Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2015

Ο ηρτυμένος λόγος

Του Πρωτ. Θεμιστοκλή Μουρτζανού



Ο ΛΟΓΟΣ ΗΜΩΝ ΠΑΝΤΟΤΕ ΕΝ ΧΑΡΙΤΙ, ΑΛΑΤΙ ΗΡΤΥΜΕΝΟΣ



                Ένα από τα στοιχεία που μας έδωσε ο Θεός κατά τη δημιουργία μας και που αποτελούν δωρεά ζωής, αγάπης, δημιουργίας είναι ο λόγος. Με τον λόγο ο άνθρωπος μπορεί να εκφράσει τις ανάγκες του, τόσο υλικές όσο και κοινωνικές αλλά και πνευματικές. Μπορεί να ζητήσει από τους άλλους την τροφή του ή να ικανοποιήσει το αίτημά τους για την δική τους. Μπορεί να εκφράσει τα συναισθήματά του, τη χαρά, τη λύπη, την απογοήτευσή του, τον θυμό του για ό,τι συμβαίνει, την ανάγκη του για αγάπη και συντροφικότητα ή την εχθρότητά του, την απόρριψη των άλλων. Μπορεί να δημιουργήσει πολιτισμό δια του λόγου είτε έναρθρου είτε ποιητικού και τεχνουργηματικού, διότι τα πάντα έχουν και λόγο ύπαρξης και απευθύνονται  μέσω αυτής προς τους ανθρώπους, δείχνοντας αυτόν τον λόγο. Ένα έργο τέχνης, εκτός από την ομορφιά που αποπνέει, μιλά στις ψυχές αυτών που το θεώνται. Εκφράζει, ακόμη και άψυχο, τον λόγο ή τους λόγους δημιουργίας του και προσφέρει βιώματα και μηνύματα ζωής στους θεατές του.

                Ο λόγος, είτε έναρθρος, είτε ποιητικός, είτε τεχνουργηματικός, είναι και ένα όπλο για τον άνθρωπο, είτε αισθάνεται τη δύναμή του είτε όχι. Μπορεί να βοηθήσει τόσο τον εκφέροντα όσο και αυτούς στους οποίους απευθύνεται. Μπορεί όμως να προκαλέσει λύπη, πόνο και δοκιμασία σε όσους τον προσλαμβάνουν, αλλά και να γίνει ένα μέσο εξουσίας γι’ αυτόν που τον εκφέρει. Γι’ αυτό και ο απόστολος Παύλος, απευθυνόμενος προς τους Κολοσσαείς, τους προτρέπει με αυτά τα απαράμιλλα λόγια: «ο λόγος υμών πάντοτε εν χάριτι, άλατι ηρτυμένος, ειδέναι πώς δει υμάς ενί εκάστω αποκρίνεσθαι» (Κολ. 4,6). Τα λόγια σας να είναι πάντοτε γεμάτα χάρη, νοστιμισμένα με αλάτι (όχι ανούσια). Να ξέρετε πώς πρέπει να αποκρίνεστε στον καθένα. Και η Εκκλησία έχει ορίσει να διαβάζεται αυτό το απόσπασμα, στην μνήμη του ευαγγελιστή Λουκά, ο οποίος παρουσίασε στους ανθρώπους τους λόγους, τη ζωή και την ανάσταση του Κυρίου που λυτρώνουν.

Δεν είναι ηθικολογία ο λόγος του Παύλου. Δεν στοχεύει στο να διαμορφώσει ανθρώπους οι οποίοι θα γνωρίζουν καλούς τρόπους. Η προτροπή του Παύλου πηγάζει από την δίψα του για αγάπη, αλήθεια και σωτηρία.    Η χάρις, στην οποία αναφέρεται, δεν έγκειται μόνο στην κομψότητα των λόγων, στην ωραία έκφραση και στο ζεστό ύφος. Έχει να κάνει με τη διάθεση αυτού που εκφέρει τον λόγο να προκαλέσει χαρά στους ανθρώπους. Και η χαρά είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος. Χαρά δεν προκαλεί αυτός ο οποίος λέει μόνο ευχάριστα. Χαρά προκαλεί αυτός που ο συνομιλητής του νιώθει ότι ο λόγος του αποσκοπεί στο να του προσφέρει την αλήθεια, ακόμη κι αν αυτή προβληματίζει και γεννά αυτοκριτική. Ενίοτε  κι όταν η αλήθεια είναι σκληρή. Γιατί αυτός που εκφέρει τον λόγο αγαπά τον συνομιλητή του. Και όταν του μιλά, η αγάπη διαφαίνεται τόσο στις λέξεις όσο και στα σημαινόμενά τους. Και αποσκοπεί τόσο στο να του προσφέρει χαρά, μέσα από το ευχάριστον των λόγων του, όσο και  την αλήθεια η οποία πηγάζει τόσο από την φανέρωση των εντολών του Θεού και του θελήματός Του, όσο και από την έγνοια για εκείνον ως συνάνθρωπο.

                Ο νοστιμισμένος με αλάτι λόγος είναι αυτός που έχει ουσία και δεν είναι λόγος «αργός», δεν είναι αδολεσχία, φλυαρία, ματαιότητα. Αν σκεφτούμε πόσους μάταιους και ανούσιους λόγους εκφέρουμε καθημερινά στη ζωή μας, δεν μπορεί παρά να προβληματιστούμε από τα Παύλεια λόγια. Είναι διότι ο λόγος αποτυπώνει την ποιότητα, αλλά και τον πνευματικό αγώνα, όπως επίσης και την διάθεση της καρδιάς μας. Ο αργός λόγος, ο σαπρός, όπως τον αποκαλεί αλλού ο Παύλος, μαρτυρεί την αδυναμία της ύπαρξής μας να θέσει ενώπιόν της τα ουσιώδη, τις μεγάλες απαντήσεις στα ερωτήματα του «ποιος είμαι;», «γιατί αξίζω;», «προς τα πού πορεύομαι;», «τι είναι για μένα ο Θεός και ο πλησίον;» και να πορευτεί σύμφωνα μ’ αυτές. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο λόγος δεν μπορεί να ξεκουράζει και να αναπαύει από την κόπωση που κάθε αγώνας φέρει. Διότι μετά γινόμαστε όχι απλώς αυστηροί, αλλά αναλαμβάνουμε έναν στόχο που είναι βέβαιο ότι υπερβαίνει τις δικές μας δυνάμεις. Παύουμε να χαιρόμαστε την επικοινωνία με τον κόσμο και τον συνάνθρωπο και λειτουργούμε με ένα πνεύμα αδιάκριτου αναχωρητισμού από τη ζωή. Αυτό όμως δεν δικαιολογεί την υποχώρηση στον ευτελισμό. Την κατάκριση του άλλου, δηλαδή τον καταλογισμό σ’ αυτών έργων και προθέσεων που μαρτυρούν την αδυναμία να τον στηρίξουμε ακόμη και στις πτώσεις του. Τις ύβρεις εναντίον του, οι οποίες δεν σώζουν, αλλά αμαυρώνουν τόσο τα χείλη όσο και την καρδιά μας, αλλά και πληγώνουν και προκαλούν αντιδράσεις.

                Το να γνωρίζουμε πώς πρέπει να αποκρινόμαστε στον καθέναν είναι σημείο διάκρισης. Ο Παύλος δεν αναφέρεται σε μία ικανότητα, καρπό ανθρωπιστικής και διπλωματικής παιδείας. Η διάκριση είναι πνευματικός καρπός. Έχει α κάνει με την τοποθέτησή μας στη θέση του άλλους. Στον χαρακτήρα, τη συνείδηση, την ψυχή του άλλου. Στις δυνατότητές του να αντέξει τους λόγους μας. Αλλά έχει να κάνει και πάλι με το δικό μας βαθύτερο κίνητρο. Αν αυτό έγκειται στην φανέρωση των λόγων του Θεού, αν αυτό στοχεύει στη σωτηρία τόσο τη δική μας όσο και του άλλου, τότε θα μπορέσουμε να μιλήσουμε εν διακρίσει. Εκεί όπου καλούμαστε να παρηγορήσουμε, θα είμαστε ήπιοι και γλυκείς. Εκεί όπου καλούμαστε να επαινέσουμε, θα το κάνουμε με μέτρο. Εκεί όπου καλούμαστε να είμαστε αυστηροί, θα  δείξουμε αποφασιστικότητα και ευθύτητα.  Δεν θα κρύψουμε την αλήθεια, αλλά και δεν θα εξουθενώσουμε τον άλλο. Πρωτίστως όμως θα φανερώσουμε το τι θέλει ο Θεός, αν βεβαίως το πιστεύουμε και το έχουμε ως στόχο.

                Η εποχή μας έχει αποθεώσει τη ρητορική δεινότητα, το ψέμα και την εξαπάτηση δια των λόγων, τα ευχάριστα στ’ αυτιά μηνύματα. Μετατοπίζει τα ενδιαφέροντα της καθημερινότητάς μας από τη χαρά στην απόλαυση. Από την ουσία των υπαρξιακών απαντήσεων στη φλυαρία, την ματαιότητα και την κατάκριση. Από τη διάκριση στην ωραιοποίηση της πραγματικότητας. Έτσι ο λόγος παύει να γίνεται δημιουργικός και έχει ως στόχο του την εξουσία κάθε μορφής. Διότι η παραποίηση ή η ωραιοποίηση δεν αποσκοπεί στο να ελευθερώσει τους ανθρώπους, αλλά να τους υποτάξει στα κάθε λογής ευχάριστα, προς όφελος αυτών που θέλουν ανθρώπους χωρίς επίγνωση. Αντίθετα ο λόγος της πίστης  λυτρώνει δια της χάριτος που γίνεται χαρά, δια του άλατος το οποίο νοστιμίζει αλλά και συντηρεί ό,τι ουσιώδες και δια της διακρίσεως, η οποία χωρίς να αποκρύπτει την αλήθεια, παρηγορεί, ενθαρρύνει και εμπνέει σε μία συνεχή καινούργια αρχή στην ανθρώπινη ζωή, με επίγνωση των καταστάσεων, αλλά και με πρόταξη της βοήθειας του Θεού σε αυτόν που θέλει να προσπαθήσει. Ο καθένας μας ας σκεφτεί ποιαν οδό θα ακολουθήσει.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός


Άγιος Λουκάς ο Ευαγγελιστής

Ο Άγιος Λουκάς ο Ευαγγελιστής καταγόταν από την Αντιόχεια της Συρίας και η εθνικότητα του ήταν Ελληνική. Ήταν γιατρός στο επάγγελμα, όμως γνώριζε πολύ καλά τη ζωγραφική τέχνη. Μάλιστα σε αυτόν αποδίδονται οι πρώτες εικόνες της Θεοτόκου με τον Ιησού Χριστό βρέφος στην αγκαλιά της (μία υπάρχει μέχρι σήμερα στη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου), καθώς και αυτές των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου.

Στη χριστιανική πίστη κατηχήθηκε από τον Απόστολο Παύλο, τον οποίο συνάντησε στη Θήβα και έκτοτε αφοσιώθηκε στο κήρυγμα του Ευαγγελίου. Περιόδευσε στη Δαλματία, Ιταλία, Γαλλία, Αχαΐα, Βοιωτία κ.α. Συνέγραψε το τρίτο κατά σειρά Ευαγγέλιο της Καινής Διαθήκης, καθώς και τις πράξεις των Αποστόλων.

Λέγεται ότι πέθανε με μαρτυρικό θάνατο (κατ' άλλους ειρηνικά σε ηλικία 80 ετών), και το 357 μ.Χ., το λείψανο του μετακομίσθηκε στην Κωνσταντινούπολη, στο ναό των Αγίων Αποστόλων.

Σημείωση: Όπως ιστορεί ο Nικόλαος Mαλαξός, σύμφωνα με ένα βασιλικό χρυσόβουλλο της Mονής του Mεγάλου Σπηλαίου, ο Ευαγγελιστής Λουκάς έγραψε το Ευαγγέλιο του δεκαπέντε χρόνια μετά την Aνάληψη του Κυρίου. Ο Ιππόλυτος ο Θηβαίος όμως τοποθετεί την συγγραφή του Ευαγγελίου στην Aλεξάνδρεια.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’.
Ἀπόστολε Ἅγιε, καὶ Εὐαγγελιστὰ Λουκᾶ, πρέσβευε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ, ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν, παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἀκέστωρ σοφώτατος, Ἱερομύστα Λουκᾶ, ζωγράφος πανάριστος, τῆς Θεοτόκου Μητρός, ἐδείχθης Ἀπόστολε, ἔγραψας μάκαρ, λόγους, διὰ πνεύματος θείου, ἔδωκας ἐννοῆσαι, συγκατάβασιν ἄκραν, Χριστοῦ τῆς παρουσίας, διὸ πρέσβευε σωθήναι ἠμᾶς.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Λουκᾶν τὸν θεηγόρον καὶ τοῦ Παύλου συνέκδημον καὶ Εὐαγγελίου τοῦ τρίτου συγγραφέα θεόπνευστον, ἐν ὕμνοις τιμήσωμεν, πιστοί, ὡς ἄξιον ἐργάτην τοῦ Χριστοῦ. Τῷ φωτι γὰρ τοῦ Κυρίου καταυγασθεὶς μετέδωκε φῶς τῷ κόσμῳ. Γράψας τὰς θαυμαστὰς παραβολάς, σύστασιν ἐκκλησίας τε τῇ ἐπελεύσει τοῦ πνεύματος ἱστορησάμενος.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Μαθητὴς γεvόμενος τοῦ Θεοῦ Λόγου, σὺν τῷ Παύλῳ ἅπασαν, ἐφωταγώγησας τὴv γῆν, καὶ τὴν ἀχλὺν ἀπεδίωξας, τὸ θεῖον γράψας, Χριστοῦ Εὐαγγέλιον.

Ὁ Οἶκος
Ὡς ἰατρὸς καὶ μαθητὴς Λουκᾶ ἠγαπημένος, μυστικῇ χειρουργίᾳ τὰ πάθη τῆς ψυχῆς μου, καὶ τὰ τοῦ σώματος ὁμοῦ ἴασαι, καὶ δὸς μοι κατὰ πάντα εὐεκτεῖν, καὶ σοῦ τὴν παναοίδιμον γηθόμενος γεραίρειν πανήγυριν, ὄμβροις τε δακρύων, ἀντὶ μύρων τὸ σεπτόν σου καὶ πάντιμον σῶμα καταβρέχειν· ὡς στήλη γὰρ ζωῆς ἐγγεγραμμένη τῷ ναῷ τῷ θαυμαστῷ τῶν Ἀποστόλων πᾶσιν ἐκφώνει, καθάπερ καὶ σὺ τὸ πρῶτον, τὸ θεῖον γράψας Χριστοῦ Εὐαγγέλιον.

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2015

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής

(Λουκ. ι´ 16-21)

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ μαθηταῖς· ῾Ο ἀκούων ὑμῶν ἐμοῦ ἀκούει, καὶ ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμὲ ἀθετεῖ· ὁ δὲ ἐμὲ ἀθετῶν ἀθετεῖ τὸν ἀποστείλαντά με. ῾Υπέστρεψαν δὲ οἱ ἑβδομήκοντα μετὰ χαρᾶς λέγοντες· Κύριε, καὶ τὰ δαιμόνια ὑποτάσσεται ἡμῖν ἐν τῷ ὀνόματί σου. Εἶπε δὲ αὐτοῖς· ᾿Εθεώρουν τὸν σατανᾶν ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα. ᾿Ιδοὺ δίδωμι ὑμῖν τὴν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ οὐδὲν ὑμᾶς οὐ μὴ ἀδικήσῃ. Πλὴν ἐν τούτῳ μὴ χαίρετε, ὅτι τὰ πνεύματα ὑμῖν ὑποτάσσεται· χαίρετε δὲ ὅτι τὰ ὀνόματα ὑμῶν ἐγράφη ἐν τοῖς οὐρανοῖς. ᾿Εν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἠγαλλιάσατο τῷ πνεύματι ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν· ᾿Εξομολογοῦμαί σοι, Πάτερ, κύριε τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὅτι ἀπέκρυψας ταῦτα ἀπὸ σοφῶν καὶ συνετῶν, καὶ ἀπεκάλυψας αὐτὰ νηπίοις· ναί, ὁ Πατήρ, ὅτι οὕτως ἐγένετο εὐδοκία ἔμπροσθέν σου.



Απόδοση σε απλή γλώσσα

Εἶπε ὁ Κύριος στοὺς μαθητές του· «῞Οποιος ἀκούει ἐσᾶς, ἀκούει ἐμένα· ὅποιος ἀπορρίπτει ἐσᾶς, ἀπορρίπτει ἐμένα· κι ὅποιος ἀπορρίπτει ἐμένα, ἀπορρίπτει αὐτὸν ποὺ μ’ ἔστειλε».῞Οταν γύρισαν πίσω οἱ ἑβδομήντα μαθητές, ἔλεγαν γεμάτοι χαρά· «Κύριε, ἀκόμη καὶ τὰ δαιμόνια μᾶς ὑπακοῦνε ὅταν τὰ προστάζουμε στὸ ὄνομά σου».Κι ὁ ᾿Ιησοῦς τοὺς εἶπε· «᾿Εγὼ ἔχω δεῖ τὸν σατανὰ νὰ πέφτει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ σὰν ἀστραπή. Σᾶς δίνω ἐξουσία νὰ πατᾶτε πάνω σὲ φίδια καὶ σκορπιούς, καὶ νὰ κυριαρχεῖτε πάνω σ’ ὅλη τὴ δύναμη τοῦ ἐχθροῦ· τίποτε δὲν θὰ σᾶς βλάψει. Μὴ χαίρεστε ὅμως γιατὶ σᾶς ὑπακοῦνε τὰ δαιμονικὰ πνεύματα· μᾶλλον νὰ χαίρεστε ποὺ τὰ ὀνόματά σας ἔχουν γραφτεῖ στὸν οὐρανό». ᾿Εκείνη τὴ στιγμὴ ὁ ᾿Ιησοῦς ἔνιωσε μέσα του ἀγαλλίαση, καὶ εἶπε· «Σ’ εὐχαριστῶ Πατέρα, Κύριε τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, γιατὶ αὐτὰ ποὺ ἀπέκρυψες ἀπὸ τοὺς σοφοὺς καὶ τοὺς συνετοὺς τὰ φανέρωσες στοὺς ταπεινούς. Ναί, Πατέρα μου, αὐτὸ ἔγινε γιατὶ ἔτσι τὸ θέλησες».

Ο Απόστολος της Κυριακής

(Κολασ. δ´ 5-11, 14-18)

Εν σοφίᾳ περιπατεῖτε πρὸς τοὺς ἔξω, τὸν καιρὸν ἐξαγοραζόμενοι. ὁ λόγος ὑμῶν πάντοτε ἐν χάριτι, ἅλατι ἠρτυμένος, εἰδέναι πῶς δεῖ ὑμᾶς ἑνὶ ἑκάστῳ ἀποκρίνεσθαι. Τὰ κατ᾿ ἐμὲ πάντα γνωρίσει ὑμῖν Τυχικὸς ὁ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ πιστὸς διάκονος καὶ σύνδουλος ἐν Κυρίῳ, ὃν ἔπεμψα πρὸς ὑμᾶς εἰς αὐτὸ τοῦτο, ἵνα γνῷ τὰ περὶ ὑμῶν καὶ παρακαλέσῃ τὰς καρδίας ὑμῶν, σὺν ᾿Ονησίμῳ τῷ πιστῷ καὶ ἀγαπητῷ ἀδελφῷ, ὅς ἐστιν ἐξ ὑμῶν· πάντα ὑμῖν γνωριοῦσι τὰ ὧδε. ᾿Ασπάζεται ὑμᾶς ᾿Αρίσταρχος ὁ συναιχμάλωτός μου, καὶ Μᾶρκος ὁ ἀνεψιὸς Βαρνάβα, — περὶ οὗ ἐλάβετε ἐντολάς· ἐὰν ἔλθῃ πρὸς ὑμᾶς, δέξασθε αὐτόν, —  καὶ ᾿Ιησοῦς ὁ λεγόμενος ᾿Ιοῦστος, οἱ ὄντες ἐκ περιτομῆς, οὗτοι μόνοι συνεργοὶ εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, οἵτινες ἐγενήθησάν μοι παρηγορία. ἀσπάζεται ὑμᾶς Λουκᾶς ὁ ἰατρὸς ὁ ἀγαπητὸς καὶ Δημᾶς. ἀσπάσασθε τοὺς ἐν Λαοδικείᾳ ἀδελφοὺς καὶ Νυμφᾶν καὶ τὴν κατ᾿ οἶκον αὐτοῦ ἐκκλησίαν· καὶ ὅταν ἀναγνωσθῇ παρ᾿ ὑμῖν ἡ ἐπιστολή, ποιήσατε ἵνα καὶ ἐν τῇ Λαοδικέων ἐκκλησίᾳ ἀναγνωσθῇ, καὶ τὴν ἐκ Λαοδικείας ἵνα καὶ ὑμεῖς ἀναγνῶτε. καὶ εἴπατε ᾿Αρχίππῳ· βλέπε τὴν διακονίαν ἣν παρέλαβες ἐν Κυρίῳ, ἵνα αὐτὴν πληροῖς. ῾Ο ἀσπασμὸς τῇ ἐμῇ χειρὶ Παύλου. μνημονεύετέ μου τῶν δεσμῶν. ῾Η χάρις μεθ᾿ ὑμῶν· ἀμήν.



Απόδοση σε απλή γλώσσα

Σ᾿ ἐκείνους ποὺ δὲν εἶναι μέλη τῆς ἐκκλησίας, νὰ φέρεστε μὲ σύνεση, κάνοντας καλὴ χρήση κάθε εὐκαιρίας. Τὰ λόγια σας νὰ εἶναι πάντα γεμάτα χάρη κι ὄχι ἀνούσια. Νὰ ξέρετε πῶς πρέπει νὰ ἀποκρίνεστε στὸν καθένα. Τὰ νέα μου θὰ σᾶς τὰ πεῖ ὁ Τυχικός, ὁ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ πιστὸς συνεργάτης, δοῦλος τοῦ Κυρίου ὅπως κι ἐγώ. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς, σᾶς τὸν ἔστειλα, γιὰ νὰ μάθει τὰ νέα σας καὶ νὰ ἐνισχύσει τὶς καρδιές σας, μαζὶ μὲ τὸν ᾿Ονήσιμο, τὸν πιστὸ κι ἀγαπητὸ ἀδελφό, τὸν συμπατριώτη σας· αὐτοὶ θὰ σᾶς δώσουν πληροφορίες γιὰ ὅσα συμβαίνουν ἐδῶ. Σᾶς στέλνουν χαιρετισμοὺς ὁ ᾿Αρίσταρχος, ποὺ εἶναι φυλακισμένος μαζί μου, κι ὁ Μάρκος, ὁ ἀνηψιὸς τοῦ Βαρνάβα· —γιὰ τὸν ὁποῖο πήρατε ὁδηγίες νὰ τὸν καλοδεχτεῖτε ὅταν ἔρθει·—  κι ὁ ᾿Ιησοῦς, ποὺ λέγεται καὶ ᾿Ιοῦστος. Αὐτοὶ εἶναι οἱ μόνοι ἀπὸ τοὺς ἐξ ᾿Ιουδαίων χριστιανοὺς ποὺ συνεργάστηκαν μαζί μου στὴ διάδοση τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, καὶ στάθηκαν ἡ παρηγοριά μου. Σᾶς χαιρετοῦν ὁ ἀγαπητός μου γιατρὸς Λουκᾶς καὶ ὁ Δημᾶς. Δῶστε τοὺς χαιρετισμούς μου στοὺς χριστιανοὺς τῆς Λαοδίκειας, καθὼς καὶ στὸν Νυμφᾶ καὶ στὴν ἐκκλησία ποὺ συναθροίζεται στὸ σπίτι του. ῞Οταν διαβάσετε αὐτὴ τὴν ἐπιστολή, στεῖλτε την νὰ διαβαστεῖ καὶ στὴν ἐκκλησία τῶν Λαοδικέων, κι ἐσεῖς φροντίστε νὰ πάρετε τὴν ἐπιστολὴ ποὺ ἔστειλα στὴ Λαοδίκεια, γιὰ νὰ τὴ διαβάσετε. Πεῖτε στὸν ῎Αρχιππο· «Πρόσεχε νὰ ἐκπληρώσεις στὸ ἀκέραιο τὸ διακόνημα ποὺ σοῦ ἀνέθεσε ὁ Κύριος». Σᾶς στέλνω κι ἐγὼ ὁ Παῦλος χαιρετισμό, γραμμένον μὲ τὸ ἴδιο μου τὸ χέρι. Μὴν ξεχνᾶτε στὶς προσευχές σας τὰ δεσμά μου. ῾Η χάρη τοῦ Θεοῦ ἂς εἶναι μαζί σας. ᾿Αμήν.

