Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2017

Άγιος Λέανδρος Επίσκοπος Σεβίλλης

Ο Άγιος Λέανδρος, Επίσκοπος Σεβίλλης της Ισπανίας, διδάσκαλος της Εκκλησίας και φωτιστής των Ισπανών, έζησε τον 6ο μ.Χ. αιώνα και ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογενείας. Ο πατέρας του ήταν δούκας και καταγόταν από βυζαντινή γενιά, ενώ η μητέρα του ήταν πρωτότοκη κόρη του Βησιγότθου βασιλέως Λεβιγκίντ, που βασίλευε στην Σεβίλλη, την πρωτεύουσα του βασιλείου των Βησιγότθων.

Πολύ νωρίς ακολούθησε τον μοναχικό βίο και διακρίθηκε για την μόρφωση και τις αρετές του. Γι' αυτούς τους λόγους η Εκκλησία τον κατέστησε Επίσκοπο το έτος 579 μ.Χ. Ίδρυσε θεολογική σχολή με σκοπό τη διάδοση της Ορθοδοξίας, αλλά και την καλλιέργεια των επιστημών και των τεχνών γενικά, μέσα στο λαό του τότε βάρβαρου ακόμα βασιλείου. Οι δυο βασιλόπαιδες Χερμενεγκίλντ και Ρεκαρέντ, ανεψιοί του από την πλευρά της μητέρας του, ήταν μεταξύ των μαθητών του Αγίου Λεάνδρου. Ο Χερμενεγκίλντ ανατράφηκε με τα νάματα της Ορθοδοξίας. Η πίστη του στην Εκκλησία δυναμώθηκε πιο πολύ χάρη στην ευσεβή σύζυγό του Ίνγκαρντ, θυγατέρα του βασιλέως των Φράγκων Σιγεβέρτου.

Όταν ο πατέρας του, μεταφέροντας την πρωτεύουσά του στο Τολέδο, του όρισε για διαμονή του τη Σεβίλλη, ξέσπασε διωγμός κατά των Ορθοδόξων. Ο αιρετικός Λέβεγκίλντ ήλθε σε σύγκρουση με τον Ορθόδοξο γιο του Χερμενεγκίλντ. Ήταν τέτοια η ένταση του διωγμού και της μανίας των αιρετικών, που όπως γράφεται δεν έβλεπε κανείς πουθενά ελεύθερο άνθρωπο και η ίδια η γη έχασε την παλαιά της γονιμότητα. Ο αιρετικός βασιλέας πολιόρκησε την Σεβίλλη και έκλεισε σε σκοτεινή φυλακή τον υιό του, όπου και τον στραγγάλισε την ημέρα του Πάσχα του 586 μ.Χ.

Την εποχή αυτή, λίγο πριν εξορισθεί και αυτός μαζί με άλλους ομολογητές της Ορθοδοξίας, ο Άγιος Λέανδρος έφυγε στην Κωνσταντινούπολη, για να ζητήσει τη βοήθεια του αυτοκράτορα. Εκεί γνώρισε τον Άγιο Γρηγόριο τον Μέγα, τον Διάλογο, και συνδέθηκε μαζί του με δυνατή φιλία. Όταν ο διωγμός κατά των Ορθοδόξων έφθασε στα άκρα, ο βασιλιάς Λέβεγκιλντ προσβλήθηκε από θανατηφόρο ασθένεια, άλλαξε στάση, προσκάλεσε τον Άγιο Λέανδρο στην επιθανάτια κλίνη του και, αφού μετανόησε, τον παρακάλεσε να κατευθύνει το διάδοχό του Ρεκαρέντ προς την αληθινή Ορθόδοξη πίστη. Ο νέος βασιλέας, υπάκουος στον παλαιό διδάσκαλό του, μεταστράφηκε και ανέλαβε αμέσως να συγκαλέσει την Τρίτη εν Τολέδω Σύνοδο, όπου ανέγνωσε ενώπιον όλων την ομολογία πίστεως στις αποφάσεις της Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας και ανακοίνωσε ότι οι λαοί των Γότθων και Σουέβων, ενωμένοι, επανέρχονται στην ενότητα της Εκκλησίας. Ο Άγιος Λέανδρος, ο οποίος υπήρξε πρόεδρος αυτής της Συνόδου, αφιέρωσε πλέον την υπόλοιπη ζωή του στη διδασκαλία του ποιμνίου του με το φωτισμένο του παράδειγμα κατ' αρχήν, αλλά και με τα εμπνευσμένα γραπτά του. Προετοίμασε ακόμη τον αδελφό του, Άγιο Ισίδωρο (βλέπε 4 Απριλίου), να γίνει διάδοχός του στο θρόνο της Σεβίλλης και η δόξα της Εκκλησίας της Ισπανίας. Βοήθησε ακόμη την αδελφή του, Αγία Φλωρεντίνη, να γίνει ιδρύτρια και ηγουμένη σαράντα μονών με χιλιάδες μοναχές, γράφοντας γι' αυτήν μοναχικό τυπικό που από τότε καλείται «Κανὼν τοῦ Ἁγίου Λεάνδρου». Οργάνωσε, επίσης, τη Θεία Λατρεία της Εκκλησίας της Ισπανίας, που λειτουργικά ονομάζεται «μοζαραβικῆ».

Ο Άγιος Επίσκοπος της Σεβίλλης, αφού υπέμεινε πολλές αντιξοότητες και δοκιμασίες, παρέδωσε την αγία ψυχή του στον Κύριο το 600 ή 601 μ.Χ. (πιθανώς στις 13 Μαρτίου).


Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός


Όσιος Προκόπιος ο Δεκαπολίτης ο Ομολογητής

Ο Όσιος Προκόπιος ο Δεκαπολίτης έζησε στα χρόνια του εικονομάχου αυτοκράτορα Λέοντος του Ισαύρου (717 - 741 μ.Χ.) και διακρίθηκε για την πνευματική γενναιότητά του ως υπέρμαχος της Ορθοδοξίας. Αν και από νεαρή ηλικία ακολούθησε το μοναχισμό, δεν έμεινε στην απομόνωση του κελιού του, αλλά αγωνίσθηκε σθεναρά κατά των εικονομάχων. Γι' αυτό υπέστη πολλά βασανιστήρια, μαστιγώσεις, φυλακές και εξορίες. Διακρίθηκε, επίσης, στον αγώνα της Εκκλησίας κατά των αιρετικών Μονοφυσιτών.

Ο Άγιος Προκόπιος φαίνεται ότι λίγο μετά την αποφυλάκισή του κοιμήθηκε, ενώ κατ' άλλους υπέμεινε μαρτυρικό θάνατο.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Φερωνύμως προκύπτων ἐν ἀσκήσει Προκόπιε, ἤρθης ἐκ δυνάμεως Πάτερ, πρὸς ἀθλήσεως ἔλλαμψιν Χρίστου γὰρ τὴν Εἰκόνα προσκυνῶν, Μαρτύρων ἀνεδείχθης κοινωνός, μεθ' ὧν πρέσβευε παμμάκαρ διαπαντός, ὑπὲρ τῶν ἐκβοώντων σοι, δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνερνούντι διὰ σοῦ, πασιν ἰάματα.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Ταῖς τῶν δακρύων σου ῥοαῖς, τῆς ἐρήμου τό ἄγονον ἐγεώργησας· καί τοῖς ἐκ βάθους στεναγμοῖς, εἰς ἑκατόν τούς πόνους ἐκαρποφόρησας· καί γέγονας φωστήρ τῇ οἰκουμένῃ, λάμπων τοῖς θαύμασιν, Προκόπιε Πατήρ ἡμῶν ὅσιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἑωσφόρον σήμερον ἡ Ἐκκλησία, κεκτημένη ἅπασαν, κακοδοξίας τήν ἀχλύν, διασκεδάζει τιμῶσά σε, οὐρανομύστα Προκόπιε ἔνδοξε.

Καθαρά Δευτέρα

Με την Καθαρά Δευτέρα ξεκινά η Σαρακοστή για την Ορθόδοξη εκκλησία, ενώ ταυτόχρονα σημάνει το τέλος των Απόκρεω. Η Καθαρά Δευτέρα ονομάστηκε έτσι γιατί οι Χριστιανοί «καθαρίζονταν» πνευματικά και σωματικά. Είναι μέρα νηστείας αλλά και μέρα αργίας για τους Χριστιανούς. Η νηστεία διαρκεί για 40 μέρες, όσες ήταν και οι μέρες νηστείας του Χριστού στην έρημο.

Την Καθαρά Δευτέρα συνηθίζεται να τρώγεται λαγάνα (άζυμο ψωμί που παρασκευάζεται μόνο εκείνη τη μέρα), και άλλα νηστίσιμα φαγώσιμα, κυρίως λαχανικά, όπως και φασολάδα χωρίς λάδι. Επίσης συνηθίζεται το πέταγμα χαρταετού.

Η Καθαρά Δευτέρα εορτάζεται 48 ημέρες πριν την Κυριακή του Πάσχα.

Η κυρά Σαρακοστή

Ένα έθιμο που έχει σχεδόν χαθεί είναι αυτό της Κυρά Σαρακοστής. Πρόκειται για ένα ιδιόμορφο ημερολόγιο με το οποίο μετρούσαν τις εβδομάδες της νηστείας (Σαρακοστής).

Η κυρά Σαρακοστή στις περισσότερες περιοχές ήταν μια χάρτινη ζωγραφιά. Απεικόνιζε μια γυναίκα με σταυρωμένα χέρια, λόγω προσευχής, σαν καλόγρια, χωρίς στόμα, λόγω νηστείας, και με εφτά πόδια που αναπαριστούσαν τις επτά εβδομάδες της Μεγάλης Σαρακοστής. Κάθε Σάββατο έκοβαν ένα πόδι και έτσι ήξεραν πόσες βδομάδες νηστείας απέμεναν μέχρι το Πάσχα. Το Μεγάλο Σάββατο, έκοβαν και το τελευταίο πόδι.

Αυτό το κομμάτι χαρτί το δίπλωναν καλά και το έκρυβαν σε ένα ξερό σύκο. Τοποθετούσαν το σύκο αυτό μαζί με άλλα, και σε όποιον το έβρισκε θεωρούνταν ότι του έφερνε γούρι.

Σε άλλα μέρη της Ελλάδας η Κυρά Σαρακοστή δεν ήταν φτιαγμένη από χαρτί, αλλά από ζυμάρι. Το ζυμάρι φτιαχνόταν με αλεύρι, αλάτι και νερό. Η διαδικασία ήταν κι εδώ η ίδια όπως και με την χάρτινη. Μια παραλλαγή του εθίμου της Κυράς Σαρακοστής είναι φτιαγμένη από πανί και γεμισμένη με πούπουλα.

Για την Κυρά Σαρακοστή έχουν γραφτεί και οι εξής στίχοι:

Την Κυρά Σαρακοστή που ‘ναι έθιμο παλιό
οι γιαγιάδες μας την φτιάχναν με αλεύρι και νερό.

