Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2015

Τα Εισόδια της Θεοτόκου. (π. Αλεξάνδρου Σμέμαν)

Φαίνεται σαν να έχουν περάσει χιλιάδες χρόνια, αλλά στην ουσία δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που οι θρησκευτικές γιορτές σημάδεψαν τη ζωή. Αν και όλοι πήγαιναν στην εκκλησία, δεν γνώριζαν, φυσικά, όλοι το ακριβές περιεχόμενο κάθε γιορτής. Για πολλούς, ίσως για την πλειοψηφία, η γιορτή ήταν πάνω απ’ όλα μια ευκαιρία να κοιμηθούν καλά, να φάνε καλά, να πιουν και να ξεκουραστούν. Παρόλ’ αυτά, νομίζω πως ο καθένας αισθανόταν, αν όχι εντελώς συνειδητά, πως με την κάθε γιορτή στη ζωή του εισέβαλε κάτι το υπερβατικό και ακτινοβόλο, φέρνοντάς τον αντιμέτωπο μ’ έναν κόσμο από διαφορετικές πραγματικότητες, με την υπόμνηση κάποιου ξεχασμένου πράγματος, κάποιου πράγματος που το είχε πνίξει η ρουτίνα, το κενό και η φθορά της καθημερινής ζωής.

Σκεφτείτε τα ονόματα των ιδίων των εορτών: Εισόδια, Χριστούγεννα, Θεοφάνεια, Υπαπαντή, Μεταμόρφωση. Αυτές οι λέξεις, με την ιεροπρέπειά τους και μόνο, την απόστασή τους από την καθημερινή ζωή, και τη μυστηριακή τους ομορφιά αφύπνιζαν κάποια ξεχασμένη μνήμη, προσκαλούσαν, έδειχναν κάτι. Η γιορτή ήταν ένα είδος νοσταλγικού στεναγμού για μια χαμένη ομορφιά, που ακόμη μας νεύει, ενός στεναγμού για κάποιον άλλον τρόπο ζωής.

Ο σύγχρονος κόσμος, ωστόσο, έχει γίνει μονότονος και ανεόρταστος. Ακόμη και οι κοσμικές γιορτές μας αδυνατούν να κρύψουν αυτή τη στάχτη της λύπης και της απελπισίας που κατακάθεται πάνω μας, επειδή ουσία του εορτασμού είναι η εμπειρία του να σε συνεπαίρνει μια διαφορετική πραγματικότητα, η εισβολή σ’ έναν κόσμο πνευματικής ομορφιάς και φωτός. Αν όμως δεν υπάρχει αυτή η πραγματικότητα, αν ουσιαστικά δεν υπάρχει τίποτε για να γιορτάσεις, τότε καμία τεχνική ανάταση δεν θα μπορέσει να δημιουργήσει μια γιορτή.

Έχουμε εδώ την εορτή της Εισόδου της Θεοτόκου στο Ναό. Το θέμα της εορτής είναι πολύ απλό: ένα κοριτσάκι προσάγεται από τους γονείς του στο ναό των Ιεροσολύμων. Δεν υπάρχει τίποτε το ιδιαίτερα αξιοσημείωτο στο γεγονός αυτό, επειδή την εποχή εκείνη αυτό αποτελούσε μια γενικά αποδεκτή συνήθεια και πολλοί γονείς έφερναν τα παιδιά τους στο ναό ως σημείο προσαγωγής τους στον Θεό, ως ένδειξη πως δίνουν στη ζωή τους έναν ουσιαστικό σκοπό και νόημα, πως τα φωτίζουν από μέσα με το φως μιας ανώτερης εμπειρίας.

Στην περίπτωση όμως της Παναγίας, όπως μας το υπενθυμίζει η Ακολουθία της ημέρας, οδήγησαν το παιδί στα  «Άγια των Αγίων», στον τόπο που κανείς άλλος, εκτός από τους ιερείς, δεν επιτρεπόταν να πάει, στο μυστικό εσωτερικό ιερό του ναού. Το όνομα του κοριτσιού είναι Μαρία. Είναι η μελλοντική μητέρα του Ιησού Χριστού, μέσω του οποίου, σύμφωνα με τη Χριστιανική πίστη, ο ίδιος ο Θεός ήλθε στον κόσμο για να ενωθεί με το ανθρώπινο γένος, να μοιραστεί τη ζωή του και να αποκαλύψει το θείο της περιεχόμενο. Είναι όλα αυτά παραμύθια; Ή είναι κάτι που μας δόθηκε και που αποκαλύπτεται εδώ, κάτι που σχετίζεται άμεσα με τη ζωή μας, κάτι που δεν μπορεί ίσως να εκφραστεί με λόγια της καθημερινής ζωής;

Αυτός είναι ο μεγαλειώδης, ο ογκώδης, ο ιεροπρεπής ναός της Ιερουσαλήμ. Και για αιώνες εκεί, πίσω από αυτούς τους βαρείς τοίχους, ένα πρόσωπο μπορούσε να έρθει σε επαφή με τον Θεό. Τώρα όμως ο ιερέας παίρνει από το χέρι τη Μαρία και την οδηγεί στο ιερότερο τμήμα του Ναού και εμείς ψάλλουμε «Ο καθαρώτατος ναός του Σωτήρος…σήμε­ρον εισάγεται εν τω οίκω Κυρίου…». Αργότερα, στο ευαγγελικό ανάγνωσμα, ο Χριστός λέει, «Λύσατε τον ναόν τούτον και εν τρισίν ημέραις εγερώ αυτόν», και ο Ευαγγελιστής συμπληρώνει, «εκείνος δε έλεγεν περί του ναού του σώματος αυτού» (Ιωάν. 2,19.21).

Το νόημα όλων αυτών των γεγονότων, των λέξεων και των σκέψεων είναι απλό: από τώρα και στο εξής ο ίδιος ο άνθρωπος γίνεται ναός. Ούτε πέτρινος, ούτε θυσιαστήριο, αλλά ο άνθρωπος – η ψυχή του, το σώμα του και η ζωή του – γίνεται η ιερή και θεία καρδιά του κόσμου, τα «άγια των αγίων». Ο ένας ναός, η Παναγία – ζων και ανθρώπινος – οδηγείται σ’ έναν άλλο ναό φτιαγμένο από πέτρα, και ολοκληρώνει έτσι εκ των ένδον τη σημασία και το νόημά του.

Μ’ αυτό το γεγονός η θρησκεία, και ακόμη περισσότερο η ζωή, υφίσταται μια πλήρη μεταβολή της ισορροπίας της. Αυτό που τώρα εισέρχεται στον κόσμο είναι μια διδασκαλία που δεν τοποθετεί τίποτε άλλο υψηλότερα από τον άνθρωπο, επειδή ο ίδιος ο Θεός αναλαμβάνει τη μορφή ανθρώπου για ν’ αποκαλύψει την κλήση και το νόημα του ανθρώπου ως θεϊκού πλάσματος. Από το σημείο αυτό κι έπειτα ο άνθρωπος είναι ελεύθερος. Τίποτε πλέον δεν βρίσκεται από πάνω του, επειδή ο ίδιος ο κόσμος είναι δικός του ως δώρο του Θεού, για να εκπληρώσει έτσι ο άνθρωπος τον θεϊκό του προορισμό.

Από τη στιγμή που η Παναγία εισήλθε στα «άγια των αγίων», η ίδια η ζωή έγινε Ναός. Κι όταν εορτάζουμε τα Εισόδιά της, εορτάζουμε το θείο νόημα του ανθρώπου και τη λαμπρότητα της υψηλής του κλήσεως. Δεν γίνεται λοιπόν να εξαφανιστούν και να ξεριζωθούν όλα αυτά από τη μνήμη του ανθρώπου.

(π. Αλεξάνδρου Σμέμαν, «Η Παναγία», εκδ. Ακρίτας, σ. 32-35)

Λόγος στὰ Εἰσόδια τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου Ἁγίου Πρόκλου Πατριάρχου Κων/πόλεως

Νά πάλι ἑορτή.

Νά πάλι πανηγύρι.

Νά προάγγελος τῆς χάριτος πού πρόκειται νά τήν ἐπισκιάση.

Νά γνώρισμα, πού φαίνεται ἀπό μακρυά, τῆς ὑπερβολικῆς της καθαρότητος.

Διότι ἐκεῖ πού ὁ ἱερέας εἰσερχόμενος ὄχι πολλές φορές, ἀλλά μόνον μία φορά τόν χρόνο, τελεῖ τίς μυστικές λατρεῖες, ἐκεῖ γιά νά παραμένη μόνιμα ὁδηγεῖται ἀπό τούς γονεῖς της οἱ ὁποῖοι ἀναδεικνύονται ἔτσι λειτουργοί τῆς χάριτος.

Ποιός γνώρισε παρόμοια περίπτωσι στό παρελθόν; Ποιός εἶδε ἤ ἄκουσε τώρα ἤ ἀπό παληά κορίτσι νά ὁδηγεῖται βαθειά στά Ἅγια τῶν ἁγίων, αὐτά πού, παρά λίγο θά ἦταν ἀπλησίαστα καί γιά τούς ἄνδρες, καί σ᾽ αὐτά νά μένη καί νά τρέφεται; Ἄραγε δέν εἶναι αὐτό τρανή ἀπόδειξις τῶν ἀσυνήθιστα μεγάλων θαυμασίων πού θά τῆς γίνουν μελλοντικά; Ἄραγε δέν εἶναι σημάδι ξεκάθαρο; Ἄραγε δέν εἶναι σίγουρη ἀπόδειξις;

…Κόρη μόλις τριῶν ἐτῶν, πού γεννήθηκε μέ θεία ὑπόσχεσι, προσφέρεται ὡς δῶρο τέλειο καί γιά νά ζήση ἐκεῖ, καί νά συνοδεύεται ἀπό τούς πλουσίους τοῦ λαοῦ, νά ὁδηγεῖται μέ λαμπάδες, καί νά παραλαμβάνεται ἀπό τά γνώριμα χέρια τῶν ἱερέων καί τῶν προφητῶν…

Πῶς προσφέρεται σήμερα ἀπό τούς γονεῖς της, ἡ καθ᾽ ὅλα ἱερή, στό ναό τοῦ Θεοῦ, καί ἀπό τούς ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ ὁδηγεῖται. Πῶς ὁ προφήτης αὐτήν τήν δέχεται μέσα στό ναό καί τήν εἰσάγει στά ἄδυτα, χωρίς ἀντίρρησι, χωρίς νά πῆ στούς γονεῖς της·

Δέν τό κάνω αὐτό τό πρωτόφαντο τόλμημα καί νά φέρω ἕνα κορίτσι νά ζῆ συνέχεια στά ἅγια τῶν ἁγίων, ὅπου μόνον σέ ἐμένα μία φορά τό χρόνο μοῦ δόθηκε ἡ ἐντολή νά μπαίνω. Ὁ προφήτης ἐκεῖνος τίποτε ἀπό αὐτά δέν εἶπε, ἀλλά τή δέχεται μέ προθυμία, ὡσάν νά προγνώριζε αὐτό
πού θά γινόταν, ἐξ ἄλλου προφήτης ἦταν, σίγουρα ἐπειδή τήν περίμενε καί τήν ἀνέμενε, ὅπως τόν υἱό της μετά ἀπό αὐτήν ὁ Συμεών.

Ἔπειτα, ἀφοῦ χαιρέτησε βιαστικά τήν μητέρα, καί κρατώντας ἀπό τά χέρια τήν κόρη τήν προσφώνησε μέ αὐτά τά λόγια· Ἀπό ποῦ καί πῶς ἦρθες ἐδῶ, γυναῖκα, καί ποιός ὁ σκοπός τῆς πράξεώς σου; Καί πῶς, ἐνῶ δέν ἔχεις προηγούμενο παράδειγμα, ἔφερες καί ζητᾶς νά γίνη τοῦτο τό νέο δρᾶμα, πού δέν ἀκούσθηκε ἄλλη φορά, δηλ. νά ὁδηγεῖται κόρη καί νά ζῆ κάτω ἀπό τήν σκέπη τοῦ ναοῦ στά ἅγια; Πές μας ποιό εἶναι τό ἐπιχείρημά σου, ἡ δικαιολογία σου, καί τί ἔχεις στό μυαλό σου;

Ἐγώ, εἶπε στόν προφήτη ἡ συνώνυμη μέ τή χάρι γυναῖκα, προέρχομαι ἀπό ἱερατική γενηά, ἀπό τήν φυλή τοῦ Ἀαρών, ἔχω ρίζα προφητική καί βασιλική. Καί ἔγινα ἕνα κλαδί ἀπό Δαβίδ, τόν Σολομῶντα τούς διαδόχους τους, καί, ἐπί πλέον, εἶμαι συγγενής τῆς γυναῖκας σου Ἐλισάβετ. Μετά, στόν κατάληλο καιρό, συνδέθηκα μέ ἄνδρα κατά τό θέλημα τοῦ Δεσπότου. Βρέθηκα ὅμως στεῖρα καί ἄγονος γιά ἀρκετό καιρό καί ἐπειδή δέν μπόρεσα νά βρῶ κανένα φάρμακο, πού θά μέ ἀπάλλασε ἀπό τή συμφορά, κατέφυγα πρός τό Θεό τό μόνο κυρίαρχο, πού μπορεῖ νά δίνη διέξοδο στίς δυσκολίες, καί σ᾽ αὐτόν ἄνοιξα μέ σοβαρότητα τό στόμα μου, σ᾽ αὐτόν πού εἶναι ὁ μόνος φιλάνθρωπος, καί μέ πόνο καρδίας καί μέ δάκρυα στά μάτια ἔκραξα καί αὐτά τοῦ εἶπα·

Ὦ Κύριε, Κύριέ μου, ἀπευθύνομαι σέ σένα πού ἀκοῦς ἀμέσως τήν φωνή τῶν πονεμένων ψυχῶν.

Γιατί μέ διαφοροποίησες ἀπό τή φύσι τῶν προγόνων μου;

Γιατί μέ θεατρίνισες στήν γενιά μου, καί ἔκανες τά μέλη τῆς φυλῆς μου νά κινοῦν τό κεφάλι τους μέ νόημα;

Γιατί μέ ἔκανες συμμέτοχο τῆς κατάρας τῶν προφητῶν, δίνοντάς μου μήτρα ἄτεκνη καί μαστούς στερημένους ἀπό γάλα;

Γιατί ἀπέρριψες τίς προσφορές μου ὡς ἄτεκνης;

Γιατί μέ ἄφησες νά γίνω περίγελως στούς γνωστούς γείτονές μου;

Ρίξε τό βλέμμα σου πάνω μου Κύριε, ἄκουσε τήν προσευχή μου Δέσποτα, λυπήσου με Ἅγιε, κάνε με ὅμοια μέ τά πουλιά τοῦ οὐρανοῦ, μέ τά θηρία τῆς ξηρᾶς, μέ τά ψάρια τῆς θαλάσσης, διότι καί αὐτά εἶναι γόνιμα μπροστά σου. Νά μή φανῶ, Ὕψιστε, ἐγώ, πού ἀπό σένα ἔγινα σύμφωνα μέ τήν δική σου εἰκόνα, χειρότερη ἀπό τά ἄλογα ζῶα.

Κοντά σέ αὐτά πού εἶπα πρόσθεσα καί τοῦτο· Διότι δικό σου Δέσποτα, θά εἶναι δῶρο εὐχαριστήριο, σάν ἱερό τάμα, καί δῶρο πολύτιμο αὐτό, πού μοῦ δωρήθηκε ἀπό σένα τόν πλουσιότατο δωρητή τῶν τελείων χαρισμάτων.

Αὐτά ἐγώ (ἔλεγα) ὅσο βρισκόμουν ὑπαίθρια στόν δικό μου κῆπο, ρίχνοντας τό βλέμμα μου στούς οὐρανούς καί κτυπώντας τό στῆθος μου μέ τά χέρια μου ἔκραζα πρός τούς οὐρανούς. Ὁ δέ σύζυγός μου ἐνῶ βρισκόταν ὁλομόναχος στό βουνό καί γιά σαράντα μερόνυχτα νήστευε, καί γιά τόσα ἐκλιπαροῦσε τόν Θεό.

Ἔτσι λοιπόν ὁ φιλάνθρωπος Κύριος πού εἶναι πάντα πρόθυμος νά δείξη τόν οἶκτο του, ἀφοῦ κάμφθηκε ἀπό τίς προσευχές καί τῶν δυό μας, ἔστειλε τόν ἄγγελό του νά μᾶς ἀναγγείλη τή σύλληψι τῆς θυγατρός μας.

Ἀμέσως λοιπόν, ἀφοῦ διατάχθηκε ἡ φύσις ἀπό τό Θεό, ἀποδέχθηκε τό σπέρμα. Διότι αὐτή δέν εἶχε τολμήσει νά τό δεχθῆ, πρίν ἀπό τή θεία χάρι, παρά μόνον ἀφοῦ ἐκείνη πρώτη εἰσῆλθε, καί ἀφοῦ ἔτσι πέρασε, ἄνοιξε ἡ μήτρα τίς δικές της πύλες, καί ἀφοῦ δέχθηκε αὐτό πού τῆς ἐμπιστεύθηκε ὁ Θεός, τό κράτησε μέσα της μέχρι πού, μέ τή χάρι τοῦ Θεοῦ, τό σπέρμα πού τοποθετήθηκε μέσα της, βγῆκε στό φῶς.

Εὐχαριστῶ τό Θεό μου μέ ὅσες εὐχαριστίες συνέθεσαν τά χείλη μου καί ἐκφώνησε τό στόμα μου μέσα στή θλῖψι μου. Καί γι᾽ αὐτό τό λόγο συγκέντρωσα τό χορό τῶν παρθένων, συγκάλεσα τούς ἱερεῖς, ξεσήκωσα τούς συγγενεῖς, καί σέ ὅλους ἔλεγα τά παρακάτω·

Χαρεῖτε ὅλοι μαζί μου, διότι σήμερα ἀναδείχθηκα καί μητέρα καί ἀφιερώτρια, πού πρόσφερα τό δικό μου τέκνο ὄχι σέ ἐπίγειο βασιλέα, οὔτε ἦταν πρέπον, ἀλλά πού τό ἀφιέρωσα στόν ἐπουράνιο βασιλέα, ἀφοῦ ἦταν καί δικό του δῶρο.

Νά δεχθῆς λοιπόν, ὦ προφήτα τή δική μου θυγατέρα, νά τή δεχθῆς καί νά τήν εἰσαγάγης καί νά τή ριζώσης σέ τόπο ἁγιασμοῦ, καί νά ἑτοιμασθῆ γιά νά γίνη κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ, χωρίς νά περιεργάζεσαι τίποτε, μέχρις ὅτου ἐπιτρέψει νά πραγματοποιηθοῦν τά σχετικά μέ αὐτήν, αὐτός πού προτρέπει νά μείνει αὐτή ἐδῶ.

Αὐτά τά λόγια ἀφοῦ τά ἄκουσε ὁ Ζαχαρίας, ἀμέσως ἀπάντησε στή γυναῖκα καί εἶπε· Εὐλογημένη ἡ ρίζα σου πάντιμε, δοξασμένη ἡ μήτρα σου φίλανδρε καί πιό δοξασμένη ἡ ἀφιέρωσί σου φιλόθεε.

Μετά, ὅλος χαρά καί ἔχοντας στά χέρια του τήν κόρη, πρόθυμα τήν προσφέρει στά ἅγια τῶν ἁγίων, λέγοντας περίπου αὐτά τά λόγια πρός αὐτήν·

Ἔλα ἐκπλήρωσις τῆς προφητείας μου.

Ἔλα ἔργο τῶν ἐδῶ συζύγων.

Ἔλα ἐπισφράγισμα τῆς διαθήκης του.

Ἔλα τό τέλος τῶν θελημάτων του.

Ἔλα φανέρωσις τῶν μυστηρίων του.

Ἔλα ὅραμα ὅλων τῶν προφητῶν.

Ἔλα ἕνωσις τῶν παλιά χωρισμένων.

Ἔλα στήριγμα τῶν ταπεινωμένων.

Ἔλα ἀνανέωσις τῶν παλιωμένων.

Ἔλα φῶς τῶν ὅσων βρίσκονται στό σκοτάδι.

Ἔλα τό πιό κανούριο καί θεῖο δώρημα.

Ἔλα Δέσποινα ὅλων τῶν θνητῶν, μπές στή δόξα τοῦ Κυρίου σου, τώρα μέν στήν κάτω καί πού πατεῖται, μετά ἀπό λίγο δέ στήν ἄνω καί ἄβατη στούς ἀνθρώπους.

Ἔτσι, ὅπως ἦταν φυσικό, ἀφοῦ μίλησε πρός τήν κόρη ὁ ἱερέας, τήν ὁδήγησε καί τήν ἄφησε ἐκεῖ πού τῆς ταίριαζε στό ναό τοῦ Θεοῦ, σάν σέ νυφικό δωμάτιο, καταχαρούμενη καί πολύ εὐχαριστημένη, τρίχρονη ὡς πρός τήν ἡλικία, ἀλλ᾽ ὡς πρός τό Θεό τῶν ὅλων καθ᾽ ὅλα τελεία.

Ἔμεινε λοιπόν αὐτή στά ἐσώτερα ἅγια τῶν ἁγίων, τρεφομένη ἀπό ἄγγελο μέ τροφή ἀμβροσίας καί ποτιζομένη μέ θεῖο νέκταρ, μέχρι τήν εἴσοδό της στήν ἐφηβεία. Καί τότε, μέ θεῖο νεῦμα καί μέ τή γνώμη τῶν ἱερέων δίνεται γι᾽ αὐτήν κλῆρος, καί μέ κλῆρο παίρνει τήν ἁγία αὐτή Παρθένο ὁ Ἰωσήφ ὁ δίκαιος καί κατ᾽ οἰκονομίαν τήν παραλαμβάνει ἀπό τό ναό τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἱερέων του, γιά νά ξεγελασθῆ ὁ ἀρχέκακος ὄφις, γιά νά μήν προσβάλη τήν καθαρή κόρη ὡς παρθένο, ἀλλά νά τήν προσπεράση ὡς μνηστευμένη.

Βρισκόταν λοιπόν ἡ πεντακάθαρη στό σπίτι τοῦ τέκτονος Ἰωσήφ φυλασσόμενη γιά τόν ἀρχιτέκτονα Θεό, μέχρις ὅτου πραγματοποιήθηκε σ᾽ αὐτήν τό πρίν ἀπό ὅλους τούς αἰῶνες κρυφό καί ἅγιο μυστήριο, καί ἀπό αὐτήν ὁ Θεός ἔγινε ὅμοιος μέ τούς ἀνθρώπους. Ἀλλά τοῦτο εἶναι θέμα ἄλλης πραγματείας καί εὐκαιρίας, πού ἄν τό ἐπιτρέψη ὁ καιρός θά γίνη ὁ ἀναγκαῖος λόγος. Τώρα στό προκείμενο πάλι, νά ἐπανέλθη ὁ λόγος καί, μέρα πού εἶναι, νά δοξολογηθοῦν σήμερα τά εἰσόδια.

Πήγαινε λοιπόν, ὦ Δέποινα Θεομῆτορ, πήγαινε στήν κληρωμένη θέσι σου, καί βάδιζε κοντά στόν Κύριο νά χαίρεσαι καί ἀγάλλεσαι, νά τρέφεσαι καί νά ἐλπίζης, περιμένοντας ἀπό μέρα σέ μέρα, τόν ἐρχομό μέσα σου τοῦ Παναγίου Πνεύματος, τήν ἐπισκίασι τῆς δυνάμεως τοῦ Ὑψίστου, καί τή σύλληψι τοῦ υἱοῦ σου, σύμφωνα μέ τήν προσφώνησι πού σοῦ ἔκανε ὁ Γαβριήλ.

Καί νά χαρίσης, σέ ὅσους τελοῦν τήν ἑορτή σου, τήν βοήθειά σου, τήν σκέπη σου καί τήν προστασία σου, σώζωντάς τους πάντοτε, μέ τίς ἱκεσίες σου, ἀπό κάθε ἀνάγκη καί κινδύνους, ἀρρώστιες καί δοκιμασίες καί διάφορες συμφορές, καί ἀπό τή μέλλουσα ἀπειλή τοῦ υἱοῦ σου.

Ὡς μητέρα τοῦ Δεσπότου καί τελεία δόσις τῶν ἐπιθυμητῶν, κατάταξέ τους σέ τόπους φωτός, εὐφροσύνης καί εἰρήνης. Νά γίνουν ἄλαλα τά πονηρά χείλη πού κακολογοῦν μέ ὑπερηφάνεια καί περιφρόνησι ἐσένα τή δίκαιη. Νά ἐκμηδενισθῆ ἡ παρουσία τους μέσα στήν πόλι σου, νά ντραποῦν καί νά σβήσουν, καί νά καταλάβουν ὅτι τό ὄνομά σου εἶναι Δέσποινα καί ὅτι ἐσύ εἶσαι ἡ μόνη Θεόνυμφος Θεοτόκος.

Ἐμεῖς ἐσένα μέ πίστι σέ εὐλογοῦμε, μέ πόθο σέ δοξολογοῦμε καί μέ φόβο σέ προσκυνοῦμε, πάντοτε ἐσένα μεγαλύνοντες καί μέ σεβασμό μακαρίζοντες.

Διότι πράγματι εἶναι μακάριος ὁ πατέρας σου ἀπό τούς ἀνθρώπους καί ἡ μητέρα σου ἀπό τίς γυναῖκες.

Μακάριο τό σπίτι σου

Μακάριοι οἱ γνωστοί σου

Μακάριοι ὅσοι σέ εἴδανε

Μακάριοι ὅσοι σοῦ μίλησαν

Μακάριοι οἱ τόποι σου

Μακάριος ὁ ναός στόν ὁποῖο σέ ἀφιερώσανε,

Μακάριος ὁ Ζαχαρίας πού σέ ἀγκάλιασε.

Μακάριο τό κρεββάτι σου.

Μακάριος ὁ τάφος σου.

Διότι ἐσύ εἶσαι ἡ τιμή ὅσων σέ τιμοῦν καί βραβεῖο τῶν βραβείων καί κορυφή τῶν κορυφῶν, ἡ μόνη θεία δροσιά τοῦ ἐσωτερικοῦ μου καύσωνος, ἡ θεοστάλακτη δροσιά τῆς ξεραμένης μου καρδιᾶς, τῆς μαύρης μου ψυχῆς ἡ φωτεινότατη λαμπάδα, ὁ ὁδηγός τῆς πορείας μου, ἡ δύναμις τῆς ἀσθενείας μου, τό ντύσιμο τῆς γυμνότητός μου, ὁ πλοῦτος τῆς πτωχείας μου, ἡ θεραπεία τῶν ἀγιάτρευτων πληγῶν, τό σκούπισμα τῶν δακρύων, τό σταμάτημα τῶν στεναγμῶν, ἡ μεταστροφή τῶν συμφορῶν, ἡ ἐλάφρυνσις τῶν πόνων, τό λύσιμο τῶν δεσμῶν, ἡ μόνη ἐλπίδα κατά τῆς πικρίας.

Εἰσάκουσε τίς προσευχές μου, συμπόνεσε τούς στεναγμούς μου, ἐλέησέ με μαλακώνοντας ἀπό τά δάκρυά μου, λυπήσου με ὡς μητέρα τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ, ρίξε τό βλέμμα σου πάνω μου καί ἠρέμησε τήν τρικυμία μου.

Ἱκανοποίησέ μου τή μεγάλη ἐπιθυμία καί κατάταξέ με μαζί μέ τή σύζυγό μου καί δική σου δούλη, στήν γῆ τῶν πράων, στίς σκηνές τῶν δικαίων, στό χορό τῶν ἁγίων.

 Καί ἀξίωσέ με, ἐσύ πού εἶσαι ἡ προστασία ὅλων, ἡ χαρά καί ἡ λαμπρή εὐθυμία ὅλων, νά χαιρόμαστε μέσα σέ αὐτή, σέ παρακαλῶ, τή χαρά, τήν πραγματικά ἀνέκφραστη πού προέρχεται ἀπό τό Θεό καί βασιλέα τόν γεννημένο ἀπό σένα, καί στόν ἄφθαρτό σου νυμφῶνα καί στήν ἀτελείωτη καί ἀπέραντη βασιλεία σου.

Πράγματι, Δέσποινα, καί δική μου καταφυγή, ἡ ζωή καί ἡ βοήθειά μου, τό ὅπλο καί τό καμάρι μου, ἡ ἐλπίδα καί ἡ δύναμίς μου, δῶσε μαζί μέ αὐτήν νά ἀπολαύσω τίς ἀνεκδιήγητες καί ἀκατάληπτες δωρεές στήν ἐπουράνιο διαμονή. Διότι ἔχεις μαζί μέ τήν θέλησι καί τόν τρόπο, ὡς μητέρα τοῦ Ὑψίστου, καί γι᾽ αὐτό τολμῶ νά τό ζητήσω.

Μή λοιπόν γίνει νά στερηθῶ, πανάχραντε καί κυρία Δέσποινα, αὐτό πού περιμένω, ἀλλά νά τό πετύχω αὐτό, Θεόνυμφε, πού εἶσαι ὁλονῶν προσδοκία καί ἀναμονή, ἐσύ πού, μέ τρόπο πού ξεπερνάει τή λογική, γέννησες τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, τόν ἀληθινό Θεό καί Δεσπότη, στόν ὁποῖο ταιριάζει κάθε δόξα, τιμή καί προσκύνημα, μαζί μέ τόν χωρίς ἀρχή Πατέρα του καί τό ζωοποιό Πνεῦμα, τώρα καί πάντα, καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός


Εισόδια της Θεοτόκου

Η ευσεβής Άννα σύζυγος του Ιωακείμ, πέρασε τη ζωή της χωρίς να μπορέσει να τεκνοποιήσει, καθώς ήταν στείρα. Μαζί με τον Ιωακείμ προσευχόταν θερμά στον Θεό να την αξιώσει να φέρει στον κόσμο ένα παιδί, με την υπόσχεση ότι θα αφιέρωνε το τέκνο της σε Αυτόν. Πράγματι, ο Πανάγαθος Θεός όχι μόνο της χάρισε ένα παιδί, αλλά την αξίωσε να φέρει στον κόσμο τη γυναίκα που θα γεννούσε το Μεσσία, το Σωτήρα μας Ιησού Χριστό. Όταν η Παναγία έγινε τριών χρόνων, σύμφωνα με την παράδοση, η Άννα και ο Ιωακείμ, κρατώντας την υπόσχεσή τους, την οδήγησαν στο Ναό και την παρέδωσαν στον αρχιερέα Ζαχαρία. Ο αρχιερέας παρέλαβε την Παρθένο Μαρία και την οδήγησε στα Άγια των Αγίων, όπου δεν έμπαινε κανείς εκτός από τον ίδιο, επειδή γνώριζε έπειτα από αποκάλυψη του Θεού το μελλοντικό ρόλο της Αγίας κόρης στην ενανθρώπιση του Κυρίου. Στα ενδότερα του Ναού η Παρθένος Μαρία έμεινε δώδεκα χρόνια. Όλο αυτό το διάστημα ο αρχάγγελος Γαβριήλ προμήθευε την Παναγία με τροφή ουράνια. Εξήλθε από τα Άγια των Αγίων, όταν έφθασε η ώρα του Θείου Ευαγγελισμού.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
Σήμερον τῆς εὐδοκίας Θεοῦ τὸ προοίμιον, καὶ τῆς τῶν ἀνθρώπων σωτηρίας ἡ προκήρυξις ἐν Ναῷ τοῦ Θεοῦ, τρανῶς ἡ Παρθένος δείκνυται, καὶ τὸν Χριστὸν τοῖς πᾶσι προκαταγγέλλεται. Αὐτῇ καὶ ἡμεῖς μεγαλοφώνως βοήσωμεν, Χαῖρε τῆς οἰκονομίας τοῦ Κτίστου ἡ ἐκπλήρωσις.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς.
Ὁ καθαρώτατος ναὸς τοῦ Σωτῆρος, ἡ πολυτίμητος παστὰς καὶ Παρθένος, τὸ Ἱερὸν θησαύρισμα τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, σήμερον εἰσάγεται, ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου, τὴν χάριν συνεισάγουσα, τὴν ἐν Πνεύματι θείῳ· ἣν ἀνυμνοῦσιν Ἄγγελοι Θεοῦ· Αὕτη ὑπάρχει σκηνὴ ἐπουράνιος.

Ὁ Οἶκος
Τῶν ἀπορρήτων τοῦ Θεοῦ καὶ θείων μυστηρίων, ὁρῶν ἐν τῇ Παρθένῳ, τὴν χάριν δηλουμένην, καὶ πληρουμένην ἐμφανῶς, χαίρω, καὶ τὸν τρόπον ἐννοεῖν ἀμηχανῶ τόν ξένον καὶ ἀπόρρητον, πῶς ἐκλελεγμένη ἡ ἄχραντος, μόνη ἀνεδείχθη ὑπὲρ ἅπασαν τὴν κτίσιν, τὴν ὁρατὴν καὶ τὴν νοουμένην. Διό, ἀνευφημεῖν βουλόμενος ταύτην, καταπλήττομαι σφοδρῶς νοῦν τε καὶ λόγον, ὅμως δὲ τολμῶν, κηρύττω καὶ μεγαλύνω· Αὕτη ὑπάρχει σκηνὴ ἐπουράνιος.

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2015

Ιστορικά στοιχεία της εορτής των Εισοδίων της Θεοτόκου.

Η εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου είναι μία απ΄ τις λεγόμενες μεγάλες Θεομητορικές εορτές (μαζί με τις εορτές του Γενεθλίου, Ευαγγελισμού και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου) και θεωρείται απ΄ τις πιο σημαντικές λόγω του πολυδιάστατου της σημασίας και του συμβολισμού της.

Συναξάριο Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτη.

Το Συναξάριο της 21ης Νοεμβρίου, όπως καταγράφεται απ΄ τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, αναφέρεται με λεπτομέρεια στο θέμα της εορτής:

«Η Σύναξις της Παναγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένουΜαρίας, ότε αφιερώθη και ανετέθη εν τω ναώ, ούσα τριετής, παρά Ίωακείμ και Άννης των γεννητόρων αυτής. Η εν τω ναώ της θεομήτορος είσοδος εορτήν τοις ευσεβέσιν ειργάσατο θαυμαστήν και παγκόσμιαν, εκ ταύτης της υποθέσεως λαβούσαν άφορμήν».

Ένδον τρέφει σε Γαβριήλ Nαού Kόρη, Ήξει δε μικρόν και το χαίρε σοι λέξων.

Bη Iερόν Mαρίη τέμενος παρά εικάδι πρώτη.

+ H εις τον νομικόν Nαόν της κυρίας Θεοτόκου Eίσοδος, επροξένησεν εις τους Oρθοδόξους Xριστιανούς εορτήν θαυμαστήν και παγκόσμιον. Eπειδή και έγινεν αύτη με παράδοξον τρόπον, και είναι ένα προοίμιον του μεγίστου και φρικτού μυστηρίου της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου. Tο οποίον διά μέσου της Θεοτόκου έμελλε να γένη εις τον κόσμον. Έλαβε δε την αφορμήν η εορτή των Eισοδίων διά την υπόθεσιν ταύτην. H παναοίδιμος Άννα, επειδή όλην σχεδόν την ζωήν της επέρασε στείρα χωρίς να γεννήση παιδίον, τούτου χάριν παρεκάλει τον Δεσπότην της φύσεως ομού με τον άνδρα της Iωακείμ, να χαρίση εις αυτούς τέκνον. Kαι αν επιτύχουν του ποθουμένου, ευθύς να αφιερώσουν εις τον Θεόν το γεννηθέν παιδίον. Kαι λοιπόν εγέννησε παραδόξως την πρόξενον γενομένην της σωτηρίας του γένους των ανθρώπων, την καταλλαγήν και φιλίωσιν του Θεού μετά των ανθρώπων, την αιτίαν της αναπλάσεως του πεσόντος Aδάμ, και της τούτου εγέρσεως και θεώσεως. Aυτήν λέγω την Yπεραγίαν και Δέσποιναν Θεοτόκον Mαρίαν. Όθεν όταν αύτη έγινε τριών χρόνων, επήραν αυτήν οι γονείς της, και επρόσφεραν κατά την σημερινήν ημέραν εις τον Nαόν. Kαι πληρούντες τας υποσχέσεις οπού έκαμαν, αφιέρωσαν την θυγατέρα αυτών εις τον χαρισάμενον ταύτην Θεόν. Kαι παραδίδουσιν αυτήν εις τους ιερείς, και μάλιστα εις τον τότε Aρχιερέα Ζαχαρίαν. O οποίος ταύτην παραλαβών, έμβασε μέσα εις το ενδότατον του Nαού, όπου μόνος ο Aρχιερεύς μίαν φοράν τον χρόνον εισήρχετο. Kαι τούτο εποίησε κατά βούλησιν Θεού, όστις έμελλε μετά ολίγον να γεννηθή εξ αυτής, διά την διόρθωσιν και σωτηρίαν του κόσμου. Eκεί λοιπόν η Παρθένος διέμεινε χρόνους δώδεκα, τρεφομένη μεν ξενοπρεπώς από τον Aρχάγγελον Γαβριήλ με τροφήν ουράνιον. Aξιουμένη δε της του Θεού εμφανείας, έως ότου επλησίασεν ο καιρός του θείου Eυαγγελισμού, και των ουρανίων και υπερφυσικών εκείνων μηνυμάτων. Tα οποία εμήνυον, ότι ο Θεός ευδόκησε να σαρκωθή από αυτήν φιλανθρώπως, διά να αναπλάση τον φθαρέντα κόσμον υπό της αμαρτίας. Tότε γαρ η Θεοτόκος εξελθούσα από τα Άγια των Aγίων, παρεδόθη εις τον μνήστορα Iωσήφ1, ίνα εκείνος υπάρχη φύλαξ και μάρτυς της παρθενίας αυτής. Kαι ίνα υπηρετήση, τόσον εις τον άσπορον τόκον της, όσον και εις την φυγήν την εις Aίγυπτον, και εις την απ’ εκείνης επάνοδον εις γην Iσραήλ. (Όρα τον εις τα Eισόδια λόγον του Δαμασκηνού, ομοίως όρα και εις τον Mηνιάτην και εις την Σάλπιγγα.)

Ο χρόνος καθιέρωσης της εορτής.

Ο χρόνος καθιέρωσής της στο ορθόδοξο εορτολόγιο δεν είναι δυνατόν να καθορισθεί με βεβαιότητα. Πάντως στην Δύση θεωρείται βέβαιο ότι θεσπίστηκε νωρίτερα, ενώ στην Ανατολή καθυστέρησε να καθιερωθεί 3 επειδή ο πυρήνας της προέρχεται απ΄ τις διηγήσεις των Αποκρύφων Ευαγγελίων. Η θέσπιση της εορτής στις 21 Νοεμβρίου φαίνεται ότι συνδέεται με τα εγκαίνια του ναού που έχτισε στα Ιεροσόλυμα ο αυτοκράτορας Ιουστινι ανός. Πρόκειται για τον ναό της «Αγίας Μαρίας της νέας» ή της «Νέας Εκκλησίας», που χτίστηκε στην κορυφή του λόφου Μορία, δίπλα στην νότια πλευρά του Ναού του Σολομώντα, τα εγκαίνια του οποίου τελέστηκαν το 543 μ.Χ5. Η εορτή λοιπόν καθιερώθηκε αρχικά ως εορτή των εγκαινίων του ναού. Όταν όμως αυτός μετατράπηκε σε τζαμί, μετά την κατάληψη των Ιεροσολύμων από τον χαλίφη Ομάρ το 637 μ.Χ., εξέπεσε η εορτή των εγκαινίων με αποτέλεσμα να ενισχυθεί η εορτή των Εισοδίων, με την οποία ήταν συνδεδεμένος ο Ναός. Άλλωστε σ΄ αυτό συνετέλεσε, σύμφωνα με τονκαθηγητή Ι. Φουντούλη, και η τοποθεσία όπου ήταν χτισμένος ο ναός, δηλαδή στο σημείο όπου πριν βρίσκονταν τα «Άγια των Αγίων», γεγονός που συνέδεσε τη διήγηση του «Πρωτευαγγελίου» με την εορτή των εγκαινίων. Με αυτόν τον τρόπο διαδόθηκε η εορτή στο χριστιανικό κόσμο ως μνήμη της εισόδου της Παναγίας στα «Άγια των Αγίων», και όχι ως εορτή των εγκαινίων, που είχε καθαρά τοπικό χαρακτήρα.

Η εορτή επεκτάθηκε σε ολόκληρο το Βυζάντιο κατά τον 8ο αιώνα, αφού προηγουμένως καθιερώθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Για πρώτη φορά μαρτυρείται ο εορτασμός των Εισοδίων στην πρωτεύουσα σε δύο λόγους του Γερμανού Α’ Κωνσταντινουπόλεως (640) . Αυτοί αποτέλεσαν πρότυπο για άλλους μεταγενέστερους λόγους, όπως για παράδειγμα για την ομιλία στα Εισόδια του Ταρασίου Κωνσταντινουπόλεως, αλλά και πηγή έμπνευσης για την εικονογραφική αποτύπωση της σκηνής της εισόδου και της διαμονής της στον Ναό. Μεγάλη είναι και η συμβολή του Γεωργίου Νικομηδείας (9ο ς αι. ) στον οποίο οφείλεται μεγάλο μέρος της υμνογραφίας της εορτής, καθώς και τρεις λόγοι του. Κατά το 10ο αιώνα η εορτή αναφέρεται στο «Τυπικό  της Μεγάλης Εκκλησίας» και στο «Μηνολόγιο» του Βασιλείου Β’, ενώ κατά το 12ο αιώνα η εορτή καθιερώθηκε με αυτοκρατορικό διάταγμα από το Μανουήλ Α’ Κομνηνό το 1166 ως επίσημη αργία, ως «απράκτου», «ὅτι τά εἰς τόν ναόν Εἰσόδια τῆς Θεομήτορος ἐν ταύτῃ πανηγυρίζονται».

Ο Βίος της Θεοτόκου, εκτός απ΄ τις αφηγήσεις των κανονικών Ευαγγελίων για τον Ευαγγελισμό, την επίσκεψη στην Ελισάβετ και τα άλλα περιστατικά της ζωής της που άμεσα συνδέονται με τον βίο και το έργο του Κυρίου, δεν μας είναι γνωστός παρά μόνο απ΄ τις διηγήσεις των Αποκρύφων. αυτά τα κεί μενα ανέλαβαν να συμπληρώσουν τα υπάρχοντα κενά τα σχετικά με την ζωή της Θεοτόκου, την παιδική ηλικία του Κυρίου και άλλα περιστατικά απ΄ τον βίο και το έργο του. Ειδικότερα η διήγηση της Εισόδου της Υπεραγίας Θεοτόκου στον ναό περιέχεται καταρχήν στο Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου, το οποίο θεωρείται ένα απ΄ τα αρχαιότερα και σημαντικότερα κείμενα της Απόκρυφης γραμματείας. Επίσης η ίδια διήγηση βρίσκεται και στο «Ευαγγέλιον του Ψευδο-Ματθαίου» που συντάχθηκε κατά τον 8ο-9ο αιώνα στα λατινικά, καθώς επίσης και στο «Ευαγγέλιο του Ψευδο-Θωμά» που χρονολογείται μεταξύ 4ο υ και 6ου αιώνα και το οποίο είναι άγνωστο στην Ανατολή.

Όσον αφορά το Πρωτευαγγέλιο, αυτό μάλλον γράφτηκε στο τέλος του 2ου αιώνα στην Αίγυπτο και σώζεται σε πάπυρο του 5ο υ αιώνα (Pap. Bodmerv) και σε πολλά μεταγενέστερα χει ρόγραφα. Ο τίτλος του είναι: «γέννησις Μαρίας τῆς Ἁγίας Θεοτόκου καί ὑπερενδόξου Μητρός Ἰησοῦ Χριστοῦ»16 ή «τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἰακώβου, ἀρχιεπισκόπου Ἰεροσολύμων, τοῦ ἀδελφοθέου, διήγησις περί τῆς γεννήσεως τῆς Παναγίας Θεοτόκου και ἀειπαρθένου Μαρίας»  ή «Ἰστορία Ίακώβου τοῦ ἀδελφοθέου, εἰς τήν γέννησιν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου». Ο τιτλος «Πρωτευαγγέλιον Ιακώβου» βασίζεται σε φράση που υπάρχει στο τέλος του κειμένου: «ἐγώ δέ ὁ Ίάκωβος ὁ γράψας τήν ἱστορίαν ταύτην…» και οφείλεται στον G. Postel που μετέφρασε το κείμενο κατά τον 16ο αιώνα απ΄ τα ελληνικά στα λατινικά.

Επίσης με το θέμα της εορτής των Εισοδίων ασχολείται διεξοδικά και ο μοναχός Επιφάνιος (4ο ς αιώνας) 20, ο οποίος κατά κάποιο τρόπο ακολουθεί την διήγηση του Πρωτευαγγελίου βασιζόμενος και στην μέχρι της εποχής του παράδοση και πίστη της Εκκλησίας.

Η διήγηση των Εισοδίων  από το Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου.

ΚΕΦ.Ζ’

1. Τῇ δέ παιδί προσετίθεντο οἱ μῆνες αὐτῆς. Ἐγένετο δέ διετής ἡ παῖς καί εἶπεν Ἰωακείμ τῇ Ἄννᾳ. «Άνάξωμεν αὐτήν έν τῷ ναῷ Κυρίου, ὅπως ἀποδῶμεν τήν ἐπαγγελίαν ἤν ἐπῆγγειλάμεθα, μηπως άποστείλῃ ὁ Δεσπότης έφ’ ἡμᾶς καί ἀπρόσδεκτον γένηται τό δῶρον ἠμῶν». Καί εἶπεν Ἄννα. «’Αναμείνωμεν τό τρίτον ἔτος, ὅπως μή ζητήσῃ ἡ παῖς πατέρα ἤ μητέρα». Καί εἶπεν Ἰωακείμ. «Άναμείνωμεν».

2. Καί ἐγένετο τριετής ἡ παῖς καί εἶπεν Ἰωακείμ. «Καλέσατε τάς θυγατέρας τῶν Ἑβραίων τάς ἀμιάντους καί λαβέτωσαν ἀνά λαμπάδα καί ἔστωσαν καιόμενα, ἵνα μή στραφῇ ἡ παῖς εἰς τά ὀπίσω καί αἰχμαλωτισθῇ ἡ καρδία αὐτῆς ἐκ ναοῦ Κυρίου». Και ἐποίησαν οὕτως, ἔως ἀνέβησαν ἐν τῷ ναῷ Κυρίου. Και ἐδέξατον αὐτήν ὁ ίερεύς1 καί φιλήσας ηὐλόγησεν αύτήν καί εἶπεν:

«Ἐμεγάλυνεν Κύριος τό ὄνομά σου έν πάσαις ταῖς γενεαῖς, ἐπί σοί «ἐπ’ έσχάτου τῶν ἡμερῶν φανερώσει Κύριος τό λύτρον αὐτοῦ τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ».

3. Καί ἐκάθισεν αὐτήν έπί τρίτου βαθμοῦ τοῦ θυσιαστηρίου και ἐπέβαλεν Κύριος ὁ Θεός χάριν ἐπ’ αὐτήν καί κατεχόρευσεν τοῖς ποσίν αὐτῆς καί ἠγάπησεν αὐτήν πᾶς οἶκος Ἰσραήλ.

ΚΕΦ. Η’

1. Καί κατέβησαν οἱ γονεῖς αὐτῆς θαυμάζοντες καί αἰνοῦντες τόν δεσπότην Θεό, ὅτι οὐκ ἐπεστράφη ἡ παῖς εἰς τά ὀπίσω. Ἦν δέ Μαριάμ ἐν τῷ ναῷ Κυρίου ὡς περιστερά νεμομένη και ἐλάμβανεν τροφήν ἐκ χειρός ἀγγέλου.

Η διήγηση αυτή του Πρωτευαγγελίου δεν είναι πρωτότυπη αλλά έχει τον πυρήνα της στην παλαιοδιαθητική διήγηση για τη γέννηση του Σαμουήλ από την Άννα και τον Ελκανά –με την οποία έχει πολλά κοινά σημεία -όπως επίσης δευτερευόντως και με την διήγηση για τη γέννηση του Ισαάκ απ΄ τον Αβραάμ και τη Σάρρα. Όσον αφορά την ιστορικότητα της, η οποία έχει αμφισβητηθεί λόγω της αποκρύφου προέλευσής της, σε καμμία περίπτωση δεν πρέπει να τη θεωρήσουμε ως μύθο καθαρής φαντασίας αλλά ως ιστορία, έστω και με μυθιστορηματική μορφή.

Ειδικότερα, ο αρχικός πυρήνας του Πρωτευαγγελίου ανάγεται στα μέσα του 2ου αιώνα και είναι ο πλέον αξιόπιστος ιστορικά. Η κατά τον 4ο αιώνα μεταγενέστερη επεξεργασία και διεύρυνση του, που θεωρείται από τη επιστήμη αναμφισβήτητη, είναι που δημιουργεί τις αμφιβολίες. Όσον αφορά τα Εισόδια της Θεοτόκου πρέπει να δεχτούμε ως περιεχόμενη στον πρώτο πυρήνα του Ευαγγελίου την αφιέρωση της Θεοτόκου στον ναό απ΄ τους γονείς της, τον Ιωακείμ και την Άννα.

Ενδιαφέρουσα επίσης είναι για την εορτή των Εισοδίων η διήγηση του μοναχού Επιφανίου. Κατ΄ αυτόν, όταν η Παρθένος γίνεται τριών ετών οδηγείται από τους γονείς της στον Ναό. Μετά απ΄ αυτό αναχωρεί και οδηγείται και πάλι σε ηλι κία επτά ετών και τότε αφιερώνεται στον Θεό. Μετά απ΄ τον θάνατο του Ιωακείμ σε ηλικία 80 ετών, η Άννα εγκαταλείπει την Ναζαρέτ, έρχεται στα Ιεροσόλυμα και ζει μαζί με την Μαρία. Μετά από δύο χρόνια πεθαίνει και αυτή σε ηλικία 72 ετών.

Η Μαρία, ορφανή πλέον, δεν απομακρύνεται απ΄ τον Ναό.

Όποτε απαιτείται επισκέπτεται την Ελισάβετ, η οποία κατοικεί κοντά στον Ναό. Μαθαίνει τα Εβραϊκά, και ασχολείται με τις Θείες Γραφές διακρινόμενη για την φιλομάθεια και την εργατικότητά της.

Ως προς την σύνεση και την σοφία, απ΄ την παιδική Της ηλικία ξεχώριζε ανάμεσα στους συνομηλίκους της. Ο Επιφάνιος επίσης μιλάει για καθορισμένο τόπο στον Ναό, στον οποίο παρέμεναν οι παρθένοι ορισμένο διάστημα κάθε μέρα και κατόπιν επέστρεφαν στις κατοικίες τους. Η Μαρία από ανάγκη παρέμενε στον Ναό, φύλαγε το θυσιαστήριο και υπηρετούσε το Ιερατείο. Και ολοκληρώνει την διήγησή του ο Επιφάνιος δίνοντας μία εξωτερική και εσωτερική περιγραφή της Παναγίας.

Σημειώσεις.

Στο πρωτοευαγγέλιο δεν κατονομάζεται ο ιερέας που υποδέχθηκε την παρθένο στο ναό. Στη βυζαντινή παράδοση ταυτίζεται ο ιερέας αυτός με τον Ζαχαρία, πατέρα του Ιωάννη του Προδρόμου. Εξαίρεση αποτελεί ο μοναχός Επιφάνιος, ο οποίος λέγει ότι ο ιερέας που υποδέχθηκε την Θεοτόκο ήταν ο Οδαέ και Βαραχίας ο πατέρας του Ζαχαρία.
Αλλά  και η πληροφορία της διαμονής και διατροφής της Μαρίας στον ναό ελέγχεται  ιστορικά  όπως και η κατά τη βυζαντινή παράδοση είσοδός της στο Άδυτο ή στα Άγια των Αγίων, όπου μόνος ο Αρχιερεύς εισήρχετο «ἄπαξ του ἑνιαυτοῦ».

( Επιφανίου, Λόγος περί του Βίου, PG 120, 122Α, Τσάμη

Θεομητορικόν, σσ. 22-23 και Καραβιδόπουλου, Απόκρυφα, σσ.60-61.

Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης σημειώνει τα εξής για το θέμα αυτό.

Kαι τούτο δε σημειούμεν, ότι ουκ ορθώς γράφει Mελέτιος ο Aθηνών ότι ήτον τόπος χωρισμένος εις τον Nαόν, οπού μόναι αι παρθένοι έμενον και συν αυταίς έμενε και η Θεοτόκος. Kαι αι μεν άλλαι παρθένοι εξήρχοντο μετά την απόλυσιν και επήγαινον εις τον οίκον αυτών. Mόνη δε η Θεοτόκος επροσκαρτέρει εις τον Nαόν. Oυ γαρ εις τον οίκον των παρθένων, αλλ’ εις αυτά τα Άγια των Aγίων εισήλθεν η Θεοτόκος κακεί έμενε τρεφομένη υπό Aγγέλου. Kαι αγκαλά τούτο εφαίνετο άτοπον να εισέλθη γυνή εις το ενδότατον του Nαού, το φαινόμενον όμως αυτό άτοπον εδιώρθωσεν ο Ζαχαρίας. Eίπε γαρ εις τον λαόν, ότι ο Θεός δείχνει εις το έμπροσθέν του κρεμάμενον λογείον, πως θέλει να έμβη η Παρθένος μέσα εις αυτά τα Άγια των Aγίων. Kαι ούτως έπεισε τον λαόν, και έστερξαν να εμβάση την Παρθένον εκεί. Oύτως ο Θεοφύλακτος Bουλγαρίας γράφει εν τω εις τα Eισόδια λόγω του, λύων θαυμασίως το παρά τισι φαινόμενον άτοπον της εις τα Άγια εισόδου της Θεοτόκου. Aφ’ ου όμως η Kυρία Θεοτόκος εγέννησε τον Kύριον, εσυναρίθμησε ταύτην ο Ζαχαρίας ταις εν τω Nαώ προσκαρτερούσαις παρθένοις, ως Παρθένον ούσαν και μετά τόκον, διό και εφονεύθη. Ως λέγει ο Mέγας Bασίλειος εν τω εις την Xριστού γέννησιν λόγω.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ο Άρτος με τον οποίο τρεφόταν η Παναγία στα Άγια των Αγίων.

.Απόσπασμα από ομιλία στα Εισόδια της Θεοτόκου  του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου



1. Η είσοδος της Θεοτόκου στον Ναό συνδέεται με θαυμαστά γεγονότα. Όταν μιλάμε για Ναό, εννοούμε τον Ναό τουΣολομώντος και όταν κάνουμε λόγο για  Εισόδια στον Ναό, εννοούμε την είσοδο της Θεοτόκου στα Άγια των Αγίων. Είναι γνωστό ότι στον κυρίως Ναό του Σολομώντος εισέρχονταν Ιερείς που επιτελούσαν την λατρεία του θυμιάματος καί στα Άγια των Αγίων, θα λέγαμε σήμερα εμείς στο Ιερό Βήμα εισερχόταν ο Αρχιερεύς του ενιαυτού εκείνου και μάλιστα μια φορά κατά την διάρκεια του έτους.

Όταν εορτάζουμε τα Εισόδια της Θεοτόκου στον Ναό, εννοούμε τα Εισόδια της Θεοτόκου στα Άγια των Αγίων για να παραμείνη εκεί για δώδεκα ολόκληρα χρόνια, από τριών ετών έως δεκαπέντε, ζώντας μέσα στο Φως του Θεού και  βιώνοντας την θέωση. Έτσι ερμηνεύουν το γεγονός αυτό οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας.

Ήταν λοιπόν ένα προκλητικό γεγονός, κάποιος άνθρωπος και μάλιστα ένα κορίτσι να εισέλθη σε αυτόν τον  ιερό χώρο, όπου φυλάσσονταν τα πιο ιερά αντικείμενα του Ισραήλ, όπως η Κιβωτός της Διαθήκης, η Στάμνα με το Μάννα, η Ράβδος του Ααρών και βεβαίως ούτε οι Ιερείς είχαν δικαίωμα να εισέλθουν, αλλά ούτε και ο Αρχιερεύς καθημερινώς.

Μέσα στα Άγια των Αγίων η Θεοτόκος για δώδεκα χρόνια τρεφόταν από άρτο που της έφερνε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ. Αυτό αναφέρεται στην παράδοση της Εκκλησίας μας και ήταν από τα θαυμαστά γεγονότα. Σε ένα τροπάριο του εσπερινού της εορτής γράφεται: «Δι’ αγγέλου εκτρέφεται». Και σε άλλο τροπάριο λέγεται: «Επουρανίω τραφείσα, Παρθένε, άρτω πιστώς εν τω Ναώ Κυρίου».

2. Τί ήταν αυτός ο άρτος από τον οποίο τρεφόταν η Παναγία; Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αναφερόμενος σε αυτόν τον ευλογημένο άρτο που έτρεφε την Παναγία λέγει ότι ο Θεός έστελνε «τροφήν άνωθεν απόρρητον εκεί τη Παρθένω δι’ αγγέλου». Όμως δεν ήταν ένας συνηθισμένος άρτος τον οποίον ο άγγελος έπαιρνε από κάποιο σπίτι και τον μετέφερε στην Παναγία, αλλά στην πραγματικότητα ήταν η άκτιστη ενέργεια τού Θεού, δια της οποίας, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, « την τε φύσιν κρειττόνως ανερρώννυτο (εδυνάμωνε) και κατά σώμα των ασωμάτων καθαρωτέρα και υπερτέρα και συνετηρείτο και ετελείτο».

Είναι προφανές ότι δεν ήταν μια κτιστή τροφή, ένας υλικός άρτος, αλλά μια άλλη διαφορετική, ξένη τροφή, δηλαδή ήταν η ενέργεια του Θεού η οποία ενδυνάμωνε το σώμα της Παναγίας για να  έχη νοερά προσευχή και θεωρία Θεού. Αυτό σημαίνει ότι η Παναγία για δώδεκα χρόνια ήταν μέσα στο Φως του Θεού και είχε κοινωνία μαζί Του, είχε φθάσει στην θέωση. Στην πραγματικότητα ζούσε όπως ζούσαν ο Αδάμ και η Εύα στον Παράδεισο πρίν τήν πτώση, γι’ αυτό καί όταν τήν επισκέφθηκε ο άγγελος κατά τον Ευαγγελισμό για να της αναγγείλη ότι θα γίνη Μητέρα του Χριστού των απεκάλεσε Κεχαριτωμένη.

3. Αυτός ο άρτος από τον οποίο τρεφόταν η Παναγία δεν εξέλιπε από την Εκκλησία, εξακολουθεί να υπάρχη και σήμερα. Δεν πρόκειται για τον καθημερινό κτιστό άρτο, αλλά για τον Άρτο της Ζωής που είναι ο Ίδιος ο Χριστός.

Σε αυτόν τον Άρτο αναφερόταν ο Χριστός με τον λόγο τον οποίο απήντησε στον διάβολο στο Όρος των Πειρασμών. Όταν ο διάβολος του υπέδειξε να μεταβάλη τις πέτρες σε άρτο, Εκείνος απάντησε «ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος, αλλ’ εν παντί ρήματι εκπορευομένω διά στόματος Θεού» (Ματθ. δ’, 4).

Εκτός από τον υλικό άρτο, τον οποίο γευόμαστε καθημερινώς, υπάρχει και ο πνευματικός Άρτος, ο ίδιος ο Χριστός και ο λόγος Του. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει: «Δύναται ο Θεός και ρήματι θρέψαι τον πεινώντα». Καί αυτό φαίνεται από το αγιολόγιο της Εκκλησίας μας, πως οι άγιοι ζούσαν από αυτόν τον πνευματικό Άρτο.

Ο Χριστός με την προσευχή που μάς δίδαξε, το γνωστό «Πάτερ ημών, συμπεριέλαβε και το αίτημα: « Τον άρτον ημών τον επιούσιον δός ημίν σήμερον». Πρόκειται για τον άρτον τον αναγκαίο για την ουσία της υπάρξεώς μας, γι’ αυτό και λέγεται επιούσιος. Και επειδή η Εκκλησία τοποθέτησε την Κυριακή προσευχή με την συγκεκριμένη αυτή αίτηση κατά την διάρκεια της θείας Λειτουργίας και λίγο προ της θείας Κοινωνίας, αυτή η αίτηση αναφέρεται κυρίως στον ευχαριστιακό άρτο, την βρώση του Σώματος και την πόση του Αίματος του Χριστού. Άλλωστε αυτός ο ίδιος ο Χριστός είπε: «Εγώ ειμι ο άρτος ο εκ τού ουρανού καταβάς», Αυτός είναι το ουράνιο Μάννα.

Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής ερμηνεύοντας αυτό το αίτημα της Κυριακής Προσευχής το συνδέει με την θεία Κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού και κάνει λόγο για την«τροφή του άρτου της  ζωής», «ίνα νικήση τον θάνατον της αμαρτίας», από την παρούσα ζωή της θνητότητος. Βεβαίως και αν θεωρήσουμε ότι στο αίτημα αυτό για την λήψη του  άρτου αναφέρεται και ο «εφήμερος άρτος», δια του οποίου συγκροτείται η παρούσα ζωή, δεν θα αστοχήσουμε.

Με αυτόν τον Άρτο, την Χάρη και ενέργεια του Θεού, ετρέφετο η Παναγία μέσα στα Άγια των Αγίων. Με αυτόν τον Άρτο τρεφόμαστε και  εμείς κάθε φορά που τελούμε την θεία Λειτουργία. Και βεβαίως για να ενεργήση ο Άρτος αυτός, δηλαδή ο Χριστός, «εις ζωήν αιώνιον», πρέπει να ζούμε κατά τον τρόπο που ζούσε η Παναγία.

4. Αυτό το θαυμάσιο γεγονός που συνέβη στην Παναγία έχει πολύ μεγάλη σημασία για την ζωή μας. Ο άνθρωπος αποτελείται από ψυχή και σώμα και είναι επόμενο ότι η υλική τροφή συντηρεί και διατηρεί σε καλή κατάσταση το σώμα, ενώ η Χάρη και η ενέργεια του  Θεού συντηρεί και την ψυχή και το σώμα, τον όλο άνθρωπο. Με αυτές τις  προϋποθέσεις ο άνθρωπος είναι ολοκληρωμένος, έχει νόημα ζωής και ύπαρξης.

Ζούμε σε μια εποχή στην οποία γίνεται λόγος μόνο για τον υλικό άρτο και λιγότερο για τον πνευματικό Άρτο. Ο άνθρωπος στην εποχή μας είναι ένα καταναλωτικό ον που ρουφά αχόρταγα υλικά αγαθά, θεάματα, ακούσματα και νομίζει ότι έτσι θα ικανοποιήση την πνευματική του πείνα. Γίνεται διαρκώς λόγος για αύξηση του κατά κεφαλήν εισοδήματος. Δέν είμαστε εναντίον κάθε τι που βελτιώνει την ζωή του ανθρώπου, αλλά δεν μπορούμε να αποδεχθούμε και μια ζωή η οποία στηρίζεται μόνον στα υλικά αγαθά, γιατί σε μια τέτοια περίπτωση ο άνθρωπος πάντοτε παραμένει ανικανοποίητος, διότι η ψυχή του ανθρώπου αναζητά άλλη τροφή και διψά για άλλο νερό. Ο Χριστός είπε «μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην».

Γίνεται λόγος σήμερα για κρίση οικονομική, για πτώχευση υλική. Αλλά η κρίση στην πραγματικότητα είναι κρίση πνευματική, κρίση αξιών, ιδανικών, κρίση υπαρξιακών αναζητήσεων. Υπάρχουν άνθρωποι που πλέουν μέσα στα πλούτη και αισθάνονται ένα κενό ύπαρξης, αντίθετα υπάρχουν άλλοι που ζούν με ολιγάρκεια και ασκητικότητα και  αισθάνονται πεπληρωμένοι.

Η εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου στον Ναό και η διατροφή της από την ουράνια τροφή που της έφερνε ο άγγελος μάς υποδεικνύει ότι πρέπει να στραφούμε περισσότερο σε αυτήν την ουράνια τροφή, τον πνευματικό ουράνιο Άρτο, διότι έτσι θα χορτάσουμε από την πνευματική πείνα.

Προεόρτια Εισοδίων Υπεραγίας Θεοτόκου

Βιογραφία
Σήμερα είναι τα προεόρτια (παραμονή) των Εισοδίων της Θεοτόκου.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Χαρὰν προμνηστεύεται, πᾶσιν ἡ Ἄννα νυνί, τῆς λύπης ἀντίθετον, καρπὸν βλαστήσασα, τὴν μόνην Ἀειπάρθενον· ἥν περ δὴ καὶ προσάγει, τὰς εὐχὰς ἐκπληροῦσα, σήμερον γηθομένη, ἐν Ναῷ τοῦ Κυρίου, ὡς ὄντως Ναὸν τοῦ Θεοῦ Λόγου, καὶ Μητέρα ἁγνήν.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Εὐφροσύνης σήμερον, ἡ οἰκουμένη, ἐπληρώθη ἅπασα, ἐν τῇ εὐσήμῳ Ἑορτῇ, τῆς Θεοτόκου κραυγάζουσα, κραυγάζουσα· Αὕτη ὑπάρχει, σκηνὴ ἐπουράνιος.

Κάθισμα
Ἦχος α’. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.
Αἰνέσατε παρθένοι, καὶ Μητέρες ὑμνήσατε, λαοὶ δοξολογεῖτε, ἱερεῖς εὐλογήσατε, τὴν ἄχραντον Μητέρα τοῦ Θεοῦ· σαρκὶ γὰρ νηπιάζουσα Ναῷ, τῷ τοῦ Νόμου προσηνέχθη, ὥσπερ ναὸς Κυρίου ἁγιώτατος. Διὸ ἑορτὴν πνευματικήν, τελοῦντες ἀνακράξωμεν· Χαῖρε Παρθένε δόξα, τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων.

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Δαυῒδ προοδοποίησον, ἐν τῷ Ναῷ τοῦ Θεοῦ, καὶ χαίρων ὑπόδεξαι τὴν Βασιλίδα ἡμῶν, καὶ ταύτῃ ἐκβόησον. Εἴσελθε ἡ Κυρία, εἰς ναὸν Βασιλέως, εἴσελθε, ἧς ἡ δόξα, κεκρυμμένως νοεῖται, ἐξ ἧς μέλι καὶ γάλα μέλλει πηγάσειν, πᾶσι τὸ φῶς ὁ Χριστός.

Ὁ Οἶκος
Ὁ τῶν ἁπάντων Ποιητής, ὁ Πλάστης καὶ Δεσπότης, ἀρρήτῳ εὐσπλαγχνίᾳ καμπτόμενος, καὶ μόνῃ φιλανθρωπίᾳ τῇ αὐτοῦ, ὅν περ ταῖς οἰκείαις κατεσκεύασε χερσίν, ἰδὼν πεσόντα ᾤκτειρε, καὶ ἀναστῆναι τοῦτον εὐδόκησε, πλάσει θειοτέρᾳ, καὶ κενώσει τῇ ἰδίᾳ, ὡς ἀγαθὸς φύσει καὶ ἐλεήμων. Διὸ τὴν Μαριὰμ μεσίτιν λαμβάνει, ὡς παρθένον καὶ ἁγνήν, τοῦ μυστηρίου, ἐκ ταύτης τὸ ἡμῶν φορέσαι ὡς ἠβουλήθη· Αὕτη ὑπάρχει σκηνὴ ἐπουράνιος.