Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2024

Συνοδοιπόροι με τους σοφούς μάγους της ανατολής Προσκυνητές του θαύματος στη Βηθλεέμ

 Στα μεγάλα και σπουδαία γεγονότα που εορτάζουμε τα Χριστούγεννα, ανάμεσα σ’ εκείνους που από τους πρώτους αξιώθηκαν να προσκυνήσουν το θείο Βρέφος, μετά την Μητέρα του Υπεραγία Θεοτόκο, μετά τον μνήστορα Ιωσήφ, τον προστάτη της Μητέρας και του Βρέφους, μετά τους απλοϊκούς ποιμένες που έβοσκαν τα πρόβατά τους στα περίχωρα της Βηθλεέμ, έρχονται στον νεογέννητο Κύριο, ως εκπρόσωποι όλης της ανθρωπότητος, που μέσα από τους αιώνες προσδοκά τον εναθρωπήσαντα Σωτήρα, οι σοφοί Μάγοι εξ Ανατολών.
















































Οι Μάγοι αναφέρονται στη διήγηση του ευαγγελιστή Ματθαίου, στο β΄κεφάλαιο του ευαγγελίου του. Πολλές και ενδιαφέρουσες επιστημονικές θεωρίες ανεπτύχθησαν, ήδη από τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες, γύρω από το γεγονός της προσκυνήσεως των Μάγων, οι οποίοι διήνυσαν μία πολύ μεγάλη απόσταση, χρονοβόρα, με πολλούς κινδύνους και περιπέτειες.
















Στη Δύση η λέξη «μάγος» χρησιμοποιήθηκε πάντοτε με κακή και αρνητική σημασία, δηλώνοντας τον απατεώνα και τον αγύρτη, ή τον άνθρωπο που συμμάχησε με τον διάβολο και με σατανικούς κυριολεκτικά τρόπους προσπαθεί να επιφέρει κακό και συμφορά στους συνανθρώπους του. Στην Ανατολή η λέξη «μάγος» δεν είχε πάντα κακή σημασία. Κατά τον μεγάλο ιστορικό της αρχαιότητος Ηρόδοτο οι μάγοι ήσαν ιδιαίτερο ιερατικό γένος των Μήδων και αργότερα των Περσών. Ο Ζωροάστρης και ο Ναβουχοδονόσωρ τους αναγνωρίζουν και τους τιμούν. Κατά μία ερμηνεία η λέξη «μάγος» ενδεχομένως προέρχεται από την ιρανική λέξη «magus» ή από την ασσυριακή διάλεκτο ή ακόμη και να είναι ελληνική και να πρόκειται για παραφθορά της λέξης «μέγας». Στην Ανατολή –και κατά την αρχαιότητα- η λέξη σημαίνει πολλά και διαφορετικά, σημαίνει τον σοφό, τον διδάσκαλο, τον ιατρό, τον μελετητή των ιερών γραφών αλλά και των φαινομένων της κτίσης, τον αστρονόμο μελετητή του ουρανού, τον γνώστη των θρησκευτικών και φιλοσοφικών επιστημών, στην παρακμή του σημαίνει ακόμη και τον μάντη, τον ασχολούμενο με αποκρυφιστικές τέχνες ή τον ερμηνευτή των ονείρων.
















Τι από όλα αυτά ήσαν οι μάγοι του ευαγγελίου; Πρόκειται για σοφούς και έμπειρους αστρονόμους της Ανατολής, που μελέτησαν τους χρησμούς και τις προφητείες του προχριστιανικού κόσμου, και οδηγηθέντες από την υπερφυσική λάμψη του αστέρα έρχονται να προσκυνήσουν «τον τεχθέντα βασιλέα». Κατά τον φιλόσοφο και μάρτυρα Ιουστίνο ήσαν σοφοί αστρονόμοι και προέρχονταν από την Αραβία. Κατά τον Ωριγένη προέρχονται από τη Χαλδαία (την άποψη αυτή ενστερνίζεται ο ποιητής του Ακαθίστου Ύμνου: «Ίδον παίδες Χαλδαίων, εν χερσί της Παρθένου, τον πλάσαντα χειρί τους ανθρώπους...»). Κατά τον ιερό Χρυσόστομο προέρχονται από την Περσία (τα παιδιά θα μας πουν σε λίγες μέρες στα κάλαντα: «εκ της Περσίας έρχονται τρεις μάγοι με τα δώρα»). Άλλοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς θεωρούν πως πρόκειται για βαβυλώνιους ιερείς, οι οποίοι ασχολούνται με την κίνηση των αστέρων. Ο Τερτυλλιανός αναφέρει ότι είναι και βασιλείς στην περιοχή τους. Εκείνο που θεωρείται βέβαιο είναι πως πρόκειται για εθνικούς, δηλ. δεν είναι Ιουδαίοι (γι’ αυτό και ρωτούν: «Πού εστιν ο τεχθείς βασιλεύς των Ιουδαίων;»).
















Ο Χριστός είναι, κατά την προσφιλή έκφραση του βιβλίου της Γενέσεως, «η προσδοκία των εθνών». Η νοσταλγία των ανθρώπων για τη σωτηρία είναι έντονη σε κάθε εποχή, σε κάθε γεωγραφικό πλάτος. Ο Θεός δεν άφησε τον άνθρωπο «καταποθήναι τη απωλεία», αλλά επέτρεψε να φανούν ψήγματα της χριστονοσταλγικής προσμονής σε όλους σχεδόν τους αρχαίους λαούς. Οι βαβυλώνιοι πιστεύουν ότι σε χώρα που βρίσκεται δυτικά από τη δική τους θα εμφανιστεί ένας Θεός ως άνθρωπος, που θα φέρει στον κόσμο τη δικαιοσύνη και τη χαρά. Οι μήδοι και οι πέρσες μελετούν στα ιερά κείμενα τους «Αβέστα» πως θα γεννηθεί θεός και άνθρωπος από παρθένο και την έλευση του θα αναγγείλει το δικό του υπέρλαμπρο αστέρι. Παρόμοια προσδοκία μπορούμε να συναντήσουμε στους έλληνες, τους κινέζους, τους κέλτες, τους ρωμαίους, τους βουδιστές και τους ινδούς, εξαιρετικά δε στους ισραηλίτες και στις προφητείς της Παλαιάς Διαθήκης.
















Οι χρησμοί και οι προφητείς συγκλίνουν πως έφθασε το πλήρωμα του χρόνου. Οι πλέον μορφωμένοι και σοφοί του λαού το γνωρίζουν αυτό. Και οι μάγοι του Ευαγγελίου, έχοντας σαφείς ενδείξεις, για το πρόσωπο, τον τόπο και τον χρόνο, ξεκινούν το περιπετειώδες ταξίδι τους... Φαίνεται δε πως στην ίδια ακριβώς περίοδο και άλλοι «μάγοι», μελετητές των διαφόρων θρησκευτικών παραδόσεων, αναζητούν τον σωτήρα του κόσμου. Δεν έρχονται όμως όλοι στην Παλαιστίνη. Κατά τον ρωμαίο ιστορικό Σουετώνιο κάποιος Τιριδάτης με τους μάγους του -από λανθασμένους υπολογισμούς- φθάνουν στη Νάπολη της Ιταλίας, πιστεύοντας ότι εκεί θα βρούν και θα προσκυνήσουν, μάταια φυσικά, τον αναμενόμενο Λυτρωτή.
















Ένα ενδιαφέρον ερώτημα, εκτός από το τι ήσαν οι μάγοι, είναι και το πόσοι ήσαν! Μη σας φανεί παράξενο αυτό! Στη βιβλική διήγηση του Ματθαίου δεν αναγράφεται ο αριθμός τους («Του δε Ιησού γεννηθέντος εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας εν ημέραις Ηρώδου του βασιλέως, ιδού μάγοι από ανατολών παραγένοντο εις Ιεροσόλυμα»). Η παράδοση όμως -ήδη από τον β΄ αι. και τον Ωριγένη- ταύτισε τον αριθμό των δώρων με τον αριθμό των μάγων. Προσφέρουν στον νεογέννητο Χριστό χρυσό (που δηλώνει το βασιλικό αξίωμα του Χριστού, δηλ. ότι είναι ο δημιουργός και κυβερνήτης του κόσμου), λίβανο (που προσφέρουμε μόνο στον Θεό, και ο Ιησούς που προσκυνούν είναι ο Θεός) και σμύρνα (δηλ. άρωμα με το οποίο αλείφουν τους νεκρούς, σημείο ότι ο Ιησούς είναι Θεός αλλά και άνθρωπος, που θα φθάσει εκουσίως μέχρι τον θάνατο και τον άδη για τη σωτηρία του ανθρώπινου γένους). Τρία λοιπόν τα δώρα, τρείς και οι μάγοι. Σε ένα χειρόγραφο του 8ου αι. που φυλάσσεται στην Παρισινή Βιβλιοθήκη αναφέρονται τα ονόματα τους: Γάσπαρ (ή Βιθισαρεά), Μελχιώρ και Βαλτάσαρ (ή Γαθασπά).
















