Κυριακή 30 Μαρτίου 2025

Τέταρτη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν

 Αρχιμ. Επιφάνιος Ι. Θεοδωρόπουλος


Κατὰ τὴν ἡμέραν αὔτην ἑορτάζομεν τὴν μνήμην τοῦ ἁγίου Ἰωάννου, τοῦ συγγραφέως τῆς «Κλίμακος».


Περὶ αὐτοῦ γράφει τὸ «Ὡρολόγιον»:


«Οὗτος ἐγεννήθη ἐν Παλαιστίνῃ περὶ τὰ 523· ἐδόθη εἰς τὴν ἄσκησιν ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας· προεχειρίσθη ἡγούμενος τῆς ἐν Σιναίῳ ὄρει Μονῆς· συνέγραψε περὶ ἀρετῆς τριάκοντα λόγους, ὧν ἕκαστος περιλαμβάνων μίαν ἀρετὴν καὶ ἀπὸ τῶν πρακτικῶν ἐπὶ τὰς θεωρητικὰς προχωροῦντες ἀναβιβάζουσι τὸν ἄνθρωπον ὡς διὰ βαθμίδων τινῶν εἰς οὐράνιον ὕψος, δι᾿ ἣν αἰτίαν καὶ τὸ σύγγραμμα τοῦτο ὀνομάζεται Κλῖμαξ τῶν ἀρετῶν. Ἀπέθανε δὲ τῷ 603, ἐτῶν ὀγδοήκοντα».


Τέταρτη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν


Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται καὶ κατὰ τὴν 30ὴν Μαρτίου, ἀλλ᾿ ἐπαναλαμβάνεται ἡ ἑορτὴ σήμερον, «ἴσως διότι ἀπ᾿ ἀρχῆς τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς ἄρχεται συνήθως ἀναγιγνώσκεσθαι ἐν τοῖς ἱεροῖς Μοναστηρίοις ἡ «Κλίμαξ» τῶν λόγων αὐτοῦ», ὡς γράφει πάλιν τὸ «Ὡρολόγιον».


Τὸ τροπάριον τοῦ ἁγίου Ἰωάννου εἶνε τὸ ἑξῆς:


«Ταῖς τῶν δακρύων σου ροαῖς τῆς ἐρήμου τὸ ἄγονον ἐγεώργησας καὶ τοῖς ἐκ βάθους στεναγμοῖς εἰς ἑκατὸν τοὺς πόνους ἐκαρποφόρησας· καὶ γέγονας φωστήρ, τῇ οἰκουμένῃ λάμπων τοῖς θαύμασιν, Ἰωάννη πατὴρ ἡμῶν ὅσιε. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν».


Δηλαδή: Τὰ δάκρυα τῆς κατανύξεως, τῆς μετανοίας καὶ τῆς θείας χαρᾶς, ποὺ ἔχυνες κατὰ τὰς προσευχάς σου, Ὅσιε Πάτερ Ἰωάννη, ἦσαν τόσα, ὥστε μὲ αὐτὰ ἐποτίσθη καὶ ἔγινε καλλιεργήσιμος ἡ ἄγονος ἔρημος! Καὶ μὲ τοὺς βαθεῖς στεναγμοὺς σου ἔκαμες ὥστε οἱ κόποι σου οἱ πνευματικοὶ νὰ ἀποδώσουν καρπὸν ἑκατονταπλάσιον. Καὶ οὕτως ἔγινες ἀστὴρ λάμπων μὲ τὰ θαύματά σου εἰς ὅλην τὴν οἰκουμένην. Ἱκέτευε λοιπὸν Χριστὸν τὸν Θεόν μας νὰ σώσῃ τὰς ψυχάς μας.




Αρχιμ. Επιφάνιος Ι. Θεοδωρόπουλος, Περίοδος Τριωδίου, Πόρος Τροιζηνίας: Ιερόν Ησυχαστήριον Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζήνος, 2011

Η Κυριακή του Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος

 Lev Gillet


Η Εκκλησία μας καλεί σήμερα να προσέξουμε τη μορφή του αγίου Ιωάννου της Κλίμακος, επειδή ο πατήρ αυτός, ο οποίος έζησε κατά τον 7ο αιώνα, υλοποίησε στη ζωή του το ιδεώδες της μετανοίας, κάτι το οποίο δεν πρέπει να φεύγει από τα μάτια μας κατά τη Μεγάλη Σαρακοστή. «Ἰωάννην τιμήσωμεν, τῶν ἀσκητῶν τὸ καύχημα…» ψάλλουμε στον Εσπερινό, ενώ στον Όρθρο αναφωνούμε προς τον άγιο: «Ἀτροφία τὴν σάρκα μαράνας ἀνεκαίνισας ψυχῆς τὸν τόνον, Ὅσιε, καὶ δόξαν κατεπλούτισας οὐράνιον…». Ωστόσο, η Εκκλησία, ερμηνεύοντας σωστά τη διδασκαλία του αγίου, θεωρεί ότι η άσκηση δεν έχει καμία έννοια και καμία αξία αν δεν είναι έκφραση αγάπης, γι’ αυτό και στον Εσπερινό βάζει τον Όσιο να μας απευθύνει αυτά τα λόγια: «Ἀγαπήσατε τὸν Θεὸν καὶ εὑρήσετε χάριν αἰώνιον, μηδέν προτιμήσητε τῆς ἀγάπης Αὐτοῦ…».


Κυριακή του Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος


Στη Θεία Λειτουργία συνεχίζουμε την ανάγνωση της προς Εβραίους Επιστολής (6:13-20), όπου περιγράφονται η υπομονή και η εγκαρτέρηση του Αβραάμ και η εν τέλει πραγματοποίηση των υποσχέσεων του Θεού. «Ἀδύνατον ψεύσασθαι Θεόν», και γι’ αυτό, όπως και ο Αβραάμ, «ἱσχυρὰν παράκλησιν ἔχομεν οἱ καταφυγόντες κρατῆσαι τῆς προκειμένης ἐλπίδος». Ζούμε εμείς με αυτή τη μεγάλη ελπίδα;


Το Ευαγγέλιο περιγράφει τη θεραπεία ενός νέου που, υπό την επήρεια του διαβόλου, είχε καταληφθεί από «άλαλο πνεύμα». Ο πατέρας του τον οδήγησε στον Ιησού. Και Εκείνος του είπε τούτο: « Εάν μπορείς να πιστέψεις, όλα είναι δυνατά σ’ εκείνον που πιστεύει». Ανάμεσα στα δάκρυά του ο πατέρας φώναξε: «Πιστεύω, Κύριε, αναπλήρωσε εσύ τη λιγοστή μου πίστη!». Δεν μπορούμε πράγματι να βρούμε καλύτερα λόγια για να εκφράσουμε ταυτόχρονα το γεγονός ότι πιστεύουμε αλλά και την αδυναμία αυτής της πίστης. Είμαστε όμως ικανοί να δακρύσουμε με πόνο, καθώς λέμε στον Κύριό μας, «Πιστεύω, βοήθει μοι τῇ ἀπιστίᾳ»; Ο Ιησούς ευσπλαχνίστηκε τον πατέρα. Δέχτηκε μια τέτοια πίστη και θεράπευσε τον γιο του. Οι μαθητές, μιλώντας ιδιαιτέρως με τον Διδάσκαλο, Τον ρωτούν γιατί εκείνοι δεν μπόρεσαν να εκδιώξουν το δαίμονα. Πήραν την απάντηση ότι «Αυτό το είδος του δαιμονίου με κανέναν άλλο τρόπο δεν εκδιώκεται παρά με προσευχή συνοδευόμενη από νηστεία». Ας μη θεωρήσουμε ότι μια παρατεταμένη νηστεία και προσευχές που επαναλαμβάνονται αρκούν για να δώσουν τη δύναμη εκείνη που οι μαθητές δεν κατείχαν ακόμη. Η προσευχή και η νηστεία, με τη βαθύτερη έννοια των όρων, σημαίνουν τη ριζική παραίτηση από τον εαυτό μας, τη στροφή και σταθεροποίηση της ψυχής σ’ εκείνη τη στάση της εμπιστοσύνης και της ταπείνωσης που περιμένει το καθετί από το έλεος του Θεού, την υποταγή του θελήματός μας στο δικό Του θέλημα, την εναπόθεση της ύπαρξής μας και κάθε άλλης προσφιλούς ύπαρξης στα χέρια του Πατέρα. Εκείνος, που με τη χάρη του Θεού θα φτάσει σε μια τέτοια κατάσταση, μπορεί να διώξει τον διάβολο. Δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε κι εμείς έστω μερικά πρώτα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση; Αν προσπαθήσουμε, θα εκπλαγούμε από τα αποτελέσματα.




Lev Gillet (ενός Μοναχού της Ανατολικής Εκκλησίας), Πασχαλινή κατάνυξη, 1η έκδοση, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα, 2009

ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ Δ΄ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

 Ἅγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς


Γιατί ἡ Ἐκκλησία τοποθετεῖ αὐτόν τόν Ἅγιο στό μέσον τῆς νηστείας, ὡσάν τήν πιό ἅγια εἰκόνα, ὥστε νά ἀτενίζουν ὅλοι σέ Αὐτόν;


Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος. Ποιός εἶναι αὐτός; Εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού ἐβίωσε καί ἔγραψε τήν Κλίμακα τοῦ Παραδείσου, πού ἐβίωσε τήν ἀνάβασι τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν κόλασι μέχρι τόν Οὐρανό, μέχρι τόν Παράδεισο. Αὐτός ἐβίωσε τήν κλίμακα ἀπό τήν γῆ μέχρι τόν Οὐρανό, τήν κλίμακα πού ἐκτείνεται ἀπό τόν πυθμένα τῆς κολάσεως τοῦ ἀνθρώπου μέχρι τήν κορυφή τοῦ παραδείσου.


Ἐβίωσε καί ἔγραψε. Ἄνθρωπος πολύ μορφωμένος, πολύ σπουδαγμένος. Ἄνθρωπος πού ὡδήγησε τήν ψυχή του εἰς τάς ὁδούς τοῦ Χριστοῦ, πού τήν ὡδήγησε ὁλόκληρη ἀπό τήν κόλασι στόν παράδεισο, ἀπό τόν διάβολο στόν Θεό, ἀπό τήν ἁμαρτία στήν ἀναμαρτησία, καί πού θεόσοφα μᾶς περιέγραψε ὅλη αὐτή τήν πορεία, τί δηλαδή βιώνει ὁ ἄνθρωπος πολεμώντας μέ τόν κάθε διάβολο πού βρίσκεται πίσω ἀπό τήν ἁμαρτία. Μέ τήν ἁμαρτία μᾶς πολεμάει ὁ διάβολος, καί μένα καί σένα, ἀδελφέ μου καί ἀδελφή μου. Σέ πολεμάει μέ κάθε ἁμαρτία.


Μήν ἀπατᾶσαι, μή νομίζῃς πώς κάποια μικρή καί ἀσθενής δύναμις σοῦ ἐπιτίθεται. Ὄχι! Αὐτός σοῦ ἐπιτίθεται! Ἀκόμη κι’ ἄν εἶναι ἕνας ρυπαρός λογισμός, μόνο λογισμός, γνώριζε ὅτι αὐτός ὁρμᾶ κατεπάνω σου. Λογισμός ὑπερηφανείας, κακῆς ἐπιθυμίας, φιλαργυρίας,… ἕνα ἀναρίθμητο πλῆθος λογισμῶν ἔρχεται κατεπάνω σου ἀπό ὅλες τίς πλευρές. Καί σύ, τί εἶσαι ἐσύ; Ὤ, Κλίμακα τοῦ Παραδείσου! Πῶς, πάτερ Ἰωάννη, μπόρεσες νά στήσῃς αὐτή τήν κλίμακα τοῦ Παραδείσου ἀνάμεσα στήν γῆ καί στόν Οὐρανό;


Δέν τήν ἔσχισαν οἱ δαίμονες, δέν τήν ἔκοψαν, δέν τήν ἔσπασαν; Ὄχι!… Ἡ νηστεία του ἦταν μιά φλόγα, μιά φωτιά, μιά πυρκαϊά. Ποιός διάβολος θά τήν ἄντεχε; Ὅλοι ἔφυγαν πανικοβλημένοι, ὅλοι οἱ δαίμονες ἔφυγαν κινηγημένοι ἀπό τήν ἔνδοξη καί θεία του προσευχή, ὅλοι οἱ δαίμονες ἔφυγαν τρομοκρατημένοι ἀπό τήν νηστεία του, ὅλοι οἱ δαίμονες ἐξαφανίσθηκαν ἀπό τήν πύρινη, τήν φλογερή, προσευχή του. Ἡ Κλίμακα τοῦ Παραδείσου! Τί εἶναι αὐτή; Εἶναι οἱ ἅγιες ἀρετές, οἱ ἅγιες εὐαγγελικές ἀρετές: ἡ ταπείνωσις, ἡ πίστις, ἡ νηστεία, ἡ πραότης, ἡ ὑπομονή, ἡ ἀγαθότης, ἡ καλωσύνη, ἡ εὐσπλαχνία, ἡ φιλαλήθεια, ἡ ἀγάπη στόν Χριστό, ἡ ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ, τά παθήματα χάριν τοῦ Χριστοῦ.


Αὐτές καί ἄλλες πολλές ἅγιες καινοδιαθηκικές ἀρετές. Κάθε ἐντολή τοῦ Χριστοῦ, ἀδελφοί μου· αὐτό εἶναι ἀρετή. Τήν τηρεῖς; Τήν ἐφαρμόζεις; Π.χ. τήν ἐντολή του περί νηστείας τήν τηρεῖς, τήν ἐφαρμόζεις; Ἡ νηστεία εἶναι ἁγία ἀρετή, εἶναι σκαλοπάτι τῆς κλίμακος ἀπό τήν γῆ στόν Οὐρανό. Ἡ νηστεία, ἡ εὐλογημένη νηστεία, ὅπως καί ὅλη ἡ κλίμακα ἀπό τήν γῆ στόν Οὐρανό.


Κάθε ἀρετή εἶναι ἕνας μικρός παράδεισος. Κάθε ἀρετή τρέφει τήν ψυχή σου, τήν κάνει μακαρία, κατεβάζει στήν ψυχή σου θεία, οὐράνια ἀνάπαυσι. Κάθε ἀρετή εἶναι ἕνα χρυσό καί διαμαντένιο σκαλοπάτι στήν κλίμακα τῆς σωτηρίας σου, στήν κλίμακα πού ἑνώνει τήν γῆ μέ τόν Οὐρανό, πού ἐκτείνεται ἀπό τήν δική σου κόλασι μέχρι τόν δικό σου παράδεισο. Γι’ αὐτό καμμία ἀπό αὐτές δέν εἶναι ποτέ μόνη της.


Ἡ πίστις στόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό δέν εἶναι ποτέ μόνη της. Ἐκδηλώνεται μέ τήν προσευχή, μέ τήν νηστεία, μέ τήν ἐλεημοσύνη, μέ τήν ταπείνωσι, μέ τά παθήματα χάριν τοῦ πλησίον. Ὅχι μόνο ἐκδηλώνεται ἀλλά καί ζῆ κάθε ἀρετή, ἐπειδή ὑπάρχει ἡ ἄλλη ἀρετή. Ἡ πίστις ζῆ μέ τήν προσευχή, ἡ προσευχή ζῆ μέ τήν νηστεία, ἡ νηστεία τρέφεται μέ τήν προσευχή, ἡ νηστεία τρέφεται μέ τήν ἀγάπη, ἡ ἀγάπη τρέφεται μέ τήν εὐσπλαχνία.


Ἔτσι κάθε ἀρετή ζῆ διά τῆς ἄλλης. Καί ὅταν μία ἀρετή κατοικήσῃ στήν ψυχή σου, ὅλες οἱ ἄλλες θά ἀκολουθήσουν, ὅλες σιγά-σιγά ἀπό αὐτήν θά προέλθουν καί θά ἀναπτυχθοῦν δι’ αὐτῆς καί μαζί μέ αὐτήν. Ναί, ἡ κλίμακα τοῦ Παραδείσου ἐξαρτᾶται ἀπό σένα. Πές ὅτι νηστεύω μέ φόβο Θεοῦ, μέ εὐλάβεια, μέ πένθος, μέ δάκρυα. Μετά ὅμως τά παρατάω. Νά, ἄρχισα νά κτίζω τήν κλίμακα καί ἐγώ ὁ ἴδιος τήν γκρέμισα, τήν ἔσπασα.


Ἐσύ πάλι, ἐσύ, νηστεύεις συχνά, ἐγκρατεύεσαι ἀπό κάθε σωματική τροφή. Ἀλλά νά, τόν καιρό τῆς νηστείας ἀφήνεις νά κατοικήσῃ στήν ψυχή σου ἡ ἁμαρτία, νά σπείρωνται στήν ψυχή σου διάφοροι ἀκάθαρτοι λογισμοί, ἐπιθυμίες. Σέ σένα ἀνήκει νά τούς διώχνῃς ἀμέσως μακρυά σου μέ τήν προσευχή, τό πένθος, τήν ἀνάγνωσι ἤ μέ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἄσκησι. Ἀλλά, ἄν ἐσύ, ἐνῶ νηστεύῃς σωματικῶς, τρέφῃς τήν ψυχή σου μέ κάποια ἁμαρτία ἤ μέ κάποιο κρυφό πάθος, νά! ἐσύ, ἐνῶ ἀρχίζῃς νά χτίζῃς ἕνα-ἕνα τά σκαλοπάτια τῆς νηστείας ἀπό τήν γῆ πρός τόν Οὐρανό, ἐσύ ὁ ἴδιος πάλι τά γκρεμίζεις, τά καταστρέφεις.


Ἡ νηστεία ἀπαιτεῖ εὐσπλαχνία, ταπείνωσι, πραότητα. Ὅλα αὐτά πᾶνε μαζί. Εἶναι σάν ἕνα συνεργεῖο οἰκοδόμων, τῶν ὁποίων ἀρχηγός εἶναι ἡ προσευχή. Αὐτή εἶναι ὁ ἀρχιμάστορας, ὁ ἀρχιτέκτονας, ὁ ἀρχιμηχανικός τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς, τῶν πνευματικῶν μας ἐφέσεων, τῆς κλίμακος πού θά στήσουμε μεταξύ γῆς καί Οὐρανοῦ.


Ἡ προσευχή κατέχει τήν πρώτη θέσι. Ὅταν ἡ προσευχή ἐγκατασταθῇ στήν καρδιά σου καί αὐτή φλέγεται ἀπό ἀδιάλειπτη δίψα γιά τόν Κύριο, ὅταν Αὐτόν συνέχεια βλέπει, Αὐτόν συνέχεια αἰσθάνεται, τότε μέ τήν προσευχή εἰσάγεις στήν ψυχή σου ὅλες τίς ἄλλες ἀρετές. Τότε ὁ μηχανικός (ἡ προσευχή) ἔχει ἄριστους τεχνίτες, κτίζει γρήγορα-γρήγορα θαυμάσιες κλίμακες ἀπό τήν γῆ μέχρι τόν Οὐρανό, τίς κλίμακες τῶν σταδιακῶν σου ἀναβάσεων πρός τόν Θεό, πρός τήν τελειότητά Του. Ὅταν ἔχῃς δύναμι, δυνατή προσευχή, τότε καμμία νηστεία δέν θά σοῦ εἶναι δύσκολη, τότε καμμία ἀγάπη δέν θά σοῦ εἶναι ἀδύνατη.


Ἁγία εὐαγγελική ἀγάπη! Ἡ προσευχή ἁγιάζει τά πάντα μέσα σου, τήν κάθε ἄσκησί σου, τόν κάθε λογισμό σου, τήν κάθε αἴσθησί σου, τήν κάθε διάθεσί σου. Προσευχή! Δύναμις θεϊκή, τήν ὁποία μᾶς ἔδωσε ὁ Κύριος γιά νά ἁγιάζουμε ὁ,τιδήποτε ἐναγές μέσα μας, στήν ψυχή μας. Ἡ προσευχή σέ ἑνώνει μέ τόν Πανεύσπλαχνο Κύριο, καί Αὐτός ἐκχέει μέσα στήν καρδιά σου τήν συμπάθεια γιά κάθε ἄνθρωπο, γιά τόν ἁμαρτωλό, γιά τόν ἀδελφό πού εἶναι ἀδύναμος ὅπως καί σύ, πού πέφτει ὅπως καί σύ, ἀλλά καί πού μπορεῖ νά σηκωθῇ ὅπως καί σύ· πού τοῦ χρειάζεται ὅμως ἡ δική σου βοήθεια, ἡ ἀδελφική σου βοήθεια, ἡ προσευχητική σου βοήθεια, ἡ ἐκκλησιαστική σου βοήθεια.


Τότε, ὅταν δώσῃς βοήθεια, χωρίς ἀμφιβολία θά κτίσῃς τήν δική σου κλίμακα, τήν κλίμακα πού ὁδηγεῖ ἀπό τήν κόλασί σου στόν παράδεισό σου· τότε, μέ βεβαιότητα στήν καρδιά θά ἀνεβαίνῃς ἀπό σκαλοπάτι σέ σκαλοπάτι, ἀπό ἀρετή σέ ἀρετή, καί θά φθάσῃς ἔτσι στήν κορυφή τῆς κλίμακος, στόν Οὐρανό, θά ἀποβιβασθῇς στόν Οὐρανό, θά ἀποβιβασθῇς στόν οὐράνιο Παράδεισο.


Ὅλα τά ἔχουμε, καί σύ καί ἐγώ: ἐννέα Μακαρισμοί, ἐννέα ἅγιες εὐαγγελικές ἀρετές. Αὐτό εἶναι τό εὐαγγέλιο τῆς νηστείας, τό εὐαγγέλιο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος. Ἀρετές, ἀδελφοί, μεγάλες ἀρετές. Τίς δύσκολες ἀσκήσεις τῆς νηστείας, τῆς προσευχῆς, τῆς ταπεινώσεως, ὁ Κύριος τίς παρουσίασε ὡς Μακαρισμούς. Μακάριοι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν (Ματθ. ε΄ 3)…


Ἡ ταπείνωσις! Αὐτή εἶναι ἡ ἀρχή τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, αὐτή εἶναι ἡ ἀρχή τῆς πίστεώς μας, αὐτή εἶναι ἡ ἀρχή τῆς ἀρετῆς μας, αὐτή εἶναι ἡ ἀρχή τῆς ἀναβάσεώς μας πρός τόν Οὐρανό, αὐτή εἶναι τό θεμέλιο τῆς κλίμακός μας. Κύριε, ἐγώ εἶμαι ἕνα τίποτα, Ἐσύ εἶσαι τό πᾶν! Ἐγώ τίποτα, Ἐσύ τό πᾶν! Ὁ νοῦς μου εἶναι τίποτα μπροστά στόν δικό Σου Νοῦ, τό πνεῦμα μου εἶναι τίποτα μπροστά στό Πνεῦμα Σου, ἡ καρδιά μου, ἡ γνῶσις μου… ὤ! τίποτα, τίποτα, μπροστά στήν γνῶσι Σου Κύριε! Ἐγώ, ἐγώ, μηδέν, μηδέν… καί πίσω ἀπό αὐτό ἀναρίθμητα ἄλλα μηδενικά. Αὐτό εἶμαι ἐγώ μπροστά Σου, Κύριε. Ἡ ταπείνωσις!


Αὐτή εἶναι ἡ πρώτη ἁγία ἀρετή, ἡ πρώτη χριστιανική ἀρετή. Ὅλα ἀρχίζουν ἀπό αὐτήν… Ἀλλά οἱ Χριστιανοί αὐτοῦ τοῦ κόσμου, πού οἰκοδομοῦμε τήν κλίμακα τῆς σωτηρίας μας, πάντοτε κινδυνεύουμε ἀπό τίς ἀκάθαρτες δυνάμεις. Ποιές εἶναι αὐτές; Οἱ ἁμαρτίες, οἱ ἁμαρτίες μας, τά πάθη μας. Καί πίσω ἀπό αὐτές ὁ διάβολος, … Ὅπως οἱ ἅγιες ἀρετές οἰκοδομοῦν τήν οὐράνια κλίμακα μεταξύ Οὐρανοῦ καί γῆς, ἔτσι καί οἱ ἁμαρτίες μας φτιάχνουν μία σκάλα γιά τήν κόλασι. Κάθε ἁμαρτία.


Ἄν ὑπάρχουν ἁμαρτίες στήν ψυχή σου, πρόσεχε! Ἄν κρατᾶς μῖσος στήν ψυχή σου μιά, δυό, τρεῖς, πενήντα μέρες, πρόσεξε νά δῇς σέ τί κόλασι ἔχει μεταβληθῆ ἡ ψυχή σου. Τό ἴδιο κι ἄν κρατᾶς θυμό, φιλαργυρία, αἰσχρή ἐπιθυμία… Καί σύ, τί κάνεις; Πραγματικά, μόνος σου φτιάχνεις μιά σκάλα γιά τήν κόλασι. Ἀλλά ὁ Ἀγαθός Κύριος μᾶς δίνει θαυμαστό παράδειγμα.


Νά, στό μέσον τῆς νηστείας, προβάλλει τόν μεγαλώνυμο, τόν θαυμάσιο, τόν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος. Ὅλος λάμπει ἀπό τίς ἅγιες εὐαγγελικές ἀρετές. Τόν βλέπουμε πῶς ἀνεβαίνει γρήγορα καί σοφά τήν κλίμακα τοῦ Παραδείσου, τήν ὁποία ἔστησε ἀνάμεσα στήν γῆ καί στόν Οὐρανό. Ὡς διδάσκαλος, ὡς ἅγιος ὁδηγός, μᾶς δίνει τήν Κλίμακά του σέ μᾶς τούς Χριστιανούς ὡς πρότυπο γιά νά ἀνεβοῦμε ἀπό τήν κόλασι στόν Παράδεισο, ἀπό τόν διάβολο στόν Θεό, ἀπό τήν γῆ στόν Οὐρανό…


Εὔχομαι ὁ ἐλεήμων καί μέγας ἅγιος πατήρ ἡμῶν Ἰωάννης τῆς Κλίμακος… νά μᾶς χειραγωγῇ στούς ἀγῶνες μας ἐναντίον ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν μας μέ στόχο τίς ἅγιες ἀρετές· νά οἰκοδομήσουμε καί ἐμεῖς μέ τήν βοήθειά του τήν δική μας κλίμακα καί ἀκολουθώντας τον νά φθάσωμε στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, στόν Παράδεισο, ὅπου ὑπάρχουν ὅλες οἱ οὐράνιες ἀναπαύσεις, ὅλες οἱ αἰώνιες χαρές, ὅπου μαζί του ἐκεῖ θά δοξάζουμε τόν Βασιλέα ὅλων ἐκείνων τῶν ἀγαθῶν, τόν Αἰώνιο Βασιλέα τῆς Οὐρανίου Βασιλείας, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ᾯ ἡ δόξα καί ἡ τιμή νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Δ΄ Κυριακή των Νηστειών

 Άγιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος


Του οσίου Πατρός ημών Ιωάννου του Συγγραφέως της Κλίμακος


Γιατί ο Χριστιανισμός δεν πρέπει να αλλάζει ανάλογα με την εποχή


***


Έφθασε στ’ αυτιά μου ότι, καθώς φαίνεται, θεωρείτε τα κηρύγματά μου πολύ αυστηρά και πιστεύετε ότι σήμερα κανένας δεν θα έπρεπε να σκέπτεται έτσι, κανένας δεν θα έπρεπε να ζει έτσι και επομένως κανένας δεν θα έπρεπε να διδάσκει έτσι. Οι καιροί έχουν αλλάξει! […]


Πόσο χάρηκα που το άκουσα. Αυτό σημαίνει ότι ακούτε προσεκτικά ό,τι λέγω, και όχι μόνο ακούτε, αλλά και είστε διατεθειμένοι να το τηρήσετε. Τι περισσότερο θα μπορούσαμε να επιθυμήσουμε εμείς που κηρύττουμε όπως διαταχθήκαμε και όσα διαταχθήκαμε;


Κατ’ αρχήν η διδασκαλία μου δεν είναι δική μου, ούτε θα έπρεπε να είναι. Από αυτή την ιερή θέση κανείς δεν πρέπει ούτε μπορεί να κηρύττει δικιά του διδασκαλία. Αν λοιπόν εγώ ή κάποιος άλλος τολμήσει ποτέ να το κάνει, μπορείτε να μας βγάλετε εκτός Εκκλησίας.


Αν η σωστική δύναμις της διδασκαλίας εξαρτιόταν από την γνώμη μας πάνω σ’ αυτήν και την συναίνεσή μας σ’ αυτήν, τότε θα είχε νόημα το να συλλάβει κάποιος άνθρωπος στο νου του να ανοικοδομήσει τον Χριστιανισμό σύμφωνα με τις ανθρώπινες αδυναμίες ή τις αξιώσεις της εποχής και να τον προσαρμόσει κατά τους πόθους της αμαρτωλής του καρδιάς. Μα η σωστική δύναμις του χριστιανικού νόμου δεν εξαρτάται καθόλου από μας, αλλά από το θέλημα του Θεού, από το γεγονός ότι ο ίδιος ο Θεός καθιέρωσε επακριβώς την ακριβή οδό της σωτηρίας. Έξω από αυτήν δεν υπάρχει άλλη οδός, ούτε θα μπορούσε να υπάρξει.


Δ΄ Κυριακή των Νηστειών


***


Σβέσας πάντα τὰ πάθη δρόσῳ τῶν ἀγώνων σου,


Πάτερ μακάριε, δαψιλῶς ἀνῆψας,


τῷ πυρὶ τῆς ἀγάπης καὶ πίστεως,


ἐγκρατείας λύχνον, καὶ φωτισμὸς τῆς ἀπαθείας


καὶ ἡμέρας υἱὸς ἐχρημάτισας.




Άγιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος, Ψωμί για το ταξίδι: Οδοιπορικό Μεγάλης Τεσσαρακοστής, 1η έκδ., Αρμός, Αθήνα, 2012

Εἰς τὴν Δ΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν

 Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς


ὅπου γίνεται λόγος καὶ γιὰ τὴν ἐπιμέλεια τῶν ἐσωτερικῶν λογισμῶν


1. Πολλὲς φορὲς ὡμίλησα πρὸς τὴν ἀγάπη σας περὶ νηστείας καὶ προσευχῆς, ἰδιαιτέρως μάλιστα αὐτὲς τὶς ἱερὲς ἡμέρες· ἐναπέθεσα ἀκόμη στὶς φιλοθέες ἀκοὲς καὶ ψυχὲς σας ποιὰ δῶρα προσφέρουν στοὺς ἐραστές των καὶ πόσων ἀγαθῶν πρόξενοι γίνονται σʼ αὐτοὺς ποὺ τὶς ἀσκοῦν, πράγμα ποὺ ἐπιβεβαιώνεται γιʼ αὐτὲς κυρίως ἀπὸ τὴν φωνὴ τοῦ Κυρίου ποὺ ἀναγινώσκεται σήμερα στὸ εὐαγγέλιο.


Ποιὰ δὲ εἶναι αὐτά; Εἶναι μεγάλα, τὰ μεγαλύτερα ὅλων θὰ λέγαμε· διότι ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἄλλα μποροῦν νὰ παράσχουν καὶ ἐξουσία κατὰ πονηρῶν πνευμάτων, ὥστε νὰ τὰ ἐκβάλλουν καὶ νὰ τὰ ἀπελαύνουν, καὶ τοὺς δαιμονισμένους νὰ τοὺς ἐλευθερώνουν ἀπὸ τὴν ἐπήρειά τους. Ὅταν πραγματικὰ οἱ μαθηταὶ εἶπαν πρὸς τὸν Κύριο περὶ τοῦ ἀλάλου καὶ κωφοῦ δαιμονίου, ὅτι «ἐμεῖς δὲν μπορέσαμε νὰ τὸ ἐκβάλουμε», εἶπε πρὸς αὐτοὺς ὁ Κύριος· «τοῦτο τὸ γένος δὲν ἐκδιώκεται, παρὰ μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία».


2. Ἴσως γιʼ αὐτό, μετὰ τὴν προσευχὴ ἐπάνω στὸ ὅρος καὶ τὴν κατʼ αὐτὴν ἐμφάνισι τῆς θεϊκῆς αὐγῆς, κατέβηκε ἀμέσως καὶ ἦλθε στὸν τόπο, ὅπου εὑρισκόταν ὁ κατεχόμενος ἀπὸ τὸν δαίμονα ἐκεῖνον. Λέγει δηλαδὴ ὅτι, ἀφοῦ παρέλαβε τοὺς ἐγκρίτους μαθητάς, ἀνέβηκε στὸ ὅρος νὰ προσευχηθῆ καὶ ἔλαμψε σὰν ὁ ἥλιος, καὶ ἰδοὺ ἐφάνηκαν νὰ συνομιλοῦν μὲ αὐτὸν ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Ἠλίας, οἱ ἄνδρες ποὺ περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον ἄσκησαν τὴν προσευχὴ καὶ τὴ νηστεία, δεικνύοντας καὶ διὰ τῆς παρουσίας των στὴν προσευχὴ τὴν συμφωνία καὶ ἐναρμόνισι μεταξὺ προσευχῆς καὶ νηστείας, ὥστε κατὰ κάποιον τρόπο ἡ νηστεία νὰ συνομιλῆ μὲ τὴν προσευχὴ ὁμιλώντας πρὸς τὸν Κύριο. Ἐὰν ἡ φωνὴ αἵματος τοῦ φονευθέντος Ἄβελ βοᾶ πρὸς τὸν Κύριο, καθὼς λέγει αὐτὸς πρὸς τὸν Κάιν, ὅπως ἐμάθαμε ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Μωυσέως, πάντως καὶ ὅλα τὰ μέρη καὶ μέλη τοῦ σώματος, κακοπαθοῦντα μὲ τὴν νηστεία, θὰ βοήσουν πρὸς τὸν Κύριο καί, συνομιλώντας μὲ τὴν προσευχὴ τοῦ νηστεύοντος καὶ περίπου συμπροσευχόμενα, δικαίως θὰ τὴν καταστήσουν εὐπροσδεκτικώτερη καὶ θὰ δικαιώσουν αὐτὸν ποὺ ὑφίσταται ἑκουσίως τὸν κόπο τῆς νηστείας.


Μετὰ λοιπὸν τὴν προσευχὴ καὶ τὴν κατὰ θεῖο τρόπο λάμψι, ἀφοῦ ὁ Κύριος κατέβηκε ἀπὸ τὸ ὅρος, ἔρχεται πρὸς τὸν ὄχλο καὶ τοὺς μαθητές, στοὺς ὁποίους ὡδηγήθηκε ἐκεῖνος ὁ κατειλημμένος ἀπὸ τὸ δαιμόνιο, ὥστε, ὅπως ἔδειξε ἐπάνω στὸ ὄρος ὅτι ἐκεῖνο ἦταν βραβεῖο νηστείας καὶ προσευχῆς, ὄχι μόνο μεγάλο ἀλλὰ καὶ ἐπάνω ἀπὸ τὸ μεγάλο (πραγματικὰ ἔδειξε ὅτι ἡ θεία λαμπρότης ὑπῆρξε ἄθλον αὐτῶν), ἔτσι, ἀφοῦ κατεβῆ, θὰ ἐπιδείξη ὅτι ἔπαθλο τούτων εἶναι καὶ ἡ ἰσχὺς κατὰ τῶν δαιμόνων.


3. Ἀλλά, ἐπειδὴ κατὰ τὴν παροῦσα Κυριακὴ τῶν ἱερῶν νηστειῶν εἶναι συνήθεια νʼ ἀναγινώσκεται στὴν ἐκκλησία ἡ διήγησις περὶ τοῦ θαύματος τούτου, ἂς ἐξετάσουμε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὅλη τὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ ποὺ τὸ περιγράφει. Μόλις λοιπὸν ἦλθε ὁ Ἰησοῦς πρὸς τοὺς μαθητάς καὶ τοὺς παρευρισκομένους μὲ αὐτοὺς κιʼ ἐρώτησε, τί συζητεῖτε, κάποιος ἀπὸ τὸ πλῆθος εἶπε· «διδάσκαλε, ἔφερα σὲ σένα τὸν υἱό μου ποὺ ἔχει πνεῦμα ἄλαλο καὶ ὅπου τὸν καταλάβη, τὸν συγκλονίζει καὶ αὐτὸς ἀφρίζει καὶ τρίζει τὰ δόντια του καὶ ξηραίνεται».


4. Πῶς λοιπὸν ἄφριζε αὐτὸς κιʼ ἔτριζε τὰ δόντια κιʼ ἐξηραινόταν; Τοῦ δαιμονισμένου πάσχει πρῶτο καὶ περισσότερο ἀπὸ ὅλα τὰ μόρια τοῦ σώματος ὁ ἐγκέφαλος· διότι ὁ δαίμων χρησιμοποιεῖ ὡς ὄχημα τὸ ψυχικὸ πνεῦμα ποὺ εὑρίσκεται σʼ αὐτὸν καὶ ἀπὸ αὐτὸ σὰν ἀκρόπολι καταδυναστεύει ὅλο τὸ σῶμα. Ὅταν δὲ πάσχη ὁ ἐγκέφαλος, ἀφήνεται ἀπὸ ἐκεῖ μία ροὴ πρὸς τὰ νευρὰ καὶ τοὺς μῦς τοῦ σώματος ἀφρώδης καὶ φλεγματώδης, ποὺ φράσσει τὶς διεξόδους τοῦ ψυχικοῦ πνεύματος· καὶ ἀπὸ αὐτὸ προκαλεῖται κλονισμὸς καὶ ρῆξις καὶ ἀκουσία κίνησις σὲ ὅλα τὰ αὐτόβουλα μόρια, μάλιστα δὲ στὶς γνάθους, ποὺ πλησιάζουν περισσότερο στὸ μόριο ποὺ ἔπαθε πρῶτο. Καθὼς τὸ ὑγρὸ ρέει περισσότερο πρὸς τὸ στόμα λόγω τῆς χωρητικότητος τῶν πόρων καὶ τῆς ἐγγύτητος πρὸς τὸν ἐγκέφαλο, ἐπειδὴ ἐξ αἰτίας τῆς ἄτακτης κινήσεως τῶν ὀργάνων ἡ ἀναπνοὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἐκπνευσθῆ ἀθρόα, ἀλλὰ καὶ ἀνακατεύεται μὲ τὸ πλῆθος τοῦ ὑγροῦ, δημιουργεῖται στοὺς πάσχοντας ἀφρός. Ἔτσι ὁ δαίμων ἐκεῖνος ἄφριζε καὶ ἔτριζε τὰ δόντια, ποὺ προσέκρουαν μεταξύ τους φοβερὰ κι ἔσφιγγαν μὲ μανία. Ἐξηραινόταν δὲ ἔπειτα ἀπὸ τὴν σφοδροτέρα ἐπήρεια τοῦ δαιμονίου. Ὅπως οἱ ἀτμοὶ ποὺ κινοῦνται ἀπὸ τὴν θέρμη τῆς ἡλιακῆς ἀκτίνας, ἂν αὐτὴ εἶναι σφοδροτέρα, πάλι ἀφανίζονται ἀπὸ αὐτὴν διασκορπιζόμενοι τελείως, ἔτσι καὶ ἡ ὑγρότης ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὰ σπλάγχνα μὲ τὴν ἐπήρεια τοῦ δαίμονος, ἂν αὐτὴ εἶναι σφοδρότερα, σὲ λίγο δαπανᾶται καὶ ἡ ἔμφυτη ὑγρασία τῆς σάρκας κι ἐκεῖνος ὁ δαιμονισμένος καταξηραίνεται.


5. Ὁ πατέρας τοῦ δαιμονισμένου προσέθεσε πρὸς τὸν Κύριο, ὅτι εἶπε στοὺς μαθητές νὰ τὸ ἐκβάλουν καὶ δὲν κατώρθωσαν· ὁ δὲ Κύριος, ἀποτεινόμενος ὄχι πρὸς αὐτὸν ἀλλὰ καὶ πρὸς ὅλους, λέγει, «ὢ γενεὰ ἄπιστη, ἕως πότε θὰ εἶμαι μέ σᾶς, ἕως πότε θὰ σᾶς ἀνεχθῶ;». Μοῦ φαίνεται ὅτι οἱ παρόντες τότε Ἰουδαῖοι, λαμβάνοντας ἀφορμὴ ἀπὸ τὸ ὅτι δὲν μπόρεσαν νὰ ἐκβάλουν τὸν δαίμονα οἱ μαθηταί, θὰ ἐβλασφήμησαν κάπως. Τί δὲν θὰ ἔλεγαν, ἀφοῦ εὐρῆκαν ἀφορμή, αὐτοὶ πού, καὶ ὅταν ἐτελοῦνταν θαύματα, δὲν ἄφηναν τὶς βλασφημίες; Γνωρίζοντας λοιπὸν ὁ Κύριος τούς γογγυσμοὺς καὶ τοὺς ὀνειδισμοὺς τούτων, τοὺς ἐξελέγχει καὶ τοὺς καταισχύνει, ὄχι μόνο μὲ λόγους ἐπιτιμητικούς, ἀλλὰ καὶ μὲ πράξεις καὶ λόγια γεμάτα φιλανθρωπία.


Πραγματικὰ προστάσσει, φέρετε τὸν ἐδῶ σʼ ἐμένα, καὶ τὸν ἔφεραν, καὶ μόλις τὸ δαιμόνιο εἶδε τὸν Κύριο ἐσπάραξε τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔπεσε κι ἐκυλιόταν ἀφρίζοντας· διότι τοῦ ἐπιτρεπόταν νὰ καταστήση φανερὰ τὴν κακία του.


6. Ὁ δὲ Κύριος ἐρώτησε τὸν πατέρα τοῦ παιδιοῦ, «ἀπὸ πόσον χρόνο τοῦ συνέβηκε τοῦτο;». Αὐτὴν τὴν ἐρώτησι τὴν κάμει ὁ Κύριος, γιὰ νὰ τὸν ὁδηγήση πρὸς τὴν πίστι καὶ τὴν μὲ πίστι παράκλησι. Τόσο ἀπεῖχε ἀπὸ τὴν πίστι ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ὥστε νὰ μὴ παρακαλῆ οὔτε ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τοῦ παιδιοῦ. Γιʼ αὐτὸ δὲν παρακάλεσε καθόλου οὔτε τοὺς μαθητάς· «τοὺς εἶπα», λέγει, «νὰ τὸν ἐκβάλουν»· δὲν ἐγονάτισε, δὲν ἱκέτευσε, δὲν παρακάλεσε. Ἀλλὰ δὲν φαίνεται οὔτε τὸν Κύριο νὰ παρακάλεσε ἀκόμη. Γιʼ αὐτὸ ὁ Κύριος, ἀφήνοντας τὸ παιδὶ ποὺ ἦταν ἐλεεινῶς ξαπλωμένο ἐμπρὸς στὰ μάτια του, συζητεῖ μʼ ἐκεῖνον, ἐρωτώντας τὸν χρόνο τοῦ πάθους καὶ προκαλώντας τὸν πρὸς τὴν παράκλησι. Αὐτὸς δὲ ἀποκρίνεται ὅτι τοῦ συμβαίνει ἀπὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία καὶ ὅτι πολλὲς φορὲς τὸν ἔβαλε στὴ φωτιὰ καὶ στὰ ὕδατα, γιὰ νὰ τὸν ἀφανίση, καὶ προσθέτει· «ἀλλʼ ἂν μπορῆς, λυπήσου μας καὶ βοήθησέ μας».


7. Βλέπετε, πόση εἶναι ἡ ἀπιστία τοῦ ἀνθρώπου; Διότι αὐτὸς ποὺ λέγει, ‘ἂν μπορῆς’, φυσικὰ φανερώνει ὅτι δὲν πιστεύει ὅτι μπορεῖ ὁ ἄλλος. Ὁ δὲ Κύριος εἶπε, «ἂν μπορῆς νὰ πιστεύσης, ὅλα εἶναι δυνατὰ στὸν πιστεύοντα»· τὸ λέγει δὲ τοῦτο ὄχι ἀγνοώντας τὴν ἀπιστία ἐκείνου, ἀλλὰ προβιβάζοντάς τον βαθμιαίως στὴν πίστι καὶ συγχρόνως δεικνύοντας ὅτι αἰτία ποὺ δὲν ἔβγαλαν οἱ μαθηταὶ τὸν δαίμονα εἶναι ἡ ἀπιστία του. Πρόσεξε δὲ τὸν εὐαγγελιστή· δὲν λέγει ὅτι ὁ Κύριος εἶπε πρὸς τὸν πατέρα τοῦ παιδιοῦ «ἂν μπορῆς νὰ πιστεύσης», διότι πάντοτε ὁ Κύριος ἀπαιτεῖ τὴν πίστι ἀπὸ τοὺς ζητοῦντας τὶς θεραπεῖες· ἀφοῦ ἦταν δεσπότης καὶ κηδεμὼν καὶ τῶν ψυχῶν, ἐφρόντιζε νὰ θεραπευθοῦν κιʼ αὐτὲς διὰ τῆς πίστεως· ἀλλʼ ἐκεῖνος ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ, μόλις ἄκουσε ὅτι στὴν πίστι του ἀκολουθεῖ ἡ ἴασις, ἔλεγε μὲ δάκρυα· «πιστεύω, Κύριε, βοήθησε τὴν ἀπιστία μου». Βλέπετε ἀρίστη προκοπὴ ἠθῶν; Διότι ὄχι μόνο ἐπίστευσε περὶ τῆς θεραπείας τοῦ παιδιοῦ, ἀλλʼ ὅτι ὁ Κύριος μπορεῖ νὰ κατανικήση καὶ τὴν ἀπιστία του, ἂν θελήση. Ἐνῶ δὲ ὁ ὄχλος ἐπάνω σʼ αὐτὰ τὰ λόγια συνέρρεε, ἐπετίμησε, λέγει, ὁ Κύριος τὸ ἀκάθαρτο πνεῦμα, λέγοντάς του· «τὸ ἄλαλο καὶ κωφὸ πνεῦμα, ἐγὼ σὲ διατάσσω, ἔξελθε ἀπὸ αὐτὸν καὶ νὰ μὴ εἰσέλθης ποτὲ πάλι σʼ αὐτόν».


8. Τὸ δαιμόνιο τοῦτο φαίνεται ὅτι εἶναι φοβερώτατο καὶ θρασύτατο· τὴν δὲ θρασύτητά του ἀποδεικνύει ἡ σφοδρότης τῆς ἐπιτιμήσεως καὶ ἡ παραγγελία νὰ μὴ εἰσέλθη ἄλλη φορά πλέον διότι, ὅπως φαίνεται, χωρὶς τὴν παραγγελία αὐτὴ μποροῦσε νὰ ἐπιστρέψη πάλι μετὰ τὴν ἐκβολή. Ἐξ ἄλλου εἶχε κατεξουσιάσει σὲ μεγάλη ἔκτασι τὸν ἄνθρωπο, ἦταν δυσκολοαπόσπαστο, ἔμενε κωφὸ καὶ ἄλαλο, ὥστε νὰ μνὴ ἐπαρκῆ ἡ φύσις νὰ ἐξυπηρετῆ τὴν ὑπερβολική του μανία, γιʼ αὐτὸ καὶ εἶχε καταντήσει τελείως ἀναίσθητη, διότι λέγει, «ἀφοῦ ἔκραξε καὶ τὸν ἐσπάραξε δυνατά, ἐξῆλθε· ὁ δὲ ἄνθρωπος ἔγινε σὰν νεκρός, ὥστε πολλοὶ νὰ λέγουν ὅτι ἀπέθανε». Ἡ δὲ κραυγὴ δὲν ἀντίκειται πρὸς τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ δαιμόνιο ἦταν ἄλαλο· διότι ἡ μὲν λαλιὰ εἶναι φωνὴ σημαντικὴ κάποιας ἐννοίας, ἡ δὲ κραυγὴ εἶναι ἄσημη φωνή. Ἀφήνεται δὲ τὸ δαιμόνιο νὰ σπαράξη τὸν ἄνθρωπο τόσο πολὺ καὶ νὰ τὸν καταστήση σὰν νεκρό, γιὰ νὰ φανερωθῆ ὅλη ἡ κακία του. Ὁ Κύριος λοιπόν, πιάνοντας τὸ χέρι τοῦ ἀνθρώπου, τὸν ἀνήγειρε, ὥστε ἐσηκώθηκε, δεικνύοντας ἔτσι ὅτι ἔχει πολλὴ ἐνέργεια· τὸ ὅτι τὸν ἔπιασε ἀπὸ τὸ χέρι ἦταν ἐκδήλωσις τῆς κτιστῆς ἰδικῆς μας ἐνεργείας, τὸ δὲ ὅτι τὸν ἀνέστησε ἀπηλλαγμένο ἀπὸ πάθη ἦταν ἐκδήλωσις τῆς ἄκτιστης καὶ θείας καὶ ζωαρχικὴς ἐνεργείας.


9. Ὅταν δὲ ἔπειτα οἱ μαθηταὶ ἐρώτησαν ἰδιαιτέρως, «γιατί ἐμεῖς δὲν μπορέσαμε νὰ τὸ βγάλουμε;», εἶπε πρὸς αὐτοὺς ὅτι τοῦτο τὸ δαιμόνιο «δὲν μπορεῖ νὰ ἐξέλθη μὲ τίποτε ἄλλο, πλὴν τῆς προσευχῆς καὶ τῆς νηστείας». Λέγουν λοιπὸν μερικοὶ ὅτι αὐτὴ ἡ προσευχὴ καὶ ἡ νηστεία πρέπει νὰ γίνονται ἀπὸ τὸν πάσχοντα· δὲν εἶναι ὅμως σωστὸ αὐτό, διότι ὁ ἐνεργούμενος ἀπὸ πονηρὸ πνεῦμα, καὶ μάλιστα τόσο φοβερό, ἀφοῦ εἶναι ὄργανο ἐκείνου καὶ καταδυναστεύεται ἀπὸ ἐκεῖνο, πῶς θὰ μποροῦσε νὰ προσευχηθῆ ἢ νηστεύση ἐπωφελῶς γιὰ τὸν ἑαυτό του;


10. Φαίνεται ὅτι τὸ δεινότατο τοῦτο δαιμόνιο εἶναι τῆς ἀκολασίας, ἀφοῦ ἄλλοτε μὲν ρίπτει τὸν κατειλημμένο στὴ φωτιὰ (διότι τέτοιοι εἶναι οἱ ἀλλόκοτοι καὶ ἀναίσθητοι ἔρωτες), ἄλλοτε δὲ τὸν βυθίζει στὰ ὕδατα διὰ τῆς ἀδηφαγίας καὶ τῶν ἀμέτρων καὶ ἀφθόνων πότων καὶ συμποσίων. Εἶναι δὲ καὶ σʼ αὐτοὺς κωφὸ καὶ ἄλαλο τὸ δαιμόνιο τοῦτο, διότι αὐτὸς ποὺ πείθεται στὶς ὑποβολὲς τοιούτου δαιμονίου δὲν ὑποφέρει εὔκολα νʼ ἀκούη καὶ νὰ λαλῆ τὰ θεῖα. Ἀλλʼ ὅμως ὅταν κανεὶς δὲν ἔχη ἐνοικισμένο τὸ πονηρὸ αὐτὸ πνεῦμα, ἀλλὰ φέρεται ἀπὸ τὶς ὑποβολὲς ἐκείνου, ὅταν ἀνασηκωθῆ πρὸς ἐπιστροφὴ (διότι ἔχει τὸ αὐτεξούσιο), χρειάζεται προσευχὴ καὶ νηστεία, ὥστε μὲ τὴν νηστεία μὲν νὰ χαλινώση τὸ σῶμα καὶ καταστείλη τὶς ἐπαναστάσεις του, διὰ τῆς προσευχῆς δὲ νὰ ἀδρανοποιήση καὶ κατευνάση τὶς προλήψεις τῆς ψυχῆς καὶ τοὺς λογισμοὺς ποὺ ἐρεθίζουν πρὸς τὸ πάθος· κι ἔτσι, ἀπελαύνοντας μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία τὴν σατανικὴ προσβολὴ καὶ ἐπήρεια, νὰ κυριαρχήση τὸ πάθος. Ὅταν ὅμως δὲν ἐνεργῆται ἁπλῶς ἀπὸ τὴν ὑποβολὴ τοῦ δαίμονος, ἀλλʼ ἔχει ἔνοικο τὸν ἴδιον τὸν δαίμονα, οὔτε κατὰ τὰ ἀνθρώπινα πλέον πάσχει οὔτε ὁ ἴδιος μπορεῖ νὰ πράξη κάτι πρὸς θεραπεία του, ἀλλʼ ὅ,τι θὰ ἔπραττε ἐκεῖνος, ἂν εἶχε ἐλεύθερο νοῦ, τοῦτο, πραττόμενο ὑπὲρ αὐτοῦ ἀπὸ τοὺς ἐλευθέρους, καὶ μάλιστα κατόχους θείου Πνεύματος, θὰ συντέλεση μεγάλως πρὸς τὴν ἐκβολὴ τοῦ δαίμονος.


11. Ἀλλὰ βέβαια δὲν μᾶς ζητεῖται νʼ ἀπελαύνουμε δαίμονες, καὶ ἂν μπορέσουμε ν’ ἀπελάσουμε, κανένα ὄφελος δὲν θὰ προέλθη γιά μᾶς, ἂν ἔχουμε ἀκατάστατο βίο. Διότι, λέγει, «πολλοὶ θὰ μοῦ εἰποῦν ἐκείνη τὴν ἡμέρα· Κύριε, δὲν προφητεύσαμε στὸ ὄνομά σου καὶ δὲν ἐκβάλαμε δαιμόνια στʼ ὄνομά σου; Καὶ θὰ τοὺς ἀπαντήσω· δὲν σᾶς γνωρίζω, ἀπομακρυνθῆτε ἀπὸ κοντά μου ὅσοι ἐργάζεσθε τὴν ἀνομία». Ἑπομένως πολὺ ἐπωφελέστερο εἶναι νὰ σπεύσουμε νʼ ἀπελάσουμε τὸ πάθος τῆς πορνείας καὶ τῆς ὀργῆς, τοῦ μίσους καὶ τῆς ὑπερηφανείας, ἀπὸ τὸ νὰ ἐκβάλλουμε δαιμόνια. Πραγματικά, δὲν ἀρκεῖ μόνο νʼ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὴ σωματικὴ ἁμαρτία, ἀλλὰ πρέπει νὰ καθάρωμε καὶ τὴν ἐνέργεια ποὺ οἰκουρεῖ μέσα στὴν ψυχή. Διότι οἱ κακοὶ διαλογισμοὶ ἐκπορεύονται ἀπὸ τὴν καρδιά μας, μοιχεῖες, πορνεῖες, φόνοι, κλοπές, πλεονεξίες καὶ τὰ παρόμοια (αὐτὰ δὲ εἶναι ποὺ κινοῦν τὸν ἄνθρωπο), καὶ «αὐτὸς ποὺ κυττάζει γυναίκα μὲ πόθο, ἤδη τὴν ἐμοίχευσε στὴν καρδιά του». Ὅταν ἀπρακτῆ τὸ σῶμα εἶναι δυνατὸ νὰ ἐνεργῆται ἡ ἁμαρτία νοερῶς· ὅταν δὲ ἡ ψυχὴ ἀποκρούη ἐσωτερικῶς τὴν προσβολὴ τοῦ πονηροῦ διὰ προσευχῆς καὶ προσοχῆς καὶ μνήμης θανάτου, διὰ τῆς κατὰ τὸν Θεὸ λύπης καὶ τοῦ πένθους, τότε τῆς ἁγιωσύνης συμμετέχει καὶ τὸ σῶμα, ἀποκτώντας τὴν ἀπραξία στὰ κακά. Κι αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ λέγει ὁ Κύριος ὅτι αὐτὸς ποὺ ἐκαθάρισε τὸ ἀπʼ ἔξω τοῦ ποτηριοῦ, δὲν καθάρισε καὶ τὸ ἐσωτερικό, ἀλλὰ καθαρίσατε τὸ ἐσωτερικό του ποτηριοῦ, κι ἔτσι θὰ εἶναι καθαρὸ ὁλόκληρο.


Πραγματικὰ καταβάλλοντας κάθε φροντίδα ὥστε νὰ εἶναι κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἡ ἐσωτερική σου ἐργασία, θὰ νικήσης τὰ ἐξωτερικὰ πάθη· διότι ἐὰν ἡ ρίζα εἶναι ἁγία καὶ οἱ κλάδοι θὰ εἶναι ἅγιοι, ἐὰν εἶναι ἡ ζύμη, θὰ εἶναι καὶ τὸ φύραμα. «Νὰ περιπατῆτε κατὰ τὸ πνεῦμα», λέγει ὁ Παῦλος, «καὶ νὰ μὴ ἐκτελῆτε ἐπιθυμία σαρκός».


12. Γιʼ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς δὲν κατήργησε τὴν Ἰουδαϊκὴ περιτομή, ἀλλὰ τὴν ἐτελείωσε· διότι αὐτὸς εἶναι ποὺ λέγει, «δὲν ἦλθα νὰ καταλύσω τὸν νόμο, ἀλλὰ νὰ τὸν συμπληρώσω». Πῶς λοιπὸν τὸν συμπλήρωσε; Ὁ νόμος ἐκεῖνος ἦταν σφραγὶς καὶ ὑπόδειγμα καὶ συμβολικὴ διδαχὴ περὶ τῆς περιτομῆς τῶν πονηρῶν λογισμῶν στὴν καρδιά. Οἱ Ἰουδαῖοι ποὺ δὲν φρόντιζαν γιʼ αὐτὴν ὠνειδίζονταν ἀπὸ τοὺς προφῆτες ὡς ἀπερίτμητοι στὴν καρδιά, ἐμισοῦνταν ἀπὸ τὸν βλέποντα στὴν καρδιὰ καὶ στὸ τέλος ἔγιναν ἀπόβλητοι· διότι ὁ ἄνθρωπος βλέπει στὸ πρόσωπο, ὁ Θεὸς στὴν καρδιά, κι ἐὰν αὐτὴ εἶναι γεμάτη ρυπαροὺς ἢ πονηροὺς λογισμούς, ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος γίνεται ἄξιος θείας ἀποστροφῆς. Γιʼ αὐτὸ πάλι ὁ ἀπόστολος παραινεῖ νὰ κάμωμε τὶς εὐχὲς χωρὶς ὀργὴ καὶ διαλογισμούς.


13. Ὅταν δὲ ὁ Κύριός μας διδάσκη νὰ φροντίσουμε γιὰ τὴν πνευματικὴ περιτομὴ τῆς καρδιᾶς, μακαρίζει τοὺς καθαροὺς στὴν καρδιὰ καὶ τοὺς πτωχοὺς στὸ πνεῦμα καὶ τῆς μὲν καθαρότητος αὐτῆς τονίζει ὅτι ἔπαθλο εἶναι ἡ θεοπτία, στοὺς πτωχοὺς δὲ ὑπόσχεται τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν· πτωχοὺς δὲ λέγει αὐτοὺς ποὺ ζοῦν σὲ ἔνδεια καὶ εὐτέλεια. Δὲν μακαρίζει δὲ ἁπλῶς τοὺς τοιούτους ἀνθρώπους, ἀλλὰ τοὺς κατὰ τὸ φρόνημα τοιούτους, δηλαδὴ αὐτοὺς πού, ἐξ αἰτίας τῆς ἐσωτερικῆς στὴν καρδιὰ ταπεινώσεως καὶ ἀγαθῆς προαιρέσεως, διαθέτουν ἀναλόγως καὶ τὰ ἐξωτερικά. Ἀπαγορεύει δὲ ὄχι μόνο τὸν φόνο, ἀλλὰ καὶ τὴν ὀργή, καὶ προτάσσει νὰ συγχωροῦμε ἀπὸ καρδιὰ αὐτοὺς ποὺ μᾶς πταίουν καὶ δὲν δέχεται τὸ προσφερόμενο ἀπὸ μᾶς δῶρο, ἂν δὲν συνδιαλλαγοῦμε προηγουμένως κι ἀφήσουμε τὴν ὀργή.


14. Τὸ ἴδιο διδάσκει καὶ γιὰ τὰ πορνικὰ πάθη· διότι καὶ αὐτὴν τὴν ἀπὸ περιέργεια θέα καὶ τὴν ἀπὸ αὐτὴν ἐπιθυμία ἐδίδαξε ὅτι εἶναι μοιχεία στὴν καρδιά· καὶ ἐξετάζοντας αὐτὰ τὰ θέματα γενικώτερα λέγει, ἐὰν τὸ φῶς ποὺ ἔχης μέσα σου, δηλαδὴ ὁ νοῦς καὶ ἡ διάνοια, εἶναι σκότος, γεμάτα ἀπὸ τὶς ἀφώτιστες προσβολὲς τῶν ἀρχόντων τοῦ σκότους, πόσο μᾶλλον τὸ σκότος, δηλαδὴ τὸ σῶμα καὶ ἡ αἴσθησις, τὰ ὁποία δὲν ἔχουν δικό τους νοερὸ φέγγος, γεννητικὸ ἀληθείας καὶ ἀπαθείας; Ἐὰν δὲ τὸ μέσα σου φῶς εἶναι καθαρό, σὲ περίπτωσι ποὺ δὲν σκοτίζουν τὰ σαρκικὰ φρονήματα, θὰ εἶσαι τελείως φωτεινὸς κατὰ τὴν ψυχή, ὅπως ὅταν σὲ φωτίζη τὸ λυχνάρι μὲ τὴν λάμψι του. Τέτοια εἶναι ἡ περιτομὴ τῆς καρδίας κατὰ τὸ πνεῦμα, διὰ τῆς ὁποίας ὁ Κύριος συμπλήρωσε τὴν κατὰ τὸν νόμο περιτομὴ στὴν σάρκα, ποὺ δόθηκε στοὺς Ἰουδαίους, γιὰ νὰ ὑποσημαίνη ἐκείνην καὶ νὰ ὁδηγῆ πρὸς ἐκείνην. Ἐπειδὴ δὲ αὐτοὶ δὲν ἐφρόντισαν νὰ τὴν ἀποκτήσουν, ἡ περιτομή τους, ὅπως λέγει ὁ Παῦλος, ἔγινε ἀκροβυστία καὶ ἀποξενώθηκαν ἀπὸ τὸν Θεὸ ποὺ δὲν βλέπει στὸ πρόσωπο, δηλαδὴ στὰ φανερὰ δικαιώματα τῆς σαρκός, ἀλλὰ στὴν καρδιά, δηλαδὴ στὰ ἀφανῆ καὶ μέσα μας κινήματα τῶν λογισμῶν.


15. Ἂς προσέχουμε λοιπὸν κι ἐμεῖς, ἀδελφοί, παρακαλῶ, κι ἂς καθαρίσουμε τὶς καρδιές μας ἀπὸ κάθε μολυσμό, γιὰ νὰ μὴ συμπαρασυρθοῦμε μʼ ἐκείνους ποὺ κατακρίθηκαν. Ἂν ὁ νόμος ποὺ ἐκτέθηκε διὰ τοῦ Μωυσέως «ἐπιβεβαιώθηκε καὶ κάθε παράβασις καὶ παρακοὴ ἔλαβε δικαία ἀνταπόδοσι, πῶς θὰ ξεφύγωμε ἐμεῖς ποὺ ἀμελήσαμε γιὰ τὴν σωτηρία μας, ἡ ὁποία ἀρχίζοντας νὰ διακηρύσσεται ἀπὸ τὸν Κύριο διαβιβάσθηκε πρὸς ἐμᾶς ἐγκύρως ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἄκουσαν, ἐνῶ ὁ Θεὸς συνεπεκύρωνε μὲ σημεῖα καὶ τέρατα καὶ ποικίλες δυνάμεις καὶ μὲ διαμερισμὸ τοῦ ἁγίου Πνεύματος;». Ἂς φοβηθοῦμε λοιπὸν τὸν διερευνώντα καρδιὰ καὶ νεφρούς· ἂς ἐξιλεώσουμε τὸν Κύριο τῶν ἐκδικήσεων· ἂς βάλουμε μέσα μας ἔνοικο τὴν εἰρήνη, τὸν ἁγιασμό, τὴν προσευχὴ μὲ κατάνυξι, χωρὶς τὰ ὁποῖα κανεὶς δὲν θὰ ἰδῆ τὸν Κύριο· ἂς ποθήσουμε γεμάτοι πίστι τὴν ὑπεσχημένη ἐκείνη στοὺς καθαροὺς στὴν καρδιὰ θέα, καὶ ἂς πράξουμε τὰ πάντα, γιὰ νὰ ἐπιτύχουμε αὐτήν, μὲ τὴν ὁποία μαζὶ εἶναι ἡ αἰωνία ζωή, τὸ ἄφθαρτο κάλλος, ὁ ἀδαπάνητος πλοῦτος, ἡ ἀναλλοίωτη καὶ ἀπέραντη τρυφὴ καὶ δόξα καὶ βασιλεία.


16. Αὐτὰ εἴθε νὰ ἐπιτύχουμε ὅλοι ἐμεῖς σʼ αὐτὸν τὸν βασιλέα τῶν αἰώνων Χριστό· στὸν ὁποῖο μόνο πρέπει κάθε δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις, μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα του καὶ τὸ πανάγιο καὶ ἀγαθὸ καὶ ζωοποιὸ πνεῦμα, στοὺς ἀπεράντους αἰῶνες. Γένοιτο.

Τέταρτη Κυριακή

 Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς


(Ευαγγέλιο: Μαρκ. θ΄ 17-32)


Από την αρχή της δημιουργίας του κόσμου και του χρόνου, όλοι οι λαοί της γης πιστεύουν πως ο πνευματικός κόσμος υπάρχει και πως τα αόρατα πνεύματα είναι αληθινά. Πολλοί άνθρωποι όμως έχουν πλανηθεί σ’ αυτό το σημείο. Υποστηρίζουν πως τα πονηρά πνεύματα έχουν μεγαλύτερη δύναμη από τα αγαθά. Με την πάροδο του χρόνου μάλιστα προχώρησαν στη θεοποίηση των πονηρών πνευμάτων, τους έφτιαξαν ναούς, πρόσφεραν θυσίες και προσευχές και πρόστρεχαν σ’ αυτά για όλα τα θέματα. Όσο περνούσε ο καιρός πολλοί ήταν εκείνοι που εγκατέλειψαν τελείως την πίστη στα αγαθά πνεύματα και κράτησαν την πίστη τους μόνο στα πονηρά, ή στους κακούς «θεούς», όπως τους αποκαλούσαν. Έτσι αυτός ο κόσμος άρχισε να μοιάζει μ’ ένα στίβο, όπου άνθρωποι και πονηρά πνεύματα ανταγωνίζονταν μεταξύ τους. Τα πονηρά πνεύματα βασάνιζαν όλο και περισσότερο τους ανθρώπους και τους τύφλωναν, με αποκλειστικό στόχο να σβήσουν από το νου τους κάθε ιδέα για τον καλό Θεό και για τη μεγάλη και θεόσδοτη δύναμη των αγαθών πνευμάτων.


Στις μέρες μας όλοι οι άνθρωποι πιστεύουν στην ύπαρξη των πνευμάτων. Κι η πίστη αυτή κατ’ αρχάς είναι σωστή. Εκείνοι που αρνούνται τον πνευματικό κόσμο, το κάνουν επειδή κοιτάζουν μόνο με τα σωματικά τους μάτια κι έτσι δεν μπορούν να τον δουν. Ο κόσμος αυτός όμως δε θα ήταν πνευματικός, αν ήταν ορατός στη σωματική όραση. Κάθε άνθρωπος επομένως, που ο νους του δεν έχει τυφλωθεί κι η καρδιά του δεν έχει γίνει αναίσθητη από την αμαρτία, μπορεί κάθε μέρα και κάθε ώρα να νιώθει με όλη του την ύπαρξη πως στον κόσμο αυτόν δεν είμαστε μόνοι, με αποκλειστική συντροφιά την άψυχη φύση, τους βράχους, τα φυτά, τα ζώα κι άλλα πλάσματα, στοιχεία και φαινόμενα. Οι ψυχές μας βρίσκονται σε συνεχή επαφή με τον αόρατο κόσμο, με αόρατες υπάρξεις. Και κάνουν μεγάλο λάθος όσοι καταργούν τα αγαθά πνεύματα και θεοποιούν τα πονηρά και τα προσκυνούν.


Όταν ο Κύριος Ιησούς εμφανίστηκε στον κόσμο, ουσιαστικά όλοι οι λαοί πίστευαν στη δύναμη και την υπεροχή του κακού έναντι του καλού. Οι πονηρές δυνάμεις επικρατούσαν στον κόσμο, γι’ αυτό κι ο Χριστός ο ίδιος αποκάλεσε τον αρχηγό τους άρχοντα του κόσμου τούτου. Ακόμα κι οι ηγέτες των Ιουδαίων απέδιδαν όλα τα θαύματα του Χριστού στους δαίμονες και στη δύναμή τους.


Ο Κύριος Ιησούς ήρθε στον κόσμο για να σπάσει, να ξεριζώσει την αδύναμη πίστη των ανθρώπων στον πονηρό και να σπείρει την πίστη του αγαθού στις ψυχές τους. Να στηρίξει την πίστη στην παντοδύναμη ισχύ του αγαθού, στην ακατανίκητη και παντοτινή φύση του. Ο Χριστός δεν κατάργησε, αλλ’ επιβεβαίωσε την αρχαία και παγκόσμια πίστη στα πνεύματα. Αποκάλυψε όμως τον πνευματικό κόσμο όπως πραγματικά είναι, όχι όπως τον πίστευαν οι άνθρωποι κάτω από την απατηλή διαβολική επιρροή. Ο ένας, αγαθός, σοφός και παντοδύναμος Θεός είναι ο Κύριος τόσο του πνευματικού όσο και του υλικού κόσμου, ορατού και αόρατου. Τα αγαθά πνεύματα είναι οι άγγελοι και είναι δύσκολο να υπολογίσεις το πλήθος τους.


Τα αγαθά πνεύματα, οι άγγελοι, είναι ασύγκριτα πιο ισχυρά από τα πονηρά πνεύματα. Τα πονηρά πνεύματα στην ουσία είναι εντελώς ανίσχυρα να κάνουν οτιδήποτε, αν δεν τους το επιτρέψει ο παντεπόπτης Θεός. Αλλά και τα πονηρά πνεύματα είναι αμέτρητα. Σ’ έναν μόνο δαιμονισμένο στα Γάδαρα, που τον θεράπευσε ο Κύριος, κατοικούσε ολόκληρη λεγεώνα, δηλαδή μερικές χιλιάδες πονηρά πνεύματα. Τα πονηρά αυτά πνεύματα απατούσαν τους ανθρώπους ή και λαούς ολόκληρους εκείνη την εποχή, όπως σήμερα εξαπατούν πολλούς αμαρτωλούς και τους πείθουν πως είναι παντοδύναμοι· πως είναι τάχα οι μόνοι θεοί, πως δεν υπάρχουν άλλοι θεοί εκτός απ’ αυτούς και πως αγαθά πνεύματα δεν υπάρχουν. Όπου όμως εμφανιζόταν ο Κύριος, εκείνοι έφευγαν έντρομοι. Αναγνώριζαν σ’ Εκείνον τόσο εξουσία όσο και δικαίωμα κρίσης, πως μπορούσε να τους εκβάλει, να τους απομακρύνει απ’ αυτόν τον κόσμο και να τους καταδικάσει στην άβυσσο της κόλασης. Δημιουργούσαν αναταραχές σ’ αυτόν τον κόσμο με την άδεια και την ανοχή του Θεού. Έπεφταν καταπάνω στο ανθρώπινο γένος σαν μύγες πάνω σε θνησιμαίο και λογάριαζαν τον κόσμο αυτόν σαν καταφύγιό τους, σαν φωλιά τους και σαν τραπέζι για το φαγητό τους.


Ξαφνικά ο φορέας του αγαθού, ο Κύριος Ιησούς Χριστός, εμφανίστηκε μπροστά τους. Εκείνοι, γεμάτοι φόβο και τρόμο έκραξαν: «Ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς;» (Ματθ. η΄ 29). Κανένας δε φοβάται τόσο τα βάσανα όσο ο βασανιστής. Τα πονηρά πνεύματα βασάνιζαν την ανθρωπότητα για χιλιάδες χρόνια, έβρισκαν ικανοποίηση στα βάσανα αυτά. Όταν όμως είδαν το Χριστό άρχισαν να τρέμουν από φόβο μπροστά στο μεγαλύτερο βασανιστή τους κι ήταν έτοιμα να βγουν από τους ανθρώπους, να πάνε στους χοίρους ή σε οποιοδήποτε άλλο πλάσμα, έφτανε μόνο να μην οδηγηθούν εντελώς έξω από τον κόσμο αυτόν.


Ο Χριστός δε σκεφτόταν να τους εκβάλει αμέσως απ’ αυτόν τον κόσμο. Ο κόσμος αυτός είναι ένας χώρος με ανάμικτες δυνάμεις. Ο κόσμος αυτός είναι πεδίο μάχης, όπου οι άνθρωποι, είτε το θέλουν είτε όχι, έχουν να διαλέξουν συνειδητά αν θ’ ακολουθήσουν το Νικητή Χριστό ή θα προσκολληθούν στους ακάθαρτους δαίμονες. Ο Χριστός ήρθε επειδή αγαπά το ανθρώπινο γένος, ήρθε για να δείξει τη δύναμη του καλού πάνω στο κακό, να βεβαιώσει την πίστη των ανθρώπων στο καλό, μόνο στο καλό.


***


Το σημερινό ευαγγέλιο μας περιγράφει ένα παράδειγμα από αμέτρητα άλλα. Μας λέει πώς ο Κύριος, με την αγάπη Του για τον άνθρωπο, αποκάλυψε για μια ακόμα φορά τη δύναμη του καλού πάνω στο κακό, πώς προσπάθησε να εμπεδώσει την πίστη στο καλό ως παντοδύναμη και νικηφόρα.


Τέταρτη Κυριακή


«Καὶ ἀποκριθεὶς εἷς ἐκ τοῦ ὄχλου εἶπε· διδάσκαλε, ἤνεγκα τὸν υἱόν μου πρός σε, ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον. Καὶ ὅπου ἂν αὐτὸν καταλάβῃ, ρήσσει αὐτόν, καὶ ἀφρίζει… καὶ πολλάκις αὐτὸν καὶ εἰς πῦρ ἔβαλε καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν» (βλ. Μάρκ. θ΄ 17-29 και Λουκ. θ΄ 37-42). Το γεγονός αυτό κατέγραψαν κι οι δύο ευαγγελιστές. Ο καθένας τους προσθέτει κάποιες λεπτομέρειες για την αρρώστια του παιδιού. Ήταν ο μονογενής υιός του πατέρα του και κατεχόταν από πνεύμα άλαλον. Όταν το πονηρό πνεύμα έμπαινε μέσα του, το συγκλόνιζε το παιδί, το τάραζε, το έκανε να βγάζει αφρούς από το στόμα του, να τρίζει τα δόντια του και στο τέλος να μένει ξερό και αναίσθητο.


Τα βέλη τού πονηρού την ίδια στιγμή στόχευαν προς τρεις κατευθύνσεις: στον άνθρωπο, στη δημιουργία του Θεού και στον ίδιο το Θεό. Το παιδί σεληνιαζόταν. Πώς μπορεί να ευθύνεται το φεγγάρι για την αρρώστια του ανθρώπου; Αν η σελήνη παράγει τρέλα και αλαλία σ’ έναν άνθρωπο, γιατί δεν το κάνει σε όλους; Το κακό δε βρίσκεται στη σελήνη αλλά στον πονηρό, το πανούργο πνεύμα που απατά τον άνθρωπο, ενώ το ίδιο κρύβεται. Ενοχοποιεί το φεγγάρι, κάτι που ο άνθρωπος δεν πρέπει να κάνει. Οδηγεί τον άνθρωπο μ’ αυτόν τον τρόπο να σκεφτεί πως όλα τα δημιουργήματα του Θεού είναι κακά, πως το κακό έρχεται στον άνθρωπο από τη φύση κι όχι από τα πονηρά πνεύματα που έπεσαν κι απομακρύνθηκαν από το Θεό. Τα θύματά τους επηρεάζονται στις αλλαγές φάσης της σελήνης, ώστε να σκεφτούν οι άνθρωποι: «Δείτε, το κακό αυτό προέρχεται από τη σελήνη». Κι αφού τη σελήνη τη δημιούργησε ο Θεός, ακολουθεί το συμπέρασμα πως το κακό προέρχεται από το Θεό. Έτσι πλανιούνται οι άνθρωποι απ’ αυτά τα άγρια και πανούργα θηρία.


Στην πραγματικότητα, όλα όσα έφτιαξε ο Θεός είναι καλά λίαν. Ολόκληρη η δημιουργία του Θεού βρίσκεται στην υπηρεσία του ανθρώπου, πλάστηκε για να υπηρετεί τον άνθρωπο, όχι να τον καταστρέφει. Και αν ακόμα υπάρχει κάτι που ίσως εμποδίζει τη φυσική ικανοποίηση του ανθρώπου, ακόμα κι αυτό υπηρετεί την ψυχή του, την χαροποιεί, την πλουτίζει. «Σοί εἰσιν οἱ οὐρανοὶ καὶ σή ἐστιν ἡ γῆ· τὴν οἰκουμένην καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς σὺ ἐθεμελίωσας» (Ψαλμ. πη΄ 12). «Πάντα γὰρ ταῦτα ἐποίησεν ἡ χείρ μου… λέγει Κύριος» (Ησ. ξστ΄ 2). Αφού λοιπόν όλα προέρχονται από το Θεό, θα είναι και καλά. Η βρύση θα βγάλει μόνο αυτό που περιέχει, όχι κάτι που δεν έχει. Στο Θεό δεν υπάρχει κακό. Πώς μπορεί λοιπόν να προέλθει κακό απ’ Αυτόν, από την πηγή του αγαθού; Κάποιοι αδαείς άνθρωποι ονομάζουν κάθε κακό, πόνο. Στην πραγματικότητα όμως κάθε πόνος δεν είναι κακός. Υπάρχει πόνος που είναι έργο του πονηρού κι υπάρχει κι άλλος πόνος που θεραπεύει από τον πονηρό. Κακό είναι μόνο το πονηρό πνεύμα που ενεργεί μέσα από έναν τρελό ή αλλόφρονα άνθρωπο.


Ο πόνος κι η δυστυχία που ξέσπασε πάνω σε πολλούς βασιλιάδες του Ισραήλ, επειδή έπραξαν πονηρά ενώπιον του Κυρίου, ήταν έργο και συνέπεια της αμαρτίας τους. Ο πόνος κι η δυστυχία όμως, που ο Κύριος επιτρέπει να επισκεφτούν τον δίκαιο, δεν είναι έργο του πονηρού αλλά φάρμακο, που αφορά τόσο τον ίδιο το δίκαιο, όσο και τους οικιακούς του. Εκείνοι καταλαβαίνουν πως τον πόνο τους τον έστειλε ο Θεός για το καλό τους. Ο πόνος που προέρχεται από επίθεση του πονηρού στον άνθρωπο ή είναι συνέπεια της αμαρτίας, είναι κακός. Ο πόνος όμως που ο Θεός επιτρέπει να επισκεφτεί τους ανθρώπους, για να τους καθαρίσει εντελώς από την αμαρτία, τους αποσπά από την εξουσία του πονηρού και τους φέρνει κοντά στο Χριστό. Αυτός ο καθαρτήριος πόνος δεν είναι του πονηρού, ούτε και από μόνος του είναι κακός, αλλά προέρχεται από το Θεό κι αποβλέπει στο καλό των ανθρώπων. «Ἀγαθόν μοι ὅτι ἐταπείνωσάς με, ὅπως ἂν μάθω τὰ δικαιώματά σου» (Ψαλμ. ριη΄ 71), λέει ο διορατικός βασιλιάς Δαβίδ.


Ο διάβολος είναι πονηρός, δρόμος του είναι η αμαρτία. Έξω από τον πονηρό και την αμαρτία δεν υπάρχει άλλο κακό. Για τα βάσανα και τους πόνους του νέου του ευαγγελίου, υπόλογο είναι μόνο το πονηρό πνεύμα, όχι η σελήνη. Αν ο Θεός με την απερινόητη αγάπη Του για τον άνθρωπο δεν περιόριζε τα πονηρά πνεύματα και δεν προστάτευε τα πλάσματά Του απ’ αυτά, είτε άμεσα είτε έμμεσα με τους αγγέλους Του, τα πονηρά πνεύματα θα είχαν συντρίψει ολόκληρο το ανθρώπινο γένος «ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ» ψυχικά και σωματικά, όπως συντρίβουν οι ακρίδες τους καρπούς στους αγρούς.


«Καὶ εἶπον τοῖς μαθηταῖς σου ἵνα αὐτὸ ἐκβάλωσι, καὶ οὐκ ἴσχυσαν», είπε ο πατέρας του άρρωστου παιδιού στον Κύριο. Παρακάλεσα τους μαθητές σου να διώξουν το πονηρό αυτό πνεύμα, μα εκείνοι δεν μπόρεσαν.


Τρεις από τους μαθητές του Κυρίου έλειπαν από το περιστατικό: ο Πέτρος, ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης, που βρίσκονταν μαζί Του στο όρος Θαβώρ, όταν μεταμορφώθηκε μπροστά τους. Έπειτα κατέβηκαν μαζί Του πάλι, για να βρουν κάτω ένα πλήθος συγκεντρωμένο γύρω από τους υπόλοιπους αποστόλους, καθώς και τον άρρωστο νέο. Ο δυστυχισμένος πατέρας, αφού δε βρήκε το Χριστό, έφερε το γιο του στους μαθητές Του. Εκείνοι όμως δεν μπόρεσαν, δεν είχαν τη δύναμη να τον βοηθήσουν. Πρώτα για τη δική τους ολιγοπιστία, δεύτερο για την ολιγοπιστία του πατέρα και τρίτο για την καθολική απιστία των γραμματέων που ήταν παρόντες. Αναφέρεται πως γύρω από τους μαθητές είχαν μαζευτεί και «γραμματεῖς συζητοῦντες αὐτοῖς» (Μάρκ. θ΄ 16). Η αδύναμη πίστη του πατέρα φαίνεται από τα λόγια που είπε στο Χριστό. Δε μίλησε όπως ο λεπρός, που είπε: «Κύριε, ἐάν θέλῃς, δύνασαί με καθαρίσαι» (Ματθ. η΄ 2). Εκεί μίλησε ένας άνθρωπος με δυνατή πίστη. Ούτε και σαν τον Ιάειρο μίλησε, όταν κάλεσε το Χριστό ν’ αναστήσει την κόρη του: «Ἐλθών ἐπίθες τὴν χεῖρά σου ἐπ᾿ αὐτὴν καὶ ζήσεται» (Ματθ. θ΄ 18). Κι εδώ αυτός που μιλάει είναι άνθρωπος με δυνατή πίστη. Πολύ λιγότερο μίλησε σαν τον εκατόνταρχο της Καπερναούμ, που ήταν άρρωστος ο δούλος του: «Κύριε… μόνον εἰπέ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου» (Ματθ. η΄ 8). Εδώ μίλησε η πολύ μεγάλη πίστη. Εκείνη όμως που είχε τη μεγαλύτερη πίστη απ’ όλους δεν είπε τίποτα. Πλησίασε απλά το Χριστό και άγγιξε το κράσπεδο του ιματίου Του. Κι αυτή ήταν η αιμορροούσα.


Ο πατέρας του άρρωστου νέου δεν ενεργεί ούτε μιλάει σαν αυτούς, αλλά λέει στο Χριστό: «Ἀλλ᾿ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν». Αν μπορείς να κάνεις κάτι, βοήθησέ μας.


Ταλαίπωρος άνθρωπος! Πρέπει να γνώριζε λίγα, πολύ λίγα για τη δύναμη του Χριστού και γι’ αυτό μίλησε έτσι σ’ Εκείνον που μπορεί να κάνει τα πάντα. Η αδύναμη πίστη του εξασθένησε ακόμα περισσότερο τη δύναμη των αποστόλων. Σ’ αυτό συνέβαλαν κι οι κακόβουλες συκοφαντίες των γραμματέων εναντίον του Χριστού και των αποστόλων Του. Ἀλλ᾿ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν. Αυτό φανερώνει μια μικρή σπίθα πίστης, πολύ πολύ μικρή, έτοιμη να σβήσει.


«Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς αὐτῷ λέγει· ὦ γενεὰ ἄπιστος, ἕως πότε πρὸς ὑμᾶς ἔσομαι; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν;». Ο Κύριος έστρεψε την επίπληξη αυτή προς όλους γενικά. Προς όλους τους άπιστους ή ολιγόπιστους του Ισραήλ, καθώς και σ’ όλους τους παρισταμένους, όπως ο αδύναμος πατέρας, οι μαθητές του κι ιδιαίτερα οι γραμματείς. Ὦ, γενεὰ ἄπιστος! Αυτό σημαίνει: Ω γενεά που υποτάχτηκε στον πονηρό, στο διάβολο, που πιστεύει σταθερά στη δύναμη του πονηρού, που υπηρετεί με δουλοπρέπεια τον πονηρό και αντιστέκεται στο αγαθό, που απαρνιέται τον ίδιο το Θεό. Γενεά που είναι ολιγόπιστη ή και εντελώς άπιστη στο καλό, που δραπετεύει επαναστατικά από το αγαθό!


Εδώ ο Κύριος πρόσθεσε στη γενεά και τη λέξη διεστραμμένη. Ήθελε έτσι να δείξει από που προέρχεται η απιστία, πως αιτία της δηλαδή είναι η διαφθορά ή, ακόμα πιο καθαρά, η αμαρτία. Αιτία είναι η διαφθορά. Η αμαρτία είναι συνέπεια. Η απιστία είναι ένωση με το διάβολο· η αμαρτία -η διαφθορά- είναι ο δρόμος που οδηγεί στην ένωση αυτή.


Διαφθορά είναι η κατάσταση της απομάκρυνσης από το Θεό· απιστία είναι το σκοτάδι, η αδυναμία κι η φρίκη όπου βυθίζεται ο άνθρωπος όταν απομακρύνεται από το Θεό. Δέστε με πόση προσοχή διατυπώνει τις παρατηρήσεις Του ο Κύριος. Δεν αναφέρει κανέναν ονομαστικά, μιλάει γενικά. Δεν ενδιαφέρεται να κρίνει τους ανθρώπους, αλλά να τους ξυπνήσει. Ούτε και να προσβάλλει ή να ταπεινώσει προσωπικά κάποιον θέλει. Επιθυμεί μόνο να διεγείρει τις συνειδήσεις τους, να τους βοηθήσει να ξεπεράσουν τον εαυτό τους.


Τι μεγάλο δίδαγμα είναι αυτό για την εποχή μας, για τη γενιά μας, που είναι τόσο πρόθυμη να μιλάει και να προσβάλει! Αν μπορούσαν οι άνθρωποι σήμερα να περιορίζουν και να μετρούν τη χρήση της γλώσσας τους, αν μπορούσαν να σταματήσουν να προσβάλλουν ο ένας τον άλλον, θα εξαφανιζόταν το μισό κακό από τη γη. Τα μισά κακά πνεύματα θ’ αποβάλλονταν, δε θα κυκλοφορούσαν ανάμεσα στους ανθρώπους. Προσέξτε με πόση σοφία μιλάει ο μεγάλος απόστολος Ιάκωβος, που διδάχτηκε από το παράδειγμα του Διδασκάλου Του: «Πολλὰ γὰρ πταίομεν ἅπαντες. εἴ τις ἐν λόγῳ οὐ πταίει, οὗτος τέλειος ἀνήρ, δυνατὸς χαλιναγωγῆσαι καὶ ὅλον τὸ σῶμα. ἴδε τῶν ἵππων τοὺς χαλινοὺς εἰς τὰ στόματα βάλλομεν πρὸς τὸ πείθεσθαι αὐτοὺς ἡμῖν, καὶ ὅλον τὸ σῶμα αὐτῶν μετάγομεν» (Ιάκ. γ΄ 2-3).


Τι σημαίνουν τα λόγια του Χριστού, ἕως πότε πρὸς ὑμᾶς ἔσομαι; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; Φανταστείτε έναν ευγενή και φωτισμένο άνθρωπο, να τον βάλουν να ζήσει μαζί με πρωτόγονους και άξεστους ανθρώπους. Ή φανταστείτε ένα βασιλιά ν’ αφήνει το θρόνο του και να κατεβαίνει σ’ ένα χώρο όπου κυκλοφορούν βρώμικοι αγύρτες. Και σκοπός του δεν είναι μόνο να ζήσει μαζί τους και να τους μάθει πώς να ζούνε, αλλά και να τους διδάξει πώς να σκέφτονται, να νιώθουν και να λειτουργούν ως βασιλιάδες, ευγενείς και μεγαλόκαρδοι. Όποιος και να ’ταν ο επίγειος αυτός βασιλιάς, μετά από τρεις μέρες δε θα έκραζε, ἕως πότε πρὸς ὑμᾶς ἔσομαι; Θα είχε σταματήσει μέσα σε τρεις μέρες η αγυρτεία, η ανοησία, η βρωμιά κι η δυσωδία; Ο Κύριος Ιησούς όμως, ο βασιλιάς των βασιλέων, άφησε ν’ ακουστούν τα λόγια αυτά μετά από τριάντα τρία χρόνια που ζούσε ανάμεσα στους ανθρώπους. Κι η απόσταση που χώριζε τους συγχρόνους Του από τον ίδιο ήταν πολύ μεγαλύτερη από εκείνην που χωρίζει τους επίγειους βασιλιάδες από τους αγύρτες. Προφανώς δεν μετρούσε το χρόνο σε μέρες και έτη, αλλά σε έργα και θαύματα που έκανε μπροστά σε χιλιάδες αυτόπτες μάρτυρες, τον μετρούσε με τη διδασκαλία Του που σκόρπισε και έσπειρε σε χιλιάδες ψυχές. Και μετά από τόσα έργα και θαύματα, διδαχές και γεγονότα, που θα μπορούσαν να γεμίσουν το χρόνο χιλίων ετών, διαπιστώνει ξαφνικά πως οι μαθητές Του δεν μπορούσαν να θεραπεύσουν έναν επιληπτικό νεαρό και να εκβάλουν το πονηρό πνεύμα από έναν άνθρωπο. Κι όλ’ αυτά αφού τους είχε διδάξει με το λόγο και το παράδειγμά Του πως εκβάλλεται ολόκληρη λεγεώνα. Κι ακούει κι έναν αμαρτωλό ολιγόπιστο να του λέει: ἀλλ᾿ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν.


Αφού ο Κύριος επιτίμησε τους παρευρισκόμενους για έλλειψη πίστης, έδωσε εντολή να φέρουν τον άρρωστο νεαρό μπροστά Του. «Προσάγαγε τὸν υἱόν σου ὧδε».


Στη συνέχεια επιτίμησε το διάβολο κι αυτός αμέσως βγήκε από το παιδί, που θεραπεύτηκε την ίδια στιγμή. Αυτό το αναφέρει ο Ματθαίος. Οι άλλοι δυο ευαγγελιστές δίνουν περισσότερες πληροφορίες για όσα έγιναν πριν από τη θεραπεία του νεαρού. Έτσι έχουμε τρεις επιπλέον λεπτομέρειες. Πρώτη, ότι ο Χριστός ρώτησε τον πατέρα από πότε υποφέρει ο γιος του· δεύτερη, ότι έδωσε έμφαση στην πίστη, σαν προϋπόθεση της θεραπείας· και τρίτη, ότι καθώς ο νεαρός πλησίασε το Χριστό, ο τρομοκρατημένος διάβολος βγήκε από μέσα του κι εξαφανίστηκε.


«Πόσος χρόνος ἐστὶν ὡς τοῦτο γέγονεν αὐτῷ;» (Μάρκ. θ΄ 21), ρώτησε ο Ιησούς τον πατέρα του νεαρού. Δεν έκανε την ερώτηση αυτή για τον ίδιο, αλλά για εκείνους που ήταν κοντά Του. Ο ίδιος το γνώριζε καλά, ήξερε πως το παιδί ήταν άρρωστο από χρόνια. Κι ο πατέρας απάντησε: «Παιδιόθεν». Έπρεπε ν’ ακούσουν όλοι και να μάθουν το είδος του τρομερού πόνου που προκαλείται από τα πονηρά πνεύματα και πόσο δυνατή είναι η προστασία που προσφέρει ο Θεός στον άνθρωπο. Χωρίς την προστασία αυτή τα πονηρά πνεύματα θα είχαν από πολύ παλιά καταστρέψει κυριολεκτικά τόσο την ψυχή όσο και το σώμα του νεαρού. Και τελικά έπρεπε να μάθουν όλοι πόσο μεγάλη δύναμη και πόση επιβολή έχει ο Υιός του Θεού στα πονηρά πνεύματα.


Ἀλλ᾿ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν σπλαγχνισθεὶς ἐφ᾿ ἡμᾶς, είπε ο πατέρας στο Χριστό. Ἐφ᾿ ἡμᾶς, είπε, δεν αναφέρθηκε μόνο στο παιδί. Ο πόνος του παιδιού, είναι και του πατέρα πόνος, είναι και ολόκληρης της οικογένειας πόνος. Αν ο νεαρός θεραπευόταν, το βάρος θα ’φευγε από πολλές ανθρώπινες ψυχές. Κι ο Ιησούς του είπε: «Τὸ εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι» (Μάρκ. θ΄ 23).


Σύμφωνα με τον τρόπο που συνηθίζει να ενεργεί ο Θεός, ο Κύριος Ιησούς ήθελε εδώ να κάνει το μέγιστο δυνατό καλό με μια πράξη. Το ένα καλό ήταν ν’ αποκαταστήσει την υγεία του παιδιού. Γιατί όχι και των άλλων; Γιατί να μην επιβεβαιώσει και την πίστη του πατέρα του; Και γιατί να μην κάνει ταυτόχρονα κι ένα τρίτο καλό, να δείξει δηλαδή τη δύναμή Του με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο, ώστε να τον πιστέψουν οι άνθρωποι; Και γιατί να μην κάνει κι ένα τέταρτο καλό, να καταγγείλει την απιστία και τη διαφθορά, καθώς και τη χαμερπή κλίση των ανθρώπων προς το κακό, τα πονηρά πνεύματα και την αμαρτία; Και γιατί να μην κάνει κι ένα πέμπτο καλό, κι ένα έκτο, κι ένα έβδομο, κι όλα τα καλά που προκαλεί μια καλή πράξη; Γιατί μια καλή πράξη φέρνει πάντα πολλές άλλες στη σειρά.


Ας δούμε όμως για μια ακόμα φορά με πόση σοφία και με τι τρόπο συνδυάζει ο Κύριος την αποφασιστικότητα με την ευγένεια. Όταν καταγγέλει με οξύτητα την απιστία, μιλάει γενικά και αυξάνει την πίστη όλων, μα δεν ταπεινώνει κανέναν προσωπικά. Όταν όμως απευθύνεται προσωπικά σε κάποιον που τον ικετεύει, δε μιλάει αυστηρά, αλλά με μεγάλη προσοχή και ευγένεια. Η ευγένεια κι η διακριτικότητα από την πλευρά του Χριστού έφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ο πατέρας αναφώνησε με δάκρυα: «Πιστεύω, κύριε! Βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ!» (Μάρκ. θ΄ 24).


Δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο που να λιώνει τόσο εύκολα τον πάγο της απιστίας, όσο τα δάκρυα. Τη στιγμή που ο άνθρωπος αυτός έκλαψε μπροστά στον Κύριο, είχε ήδη μετανιώσει για την προηγούμενη απιστία του. Μέσα του, ενώπιον του Θεού, η πίστη του αναδύθηκε ξαφνικά όπως προβάλει ένα ρυάκι από φουσκωμένο ποτάμι. Κι υστέρα η πίστη του αυτή μεταμορφώθηκε σε φωνή, σε λόγια, που έμειναν σαν δυναμικό μήνυμα σε όλες τις γενιές των ανθρώπων. «Πιστεύω, κύριε! Βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ!»


Τα λόγια αυτά σημαίνουν πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να φτάσει στην πίστη χωρίς τη βοήθεια του Θεού. Το μόνο που μπορεί να κάνει ο άνθρωπος, είναι ν’ αποχτήσει κάποια μικρή, ρηχή πίστη. Να πιστέψει δηλαδή στην ύπαρξη του καλού και του κακού ή, με λίγα λόγια, ν’ αμφισβητήσει το καλό και το κακό. Η απόσταση όμως από τη μερική αυτή πίστη στην αληθινή, είναι μεγάλη. Δεν μπορεί να την διανύσει κανείς αν δεν τον καθοδηγεί το χέρι του Θεού. Τα λόγια που είπε ο πατέρας, βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ! είναι σα να λένε: «Κύριε, βοήθησέ με να Σε πιστέψω!.. Βοήθησέ με να μη πιστεύω στον πονηρό!.. Βοήθησέ με ν’ αποδεσμευτώ εντελώς από τον πονηρό και να ενωθώ μαζί Σου!»


«Ἔτι δὲ προσερχομένου αὐτοῦ ἔρρηξεν αὐτὸν τὸ δαιμόνιον καὶ συνεσπάραξεν» (Λουκ. θ΄ 42). Την ώρα που του έφεραν κοντά το νεαρό ο δαίμονας τον έριξε κάτω με ορμή και τον συγκλόνισε με σπασμούς. Αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που επέτρεψε ο Θεός να κάνει ο δαίμονας, ώστε να δουν οι άνθρωποι και να φοβηθούν, να τρομοκρατηθούν γι’ αυτά που μπορεί να κάνει ο σατανάς στον άνθρωπο. Να πειστούν και ν’ αντιληφθούν πόσο ανεπαρκής είναι η δύναμη του ανθρώπου, ακόμη κι η δύναμη των ικανότερων γιατρών του κόσμου, για να γλιτώσουν τη ζωή έστω κι ενός ανθρώπου από τέτοιο φόβο και τρόμο. Κι αφού δουν τη δύναμη του διαβόλου και συνειδητοποιήσουν τη δική τους αδυναμία, οι άνθρωποι θ’ αναγνωρίσουν τη μεγαλοσύνη και τη θεία δύναμη του Κυρίου Ιησού. Ο ευαγγελιστής Μάρκος αναφέρει εδώ τα λόγια που είπε ο Χριστός στο πονηρό πνεύμα: «Τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κωφόν, ἐγώ σοι ἐπιτάσσω, ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν» (θ΄ 25). Σε διατάζω, λέει ο Κύριος. Αυτός είναι η πηγή της δύναμης και της εξουσίας. Δεν έχει ανάγκη να τα δανειστεί αυτά από κάποιον άλλο. «Πάντα ὅσα ἔχει ὁ πατὴρ ἐμά ἐστι» (Ιωάν. ιστ΄ 15), είχε πει ο Χριστός σε άλλη περίπτωση. Κι όπως βλέπουμε, το εφαρμόζει αυτό στην πράξη. «Εγώ σου μιλάω. Σε διατάζω με τη δική Μου εξουσία, σε βγάζω με τη δική Μου δύναμη».


Πρέπει να καταλάβει καλά ο κόσμος πως ο Χριστός δεν είναι ένας από τους προφήτες που έκαναν κάποια θαυμαστά πράγματα με τη βοήθεια του Θεού. Ο Χριστός είναι ο Υιός του Ζώντος Θεού, για τον Οποίο προφήτεψαν οι προφήτες και τον Οποίο ανέμενε ο κόσμος.


Θα πρέπει να λάβουμε υπόψη και το δεύτερο μέρος της εντολής που έδωσε ο Χριστός στο διάβολο: καὶ μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν. Ο Κύριος τον διατάζει όχι μόνο να φύγει από μέσα του, αλλά και να μην ξαναγυρίσει στο νεαρό που είχε υποφέρει τόσο πολύ. Αυτό σημαίνει πως ο άνθρωπος, ακόμα κι αφού καθαριστεί, μπορεί πάλι να δεχτεί μέσα του τον ακάθαρτο δαίμονα. Ο διάβολος που εκδιώχτηκε μέσα από τον άνθρωπο, μπορεί να ξαναγυρίσει. Αυτό γίνεται όταν ο αμαρτωλός που μετάνιωσε και συγχωρέθηκε από το Θεό, επιστρέφει στην παλιά του αμαρτία. Τότε ο διάβολος ξαναμπαίνει μέσα του. Γι’ αυτό ο Κύριος τον διατάζει όχι μόνο να φύγει από το παιδί, αλλά και να μην ξαναγυρίσει κοντά του. Πρώτο, ώστε η θεϊκή δωρεά προς το παιδί να είναι πλήρης και τέλεια. Δεύτερο, για να βγάλουμε από τη διδασκαλία Του αυτή το συμπέρασμα και τη βεβαιότητα, πως από τη στιγμή που θα λάβουμε τη συχώρεση του Θεού, δεν πρέπει να ξαναγυρίσουμε στην παλιά μας αμαρτία, «ὡς κύων ἐπιστρέψας ἐπὶ τὸ ἴδιον ἐξέραμα», όπως ο σκύλος στο ξέρασμά του (Β΄ Πέτρ. β΄ 22). Γιατί έτσι θα εκτεθούμε πάλι στο θανατηφόρο κίνδυνο ν’ ανοίξουμε την πόρτα στο πονηρό πνεύμα, για να ξαναμπεί μέσα μας και να μας κυριεύσει.


Μετά απ’ αυτό το μέγιστο θαύμα του Χριστού, «ἐξεπλήσσοντο δὲ πάντες ἐπὶ τῇ μεγαλειότητι τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. θ΄ 43). Η μεγαλειότητα του Θεού και η παντοδυναμία Του μακάρι να ’μεναν διαρκείς κι ανεξάλειπτες στις ψυχές των ανθρώπων. Να μη διαλύονταν όπως οι φούσκες στο νερό. Ο Θεός όμως δε σπέρνει μάταια. Αν ο σπόρος που θα πέσει στο δρόμο, στην πέτρα ή ανάμεσα στ’ αγκάθια χαθεί, εκείνος που θα πέσει στην καλή γη δε χάνεται, αλλά θα φέρει καρπό εκατονταπλασίονα.


Όταν ο Χριστός έμεινε μόνος με τους μαθητές Του, εκείνοι τον ρώτησαν: «διατὶ ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό;» Κι ο Ιησούς τους απάντησε: «διὰ τὴν ἀπιστίαν ὑμῶν. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ, μετάβηθι ἐντεῦθεν ἐκεῖ, καὶ μεταβήσεται, καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμῖν» (Ματθ. ιζ΄ 20). Η απιστία σας φταίει, τους είπε ο Κύριος. Εάν είχατε πίστη, έστω ίσαμε τον μικρό κόκκο του σιναπιού, θα μπορούσατε να πείτε στο βουνό αυτό, πήγαινε από εδώ εκεί κι αυτό θα πήγαινε. Τίποτα δε θα σας ήταν αδύνατο.


Η αιτία της αδυναμίας τους επομένως ήταν η απιστία. Όσο μεγαλύτερη είναι η πίστη, τόσο μεγαλύτερη είναι κι η δύναμη. Λιγότερη η πίστη, λιγότερη κι η δύναμη. Νωρίτερα ο Κύριος είχε δώσει στους αποστόλους «ἐξουσίαν πνευμάτων ἀκαθάρτων ὥστε ἐκβάλλειν αὐτὰ καὶ θεραπεύειν πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν» (Ματθ. ι΄ 1). Κι εκείνοι είχαν κάνει καλή χρήση της δύναμης αυτής για κάποιο διάστημα. Στο μέτρο όμως που η πίστη τους αδυνάτισε, είτε από το φόβο των ανθρώπων είτε από υπερηφάνεια, εξασθένησε κι η δύναμη που τους είχε δοθεί.


Στον Αδάμ είχε δοθεί εξουσία πάνω σ’ όλα τα πλάσματα. Με την παρακοή του όμως, με την απληστία και την υπερηφάνεια του, έκανε κακή χρήση κι έχασε την εξουσία του. Οι απόστολοι τώρα, από κάποιο σφάλμα τους, έχασαν τη δύναμη και την εξουσία που τους είχε δοθεί. Η απώλεια της δύναμης αυτής μπορεί ν’ ανακτηθεί μόνο με πίστη, πίστη, περισσότερη πίστη. Γι’ αυτό ο Κύριος στην περίπτωση αυτή δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη δύναμη της πίστης. Η πίστη μπορεί να μετακινήσει όρη. Τίποτα δεν αδυνατεί μπροστά στην πίστη. Ο κόκκος του σιναπιού είναι πολύ μικρός, η μυρωδιά του όμως μπορεί να καλύψει ολόκληρο πιάτο φαγητό. Γράφει ο Κύριλλος Ιεροσολύμων σε μια από τις κατηχήσεις του: «Όπως ο κόκκος του σιναπιού, που είναι μικρός στο μέγεθος αλλά δυνατός στην επίδρασή του, όταν τον σπέρνεις σ’ ένα μικρό χώρο βγάζει πολλά βλαστάρια κι όταν μεγαλώνει μπορεί να στεγάσει ακόμα και πουλιά, έτσι κι όταν υπάρχει πίστη στην ψυχή, σύντομα κάνει πράγματα μεγάλα. Γι’ αυτό πίστεψε στον Κύριο, για να λάβεις απ’ Αυτόν πίστη μεγάλη που ξεπερνάει την ανθρώπινη δύναμη». Αν έχεις πίστη, έστω όσο ο κόκκος του σιναπιού, τα βουνά θα υποχωρήσουν μπροστά σου και θα μετακινηθούν από το ένα μέρος σε άλλο.


Γιατί ο ίδιος ο Κύριος δεν μετακίνησε βουνά; Γιατί δεν του ήταν απαραίτητο. Έκανε μόνο τα θαύματα εκείνα που ήταν αναγκαία για την ωφέλεια των ανθρώπων και για τη σωτηρία τους. Είναι όμως μεγαλύτερο θαύμα η μετακίνηση των βουνών από τη μετατροπή του νερού σε κρασί, από τον πολλαπλασιασμό των άρτων, από τη θεραπεία δαιμονισμένων κι όλων των λογιών ασθενειών, από το περπάτημα πάνω στο νερό ή το γαλήνεμα της ανταριασμένης θάλασσας μ’ ένα Του λόγο ή μια Του σκέψη; Δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση ν’ αποκλειστεί η περίπτωση πιστών του Χριστού, όταν ανταποκρίνονται σε ειδικές ανάγκες κι έχουν δυνατή πίστη, να κάνουν και το θαύμα μετακίνησης κάποιου βουνού. Αλλ’ υπάρχουν μεγαλύτερα βουνά, πιο δύσβατα υψίπεδα και πιο δυσβάσταχτα βάρη και πιο εξαντλητική κούραση για την ψυχή του ανθρώπου από τις γήινες μέριμνες, τις αλυσίδες και τα εγκόσμια δεσμά; Όποιος μπορεί ν’ αφαιρέσει το βάρος αυτό από την ψυχή του ανθρώπου και να το ρίξει στη θάλασσα, αυτός έχει μετακινήσει ουσιαστικά το μεγαλύτερο και βαρύτερο βουνό του κόσμου.


«Τοῦτο τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ» (Ματθ. ιζ΄ 21). Το είδος αυτό των δαιμόνων δε διώχνεται με άλλον τρόπο, παρά μόνο με προσευχή και νηστεία.


Η νηστεία κι η προσευχή είναι οι δυο στύλοι της πίστης. Είναι οι δυο φωτιές που καίνε τα πονηρά πνεύματα. Με τη νηστεία ηρεμούν και αδρανούν όλα τα σωματικά πάθη και κυρίως η φιληδονία. Με την προσευχή ηρεμούν και αδρανούν όλα τα πάθη της ψυχής, της καρδιάς και του νου, όπως εκδίκηση, φθόνος, μίσος, κακία, υπερηφάνεια, φιλοδοξία, επιθυμία και τέλεση πονηρών πράξεων κ.ά. Με τη νηστεία καθαρίζονται τα δοχεία του σώματος και της ψυχής από το δυσώδες περιεχόμενό τους, από τα εγκόσμια πάθη και την κακία. Με την προσευχή προσελκύουμε στο άδειο και καθαρμένο δοχείο της καρδιάς τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Κι η πληρότητα της πίστης κατορθώνεται με την ενοίκηση του Αγίου Πνεύματος στον άνθρωπο.


Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει από αμνημόνευτα χρόνια εφαρμόσει τη νηστεία σαν ένα δοκιμασμένο και αποτελεσματικό φάρμακο για όλα τα ψυχικά πάθη, σαν ένα δυνατό όπλο ενάντια στα πονηρά πνεύματα. Όλοι εκείνοι που υποτιμούν ή απορρίπτουν τη νηστεία, στην ουσία υποτιμούν ή απορρίπτουν μια σαφή και καθοριστική οδηγία του Κυρίου Ιησού στο σχέδιο της σωτηρίας του ανθρώπου. Η προσευχή δυναμώνει και ενισχύεται με τη νηστεία. Η πίστη βεβαιώνεται και από τη μια και από την άλλη. Κι η πίστη μετακινεί βουνά, εκβάλλει δαίμονες και κάνει τα αδύνατα δυνατά.


Τα τελευταία λόγια του Χριστού στο σημερινό ευαγγέλιο δε φαίνονται να σχετίζονται με το γεγονός που μας απασχολεί. Μετά το μεγάλο θαύμα της θεραπείας του δαιμονισμένου νέου παιδιού κι ενώ οι συγκεντρωμένοι άνθρωποι θαύμαζαν τα γενόμενα, ξαφνικά ο Κύριος άρχισε να μιλάει στους μαθητές Του για το πάθος Του.


«Μέλλει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθήσεται» (Ματθ. ιζ΄ 22-23). Γιατί μετά το θαύμα αυτό, όπως κι υστέρα από κάποια άλλα θαύματα, ο Χριστός μιλάει στους μαθητές Του για το πάθος Του; Ώστε όταν έρθει ο προδιαγεγραμμένος καιρός να μη δειλιάσουν, να μη φοβηθεί η καρδιά τους. Τους το λέει αυτό μετά από τα μεγάλα θαύματά Του, μετά τις τιμές, τη δόξα και την ευχαρίστηση που τον περιμένουν και τον υποδέχονται οι άνθρωποι, για να χαραχτούν καλύτερα στο νου τους. Το λέει αυτό όμως και για να διδάξει, όχι μόνο τους αποστόλους αλλά κι εμάς, ώστε μετά από τέτοια μεγάλα και θαυμαστά έργα να μην περιμένουμε ανταμοιβή από τους ανθρώπους, αλλά να προετοιμαστούμε να δεχτούμε τα χειρότερα και σκληρότερα χτυπήματα και τις ταπεινώσεις, ακόμα κι από εκείνους που ευεργετήσαμε πολύ.


Ο Κύριος δεν προείπε μόνο τα πάθη και το θάνατό Του, αλλά και την ανάστασή Του. Στο τέλος όλων αυτών ακολουθεί η Ανάσταση, η νίκη κι η αιώνια δόξα. Ο Κύριος προλέγει στους μαθητές Του κάτι που μοιάζει απίθανο, για να τονώσει την πίστη τους σε όσα πρόκειται να γίνουν. Να τους διδάξει, για να πιστέψουν όσα τους είπε. Πρέπει κάθε άνθρωπος να ’χει πίστη ίσαμε τον κόκκο του σιναπιού ή και λιγότερη, για να προετοιμαστεί, να περιμένει κάθε είδος πειρασμού και βασάνων σ’ αυτόν τον κόσμο. Πρέπει να ξέρουν με σιγουριά όμως πως στο τέλος όλων αυτών περιμένει η Ανάσταση.


Όλη τη δόξα του κόσμου κι όλους τους επαίνους των ανθρώπων πρέπει να τους λογαριάζουμε σαν ένα απόλυτο μηδέν. Μετά απ’ όλους τους θριάμβους που μπορεί να μας προσφέρει ο κόσμος, πρέπει να προετοιμαστούμε για πειρασμούς. Πρέπει να δεχτούμε όλα όσα μας στέλνει ο ουράνιος Πατέρας μας με ταπείνωση και υπομονή. Δεν πρέπει ν’ αφηγούμαστε και να κοκορευόμαστε με όσα έχουμε κάνει για τους ανθρώπους, για την πόλη ή για το χωριό μας, για το έθνος ή για την πατρίδα μας. Δεν πρέπει να επαναστατούμε όταν οι πειρασμοί μας πιέζουν. Αν κάναμε κάτι για κάποιους από τους γνωστούς μας, αυτό έγινε με τη βοήθεια του Θεού. Έτσι είναι. Κάθε καλό έργο γίνεται από το Θεό με όργανο εμάς. Ο Θεός επομένως είναι απόλυτα δίκαιος όταν μας στέλνει πειρασμούς μετά από εγκόσμια δόξα, ταπείνωση μετά από επαίνους, φτώχεια μετά από πλούτη, περιφρόνηση μετά από τιμές, αρρώστια μετά από υγεία, απομόνωση και μοναξιά μετά την απόλαυση πλήθους φίλων. Ο Θεός γνωρίζει γιατί μας τα στέλνει αυτά. Γνωρίζει πως όλα αποβλέπουν στο καλό μας. Πρώτο, για να μάθουμε να επιζητούμε τα αιώνια και άφθαρτα αγαθά, να μην οδεύουμε προς τον τάφο με συνοδεία την ψεύτικη και παροδική λαμπρότητα αυτού του κόσμου. Και δεύτερο ότι δεν πρέπει ν’ αποβλέπουμε σε ανταπόδοση για τα καλά μας έργα από τους ανθρώπους και τον κόσμο σ’ αυτήν τη ζωή, γιατί τότε δε θα ’χουμε τίποτα να ζητήσουμε ή να λάβουμε στη μέλλουσα. Εύχομαι να μην ακούσουμε στη θύρα της ουράνιας βασιλείας: «Πορεύεσθε απ’ εμού· το μισθό σας τον λάβατε».


Εύχομαι αυτό να μη μας συμβεί. Για να μη χαθούμε ποτέ μαζί με την αναπόφευκτη καταστροφή αυτού του κόσμου, από τον οποίο λάβαμε δόξα, εγκώμια και τιμές, ο Κύριος Ιησούς Χριστός μας διδάσκει πως, μετά από τη μεγαλύτερη δόξα, τα εγκώμια και τις τιμές που μπορεί να μας δώσει ο κόσμος, πρέπει να προετοιμαστούμε ν’ αναλάβουμε το σταυρό Του. Σ’ Εκείνον πρέπει η αιώνια δόξα κι η τιμή, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.




Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Καιρός μετανοίας: Από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου ως την Μεγάλη Παρασκευή: Ομιλίες Β΄, 1η έκδ., Εκδόσεις: ΠΕΤΡΟΣ ΜΠΟΤΣΗΣ, Αθήνα, 2010

Η δύναμη της προσευχής και της νηστείας

 Σπουδαίο προνόμιο έχει το λογικό όν της κτίσεως, που είναι ο άνθρωπος να επικοινωνεί με το Δημιουργό Του, μέσω της προσευχής κάθε στιγμή και να εκθέτει στην αδιάληπτη αγάπη Του, τα προβλήματα και τις δυσκολίες του αναμένοντας από τον Θεό καθοδήγηση, δύναμη και λύση των προβλημάτων του. Με την προσευχή συνδέεται και η νηστεία, η οποία χαρακτηρίζεται από τον Μέγα Βασίλειο «παλαιοτέρα» του Νόμου, διότι δόθηκε στους πρωτοπλάστους ως εντολή πριν από το Νομό ως «Συνηλικώτις του ανθρωπίνου γένους2».


Προσευχή και νηστεία είναι ισχυρά όπλα για τον πιστό άνθρωπο, όπως τα χαρακτηρίζει ο Κύριος, προς καταπολέμηση του φοβερού είδους των δαιμόνων, που βασάνιζαν το νέο της σημερινής ευαγγελικής περικοπής. Ο ενσαρκωμένος Λόγος, επιβεβαίωσε ότι αυτό το είδος των δαιμόνων δεν εκδιώκεται με τίποτε άλλο, παρά μόνο με προσευχή και νηστεία3.

Προεκτάσεις στην εποχή μας


Ο διάλογος του Ιησού Χριστού με τον πατέρα του δαιμονισμένου νέου είναι δραματικός και αποκαλυπτικός. Η περιγραφή των συμπτωμάτων της ασθένειας, οι τελευταίες φωνές και ο σπαραγμός του νέου από το δαιμόνιο, προς επίδειξη δυνάμεως του μισόκαλου, φανερώνουν τη δραματική κατάσταση και τη δυστυχία του νεαρού και του πατέρα. Τα λόγια, πάλι, του πατέρα με δάκρυα «[…] πιστεύω Κύριε βοήθησε με να ξεπεράσω την απιστία4», αποκαλύπτουν το ψυχικό δράμα που βιώνει και τον βασανισμό μεταξύ πίστεως και της απιστίας.


Η πονεμένη κραυγή του πατέρα φθάνει σαν αντίλαλος και στις μέρες μας.


Πόσοι από εμάς τους ανθρώπους στην εποχή μας βρισκόμαστε στην ίδια ψυχική κατάσταση; Ενώ δηλαδή αύτη τη στιγμή αισθανόμαστε το φως της πίστεως να φωτίζει την οδό μας και τη γαλήνη να κυριαρχεί την ψυχή μας, έπειτα από μικρό χρονικό διάστημα, η αμφιβολία ταράσσει τον εσωτερικό μας κόσμο. Κατ’ ακολουθίαν, όταν έχουμε ατελή και αδύναμη πίστη μπορούμε να πλησιάσουμε τον Χριστό ζητώντας να ενισχύσει και να δυναμώσει την πίστη μας. Ως Παντογνώστης γνωρίζει καλύτερα από εμάς πόσο υποφέρει ο ψυχικός μας κόσμος από την αμφιβολία και την ολιγοπιστία.


Άλλωστε, ο ίδιος ο Κύριος βοήθησε εφόσον του ζητήθηκε από τον πατέρα να αυξηθεί η ατροφική του πίστη και να ανοίξει η οδός για το θαύμα της θεραπείας του υιού του. 


Η σωτηριολογική σημασία της νηστείας και της προσευχής


Ο Κύριος στους μαθητές αναφέρει ότι, η ολιγοπιστία ήταν η αδυναμία να θεραπεύσουν οι ίδιοι τον δαιμονισμένο νεαρό5. Αν και οι μαθητές έβλεπαν και βίωναν επί καθημερινή βάση το σωτηριολογικό έργο του Χριστού, επιτελώντας τόσα θαύματα κατά την επίγεια θεία αποστολή Του και όμως υπήρξαν ολιγόπιστοι.


Τα θεόπνευστα λόγια του Χριστού «εν προσευχή και νηστεία6» έχουν επικαιρότητα, διότι βρισκόμαστε ήδη στη μέση χρονική φάση της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Η νηστεία έχει οργανική θέση μέσα σ’ αυτή την περίοδο, αν και έχει παρεξηγηθεί και παρερμηνευτεί πολύ από τους κοσμικούς και ακόμη από τους ίδιους τους Χριστιανούς. Ο θρησκευτικός χαρακτήρας της νηστείας, και ιδιαίτερα ο ορθόδοξος, έχει μέγιστο υπόβαθρο. Νηστεία δεν σημαίνει απλώς αλλαγή τροφής, αλλά αποχή τροφής7.


Νηστεύοντας ο άνθρωπος υπακούει το Θεό σε αντίθεση με τους πρωτοπλάστους που τρώγοντας απ’ τον καρπό που ο Θεός όρισε να μην φάνε, στην πραγματικότητα δεν υπάκουσαν στη συγκεκριμένη εντολή της αποχής. Υπάκουσαν όμως στον Σατανά8. Το τίμημα ήταν η έξοδος των Πρωτοπλάστων απ’ τον Παράδεισο.


Την υπακοή στο Θείο θέλημα δεν την αντέχει ο Σατανάς γιατί είναι αντίδικος του Θεού.


Σε συνδυασμό με τη νηστεία καλλιεργούμε και τις άλλες αρετές, την ταπείνωση, την υπακοή, την ελεημοσύνη, την διαρκή μετάνοια, για να ελκύουμε έτσι, τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος και να πορευόμαστε προς την τελείωση και την κατά χάρη θέωση9. 


Ως ζωντανό παράδειγμα νηστείας και προσευχής προβάλει η Εκκλησία σήμερα τον όσιο Ιωάννη της Κλίμακος10. Έζησε τον 6ο αιώνα και ασκήτεψε στη μονή Σινά από νεαρή ηλικία. Όταν με την συνέργεια του Αγίου Πνεύματος έφθασε σε ύψος αρετής, έγραψε την Κλίμακα των αρετών σε τριάντα κεφαλαία, ισάριθμα προς τα τριάντα έτη επίγειου βίου του Ενσαρκωμένου Λόγου.


Στόχος της Κλίμακος, κατά τον συγγραφέα Ιωάννη είναι να κηρύξει την υψηλή υποχρέωση που έχουμε να αναμορφώσουμε τον εαυτό μας καθ’ ομοίωσιν του πρωτοτύπου και να αποδυθούμε σε σκληρό αγώνα πνευματικής ανυψώσεως.


Συμπερασματικά, με την απόκτηση των αρετών της νηστείας και της προσευχής, νικά ο Χριστιανός τον αιώνιο εχθρό του και πορεύεται μέσω της Εκκλησίας -διά της μυστηριακής ζωής- προς την τελειότητα έχοντας ως γνώμονα την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος προς την κατά χάρη θέωση.


Αρχιμ. Τίτος Γιαννούλης