Κυριακή 27 Μαρτίου 2022

Τρίτη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν

 Κατὰ τὴν τρίτην Κυριακὴν τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς ἡ Ἐκκλησία μας προβάλλει ἐνώπιόν μας εἰς προσκύνησιν τὸν Τίμιον καὶ Ζωοποιὸν Σταυρόν. Πρὸς ποῖον σκοπόν; Ἰδοὺ τί λέγει τὸ «Ὡρολόγιον»:


«Παντὸς ἔργου κοπιαστικοῦ ἡ ἐκτέλεσις ἔχει δυσκολίαν μεγάλην, ἀλλὰ τῆς δυσκολίας ταύτης τὸ μέγεθος ἀναφαίνεται εἰς τὸ μέσον αὐτοῦ· διότι ὁ ἕως τότε καταβληθεὶς κόπος φέρει ἀδυναμίαν, ἡ δὲ ἀδυναμία ποιεῖ δυσκολώτερον τὸ λοιπὸν τοῦ ἔργου. Ἐπειδὴ οὖν καὶ ἡμεῖς ἐφθάσαμεν, θείᾳ χάριτι, εἰς αὐτὸ τὸ μέσον σχετικῶς τοῦ τῆς νηστείας δρόμου, ὅπου καὶ ἡ ἀδυναμία περιεκύκλωσεν ἡμᾶς καὶ ἡ δυσκολία ηὔξησε, διὰ τοῦτο ἡ ἁγία ἡμῶν Μήτηρ, ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, προβάλλει σήμερον εἰς ἡμᾶς ὡς βοήθημα κραταιότατον τὸν πανάγιον Σταυρόν, τὴν χαρὰν τοῦ κόσμου, τῶν πιστῶν τὴν δύναμιν, τῶν δικαίων τὸ στήριγμα, καὶ τῶν ἁμαρτωλῶν τὴν ἐλπίδα· ἵνα εὐλαβῶς αὐτὸν κατασπαζόμενοι λάβωμεν χάριν καὶ δύναμιν πρὸς τελείωσιν τοῦ θείου τῆς νηστείας ἀγῶνος».


Τρίτη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν


Περὶ τοῦ σημείου τοῦ Σταυροῦ

Οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ κάμνουν πάντοτε, κατὰ τὰς προσευχάς των, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας στιγμάς, τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ. Πόσον ὀλίγοι ὅμως τὸ κάμνουν ὅπως πρέπει!… Οἱ περισσότεροι γελοιοποιοῦν μὲ τὰς χειρονομίας των τὸ τρισάγιον ὄργανον τῆς σωτηρίας μας. Εἶνε ἀπερίγραπτος ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον κάμνουν τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ οἱ ἄνθρωποι αὐτοί… Πῶς λοιπὸν πρέπει νὰ γίνεται τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ; Τὰ τρία δάκτυλα (εἶνε γνωστὸν δὲ ποῖα δάκτυλα) τῆς δεξιᾶς χειρὸς ἡνωμένα (εἰς τύπον τῆς ἡνωμένης Ἁγίας Τριάδος) φέρομεν πρῶτον ἐπὶ τοῦ μετώπου· δεύτερον ἐπὶ τῆς κοιλίας· τρίτον ἐπὶ τοῦ δεξιοῦ ὤμου· καὶ τέταρτον ἐπὶ τοῦ ἀριστεροῦ ὤμου. Αἱ κινήσεις αὐταὶ πρέπει νὰ γίνωνται ὄχι νευρικαὶ καὶ σπασμωδικαί, ἀλλὰ μὲ ἠρεμίαν, μὲ εὐλάβειαν καὶ μὲ κατάνυξιν. Διατί εἰς τὰ τέσσαρα αὐτὰ μέρη τοῦ σώματος μας κάμνομεν τὸ ἱερὸν σημεῖον τοῦ Σταυροῦ; Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς λέγει: «Ὅταν ἑνώνῃς τὰ τρία δάκτυλα νὰ κάνῃς τὸν σταυρόν, ὁμολογεῖς τὸ πρῶτο δόγμα τῆς Πίστεῶς μας, ὁμολογεῖς ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιον Πνεῦμα. Ὅταν φέρῃς τὰ τρία δάκτυλα ψηλὰ στὸ μέτωπο καὶ τὰ ἀκουμπᾷς, ὁμολογεῖς πὼς ὁ Χριστὸς ἦταν ψηλά, εἶναι Θεός, κάθεται στὸν θρόνο τοῦ Οὐρανοῦ. Ὅταν κατεβάζῃς τὰ τρία δάκτυλα χαμηλά, ὁμολογεῖς πὼς ὁ Χριστὸς ἄφησε τὸ θρόνο τοῦ Οὐρανοῦ καὶ κατέβηκε κάτω χαμηλὰ καὶ φόρεσε σάρκα ἀνθρώπινη. Ὅταν φέρνῃς τὰ τρία δάκτυλα στὸ δεξιό τὸν ὦμο, ὁμολογεῖς τὴν ὕπαρξη τοῦ Παραδείσου καὶ παρακαλεῖς τὸ Θεό νὰ σὲ βάλῃ ἐκ δεξιῶν Του. Ὅταν τὰ φέρῃς στὸν ἀριστερὸ ὦμο, ὁμολογεῖς τὴν ὕπαρξιν τῆς αἰωνίου Κολάσεως καὶ παρακαλεῖς τὸ Θεὸ νὰ μὴ σὲ βάλῃ ἐξ εὐωνύμων. Καὶ ὅταν ὅλην τὴν παλάμην τὴν φέρνῃς στὸ στῆθος, δηλώνεις τὴν ἄπειρο εὐχαριστία σου στὸ Θεὸ γιὰ τὰ ἀγαθὰ ποὺ σοῦ ’δωσε».


Ἄλλος κήρυξ τοῦ Εὐαγγελίου δίδει καὶ συμβολικὴν ἑρμηνείαν τῶν τεσσάρων αὐτῶν σημείων, πολὺ ὡραίαν: «Φέρεις πρῶτα τὰ δάκτυλά σου εἰς τὸ μέτωπόν σου, – εἶνε ἐκεῖ ἡ ἕδρα τῆς νοήσεως. Φέρεις μετὰ τὰ δάκτυλά εἰς τὴν κοιλίαν σου, – εἶνε ἐκεῖ τὰ σπλάγχνα σου, ἡ ἕδρα τοῦ συναισθηματικοῦ σου κόσμου. Ἀκολούθως φέρεις τὰ δάκτυλά σου εἰς τοὺς ὤμους σου, – εἶνε ἐκεῖ ποὺ αἱ χεῖρες ἑνώνονται μὲ τὸ σῶμα σου. Μὲ ὅλα αὐτὰ εἶνε ὡς νὰ λέγῆς εἰς τὸν Ἰησοῦν: Κύριέ μου, εἰς Σὲ παραδίδω καὶ εἰς Σὲ ἀφιερώνω τὸν νοῦν μου· εἰς Σὲ ὅλην μου τὴν ἀγάπην, ὅλα μου τα συναισθήματα· εἰς Σὲ καὶ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν μου. Δηλαδὴ ὅλον μου τὸ εἶναι, ὅλη μου ἡ ὕπαρξις εἶνε ἰδική Σου, ἀνήκει εἰς Σε…»


Θαυμάσια καὶ μεγαλειώδη ἐγκώμια εἰς τὸν Σταυρὸν ἔχουν συνθέσει οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, καθὼς καὶ οἱ Ὑμνογράφοι της.


Ὅλοι οἱ πιστοὶ πρέπει νὰ φέρωμεν ἐπάνω μας τὸν Τίμιον Σταυρόν. Ἂς εἶνε μικρός, ἂς εἶνε ξύλινος. Εἶναι ἡ σημαία μας, τὸ τρόπαιόν μας, τὸ φυλακτήριόν μας, τὸ ὅπλον μας, τὸ σύμβολον τῆς σωτηρίας μας. Δὲν πρέπει νὰ λείπῃ ἀπὸ κανένα. Ἂς ψάλωμεν λοιπόν:


«Τὸν Σταυρόν σου προσκυνοῦμεν, Δέσποτα, καὶ τὴν ἁγίαν σου Ἀνάστασιν δοξάζομεν».


Αρχιμ. Επιφάνιος Ι. Θεοδωρόπουλος, Περίοδος Τριωδίου, Πόρος Τροιζηνίας: Ιερόν Ησυχαστήριον Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζήνος, 2011

Η σιωπή και η κραυγή του Χριστού

 Κυριακή Γ΄ Νηστειών ή της Σταυροπροσκυνήσεως

Μάρκ. 8, 39-9, 1


Αγαπητοί αδελφοί, βρισκόμαστε στο μέσο της Μεγάλης Σαρακοστής, και σήμερα, Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, υψώνουμε τον Τίμιο και Ζωοποιό Σταυρό του Χριστού στο μέσο των εκκλησιών μας και τον προσκυνάμε. Έχει μεγάλη σημασία αυτό, γιατί ερμηνεύει και σημασία αυτό, γιατί ερμηνεύει και φανερώνει όλο το νόημα της Μεγάλης Σαρακοστής, αφού ολόκληρη η Σαρακοστή είναι αφιερωμένη στη μελέτη του Πάθους του Χριστού. Ότι κάνουμε τη Μεγάλη Σαρακοστή όλοι μαζί, σαν Εκκλησία του Χριστού, σ’ αυτό κατατείνει, στη μελέτη του Πάθους του Χριστού. Με τη νηστεία, με την προσευχή. Με τις ακολουθίες, αυτό κάνουμε, αυτό μελετάμε. Ετοιμαζόμαστε να μας αξιώσει ο Θεός να προσκυνήσουμε και την αγία Ανάστασή του. Γι’ αυτό και ακούσαμε στο ευαγγέλιο, στο οποίο ο ίδιος ο Χριστός μιλάει για το Σταυρό του πριν από το Σταυρό, να λέει: «Όποιος θέλει να με ακολουθήσει πρέπει να αρνηθεί τον εαυτό του, να σηκώσει το σταυρό του και έτσι να με ακολουθήσει».


Η σιωπή και η κραυγή


Ο καθένας από μας λοιπόν έχει το δικό του σταυρό και πρέπει να ακολουθήσει το Χριστό. Και να τον ακολουθήσει βέβαια στο Σταυρό του. Ο σταυρός ο δικός μας και ο Σταυρός του Χριστού. Τι σχέση έχουν αυτά τα δυο; Αυτό είναι το μεγάλο μυστικό της πνευματικής μας ζωής. Ας πάρουμε όμως μία απ’ τις πλευρές του μυστηρίου του Σταυρού. Αυτή στην οποία ο Σταυρός του Χριστού φανερώνει τη σχέση του ανθρώπου με το Θεό ως σχέση υπακοής, διότι ο μαθητής του Χριστού, αυτός που βλέπει σαν πατέρα του το Θεό, έχει υποχρέωση να γνωρίζει το θέλημά του, να γνωρίζει ποιες είναι, οι εντολές του και να τον υπακούει: Πριν έρθει ο Χριστός στον κόσμο, πριν ο Θεός γίνει άνθρωπος, αυτό ήταν πάρα πολύ δύσκολο. Σχεδόν αδύνατο.


Ο προφήτης Ησαΐας, που μας μιλάει γι’ αυτό το μεγάλο μυστήριο, το μυστήριο του Σταυρού του Χριστού, πριν έρθει ο Χριστός στον κόσμο και πριν σταυρωθεί, λέει: «Κύριε, τίς ἐπίστευσεν τῇ ἀκοῇ ἡμῶν καὶ ὁ βραχίων Κυρίου τίνι ἀπεκαλύφθη;» – «Ποιος μπόρεσε να υπακούσει σ’ αυτά που εμείς λέμε, σ’ αυτά που εμείς οι προφήτες, τα στόματα του Θεού, εξαγγέλλουμε ότι είναι το θέλημα και οι εντολές του Θεού; Ποιος μπόρεσε να υπακούσει σ’ αυτά, ποιος μπόρεσε να τα τηρήσει;» «Καὶ ὁ βραχίων Κυρίου τίνι ἀπεκαλύφθη» – «Και σε ποιόν φανερώθηκε η δύναμη του Θεού;». Γιατί, βλέπετε, αυτά πάνε μαζί – εκεί που τηρούνται οι εντολές του Θεού, εκεί που το θέλημα του Θεού γίνεται ζωή και πράξη, εκεί φανερώνεται και η δύναμη του Θεού. Διερωτάται λοιπόν ο προφήτης και λέει: «Ποιος μπόρεσε να το κάνει αυτό;» Κι επειδή κανείς δεν μπόρεσε, στη συνέχεια μιλάει γι’ αυτόν που θα μπορέσει να το κάνει: για το Χριστό πάνω στο Σταυρό. Κι εκεί περιγράφει ο προφήτης Ησαΐας τι συνέβη. Βλέπετε ότι οι άνθρωποι, πριν έρθει ο Χριστός, δεν μπορούσαν να τηρήσουν το Νόμο του Θεού, τις εντολές του. Γιατί; Γιατί δεν μπορούσαν καν να τις ακούσουν. Γι’ αυτό και λίγο πριν είπε: «Αυτός που θα έρθει θα του προσθέσει αυτιά ο Θεός για να ακούει» — «Προσέθηκέ μοι ὠτίον τοῦ ἀκούειν». (Είναι η προφητεία εκείνη που διαβάζουμε τη Μεγάλη Παρασκευή, την ημέρα που γιορτάζουμε το Σταυρό του Χριστού: Αυτός που θα έρθει θα είναι τέλειος άνθρωπος. Όπως είναι τέλειος Θεός, θα γίνει και τέλειος άνθρωπος. Δε θα είναι ανάπηρος· τα αισθητήριά του, οι ψυχικές του δυνάμεις, θα είναι όπως τις έφτιαξε ο Θεός. Επειδή θα αναλάβει την ανθρώπινη κατάσταση, που είναι με χαλασμένα τα αισθητήρια, ο Θεός, λέει ο προφήτης, θα του προσθέσει αυτιά για να ακούει, θα του δώσει δηλαδή τις δυνατότητες εκείνες που είχε ο άνθρωπος όπως πλάστηκε από το Θεό, τις δυνατότητες που είχε ο Αδάμ.) Ο Χριστός, ο νέος Αδάμ, έρχεται ως πλήρης, τέλειος άνθρωπος. Γι’ αυτό και έχει κι όλες τις δυνατότητες να εφαρμόσει ακριβώς το Νόμο του Θεού, να υπακούσει τις εντολές του. Κι αυτό είναι που κάνει.


Και πώς τον εφαρμόζει; Ο προφήτης περιγράφει και τονίζει ένα χαρακτηριστικό σημείο: πάντοτε με σιωπή, πάντοτε με σιγή, άφωνος. «Οὕτως οὐκ ἀνοίγει τὸ στόμα αὐτοῦ». Μπροστά, λέει, στο Νόμο του Θεού, εκείνος δεν αντιλέγει. Δεν πηγαίνει κόντρα στο θέλημα του Θεού. Τον υπακούει ακριβώς, όπως θέλει εκείνος. Και μπροστά στους ανθρώπους κάνει το ίδιο. Και βλέπουμε το Χριστό να είναι σιωπηλός μπροστά σ’ αυτούς που τον κατηγορούν, μπροστά σ’ αυτούς που τον διώκουν, μπροστά στους ανακριτές του, μπροστά στον Πιλάτο. Παντού ο Χριστός, σε όλη τη διάρκεια του Πάθους του, είναι σιωπηλός και αποδέχεται αυτό που θέλει ο Θεός. Βέβαια, εμείς ξέρουμε, και το γράφει το Ευαγγέλιο και το μαρτυρούν οι άγιοι Απόστολοι, ότι καθ’ όλη τη διάρκεια του Πάθους εκείνος μιλάει σε κάποιον. Μιλάει στο Θεό Πατέρα. Μιλάει μάλιστα πάρα πολύ δυνατά, «μετὰ κραυγῆς ἰσχυρᾶς καὶ δακρύων». Κι αυτό το βλέπουμε στη Γεθσημανή. Εκεί η προσευχή του φτάνει μέχρι δακρύων, μέχρι ιδρώτος, μέχρι αίματος. Εκεί παρακαλεί, αν είναι δυνατόν, να αποφύγει το ποτήριο. Τον βλέπουμε στη συνέχεια πάνω στο Σταυρό να μιλάει με το Θεό. Συνέχεια εκείνον παρακαλεί και πάντα τον παρακαλεί να γίνει το θέλημά του. Βλέπουμε λοιπόν το Χριστό να στέκεται μπροστά στους ανθρώπους χωρίς να διαμαρτύρεται, χωρίς να φωνάζει, χωρίς να ζητάει το δίκιο του, αλλά όμως να κραυγάζει προς το Θεό να τον δυναμώσει, να τον ενισχύσει, να του δώσει ό,τι χρειάζεται, ούτως ώστε να υπακούσει στο θέλημά του. Αυτή είναι η στάση του Χριστού όταν σηκώνει το Σταυρό του. Συνέπεια αυτής της στάσης είναι η εικόνα ενός ανθρώπου που συνεχώς προβάλλει τη σταθερή κι αμετακίνητη απόφασή του να υπακούσει στο Θεό Πατέρα μέχρι θανάτου. Η όπως το λέει ο προφήτης, μιλώντας για λογαριασμό του Χριστού: «Ἔθηκα τὸ πρόσωπόν μου ὡς στερεὰν πέτραν» – «Βάδισα με όλες μου τις δυνάμεις ενωμένες, χωρίς εσωτερικούς διχασμούς, σαν πραγματικό παιδί του Θεού. Γι’ αυτό και φανέρωσα τη δύναμη του Θεού στα μάτια των ανθρώπων σηκώνοντας το Σταυρό μου».


Ας έρθουμε τώρα σ’ εμάς. Τι συμβαίνει με τους ανθρώπους; Και οι άνθρωποι σιωπούν ή φωνάζουν πολύ δυνατά. Συνήθως οι άνθρωποι σιωπούμε μπροστά στο Θεό και φωνάζουμε μπροστά στους άλλους. Δεν εξετάζουμε τον εαυτό μας και δεν παρουσιάζουμε μπροστά στο Θεό αυτά που θέλει Εκείνος. Ο αμαρτωλός άνθρωπος δεν εξομολογείται τις αμαρτίες του. Δεν κάθεται να συγκρίνει την κατάστασή του με τις απαιτήσεις του Θεού, να βρει τις διαφορές και να τις θέσει μπροστά στο Θεό. Δεν αποδέχεται τι θέλει ο Θεός. Δε θέλει να το σκέπτεται. Δεν καταλαβαίνει την κατάστασή του. Δε μεριμνά γι’ αυτό. Ούτε για τις προϋποθέσεις (που θέτει ο Θεός) ούτε για τις συνέπειες (που έχει η ζωή του στη σχέση του με το Θεό). Και μπροστά στο Θεό σιγά. Παράλληλοι όμως κραυγάζει. Φωνάζει συνεχώς και διαμαρτύρεται. Του φταίνε όλοι. Του φταίει ο ίδιος του ο εαυτός, οι δικοί του άνθρωποι, οι ξένοι άνθρωποι, η κοινωνία ολόκληρη. Του φταίνε οι θεσμοί και τα πρόσωπα. Βρίσκεται συνέχεια σε μια κατάσταση διαμαρτυρίας και επανάστασης. Και βέβαια. ο άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Και θα είναι ήσυχος και θα κραυγάζει. Και τα δυο. Ο προφήτης Δαβίδ, σε έναν από τους Ψαλμούς του, μας το λέει ωραία: «Ὅτι ἐσίγησα. Ἐπαλαιώθη τὰ ὀστᾶ μου ἀπὸ τοῦ κράζειν με ὅλην τὴν ἡμέραν» — «Επειδή σίγησα μπροστά στο Θεό, επειδή δεν άκουσα τη φωνή του Θεού μέσα μου, επειδή δε θέλησα να βάλω τη συνείδησή μου απέναντί του, σίγησα. Σάπισαν όμως τα κόκαλά μου, επειδή όλη την ημέρα κραύγαζα. Κραύγαζα μπροστά στους ανθρώπους και μου έφταιγαν όλοι».


Αγαπητοί αδελφοί, βλέπει κανείς εδώ μια διαφορετική εντελώς στάση, αντίθετη απ’ αυτή που μας έδειξε ο Χριστός κατά τη διάρκεια του Πάθους, κατά τη διάρκεια του Σταυρού του. Κι ενώ, όπως είπαμε, με τη στάση του Χριστού ο άνθρωπος αποκτά σταθερή και αμετακίνητη απόφαση υπακοής στο θέλημα του Θεού, χωρίς εσωτερικούς διχασμούς, και γίνεται βράχος στερεός, με την άλλη στάση, τη στάση του αμαρτωλού, τη στάση των πιο πολλών από μας, σαπίζουν τα κόκαλά μας, αποσυντίθεται ο άνθρωπος, διαλύεται μπροστά στο Θεό. Οι ψυχικές του δυνάμεις καταρρέουν. Και ο ίδιος βρίσκεται αδύναμος να φανερώσει τη δύναμη του Θεού. Να φανερώσει αυτό που είναι πραγματικά. Να φανερώσει την εικόνα του.


Αγαπητοί αδελφοί, σήμερα, στο μέσο της Σαρακοστής, στη μεγάλη αυτή ημέρα κατά την οποία προσκυνούμε και πάλι το Σταυρό του Χριστού, ας σκεφτούμε κι αυτό. Ότι, εφόσον ζούμε και υπάρχουμε, είναι νόμος της ύπαρξής μας να φωνάζουμε και να σιωπούμε. Δε γίνεται αλλιώς. Μόνο οι πεθαμένοι άνθρωποι είναι διαφορετικοί. Αλλά ας φροντίσουμε να προσαρμόσουμε τη σιγή μας και την κραυγή μας όπως μας έδειξε ο Χριστός. Τότε η προσκύνηση του Σταυρού θα μας οδηγήσει εκεί που θέλει ο Θεός, στην Ανάσταση.


π. Πινακούλας, Αντώνιος, Το πηγάδι και η πηγή: Κηρύγματα στις Κυριακές της Μ. Σαρακοστής και του Πάσχα, 1η έκδ., Αθήνα, Εν πλω, 2008.

Κυριακὴ τῆς Σταυροπροσκυνήσεως

 Βρισκόμαστε ἤδη στὸ μέσον τῆς μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καὶ ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία προβάλλει σήμερα ἐνώπιόν μας τὸν Τίμιο Σταυρὸ τοῦ Κυρίου μας, γιὰ νὰ προστρέξουμε ἐνώπιόν Του, μὲ εὐλάβεια νὰ Τὸν προσκυνήσουμε καὶ νὰ λάβουμε δύναμη καὶ Χάρι, ὥστε νὰ συνεχίσουμε τὴν ἀνηφορικὴ πορεία τῆς περιόδου αὐτῆς, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν κορυφὴ τοῦ Γολγοθᾶ καὶ στὸ κενὸ μνημεῖο· στὸ ἄχραντο Πάθος καὶ τὴ λαμπροφόρα Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὰ ἱερὰ ἀναγνώσματα τῆς ἡμέρας εἶναι σχετικὰ μὲ τὸν Τίμιο Σταυρὸ τοῦ Κυρίου.


1. Θεὸς ἐλέους


Στὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ἀπὸ τὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολὴ ὁ θεῖος Ἀπόστολος προβάλλει τὴν ἀγάπη καὶ τὴν εὐσπλαχνία ποὺ δείχνει ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς στὶς ἀδυναμίες μας, προκειμένου νὰ μᾶς προτρέψει νὰ καταφεύγουμε σ᾿ Ἐκεῖνον, κάθε φορὰ ποὺ ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ τὴ βοήθειά του.


Ἂς στερεωνόμαστε στὴν πίστη, τονίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, διότι ἔχουμε ὡς Μεγάλο Ἀρχιερέα ὄχι ἕναν ἁπλὸ ἄνθρωπο, ἀλλὰ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὁ Ὁποῖος μὲ τὴ θεία Ἀνάληψή του ἔχει εἰσέλθει στὴν οὐράνια Βασιλεία του, ὅπου περιμένει κι ἐμᾶς. «Οὐ γὰρ ἔχομεν ἀρχιερέα μὴ δυνάμενον συμπαθῆσαι ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν, πεπειρασμένον δὲ κατὰ πάντα καθ᾿ ὁμοιότητα χωρὶς ἁμαρτίας». Ὁ Ἀρχιερέας δηλαδὴ αὐτὸς δὲν ἀδια­φορεῖ γιὰ ἐμᾶς, ἀλλὰ μᾶς συμπαθεῖ στὶς ἀδυναμίες μας, ἐπειδὴ κι ὁ Ἴδιος ἔχει ἀντιμετωπίσει πειρασμούς, ὅπως ἐμεῖς, μὲ ὅλους τοὺς τρόπους ποὺ μπορεῖ νὰ δοκιμασθεῖ ἡ ἀνθρώπινη φύση, χωρὶς ὅμως νὰ ὑποπέσει ποτὲ σὲ κάποια ἁμαρτία.


Πόσο ἐνισχυτικὰ καὶ παρηγορητικά, ἀ­λήθεια, εἶναι τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ θεόπνευστου συγγραφέως! Ἂς μὴν ἀπογοητευόμαστε λοιπὸν στὶς πτώσεις μας. Διότι ἔχουμε Θεὸ συμπαθὴ στὶς ἀδυναμίες μας· Θεὸ ἀγάπης, ποὺ γνωρίζει τὸν ἀγώνα μας, βλέπει τὶς δυσκολίες μας, κατανοεῖ τὶς ἀδυναμίες μας καὶ συγχωρεῖ· Θεὸ ἐλέους, ποὺ δὲν ἐπιδιώκει νὰ μᾶς ἐκδικηθεῖ ἢ νὰ μᾶς τιμωρήσει, ἀλλὰ ἀναζητεῖ τρόπους γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσει, νὰ μᾶς λυτρώσει, νὰ μᾶς ἐλευθερώσει καὶ νὰ μᾶς ὁδηγήσει κον­τά Του. Ἡ πιὸ τρανὴ δὲ ἀπόδειξη τῆς ἀγάπης του πρὸς τοὺς ἀνθρώπους εἶναι ὁ Τίμιος Σταυρός, ἡ σταυρική του θυσία. Διότι, παρόλο ποὺ ἤμασταν οἱ ἄνθρωποι γεμάτοι ἁμαρτίες, ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς πέθανε γιὰ χάρη μας καὶ μάλιστα μὲ τὸν πιὸ ὀδυνηρὸ καὶ ταπεινωτικὸ τρόπο: μὲ τὸ μαρτύριο τοῦ Σταυροῦ, προκειμένου νὰ μᾶς λυτρώσει ἀπὸ τὸν θάνατο καὶ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν αἰώνια ζωή.


2. Μὲ θάρρος στὸν θρόνο του


Ἀφοῦ λοιπὸν ἔχουμε Ἀρχιερέα ποὺ μᾶς ἀγαπᾶ καὶ εἶναι συμπαθὴς στὶς ἀδυναμίες μας, ἂς πλησιάζουμε μὲ θάρρος καὶ ἐμπιστοσύνη στὸν βασιλικὸ θρόνο του, ἀπὸ τὸν ὁποῖο πηγάζει ἡ Χάρις, ὥστε νὰ λάβουμε συγχώρηση γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας καὶ νὰ βροῦμε ἔλεος καὶ βοήθεια σὲ κάθε κρίσιμη ὥρα πειρασμοῦ, προτρέπει στὴ συνέχεια τῆς περικοπῆς ὁ θεοκίνητος Ἀπόστολος: «Προσερχώμεθα οὖν μετὰ παρρησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος, ἵνα λάβωμεν ἔλεον καὶ χάριν εὕρωμεν εἰς εὔκαιρον βοήθειαν». Θὰ βροῦμε ἔλεος καὶ βοήθεια ἀπὸ τὸν εὔσπλαχνο Ἀρχιερέα μας, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργο κάθε ἀρχιερέως: νὰ προσφέρει δῶρα καὶ θυσίες γιὰ τὴ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ λαοῦ. Ὁ κάθε ἀρχιερέας ὡς ἄνθρωπος εἶναι συμπαθὴς σὲ ὅσους ἁμαρτάνουν ἀπὸ ἄγνοια καὶ πλάνη, διότι καὶ ὁ ἴδιος ἔχει ἀδυναμίες καὶ ἑπομένως ἔχει ἀνάγκη νὰ προσφέρει θυσία καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό του, γιὰ νὰ συγχωρηθοῦν οἱ ἁμαρτίες του, ὅπως τὴν προσφέρει γιὰ χάρη τοῦ λαοῦ.


Τὴν ὑψηλὴ αὐτὴ τιμὴ τῆς ἀρχιερωσύνης κανεὶς ἀσφαλῶς δὲν τὴ λαμβάνει ἀπὸ μό­νος του, ἀλλὰ τὴ δέχεται ἀπὸ τὸν Θεό, ὅπως συνέβη μὲ τὸν Ἀαρών. Ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς δὲν δόξασε μόνος του τὸν Ἑαυτό του μὲ τὸ νὰ γίνει Ἀρχιερέας, ἀλλὰ Τὸν δόξασε ὁ Θεὸς Πατέρας, ὁ Ὁποῖος Τοῦ εἶπε: Υἱός μου εἶσαι Ἐσύ. Ἐγὼ Σὲ γέννησα σήμερα, ὅταν Σοῦ ἔδωσα τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ τὴ δόξασα μὲ τὴν Ἀνάστασή σου καὶ τὴν ἐνθρόνισή σου στὰ δεξιά μου. Τοῦ εἶπε ἀκόμη: Ἐσὺ εἶσαι Ἱερέας σὰν τόν Μελχισεδέκ, ἄναρχος καὶ αἰώνιος.


Ἂς σταθοῦμε γιὰ λίγο στὴν προτροπὴ αὐτὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου: Ἂς πλησιάζουμε, τονίζει, μὲ θάρρος καὶ ἐμπιστοσύνη στὸν ἄναρχο καὶ αἰώνιο Θεό μας, ὁ Ὁποῖος σταυρώθηκε γιὰ μᾶς.


Ἂς μὴ διστάζουμε, ἀδελφοί, νὰ καταφεύγουμε στὸν πολυεύσπλαχνο Κύριο· σ᾿ Ἐκεῖνον, ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ τοῦ ἐλέους καὶ τῆς ἀγάπης. Ἰδιαιτέρως τώρα, τὴν ­περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἂς προσεγγίζουμε τὸν «θρόνο τῆς χάρι­τος», ποὺ δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν Τίμιο Σταυρό του, κι ἐκεῖ ἂς ἀποθέτουμε τὰ βάρη καὶ τὶς δυσκολίες μας. Ἀπὸ τὸν Σταυ­ρὸ πηγάζει ἡ Χάρις. Ἂς ἔχουμε δὲ τὴ βε­βαιότητα ὅτι ὁ ἐσταυρωμένος Θεός μας θὰ μᾶς χαρίζει τὸ ἔλεος καὶ τὴν παντο­δύναμη βοήθειά του σὲ κάθε δύσκολη πε­ρίσταση τῆς ζωῆς μας.

Άγιος Εφραίμ Αρχιεπίσκοπος Ροστώβ της Ρωσίας

 Ο Άγιος Εφραίμ γεννήθηκε περί τα τέλη του 14οι αιώνος μ.Χ. στη Ρωσία. Στις 13 Απριλίου 1427 μ.Χ. χειροτονήθηκε Επίσκοπος της πόλεως Ροστώβ από τον Άγιο Φώτιο, Μητροπολίτη Κιέβου (τιμάται 2 Ιουλίου). Σύμφωνα με τα τοπικά Χρονικά, αμέσως μετά την άνοδό του στον θρόνο, άρχισε την ανοικοδόμηση της μονής Βαρινίσκιζ της Τριάδος του Αγίου Σεργίου, στο Πσκωφ, στο μέρος όπου βρισκόταν η οικία του ευγενούς Κυρίλλου, πατέρα του Αγίου Σεργίου του Ραντονέζ.


Ο Άγιος αναδείχθηκε φίλος της μοναχικής πολιτείας και υπερασπιστής του κοινοβιακού συστήματος δίνοντας την ευλογία του για την ίδρυση μονών.


Σπουδαίο ρόλο ανέπτυξε και στα πολιτικά - στρατιωτικά πράγματα της εποχής του και ιδιαίτερα στις συγκρούσεις, που ανεφύησαν μεταξύ των ετών 1430 - 1440 μ.Χ., για την υπεροχή των Ρώσων. Αν και η περιοχή του Γκαλίτς ανήκε στην κανονική δικαιοδοσία της Μητροπόλεώς του, ο Άγιος Εφραίμ υπήρξε σθεναρός αντίπαλος των ηγεμόνων του Γκάλιτς και υποστηρικτής των ηγεμόνων της Μόσχας. Το έτος 1453 μ.Χ. ο πρίγκιπας του Γκάλιτς, Βασίλειος Κοζόυ, απήγαγε τον Άγιο και τον ανάγκασε, μαζί με άλλους Επισκόπους, να υπογράψει επιστολές και εγκυκλίους κατά του αντιπάλου του, πρίγκιπα Δημητρίου Σεμζάκα.


Ο Άγιος Εφραίμ υπήρξε, επίσης, φλογερός πολέμιος της ενώσεως Ορθόδοξης και Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, η οποία αποφασίσθηκε το έτος 1439 μ.Χ. στην Σύνοδο Φερράρας - Φλωρεντίας και υπεγράφη από τον Μητροπολίτη Μόσχας Ισίδωρο, που έλαβε μέρος στην Σύνοδο. Για τον λόγο αυτό συμμετείχε σε έκτακτη Σύνοδο των Ρώσων Επισκόπων το 1440 - 1441 μ.Χ., η οποία καταδίκασε τελικά την στάση του λατινόφρονος Ισιδώρου.


Το έτος 1448 μ.Χ. προήδρευσε της Συνόδου της Μόσχας, κατά την διάρκεια της οποίας εξελέγη Μητροπολίτης Μόσχας και πασών των Ρώσων ο Άγιος Ιωνάς (τιμάται 31 Μαρτίου).


Ο Άγιος Εφραίμ κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 1454 μ.Χ. και ενταφιάσθηκε στον καθεδρικό ναό του Ροστώβ. Η Εκκλησία τιμά την μνήμη του, επίσης, στις 23 Μαΐου, εορτή της Συνάξεως των Αγίων του Ροστώβ και Γιαροσλάβ.

Άγιος Αμβρόσιος Πατριάρχης Γεωργίας

 Ο Άγιος Αμβρόσιος (Τσελάια) γεννήθηκε το έτος 1861 μ.Χ. στο χωριό Μαρτβίλι της περιοχής Σαμεγκρέλο της Γεωργίας και σπούδασε στο σεμινάριο της Τυφλίδος. Εξελέγη Μητροπολίτης της πόλεως Κοντίντι και στις 15 Οκτωβρίου του 1917 μ.Χ. Καθολικός Πατριάρχης Γεωργίας. Κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 1927 μ.Χ.

Όσιος Παύλος Επίσκοπος Κορίνθου

 Ο Όσιος Παύλος Επίσκοπος Κορίνθου καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη και γεννήθηκε από γονείς ευσεβείς και θεοφιλείς, οι οποίοι ακολούθησαν τον μοναχικό βίο. Ήταν αδελφός του Αγίου Πέτρου, Επισκόπου Άργους (τιμάται 3 Μαΐου) και ασκήτεψε μαζί του στην Κόρινθο. Αργότερα ο Άγιος Παύλος εξελέγη Επίσκοπος Κορίνθου και κοιμήθηκε με ειρήνη.

Προφήτης Ανανί

Ο Προφήτης Ανανί έζησε στα χρόνια του βασιλιά Ιούδα (955 π.Χ.). Ο βασιλιάς Ασά με τη βοήθεια του Θεού, είχε στην αρχή αποκρούσει νικηφόρα την εναντίον του επιδρομή του βασιλιά της Συρίας. Κατόπιν όμως ο Ασά συνθηκολόγησε με τον βασιλιά της Συρίας και του έστειλε χρυσό και ασήμι, για να τον βοηθήσει στον πόλεμο εναντίον του βασιλείου του Ισραήλ. Τότε ο Προφήτης Ανανί, παρουσιάστηκε στον Ασά και του έκανε δριμύτατη παρατήρηση (Β' Παραλειπ. ιστ' 7-10). Ο Ασά οργισμένος, φυλάκισε τον Προφήτη. Τελικά όμως αυτός απεβίωσε ειρηνικά.