Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2016

Φυγή Ιησού Χριστού στην Αίγυπτο

Όταν οι μάγοι προσκύνησαν το Χριστό, αναχώρησαν για την πατρίδα τους, χωρίς να περάσουν από το βασιλιά Ηρώδη. Τότε άγγελος Κυρίου φάνηκε σε όνειρο στον Ιωσήφ και του είπε να πάρει το παιδί με τη μητέρα του και να φύγει στην Αίγυπτο (Ευαγγέλιο Ματθαίου, Β' 13-18). Και έμειναν εκεί, μέχρι πού πέθανε ο Ηρώδης, για να επαληθευθεί έτσι εκείνο που ελέχθη δια του προφήτου Ωσηέ: «Ἐξ Αἰγύπτου ἐκάλεσα τὸν υἱόν μου» (Ωσ. Ια’ 1).

Μετά τη φυγή του Κυρίου στην Αίγυπτο, ο Ηρώδης έστειλε στρατιώτες και θανάτωσαν όλα τα παιδιά που ήταν στη Βηθλεέμ και τα περίχωρά της, από ηλικίας δύο ετών και κάτω. Διότι τόσο είχε υπολογίσει την ηλικία του Χριστού, Τον οποίο φοβόταν ότι θα του έπαιρνε τη βασιλεία.

Επίσης, η φυγή του Κυρίου στην Αίγυπτο, κατά τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, φράσσει και τα στόματα των αιρετικών. Διότι όπως λέει, αν δεν έφευγε ο Κύριος και φονευόταν από τον Ηρώδη , θα είχε εμποδιστεί η σωτηρία των ανθρώπων. Αν πάλι τον συνελάμβαναν και δεν φονευόταν, θα έλεγαν πολλοί ότι δε φόρεσε ανθρώπινη σάρκα, αλλά μόνο κατά φαντασία. Γράφει συγκεκριμένα: «Διατί ανίσως δεν έφευγεν ο Kύριος, αλλά ήθελε πιασθή από τον Hρώδην, ει μεν και εφονεύετο από εκείνον, βέβαια ήθελεν εμποδισθή η σωτηρία των ανθρώπων. Eι δε και δεν εφονεύετο διά να τελειώση την οικονομίαν, βέβαια ήθελε φανή εις τους πολλούς, ότι δεν εφόρεσε την ανθρωπίνην φύσιν πραγματικώς και κατά αλήθειαν. Aλλά μόνον κατά δόκησιν και φαντασίαν. Eπειδή αν εφόρει σάρκα αληθή, βέβαια ήθελε κοπή από το σπαθί. Aνίσως λοιπόν οι άθλιοι αιρετικοί ετόλμησαν να ειπούν τούτο, ότι δηλαδή κατά φαντασίαν ο Kύριος εγεννήθη, ως ο θεομάχος Mάνης, και οι τούτου οπαδοί Mανιχαίοι· και μόλον οπού δεν έλαβον εις τούτο, καμμίαν αιτίαν και αφορμήν· πόσω μάλλον ήθελαν ειπούν τούτο, και εάν εύρισκον αιτίαν; Διά τούτο λοιπόν φεύγει ο Kύριος εις την Aίγυπτον διά τας ρηθείσας δύω αιτίας. Kαι προς τούτοις, ίνα συντρίψη και τα εν Aιγύπτω ευρισκόμενα είδωλα».

Τέλος, ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης σημειώνει και τα εξής για την Φυγή του Ιησού:

«Σημειούμεν δε ενταύθα τα χαριέστατα και αξιοσημείωτα ταύτα. Δηλαδή ότι ο Kύριος φεύγωντας εις την Aίγυπτον, όχι μόνον τα είδωλα εκείνης συνέτριψε, αλλά και τα φυτά έκαμε να τον προσκυνήσουν. Γράφει γαρ ο Σωζόμενος εις το πέμπτον βιβλίον της Eκκλησιαστικής Iστορίας, εν κεφαλαίω εικοστώ, ότι ο Xριστός φεύγωντας εις την Aίγυπτον διά τον φόβον του Hρώδου, όταν έφθασεν εις την πόρταν Eρμουπόλεως της Θηβαΐδος, μία περσική μηλέα, ήτοι ροδακινέα, έκλινεν έως κάτω την κορυφήν της και επροσκύνησεν αυτόν. Eπειδή γαρ το φυτόν αυτό διά το μεγαλείον και κάλλος του επροσκυνείτο και ελατρεύετο από τους κατοίκους της πόλεως, διά τούτο ο εις το φυτόν αυτό κατοικών δαίμων, αισθανόμενος την παρουσίαν του Kυρίου, εφοβήθη και έφυγε. Φεύγοντος δε του δαίμονος, έμεινε το φυτόν αυτό ιατρείας πολλάς εργαζόμενον, εάν μόνον έγγιζεν εις τους ασθενείς, φύλλον, ή φλούδα, ή κομμάτι από αυτό. Kαι τούτου μάρτυρες είναι και Παλαιστινοί και Aιγύπτιοι.

Γράφει δε ο Bουρχάριος εν τη περιγραφή της Iερουσαλήμ, ότι αναμέσον της Hλιουπόλεως και της Bαβυλώνος, της αιγυπτιακής δηλαδή, ευρίσκεται κήπος του βαλσάμου ωραιότατος, όστις ποτίζεται από μίαν βρύσιν μικράν, εις την οποίαν άδεται λόγος, ότι η Θεοτόκος έπλυνε τα σπάργανα του Xριστού, όταν έφευγε διά τον φόβον του Hρώδου. Kοντά δε εις την βρύσιν ταύτην είναι και μία πέτρα, επάνω εις την οποίαν ήπλωσε τα σπάργανα του Xριστού η Θεομήτωρ διά να ξηρανθούν. Tον δε τόπον εκείνον έχουσιν εις πολλήν ευλάβειαν, τόσον οι Xριστιανοί, όσον και οι Σαρακηνοί. Προσθέττει δε και Aντώνιος ο Mάρτυς εν τη των Iεροσολύμων περιόδω, ότι περνώντας ο Kύριος εις τον κάμπον του εν Aιγύπτω Tάνεως, εκλείσθη από λόγου της η πόρτα ενός μεγάλου ειδωλικού ναού. H οποία ύστερον με δύναμιν ανθρώπων, δεν εδύνετο να ανοιχθή. (Όρα σελ. 28 της νεοτυπώτου Eκατονταετηρίδος.)

Περιττοί δε τη αληθεία και πέραν του δέοντος κριτικοί πρέπει να ονομάζωνται, οι τοις θαύμασι και τοις σημείοις τούτοις αντιλέγοντες, προβαλλόμενοι τάχα, ότι αν αυτά ήτον αληθή, δεν ήθελε λέγεται πρώτον σημείον του Kυρίου, το εν Kανά γενόμενον. Aλλ’ ω ούτοι, ήθελεν ειπή τινας προς αυτούς, πρώτον σημείον λέγεται τούτο του Kυρίου, μετά την διά του Bαπτίσματος ανάδειξιν, και ουχί προ της αναδείξεως. Kαθότι προ της αναδείξεως του Kυρίου, πολλά σημεία και θαύματα τη δυνάμει τούτου εγένοντο. Kαι διά να σιωπήσω την ασπόρως και εκ Πνεύματος Aγίου γενομένην του Kυρίου σύλληψιν, όπερ εστί το θαύμα των θαυμάτων. Kαι το ακόπως αυτόν εν τη κοιλία φέρειν την Mητέρα. Kαι το αφθόρως γεννήσαι. Θαύμα της δυνάμεως του Kυρίου ήτον, οι εν τη γεννήσει αυτού, δόξα εν υψίστοις κραυγάζοντες Άγγελοι, και τοις ποιμέσιν ευαγγελιζόμενοι. Θαύμα ήτον, το υπέρ φύσιν και παράδοξον σκίρτημα, οπού επροξένησεν ο Kύριος κυοφορούμενος εις τον εν κοιλία φερόμενον Iωάννην. Θαύμα ο υπερφυσικός αστήρ ο τους Mάγους οδηγήσας. Θαύμα το να μην ιδή θάνατον ο Συμεών έως ου να βαστάση αυτόν. Θαύμα αι προφητείαι του αυτού Συμεών, και αι ανθομολογήσεις της θεοπνεύστου Άννης, μαρτυρούσης Σωτήρα τον Xριστόν, κατά τον Aμβρόσιον.

Tο φυτόν δε του ανωτέρω βαλσάμου (διά να ειπούμεν εδώ κατά παρέκβασιν), πρώτον έφερεν η βασίλισσα Σαββά εις τον Σολομώντα ως δώρον βασιλικόν, και αυτός το εφύτευσεν εις την Iεριχώ, και ευρίσκετο μέχρι του καιρού του Tίτου. O οποίος έλαβεν εκ της Iερουσαλήμ τα δένδρα του βαλσάμου, και εστέφθη με αυτά κατά μίμησιν Πομπηΐου του μεγάλου, όταν εκυρίευσε πρώτον την Iερουσαλήμ. Ως μαρτυρεί ο Σελίνος εις το ιστορικόν του. Έστι δε ο καρπός του βαλσάμου κοκκινωπός, και τα φύλλα του παρόμοια με τα φύλλα της μαστίχης. Iστορεί δε ο Iώσηπος ότι ακούσασα η Kλεοπάτρα η βασίλισσα, η ερωμένη του Aντωνίου, την φήμην του τόσον θαυμαστού δένδρου, επεθύμησε να έχη και αυτή το τοιούτον ευωδέστατον φυτόν. Όθεν ο Hρώδης, ίνα πληρώση την επιθυμίαν της βασιλίσσης, απέστειλεν εις αυτήν μερικά φυτά, ομού και σπόρον αυτού. Λέγει δε και ότι, Aλέξανδρος ο βασιλεύς περνώντας από τα Iεροσόλυμα, έλαβε πολύ από τον σπόρον του βαλσάμου τούτου. Kοπτόμενον δε το φυτόν τούτο με κοπτερόν κέρατον, και με πετρίνην μάχαιραν, και όχι με σιδηρούν μαχαίριον, έτζι δακρύει, και ποιεί το καλούμενον οποβάλσαμον, ήτοι το πηκτόν υγρόν του βαλσάμου.

Eι δε και ζητεί τινας να μάθη πόσους χρόνους διέτριψεν ο Kύριος εις την Aίγυπτον, αποκρινόμεθα, ότι περί τούτου είναι γνώμαι διάφοροι. O μεν γαρ Παμφίλου Eυσέβιος υπέθετο εν τοις χρονικοίς, ότι πέντε χρόνους εν Aιγύπτω ο Kύριος διέτριψε, ή τέσσαρας ή τουλάχιστον τρεις. O δε θείος Eπιφάνιος (αιρέσ. να΄) αποφασίζει, ότι δύω χρόνους. Tω γαρ λγ΄ έτει (λέγει) γεννάται ο Kύριος. Tω λε΄, ήλθον οι Mάγοι, και τω λζ΄ τελευτά ο Hρώδης. O δε Θηβαίος Iππόλυτος εν τω Συντάγματι τω χρονικώ ούτω χρονολογεί· «Από της ενανθρωπήσεως του Xριστού μέχρι της των Mάγων παρουσίας έτη δύω. Kαι εκ της εις Aίγυπτον αναχωρήσεως μέχρι της τελευτής Hρώδου υιού Aντιπάτρου, έτη τρία ημέρας πέντε. Παρώκησαν δε εν Aιγύπτω, εν Hλιουπόλει τη κατά Mέμφιν, ό,τε Iωσήφ και η Mαρία συν τω Iησού, έτη τρία, και ημέρας είκοσιν». (Όρα εν τη νεοτυπώτω Eκατονταετηρίδι.) ».

Μετά την Χριστού Γέννησιν

Στις 26 Δεκεμβρίου ή την πρώτη Κυριακή μετά τις 26 Δεκεμβρίου τιμούμε τη μνήμη των Αγίων Ιωσήφ του Μνηστήρα της Παρθένου Παναγίας, του Δαβίδ του Προφήτη και βασιλιά και του Ιακώβου του Αδελφοθέου , δηλαδή, το κατά κόσμον γένος και οικογένεια του Χριστού. Όταν δεν υπάρχει Κυριακή εντός αυτής της περιόδου, μεταφέρουμε τον εορτασμό στις 26 Δεκεμβρίου.

Συνήθως αυτή την Κυριακή, τελείται η Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, που είναι μια από τις αρχαιότερες Θείες Λειτουργίες.

Να υπενθημήσουμε εδώ ότι ο Ιωσήφ είχε από τον προηγούμενο γάμο του τέσσερις γιούς, τον Iάκωβο, τον Iωσή, τον Iούδα και τον Σίμωνα (ή Συμεών) και τρεις κόρες την Eσθήρ, την Mάρθα, και την Σαλώμη που ήταν μητέρα του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου.

Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Εὐφροσύνης σήμερον, Δαυῒδ πληροῦται ὁ θεῖος, Ἰωσήφ τε αἴνεσιν, σὺν Ἰακώβῳ προσφέρει· στέφος γὰρ τῇ συγγενείᾳ Χριστοῦ λαβόντες, χαίρουσι, καὶ τὸν ἀφράστως ἐν γῇ τεχθέντᾳ, ἀνυμνοῦσι καὶ βοῶσιν· Οἰκτίρμον σῷζε τοὺς σὲ γεραίροντας.

Κάθισμα
Ἦχος α'. Χορὸς Ἀγγελικὸς.
Πατρὸς ὡς ἀληθῶς, οὐρανίου θεράπων, ἐγένου Ἰωσήφ, καὶ Πατὴρ τοῦ ἀνάρχου, Υἱοῦ σὺ νενόμισαι, τοῦ σαρκὶ νηπιάσαντος· ὅθεν σήμερον, τὴν παναγίαν σου μνήμην, ἑορτάζομεν, ἐν εὐφροσύνῃ καρδίας, πιστῶς ἀνυμνοῦντές σε.

Ὁ Οἶκος
Ἀπορρήτῳ βουλῇ, τίκτεται σαρκὶ ὁ ἄσαρκος, περιγράφεται νῦν σώματι, ὁ ἀπερίγραπτος, καὶ σῴζει ἀτρέπτως τὰς ἄμφω οὐσίας, ἀρχὴν λαμβάνει ὁ φύσει ἄναρχος, καὶ μόνος ὑπέρχρονος, ὁρᾶται βρέφος, ὁ ὑπερτέλειος, φέρεται χερσίν, ὁ φέρων τὰ σύμπαντα. Διὸ τοὺς τούτου συγγενείᾳ σεμνυνομένους, ὡς Θεὸς στέφει τῷ ἑαυτοῦ τοκετῷ, οὓς δοξάζοντες πίστει, ἀσιγήτως ἐκβοῶμεν· Οἰκτίρμον σῷζε τοὺς σὲ γεραίροντας.

Μεγαλυνάριον
Μνήστωρ τῆς Παρθένου ὁ Ἰωσήφ, καὶ φύλαξ ἐδείχθη, Θεοπάτωρ δὲ ὁ Δαβίδ, Ἰάκωβος ὁ ὁμαίμων, τοῦ Λόγου ὠνομάσθη· διὸ καὶ τῇ γεννήσει τούτου συγχαίρουσι.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός


Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου

Την επόμενη ημέρα από την Γέννηση του Ιησού Χριστού, εορτάζουμε την Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς βρέφος βαστάζουσα, ἐν ταὶς ἀγκάλαις Ἁγνή, τὸν πάντων δεσπόζοντα, σάρκα λαβόντα ἔκ σοῦ, χαρᾶς ὤφθης πρόξενος, ὅθεν πᾶσα ἡ κτίσις, ἀνυμνεῖ χαρμοσύνως, σήμερον Θεοτόκε, τὴν φρικτήν σου λοχείαν πηγὴν γὰρ ἀθανασίας, κόσμω ἐκύησας.

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. β’. Αὐτόμελον.
Ὁ πρὸ ἑωσφόρου ἐκ Πατρὸς ἀμήτωρ γεννηθείς, ἐπὶ τῆς γῆς ἀπάτωρ ἐσαρκώθη σήμερον ἔκ σοῦ· ὅθεν Ἀστὴρ εὐαγγελίζεται Μάγοις, Ἄγγελοι δὲ μετὰ Ποιμένων ὑμνοῦσι, τὸν ἄχραντον τόκον σου, ἡ Κεχαριτωμένη.

Ὁ Οἶκος
Τὸν ἀγεώργητον βότρυν βλαστήσασα, ἡ μυστικὴ ἄμπελος ὡς ἐπὶ κλάδων, ἀγκάλαις ἐβάσταζε, καὶ ἔλεγε. Σὺ εἶ καρπός μου, σὺ εἶ ἡ ζωή μου. Ἀφ' οὗ ἔγνων, ὅτι καὶ ὃ ἤμην εἰμί, σύ μου Θεός· τὴν γὰρ σφραγῖδα τῆς Παρθενίας μου ὁρῶσα ἀκατάλυτον, κηρύττω σε ἄτρεπτον Λόγον, σάρκα γενόμενον. Οὐκ οἶδα σποράν, οἶδά σε λύτην τῆς φθορᾶς· Ἁγνὴ γὰρ εἰμι, σοῦ προελθόντος ἐξ ἐμοῦ· ὡς γὰρ εὗρες, ἔλιπες μήτραν ἐμήν. Διὰ τοῦτο συγχορεύει πᾶσα κτίσις βοῶσά μοι· Χαῖρε ἡ Κεχαριτωμένη.

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2016

Αγιορείτικα Κάλαντα Χριστουγέννων


Μεγαλυνάρια Χριστουγέννων


Εἰς τὸ Γενέθλιον τοῦ Σωτῆρος

Γρηγορίου Ἐπισκόπου Νύσσης - Εἰς τὸ Γενέθλιον τοῦ Σωτῆρος

Ὁμιλία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Ἐπισκόπου Νύσσης εἰς τὸ ἄχραντον
καὶ θεῖον Γενέθλιον τοῦ Μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ,
καὶ εἰς τὰ νήπια ποὺ ἐφονεύθησαν εἰς τὴν Βηθλεὲμ ἀπὸ τὸν Ἡρῴδη.
(νεοελληνικὴ ἀπόδοσις: Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον, σσ. 632-634).

Βλέποντας λοιπὸν τὸ σπήλαιο στὸ ὁποῖον ἐγεννήθη ὁ Δεσπότης, φέρε στὸν νοῦ σου τὸν σκοτεινὸν καὶ ὑπόγειον βίο τῶν ἀνθρώπων, στὸν ὁποῖον ἔρχεται αὐτὸς ποὺ φανερώνεται στοὺς «ἐν σκότει καὶ σκιᾷ θανάτου καθημένους». Καὶ περιτυλίσσεται σφιχτὰ μὲ σπάργανα αὐτὸς ποὺ ἔχει φορέσει τὰ δεσμὰ τῶν ἰδικῶν μας ἁμαρτιῶν. Ἡ δὲ φάτνη εἶναι ὁ σταῦλος τῶν ἀλόγων ζώων.

Σ᾿ αὐτὴν γεννᾶται ὁ Λόγος, ὥστε νὰ «γνωρίσῃ ὁ βοῦς τὸν κτησάμενον (τὸν ἰδιοκτήτην του) καὶ ὄνος τὴν φάτνην τοῦ κυρίου αὐτοῦ». Βοῦς εἶναι αὐτὸς ποὺ εὑρίσκεται στὸν ζυγὸν τοῦ Νόμου, καὶ ὄνος τὸ ἀχθοφόρον ζῶο ποὺ εἶναι φορτωμένο μὲ τὴν ἁμαρτία τῆς εἰδωλολατρίας. Ἀλλὰ ἡ κατάλληλος γιὰ τὰ ἄλογα τροφὴ καὶ ζωὴ εἶναι τὸ χόρτο. «Ὁ ἑξανατέλλων χόρτον τοῖς κτήνεσι», λέγει ὁ Προφήτης. Ἐνῶ τὸ λογικὸν ζῶον τρέφεται μὲ ἄρτον. Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν «ὁ ἐξ οὐρανοῦ καταβὰς ἄρτος τῆς ζωῆς», τοποθετεῖται στὴν φάτνη, ποὺ εἶναι ἡ ἑστία τῶν ἀλόγων ζώων, ὥστε καὶ τὰ ἄλογα νὰ γευθοῦν τὴν λογικὴν τροφή, καὶ νὰ γίνουν ἔλλογα. Μεσιτεύει λοιπὸν στὴν φάτνη μεταξύ του βοὸς καὶ τοῦ ὄνου ὁ Κύριος καὶ τῶν δύο, «ἵνα τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ λύσας, τοὺς δύο κτίσῃ ἐν ἐαυτῷ εἰς ἕναν καινὸν ἄνθρωπον», ἐλευθερώνοντας τὸν ἕνα ἀπὸ τὸν βαρὺ ζυγὸ τοῦ Νόμου καὶ ἀπαλλάσσοντας τὸν ἄλλον ἀπὸ τὸ φορτίον τῆς εἰδωλολατρίας. Ἀλλὰ ἂς ὑψώσωμε τὸ βλέμμα στὰ οὐράνια θαύματα. Κοίτα, δὲν μᾶς εὐαγγελίζονται μόνο Προφῆτες καὶ ἄγγελοι αὐτὴν τὴν χαράν, ἀλλὰ καὶ οἱ οὐρανοὶ ἀνακηρύττουν μὲ τὰ ἰδικὰ τοὺς θαύματα τὴν δόξαν τοῦ Εὐαγγελίου. Ἀπὸ τὴν φυλὴ τοῦ Ἰούδα ἀνέτειλεν ὁ Χριστός μας, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος, ἀλλὰ οἱ Ἰουδαῖοι δὲν φωτίζονται ἀπὸ τὴν ἀνατολή του. Καὶ οἱ μάγοι, ἐνῶ εἶναι ἄσχετοι μὲ τὶς διαθῆκες τῆς ἐπαγγελίας καὶ ξένοι ἀπὸ τὴν εὐλογία τῶν πατέρων, προηγοῦνται ὅμως στὴν γνώση ἀπὸ τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαό. Καὶ τὸν οὐράνιον ἀστέρα ἀνεγνώρισαν, καὶ τὸν Βασιλέα ποὺ ἐγεννήθη στὸ σπήλαιο δὲν ἠγνόησαν. Ἐκεῖνοι τοῦ φέρουν δῶρα, αὐτοὶ τὸν ἐπιβουλεύονται. Ἐκεῖνοι τὸν προσκυνοῦν, αὐτοὶ τὸν καταδιώκουν. Ἐκεῖνοι εὑρίσκουν τὸν ζητούμενον καὶ χαίρονται, αὐτοὶ μὲ τὴν γέννηση τοῦ προσδοκωμένου ταράττονται. «Ἰδόντες», λέγει, «οἱ Μάγοι τὸν ἀστέρα ἐπὶ τοῦ τόπου οὗ ἦν τὸ παιδίον, ἐχάρησαν χαρὰν μεγάλην σφόδρα. Ἡρώδης δὲ ἀκούσας τὸν λόγον ἐταράχθη καὶ πάσα Ἱεροσόλυμα μετ᾿ αὐτοῦ». Οἱ μάγοι τοῦ προσφέρουν λίβανον ὡς Θεὸν καὶ τιμοῦν τὸ βασιλικὸν ἀξίωμα μὲ τὸν χρυσόν, καὶ μὲ κάποιαν προφητικὴν χάρη δηλώνουν τὴν οἰκονομία τοῦ Πάθους μὲ τὴν σμύρνα. Ἐνῶ οἱ ἄλλοι καταδικάζουν σὲ ἐξόντωσιν ὅλα τὰ νήπια της περιοχῆς, πράγμα ποὺ θεωρῶ ὅτι τοὺς ἐνοχοποιεῖ ὄχι μόνο γιὰ σκληρότητα, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἐσχάτην ἀνοησία. Τί νόημα ἔχει δηλαδὴ ἡ παιδοκτονία; Καὶ γιὰ ποῖον σκοπὸν ἐτόλμησαν οἱ μιαιφόνοι αὐτὸ τὸ ἀνοσιούργημα; Ἐπειδή, λέγει, ἕνα νέο θαυμαστὸν φαινόμενο τοῦ οὐρανοῦ ἐμήνυσε στοὺς Μάγους τὴν ἀνάδειξη τοῦ Βασιλέως. - Τί λοιπόν; Πιστεύεις ὅτι τὸ σημεῖο ποῦ τὸν ἀνήγγειλε εἶναι ἀληθινὸν ἢ τὸ θεωρεῖς ὡς ἀνυπόστατη διάδοση; Ἂν εἶναι ἱκανὸς νὰ κάνῃ ὑποχειρίους τους οὐρανούς, τότε βεβαίως δὲν εἶναι στὸ χέρι σου νὰ τὸν πειράξῃς. Ἂν ὅμως δίδῃ στὴν ἐξουσία σου τὴν ζωὴ καὶ τὸν θάνατό του, ματαίως τότε τὸν φοβεῖσαι. Διότι αὐτὸς ποὺ φέρεται ἔτσι, ὥστε νὰ εἶναι ὑποχείριος στὴν ἐξουσία σου, γιὰ ποῖον λόγο κατατρέχεται; Γιατί ἐξαπολύεται τὸ φριχτὸν ἐκεῖνο πρόσταγμα, ἡ ἀποτρόπαια ἀπόφασις κατὰ τῶν νηπίων, νὰ ἐξοντωθοῦν τὰ καημένα τὰ βρέφη; Ποίαν ἀδικία ἔκαμαν; Ποίαν ἀφορμὴν ἔδωσαν, ὥστε νὰ καταδικασθοῦν σὲ θάνατο ἢ σὲ ἄλλην τιμωρία; Ἕνα μόνον ἦταν τὸ ἔγκλημά τους, ὅτι ἐγεννήθησαν καὶ ἦλθαν στὴν ζωή. Καὶ γιὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἔπρεπε νὰ γεμίσῃ ὅλη ἡ πόλις ἀπὸ δημίους καὶ νὰ συναχθῇ πλῆθος μητέρων καὶ νηπίων, ὁ κόσμος νὰ τοὺς συμπαρίσταται, καὶ οἱ πατέρες τους καὶ ὅλοι, ὅπως εἶναι φυσικό, νὰ συγκεντρώνονται στὸ δράμα τῶν συγγενῶν τους. Ποῖος ἠμπορεῖ νὰ περιγράψῃ μὲ τὸν λόγο τὶς συμφορές; Ποιὸς θὰ παρουσιάσῃ ἐνώπιόν μας μὲ τὴν διήγηση τὰ πάθη τους; Τὸν ἀνάμικτον ἐκεῖνον ὀδυρμό, τὴν γοερὰ θρηνωδία παιδίων, μητέρων, συγγενῶν, πατέρων ποῦ ἐκραύγαζαν ἀξιολύπητα ἐνώπιόν της ἀπειλῆς τῶν δημίων; Πῶς νὰ ζωγραφίσῃ κανεὶς τὸν δήμιον ἐμπρὸς στὸ νήπιο μὲ γυμνὸ τὸ ξίφος, μὲ βλέμμα ἀγριεμένο καὶ φονικό, καὶ μὲ τὶς ἀνάλογες φωνές, νὰ σύρη μὲ τὸ ἕνα χέρι τὸ βρέφος πρὸς τὸν ἑαυτόν του καὶ μὲ τὸ ἄλλο νὰ ὑψώνῃ τὸ ξίφος; Καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τὴν μητέρα νὰ προσπαθῇ νὰ πάρη τὸ παιδὶ ἀπὸ τὰ χέρια του, καὶ νὰ ἐκτείνῃ στὴν κόψη τοῦ ξίφους τὸν ἰδικόν της τράχηλο, γιὰ νὰ μὴν ἀντικρύσῃ μὲ τὰ μάτια της τὸ κακόμοιρο παιδί της, βρέφος ἀκόμη νὰ χάνῃ τὴν ζωή του στὰ χέρια τοῦ δημίου; Πῶς πάλι θὰ ἠμποροῦσε κάποιος νὰ διηγηθῇ τὸ δράμα τῶν πατέρων; Τὶς παρακλήσεις τῶν τέκνων τους, τὶς κραυγές, τὰ τελευταία σφιχταγκαλιάσματά τους, καὶ πολλὰ παρόμοια ποῦ συνέβαιναν ἐκεῖνες τὶς στιγμές; Ποῖος ἠμπορεῖ νὰ διεκτραγωδήσῃ τὴν πολύμορφο καὶ πολυτρόπον ἐκείνη συμφορά, τὶς διπλὲς ὠδίνες τῶν μητέρων ποὺ μόλις προσφάτως ἐγέννησαν, τὴν ἀνυπόφορον φλόγα τῆς μητρικῆς στοργῆς; Πῶς τὸ καημένο τὸ βρέφος ἐδέχετο τὸ θανάσιμον κτύπημα, ἐνῶ ἦταν προσκολλημένο στὸν μαστὸν τῆς μητέρας του; Πῶς ἡ ἀθλία μητέρα προσέφερε τὸ γάλα στὸ στόμα τοῦ νηπίου καὶ συγχρόνως ἐδέχετο τὸ αἷμα του στὴν ἀγκάλη της; Πολλὲς φορὲς μάλιστα μὲ τὴν ὁρμὴ ποὺ εἶχε τὸ χέρι τοῦ δημίου, διεπέρασε μὲ ἕνα κτύπημα τοῦ ξίφους μαζὶ μὲ τὸ παιδὶ καὶ τὴν μητέρα, καὶ τὸ αἷμα ἔκανε κοινὸ αὐλάκι ποὺ ἐσχηματίσθη ἀπὸ δύο πηγές. Ἀπὸ τὴν μητρικὴν πληγὴν καὶ τὸ θανάσιμο τραῦμα τοῦ τέκνου της. Καὶ ἐπειδὴ ἡ ἀνόσιος διαταγὴ τοῦ Ἡρώδου περιελάμβανε καὶ τοῦτο, νὰ μὴν ἐφαρμοσθῆ ἡ θανατηφόρος ἀπόφασις μόνο στὰ νεογέννητα, ἀλλὰ καὶ ἂν κάποιο εἶχε φθάσει στὸ δεύτερον ἔτος νὰ φονευθῇ καὶ αὐτὸ μαζί, διότι γράφει «ἀπὸ διετοῦς καὶ κατωτέρω», θέλει ὁ λόγος νὰ ἐκφράσῃ καὶ ἄλλην ἀκόμη συμφορὰ πού, ὅπως ἦταν φυσικό, συνέβη. Διότι πολλὲς φορὲς τὸ διάστημα τῶν δύο ἐτῶν ἔκαμε τὴν ἴδια γυναίκα δύο φορὲς μητέρα. Τί ἀπερίγραπτο πάλι αὐτὸ τὸ θέαμα, δύο δήμιοι νὰ ἀσχολοῦνται μὲ μίαν μητέρα. Ὁ ἕνας νὰ τραβᾶ κοντά του τὸ νήπιο ποὺ τρέχει γύρω της καὶ ὁ ἄλλος νὰ ἀποσπᾷ τὸ βρέφος ἀπὸ τὴν ἀγκάλη της; Πόσο θὰ ὑπέφερε τότε, ὅπως εἶναι φυσικόν, ἡ ἀθλία μητέρα, τὴν στιγμὴ ποὺ ἐσχίζετο ἡ καρδία της στὰ δύο τέκνα της, καὶ ἔκαιε ὁ πόνος καὶ τῶν δύο τὰ μητρικά της σπλάγχνα; Δὲν ἤξερε ποῖον ἀπὸ τοὺς δύο κακοὺς δημιοὺς νὰ ἀκολουθήσῃ, ἀφοῦ ἔσυραν τὰ παιδιὰ ὁ ἕνας ἀπὸ ἐδῶ καὶ ὁ ἄλλος ἀπὸ ἐκεῖ γιὰ νὰ τὰ σφάξουν. Νὰ τρέξῃ στὸ νεογέννητο, ποὺ τὸ κλάμα του ἦταν ἀκόμη ἄναρθρο καὶ δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἐκφρασθῇ; Ἀκούει ὅμως τὸ ἄλλο ποὺ ἔχει ἀρχίσει ἤδη νὰ ὁμιλῇ, νὰ προσκαλῇ ψελλίζοντας καὶ κλαίοντας τὴν μητέρα του. Τί νὰ κάνῃ; Πῶς νὰ ἀνταποκριθῇ; Σὲ ποίου φωνὴ νὰ ἀπαντήσῃ; Μὲ ποίου τὴν κραυγὴ νὰ ἑνώσῃ τὴν ἰδική της; Γιὰ ποίου θάνατο νὰ θρηνήσῃ, ἀφοῦ ἐξ ἴσου της σχίζουν καὶ τὰ δύο βέλη τὴν καρδία; Ἂς ἀπομακρύνωμε ὅμως τὴν ἀκοὴν ἀπὸ τοὺς θρήνους γιὰ τὰ νήπια, καὶ ἂς στρέψωμε τὸν νοῦ μας στὰ εὐθυμότερα, σ᾿ αὐτὰ ποὺ ἁρμόζουν στὴν ἑορτήν, ἂν καὶ ἡ Ραχήλ, μὲ τὶς δυνατὲς φωνές της, ὅπως λέγει ὁ Προφήτης, ὀδύρεται γιὰ τὴν σφαγὴν τῶν τέκνων της. Κατὰ τὴν ἡμέρα ὅμως τῆς ἑορτῆς, ὅπως λέγει ὁ σοφὸς Σολομῶν, πρέπει νὰ λησμονοῦνται οἱ συμφορές. Καὶ ποία ἑορτὴ ἄραγε ἔχουμε ἐπισημοτέρα ἀπὸ αὐτήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης διέλυσε τὰ πονηρὰ σκότη τοῦ διαβόλου, καὶ ἀναλαμβάνοντας τὴν ἰδικήν μας φύση, φωτίζει μὲ αὐτὴν τὴν κτίση, κατὰ τὴν ὁποία αὐτὸ ποὺ εἶχε πέσει ἀνεστήθη, καὶ ἔτσι αὐτὸ ποὺ εὐρίσκετο σὲ πόλεμο συμφιλιώνεται, τὸ ἀποκηρυγμένον ἐπαναφέρεται, αὐτὸ ποὺ εἶχε ἐκπέσει ἀπὸ τὴν ζωὴν ἐπανέρχεται στὴν ζωήν, αὐτὸ ποὺ εἶχε ὑποδουλωθεῖ καὶ εὐρίσκετο σὲ αἰχμαλωσίαν ἀποκαθίσταται στὸ βασιλικὸν ἀξίωμα, αὐτὸ ποὺ ἐκρατεῖτο δεμένο μὲ τὰ δεσμὰ τοῦ θανάτου ἐπιστρέφει ἀπελευθερωμένο στὴν χώρα τῶν ζώντων; Τώρα, σύμφωνα μὲ τὴν προφητεία, «αἱ χαλκαῖ πύλαι τοῦ θανάτου συντρίβονται, καὶ συνθλίβονται οἱ σιδηροῖ μοχλοί», οἱ ὁποῖοι ἐκρατοῦσαν τὸ ἀνθρώπινον γένος δεσμευμένο μέσα στὴν φυλακὴ τοῦ θανάτου. Τώρα «ἀνοίγεται», ὅπως λέγει ὁ Δαβίδ, «ἡ πύλη τῆς δικαιοσύνης». Τώρα ἀντηχεῖ σ᾿ ὅλη τὴν οἰκουμένην ὁμόφωνος ὁ «ἦχος τὸν ἑορταζόντων». Ἀπὸ ἄνθρωπον ἦλθεν ὁ θάνατος, ἀπὸ ἄνθρωπο καὶ ἡ σωτηρία. Ὁ πρῶτος ἔπεσε στὴν ἁμαρτία, ὁ δεύτερος ἀνέστησε αὐτὸν ποὺ εἶχε πέσει. Ἡ γυναίκα ὑπερασπίσθη τώρα τὴν γυναίκα. Ἡ πρώτη εἶχε ἀνοίξει τὴν εἴσοδο στὴν ἁμαρτία, ἐνῶ αὐτὴ ὑπηρέτησε τὴν ἐπάνοδο τῆς δικαιοσύνης. Ἐκείνη ἐδέχθη τὴν συμβουλὴν τοῦ ὄφεως, αὐτὴ ἐπαρουσίασε τὸν ἀναιρέτην τοῦ ὄφεως, καὶ ἐγέννησε τὴν πηγὴν τοῦ φωτός. Ἐκείνη διὰ τοῦ ξύλου εἰσήγαγε τὴν ἁμαρτία, αὐτὴ διὰ τοῦ ξύλου ἔφερε στὴν θέση τῆς ἁμαρτίας τὸ ἀγαθόν. Ξύλον ἐννοῶ τὸν σταυρόν, καὶ ὁ καρπὸς τοῦ ξύλου τούτου γίνεται γι᾿ αὐτοὺς ποὺ τὸν γεύονται ἀειθαλὴς καὶ ἀμάραντος ζωή. Καὶ κανεὶς νὰ μὴ νομίζῃ ὅτι μόνο στὸ μυστήριον τοῦ Πάσχα ἁρμόζει τέτοια εὐχαριστία. Ἂς σκεφθῇ ὅτι τὸ Πάσχα εἶναι τὸ τέλος τῆς Οἰκονομίας. Πῶς θὰ ἐπραγματοποιεῖτο τὸ τέλος, ἐὰν δὲν εἶχε προηγηθῇ ἡ ἀρχή; Ποῖον εἶναι ἀρχικώτερον ἀπὸ τὸ ἄλλο; Ἀσφαλῶς ἡ Γέννησις ἀπὸ τὴν Οἰκονομία τοῦ Πάθους. Καὶ τοῦ Πάσχα λοιπὸν τὰ καλὰ εἶναι μέρος τῶν ἐγκωμίων τῆς Γεννήσεως. Καὶ ἂν ὑπολογίσῃ κανεὶς τὶς εὐεργεσίες ποὺ ἐξιστορεῖ τὸ Εὐαγγέλιον, καὶ διηγηθῇ λεπτομερῶς τὶς θαυματουργικὲς θεραπεῖες, τὴν ἄνευ τροφίμων διατροφή, τὴν ἐπάνοδο τῶν νεκρῶν ἀπὸ τὰ μνήματα, τὴν αὐτοσχέδιο παρασκευὴν τοῦ οἴνου, τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ὑγείας τῶν κάθε εἴδους ἀσθενῶν, τὴν ἐκδίωξιν τῶν δαιμονίων, τὰ ἅλματα τῶν χωλῶν, τοὺς ὀφθαλμοὺς ποὺ ἐπλάσθησαν ἀπὸ πηλόν, τὶς θεῖες διδασκαλίες, τὶς νομοθεσίες, τὴν μύησιν στὰ ὑψηλότερα διὰ μέσου τῶν παραβολῶν, ὅλα αὐτὰ εἶναι δωρεὰ τῆς παρούσης ἡμέρας. Διότι αὐτὴ ἔγινε ἀρχὴ τῶν ἀγαθῶν ποὺ ἠκολούθησαν. «Ἀγαλλιασώμεθα», λοιπόν, «καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ». Μὴ φοβηθοῦμε τὶς εἰρωνεῖες τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἂς μὴ νικηθοῦμε ἀπὸ αὐτοὺς ὅταν προσπαθοῦν νὰ μᾶς ἐξευτελίσουν, ὅπως μᾶς παρακινεῖ ὁ Προφήτης. Αὐτοὶ χλευάζουν τὸν λόγο τῆς Οἰκονομίας, λέγοντας ὅτι δὲν ἁρμόζει στὸν Κύριο νὰ λάβη ἀνθρώπινο σῶμα καὶ νὰ ἀναμιχθῇ μὲ τὴν γέννησι στὴν ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Ἀγνοοῦν, καθὼς φαίνεται, τὸ μέγα μυστήριον, πῶς δηλαδὴ ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ οἰκονόμησε τὴν σωτηρία μας. Εἴχαμε πωληθεῖ ἑκουσίως γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, καὶ εἴχαμε ὑποδουλωθῆ στὸν ἐχθρὸν τῆς ζωῆς μας σὰν ἀγορασμένοι δοῦλοι. Τί μεγαλύτερον ἐπιθυμοῦσες νὰ σοὺ προσφέρει ὁ Δεσπότης; Ὄχι τὸ νὰ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τὴν συμφορά; Τί περιεργάζεσαι τὸν τρόπο; Γιατί θέτεις νόμους στὸν εὐεργέτη καὶ δὲν ἀντιλαμβάνεσαι τὶς εὐεργεσίες του; Εἶναι σὰν νὰ ἀπωθῇ κάποιος τὸν ἰατρὸ καὶ νὰ μέμφεται τὴν εὐεργεσία του, ἐπειδὴ ἐπραγματοποίησε τὴν θεραπεία μὲ αὐτὸν καὶ ὄχι μὲ τὸν ἄλλον τρόπο. Ἂν ἐπιζητῇς ἀπὸ περιέργεια νὰ ἐρευνήσῆς τὸ μέγεθος τῆς Οἰκονομίας, σοῦ ἀρκεῖ νὰ μάθῃς τόσο μόνον, ὅτι τὸ θεῖον δὲν εἶναι ἕνα μόνον ἀπὸ τὰ ἀγαθά, ἀλλὰ ὅποιο ἀγαθὸ ἠμπορεῖ νὰ φαντασθῇ κανείς, ἐκεῖνο εἶναι. Τὸ δυνατόν, τὸ δίκαιον, τὸ ἀγαθόν, τὸ σοφόν, ὅλα τὰ ὀνόματα καὶ τὰ νοήματα ποὺ ἔχουν σημασία θεοπρεπῆ. Ἀναλογίσου λοιπὸν μήπως δὲν συνδυάσθησαν στὸ γεγονὸς αὐτὸ ὅλα αὐτὰ ποὺ εἴπαμε. Ἡ ἀγαθότης, ἡ σοφία, ἡ δύναμις, ἡ δικαιοσύνη. Ὡς ἀγαθός, ἠγάπησε τὸν ἀποστάτη. Ὡς σοφός, ἐπινόησε τὸν τρόπον ἐπανόδου τῶν ὑποδουλωμένων. Ὡς δίκαιος, δὲν κακομεταχειρίζεται αὐτὸν ποὺ ὑπεδούλωσε τὸν ἄνθρωπο, καὶ τὸν ἀπέκτησε σύμφωνα μὲ τὸ δίκαιόν της ἀγορᾶς, ἀλλὰ ἔδωσεν ὡς ἀντάλλαγμα τὸν ἑαυτόν του ὑπὲρ τῶν κρατουμένων, ὥστε, μεταθέτοντας ὡς ἐγγυητὴς τὴν ὀφειλὴ στὸν ἑαυτόν του, νὰ ἐλευθερώσῃ τὸν αἰχμάλωτον ἀπὸ τὸν ἐξουσιαστήν του. Ὡς δυνατός, δὲν ἐκρατήθη ἀπὸ τὸν ἅδη, οὔτε τὸ σῶμα του ἐγνώρισε φθορά. Διότι δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ νικηθῇ ἀπὸ τὴν φθορὰν ὁ ἀρχηγὸς τῆς ζωῆς. Ἀλλὰ ἦταν ἐντροπὴ νὰ δεχθῇ ἀνθρωπίνην γέννηση, καὶ νὰ ὑποστῇ τὴν ἐμπειρία τῶν παθημάτων τοῦ σώματος; Χαρακτηρίζεις ἔτσι τὴν ὑπερβολὴ τῆς εὐεργεσίας; Πράγματι, ἐπειδὴ δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ἀπαλλαγῇ τὸ ἀνθρώπινο γένος μὲ ἄλλον τρόπον ἀπὸ τὰ τόσο μεγάλα δεινά, κατεδέχθη ὁ Βασιλεὺς τῆς ἀπαθείας νὰ ἀνταλλάξῃ τὴν ἴδια του τὴν δόξα μὲ τὴν ἰδική μας ζωή. Καὶ εἰσέρχεται μὲν ἡ καθαρότης στὸν ἰδικόν μας ρύπον, ὁ ρύπος ὅμως δὲν ἐγγίζει τὴν καθαρότητα, ὅπως λέγει τὸ Εὐαγγέλιον. Τὸ κατεφθαρμένο σώζεται ἀπὸ τὴν ἕνωσή του μὲ τὸ ἄφθαρτο. Ἡ φθορὰ δὲν ἐπηρεάζει τὴν ἀφθαρσία. Γιὰ ὅλα αὐτὰ γίνεται ἁρμονικὴ χορωδία ἀπὸ τὴν σύμπασα κτίσι. Ὅλοι ἀναπέμπουν ὁμόφωνον δοξολογία στὸν Κύριον τῆς κτίσεως, καὶ κάθε γλώσσα, ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων, ἀναβοᾶ ὅτι «εὐλογητὸς Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρὸς εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».