Πέμπτη 24 Μαρτίου 2016

Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας: Τί σημαίνει “ἡ ἐκ Θεοῦ τιμωρία”

Ἄγ. Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας – Ἡ ἐκ Θεοῦ τιμωρία σημαίνει τὴν ἐκ Θεοῦ ἐγκατάλειψη.
(ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν Ἑρμηνεία εἰς τὸν Ἠσαΐαν)

Ἐρμηνεύοντας τὸ Ἠσαΐας 1.8: «ἐγκαταλειφθήσεται ἡ θυγάτηρ Σιῶν ὡς σκηνὴ ἐν ἀμπελώνι καὶ ὡς ὀπωροφυλάκιον ἐν σικυηράτω, ὡς πόλις πολιορκουμένη·» ὁ Ἄγ. Κύριλλος Ἀλεξανδρείας λέγει: Ἐλεεινὴ ἡ κατάσταση. Πῶς δηλαδὴ δὲν εἶναι ἄξια γιὰ θρήνους καὶ κραυγές; Γιατί ἐκείνη ποὺ ἦταν κόρη στὸ παρελθὸν καὶ εἶχε τιμηθεῖ μὲ αὐτὴ τὴν ὀνομασία καὶ ἦταν κατὰ κάποιο τρόπο κάτω ἀπὸ τὴν προστασία τοῦ φιλοστοργότατου Πατέρα, τοῦ Θεοῦ, ἐκείνη ποὺ μεθοῦσε ἀπὸ τὴν φροντίδα καὶ τὴν ἀγάπη του καὶ ἦταν στεφανωμένη ἀπὸ αὐτὸν μὲ ἀτέλειωτες τιμὲς καὶ δόξες καὶ νικοῦσε ἐκείνους ποὺ τὴν ἀντιμάχονταν καὶ ἀποτελοῦνταν ἀπὸ τὸ ἀμέτρητο πλῆθος ἐκείνων ποὺ κατοικοῦσαν σ’ αὐτήν, ἡ παμμακάρια καὶ περιβόητη Σιῶν, δηλαδὴ ἡ Ἱερουσαλήμ, λέγει ὅτι θὰ ἐγκαταλειφθεῖ, δηλαδὴ θὰ γίνει ἔρημη.
Καὶ θὰ μείνει γυμνὴ κι ἀπὸ τὴν δύναμη ἐκείνου ποὺ τὴν ἔσωζε κι ἀπὸ τοὺς κατοίκους της. Καὶ θὰ ἐγκαταλειφτεῖ ἔτσι, σὰν καλύβα στὸ ἀμπέλι καὶ ἀποθήκη ὀπωρικῶν στὸ μποστάνι καὶ σὰν πόλη ποὺ πολιορκεῖται. Οἱ ὁρισμένοι δηλαδὴ φύλακες τοῦ ἀμπελώνα, ὅταν ἀκόμη τὰ τσαμπιὰ εἶναι ἀγουρίδες, παρέχουν πάρα πολὺ μεγάλη ἀσφάλεια, καὶ τρομοκρατώντας τοὺς κλέφτες ποὺ θέλουν νὰ τὰ κόψουν, καὶ διώχνοντας τὰ διάφορα ἀγρίμια.
Εἶναι συνήθεια νὰ τὸ κάνουν αὐτὸ καὶ οἱ φύλακες τῶν κτημάτων ὀπωρικῶν ἢ οἱ ἰδιοκτῆτες. Ὅταν ὅμως τρυγηθοῦν τὰ σταφύλια καὶ πατηθοῦν καὶ κουβαληθεῖ ἡ σοδειὰ ἀπὸ τοὺς ὀπωρῶνες, σταματᾶ στὸ ἑξῆς ἡ ὑπηρεσία τῶν φυλάκων, οἱ ὁποῖοι, ἐγκαταλείποντας ἀκόμα καὶ τὶς καλύβες τους, ἀφήνουν ἐλεύθερη τὴν εἴσοδο σὲ ὅσους θέλουν νὰ περιεργασθοῦν ὅτι ἔχει ἀπομείνει.
Κάτι τέτοιο ἔγινε, μᾶς διδάσκει ὁ προφητικὸς λόγος, καὶ μὲ τὴν ταλαίπωρη Σιῶν. Ὅσο ἀκόμα δηλαδὴ εἶχε τοὺς καρποὺς τῆς δικαιοσύνης ὁ Θεὸς τὴν ἔκρινε ἄξια της ἀσφάλειας, τῆς φύλαξης καὶ κάθε φροντίδας του. Γιατί εἶπε «θὰ γίνω τεῖχος πύρινο, λέγει ὁ Κύριος γύρω ἀπὸ αὐτὴν καὶ δόξα της μὲ τὴν παρουσία μου ἀνάμεσά της» (Ζάχ. 2.9). Ψάλει βέβαια καὶ ὁ μακάριος Δαβίδ: «Νά, δὲν θὰ νυστάξει οὔτε θὰ κοιμηθεῖ αὐτὸς ποὺ φυλάσσει τὸν Ἰσραὴλ» (Ψάλμ. 120.30).
Ἐπειδὴ ὅμως, μολονότι ὁ Ἰσραὴλ ἦταν ἀμπελώνας τοῦ Κυρίου Σβαὼθ καὶ ἀξιώθηκε νὰ τοῦ γίνει ἀνάχωμα καὶ φραγμός, ὅμως ἔβγαλε ἀγκάθια, γι’ αὐτὸ τὸν παρέδωσε ὁ Θεὸς σὲ ἐκείνους ποὺ συνηθίζουν νὰ βλάπτουν? γιατί λέγει: «θὰ χαλάσω τὸν φράκτη καὶ θὰ ἀφεθεῖ σὲ διαρπαγή? θὰ γκρεμίσω ἐπίσης τὸν τοῖχο του καὶ θὰ καταπατηθεῖ, καὶ θὰ ἐγκαταλείψω τὸν ἀμπελώνα μου ὥστε νὰ κλαδευθεῖ καὶ νὰ σκαφθεῖ» (Ἡσ. 5.5-6). Γι’ αὐτὸ καὶ τὸν κατέστρεψε κάπρος ἀπὸ τὸ δάσος καὶ ὄνος ἄγριος τὸν κατέφαγε. Ὅτι ἄφησε ὁ Θεὸς τὸν ἀμπελώνα του καὶ τὸν ἐγκατέλειψε, τὸ διδάσκει ὁ Σωτήρας λέγοντας? «Ἱερουσαλήμ, Ἱερουσαλήμ, σὺ ποὺ σκοτώνεις τοὺς προφῆτες καὶ λιθοβολεῖς τοὺς ἀπεσταλμένους σὲ σένα, πόσες φορὲς θέλησα νὰ μαζέψω τὰ παιδιά σου, ὅπως ἡ ὄρνιθα μαζεύει τὰ μικρά της κάτω ἀπὸ τὰ φτερά της, καὶ δὲν θελήσατε. Νὰ ἀφήνετε πιὰ τὸ σπίτι σᾶς ἔρημο» (Ματθ. 23.37-8).
Τὸ προανήγγειλε αὐτὸ καὶ μὲ τὴν φωνὴ τοῦ προφήτη λέγοντας? «Ἐγκατέλειψα τὸ σπίτι μου, ἄφησα τὴν κληρονομία μου. Παρέδωκα τὴν ἀγαπημένη ψυχή μου στὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν της. Ἔγινε γιὰ μένα ἡ κληρονομιά μου σὰν τὸ λιοντάρι στὸ δάσος, ἔβγαλε φωνὴ ἐναντίον μου γι’ αὐτὸ καὶ τὴν μίσησα» (Ἱερ. 12.7-8)
Ἀναφέρει κάπου ὁ Ἰώσηπος, ὁ ὁποῖος διεκτραγώδησε τὰ παθήματα τῶν Ἰουδαίων, ὄοτι ὅταν ἐπρόκειτο νὰ γίνει ἅλωση τῆς Ἱερουσαλήμ, ἄκουγαν οἱ ἱερεῖς μέσα στὸν ναὸ μιὰ φωνὴ σὰν νὰ φώναζαν ἄγγελοι? Φεύγομε ἀπὸ ἐδῶ.
Ὅτι βέβαια ὅταν πολιορκοῦσαν τὴν πόλη, ὅλοι ὅσοι ἦταν μέσα ζητοῦσαν κάποιο τρόπο νὰ φύγουν, πῶς μποροῦμε ν’ ἀμφιβάλουμε; Ἀπὸ αὐτὸ μποροῦμε νὰ συμπεράνουμε γιὰ τὰ παθήματα τῆς χώρας τῶν Ἰουδαίων. Πραγματικὰ ἦταν πολυπόθητο γιὰ τοὺς πολιορκούμενους νὰ μπορέσουν νὰ σώσουν καὶ μόνο τὴν ζωή τους, ἐνῶ γιὰ τὴν περιουσία τους ἢ καὶ τὴν ἴδια τὴν πόλη δὲν ἔδειχναν κανένα ἐνδιαφέρον.
Πρέπει ὅμως νὰ γνωρίζουμε, ὅτι πολλὲς φορὲς συμβαίνει καὶ ἡ ἴδια ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐγκαταλείπεται ἀπὸ τὸν Θεό, ἂν δὲν θέλει νὰ ἐκτελέσει ὀρθὰ τὶς ἐντολές του, καὶ κλίνοντας τὸν αὐχένα στὰ δεσποτικὰ προστάγματα, νὰ ἀποδώσει τοὺς καρποὺς τῆς εὐσεβείας σ’ αὐτόν. Ἂν καὶ χρημάτισε υἱὸς ἢ θυγατέρα τοῦ Θεοῦ, ἂν καὶ ἔγινε Σιῶν, ποὺ σημαίνει παρατηρητήριο, δηλαδὴ ποὺ ἔχει ὑψηλὴ διάνοια καὶ καθαρώτατο νοῦ, ποὺ μπορεῖ νὰ βλέπει τὰ μυστήρια, ἔπειτα πράττοντας ὅσα δὲν ἔπρεπε, φαίνεται νὰ παροργίζει τὸν ἅγιο  τοῦ Ἰσραήλ? γι’ αὐτὸ θὰ ἐγκαταλειφθεῖ ἀπὸ αὐτὸν καὶ σὰν ἀφρούρητο ἀμπέλι θὰ παραδοθεῖ στὸν Σατανᾶ καὶ μὲ τὰ πάθη τῆς σάρκας θ’ ἀναδειχθεῖ ἔρημος ἀπὸ κάθε ἀρετὴ καὶ γυμνὸς ἀπὸ τὶς τιμὲς τῆς ἀγαθῆς διαβίωσης καὶ γεμάτος ἀπὸ κάθε κακό.
(Ἄγ. Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἔργα, ΕΠΕ τ. 16 σσ. 35-41).

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός


Άγιος Παρθένιος ο Γ (ή Παρθενάκης) Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης

Ο νέος αυτός Ιερομάρτυρας, καταγόταν από τη Μυτιλήνη και ήταν γιος θεοσεβών γονέων. Ο Παρθένιος αφοσιώθηκε στις μελέτες και έγινε ένας από τους σοφούς του 17ου αιώνα. Χειροτονήθηκε ιερέας και αργότερα έγινε Αρχιερέας και ποιμένας της Χίου. Στα τέλη του 1656 έγινε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, σαν διάδοχος του Πατριάρχη Παρθενίου του Β'. Σαν Μητροπολίτης, αλλά και σαν Πατριάρχης αναδείχτηκε άνδρας ευλαβής, χρηστός, λόγιος και ζηλωτής των καλών πραγμάτων και της ευσέβειας. Σαν Πατριάρχης, ανέπτυξε ιδιαίτερα την Ελληνική παιδεία. Κάποια επιστολή του όμως, έπεσε στα χέρια της υψηλής Πύλης, που θεώρησε το περιεχόμενο της επαναστατικό. Έτσι ο τότε Σουλτάνος Ιμπραήμ ο Α', διέταξε τη θανάτωση του Πατριάρχη Παρθενίου. "Ετσι συνελήφθη και τον πίεζαν να δεχτεί τον ισλαμισμό για να σωθεί. Αλλά ο Παρθένιος έμεινε αμετακίνητος στην πίστη του. Τότε το Σάββατο του Λαζάρου, στις 24 Μαρτίου 1657, τον κρέμασαν στην Καγκελωτή πύλη Παρμάκ - Καπού. Με διαταγή του Μ. Βεζίρη Μεχμέτ Κιουπουλού το λείψανο, παρέμεινε κρεμασμένο για τρεις μέρες και κατόπιν το έριξαν στη θάλασσα. Αργότερα το παρέλαβαν οι χριστιανοί και το έθαψαν σ' ένα νησί "τη λεγομένη των Πριγκίπων". Μαρτύριο του Αγίου αυτού, συνέγραψε ο Συρίγου Μελέτιος.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.
Παρθένιον άπαντες τον Ιεράρχην Χριστού, γενναίως αθλήσαντα βασιλευούση ποτέ, υμνήσωμεν λέγοντες· Λέσβον την σην πατρίδα, αγιώτατε πάτερ, φύλαττε εν ειρήνη, ιεραίς σου πρεσβείαις, ως έχων παρρησίαν, μάρτυς πολύαθλε.



Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός


Όσιος Αρτέμων επίσκοπος Σελευκείας της Πισιδίας

Ο Όσιος Αρτέμων έζησε στους αποστολικούς χρόνους, όταν για πρώτη φορά το Ευαγγέλιο του Χρίστου διαδιδόταν στις ειδωλολατρικές κοινωνίες.

Ο Απόστολος των Εθνών, Παύλος, πήγε στη Σελεύκεια της Πισιδίας, κήρυξε το λόγο του Θεού και είλκυσε εκλεκτές ψυχές, που αποτέλεσαν την πρώτη Εκκλησία της πόλης εκείνης. Μεταξύ των νεοφωτισθέντων έλαμπε περισσότερο ο Αρτέμων, που ο Παύλος τον ανέδειξε και επίσκοπο.

Στο διάστημα της επισκοπής του, δικαίωσε την προτίμηση και τις ελπίδες που στήριξε σ' αυτόν ο Παύλος. Καλλιέργησε τη διδασκαλία, φρόντισε για τους φτωχούς και της χήρες, ήταν παράδειγμα στους πιστούς με λόγια και έργα, πατέρας αυτών και βοηθός, καύχημα και παρηγοριά.

Πέθανε ειρηνικά και τον θρήνησε όλο το ποίμνιο του, σαν μια οικογένεια. Διότι έκανε πράξη, αυτό που είπε ο Απ. Παύλος: «Τύπος γίνου τῶν πιστῶν ἐν λόγῳ, ἐν ἀναστροφῇ, ἐν ἀγάπῃ, ἐν πνεύματι, ἐν πίστει, ἐν ἁγνείᾳ» (Α'πρόςΤιμόθεον,δ'12). Γίνε, δηλαδή, παράδειγμα των πιστών και στα λόγια σου και στη συμπεριφορά σου και στην αγάπη που θα δείχνεις και στην πνευματική ζωή πού θα ζεις και στην πίστη και στην καθαρότητα της ζωής.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θεία Χάριτη ιερατεύσας, φύσιν άλογον, τω ρήματί σου, υπακούουσαν έσχηκας, Άγιε, και εναθλήσας Αρτέμων στερρότατα, διπλών στεφάνων θεόθεν ηξίωσαι, Πάτερ Όσιε, Χριστόν τον θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.


Προεόρτια του Ευαγγελισμού της υπεραγίας Θεοτόκου

Παραμονή της μεγάλης εορτής του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
Σήμερον τῆς παγκοσμίου χαρᾶς τά προοίμια, τήν πρoεόρτιον ᾆσαι προτρέπεται· ἰδού γάρ Γαβριήλ παραγίνεται, τῇ Παρθένῳ κομίζων τὸ Εὐαγγέλιον, καί πρὸς αὐτήν ἐκβοήσεται· Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετά σοῦ.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐπελεύσει Πνεύματος τοῦ Παναγίου, τοῦ Πατρός τόν σύνθρονον, καί ὁμοούσιον φωνῇ, τοῦ Ἀρχαγγέλου συνέλαβες, Θεοκυῆτορ, Ἀδάμ ἡ ἀνάκλησις.

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2016

Το βοτάνι της υπομονής

π.Εφραίμ Παναούσης

Η εποχή μας δεν αντέχει τον πόνο. Το βλέπεις παντού. Δεν αντέχουμε την πίεση, την αναμέτρηση, τη μάχη. Και οι γονείς μας φταίνε όσο να το πεις γι᾽ αυτό. Μας προλάβαιναν τις ανάγκες μας πριν εκδηλωθούν. Μας έδιναν φαγητό πριν πεινάσουμε, μας έντυσαν πριν κρυώσουμε. Γενικά δεν μας άφησαν να στερηθούμε.



Και η αλήθεια είναι, ότι αυτό μας δυσκόλεψε  μετά στη ζωή μας. Η ζωή με τις στεναχώριες δεν ήταν το ίδιο καλή και μας ζόρισε αρκετά. Και αυτό όχι γιατί η ζωή είχε για μας φυλαγμένα περισσότερα προβλήματα, αλλά γιατί εμείς δεν είχαμε εκπαιδευτεί να είμαστε μαχητές. Και οι δικοί μας όταν τους θέλαμε δεν μπορούσαν να είναι εκεί.



Αυτό μας έμεινε συνήθειο στη ζωή και γίναμε ανυπόμονοι .Είναι αλήθεια ότι παίρνουμε παυσίπονα πριν μας πιάσει πονοκέφαλος. Γίναμε φυγόπονοι.

Δεν τον μπορούμε και δεν τον θέλουμε το δύσκολο δρόμο. Θέλουμε τις απολαβές αλλά χωρίς κόπο και χωρίς ιδρώτα. Κι όμως τι κερδίζεται και τι μπορεί να κερδηθεί στη ζωή χωρίς κόπο;



Όταν παρά ταύτα κάτι συμβεί, πέφτουμε του θανάτου. Και δεν είναι να πεις μεγάλη δυσκολία αυτή που μας κυνηγάει, αλλά να.... δεν μπορούμε να κάνουμε υπομονή.



Υπομονή: Η λέξη κλειδί. Εμείς την έχουμε σαν τελαυταία λύση. Τι να κάνεις.... υπομονή... λέμε και χτυπάμε διεκπαιρεωτικά την πλάτη του άλλου..



Κι όμως την υπομονή θα έπρεπε να την επιλέξουμε στην αρχή κι όχι να την αφήσουμε να μας επιλέξει εκείνη στο τέλος.



Μια γιαγιά στην Αφρική κάποτε μου έλεγε:

- Εσείς οι λευκοί δεν πίνετε από αυτό το βοτάνι τώρα. Παλιά πίνατε, μα τώρα δεν πίνετε. Κι όμως κάνει τόσο καλό.

- Ποιο βοτάνι γιαγιά της είπα

- Εκείνο της υπομονής. Εδώ στην Αφρική φυτρώνει αλλά  θα το βρείς και  παντού.

- Και πως θα το βρώ της είπα:

- Θα ψάξεις εκεί που φυτρώνει η πίστη. Δίπλα φυτρώνει κι αυτό.