Κυριακή 29 Οκτωβρίου 2023

Η θεραπεία της αιμορροούσης γυναικός και η ανάσταση της κόρης του Ιαείρου

 Άγιος Κύριλλος, αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας


Εξήγησις υπομνηματική εις το κατά Λουκάν Ευαγγέλιον, κεφ. η΄(Λουκά 8, 41-56)


«Καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· τίς ὁ ἁψάμενός μου; (:Και είπε ο Ιησούς: Ποιος είναι αυτός που με άγγιξε;)» [Λουκ. 8, 45]


Δεν αγνοήθηκε όμως το παράδοξο, γιατί αν και ο Σωτήρας γνωρίζει τα πάντα, ερωτά σαν να μη γνωρίζει και λέγει: «Ποιος με άγγιξε;». Και ενώ οι άγιοι απόστολοι είπαν με πειστικότητα «ἐπιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι, καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου; (: “Διδάσκαλε, τα πλήθη σε στενοχωρούν και σε πιέζουν ολόγυρα και εσύ λες ‘’ποιος με άγγιξε;”)», πράγμα που είναι μεγίστη απόδειξη ότι Αυτός και αληθινή σάρκα φέρει, και καταπατεί κάθε υπερηφάνεια, γιατί δεν Τον ακολουθούσαν από μακριά, αλλά Τον είχαν περικυκλωμένο από παντού, Αυτός φέρει στη μέση και επικεντρώνει την προσοχή τους σε αυτό που έγινε και λέγει επιμένοντας ότι «ἥψατό μού τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ᾿ ἐμοῦ (: “κάποιος με άγγιξε. Διότι εγώ κατάλαβα ότι κάποια δύναμη θαυματουργική βγήκε από εμένα”).



Άραγε λοιπόν ο Κύριος από φιλοδοξία δεν άφησε να διαφύγει η απόδειξη της θεοπρεπούς ενέργειάς Του, δηλαδή το παράδοξο που συνέβη με τη γυναίκα; Δε λέμε αυτό· γιατί πώς θα το έκανε αυτό Αυτός που σε πολλές περιπτώσεις συνιστούσε να σιωπούν; Αλλά μάλλον λέμε εκείνο: ότι δηλαδή παντού αποβλέπει στην ωφέλεια αυτών που καλούνται στη χάρη μέσω της πίστεως. Άρα πολλούς θα έβλαπτε το θαύμα αυτό μένοντας άγνωστο, με το να γίνει όμως γνωστό ωφέλησε όχι και λίγο, εκτός από τους άλλους, και τον άρχοντα της συναγωγής. Γιατί του έκανε πιο ασφαλή την ελπίδα για τον αναμενόμενο, και του έδινε ακλόνητο θάρρος ότι ο Χριστός θα αρπάξει τη θυγατέρα του και από τις παγίδες του θανάτου-γιατί δεν επιτρεπόταν στους μη καθαρούς να αγγίξουν κάποιον από τους αγίους ή να πλησιάσουν άνδρα ιερό.


Έχουμε λοιπόν πληροφορηθεί ότι ο Εμμανουήλ είναι Θεός αληθινός, και από αυτό που έγινε με τρόπο θαυματουργικό, και από αυτά που είπε με τρόπο θεοπρεπή· γιατί λέγει: «Εγώ αισθάνθηκα να έχει βγει κάποια δύναμη θαυματουργική από εμένα». Είναι βέβαια πέρα από τα δικά μας μέτρα, ή ίσως και τα αγγελικά, το να μπορούμε να εκπέμψουμε κάποια δύναμη, και μάλιστα από τη δική μας φύση, δηλαδή από τον εαυτό μας. Το πράγμα αυτό ταιριάζει μόνο στην πέρα και πάνω από όλα φύση. Γιατί κανένα από τα κτίσματα δεν έχει κάποια δύναμη ιατρική, ή κάποια άλλη ξεχωριστή, αλλά αυτό που έχει είναι δοσμένο από τον Θεό.



«καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς, καὶ ἀνέστη παραχρῆμα (: Και αμέσως η ψυχή της επέστρεψε στο σώμα και αναστήθηκε)» [Λουκ. 8, 55].


Η εξιστόρηση βέβαια του θαύματος είχε ως εξής· ίσως όμως πρέπει να την εξετάσουμε λεπτομερέστερα και πνευματικότερα. Οι απλοϊκότεροι λοιπόν ας θαυμάζουν τα μεγαλεία του Θεού έτσι όπως τα βλέπουν (γιατί ωφελούν ακόμα και νοούμενα σωματικά), εκείνοι όμως που μπορούν να προχωρήσουν περισσότερο, θα δουν και θα καταλάβουν ότι και αυτά συνέβαιναν σε εκείνους ως τύποι, αλλά γράφτηκαν για εμάς, αφού προσευχηθούμε στον Θεό, ας ζητήσουμε να έρθει λόγος που να αποσαφηνίσει και αυτά [βλ. Α΄Κορ. 10, 6: «Ταῦτα δὲ τύποι ἡμῶν ἐγενήθησαν (: Αυτά όλα έγιναν προφητικά σύμβολα και αλληγορίες για εμάς και μας διδάσκουν»].


Θα μας αποσαφηνίσει πώς ενώ πήγαινε ο Κύριος προς τη θυγατέρα του αρχισυναγώγου Ιαείρου, πρώτη η αιμορροούσα που Τον συνάντησε στο δρόμο, θεραπεύεται. Διότι ο Υιός του Θεού είχε πάει προηγουμένως στη συναγωγή των Ιουδαίων και έμαθε πως η μικρή κοπέλα νοσεί και πεθαίνει. Γιατί τα παραπτώματα του Ισραήλ την είχαν κάνει να πεθάνει, ενώ η αιμορροούσα που τη συνάντησε στο δρόμο, η γεμάτη ακαθαρσία, της οποίας το αίμα δεν έρρεε στην περίοδο την έμμηνο, αλλά αιμορροούσε διαρκώς, αυτή πριν από εκείνη πιστεύει στον Υιό του Θεού. Και Αυτός βέβαια κατευθύνεται προς το σπίτι του Ιαείρου, αυτή όμως θέλει έστω και το άκρο του ενδύματός Του να αγγίξει.


Ο ευαγγελιστής Λουκάς στο σημείο αυτό, πράγμα που δεν είπε ο ευαγγελιστής Ματθαίος, πρόσθεσε ότι η θυγατέρα του αρχισυνάγωγου ήταν δώδεκα ετών, αλλά και η αιμορροούσα έπασχε από αιμορραγία δώδεκα χρόνια. Άρα λοιπόν συγχρόνως με τη γέννηση εκείνης, άρχισε αυτή να υποφέρει από αιμορραγία. Γιατί εκείνη βρισκόταν σε απάθεια όσο χρόνο ζούσε η Συναγωγή, και το ίδιο το όριο του χρόνου γίνεται το τέλος εκείνης και η αρχή της σωτηρίας αυτής. Εκείνη πεθαίνει δώδεκα ετών, και αυτή, αφού πίστεψε, θεραπεύθηκε από το πάθος δώδεκα ετών, κατά τη διάρκεια των οποίων δεν μπόρεσε να θεραπευθεί από κανένα γιατρό. Γιατί πολλοί γιατροί από τους εθνικούς υπόσχονταν ότι θα την θεραπεύσουν. Εάν εξετάσεις εκείνους που φιλοσοφούσαν και υπόσχονταν την αλήθεια, θα δεις ότι είναι γιατροί που προσπαθούσαν να θεραπεύσουν. Αυτή όμως, μολονότι δαπάνησε όλα τα υπάρχοντά της, δεν μπόρεσε από κανένα γιατρό να θεραπευτεί. Έπιασε απλώς το κάτω άκρο του ενδύματος του Ιησού με πίστη και θεραπεύτηκε. Εάν εξετάσουμε την πίστη μας προς τον Ιησού Χριστό και κατανοήσουμε πόσο μεγάλος είναι ο Υιός του Θεού, και Ποιον αγγίξαμε, θα δούμε ότι σε σύγκριση με το κράσπεδο αυτό, δηλαδή το κάτω άκρο του ενδύματος του Ιησού, αγγίξαμε κράσπεδο, αλλά όμως το κράσπεδο μας θεραπεύει και μας κάνει να ακούμε από τον Ιησού: «θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε (: έχε θάρρος, κόρη μου, η πίστη σου σε έχει σώσει)». Και αν εμείς θεραπευθούμε, θα αναστηθεί και η θυγατέρα του αρχισυνάγωγου· διότι λέγει ο απόστολος Παύλος: «ἄχρις οὗ τὸ πλήρωμα τῶν ἐθνῶν εἰσέλθῃ καὶ οὕτω πᾶς Ἰσραὴλ σωθήσεται καθὼς γέγραπται· ἥξει ἐκ Σιὼν ὁ ῥυόμενος καὶ ἀποστρέψει ἀσεβείας ἀπὸ Ἰακώβ (: μέχρις ότου το πλήθος των εθνικών, που έχει προγνωρίσει ο Θεός, εισέλθουν στην βασιλεία του Χριστού, τότε όλος ο Ισραηλιτικός λαός θα σωθεί, όπως άλλωστε είναι γραμμένο στον προφήτη Ησαΐα: “θα έλθει από την Σιών ο υπερασπιστής και ελευθερωτής, ο οποίος θα αποβάλει και θα εξαλείψει τις ασέβειες και τις αμαρτίες από τους απογόνους του Ιακώβ’’» [Ρωμ. 11, 25 και Ησ. 59, 20].

«ΝΙΚΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ»

 Δύο θαύματα τοῦ Χριστοῦ ἀφηγεῖται ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, τὴν θεραπεία τῆς «αἱμορροούσης» πού ἐπὶ δώδεκα χρόνια μαστιζόταν ἀπό τήν ἀρρώστια της καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ δωδεκάχρονου κοριτσιοῦ τοῦ Ἰαείρου. Ὁ ἴδιος χρονικὸς προσδιορισμὸς στὶς δύο περιπτώσεις δὲν εἶναι τυχαῖος: ἡ διάρκεια τῆς ζωῆς τοῦ κοριτσιοῦ συμπίπτει μὲ τὴ διάρκεια τῆς ἀρρώστιας τῆς γυναίκας γιὰ τὴν ὁποία γίνεται λόγος στὴν ἀρχὴ τῆς περικοπῆς. Ὅσο διαρκεῖ ἡ ζωή, βρίσκεται ὁ ἄνθρωπος κάτω ἀπὸ τὴν ἐπήρρεια τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ πόνου. Ἡ παρουσία ὅμως τοῦ Χριστοῦ ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους σημαίνει τὴν ἀπαρχὴ ἑνὸς νέου κόσμου ἀφθαρσίας καὶ αἰωνιότητας.


Ὁ φόβος μπροστὰ στὸ τρομακτικὸ γεγονὸς τοῦ θανάτου μᾶς εἶναι γνωστὸς ἀπὸ τὴν καθημερινὴ ἐμπειρία. Βλέποντας ὁ ἄνθρωπος ὅτι ὁ θάνατος βάζει τέλος σ’ ὅλα τὰ ὄνειρα καὶ τὶς προσδοκίες του, καταλαμβάνεται ἀπὸ τρόμο καὶ ἀγωνία,  εἶναι μάλιστα τόσο βέβαιος γιά τόν τελεσίδικο τερματισμὸ τῶν πάντων στὸ θάνατο, ὥστε νὰ τοῦ φαίνεται τελείως ἀνεδαφικὸ καὶ παράδοξο ἐὰν κάποιος ὑποστηρίξει τὸ ἀντίθετο. Ἔτσι, οἱ συγγενεῖς καὶ φίλοι τοῦ Ἴάειρου «κατεγέλων», ὅταν ὁ Ἴησοῦς βεβαίωνε ὅτι τὸ παιδὶ τοῦ ἀρχισυνάγωγου «οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ κᾶθεύδει».


Καταγέλουν οἱ ἄνθρωποι μὴ γνωρίζοντας, ἢ μᾶλλον μὴ πιστεύοντας ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς τῆς ζωῆς βρίσκεται ἀνάμεσά τους γιὰ νὰ νικήσει τὴν φθορά, νὰ ἐλευθερώσει τοὺς ἀνθρώπους, νὰ καταργήσει τὸν θάνατο. Δέν κρίνει κανένα ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου γιά τή στάση του, παρά μόνο μέ τήν θεία αὐθεντία του προστάζει: «ἡ παῖς, ἐγείρου». Τὴν καταστροφὴ καὶ φθορά, ποὺ ἔφερε μέσα στὸν κόσμο ἡ ἑωσφορικὴ ἐπανάσταση τοῦ ἄνθρωπου κατὰ τοῦ Θεοῦ, ἔρχεται νὰ ἐπανορθώσει ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ διώχνοντας τὴν ἀσθένεια, τὸν πόνο καὶ τὸ θάνατο ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ ὁδηγώντας τὸν ἄνθρωπο ὄχι μόνο στὸ «ἀρχαῖο κάλλος» ἄλλα καὶ ἀκόμη πιὸ ψηλά.


Ἔτσι τά θαύματα τοῦ Χριστοῦ, εἴτε αὐτἀ πού ἐπιτελέσθηκαν ἀπό τόν Χριστό κατά τήν ἐπίγεια δράση του, εἴτε αὐτά πού συνεχῶς ἐπιτελοῦνται μέσα στήν ἱστορική ζωή τῆς Ἐκκλησίας, γίνονται οἱ δεῖκτες τῆς βασιλείας τοῦ Χριστοῦ, τά παρατηρητήρια μέσα ἀπό τά ὁποῖα βλέπουμε τόν καινούργιο κόσμο, τόν κόσμο τῆς ἀγάπης καί τῆς ἀφθαρσίας πού δέν ἐπισκιάζεται ἀπό τήν ἀπειλή τοῦ θανάτου.

Η ΠΙΣΤΗ ΔΙΝΕΙ ΖΩΗ

 Δύο μεγάλα μηνύματα δίνει ὁ Χριστός στούς ἀνθρώπους μέ τά θαύματα πού ἐπιτελεῖ, μετά τήν ἐπιστροφή του ἀπό τή χώρα τῶν Γαδαρηνῶν στήν Καπερναούμ. Τό πρῶτο εἶναι ὁ ἴδιος εἶναι ἡ Ζωή καί δίνει τή ζωή, τόσο τή βιολογική ὅσο καί τήν κοινωνική, ἐνῶ τό δεύτερο εἶναι πώς ἡ πίστη εἶναι προϋπόθεση γιά τό θαῦμα καί ὄχι τό θαῦμα γιά τήν πίστη.


Δώδεκα χρόνια


Δώδεκα χρόνια μιά αἱμορροοῦσα γυναίκα ὑποφέρει. Πέρα ἀπό τόν σωματικό ρῦπο καί τήν ἐξάντληση ἀπό τήν αἱμορραγία, ἡ ἀσθένεια δέν τῆς ἐπιτρέπει νά κάνει παιδιά, δέν τῆς ἐπιτρέπει νά παντρευτεῖ, διότι τότε ἡ ὁ γάμος ἦταν ὁ μοναδικός σκοπός γιά νά ἔχει μιά γυναῖκα νόημα στή ζωή της. Ἡ γυναῖκα πλησιάζει τόν Χριστό μέ τήν συστολή ὅτι εἶναι γιά τόν νόμο καί τούς ἀνθρώπους ἀκάθαρτη. Καί τήν στιγμή πού ἀγγίζει τόν Χριστό, τό κράσπεδο τοῦ ἰματίου του, καί, μάλιστα, κρυφά, ἡ ζωή της ἀλλάζει. Μία στιγμή ἔπρακτης πίστης σβήνει δώδεκα χρόνια δοκιμασίας. Πλέον μπορεῖ νά συμμετέχει στήν κοινωνική ζωή κι αὐτός εἶναι ὁ λόγος, γιά τόν ὁποῖο ὁ Χριστός τήν καλεῖ δημόσια νά φανερωθεῖ. Ἡ πίστη δέν μᾶς ἀφήνει κρυμμένους, ἀλλά μᾶς δίνει τό θᾶρρος νά φανερώνουμε τό πρόσωπό μας καί τίς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ σέ ὅλους καί νά ξεκινοῦμε ἀπό τήν ἀρχή.


Δώδεκα χρονῶν ἦταν καί τό κορίτσι τοῦ ἀρχισυνάγωγου Ἰαείρου. Πάνω πού θά ξεκινοῦσε ἡ δυνατότητά της, καθώς ἔμπαινε στήν ἐφηβεία, νά ζήσει στήν κοινωνία τῆς ἐποχῆς της, νά μπορέσει νά κάνει οἰκογένεια, μία ἀσθένεια τήν ὁδηγεῖ στόν βιολογικό τώρα θάνατο. Καί ὁ Χριστός θά μετρήσει τήν πίστη τῶν γονέων της καί θά τῆς δώσει τήν εὐκαιρία νά ζήσει καί μαζί της κι ἐκεῖνοι νά χαροῦν.  Θά δείξει ἔτσι στούς ἀνθρώπους ὅτι ἡ πίστη σ’ Αὐτόν δέν νικιέται ἀπό τόν θάνατο. Καί ἡ πίστη στηρίζει καί ὅσους ἀγαπᾶ αὐτός πού πιστεύει.. Μέ τήν πίστη κάνουμε ἕνα μεγάλο δῶρο στούς συνανθρώπους μας: τόν Χριστό. Ἐναπόκεται σέ ἐκεῖνους ἄν θά τόν ἀποδεχθοῦν καί θά κάνουν μιά καινούργια ἀρχή στή ζωή τους.


Ἡ πίστη πραγματοποιεῖ τό ἀδύνατο


Ἀξίζει νά σταθοῦμε στήν φράση πού λέει ὁ Χριστός στούς γονεῖς καί στούς ἀνθρώπους πού περιτριγύριζαν τή νεκρή κοπέλα: «Μή κλαίετε . οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλά καθεύδει» (Λουκ. 8, 52). Συχνά οἱ ἄνθρωποι κάνουμε τίς κρίσεις καί τίς ἐκτιμήσεις μας τόσο γιά τή ζωή μας ὅσο καί γιά τή σχέση μας μέ τόν Θεό μέ βάση τί βλέπουν οἱ αἰσθήσεις μας, μέ βάση τή λογική μας. Καί θεωρεῖται μεγάλο προτέρημα γιά κάποιον νά πατᾶ στά πόδια του καί νά εἶναι προσγειωμένος. Μάλιστα, σέ τομεῖς τῆς ζωῆς ὅπως ἡ πολιτική, ὅπως ἡ οἰκονομία, ὅπως ἡ παγκόσμια πορεία, τό νά βλέπει κανείς πρός τά ποῦ πηγαίνουν τά πράγματα, εἶναι ἀπαραίτητο προτέρημα.


Τά δύο θαύματα πού ἐπιτελεῖ ὁ Χριστός μᾶς δείχνουν ὅτι  τά πράγματα δέν εἶναι πάντοτε ἔτσι. Ὅτι δέν ἀρκοῦν ὁ ρεαλισμός καί τό αὐτονόητο, ὁ συμβιβασμός μέ τήν πραγματικότητα. Ὅτι ἄν ὑπάρχει ἡ πίστη στό Χριστό καί ἡ βεβαιότητα τῆς δικῆς του παρουσίας, τότε μπορεῖ ἀκόμη καί αὐτό πού φαντάζει ἀνέφικτο νά πραγματοποιηθεῖ. Γελοῦσαν καί κορόιδευαν οἱ λάτρεις τοῦ αὐτονόητου τήν παρότρυνση τοῦ Χριστοῦ. Κατάπληκτοι θά διαπιστώσουν ὅτι στό Χριστό ὅλα εἶναι δυνατά. Τήν ἴδια εἰρωνεία ἀντιμετώπισε ὁ Χριστός ὅταν ζήτησε νά μάθει ποιός τόν ἄγγιξε καί ἐξῆλθε δύναμη ἀπό αὐτόν στή θεραπεία τῆς αἱμορροούσας. Ἀκόμη καί ὁ Πέτρος καί οἱ μαθητές του, ἐπειδή ἔμεναν στό προφανές, στό λογικό, ἔσπευσαν νά τοῦ ποῦνε ὅτι τό ἐρώτημά του ἦταν ἀφελές.  Ὁ Χριστός ὅμως γνώριζε καί γνωρίζει.


Τόσο στά μικρά ὅσο καί στά μεγάλα της ζωῆς μας, ἄς ἐπαναφέρουμε στήν προτεραιότητα τῆς πορείας μας ὄχι μόνο τό ρεαλιστικό, τό προφανές, τό αὐτονόητο, ἀλλά καί τήν πίστη στό Χριστό. Αὐτή θά μᾶς δώσει ἐλπίδα στήν ἀπελπισία μας. Θά μᾶς κάνει νά ἐπιμείνουμε καί νά παλεύουμε. Θά μᾶς βοηθήσει νά μήν ἐγκαταλείψουμε τήν προσπάθειά μας. Νά στηριχτοῦμε σ’ ἐκεῖνον, γιά νά ἔρθει στή ζωή μας αὐτό πού μοιάζει ἀδύνατο, ἀλλά ἄν εἶναι πρός ὄφελός μας, ὁ Χριστός θά μᾶς τό δώσει!

"ἐν πίστει ζῶ..."

 Γιά νά καταλάβουμε τό σημερινό Ἀπόστολο, ἀγαπητοί ἀδελφοί, θά πρέπει νἄχουμε ὑπόψη τό πρόβλημα πού δημιούργησαν στήν πρώτη Ἀποστολική Ἐκκλησία ὁρισμένοι ψευδοδιδάσκαλοι ἰουδαΐζοντες. Ποιό πρόβλημα; Ὅτι ὅσοι πίστευαν στόν Ἰησοῦ Χριστό καί τό Εὐαγγέλιό Του καί βαπτίζονταν καί γίνονταν μέλη τῆς Ἐκκλησίας, γιά νά σωθοῦν, δέν ἦταν ἀρκετό νά πιστεύσουν, ἀλλά ἦταν ἀπαραίτητο, ἐπιπροσθέτως, νά τηροῦν καί τίς διατάξεις τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου. Οἱ «διδάσκαλοι» αὐτοί, ἦταν σάν νά συμβούλευαν κάποιον μέρα-μεσημέρι ν’ἀνάψει ἕνα λυχνάρι, μιά λάμπα, γιά νά βλέπει καλύτερα! Κάτι παρόμοιο συνέβαινε καί στό θρησκευτικό τομέα. Διότι ὁ Νόμος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης συγκρινόμενος μέ τό Εὐαγγέλιο, μοιάζει μέ λυχνάρι μπροστά στόν Ἥλιο. «Παρῆλθεν ἡ σκιά τοῦ Νόμου τῆς Χάριτος ἐλθούσης». Ἔτσι, ἀκούσαμε σήμερα τόν Ἀπόστολο Παῦλο νά ξανατονίζει, γιά μιά ἀκόμη φορά, «ὅτι οὐ δικαιοῦται ἄνθρωπος ἐξ ἔργων νόμου ἐάν μή διά πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ».


Ἡ πίστη ἡ εἰλικρινής καί θερμή στόν Ἰησοῦ Χριστό ὡς Υἱό τοῦ Θεοῦ καί Θεό ἀληθινό, Μεσσία καί λυτρωτή, μόνο αὐτή σώζει, δικαιώνει τόν ἄνθρωπο μπροστά στό Θεό καί τόν ἀπαλλάσσει ἀπό τήν ἐνοχή τῶν ἁμαρτιῶν∙ «ἐν πίστει ζῶ» διακηρύσει τό ἀποστολικό στόμα. Ἠ πίστη δέν εἶναι κάποια ἀόριστη καί ἀφηρημένη θεωρία, μιά ὡραία ἰδεολογία καί μία συμφέρουσα θρησκευτική ἄποψη. Ἡ Ὀρθόδοξη πίστη εἶναι βίωμα, ἦθος, τρόπος ζωῆς καί ὑπάρξεως. Πίστη σημαίνει ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ νά γίνει δική μου. Ἡ σύνδεση μέ τόν Χριστό μᾶς ὁδηγεῖ στήν ἀλήθεια. Ὁ Μεγάλος Θεός γίνεται μικρός, προσφιλής, οἰκεῖος γιά νά χωρέσει στό νοῦ καί στή καρδιά μας. Ὁ ἄνθρωπος φαίνεται πρόσωπο ἀγαπώντας ἀνιδιοτελῶς, θυσιαστικῶς. Ἠ ἠθική ζωή συνίσταται στήν ἐλεύθερη τήρηση τῶν εὐαγγελικῶν ἀρετῶν. Ἡ Ὀρθόδοξη πίστη κάνει τόν ἄνθρωπο νά μήν ἀπελπίζεται ποτέ. Μάλιστα τόν ὁδηγεῖ στή δωρεά, στήν εὐεργεσία, στήν φιλανθρωπία. Βλέποντας ὁ πιστός στό πρόσωπο τοῦ ἄλλου τόν Χριστό, φίνεται πιό ἀνεκτικός, πιό ἐπιεικής, πιό φιλικός, πιό συγκαταβατικός. Ὄσους δέν πιστεύουν, δέν πρέπει νά τούς βλέπουμε μέ τήν ἄκρη τοῦ ματιοῦ μας, βιαστικά. Κάποιο πόνο μεγάλο ἔχουν, κάποια ἀντίδραση, κάτι πού δέν τούς ἀφήνει νά ἐκφραστοῦν ἐγκάρδια. Ἡ ὑπερηφάνεια θά πρέπει νά εἶναι ἄγνωστη στόν γνήσιο ὀρθόδοξο πιστό. Ἡ ὑπερηφάνεια αὔξησε τίς ψυχικές διαταραχές, τά ἄγχη, τίς θλίψεις, τίς ἀπαγοητεύσεις, τίς καχυποψίες, τίς ἀπομονώσεις καί τίς ταραχές. Ὁ πιστός χριστιανός ἔχει τή γλυκειά χαρά τῆς ταπεινώσεως, διότι ἐστερνίζεται τή Δεσποτική ταπείνωση τοῦ Κυρίου μας. Τίθεται τό ἐρώτημα. Θά πρέπει ἡ ὀρθόδοξη πίστη νά μεταποιηθεῖ καί ἐκσυχρονιστεῖ γιά νά ἱκανοποιήσει τούς σύγχρονους ἀνθρώπους; Πιστεύουμε, ἀκράδαντα, ὄχι. Ὁ Χριστός ἐπανερχόμενος στόν κόσμο θά ἔλεγε τά ἴδια πράγματα. Ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου πάντα ζητᾶ τήν ἀλήθεια. Αὐτή τήν ἀλήθεια καλούμαστε νά προσφέρουμε μέ περισσή ἀγάπη. Οἱ ἐκπτώσεις ἐδῶ δέν ὠφελοῦν, ὅπως καί τά δυσβάστακτα φορτία. Δέν θά αὐξήσουμε τούς ἀκολούθους μας μέ τό νά τούς χαϊδεύουμε τά αὐτιά. Δέν θά δημιουργήσουμε ὁπαδούς πού θά μᾶς χειροκροτοῦν καί ἐπιδοκιμάζουν. Τό κυρίως ζητούμενο εἶναι ἡ ἁγιότητα. Ἡ Ἁγιότητα θά σώσει τόν κόσμο. Μόνο ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία συνεχίζει νά γεννᾶ καί σήμερα ἁγίους. Καλούμαστε νά βιώσουμε, νά δοξάσουμε, νά ἐμπνεύσουμε τήν ἁγιότητα. Ἀπό φιλότιμο καί ἀγώνα γιά μιά ἐνάρετη ζωή, εὐχάριστη, ἡσύχια καί ἐλεύθερη. Πηγή τοῦ ἁγιασμοῦ εἶναι ὁ Πανάγιος Θεός καί τά Θεῖά Του Μυστήρια, τά ὁποῖα ἐνεργοῦνται ἐντός τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν Θεία Χάρη Του. Μόνο μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ μποροῦμε νά φθάσουμε στήν ἀγιότητα. Ἡ ἀνεξαρτητοποιημένη αὐτοθέωση εἶναι ἄγνωστη στήν ὀρθόδοξη πνευματική ζωή. Ἡ ὀρθόδοξη πίστη μᾶς ὁδηγεῖ στήν προσευχή γιά τούς ἄλλους, στό νά δίνουμε παρά νά παίρνουμε, νά χαιρόμαστε στή χαρά τοῦ ἄλλου, νά λυπούμαστε στή λύπη του, νά σκεπτόμαστε τόν αἰώνιο προορισμό μας, νά μάθουμε νά ὑπομένουμε, νά ἐλπίζουμε, νά ἐγκρατευόμαστε καί νά χαιρόμαστε τήν ἁπλότητα καί τή λιτότητα.


Ἐκκλησία τῆς Πεντηκοστῆς εἶναι ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας. Ἐκκλησία τῆς σαρκώσεως τοῦ Χριστοῦ, τοῦ σταυρικοῦ του θανάτου, τῆς Ἀναστάσεως καί τῆς Πεντηκοστῆς. Ὅταν ἀπό τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ ἀπομονώσουμε ἕνα μόνο σημεῖο, τό ὑπερτονίσουμε καί λανθασμένα τό ἐξηγήσουμε, αὐτό γίνεται αἵρεσις. Χωρίς Σταυρό γίνεται ἡ Ἀνάστασις; Χωρίς νά σταυρωθεῖ ὁ ἄνθρωπος μέ τή νηστεία, τήν προσευχή, τήν μετάνοια, τήν ταπείνωση, τήν ἄσκηση, μπορεῖ νά ἰδεῖ τό Θεό; Προηγεῖται ὁ Σταυρός στή ζωή τοῦ Χριστιανοῦ καί ἔπεται ἡ Ἀνάστασις καί ἡ Πεντηκοστή. Ἀναφερόμαστε στούς σύγχρονους πεντηκοστιανούς προτεστάντες, οἱ ὁποῖοι θέλουν Ἀνάσταση καί χαρίσματα πνευματικά, χωρίς νά σταυρώσουν τόν ἑαυτό τους διά τῆς μετανοίας, τῆς νηστείας, τῆς ὑπακοῆς τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία μας μέ τήν ζῶσα πίστη ζεῖ συνεχῶς τό μυστήριο τῆς Πεντηκοστῆς. Ὑπάρχουν Ἅγιοι πού μυροβλήζουν, θαυματουργοῦν. Ποῦ ἀλλοῦ γίνεται αὐτό; Σέ ποιά «αἵρεση» καί «ἐκκλησία» βγάζουν τούς ἄλλους καί εὐωδιάζουν. Καί αὐτός ὁ Ἁγιασμός πού ἐπιτελεῖ ὁ ὀρθόδοξος ἱερέας διατηρεῖται ἄθικτος. Ὅσοι ἔχετε ἁγιασμό στό σπίτι σας, γνωρίζετε ὅτι ὅσο καί νά μείνει, οὐδέποτε χαλᾶ. Αὐτή εἶναι ἡ ὀρθόδοξη πίστη μας!


Ἡ ὀρθόδοξη πίστη φώτισε τά βήματα τοῦ Γένους καί κατηύθυνε τή πορεία του κατά τή μακρά νύχτα τῆς δουλείας. Γι΄αὐτό καί οἱ ἔννοιες τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί τῆς Ὀρθοδοξίας συνηφάνθηκαν ἀναπόσπαστα στή συνείδηση τοῦ Ἔθνους.


Γι’ αὐτή τήν ἅγια πίστη μας θά μᾶς διαφωτίσουν ἡ Ἁγία Γραφή καί οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας: Ἡ φωνή τοῦ Θεοῦ θά διαλαλήσει «ὁ δέ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται» (Ἀβακ. 2,4).


Ἡ Σοφία Σειράχ θά πεῖ: «ἐν πίστει ἡγίασεν» (45, 4).


Οἱ Παροιμίες θά ποῦν: «καρδίαι δικαίων μελετῶσι πίστεις» (15, 28).


Ὁ ἱερός Χρυσόστομος: Ὁ Θεός θέλει ὁ χριστιανός νά εἶναι διδάσκαλος, προζύμι, ἁλάτι καί φῶς. Τί εἶναι τό φῶς; Βίος καθαρός, πού δέν ἔχει τίποτε τό σκοτεινό.


Ὁ ἱερός Φώτιος: Πρέπει οἱ ἀρετές νά εἶναι συνυφασμένες μέ τήν πίστη, καί οἱ δύο μαζί νά καταρτίζουν τόν σπουδαῖο ἄνθρωπο. Διότι, μέ τήν εὐθύτητα τοῦ τρόπου ζωῆς, προβάλλεται ἡ καλή διαγωγή καί ἡ εὐπρέπεια̇ ἡ δέ καθαρότητα τῶν πράξεων δηλώνει τή θεϊκή προέλευση τῆς πίστης.


Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος: Μιά μοναχή στό μοναστήρι του, μετά τήν κοίμησή του, βλέποντας τά πολλά του θαύματα σκεφτόταν καί ἔλεγε: Μά τί ἔκανε αὐτός ὁ ἄνθρωπος, ὁ γέροντάς μας; Δέν ἦταν μεγάλος ἀσκητής, δέν ἔκανε μεγάλες νηστεῖες, ἀγρυπνίες, προσευχές. Δέν ἦταν μάρτυρας. Καί τότε τῆς ἐμφανίσθηκε ὁ Ἅγιος καί τῆς εἶπε! Πράγματι δέν ἤμουν ἀπ’αὐτά πού σκέφτεσαι. Ἀλλά ἔκανα μεγάλη ὑπομονή! Καί γι’αὐτό ὁ Θεός τόν δόξασε διότι ἦταν συκοφαντημένος, ἦταν ἀδικημένος ἀπό τούς ἀδελφούς του. Δέν ἐκδικήθηκε κανέναν. Ἀντιμετώπιζε τά πάντα μέ πίστη καί ἐλπίδα στό Θεό. Καί θά διακηρύξει ὁ Ἅγιος: Ἡ ἀληθινή πίστη στό Χριστό καθιστᾶ τόν ἄνθρωπο εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καί τόν ἐξομοιώνει μέ Αὐτόν. Τοῦ παρέχει ἠθική δύναμη, ἀνδρεία καί σωφροσύνη στό νά μή λιγοψυχάει στά βάσανα τῆς ζωῆς. Ἀναπλάθει τόν ἄνθρωπο πού ἔχει διαφθαρεῖ ἀπό τίς ἁμαρτίες, τόν ἁγιάζει, τόν κάνει νά εὐωδιάζει καί τόν ὁδηγεῖ στήν τελειότητα.


Ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος ὁ Πόποβιτς: Τό νά πιστεύει κανείς στόν Χριστό, σημαίνει νά ὑπηρετεῖ τόν Χριστόν καί μόνον τόν Χριστόν εἰς ὅλα τά γεγονότα τῆς ζωῆς του. Νά παραδοθεῖ αὐτή ἡ ψυχή εἰς τόν Χριστόν, νά ἐμβαθύνει μέχρι τά θεανθρώπινα βάθη, νά ἀνυψώνεται εἰς τά θεανθρώπινα ὕψη.


Ὁ Ἅγιος Ἄνθιμος: «Μακροθυμεῖ...». Ἄν ἡ ἀνθρωπότης εἶναι σκληρά, ἄν εἶναι ἀπάνθρωπος, ἄν εἶναι ἀγνώμων καί ἀχάριστη, ὁ Θεός εἶναι ἀγαθός καί εὔσπλαχνος. Οὔτε ἐχθρεύεται, οὔτε συνορίζεται, οὔτε ποτέ θέλει τό κακόν τοῦ ἀνθρώπου. Πάντοτε τόν σκεπάζει καί τόν ὁδηγεῖ εἰς τό καλόν.


Ὁ Ἅγιος Πορφύριος: Ἄν δέν ὑπάρχει ταπείνωση καί ἀνιδιοτέλεια δέν μποροῦμε νά ἀγαπήσουμε καί νά ἀγαπηθοῦμε ἀπό τόν Χριστό. Χωρίς τόν Χριστό εἶναι ἀδύνατο νά διορθώσουμε τόν ἑαυτό μας, δέν θά μπορέσουμε νά ἀποδεσμευτοῦμε ἀπό τά πάθη. «Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰω. 15, 5).


Ὁ Ἅγιος Παΐσιος ἔλεγε σέ πνευματικό του παιδί: Μέσα στόν ἑλληνικό λαό ὑπάρχει ἕνα γερό λεῖμμα, μιά γερή μαγιά, ἡ ὁποία θά βοηθήσει νά περάσουμε αὐτά τά δύσκολα χρόνια καί πρέπει νά προετοιμαζόμαστε μέ τήν πνευματική ζωή. Θά παρασυρθοῦν πολλοί. Μόνο αὐτοί πού εἶναι καλά δεμένοι μέ τήν Ἐκκλησία καί τά Μυστήρια, μόνον αὐτοί θά ἀντέξουν. Νά κοινωνᾶς, νά προσεύχεσαι μέ πίστη, νά ζεῖς πνευματικά καί τότε ὁ Θεός θά εἶναι δίπλα σου.


Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: Γνώρισε ὅτι ὁ Θεός ἔβαλε κάθε χριστιανό στόν κόσμο, γιά νά εἶναι δάσκαλος τῶν ἀπίστων καί ἀσεβῶν καί γιά νά τούς ἐπιστρέψει μέ τό λόγο του, μέ τήν καλή του ζωή στήν εὐσέβεια καί στήν πίστη.


Ὁ Ἅγιος Θεοφάνης ὁ ἔγκλειστος: Τήν παρακαταθήκην φύλαττε! Νά φυλάγεσθε ἀπό τούς ψευτοδιδασκάλους. Πίσω ἀπό τήν γνησιότητα τῆς πίστης ἔρχεται ἡ ἐπίσκεψις τῆς Θείας Χάριτος. Μέ τήν βοήθειά Της οἱ καθαροί στήν ψυχή, βλέπουν τόν Θεό ἀπό τήν παροῦσα ζωή καί προγεύονται τή μακαριότητα τῆς αἰώνιας.


Ὁ ἀείμνηστος Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος: Ἡ ἑνωμένη Εὐρώπη ἄν θέλει νά ἐπιζήσει θά πρέπει νά καταβάλλει προσπάθειες γιά ἀνακάλυψη ἑνός πνευματικοῦ ὑποβάθρου γιά τήν ἑνότητα τῶν λαῶν της. Τέτοια βάση μόνο ἡ χριστιανική πίστη κατά προτεραιότητα μπορεῖ νά ἐξασφαλίσει. Καί μάλιστα ἡ πιό αὐθεντική καί γνήσια ἔκφρασή της, πού εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία.


Ὁ Μητροπολίτης Χίου κ. Μᾶρκος: Μέσα στή Θεία Εὐχαριστία ὁ ὀρθόδοξος πιστός καταλλάσσεται μέ τόν ἑαυτό του «ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν», καταλλάσσεται μέ τόν Θεόν «ὑπέρ τῆς ἄνωθεν εἰρήνης» καί καταλάσσεται μέ τούς ἀδελφούς του «ὑπέρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου».


Ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Φλωρίνης Αὐγουστῖνος Καντιώτης θά συμπληρώσει: «Βράχος νά εἶναι ἡ πίστις σου στό Χριστό, ἡ ὀρθόδοξος πίστις». Μέ τά λόγια, μέ τά ἔργα, νά ὁμολογεῖς, ὅτι ἡ πίστις στό Χριστό εἶναι ἡ μόνη καί ἀληθινή πίστις. Ἔτσι γίνεσαι καί σύ ἕνας μικρός Παῦλος, ἕνας μάρτυρας καί ὁμολογητής τοῦ Χριστοῦ.


Χριστιανοί μου,


ἡ πίστη εἶναι αὐτή πού τροφοδοτεῖ τήν πνευματική ζωή τοῦ χριστιανοῦ μέ ἀγάπη πρωτίστως - γιατί αὐτό εἶναι ἡ πίστη, ἀγάπη σ’ Ἐκεῖνον, ἀγάπη στό ὄνομά Του – μέ ἄμεση κοινωνία μαζί Του, μέ ἐμπιστοσύνη, μέ ἐλπίδα, μέ βεβαιότητα, μέ σιγουριά, μέ αἴσθηση ἀσφαλείας, ἀλλά καί μέ συνέπεια, εὐθύνη καί κυρίως ταπείνωση.


Ἡ πίστη, ὅπως τήν περιγράψαμε, μαζί μέ τήν ἔμπρακτη ἀπόδειξή της, τά καλά ἔργα, δηλαδή, εἶναι ἡ «ἐξαγορά τῶν ἀμαρτημάτων μας, ἡ ἕνωση μέ τό Θεό διά τῆς τελείας ἀγάπης καί ἡ μοναδική δυνατότητα ἁγιασμοῦ μας». Ἡ πίστη ἀποτελεῖ τήν κινητήριο δύναμη τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς ἱστορίας. Ἀπό τό τρόπο πού θά τήν βιώσουμε ἐξαρτᾶται τό πού θά μᾶς ὁδηγήσει: στό Θεό, τήν πηγή τῆς ζωῆς, ἤ τήν ἀπώλεια καί τό θάνατο. Τό ἀψευδέστατο στόμα τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ μᾶς διαβεβαίωσε: «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ κἄν ἀποθάνῃ, ζήσεται» (Ἰω. 11, 26).


Ἀδελφοί μου,


τό σημερινό ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα εἶναι καί σήμερα ἰδιαίτερα ἐπίκαιρο. Ὅτι δηλαδή πρωτεύει στή ζωή μας ὁ καθημερινός μας ἀγώνας γιά τήν ἠθική μας κάθαρση, γιά νά μετατρέψουμε σέ πράξη τήν ὑψηλή θεωρία τῆς πίστεως. Ἐκεῖ ἄς εἶναι στραμμένη ἡ προσοχή μας. Ὅταν ἔλθει ἐκείνη ἡ ὥρα καί κλείσουμε τά μάτιά μας τό πρῶτο πού θά μᾶς ρωτήσει ὁ Δίκαιος Κριτής θά εἶναι: Ἄν τόν ἐθρέψαμε, ἄν τόν ἐποτίσαμε, ἄν τόν ἐντύσαμε κ.ο.κ.


Εἴθε ἡ μακαρία φωνή τοῦ θείου Παύλου «ἐν πίστει ζῶ» νά βρεῖ τή δέουσα ἀνταπόκριση στίς ψυχές ὅλων μας, συνῳδά μέ τή γεμάτη παλμό φωνή τοῦ Γ. Βερίτη: “Γιά τήν ἀγάπη σου, Χριστέ, και γιά τήν πίστη σου τή θεία, ἕτοιμοι ἐμεῖς κάθε στιγμή τά πάντα νά προσφέρουμε θυσία, Γλυκέ Ναζαρηνέ, ἐσέ ὁ καθένας μας λατρεύει κι ἀγαπᾶ μ’ ὅλη τή θέρμη τῆς ψυχῆς του.” ΑΜΗΝ!

Η πίστη ως τόλμη

 «Και παραχρήμα έστη η ρύσις του αίματος»


Πολλοί ήταν οι άνθρωποι που έτρεχαν κοντά στον Χριστό για να τον δουν, να τον ακούσουν και να δεχθούν κάποια ευεργετική δωρεά Του. Αρκετοί πίστευαν ότι και με ένα άγγιγμα στα ενδύματά Του, θα γίνονταν δέκτες της ευλογίας Του. Και πραγματικά «όσοι αν ήπτοντο αυτού εσώζοντο». Το βλέπουμε και στην αιμορροούσα γυναίκα του σημερινού Ευαγγελίου. Η δυστυχισμένη εκείνη ύπαρξη υπέφερε δώδεκα  ολόκληρα χρόνια και η επιστήμη ακόμα ύψωνε τα χέρια μπροστά στην περίπτωσή της. Οι γιατροί δεν μπορούσαν να την θεραπεύσουν.


Μόνο μια ελπίδα απέμενε. Ο παντοδύναμος Ιησούς για τον οποίο τόσα πολλά ακούγονταν, ότι δηλαδή θαυματουργούσε και πρόσφερε ζωή στους ανθρώπους. Έτσι, λοιπόν, όταν ο Κύριος επισκέφθηκε τον τόπο της, αυτή δεν παρέλειψε ν’ αδράξει την ευκαιρία. Αποφάσισε να τον πλησιάσει. Αυτή τολμούσε, αλλά το πλήθος του κόσμου που τον είχε κυκλώσει και συμπορευόταν μαζί Του, δεν της επέτρεπε να πάει πιο κοντά. Φάνταζε αδύνατο να μπορέσει να του μιλήσει. Η πίστη όμως πάντοτε και ιδιαίτερα σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές, δίνει διεξόδους ζωής. Καθώς, λοιπόν, ο Χριστός βάδιζε ανάμεσα στο συνωθούμενο πλήθος, εκείνη κατάφερε να πλησιάσει και να αγγίξει στο πίσω μέρος ένα άκρο του ενδύματός Του.

Τη στιγμή αυτή ένιωσε σαν να την άγγιξε ηλεκτροφόρο καλώδιο. Αισθάνθηκε κάτι  παράξενο και κατάλαβε ότι έλαβε το ποθούμενο. Ότι θεραπεύθηκε. Ίσχυσε και στην περίπτωσή της το αποστολικό λόγιο «εγγίσατε τω Θεώ και εγγιεί υμίν». Αγγίζουμε τον Θεό όταν έχουμε πίστη. Όταν εναρμονίζουμε τη ζωή μας με το θέλημά του. Όταν εκφράζουμε εμπιστοσύνη για τις δωρεές Του. 


Το σωτήριο άγγιγμα


Όπως μας πληροφορεί ο ευαγγελιστής Λουκάς, καθώς πορευόταν ο Χριστός και τον «συνέθλιβε» πλήθος κόσμου, όλοι έμειναν σαστισμένοι όταν ρώτησε: «Ποιος με άγγιξε;». Το ερώτημά του την κρίσιμη αυτή στιγμή του συνωστισμού φάνηκε να ήταν μάλλον ακατανόητο. Και όμως, ο Κύριος επέμενε: «Κάποιος με άγγιξε». Τότε η πιστή γυναίκα, έντρομη, πλησίασε, ομολόγησε την ενέργειά της και δημοσιοποίησε το θαυμαστό αποτέλεσμα που είχε.


Όμως κάτι που θα πρέπει να προσέξουμε, αγαπητοί αδελφοί, είναι ότι το άγγιγμά της στο ένδυμα του Ιησού δεν ήταν μόνο εξωτερικό, αλλά ήταν κυρίως εσωτερικό. Τι σημαίνει αυτό; Ήταν άγγιγμα με πίστη. Γι’ αυτό, άλλωστε, υπήρξε και το θαυμαστό αποτέλεσμα. Η αιμορροούσα γυναίκα γίνεται αιώνιο παράδειγμα για κάθε άνθρωπο που καταλαμβάνεται από τον ευλογημένο πόθο να «αγγίξει» το πρόσωπο του Χριστού, η παρουσία του οποίου αποκαλύπτεται αυθεντικά στο Σώμα του, την Εκκλησία. Η μετοχή στη μυστηριακή ζωή της, μεταβάλλεται σ’ ένα σωτήριο «άγγιγμα» που αποκαθιστά την προσωπικότητα του ανθρώπου και τον αφήνει να γεύεται το χώρο της θείας θαυματουργίας στη ζωή του. Αρκεί ο άνθρωπος να μην μένει εγκλωβισμένος στον εαυτό του. Να μην εμπιστεύεται τις εγωτικές του δυνάμεις, αλλά να εγκολπώνεται την αγάπη και την χάρη του Χριστού. Είναι χαρακτηριστική η αναφορά του αποστόλου Παύλου, ο οποίος λέει ότι ο σκοπός του πνευματικού μας αγώνα στην Εκκλησία είναι «ίνα μη ώμεν πεποιθότες εφ’ εαυτοίς, αλλ’ επί τω Θεώ τω εγείροντι τους νεκρούς».


Αγαπητοί αδελφοί, η ευαγγελική αλήθεια υπαγορεύει στη ζωή μας να προσεγγίσουμε κι εμείς το Σωτήρα Χριστό για να δεχθούμε τη σωτήρια αλήθεια του. Ας μη λησμονούμε ότι και εμείς σήμερα, όπως η αιμορροούσα γυναίκα τότε, υποφέρουμε από διάφορες «ασθένειες» που δεν μας επιτρέπουν να ζούμε στην χάρη και την αγάπη του Θεού. Γι’ αυτό, ας τολμήσουμε, όπως η γυναίκα τότε, να πλησιάσουμε τον Κύριο για να καταστούμε και εμείς δέκτες της θεραπευτικής ενέργειάς Του, η οποία είναι η μόνη που μπορεί να μας απαλλάξει από τα σημερινά τραγικά αδιέξοδα που τόσο οδυνηρά βιώνουμε. Η ευαγγελική περικοπή σήμερα αναφέρεται και στο θαύμα της ανάστασης της θυγατέρας του Ιαείρου. Ο λόγος του Χριστού που απηύθυνε στον Ιάειρο «μη φοβού, μόνον πίστευε και σωθήσεται», ας γίνει ο πιο ισχυρός δείκτης και στη δική μας ζωή.


Χριστάκης Ευσταθίου,


Θεολόγος

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΛΟΥΚΑ

 Ἡ σημερινή περικοπή μᾶς παρουσιάζει δύο θαύματα-θεραπεῖες πού λαμβάνουν χώρα ταυτόχρονα, καί συνδέονται μέ τό νῆμα μιᾶς μεγάλης, ὑποδειγματικῆς πίστεως. Θά περιορισθοῦμε στό ἕνα ἀπό τά δύο θαύματα, γιά νά ἀντλήσουμε κάποια ἀπό τά μυστικά του μηνύματα.


Μιά γυναίκα πού ὑπέφερε ἀπό αἱμορραγία ἐπί δώδεκα ἔτη, καί εἶχε δαπανήσει τήν περιουσία της σέ γιατρούς, κατόρθωσε νά πλησιάσει κρυφά τόν Κύριο καί νά ἀγγίξει τήν ἄκρη ἀπό τόν χιτῶνα Του. Ἀποτέλεσμα ἦταν νά σταματήσει ἀμέσως ἡ αἱμορραγία της. Περιέργως, ἐκείνη τή στιγμή ὁ Ἰησοῦς ρώτησε τούς μαθητές Του, "Ποιός μέ ἄγγιξε;" προκαλώντας τήν ἀπορία τους. "Ὁ κόσμος σέ σπρώχνουν καί πέφτουν ἐπάνω σου, καί σύ λές, ποιός μέ ἄγγιξε;" Μά ὁ Ἰησοῦς ἐπέμεινε: "Κάποιος μέ ἄγγιξε· γιατί ἐγώ κατάλαβα ὅτι βγῆκε δύναμη ἀπό πάνω μου."


Ἄς προσέξουμε τή θαυμαστή λεπτομέρεια τοῦ περιστατικοῦ. Ὑπῆρχε συνωστισμός, καί πλῆθος κόσμου ὄχι μόνο ἄγγιζαν τό ροῦχο τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά ἔπεφταν ἐπάνω Του. Ὅμως, μόνο μία ἀφανής γυναῖκα τόν ἄγγιξε πραγματικά, κρατώντας γιά μιά μόνο στιγμή τήν ἄκρη τοῦ χιτῶνα Του. Γι' αὐτό καί οἱ μαθητές παραξενεύθηκαν μέ τό φαινομενικό ξάφνιασμα τοῦ Ἰησοῦ, καί τήν ἀπορία τους διασώζει ὁ εὐαγγελιστής στήν ἀφήγησή του. Σάν νά τοῦ λένε, "Μά τί ἀστεῖο εἶναι αὐτό; Πολλοί σέ συνθλίβουν καί λές ὅτι κάποιος σέ ἄγγιξε;" Ἡ γυναῖκα, ὅμως, ὅπως ὁμολόγησε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, εἶχε κάνει κάτι πολύ περισσότερο ἀπό τό νά ἀγγίξει τὀ κράσπεδο τοῦ ἱματίου Του. Εἶχε κλέψει κάτι ἀπό τήν ἀόρατη θεότητά Του. "Ἐγώ γάρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ ἐμοῦ."


Μποροῦμε ἐδῶ νά ἐπισημάνουμε τά ἑξῆς. Στά ἄλλα θαύματα προηγεῖται ὁ λόγος τοῦ Ἰησοῦ. Ἐδῶ, ὅμως, τό ἴδιο τό σῶμα τοῦ Θεοῦ-Λόγου, ἀλλά καί ἡ ὕλη πού ἔρχεται σέ ἐπαφή μέ τό θεανδρικό σῶμα, ἦσαν γεμάτα ἀπό τή θεία χάρη καί ἐνέργεια. Τό ἴδιο τό ὑλικό σῶμα τοῦ Χριστοῦ θεραπεύει καί σώζει, διότι εἶναι ἑνωμένο μέ τή θεότητα, ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ Λόγος ἔλαβε σῶμα. Ἀλλά καί τό ροῦχο καί ὁτιδήποτε ἀγγίζει αὐτό τό σῶμα γίνεται φορέας τῆς θείας ἐνέργειας.


Ἄς μεταφέρουμε τοῦτο στή Θεία Λειτουργία. Ἐδῶ τό Σῶμα εἶναι ὁ ἄρτος, τό Αἷμα ὁ οἶνος, καί τό κράσπεδο τοῦ ἱματίου εἶναι τό ποτήριο καί ἡ λαβίδα πού μεταδίδει τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου. Μποροῦμε ἔτσι νά καταλάβουμε γιατί ἡ θεία κοινωνία τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, μέ ὅποιο μέσο κι ἄν προσφέρεται, μεταδίδει μόνο τή χάρη ἀλλά καμιά ἀσθένεια. Ὁ ἄρτος καί ὁ οἶνος ἐνεργοῦν ὡς Σῶμα καί Αἷμα τοῦ Κυρίου, ἐνῶ τό ποτήριο καί ἡ λαβίδα, ὅπως ἀκριβῶς τό κράσπεδο τοῦ ἱματίου Του, μεταφέρουν τήν ἴδια χάρη. Σήμερα ἔχουμε τή δωρεά ὄχι μόνο νά ἀγγίζουμε τό ἱμάτιο τοῦ Κυρίου, ἀλλά καί τό σῶμα Του νά ἐνδυόμεθα μέ τό Βάπτισμα, καί νά τό ἐσθίουμε μέ τήν Εὐχαριστία. Καί, καθώς λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἐάν ἕλκυσαν τόση δύναμη κάποιοι πού ἁπλῶς ἄγγιξαν τό ἱμάτιό Του, πολύ περισσότερο ἐμεῖς πού ἔχουμε τήν εὐλογία νά τόν κατέχουμε ὁλόκληρο.


Τά τελευταῖα χρόνια δοκιμασθήκαμε ἀπό μιά λοιμική νόσο πού δικαιολογημένα ἔσπειρε περισσό φόβο. Συχνά ὅμως ὁ φόβος αὐτός ὑποσκέλιζε τόν φόβο τοῦ Θεοῦ καί τήν πίστη στή θαυμαστή ἐνέργεια τοῦ Σώματός Του. Ἔτσι, ἐνῶ αὐτό προσφερόταν ὑπέρ τῆς ζωῆς τοῦ κόσμου, κάποιοι πιστοί, παρά τά μέτρα προστασίας πού ἐφάρμοσε ἡ Ἐκκλησία, ἀπεῖχαν ἀπό τήν Κοινωνία, ἀφοῦ τήν ἔβλεπαν σάν πιθανό φορέα μετάδοσης τῆς ἀσθἐνειας. Ὅποιος ὅμως βλέπει τό Σῶμα τοῦ Θεοῦ ὡς πηγή θανάτου, δέν ἔχει δυνατότητα νά λάβει ἀπό αὐτό τή ζωοποιό χάρη. Στερούμεθα τῆς θείας χάριτος ὅταν ἀπό φόβο καί ἀπιστία ἀπέχουμε ἀπό τή μετάληψη τοῦ δεσποτικοῦ Σώματος.


Συμβαίνει ὅμως καί τό ἀντίθετο. Ὅταν πλησιάζουμε τόν Θεό μέ ἀδιαφορία ἤ ἐγωισμό ἤ κατάκριση τῶν ἄλλων, τότε μπορεῖ νά τόν κρατᾶμε καί νά τόν σπρώχνουμε καί νά τόν συνθλίβουμε, ὅπως ὁ ὄχλος ἐκεῖνος, ὅμως δέν θά ἀγγίξουμε τή θεότητά Του, δέν θά ἀντλήσουμε καμιά δύναμη ἀπό τή θεανθρώπινη ὑπόστασή Του. Τό νά προσερχόμεθα μετά πίστεως δέν σημαίνει νά σπεύδουμε στήν κοινωνία μέ θράσος καί αὐτοδικαίωση. Ἡ ἀληθινή κοινωνία τοῦ Χριστοῦ προϋποθέτει τήν ταπείνωση, συναίσθηση καί ἀφάνεια τῆς γυναίκας ἐκείνης.


Ἄς προσερχόμεθα, λοιπόν, στό μυστήριο τοῦ Θεοῦ μέ βαθειά πίστη καί ἀληθινή ταπείνωση, φέροντας ὁ καθένας τήν ἀσθένειά του. Ἔτσι θά ἀκούσουμε κι ἐμεῖς τό "ἔχε θάρρος, ἡ πίστη σου σέ ἔσωσε, πήγαινε στό καλό", καί θά πορευθοῦμε μέ τήν εἰρήνη πού ὅλοι ποθοῦμε.


Βοήθησέ με, Κύριε, νά ἔρχομαι κοντά Σου μυστικά καί ταπεινά, ὅπως ἡ αἱμορροοῦσα ἐκείνη, καί ἀθόρυβα νά ἀγγίζω τό κράσπεδό Σου, καί νά κλέβω ἀπό τήν ἀόρατη χάρη Σου, στήν προσευχή, στήν κοινή λατρεία καί Εὐχαριστία, στήν ἐργασία καί στή σχόλη, σέ κάθε στιγμή τῆς μικρῆς ζωῆς μου, μέ βαθειά συναίσθηση τῆς ἀσθένειάς μου καί τῆς παντοδυναμίας Σου.


π. Χ.Σ.

Η θεραπεία της αιμορροούσας γυναίκας και η ανάσταση της κόρης του αρχισυνάγωγου Ιάειρου

 Ο Ιησούς Χριστός επιστρέφει στην Καπερναούμ, αφού προηγουμένως βρισκόταν στα Γάδαρα, όπου θεράπευσε το δαιμονιζόμενο νέο. Οι κάτοικοι των Γαδάρων μετά το θαύμα τον παρακάλεσαν να απομακρυνθεί από την περιοχή τους. Σε αντίθεση με αυτούς οι κάτοικοι της Καπερναούμ συγκεντρώθηκαν μαζικά και τον ανέμεναν με ενθουσιασμό. Σ΄ αυτήν λοιπόν την περιοχή πραγματοποιήθηκαν τα δύο θαύματα που μνημονεύονται στο παρόν ευαγγελικό ανάγνωσμα και τα οποία συναντούμε και στους τρεις Συνοπτικούς Ευαγγελιστές. Τα δυο θαύματα επιτελούνται διαδοχικά, αφού η θεραπεία της αιμορροούσας γυναίκας πραγματοποιείται κατά την πορεία του Ιησού Χριστού προς το σπίτι του αρχισυνάγωγου Ιάειρου, ο οποίος του ζήτησε να θεραπεύσει την μοναχοκόρη του, η οποία πέθαινε.


Ο άρχοντας της Συναγωγής Ιάειρος, μόλις αντικρίζει τον Ιησού Χριστό πίπτει μπροστά του, αναγνωρίζοντας προφανώς της θεϊκή του ιδιότητα, και τον παρακαλεί να έλθει στο σπίτι του και να θεραπεύσει την ετοιμοθάνατη μοναχοκόρη του. Ο Ιάειρος δεν είχε τη θέρμη της πίστης του εκατόνταρχου, που σε άλλη παρόμοια περίπτωση παρακάλεσε τον Ιησού Χριστό να θεραπεύσει τον δούλο του με ένα μόνο λόγο του και χωρίς να εισέλθει στο σπίτι του, γιατί θεωρούσε, ότι δεν είναι άξιος μιας τέτοιας τιμής. Τότε ο Ιησούς Χριστός εγκωμίασε τη μεγάλη πίστη του εκατόνταρχου, αλλά και τώρα στην παρούσα περίπτωση δεν απορρίπτει και την ασθενέστερη πίστη του αρχισυνάγωγου. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς τονίζει το γεγονός ότι πρόκειται για μοναχοκόρη: «ότι θυγάτηρ μονογενής ην αυτώ». Παρόμοιες περιπτώσεις συναντούμε αρκετές στα θαύματα του Ιησού Χριστού, όπως ο μονογενής υιός της χήρας της Ναΐν, ο δαιμονιζόμενος νέος κ.α. Το γεγονός αυτό προκαλεί περισσότερο την ευσπλαχνία του Ιησού Χριστού και ταυτόχρονα καταδεικνύει τη συντριβή του Ιάειρου εξαιτίας αυτής της συμφοράς.


Ο Ιησούς Χριστός λοιπόν πορεύεται προς το σπίτι του Ιάειρου και το συγκεντρωμένο πλήθος τον ακολουθεί και τον σπρώχνει, όπως μας αφήνει να κατανοήσουμε ο Ευαγγελιστής Λουκάς, είτε για να τον δει από κοντά, είτε το πιο πιθανόν να τον ακουμπήσει και να λάβει την ευλογία του, ή την θεραπεία κάποιας ασθένειας. Μεταξύ του πλήθους ήταν και η αιμορροούσα γυναίκα, η οποία για δώδεκα χρόνια υπέφερε από αιμορραγία και δεν μπορούσε να θεραπευθεί, παρά το γεγονός ότι ξόδεψε όλη της την περιουσία στους γιατρούς. Ωστόσο η φήμη της θεραπευτικής και θαυματουργικής ικανότητας του Ιησού Χριστού είχε διαδοθεί παντού, παρά τις περί του αντιθέτου προτροπές του προς τους θεραπευμένους να μιλούν για τις θεραπείες τους. Η αιμορροούσα λοιπόν γυναίκα «ακούσασα περί του Ιησού», όπως μας πληροφορεί ο Ευαγγελιστής Μάρκος στο παράλληλο κείμενό του, αναπτέρωσε τις ελπίδες της και είχε την βεβαιότητα, ότι μόνο ο Ιησούς Χριστός θα την απάλλασσε από την ασθένειά της. Η ασθένεια αυτή της αιμορραγίας, εκτός από τη σωματική ταλαιπωρία, στην εποχή εκείνη λάμβανε και κοινωνική – θρησκευτική διάσταση. Σύμφωνα με τις Ιουδαϊκές αντιλήψεις περί του αίματος, η αιμορραγία καθιστούσε τη γυναίκα «μολυσμένη» και είχε σαν αποτέλεσμα την κοινωνική και θρησκευτική της ταπείνωση και περιθωριοποίηση. Έτσι η ταλαίπωρη γυναίκα: «έλεγε γαρ εν εαυτή ότι εάν άψωμαι καν των ιματίων αυτού, σωθήσομαι» (Μαρκ. 5, 28). Μονολογούσε δηλαδή και σκεφτόταν ότι αρκεί μόνο να αγγίξει πάνω στα ρούχα του Ιησού Χριστού και τότε θα θεραπευθεί. Έτσι «προσελθούσα όπισθεν ήψατο του κρασπέδου του ιματίου αυτού, και παραχρήμα έστη η ρύσις του αίματος αυτής».


Τότε ο Ιησούς Χριστός σταματά την πορεία του και ρωτά με επιμονή: «τις ο αψάμενός μου;». Η επιμονή του μάλιστα προκαλεί την αντίδραση των μαθητών και συγκεκριμένα ο Πέτρος αποκρίνεται: «επιστάτα, οι όχλοι συνέχουσί σε και αποθλίβουσι, και λέγεις τις ο αψάμενός μου;». Η επιμονή του Ιησού Χριστού δεν είναι τυχαία: «ήψατό μου τις• εγώ γαρ έγνων δύναμιν εξελθούσαν απ΄ εμού». Σαν Θεός γνώριζε τι είχε συμβεί και ακόμα τι επικρατούσε στον εσωτερικό ψυχικό κόσμο της γυναίκας, αλλά με την επιμονή του αυτή θέλει να τοποθετήσει το θαύμα στη σωστή του διάσταση, τόσον όσον αφορά στην ίδια τη γυναίκα, αλλά και σε όλους τους υπόλοιπους.


Μετά από αυτή την επιμονή του Ιησού Χριστού, η γυναίκα: «ιδούσα δε ότι ουκ έλαθε», αφού διαπίστωσε ότι δεν διέφυγε της προσοχής του, φοβισμένη και τρομαγμένη παρουσιάστηκε μπροστά του και ενώπιον όλων αποκάλυψε τα κίνητρα της ενέργειάς της και ότι θεραπεύθηκε αμέσως. Η γυναίκα, όπως και όλος ο συγκεντρωμένος κόσμος, είχε ακούσει για τον Ιησού Χριστό και για τις θαυματουργικές ικανότητές του, αλλά και για τις υπερβάσεις του έναντι των κοινωνικών και θρησκευτικών κατεστημένων. Ωστόσο διατηρούσε και τις επιφυλάξεις της, πώς θα μπορούσε να κάνει μια τέτοια πράξη; Να πάει να ακουμπήσει το Διδάσκαλο, ο οποίος στα μάτια των πολλών ανθρώπων είχε την υποχρέωση, να διατηρήσει και να διαφυλάξει όλες τις θρησκευτικές διατάξεις; Η πράξη της ερχόταν σε αντίθεση με τις διατάξεις του νόμου, οι οποίες απαγόρευαν σε «μιασμένα» άτομα να έρχονται σε επαφή με άλλους ανθρώπους και πολύ περισσότερο με το Διδάσκαλο. Γι΄ αυτό η γυναίκα διακατεχόταν από φόβο και τρόμο για την πράξη της. Οι αντιλήψεις των Ιουδαίων σχετικά με το αίμα καθιστούσαν τις γυναίκες μολυσμένες, όταν είχαν έμμηνες ρήσεις. Έτσι η αιμορροούσα γυναίκα, για δώδεκα χρόνια ήταν στιγματισμένη ως «μολυσμένη» και κοινωνικά και οικογενειακά απορριπτέα. Ο αρχικός όμως δισταγμός και η ατολμία της, δίνει στη συνέχεια τη θέση του στην παρρησία του λόγου και στην ομολογία τη πράξης της. Η βαθιά της πίστη απομακρύνει κάθε δισταγμό και ντροπή.


Η αντίδραση του Ιησού Χριστού δεν ήταν αναμενόμενη από την καθεστηκυία τάξη των Ιουδαίων, οι οποίοι θα ήθελαν να επιπλήξει τη γυναίκα για την παράβαση των διατάξεων του νόμου. Ο Ιησούς Χριστός όμως δεν επιθυμεί να ταπεινώσει τη γυναίκα, αλλά να την εξυψώσει, όπως έκανε και σε άλλες παρόμοιες περιπτώσεις με τελώνες, πόρνες, λεπρούς κ.λ.π. Κατά τον τρόπο αυτό ο Ιησούς Χριστός προχωρεί σε μια υπέρβαση όλων εκείνων των προκαταλήψεων, που αφορούσαν είτε στις έμμηνες ρήσεις, είτε σε αιμορραγία, είτε σε λέπρα, είτε και σε οποιαδήποτε άλλη σωματική πάθηση. Όλα αυτά δεν μολύνουν τον άνθρωπο, αλλά τον καθιστούν άξιο της συμπαράστασης και βοήθειας των υπολοίπων συνανθρώπων του. Γι΄ αυτό ο Ιησούς Χριστός ακουμπά όλους τους ασθενείς χωρίς κανένα δισταγμό, για να αποβάλει όλες τις προκαταλήψεις από τις συνειδήσεις των ανθρώπων. Σε αντίθετη περίπτωση και αν ο Ιησούς Χριστός κρατούσε μια αποστασιοποιημένη στάση έναντι των ασθενών, τότε πιθανόν να είχαμε αρνητικές επιπτώσεις στα θέματα της περίθαλψης των αρρώστων.


Η απάντηση του Ιησού Χριστού προς την αιμορροούσα γυναίκα: «θάρσει, θύγατερ, η πίστις σου σέσωκέ σε• πορεύου εις ειρήνην» καταστέλλει τον τρόμο της. Είναι σαν να της λεει, μη φοβάσαι ούτε εμένα, ούτε και τις διατάξεις του νόμου, πήγαινε με ψυχική ηρεμία να συνεχίσεις ειρηνικά τη ζωή σου, απαλλαγμένη από κάθε μέριμνα που σου προκαλούσε η ασθένεια. Η πράξη της γυναίκας δεν είναι ξένη προς την πίστη της. Το απλό άγγιγμα του ενδύματος του Χριστού θα παρέμενε ανενεργό και αναποτελεσματικό αν δεν συνοδευόταν από την ισχυρή πίστη της, ότι εκείνος είναι ο μόνος που μπορούσε να την θεραπεύσει. Άλλωστε τα πλείστα θαύματα του Κυρίου αποτελούν κατά κάποιο τρόπο την επιβράβευση της πίστης του ασθενούς ανθρώπου. Η πίστη είναι εκείνη που προκαλεί τον Κύριο να επιτελέσει ένα θαύμα. Στην προκειμένη περίπτωση η ήδη υπάρχουσα πίστη της γυναίκας αυξήθηκε περισσότερο μετά το θαύμα. Σύμφωνα με το απόκρυφο ευαγγέλιο του Νικοδήμου, αλλά και την πεποίθηση της Εκκλησίας μας, η αιμορροούσα γυναίκα είναι η Αγία Βερονίκη, η μνήμη της οποίας τιμάται στις 12 Ιουλίου. Η Αγία Βερονίκη μετά το θαύμα της θεραπείας της αιμορραγίας της εντάχθηκε στον ευρύτερο κύκλο των μαθητών του Χριστού. Στην πορεία του Ιησού Χριστού προς τον Γολγοθά η Αγία Βερονίκη έτρεξε και σκούπισε με ένα μαντήλι το ματωμένο πρόσωπό του. Πάνω στο μαντήλι αυτό αποτυπώθηκε η μορφή του Χριστού και έτσι δημιουργήθηκε η παράδοση περί του Αγίου Μανδηλίου.


Μετά την παρένθεση αυτή του θαύματος της αιμορροούσας η διήγηση της περικοπής επανέρχεται κάπως απότομα στο αρχικό της θέμα, δηλαδή την ασθένεια της μοναχοκόρης του αρχισυνάγωγου Ιάειρου. «Έτι αυτού λαλούντος έρχεταί τις παρά του αρχισυναγώγου λέγων αυτώ ότι τέθνηκεν η θυγάτηρ σου• μη σκύλλε τόν διδάσκαλον». Το διάλογο του Χριστού με τη γυναίκα διακόπτει η θλιβερή είδηση του θανάτου της κόρης του Ιάειρου. Πλέον δεν συντρέχει λόγος παρενόχλησης του Διδασκάλου, κατά την κρίση των απεσταλμένων από το σπίτι του Ιάειρου. Στο σημείο αυτό ο Ευαγγελιστής Λουκάς δεν μας διευκρινίζει αν ο Ιάειρος είχε προσωπική εμπειρία της διδασκαλίας και θεϊκής εξουσίας του Ιησού Χριστού, ή απλά είχε ακούσει γι΄ αυτόν. Φαίνεται όμως ότι οι απεσταλμένοι από το σπίτι του Ιάειρου είχαν την εντύπωση, ότι η δύναμη του Χριστού περιοριζόταν μέχρι τη θεραπεία των ασθενειών. Για τη δική τους αντίληψη ο θάνατος παρέμενε ακατανίκητος.


Ο Ιησούς Χριστός άκουσε την θλιβερή είδηση και χωρίς να αφήσει τον Ιάειρο να αντιδράσει, θετικά ή αρνητικά του είπε: «μη φοβού• μόνον πίστευε και σωθήσεται». Ο θάνατος, που παραμένει ακατανίκητος για τα ανθρώπινα δεδομένα, καταλύεται από τη θεϊκή δύναμη και εξουσία του Ιησού Χριστού. Την ίδια στιγμή όμως καλεί και τον Ιάειρο να πιστέψει, ώστε να σωθεί η νεκρή πλέον κόρη του. Το ίδιο σκηνικό συναντούμε και στην Ανάσταση του Λαζάρου. Εκεί ο Χριστός διαβεβαιώνει την απαρηγόρητη αδελφή του Λαζάρου Μάρθα, ότι «αναστήσεται ο αδελφός σου» (Ιω. 11,23). Στην προκειμένη περίπτωση ο Ιησούς Χριστός χαρακτηρίζει τον θάνατο σαν ύπνο: «ουκ απέθανεν, αλλά καθεύδει». Βεβαίως ο λόγος αυτός του Ιησού Χριστού και στις δυο περιπτώσεις προκάλεσε την ειρωνεία, ή την δυσπιστία των πολλών. Γι΄ αυτό ο Κύριος όταν εισήλθε στο σπίτι του Ιάειρου δεν είχε αφήσει κανένα άλλο να εισέλθει εκτός από τους τρεις μαθητές του, Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη, καθώς και τον πατέρα και την μητέρα της κόρης. Τότε ο Ιησούς Χριστός έπιασε το χέρι της κόρης και την κάλεσε, «η παις εγείρου» και έτσι με τη θεϊκή του δύναμη, ανέτρεψε το θάνατο και ανάστησε τη νεκρή.


Ο θάνατος, βέβαια, παραμένει το πιο τρομακτικό ίσως γεγονός στη ζωή μας, καθώς καθημερινά σχεδόν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με αυτόν. Βλέποντας ο άνθρωπος ότι ο θάνατος βάζει ένα τέλος σε όλα τα σχέδια, τα όνειρα και τις προσδοκίες της ζωής του, καταλαμβάνεται από τον φόβο, τον τρόμο και την αγωνία. Σε κάποιους δυστυχώς υπάρχει η βεβαιότητα ότι ο θάνατος είναι ο τερματισμός των πάντων και είναι εντελώς παράδοξο γι΄ αυτούς, εάν κανείς υποστηρίζει, ότι υπάρχει κάτι μετά θάνατον. Αυτή τη θεωρία συναντούμε και στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα, καθώς οι συγγενείς και φίλοι του Ιάειρου «κατεγέλων», όταν ο Ιησούς Χριστός τους διαβεβαίωνε, ότι η κόρη του «ουκ απέθανε αλλά καθεύει». Πολλοί άνθρωποι ακόμη και σήμερα καταγελούν και περιφρονούν την πίστη της Εκκλησίας μας για την μετά θάνατο ζωή και την ανάσταση των νεκρών. Μπροστά όμως σε όλες αυτές τις μηδενιστικές θεωρίες προβάλλει η προσταγή του Αρχηγού της ζωής και του θανάτου: «η παις εγείρου». Την φθορά και τον θάνατο, τα επακόλουθα της πτώσης έρχεται να επανορθώσει ο Υιός του Θεού, ο οποίος διώχνει την ασθένεια, τον πόνο, την φθορά και τον θάνατο και οδηγεί και πάλιν τον άνθρωπο στο «αρχαίον κάλλος», στην αφθαρσία και αθανασία, στην αιώνια μακαριότητα της Βασιλείας του Θεού.