Προφήτης Ωσηέ

Ο Προφήτης Ωσηέ ήταν γιος του Βεηρεί (ή Bενιή) από τη Γαλεμώθ (ή Bαλεθώμ) της φυλής Ισάχαρ και έζησε τον όγδοο αιώνα προ Χριστού, επί βασιλέων του Ιούδα, Οζίου, Ιωάθαμ, Άχαζ, Έζεκία και του Ισραήλ Ιεροβοάμ Β'. Στην Παλαιά Διαθήκη, είναι ο πρώτος από τους δώδεκα μικρούς λεγόμενους προφήτες.

Ο Ωσηέ ήταν ψυχή γεμάτη από ζήλο για το θείο Νόμο, γι' αυτό και στο προφητικό του βιβλίο καταγγέλλει ευθέως το λαό του Ισραήλ, που είχε μολυνθεί από την ειδωλολατρία. Οι συμβολισμοί του θεωρούνται δυσεξήγητοι, αλλά σαφέστατα εκδηλώνει την πίστη του στο Σωτήρα Χριστό. Μάλιστα, ο ίδιος ο Κύριός μας χρησιμοποίησε μια σπουδαία φράση του Ωσηέ, προς τους Φαρισαίους (Ματθ. θ’ 3), η οποία λέει: «Ἔλεος θέλω καὶ οὐ θυσίαν καὶ ἐπίγνωσιν Θεοῦ ἢ ὁλοκαυτώματα» (Ωσηέ, στ' 6). Δηλαδή, λέει ο Θεός μέσω του Ωσηέ: «Προτιμώ την ειρηνική αγάπη σας προς εμένα και όχι τις τυπικές θυσίες, και θέλω να έχετε επίγνωση του θείου θελήματος περισσότερο, παρά τα χωρίς νόημα και ουσία ολοκαυτώματα πού προσφέρετε». Επίσης, φράσεις του Ωσηέ χρησιμοποίησαν και οι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος στις επιστολές τους.

Ο Ωσηέ λέγεται ότι έζησε 75 χρόνια, και μετά παρέδωσε στο Θεό τη δίκαια ψυχή του.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θεῖον ἔσοπτρον, τοῦ Παρακλήτου, ἐχρημάτισας, σοφὲ Προφῆτα, τᾶς σεπτᾶς ἐκφαντορίας δεχόμενος, ὅθεν ἐν κόσμῳ μελλόντων τὴν πρόγνωσιν, ὥσπερ φωτὸς λαμπηδόνας ἐξήστραψας. Ὠσηὲ ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος β’.
Τοῦ Προφήτου σου Ὡσηὲ τὴν μνήμην, Κύριε ἑορτάζοντες, δι' αὐτοῦ σε δυσωποῦμεν· Σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κάθισμα
Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.
Ὑπέκλινας τὸ οὖς, τῷ λαλοῦντι Προφήτα, καὶ πάντων μυηθείς, τῶν μελλόντων τὴν γνῶσιν, Χριστοῦ προεσήμανας, παρουσίαν τὴν ἔνθεον· ὅθεν σήμερον, τὴν Παναγίαν σου μνήμην, ἑορτάζοντες, τὸν Λυτρωτὴν ἀνυμνοῦμεν, τὸν σὲ μεγαλύναντα.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός