧς μύρον τῶν ἰαμάτων ἐκβλύζει ἡ θεία σορός» [8]. Αμήν.

«Εἰ δέ θέλεις εἰσελθεῖν εἰς τήν ζωήν» (Ματθ. 19, 17).

 Στό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς βλέπουμε τόν Ἰησοῦ νά συζητάει μ’ ἕναν νέο γιά τήν αἰώνια ζωή καί γιά τήν ἠθική τελειότητα. Ὁ νέος ζητάει πρακτικές συμβουλές γιά τήν πνευματική του πρόοδο, ἀλλά οἱ ἀπαντήσεις πού ἔλαβε δέν τόν βόλεψαν. Θέλει νά μάθει τόν τρόπο πού θά κατακτήσει τήν αἰώνια ζωή καί τήν τελειότητα, ἀλλά δέν θέλει νά ἀπαρνηθεῖ τίς μικρότητες αὐτῆς τῆς ζωῆς καί τίς ἀτέλειες πού συντηροῦν τήν ἀνωριμότητα τῶν παρόντων πραγμάτων. Κολλάει στά ὑπάρχοντα καί χάνει τά ἐπερχόμενα. Ἀγαπάει ὑπερβολικά αὐτά πού ἔχει καί χάνει αὐτά πού θά μποροῦσε νά κερδίσει. Διψάει γιά ἀληθινή ζωή, ἀλλά μετατρέπει τή ζωή του σέ κάτι φτηνό. Ὁ Χριστός μέ διάκριση καί ἀγάπη θέλει νά τοῦ δείξει ὅτι αὐτό πού ζεῖ δέν εἶναι ἡ ἀληθινή ζωή, γι’ αὐτό τοῦ λέει: «εἰ δέ θέλεις εἰσελθεῖν εἰς τήν ζωήν». Ἡ πραγματική ζωή δέν βρίσκεται στά ὑπάρχοντα. Ἐάν θέλει νά εἰσέλθει στήν πραγματική ζωή, ὑπάρχει τρόπος.


Ἡ ψευδαίσθηση τῆς ζωῆς δέν βασάνιζε μόνο τόν πλούσιο νεαρό πού συζήτησε μέ τόν Κύριο. Ἡ ψευδαίσθηση τῆς ζωῆς εἶναι μιά πλάνη, στήν ὁποία βρίσκονται πάρα πολλοί ἄνθρωποι καί τό τραγικότερο ὅλων εἶναι ὅτι βρίσκονται καί πάρα πολλοί πιστοί...


«Εἰ δέ θέλεις εἰσελθεῖν εἰς τήν ζωήν» λέγει, κατ’ ἀρχήν, ὁ Χριστός σ’ αὐτούς οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι ἡ ζωή βρίσκεται στό σῶμα. Ἐπειδή τό σῶμα ἀναπνέει καί ἡ καρδιά κτυπάει, δέν σημαίνει πώς αὐτό εἶναι ἡ πραγματική ζωή. Οἱ λειτουργίες τοῦ σώματος εἶναι ἕνα βιολογικό γεγονός. Ἡ ἀληθινή ζωή δέν εἶναι βιολογία. Ὅποιος ἐπικεντρώνεται μόνον στήν ἱκανοποίηση τῶν σωματικῶν του ἀναγκῶν μετατρέπει τήν ὕπαρξή του σέ βιολογικό περιστατικό. Βιώνει ἤ μᾶλλον ἐπιβιώνει, ἀλλά δέν ζεῖ. Ἐάν θέλει νά εἰσέλθει στή ζωή, πρέπει νά κοιτάξει πέρα ἀπό τό σῶμα του. Πρέπει νά ἀφουγκραστεῖ τήν ψυχή του. Νά ἀποδεχτεῖ ὅτι δέν εἴμαστε μόνον αὐτό πού φαινόμαστε ἐξωτερικά. Ἐκτός ἀπό τήν ὑλική σύσταση ἔχουμε καί τήν πνευματική διάσταση. 


Ἔχουμε τήν ψυχή, πού εἶναι ἀθάνατη καί ἄφθορη.


Ἡ ψυχή δέν ἱκανοποιεῖται μέ τήν ἐπιβίωση. Ἡ ψυχή διψάει γιά ζωή. Ἐάν θέλουμε νά εἰσέλθουμε στή ζωή, θά ζήσουμε ψυχοσωματικά. Θά δραπετεύσουμε ἀπό τά στενά περιθώρια τῶν σαρκικῶν ἐνστίκτων, τῶν σαρκικῶν αἰσθήσεων καί τῶν σαρκικῶν ἀπαιτήσεων. Ὁ ἀγώνας γιά πλησμονή τῆς σάρκας καί ἡδονή τοῦ σώματος δέν εἶναι ζωή. Εἶναι κατάντια τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Ὁ ἄνθρωπος πού προσανατολίζεται μόνο στό σῶμα του καταντάει ἕνα κτῆνος, ἕνα ἀδίστακτο καί ἄλογο πλάσμα, πού βόσκει καί ἀναπαράγεται χωρίς ποιότητα στό χοιροστάσιο αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ἡ μονομέρεια τοῦ ἐνδιαφέροντος μόνο γιά τό σῶμα καί τίς ὑλικές ἀνάγκες φέρνει μία σταδιακή ἀπονέκρωση. Τρέφει τήν φθαρτότητα τοῦ σώματος. Διαβρώνει τό μέτρο καί τήν ἁρμονία μέ τίς πολλές παροχές. Ἔτσι ἡ ἀνθρώπινη πορεία γίνεται βασανιστική. Ὁ σύντομος βίος γίνεται μία ἐμπειρία καί πρόγευση τοῦ θανάτου. Ἡ φροντίδα τοῦ σώματος ἔχει νόημα μόνον ὅταν γίνεται σέ συνδυασμό μέ τή φροντίδα τῆς ψυχῆς. Τότε, ὁ ἄνθρωπος πού κρατάει τήν ἰσορροπία μεταξύ τῶν ὑλικῶν καί τῶν πνευματικῶν διαστάσεων, εἰσέρχεται στή ζωή. Παύει νά εἶναι βιολογικό περιστατικό. Γίνεται πρόσωπο πού χαίρεται τά πάντα καί γιά πάντα.


«Εἰ δέ θέλεις εἰσελθεῖν εἰς τήν ζωήν» κατά δεύτερον, τό λέγει ὁ Χριστός σέ ὅσους συνέλαβαν λάθος τόν τρόπο τῆς συμπεριφορᾶς καί τῆς πνευματικῆς ποιότητας. Ἐάν θέλουμε νά εἰσέλθουμε στή ζωή, πρέπει νά καταλάβουμε ὅτι ἡ ἀληθινή ζωή εἶναι μόνον ὁ Χριστός. Κάθε τρόπος ζωῆς καί πνευματικῆς ἀνάπτυξης μακριά ἀπό τόν Χριστό εἶναι νέκρωση καί ἔχει τή γεύση τοῦ θανάτου. Μόνον κοντά στόν ἀληθινό Χριστό ὁ ἄνθρωπος ἀνανεώνεται, ξαναγεννιέται, ἀνακουφίζεται καί ξεκουράζεται. Ὁ Κύριος μᾶς ὑπογράμμισε πώς Ἐκεῖνος εἶναι ἡ ἀληθινή ζωή.


Μᾶς ὑποσχέθηκε πώς ὅποιος τρέξει κοντά Του θά ἀναπαυθεῖ καί θά λαμβάνει ὄχι μόνο ἁπλή ζωή ἀλλά καί περίσσευμα ζωῆς. Οἱ ἄνθρωποι χωρίς Χριστό βρίσκονται στή χώρα τῆς σκιᾶς καί τοῦ θανάτου.


Χωρίς Χριστό ἡ ψυχή διαφθείρεται ἀπό τήν πλάνη, ἀπό τά πάθη, ἀπό τά ἄγχη, ἀπό τή θλίψη, ἀπό τή βία, ἀπό τήν ἐπιπολαιότητα καί ἀπό τήν κακία. Ἡ ψυχή χωρίς Χριστό μπορεῖ νά φαίνεται ἐνάρετη, νά ὁδηγεῖται σέ ἀγαθοεργίες, σέ καλά ἔργα, νά φαίνεται λαμπερή καί ἄνετη, ἀλλά στήν πραγματικότητα ὑποφέρει ἀπό συμπλέγματα, παράπονα, ἀνεκπλήρωτους πόθους καί κυρίως ἀπό λανθασμένους στόχους καί ψεύτικες προοπτικές. Μπορεῖ νά φαίνεται ὅτι περνάει καλά, ἀλλά μέσα της ὑπάρχει τό κενό, ὑπάρχει ὁ βρωμερός τάφος, ἔστω καί ἄν ἀπ’ ἔξω δείχνει καλλιεργημένη καί ἀστραφτερή. Ὁ Κύριος σέ κάθε πλανεμένο λέγει: «Οἶδά σου τά ἔργα, ὅτι ὄνομα ἔχεις ὅτι ζεῖς καί νεκρός εἶ». Ὁ ἄνθρωπος πού ἀπομακρύνεται ἀπό τόν Θεό μπορεῖ ἐξωτερικά νά ἔχει τό ὄνομα καί τήν εἰκόνα τοῦ ζωντανοῦ, ἀλλά στήν πραγματικότητα εἶναι νεκρός. Οἱ γνώσεις, ἡ ἐπιστήμη, ἡ τέχνη, ἡ ὀμορφιά, ἀκόμη καί ἡ θρησκευτικότητα, ὅταν ἐξελίσσονται μακριά ἀπό τόν Χριστό, δέν ζωοποιοῦν τόν ἄνθρωπο. Μόνον ὁ Κύριος δίνει τή νοστιμιά τῆς ζωῆς σέ κάθε πνευματική καί ψυχική λειτουργία. Ὅταν βγάλουμε τόν Θεό ἀπό τήν ἐξίσωση τῆς πραγματικότητας, τότε ζοῦμε σ’ ἕναν ἀόρατο τάφο, σέ μία ἀποσύνθεση, ἀπό τήν ὁποία ὑποφέρουμε, ἀκόμη καί ὅταν δέν ξέρουμε τί μᾶς φταίει. 


«Εἰ δέ θέλεις εἰσελθεῖν εἰς τήν ζωήν» λέγει ὁ Χριστός σήμερα σέ ὅλους μας. Μᾶς καλεῖ νά εἰσέλθουμε στή ζωή, στήν ἀληθινή ζωή, πού εἶναι ἡ ζωή μας μαζί Του. Νά βγοῦμε ἀπό τούς τάφους τῆς ὑπερβολικῆς φροντίδας γιά τό σῶμα. Νά βγοῦμε ἀπό τούς τάφους τῆς πλάνης καί τοῦ ψεύδους τοῦ πνεύματος. Νά καταλάβουμε ὅτι ἡ ζωή δέν βρίσκεται στόν ἐγωισμό, στήν ἱκανοποίηση τῆς ἐπιθυμίας, στήν πλησμονή ἀπό φθαρτά δεδομένα. Νά καταλάβουμε πώς ἡ ζωή δέν ξεκινάει μέ τά δικά μας κατορθώματα. Δέν ἔχουμε ζωή, ἐπειδή κτυπάει ἡ καρδιά μας καί σκιρτάει ἡ ψυχή μας. Ζωή ἔχουμε ὅταν ἡ καρδιά μας χτυπάει γιά τόν Χριστό καί ἡ ψυχή μας σκιρτάει γιά τόν Χριστό. Ζωή ἔχουμε ὅταν κάθε ἀνάσα μας εἶναι μιά προσευχή, ὅταν τό ὀξυγόνο μας εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ στήν ὕπαρξή μας. Τότε θά καταλάβουμε ὅτι πλαστήκαμε γιά τήν ἀθανασία, γιά τήν αἰωνιότητα καί γιά τόν Παράδεισο. Ἀμήν.