Οι μάγοι φθάνουν στα Ιεροσόλυμα και ρωτούν «Πού εστιν ο τεχθείς βασιλεύς των Ιουδαίων;». Δεν ρωτούν αν γεννήθηκε. Είναι βέβαιοι ότι γεννήθηκε, είναι βέβαιοι ότι γεννήθηκε τώρα κοντά, είναι βέβαιοι πως πρόκειται για βασιλέα. Το μόνο που τους απασχολεί είναι το «Πού». Όλα τα υπόλοιπα τα γνωρίζουν. Άλλωστε, όπως διαβεβαιώνουν «είδομεν αυτού τον αστέρα εν τη ανατολή».
















Για το αστέρι των μάγων πολλοί έγραψαν πολλά και ενδιαφέροντα. Στίς αρχές του 17ου αι. ο Κέπλερ θεώρησε πως πρόκειται για σύνοδο των πλανητών Δία και Κρόνου στην περίοδο του αστερισμού των Ιχθύων, ένα σπανιότατο φαινόμενο που συμβαίνει κάθε 800 χρόνια. Προκαλεί όμως εντύπωση ότι κανείς στα Ιεροσόλυμα δεν γνωρίζει κάτι γι’ αυτό το εξαιρετικό ουράνιο φαινόμενο. Τον αστέρα τον βλέπουν οι μάγοι και μόνο αυτοί, κανείς άλλος. Κατά τον ιερό Χρυσόστομο, και άλλους Πατέρες της Εκκλησίας μας, φαίνεται πως δεν είναι ακριβώς κάποιο αστέρι, αλλά δύναμη αόρατη πού μετασχηματίζεται σε υπέρλαμπρη λάμψη για να τους οδηγήσει από την πατρίδα τους μέχρι τον τελικό τους προορισμό. Φέγγει και την ημέρα, κυρίως την ημέρα πού οι μάγοι ταξιδεύουν, παρά τη λαμπρότητα του ήλιου. Κινείται παράξενα, αλλόκοτα. Είναι Άγγελος Κυρίου, λένε άλλοι Πατέρες της Εκκλησίας, μια φωτεινή λάμψη που κινείται κατά την πορεία των μάγων και σταματά όταν εκείνοι αναπαύονται. Τους οδηγεί αδιάψευστα «έως ελθών έστη επάνω ου ην το παιδίον», δίνοντας την ευκαιρία και σ’ εκείνους αλλά και σε μας να συνειδητοποιήσουμε πως το νεογέννητο Βρέφος της Βηθλεέμ δεν είναι κάποιος κοινός άνθρωπος, αλλά ο ίδιος ο Θεός.
















Η βιβλική διήγηση μας αναφέρει ότι οι Μάγοι «ελθόντες εις την οικίαν είδον το παιδίον μετά Μαρίας της μητρός αυτού». Η προσκύνηση λοιπόν δεν έγινε στη φάτνη, όπου γεννήθηκε ο Χριστός. Φαίνεται πως ο Ιωσήφ, μετά τη γέννηση του Ιησού, κατόρθωσε να βρει κάποια στέγη στη Βηθλεέμ. Μάλιστα οι μάγοι έρχονται αρκετές ημέρες μετά, έχει εν τω μεταξύ συμβεί η περιτομή και η υπαπαντή, δηλ. η ευλογία του Βρέφους από τον δίκαιο Συμεών στα Ιεροσόλυμα και η αγία Οικογένεια έχει επιστρέψει και πάλι στη Βηθλεέμ. Ενδεχομένως η προσκύνηση γίνεται καθώς το παιδίον Ιησούς διανύει και το δεύτερο έτος της ηλικίας του, γι’ αυτό και ο Ηρώδης «ανείλε πάντας τους παίδας ... από διετούς και κατωτέρω, κατά τον χρόνον όν ηκρίβωσε παρά των μάγων». Ο Ηρώδης υπολόγισε ότι αν το φαινόμενο του αστέρος συνέπιπτε με τη σύλληψη του παιδιού θα έπρεπε να φονεύση τα παιδιά από ενός έτους και κάτω. Αν όμως το φαινόμενο του αστέρος συνέπιπτε με τη γέννηση του παιδιού θα έπρεπε να φονεύση τα παιδιά από δύο ετών και κάτω. Για λόγους ... ασφαλείας λοιπόν(!), ο Ηρώδης διατάζει να φονευθούν τα άρρενα τέκνα των Βηθλεεμιτών «από διετούς και κατωτέρω».
















Η προσκύνηση των μάγων σήμερα τιμάται από την Εκκλησία μας. Η πορεία τους περιγράφεται στην εικόνα της Γεννήσεως του Χριστού, ενώ έχει φιλοτεχνηθεί και ειδική ιερά εικόνα πού παρουσιάζει την προκύνηση των μάγων. Τους συναντούμε στην υμνολογία των Χριστουγέννων, αλλά και σε τρείς από τους Οικους των Χαιρετισμών: στα γράμματα Θ, Ι και Κ.
















Ο Ματθαίος, όπως γνωρίζουμε, απευθύνει το ευαγγέλιο του κατ΄ αρχήν στους εβραίους. Αναφέροντας όμως το γεγονός των μάγων υπογραμμίζει ότι τον νεογέννητο Μεσσία έσπευσαν να προσκυνήσουν όχι μόνο εκπρόσωποι του περιούσιου λαού του Ισραήλ, αλλά και οι ειδωλαλάτρες μάγοι, καταδεικνύοντας ότι ο Χριστός είναι ο Μεσσίας που ανέμενε ολόκληρη η ανθρωπότητα, είναι ο σωτήρας όλου του ανθρώπινου γένους, κάθε λαού, τόσο των ιουδαίων όσο και των εθνικών. Το γεγονός καταδεικνύει ακόμη ότι προσκυνητές του Χριστού δεν μόνο οι απλοϊκοί ποιμένες της Βηθλεέμ, αλλά και οι σοφοί της Ανατολής, θυμίζοντας μας τον λόγο του αποστόλου Παύλου «Ουκ ένι Ιουδαίος, ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ• πάντες γαρ υμείς εις εστε εν Χριστώ Ιησού».
















Στο σημείο αυτό, μετά τις ιστορικές μας καταγραφές, δεν είναι δύσκολο –είναι μάλιστα και πολύ ωφέλιμο- να επιχειρήσουμε ορισμένους ποιοτικούς, πνευματικούς παραλληλισμούς ανάμεσα στο τότε και στο τώρα. Η Εκκλησία μας, και σ’ άλλες περιπτώσεις, είδε μεγάλους ποιοτικούς συμβολισμούς με σπουδαία πνευματικά μηνύματα σε πορείες που αναφέρονται στα ιερά κείμενα και έχουν αντίκρισμα στη ζωή των πιστών. Για παράδειγμα, η σαραντάχρονη πορεία των ισραηλιτών από την Αίγυπτο, τη γη της δουλείας, στη γη της επαγγελίας συνηθέστατα παραλληλίζεται με την ασκητική πορεία των χριστιανών κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, που είναι και αυτή μία ακόμη πορεία από τη δουλεία των παθών στο σταυρώσιμο βίωμα και την αναστάσιμη χαρά της εν Χριστώ ελευθερίας. Αλλά και καθώς αντικρίζουμε τη θυσιαστική πορεία του Κυρίου μας προς τα Πάθη και τον Σταυρό, πόσες φορές η υμνολογία της Εκκλησίας μας δεν μας προσκαλεί «Δεύτε ουν και ημείς ... συμπορευθώμεν Αυτώ και συσταυρωθώμεν και νεκρωθώμεν δι’ Αυτόν ταις του βίου ηδοναίς, ίνα και συζήσωμεν Αυτώ»;
















Καιρός, λοιπόν, να δούμε τις ομοιότητες που μπορεί και πρέπει να έχει η δική μας προσωπική πορεία προς την προσκύνηση του Νεογέννητου Εμμανουήλ με την πορεία των σοφών μάγων της Ανατολής μέχρι τη Βηθλεέμ της Ιουδαίας.
















Όπως το ταξίδι των μάγων, έτσι και το δικό μας είναι μια περιπέτεια, μια θαυμαστή περιπέτεια. Κι αν των μάγων η πορεία είχε διάρκεια, σύμφωνα με κάποιες θεωρίες, 3 ή 6 ή και 10 χρόνια, η δική μας προπαρασκευαστική πορεία, όπως η Εκκλησία την έχει ορίσει, διαρκεί 40 ημέρες. Πρόκειται για τη Σαρακοστή των Χριστουγέννων, την οποία διανύουμε, μια πορεία παράξενη και ριψοκίνδυνη στην εποχή μας, καθώς κοντεύουμε να χάσουμε τελείως το αληθινό νόημα των ημερών που έρχονται, και μοιάζει μ’ ένα μεγάλο αλλά απαραίτητο ρίσκο η προσπάθειά μας να ξεφύγουμε από τη συνήθεια και τη μελαγχολία των εορτών και να τολμήσουμε τη συγκλονιστική βίωση του κορυφαίου γεγονότος της θείας οικονομίας. Οδεύουμε πρός τη Βηθλεέμ κι είναι οι μέρες τούτες καθοριστικές της πνευματικής μας προετοιμασίας, που ευχόμεθα σε όλους να είναι γεμάτες αγωνιστικό φρόνημα και διάθεση ψυχικής ανάτασης.
















Οι μάγοι μελέτησαν, έμαθαν, γνώρισαν ποιόν πρόκειται να συναντήσουν. «Δεύτε ίδωμεν πιστοί πού εγεννήθη ο Χριστός» ψάλλει η Εκκλησία μας. Ας ακολουθήσουμε τις συμβουλές της για να αξιωθούμε τα Χριστούγεννα να προσκυνήσουμε όχι τα είδωλα της εποχής μας, ούτε το άμετρο καταναλωτικό πνεύμα των δυτικών κοινωνιών μας, αλλά να προσκυνήσουμε τον ίδιο τον Θεό που δέχεται να γίνει άνθρωπος, να προσκυνήσουμε –κατά τον λόγο του ιερού Χρυσοστόμου- «τον Παλαιό των ημερών που έγινε Βρέφος για χάρη μας, τον καθήμενο σε ουράνιο θρόνο ψηλό που βρέθηκε σε φάτνη, Εκείνον που έσπασε τα δεσμά της αμαρτίας και τώρα τυλίγεται με σπάργανα, επειδή αυτή είναι η θέλησή Του».
















Ξεκίνησαν για να προσκυνήσουν τον βασιλιά των ιουδαίων και όλης της κτίσης, «ήλθομεν προσκυνήσαι αυτώ». Οι μάγοι εδώ μας διδάσκουν ότι σκοπός των εορταστικών ημερών δεν είναι τα ρεβεγιόν, ούτε μιά επιδερμική διάθεση φιλανθρωπίας χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Σκοπός των ημερών που έρχονται είναι να ξαναβρούμε και πάλι το υπερούσιο νόημα του μυστηρίου της αγάπης του Θεού, να γίνουμε προσκυνητές της θεϊκής αγάπης, να γιορτάσουμε αληθινά Χριστούγεννα, κι έτσι να μεταμορφωθούμε προσωπικά. Να ταπεινωθούμε για να ανυψωθούμε, να αγαπήσουμε τον Θεό για να αγαπήσουμε και την εικόνα του Θεού, τον άνθρωπο, να εισέλθουμε στό θεόκτιστο σπήλαιο και να εξέλθουμε αναγεννημένοι.
















Ο Θεός στέλνει βοήθεια στους περιπλανώμενους μάγους, στέλνει το άστρο για να τους οδηγήσει στον σωστό προορισμό ενώ, όταν χρειάζεται, «χρηματισθέντες κατ΄ όναρ» αναχωρούν για τη χώρα τους, δηλ. λαμβάνουν από τον Θεό σχετική οδηγία για τον τρόπο της επιστροφής των. Έτσι συμβαίνει και στη δική μας πορεία. Ο Θεός δεν εγκαταλείπει αβοήθητο τον αγωνιστή χριστιανό. Η περίοδος που διανύουμε είναι σημαντική, κατά την οποία η Εκκλησία ως σοφή και άριστη παιδαγωγός μας χειραγωγεί με τη νηστεία, την καθημερινή τέλεση της Θείας Λειτουργίας, τις μνήμες των Αγίων και των προφητών, τη φιλανθρωπία, τη μετάνοια και με κάθε πνευματικό μέσο στην προσωπική προσμονή της μεγάλης εορτής. Ας εκμεταλευτούμε με τον καλύτερο τρόπο αυτά τα μέσα. Ας αντικρύσουμε, με βλέμμα καθαρό, το δικό μας αστέρι, τον άγγελο Κυρίου να μας καθοδηγεί με σιγουριά στον τελικό μας προορισμό.
















Και τέλος, οι μάγοι έφεραν μαζί τους δώρα και προσέφεραν στον νεογέννητο Χριστό. Σήμερα, καθώς τιμούμε Χριστού τα γενέθλια ας μήν προσέλθουμε στη μεγάλη γιορτή με άδεια χέρια. Ναι, ο Χριστός θέλει τα δώρα μας. Το αποκάλυψε σε έναν Άγιο Του. Ο Χριστός θέλει να Του προσφέρουμε τις αμαρτίες μας και να μας χαρίσει ως αντίδωρο τη συγνώμη, την ανακαίνιση, την αθανασία. Τελικά είναι τα δώρα της αγάπης μας προς τον Χριστό που τα έχουμε εμείς περισσότερο ανάγκη.

Ἀπὸ τὴν Ἐδὲμ εἰς τὴν Βηθλεέμ

  Ἀπορία ἀληθῶς καὶ κατάπληξις θὰ κατέλαβε τὰς οὐρανίας δυνάμεις ἄνωθεν τοῦ κήπου τῆς Ἐδέμ, ὅταν κατὰ τὴν ὥραν τῆς παραβάσεως ἔβλεπον τὸ ὑπεροχώτερον τῶν ἐπὶ γῆς δημιουργημάτων τοῦ Θεοῦ νὰ ὑποχωρῇ εἰς τοῦ πονηροῦ ὄφεως τὰς εἰσηγήσεις καὶ νὰ διολισθαίνῃ ἀπὸ τοῦ θείου του ὕψους εἰς τὴν σκοτεινὴν τῆς καταστροφῆς ἄβυσσον. Τὸ ἀριστούργημα λοιπὸν αὐτὸ τῶν χειρῶν τοῦ Πλάστου, ἡ θαυμασία καὶ λογικὴ εἰκὼν Αὐτοῦ κατεστράφη λοιπὸν; Καὶ ἠδυνήθη ὁ πανοῦργος ὄφις νὰ ματαιώσῃ τὴν βουλὴν τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ καὶ νὰ ἐκμηδενίσῃ τὸ μέγα σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐν μεγάλῃ ἀγαθότητι καὶ εὐδοκίᾳ πρὸς τὸν ἄνθρωπον προέθετο πρὸ τῶν αἰώνων ὁ Θεός; Καὶ ἐστάθη ἰσχυρότερος καὶ ἱκανώτερος ὁ ὄφις, ὥστε τὴν γῆν, τὴν ὁποίαν ὡς κατοικητήριον εἰρήνης προηυτρέπιζεν ὁ Ὕψιστος, νὰ μεταβάλῃ διὰ μιᾶς εἰς θέατρον αἱματηρῶν συγκρούσεων καὶ ἀκαταπαύστου ταραχῆς καὶ ἀδιαλλάκτων διχονοιῶν;
















Ἀναμφιβόλως αἱ οὐράνιαι Δυνάμεις οὐδαμῶς ἐκλονίσθησαν οὐδ’ ἐταλαντεύθησαν ἔστω καὶ πρὸς στιγμὴν ἐν τῇ πρὸς τὸν Πανάγαθον καὶ Παντοδύναμον Θεὸν πεποιθήσει καὶ ἐλπίδι των. Καὶ δὲν ἐκλονίσθησαν, καθόσον ἐνόησαν ὅτι τὸ γεγονὸς τῆς Ἐδέμ θὰ διήνοιγεν ἐνώπιον αὐτῶν νέους ὁρίζοντας, εἰς τοὺς ὁποίους θὰ ἐσπούδαζον ἀκόμη περισσότερον τὰ ἀνεξερεύνητα τῆς θείας Σοφίας καὶ τῆς θείας Ἀγαθότητος βάθη. Τί λοιπὸν θὰ ἐκαμνε τώρα ὁ Θεός; Καὶ πῶς τῆς τρομερᾶς ἀβύσσου, ἥτις ἠνοίχθη εἰς τὴν γῆν ἐξ αἰτίας τῆς παραβάσεως τοῦ Ἀδάμ, θὰ ἐκαλύπτετο τὸ ζοφῶδες χάσμα; Οἱ ἄγγελοι σιγῶσιν εὐλαβῶς. Συνέχουσι τὴν ἀπορίαν αὑτῶν ἐν πίστει πρὸς τὴν πανσοφίαν καὶ ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ καὶ ἀναμένουν.
















Καὶ ἰδού, ἐφίσταται καιρός, καθ’ ὃν ὑπεράνω μιᾶς μικρᾶς τῆς Ἰουδαίας πόλεως οἱ ἄγγελοι θαμβοῦνται. Τί θὰ ᾐσθάνεσο σύ, ἀναγνῶστα μου, ἐὰν εἰσαγόμενος ἐν λαμπροτάτῃ τινὶ μοναδικοῦ μουσείου αἰθούσῃ, ὅπου τὰ σπανιώτερα τῆς ἀνθρωπίνης τέχνης ἀριστουργήματα ἐπιδείκνυνται, καθ’ ἣν στιγμὴν κατάπληκτος ἐνώπιον τοῦ ὑπεροχωτέρου ἐξ αὐτῶν θ’ ἀπεθαύμαζες τὴν τελειότητά του, ἔβλεπες αἰφνιδίως καὶ διὰ μιᾶς αὐτὸ ὑπὸ βασκάνου χειρὸς ὑπούλως προσωθούμενον καὶ ἀπὸ τοῦ ὕψους αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους εἰς μύρια συντρίμματα καταθρυμματιζόμενον; Ἀλλὰ καὶ τί θὰ ἐδοκίμαζες πάλιν, ἐὰν ὁ ὑπέροχος τοῦ καταφθαρέντος ἐκείνου ἀριστουργήματος καλλιτέχνης περισυλλέγων ἀπὸ γῆς τὰ συντρίμματα αὐτοῦ παρῆγεν ἐκ τοῦτων πρὸ τῶν ὀμμάτων σου διὰ τέχνης ἀγνώστου εἰς ἀνθρώπους, διὰ μεθόδων καταπλησσουσῶν, νέον τέχνης ἀριστούργημα πολὺ ὑπεροχώτερον τοῦ συντριβέντος; Ἰδοὺ τί ᾐσθάνθησαν οἱ ἄγγελοι ἄνωθεν τῆς Ἐδέμ ἰδόντες τὴν πτώσιν καὶ συντριβὴν τοῦ Ἀδὰμ καὶ ἰδοὺ τί δοκιμάζουσι τώρα οἱ αὐτοὶ ἄγγελοι ὑπεράνω τῆς Βηθλεέμ, βλέποντες τὸν νέον Ἀδάμ, τὸν Χριστόν, βρέφος γεννώμενον διὰ νὰ ἀνεγείρῃ καὶ ἀνυψώσῃ τὸν πεσόντα καὶ συντριβέντα Ἀδάμ.
















Ἀπὸ τὴν Ἐδὲμ εἰς τὴν Βηθλεέμ
















Ἐκεῖ, εἰς τῆν Ἐδέμ, ἀποροῦσιν. Ἐδῶ, εἰς τὴν Βηθλεέμ, θαυμάζουσιν. Ἐκεῖ καταπλήττονται. Ἐδῶ θαμβοῦνται. Ἐκεῖ θλίβονται, ἐδῶ ἀγάλλονται καὶ σκιρτῶσιν. Ἐκεῖ βλέπουν τὴν καταστροφὴν μιᾶς λαμπρᾶς δημιουργίας· ἐδῶ χαιρετίζουσιν ἐνθουσιωδῶς τὴν ἐμφάνισιν μιᾶς ἄλλης λαμπροτέρας καὶ ἐνδοξοτέρας κτίσεως. Πλῆρες ζόφου διηνοίγετο παρὰ τὴν πύλην τῆς Ἐδὲμ τὸ μέλλον τῆς ἀνθρωπότητος. Γεμάτη ἀπὸ παρηγόρους καὶ γλυκείας ἐλπίδας ἀνοίγει τώρα παρὰ τὸ σπήλαιον τῆς Βηθλεέμ ἡ νέα ἱστορία τοῦ κόσμου. Ἐὰν τότε ἡ ἄβυσσος τοῦ φθόνου καὶ τῆς κακουργίας τοῦ ὄφεως, τοῦ Πονηροῦ, ὑπερεκχειλίσασα κατεπλημμύρει τὴν γῆν, τώρα ὁ ζωογόνος ἥλιος τῆς θείας ἀγαθότητος καὶ σοφίας ἐκχύνει πλουσίως τὰς ἀκτίνας του καθ’ ὅλην τὴν οἰκουμένην.
















Οἱ Ἄγγελοι τὸ βλέπουν, τὸ μελετοῦν, τὸ ἀντιλαμβάνονται. Καὶ θαμβούμενοι λοιπὸν καὶ καταπληττόμενοι καὶ θαυμάζοντες ἀνοίγουσι τὰ στόματα αὐτῶν καὶ τονίζουσιν ἐνθουσιωδῶς πρὸς τὸν Πανάγαθον Θεὸν ὕμνον δοξολογίας. Ἀπὸ ὁλόκληρον τὴν ἀναρίθμητον ἐκείνην στρατιάν, ἥτις κατὰ τὴν εἰρηνικὴν νύκτα τῆς γεννήσεως τοῦ ἀναμενομένου Παιδίου διασχίζει ἔκθαμβος τὸν οὐρανόν, τίποτε ἄλλο δὲν ἀκούεται παρὰ μόνον ἡ αντήχησις τοῦ χαρμοσύνου τούτου ὕμνου: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία».
















Τρεμπέλας Π. Ν., (1991). Χριστός γεννάται, δοξάσατε, Αθήνα, εκδόσεις Ο ΣΩΤΗΡ.

Χριστούγεννα η Αποκάλυψη της μοναδικής Αλήθειας

 Πρωτ. Άγγελος Αγγελακόπουλος
































Πρό της ελεύσεως του Χριστού ήμασταν αμαρτωλοί. Καί ως αμαρτωλοί ήμασταν καταδικασμένοι. Η θέση μας μετά τόν θάνατο ήταν στήν κόλαση, τήν κατάσταση της αιωνίου αμεθεξίας του Θεού. Καί συνεπώς είχαμε ανάγκη σωτηρίας. Καί ποιός θά μπορούσε νά μας σώσει; Μόνο ο Θεός, στόν Οποίο έχουν αναφορά οι αμαρτίες μας. Ο Υιός καί Λόγος του Θεού Πατρός, τό δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός, όταν ήλθε τό «πλήρωμα του χρόνου»[1], δηλ. όταν η ανθρώπινη φύση, αφού εκπλήρωσε κάθε είδος κακίας, χρειαζόταν ιατρεία[2], «έκλινεν ουρανούς καί κατέβη», ενηνθρώπησε, έγινε καί τέλειος άνθρωπος, προσέλαβε ολόκληρη τήν ανθρώπινη φύση, εκτός της αμαρτίας, τήν ένωσε στό Θεανδρικό πρόσωπό Του καί ήλθε στόν κόσμο όχι μόνο γιά νά μας σώσει, αλλά καί γιά νά μας θεώσει. Σύμφωνα μέ τόν Μ. Αθανάσιο «Αυτός γάρ ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν»[3]. Ο Θεός γίνεται άνθρωπος, γιά γίνει ο άνθρωπος Θεός κατά Χάριν. Αυτό τό γεγονός εορτάζουμε κατά τήν εορτή των Χριστουγέννων.
































Πώς ήλθε ο Χριστός, αγαπητοί μου; Τόν καλέσαμε; Αλλά, εμείς οι εθνικοί πώς θά μπορούσαμε νά Τόν καλέσουμε, τήν στιγμή πού Τόν αγνοούσαμε; Ο εγωισμός καί η αμαρτία μάς είχαν σκοτίσει˙ είχαμε καταντήσει μωροί, ανόητοι˙ θεοποιήσαμε καί λατρεύσαμε τά κτίσματα καί τά πάθη μας, αντί γιά τόν Κτίστη. Πώς θά μπορούσαμε νά Τόν καλέσουμε, αφού θεωρούσαμε τήν αμαρτία απλώς σάν μιά αστοχία, σάν ένα μαθηματικό λάθος, καί όχι ως τήν οντολογική ρήξη μέ τόν Ίδιο τόν Θεό, καί συνεπώς δέν αισθανόμασταν τήν ανάγκη μετανοίας; Καί πάλι πώς θά μπορούσαμε νά Τόν καλέσουμε, αφού πολλοί δέν πιστεύαμε στήν ύπαρξη της ψυχής, σέ αιώνια ζωή καί σέ ανταπόδοση κατά τά έργα μας;
































Ο Χριστός ήλθε στόν κόσμο χωρίς κλήση από τούς ανθρώπους, αλλά από δική Του πρωτοβουλία, αυτεπαγγέλτως. Δέν καλέσαμε εμείς τόν Θεό νά έλθει σ’εμάς, αλλά ο Θεός ήλθε καί μας κάλεσε νά πάμε πρός Αυτόν, όπως ωραιότατα λέει ο 18ος οίκος του Ακαθίστου Ύμνου˙ «Σώσαι θέλων τόν κόσμον ο των όλων κοσμήτωρ πρός τούτον αυτεπάγγελτος ήλθε˙ καί Ποιμήν υπάρχων ως Θεός, δι’ημάς εφάνη καθ’ημάς άνθρωπος˙ ομοίω γάρ τό όμοιον καλέσας, ως Θεός ακούει˙ Αλληλούια».
































Ο Χριστός ήλθε όχι μόνο αυτεπαγγέλτως, αλλά καί αυτοπροσώπως. Αυτοπροσώπως μας δημιούργησε καί αυτοπροσώπως ήλθε καί μας αναδημιούργησε. Ο Θεός Πατήρ δέν έστειλε αγγέλους, γιά νά τούς καταστήσει σωτήρες του κόσμου, αλλά έστειλε ένα απόγονο του Αβραάμ, τόν Χριστό. Ο Χριστός, όμως, δέν είναι απλώς άνθρωπος, αλλά ο Σωτήρ, ο Μεσσίας, ο Κύριος, στόν οποίο κατοικεί όλη η θεότητα, ο όλος Θεός. Ο Υιός της Παρθένου δέν είναι απλώς άνθρωπος, αλλά Θεάνθρωπος.
































Ο Θεός ανέλαβε αυτό τό έργο της αναδημιουργίας του φθαρτού κόσμου, διότι έχει πολλή, ανιδιοτελή, υπερβάλλουσα, τελεία αγάπη. «Ούτω γάρ ηγάπησεν ο Θεός τόν κόσμον, ώστε τόν Υιόν αυτού τόν μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μή απόληται, αλλ’έχη ζωήν αιώνιον»[4], λέει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος. Ο Θεός μάς δημιούργησε από αγάπη καί πάλι από αγάπη αυτεπαγγέλτως καί αυτοπροσώπως ήλθε νά μάς σώσει, διότι είχαμε διαφθαρεί καί βαδίζαμε στήν απώλεια, εξαιτίας του εγωισμού, της ανυπακοής καί της εχθρότητας πρός τόν Θεό. Ο Θεός αγάπησε ανθρώπους, πού δέν Τόν αγαπούσαν, αλλά Τόν εχθρεύονταν. Ο Θεός αγάπησε εχθρούς, πού ήξερε, ότι θά Τόν ανέβαζαν στόν Σταυρό καί θά Τόν πότιζαν όξος καί χολή. Ο Θεός αγάπησε καθάρματα! Κατά τόν ιερό Χρυσόστομο «ο Θεός επεθύμησε πόρνη. Πόρνη επεθύμησε ο Θεός; Ναί, πόρνη», εννοώντας τήν δική μας λερωμένη καί αμαυρωμένη ανθρώπινη φύση[5]. Όντως ακατάληπτη σέ μας τούς μικρόψυχους καί ιδιοτελείς η αγάπη του Θεού[6].
































Γιά ποιόν άλλο λόγο ήλθε ο Χριστός στόν κόσμο; Γιά νά γνωρίσουμε τήν αλήθεια καί νά ελευθερωθούμε από τήν πλάνη. «Γνώσεσθε τήν αλήθεια καί η αλήθεια ελευθερώσει υμάς»[7], μας λέει ο Ίδιος. Βέβαια, η αλήθεια δέν είναι μιά αφηρημένη καί απρόσωπη έννοια, αλλά βρίσκει τό τέλειο περιεχόμενό της στό θείο πρόσωπο του Χριστού. Η αλήθεια είναι ο Χριστός, όπως μάς απεκάλυψε ο Ίδιος˙ «Εγώ ειμί η οδός καί η αλήθεια καί η ζωή»[8]. Η μοναδική αλήθεια, προσωπική μάλιστα, όχι αλήθεια ως έννοια, αλλά αλήθεια προσωποποιημένη, σέ πρόσωπο, είναι η χριστιανική αλήθεια, είναι ο Θεός των Χριστιανών, είναι η Αγία Τριάς, ο Πατήρ, ο Υιός καί τό Άγιον Πνεύμα. Ένα από τά πρόσωπα τό γνωρίσαμε στό πρόσωπο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Στό πρόσωπο του Χριστού μας φανερώθηκε ποιά είναι η πραγματική αλήθεια.
































Αυτές τίς ημέρες ακούμε πολύ συχνά να πολύ όμορφο χριστουγεννιάτικο ύμνο˙ «Βηθλεέμ ετοιμάζου, ευτρεπιζέσθω η φάτνη, τό σπήλαιον δεχέσθω, η αλήθεια ήλθεν, η σκιά παρέδραμε»[9]. Ετοιμάζου Βηθλεέμ˙ κι εσύ φάτνη˙ η αλήθεια ήλθε. Γεννιέται ο Χριστός, κατεβαίνει στή γη τό δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, γιά νά μάς παρουσιάσει προσωπικά τήν αλήθεια˙ «εγώ ειμί η αλήθεια». Ελάτε νά βιώσετε κοντά   σ’ Εμένα τήν αλήθεια καί ν’αναπαυθείτε. «Η αλήθεια ήλθεν, η σκιά παρέδραμε».
































Ο άγιος και ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος αρχίζει τό Ευαγγέλιό του ως εξής : «Εν αρχή ην ο Λόγος καί ο Λόγος ην πρός τόν Θεόν καί Θεός ην ο Λόγος», «καί ο Λόγος σάρξ εγένετο»[10]. Νά, λοιπόν! Ο Λόγος του Θεού έγινε σάρκα στό πρόσωπο του Χριστού. Προσωπική πραγματικότητα.
































Ο Χριστός, όταν ήλθε καί κήρυξε τό Ευαγγέλιο, δέν κήρυξε μία αλήθεια μερική, δέν είπε ότι «εγώ είμαι ένας από αυτούς, πού λένε τήν αλήθεια». Είπε˙ «Εγώ είμαι η οδός καί η αλήθεια καί η ζωή»[11], αποκλειστικά. Ο Χριστός είναι τό πλήρωμα της αληθείας καί η Εκκλησία είναι τό πλήρωμα, ο στύλος της αληθείας, συνεχίζοντας τόν Χριστό.
































Τήν περίοδο αυτή του ιερού Δωδεκαημέρου αναγινώσκουμε αυτή τή φοβερή περικοπή από τό Ευαγγέλιο, πού, όταν ο Χριστός άρχισε νά διδάσκει εκεί στήν Ιουδαία, λέει˙ «γη Ζαβουλών καί γη Νεφθαλείμ, ο λαός ο καθήμενος εν σκότει είδε φως μέγα καί τοις καθημένοις εν χώρα καί σκιά θανάτου φως ανέτειλεν αυτοίς»[12]. «Εγώ είμαι τό φως του κόσμου»[13], είπε. Δέν υπάρχουν άλλα φώτα. Καί δέν τά λέει αυτά ένας δάσκαλος, άνθρωπος. Δέν τά λέει ο Μωάμεθ, ο Αλλάχ, ο Βούδδας, ο Κομφούκιος, ο Πάπας. Τά λέει ο ίδιος ο Θεός στό πρόσωπο του Χριστού. Αν πιστεύουμε ότι ο Χριστός είναι ο Θεός, τό δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, τολμούμε νά αμφισβητήσουμε ότι αυτό πού λέει ο Χριστός «Εγώ είμαι η αλήθεια καί η οδός καί η ζωή»; Αποκλειστικά εγώ καί κανένας άλλος. Αυτό τό λέμε καί στό απολυτίκιο της Γεννήσεως˙ «Η γέννησίς σου, Χριστέ ο Θεός ημών, ανέτειλε τω κόσμω τό φως τό της γνώσεως. Εν αυτή γάρ οι τοις άστροις λατρεύοντες υπό αστέρος εδιδάσκοντο σέ προσκυνείν τόν ήλιον της δικαιοσύνης». Η Γέννησή σου, Χριστέ, ανέτειλε στόν κόσμο τό φως. Δέν υπήρχε φως. «Η αλήθεια ήλθεν, η σκιά παρέδραμεν». Πάει τό σκοτάδι. Ήλθε η αλήθεια. Γι’αυτό σέ κάθε Θεία Λειτουργία ψάλουμε : «Είδομεν τό φως τό αληθινόν, ελάβομεν Πνεύμα επουράνιον˙ εύρομεν πίστιν αληθή». Αλήθεια. «Αδιαίρετον Τριάδα προσκυνούντες».
































Οι ιεροί υμνογράφοι της εορτής των Χριστουγέννων, όσιος Κοσμάς ο ποιητής επίσκοπος Μαϊουμά καί όσιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, αρκετά τροπάρια τά έγραψαν σέ χρόνο ενεστώτα καί χρησιμοποιούν συχνά τό χρονικό επίρρημα «σήμερον», όπως «Χριστός γεννάται, δοξάσατε...», «Η Παρθένος σήμερον τόν υπερούσιον τίκτει...», «Σήμερον γεννάται εκ Παρθένου ο δρακί τήν πάσαν έχων κτίσιν», «Σήμερον τίκτει η Παρθένος τόν Ποιητήν του παντός...», «Σήμερον δέχεται η Βηθλεέμ τόν καθήμενον διά παντός σύν Πατρί. Σήμερον Άγγελοι τό Βρέφος τό τεχθέν θεοπρεπώς δοξολογούσι...» κ.ά. Δικαιολογημένα θά ρωτούσε κάποιος γιά ποιόν λόγο τό έκαναν αυτό, αφού τό ιστορικό γεγονός της Γεννήσεως του Χριστού πραγματοποιήθηκε μία φορά πρίν από 2012 χρόνια καί κανονικά θά έπρεπε νά χρησιμοποιήσουν παρελθοντικό χρόνο. Τήν απάντηση μάς τή δίδει ο Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, τονίζοντας ότι οι ρήτορες συνηθίζουν νά προφέρουν τά περασμένα πράγματα σέ χρόνο ενεστώτα, γιά νά τά δείξουν ως παρόντα στά μάτια των ακροατών καί ακολούθως νά τούς κάνουν περισσότερο θεατές παρά ακροατές[14]. Ο χρόνος μέσα στήν Εκκλησία σχετικοποιείται, καταργείται καί όλα τά παρελθόντα γίνονται παρόντα, γιά νά μπορούν οι πιστοί νά τά βιώνουν, σά νά πραγματοποιούνται ακριβώς αυτή τή στιγμή. Τό χρονικό γίνεται άχρονο, αιώνιο καί αΐδιο. Καί όχι μόνο τά παρελθόντα γίνονται παρόντα, αλλά καί τά μέλλοντα. Παράξενο αυτό! Πώς γίνεται ένα μελλοντικό γεγονός, πού δέν τό γνωρίζουμε καί δέν έχει πραγματοποιηθεί ακόμη, νά είναι παρόν; Είναι αυτή η κατάργηση καί σχετικοποίηση του χρόνου, πού αναφέραμε πιό πάνω. Στήν ευχή της Αναφοράς της Θείας Λειτουργίας ο λειτουργών ιερεύς λέγει : «Μεμνημένοι τοίνυν της σωτηρίου ταύτης εντολής καί πάντων των υπέρ ημών γεγενημένων, του σταυρού, του τάφου, της τριημέρου αναστάσεως, της εις ουρανούς αναβάσεως, της εκ δεξιών καθέδρας, της δευτέρας καί ενδόξου πάλιν παρουσίας». Θυμόμαστε, λέει, περασμένα γεγονότα, πού έχουν γίνει. Τήν Σταύρωση, τήν Ταφή, τήν Ανάσταση, τήν Ανάληψη. Μέχρι εδώ εντάξει. Αλλά, ας προσέξουμε τί λέει παρακάτω! Θυμόμαστε καί τήν Δευτέρα καί ένδοξη Παρουσία. Μά, είναι δυνατόν αυτό; Νά θυμόμαστε ένα μελλοντικό γεγονός, πού δέν έχει λάβει χώρα; Ένας φιλόλογος θά εξίστατο καί θά έλεγε ότι εδώ υπάρχει λάθος. Όμως, δέν είναι λάθος. Είναι ορθόν. Διότι, στήν Εκκλησία καί τήν Ορθόδοξη θεολογία τά γεγονότα όλα είναι παρόντα καί ο πιστός τά βιώνει εδώ καί τώρα. Καί γιατί ο πιστός δέν πρέπει νά κατανοεί τά πράγματα καί τά γεγονότα μόνο μέ τό μυαλό, μέ τή λογική, νοησιαρχικά, αλλά κυρίως ωφείλει νά μετέχει σ’αυτά καί νά τά βιώνει καρδιακώς.     
































Όντως, αγαπητοί μου, «μέγα τό της ευσεβείας μυστήριον», αναφωνεί ο Απόστολος των εθνών Παύλος, διότι «ο Θεός εφανερώθη εν σαρκί»[15]. Αυτό τό μέγα μυστήριο ας είναι η κύρια μελέτη καί τό εντρύφημά μας αυτές τίς άγιες ημέρες του ιερού Δωδεκαημέρου, ικετεύοντας παραλλήλως τό θείον Βρέφος της Βηθλεέμ νά μας ανοίξει τά πνευματικά μάτια της ψυχής μας, ώστε νά τό βιώσουμε καρδιακώς όσο τό δυνατόν βαθύτερα. Ας κάνουμε τίς καρδιές μας φάτνες ταπεινές, γιά νά υποδεχθούμε τόν ενανθρωπήσαντα Κύριο καί Σωτήρα μας, καί, όπως ο Χριστός καταδέχθηκε νά γεννηθεί ως νήπιον, έτσι κι εμείς ας γίνουμε νήπια όχι στήν ηλικία καί τήν φρόνηση, αλλά ας νηπιάσουμε ως πρός τίς αμαρτίες μας.


Αναρτήθηκε από nick στις 10:41 π.μ. Δεν υπάρχουν σχόλια:  

Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου

BlogThis!

Κοινοποίηση στο X

Μοιραστείτε το στο Facebook

Κοινοποίηση στο Pinterest

Η πρόκληση της γιορτής

 Μέρες γιορτινές, και πόσο η γιορτή ανθρωπεύει τους ανθρώπους. Μια ελάχιστη ρωγμή στο προσωπείο της άμυνας που επιβάλλει η καθημερινότητα, κάποια γιορτινή αδεξιότητα στη σχέση, και ξαναβρίσκουμε στα πρόσωπα την ευαισθησία του παιδιού δίχως ντροπή και δίχως έλεγχο. Αυτή η τρυφερότητα της γιορτής σε μιαν ασήμαντη χειρονομία, στην έγνοια για ένα δώρο που θα αρέσει η στη συνειδητή ουτοπία των ευχών, δεν είναι μόνο ο,τι μπορεί να κρυφτεί κάτω από την ετικέτα του συναισθηματισμού. Είναι μια πρόκληση εξόδου σε ένα είδος αποκαλυπτικής γνησιότητας, που μπορεί να ελευθερώνει τόσο όσο και η αληθινά ερωτική αυτοπροσφορά.
















Σε τέτοιες γιορτινές στιγμές ανθρώπινης απελευθέρωσης, θέλω να προλάβω να πω μιαν ευχή, σαν τις ευχές που λέμε στις στιγμές του φωτισμού που φέρνει ένα πεφταστέρι. Και θέλω η ευχή μου να μη σκοπεύει μονάχα το χρόνο, ένα χρόνο μακρό, μετρημένο σε χρόνια πολλά, αλλά να αγκαλιάζει και το χώρο, όπως τον αγκαλιάζει και το φως του αστεριού όταν σχίζει τη νύχτα. Δεν μπορώ να καταλάβω την αιωνιότητα δίχως το χώρο, το χώρο σαν τρόπο και όχι σαν τόπο ζωής, τρόπο σχέσης και ερωτικής αμεσότητας – όμοια με το χρόνο της αιωνιότητας, που υπερβαίνει το παρελθόν και το μέλλον στην αμεσότητα του παρόντος και διαρκεί ατελεύτητα σαν ερωτική πληρότητα.
















πρόκληση γιορτής
















Λοιπόν, η ευχή μου σε ένα διπλανό μου άνθρωπο και στην αποκαλυπτική στιγμή της γιορτινής τρυφερότητας, θα ήθελα να είναι μια πραγματική πρόκληση στην απωθημένη ευαισθησία, που μπορεί να αναστήσει το χώρο και το χρόνο σε αμεσότητα σχέσης. Δεν μιλώ για κοινωνική σχέση, ούτε καν για φιλία και κατανόηση. Μιλώ για την προοδευτική διεύρυνση της ευαισθησίας στα όρια της καθολικής κτίσης και της ανθρώπινης Ιστορίας, για την έξοδο από την ασφυκτική εγκύστωση στην πενιχρή ατομικότητα.
















Και θέλω να βεβαιώσω τον αναγνώστη ότι δεν κάνω αισθητική με όλες αυτές τις φαινομενικά αφηρημένες εκφράσεις. Πιστεύω ότι είναι δώρο ανεκτίμητο (και σε αυτό το δώρο αναφέρεται η ευχή μου) να κατορθώσει ένας σημερινός άνθρωπος την εσωτερική ευρύτητα που χρειάζεται, για να δεχθεί την ευεργετική πρόκληση του κόσμου και της Ιστορίας, έτσι όπως την αξιώνεται η εποχή μας. Και αυτή η ευρύτητα μπορεί να κερδηθεί, έστω σαν πρώτη γεύση, σε κάποια στιγμή γιορτινής αμεσότητας, όταν ραγίζουν τα προσωπεία της εγωκεντρικής άμυνας. Σε αυτή την αμεσότητα αναδύεται η καθολικότητα του ανθρώπου, η αποκαλυπτική γνησιότητα της ύπαρξης πέρα από το χώρο και το χρόνο, η ανθρώπινη προσωπική μοναδικότητα σαν τρόπος υπάρξεως και όχι σαν αριθμητική μονάδα βιολογικής η κοινωνικής επιβίωσης.
















Θα ευχόμουνα να θυμηθούμε στις φετινές γιορτές ότι ο Χριστός της Εκκλησίας (όχι ο Χριστός των ρομαντικών παραποιήσεων) είναι ο Νέος Αδάμ, ο άνθρωπος στις κοσμικές διαστάσεις του καθολικού τρόπου της υπάρξεως, που συγκεφαλαιώνει τη ζωή και την Ιστορία σε μιαν αμεσότητα σχέσης κτιστού και ακτίστου, χρόνου και αιωνιότητας. Και κάθε πιστός που βαφτίζεται μέσα στα στοιχεία της καινούργιας κτίσης του Θεού, στον τρόπο υπάρξεως του Χριστού, μπορεί να είναι ολάνοιχτος στη γιορτινή πρόκληση του κόσμου και της Ιστορίας, κάθε στιγμή ένας πρωτόπλαστος Αδάμ, με το παρθενικό βλέμμα της ερωτικής αμεσότητας. […]
















Ακόμα και η τραγική πρόκληση της αμαρτίας του άνθρωπου, στα όρια του κόσμου και της Ιστορίας, μπορεί να μεταμορφώνεται σε γιορτή. Όχι σε οποιαδήποτε γιορτή, όχι σε απλή ευφραντική διέξοδο εγωκεντρικών συναισθημάτων, αλλά στην κατεξοχήν γιορτή του κόσμου και της Ιστορίας, που είναι η Σάρκωση του Θεού, η Γέννηση του Χριστού. Αυτό το αστέρι φωτίζει μόνιμα τη νύχτα του κόσμου, δείχνει την οδό στους σοφούς, που ξέρουν να προσκυνάνε μόνο τη σαρκωμένη Σοφία του Θεού, τη Σοφία που οικοδομεί, με το υλικό της ανθρώπινης αποτυχίας και αμαρτίας, την καινή πόλη της Βασιλείας, το σώμα του αναστημένου Αδάμ, την αμεσότητα της σχέσης κτιστού και ακτίστου, χρόνου και αιωνιότητας.
















Γιανναράς Χρήστος, Εορτολογικά παλινωδούμενα, 1η έκδ., Αθήνα, Ακρίτας, 1999

Άγιος Ανύσιος Επίσκοπος Θεσσαλονίκης

 Ο άγιος Ανύσιος υπήρξε μαθητής, συνεργάτης και διάδοχος του επισκόπου Θεσσαλονίκης Αγίου Αχολίου ή Ασχολίου  στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Θεσσαλονίκης το 383/4 μ.Χ.


Με επιστολή του προς τον Ανύσιο, στις 11 Δεκεμβρίου 384 μ.Χ., ο πάπας Δάμασος τον εγκαθιστούσε βικάριο του στο Ιλλυρικό. Ο τίτλος του παπικού βικαρίου του αποδίδεται και από τον πάπα Σιρίκιο (384 - 398 μ.Χ.), σε επιστολή του - την παλαιότερη της «Συλλογής Θεσσαλονίκης», στην οποία υποστηρίζει ότι δεν πρέπει να τελούνται επισκοπικές χειροτονίες στην επαρχία του Ιλλυρικοῦ χωρίς τη συγκατάθεση του Ανυσίου. Το θεσμό του Βικαριάτου επικυρώνουν με επιστολές τους προς τον Ανύσιο και οι πάπες Αναστάσιος (398 - 401 μ.Χ.) και Ιννοκέντιος Α' (402 - 417 μ.Χ.). Ο δεύτερος, με επιστολή του το έτος 402 μ.Χ. παρέχει στον επίσκοπο Θεσσαλονίκης Ανύσιο το δικαίωμα να ελέγχει όλες τις εκκλησιαστικές υποθέσεις του Ιλλυρικού και όχι μόνο τις επισκοπικές χειροτονίες. Η σύνοδος της Καπούης ανέθεσε το Δεκέμβριο του 391 μ.Χ. σε σύνοδο επισκόπων του Ιλλυρικού υπό την προεδρία του Ανυσίου και την εξέταση της αιρέσεως του επισκόπου Σαρδικής Βονόσου, ο οποίος αρνούνταν το αειπάρθενο της Θεοτόκου. Ο Ανύσιος διατηρούσε επίσης αλληλογραφία και με τον Άγιο Αμβρόσιο , επίσκοπο Μεδιολάνων, απ' όπου αντλούμε και αρκετές πληροφορίες για τον διδάσκαλο του Ανυσίου, επίσκοπο Αχόλιο.


Ο Ανύσιος υπερασπίσθηκε σθεναρά την αθωότητα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, όπως μαρτυρείται και σε αρκετούς Βίους του (Παλλάδιος, Γεώργιος Αλεξανδρείας, Βίος σύντομος). Μετά την καθαίρεση του Χρυσοστόμου, ο Ανύσιος απέστειλε επιστολή στον πάπα Ιννοκέντιο Α', την οποία προσκόμισε στη Ρώμη ο επίσκοπος Απαμείας Ευλύσιος: «Εὐλύσιος δὲ ᾿Απαμείας τῆς Βιθυνίας ἐπίσκοπος παραγέγονε καὶ αὐτὸς ἐν ῾Ρώμῃ ἐπιδιδοὺς γράμματα δεκαπέντε ἐπισκόπων τῆς συνόδου ᾿Ιωάννου καὶ τοῦ καλογήρου ᾿Ανυσίου τοῦ τῆς Θεσσαλονίκης ἐπισκόπου γραφέντα πρὸς τὸν αὐτὸν πάπαν» (Γεωργίου Αλεξανδρείας, Βίος Χρυσοστόμου 65). Στο ίδιο ζήτημα αναφερόταν επιστολή του πάπα Ιννοκεντίου, την οποία ωστόσο δεν κατέστη δυνατό να λάβει ο Ανύσιος, διότι οι κομιστές της επίσκοποι εμποδίσθηκαν σκόπιμα από κάποιο χιλίαρχο να καταπλεύσουν στη Θεσσαλονίκη για να την παραδώσουν στον Ανύσιο («ὃς ἐξαυτῆς συζεύξας αὐτοῖς ἑκατοντάρχην ἕνα οὐ συνεχώρησεν αὐτοὺς παραβαλεῖν τῇ Θεσσαλονίκῃ· ἐκεῖ γὰρ ἦν αὐτῶν ὁ σκοπός, πρῶτον ἀποδοῦναι τὰ γράμ­ματα ᾿Ανυσίῳ τῷ ἐπισκόπῳ»).


Εξαιρετικά σημαντικές είναι δύο επιστολές του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, η πρώτη απευθυνόμενη προσωπικά στον επίσκοπο Ανύσιο, ενώ η δεύτερη στον Ανύσιο και σε δέκα ακόμη επισκόπους της Μακεδονίας. Στην πρώτη επιστολή, που χρονολογείται περί το 406 μ.Χ. και γράφηκε στην εξορία, ο ιερός πατήρ ευχαριστεί τον Ανύσιο για το σημαντικό ρόλο που διεδραμάτισε υπέρ της δικαιώσεώς του («χάριτας πολλὰς ὁμολογοῦντές σου τῇ εὐλαβείᾳ ὑπὲρ τῆς ἐνστάσεως, καὶ τῆς ἀνδρείας τῆς ὑπὲρ τῶν ᾿Εκκλησιῶν») και τον προτρέπει να συνεχίσει άοκνα τις προσπάθειές του για την αποκατάσταση των εκκλησιαστικών πραγμάτων: «μὴ ἀποκάμῃς τὰ συντελοῦντα τῇ κοινῇ διορθώσει τῶν ᾿Εκκλησιῶν ποιῶν καὶ πραγματευόμενος». Στη δεύτερη επιστολή, που γράφηκε το ίδιο έτος, ο Χρυσόστομος ευχαριστεί από την εξορία τον Ανύσιο και όλους τους ορθοδόξους επισκόπους της Μακεδονίας για τις αδιάκοπες ενέργειές τους για τη δικαίωσή του και την αμέριστη συμπαράστασή τους.


Η αρχιερατεία του Ανυσίου έληξε με το θάνατό του περί τα τέλη του έτους 406 μ.Χ. ή τις αρχές του 407 μ.Χ.


Η μνήμη του επισκόπου Θεσσαλονίκης Ανυσίου αναγράφεται στο Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο στις 30 Δεκεμβρίου, ημέρα κατά την οποία τιμάται και η μνήμη της μάρτυρος Ανυσίας.

Οσία Θεοδώρα «η από Καισαρείδος»

 Η Οσία Θεοδώρα έζησε στα χρόνια του βασιλιά Λέοντα του Ισαύρου (717 - 741 μ.Χ.). Ήταν από γένος λαμπρό και επίσημο, τον πατέρα της έλεγαν Θεόφιλο και ήταν πατρίκιος, τη δε μητέρα της Θεοδώρα. Η Θεοδώρα ήταν στείρα και κατόπιν μεγάλης προσευχής προς τον Θεό, απέκτησε την Οσία. Όταν η κόρη Θεοδώρα έφτασε σε κατάλληλη ηλικία, αφιερώθηκε στη Μονή της Αγίας Άννας, την ονομαζόμενη Ριγιδίου. Εκεί διέμενε ασκούμενη στην αρετή, μέχρι τη στιγμή, που ο βασιλιάς Λέων την άρπαξε από τη Μονή για να τη δώσει γυναίκα στον γιο του Χριστόφορο. Την ημέρα όμως του γάμου, ο Χριστόφορος εξεστράτευσε μαζί με τον πατέρα του κατά των Σκυθών και στη συμπλοκή σκοτώθηκε. Έτσι η Θεοδώρα, αφού πήρε όσα πολύτιμα πράγματα είχε, επέστρεψε στη Μονή της, όπου εκάρη μοναχή. Εκεί έζησε με μεγάλη εγκράτεια και σκληραγωγία και απεβίωσε με οσιακό τρόπο.

Άγιος Γεδεών ο Νέος Οσιομάρτυρας

 Ο Άγιος Γεδεών γεννήθηκε στο χωριό Κάπουρνα της Δημητριάδος (Νομός Μαγνησίας) και κατά κόσμον ονομαζόταν Νικόλαος. Οι ευσεβείς γονείς του, ονομάζονταν Αυγερινός και Κυράτζα ενώ είχε άλλους τρεις αδελφούς και τέσσερις αδελφές.


Δώδεκα χρονών, με την οικογένειά του ήλθε στο χωριό Γιερμή και από 'κει στο Βελεστίνο, όπου εργαζόταν κοντά στο θείο του. Τον άρπαξε όμως κάποιος Τούρκος και τον εξισλάμισε με το όνομα Ιμπραήμ. Μετά από δυο μήνες, ο Νικόλαος, κατόρθωσε και δραπέτευσε και επανήλθε στην οικογένειά του. Ο πατέρας του τον φυγάδευσε στο χωριό Κεραμίδι, όπου κοντά σε κάποιους οικοδόμους πήγε στην Κρήτη. Εκεί εξομολογήθηκε σε κάποιο Ιερέα και βρήκε άσυλο στο εξωκλήσι του.


Μετά τον θάνατο του ιερέα, ο Νικόλαος έφυγε για το Άγιον Όρος. Εκεί πάλι εξομολογήθηκε, έλαβε των αχράντων μυστηρίων και στη Μονή Καρακάλου, εκάρη μοναχός με το όνομα Γεδεών. Οι πατέρες της Μονής του ανέθεσαν το διακόνημα του Εκκλησιάρχου.


Την 6η Ιουνίου 1797 μ.Χ. ο Γεδεών με την ευλογία των Πατέρων διωρίσθηκε μετοχιάρης με τον προηγούμενο Γαβριήλ, στο Μετόχιο της Μεταμορφώσεως, στην περιοχή του Ρεθύμνου Κρήτης. Μετά από έξι έτη παραμονής στο μετόχι, επέστρεψεν στην μονή της μετανοίας του.


Με τον πόθο όμως του μαρτυρίου, ήλθε στο Βελεστίνο, στον τόπο που αρνήθηκε την πίστη του, όπου μέσα στην αγορά με θάρρος ομολόγησε τον Χριστό.


Διωκόμενος από τους Τούρκους, ήλθε στην Αγιά, όπου συνελήφθηκε. Οι Τούρκοι, αφού τον διαπόμπευσαν στους δρόμους του Τιρνάβου, κατόπιν του έκοψαν τα πόδια και τα χέρια και στη συνέχεια τον έριξαν στα αποχωρητήρια. Εκεί, μέσα σε φρικτούς πόνους, παρέδωσε το πνεύμα του στις 30 Δεκεμβρίου 1818 μ.Χ.


Η τίμια κάρα του μάρτυρα, αποθησαυρίστηκε στην αγία Τράπεζα του Μητροπολιτικού Ναού του Τυρνάβου, Παναγίας Φανερωμένης.



Ἀπολυτίκιον

Ἦχος α´. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Ἐναθλήσας νομίμως τὸν ἐχθρὸν καταβέβληκας, καὶ Ὁσιομάρτυς ἐδείχθης, του Σωτῆρος περίδοξος· χειρῶν γὰρ καὶ ποδῶν τὴν ἐκτομήν, ὑπέστης Γεδεὼν καρτερικῶς, διὰ τοῦτο θείαν χάριν νέμεις ἀεί, τοῖς πίστει ἐκβοῶσί σοι· δόξα τῷ παρασχόντι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.


Έτερον Ἀπολυτίκιον

Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ὁσίων ἰσότιμος, καὶ Ἀθλητῶν κοινωνός, καὶ θεῖον ἀγλάϊσμα, τῆς Καρακάλλου Μονῆς, ἐδείχθης μακάριε· σὺ γὰρ στερρῶς ἀθλήσας, τὸν ἐχθρὸν ἐτροπώσω· ἔνθεν Ὁσιομάρτυς, Γεδεὼν ἐδοξάσθης, πρεσβεύων ὑπὲρ πάντων, ἡμῶν τῶν εὐφημούντων σε.


Έτερον Ἀπολυτίκιον

Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

῾Ρείθροις ἔπνιξας τῶν σῶν αἱμάτων, καὶ κατῄσχυνας, τοῦ ἐπαράτου, τὴν ἀσέβειαν Βελῆ καὶ τὸ φρύαγμα, ὑπὲρ Χριστοῦ ἐναθλῶν γενναιότατα, ὁσιομάρτυς Γεδεὼν παναοίδιμε, πρέσβυν ἀκοίμητον, Χριστῷ σε προσάγομεν, ῥυσθῆναι ἐκ κινδύνων τὰς ψυχὰς ἡμῶν.


(Ποιηθέν υπό Μητροπολίτου Λαρίσης Δωροθέου).


Κοντάκιον

Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.

Ἐν ἀσκήσει πρότερον, ἐνδιαπρέψας θεόφρον, τῇ ἀθλήσει ὕστερον, θεοπρεπῶς ἐδοξάσθης· πόνοις γάρ, ἐγκαρτερήσας τοῖς ἀφορήτοις, ᾔσχυνας, ἐχθροῦ εἰς τέλος τὰς μεθοδείας· διὰ τοῦτό σε τιμῶμεν, Ὁσιομάρτυς Γεδεὼν ἔνδοξε.


Μεγαλυνάριον

Χαίροις τῶν Ὁσίων ὁ μιμητής· χαίροις τῶν Μαρτύρων, θιασώτης καὶ ζηλωτής· ἐν γὰρ ἀμφοτέροις, νομίμως διαπρέψας, Ὁσιομάρτυς ὤφθης, Γεδεὼν ἔνθεος.


Ὁ Οἶκος

Ἀποφυγὼν τοῦ δυσμενοῦς, τὰς πάγας καὶ τοὺς βρόχους, ἐν μετανοίᾳ ἀληθεῖ, καὶ συντριβῇ καρδίας, προσέπεσας τῷ Λυτρωτῇ καὶ Σωτῆρι Χριστῷ, ὡς ὁ Ἀπόστολος Πέτρος Ἅγιε· καὶ ἄρας τὸν Σταυρὸν αὐτοῦ, ἀσκητικῇ, πολιτείᾳ διέπρεψας, πρὸς ἀθλητικοὺς προγυμναζόμενος πόνους καὶ καμάτους· καὶ τοῖς ἀσεβέσι παραστάς, τὴν καλὴν ὁμολογίαν εὐθαρσῶς ὡμολόγησας, ἀνακαλεσάμενος τῂν ἧτταν, καὶ τροπωσάμενος τὸν σὲ πρῴην πτερνίσαντα βύθιον δράκοντα· στεῤῥῶς γὰρ ὑπέμεινας τὰς ἀπειλὰς τῶν δυσσεβῶν, καὶ τὰς τομὰς τῶν χειρῶν καὶ τῶν ποδῶν ὡς ἄλλου πάσχοντος, δι᾿ ὧν τῶν πάλαι Μαρτύρων ὤφθης ἰσοστάσιος· μεθ᾿ ὧν σε τιμῶμεν Ὁσιομάρτυς Γεδεὼν ἔνδοξε.


Κάθισμα

Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Ἐν Ὁσίοις ἐκλάμψας ἐν ὄρει Ἄθωνος, μαρτυρίου ὑπῆλθες τὸ θεῖον στάδιον, καὶ ἐδέξω πρὸς Χριστοῦ ζωῆς τὸν στέφανον, Ὁσιομάρτυς Γεδεών, καὶ συνήφθης τοῖς χοροῖς, κλεινῶν Ὁσιομαρτύρων, μεθ᾿ ὧν δυσώπει ἀπαύστως, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.


Άγιος Φιλέταιρος

 Ο Άγιος Φιλέταιρος ήταν από τη Νικομήδεια. Διακρινόταν για την βαθιά πίστη του αλλά και απέραντο εξωτερικό κάλλος, κάτι που δεν υπολόγισε ποτέ, γνωρίζοντας ότι μετράει η ψυχική ομορφιά και όχι η εξωτερική. Ποτέ δεν βασίστηκε σε αυτή, παρ' όλο που αυτή θα του εξασφάλιζε μία άνετη ζωή. Οι ειδωλολάτρες θέλοντας να εκμεταλλευτούν το φυσικό του κάλλος, προσπαθούσαν να τον προσελκύσουν στον ειδωλολατρισμό. Όταν μία φορά μετέβη στη Νικομήδεια ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός, άκουσε για τον Φιλέταιρο και ζήτησε να του γνωρίσουν το άτομο με την τόση ομορφιά. Μόλις τον είδε, μαγεύτηκε και του ζήτησε να μπει στην ακολουθία του, με την προϋπόθεση ότι θα αρνηθεί το χριστιανισμό. Ο Άγιος αποκρίθηκε ότι θα υπηρετήσει τον αυτοκράτορα, αλλά δεν θα έπαυε να υμνεί και να λατρεύει τον Ιησού Χριστό. Γι' αυτή την ομολογία του, φυλακίστηκε, αφέθηκε όμως ελεύθερος μετά από λίγο καιρό. Όταν όμως ανέβηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο ο Μαξιμιανός, ο Φιλέταιρος καταδιώκτηκε και βασανίστηκε. Διεσώθη όμως και μετέβη σε όρος προς τα μέρη της Σιγριανής. Στα μέρη εκείνα ο Άγιος Φιλέταιρος, συνάντησε τον Άγιο Ευβιότο  και έζησε μαζί του με αδελφική αγάπη, συμμελέτη και συμπροσευχή.