Σάββατο 24 Ιουνίου 2017

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός


Το Γενέθλιο του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου και Βαπτιστού

Την ημέρα αυτή η Αγία μας εκκλησία εορτάζει το γενέσιο του ενδόξου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννη. Ο πατέρας του Ζαχαρίας, ήταν ιερέας. Κάποια ημέρα την ώρα του θυμιάματος, είδε μέσα στο θυσιαστήριο άγγελο Κυρίου, ο οποίος του ανήγγειλε ότι θα αποκτούσε γιο τον οποίο θα ονόμαζε Ιωάννη. Ο Ζαχαρίας σκίρτησε από χαρά , αλλά δυσπιστούσε. Η γυναίκα του ήταν ηλικιωμένη και στείρα και άρα ήταν αδύνατο να κυοφορήσει και αυτές τις αμφιβολίες τις εξέφρασε στον άγγελο ο οποίος του απάντησε ότι το παιδί θα γεννηθεί και εκείνος θα τιμωρηθεί για την απιστία του, παραμένοντας κωφάλαλος μέχρι να πραγματοποιηθεί η βουλή του Θεού. Πράγματι η γυναίκα του η Ελισάβετ συνέλαβε και μετά από εννέα μήνες γέννησε γιο. Οκτώ ημέρες μετά τη γέννηση κατά την περιτομή του παιδιού οι συγγενείς, θέλησαν να του δώσουν το όνομα του πατέρα του δηλ. Ζαχαρία. Όμως ο Ζαχαρίας έγραψε επάνω στο πινακίδιο το όνομα Ιωάννης. Αμέσως λύθηκε η γλώσσα του και όλοι οι παριστάμενοι πλημμύρισαν χαρά κι ελπίδα, διότι κατάλαβαν ότι γεννήθηκε ο Πρόδρομος της παρουσίας του αναμενόμενου Μεσσία. Ο Ιωάννης δε διέθετε μόνο το χάρισμα της προφητείας, αλλά αξιώθηκε και τη μεγαλύτερη χαρά και τιμή. Βάπτισε το Μεσσία Χριστό, τον οποίο και ομολογούσε σ’ όλη του τη ζωή.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Προφῆτα καὶ Πρόδρομε, τῆς παρουσίας Χριστοῦ, ἀξίως εὐφημῆσαι σέ, οὐκ εὐποροῦμεν ἠμεῖς, οἱ πόθω τιμῶντες σέ, στείρωσις γὰρ τεκούσης, καὶ πατρὸς ἀφωνία, λέλυται τὴ ἐνδόξω, καὶ σεπτή σου γεννήσει, καὶ σάρκωσις Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, κόσμω κηρύττεται.

Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἡ πρὶν στείρα σήμερον, Χριστοῦ τὸν Πρόδρομον τίκτει, καὶ αὐτὸς τὸ πλήρωμα, πάσης τῆς προφητείας, ὅνπερ γάρ, προανεκήρυξαν οἱ Προφῆται, τοῦτον δή, ἐν Ἰορδάνῃ χειροθετήσας, ἀνεδείχθη Θεοῦ Λόγου, Προφήτης Κῆρυξ ὁμοὺ καὶ Πρόδρομος.

Παρασκευή 23 Ιουνίου 2017

Πατερ, δεν θελω να εξομολογηθω, η μητερα μου, που περιμενει εξω, με εφερε σχεδον με το ζορι