Για στολίδι της φορούσαν στο κεφάλι έναν σταυρό
μα το στόμα της ξεχνούσαν γιατί νήστευε καιρό.

Και τις μέρες της μετρούσαν με τα πόδια της τα επτά.
Έκοβαν ένα την βδομάδα μέχρι ‘νάρθει η Πασχαλιά.

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2017

"ΕΦΘΑΣΕ ΚΑΙΡΟΣ" ΔΟΞΑΣΤΙΚΟ ΤΥΡΙΝΗΣ


Κυριακή της Συγχωρήσεως του Αρχιμανδρίτη Ζαχαρία

της Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας
από το περιοδικό της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας
«ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΗΡΥΞ», αρ. τεύχους 256-257, Ιανουάριος - Φεβρουάριος 2010
Η περίοδος της Αγίας και Μεγάλης Σαρακοστής είναι γεμάτη από χάρη γιατί η Εκκλησία του Θεού, σε όλη τη γη, κάνει ένα μεγάλο αγώνα για πνευματική ανανέωση. Πρέπει να ευχαριστήσουμε τον Θεό που και μείς, ως ταπεινά μέλη της μεγάλης Εκκλησίας του Χριστού, μπαίνουμε μέσα σ' αυτήν την κοινωνία της χάριτος πού βασιλεύει μέσα στην Εκκλησία Του. Μόνο με τη χάρη του Θεού είναι δυνατό να επιτελέσουμε το έργο της ανακαινίσεως μας, της αναγεννήσεως μας της πνευματικής. «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν»(1), λέει ο Κύριος. Χρειαζόμαστε τη χάρη του Θεού, με την όποια είναι γεμάτη αύτη η περίοδος, για να βρούμε την καρδιά μας, για να ζήσει πάλι η καρδιά μας, και να αισθανθεί τη μεγάλη αγάπη του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Η προσέγγιση μας στον Χριστό και η ανανέωση της ζωής μας με την αίσθηση της Παρουσίας Του μέσα στην καρδιά μας, είναι για μας το Πάσχα το αιώνιο.
Για όλα τα μεγάλα που θέλει να κάνει μαζί μας ο Κύριος, για όλη την τιμή που μας κάνει να θέλει να μας θεωρεί Γιους Του, βάζει έναν ορό στη ζωή μας. Αυτόν τον ορό τον επαναλαμβάνουμε κάθε μέρα όταν λέμε την Κυριακή Προσευχή, το Πάτερ ημών: «και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών». Για να συγχωρέσει ο Θεός τις αμαρτίες μας, να μας δώσει τη χάρη Του, ώστε να βρούμε τη βαθιά καρδιά μας και να εργαστούμε τη σωτηρία μας, μας βάζει μόνο ένα όρο. Σαν να είμαστε ίσοι λέει: «αν εσείς συγχωρήσετε τους ανθρώπους θα συγχωρήσω και εγώ εσάς». Τι μεγάλη τιμή μας κάνει ο Θεός! Διότι Αυτός είναι ο αιώνιος Θεός, ο Παντοκάτωρ, ο Δημιουργός μας και Σωτήρας μας, ενώ εμείς είμαστε ταπεινά και πεπτωκότα πλάσματα, ξεπεσμένοι άνθρωποι.
Για ν' ανοίξει η καρδιά μας στη χάρη του Θεού πρέπει να συγχωρήσουμε τους συνανθρώπους μας. Να μην υπάρχει στην καρδιά μας ψυχρότητα για κανένα άνθρωπο. Οπωσδήποτε όταν φταίξουμε σε κάποιον πρέπει να ζητήσουμε συγχώρεση. Αυτό το κάνουν και οι άνθρωποι έξω από την Εκκλησία. Άλλα από μας που θέλουμε να είμαστε μέλη του Σώματος του Χριστού, παιδιά του Θεού μέσα στην Εκκλησία, ζητάει κάτι παραπάνω. Όταν, λέει ο Κύριος, ερχόμαστε μπροστά στο θυσιαστήριο Του. στο ναό Του, για να προσφέρουμε δώρα στον Θεό, πρέπει να είμαστε συμφιλιωμένοι με όλους. Και αν κάποιος έχει κάτι εναντίον μας, δηλαδή αν κάποιος έχει μια εχθρότητα και μια ψυχρότητα, πριν να προσφέρουμε το δώρο μας πρέπει να προσπαθήσουμε τουλάχιστον να συμφιλιωθούμε μαζί του. Ακόμα και όταν κάποιος, για κάποιο λόγο που δεν καταλαβαίνουμε, έχει μια ψυχρότητα απέναντι μας, ένα παράπονο, πρέπει να προσπαθήσουμε να βρούμε τρόπους να τον αναπαύσουμε. Κάνοντας αυτό ίσως συγκινήσουμε τον αδελφό μας. Θα μαλακώσει και εκείνου η καρδιά, θ' ανοίξει για τη χάρη του Θεού και θ' αρχίσει και η δική του πνευματική αναγέννηση. Τότε γίνεται αυτό που θέλει ο Θεός από εμάς. Να γίνουμε συνεργοί Του σ' αυτό το μεγαλειώδες έργο της σωτηρίας όλων των ανθρώπων. Γι' αυτό μας έδωσε εντολές, όπως για παράδειγμα: «αν κάποιος σε αγγαρέψει ένα μίλι, πήγαινε δύο μίλια μαζί του», και «αν κάποιος σου ζητήσει τον χιτώνα δώστου και το ιμάτιο»(2). Αν κάνουμε έτσι, οι άλλοι οπωσδήποτε θα συγκινηθούν και, όταν ακούσουν ότι ανήκουμε στον Χριστό, ότι είμαστε δούλοι του Χριστού (δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι είμαστε δικοί Του, μέλη της Σαρκός Του), θα ζητήσουν και αυτοί να γνωρίσουν έναν τόσο αγαθό και φιλάνθρωπο Θεό πού μέσα στους δούλους Του δείχνει τέτοια αρετή, τέτοια ανιδιοτελή αγάπη.
Πρέπει να έχουμε τη συνείδηση μας συμφιλιωμένη με όλους τους ανθρώπους όταν ερχόμαστε στον Θεό να προσφέρουμε τα δώρα μας. Όταν ερχόμαστε να επιτελέσουμε τον αγώνα της ανακαινίσεως μας, της αναγεννήσεως μας, της ανανεώσεως μας της πνευματικής. Είμαστε όλοι μέλη του Σώματος του Χριστού. Δεν μπορούμε να ζούμε όπως θέλουμε. Χωρίς να το καταλαβαίνουμε πολλές φορές αμαρτάνουμε και επιβαρύνουμε όλα τα άλλα μέλη του ίδιου Σώματος. Όταν πάσχει ένα μέλος, λέει ο απόστολος, συμπάσχουν όλα τα άλλα μέλη. Και όταν ένα μέλος έχει υγεία, έχει ευρωστία πνευματική, μεταδίδει αύτη τη δύναμη και στα υπόλοιπα μέλη του Σώματος του Χριστού. Ο απόστολος Παύλος λέει, όταν ερχόμαστε στην Εκκλησία για να απαρτίσουμε και να φανερώσουμε αυτό το θαυμαστό Σώμα του Οποίου κεφαλή είναι ο ίδιος ο Χριστός, πρέπει ο καθένας από μας να φέρει ότι καλύτερο έχει. Ό,τι καλύτερο δώρο έχει να το προσφέρει στον Θεό και στην υπηρεσία των αδελφών του. Ο καθένας πού έρχεται στην Λειτουργία, στην εκκλησία, πρέπει να έρχεται με την καρδιά του γεμάτη από αγαθές διαθέσεις, από ζωντανή πίστη, όπως την πίστη που είχε ο Αβραάμ. Να έρχεται γεμάτος με ταπείνωση, με διαθέσεις πνευματικές, γεμάτος από αγάπη για τον Θεό και για όλους τους ανθρώπους. Ό,τι καλύτερη διάθεση και αίσθημα υπάρχει μέσα στην ανθρώπινη ζωή, πρέπει να το φέρει μέσα στην καρδιά του και, να το συνεισφέρει σ' αυτήν την αγία σύναξη της Λειτουργίας. Όταν ερχόμαστε όλοι με τέτοιες καλές και αγαθές διαθέσεις, με γεμάτη την καρδιά μας από προσευχή, από πίστη, από μετάνοια, τότε θα δημιουργηθεί αυτό που λέει ο απόστολος, ένας παροξυσμός αγάπης για έργα αγαθά. Δηλαδή θα βλέπουμε ο ένας τον άλλο και θα παροξύνουμε, θα προτρέπουμε ο ένας τον άλλο μέσα σ' ένα πνεύμα αγάπης για έργα πού θα συμβάλλουν για τη σωτηρία μας. Αύτη ήτανε η αποστολική εκκλησία πού περιγράφει ο απόστολος.
Όταν σκεφτούμε αυτό βλέπουμε πόσο πταίστες είμαστε. Πόσες φορές ερχόμαστε στην εκκλησία γεμάτοι από κακές σκέψεις, γεμάτοι από βάρος στην ψυχή μας για τυχόν πράξεις μας πού δεν αρμόζουν στα μέλη του Χριστού. Πόσες φορές ερχόμαστε με το πνεύμα της ακηδίας και αυτό είναι ένα βάρος πού φέρουμε μέσα μας. Ερχόμαστε και αντί να φέρουμε δώρα στον Θεό, φέρουμε σ' αυτήν την αγία σύναξη τα βάρη των δικών μας πλημμελημάτων και επιβαρύνουμε όλο το Σώμα της Εκκλησίας. Πόσο γινόμαστε πταίστες ο ένας απέναντι όλων! Πταίουμε και αδικούμε τον Θεό, πταίουμε και αδικούμε και όλη την συναγωγή μας, όλη τη σύναξη, όλο το Σώμα του Χριστού.
Τώρα πού βρισκόμαστε στα πρόθυρα της Μεγάλης Σαρακοστής είναι ευκαιρία να ζητήσουμε συγχώρεση ο ένας από τον άλλο και όλοι μαζί να ζητήσουμε συγχώρεση από τον Θεό, για όλα πού έχουμε πταίσει, είτε πού γνωρίζουμε, είτε πού δεν γνωρίζουμε. Είτε πού έχουμε φταίξει ο ένας στον άλλο, είτε πού έχουμε φταίξει γενικά απέναντι σ' αυτό το θαυμαστό και άγιο και μεγαλειώδες Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία. Διότι δεν προσέξαμε την παράσταση μας ενώπιον του Θεού μέσα στην Λειτουργία.
Η προετοιμασία θα μας βοηθήσει πρακτικά. Όταν έχουμε σκοπό να παρασταθούμε ενώπιον του Κυρίου την Κυριακή, από το Σαββάτο πρέπει αυτό να μας κατέχει. Ν' αρχίσουμε τις προσευχές μας, ν' αρχίσουμε να σκεφτόμαστε με ποιο καλύτερο τρόπο θα παρασταθούμε ενώπιον του Κυρίου, ώστε να ανανεώσει τη ζωή μας και να φύγουμε με χαρά, μεθυσμένοι από την αγία παρηγοριά του Θεού. Πολλές φορές είμαστε γεμάτοι από κοσμικές μέριμνες μέχρι τα μεσάνυχτα, ή και πέρα, του Σαββάτου, ή παρακολουθούμε θεάματα κοσμικά και γεμίζει ο νους και η καρδιά μας με ένα σωρό εντυπώσεις, με ένα σωρό διαθέσεις αρνητικές και την επόμενη ερχόμαστε μ' αυτό το πνεύμα της ακηδίας στον ναό του Θεού και επιβαρύνουμε όλους τους αδελφούς μας με αυτό πού φέρουμε στην καρδιά μας. Αντί να έρθουμε με τις καλύτερες πνευματικές διαθέσεις και να υπηρετήσουμε και την δική μας σωτηρία και να βοηθήσουμε και τους αδελφούς μας. Βλέπετε πώς μπορούμε να φταίμε μπροστά στον Θεό και μπροστά σ' αυτό το άγιο Σώμα, πού είμαστε όλοι, του Χριστού; Όταν η παράσταση μας δεν προσφέρει στον Θεό ό,τι καλύτερο μπορούμε να έχουμε μέσα στην καρδιά μας.
Γι' αυτούς τους λόγους και ίσως και για πολλούς άλλους, πρέπει με μεγάλη ταπείνωση και με μεγάλο φόβο να ζητήσουμε συγχώρεση από τον Θεό, διότι Τον αδικούμε. Έπρεπε να είμαστε καλύτεροι απέναντι Του. Έπρεπε να Του προσφέρουμε ο,τι υπάρχει αγιότερο, σεμνότερο, δικαιότερο, ο,τι υπάρχει καλύτερο, όταν ερχόμαστε να παρασταθούμε ενώπιον Του. Να ζητήσουμε συγχώρεση επίσης από τους αδελφούς μας, διότι τους επιβαρύνουμε με τα δικά μας πλημμελήματα, με τα δικά μας πταίσματα. Αντί να τους μεταδίδουμε χαρά, ζωή και ειρήνη, τους μεταδίδουμε το βαρύ πνεύμα της ακηδίας πού έχουμε μέσα μας, της ραθυμίας της πνευματικής. Έπρεπε η κάθε επαφή μας να είναι ένα άνοιγμα ζωής και από εμάς και από αυτούς, ώστε ο Θεός να το βλέπει αυτό, να ευαρεστείται και να ευλογεί όλη τη συναγωγή Του, να την επισκιάζει με το Πνεύμα Του το Άγιο. Να μην αφήνει κανένα από τους αδελφούς μας πού είναι παρόντες, πού επιτελούν αυτήν την παράσταση, να φύγει από τον ναό του Θεού χωρίς την άφθαρτη παρηγοριά του Πνεύματος Του. Αυτός είναι ο σκοπός της παραστάσεως μας ενώπιον του Θεού.
Τώρα που τη Μεγάλη Σαρακοστή σκοπεύουμε να κάνουμε μια παράσταση ενώπιον του Θεού με την μετάνοια μας, με τις προσευχές μας, με όλη την ένταση της ζωής πού έχει αύτη η περίοδος, ας παρακαλούμε τον Θεό να συγχωρέσει όλες τις αμαρτίες πού κάναμε απέναντι Του και απέναντι στους αδελφούς μας και να μας δώσει αυτήν την περίοδο ό,τι καλύτερο μπορούμε να έχουμε, για να δικαιώσουμε τον ερχομό μας σ' αυτήν την ζωή και να αισθανθούμε εκείνη την θαυμαστή και άμωμη αγάπη του Χριστού να ζωοποιεί την καρδιά μας. Αυτό θα είναι για μας το Πάσχα του Χριστού, το Πάσχα το αιώνιο.
Αρχίζουμε τη Μεγάλη Σαρακοστή και να θυμώμαστε ότι ο Θεός μας κάνει μια μεγάλη τιμή, μας δίνει μια μεγάλη ευκαιρία ν' ανανεώσουμε την ζωή μας, να κάνουμε την παράσταση μας απέναντι Του και να γεμίσει Αυτός την καρδιά μας με την άφθαρτη παρηγοριά του Πνεύματος Του και την θεία και άμωμη αγάπη Του. Αύτη είναι η μόνη πού μπορεί να ζωοποιήσει και να αναστήσει τις ψυχές μας. Αμήν.

Ο θρήνος του Αδάμ

Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη


tyrinisΟ Αδάμ, ο πατέρας της οικουμένης, εγνώριζε στον Παράδεισο τη γλυκύτητα της θείας αγάπης. Έτσι, μετά την έξωσή του από τον Παράδεισο για το αμάρτημά του, εγκαταλειμμένος από την αγάπη του Θεού, θλιβόταν πικρά και οδυρόταν με βαθείς στεναγμούς. Όλη η έρημος αντηχούσε από τους λυγμούς του. Η ψυχή του βασανιζόταν με τη σκέψη: «Ελύπησα τον αγαπημένο μου Θεό». Δεν μετάνοιωνε τοσο για την Εδέμ και το κάλλος της, όσο για την απώλεια της θείας αγάπης, που τραβά αχόρταγα την ψυχή στον Θεό.
Το ίδιο και κάθε ψυχή που γνώρισε με το Άγιο Πνεύμα το Θεό κι ύστερα έχασε τη χάρη, δοκιμάζει το αδαμιαίο πένθος. Θλίβεται η ψυχή και μεταμελείται σφοδρώς, όταν προσβάλη τον αγαπημένο Κύριο.


Βασανιζόταν κι οδυρόταν στη γη ο Αδάμ κι η γη δεν του έδινε χαρά. Νοσταλγούσε το Θεό κι εφώναζε:
- Διψά η ψυχή μου τον Κύριο και Τον αναζητώ με δάκρυα. Πώς να μην Τον ζητώ; Όταν ήμουν μαζί Του, αγαλλόταν ειρηνικά η ψυχή μου και ήμουν απρόσιτος για τους εχθρούς. Τώρα όμως απέκτησε εξουσία πάνω μου το πονηρό πνεύμα και κλονίζει και τυραννεί την ψυχή μου. Γι᾽ αυτό λυώνει η ψυχή μου για τον Κύριο μέχρι θανάτου. Το πνεύμα μου ορμά προς τον Θεό και τίποτε το γήϊνο δεν με παρηγορεί· κι η ψυχή μου δεν βρίσκει πουθενά παρηγοριά, αλλά ποθεί διψασμένα να Τον δει και να Τον απολαύση ωσότου χορτάση. Δεν μπορώ να Τον λησμονήσω ούτε στιγμή κι από τον πολύ μου πόνο στενάζω και οδύρομαι: Ελέησόν με ο Θεός, το παραπεσόν Σου πλάσμα».
Έτσι οδυρόταν ο Αδάμ κι έτρεχαν ποτάμι τα δάκρυα από το πρόσωπό του κι έπεφταν στο στήθος του και στη γή. Με δέος άκουγε όλη η έρημος τους στεναγμούς του. Ζώα και πουλιά σιωπούσαν από θλίψη. Κι ο Αδάμ οδυρόταν, γιατί με το αμάρτημά του στερήθηκαν όλοι την ειρήνη και την αγάπη. Ήταν μεγάλη η θλίψη του Αδάμ μετά την εξορία του από τον Παράδεισο. Σαν είδε όμως το γυιό του Αβελ σκοτωμένο από τον Κάϊν, αυξήθηκε ακόμα πιό πολύ η θλίψη του Αδάμ· φοβερά στενοχωρημένος κοίταζε κι έκλαιγε:
«Εξ εμού λαοί εξελεύσονται και πληθυνθήσονται επί της γής· κι όλοι θα υποφέρουν, θα ζούν μέσα στην έχθρα και στον αλληλοσκοτωμό».
Κι ήταν η θλίψη του μεγάλη σάν τον ωκεανό· και την καταλαβαίνουν μόνον οι ψυχές που γνώρισαν τον Κύριο και την ανείπωτη αγάπη Του. Κι εγώ έχασα τη χάρη και φωνάζω μαζί με τον Αδάμ:   «Σπλαγχνίσου με Κύριε. Δώσε μου πνεύμα ταπεινώσεως και αγάπης».
Ω, αγάπη του Κυρίου! Όποιος σε γνώρισε, σ᾽ αναζητεί ακούραστα και φωνάζει μέρα και νύχτα: «Σε ποθώ, Κύριε, και Σ᾽ αναζητώ με δάκρυα. Πώς να μη Σε ζητώ; Εσύ μού έδωσες να Σε γνωρίσω με το Άγιο Πνεύμα, κι αυτή η θεία γνώση τραβά αδιάκοπα την ψυχή μου κοντά Σου».
Θρηνεί ο Αδάμ:
«Δεν με τέρπει η σιγή της ερήμου. Δεν με τραβούν των βουνών τα ψηλώματα. Δεν μ᾽ αναπαύει η ομορφιά των δασών και των λειβαδιών. Δεν καταπραΰνει τον πόνο μου των πουλιών το κελάδημα. Τίποτε, τίποτε δεν μού δίνει τώρα χαρά, η ψυχή μου ράγισε από την πολύ στενοχώρια. Τον αγαπημένο Θεό μου επρόσβαλα. Κι αν με ξανάπαιρνε στονπαράδεισο ο Κύριος και εκεί θαθρηνούσα λυπητερά, πονεμένα. Γιατί πίκρανα τον αγαπημένο μου Θεό».
Διωγμένος από τον Παράδεισο ο Αδάμ ανάβλυζε πηγές από δάκρυα από την πληγωμένη του καρδιά. Το ἴδιο κάθε ψυχή που γνώρισε τον Κύριο θρηνεί γι᾽ Αυτον και λέει:
«Πού είσαι, Κύριε; Γιατί κρύβεις το πρόσωπό Σου; Πολύν καιρό τώρα δεν βλέπει το Φώς Σου η ψυχή μου και Σ᾽ αποζητα θλιμμένη. Πού είναι ο Κύριός μου; Γιατί δεν Τον βλέπω στην ψυχή μου; Τί Τον εμποδίζει να κατοικεί εντος μου; Δεν υπάρχει μέσα μου, λοιπόν, η ταπείνωση του Χριστου και η αγάπη για τους εχθρούς. Γιατί ο Θεός είναι αγάπη, άπειρη και ανερμήνευτη».
Πορευόταν πάνω στη γη ο Αδάμ και δάκρυζε από το σφίξιμο της καρδιάς και με το νού συλλογιζόταν αδιάκοπα τον Θεό. Κι όταν το ταλαιπωρημένο του σώμα δεν είχε πια δάκρυα, τοτε φλογιζόταν για το Θεό το πνεύμα του, γιατί δεν μπορούσε να λησμονήση τον Παράδεισο και την ωραιότητά του. Αγαπούσε όμως όλο και πιο πολύ τον Θεό η ψυχή του Αδάμ και συνεχώς ορμούσε με τη δύναμη αυτής της αγάπης προς Αυτον.
Ψάλλε μας, Αδάμ, του Κυρίου το άσμα, για να χαρή η καρδιά μου για τον Κύριο και να σηκωθή να Τον υμνήση και να Τον δοξολογήση, όπως Τον δοξάζουν στους ουρανούς τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ κι όλες οι δυνάμεις των ουρανών.
Τραγούδησέ μας, Αδάμ, πατέρα μας, την ωδή του Κυρίου, για να την ακούση όλη η γη και να υψώσουν όλα τα παιδιά σου το νου τους στον Θεό και να αισθανθούν την γλυκύτητα του ουράνιου ύμνου, ξεχνώντας τις θλίψεις της γης.
Πες μας, Αδάμ, πατέρα μας, μίλησε στά παιδιά σου για τον Κύριο. Η ψυχή σου εγνώριζε τον Θεό, εγνώριζε και τη γλυκύτητα και την αγαλλίαση της Εδέμ, και τώρα κατοικείς στους ουρανούς και βλέπεις τη δόξα του Κυρίου.
Πες μας, πώς δοξάζεται ο Κύριός μας για τα πάθη Του και πώς ψάλλονται οι ωδές στούς ουρανούς και πόσο γλυκειές είναι αυτές οι ωδές που τραγουδιούνται με το Άγιο Πνεύμα. Μίλα μας για τη δόξα του Κυρίου και πόσο σπλαγχνικός είναι. Μίλησέ μας και για την αγία Θεοτόκο. Πώς μεγαλύνεται στους ουρανούς και με ποιούς ύμνους την μακαρίζουν. Πες μας πώς αγάλλονται εκεί οι Άγιοι και πώς τους καταυγάζει η χάρη· πώς αγαπούν τον Κύριο και με ποιάν άγια ταπείνωση παρουσιάζονται μπροστά στο θρόνο Του.
Παρηγόρησε, Αδάμ, και χαροποίησε τις θλιμμένες μας ψυχές. Διηγήσου μας, τι βλέπεις στους ουρανούς; Δεν αποκρίνεσαι; Γιατί αυτή η σιγή; Να, θλίβεται όλη η γη. Ή από τη Θεία αγάπη δεν μπορείς ούτε καν να μας θυμηθής; Ή βλέπεις τη Θεομήτορα στη δόξα της και δεν μπορείς να αποχωριστής απ᾽ αυτή την ουράνια οπτασία; Και γι᾽ αυτό αφήνεις τα θλιμμένα παιδιά σου χωρίς λόγια στοργής, για να ξεχάσωμε τα δεινά της επίγειας ζωής μας;
Αδάμ, πατέρα μας, δεν αποκρίνεσαι; Εσύ βλέπεις τη θλίψη των γυιών σου στη γη. Γιατί τάχα αυτή η σιωπή;
Ο Αδάμ λέγει:
«Αφήστε με στην ειρήνη, αγαπητά μου παιδιά. Δεν μπορώ ν᾽ αποχωριστώ από τη θέα του Θεού. Η ψυχή μου λαβώθηκε από την αγάπη του Κυρίου και σκιρτά με την αγαθότητά Του. Όσοι ζουν στο Φώς του Προσώπου του Δεσπότη δεν μπορούν να θυμηθούν τα γήϊνα».
 Αδάμ, πατέρα μας, μας εγκατέλειψες, τα ορφανά παιδιά σου, ενώ βυθιζόμαστε στην άβυσσο των δεινών της γης; Πης μας, τουλάχιστον, πώς μπορούμε να ευαρεστήσωμε στο Θεό; Άκουσε τα παιδιά σου, που είναι σκορπισμένα σ᾽ όλη τη γη. Ο νους τους είναι συγχυσμένος και δεν μπορεί να συλλάβη το Θείο, και πολλοί αποστάτησαν από το Θεό και ζώντας στο σκοτάδι πορεύονται στις αβύσσους του άδη.
 Μη διακόπτετε την έκστασή μου. Βλέπω τη Θεομήτορα δοξασμένη και δεν μπορώ ν᾽ αποσπάσω το νου μου από τη θεϊκή τούτη θεωρία και να σας μιλήσω. Βλέπω και τους άγιους Προφήτες και Αποστολους κι εκπλήττομαι πώς μοιάζουν όλοι τους με τον Κύριο Ιησού Χριστό, τον Υιό του Θεού. Περπατώ στην Εδέμ και, να, παντού η δόξα του Κυρίου, γιατί Αυτος ζει μέσα μου και μ᾽ έκανε όμοιο με τον Εαυτο Του. Έτσι δοξάζει ο Κύριος τον άνθρωπο.
 Μίλησέ μας, Αδάμ· είμαστε παιδιά σου κι υποφέρουμε στη γη. Πες μας, πώς μπορούμε να κληρονομήσωμε τον παράδεισο, για να βλέπωμε κι εμείς, όπως και συ, τη δόξα του Κυρίου; Οι ψυχές μας λαχταρούν για τον Κύριο, ενώ συ χαίρεσαι και αγάλλεσαι στούς ουρανούς με τη θεία δόξα. Σε ικετεύομε, παρηγόρησέ μας.
 Γιατί φωνάζετε προς εμένα, παιδιά μου; Ο Κύριος σας αγαπα και σας έδωσε σωτήριες εντολές. Τηρήσατε τις εντολές και αγαπατε αλλήλους, κι έτσι θα βρήτε την ανάπαυση κοντά στο Θεό. Μετανοείτε κάθε ώρα για τα παραπτώματά σας, για να αξιωθήτε να συναντήσετε τον Χριστο. Ο Κύριος είπε:   «Αγαπώ όσους με αγαπούν και θα δοξάσω όσους με δοξάζουν».
 Ω, Αδάμ, πρέσβευε για μας, τα παιδιά σου. Η ψυχή μας είναι γεμάτη πόνο από τις πολλές μας θλίψεις.
 Αδάμ, πατέρα μας, συ κατοικείς στους ουρανούς και βλέπεις τον Κύριο να κάθεται δοξασμένος στα δεξιά του Πατέρα. Εσύ βλέπεις τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ κι όλους τους Αγίους. Εσύ ακούς τα ουράνια άσματα και η γλυκύτητα τους απορροφα την ψυχή σου. Εμείς όμως λαχταρούμε για τον Θεό ακατάπαυστα, σκυθρωποί και στερημένοι τη χάρη. Τραγούδησέ μας κάτι από τις ωδές που ακούς στους ουρανούς, για να τ᾽ ακούση όλη η γη και να ξυπνήσουν όλοι από το θανατερό λήθαργο.
 «Μη με κουράζετε, παιδιά μου. Ο καιρός των δικών μου θλίψεων πέρασε. Η γλυκύτητα του Αγίου Πνεύματος και η τρυφή του Παραδείσου μ᾽ εμποδίζουν να γυρίσω την προσοχή μου στη γη. Αλλά και πάλι θα σας πω:
Σας αγαπά ο Κύριος και ζήσετε κι εσείς με αγάπη. Να πείθεσθε στους προϊσταμένους σας, να ταπεινώνετε τις καρδιές σας, και τοτε θα κατοικήση μέσα σας Πνεύμα Θεού. Αυτο έρχεται ήρεμα και δίνει ειρήνη στην ψυχή και μαρτυρεί για τη σωτηρία της χωρίς λόγια. Ψάλλετε ύμνους στνο Θεό με αγάπη και πνευματική ταπείνωση, γιατί ο Κύριος χαίρετε μ᾽ αυτο.
 Ω, Αδάμ, εμείς ψάλλομε, αλλά δεν έχουμε μέσα μας ούτε αγάπη ούτε ταπείνωση.
 Μετανοείτε και προσεύχεσθε. Κι εγώ μετανοούσα για πολύν καιρό και στενοχωριόμουν, γιατί πρόσβαλα τον Θεό και γιατί με τα δικά μου αμαρτήματα χάθηκε η ειρήνη και η αγάπη από το πρόσωπο της γής. Τα δάκρυά μου χύνονταν στο πρόσωπό μου και πότιζαν το στήθος μου κι έπεφταν στη γη· κι όλη η έρημος άκουγε τους στεναγμούς μου. Εσείς δεν μπορείτε να εννοήσετε το βάθος της θλίψεώς μου, ούτε πώς οδυρόμουν για τον Θεό και τον Παράδεισο. Στον Παράδεισο ήμουν καταχαρούμενος. Με εύφραινε το Πνεύμα του Θεού κι ήμουν απαλλαγμένος από παθήματα. Όταν όμως διώχτηκα από τον Παράδεισο, τοτε ζώα και πουλιά, που μ᾽ αγαπούσαν προηγουμένως, άρχισαν να με φοβούνται και να μ᾽ αποφεύγουν· οι κακοί λογισμοί σπάραζαν την καρδιά μου· κρύο και πείνα με βασάνιζαν· ο ήλιος μ᾽ έκαιγε και μ᾽ έδερναν οι άνεμοι· με κατάβρεχαν οι βροχές και με καταπονούσαν οι αρρώστιες και τα υπόλοιπα δεινά της γης. Εγώ όμως τα υπέφερα όλα με ακλόνητη ελπίδα στον Θεό.
Και εσείς, παιδιά μου, υπομείνετε τους πόνους της μετάνοιας· αγαπάτε τις θλίψεις, αποξηραίνετε τα σώματά σας με άσκηση και εγκράτεια, ταπεινώστε τον εαυτό σας κι αγαπάτε τους εχθρούς, για να κατοικήση μέσα σας το Άγιο Πνεύμα. Τότε θα γνωρίσετε και θα βρήτε τη Βασιλεία των Ουρανών. Μην ταράζετε όμως την ειρήνη μου. Από τη θεία αγάπη δεν μπορώ τώρα να στραφώ προς τη γη. Ξέχασα όλα τα επίγεια. Ξέχασα ακόμα κι αυτον τον Παράδεισο που έχασα, γιατί βλέπω την αιώνια δόξα του Κυρίου και τη δόξα των Αγίων, που το Φως του Προσώπου του Θεού τους κάνει να λάμπουν κι οι ίδιοι σαν κι Αυτόν.
 Ψάλλε, Αδάμ, ψάλλε μας τον ουράνιο ύμνο, για ν᾽ ακούση όλη η γή και να νοιώση τη γλυκύτητα της θείας αγάπης. Ποθούμε πολύ ν᾽ ακούσωμε αυτούς τους γλυκούς ύμνους, γιατί ψάλλονται με το Άγιο Πνεύμα.
Ο Αδάμ έχασε τον επίγειο Παράδεισο και τον αναζητούσε με θρήνους:
 «Παράδεισέ μου, Παράδεισε, θαυμαστέ μου Παράδεισε».
Κι ο Κύριος με την αγάπη Του στο σταυρό του χάρισε άλλο Παράδεισο, καλύτερον από εκείνον που έχασε, στους ουρανούς, όπου είναι το άκτιστο Φώς της Αγίας Τριάδος.

Από το βιβλίο του Αρχιμ. Σωφρονίου "Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ"