Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2023

Λόγος του Οσίου Πατρός ημών Βασιλείου Επισκόπου Σελευκείας, εις την Χαναναίαν

 Λόγος του Οσίου Πατρός ημών Βασιλείου Επισκόπου Σελευκείας, εις την Χαναναίαν


Ιδού ότι υπήρξε και συμφορά η οποία έγινε αφορμή μεγάλης ευφροσύνης, και πένθος που προξένησε ευθυμία, και λύπη που έφερε υπερβολικήν χαρά. Επειδή όπου παρευρίσκεται ο Ιησούς, και ο θρήνος μεταβάλλεται σε ηδονήν, και ο κλαυθμός και οδυρμός μεταλλάσσεται σε ευφροσύνην. Το μαρτυρεί αυτό με τα λόγια της κραυγάζοντας η Χαναναία, την ιστορία της οποίας με θαυμασμόν η βίβλος των Ευαγγελίων την επιδεικνύει μέχρι τώρα, και διατηρεί την κραυγή της γραμμένη σαν σε στήλη, ώστε ο επίβουλος χρόνος να μην παρασύρη την μνήμη” Επειδή ο καρπός της πίστεως είναι πιο δυνατός. «Και εξελθών εκείθεν ο Ιησούς», λέγει, «ήλθεν εις τα μέρη Τύρου και Σιδώνος». Ο Θεός παρευρίσκεται παντού, και κανένας τόπος δεν ετόλμησε να τον περιορίση. Και επειδή είναι κατά φύσιν αόρατος, επιβεβαιώνει την παρουσία του σ’ εκείνους που τον έβλεπαν, προβάλλοντας τον ναό που ενεδύθη προς χάριν μας. Ήλθε στα μέρη της Τύρου και της Σιδώνος, στα παλαιά καταγώγια των δαιμόνων, στις περιοχές των ειδώλων, στις χώρες της ειδωλολατρίας, στο αντικείμενο της κατηγορίας των Προφητών.


...


Πρόσεξε παρακαλώ τον Ευαγγελιστήν πώς κομπάζει με την διήγηση, και αποκαλύπτει το νόημα της μεταβάσεως του Κυρίου: «Και εξελθών εκείθεν, ήλθεν εις τα μέρη Τύρου και Σιδώνος. Από πού εκείθεν; Από εκεί όπου θαυματουργώντας εδέχετο συκοφαντίες, θεραπεύοντας ήκουεν ύβρεις, και ευεργετώντας αντιμετώπιζε την απιστία. «Και ιδού γυνή εκ των ορίων εκείνων εξελθούσα εκραύγαζε  λέγουσα: Υιέ Δαυίδ, ελέησόν με». Χαναναία το γυναικάριον, αλλά με την προαίρεσιν ηρνήθη το γένος της. Η πίστις ενίκησε την φύση. Κανείς, λέγει, πλέον ας μην κατηγορή τους Χαναναίους. Η γυναίκα αυτή έλυσε τα εγκλήματα των πατέρων της, γίνεται αρχή ευσεβείας, κραυγάζοντας στους ευσεβείς: «Υιέ Δαυίδ, ελέησον με». Πόσες μυριάδες Ιουδαίων εθεράπευσε ο Χριστός και αντί ευχαριστίας ήκουσε: «Ούτος πόθεν εστίν ουκ οίδαμεν». Ενώ μία άσημος γυναίκα Χαναναία και πριν την θεραπεία, με αναπτερωμένην πίστη έφθασε σε ύψος ευαγγελιστού. «Κύριε, υιέ Δαυίδ, ελέησόν με. Η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται». Πένθος ελεεινόν και θέαμα για την μητέρα πιο πικρόν και από τον θάνατο. Δαιμόνιον πολεμοχαρές παλεύει με την κόρη, και ο εχθρός παραμένοντας αόρατος, παρατάσσεται κατά του παιδιού.


- Πώς να αναγγείλω το δεινόν, πώς να κηρύξω το πάθος; Δεν υποφέρω να την βλέπω.


Πηδά έξω από το σπίτι, περιφέρεται στην πόλιν εκτείνοντας τα χέρια στον αέρα, με βλέμμα απλανές και ακάλυπτα τα μαλλιά.


- Φωνάζει: Για καταγώγιον του δαίμονος το εγέννησα το παιδί μου;


Παραβλέπει την αισχύνην η συμφορά, και το πάθος αιχμαλώτισε την φυσικήν εντροπήν. Αφήνει κραυγές που προκαλούν τον φόβο. Τρέχει στον δρόμο, ελεεινώς σιωπά και ακόμη χειρότερα ομιλεί. Δεν έχει προθεσμίαν η τιμωρία, καταναλώνονται οι νύκτες στην αγρυπνία. Ευρίσκοντας δε τις ημέρες φοβερότερες από τις νύκτες, πηδά από την κλίνη και αρχίζει να διαλαλή την συμφορά:


- Ελέησον με, που μαστιγώνομαι από την θυγατέρα μου. Εκείνης το πάθημα, ιδικός μου ο πόνος, εκείνην διαπομπεύει το δαιμόνιον, η φύσις όμως δια μέσου εκείνης γίνεται όπλον εναντίον μου. Ο δαίμων εισήλθε στην θυγατέρα πολεμώντας την μητέρα, σ’ εμένα ρίπτει τα βέλη δια μέσου αυτής. Είθε να μη μου γεννούσε αυτήν την κυοφορίαν η φύσις! Να ετελείωνε η ζωή μου με τον τοκετό. Θα ήταν παρηγορία για τον θάνατον ο νόμος της φύσεως. Ελέησόν μας.


«Ο δε ουκ απεκρίθη αυτή λόγον». Ω φιλάνθρωπος σιωπή με σχήμα απάνθρωπον! Ω σιωπή μεγαλόφωνος, που είναι κατήγορος των Ιουδαίων! Με αυτήν έλεγε ο Σωτήρ στους Ιουδαίους: Βλέπεις, Ιουδαίε, Χαναναίας ευγένεια; Βλέπεις από ρίζα διαβεβλημένην καρπόν επαινετόν; Δεν εδέχθη τον Μωυσή για νομοθέτη και ανεγνώρισε του Μωυσέως τον Δεσπότην. Δεν γνωρίζει Προφήτες και πιστεύει σ’ αυτόν που επροφητεύθη. Και σημεία δεν είδε, και τον απόγονο του Δαυίδ ομολόγησε. Τον Θεόν τον ηρνήθης έπειτα από τόσα θαύματα, και αυτή πριν ιδεί θαύμα τον επίστευσε. Αλλά κοίτα που κλαίει και εγώ την παραβλέπω προς χάριν σου. Αν και λυπούμαι το πένθος, όμως κρύβω το έλεος. Φωνάζει σαν εθνική, την στέλλω σ’ εσέ παίρνοντάς σου από πριν την πρόφαση της απιστίας. Δεν την απαλλάσσω από το πάθος, για να μη σου προκαλέσω φθόνο. Συγκρατώ την θεραπεία, για να μη σου δώσω λαβήν απιστίας, για να μη λέγω, κατηγορώντας σαν άπιστος: την Χαναναίαν ελεούσες; Γιατί εθεράπευες τους εχθρούς του Μωυσέως; Κοίτα που την αφήνω να κλαίη, και για να τιμήσω εσέ παραβλέπω μητέρα που τιμωρείται με τα παθήματα της κόρης!


«Υιέ Δαυίδ, ελέησόν με. Ο δε ουκ απεκρίθη αυτή λόγον». Η αναβολή της θεραπείας, δοκιμασία της πίστεως, χωνευτήριο της προαιρέσεως της γυναικός. Μάλλον η σιωπή του Κυρίου γίνεται έπαινος στην Χαναναία. Μέχρι την στιγμή που ο χορός των Αποστόλων, μη γνωρίζοντας την σοφία της Δεσποτικής σιωπής, και αδυνατώντας να υποφέρη την φωνή της πονεμένης μητέρας, γίνεται μεσίτης προς τον Σωτήρα, και πρεσβεύουν για την γυναίκα οι μαθηταί του Χριστού. Δέχονται αυτοί τις ικεσίες της, και παρακαλούν τον Κύριον: «Απόλυσον αυτήν, ότι κράζει όπισθεν ημών». Τι απαντά η ανέκφραστος φιλανθρωπία, η απόρρητος σοφία;». «Ουκ έστι καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις».


Βαρυτέρα από την σιωπήν η απόκρισις. Ανάλογος όμως με την πίστιν της Χαναναίας. Διότι αν δεν ήταν η πίστις της μεγάλη, θα κατηγορούσε τον Σωτήρα για απανθρωπίαν ή για αδυναμίαν, θα απεμακρύνετο και θα έλεγε: τι φοβερά απανθρωπία! Δεν με ελυπήθη που κλαίω, δεν ελέησε μητέρα που πληγώνεται με τα παθήματα της κόρης, δεν ελέησε το δράμα της φύσεως. Ικέτευα και με απεστρέφετο, εφώναζα και με απέφευγε. Και πρώτα μεν απέκρουσε τις φωνές μου με την σιωπήν. Ούτε όταν εφώναζα την ώρα που σιωπούσε τον συνεκίνησα, τότε που είχα καλές ελπίδες για την θεραπείαν, όταν το πάθημά μου ευρήκε συνηγόρους, όταν προσδοκούσα φιλάνθρωπο λόγον, όταν ονειροπολούσα πως μόλις ομιλήσει θα απαλλαγή η θυγατέρα μου. Με ανοικτό το στόμα ανέμενα φωνήν που θα φέρη την άνεση. Και τότε ομίλησε και διέλυσε τις ελπίδες μου. Φορτωμένη με λύπη φεύγω. Μου πρόσθεσε συμφορές με τις ύβρεις του. Κυνάριο με είπε μέσα σε τόσον κόσμο. Φαίνεται κι αυτός δικαιώνει τον δαίμονα. Φαίνεται της κόρης μου η συμφορά ενίκησε κι αυτού την δύναμη. Ίσως με τις ύβρεις έκρυψε την ομολογία της ήττας του. Ένα μόνον εκέρδισα από την ικεσία μου. Ηύξησα του δημίου της κόρης μου την αγανάκτησιν, άναψα τον θυμόν του με τα λόγια εκείνου, έκαμα αγριότερον τoν εχθρόν του παιδιού μου.


Αλλά δεν ολίσθησε σε παρομοίους λόγους, ούτε με τις ύβρεις η πίστις ατόνησε. Μεγάλη η πίστις της γυναικός, γι’ αυτό και εθησαυρίσθη στα Ευαγγέλια. «Ουκ έξεστιν βαλείν τoν άρτον των τέκνων τοις κυναρίοις». Αυτή δε προσπαθώντας να μεταπείση τoν Δεσπότην έλεγε: Ναι Κύριε, παίρνω την ύβρη σαν υπόσχεση θεραπείας. «Και γαρ τα κυνάρια εσθίει από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης των κυρίων αυτών». Μου εγγυάται την σωτηρίαν η προσφώνησις του ζώου αυτού. Ας γίνη το μέγεθος της ύβρεως μέτρον γι’ αυτό που θα μου δώσης. Κυνάριο με ονόμασες. Σαν κατοικίδιο θα απολαύσω την τράπεζα του Κυρίου μου. Έχει μερίδιον από τα ψίχουλα των τέκνων και το κυνάριο. Δεν αρπάζω τον άρτο, τα ψίχουλα ζητώ. Δεν πηδώ επάνω στην τράπεζα, αυτά μου φθάνουν. Δεν ομιλώ για απόλαυσιν. Ας απολαύση ο κληρονόμος σου εκείνο το τραπέζι, ας πέση όμως από το χέρι σου κάποιο ψίχουλο και για εμάς.


Ω πίστις! Ω σύνεσις! Ω ευλάβεια Χαναναίας! Τι κάνει λοιπόν ο Σωτήρ; Αποκαλύπτει τι έκρυβε η σιωπή: «Ω γύναι, μεγάλη σου η πίστις»! Γι’ αυτό ανέβαλα την χάρη, για να δείξω την πίστη σου. Δεν σιωπούσα ως απάνθρωπος, αλλά ησύχαζα ως προγνώστης. Περίμενα να φανεί όλη σου η πίστις. Ήθελα να διδαχθούν οι παρόντες τι μαργαρίτης εκρύπτετο σε γυναίκα Χαναναία. Σου ανοίγω όλο το τραπέζι της θεραπείας, και σου χαρίζω όχι σαν σε κυνάριο τα ψίχουλα, αλλά ως θυγατέρα τον άρτον. Εσύ μεν ενίκησες με την πίστη τους Ιουδαίους, εγώ δε με την δωρεά το αίτημά σου. «Γενηθήτω σοι ως θέλεις». Γίνε συ ιατρός της κόρης σου, μέσα σου έχεις της θεραπείας το φάρμακο. Βάδιζε νικήτρια κατά των Ιουδαίων και του δαίμονος. Λάβε έπαθλο της πίστεως, την θεραπεία της φύσεως.


Ας αναζητήσωμε την πίστη, τον στέφανον της Εκκλησίας. Ας αγαπήσωμε την πίστη, την αστραπή της οποίας δεν υποφέρουν οι δαίμονες. Την πίστη, το κεφάλαιον των μαθητών του Χριστού. Ας ακούσωμε τον Παύλο που φωνάζει: «Στήκετε εν τη πίστει». «Αδιαλείπτως προσεύχεσθε», ώστε να ακόυσωμε και εμείς τον Δεσπότη να μας λέγη: «Γεννηθήτω υμίν ως θέλετε». Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων.

Αμήν.



(5ος αιών - Migne, P.G. τ. 85, στ. 245. Από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 295 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)

Η δύναμη της Πίστης (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

 (Ματθ. ιε’ 21-28)


Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να γευτεί τη γλυκύτητα του καλού, αν πρώτα δεν επιμείνει και δε δοκιμαστεί στο καλό. Στο δρόμο προς το καλό πρώτα δοκιμάζουμε την πικρία κι υστέρα τη γλυκύτητα.


Η φύση ολόκληρη είναι γεμάτη από διδαχές καρτερίας και επιμονής. Αν τα νεόφυτα δέντρα σου δεν αναπτυχθούν για να δημιουργήσουν δασύλιο, θα μπορέσουν ν’ αντέξουν στον άνεμο και το χιόνι; Θα σου ήταν χρήσιμα τα ποτάμια αν δεν έφτιαχναν βαθιές κοίτες; Μήπως τα μυρμήγκια αυτοκτονούν όταν οι τροχοί καταστρέφουν τα σπίτια τους στο δρόμο, ή ξεκινούν με επιμονή να φτιάχνουν καινούργια; Αν κάποιος άκαρδος άνθρωπος γκρεμίσει τη φωλιά τού χελιδονιού στο σπίτι του, τότε το χελιδόνι θα ξεκινήσει αδιαμαρτύρητα να πάει σε άλλο σπίτι για να φτιάξει την καινούργια φωλιά του.

Οτιδήποτε κάνουν οι φυσικές καταστροφές ή οι άνθρωποι στα φυτά και στα ζώα, κάνουν τους ανθρώπους να θαυμάζουν την ακατάβλητη επιμονή τους στην εκτέλεση του καθήκοντος που τους όρισε ο Θεός. Όταν ένα φυτό που το κόψανε ή το θερίσανε έχει τη δύναμη ν’ αναπτυχθεί ξανά, θα το κάνει. Όταν σ’ ένα πληγωμένο και μοναχικό ζώο έμεινε έστω κι ελάχιστη δύναμη ζωής, θα προσπαθήσει να κάνει κι αυτό το καθήκον του για να ζήσει.