Ο ιερέας περίμενε όρθιος τον επόμενο για την εξομολόγηση. Είδε ένα νεαρό παιδί, γύρω στα δεκαπέντε, να προχωρά διστακτικό. Τον καλωσόρισε και του υπέδειξε να καθίσει στην καρέκλα απέναντί του.
Ο Εσταυρωμένος πάνω στο μικρό τραπεζάκι με το μικρό καντήλι τούς κοίταζε στοργικά και προστατευτικά. Η ατμόσφαιρα μύριζε λιβάνι από τον εσπερινό που μόλις είχε προηγηθεί.
Ο νεαρός με κατεβασμένο το κεφάλι δεν μιλούσε. Ο ιερέας περίμενε κι αυτός κάνοντας μία σύντομη προσευχή, όπως συνήθιζε να κάνει και για όλους τους πιστούς που έβρισκαν το κουράγιο να έλθουν στο μυστήριο της μετανοίας.
«Πάτερ», είπε κάποια στιγμή το παλληκαράκι. «Δεν θέλω να εξομολογηθώ. Η μητέρα μου που περιμένει έξω με έφερε σχεδόν με το ζόρι. Είναι της Εκκλησίας άνθρωπος και με «πρήζει» κάθε φορά με την εξομολόγηση. Είναι καλή γυναίκα και γι’ αυτό δεν θέλω να τη στενοχωρήσω. Υπάκουσα λοιπόν για χάρη της και γι’ αυτό βρίσκομαι εδώ. Αλλά εγώ δεν νιώθω έτοιμος για κάτι τέτοιο».
Ο ιερέας δεν έσπευσε να απαντήσει. Ύψωσε νοερά το βλέμμα του στον Εσταυρωμένο και προσευχήθηκε πιο έντονα για το νεαρό παιδί.
«Παιδί μου», είπε στοργικά. «Όπως ξέρεις η εξομολόγηση είναι μυστήριο της Εκκλησίας μας και προϋποθέτει την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου. Μόνον όποιος έρχεται ελεύθερα, μόνον όποιος έχει νιώσει την ανάγκη να ανοίξει την καρδιά του στον Χριστό, μπορεί και να εξομολογηθεί. Αν ο ίδιος ο Κύριος είπε «όστις θέλει οπίσω μου ελθείν», τότε κανείς με καταναγκασμό δεν μπορεί να Τον ακολουθήσει ή να επιτελέσει οποιοδήποτε λόγο Του. Η ελευθερία, παιδί μου, είναι το οξυγόνο της Εκκλησίας. Χωρίς αυτήν, οτιδήποτε κι αν γίνεται, έστω κι αν φαίνεται καλό, δεν είναι τελικά καλό. Δεν το δέχεται ο Θεός».
«Ναι, πάτερ», είπε το παιδί και ύψωσε λίγο το κεφάλι του αναθαρρημένο. «Χαίρομαι που ακούω να λέτε αυτά τα λόγια, και μακάρι και η μάνα μου να το καταλάβαινε. Αλλά, σας είπα, είναι καλή γυναίκα, μόνη στη ζωή –ο πατέρας μου έχει πεθάνει– και γι’ αυτό όσο μπορώ δεν θέλω να την κακοκαρδίζω».
«Λοιπόν», είπε ο παπάς, νιώθοντας μια απέραντη τρυφερότητα για το καλόκαρδο αυτό νεαρό παλληκάρι που έδειχνε μία μεγάλη ωριμότητα με τη στάση του, «δεν χρειάζεται να εξομολογηθείς τώρα. Κάτσε λίγα λεπτά ακόμη, ώστε η μητέρα σου να πιστέψει ότι εξομολογείσαι, κι έπειτα φύγε και πήγαινε στην ευχή του Θεού. Μέχρι τότε όμως, πες μου το όνομά σου, την τάξη στο σχολείο που φοιτάς, ό,τι άλλο νομίζεις ότι μπορούμε να πούμε για να καλυφθεί η ώρα».
Μετά από λίγο το παιδί σηκώθηκε να φύγει. Ο ιερέας το αγκάλιασε και του ευχήθηκε τα καλύτερα για τη ζωή του. Η μητέρα του ήταν έξω και φαινόταν ευχαριστημένη για τον «εξομολογημένο» γιο της. Ο ιερέας όμως ήταν βέβαιος ότι ήταν θέμα χρόνου το παιδί να έλθει και πάλι, αλλά αυτήν τη φορά μόνο του. «Τέτοια παιδιά, με τόσο καλή καρδιά, δεν χάνονται ποτέ», μουρμούρισε ο ιερέας, την ώρα που παραμέριζε για να περάσει ο επόμενος πιστός. «Δεν τα αφήνει ποτέ ο Κύριος, και μάλλον φαίνεται να είναι από τα αγαπημένα Του».


π. Γεωργίου Δορμπαράκη

Το εισιτηριο το βγαλατε;

Ἡ θέα ἀπὸ τὸ δασάκι τῆς Ἀρόης εἶ­ναι χάρμα ὀφθαλμῶν. Μπροστά σου χαίρεσαι τὴ μεγαλούπολη τῆς Πάτρας μὲ τὸν ὑπέροχο Ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα ποὺ τὴν εὐλογεῖ καὶ τὴν προστατεύει... Καὶ στὸ βάθος ἁπλώνεται τὸ γαλάζιο Ἰόνιο ποὺ βαστάζει στὰ νερά του τοὺς Ἁγίους τῶν Ἑπτανήσων.

Ἕνα πρωινὸ κατὰ τὶς 10 ποὺ καθόταν στὸν ἐξώστη τοῦ σπιτιοῦ του διαβάζον­τας τὴν ἐφημερίδα κι ἀγνάντευε πρὸς τὴ θάλασσα ὁ κ. Ἀλέξανδρος, χτύπησαν τὸ κουδούνι τῆς ἐξώπορτάς του τρεῖς μαυροφορεμένες κυρίες. Τοὺς ἄνοιξε ἡ σύζυγός του.

–Ὁρίστε, ποιὸν θέλετε;

–Λέγομαι Πανωραία Νικολάου, εἶπε ἡ μεγαλύτερη ἀπὸ αὐτές, καὶ θέλω νὰ πῶ κάτι στὸν κ. Ἀλέξανδρο τὸν σύζυγό σας, ποὺ ἦταν πολὺ γνωστὸς μὲ τὸν μακαρίτη τὸν Βασίλη τὸν ἄντρα μου.–Περιμένετε μία στιγμὴ νὰ τὸ πῶ στὸ σύζυγό μου.

–Ὁδήγησέ τες στὸ σαλόνι, κάθισε μαζί τους καὶ ἔρχομαι ἀμέσως κι ἐγώ, εἶπε ἐκεῖνος.

Μόλις τὸν εἶδαν οἱ κυρίες, σηκώθηκαν σεβαστικὰ μπροστά του.

–Καθίστε, καθίστε, παρακαλῶ. Συλλυπητήρια γιὰ τὸν σύζυγό σας! Ὁ Θεὸς νὰ τὸν ἀναπαύει. Ἦταν ἐξαίρετος ἄνθρωπος καὶ φίλος ὁ Βασίλης.

–Σᾶς εἶδα καὶ στὴν κηδεία, κ. Ἀλέξανδρε, καὶ ἐπειδὴ πολλὲς φορὲς μοῦ μίλησε γιὰ σᾶς, πῆρα τὸ θάρρος καὶ σᾶς ἐπισκέπτομαι σήμερα, εἶπε ἡ μεγαλύτερη.

–Ὁ Βασίλης ἦταν σπουδαῖος ἄνθρωπος, εἶχε χάρισμα ἀγάπης, ἐφευρετικῆς, καὶ φιλανθρωπίας. Μαζὶ ἤμασταν σὲ μιὰ ὁμάδα τῆς «Χριστιανικῆς Ἑστίας», ποὺ σκοπὸ εἴχαμε νὰ ἐπισκεπτόμαστε τὶς Φυλακές. Πῶς τὰ κατάφερνε λοιπὸν ὁ μακαρίτης καὶ ἔπειθε τοὺς ἐμπόρους καὶ τοῦ δώριζαν πολλὰ εἴδη ρουχισμοῦ – ἐσώρουχα, μπλοῦζες, πουκάμισα κ.λπ. – καὶ γεμίζαμε τὸ πόρτ-μπαγκὰζ τοῦ αὐ­τοκινήτου του γιὰ νὰ τὰ μοιράζουμε στοὺς φυλακισμένους, ποὺ τὰ δεχόταν μὲ δάκρυα στὰ μάτια. Ἀλλὰ σᾶς διέκοψα, μὲ συγχωρεῖτε. Τί θέλετε ἀπὸ μένα, καὶ ἤλθατε στὸ σπίτι μου;

–Ὁ μακαρίτης πολλὲς φορὲς μοῦ εἶχε μιλήσει γιὰ τὸ πῶς καταφέρνατε μὲ τὸν ὡραῖο τρόπο σας, μὲ λίγα ἀλλὰ πειστικὰ λόγια, καὶ βοηθήσατε πολλοὺς φυλακισμένους νὰ μετανοήσουν γιὰ τὴ ζωή τους, νὰ ἐξομολογηθοῦν καὶ νὰ κοινωνήσουν, νὰ γίνουν ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ.

–Εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ αὐτό, κ. Πανωραία, δικό Του χάρισμα. Κι ἂν σώθηκε κανείς, θὰ σβησθοῦν μερικὲς ἁμαρτίες μου. Τώρα τί μπορῶ νὰ κάνω;

–Ἤλθαμε σὲ σᾶς, κ. Ἀλέξανδρε, γιὰ μιὰ βοήθεια, ὄχι ὑλική. Δόξα τῷ Θεῷ, δὲν ἔχω οἰκονομικὸ πρόβλημα πρὸς τὸ παρόν. Ἄλλη βοήθεια ζητοῦμε ἀπὸ σᾶς μὲ τὶς δύο ἀνιψιές μου ποὺ βλέπετε δίπλα μου.

–Σᾶς ἀκούω εὐχαρίστως.

–Ὁ κουνιάδος μου, καλός, πονετικὸς καὶ εὐαίσθητος ἄνθρωπος, εἶναι ἑτοιμοθάνατος καὶ δὲν ἔχει ἐξομολογηθεῖ οὔτε κοινώνησε ποτέ του. Εἶναι ἄρρωστος καὶ οἱ γιατροὶ λένε ὅτι εἶναι ζήτημα ἂν θὰ βγάλει τὸν μήνα. Τοῦ εἴπαμε ἀρκετὲς φορὲς γιὰ Ἐξομολόγηση καὶ θεία Κοινωνία, ἀλλὰ οὔτε ἤθελε νὰ ἀκούσει. Ἄλλαζε πλευρὸ ἀγριεμένος.

–Εὐχαρίστως νὰ βοηθήσω, κ. Πανωραία. Ἂς προσευχηθοῦμε ὅλοι μας, καὶ ὁ Θεὸς βοηθός. Πῶς τὸν λένε;

–Θανάση.

–Θὰ προσευχηθοῦμε λοιπὸν γιὰ τὸν Ἀθανάσιο καὶ πιστεύω θ’ ἀνοίξει τὴν καρδιά του ὁ Θεός.


Τὸ ἄλλο ἀπόγευμα ὁ Ἀλέξανδρος χτύπησε εὐγενικὰ τὴν πόρτα τοῦ ἀρρώστου Θανάση, ἐνῶ ἡ Πανωραία μὲ τὴ σύζυγο τοῦ Θανάση πέρασαν στὸ διπλανὸ δωμάτιο καὶ ἄρχισαν τὴν προσευχὴ γιὰ τὸν ἄρρωστο.

Μόλις μπῆκε στὸ δωμάτιο τοῦ ἀρρώστου ὁ Ἀλέξανδρος, ὁ Θανάσης τὸν κοίταξε καχύποπτα καὶ μὲ ἄγριο βλέμμα.

–Ποιὸς εἶστε, κύριε; φώναξε ξαφνικά. Δὲν σᾶς γνωρίζω. Οὔτε φωνάξαμε σήμερα κανένα γιατρό! Φύγετε γρήγορα, γιατὶ θὰ τηλεφωνήσω στὸ 100. Φύγετε ἀμέσως! Μαρία! Μαρία! Γυναίκα!!

Στὶς ἀγριοφωνάρες του ἦλθαν ἀπὸ δίπλα οἱ δύο γυναῖκες.

–Πῶς κάνεις ἔτσι, Χριστιανέ μου; εἶπε ἡ γυναίκα του.

–Γιατί ἄφησες καὶ μπῆκε ξένος ἄνθρωπος στὸ σπίτι; Γρήγορα πάρε τὸ 100. Πρὶν φύγει ὁ κλέφτης. Πρόλαβε! Γρήγορα, εἶπα!

–Ἠρεμῆστε, κύριε Θανάση. Εἶμαι φίλος σας, εἶπε ὁ Ἀλέξανδρος.

–Φίλος μου! Πρώτη φορὰ σὲ βλέπω. Ἄσε τὶς πονηριές. Χάσου ἀπὸ μπροστά μου!

–Εἶμαι φίλος τοῦ μακαρίτη τοῦ ἀδελφοῦ σας τοῦ Βασίλη καρδιακός, κύριε Θανάση.

–Τί εἶπες; ρώτησε σὲ χαμηλότερο τώρα τόνο ὁ Θανάσης. Ἤσουν φίλος τοῦ ἀδελφοῦ μου τοῦ Βασίλη;

–Μάλιστα, κύριε Θανάση μου! Καὶ αὐ­τὸς πολλὲς φορὲς μοῦ εἶχε μιλήσει μὲ πολὺ θαυμασμὸ γιὰ τὸν ἀδελφό του τὸν Θανάση.

–Λὲς ἀλήθεια; ἢ πᾶς νὰ μὲ ξεγελάσεις;

–Ὄχι! Καὶ μάλιστα ἦλθα σήμερα γιὰ νὰ σᾶς εὐχαριστήσω.

–Νὰ μ’ εὐχαριστήσεις! Γιὰ ποιὸν λόγο;

–Διότι, ὅταν μαζὶ μὲ τὸν μακαρίτη τὸν ἀδελφό σας φορτώναμε αὐτοκίνητα μὲ ροῦχα γιὰ τοὺς φυλακισμένους ποὺ πηγαίναμε τακτικά, ἐσεῖς μὲ τὶς γνωριμίες ποὺ εἴχατε στὴν ἀγορὰ μὲ τοὺς ἐμπόρους γεμίζατε ἀμέσως τὸ αὐτοκίνητο μὲ ροῦχα. Τὸ θυμάστε, κ. Θανάση;

–Τώρα ποὺ τὸ λέτε, κάτι θυμᾶμαι. Κάτι πρόσφερα κι ἐγώ. Τώρα ὅμως φεύγω. Ἀναχωρῶ ἀπὸ τὴ ζωή. Εἶμαι ἑτοιμοθάνατος.

–Μὲ ὅσα κάνατε, κ. Θανάση μου, γιὰ τοὺς φυλακισμένους, ἔχετε πολλὲς ἀποσκευὲς καὶ μάλιστα γεμάτες μὲ τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης. Ὅμως, συγγνώμη γιὰ τὴν ἀδιάκριτη ἐρώτηση: Τὸ εἰσιτήριο τὸ βγάλατε;

–Τὸ εἰσιτήριο; Ποιὸ εἰσιτήριο;

–Ὅπως γιὰ κάθε ταξίδι, ἔτσι καὶ γιὰ τὸ αἰώνιο ταξίδι μας χρειάζεται νὰ φροντίσουμε καὶ γιὰ τὸ εἰσιτήριό μας.

–Πῶς βγαίνει αὐτὸ τὸ εἰσιτήριο;

–Μὲ τὴν ἱερὴ Ἐξομολόγηση καὶ τὴ θεία Κοινωνία, ἀγαπητέ μου Θανάση. Πολὺ εὔκολα!

–Θὰ φροντίσω. Εὐχαριστῶ πολὺ πάν­τως, τώρα ὅμως ἀφῆστε με γιατὶ πονῶ. Εὐχαριστῶ γιὰ τὴν ἐπίσκεψή σας καὶ συγγνώμη ποὺ σᾶς κακοπῆρα στὴν ἀρ­χή.

–Δὲν εἶναι τίποτα. Νὰ εἶστε καλά.

Τὴν ἄλλη βδομάδα ὁ Θανάσης εἰσήχθη στὸ Πανεπιστημιακὸ Νοσοκομεῖο τοῦ Ρίου. Ἡ κατάστασή του εἶχε ἐπιδεινωθεῖ. Ὁ Ἀλέξανδρος τὸν ἐπισκεπτόταν πρωὶ καὶ ἀπόγευμα.

–Κύριε Ἀλέξανδρε, φροντίστε, παρακαλῶ, γιὰ τὸ εἰσιτήριό μου. Δὲν αἰσθάνομαι καλά. Μὴν τὸ ξεχάσετε, τοῦ εἶπε ἕνα πρωὶ ὁ ἄρρωστος.

–Ὅλα θὰ γίνουν, Θανάση μου. Τὸ ἔχω ὑπ’ ὄψη μου.

Καὶ πράγματι, μὲ τὶς φροντίδες τοῦ Ἀλέξανδρου ἐξομολογήθηκε μὲ δάκρυα στὰ μάτια στὸ δραστήριο ἱερέα τοῦ Νοσοκομείου. Καὶ ἀφοῦ ἀξιώθηκε καὶ κοινώνησε δυὸ φορές, πέταξε ἡ ἐξαγνισμένη ψυχή του στὰ οὐράνια κοντὰ στὸν ἀδελφό του, τὸν Βασίλη.

Άγιοι Ευστόχιος ο Πρεσβύτερος, Γάϊος ο ανεψιός του, και τα παιδιά αυτού Λολλία, Πρόβη και Ουρβανός

Οι Άγιοι Ευστόχιος ο Πρεσβύτερος, Γάϊος (ή Γαϊανός) ο ανεψιός του, και τα παιδιά αυτού Λολλία (ή Λουλώ), Πρόβη και Ουρβανός (ή Ουρβάσιος) κατάγονταν από την πόλη των Οϋσάδων και υπήρξαν στα χρόνια των βασιλέων Μαξιμιανού και Αγρίππα κατά το έτος 300 μ.Χ. Ο Ευστόχιος στην αρχή ήταν ιερέας ειδώλων, αλλά όταν είδε το ανδρείο φρόνημα των χριστιανών μπροστά στα μαρτύρια, προσήλθε στον επίσκοπο Αντιοχείας Ευδόξιο, βαπτίστηκε χριστιανός και χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος. Κατόπιν πήγε στα Λύστρα της Λυκαονίας, όπου βρήκε τους συγγενείς του Γάϊο με τα τρία του παιδιά Λολλία, Πρόβη και Ουρβανό, και τους βάπτισε χριστιανούς. Όταν συνελήφθη από τους ειδωλολάτρες, ομολόγησε ότι είναι χριστιανός μπροστά στον ηγεμόνα και αφού τον κρέμασαν επάνω σ' ένα ξύλο, ξέσχισαν τις σάρκες του. Κατόπιν οδηγήθηκε μαζί με τον Γάιο και τα παιδιά του, στον ηγεμόνα Άγκυρας Αγριππίνο, (κατά άλλους Αγρίππα), όπου όλοι αρνήθηκαν ν' αρνηθούν τον Χριστό. Τότε όλους τους βασάνισαν με φρικτά και βάρβαρα βασανιστήρια και επειδή έμεναν σταθεροί στην πίστη τους, τελικά τους αποκεφάλισαν και έτσι ανέβηκαν στεφανηφόροι στα ουράνια.

Άγιοι Γεράσιμος Κρήτης, Νεόφυτος Κνωσσού, Ιωακείμ Χερσονήσου, Ιερόθεος Λάμπης, Ζαχαρίας Σητείας, Ιωακείμ Πέτρας, Γεράσιμος Ρεθύμνης, Καλλίνικος Κυδωνίας, Μελχισεδέκ Κισάμου, Καλλίνικος Διοπόλεως και των συν αυτοίς αθλησάντων κληρικών και λαΐκών εν έτεσιν 1821 και 1822

Στις 23 Ιουνίου 1821 μ.Χ. έγινε Σύνοδος στη Μητρόπολη της Κρήτης, στο ναό του Αγίου Μηνά κατά την οποία ο Επίσκοπος Κρήτης άρχισε να διαβάζει ένα γράμμα απεσταλμένο από το βεζύρη. Οι εχθροί καιροφυλακτούντες, όρμησαν στο ναό και φόνευσαν τους Αρχιερείς, δεκαεπτά ιερείς και πέντε αγιορείτες πατέρες από τη μονή Βατοπαιδίου, που είχαν προσκομίσει στο Μέγα Κάστρο για προσκύνηση κατά της επιδημίας της πανώλης τίμια λείψανα και την Αγία Ζώνη της Υπεραγίας Θεοτόκου. Επίσης φόνευσαν ως τριακόσιους παρευρεθέντες Χριστιανούς. Από εκεί διασπαρέντες στην πόλη εδίωκαν τους λοιπούς Χριστιανούς φονεύοντες ανηλεώς όσους απαντούσαν στους δρόμους, όπου συνάντησαν και τον Επίσκοπο Λάμπης Ιερόθεο, τον οποίο φόνευσαν μετά του διακόνου του. Την επομένη μέρα στο χωριό Επάνω Φουρνή, όπου ήταν η έδρα της Επισκοπής Πέτρας, ετυφεκίσθηκε ο Αρχιερεύς αυτής Ιωακείμ έξω από τον ιερό ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου.

Η πρώτη επίσημη της γιορτής έγινε στις 11 Νοεμβρίου 2000 μ.Χ. στον καθεδρικό ναό του Αγίου Μηνά στο Ηράκλειο.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ´. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν πολυθαύμαστον, Κρήτην τιμήσωμεν, τὴν ἐξανθήσασαν, ὡς ἄνθη τίμια, τοὺς Νεομάρτυρας Χριστοῦ, πιστῶν τοὺς θεοῤῥήμονας· πλάνην γὰρ κατῄσχυναν, ὡς ποιμένες θεόφρονες, πίστιν δὲ ὀρθόδοξον, τοῖς πιστοῖς ἐστερέωσαν, Γεράσιμος ὁ πρόεδρος Κρήτης, καὶ πάντες οἱ αὐτῷ συμμαρτυρήσαντες.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α´. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
(Ψαλλόμενον εἰδικῶς ἐν τῷ Ναῷ τοῦ Ἁγίου μεγαλομάρτυρας Μηνᾶ, ἔνθα οἱ πλεῖστοι τῶν Ἁγίων Νεομαρτύρων Ἐπισκόπων ἐμαρτύρησαν)
Ὑπόδειγμα ὡς σχόντες, τὸν Μηνᾶν τὸν μυρίαθλον, χαίροντες ἐνταῦθα τὸν δρόμον, μαρτυρίου ἠνύσατε, μεθ᾿ οὗ καθικετεύετε ἀεί, Χριστὸν τὸν στεφανώσαντα ὑμᾶς, ὦ Γεράσιμε θεόφρον σὺν τοῖς λοιποῖς, τὴν πόλιν ταύτην φυλάττειν, χαίρετε ἀνακράζουσαν ὑμῖν, ἄνθη ζωῆς εὐωδέστατα, κλέα τῆς Κρητονήσου καὶ στεῤῥοί, αὐτῆς ὑπέρμαχοι.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ´. Θείας Πίστεως.
Δῆμος ὤφθητε, τροπαιοφόρος, ἔχων πρόκριτον, δεδοξασμένον, τὸν τῆς Κρήτης ποιμένα Γεράσιμον, ὁμονοοῦντες γὰρ πίστει ἠθλήσατε, καὶ τῶν τυράννων τὸ θράσος ἐλύσατε. Ὅθεν πάντοτε, Χριστῷ τῷ Θεῷ πρεσβεύετε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον
Ἦχος α´. Τὸν τάφον σου.
Ὡς φίλους τοῦ Χριστοῦ, καὶ θεράποντας θείους, γεραίρομεν ὑμᾶς, τοὺς ἐν χρόνοις δουλείας, ἀστέρας ἐκλάμψαντας, παμφαεὶς Νεομάρτυρας, Ἐπισκόπων γάρ, καὶ Ἱερέων τὰ πλήθη, σὺν Ἀζύγοις τε, ταῖς ἀλκιφρόνων πορείαις, φωτίζετε ἔκτοτε.

Ἕτερον Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχάς τῆς φύσεως.
Τοὺς εὐκλεεῖς συμμάρτυρας, ὡς προσφοράν σοι Κύριε, ἡ τῶν Κρητῶν κληρουχία προσήνεγκεν, ἐν τοῖς ἐσχάτοις ἔτεσιν. Ταῖς αὐτῶν ἱκεσίαις, ἐν εἰρήνῃ βαθείᾳ, τὴν Ἐκκλησίαν σου, διὰ τῆς Θεοτόκου, συντήρησον Πολυέλεε.

Κάθισμα
Ἦχος α´. Τὸν τάφον σου.
Μετὰ τὴν α´ Στιχολογίαν.
Χορείαν τὴν σεπτήν, τὸν ὑπέρτιμον δῆμον, τῶν νέων τοῦ Χριστοῦ, καλλινίκων Μαρτύρων, ἐν ὕμνοις γεραίροντες, οἱ πιστοὶ ἐκβοήσωμεν, ἱκετεύετε, ὡς παῤῥησίαν πλουτοῦντες, τὸν φιλάνθρωπον, ἡμῖν διδόναι εἰρήνην, καὶ ἔλεος ἄνωθεν.

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Μετὰ τὴν β´ Στιχολογίαν.
Λαοῦ προϊστάμενοι, τοῦ ἐν τῇ Κρήτῃ καλῶς, αὐτὸν ἐστηρίξατε, τῷ μαρτυρίῳ ὑμῶν, ἐν χρόνοις κακώσεως. Ὅθεν ὑμᾶς τιμῶμεν, εὐκλεεῖς Ἱεράρχαι, ἅμα τῶν συμμαρτύρων, τῇ ἐνδόξῳ χορεία, αἰτούμενοι ἐν πίστει, ὑμῶν τὴν ἀντίληψιν.

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος δ’. Κατεπλάγη Ἰωσὴφ.
Μετὰ τὸν Πολυέλεον
Ὡς ἐπίσημοι κριοί, σφαγιασθέντες ἀπηνῶς, Ἱεράρχες εὐκλεεῖς, θυσία ζῶσα τῷ Θεῷ, χερσὶ τυράννων προσήχθητε ἐν ἐσχάτοις, καὶ τὴν τῶν Κρητῶν, ἐφοινίξατε, νῆσον τοῖς ὑμῶν, θείοις αἵμασι, καὶ ἐν αὐτοῖς ὀφρὺν τὴν ἐπηρμένην, τῶν δυσμενῶν ἐβυθίσατε. Διὸ ὑψόθεν, ἀθανασίας, ἐκομίσασθε στέφη.

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος α΄. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Ὑπόδειγμα Μηνᾶν, τὸν μυρίαθλον σχόντες, αὐτοῦ ἐν τῷ ναῷ, μαρτυρίου τὸν δρόμον, στεῤῥῶς ἐτελέσατε, ἐν ἡμέραις τῆς θλίψεως, καὶ ηὐλίσθητε, ἐν ταῖς σκηναῖς τῶν Μαρτύρων, ἱκετεύοντες, ὑπὲρ λαοῦ τοῦ τῆς Κρήτης, ἀεὶ Νεομάρτυρες.

Ὁ Οἶκος
Ἐνισχύσας δυνάμει τῆς χάριτος, τοὺς ἐν Κρήτῃ σεπτοὺς Νεομάρτυρας, τῶν Μαρτύρων αὐτούς τε τῶν προπάλαι, εὐκλεεῖς ὁμοτρόπους ἀνέδειξας, καὶ ἐταπείνωσας τὴν ἔπαρσιν δι᾿ αὐτῶν τῶν τυράννων, Σωτήρ μου ζωοδότα. Ταῖς αὐτῶν οὖν πρεσβείαις, ἐν εἰρήνῃ τελείᾳ, τὴν Ἐκκλησίαν σου, διὰ τῆς Θεοτόκου, συντήρησον Πολυέλεε.

Μεγαλυνάριον
Δεῦτε εὐφημήσωμεν οἱ πιστοί, Ἐπισκόπους θείους, Ἱερέας καὶ Μοναστάς, καὶ σὺν τούτοις πάντας, πιστούς τε ἰδιώτας, τοὺς ἐν ὑστέροις χρόνοις, πίστιν τρανώσαντας.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Χαίροις Ἐπισκόπων νεοφαής, λαμπὰς μαρτυρίου, Ἱερέων πυρσοφαής, καὶ ἀζύγων χαίροις, πανέντιμος χορεία, τὴν Κρήτην ἡ κοσμοῦσα, χρόαις τοῦ αἵματος.

Ἰδιόμελον ἐκ τῆς Λιτῆς
Ἦχος α´.
Εὐαγγέλου Ἱερέως.
Τὰ Κρητῶν φιλεόρτων συστήματα, καὶ φιλαγίων χορεῖαι, δεῦτε εὐφημήσωμεν, ἐν ᾠδαῖς πνευματικαῖς τὴν ἔνδοξον μνήμην, τῶν ἡμετέρων Νεομαρτύρων, ἐν οἷς ὡς ἀρετῆς καὶ ἀνδρείας ἀκροθίνια, δεκὰς ἱερομαρτύρων Ἐπισκόπων, Ἱερέων δέσμη ἑπτά τε καὶ δέκα, καὶ πεντὰς τοῦ ἁγιωνύμου ὄρους Μοναστῶν. Οὗτοι γὰρ θυσίαν εὐπρόσδεκτον, τὰ ἑαυτῶν προσφέροντες σώματα, καὶ τὰς ψυχὰς αὐτῶν λευκάναντες ὡς χιόνα, τοῖς οἰκείοις αἵμασι λελουσμένας, τὴν τῶν οὐρανῶν βασιλείαν ἐκληρονόμησαν, πρεσβεύουσι δὲ ἀπαύστως Χριστῷ τῷ Θεῷ, εἰρήνην τῇ οἰκουμένῃ δωρήσασθαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Ἰδιόμελον ἐκ τῆς Λιτῆς
Ἦχος β´.
Κυρίλλου Ἱερομονάχου.
Δεῦτε ἀγαλλιασώμεθα τῷ Κυρίῳ, ἐν τῇ μνήμῃ σήμερον, τῶν εὐκλεῶν Νεομαρτύρων ὦ φιλέορτοι· δεῦτε εὐφημήσωμεν αὐτούς, διατόρως κραυγάζοντες καὶ λέγοντες· χαίρετε Ἐπισκόπων δεκάς, Ἱερέων τε δῆμος, καὶ Μοναχῶν ἰσαγγέλων σειρά, σὺν προκρίτων καὶ ἰδιωτῶν πλήθει, οἱ ἐν ἐσχάτοις ἀθλήσαντες καιροῖς, καὶ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ τὸ πάθος, ἐν ἑαυτοῖς ἀναζωγραφήσαντες· οἱ τὴν ἐν Κρήτῃ ποίμνην στηρίξαντες, ὑπὲρ αὐτῆς προσκαίρου θανάτου, ὡς καρτερόψυχοι καταφρονήσαντες. Ἀλλ᾿ ὡς χάριν παῤῥησίας πλουτήσαντες, τῇ Ἁγίᾳ Τριάδι πρεσβεύετε, ἵνα ῥυσθῶμεν συμφορῶν, καὶ πάσης περιστάσεως.

Ἕτερον Ἰδιόμελον ἐκ τῆς Λιτῆς
Ἦχος γ´.
Εὐαγγέλου Ἱερέως.
Τρισόλβιοι ποιμένες Χριστοῦ, Ἱεροάθλων οἱ πρόκριτοι, μετὰ παῤῥησίας τὸν Χριστὸν ὁμολογήσατε, καὶ μυρίαις βασάνοις ὑπομείναντες, ὡς ἥλιοι λαμπροί, διασχίσαντες σκότια νέφη δουλείας, ταῖς τῶν ὑμετέρων αἱμάτων λαμπηδόσι, τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Κρήτης κατελαμπρύνατε. Διὸ ἐν οὐρανοῖς σὺν Ἀγγέλοις, καὶ τοῖς ἀπ᾿ αἰῶνος Ἁγίοις συναγαλλόμενοι, ὑπὲρ ἡμῶν τοῦ Κυρίου μὴ παύσησθε δεόμενοι, ὡς μαρτυρικῆς εὐκλείας ἀξιωθέντες, δωρηθῆναι τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὁμόνοιαν εἰρήνην, καὶ παντὶ τῷ κόσμῳ φωτισμόν, καὶ τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Ἰδιόμελον ἐκ τῆς Λιτῆς
Ἦχος δ´.
Κυρίλλου Ἱερομονάχου.
Δεῦτε σήμερον οἱ πιστοί, ἐν τῷ ναῷ τοῦ κλεινοῦ μεγαλομάρτυρος, Μηνᾶ τοῦ θαυματοβρύτορος προσέλθωμεν, τοὺς ἐν αὐτῷ εὐκλεῶς μαρτυρήσαντας, ἐν ἐγκωμίοις γεραίροντες, Γεράσιμον τὸν Κρήτης πρόεδρον, Ζαχαρίαν Ἰωακείμ, Νεόφυτον καὶ Καλλίνικον, σὺν τοῖς αὐτῶν συναθληταῖς. Οὗτοι γὰρ ἀδελφὰ συμφρονήσαντες, τοῦ μαρτυρίου τὴν ὁδὸν συνεπορεύθησαν, μηδαμῶς δειλιάσαντες, τῶν τυράννων τὸ φρύαγμα· διὸ καὶ ἐν τῷ σφαγιάζεσθαι ἀπηνῶς, ὡς ἐν ἑνὶ στόματι τῷ Κυρίῳ ἔλεγον· γενέσθω δὴ Κύριε ἡ θυσία ἡμῶν, εὐπρόσδεκτος ἐνώπιόν σου, καὶ πρόσδεξαι αὐτὴν εὐμενῶς, ὡς λύτρον ὑπὲρ λαοῦ σου, βαρυαλγοῦντος τῷ τῆς δουλείας ζυγῷ. Ἀλλ᾿ ὦ Νεομάρτυρες ἔνδοξοι, τὰ τῆς Κρήτης αὐχήματα, καὶ τοῦ Γένους ἐρείσματα, ὑπὲρ ἡμῶν δυσωπεῖτε τὸν Θεόν, ἐκ πολεμίων ἐχθρῶν φυλάττειν, καὶ σώζειν ἐν τῇ πίστει ἡμᾶς, ὡς ὄντες πᾶσι συμπαθέστατοι.

Άγιοι Αριστοκλής ο πρεσβύτερος, Δημητριανός διάκονος και Αθανάσιος αναγνώστης

Και οι τρεις Άγιοι ήταν Κύπριοι και έζησαν κατά τον διωγμό της Εκκλησίας επί Μαξιμιανού και Διοκλητιανού (245-310 μ.Χ.). Το 302 μ.Χ., ο Αριστοκλής, που καταγόταν από την Ταμασό, στην αρχή δεν θέλησε να βάλει σε κίνδυνο τη ζωή του, διότι ήθελε να συνεχίσει την πνευματική οικοδομή των εν Χριστώ αδελφών του. Ανέβηκε λοιπόν σ' ένα βουνό και κρύφτηκε μέσα σε μια σπηλιά. Αλλά από 'κει μάθαινε, ότι στις πόλεις πολλοί πιστοί, έχυναν θαρραλέα το αίμα τους για την αγία πίστη του Χρίστου. Ο Αριστοκλής, έπειτα και από ένα όραμα που είδε, έκρινε ότι δεν του επιτρεπόταν, σαν Ιερέας που ήταν, να βρίσκεται σε ασφάλεια, ενώ λαϊκοί, γυναίκες και παιδιά αψηφούσαν τα ξίφη και τη φωτιά, και πότιζαν με το αίμα τους το δένδρο του Ευαγγελίου. Έκανε λοιπόν τον σταυρό και κατέβηκε στη Σαλαμίνα της Κύπρου. Πήγε στο ναό της πόλης, όπου βρήκε προσευχομένους τον διάκονο Δημήτριο και τον αναγνώστη Αθανάσιο. Συμπροσευχήθηκαν, και μετά από συνεννόηση βγήκαν και οι τρεις, και στήριζαν τους διωκόμενους αδελφούς τους. Μόλις πληροφορήθηκε αυτό ο ειδωλολάτρης ηγεμόνας, τους συνέλαβε. Και αφού απέτυχε να τους νικήσει με υποσχέσεις και απειλές, μετά από πολλά βασανιστήρια τους αποκεφάλισε.