Πέμπτη 29 Μαΐου 2025

Η Ανάληψις του Χριστού

 Ιερομόναχος Γρηγόριος


Η Ανάληψη του Χριστού, σαράντα ημέρες μετά την Ανάστασή Του, είναι η άνοδος στον ουρανό της ανθρωπίνης φύσεως. Μετά από το γεγονός αυτό, ο ουρανός γίνεται βατός για τον άνθρωπο που ζει κατά Θεόν. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, όπως ο Ιησούς Χριστός «κατέβηκε στην γη όχι μεταβαίνοντας τοπικά, αλλά κατά συγκατάβαση, έτσι επανέρχεται πάλι, όχι με μετάβαση της Θεότητος, αλλά ενθρονίζοντας στον ουρανό την ανθρώπινη φύση μας που ανέλαβε»[1] με την σάρκωσή Του.


Ο Χριστός, αφού πήρε ό,τι εκλεκτότερο από το ανθρώπινο γένος, δηλαδή την δική Του ανθρώπινη φύση, το πρόσφερε στον Θεό Πατέρα. Και με αυτή την προσφορά Του ο Χριστός έκανε να ευλογηθεί το ανθρώπινο γένος. Λέγει ο ιερός Χρυσόστομος «Όταν ο Θεός Πατέρας δέχθηκε την προσφορά του Υιού, τόσο πολύ θαύμασε το δώρο, και για την αξία του προσφέροντος και για το άμωμο της προσφοράς, ώστε το δέχτηκε στα χέρια Του, το τοποθέτησε κοντά Του, και του είπε “Κάθισε στα δεξιά μου”. Σε ποια φύση είπε ο Θεός “Κάθισε στα δεξιά μου”; Σε εκείνην που είχε ακούσει τον λόγο: “Χώμα είσαι και στο χώμα θα γυρίσεις”!… Βλέπε που βρισκόταν ο άνθρωπος και που ανέβηκε. Δεν υπήρχε κατώτερο σημείο να κατέβει από εκεί που κατέβηκε, ούτε πάλι υψηλότερο να ανέβει, από εκεί που τον ανέβασε ο Χριστός!».[2] Αυτών των αγαθών θεμέλιο είναι η ημέρα της Αναλήψεως.


Ο όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης λέγει: «Όλος ο σκοπός της θείας Οικονομίας ήταν να μας ανεβάσει στον Ουρανό. Διότι εκεί είναι η αληθινή σωτηρία μας, και εκεί πρόκειται να απολαμβάνουμε την γλυκύτατη θεωρία του παμφίλτατου Δεσπότου μας… Πρέπει όμως να καταβάλουμε κόπο για να ανεβούμε στον ουρανό… Αν δεν απορρίψουμε κάθε φιληδονία, κάθε φιλοδοξία, κάθε φιλαργυρία και γενικά κάθε προσκόλληση της παρούσης ζωής, δεν μπορούμε να αναληφθούμε στον ουρανό. Εάν όμως αγωνιζόμαστε να τα απορρίψουμε όλα αυτά, ο Χριστός που βρίσκεται στον ουρανό θα μας εκλύσει κοντά Του με την παντοδύναμη Χάρη Του».[3]




Ιερομόναχος Γρηγόριος, Η Ορθόδοξη Πίστη, Λατρεία και Ζωή, Σχεδίασμα ορθοδόξου κατηχήσεως, Ιερόν Κουτλουμουσιανόν Κελλίον Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, Άγιος Όρος, 2012

Η Ανάληψη

 π. Λεβ Ζιλέ


Εάν έχουμε ζήσει τη χαρά της Πασχαλινής περιόδου, είναι σπάνιο να μην νιώσουμε ένα σφίξιμο στην καρδιά, όταν έρχεται η μέρα της Αναλήψεως. Ξέρουμε πολύ καλά ότι είναι μία από τις μεγαλύτερες γιορτές της Χριστιανοσύνης. Κι όμως, μας φαίνεται σαν αναχώρηση, σαν χωρισμός, ότι ο Κύριός μας δεν είναι πια παρών με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Οι μαθητές δεν αντέδρασαν έτσι. Θα μπορούσε η λύπη να τους έχει καταβάλει, αυτοί όμως αντιθέτως «ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλήμ, μετὰ χαρᾶς μεγάλης» (Λουκ. 24:36-53). Γιατί η Ανάληψη χαροποιεί τους χριστιανούς;


Ανάληψη 


Καταρχάς, διότι η δόξα του Κυρίου μας είναι πολύτιμη για μας. Η Ανάληψη επιστέφει την επίγεια αποστολή Του. Ολοκλήρωσε το έργο που Του ανέθεσε ο Πατήρ, και προς Αυτόν τείνει τώρα με όλο το είναι Του. Σε λίγο ο Πατέρας θα Τον υποδεχθεί, όπως αρμόζει στη νίκη που κέρδισε κατά της αμαρτίας και του θανάτου, μια νίκη που κατακτήθηκε με τόσο πόνο. Σε λίγο θα δοξαστεί στον ουρανό. Η δόξα και η επιθυμία του Κυρίου μας πρέπει να είναι σημαντικότερες για μας από την «αισθητή παρηγοριά» που αντλούμε από την παρουσία Του. Ας μάθουμε να αγαπούμε τόσο τον Κύριό μας, ώστε να χαιρόμαστε με τη δική Του χαρά.


Στη συνέχεια, η Ανάληψη σηματοδοτεί το γεγονός ότι ο Πατήρ αποδέχεται όλο το λυτρωτικό έργο του Υιού. Η Ανάσταση ήταν το πρώτο εκτυφλωτικό σημείο αυτής της αποδοχής. Η Πεντηκοστή θα είναι το τελικό. Η νεφέλη που σήμερα περιβάλλει τον Ιησού και ανεβαίνει μαζί Του στον ουρανό αντιπροσωπεύει τον καπνό του ολοκαυτώματος που ανεβαίνει από το θυσιαστήριο προς τον Θεό. Η θυσία έγινε δεκτή. Ο Πατήρ υποδέχεται το Θύμα, όπου κοντά Του θα συνεχίσει να προσφέρει αιωνίως τη θυσία Του. Το έργο της σωτηρίας μας ολοκληρώθηκε.


Ο Ιησούς δεν επιστρέφει μόνος στον Πατέρα. Είναι ο ασώματος Λόγος που κατέβηκε και έζησε μετά των ανθρώπων. Σήμερα είναι ο Λόγος που εγένετο Σαρξ, αληθινός Θεός και τέλειος άνθρωπος, που εισέρχεται στη βασιλεία των Ουρανών. Φέρνει μαζί Του την ανθρώπινη φύση την οποία είχε ενδυθεί. Ανοίγει τις πύλες της Βασιλείας για την ανθρωπότητα. Κατακτούμε «μέσω πληρεξουσίου» τα επουράνια αγαθά: «Ὄντας ἡμᾶς νεκροὺς τοῖς παραπτώμασι… συνήγειρε καὶ συνεκάθισεν ἐν τοῖς ἐπουρανίοις ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Εάν είμαστε πιστοί, προόρισε για μας θέση στη Βασιλεία. Η παρουσία μας εκεί είναι αυτό που επιθυμεί και περιμένει.


Η Ανάληψη, καθιστά για μας τη σκέψη του ουρανού περισσότερο παρούσα και επίκαιρη. Σκεπτόμαστε άραγε αρκετά τη μόνιμη, κατοικία μας; Για τους περισσότερους χριστιανούς, η ουράνια ζωή είναι κάτι σαν συμπλήρωμα της επίγειας. Κάτι σαν υστερόγραφο, σαν το παράρτημα ενός βιβλίου, του οποίου το κυρίως κείμενο έχει γραφτεί στη γη. Το αντίθετο όμως είναι το αληθινό. Η επίγεια ζωή μας δεν είναι παρά ο πρόλογος του βιβλίου. Η ζωή στον ουρανό θα είναι το κείμενο· και το κείμενο δεν θα έχει τέλος. Για να χρησιμοποιήσουμε μια άλλη, εικόνα, η γήινη ζωή μας είναι μια σήραγγα -στενή, σκοτεινή και πολύ σύντομη- που οδηγεί σ’ ένα υπέροχο και ηλιόλουστο τοπίο. Σκεπτόμαστε πάρα πολύ αυτό που είναι η ζωή μας τώρα. Δεν σκεπτόμαστε αρκετά αυτό που θα είναι στο μέλλον: «Ἅ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὓς οὐκ ἤκουσε… ἅ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτόν». Στον Όρθρο της σημερινής εορτής ψάλλουμε: «Ἀγγελικῶς οἱ ἐν κόσμῳ πανηγυρίσωμεν…». Πράγμα που σημαίνει, ας σκεπτόμαστε περισσότερο τους αγγέλους, ας προσπαθήσουμε να εισέλθουμε στα δικά τους αισθήματα, να γευθούμε κάτι από αυτά που γεύθηκαν αυτοί, όταν ο Υιός επέστρεψε εν δεξιά του Πατρός. Ας μεταφερθούμε πρώτα-πρώτα κοντά στην Υπεραγία Θεοτόκο και τους αγίους, που θα είναι οι αληθινοί συμπολίτες μας: «Τὸ πολίτευμα ἡμῶν ἐν ουρανοῖς ὑπάρχει, ἐξ οὑ καὶ ἀπεκδεχόμεθα σωτῆρα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν». Η ζωή μας θα μεταμορφωνόταν, εάν, ήδη, από τώρα, ρίχναμε την καρδιά μας στην αντίπερα όχθη, πέρα από αυτόν τον κόσμο, στη Βασιλεία, όπου βρίσκονται όχι μόνον τα αληθινά αγαθά μας, αλλά και τα αγαθά όλων εκείνων που αγαπούμε.


Οι μαθητές, αφού αποχωρίστηκαν τον Ιησού, παρέμεναν πλήρεις ελπίδας, διότι ήξεραν ότι θα τους εδίδετο το Πνεύμα. Τους παρήγγειλε «ἀπὸ Ἱερουσολύμων μὴ χωρίζεσθαι, ἀλλὰ περιμένειν τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρός…» Η νεφέλη περιβάλλει τον Ιησού, αλλά δεν έχει πάρει ακόμη το χρώμα της φλόγας της Πεντηκοστής. Ο Ιησούς φεύγοντας μάς σταθεροποιεί σε μια στάση, όχι λύπης αλλά χαρούμενης και γεμάτης εμπιστοσύνη προσμονής.


«Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτὸν αὐτοὺς διέστη ἀπ᾿ αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν. Καὶ αὐτοὶ προσκυνήσαντες αὐτὸν ἐπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ μετὰ χαρᾶς μεγάλης.» Να τι θα έπρεπε να είναι για μας η γιορτή της Αναλήψεως. Εάν ο Ιησούς απομακρύνεται ευλογώντας, κι αν εμείς Τον προσκυνούμε γονατιστοί ενώ ανεβαίνει, θα σηκωθούμε γεμάτοι με καινούργια δύναμη -καρπό της ευλογίας και της προσκύνησης- και θα επιστρέψουμε, όπως οι απόστολοι, «μετὰ χαρᾶς μεγάλης».




Lev Gillet (ενός Μοναχού της Ανατολικής Εκκλησίας), Πασχαλινή κατάνυξη, 1η έκδοση, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα, 2009

Ανάληψις

 Ιωάννου Μ. Φουντούλη


Eἶπε δὲ ὁ Κύριος πρὸς αὐτούς· Λήψεσθε δύναμιν ἐξ ὕψους, ἐπελθόντος τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐφ᾽ ὑμᾶς καὶ ἔσεσθαί μοι μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς. Ἐξήγαγε δὲ αὐτούς ἔξω ἕως τὴν Βηθανίαν καί ἐπάρας τὰς χεῖρας αὑτοῦ, εὐλόγησεν αὐτούς. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτὸν αὐτούς, διέστη ἀπ᾽ αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν… Βλεπόντων αὐτῶν ἐπῄρθη καὶ νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτὸν ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν. Καὶ ὡς ἀτενίζοντες ἦσαν εἰς τὸν οὐρανόν, πορευομένου αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο παρειστήκεισαν αὐτοῖς ἐν ἐσθῆτι λευκῇ, οἳ καὶ εἶπον. Ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν; Οὗτος ὁ Ἰησοῦς, ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ᾽ ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται πάλιν, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν. Τότε ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλήμ -μετά χαρᾶς μεγάλης- ἀπὸ ὄρους τοῦ καλουμένου Ἐλαιῶνος. Καί ἦσαν διαπαντὸς ἐν τῷ ἱερῷ αἰνοῦντες καὶ εὐλογοῦντες τὸν Θεόν».


Με αυτές τις αδρές γραμμές, ο ιερός ευαγγελιστής Λουκάς περιγράφει στο τέλος του Ευαγγελίου του και στην αρχή των Πράξεων των Αποστόλων, την τελευταία εμφάνιση του αναστάντος Κυρίου στους μαθητές Του.[1] Όπως στα δύο αυτά βιβλία του ιερού Λουκά, έτσι η ανάληψις του Κυρίου κατακλείει την ιστορία του επί γης βίου του Χριστού και ανοίγει την ιστορία των μαθητών – της Εκκλησίας. Είναι με άλλα λόγια ο συνδετικός κρίκος, η μετάβασις από την μία φάση του σωτηριώδους έργου του Θεού στην άλλη. Το κλείσιμο της πρώτης σκηνής και το άνοιγμα της δευτέρας. Ακριβώς δε την τεσσαρακοστή από την ανάσταση ημέρα, αφού υμνήσαμε και δοξολογήσαμε μαζί με τους μαθητές την δόξα του αναστάντος, αφού ζήσαμε επί 40 ημέρες στην χαρούμενη ατμόσφαιρα της παρουσίας Του, θα κληθούμε από την Εκκλησία να παραστούμε νοητά στο όρος των Ελαιών, για να αποχαιρετίσουμε τον απερχόμενο Σωτήρα.


Δεν ξέρω αν όλοι οι ακροατές μου βρέθηκαν ποτέ σε ώρα λατρείας κατά την ημέρα της Αναλήψεως ή και σε οποιαδήποτε άλλη λειτουργική σύναξη μέσα στον υπέρλαμπρο ναό της Μεγάλης Εκκλησίας της Θεσσαλονίκης, την Αγία Σοφία. Τον μεγάλο τρούλο της κοσμεί ένα θαυμαστό μωσαϊκό του Θ΄ αιώνος. Στο κέντρο, μέσα σε φωτεινή δόξα, κάθεται ο Χριστός υποβασταζόμενος από δύο αγγέλους. Γύρω – γύρω μέσα σε ένα καταπληκτικό για την μεγαλοπρέπειά του τοπίο οι δώδεκα απόστολοι με την Θεοτόκο στην μέση, βλέπουν με θάμβος προς τον ουρανό. Και δύο λευκοφόροι άγγελοι τους απευθύνουν τους λόγους των Πράξεων: «Ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν»;[2] Νομίζεις πως και όλοι οι πιστοί κάτω από τον μεγάλο θόλο βρίσκονται συναγμένοι μαζί με τους αποστόλους και απολαμβάνουν το υπερφυές θέαμα. Τον Χριστό αναλαμβανόμενο, αλλά και διαρκώς μη χωριζόμενο. Διαρκώς βλέποντα από το βάθος του ουρανού μέσα στην αστραφτερή ολόχρυση δόξα Του και αδιάκοπα επαίροντα τα χέρια Του και ευλογούντα τους αποστόλους , την Εκκλησία Του. Και στην στάση, στην έκφραση, στις κινήσεις των αποστόλων του ψηφιδωτού, διακρίνει κανείς όλα τα ανάμικτα αισθήματα που ένοιωσαν εκείνοι κατά την μεγάλη εκείνη στιγμή, αλλά και όλα τα αισθήματα που πλημμυρίζουν τις καρδιές των πιστών που βλέπουν την δόξα του αναλαμβανομένου. Γιατί ακριβώς η ανάληψις είναι το γεγονός -και η εορτή- των μεγάλων συναισθημάτων, της ποικιλίας των αντιθέσεων. Έτσι ακριβώς την βλέπει και η Εκκλησία στην ακολουθία της εορτής.


Και πρώτα κυριαρχεί ο τόνος της χαράς, της δόξης, του θριάμβου. Ο Κύριος τελειώνει το έργο της οικονομίας. Υψώνεται σαν νικητής και θριαμβευτής επάνω από την γη που έσωσε, ο Πατήρ τον υποδέχεται, οι άγγελοι και οι άνθρωποι δοξολογούν τον νικητή, τον θριαμβευτή, τον Σωτήρα. Τον τόνο αυτόν της χαράς για την ένδοξο ανάληψη εκφράζει το πρώτο τροπάριο της εορτής, το πρώτο στιχηρό του εσπερινού, του πλ. β΄ ήχου:


«Ὁ Κύριος ἀνελήφθη εἰς οὐρανούς,


ἵνα πέμψῃ τὸν Παράκλητον τῷ κόσμῳ.


Oἱ οὐρανοὶ ἡτοίμασαν τὸν θρόνον αὐτοῦ,


νεφέλαι τὴν ἐπίβασιν αὐτοῦ,


Ἄγγελοι θαυμάζουσιν,


ἄνθρωπον ὁρῶντες ὑπεράνω αὐτῶν,


ὁ Πατὴρ ἐκδέχεται,


ὃν ἐν κόλποις ἔχει συναΐδιον.


Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον


κελεύει πᾶσι τοῖς Ἀγγέλοις αὐτοῦ·


Ἄρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ἡμῶν,


Πάντα τὰ ἔθνη κροτήσατε χεῖρας·


ὅτι ἀνέβη Χριστός, ὅπου ἦν τὸ πρότερον».


Η χαρά όμως αυτή δεν είναι μόνο χαρά για την δόξα του Χριστού. Αλλά και χαρά για την σωτηρία του ανθρώπου. Γιατί ο Κύριος, ανεβαίνοντας στους ουρανούς, ανεβαίνει μαζί με το σώμα Του το ανθρώπινο, με την θεωθείσαν σάρκα. Αυτήν ανεβάζει στον ουρανό και συγκαθίζει στα δεξιά του θρόνου του Θεού. Και έτσι γίνεται πρωτοπόρος του ανθρωπίνου γένους στην δόξα του ουρανού, όπως με την ανάστασή Του έγινε πρωτότοκος των νεκρών. Στους ώμους Του πήρε την πλανηθείσα ανθρωπίνη φύση και αναληφθείς, την εθέωσε και «τῶ Θεῶ καὶ Πατρὶ προσήγαγε». Τον θρίαμβο αυτόν του ανθρώπου ψάλλει το δοξαστικό των αποστίχων του εσπερινού του πλ. β΄ ήχου:


«Ἀνέβη ὁ Θεὸς ἐν ἀλαλαγμῷ,


Κύριος ἐν φωνῇ σάλπιγγος,


τοῦ ἀνυψῶσαι τὴν πεσοῦσαν εἰκόνα τοῦ Ἀδάμ


καὶ ἀποστεῖλαι Πνεῦμα Παράκλητον,


τοῦ ἁγιάσαι τὰς ψυχὰς ἡμῶν».


Η χαρά όμως για την δόξα του Χριστού συγκιρνάται με την λύπη για τον χωρισμό. Και τον θρήνο αυτόν των μαθητών παραστατικά ζωγραφεί το τέταρτο στιχηρό του εσπερινού του πλ. β΄ ήχου:


«Κύριε, οἱ ἀπόστολοι ὡς εἶδὸν σε


ἐν νεφέλαις ἐπαιρόμενον,


ὀδυρμοῖς δακρύων, ζωοδότα Χριστέ,


κατηφείας πληρούμενοι, θρηνοῦντες ἔλεγον·


Δέσποτα, μὴ ἐάσῃς ἡμᾶς ὀρφανούς,


οὓς δι᾿ οἶκτον ἠγάπησας δούλους σου,


ὡς εὔσπλαγχνος·


ἀλλ᾿ ἀπόστειλον, ὡς ὑπέσχου ἡμῖν,


τὸ πανάγιόν σου Πνεῦμα,


φωταγωγοῦν τὰς ψυχὰς ἡμῶν».


Χαρά, λύπη , αλλά και ελπίδα. Ελπίδα ότι ο Κύριος δεν θα αφήσει ορφανούς τους αποστόλους και την Εκκλησία. Θα στείλει το υπεσχημένο Πνεύμα, τον Παράκλητο, για να μένει μαζί τους και μαζί μας, κατά την επαγγελία Του, μέχρι της συντελείας του αιώνος. Ότι την ένδοξο ανάληψη θα ακολουθήσει η δυναμική παρουσία του Χριστού στον κόσμο, όπως ψάλλει το πρώτο τροπάριο της λιτής του α΄ ήχου:


«Ἀνελθὼν εἰς οὐρανούς,


ὅθεν καὶ κατῆλθες,


μή ἐάσῃς ἡμᾶς ὀρφανοὺς Κύριε·


ἐλθέτω σου τὸ Πνεῦμα,


φέρον εἰρήνην τῷ κόσμῳ.


Δεῖξον τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων


ἔργα δυνάμεώς σου, Κύριε φιλάνθρωπε».


Είναι ένα μυστήριο η εορτή της Αναλήψεως. Μυστήριο, που το ζει η Εκκλησία όχι μόνο κατά την ημέρα που τελούμε την ανάμνησή του, αλλά καθημερινώς, σε κάθε στιγμή της υπάρξεώς της. Που το ζει και κάθε πιστός στις ώρες που στρέφει τα μάτια του στον ουρανό, αναζητώντας τον Σωτήρα του. Τον βλέπει ανερχόμενον εις τον ουρανόν, καθήμενον εκ δεξιών του Πατρός στην δόξα της Θεότητος, όπως τον είδε ο πρωτομάρτυς Στέφανος.[3] Αισθάνεται τα χέρια Του επαιρόμενα να τον ευλογούν και τους λόγους Του να τον καθησυχάζουν. Τον ακούει να του ομιλεί για την παράκληση, για την παρηγορία του Παρακλήτου και για την εξ ύψους βοήθεια και να τον βεβαιώνει ότι πάντοτε είναι και θα είναι μαζί του μέχρι της συντελείας του αιώνος. Παίρνει δύναμη και θάρρος αισθανόμενος την διαρκή παρουσία Του, την θαλπωρή της χάριτος του αγίου Πνεύματος. Και αποδύεται στον αγώνα της ζωής, πατώντας στην γη, αλλά ζητώντας τα άνω, φρονώντας τα άνω, έχοντας τον δείκτη του προσανατολισμού του εστραμμένον προς τον ουρανό, όπου ο Χριστός «ἐστι ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ καθήμενος», κατά τον απόστολο Παύλο.[4] Είναι ήδη πολίτης των ουρανών, αφού η κεφαλή του, ο Χριστός, βρίσκεται στους ουρανούς.


(30 Μαΐου 1970)


Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Λογική Λατρεία, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα, 1997

Η ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

 π.Ἀλεξάνδρου Σμέμαν


Ἕνα ρίγος χαρᾶς διαπερνᾶ τὴ λέξη “ἀνὰληψη”, πού δείχνει μιὰ πρόκληση πρὸς τοὺς ἀποκαλούμενους “νόμους τῆς φύσεως”, πρὸς τὴ διαρκῆ κάθοδο καὶ πτώση· εἶναι μιὰ λέξη πού ἀκυρώνει τοὺς νόμους τῆς βαρύτητας καὶ πτώσης. Ἐδῶ ἀντίθετα τὰ πάντα εἶναι ἐλαφράδα, πέταγμα, μιὰ ἀτέλειωτη ἄνοδος. Ἡ Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου γιορτάζεται σαράντα μέρες μετὰ τὸ Πάσχα, τὴν Πέμπτη τῆς ἕκτης ἑβδομάδας μετὰ τὴ γιορτὴ τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ.


Τὴν Τετάρτη, τὴν παραμονή, ἡ Ἐκκλησία τελεῖ τὴν ἀποκαλούμενη “Ἀπόδοση τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα”, σὰν νὰ χαιρετᾶ δηλ. τὸ Πάσχα. Ἡ ἀκολουθία εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἴδια, ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, ὅπως αὐτὴ τῆς νύχτας τοῦ Πάσχα, μὲ τὴν ἀπαγγελία ἀκριβῶς τῶν ἴδιων στίχων: “Ἀναστήτω ὁ Θεὸς καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ Αὐτοῦ…”, “Αὕτη ἡ ἡμέρα ἥν ἐποίησεν ὁ Κύριος, ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ”. Ὅταν ψάλλει αὐτοὺς τοὺς στίχους ὁ ἱερεύς, κρατᾶ τὴν πασχάλια λαμπάδα καὶ θυμιατίζει ὁλόκληρη τὴν ἐκκλησία, ἐνῶ σὲ ἀπάντηση ψάλλεται τὸ “Χριστὸς ἀνέστη”. Ἀποχωριζόμαστε τὸ Πάσχα, τὸ “ἀποδίδουμε” στὸ ἑπόμενο ἔτος.


Ἴσως νὰ ἔπρεπε νὰ αἰσθανόμαστε λυπημένοι. Ἀντί ὅμως γιὰ λύπη, μᾶς δίνεται νέα χαρά: ἡ χαρὰ νὰ στοχαζόμαστε καὶ νὰ γιορτάζουμε τὴν Ἀνάληψη. Σύμφωνα μὲ τὴν εὐαγγελικὴ διήγηση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, ὁ Κύριος ἀφοῦ ἔδωσε τὶς τελευταῖες ὁδηγίες στοὺς μαθητές, «ἐξήγαγε … αὐτοὺς ἔξω ἕως εἰς Βηθανίαν, καὶ ἐπάρας τὰς χεῖρας αὐτοῦ εὐλόγησεν αὐτούς. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτὸν αὐτοὺς διέστη ἀπ᾿ αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν. καὶ αὐτοὶ προσκυνήσαντες αὐτὸν ὑπέστρεψαν εἰς ῾Ιερουσαλὴμ μετὰ χαρᾶς μεγάλης», (Λουκ. 24, 50-52). “Μετὰ χαρᾶς μεγάλης…”. Ποιὰ εἶναι ἡ πηγὴ αὐτῆς τῆς μεγάλης χαρᾶς πού ἀντέχει μέχρι σήμερα καὶ ἐκρήγνυται μὲ τέτοια ἐκπληκτικὴ λαμπρότητα τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναλήψεως; Ἐπειδὴ φαίνεται σὰν ὁ Χριστὸς νὰ ἔφυγε καὶ νὰ ἄφησε μόνους τούς μαθητές· ἦταν μιὰ μέρα χωρισμοῦ. Μπροστά τους βρίσκεται ὁ πολὺ μακρὺς δρόμος τοῦ κηρύγματος, τῶν διωγμῶν, τοῦ πόνου καὶ τοῦ πειρασμοῦ πού γεμίζουν μέχρι ὑπερχείλισης τὴν ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας. Φαίνεται πώς παρῆλθε ἡ χαρά, ἡ χαρὰ τῆς ἐπίγειας καὶ καθημερινῆς συντροφιᾶς μὲ τόν Χριστό, πώς ἔφθασε στὸ τέλος ἡ προστασία πού παρεῖχε ἡ δύναμη καὶ ἡ θεότητά Του.


Πόσο σωστὰ ὅμως ἔκανε κάποιος ἱερέας πού ὀνόμασε τὴν ὁμιλία του γιὰ τὴν Ἀνάληψη “χαρὰ τοῦ χωρισμοῦ”! Φυσικὰ ἡ Ἐκκλησία δὲν ἑορτάζει τὴν ἀναχώρηση τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς εἶπε: «μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος». (Ματθ. 28, 20), καὶ ὁλόκληρη ἡ χαρὰ τῆς Χριστιανικῆς πίστης βρίσκεται στὴ συνειδητοποίηση τῆς παρουσίας Του, ὅπως ἀκριβῶς τὴν ὑποσχέθηκε: «οὗ γάρ εἰσι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν» (Ματθ. 18, 20). Δὲν γιορτάζουμε τὴν ἀναχώρηση τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά τὴν ἀνάληψή Του στοὺς οὐρανούς.


Ἡ ἑορτὴ τῆς Ἀναλήψεως ἀποτελεῖ γιορτασμὸ τοῦ ἀνοίγματος τοῦ οὐρανοῦ στοὺς ἀνθρώπους, τοῦ οὐρανοῦ ὡς τοῦ νέου καὶ αἰώνιου οἴκου, τοῦ οὐρανοῦ ὡς τῆς ἀληθινῆς μας πατρίδας. Ἡ ἁμαρτία χώρισε βίαια τὴ γῆ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ μᾶς ἔκανε γήινους καὶ χοντροκομμένους, προσήλωσε τὸ βλέμμα μας σταθερὰ στὸ ἔδαφος καὶ ἔκανε τὴ ζωὴ μας ἀποκλειστικὰ γεωτροπική. Ἁμαρτία εἶναι ἡ προδοσία τοῦ οὐρανοῦ μέσα στὴν ψυχή. Αὐτὴ ἀκριβῶς τὴ μέρα, τὴν ἑορτὴ τῆς Ἀναλήψεως, νιώθουμε τρομοκρατημένοι ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἄρνηση πού γεμίζει ὁλόκληρο τὸν κόσμο. Ὁ ἄνθρωπος μὲ ὑπεροψία καὶ περηφάνια ἀναγγέλλει πώς εἶναι μόνο ὑλικός, πώς ὁλόκληρος ὁ κόσμος εἶναι ὑλικός, καὶ πώς τίποτε δὲν ὑπάρχει πέρα ἀπὸ τὸ ὑλικό. Καὶ γιὰ κάποιο λόγο εἶναι ἀκόμη καὶ χαρούμενος γι’ αὐτό, καὶ μιλᾶ μὲ οἶκτο καὶ συγκατάβαση γι’ αὐτοὺς πού ἀκόμη πιστεύουν σὲ κάποιου εἴδους “οὐρανὸ” σὰν νὰ πρόκειται γιὰ γελωτοποιοὺς ἤ γιὰ ἀγροίκους. Ἐλᾶτε ἀδελφοί, “οὐρανοὶ” εἶναι ἁπλῶς ὁ οὐρανός, εἶναι τόσο ὑλικὸς ὅσο καὶ καθετί ἄλλο··δὲν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο, δὲν ὑπῆρξε οὔτε καὶ θὰ ὑπάρξει. Πεθαίνουμε, ἐξαφανιζόμαστε· ἔτσι στὸ μεταξὺ ἂς κτίσουμε ἕναν ἐπίγειο παράδεισο καὶ ἂς ξεχάσουμε τὶς φαντασίες τῶν παπάδων. Αὐτὸ ἐν συντομία εἶναι τὸ τελικὸ ἀποτέλεσμα καὶ ἡ οὐσία τοῦ πολιτισμοῦ μας, τῆς ἐπιστήμης μας, τῆς ἰδεολογίας μας. Ἡ πρόοδος καταλήγει στὸ νεκροταφεῖο, μὲ τὴν πρόοδο τῶν σκουληκιῶν ποῦ τρέφονται ἀπὸ τὰ πτώματα. Ἀλλά τί μᾶς προτείνετε, μᾶς ἐρωτοῦν, ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ οὐρανὸς γιὰ τὸν ὁποῖο μιλᾶτε, στὸν ὁποῖο ὁ Χριστὸς ἀνελήφθη; Τέλος πάντων, τίποτε δὲν ὑπάρχει στὸν οὐρανὸ γιὰ τὸ ὁποῖο μιλᾶτε.


Ἂς ἀπαντήσει σ’ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα ὁ Ἰωάννης Χρυσόστομος, ὁ μεγάλος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας πού ἔζησε δέκα ἔξι αἰῶνες πρίν. Μιλώντας γιὰ τὸν οὐρανό, ἀναφωνεῖ: «Τί ἀνάγκη ἔχω ἀπὸ τὸν οὐρανό, ὅταν ἐγώ ὁ ἴδιος θὰ γίνω οὐρανὸς;». Ἂς ἔρθει ἡ ἀπάντηση ἀπό τούς Πατέρες μας πού ὀνόμαζαν τὴν Ἐκκλησία “ἐπίγειο οὐρανό”. Τὸ οὐσιαστικὸ σημεῖο αὐτῶν τῶν δύο ἀπαντήσεων εἶναι τὸ ἑξῆς: οὐρανὸς εἶναι τὸ ὄνομα τῆς αὐθεντικῆς κλήσης μας ὡς ἀνθρώπινα πλάσματα, οὐρανὸς εἶναι ἡ τελικὴ ἀλήθεια γιὰ τὴ γῆ. Ὄχι. Ὁ οὐρανὸς δὲν βρίσκεται κάπου στὸ ἀπώτερο διάστημα πέρα ἀπό τούς πλανῆτες ἤ σὲ κάποιον ἄγνωστο γαλαξία. Οὐρανὸς εἶναι αὐτὸ πού μᾶς ἐπιστρέφει ὁ Χριστός, ὅ,τι χάσαμε μὲ τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν ὑπερηφάνεια, μὲ τὶς ἐπίγειες, ἀποκλειστικὰ γήινες, ἐπιστῆμες καὶ ἰδεολογίες, καὶ τώρα εἶναι ἀνοικτός, μᾶς τὸν προσφέρει καὶ μᾶς τὸν ἐπιστρέφει ὁ Χριστός. Οὐρανὸς εἶναι τὸ βασίλειο τῆς αἰώνιας ζωῆς, τὸ βασίλειο τῆς ἀλήθειας, τῆς καλωσύνης καὶ τῆς ὀμορφιᾶς. Οὐρανὸς εἶναι ὁλόκληρη ἡ πνευματικὴ μεταμόρφωση τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς· οὐρανὸς εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ νίκη πάνω στὸ θάνατο, ὁ θρίαμβος τῆς ἀγάπης καὶ τῆς φροντίδας· οὐρανὸς εἶναι ἡ ἐκπλήρωση αὐτῆς τῆς ἔσχατης ἐπιθυμίας, γιὰ τὴν ὁποία εἰπώθηκε: «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (Α’ Κορ. 2, 9). Ὅλα αὐτὰ μᾶς ἔχουν ἀποκαλυφθεῖ, μᾶς ἔχουν δοθεῖ ἀπὸ τὸν Χριστό. Καὶ ἔτσι ὁ οὐρανὸς διαπερνᾶ τὴ ζωή μας ἐδῶ καὶ τώρα, ἡ ἴδια ἡ γῆ γίνεται μιὰ ἀντανάκλαση, ἕνα εἴδωλο τῆς οὐράνιας ὀμορφιᾶς. Ποιὸς κατῆλθε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ γιὰ νὰ μᾶς ἐπιστρέψει τὸν οὐρανό; Ὁ Θεός. Ποιὸς ἀνέβηκε ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό; Ὁ ἄνθρωπος Ἰησοῦς.


Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος λέει πώς “ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος θεός”. Ὁ Θεὸς κατέβηκε στὴ γῆ γιὰ νὰ μπορέσουμε ἐμεῖς νὰ ἀνεβοῦμε στὸν οὐρανό! Αὐτὸ ἀκριβῶς γιορτάζουμε τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναλήψεως! Αὐτὴ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς λαμπρότητας καὶ τῆς ἄρρητης χαρᾶς. Ἂν ὁ Χριστὸς βρίσκεται στὸν οὐρανό, κι ἂν Τὸν πιστεύουμε καὶ Τὸν ἀγαποῦμε, τότε εἴμαστε κι ἐμεῖς μαζί Του, στὸ δεῖπνο Του, στὴ Βασιλεία Του. Ἂν ἡ ἀνθρωπότητα ἀναληφθεῖ μαζί Του, καὶ δὲν πέσει, τότε θὰ ἀνέβω μαζί Του κι ἐγὼ προσκεκλημένος ἀπ’ Αὐτόν. Καὶ “ἐν Αὐτῷ” μοῦ ἀποκαλύπτεται ὁ σκοπός, τὸ νόημα καὶ ἡ ἔσχατη χαρὰ τῆς ζωῆς μου. Τὸ καθετί γύρω μας μᾶς τραβᾶ πρὸς τὰ κάτω. Ἀτενίζω ὅμως τὴ θεϊκὴ σάρκα νὰ ἀνέρχεται στὸν οὐρανό, τὸν Χριστὸ νὰ τραβᾶ πρὸς τὰ πάνω «ἐν φωνῇ σάλπιγγος», καί λέω στόν ἑαυτό μου καί στόν κόσμο: ἐδῶ βρίσκεται ἡ ἀλήθεια γιά τόν κόσμο καί τόν ἄνθρωπο, ἐδῶ εἶναι ἡ ζωή στήν ὁποία ὁ Χριστός μᾶς καλεῖ ἀπό τήν αἰωνιότητα.


Τήν ὑπέρ ἡμῶν πληρώσας οἰκονομίαν καί τά ἐπί γῆς ἑνώσας τοῖς οὐρανίοις, ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν, οὐδαμόθεν χωριζόμενος, ἀλλά μένων ἀδιάστατος καί βοῶν τοῖς ἀγαπῶσί σε· Ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν καί οὐδείς καθ’ ὑμῶν.

Η ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ ΚΑΙ Η ΜΕΛΟΝΤΙΚΗ ΤΟΥ ΕΛΕΥΣΗ

  Ἁγιος Φιλάρετος Μόσχας


«Καὶ ὡς ἀτενίζοντες ἦσαν εἰς τὸν οὐρανὸν πορευομένου αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο παρειστήκεισαν αὐτοῖς ἐν ἐσθῆτι λευκῇ, καὶ εἶπον· ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν; οὗτος ὁ ᾿Ιησοῦς ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ᾿ ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν» (Πράξεις 1, 10-11)


Μοῦ φαίνεται περίεργο πού ἐσεῖς, ἄνθρωποι τοῦ φωτός, θὰ ἔπρεπε νὰ ρωτήσετε αὐτοὺς τοὺς Γαλιλαίους γιατί στάθηκαν κοιτάζοντας πρὸς τὸν οὐρανό. Τί μποροῦσαν ἄλλο νὰ κάνουν ἀπὸ τὸ νὰ κοιτάζουν στὸν οὐρανό, ὅπου ὁ Ἰησοῦς εἶχε μόλις ἀναληφθεῖ, ὅπου εἶχε μεταφερθεῖ ὁ θησαυρός τους, ὅπου εἶχαν μετατεθεῖ ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ χαρά τους καὶ ὅπου ἡ ζωὴ τους εἶχε ἐξαφανιστεῖ;


Ἐὰν ἐκείνη τὴν ὥρα κοιτοῦσαν στὴ γῆ, θὰ μποροῦσαν νὰ τοὺς ρωτήσουν, ὅπως καὶ ὅλους τούς ὀπαδοὺς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, πού βλέπουν στὴ γῆ μὲ μεροληπτικὸ μάτι: Γιατί κοιτᾶτε στὴ γῆ; Τί μπορεῖ νὰ ψάχνετε στὴ γῆ, ἀπὸ τότε πού ὁ μόνος δικός της καὶ δικός σας θησαυρός, βρέθηκε στὴ Βηθλεέμ, ἁπλώθηκε σὲ ὁλόκληρη τὴν Ἰουδαία καὶ τὴν Σαμάρεια, πέρασε ἀπὸ τὰ χέρια διεστραμμένων ἀνθρώπων στὴ Γεσθημανῆ, τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ τὸν Γολγοθᾶ, κρύφτηκε κάτω ἀπὸ μιὰ πέτρα στὸν κῆπο τοῦ Ἰωσήφ τοῦ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, καὶ τώρα ἐπὶ τέλους ἐπάρθη καὶ μετετέθη στὸ θησαυροφυλάκιο τοῦ οὐρανοῦ; Σᾶς εἶπαν, καὶ ἔτσι πρέπει νὰ εἶναι, ὅτι «ὅπου γὰρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἐσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν».

Ἔτσι, ἐὰν ὁ θησαυρὸς σας εἶναι στὸν οὐρανό, τότε καὶ ἡ καρδιὰ σας πρέπει νὰ εἶναι ἐκεῖ. Καὶ πρὸς τὰ ἐκεῖ πρέπει νὰ κατευθύνονται τὰ βλέμματά σας, οἱ σκέψεις καὶ οἱ ἐπιθυμίες σας.


Οἱ «δύο ἄνδρες ἐν ἐσθῆτι λευκῇ», οἱ ὁποῖοι ἀμέσως μετὰ τὴν ἀνάληψη τοῦ Κυρίου ἐμφανίστηκαν στοὺς Ἀποστόλους καὶ τοὺς ρώτησαν γιατί στέκονταν κοιτάζοντας στὸν οὐρανό, ἦταν και οἱ ἴδιοι, ἀναμφίβολα, κάτοικοι τοῦ οὐρανοῦ.


Ἑπομένως δὲν θὰ πρέπει νὰ ὑποθέσουμε ὅτι αὐτὸ τοὺς δυσαρεστοῦσε ἤ ὅτι ἐπιθυμοῦσαν νὰ κατευθύνουν τὸ βλέμμα ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων τῆς Γαλιλαίας ἀλλοῦ. Ὄχι. Ὅταν εἶπαν: «τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν;» ἐπιθυμοῦσαν μόνο νὰ βάλουν ἕνα τέλος στὴν ἀδρανῆ κατάπληξη τῶν Ἀποστόλων. Ἔχοντάς τους ἀφυπνίσει ἀπὸ τὴν κατάπληξή τους, τοὺς φέρνουν σὲ περισυλλογὴ καὶ τοὺς διδάσκουν, καθὼς καὶ σέ μᾶς, μὲ τί λογῆς σκέψεις πρέπει νὰ κοιτάζουμε πρὸς τὸν οὐρανό, ἀκολουθώντας τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ, ὁ Ὁποῖος ἀνῆλθε ἐκεῖ. «Οὗτος ὁ Ἰησοῦς», πρόσθεσαν, «οὗτος ὁ ᾿Ιησοῦς ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ᾿ ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν».


Ἂν καὶ ὁ Κύριός μας εἶχε φανερωθεῖ πολλὲς φορὲς μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του στοὺς Ἀποστόλους, καὶ γινόταν πάλι ἄφαντος, κι ἔτσι τοὺς εἶχε συνηθίσει ὡς ἕνα βαθμὸ σὲ αὐτὲς τὶς θαυμαστὲς φανερώσεις Του, ὡστόσο, ὅταν χωρίστηκε ἀπὸ αὐτοὺς στὸ ὅρος τὸ καλούμενον Ἐλαιῶνος, δὲν ἀποσύρθηκε ἁπλῶς ἀπὸ αὐτούς, οὔτε ἔγινε ἄφαντος, ἀλλά ἀνελθών ὁρατῶς πάνω ἀπὸ τὰ σύννεφα ἔγινε ἀόρατος μόνο ἐξ αἰτίας τῆς ἀνύψωσής Του σὲ ἄπειρο ὕψος ἀπὸ αὐτούς. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἀμφιβολία ὅτι αὐτὸς ὁ νέος τρόπος ἀποσύρσεως φάνηκε μοναδικὸς στοὺς Ἀποστόλους, καί ἐξαιρετικὰ σημαντικός, ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν προηγούμενή τους ἐμπειρία τῶν θαυμάτων.


Παρατήρησαν τότε τὴν ἀκριβῆ ἐκπλήρωση τῶν λόγων Του, πού ἡ Μαρία Μαγδαληνὴ τοὺς εἶχε διηγηθεῖ: «ἀναβαίνω πρὸς τὸν Πατέρα μου καὶ Πατέρα ὑμῶν, καὶ θεόν μου καὶ θεὸν ὑμῶν». Δὲν μποροῦσαν παρὰ νὰ συμπεράνουν ὅτι ἐκεῖνες οἱ χαρούμενες ἐπισκέψεις Του, ἐκεῖνες οἱ διδακτικὲς συζητήσεις μαζί Του, ἐκείνη ἡ ἁπτή ἐπικοινωνία ἀνάμεσα σὲ αὐτοὺς καὶ στὴν Θεία Του ἀνθρωπινότητα στὴ διάρκεια τῶν σαράντα ἡμερῶν, τελείωσαν ἐκείνη τὴ στιγμή. Ὅταν οὔτε χέρι οὔτε φωνὴ μποροῦσε πλέον νὰ Τὸν κρατήσουν, «ὡς ἀτενίζοντες ἦσαν εἰς τὸν οὐρανόν πορευομένου αὐτοῦ». Καταλαβαίνουμε τὸ μέγεθος τῆς ἀπώλειας πού πρέπει νὰ ἔνιωσαν οἱ Ἀπόστολοι μετὰ τὴν ἀνάληψη στὸν οὐρανὸ τοῦ Ἰησοῦ, ὁ Ὁποῖος ἦταν τὸ πᾶν γι’ αὐτοὺς ἐπί τῆς γῆς. Καὶ εἶναι αὐτὴ ταύτη ἡ ἀπώλεια γιὰ τὴν ὁποία οἱ οὐράνιες δυνάμεις σπεύδουν νὰ τοὺς παρηγορήσουν, ὅταν τοὺς λένε ὅτι «οὗτος ὁ Ἰησοῦς, ὁ ἀναληφθείς ἀφ’ ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανὀν, οὕτως ἐλεύσεται».


Χριστιανοί, ἐὰν γνωρίσατε καθόλου τὸν Κύριο Ἰησοῦ, ἐὰν «γεύσασθε καὶ ἴδετε ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος», ἀσφαλῶς πρέπει λίγο-πολὺ νὰ ἔχετε καταλάβει πόσο ἄδειος εἶναι ὁ κόσμος χωρὶς Αὐτόν, καὶ νὰ νιώθετε πόσο ἄδεια εἶναι ἡ καρδιὰ σας ὅταν εἶναι ἀπών Ἐκεῖνος. Κι ἔτσι πρέπει νὰ εἶναι. Διότι ὅλα τὰ ἐν τῷ κόσμῳ δὲν εἶναι παρὰ «ματαιότης ματαιοτήτων», καὶ ἡ ματαιότητα δὲν μπορεῖ νὰ ἱκανοποιήσει τὴν καρδιά, τὴν δημιουργημένη γιὰ τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν Ἀλήθεια, «ὅτι πᾶν τὸ ἐν τῷ κόσμῳ σαρ-


κικὴ ἐπιθυμία ἐστι», ἑνὸς ἀντικειμένου, ἡ ἕλξη σαρκικῆς ἐπιθυμίας, ὑπὸ διάφορες μορφές. Καὶ καθὼς «ὁ κόσμος παράγεται καὶ ἡ ἐπιθυμία αὐτοῦ», ἤ μὲ ἄλλα λόγια, τὰ πράγματα πού συνεγείρουν τὴν σαρκικὴ ἐπιθυμία ἐξαφανίζονται, ἔτσι ὅσο μεγάλος κι ἂν εἶναι ὁ κόσμος, ὅση ποικιλία κι ἂν ἔχουν τὰ ὡραῖα του πράγματα, ὅσο ἄφθονες κι ἂν εἶναι οἱ πηγὲς τῶν ἀπολαύσεών του, δὲν μποροῦν νὰ γεμίσουν τὸ μικρὸ σκεῦος τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς, ἡ ὁποία ὄντας ἀθάνατη, μπορεῖ νὰ ἱκανοποιηθεῖ μόνο μὲ ἀθάνατη ζωή. Ἐάν, ἔχοντας αἴσθηση αὐτοῦ τοῦ κενοῦ τῶν κτισμάτων, σοῦ φαίνεται πώς ὁ Κύριος, ὁ Ὁποῖος εἶναι ἡ ἀλήθειά σου, ἡ ζωή, ἡ ἐπιθυμία σου καὶ ἡ ἐκπλήρωση ὅλων τῶν ἐπιθυμιῶν σου, ἀποσύρθηκε ἀπὸ σένα, ἔκρυψε τὸ πρόσωπό Του καὶ σὲ ἄφησε ὄχι μόνο χωρὶς ἀνάπαυση, ἀλλά καὶ σὲ δοκιμασία, ὄχι ἁπλῶς μονάχο, ἀλλά καταμεσῆς τῶν ἐχθρῶν τῆς σωτηρίας σου, ἂν τὸ ἀνήσυχο βλέμμα σου δὲν μπορεῖ νὰ διαπεράσει τὰ σύννεφα πού καλύπτουν τὸν οὐρανό, καὶ οἱ ἀνεξιχνίαστοι ὁδοὶ τοῦ Ὑψίστου δὲν σοῦ προσφέρουν παρὰ ἀβεβαιότητα, τότε λάβε ἀπὸ τὶς οὐράνιες δυνάμεις τὸν λόγο τὸν πλήρη δυνάμεως, πού μπορεῖ νὰ πληρώσει τὸ κενό της καρδιᾶς σου, νὰ φωτίσει τὴ θλίψη σου, νὰ βάλει τέλος στὴ μοναξιά, νὰ φωτίσει τὸ σκοτάδι, νὰ ἄρει κάθε ἀβεβαιότητα καὶ νὰ ἀφυπνίσει τὸ πνεῦμα σου μὲ ἐλπίδα πού δὲν εἶναι ἀπατηλὴ ἤ φθαρτή. Αὐτὸς ὁ Ἴδιος Ἰησοῦς, «ὅστις διέστη ἀπό σοῦ εἰς τὸν οὐρανόν», θὰ ἔρθει.


Καὶ γι’ αὐτὴν τὴν ἴδια παραμυθητικὴ καὶ λυτρωτικὴ μαρτυρία τῆς μέλλουσας Ἐλεύσεως τοῦ Κυρίου, οἱ οὐράνιοι ἀγγελιαφόροι προσθέτουν κάποιες πληροφορίες, ὡς πρὸς τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο θὰ πραγματοποιηθεῖ αὐτὴ ἡ Ἔλευση. Μᾶς λένε, ὅτι ὁ ἐρχομὸς τοῦ Κυρίου θὰ γίνει μὲ τὸν ἴδιο τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἀνεχώρησε, ἤ μᾶλλον ἀνελήφθη, «οὕτως ἐλεύσεται ὅν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν». Ἀσφαλῶς οἱ οὐράνιοι ἀγγελιαφόροι δὲν μιλοῦν ἄσκοπα, ὅπως κάνουμε ἐμεῖς τὰ γήινα ὄντα μερικὲς φορές, ἀλλά μὲ ἁπλά λόγια παραδίδουν ἕνα μεγάλο δίδαγμα σὲ ἐκείνους πού εἶναι προσεκτικοί. Ἂς προσέξουμε κι ἐμεῖς.


«Οὕτως ἐλεύσεται ὅν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν». Θεωρώντας τὰ γεγονότα τῆς ἀναλήψεως τοῦ Χριστοῦ στὸν οὐρανό, μποροῦμε πρῶτα νὰ παρατηρήσουμε τὴν εὐλογία πού ἔδωσε τότε στοὺς Ἀποστόλους  «καὶ ἐγένετο», λέει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, «ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτὸν αὐτοὺς διέστη ἀπ’ αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν». Τὸ γεγονὸς αὐτὸ τῆς ἀναλήψεώς Του στὸν οὐρανό, καὶ τοῦ ἀποχωρισμοῦ ἀπό τούς ἐκλεκτούς Του, ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος θὰ τὸ ἀνακαλέσει στὴ μνήμη τῶν Μαθητῶν Του ὅταν «ἔλθη ἐν δόξῃ», καὶ συναντώντας τους πάλι θὰ τοὺς προσκαλέσει σὲ ἐνεργὸ συμμετοχὴ στὴ βασιλεία Του, καθὼς «τότε ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου».


Πόσο ἀτέλειωτη ἡ ροὴ τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ πού ἀποκαλύπτεται ἔτσι σ’ ἐμᾶς, χριστιανοί! Ὁ Κύριος ἀρχίζει μὲ μιὰ εὐλογία, καὶ πρὶν ὁλοκληρωθεῖ, ἀνέρχεται στὸν οὐρανὸ  «ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτὸν αὐτοὺς διέστη ἀπ’ αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν». Ἔτσι, ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν ἀνάληψή Του, συνεχίζει ἀοράτως νὰ μεταδίδει τὴν εὐλογία Του. Ρέει καὶ κατέρχεται ἀσταμάτητα στοὺς Ἀποστόλους. Μέσῳ αὐτῶν διαχέεται σὲ αὐτοὺς πού ἐκεῖνοι εὐλογοῦν εἰς τὸ Ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖνοι πού ἔλαβαν τὴν εὐλογία τοῦ Χριστοῦ μέσῳ τῶν Ἀποστόλων, τὴν δίδουν σὲ ἄλλους. Κι ἔτσι ὅλοι ὅσοι ἀνήκουν στὴν Ἁγία Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία γίνονται μέτοχοι τῆς μίας εὐλογίας τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Πατέρα Του, «τοῦ εὐλογήσαντος ἡμᾶς ἐν πάσῃ εὐλογίᾳ πνευματικὴ ἐν τοῖς ἐπουρανίοις ἐν Χριστῷ». «Ὡς δρόσος Ἀερμώνἡ καταβαίνουσα ἐπὶ τὰ ὄρη Σιών», ἔτσι καὶ ἡ εὐλογία τῆς εἰρήνης κατέρχεται σὲ κάθε ψυχὴ πού σηκώνεται πάνω ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὶς ἡδονές, πάνω ἀπὸ τὴν ματαιότητα καὶ τὶς μέριμνες τοῦ κόσμου. Σὰν μιὰ ἀνεξίτηλη σφραγίδα, σφραγίζει αὐτοὺς πού ἀνήκουν στὸ Χριστό, μὲ τέτοιο τρόπο πού στὸ τέλος τοῦ κόσμου θὰ τοὺς καλέσει μὲ αὐτὸ τὸ ἴδιο σημεῖο ἀπὸ τὸ μέσον ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος, λέγοντας: «Δεῦτε, οἱ εὐλογημένοι!»


Καὶ τώρα, ἀδελφοί μου, ἂς ἐξετάσουμε, πόσο ἀπαραίτητο εἶναι γιὰ μᾶς νὰ προσπαθήσουμε νὰ κερδίσουμε καὶ νὰ διατηρήσουμε τὴν εὐλογία αὐτὴ τοῦ Ἀναληφθέντος Κυρίου, πού κατέρχεται σὲ μᾶς μέσῳ τῶν Ἀποστόλων καὶ τῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Ἐὰν τὴν λάβαμε καὶ τὴν διατηρήσαμε, θὰ κληθοῦμε, στὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, μαζὶ μὲ τοὺς Ἀποστόλους καὶ τοὺς ἁγίους, νὰ συμμετάσχουμε στὴ Βασιλεία Του: «Δεῦτε, οἱ εὐλογημένοι!» Ἂν ὅμως, ὅταν καλέσει τοὺς «εὐλογημένους τοῦ Πατρός Του», δὲν βρεθεῖ ἡ εὐλογία αὐτὴ σέ μᾶς, ἤ βρεθοῦμε νὰ ἔχουμε μόνο τὴν ψεύτικη εὐλογία τῶν ἀνθρώπων πού δὲν ἔχουν οἱ ἴδιοι κληρονομήσει τὴν εὐλογία τοῦ Οὐρανίου Πατρὸς διὰ τῆς Χάριτος ἐν τοῖς Μυστηρίοις, τότε τί θὰ ἀπογίνουμε; Σᾶς λέγω λοιπόν, ἂς ἐξετάσουμε καὶ ἂς σκεφτοῦμε σοβαρὰ πάνω σὲ αὐτὸ ὅσον καιρὸ ἀκόμα μποροῦμε.


Ἕνα ἄλλο γεγονὸς πού πρέπει νὰ ἐπισημανθεῖ στὴν Ἀνὰληψη τοῦ Κυρίου, ὅταν φανταζόμαστε ἐν ἑαυτοῖς τὸν προσδοκώμενο ἐρχομό Του, εἶναι ὅτι ὁ Κύριος ἀνελήφθη παρουσίᾳ τῶν Ἀποστόλων, ὁρατῶς καὶ ἐπισήμως. «Καὶ βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη, καὶ νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτὸν ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν». Τί εἴδους νεφέλη; Μιὰ νεφέλη φωτὸς καὶ δόξης, σὰν ἐκείνη πού κάποτε ἐπισκίασε τὴ σκηνὴ τοῦ Μωυσῆ καὶ τὸν ναὸ τοῦ Σολομῶντος. Ἐκεῖ εἶδαν τὴ δόξα, ἀλλά ὄχι τὸν Κύριο τῆς δόξης. Κατόπιν Τὸν εἶδαν πάλι, ὅμως ὄχι ἐν τῇ δόξῃ Του. Κι ἔτσι δὲν Τὸν ἀναγνώρισαν, μήτε Τὸν δόξασαν. Ὅμως ἐδῶ, μήτε ἡ δόξα ἔκρυψε τὸν Δεδοξασμένο μήτε ὁ Δεδοξασμένος ἔκρυψε τὴν δόξα Του. Οἱ Ἀπόστολοι εἶδαν τὴ δόξα τοῦ ἀναληφθέντος Κυρίου. Τὴν εἶδε καὶ τὴν ἄκουσε καὶ ὁ Προφήτης, ὅταν ἀναφώνησε πανηγυρικά: «Ἀνέβη ὁ θεὸς ἐν ἀλαλαγμῷ, Κύριος ἐν φωνῇ σάλπιγγος» Ἔτσι ὅταν οἱ οὐράνιοι κήρυκες ἀνήγγειλαν σὲ μᾶς ὅτι Ἐκεῖνος θὰ ἔλθει μὲ τὸν ἴδιο τρόπο πού τὸν εἴδαμε νὰ ἀνέρχεται στὸν οὐρανό, μᾶς ἔδωσαν μὲ τοῦτο τὸν τρόπο νὰ καταλάβουμε ὅτι θὰ ἔλθει ὁρατῶς καὶ πανηγυρικῶς. Αὐτὸ προεῖπε ὁ Κύριος καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό Του, «ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου θὰ ἔλθη ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ’ αὐτοῦ».


Ἔτσι ἐπίσης καὶ οἱ Ἀπόστολοι ἐξηγοῦν ὅτι «αὐτὸς ὁ Κύριος ἐν κελεύσματι, ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου καὶ ἐν σὰλπιγγι Θεοῦ καταβήσεται ἀπ’ οὐρανοῦ». Ὅμως γιὰ ποιὸ λόγο, μπορεῖ νὰ σκεφτοῦν μερικοί, χρειάζεται νὰ ἐπισημάνουμε αὐτὲς τὶς λεπτομέρειες, πού κατὰ τὰ φαινόμενα προορίζονται νὰ διεγείρουν περισσότερο τὴν περιέργεια, παρὰ νὰ προσφέρουν κάποια διδαχή; Διότι ἐδόθη ἡ προφητεία, ὅτι μποροῦμε νὰ χωρίσουμε καὶ νὰ δεχτοῦμε μὲ τὴν πίστη, ἕνα γεγονὸς πού ὁρίστηκε ἀπὸ τὸν Θεό. Καὶ ποιὸς δὲν θὰ ἀναγνωρίσει τὴν ἔνδοξο Ἔλευση τοῦ Χριστοῦ, ἀκόμη κι ἂν δὲν γνώρισε προηγουμένως τὶς λεπτομέρειες γιὰ τὴν Ἔλευσή Του; Μὴν βιάζεστε, ἀγαπητοί μου, νὰ συμπεράνετε ὅτι αὐτὲς οἱ λεπτομέρειες δὲν εἶναι ἀπαραίτητες. Ὄχι! οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Ἄγγελοι, ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος, δὲν μᾶς λένε τίποτα γιὰ χάρη μόνο τῆς περιέργειας, ἀλλά κάθε λέξη εἶναι πρὸς διδαχή. Ὅτι ἡ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου θὰ εἶναι ὁρατὴ καὶ ἐπίσημη, μᾶς τὸ ἔχουν πεῖ, ἐπειδὴ θὰ ὑπάρξουν κι ἐκεῖνοι πού θὰ μᾶς ποῦν τὸ ἀντίθετο, ὅταν ἕνα πνεῦμα ἀπάτης θὰ ἀποσταλεῖ στοὺς ἀνάξιους, ἄπιστους καὶ διεφθαρμένους χριστιανούς. «Θὰ ἔλθη ἡ ὥρα», ἤ ὁ καιρὸς τῆς δοκιμασίας (ἴσως «εἶναι τώρα») «ὅτε θέλουν ὑμῖν εἴπη. Ἰδοὺ ὧδε ὁ Χριστὸς ἤ ὧδε! Ἰδοὺ ἐν τῇ ἐρήμῳ ἐστι! Ἰδοὺ ἐν τοῖς ταμείοις!»


Ἰδού, εἶναι μαζί μας, λένε οἱ αἱρετικοί, πού ἔχοντας ἀφήσει τὴν πόλη τοῦ Θεοῦ, τὴν πνευματικὴ Ἱερουσαλήμ, τὴν Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, δὲν φεύγουν στὴν πραγματικὴ μοναξιὰ καὶ στὴ σιωπή, ἀλλά σὲ μιὰ πνευματικὴ καὶ σωματικὴ ἔρημο, ὅπου δὲν ὑπάρχει οὔτε ὑγιὲς δόγμα, οὔτε ἡ ἁγιότης τοῦ μυστηρίου, οὔτε καλὲς ἀρχὲς ἰδιωτικῆς καὶ κοινωνικῆς ζωῆς. Ἰδού, Ἐκεῖνος εἶναι μαζί μας, λένε αὐτοὶ πού τρέφουν μυστικὰ τὴν αἵρεση, δείχνοντας τὶς κρυφὲς δυνάμεις τους, ὡσὰν ὁ ἥλιος νὰ μὴν μποροῦσε νὰ δώσει τὴ λάμψη του παρὰ μόνο κάτω ἀπὸ γῆ, ἤ σὰν νὰ μὴν ἦταν ὁ Κύριος ἐκεῖνος ὁ Ὁποῖος εἶπε καὶ ἐνέτειλε: «Ὃ λέγω ὑμῖν ἐν τῇ σκοτίᾳ, εἴπατε ἐν τῷ φωτί. Καὶ ὅ εἰς τὸ οὖς ἀκούετε, κηρύξατε ἐπὶ τῶν δωμάτων».


Ὅταν ἀκούσετε τέτοιες κραυγὲς καὶ ψιθύρους, θυμηθεῖτε, χριστιανοί, τὴν ἀγγελικὴ φωνὴ καὶ τὸ κήρυγμά της ἀναφορικὰ μὲ τὸν ἀναληφθέντα Κύριο: «οὕτως ἐλεύσεται ὅν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν», καὶ ὁρατῶς καὶ πανηγυρικῶς. Καὶ γι’ αὐτό, «ἐὰν τὶς ὑμῖν εἴπῃ. Ἰδοὺ ὧδε ὁ Χριστὸς ἤ ὧδε, μὴ πιστεύσητε». Οὔτε βίαιες κραυγὲς οὔτε ὕπουλοι ψίθυροι μοιάζουν μὲ τὴν φωνὴ τοῦ ἀρχαγγέλου ἤ τὴν σάλπιγγα τοῦ Θεοῦ. «Μὴν προχωρήσετε» στὰ βήματα ἐκείνων πού θὰ σᾶς φωνάξουν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη τοῦ Κυρίου. Μείνετε στὶς θέσεις σας, καὶ προφυλάξτε τὴν πίστη σας, μέχρι τὸν πραγματικό, δοξασμένο καὶ πανηγυρικὸ ἐρχομὸ τοῦ Χριστοῦ.


Τὸ τρίτο ἀξιοσημείωτο περιστατικὸ σὲ σχέση μὲ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου εἶναι ὅτι ἦταν ἀπρόσμενη καὶ ἀπρόβλεπτη ἀπό τούς μαθητές Του. Συνέβη, ἀπ’ ὅσο μποροῦμε νὰ ξέρουμε ἀπὸ τὶς σύντομες διηγήσεις τῶν Εὐαγγελίων, κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπο: Ἔχοντας ἐμφανιστεῖ στοὺς μαθητὲς στὴν Ἱερουσαλήμ, ὅπως εἶχε κάνει πολλὲς φορὲς πρίν, καὶ ὅταν περπατοῦσε μαζί τους, συζητοῦσε, ὡς συνήθως, γιὰ τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, καὶ ἰδιαίτερα γιὰ τὴν ἐπικείμενη κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: «Ἐξήγαγε δὲ αὐτοὺς ἔξω τῆς Ἱερουσαλήμ, ἕως εἰς Βηθανίαν, καὶ ἐπάρας τὰς χείρας αὐτοῦ εὐλόγησεν αὐτούς. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτὸν αὐτοὺς διέστη ἀπ’ αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν». Ὄχι μόνον δὲν τοὺς πληροφόρησε μὲ τὴν θέλησή Του γι’ αὐτὸ τὸ μεγάλο γεγονός, μὰ καὶ ὅταν Τὸν ρώτησαν γιὰ τὸν χρόνο τῶν μεγάλων γεγονότων τῆς Βασιλείας Του, ἀρνήθηκε ρητὰ νὰ τοὺς δώσει τὴν πληροφορία πού ἐπιθυμοῦσαν «εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· οὐχ ὑμῶν ἔστι γνῶναι χρόνους ἤ καιροὺς οὖς ὁ Πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ». Ἡ ἄρνησή Του νὰ γνωστοποιήσει τοὺς χρόνους καὶ τοὺς καιρούς, προφανῶς σχετίζεται ἐπίσης μὲ τὸν χρόνο τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ, καὶ συνδέεται εἰδικὰ μὲ αὐτήν.


Προηγουμένως εἶχε προειδοποιήσει τοὺς μαθητές Του, πόσο ἀπρόσμενο θὰ ἦταν αὐτὸ τὸ γεγονός, συγκρίνοντάς το  μὲ ἀστραπή, πού εἶναι στὴ φύση ἡ πιὸ ἐντυπωσιακὴ στιγμὴ τοῦ αἰφνίδιου: «Ὥσπερ γὰρ ἡ ἀστραπὴ ἐξέρχεται ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ φαίνεται ἕως δυσμῶν, οὕτως ἔσται καὶ ἡ παρουσία τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου». Καὶ μὲ τὸν ἲδιο τρόπο τὸ ἐξηγεῖ καὶ ὁ Ἀπόστολος: «Ἡ ἡμέρα Κυρίου ὡς κλέπτης ἐν νυκτὶ οὕτως ἔρχεται». Ἀπὸ τὸ ἲδιο τὸ ἀπροσδόκητο τῆς Δευτέρας Παρουσίας Του, ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος διατυπώνει γιά μᾶς, χριστιανοί, μιὰ σωτήρια προειδοποίηση: «Γρηγορεῖτε οὖν, ὅτι οὐκ οἴδατε ποία ὥρα ὁ Κύριος ὑμῶν ἔρχεται». Μὴν ὁδηγηθεῖτε μακριά, χριστιανοί, ἀπὸ τὴν περιέργεια, ἤ τὴν εὐπιστία, ὅταν, σκεφτόμενοι νὰ γνωρίσετε περισσότερα ἀπὸ ὅσα ὁ Χριστὸς ἐδέησε νὰ παραχωρήσει σὲ ἐκείνους νὰ γνωρίσουν, μετρᾶτε τὶς μέρες τῆς Βασιλείας Του, καθορίζοντας τὸν χρόνο τῆς προσδοκώμενης ἐλεύσεώς Του: «οὐχ ὑμῶν ἐστι γνῶναι τοὺς χρόνους ἤ τοὺς καιρούς». Προσπαθῆστε μᾶλλον νὰ γνωρίσετε τὶς ἁμαρτίες σας, νὰ μετρήσετε τὶς παραβάσεις σας, καὶ νὰ ζητήσετε νὰ τὶς περιορίσετε μὲ τὴν μετάνοια.


Πάνω ἀπ’ ὅλα, νὰ προσέχετε, ὅταν ἀκοῦτε τοὺς βλάσφημους, νὰ λένε, ὅπως προεῖπε καὶ ὁ Ἀπόστολος: «Ποῦ ἐστὶν ἡ ἐπαγγελία τῆς παρουσίας αὐτοῦ; ἀφ’ ἧς οἱ πατέρες ἐκοιμήθησαν, πάντα οὕτω διαμένει ἀπ’ ἀρχῆς κτίσεως». Προσὲξετε, μήπως τὰ σκοτεινὰ ὄνειρα αὐτῶν τῶν τέκνων τοῦ κόσμου, ποὺ κλείνουν τὰ μάτια τους στὸ φῶς τοῦ μέλλοντος κόσμου, σκοτεινιάσουν τὶς καρδιές σας, τυφλώσουν τοὺς ὀφθαλμούς σας, ἤ βυθίσουν στὸν ὕπνο τὸ πνεῦμα σας, μέχρι νὰ ἔρθει ἡ πολυπόθητη καὶ φοβερὴ ὥρα, «ὅτε ἡ ἡμέρα Κυρίου ἥξει ὡς κλέπτης ἐν νυκτὶ».


«Διό, ἀγαπητοί, ταῦτα προσδοκῶντες, σπουδάσατε ἄσπιλοι καὶ ἀμώμητοι αὐτῷ εὑρεθῆναι ἐν εἰρήνῃ». Ἀμήν.

ΤΑ ΑΝΩ ΦΡΟΝΕΙΤΕ

 «Καὶ ταῦτα εἰπὼν βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη, καὶ νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτὸν ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν». Πράξεις 1, 9


Ἅγιος Φιλάρετος Μόσχας 


Καθὼς οἱ ἕντεκα Ἀπόστολοι κοίταζαν, ὁ Κύριος ἀνελήφθη. Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν χωρὶς μάρτυρες, ὅμως ἀνελήφθη στοὺς οὐρανοὺς παρουσία μαρτύρων. Ὁ σφραγισμένος τάφος στὸ βράχο ἔκρυψε τὴ δόξα τῆς ἀνάστασης, κατὰ τὴν στιγμὴ τῆς πραγματοποιήσεώς της· ἕνα φωτεινό, διάφανο σύννεφο ἀποκαλύπτει τὴ δόξα τῆς Ἀναλήψεως τὴ στιγμὴ πού πραγματοποιεῖται. Γιατί αὐτὴ ἡ διαφορά; Ἴσως διότι ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, μετὰ τὴν κάθοδό Του στὸν Ἅδη, ἦταν μιὰ ἄνοδος ἀπὸ τὴν κόλαση στὸν παράδεισο καὶ δὲν ὑπῆρχε τότε χῶρος γιὰ ἐπίγειους μάρτυρες, καὶ μόνον οἱ πατριάρχες καί οἱ προφῆτες, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀναχωρήσει ἀπὸ τὴν ἐπίγεια ζωή, θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι μάρτυρές της. Ὅμως τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, ὡς ἄνοδο ἀπὸ τὴν γῆ στὸν οὐρανό, μποροῦσαν φυσικὰ νὰ τὴν δοῦν οἱ Ἀπόστολοι, πού βρίσκονταν ἐπὶ τῆς γῆς κι ἔβλεπαν πρὸς τὸν οὐρανό.


Ἐπὶ πλέον, ἀρκοῦσε νὰ δοῦν τὸν ἐγερθέντα Κύριο, μετὰ τὴν ἀνάστασή Του, προκειμένου νὰ δώσουν μαρτυρία γιὰ τὴν ἴδια τὴν ἀνάσταση: δεδομένου ὅτι τὴν Ἀνάληψη τῆς χοϊκῶς γεννηθείσας σαρκὸς στοὺς οὐρανοὺς ἔπρεπε ὄντως νὰ τὴν δοῦν, ὥστε ἡ ἀνάσταση νὰ ἐπιβεβαιωθεῖ. Πιθανὸν ὁ σαρκικὸς νοῦς νὰ διερωτηθεῖ: πῶς ἡ χοικῶς γεννηθεῖσα σάρκα μποροῦσε νὰ ἀνέλθει στὸν οὐρανό; Ἀπαντοῦμε: δὲν χρειάζεται νὰ σκεφτοῦμε γιὰ τὴν δυνατότητα τοῦ γεγονότος, ἀφοῦ τὸ εἶδαν καὶ τὸ μαρτύρησαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀρνήθηκαν νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸ θάνατο γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσουν τὴν ἀλήθειά του. «Καὶ βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη». Ἀλλά ἦταν μόνο γιὰ νὰ πείσει τοὺς ἄπιστους πού ὁ Κύριος ἐπέτρεψε νὰ ὑπάρξει μαρτυρία γιὰ τὴν Ἀνάληψή Του; Ἀναμφίβολα γιὰ νὰ ἐνθαρρύνει καὶ τοὺς πιστούς. «Εἰ οὖν συνηγέρθητε τῷ Χριστῷ», λέγει ὁ Ἀπόστολος, ἐὰν —ἂς προσθέσουμε κι ἐμεῖς— τὸν ἔχετε δεῖ νὰ ἀνέρχεται στὸν οὐρανὸ καὶ συμμετέχετε κι ἐσεῖς στὸ νέο αὐτὸ θρίαμβο, τότε «τὰ ἄνω ζητεῖτε, οὗ ὁ Χριστὸς ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ θεοῦ καθήμενος, τὰ ἄνω φρονεῖτε, μὴ τὰ ἐπί τῆς γῆς» (Κολ.3, 1-2).


Τί σημαίνει «τὰ ἄνω φρονεῖτε;» Δὲν εἶναι, πράγματι, τὰ λόγια αὐτὰ ξεκάθαρα; Καὶ ἂν δὲν τὰ καταλαβαίνεις, εἴτε θέλοντας νὰ τὰ καταλάβεις εἴτε μὲ ἄλλο τρόπο, παραδὲξου ὅτι δὲν τὰ καταλαβαίνεις, ἐπειδὴ δὲν «φρονεῖς τὰ ἄνω»: διότι ἐκεῖνος πού καταλαβαίνει, ξέρει τί κάνει. Ἂν δὲν φρονεῖς τὰ ἄνω, δὲν θὰ ἀνεβεῖς ψηλά, ὅπου «ὁ Χριστὸς ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ καθήμενος». Ὅμως ἂν δὲν ἀνεβεῖς ψηλά, ὅπου ὁ Χριστὸς ἐστιν καθήμενος ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ, ἀναλογίσου, χοϊκέ ἄνθρωπε, τί θὰ ἀπογίνεις, ὅταν ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρέλθουν καὶ δὲν θὰ ἀπομείνει τίποτα ἐκτός ἀπὸ τὸ βασίλειο τοῦ Χριστοῦ — καὶ τὴν κόλαση! Δὲς πῶς ἡ γῆ θρυμματίζεται κάτω ἀπὸ τὰ πόδια σου καὶ μπροστά σου ἀνοίγεται ἡ κόλαση: δὲν ὑπάρχει ἄλλη ὁδὸς σωτηρίας παρὰ νὰ κρατηθεῖς, μὲ ὅλη σου τὴ δύναμη, ἀπὸ τὰ οὐράνια πράγματα. Πρέπει νὰ μάθεις «νὰ φρονεῖς τὰ ἄνω καὶ ὄχι τὰ πράγματα τὰ ἐπί τῆς γῆς».


Μὰθετε νὰ φρονεῖτε τὰ ἄνω! Ἂς μὴν φοβηθεῖ κανένας μὲ αὐτὴ τὴν ἐπιταγή. Ἂς μὴν νομίσει ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσει τὶς ποικίλες καὶ πολυάριθμες ἐκεῖνες δυσκολίες, τὶς ὁποῖες ἀναπόφευκτα θὰ συναντήσει στὴν ὁδὸ τῆς ἐπίγειας γνώσεως, καὶ πού ἀνάμεσά τους πρέπει νὰ ἀπαριθμήσει τὰ κατ’ ἐξοχὴν μέσα γιὰ νὰ ἀποκτήσει τὴν ἀποκαλούμενη ἐπίγεια σοφία — ὅπως, γιὰ παράδειγμα, πλῆθος διδασκάλων, πού ὁ καθένας ὑπερασπίζεται τὴν ἰδιαίτερη δοξασία του καὶ ἀντικρούει τὴν δοξασία τοῦ διπλανοῦ του, πλῆθος βιβλίων, συχνὰ βλαβερῶν γιὰ τό νοῦ, καθὼς καὶ γιὰ τό μάτι, μὲ τό σκοτεινό περιεχόμενό τους. Μὴ φοβάστε. Μαθαίνοντας «νὰ φρονεῖτε τὰ ἄνω», κατὰ τό νόημα τοῦ Εὐαγγελίου, δὲν εἶναι τό ἴδιο ὅπως μαθαίνετε τὴν ἐγκόσμια σοφία. Ἡ γνώση τῶν οὐρανίων πραγμάτων δὲν ἐξαρτᾶται τόσο πολὺ ἀπὸ ἐξωτερικὰ μέσα, δὲν χρειάζεται μεγάλη βοήθεια, δὲν τίθενται τόσα ἐμπόδια ὅπως στὴν ἀναζήτηση τῆς ἐγκόσμιας σοφίας. Ὡστόσο, ὠφελεῖται καὶ ἀπὸ ἐξωτερικὰ μέσα, δὲν ἀπορρίπτει τὴ βοήθεια καὶ δὲν εἶναι ἀπαλλαγμένη ἀπὸ δυσκολίες τοῦ δικοῦ της εἴδους. Ὁ ἴδιος Ἀπόστολος πού μᾶς ἔδωσε τὴν ἐντολὴ «τὰ ἄνω φρονεῖτε», ὠφελήθηκε ἀπὸ τὰ μέσα καὶ τὴν βοήθεια τῆς ἐγκόσμιας σοφίας, «ἔχων ἀνατραφεῖ παρὰ τοὺς πόδας τοῦ πολυμαθοῦς Γαμαλιὴλ»· ὅμως διαδοχικὰ τὰ ἀπέρριψε ὅλα τοῦτα καθὼς καὶ ἄλλα προνόμια, λογαριάζοντας τὰ «πάντα ζημίαν εἶναι διὰ τὸ ὑπερέχον τῆς γνώσεως Χριστοῦ Ἰησοῦ τοῦ Κυρίου μου» (Φιλ.3,7-8), προκειμένου νὰ μπορέσει νὰ κερδίσει τὸν Χριστό. Καὶ ὡρίμασε κατὰ συνέπεια φρονῶν τὰ ἄνω — καίτοι ὁ ἴδιος ταυτόχρονα ἀπέρριψε τὰ μέσα καὶ τὴν βοήθεια πού τοῦ προσέφερε ἡ ἐγκόσμια σοφία.


Οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι εἶχαν ἁπλῶς μάθει νὰ πλέκουν ψαράδικα δίχτυα καὶ ὄχι νὰ ξετυλίγουν τὰ σοφίσματα τῶν βιβλίων. Ὅμως αὐτὸ μὲ κανένα τρόπο δὲν τοὺς ἐμπόδισε νὰ ἐνδυναμώσουν τόν ἑαυτό τους ὥστε νὰ φρονοῦν τὰ ἄνω καὶ νὰ γίνουν ἀκόμη καὶ διδάσκαλοι τῶν ἴδιων τῶν σοφῶν. Ἔτσι ἦταν καὶ μετὰ τὴν ἐποχὴ τῶν Ἀποστόλων: ὁ Μὲγας Βασίλειος ἀπέκτησε τὴ σοφία τῶν Ἀθηναίων καὶ τὴν ὑπέταξε στὴν ὑπηρεσία τῆς σοφίας τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ Ἀρσένιος, Μέγας ἐπίσης, ἂν καὶ διδάσκαλος σὲ ὅλη τὴν ἔκταση τῆς Ἑλληνικῆς καὶ Λατινικῆς γνώσεως, θεώρησε τὸν ἑαυτὸ του ἀρκετὰ ἀδαῆ ὥστε νὰ μαθητεύσει σὲ ἕναν ἀγράμματο γέροντα Αἰγύπτιο, ὁ ὁποῖος ἦταν ἀρκετὰ σοφὸς γιὰ νὰ τοῦ διδάξει τὰ πρῶτα στοιχεῖα τῆς πνευματικῆς σοφίας. Καὶ ἔτσι, τὸ νὰ φρονοῦμε τὰ ἄνω, ἂν καὶ πράγματα ὑψηλὰ ἀκόμη καὶ γιὰ ἕναν φιλόσοφο, εἶναι συγχρόνως ἀρκετὰ ἁπλά καὶ γιὰ τὰ νήπια. «Ἐξομολογοῦμαί σοι, πάτερ, κύριε τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὅτι ἀπέκρυψας ταῦτα ἀπὸ σοφῶν καὶ συνετῶν, καί ἀπεκάλυψας αὐτὰ νηπίοις» (Ματθ. 11, 25).


Τί λοιπὸν σημαίνει «τὰ ἄνω φρονεῖτε»; Ἐπαναλαμβάνω: ἂν δὲν τὸ καταλαβαίνετε, τότε προφανῶς δὲν τὸ ἐφαρμόζετε. Καὶ ἂν δὲν φρονεῖτε τὰ ἄνω, τότε ἀναμφίβολα φρονεῖτε τὰ ἐπί τῆς γῆς. Καί, συνεπῶς, αὐτὸ τὸ γνωρίζετε. Τί κάνετε τώρα, ὅταν φρονεῖτε τὰ ἐπί τῆς γῆς, ὅπως γιὰ παράδειγμα, ὅταν ἔχετε στὸ μυαλό σας νὰ γίνετε πλούσιοι; Ἐπιθυμεῖτε τὰ πλούτη —συχνὰ τὰ σκέφτεστε— ἐφευρίσκοντας τρόπους νὰ τὰ ἀποκτήσετε καὶ νὰ τὰ αὐξήσετε. Βάζετε σὲ ἐνέργεια αὐτοὺς τοὺς τρόπους, καὶ ὁ,τιδήποτε κάνετε, τὸ κάνετε μὲ τὴν προοπτικὴ νὰ πετύχετε καὶ νὰ αὐξήσετε τὸν πλοῦτο, καὶ στὴν κατοχὴ τοῦ πλούτου τοποθετεῖτε τὴν εὐτυχία σας. Φέρνοντας στὸ νοῦ αὐτὸ τὸ παράδειγμα μποροῦμε γενικὰ νὰ ποῦμε, ὅτι τὸ «νὰ φρονοῦμε τὰ ἐπί τῆς γῆς», σημαίνει νὰ ἐπιθυμοῦμε ἐπίγεια πράγματα, νὰ τὰ σκεφτόμαστε, νὰ τὰ ἐφαρμόζουμε, νὰ τὰ ἔχουμε πάντα μπροστά μας, νὰ τοποθετοῦμε τὴν εὐτυχία μας στὴν κατοχή τους. Ἀλλάξτε τὸ ἀντικείμενο, καὶ θὰ καταλάβετε τί εἶναι «νὰ φρονοῦμεν τὰ ἄνω». Σημαίνει, νὰ ἐπιθυμοῦμε τὰ ἄνω, δηλαδὴ τὰ οὐράνια πράγματα. Μὲ ἄλλα λόγια, αὐτὰ πού εἶναι πνευματικὰ καί θεῖα. Νὰ σκεφτόμαστε τὰ οὐράνια πράγματα, νὰ τὰ ἐφαρμόζουμε, ἤ κατὰ τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου, νὰ «ἐργαζόμαστε τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ», νὰ ἔχουμε τὰ οὐράνια πράγματα μπροστὰ στὰ μάτια μας καί νὰ τοποθετοῦμε σὲ αὐτὰ τὴν εὐτυχία μας.


Πόσο δύσκολο —θὰ σκεφτοῦν μερικοὶ— νὰ ἔχει κανεὶς τὰ οὐράνια πράγματα στὸ νοῦ του, στὴν καρδιὰ καί στὶς πράξεις του! Γιὰ νὰ γίνει κάτι τέτοιο ἕνας χοϊκὸς ἄνθρωπος πρέπει ν’ ἀλλάξει τὰ ἔργα του, τὶς ἐπιθυμίες, ἀκόμη καί τὶς σκέψεις του. Δὲν ἀρνοῦμαι πώς κάτι τέτοιο εἶναι ἀναγκαῖο, καί δὲν εἶναι εὔκολο νὰ τὸ κάνουμε. Ὅμως τί πρέπει νὰ γίνει; Εἶναι πιὸ δύσκολο νὰ ἀνεβεῖς σὲ κάποιο ὕψος, ἀπὸ τὸ νὰ πέσεις σὲ μιὰν ἄβυσσο. Εἶναι λοιπὸν καλύτερο νὰ πέσουμε στὴν ἄβυσσο;


Εἶναι δύσκολο νὰ φρονοῦμε τὰ ἄνω! Ὅμως, δὲν εἶναι ἐπίσης σκληρὸ νὰ φρονοῦμε τὰ ἐπίγεια πράγματα; Ἔχει, γιὰ παράδειγμα, ἕνας ἄπληστος ἄνθρωπος κάποιο φωτεινὸ ἔργο μπροστά του; Κοπιάζει μέρα καί νύχτα, στερεῖ τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τροφὴ καί ἀνάπαυση, μερικὲς φορὲς ἐγκαταλείπει τὸ σπίτι του, περιπλανιέται μακριὰ ἀπὸ ἐκείνους πού βρίσκονται κοντὰ στὴν καρδιά του, ταξιδεύει στὴν ξηρὰ καί διασχίζει τὴ θάλασσα, κατεβαίνει στὰ ἔγκατα τῆς γῆς, βασανίζει τὸ μυαλό του μὲ τὴν δίψα τοῦ κέρδους καί μὲ τὴν ἀγωνία τῆς διατήρησής του, μὲ τὸ φόβο ἀπὸ μιὰ πιθανὴ ἀπώλεια ἤ μὲ τὴν ἀπελπισία μίας ἀπώλειας πραγματικῆς.


Ἂν μποροῦμε νὰ ἀντέξουμε τέτοιες φροντίδες μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ πλουτίσουμε ἐπί τῆς γῆς μὲ ἕναν θησαυρὸ φθαρτό, καὶ πού δὲν θὰ μπορέσουμε νὰ τὸν χαροῦμε παρὰ γιὰ σύντομο χρονικὸ διάστημα, δὲν ἀξίζει μιὰ προσπάθεια ἀπ’ τὴ μεριά μας γιὰ νὰ ἔχουμε τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ ἀποκτήσουμε ἕναν οὐράνιο θησαυρό, ἕναν θησαυρὸ ἄφθαρτο καὶ αἰώνιο;


Εἶναι πράγματι δύσκολο γιὰ τὸν χοϊκὸ ἄνθρωπο νὰ φρονεῖ τὰ ἄνω. Ἐν τούτοις, καὶ ὁ σπόρος τοῦ σίτου, πού εἶναι θαμμένος στὴ γῆ κάτω ἀπὸ τὰ πόδια σας, δὲν φρονεῖ μὲ τὸν δικό του τρόπο τὰ ἄνω; Βλασταίνει, καὶ ξεπροβάλλει ἀπὸ τὴ γῆ πρὸς τὰ πάνω, ἀγωνιζόμενος ἐναντίον τῆς βαρύτητας τῆς γῆς καὶ τῆς δικῆς του. Αὐξάνεται ὅλο καὶ πιὸ ψηλά. Καὶ τείνοντας πρὸς τὸν οὐρανό, ἀνθίζει καὶ φέρνει καρπό. Πιστεύετε πραγματικά, ὅτι ὁ θνητὸς ἄνθρωπος εἶναι προικισμένος μὲ λιγότερη δύναμη ἀπὸ τὸν σπόρο τοῦ σίτου, γιὰ νὰ σηκωθεῖ πρὸς τὸν οὐρανὸ μὲ τὸν δικό του τρόπο;


Εἶναι πράγματι δύσκολο γιὰ τὸν χοικὸ ἄνθρωπο νὰ φρονεῖ τὰ ἄνω. Ὅμως, στάσου· προέρχεσαι, ὦ ἄνθρωπε, μόνο ἀπὸ αὐτὴ τὴ γῆ; Αὐτὸ εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού ἐλήφθη ἀπὸ τὸ χῶμα, καὶ πού ἐπιστρέφει πάλι στὸ χῶμα; Δὲν εἶναι τὸ χῶμα μόνο τὸ περίβλημά σου, ἤ ἂν τὸ προτιμᾶς, ἡ φυλακή σου; Ὅμως ἐσύ, ὁ ἑαυτός σου, ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος, εἶσαι ἡ πνοὴ τῆς ζωῆς, πού προῆλθε ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ χείλη τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἔχει εἰπωθεῖ: «Καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν» (Γεν. 2, 7). Κι ἔτσι, ἄν σοῦ εἶναι δύσκολο ὡς χοϊκός ἄνθρωπος νὰ φρονεῖς τὰ ἄνω, δὲν εἶναι εὔκολο νὰ τὸ κάνεις ὡς ἄνθρωπος πού ἔχεις γεννηθεῖ ἄνωθεν; Εἶναι δύσκολο γιὰ τὴν φλόγα νὰ ὑψωθεῖ πρὸς τὴν φυσική της περιοχή; Εἶναι δύσκολο γιὰ τὴν πέτρα νὰ πέσει κάτω στὴ γῆ ἀπ’ ὅπου προέρχεται; Εἶναι δύσκολο γιὰ τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα νὰ ὑψωθεῖ πρὸς τὸν οὐρανό, πρὸς τὸν Ὕψιστο; Ἂν ἡ πτώση τοῦ παλαιοῦ Ἀδὰμ ἔχει μεταβάλει τὸν πόθο τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὰ οὐράνια πράγματα σὲ πόθο γιὰ τὰ πράγματα τὰ ἐπίγεια καὶ τὰ καταχθόνια, δὲν ἔχει ἡ ἀνάσταση καὶ ἡ ἀνάληψη τοῦ νέου Ἀδάμ, τοῦ Θεανθρώπου, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐπαναφέρει μὲ διπλάσια δύναμη τὸν πόθο γιὰ τὴν ἀρχική του κατεύθυνση καὶ δὲν ἔχει στήσει μιὰ κλίμακα πρὸς τὸν οὐρανό; Δὲν ἔχει ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀνάψει μιὰ πνευματικὴ φλόγα στὸν ἄνθρωπο, ἡ ὁποία φυσικῷ τῷ τρόπῳ τείνει πρὸς τὰ ἄνω καί στρέφεται πρὸς τὰ οὐράνια πράγματα, ὅπου κι ἂν κατοικεῖ; Τὸ βρίσκετε ἀκόμη δύσκολο νὰ φρονεῖτε τὰ ἄνω, ἀκόμη κι ἄν, προκειμένου νὰ κάνετε κάτι τέτοιο, σᾶς εἶναι ἀπαραίτητο νὰ μεταβάλετε τὶς πράξεις, τὶς ἐπιθυμίες καί τὶς σκέψεις σας;


Μὰ πῶς μποροῦμε νὰ ἐγκαταλείψουμε τὰ ἐπίγεια ἔργα, τὶς ἐπιθυμίες καί τὶς σκέψεις μας πού περιβάλλονται ἀπὸ ἐπίγεια πράγματα, ὅταν αὐτὸ πού εἶναι γήινο εἶναι ἀπολύτως ἀπαραίτητο γιὰ τὴν ἐπίγεια ζωή μας; Δὲν ἔχετε παρὰ νὰ παρατηρήσετε πῶς ἐγκαταλείπουμε τὰ οὐράνια πράγματα γιὰ πράγματα ἐπίγεια, καὶ θὰ τὸ βρεῖτε πολὺ εὔκολο νὰ παραμερίσετε τὰ ἐπίγεια γιὰ τὰ τοῦ οὐρανοῦ. Περιορίζετε τὸν χρόνο πού ἀπασχολεῖστε μὲ τὰ ἔργα τῆς εὐσέβειας, προκειμένου νὰ ἔχετε περισσότερο χρόνο γιὰ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου. Μερικὲς φορὲς πηγαίνετε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, ὅμως ἐξακολουθεῖτε νὰ σκέφτεστε ὅσα ἀπασχολοῦν τὸ μυαλό σας καὶ στὸ σπίτι. Καὶ μερικὲς φορές, ἐνῶ στέκεστε σωματικὰ μέσα στὸν οἶκο τῆς προσευχῆς, οἱ σκέψεις σας ἕλκονται ἀπὸ ἀλλοῦ, ἀπὸ τὰ ἐπίγεια πράγματα πού σᾶς θέλγουν ἤ ἀπὸ τὰ πάθη πού κυριαρχοῦν μέσα σας. Ἀκόμη καί οἱ πιὸ πνευματικές σας ἀσκήσεις μολύνονται ἀπὸ φευγαλέες ἐγκόσμιες σκέψεις! Κάντε τώρα τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο. Κάντε τὶς ἀπαραίτητες ἐργασίες γιὰ τὴν ἐπίγεια ὕπαρξή σας ἀλλά προσπαθῆστε νὰ μὴν τὶς παρατείνετε πέρα ἀπ’ ὅ,τι εἶναι ἀπαραίτητο. Καί ἀγωνιστεῖτε νὰ ἀπελευθερώσετε τὸν ἑαυτὸ σας ὅσο γίνεται περισσότερο ἀπὸ τὴν πολλὴ δουλειά, προκειμένου νὰ εἶστε ἐλεύθεροι γιὰ τὰ ἔργα τῆς εὐσέβειας. Ἀπαλλάξτε τὶς σκέψεις σας ἀπὸ επίγεια πράγματα, ὄχι μόνο ὅταν στέκεστε μπροστὰ στὸν Θεὸ στὸ ναό Του, ἄλλα ὅπου καὶ νὰ εἶστε. Ὅταν εἶστε ὑποχρεωμένοι νὰ ἀσχολεῖστε μὲ ἐπίγεια πράγματα, στρέψτε μακριά τους τὶς σκέψεις καὶ τὶς ἐπιθυμίες σας καὶ ὑψῶστε τὴν καρδιά σας πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ πρὸς τὸν Θεό. Ὅταν καταπιάνεστε μὲ ἐπίγειες ὑποθέσεις, νὰ θυμάστε τὸν Θεὸ καὶ νὰ ζητᾶτε τὴν εὐλογία καὶ τὴν βοήθειά Του. Ὅταν ἀναπαύεστε, νὰ θυμάστε τὸν Θεὸ καὶ νὰ τὸν εὐχαριστεῖτε γιὰ τὴν βοήθειά Του στοὺς κόπους σας, καθὼς καὶ γιὰ τὸ δῶρο τῆς ἀνάπαυσης. Ἔτσι μποροῦμε νὰ ἑνώσουμε κάθε ἐπίγειο ἔργο, πού δὲν εἶναι ἀντίθετο πρὸς τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ, μὲ ἀγάπη γιὰ τὰ οὐράνια πράγματα, καί, γιὰ νὰ τὸ πῶ ἔτσι, νὰ μεταβάλουμε τὰ ἐπίγεια καὶ ὁρατὰ πράγματα, σὲ πράγματα οὐράνια καὶ πνευματικά. «Ὅταν κοιτάζεις πρὸς τὸν ἥλιο», λέγει ὁ ἅγιος Μακάριος, «ψάξε τὸν πραγματικὸ Ἥλιο, γιατί εἶσαι τυφλός. Ὅταν στρέφεις τὸ βλέμμα σου πρὸς τὸ φῶς, στρέψου πρὸς τὴν καρδιά σου καὶ κοίταξε ἂν ἔχεις ἐκεῖ τὸ ἀληθινὸ καὶ εὐλογημένο φῶς, πού εἶναι ὁ Κύριος


Εἴθε τό φῶς τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ νὰ μᾶς φωτίσει, εἴθε τό πνεῦμα Του νὰ δυναμώσει τὸν καθένα ἀπό μᾶς, καὶ εἴθε, βαδίζοντας σύμφωνα μὲ τὸν Λόγο Του καὶ τὴ Ζωή Του, νὰ ὁδηγήσει ὅλους ἐμᾶς πού ζοῦμε στὴ γῆ νὰ φρονοῦμε τὰ ἄνω, κι ἔτσι νὰ ὁδηγηθοῦμε στὴν εὐλογημένη θέα Του στόν οὐρανό, ὅπου ὁ Χριστὸς ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ καθήμενος. Ἀμήν.

ΣΤΗ ΛΕΓΟΜΕΝΗ ̒ΕΠΙΣΩΖΟΜΕΝΗ’

 ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ


1.-. Σάν γλυκύς συνοδοιπόρος τοῦ ἀνθρώπινου βίου ὁ προφήτης Δαβίδ βρίσκεται σέ ὅλους τούς δρόμους τῆς ζωῆς καί ἀναστρέφεται πρόσφορα μέ ὅλες τίς πνευματικές ἡλικίες καί εἶναι κοντά σέ κάθε παράταξη πού προκόβει. Παίζει μέ ὅσους νηπιάζουν, ὅπως θέλει ὁ Θεός, μέ τούς ἄνδρες συναγωνίζεται, παιδαγωγεῖ τή νεότητα, ὑποστηρίζει τά γηρατειά, γίνεται στούς πάντες τά πάντα. Γίνεται τό ὅπλο τῶν στρατιωτῶν, ὁ προπονητής τῶν ἀθλητῶν, ἡ παλαίστρα ὅσων γυμνάζονται, τό στεφάνι τῶν νικητῶν, ἡ χαρά τοῦ τραπεζιοῦ, ἡ παρηγοριά στίς κηδεῖες.


Δέν ὑπάρχει τίποτε ἀπό τή ζωή μας πού νά εἶναι ἀμέτοχο ἀπό αὐτή τή χάρη. Ποιά δυνατή προσευχή γίνεται, πού δέν ἔχει σχέση μ᾿ αὐτή ὁ Δαβίδ; Ποιά εὐφροσύνη γιορτῆς δοκιμάζομε χωρίς νά τή χαροποιεῖ ὁ Δαβίδ; Αὐτό μποροῦμε νά τό διαπιστώσομε καί τώρα· ὅτι δηλαδή, ἐνῶ καί γι᾿ ἄλλους λόγους εἶναι μεγάλη ἡ ἑορτή, ὁ προφήτης μέ τή συνεισφορά του τήν ἔκανε μεγαλύτερη, συνεισφέροντας πρόσφορα σ᾿ αὐτήν τήν εὐφροσύνη ἀπό τούς ψαλμούς.


Στόν ἕνα ψαλμό σέ προτρέπει νά γίνεις πρόβατο πού τό ποιμαίνει ὁ Θεός καί δέ στερεῖται ἀπό κανένα ἀγαθό· καί χόρτο νά βοσκήσει καί νερό νά πιεῖ καί τροφή καί μάντρα καί δρόμος καί ὁδηγία καί τά πάντα γίνεται ὁ καλός ποιμένας (Ἰω. 10, 2-4· 11), ἐπιμερίζοντας κατάλληλα τή χάρη του σέ κάθε ἀνάγκη.


2.-. Μέ ὅλα αὐτά διδάσκει τήν Ἐκκλησία, ὅτι πρέπει νά γίνεις πρῶτα πρόβατο τοῦ καλοῦ ποιμένα ὁδηγούμενο μέ τήν ὀρθή κατήχηση στίς θεῖες βοσκές καί πηγές τῶν διδαγμάτων γιά νά συνταφεῖς μαζί του μέ τό βάπτισμα στό θάνατο (Ρωμ. 6, 3-4) καί νά μή φοβηθεῖς αὐτόν τό θάνατο· γιατί αὐτός δέν εἶναι θάνατος, ἀλλά σκιά καί ἀποτύπωμα θανάτου. Γιατί λέει· «ἄν βαδίσω μέσα ἀπό τή σκία τοῦ θανάτου δέ θά τό φοβηθῶ αὐτό ὡς κάτι κακό, γιατί ἐσύ εἶσαι μαζί μου» (Ψαλμ. 22, 4). Ἔπειτα ἀπό αὐτά, ἀφοῦ παρηγόρησε μέ τή βακτηρία τοῦ Πνεύματος (γιατί ὁ Παράκλητος εἶναι τό Πνεῦμα), παραθέτει τό μυστικό τραπέζι πού ἑτοιμάστηκε κατ᾿ ἀντίθεση μέ τό τραπέζι τῶν δαιμόνων. Γιατί ἐκεῖνοι ἦταν πού καταβασάνισαν μέ τήν εἰδωλολατρία τή ζωή τῶν ἀνθρώπων, ἐνῶ ἀντίθετή τους εἶναι ἡ τράπεζα τοῦ Πνεύματος.


Ἔπειτα ἀρωματίζει τήν κεφαλή μέ τό ἔλαιο τοῦ Πνεύματος καί προσφέροντάς του κρασί πού εὐφραίνει τήν καρδιά (Ψαλμ. 103, 15), προξενεῖ στήν ψυχή τή νηφάλια ἐκείνη μέθη, προσηλώνοντας τούς λογισμούς ἀπό τά πρόσκαιρα στό ἀΐδιο. Γιατί, ὅποιος δοκίμασε τή μέθη αὐτή, ἀνταλλάσσει τή βραχύτητα τοῦ θανάτου μέ τήν αἰωνιότητα, παρατείνοντας τή διαμονή του σέ μάκρος ἡμερῶν μέσα στόν οἶκο τοῦ Θεοῦ.


3.-. Ἀφοῦ μᾶς χάρισε αὐτά μέ τόν ἕνα ψαλμό, διεγείρει τήν ψυχή μέ τόν ἑπόμενο σέ μεγαλύτερη καί τελειότερη χαρά καί, ἄν νομίζεις, ἄς σοῦ παραθέσομε, περιορίζοντας σέ λίγα, καί τούτου τό νόημα. «Κτῆμα τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ γῆ καί ὅλο τό πλήρωμά της» (Ψαλμ. 23, 1). Γιατί παραξενεύεσαι, ἄνθρωπε, ἄν ὁ Θεός μας παρουσιάστηκε στή γῆ καί συναναστράφηκε μέ τούς ἀνθρώπους; Ἡ γῆ εἶναι κτῆμα δικό του ἀφοῦ εἶναι καί δημιούργημά του. Δέν εἶναι ἑπομένως παράδοξο οὔτε ἔξω ἀπό τό πρέπον νά ἔρθει ὁ Κύριος στά δικά του (Ἰω. 1, 11). Δέν πηγαίνει σ᾿ ἕνα ξένο κόσμο, ἀλλά στόν κόσμο πού συγκρότησε ὁ ἴδιος, θεμελιώνοντας τή γῆ ἐπάνω στά νερά καί κάνοντάς την κατάλληλη γιά τό πέρασμα τῶν ποταμῶν.


Γιά ποιόν λόγον λοιπόν φανερώθηκε; Γιά νά σέ βγάλει ἀπό τά βάραθρα τῆς ἁμαρτίας καί νά σέ ὁδηγήσει στό ὄρος τῆς βασιλείας, χρησιμοποιώντας ὡς ὄχημα τήν ἐνάρετη πολιτεία. Γιατί δέν εἶναι δυνατό ν᾿ ἀνεβεῖ κανένας σ᾿ ἐκεῖνο τό βουνό, ἄν δέν τόν συνοδεύουν οἱ ἀρετές· πρέπει νά γίνει καθαρός στά ἔργα καί νά μήν τόν ρυπαίνει καμιά πονηρή πράξη, νά εἶναι καθαρός στήν καρδιά καί νά μήν ὁδηγεῖ τήν ψυχή του σέ τίποτα τό μάταιο οὔτε νά ἐξυφαίνει κανένα δόλο κατά τοῦ διπλανοῦ του. Αὐτῆς τῆς ἀνάβασης ἔπαθλο εἶναι ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ, σ᾿ αὐτόν δίνει ὁ Κύριος τήν ἐλεημοσύνη πού ἐπιφυλάσσει· «αὐτή εἶναι ἡ γενεά ἐκείνων πού τόν ζητοῦν καί ἀνεβαίνουν ψηλά μέ τήν ἀρετή» καί «ζητοῦν τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ τοῦ Ἰακώβ» (Ψαλμ. 23, 6).


4.-. Ἡ συνέχεια τοῦ ψαλμοῦ εἶναι ἴσως ὑψηλότερη κι ἀπό τήν ἴδια τήν εὐαγγελική διδασκαλία. Γιατί τό Εὐαγγέλιο διηγήθηκε τή ζωή καί τή συναναστροφή τοῦ Κυρίου ἐπάνω στή γῆ, ἐνῶ ὁ οὐράνιος αὐτός προφήτης, βγαίνοντας ἔξω ἀπό τόν ἑαυτό του, γιά νά μήν τόν βαραίνει τό σκαφίδι τοῦ σώματος κι ἀφοῦ ἀναμίχθηκε μέ τίς ὑπερκόσμιες δυνάμεις, μᾶς ἐκθέτει τά λόγια ἐκείνων, πού, βαδίζοντας μπροστά στήν πομπή τοῦ Κυρίου κατά τήν κάθοδό του, διατάζουν ν᾿ ἀνοίξουν τίς πόρτες οἱ ἄγγελοι, πού περιπολοῦν τή γῆ καί τούς ἔχει ἀνατεθεῖ ἡ φύλαξη τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, λέγοντας· «ἀνοῖξτε τίς πύλες σας, ἄρχοντες, καί σεῖς πύλες αἰώνιες διαπλατωθεῖτε καί θά εἰσέλθει ὁ βασιλιάς τῆς δόξας» ( Ψαλμ. 23, 7). Καί ἐπειδή σέ ὁτιδήποτε εἰσέλθει αὐτός πού περιέχει τό πᾶν φέρνει τόν ἑαυτό του στά μέτρα ἐκείνου πού τόν δέχεται (γιατί δέ γίνεται μόνο ἄνθρωπος εἰσερχόμενος στούς ἀνθρώπους, ἀλλά κατ᾿ ἀκολουθίαν καί στούς ἀγγέλους ὅταν βρεθεῖ κατεβάζει τόν ἑαυτό του στή φύση ἐκείνων), γι᾿ αὐτό ἔχουν ἀνάγκη οἱ φύλακες τῶν πυλῶν ἀπό ἐκεῖνον πού θά τούς δείξει «ποιός εἶναι αὐτός ὁ βασιλιάς τῆς δόξας» (Ψαλμ. 23, 8).


Γι᾿ αὐτό ὑποδεικνύουν σ᾿ αὐτούς τόν κραταιό καί ἰσχυρό δημιουργό καί ἀκαταγώνιστο στόν πόλεμο, πού πρόκειται νά συγκρουστεῖ μέ ἐκεῖνον πού αἰχμαλώτισε τήν ἀνθρώπινη φύση (Ρωμ. 7, 23. Ἑβρ. 2, 14) καί νά ἐξουδετερώσει αὐτόν πού ἔχει τή δύναμη τοῦ θανάτου (Α´ Κορ. 15, 26), ὥστε, ἀφοῦ ἀφανιστεῖ ὁ ἔσχατος ἐχθρός, νά ἀνακληθοῦν οἱ ἄνθρωποι στήν ἐλευθερία καί τήν εἰρήνη.


5.-. Πάλι λέει τούς ἴδιους λόγους (γιατί ὁλοκληρώθηκε πιά τό μυστήριο τοῦ θανάτου καί πραγματοποιήθηκε ἡ νίκη κατά τῶν ἐχθρῶν καί ὑψώθηκε τό ἐναντίον τους τρόπαιο, ὁ σταυρός, καί πάλι «ἀνέβηκε ψηλά αὐτός πού αἰχμαλώτισε πολλούς αἰχμαλώτους, αὐτός πού ἔδωσε τή ζωή καί τή βασιλεία, αὐτά τά ἀγαθά δῶρα στούς ἀνθρώπους» (Ψαλμ. 67, 19), καί πρέπει ν᾿ ἀνοίξουν πάλι γι᾿ αὐτόν οἱ ὑψηλές πύλες. Παίρνουν μέρος στήν προπομπή οἱ δικοί μας φύλακες καί διατάζουν νά τοῦ ἀνοιχτοῦν οἱ ὑψηλές πύλες, γιά νά δοξαστεῖ πάλι σ᾿ αὐτές. Τούς εἶναι ὅμως ἄγνωστος αὐτός πού φόρεσε τή βρώμικη στολή τῆς δικῆς μας ζωῆς, πού οἱ λεκέδες τῶν ρουχῶν του εἶναι ἀπό τό ληνό τῶν ἀνθρώπινων κακῶν (Βλ. Ἡσ. 63, 2).


Γι᾿ αὐτό ἀπευθύνουν σ᾿ ἐκείνους πού συνιστοῦν τήν προπομπή αὐτή τήν ἐρώτηση· «ποιός εἶναι αὐτός ὁ βασιλιάς τῆς δόξας; » (Ψαλμ. 23, 10). Δέ δίνεται ὅμως ἀκόμα ἡ ἀπάντηση, «ὁ κραταιός καί ἰσχυρός στόν πόλεμο» (Ψαλμ. 23, 8. 23, 10), ἀλλά «ὁ Κύριος τῶν δυνάμεων», πού ἔχει τήν ἐξουσία τοῦ παντός, πού ἕνωσε στό πρόσωπό του τά πάντα (Ἐφ. 1, 10), αὐτός πού εἶναι ὁ πρῶτος ἀπό ὅλα (Κολ. 1, 18), πού ἀποκατέστησε τά πάντα στήν πρώτη τους μορφή (Πράξ. 3, 21), «Αὐτός εἶναι ὁ Βασιλιάς τῆς δόξας» (Ψαλμ. 23, 10). Βλέπετε πόσο γλυκύτερη μᾶς κάνει ὁ Δαβίδ τήν ἑορτή, ἀναμιγνύοντας τή χάρη τῶν ψαλμῶν του στή χαρά τῆς Ἐκκλησίας.


6.-. Ἄς μιμηθοῦμε λοιπόν κι ἐμεῖς τόν προφήτη, σ᾿ ἐκεῖνα πού εἶναι δυνατό νά ἐπιτύχομε τή μίμησή του, στήν ἀγάπη πρός τό Θεό, στήν πραότητα τῆς ζωῆς, στή μακροθυμία σ᾿ ὅποιους μᾶς μισοῦν, γιά νά γίνει ἡ διδασκαλία τοῦ προφήτη χειραγωγία πρός τήν κατά Θεόν πολιτεία στό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στόν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.