Η καθημερινή ζωή τού ανθρώπου είναι γεμάτη από διδαχές για την καρτερία και την επιμονή. Ο επίμονος στρατιώτης θα κερδίσει τη μάχη. Ο επίμονος τεχνίτης θα τελειοποιήσει το έργο του. Ο επίμονος έμπορος θα πλουτίσει. Ο επίμονος ιερέας θα βάλει τους ανθρώπους της ενορίας του στο σωστό δρόμο. Ο επίμονος άντρας ή η επίμονη γυναίκα τής προσευχής, θα φτάσει στην τελειότητα και την αγιότητα. Ο επίμονος καλλιτέχνης αποκαλύπτει το εσωτερικό κάλλος των πραγμάτων. Ο επίμονος επιστήμονας ανακαλύπτει τους κανόνες και τους νόμους που διέπουν τις σχέσεις των πραγμάτων. Ακόμα και το πιο χαρισματικό παιδί δε θα μάθει να γράφει, αν δεν εξασκηθεί με επιμονή στο γράψιμο. Ένας άνθρωπος με θαυμάσια φωνή δε θα γίνει ποτέ μεγάλος τραγουδιστής αν δεν εξασκηθεί. Έχουμε συνηθίσει να υπενθυμίζουμε στους άλλους κάθε μέρα, αλλά και να μας υπενθυμίζουν οι άλλοι, την ανάγκη τής επιμονής και της καρτερίας στο καθημερινό μας έργο.


Η επιμονή, για να καταλήξουμε σε κάποιο συμπέρασμα, είναι το μοναδικό καλό έργο που το συνιστούν όλοι και δεν το αμφισβητεί κανένας. Όλη αυτή η επιμονή στο έργο όμως που ακούμε κάθε μέρα, είναι μόνο ένα σχολείο που μας μαθαίνει την εσωτερική επιμονή στο πνευματικό βασίλειο. Όλη αυτή η εξωτερική επιμονή στο λουστράρισμα και στην τελειοποίηση των πραγμάτων, στη σύναξη πλούτου, γνώσεων και τεχνών, είναι μόνο μια εικόνα τής θαυμαστής επιμονής που πρέπει να έχουμε για τη βελτίωση και τελειοποίηση των καρδιών μας, για τη φροντίδα και τον εμπλουτισμό τής ψυχής μας, της άφθαρτης κι αθάνατης εσωτερικής μας ύπαρξης.


Η Αγία Γραφή μάς διδάσκει σε κάθε σελίδα της την επιμονή στα πνευματικά θέματα. Μας διδάσκει τόσο με λόγια όσο και με τα μεγάλα παραδείγματα ανδρών καρτερικών ή μη. Τα δυο πιο φοβερά παραδείγματα μη επιμονής στο καλό, τα βρίσκουμε στην περίπτωση του Αδάμ, του προπάτορα του ανθρώπινου γένους, και του Ιούδα, που πριν ήταν απόστολος κι έπειτα έγινε προδότης. Και τους δυο η αγαθότητα του Θεού τους τοποθέτησε πολύ κοντά Του. Ο Αδάμ ήταν με το Θεό στον παράδεισο, ο Ιούδας κοντά στο Χριστό στη γη. Ξεκίνησαν κι οι δυο με υπακοή στο Θεό και τελείωσαν με δυσπιστία. Το τέλος τού Ιούδα ήταν πιο φοβερό από του Αδάμ, επειδή μπροστά του είχε και το παράδειγμα του πρωτόπλαστου. Ο Σαούλ πάλι δεν είχε επιμονή στη μάχη και γι’ αυτό παραφρόνησε. Ο Σολομών δεν είχε επιμονή κι η βασιλεία του μοιράστηκε. Πόσο υπέροχη όμως, πόσο υπεράνθρωπη επιμονή έδειξε ο Αβραάμ με την πίστη του στο Θεό, ο Ιακώβ με την πραότητά του, ο Ιωσήφ με την εγκράτειά του, ο Δαβίδ με τη μετάνοιά του κι ο δίκαιος Ιώβ με την καρτερία του! Τι υπέροχο παράδειγμα επιμονής στην αγνότητά της έδειξε η Πάναγνη Παρθένος, αλλά κι ο δίκαιος Ιωσήφ με την υπακοή του στο Θεό! Αλλά το ίδιο έκαναν κι οι απόστολοι, καθώς κι όλοι εκείνοι που είχαν αφοσιωθεί στο Θεό, με την αγάπη τού Χριστού!


Στην Αγία Γραφή θα βρούμε πάρα πολλά και καθαρά παραδείγματα πώς η επιμονή στο καλό αποβαίνει πάντα νικηφόρα και στεφανώνεται. Κανένας από μας που τα διαβάζει αυτά δεν μπορεί να ισχυριστεί πως δεν ήξερε ή δε διδάχτηκε. Πώς γίνεται εκατοντάδες χιλιάδες αγίων, παρθένων και μαρτύρων, από την ένσαρκη ζωή τού Χριστού στη γη ως σήμερα, να το γνωρίζουν αυτό και μεις να το αγνοούμε; Δεν είναι πως δεν ξέρουμε, αλλά δεν έχουμε τη δύναμη να επιμείνουμε. Το να γνωρίζουμε το καλό και να μην επιμένουμε σ’ αυτό, μας κατακρίνει διπλά. Εκείνος που δε γνωρίζει το δρόμο αυτό και δεν τον ακολουθεί «δαρήσεται ολίγας». Αυτός όμως που τον γνωρίζει και δεν τον ακολουθεί, «δαρήσεται πολλάς» (βλ. Λουκ. ιβ’ 47, 48).


Ο δρόμος προς το καλό είναι ανηφορικός. Εκείνος που έμαθε να βαδίζει μόνο σε επίπεδες επιφάνειες ή σε κατηφόρες, στην αρχή θα τον βρει δύσκολο. Αυτός που ξεκίνησε να βαδίζει το δρόμο αυτόν κι έπειτα γυρίζει πίσω, δε θα μπορέσει να σταθεί στον τόπο απ’ όπου ξεκίνησε τον ανήφορο, αλλά θα κατεβεί πιο χαμηλά, στο σκοτάδι και στην απώλεια. Γι’ αυτό είπε ο Κύριος πως «ουδείς επιβαλών την χείρα αυτού επ’ άροτρον και βλέπων εις τα οπίσω εύθετός εστιν εις την βασιλείαν του Θεού» (Λουκ. θ’ 62).


Το σημερινό ευαγγέλιο μας μιλάει για ένα θαυμαστό παράδειγμα επιμονής στην πίστη και την προσευχή που μας δίνει μια συνηθισμένη γυναίκα, που μάλιστα ήταν ειδωλολάτρισσα. Μακάρι το παράδειγμα αυτό να λειτουργήσει σαν φωτιά στις συνειδήσεις όλων εκείνων που αυτοονομάζονται πιστοί, ενώ στην πίστη και στην προσευχή είναι σκληροί και ψυχροί σαν την πέτρα.


***


«Και εξελθών εκείθεν ο Ιησούς ανεχώρησεν εις τα μέρη Τύρου και Σιδώνος. και ιδού γυνή Χαναναία από των ορίων εκείνων εξελθούσα εκραύγασεν αυτώ λέγουσα· ελέησόν με, Κύριε, υιέ Δαυίδ· η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται» (Ματθ. ιε’ 21, 22). Από πού ερχόταν ο Ιησούς; Από τη Γαλιλαία, από τη γη όπου κατοικούσαν Ισραηλίτες που προέρχονταν από τη φυλή τού ευλογημένου Σημ. Και πού πήγαινε; Στις περιοχές όπου κατοικούσαν οι Χανανίτες, οι απόγονοι του Χαμ, που τον είχε καταραστεί ο πατέρας του. Ο Κύριος λοιπόν άφησε τους ευλογημένους και πήγε στους καταραμένους. Γιατί; Επειδή οι ευλογημένοι είχαν ξεχάσει το Θεό κι επομένως είχαν γίνει καταραμένοι, ενώ κάποιοι από τους καταραμένους είχαν ομολογήσει το Θεό κι είχαν γίνει ευλογημένοι. Ο Κύριος, αφού στηλίτευσε τους γραμματείς και τους Φαρισσαίους για την προσήλωσή τους σε εξωτερικές συνήθειες, στον τύπο δηλαδή, και την από μέρους τους παράβαση των εντολών τής ελεημοσύνης και της τιμής προς τους γονείς, πήρε τους μαθητές του και πέρασε στη γη των ειδωλολατρών.


Γιατί πήγε στους ειδωλολάτρες αφού νωρίτερα είχε δώσει εντολή στους μαθητές Του να πάνε «προς τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ» (Ματθ. ι’ 6); Πρώτο επειδή, όπως λέει ο ιερός Χρυσόστομος, δεν περιορίζεται από τις εντολές που δίνει στους μαθητές Του. Δεύτερο, επειδή έβλεπε πως οι Ιουδαίοι τον αποστρέφονταν κι ο ίδιος αντιλαμβανόταν πως τελικά θα τον απέρριπταν εντελώς.


Ο Θεός είναι πιστός στις υποσχέσεις Του. Με τους προφήτες Του είχε υποσχεθεί να στείλει το Σωτήρα στον Ιουδαϊκό λαό. Κι αυτό το πραγματοποίησε ο Θεός. Ο Ιουδαϊκός λαός, μέσω των ηγετών του, απέρριψε το Σωτήρα. Ο Θεός όμως έχει πλήθος τρόπους για να εκτελέσει το σχέδιό Του. Η απόρριψη των Ιουδαίων δεν ήταν ικανή να εμποδίσει το έργο τής σωτηρίας, πολύ λιγότερο μπορούσε να το αφανίσει. Ο Σωτήρας Χριστός πέρασε τα σύνορα της Ιουδαίας και πήγε σε άλλους λαούς. Πιστός στην υπόσχεσή Του ο Κύριος έστειλε πρώτα στους Ιουδαίους τους αποστόλους Του, μετά τη Σταύρωσή Του όμως, ο αναστημένος Κύριος τους έστειλε «εις πάντα τα έθνη» (Ματθ. κη’ 19). Τρίτο και τελευταίο, ο Κύριος ήθελε για μια ακόμα φορά να ντροπιάσει τον εκλεκτό και ευλογημένο λαό με την πίστη των ειδωλολατρών, ώστε μ’ αυτόν τον τρόπο να τους οδηγήσει στη μετάνοια και να τους ξαναφέρει κοντά στο Θεό. Αυτό το έκανε για πρώτη φορά στην Καπερναούμ με τον Ρωμαίο εκατόνταρχο. Ο Ρωμαίος εκατόνταρχος προερχόταν από τη φυλή του Ιάφεθ και έδειξε μια σπάνια πίστη στον Κύριο Ιησού. Οι Ιαφεθίτες κι οι Χαμίτες λοιπόν θα κληθούν στη βασιλική τράπεζα από τον Βασιλιά τού ουρανού, όταν οι Σημίτες, ο εκλεκτός λαός, θ’ απορρίψει την πρόσκληση. Αυτό λειτουργούσε ως μια υπενθύμιση, αλλά και ως επίπληξη στους Ιουδαίους. Εκείνοι όμως παρέμειναν άκαμπτοι κι αλύγιστοι ως το τέλος κι έτσι απορρίφθηκαν από Εκείνον που οι ίδιοι είχαν απορρίψει.


Ας δούμε τώρα το μεγαλείο της πίστης που είχε η Χαναναία. Πήγε να συναντήσει τον Ιησού, που τον αποκάλεσε Κύριο και Υιό Δαβίδ. Σίγουρα είχε ακούσει για το θαυματουργό Χριστό, αφού η φήμη Του είχε διαδοθεί στις πλησιόχωρες περιοχές. Τώρα άκουσε πως πλησίασε στα δικά της μέρη κι έτρεξε να τον συναντήσει με χαρά και με μεγάλη πίστη. Όπως γράφει ο ευαγγελιστής Μάρκος, ο Κύριος είχε πάει σ’ ένα σπίτι, που «ουδένα ήθελε γνώναι» (Μάρκ. ζ’ 24), δεν ήθελε να γνωρίζει κανένας πως βρισκόταν εκεί. Είναι φανερό πως ο Κύριος ήθελε μ’ αυτόν τον τρόπο να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στο μεγαλείο τής πίστης των ειδωλολατρών. Δε θα έκανε δημόσια προσωπική επίδειξη, εκείνοι θα τον αναζητούσαν. Θα μπορούσε να κρυφτεί από τους ειδωλολάτρες, αλλά «ουκ ηδυνήθη λαθείν» (αυτόθι). Η δυνατή πίστη τής Χαναναίας γυναίκας τον εντόπισε. Το έθνος που είχε καλέσει, δεν τον δέχτηκε, ενώ «ο λαός ο καθήμενος εν σκότει… εν χώρα και σκιά θανάτου» (Ησ. θ’ 2), τον αναζήτησε. Και τον βρήκαν την ώρα που Εκείνος προσπαθούσε να κρυφτεί απ’ αυτούς.


Προσέξτε πως η γυναίκα δεν είπε στον Κύριο,«ελέησε την κόρη μου», αλλά ελέησόν με, Κύριε. Η κόρη της ήταν παράφρων, τη βασάνιζε ο δαίμονας. Κι όμως η μητέρα της ζήτησε από τον Κύριο να ελεήσει εκείνην, αντί της θυγατέρας της. Γιατί; Επειδή η κόρη της, με την παραφροσύνη που είχε, δεν καταλάβαινε τι της συνέβαινε. Δεν μπορούσε ν’ αντιληφθεί τον τρόμο και το βάσανό της, όπως το καταλάβαινε η μητέρα της που ήταν καλά. Από τα λόγια αυτά καταλαβαίνουμε τη μεγάλη αγάπη τής μητέρας προς την κόρη της. Η μητέρα υπόφερε τα βάσανα τής κόρης της σα νά ‘ταν δικά της. Εκείνος που θα ελεούσε την κόρη της, θα ελεούσε κι εκείνη, τη δύστυχη μητέρα της. Στην τρομερή αυτή κατάσταση της μητέρας ποιος θα μπορούσε με κάποιο τρόπο να την ελεήσει, αν δεν ελεούσε και την κόρη της; Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η παραφροσύνη τής κόρης προκαλούσε θλίψη σ’ ολόκληρη την οικογένεια, καθώς και σ’ όλους τους φίλους και συγγενείς τους. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι γείτονες θα είχαν απομακρυνθεί. οι εχθροί τους θα χαίρονταν. Το σπίτι ήταν αδειανό, έμοιαζε με τάφο. Έξω απ’ αυτό έφταναν μόνο οι κραυγές και τα παλαβά γέλια τής τρελής κόρης. Θα μπορούσε να σκεφτεί ή να ονειρευτεί η μητέρα να μιλήσει ή να προσευχηθεί για οτιδήποτε άλλο; Είναι πιθανό να είχε καταλογίσει το κακό που βρήκε την κόρη της σε κάποια δική της αμαρτία. Γι’ αυτό και είπε: ελέησόν με, Κύριε! «Ο δε ουκ απεκρίθη αυτή λόγον» (Ματθ. ιε’ 23). Δεν το συνήθιζε ο Χριστός να μην απαντάει στις ερωτήσεις ή στις παρακλήσεις των ανθρώπων. Ακόμα και στο σατανά απάντησε στην έρημο. Σιγή κράτησε μόνο στις ερωτήσεις που του έθεσαν οι άνομοι κριτές και βασανιστές Του, ο Καϊάφας κι ο Πιλάτος. Γιατί λοιπόν κράτησε σιωπή στην ικεσία τής δύστυχης αυτής γυναίκας; Το έκανε ώστε τα μάτια εκείνων που δεν έβλεπαν, ν’ ανοίξουν για να δούνε εκείνα που έβλεπε Αυτός. Για να δώσει στη γυναίκα αυτή την ευκαιρία να δείξει εμφατικότερα την πίστη της, για να δουν την πίστη αυτή όλοι οι σύντροφοί Του.


«Και προσελθόντες οι μαθηταί αυτού ηρώτων αυτόν λέγοντες· απόλυσον αυτήν, ότι κράζει όπισθεν ημών, ο δε αποκριθείς είπεν· ουκ απεστάλην ει μη εις τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ» (Ματθ. ιε’ 23, 24). Προσέξτε πόσο σοφά ενήργησε ο πάνσοφος Κύριος με το να μην ικανοποιήσει αμέσως το αίτημα της μητέρας, αλλά να κρατήσει σιωπή. Από την πλευρά των μαθητών είχε ήδη αναπτυχθεί κάποια συμπάθεια για τη φτωχή γυναίκα που τον παρακαλούσε. Απόλυσον αυτήν, σημαίνει είτε «απαλλάξου απ’ αυτήν» είτε «κάνε αυτό που ζητάει», για να σταματήσει να τους ενοχλεί με τις κραυγές της. Στην παράκληση αυτή των μαθητών Του, ο Κύριος απάντησε: ουκ απεστάλην ει μη εις τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ, δηλαδή στον Ιουδαϊκό λαό.


Γιατί απάντησε μ’ αυτόν τον τρόπο ο Κύριος; Πρώτο, για να δείξει πως ο Θεός είναι πιστός στις υποσχέσεις Του. Και δεύτερο, για να προωθήσει στους μαθητές του την ιδέα πως κι οι ειδωλολάτρες ήταν παιδιά τού Θεού, που είχαν κι αυτοί ανάγκη να βοηθηθούν και να σωθούν. Με τη μεγάλη πίστη τής φτωχής αυτής γυναίκας, ο Κύριος έδειξε στους μαθητές Του τον τρόπο να επαναστατήσουν στη στενή άποψη που είχαν οι Ιουδαίοι πως ο Θεός φρόντιζε μόνο αυτούς, πως επομένως ήταν Θεός μόνο των Ιουδαίων. Σκόπιμα μίλησε έτσι ο Κύριος, όπως μιλούσαν κι όλοι οι Ιουδαίοι, ώστε να συλλογιστούν οι μαθητές και να πειστούν πως η αντίληψη που είχαν οι ομοεθνείς τους ήταν λαθεμένη, πως η αντίληψη αυτή ήταν τόσο λαθεμένη όσο κι η διαφθορά κι ο εκφυλισμός τού έθνους τους, η αποστασία τους από το Θεό, καθώς κι η απόρριψη κι η περιφρόνηση που έδειξαν στο Χριστό. Ο Κύριος Ιησούς δεν ήθελε να διδάξει μόνο με λόγια τους μαθητές Του, αλλά και με ζωντανά παραδείγματα από τη ζωή. Αντί να χρησιμοποιήσει λόγια σ’ αυτήν την περίπτωση, άφησε τη συμπεριφορά Του προς την ειδωλολάτρισσα γυναίκα να μείνει ένα αλησμόνητο μάθημα στους μαθητές Του. Γι’ αυτό το λόγο πέρασε τα σύνορα της Ιουδαίας και μπήκε στην περιοχή των ειδωλολατρών, ώστε από το μεγάλο αυτό γεγονός να διδάξει τους ακολούθους Του. Ας δούμε τώρα πώς εξέφρασε η Χαναναία την ακλόνητη πίστη της στον Κύριο:


«Η δε ελθούσα προσεκύνησεν αυτώ λέγουσα· Κύριε, βοήθει μοι» (Ματθ. ιε’ 25). Ήταν σίγουρη πως αν δεν τη βοηθούσε ο Χριστός, δεν υπήρχε κανένας άλλος στον κόσμο να το κάνει. Σίγουρα θα είχε επισκεφτεί όλους τους γιατρούς και θα είχε πάει σ’ όλους τους ειδωλολάτρες μάγους, χωρίς αποτέλεσμα. Η παράφρων κόρη της παρέμεινε παράφρων. Υπήρχε όμως ο Θεραπευτής κάθε βασάνου, κάθε αρρώστιας. Είχε ακούσει γι’ Αυτόν και τον είχε πιστέψει προτού ακόμα τον δει. Και τώρα που τον είδε, την κάλυψε ολόκληρη μια πολύ μεγαλύτερη πίστη για τη θεϊκή Του δύναμη. Εκείνος θα μπορούσε να κάνει αυτό που κανένας άλλος δεν μπορούσε. Αν το ήθελε, θα μπορούσε να κάνει τα πάντα. Η πίστη της ήταν ακλόνητη πως Εκείνος μπορούσε, γι’ αυτό και κατέβαλε κάθε προσπάθεια να τον πείσει να κάνει αυτό που Αυτός -Αυτός και κανένας άλλος στην οικουμένη- δε θα μπορούσε να κάνει. Γι’ αυτό κι όταν ο Χριστός δεν έδωσε καμιά απάντηση στο πρώτο αίτημά της, όταν δεν έδωσε καμιά σημασία ακόμα κι όταν του το ζήτησαν οι σύντροφοί Του, έτρεξε κοντά Του, γονάτισε μπροστά Του και έκραξε: Κύριε, βοήθει μοι.


«Ο δε αποκριθείς είπεν ουκ έστι καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις» (Ματθ. ιε’ 26). Φοβερά λόγια! Ο Κύριος εδώ δε χρησιμοποίησε δικά Του λόγια, μίλησε τη γλώσσα των σύγχρονων Ιουδαίων, που πίστευαν πως εκείνοι μόνο ήταν παιδιά του Θεού κι όλοι οι άλλοι λαοί ήταν σκυλιά. Ο Κύριος ήθελε μ’ αυτόν τον τρόπο να προκαλέσει τη διαμαρτυρία των μαθητών Του γι’ αυτήν την κακή αποκλειστικότητα που διεκδικούσαν οι Ιουδαίοι. Ήθελε ο Κύριος μ’ αυτόν τον τρόπο να εισαγάγει στα μυαλά των μαθητών Του τη σκέψη, που αργότερα θα διατύπωνε στους γραμματείς και τους Φαρισαίους. «Ουαί υμίν, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί, ότι κλείετε την βασιλείαν των ουρανών έμπροσθεν των ανθρώπων υμείς γαρ ουκ εισέρχεσθε, ουδέ τους εισερχόμενους αφίετε εισελθείν» (Ματθ. κγ’ 14).


Προσέξτε τώρα. Αυτοί που ονομάζονταν τέκνα, έγιναν σαν τους σκύλους, ενώ αυτοί που λογαριάζονταν σκύλοι, έγιναν παιδιά τού Θεού. Οι τελευταίοι ονομάστηκαν «σκυλιά» από τους Ιουδαίους κυρίως από κακία, υπήρχε όμως και κάποια αλήθεια στο όνομα αυτό. Οι ειδωλολάτρες της Τύρου και της Σιδώνας, όπως κι εκείνοι της Αιγύπτου κι άλλων χωρών, είχαν εγκαταλείψει από χρόνια πολλά τον αληθινό Θεό κι είχαν επιδοθεί στη λατρεία των δαιμόνων, που ήταν χειρότεροι από τα σκυλιά. Ο Χριστός εδώ δεν επιπλήττει προσωπικά τη Χαναναία αλλά το λαό της, καθώς κι όλους τους άλλους λαούς που λάτρευαν τους δαίμονες με αγάλματα και ξόανα, με διάφορα είδη μαγείας και ακάθαρτες θυσίες.


Τότε η σπουδαία αυτή γυναίκα, που η πίστη της ήταν μεγαλύτερη τόσο από τον εκλεκτό λαό όσο κι από τους περιφρονημένους ειδωλολάτρες, απάντησε στον Κύριο: «Η δε είπε· ναι, Κύριε· και γαρ τα κυνάρια εσθίει από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης των κυρίων αυτών» (Ματθ. ιε’ 27). Πόσο υπέροχη ήταν η απάντηση της ταπεινής αυτής γυναίκας! Δεν αρνήθηκε πως ανήκε σ’ ένα λαό που αποκαλούνταν σκυλιά. Ούτε αρνήθηκε επίσης να ονομάσει τους Ιουδαίους «κυρίους», μ’ όλο που η ίδια ήταν καλλίτερη απ’ αυτούς. Ήταν πρόθυμη να κατανοήσει τα συμβολικά λόγια τού Χριστού. Η μεγάλη πίστη δημιουργεί μεγάλη σοφία. Η μεγάλη πίστη βρίσκει τα σωστά λόγια. Η ταπείνωσή της μπροστά στον Κύριο ήταν τόσο μεγάλη, όπως κι η αγάπη της προς την άρρωστη κόρη της, που δεν την πλήγωσε το γεγονός ότι την αποκάλεσαν σκύλα. Μπροστά στον πάναγνο Κύριο ποιος αμαρτωλός άνθρωπος δε θά ‘νιωθε τον εαυτό του σαν ακάθαρτο σκυλί; Οπωσδήποτε όχι κάποιος άνθρωπος που, αν και αμαρτωλός, έχει κάποια σπίθα πίστης. «Ου γαρ ειμι ικανός ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης» (Λουκ. ζ’ 6), είπε ο ειδωλολάτρης εκατόνταρχος στον Κύριο. Έτσι κι η αμαρτωλή γυναίκα, δεν ντράπηκε που την αποκάλεσε σκύλα. Όταν ο άνθρωπος δε συναισθάνεται την αμαρτωλότητά του, δεν μπορεί ούτε βήμα να κάνει προς τη σωτηρία του. Πλήθος ολόκληρο αγίων της Εκκλησίας, που ήταν πιο αγνοί και φωτισμένοι από εκατομμύρια άλλους ανθρώπους, δεν ένιωθαν ντροπή να τους αποκαλούν σκυλιά. Όλοι οι άντρες κι οι γυναίκες που είναι αφυπνισμένοι πραγματικά, που έχουν συνέλθει από τη μέθη των σαρκικών παθών κι έχουν βεβαιωθεί για τη πτώση τους στη λάσπη τής αμαρτίας, το γνωρίζουν καλά αυτό. Ωσότου συνέλθει ο άνθρωπος, βρίσκεται εγκλεισμένος στην παγερή αγκαλιά τού θανάτου. Δεν έχει πίστη και δεν μπορεί να δει την ανάγκη για να πιστέψει. Ωσότου το σκυλί νιώσει την ντροπή του να είναι σκυλί, δε θα ευχηθεί ποτέ του να γίνει λιοντάρι. Ωσότου ο βάτραχος συνειδητοποιήσει πως βρίσκεται μέσα σε μια δυσώδη λάσπη, δε θα ευχηθεί να πηδήσει, έξω απ’ αυτήν και να πετάξει σαν αητός.


Η φτωχή γυναίκα τής σημερινής παραβολής είχε την αίσθηση της αδυναμίας τού ειδωλολατρικού κόσμου. Γνώριζε την κατωτερότητά του, την κακία του και τη λάσπη τής αμαρτίας του, τη δυσωδία όλης του της ύπαρξης. Νοσταλγούσε να βρει κάτι πιο δυνατό, πιο φωτεινό και πιο αγνό. Κι αυτό που νοσταλγούσε βρέθηκε ξαφνικά μπροστά της, της αποκαλύφτηκε στο Χριστό, με τη μεγαλύτερη δυνατή πληρότητα και δόξα. Γι’ αυτό και δεν έκανε πίσω όταν ο Κύριος την ονόμασε παιδί σκύλων. Όχι μόνο το ανέχτηκε αυτό, αλλά το ομολόγησε κιόλας. Με την αποδοχή τής αναξιότητας των προγόνων της όμως ζήτησε έστω κι ένα ψίχουλο από το ζωοποιό ψωμί που έστειλε ο Θεός στον Ισραήλ. Το ψωμί είναι ο Χριστός· ψίχουλα είναι έστω και οι ελάχιστες των δωρεών Του. Τα πεινασμένα σκυλιά, που δεν έχουν ούτε ψίχουλα να φάνε, θα ικανοποιηθούν έστω και μ’ αυτά.


«Τότε αποκριθείς ο Ιησούς είπεν αυτή· ω γύναι. μεγάλη σου η πίστις! γενηθήτω σοι ως θέλεις, και ιάθη η θυγάτηρ αυτής από της ώρας εκείνης» (Ματθ. ιε’ 28). Ο Κύριος έφερε τη συζήτηση εκεί που ήθελε και μόνο τότε είπε τα λόγια αυτά. Ακόμα κι αν η γυναίκα αυτή ήταν θυγατέρα τού Αβραάμ, δε θα μπορούσε να εκφράσει την πίστη της με μεγαλύτερη έμφαση απ’ ό,τι το έκανε. Όποιος έχει μάτια βλέπει κι όποιος έχει αυτιά ακούει. Δεν υπάρχει λόγος να αναλύσουμε περισσότερο το περιστατικό. Ακόμα κι ο προδότης Ιούδας θα μπορούσε να διαπιστώσει τη μεγάλη πίστη της Χαναναίας. Ακόμα κι ο ολιγόπιστος Πέτρος, κι ο δύσπιστος Θωμάς. Ο Κύριος δεν είχε εγκωμιάσει τόσο πολύ κανέναν από τους αποστόλους Του. Σε ποιον απ’ αυτούς είπε ποτέ, μεγάλη σου η πίστις; Σε όλους τους είπε, τουλάχιστο μια φορά: «Ολιγόπιστοι!» Και σε μια περίπτωση τους επιτίμησε με τα λόγια: «Ω, γενεά άπιστος και διεστραμμένη!» (Ματθ. ιζ’ 17). Αυτός ήταν κι ο λόγος που τους πήρε στην περιοχή Χαναάν: ώστε με την πίστη τής ειδωλολάτρισσας γυναίκας αυτής, που δε γνώριζε ούτε το νόμο ούτε τους προφήτες, να τους διδάξει τη μεγάλη πίστη, τη δύναμη της πίστης.


Ο Κύριος δίδασκε προοδευτικά τους μαθητές Του στο σχολείο τής πίστης. Με τέτοια περιστατικά στους χώρους των ειδωλολατρών, τους παρείχε διδασκαλία σταθερή και συμπλήρωνε μ’ αυτόν τον τρόπο την εκπαίδευσή τους. Πόσο μεγάλη ήταν η πίστη τής γυναίκας αυτής, που όλα όσα είχε μάθει στο χώρο που ζούσε για τον κόσμο αυτόν και για τη ζωή ήταν όλα πλανεμένα! Είχε μάθει πως ο ήλιος και το φεγγάρι, τα ζώα κι οι πέτρες, ήταν θεοί. Είχε γεννηθεί κι είχε ζήσει στο σκοτάδι, στην άγνοια. Τέλος, ανήκε στους Χαναναίους, την πονηρή αυτή φυλή που ο Θεός την οδήγησε μακριά από τη γη της επαγγελίας, για να κατοικήσουν εκεί οι Ιουδαίοι, ο εκλεκτός λαός Του. Εδώ υπάρχει αρκετή διδαχή, μια μεγάλη αιτία για να στοχαστούμε τους τρόπους τού Θεού, πολλοί λόγοι για να κάνουν τους αποστόλους και το έθνος τους να ντρέπονται και να μετανοούν. Οι απόστολοι αντιλήφθηκαν τη διδασκαλία αυτή και την έκαναν δική τους, αν όχι αμέσως, λίγο αργότερα. Βεβαιώθηκαν για την πίστη τους και τη διέδωσαν σ’ ολόκληρη τη γη. Θυσίασαν τη ζωή τους για την παντοδύναμη αυτή πίστη και τελικά δοξάστηκαν οι ίδιοι. Εμείς κατανοήσαμε την πίστη αυτή, την κάναμε δική μας; Η Εκκλησία τού Χριστού είναι ο Εκλεκτός Λαός Του σ’ αυτόν τον κόσμο, η Νέα Βασιλεία και το Νέο Ιερατείο. Προσέξτε όμως πόσο λίγη σημασία δίνουν οι χριστιανικοί λαοί στο Χριστό, πόσο τον περιφρονούν! Παρατηρήστε πώς, βαπτισμένοι άντρες και γυναίκες, όχι μόνο έχουν γίνει ολιγόπιστοι, αλλά κατάντησαν ένας άπιστος και διεφθαρμένος λαός. Πιστεύουν περισσότερο σε οτιδήποτε άλλο παρά στο Χριστό. Αναζητούν βοήθεια και στήριξη στη ζωή τους σε τυφλά και κουφά στοιχεία γύρω τους, παρά στον Κύριο Ιησού Χριστό, τον παντοδύναμο. Μ’ αυτόν τον τρόπο επέσυραν πάνω τους φοβερές τιμωρίες, έγιναν πονηροί, αδύναμοι και ταλαίπωροι, όπως ήταν οι Ιουδαίοι την εποχή τής έλευσης του Χριστού στη γη.


***


Οι χριστιανικοί λαοί κρατούν τα κλειδιά τής βασιλείας των ουρανών, μα υπάρχουν πολλοί απ’ αυτούς σήμερα που όχι μόνο δεν εισέρχονται στη βασιλεία αυτή, μα δεν αφήνουν να μπουν μέσα κι εκείνοι που το επιθυμούν. Έτσι αποδείχνονται χειρότεροι, πιο ιδιοτελείς και γήινοι από τους άλλους λαούς. Κατορθώνουν έτσι ν’ απομακρύνουν από το Χριστό τα μη χριστιανικά έθνη και τα εμποδίζουν να μπουν στη Βασιλεία που τόσο επιθυμούν. Μόνο ψίχουλα πέφτουν από το βασιλικό τραπέζι τού Χριστού στους λαούς αυτούς, κι αυτοί τα μαζεύουν και τα τρώνε. Πώς μπορούν όμως οι ειδωλολάτρες αυτοί να χορτάσουν όταν οι Ευρωπαίοι κι οι Αμερικανοί, που κάθονται σαν κύριοι στο βασιλικό τραπέζι, μένουν πνευματικά πεινασμένοι και διψασμένοι; Δε θα φτάσει κάποια στιγμή στο τέλος της η υπομονή τού Θεού; Δε θ’ απορρίψει ο Κύριος εκείνους που τον απορρίπτουν, όπως έχει κάνει ήδη με μερικούς, και θα πει πως οι κλητοί αποδοκιμάστηκαν, ενώ οι μη κλητοί έγιναν αποδεκτοί, οι ευλογημένοι έγιναν καταραμένοι κι οι καταραμένοι ευλογήθηκαν;


Τι απομένει να κάνουμε εμείς σ’ αυτή την άπιστη γενιά; Τίποτα περισσότερο απ’ ό,τι έκανε η Χαναναία: να προσευχηθούμε καρτερικά στον παντοδύναμο Χριστό, να κραυγάσουμε με πίστη: «Κύριε, ελέησέ μας τους αμαρτωλούς!» Αν είναι στο θέλημα του Θεού ν’ αντικαταστήσει έναν εκλεκτό λαό μ’ έναν άλλο, αν είναι στο θέλημά Toυ να πάρει τη βασιλεία Toυ από τα χριστιανικά έθνη και να τη δώσει σε άλλους, αν η τιμωρία για τις αμαρτίες μας είναι κοντά, ακόμα και τότε δε θ’ αποβληθούν όλοι οι χριστιανοί μαζί με τα χριστιανικά έθνη, όπως δεν αποβλήθηκαν κι όλοι οι Ιουδαίοι μαζί με το ιουδαϊκό έθνος. Εκείνοι από τους Ιουδαίους που ομολόγησαν το Χριστό μετά την καταστροφή τής Ιερουσαλήμ σώθηκαν, όπως σώθηκαν και κείνοι που τον ομολόγησαν την εποχή που ο Χριστός ζούσε στη γη. Πολλοί Ιουδαίοι βαπτίστηκαν αργότερα και αρκετοί έγιναν μεγάλοι άγιοι της Εκκλησίας τού Χριστού. Εκείνοι από τους Ιουδαίους που επιστρέφουν κοντά Του σήμερα, σώζονται, όπως σώθηκαν και πολλοί από τους προπάτορές τους προτού παύσουν να είναι ο εκλεκτός λαός. Ο Θεός ενδιαφερόταν πάντα περισσότερο για τη σωτηρία των ψυχών των ανθρώπων παρά για τα κράτη και τους λαούς. Δεν πρέπει να φοβηθούμε λοιπόν να διακηρύξουμε: «Τα υπάρχοντα χριστιανικά κράτη και έθνη θα καταστραφούν, όλοι μας θα καταστραφούμε». Ας πάθουν λοιπόν τα κράτη και τα έθνη αυτό που τους αξίζει. Ούτε ένας άντρας ή μια γυναίκα που πιστεύει στον Κύριο όμως δεν πρόκειται να καταστραφεί. Ο Θεός βρήκε έναν μόνο πιστό στα Σόδομα — το δίκαιο Λωτ – κι έσωσε αυτόν μόνο, ενώ κατέστρεψε τα Σόδομα.


Ας μιμηθούμε την επίμονη προσευχή και τη δυνατή πίστη τής Χαναναίας κι ας μην ολιγοπιστήσουμε ούτε για μια στιγμή. Η πίστη μας πρέπει να είναι δυνατή, επίμονη. Ας προσπαθούμε διαρκώς να κρατούμε τη φλόγα της πίστης μας δυνατή, να μη σβήσει. Ας στέλνουμε διαρκώς τις προσευχές μας στον Κύριο τόσο για μας όσο και για ολόκληρη την Εκκλησία τού Θεού και για όλη την ανθρωπότητα. Η πίστη, μόνο αυτή, θα δυναμώσει την ψυχή μας και θ’ αποβάλει κάθε φόβο κι αμφιβολία από μέσα μας. Η προσευχή θα καθαρίσει την ψυχή μας και θα μας γεμίσει με χαρά, πίστη, καλούς λογισμούς και φλογερή αγάπη.


Είθε ο στοργικός κι ελεήμων Κύριος να ενισχύσει την πίστη μας και ν’ ακούσει τις προσευχές μας. Δόξα και αίνος στον Κύριο Ιησού Χριστό, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.



(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Β’ – ΟΜΙΛΙΕΣ Ε’ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2013)


Ομιλία στην απελευθέρωση της κόρης της Χαναναίας

 Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος


[Ματθ. 15, 21-18]


«Εἰς τήν ἐπίλυσιν τῆς Χαναναίας»


«Καὶ ἐξελθὼν ἐκεῖθεν ὁ Ιησοῦς ἀνεχώρησεν εἰς τὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος (: Και αφού έφυγε από κει ο Ιησούς, αναχώρησε προς τα μέρη της Τύρου και Σιδώνας)» [Ματθ. 15, 21].


Θαυμάζει ο ευαγγελιστής. «Καὶ ἰδοὺ γυνὴ (: και τότε ιδού μία γυναίκα)», το παλαιό όπλο του διαβόλου, αυτή που με έβγαλε από τον παράδεισο, η μητέρα της αμαρτίας, ο αρχηγός της παράβασης· η ίδια αυτή γυναίκα έρχεται, η ίδια φύση. Καινούριο και παράξενο θαύμα· οι Ιουδαίοι φεύγουν και η γυναίκα τον καταδιώκει· «καὶ ἰδοὺ γυνὴ Χαναναία ἀπὸ τῶν ὁρίων ἐκείνων ἐξελθοῦσα ἐκραύγαζεν αὐτῷ λέγουσα· ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυΐδ (: Τότε μια γυναίκα Χαναναία που βγήκε από τα σύνορα εκείνα του φώναξε δυνατά: “Ελέησέ με, Κύριε, ένδοξε απόγονε του Δαβίδ”)». Η γυναίκα γίνεται ευαγγελίστρια και ομολογεί τη θεότητα και την οικονομία. «Κύριε», λέγει και εννοεί την εξουσία· «Υιέ του Δαβίδ», την ενανθρώπηση. «Ελέησέ με». Πρόσεχε φιλόσοφη ψυχή. «Ελέησέ με· δεν έχω κατορθώματα ζωής· δεν έχω παρρησία συμπεριφοράς· καταφεύγω στο έλεος, όπου δεν υπάρχει δικαστήριο, όπου η σωτηρία είναι χωρίς ανάκριση». Και παρόλο που ήταν τόσο κακή και παράνομη τόλμησε να τον πλησιάσει.


Και πρόσεχε φιλοσοφία γυναίκας. Δεν παρακαλεί τον Ιάκωβο, δεν ικετεύει τον Ιωάννη, ούτε πλησιάζει τον Πέτρο, ούτε διέσχισε τον χορό των αποστόλων. «Δεν έχω ανάγκη από  μεσίτη, αλλά πήρα συνήγορο τη μετάνοια και έρχομαι στην ίδια την Πηγή. Γι’ αυτό κατέβηκε, γι’ αυτό έλαβε σάρκα, για να μιλήσω και εγώ μαζί Του. Επάνω τα χερουβείμ Τον τρέμουν, και κάτω η πόρνη συζητάει μαζί Του. Ελέησέ με· γι’ αυτό ήρθες, γι’ αυτό πήρες σάρκα, γι’ αυτό έγινες όπως είμαι εγώ. Επάνω τρόμος και κάτω παρρησία. Ελέησέ με· δεν έχω ανάγκη από μεσίτη, ελέησέ με».


«Τι έχεις;». «Έλεος ζητώ». «Τι έχεις πάθει;». «Ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται (: Η κόρη μου κατέχεται από δαιμόνιο και υποφέρει φρικτά)». Η φύση βασανίζεται, η συμπάθεια γυμνάζεται. Βγήκε συνήγορος της κόρης της. Δεν φέρνει την άρρωστη, αλλά φέρνει την πίστη. Θεός είναι και τα βλέπει όλα. «Η κόρη μου βασανίζεται φρικτά από δαιμόνιο». Πένθος φοβερό· το καρφί της φύσης ξέσχισε τη μήτρα, η τρικυμία βρίσκεται στα σπλάχνα της. «Τι να κάνω; Χάνομαι».


Και γιατί δεν λες: «ελέησε τη θυγατέρα μου», αλλά «ελέησέ με»; Εκείνη δεν αισθάνεται το πάθος, δεν ξέρει τι πάσχει, δεν καταλαβαίνει τον πόνο, επειδή έχει παραπέτασμα της συμφοράς το ανώδυνο ή καλύτερα το αναίσθητο. «Εμένα όμως ελέησε που βλέπω τα καθημερινά κακά· θέατρο συμφοράς έχω στο σπίτι μου. Πού να πάω; Στην έρημο; Αλλά δεν τολμώ να την αφήσω μόνη. Μήπως στο σπίτι; Αλλά βρίσκω τον εχθρό μέσα, τα κύματα στο λιμάνι, θέατρο συμφοράς. Τι να την ονομάσω; Νεκρή; Όμως κινείται. Μήπως ζωντανή; Αλλά δεν ξέρει τι κάνει. Δεν ξέρω να βρω όνομα που να ερμηνεύει το πάθος της. Ελέησέ με. Αν πέθαινε η κόρη μου, δεν θα πάθαινα τέτοια· θα παρέδινα στους κόλπους της γης το σώμα της, και με τον καιρό θα έφερνα τη λήθη και θα απομάκρυνα τη λύπη. Τώρα όμως έχω ένα νεκρό που με κάνει να τον βλέπω συνέχεια, να μου ερεθίζει το τραύμα, να μου αυξάνει το πάθος. Πώς να δω τα μάτια της να αλληθωρίζουν· τα χέρια της να συστρέφονται· τα μαλλιά της να ξεπλέκονται; Αφρό να βγαίνει από το στόμα της; Τον δήμιο να είναι μέσα και να μη φαίνεται; Αυτόν που μαστιγώνει να μη φαίνεται, ενώ οι μαστιγώσεις να φαίνονται; Στάθηκα θεατής των ξένων κακών, στάθηκα ενώ η φύση με κεντρίζει. Ελέησέ με. Φοβερή η τρικυμία, φοβερό το πάθος και φοβερός ο φόβος· το πάθος της φύσης και ο φόβος του δαίμονα. Δεν μπορώ να την πλησιάσω, ούτε να τη συγκρατήσω. Με ωθεί το πάθος και με αποκρούει ο φόβος. Ελέησέ με».


Σκέψου την πίστη της γυναίκας. Δεν πήγε σε μάγους, δεν κάλεσε μάντεις, δεν έκανε φυλαχτά, δεν πλήρωσε γυναίκες που χρησιμοποιούν μαγγανείες, αυτές που γοητεύουν τους δαίμονες και αυξάνουν την πληγή. Αλλά άφησε το εργαστήριο του διαβόλου και έρχεται στον Σωτήρα των ψυχών μας. «Ελέησέ με· η θυγατέρα μου βασανίζεται φρικτά από δαιμόνιο». Γνωρίζετε το πάθος, όσοι γίνατε πατέρες· βοηθήστε μου στον λόγο, όσες γίνατε μητέρες. Δεν μπορώ να εξηγήσω την τρικυμία που υπέφερε η γυναίκα. «Ελέησέ με· η θυγατέρα μου βασανίζεται φρικτά από δαιμόνιο». Είδες την πίστη της γυναίκας; Είδες την καρτερία της; Την ανδρεία της; Την υπομονή της;


«Ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον (: Ο Κύριος όμως δεν της αποκρίθηκε ούτε λέξη)». Καινούρια πράγματα. Αυτή παρακαλεί, ικετεύει, κλαίει τη συμφορά της, μεγαλώνει την τραγωδία, διηγείται το πάθος· και ο Φιλάνθρωπος δεν απαντάει. Ο Λόγος σιωπά, η Πηγή κλείνεται, ο Ιατρός κρύβει τα φάρμακα. Τι το καινούριο; Τι το παράδοξο; Τρέχεις κοντά σε άλλους και δείχνεις αυτήν που τρέχει κοντά σου; Αλλά σκέψου τη φιλοσοφία του Ιατρού. «Αυτός όμως δεν της απάντησε ούτε λέξη». Για ποιον λόγο; Γιατί δεν εξέταζε τα λόγια, αλλά ερευνούσε τα μυστικά της ψυχής της.


«Ο Κύριος όμως δεν της αποκρίθηκε ούτε λέξη». Και τι έκαναν οι μαθητές; Επειδή η γυναίκα δεν πήρε απάντηση, Τον πλησίασαν και Του λέγουν: «Ἀπόλυσον αὐτήν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν (: ‘’Κάνε της αυτό που ζητά, για να φύγει, διότι φωνάζει δυνατά από πίσω μας, κι απ’ τις φωνές της θα μαζευτεί πολύς λαός’’)» [Ματθ. 15, 23]. «Εσύ όμως ακούς τη φωνή από έξω, ενώ εγώ τη φωνή από μέσα. Είναι μεγάλη η φωνή του στόματος, μεγαλύτερη όμως η φωνή της ψυχής». «Κάνε της αυτό που ζητά, για να φύγει, διότι φωνάζει δυνατά από πίσω μας»· άλλος ευαγγελιστής όμως, λέγει: «ἔμπροσθεν ἡμῶν (: μπροστά μας)». Αντίθετα τα λόγια, αλλά όχι ψεύτικα, γιατί έκανε και τα δύο. Πρώτα δηλαδή φώναζε από πίσω, και όταν δεν απάντησε ο Κύριος, ήρθε μπροστά Του. Σαν σκυλί που γλύφει τα πόδια του κυρίου του. «Διώξε την. Εκείνη έστησε θέατρο γύρω, μάζεψε πλήθος», λένε οι μαθητές. Εκείνοι έβλεπαν τον ανθρώπινο πόνο, ενώ ο Κύριος τη φιλανθρωπία και τη σωτηρία της γυναίκας. «Διώξε την γιατί φωνάζει από πίσω μας».


Τι λοιπόν είπε ο Χριστός; «Οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ισραήλ (: Δεν με απέστειλε ο Πατέρας μου παρά για τα χαμένα πρόβατα του ισραηλιτικού γένους)» [Ματθ. 15, 24]. Όταν απάντησε, έκανε χειρότερη την πληγή της· γιατί ήταν ιατρός για να εγχειρίζει· όχι για να χωρίσει, αλλά για να ενώσει.


Εδώ εντείνατε πάρα πολύ την προσοχή σας και συγκεντρώστε, σας παρακαλώ, τον νου σας· γιατί θέλω να ερευνήσω ζήτημα βαθύ. «Δεν με απέστειλε ο Πατέρας μου παρά για τα χαμένα πρόβατα του ισραηλιτικού γένους». Αυτό είναι όλο; Γι’ αυτό έγινες άνθρωπος, ανέλαβες σάρκα, έκανες τόσο μεγάλες οικονομίες, για να σώσεις μία γωνιά της γης, και αυτή χαμένη; Και η οικουμένη όλη θα μείνει έρημος, Σκύθες, Θράκες, Ινδοί, Μαύροι, Κίλικες, Καππαδόκες, Σύροι, Φοίνικες, όση γη επιβλέπει ο ήλιος; Για τους Ιουδαίους μόνο ήρθες, και περιφρονείς τους εθνικούς που βρίσκονται μέσα στην ερημιά; Και ανέχεσαι την κνίσσα; Ανέχεσαι τον καπνό; Ανέχεσαι να βρίζεται ο Πατέρας Σου; Να προσκυνούνται τα είδωλα; Να λατρεύονται οι δαίμονες;


Αν και οι προφήτες δεν λέγουν αυτά, όμως ο πρόγονός σου κατά σάρκα τι λέγει; «Αἴτησαι παρ᾿ ἐμοῦ, καὶ δώσω σοι ἔθνη τὴν κληρονομίαν σου καὶ τὴν κατάσχεσίν σου τὰ πέρατα τῆς γῆς (: Ζήτησε από εμένα και θα σου δώσω ως κληρονομιά όλα τα έθνη και θα θέσω υπό την απόλυτη κυριαρχία σου όλη τη γη μέχρι των άκρων και των περάτων της)» [Ψαλμ. 2, 8]. Και ο Ησαΐας που είδε τα Σεραφείμ, λέγει: «Καὶ ἔσται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἡ ῥίζα τοῦ Ἰεσσαὶ καὶ ὁ ἀνιστάμενος ἄρχειν ἐθνῶν, ἐπ᾿ αὐτῷ ἔθνη ἐλπιοῦσι, καὶ ἔσται ἡ ἀνάπαυσις αὐτοῦ τιμή (: Και θα είναι κατά την ημέρα εκείνη ο νεαρός βλαστός ο προερχόμενος από τη ρίζα του Ιεσσαί, δηλαδή ο απόγονός του Μεσσίας, και αυτός θα ανυψωθεί για να εξουσιάζει τα έθνη, και σε Αυτόν θα ελπίζουν τα έθνη· και η  έδρα και η διαμονή Του θα είναι ένδοξη και τιμημένη)» [Ησ. 11, 10].


Και ο Ιακώβ: «Οὐκ ἐκλείψει ἄρχων ἐξ Ἰούδα καὶ ἡγούμενος ἐκ τῶν μηρῶν αὐτοῦ, ἕως ἐὰν ἔλθῃ τὰ ἀποκείμενα αὐτῷ, καὶ αὐτὸς προσδοκία ἐθνῶν (: Δεν θα λείψει άρχοντας και βασιλικό σκήπτρο από τη φυλή του Ιούδα και δεν θα λείψει αρχηγός από τους απογόνους της γενεάς του, μέχρις ότου έλθει Εκείνος, στον Οποίο ανήκει το βασιλικό αυτό σκήπτρο· και Αυτός θα είναι το πρόσωπο, το οποίο θα περιμένουν με ζωηρή ελπίδα και έντονη προσδοκία τα έθνη και οι λαοί της γης, δηλαδή ο Μεσσίας Χριστός)» [Γέν. 49, 10]. Και ο Μαλαχίας: «Διότι καὶ ἐν ὑμῖν συγκλεισθήσονται θύραι, καὶ οὐκ ἀνάψεται τὸ θυσιαστήριόν μου δωρεάν· οὐκ ἔστι μου θέλημα ἐν ὑμῖν, λέγει Κύριος παντοκράτωρ, καὶ θυσίαν οὐ προσδέξομαι ἐκ τῶν χειρῶν ὑμῶν. διότι ἀπὸ ἀνατολῶν ἡλίου ἕως δυσμῶν τὸ ὄνομά μου δεδόξασται ἐν τοῖς ἔθνεσι, καὶ ἐν παντὶ τόπῳ θυμίαμα προσάγεται τῷ ὀνόματί μου καὶ θυσία καθαρά, διότι μέγα τὸ ὄνομά μου ἐν τοῖς ἔθνεσι, λέγει Κύριος παντοκράτωρ (: διότι και μεταξύ σας θα κλειστούν τελείως οι θύρες του ναού και δεν θα ανάψει το θυσιαστήριό σου μάταια, όπως γίνεται σήμερα. Δεν αισθάνομαι καμία ευαρέσκεια σε σας, λέγει ο Κύριος Παντοκράτωρ. Και θυσία δεν θα δεχθώ με ευχαρίστηση από τα χέρια σας. Ναι· δεν θα δεχθώ από τα βέβηλα χέρια σας θυσία. Διότι σε όλο τον κόσμο, από την ανατολή έως τη δύση του ηλίου, το Όνομά μου έχει δοξαστεί μεταξύ των εθνών που επέστρεψαν σε εμένα, και σε κάθε τόπο προσφέρεται θυμίαμα λατρείας στο Όνομά μου και θυσία καθαρή, μη μολυσμένη από αίματα και καπνούς και κνίσα κατακαιομένων σαρκών και λίπους· διότι μέγα είναι το Όνομά μου μεταξύ των εθνών, λέγει ο παντοκράτορας Κύριος)» [Μαλαχ. 1, 10-11].


Και ο Δαβίδ πάλι λέγει επίσης: «Πάντα τὰ ἔθνη κροτήσατε χεῖρας, ἀλαλάξατε τῷ Θεῷ ἐν φωνῇ ἀγαλλιάσεως. ὅτι Κύριος ὕψιστος, φοβερός, βασιλεὺς μέγας ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν (: Όλα τα έθνη χειροκροτήστε, επευφημήστε και κραυγάστε θριαμβευτικά προς τιμήν του Θεού με φωνή πλεονάζουσας χαράς· διότι ο Κύριος είναι Ύψιστος, φοβερός, βασιλέας μέγας σε όλη τη γη)» [Ψαλμ. 46, 2-3] και: «ἀνέβη ὁ Θεὸς ἐν ἀλαλαγμῷ, Κύριος ἐν φωνῇ σάλπιγγος (: και αφού κατανίκησε τα έθνη και υπόταξε αυτά σε μας, θριαμβευτής ενάντια σε όλες τις ενάντιες δυνάμεις, ανέβηκε ο Θεός και πάλι στον ουρανό εν μέσω αλαλαγμών, ανήλθε ο Κύριος, ενώ σάλπιγγες αντηχούσαν χαρμόσυνα)» [Ψαλμ. 46, 6].


Και άλλος λέγει: «Εὐφράνθητε, οὐρανοί, ἅμα αὐτῷ, καὶ προσκυνησάτωσαν αὐτῷ πάντες ἄγγελοι Θεοῦ· εὐφράνθητε, ἔθνη μετὰ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ, καὶ ἐνισχυσάτωσαν αὐτῷ πάντες υἱοὶ Θεοῦ· ὅτι τὸ αἷμα τῶν υἱῶν αὐτοῦ ἐκδικᾶται, καὶ ἐκδικήσει καὶ ἀνταποδώσει δίκην τοῖς ἐχθροῖς καὶ τοῖς μισοῦσιν ἀνταποδώσει, καὶ ἐκκαθαριεῖ Κύριος τὴν γῆν τοῦ λαοῦ αὐτοῦ (: Χαρείτε και πανηγυρίστε μαζί Του οι ουρανοί και ας προσκυνήσουν Αυτόν όλοι οι άγγελοι του Θεού. Χαρείτε και πανηγυρίστε και τα άλλα έθνη μαζί με τον ισραηλιτικό λαό Του και ας ενδυναμώσουν τον λαό αυτόν όλοι όσοι είναι οικείοι του αληθινού Θεού· διότι ο Κύριος εκδικείται το αίμα των παιδιών Του. Και θα εκδικηθεί και στο μέλλον και θα τιμωρήσει δίκαια τους εχθρούς τους. Θα πληρώσει μάλιστα όπως πρέπει αυτούς που μισούν Εκείνον και τον λαό Του και θα ξεκαθαρίσει ο Κύριος τη χώρα του λαού Του)» [Δευτ. 32, 43].


Και εσύ ο ίδιος όταν ήρθες δεν κάλεσες αμέσως τους μάγους, την ακρόπολη των εθνών; Την εξουσία του διαβόλου; Τη δύναμη των δαιμόνων; Δεν τους έκανες προφήτες όταν κατέβηκες; Εσύ καλείς μάγους, οι προφήτες ομιλούν για τα έθνη. Όταν αναστήθηκες από τον Άδη, λέγεις στους μαθητές: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (: Λοιπόν πηγαίνετε και κάνετε μαθητές σας όλα τα έθνη, βαπτίζοντάς τους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος)» [Ματθ. 28, 19], και όταν ήρθε αυτή η άθλια, η ταλαίπωρη, να παρακαλέσει για τη θυγατέρα της και να ικετεύσει να λύσεις τη συμφορά της τότε λες, «δεν είμαι σταλμένος παρά μόνο στα πρόβατα τα χαμένα του οίκου Ισραήλ»; Και όταν ήρθε σε σένα ο εκατόνταρχος του λέγεις: «Ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν (: Θα έλθω εγώ στο σπίτι σου και θα τον θεραπεύσω)» [Ματθ. 8, 7]· όταν ο ληστής: «ἀμὴν λέγω σοι, σήμερον μετ᾿ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ (: Αληθινά σε βεβαιώνω ότι σήμερα, απ’ τη στιγμή που θα πεθάνουμε, θα είσαι μαζί μου στον Παράδεισο)» [Λουκ. 23, 43]· όταν ο παράλυτος: «ἐγερθεὶς ἆρόν σου τὴν κλίνην καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου (: Σήκω όρθιος και πάρε στους ώμους σου το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου)» [Ματθ. 9, 6]· όταν ο Λάζαρος: «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω (: Λάζαρε, βγες έξω)» [Ιω. 11, 43], και βγήκε αν και ήταν τέσσερις ημέρες πεθαμένος. Λεπρούς καθαρίζεις, νεκρούς ανασταίνεις, παραλυτικό στερεώνεις, τυφλούς θεραπεύεις, ληστές σώζεις, πόρνη κάνεις πιο εγκρατή από παρθένο, και σε αυτήν δεν απαντάς τίποτε; Τι το πρωτάκουστο; Τι το παράξενο; Τι το παράδοξο;


Προσέχετε καλά για να μάθετε την ανδρεία της γυναίκας και τη σοφία και τη μέριμνα του Κυρίου, για να μάθετε μία αναβολή που έχει κέρδος, για να μάθετε μία άρνηση που προσφέρει πλούτο, για να μην απομακρυνθείς ποτέ και εσύ όταν προσευχηθείς και δεν λάβεις. Πρόσεχε και συγκεντρώσου. Όταν οι Ιουδαίοι απαλλάχθηκαν από την τυραννία των Αιγυπτίων και βάδιζαν στην έρημο, αφού ξέφυγαν από τα χέρια του Φαραώ, και όταν επρόκειτο να μπουν στη χώρα των Χαναναίων, των ανθρώπων που ήταν ειδωλολάτρες και ασεβείς, που προσκυνούσαν λίθους, που λάτρευαν ξύλα, που έδειχναν πολλή ασέβεια, τους έδωσε ο Θεός αυτόν τον νόμο, λέγοντας: «Οὐδὲ μὴ γαμβρεύσητε πρὸς αὐτούς· τὴν θυγατέρα σου οὐ δώσεις τῷ υἱῷ αὐτοῦ, καὶ τὴν θυγατέρα αὐτοῦ οὐ λήψῃ τῷ υἱῷ σου (: Δεν θα κάνετε επίσης γάμους με αυτούς τους λαούς. Δεν θα δώσεις την κόρη σου γυναίκα στον υιό ενός από αυτούς τους αλλοεθνείς και δεν θα πάρεις για τον υιό σου τη θυγατέρα του)» [Δευτ. 7, 3] και «Οὐ προσκυνήσεις τοῖς θεοῖς αὐτῶν, οὐ δὲ μὴ λατρεύσῃς αὐτοῖς· οὐ ποιήσεις κατὰ τὰ ἔργα αὐτῶν, ἀλλὰ καθαιρέσει καθελεῖς καὶ συντρίβων συντρίψεις τὰς στήλας αὐτῶν (: Δεν πρέπει να προσκυνήσεις, εσύ ο λαός μου, τους θεούς αυτών των λαών, ούτε να προσφέρεις λατρεία σε αυτούς. Πρόσεχε να μην κάνεις ό,τι κάνουν αυτοί, αλλά να γκρεμίσεις οπωσδήποτε τα είδωλά τους και να συντρίψεις ολότελα τις λίθινες στήλες τους, που συμβολίζουν τους θεούς τους)» [Έξ. 23, 24].


Σαν δηλαδή ο νόμος να τους πρόσταζε αυτό: «Να μην αγοράσεις, να μην πουλήσεις, να μην κάνεις γάμο, ούτε συμβόλαια, αλλά να είσαι ως προς τον τρόπο ζωής χωρισμένος από αυτούς, αν και ως προς τον τόπο είσαι κοντά τους. Να μην έχεις κανένα κοινό με αυτούς, ούτε συναλλαγές, ούτε πωλήσεις, ούτε αγορές, ούτε γάμους, ούτε συμπεθεριά, για να μη σε κάνει η ανάγκη της συγγένειας να γλιστρήσεις στην ασέβεια, για να μη σε κάνουν φίλο τους οι δοσοληψίες μαζί τους· αλλά να είσαι πάντοτε εχθρός με αυτούς. Τίποτε το κοινό ανάμεσα σε εσένα και στους Χαναναίους· να μην πάρεις το χρυσάφι τους, ούτε το ασήμι τους, ούτε τα ρούχα τους, ούτε θυγατέρα, ούτε υιό τους, ούτε κανένα άλλο από αυτά, αλλά να είσαι κλεισμένος στον εαυτό σου. Έχεις γλώσσα που σε χωρίζει, σου έδωσα και τον νόμο· γι’ αυτό και ο νόμος λέγεται φραγμός». Γιατί, όπως γύρω από το αμπέλι βρίσκεται ο φράκτης, έτσι και στους Ιουδαίους είναι ο νόμος, για να μην τον παραβούν και αναμιχθούν με τους Χαναναίους. Γιατί σε αυτόν τον λαό των Χαναναίων υπήρχαν παράνομες επιμιξίες, οι νόμοι της φύσης είχαν διαφθαρεί, είδωλα προσκυνούνταν, ξύλα λατρεύονταν, ο Θεός υβριζόταν, παιδιά σφάζονταν, πατέρες περιφρονούνταν, μητέρες ατιμάζονταν, όλα αλλοιώνονταν, όλα είχαν ανατραπεί, ζούσαν τη ζωή των δαιμόνων.


Γι’ αυτό ποτέ δεν έκαναν συναλλαγές, ούτε συμβόλαια, ούτε πωλήσεις μαζί τους. Και ο νόμος που ίσχυε για τα πιο μεγάλα εμπόδιζε τους γάμους μεταξύ τους, τα συμβόλαια, τα συμπεθεριά. Τίποτε κοινό δεν είχαν με εκείνους. Ήταν λοιπόν απαγορευμένες από τον νόμο οι συναλλαγές με τους Χαναναίους και οι δοσοληψίες για χρυσάφι ή κάτι άλλο, για να μη γίνει η αιτία της φιλίας, αφορμή για ασέβεια. Ο νόμος βρισκόταν γύρω τους σαν φράκτης. Λέγει μέσω του Ησαΐα ο Κύριος: «Ἄσω δὴ τῷ ἠγαπημένῳ ἆσμα τοῦ ἀγαπητοῦ μου τῷ ἀμπελῶνί μου. ἀμπελὼν ἐγενήθη τῷ ἠγαπημένῳ ἐν κέρατι, ἐν τόπῳ πίονι. καὶ φραγμὸν περιέθηκα καὶ ἐχαράκωσα καὶ ἐφύτευσα ἄμπελον Σωρὴχ καὶ ὠκοδόμησα πύργον ἐν μέσῳ αὐτοῦ καὶ προλήνιον ὤρυξα ἐν αὐτῷ· καὶ ἔμεινα τοῦ ποιῆσαι σταφυλήν, ἐποίησε δὲ ἀκάνθας (: Θα ψάλλω στον αγαπημένο μου αμπελώνα, τον Ισραηλιτικό λαό δηλαδή, άσμα του αγαπητού μου Κυρίου. Άμπελος έγινε κτήμα στον αγαπημένο Κύριο σε υψηλό λόφο, ανοικτό, ευάερο και ευήλιο, σε τόπο παχύ και εύφορο. Και έθεσα τριγύρω φράκτη και άνοιξα χαράκωμα και τάφρο και φύτεψα εκλεκτή άμπελο του είδους Σωρήχ και έχτισα πύργο στο μέσο αυτής και έσκαψα φρεάτιο, για να πέφτει μέσα ο μούστος. Και περίμενα να παραγάγει σταφύλια, έκανε όμως αγκαθιές)» [Ησ. 5, 1-2], δηλαδή τον νόμο, όχι φράκτη από αγκάθια, αλλά από εντολές, που τους οχύρωνε και τους εμπόδιζε.


Απαγορευμένοι λοιπόν γι΄αυτούς ήταν οι Χαναναίοι, βδελυροί, ασεβείς, μολυσμένοι, μιαροί, ακάθαρτοι·  γι’ αυτό ούτε να τους ακούσουν ανέχονταν οι Ιουδαίοι, γιατί τηρούσαν στο εξής τον νόμο αυτόν. Επειδή λοιπόν αυτή η γυναίκα ήταν από τους Χαναναίους -«καὶ ἰδοὺ γυνὴ Χαναναία (: Τότε μια γυναίκα Χαναναία)», λέγει, «ἀπὸ τῶν ὁρίων ἐκείνων ἐξελθοῦσα (: που βγήκε από τα σύνορα εκείνα)»-, επειδή λοιπόν αυτή η γυναίκα ήταν από τους Χαναναίους, και ήρθε στον Χριστό, γι’ αυτό έλεγε «Τίς ἐξ ὑμῶν ἐλέγχει με περὶ ἁμαρτίας; εἰ δὲ ἀλήθειαν λέγω, διατί ὑμεῖς οὐ πιστεύετέ μοι; (: Ποιος από σας, εξετάζοντας και ελέγχοντας τη ζωή μου, μπορεί να αποδείξει ότι έχω κάνει έστω και την παραμικρή αμαρτία; Κανείς. Συνεπώς ούτε ως ψεύτη μπορείτε να με κατηγορήσετε. Αλλά εάν λέω πάντοτε την αλήθεια, γιατί εσείς δεν με πιστεύετε;)» [Ιω. 8, 46]· μήπως παρέβηκε τον νόμο; Γιατί αφού ήταν άνθρωπος, παρουσίαζε και ανθρώπινη συμπεριφορά.


Αλλά προσέχετε με ακρίβεια στον λόγο. Αφού η γυναίκα ήταν Χαναναία και από την περιοχή εκείνη, όπου υπήρχαν και λύσσες και μανία και ασέβεια, όπου υπήρχε η εξουσία του διαβόλου, και τα όργια των δαιμόνων, και φύση καταπατημένη, και όπου κατάντησαν στους παραλογισμούς των ζώων και στις μανίες των δαιμόνων, αλλά και ο νόμος πρόσταζε: «να μην έχεις από αυτούς, να μην πάρεις γυναίκα, να μην πάρεις υιό, να μην κάνεις συμβόλαια ούτε συναλλαγές»- γι’ αυτό έβαλα ολόγυρα φράχτη-· αλλά και όταν ο Χριστός ήλθε και ανέλαβε τα ανθρώπινα όλα, αμέσως περιτμήθηκε, πρόσφερε θυσίες, προσφορές, όλα τα άλλα, και επρόκειτο να καταργήσει τον νόμο, για να μην λέγουν: «επειδή δεν είχε τη δύναμη να εκπληρώσει τον νόμο, γι’ αυτό τον κατήργησε», πρώτα τον εκπληρώνει και ύστερα τον καταργεί, για να μη νομίσεις πως δεν έχει την απαραίτητη δύναμη, αλλά τα εκπληρώνει όλα κατά τον νόμο. Γι’ αυτό φωνάζει και λέγει: «Ποιος από σας μπορεί να με ελέγξει για αμαρτία;». Αφού λοιπόν και αυτό ήταν νόμιμο, το να μην έχουν δηλαδή τίποτε το κοινό με τους Χαναναίους, για να μην αρχίσουν να Τον κατηγορούν οι Ιουδαίοι και να Του λέγουν: «Γι’ αυτό δεν πιστέψαμε σε σένα, γιατί είσαι παράνομος, κατάργησες τον νόμο, πήγες στη χώρα των Χαναναίων, αναμίχθηκες με τους Χαναναίους, ενώ ο νόμος έλεγε να μην αναμιχθείς», γι΄αυτό στην αρχή δεν της λέγει ούτε λέξη.


Πρόσεχε πώς εκπληρώνει τον νόμο και δεν προδίδει τη σωτηρία, και τους Ιουδαίους αποστομώνοντας και αυτήν κερδίζοντας. «Αυτός όμως δεν απάντησε», λέγει ο ευαγγελιστής, «ούτε λέξη». «Μην μου προβάλεις προφάσεις. Ιδού, δεν μιλώ· ιδού, δεν συζητώ· ιδού, συμφορά, και δεν κάνω το δικό μου έργο· ιδού, ναυάγιο, και εγώ ο κυβερνήτης δεν σταματώ την τρικυμία εξαιτίας της αχαριστίας σας, για να μην έχετε πρόφαση. Ιδού, μια γυναίκα μού έστησε ολόγυρα θέατρο και δεν παίρνει ακόμη απάντηση, για να μην λέτε ότι “παρέδωσες τον εαυτό σου στους Χαναναίους, παρέβηκες τον νόμο και έχουμε αυτήν την πρόφαση για να μην πιστέψουμε σε σένα”». Κοίταζε πως γι’ αυτό δεν απάντησε στη γυναίκα, για να απαντήσει στους Ιουδαίους. Η σιωπή προς τη γυναίκα, γινόταν φωνή αχαριστίας στους Ιουδαίους.


Και τα έκανε αυτά όχι σύμφωνα με τη δική Του δύναμη, αλλά από συγκατάβαση προς τη δική τους αδυναμία. Γιατί και όταν καθάρισε τον λεπρό, λέγει: «Θέλω, καθαρίσθητι (: Θέλω. Καθαρίσου)» [Ματθ. 8, 3]. Εσύ τον καθάρισες και τον στέλνεις στον νόμο του Μωυσή; «Ναι. Γιατί; Εξαιτίας των Ιουδαίων, για να μην αρχίσουν να με κατηγορούν ότι παρέβηκα τον νόμο». Γι’ αυτό και όταν θεράπευσε τον λεπρό, τον θεράπευσε με τρόπο παράξενο· και άκου πώς: «Καὶ λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ὅρα μηδενὶ εἴπῃς, ἀλλὰ ὕπαγε σεαυτὸν δεῖξον τῷ ἱερεῖ καὶ προσένεγκε τὸ δῶρον ὃ προσέταξε Μωσῆς εἰς μαρτύριον αὐτοῖς (: Πρόσεξε να μην πεις σε κανέναν το θαύμα της θεραπείας σου, αλλά πήγαινε και δείξε τον εαυτό σου στον ιερέα και πρόσφερε το δώρο που έχει καθορίσει ο Μωυσής. Για να χρησιμεύσει η εξέτασή σου από τον ιερέα και η προσφορά του δώρου σου ως μαρτυρία και απόδειξη στον ιερέα και στους Ιουδαίους ότι και εσύ θεραπεύτηκες τελείως και εγώ δεν ήλθα να καταργήσω τον νόμο)» [Ματθ. 8, 4] Σύμφωνα με τον νόμο δεν τόλμησε αυτός να βγει και να δει τον λεπρό και να τον αγγίξει.


Επειδή λοιπόν ο Ελισσαίος καθάρισε ένα λεπρό, για να μη λέγουν οι Ιουδαίοι ότι τον καθάρισε όμοια με τον Ελισσαίο, γι’ αυτό εκείνος δεν τολμάει να τον αγγίξει, ενώ Αυτός τον αγγίζει και λέγει: «Θέλω, καθαρίσου»· και απλώνοντας το χέρι του άγγιξε τον λεπρό. Γιατί τον άγγιξε· για να σου δείξει πως δεν είναι δούλος που βρίσκεται κάτω από τον νόμο, αλλά Κύριος που είναι πάνω από τον νόμο. Πώς λοιπόν τήρησε τον νόμο; Με το να πει: «θέλω, καθαρίσου», και να μην τον αγγίξει αμέσως. Προηγήθηκε ο λόγος, δραπέτευσε η αρρώστια, και έπειτα άγγιξε τον ακάθαρτο και είπε «θέλω, καθαρίσου». Πώς; «Αμέσως καθαρίστηκε». Δεν βρίσκει ο ευαγγελιστής να πει -γιατί και το αμέσως είναι αργό-, δεν βρίσκει λόγο ισοδύναμο με την ταχύτητα της ενέργειας. «Αμέσως»· πώς; Μόλις βγήκε ο λόγος και δραπέτευσε η αρρώστια, διώχθηκε η λέπρα και ο λεπρός ήταν πια καθαρός. Γι’ αυτό λέγει: «Πήγαινε, δείξε τον εαυτό σου στον ιερέα και πρόσφερε το δώρο που πρόσταξε ο Μωυσής, για βεβαίωση σε αυτούς» [Ματθ. 8, 4]. Σε ποιους; «Στους Ιουδαίους, για να μη λέγουν πως παραβαίνω τον νόμο. Εγώ θεράπευσα και λέγω «πρόσφερε το δώρο του νόμου», για να τους κατηγορήσει εκείνη την ημέρα ο λεπρός λέγοντας: Μου πρόσταξε να προσφέρω δώρο σύμφωνα με τον νόμο».


Και όπως πολλά έκανε ο Χριστός εξαιτίας των Ιουδαίων, καθιστώντας αυτούς αναπολόγητους σε όλα, έτσι και εδώ. «Ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυῒδ· ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται. ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον. καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· ἀπόλυσον αὐτήν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν (: “Ελέησέ με, Κύριε, ένδοξε απόγονε του Δαβίδ. Η κόρη μου κατέχεται από δαιμόνιο και υποφέρει φρικτά”.  Ο Κύριος όμως δεν της αποκρίθηκε ούτε λέξη. Πλησίασαν τότε οι μαθητές Του κι άρχισαν να Τον παρακαλούν λέγοντας: “Κάνε της αυτό που ζητά, για να φύγει, διότι φωνάζει δυνατά από πίσω μας, κι απ’ τις φωνές της θα μαζευτεί πολύς λαός”». Τι είπε αυτός τότε; «Οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ισραήλ (: Δεν με απέστειλε ο Πατέρας μου παρά για τα χαμένα πρόβατα του ισραηλιτικού γένους)» [Ματθ. 15, 24], για να μην λέγουν οι Ιουδαίοι: «μας άφησες και πήγες έξω, και γι’ αυτό δεν πιστέψαμε σε σένα». «Ιδού», λέγει, «και από τα έθνη έρχονται και δεν τους δέχομαι, ενώ σε σας και όταν φεύγετε, σας καλώ» [«Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς (: Ελάτε σε μένα όλοι όσοι είστε κουρασμένοι και φορτωμένοι από το βάρος της αμαρτίας και των θλίψεων, κaι από το φόρτωμα των φαρισαϊκών παραδόσεων, με τις οποίες ο θεόπνευστος νόμος μεταβλήθηκε σε φορτίο δυσβάστακτο. Ελάτε σε μένα, κι εγώ θα σας ξεκουράσω)» Ματθ. 11, 28], «και δεν έρχεστε· αυτήν τη διώχνω, και παραμένει».


«Ῥύσῃ με ἐξ ἀντιλογίας λαοῦ, καταστήσεις με εἰς κεφαλὴν ἐθνῶν. λαός, ὃν οὐκ ἔγνων, ἐδούλευσέ μοι, εἰς ἀκοὴν ὠτίου ὑπήκουσέ μου (: Με γλύτωσες από τις εμφύλιες διαμάχες του ιουδαϊκού λαού, τον οποίο οι συγγενείς του Σαούλ ζητούσαν να διαιρέσουν. Εσύ με εγκατέστησες αρχηγό και κεφαλή εθνών, ώστε να κυριαρχώ επί των γειτονικών βασιλέων. Λαός μακρινός, τον οποίο δεν είχα γνωρίσει ποτέ, υποδουλώθηκε σε εμένα και μου πρόσφερε φόρο υποταγής)», λέγει [Ψαλμ. 17, 44-45]. Και αλλού λέγει: «Ἐμφανὴς ἐγενήθην τοῖς ἐμὲ μὴ ἐπερωτῶσιν, εὑρέθην τοῖς ἐμὲ μὴ ζητοῦσιν. εἶπα· ἰδού εἰμι τῷ ἔθνει, οἳ οὐκ ἐκάλεσάν μου τὸ ὄνομα (: έγινα φανερός και αποκάλυψα τον εαυτό μου σε εκείνους, οι οποίοι δεν με ικέτευαν, επειδή με αγνοούσαν ολότελα· βρέθηκα από εκείνους, οι οποίοι δεν ζητούσαν να με βρουν. Είπα: Ιδού είμαι παρών. Το είπα σε έθνος το οποίο δεν επικαλέστηκε το όνομά μου)» [Ησ. 65, 1]. «Διώξε την, γιατί φωνάζει από πίσω μας».


Ας δούμε λοιπόν τι λέγει ο Χριστός. «Δεν είμαι σταλμένος παρά μόνο στα πρόβατα τα χαμένα του οίκου Ισραήλ». Δεν ήταν τα λόγια αυτά αποτρεπτικά; Γιατί σχεδόν λέγει: «Φύγε μακριά γιατί δεν έχεις τίποτε κοινό με μένα· δεν ήρθα για σένα, αλλά ήρθα για τους Ιουδαίους. Δεν είμαι σταλμένος παρά μόνο στα πρόβατα τα χαμένα του οίκου Ισραήλ». Και εκείνη όταν άκουσε αυτά είπε: «Κύριε, βοήθει μοι (: Κύριε, βοήθα με στη δυστυχία μου!)»· και προσκυνούσε όταν τα έλεγε («ἡ δὲ ἐλθοῦσα προσεκύνησεν αὐτῷ λέγουσα» [Ματθ. 15, 25]). Αυτός όμως δεν της απάντησε. Αλλά πρόσεχε απάντηση: «Οὐκ ἔστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις (: Δεν είναι σωστό να πάρει κανείς το ψωμί των παιδιών και να το ρίξει στα σκυλάκια’’)». «ἡ δὲ εἶπε· ναί, Κύριε· καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν (: Εκείνη όμως, αφού πλησίασε, έπεσε με ευλάβεια στα πόδια του Κυρίου λέγοντας: ‘’Κύριε, βοήθα με στη δυστυχία μου!’’. ‘’Αυτός της αποκρίθηκε: ‘’Δεν είναι σωστό να πάρει κανείς το ψωμί των παιδιών και να το ρίξει στα σκυλάκια’’. Κι εκείνη είπε: ‘’Ναι, Κύριε˙ δέχομαι ότι είμαι σκυλάκι. Διότι και τα σπιτίσια σκυλάκια τρώνε από τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι των κυρίων τους’’)». Ποιων; Των Ιουδαίων. «Και να το δώσω στα σκυλάκια», δηλαδή «σε σας».


Πραγματικά τα είπε αυτά ο Κύριος για να ντροπιάσει τους Ιουδαίους· γιατί αν και ονομάζονταν τέκνα, έγιναν σκυλιά. Γι’ αυτό και ο Παύλος λέγει: «Εἴγε ἠκούσατε τὴν οἰκονομίαν τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ τῆς δοθείσης μοι εἰς ὑμᾶς, ὅτι κατὰ ἀποκάλυψιν ἐγνώρισέ μοι τὸ μυστήριον, καθὼς προέγραψα ἐν ὀλίγῳ (: Είμαι φυλακισμένος ως δικός σας απόστολος, εξουσιοδοτημένος να κηρύττω το Ευαγγέλιο στα έθνη. Σχετικά με αυτό δεν θα σας μένει καμία αμφιβολία, εάν βεβαίως έχετε ακούσει για τον σοφό τρόπο που μεταχειρίστηκε η χάρη του Θεού για να με προσκαλέσει στο αποστολικό αξίωμα. Αυτή η χάρη μού δόθηκε για σας. Μιλώ για τον σοφό τρόπο που χρησιμοποίησε ο Θεός προκειμένου να γίνω απόστολός σας· διότι Αυτός με αποκάλυψη μου φανέρωσε την αλήθεια που μέχρι τότε ήταν κρυμμένη, ότι δηλαδή θα σώζονταν και οι εθνικοί και θα γίνονταν μέλη της οικογένειας του Θεού, όπως με λίγα λόγια σας έγραψα προηγουμένως)» [Εφ. 3, 2-3]. Οι εθνικοί ονομάστηκαν σκυλιά και έγιναν τέκνα: «Τεκνία μου, οὓς πάλιν ὠδίνω, ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστὸς ἐν ὑμῖν (: Παιδάκια μου, που σας αναγέννησα πνευματικά και που ξαναδοκιμάζω τώρα πόνους και ωδίνες για την αναγέννησή σας, έως ότου ο χαρακτήρας του Χριστού μορφωθεί μέσα σας)» [Γαλ. 4, 19]. Ο έπαινος αυτός είναι κατηγορία για τον Ιουδαίο. «Οὐκ ἔστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις (: Δεν είναι σωστό να πάρει κανείς το ψωμί των παιδιών και να το ρίξει στα σκυλάκια)» [Ματθ. 15, 26].


Τι λέγει τότε η γυναίκα; «Ναί, Κύριε· καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν (: Ναι, Κύριε˙ δέχομαι ότι είμαι σκυλάκι. Διότι και τα σπιτίσια σκυλάκια τρώνε από τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι των κυρίων τους)» [Ματθ. 15, 27]. Πωπω, δύναμη γυναίκας, πώπω επιμονή ψυχής! Ο ιατρός λέγει «όχι» και αυτή λέγει «ναι»· ο Κύριος λέγει «δεν», αυτή λέγει «ναι»· όχι με σκοπό να κατηγορήσει ούτε να γίνει αναίσχυντη, αλλά περιμένοντας τη σωτηρία.


«Δεν είναι σωστό να πάρω το ψωμί των τέκνων και να το δώσω στα σκυλάκια» «Ναι, Κύριε. Σκυλί με ονομάζεις, εγώ όμως Κύριο σε λέγω· εσύ με βρίζεις, εγώ όμως σε υμνώ. Ναι, Κύριε, αλλά και τα σκυλάκια τρώγουν από τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι των κυρίων τους». Πώπω σοφία γυναίκας! Από το παράδειγμα βρήκε λόγο που ταίριαζε. «Σκυλί με ονομάζεις, σαν σκυλί τρέφομαι. Δεν αρνούμαι την προσβολή, δεν αποφεύγω το όνομα· ας πάρω λοιπόν την τροφή του σκυλιού. Και λέγει ένα πράγμα που συνήθως συμβαίνει. Εσύ κάνε τα δικά σου· με ονόμασες σκυλί, δώσε μου ένα ψίχουλο· έγινες συνήγορος στην αίτησή μου, φανέρωσε τη συγκατάθεση στην άρνησή σου. Ναι, Κύριε, αλλά και τα σκυλάκια τρώγουν από τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι των κυρίων τους». Τι λοιπόν είπε Εκείνος που αρνούνταν, που έδιωχνε, που απομάκρυνε, που έλεγε: «Δεν είναι σωστό να πάρω το ψωμί των τέκνων και να το δώσω στα σκυλάκια» και «δεν είμαι σταλμένος.. οίκου Ισραήλ»; «Ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! γενηθήτω σοι ὡς θέλεις (: Ω γυναίκα, είναι μεγάλη η πίστη σου! Ας γίνει σε σένα όπως το θέλεις)»[Ματθ. 15, 28].


Ξαφνικά άρχισες να την επαινείς; Εγκωμιάζεις τη γυναίκα; Δεν την απομάκρυνες, δεν την έδιωχνες; «Έχε θάρρος· γι’ αυτό ανέβαλα. Γιατί, αν από την αρχή την έδιωχνα, δε θα μάθαινες την πίστη της. Αν από την αρχή την έδιωχνα, θα έφευγε γρήγορα, και κανείς δε θα γνώριζε καλά τον θησαυρό της. Γι’ αυτό καθυστερούσα τη χορήγηση, για να φανερώσω σε όλους την πίστη της». «Ω γυναίκα». Ο Θεός λέγει: «Ω γυναίκα». Ας ακούνε αυτοί που προσεύχονται χωρίς αισθήματα. Όταν πω σε κάποιον: «Παρακάλεσε τον Θεό, προσευχήσου σε Αυτόν, ικέτευσέ Τον», λέγει: «Τον παρακάλεσα μία φορά, δυο, τρεις, δέκα, είκοσι φορές και ακόμη δεν έλαβα». Μην παραιτηθείς, αδελφέ, μέχρι που να λάβεις· τέλος της αίτησης ας είναι η χορήγηση εκείνου που ζητάς. Τότε παραιτήσου, όταν λάβεις, ή καλύτερα ούτε τότε, αλλά και τότε να επιμένεις. Και αν δεν λάβεις, ζήτα για να λάβεις· όταν όμως λάβεις, ευχαρίστησε, γιατί έλαβες.


Μπαίνουν πολλοί στην εκκλησία, απευθύνουν άπειρους στίχους προσευχής, ύστερα βγαίνουν, και δεν ξέρουν τι είπαν. Τα χείλη κινούνται, και η ακοή δεν ακούει. Εσύ δεν ακούς την προσευχή σου και θέλεις ο Θεός να εισακούσει την προσευχή σου; Γονάτισες, λες, αλλά ο νους σου πετούσε έξω· το σώμα σου ήταν μέσα στην εκκλησία, και η ψυχή σου έξω· το στόμα σου έλεγε την προσευχή, και ο νους σου μετρούσε τόκους, συμβόλαια, συναλλαγές, χωράφια, κτήματα, συναναστροφές με φίλους. Γιατί ο διάβολος, επειδή είναι πονηρός και γνωρίζει πως την ώρα της προσευχής κερδίζουμε μεγάλα πράγματα, τότε επιτίθεται. Πολλές φορές αναπαυόμαστε ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, και δεν σκεπτόμαστε τίποτε· ήρθαμε να προσευχηθούμε και έρχονται άπειρες σκέψεις για να μας βγάλουν κενούς.


Γνωρίζοντας λοιπόν αγαπητέ, ότι αυτά γίνονται στις προσευχές, μιμήσου τη Χαναναία, ο άνδρας τη γυναίκα, την αλλόφυλη, την αδύνατη, την απόβλητη και περιφρονημένη. Αλλά δεν έχεις θυγατέρα που βασανίζεται από δαιμόνιο; Έχεις όμως ψυχή που αμαρτάνει. Τι είπε η Χαναναία; «Ελέησέ με, η θυγατέρα μου βασανίζεται φρικτά από δαιμόνιο». Πες κι εσύ «ελέησέ με, η ψυχή μου βασανίζεται φρικτά από δαιμόνιο». Γιατί η αμαρτία είναι μεγάλος δαίμονας. Όποιος βασανίζεται από δαιμόνιο, ελεείται, όποιος αμαρτάνει, μισείται· εκείνος βρίσκει συγχώρηση, αυτός δεν έχει δικαιολογία. «Ελέησέ με»· μικρός ο λόγος, και βρήκε πέλαγος φιλανθρωπίας. Γιατί, όπου υπάρχει έλεος, υπάρχουν όλα τα αγαθά.


Και αν είσαι έξω, κραύγαζε και λέγε «ελέησέ με», χωρίς να κινείς τα χείλη αλλά φωνάζοντας με την ψυχή σου· γιατί ο  Θεός μάς ακούει και όταν σιωπούμε. Δεν εξετάζεται ο τόπος, αλλά ο τρόπος της προσευχής. Ο Ιερεμίας μέσα σε βόρβορο βρισκόταν και προκάλεσε την προσοχή του Θεού· ο Δανιήλ ήταν μέσα σε λάκκο λιονταριών, και κέρδισε την εύνοια του Θεού· ο ληστής σταυρώθηκε, και δεν τον εμπόδισε ο σταυρός, αλλά του άνοιξε τον παράδεισο· ο Ιώβ ήταν στην κοπριά, και έκαμε ευσπλαχνικό τον Θεό· ο Ιωνάς βρισκόταν στην κοιλιά του κήτους, και τον άκουσε ο Θεός. Και αν είσαι σε λουτρό, να προσεύχεσαι, και αν είσαι σε δρόμο, και αν είσαι στο κρεβάτι, όπου και αν είσαι, να προσεύχεσαι. Είσαι ναός του Θεού, να μην ζητάς τόπο· χρειάζεται μόνο διάθεση. Και αν παρουσιαστείς σε δικαστή, να προσεύχεσαι· όταν οργίζεται ο δικαστής, να προσεύχεσαι. Η θάλασσα ήταν μπροστά, οι Αιγύπτιοι πίσω, ο Μωυσής στη μέση· ήταν μεγάλη η στενότητα του χώρου κατά την προσευχή, αλλά το πλάτος της προσευχής ήταν μεγάλο. Πίσω τους καταδίωκαν οι Αιγύπτιοι, μπροστά ήταν η θάλασσα, στη μέση η προσευχή· και τίποτε δεν μιλούσε ο Μωυσής· και του λέγει ο Θεός: «Εἶπε δὲ Κύριος πρὸς Μωυσῆν· τί βοᾷς πρός με; λάλησον τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ, καὶ ἀναζευξάτωσαν. καὶ σὺ ἔπαρον τῇ ῥάβδῳ σου καὶ ἔκτεινον τὴν χεῖρά σου ἐπὶ τὴν θάλασσαν καὶ ῥῆξον αὐτήν, καὶ εἰσελθάτωσαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ εἰς μέσον τῆς θαλάσσης κατὰ τὸ ξηρόν. (: και είπε ο Κύριος προς τον Μωυσή, ο οποίος προσευχήθηκε τη στιγμή εκείνη από τα βάθη της καρδιάς του: Γιατί κραυγάζεις προς Εμένα; Δώσε εντολή στους Ισραηλίτες να ετοιμαστούν προς αναχώρηση. Κι εσύ σήκωσε ψηλά το ραβδί σου και άπλωσε το χέρι σου επάνω από τη θάλασσα και σχίσε την στα δύο και ας περάσουν οι Ισραηλίτες στο στεγνό έδαφος μέσα από τη θάλασσα)» [Έξ. 14, 15]. Το στόμα του βέβαια δεν μιλάει, η ψυχή του όμως φωνάζει.


Και συ λοιπόν, αγαπητέ, όταν παρουσιαστείς σε δικαστή που οργίζεται πάρα πολύ, που τυραννάει, που απειλεί με τις πιο μεγάλες απειλές, και σε άλλους δήμιους που κάνουν τα ίδια, προσευχήσου στον Θεό, και προσευχόμενος τα κύματα ηρεμούν. Ο δικαστής είναι εναντίον σου; Εσύ να καταφεύγεις στον Θεό. Ο άρχοντας είναι κοντά σου; Εσύ κάλεσε τον Κύριο. Μήπως δηλαδή είναι άνθρωπος, για να πας σε κάποιον τόπο; Ο Θεός είναι πάντοτε κοντά. Αν θέλεις να παρακαλέσεις ένα άνθρωπο, ερωτάς τι κάνει, κοιμάται, ασχολείται· και αν έχει υπηρεσία, δεν σου απαντάει. Στον Θεό όμως δεν συμβαίνει τίποτε από αυτά. Όπου και αν πας και Τον καλέσεις, ακούει· ούτε ασχολία, ούτε μεσίτης, ούτε υπηρέτης εμποδίζει. Πες «ελέησέ με, Κύριε», και αμέσως ο Θεός έρχεται κοντά σου· γιατί, λέγει: «Τότε βοήσῃ, καὶ ὁ Θεὸς εἰσακούσεταί σου· ἔτι λαλοῦντός σου ἐρεῖ· ἰδοὺ πάρειμι. ἐὰν ἀφέλῃς ἀπὸ σοῦ σύνδεσμον καὶ χειροτονίαν καὶ ῥῆμα γογγυσμοῦ (: Τότε θα φωνάξεις και ο Θεός θα σε εισακούσει· όταν ακόμη λαλείς προς Αυτόν και Τον καλείς, θα πει: Ιδού, είμαι παρών)» [Ησ. 58, 9]. Πώπω λόγος γεμάτος ηπιότητα! Δεν περιμένει να τελειώσεις την προσευχή· δεν τελειώνεις ακόμη την προσευχή σου και παίρνεις τη χορήγηση.


«Ελέησέ με». Αυτήν τη Χαναναία ας μιμηθούμε, παρακαλώ. «Ελέησέ με, η θυγατέρα μου βασανίζεται φρικτά από δαιμόνιο». Και ο Κύριος λέγει σε αυτήν· «Ω γυναίκα, μεγάλη είναι η πίστη σου· ας σου γίνει όπως θέλεις». Πού είναι ο αιρετικός; Μήπως είπε: «Θα παρακαλέσω τον Πατέρα μου;». Μήπως είπε: «Θα ικετεύσω Αυτόν που με γέννησε;». Μήπως χρειαζόταν προσευχή εδώ; Καθόλου. Γιατί; Επειδή μεγάλη ήταν η πίστη, μεγάλο ήταν το σκεύος, μεγάλη ξεχύθηκε και η χάρη. Όπου χρειάζεται η προσευχή, είναι αδύνατο το σκεύος.  «Ω γυναίκα, μεγάλη είναι η πίστη σου. Δεν είδες νεκρό να ανασταίνεται, ούτε λεπρό να καθαρίζεται, δεν άκουσες προφήτες, δεν μελέτησες τον νόμο, δεν είδες τη θάλασσα να σχίζεται, δεν έχεις δει κάποιο άλλο θαύμα να έγινε από μένα· μάλλον περιφρονήθηκες από μένα, και βρέθηκες σε δύσκολη θέση· αρνήθηκα τη συμφορά σου και δεν έφυγες, αλλά παρέμεινες· πάρε τώρα  και συ από μένα τον έπαινο όπως σου αξίζει και σου ταιριάζει. Ω γυναίκα, μεγάλη είναι η πίστη σου».


Πέθανε η γυναίκα και ο έπαινός της μένει, γιατί είναι πιο λαμπρός από στέμμα. Όπου και αν πας, ακούς τον Χριστό να λέγει: «Ω γυναίκα, μεγάλη είναι η πίστη σου». Πήγαινε στην εκκλησία των Περσών και θα ακούσεις τον Χριστό να λέγει «Ω γυναίκα, μεγάλη είναι η πίστη σου»· πήγαινε στην εκκλησία των Γότθων, στων βαρβάρων, στων Ινδών, στων Μαύρων, σε όση γη επιβλέπει ο ήλιος. Ένα λόγο είπε ο Χριστός, και ο λόγος δεν σιωπά, αλλά με μεγάλη φωνή διαλαλεί την πίστη της λέγοντας: «Ω γυναίκα, μεγάλη είναι η πίστη σου· ας σου γίνει όπως  θέλεις». Δεν είπε: «ας θεραπευθεί η μικρή σου κόρη», αλλά «ας γίνει όπως θέλεις». Εσύ θεράπευσέ την, εσύ γίνε ιατρός, σε σένα εμπιστεύομαι το φάρμακο· πήγαινε, δώσε το, «ας γίνει, όπως θέλεις». Η θέλησή σου ας τη θεραπεύσει.


Είναι δυνατόν η Χαναναία να θεράπευσε με τη θέλησή της, επειδή το θέλησε και το ζήτησε και ο Υιός του Θεού να μην θεραπεύει από μόνος Του; «Ας σου γίνει όπως θέλεις». Δεν πρόσταξε η γυναίκα, ούτε διέταξε το δαιμόνιο, αλλά μόνο θέλησε, και το θέλημα της γυναίκας θεράπευσε και έδιωξε τους δαίμονες. Πού είναι αυτοί που τολμούν να λέγουν ότι με προσευχή το κατόρθωσε αυτό ο Υιός; «Ας σου γίνει όπως θέλεις». Πρόσεχε και την ευγένεια της λέξης· μιμείται τον Πατέρα Του. Γιατί, όταν ο Θεός έκανε τον ουρανό, είπε: «Ας γίνει ο ουρανός, και έγινε ο ουρανός· ας γίνει ο ήλιος, και έγινε ο ήλιος· ας γίνει η γη, και έγινε η γη»· με προσταγή δημιουργούσε την ουσία τους. Έτσι και αυτός είπε «Ας σου γίνει όπως θέλεις». Η συγγένεια της λέξης έδειξε την κοινή φύση τους. «Και θεραπεύτηκε η θυγατέρα της». Πότε; «Από την ώρα εκείνη». Όχι από τότε που ήρθε η μητέρα της στο σπίτι, αλλά πριν έρθει. Ήρθε να τη βρει δαιμονισμένη, και τη βρήκε υγιή, γιατί θεραπεύτηκε με το δικό της θέλημα.


Για όλα λοιπόν αυτά ας ευχαριστήσουμε τον Θεό, γιατί σε Αυτόν αρμόζει η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.


Η ΚΡΑΥΓΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΑΣ

 «Ἐκραύγασεν αὐτῷ λέγουσα· ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυΐδ»


Μιὰ συναρπαστικὴ πάλη μᾶς περιέγραψε ἡ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ποὺ ἀκούσαμε σήμερα. Ἕναν παράδοξο ἀγώνα ἀνάμεσα στὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ σὲ μιὰ Χαναναία γυναίκα. Καὶ τὸ θαυμαστὸ εἶναι ὅτι στὴν πάλη αὐτὴ νίκησε, θὰ λέγαμε, ἡ Χαναναία, ἡ εἰδωλολάτρισσα. Διότι μὲ τὴ θερμὴ ἱκεσία της εἵλκυσε τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου, ἄκουσε τὸ ἐγκώμιό του καὶ κέρδισε αὐτὸ ποὺ ἐπίμονα ζητοῦσε.


Μὲ ἀφορμὴ λοιπὸν τὸ παράδειγμα τῆς Χαναναίας ἂς δοῦμε, ποιά χαρακτηριστικὰ πρέπει νὰ ἔχει ἡ προσευχή μας, ὥστε νὰ ἑλκύει τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.


1. Μὲ θερμότητα


Τὸ πρῶτο γνώρισμα ποὺ εἶχε ἡ προσευχὴ τῆς Χαναναίας, ἦταν ὅτι ἔβγαινε ἀπὸ μιὰ φλογισμένη καρδιά. Γι᾿ αὐτὸ ἦταν θερμὴ ἡ προσ­ευχή της. Δὲν ἀρκέσθηκε νὰ ἀναφέρει ἁπλῶς τὸ αἴτημά της στὸν Χριστό, ἀλλὰ «ἐκραύγασεν αὐτῷ». Φώναξε μὲ ὅλη τὴ δύναμη τῆς καρδιᾶς της. Τόσο, ποὺ ἐνοχλήθηκαν οἱ μαθητὲς τοῦ Κυρίου καὶ Τὸν παρακάλεσαν νὰ τῆς δώσει αὐτὸ ποὺ ζητοῦσε, λέγοντας «ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν». Ἀντιλάλησαν τὰ ὄρη καὶ οἱ χαράδρες ἀπὸ τὴ δυνατὴ κραυγὴ τῆς Χαναναίας.


Τὴν ἴδια ἔνταση εἶχε καὶ ἡ μυστικὴ προσ­ευχὴ τοῦ Μωυσῆ γιὰ τοὺς Ἰσραηλίτες πρὶν ἀπὸ τὴ διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς θάλασσας. Παρόλο ποὺ προσευχόταν σιωπηλά, ὁ Θεὸς ἄκουσε τὴ θερμὴ προσευχή του καὶ τοῦ ἀποκρίθηκε: «Τί βοᾷς πρός με;» (Ἔξ. ιδ΄ 15). Γιατί φωνάζεις; Σὲ ἀκούω. Ἐδῶ εἶμαι, ἕτοιμος νὰ σὲ βοηθήσω.


Αὐτὴ τὴν ἔνταση, τὴ θερμότητα, τὴ ζέση ἂς ἔχει καὶ ἡ δική μας προσευχή, ὥστε νὰ ὑπερβαίνει τὴ γῆ καὶ νὰ φθάνει στὸν θρόνο τοῦ οὐράνιου Βασιλιᾶ. Ἂς μὴν εἶναι μιὰ ψυχρὴ ἐπανάληψη λέξεων μὲ τὸ στόμα, ἀλλὰ μιὰ ἱκεσία, μιὰ βοή· μιὰ κραυγὴ τῆς φλογισμένης καρδιᾶς μας πρὸς τὸν Θεό. Διότι τὴν καρδιὰ ἀκούει ὁ Θεός, ὄχι τὰ λόγια μας.


2. Μὲ ἐπιμονὴ


Ἡ Χαναναία, ἐπιπλέον, ἐπέμεινε στὴν ἱκεσία της. Ἐπειδὴ πίστευε θερμά, δὲν ἀμφέβαλλε οὔτε στιγμὴ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶχε τὴν ἐξουσία νὰ θεραπεύσει τὴν κόρη της ποὺ ἔπασχε ἀπὸ τὴν ἐπήρεια δαιμονίου. Ἐπέμεινε παρὰ τὴ φαινομενικὴ ἀδιαφορία καὶ ἄρνηση τοῦ Κυρίου. Δὲν ἔφυγε, δὲν σιώπησε, οὔτε ἀπελπίσθηκε. Ἔτρεξε καὶ γονάτισε στὰ πόδια του γιὰ νὰ ἐπαναλάβει τὸ αἴτημά της.


Ἴσως κάποτε νὰ καθυστερεῖ ὁ Θεὸς νὰ ἀπαντήσει στὴν προσευχή μας. Φαίνεται τότε ὅτι σιωπᾶ, ὅτι δὲν μᾶς ἀκούει. Ἂς μὴν ἀπογοητευόμαστε ὅμως. Ἂς μὴν παραιτούμαστε ἀπὸ τὴν προσευχή μας, ἂς μὴν κλονίζεται ἡ πίστη μας. Δὲν ἀδιαφορεῖ ὁ Θεός. Μὲ πίστη ἂς συνεχίζουμε τὴν προσευχή μας, χωρὶς λογισμοὺς ἀμφιβολίας. Ἂς Τοῦ ζητοῦμε καὶ τὰ μεγάλα· ἀκόμη καὶ τὰ ἀδύνατα, διότι ὅλα μπορεῖ νὰ τὰ πραγματοποιήσει. Κι ἂν κάποτε φαίνεται ὅτι σιωπᾶ στὰ αἰτήματα τῆς καρδιᾶς μας, καὶ τότε ἀκόμη κάνει αἰσθητὴ τὴν παρουσία του δίπλα μας, χαρίζοντας στὴν ψυχή μας αἴσθηση παρακλήσεως καὶ παρηγοριᾶς.


3. Μὲ βαθιὰ ταπείνωση


Ἡ προσευχὴ τῆς Χαναναίας χαρακτη­ριζόταν καὶ ἀπὸ βαθιὰ ταπείνωση. Ὁ Κύριος ἔδειχνε ἀρχικὰ νὰ ἀδιαφορεῖ στὶς ἐπίμονες ἱκεσίες της· ἀλλὰ καὶ ὅταν κατόπιν ἀποκρίθηκε, ὁ λόγος του θὰ μποροῦσε νὰ θεωρηθεῖ προσβλητικός: Δὲν εἶναι σωστὸ νὰ πάρουμε τὸ ψωμὶ τῶν παιδιῶν, δηλαδὴ τῶν Ἑβραίων, καὶ νὰ τὸ δώσουμε στὰ «κυνάρια», δηλαδὴ στοὺς εἰδωλολάτρες. Σὰν νὰ τὴν ἀποκάλεσε σκυλάκι ὁ Χριστός.


Ἡ Χαναναία ὅμως ὄχι μόνο δὲν ἀντέδρασε στὴν ἀπάντηση τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ ταπείνωσε ἀκόμη περισσότερο τὸν ἑαυτό της: Δέχομαι, Κύριε, ὅτι εἶμαι σκυλάκι. Ὅμως καὶ τὰ σκυλάκια ἔχουν δικαίωμα νὰ τρῶνε ἀπὸ τὰ ψίχουλα ποὺ πέφτουν ἀπὸ τὸ τραπέζι τῶν κυρίων τους. Δὲν ἀξίζω νὰ μοῦ δώσεις ψωμί. Μόνο λίγα ψίχουλα Σοῦ ζητῶ.


Τὰ τελευταῖα αὐτά, γεμάτα συντριβὴ λόγια της εἵλκυσαν τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος δὲν ἀδιαφοροῦσε. Ἤθελε ὅμως μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ νὰ ἀναδείξει τὴν ἀρετή, τὴν ταπείνωσή της. Ἄλλωστε ὁ Θεὸς ἐπιβλέπει «ἐπὶ τὴν προσευχὴν τῶν ταπεινῶν» (Ψαλ. ρα΄ [101] 18). Γι᾿ αὐτὸ κι ἐμεῖς ἂς ἐκφράζουμε τὰ αἰτήματά μας στὸν Κύριο μὲ ταπείνωση· μὲ συντριβὴ καρδιᾶς· μὲ τὴν παραδοχὴ ὅτι εἴμαστε ἀνάξιοι τοῦ ἐλέους του ἐξαιτίας τῶν ἁμαρ­τιῶν μας: «Δὲν ἀξίζω τὰ δῶρα καὶ τὶς εὐεργεσίες σου, Κύριε. Τὸ ἔλεός σου ζητῶ».


Αὐτὸ τὸ θεῖο ἔλεος ζητοῦσε καὶ ἡ Χαναναία τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς, χωρὶς νὰ θεωρεῖ ὅτι ἦταν ἄξια νὰ λάβει τὸ ζητούμενο. «Οὐδὲ γὰρ ὡς ἀξία οὖσα, οὐδὲ ὡς ὀφειλὴν ἀπαιτοῦσα, οὕτω προσῆλθεν, ἀλλ᾿ ἐλεηθῆναι ἐδεῖτο» (PG 58, 519), σημειώνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Μᾶς δίδαξε λοιπὸν σήμερα αὐτὴ ἡ εἰδωλολάτρισσα ὅτι, ὅταν ἡ προσευχή μας γίνεται μὲ θερμότητα, μὲ ἐπιμονὴ καὶ βαθιὰ ταπείνω­ση, τότε σείει τὸν οὐρανό, νικᾶ τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ καὶ ἑλκύει τὸ πλούσιο ἔλεός του.

Άγιοι Γεράσιμος, Ιωνάς και Πιτιρίμ εκ Ρωσίας

 Οι Άγιοι Γεράσιμος (κοιμήθηκε το 1441 μ.Χ.), Πιτιρίμ (κοιμήθηκε το 1455 μ.Χ.) και Ιωνάς (κοιμήθηκε το 1471 μ.Χ.) κατάγονταν από τη Ρωσία και έζησαν τον 15ο αιώνα μ.Χ. Και οι τρεις διετέλεσαν Επίσκοποι της Μεγάλης Περμ και κοιμήθηκαν οσίως με ειρήνη.

Όσιος Λαυρέντιος εκ Κιέβου

 Ο Όσιος Λαυρέντιος γεννήθηκε στη Ρωσία και εκάρη μοναχός στη μονή του Αγίου Δημητρίου. Αργότερα μόνασε στη Λαύρα του Κιέβου. Στον ασκητικό του βίο ακολούθησε και τον οσιακό τρόπο βίου των ασκητών Ισαάκ και Νικήτα. Το 1182 μ.Χ. ο Θεός τον αξίωσε να γίνει Επίσκοπος της πόλεως του Τουρώφ της περιοχής Μινσκ. Έτσι ασκητικά ζούσε και ως ποιμένας στην επαρχία του.


Ό Όσιος Λαυρέντιος κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 1194 μ.Χ.

Άγιος Gildas ο σοφός

 Ο Άγιος Gildas (Γκίλντας) γεννήθηκε περί το 500 μ.Χ. στην Ουαλία και μαθήτευσε κοντά στον Άγιο Iltud .


Ακολούθησε κατ’ αρχήν τον έγγαμο βίο και όταν πέθανε η σύζυγός του έγινε μοναχός. Ήταν από τους πολύ μορφωμένους άνδρες της εποχής του, γι’ αυτό και αποκαλείται «σοφός».


Θεωρείται ότι συνέγραψε έργο στο οποίο κατηγορεί τους άρχοντες της εποχής του, τον κλήρο και τον λαό, για την ασέβεια και την παρανομία τους. Κατά τα τελευταία έτη της ζωής του έζησε στη Βρετάνη.


Κοιμήθηκε οσίως περί το 570 μ.Χ.